Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Για την μετάβαση προς το σοσιαλισμό

του Παναγιώτη Γαβάνα

Το θέμα που εξετάζουμε στην ανάλυση που ακολουθεί είναι ιδιαίτερα περίπλοκο, κι αυτό γιατί σχετίζεται με μια σειρά ζητήματα τακτικής και στρατηγικής του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα πλέγμα ζητημάτων τα οποία σχετίζονται με την ιστορική πείρα του κομμουνιστικού κινήματος, την πολιτική οικονομία του καπιταλισμού, τη μαρξιστική θεωρία για το κράτος, τη διαλεκτική μεταρρύθμισης και επανάστασης, ζητήματα της πολιτικής συμμαχιών κ.α. Η κατανόηση των ζητημάτων αυτών μπορεί να γίνει δυνατή μόνο κάτω από το φως της υλιστικής διαλεκτικής, η οποία αποτελεί την καρδιά του μαρξισμού. Κάνουμε λόγο για το θέμα της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Μέχρι σήμερα έχουν γραφτεί κάποια βιβλία στη χώρα μας, όπως και αρκετά άρθρα στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα μ΄ αυτό το θέμα. Εκτίμησή μας όμως είναι, ότι το μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα βρίσκεται στην αρχή μιας πορείας θεωρητικών αναζητήσεων και επεξεργασιών, η οποία πρέπει να συνεχιστεί παραπέρα και μάλιστα με εντατικούς ρυθμούς.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Η προβληματική

2. Πάλη για δημοκρατία και σοσιαλισμό

3. Η διαλεκτική μεταρρύθμισης και επανάστασης
  • Μεταρρύθμιση
  • Επανάσταση
  • Η θέση των κλασικών του μαρξισμού και της Ρόζας Λούξεμπουργκ
  • Συμπέρασμα

4. Ο Λένιν για την μετάβαση προς το σοσιαλισμό
  • Σύνδεση δημοκρατικής και σοσιαλιστικής πάλης
  • «Βήματα προς το σοσιαλισμό»
  • Ο «βασικός νόμος της επανάστασης» και η αντίληψη του πλησιάσματος στην επανάσταση
  • Η κυβέρνηση των εργατών και αγροτών
  • Η ισχύς της στρατηγικής του Λένιν

5. Η Κομμουνιστική Διεθνής (Κομιντέρν) μετά τον Λένιν
  • Το 5ο Συνέδριο της Κομιντέρν. Απομάκρυνση από τη λενινιστική στρατηγική
  • Το 6ο Συνέδριο της Κομιντέρν. Το ρήγμα με τη λενινιστική σκέψη βαθαίνει
  • Το 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν. Αποκατάσταση της σκέψης του Λένιν, αλλά και καταστρατήγησή της από την σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ

6. Η προβληματική της μετάβασης προς το σοσιαλισμό σήμερα
  • Κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός (ΚΜΚ) και μεταβατικός δρόμος
  • Αλλαγές στον καπιταλισμό
  • Ο μεταβατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό εδράζεται στη θεωρία του ΚΜΚ
  • Συμπεράσματα από τη σημερινή κατάσταση
  • Χαρακτηριστική της μεταβατικής φάσης
  • Μερικά γενικά συμπεράσματα

7. Σχετικά με το τσάκισμα του αστικού κράτους
  • Πως θα μπορούσε να τελεστεί το τσάκισμα του αστικού κράτους;
  • Ειρηνικός ή ένοπλος δρόμος;
  •  Από την πείρα της ένοπλης πάλης στη Λατινική Αμερική

8. Ζητήματα παρανόησης σχετικά με τον μεταβατικό δρόμο
  • Μήπως η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή τακτική σημαίνει έναν ρεφορμιστικό δρόμο;
  • Σημαίνει μήπως η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή τακτική μια «επανάσταση του ψηφοδελτίου»;
  • Είναι μήπως το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό κίνημα ένα κίνημα της κοινωνίας των πολιτών;
  • Δεν σπέρνει αυταπάτες η μεταβατική φάση σχετικά με τις δυνατότητες της αστικής δημοκρατίας;
  • Μήπως η μεταβατική φάση αποτελεί ένα «ενδιάμεσο στάδιο» με δικό του χαρακτήρα μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού;

9. Το μεταβατικό πρόγραμμα σήμερα
  • Εισαγωγή
  • Ζητήματα ανάλυσης και μεθοδολογίας
  • Συγκεκριμενοποίηση του μεταβατικού προγράμματος – Η προβληματική
  • Μεταβατικά αιτήματα
  • Κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου και «κυβέρνηση της Αριστεράς» αλά ΣΥΡΙΖΑ
  • Γενικά συμπεράσματα

10. Αντί επιλόγου

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

1. Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ

Για το θέμα της μετάβασης από τον καπιταλισμό προς το σοσιαλισμό, είναι γεγονός ότι μέσα στο χώρο της Αριστεράς προκύπτουν σημαντικές διαφωνίες και δυσκολίες, οι οποίες θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Σχηματικά (και πολύ χοντρικά) θα μπορούσαν οι αντιλήψεις που σχετίζονται με το ζήτημα της μετάβασης προς το σοσιαλισμό να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες, οι οποίες αντιπροσωπεύονται στον έναν ή τον άλλο βαθμό από τρία ρεύματα/τμήματα της Αριστεράς.

Το πρώτο ρεύμα της Αριστεράς απορρίπτει εντελώς τον μεταβατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό, δηλαδή το προτσές εκείνο κατά τη διάρκεια του οποίου η εκπλήρωση ενός συνόλου αιτημάτων μέσα από έντονες ταξικές μάχες μπορούν να οδηγήσουν στην υπέρβαση του καπιταλισμού ή τουλάχιστον στα όριά του και στη σοσιαλιστική επανάσταση. Και λέμε «μπορούν να οδηγήσουν» (στη γλώσσα της διαλεκτικής κάνουμε λόγο για «δυνατότητα»), διότι το ποια πορεία θα πάρει αυτό το προτσές δεν είναι δυνατό να προβλεφτεί, επειδή ακριβώς εξαρτάται από μια σειρά αλληλοδιαπλεκόμενους παράγοντες. Το ρεύμα αυτό είναι της άποψης ότι πρέπει να παρακαμφτεί αυτό το προτσές, προτείνοντας το άμεσο πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση. Η εφαρμογή αυτής της αντίληψης στην πράξη οδηγεί κατ΄ ανάγκη στο σεχταρισμό, στην αποξένωση απ΄ τις εργατικές λαϊκές μάζες, διότι δεν λαμβάνει υπόψη της το υπάρχον επίπεδο ταξικής συνείδησης. Όμως όχι μόνο αυτό, αλλά επίσης και μια σειρά ζητήματα που σχετίζονται με το τσάκισμα του αστικού κράτους, καθώς και διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο προτσές της οικονομίας. Πρόκειται για μια σκέψη η οποία χαρακτηρίζεται από έναν «αυτοματισμό», με την έννοια ότι αντιλαμβάνεται την πορεία της εξέλιξης συρρικνωμένη σε ένα και μόνο ποιοτικό άλμα, χωρίς την προηγούμενη συσσώρευση ποσοτικών αλλαγών οι οποίες θα οδηγήσουν σ΄ αυτό. Η αντίληψη αυτή επομένως αδυνατεί να κατανοήσει τη λειτουργία των νόμων της υλιστικής διαλεκτικής, όχι μόνο στην κοινωνία, αλλά και στη συνείδηση, στη σκέψη. Θεωρητικά εμφανίζεται ως επαναστατική, πρακτικά όμως οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: Στην παραπέρα απομάκρυνση απ΄ το σοσιαλιστικό στόχο.

Ένα δεύτερο ρεύμα της Αριστεράς αποδέχεται τον μεταβατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό, τουλάχιστον στα λόγια. Και λέμε στα λόγια, διότι τα μεταβατικά αιτήματα που προβάλλονται σαν τέτοια, στην ουσία δεν είναι παρά μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης ειδικότερα. Πρόκειται για μεταρρυθμίσεις κεϋνσιανικού χαρακτήρα, για μεταρρυθμίσεις σοσιαλρεφορμιστικές, οι οποίες δεν προσανατολίζονται προς το σοσιαλισμό, δεν στοχεύουν σ΄ αυτόν, επειδή ακριβώς δεν οδηγούν στην υπέρβαση του καπιταλισμού ή τουλάχιστον στα όριά του. Η αντίληψη που εκπροσωπεί αυτό το ρεύμα, είτε δεν λαμβάνει υπόψη της, είτε αδυνατεί να κατανοήσει την διττότητα, τον διπλό χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων (Λένιν). Διαφορετικά ειπωμένο: Ότι υπάρχουν «μεταρρυθμίσεις» και μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις οι οποίες ενσωματώνουν το εργατικό κίνημα στον καπιταλισμό, και μεταρρυθμίσεις (εφαρμογή στη πράξη μεταβατικών αιτημάτων) τις οποίες αξιοποιεί το εργατικό κίνημα ως μοχλό στη πάλη του προς τα μπρος και που οδηγούν στα όρια του καπιταλιστικού συστήματος, στο τσάκισμα της εξουσίας των μονοπωλίων. Και εδώ, έχουμε να κάνουμε με αδυναμία κατανόησης της υλιστικής διαλεκτικής. Συγκεκριμένα, η αντίληψη αυτή κατανοεί «τη μεταρρυθμιστική δουλειά μέσω των νόμων απλά σαν διευρυμένη επανάσταση και την επανάσταση σαν συμπυκνωμένη μεταρρύθμιση» (Ρόζα Λούξεμπουργκ). Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι ότι η μεταβολή των απλά ποσοτικών αλλαγών σε μια νέα ποιότητα, δηλαδή εδώ η μετάβαση απ΄ τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, δεν λαμβάνει χώρα ποτέ.

Το τρίτο ρεύμα της Αριστεράς αποδέχεται τον μεταβατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό, θέτει μια σειρά από αιτήματα λαμβάνοντας υπόψη τον σύγχρονο καπιταλισμό, ενώ προσπαθεί να αποφύγει μέσα από μια θεμελιακή κριτική τα σφάλματα και τις αδυναμίες των άλλων δυό ρευμάτων. Δηλαδή, αφενός ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το τωρινό επίπεδο της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης και των σύμμαχων προς αυτήν μεσαίων στρωμάτων της πόλης και του χωριού, ώστε να «τραβηχτούν» γρηγορότερα προς τη σοσιαλιστική επανάσταση, προτάσσοντας επομένως και τα ανάλογα μεταβατικά αιτήματα, αφετέρου όμως να υπολογίζεται ορθά η διαλεκτική μεταρρύθμισης και επανάστασης, ο διττός χαρακτήρας των μεταρρυθμίσεων, ώστε να αποφεύγεται ο εγκλωβισμός και η ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στο καπιταλιστικό σύστημα, η παγίδευσή του σε μια μεταρρυθμιστική δουλειά μέσω των νόμων, η οποία δεν θα οδηγεί στη ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα, δεν θα οδηγεί στην υπέρβαση του συστήματος, επομένως και στο πρώτο μεγάλο ποιοτικό άλμα, που σήμερα για τη χώρα μας συνίσταται στο «σπάσιμο» της εξουσίας των μονοπωλίων, στο τσάκισμά της, δηλαδή στη λύση της κυρίαρχης αντίθεσης μονοπώλια-λαός, προσεγγίζοντας έτσι τη σοσιαλιστική επανάσταση, για να ακολουθήσει η χρονική εκείνη περίοδος στην οποία θα λυθεί η βασική αντίφαση του καπιταλισμού: Η αντίφαση κεφαλαίου-εργασίας (δεύτερο μεγάλο ποιοτικό άλμα). Πρόκειται επομένως για ένα ενιαίο επαναστατικό προτσές και όχι για δυό διαφορετικά «στάδια» τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους με σινικά τείχη, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το πρώτο ρεύμα της Αριστεράς.

***

Στο κείμενο που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια ανάλυσης σημαντικών ζητημάτων που αφορούν στην προσέγγιση της σοσιαλιστικής επανάστασης, δηλαδή του μεταβατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό απ΄ τη σκοπιά του τρίτου ρεύματος.

Με την παρούσα ανάλυση το ζήτημα του πλησιάσματος στη σοσιαλιστική επανάσταση φυσικά και δεν εξαντλείται, απλά πρόκειται για μια πρώτη προσέγγιση, για μια συμβολή στο διάλογο –έτσι τουλάχιστον θέλουμε να πιστεύουμε- που διεξάγεται το τελευταίο διάστημα στο χώρο της Αριστεράς στη χώρα μας. Είμαστε της άποψης ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς οι οποίες έχουν πειστεί για μια τέτοια πορεία, πρέπει να συνεχίσουν επίμονα τις θεωρητικές τους επεξεργασίες και αναζητήσεις, κάνοντας ταυτόχρονα και πρακτικά βήματα για το συντονισμό των δυνάμεών τους μέσα στο μαζικό κίνημα, αλλά και σε πολιτικό επίπεδο. Και βέβαια δεν κάνουμε λόγο για τεχνητές συγκολλήσεις ή απλά για συμφωνίες κορυφών, αλλά για πλατιά συμπαράταξη, για συμμαχία, που θα πατά σε στέρεο έδαφος.

Επίσης, μερικά ζητήματα τα οποία εξετάζουμε εδώ κάπως συμπυκνωμένα, μελλοντικά θα αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστών αναλύσεων.

Τέλος, -και εκφραζόμενος σε πρώτο πρόσωπο-, θα θελα να ευχαριστήσω, για πρώτη φορά δημόσια, τους διαχειριστές της ιστοσελίδας Inprecor για την μέχρι τώρα άψογη συνεργασία μας, καθώς και για τον άπλετο χώρο που μου προσφέρουν, δίνοντάς τη δυνατότητα να διαδίνονται τούτα τα κείμενα στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.

***

2. ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Η σχέση μεταξύ των δημοκρατικών αιτημάτων και των στόχων του εργατικού κινήματος και του τελικού στόχου (σοσιαλισμός), ανήκει απ΄ τον καιρό ακόμη του Μαρξ στα πιο σημαντικά ζητήματα μιας μαρξιστικής στρατηγικής και τακτικής[1], το οποίο πρέπει κάθε φορά να αναλύεται εκ νέου με βάση τη νέα κατάσταση. Αυτό είναι εύκολα κατανοητό επειδή η σχέση αυτή συνδέει τα τωρινά με τα μελλοντικά συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Όλη η ιστορία του εργατικού κινήματος δείχνει ότι η ώθησή του προς τα μπρος και οι διαρκείς νίκες του, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό απ΄ το αν το εργατικό κίνημα θα κατορθώσει να καθορίσει σωστά τη σχέση μεταξύ δημοκρατικής και σοσιαλιστικής πάλης και να δράσει ανάλογα. Ενόσω το εργατικό κίνημα στο παρελθόν κατέκτησε στιγμιαίες νίκες, παρέμεινε πίσω, μάλιστα είχε μεγάλα πισωγυρίσματα, εκεί όπου είτε ξέχασε το σοσιαλιστικό του στόχο είτε απαρνήθηκε τους δημοκρατικούς του στόχους. Επειδή ο Μαρξ και ο Ένγκελς –σε αντίθεση με όλα τα ουτοπικά και μικροαστικά ρεύματα- αντιλαμβάνονταν το σοσιαλισμό σαν αποτέλεσμα των κοινωνικών αντιφάσεων του καπιταλισμού και της προλεταριακής πάλης που προέκυπτε από αυτές, δεν τούς ήταν ποτέ αδιάφορο οι συνθήκες κάτω απ΄ τις οποίες οι εργάτες συνειδητοποιούσαν τα συμφέροντά τους σαν τάξη, ενεργοποιούνται για το σχηματισμό εργατικών οργανώσεων και διεξάγουν την πάλη τους για την τελειωτική σοσιαλιστική απελευθέρωση.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς στις διάφορες ιστορικές περιόδους τόνιζαν διαρκώς μερικά βασικά ζητήματα που αφορούσαν στη σχέση μεταξύ δημοκρατικών και σοσιαλιστικών καθηκόντων του εργατικού κινήματος. Ήδη στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» διατυπώνουν τη βασική αντίληψη της σύνδεσης των παροντικών και μελλοντικών συμφερόντων του εργατικού κινήματος: «Αυτοί (οι κομμουνιστές) αγωνίζονται για την επίτευξη των άμεσων σκοπών και συμφερόντων της εργατικής τάξης, αλλά στο σημερινό κίνημα εκπροσωπούν ταυτόχρονα και το μέλλον του κινήματος»[2]

Πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την επανάσταση του 1848/49, οι Μαρξ και Ένγκελς υποστήριξαν τη θέση, ότι η εργατική τάξη πρέπει να υποστηρίζει την αστική και μικροαστική τάξη πάντα, εκεί όπου αυτές εμφανίζονται να αγωνίζονται αποφασιστικά για τη δημοκρατία ενάντια στη φεουδαρχία. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης πρωσικής διαμάχης για το Σύνταγμα το 1864-65, ο Ένγκελς συμπληρώνει αυτή τη σκέψη με τη θέση, ότι, η εργατική τάξη πρέπει να αγωνιστεί για τα αστικοδημοκρατικά δικαιώματα ακόμη και τότε, αν η αστική τάξη παραιτηθεί σ΄ αυτό τον αγώνα από φόβο προς τους εργάτες. «Ακόμη και τότε», γράφει ο Ένγκελς, «δεν θα μείνει τίποτα άλλο στο εργατικό κόμμα, απ΄ το να συνεχίσει την προπαγάνδα για αστικές ελευθερίες, την ελευθερία του Τύπου, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, και της ίδρυσης σωματείων, τα οποία προδόθηκαν απ΄ τους πολίτες ενάντια στους πολίτες. Χωρίς αυτές τις ελευθερίες δεν μπορεί να κινηθεί το ίδιο ελεύθερα. Το εργατικό κόμμα σ΄ αυτό τον αγώνα παλεύει για το δικό του στοιχείο ζωής, για τον αέρα που έχει ανάγκη να ανασάνει»[3].

Είναι αυτονόητο ότι το εργατικό κίνημα δεν πρέπει να περιοριστεί σε μια μέγιστη διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας, γιατί αυτό θα σήμαινε παραίτηση απ΄ το σοσιαλιστικό στόχο. Ακόμη και η «πιο ελεύθερη» δημοκρατία αποτελεί οικονομική και πολιτική ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης. Για την κοινωνική της απελευθέρωση η εργατική τάξη πρέπει να παλέψει για την πολιτική εξουσία προχωρώντας απ΄ την αστική στη σοσιαλιστική δημοκρατία.

Αυτές οι βασικές σκέψεις των Μαρξ και Ένγκελς επιβεβαιώθηκαν και εμπλουτίστηκαν απ΄ τη θεωρία και την πράξη του Λένιν και του κομμουνιστικού κινήματος. Η αναπτυχθείσα απ΄ τον Λένιν θέση της μετάβασης απ΄ την αστικοδημοκρατική στη σοσιαλιστική επανάσταση κατά την πρώτη ρωσική επανάσταση –κάτω από ώριμες ιστορικές συνθήκες- απέδειξε τη ζωτική της δύναμη μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο κατά την αντιφασιστική και αντιαποικιοκρατική πάλη απ΄ όπου προέκυψαν οι λαϊκοδημοκρατικές επαναστάσεις.

Σε πολλές αντιπαραθέσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Λένιν τάχθηκε ενάντια στην αντίληψη ότι τα ξεχωριστά δημοκρατικά αιτήματα αδυνατίζουν τη σοσιαλιστική πάλη, ότι αυτά θα μπορούσαν να συσκοτίσουν το στόχο για σοσιαλιστική επανάσταση. Αδιάκοπα τόνιζε το αντίθετο, ότι η εργατική τάξη μπορεί να προετοιμάσει τη σοσιαλιστική αλλαγή της κοινωνίας μόνο τότε, όταν διεξάγει μια ολόπλευρη, συνεπή πάλη για τη δημοκρατία. Στους μήνες πριν την Οκτωβριανή επανάσταση, όταν το πρόβλημα της εύρεσης εκείνων των μορφών και μεταβατικών αιτημάτων που μπορούσαν να φέρουν τις μάζες πιο κοντά στο σοσιαλισμό, ήταν ιδιαίτερα οξύ, ο Λένιν ανέπτυξε τη σκέψη, ότι ένας συνεπής «δημοκρατισμός» ο οποίος υποστηρίζεται από την εργατική τάξη, τους αγρότες και τα άλλα εργαζόμενα στρώματα (ιδιαίτερα σε συνθήκες κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού), θα σήμαινε αναπόφευκτα «βήματα προς το σοσιαλισμό».

Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι ο Λένιν μετά τις ήττες των επαναστάσεων στη Γερμανία και την Ουγγαρία το 1918/19, όταν ήταν πλέον καθαρό το πόσο δύσκολο θα ήταν το ξεκίνημα μιας σοσιαλιστικής ανατροπής στις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες, επέστρεψε ξανά σε αυτή τη σημαντική σκέψη. Τόνιζε ότι για το εργατικό κίνημα, για τα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης, είναι σημαντικό το να βρεθούν εκείνα τα μεταβατικά αιτήματα και δρόμοι, μέσω των οποίων οι εργαζόμενες μάζες με την πάλη τους θα οδηγηθούν στο σοσιαλισμό.

Όλη η προβληματική που αναπτύξαμε πιο πάνω, εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο, αυτό της μεταρρύθμισης και επανάστασης, στο οποίο θα σταθούμε διεξοδικότερα στη συνέχεια.

***

3. Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Αν παρατηρήσει κανείς τη χρήση των εννοιών «μεταρρύθμιση» και «επανάσταση» στη σημερινή πολιτική γλωσσική κουλτούρα, θα προσέξει ότι αυτές χρησιμοποιούνται είτε κατά τρόπο παράλογο, είτε πληθωρικό. Για «μεταρρύθμιση» γίνεται για παράδειγμα λόγος όταν τα αστικά κόμματα με την πολιτική τους περιορίζουν τις δημοκρατικές ελευθερίες, ψηφίζουν φορομπηχτικούς νόμους για τους εργαζόμενους, τσακίζουν εργασιακά δικαιώματα κ.α. Για το λόγο αυτό θα πρεπε εδώ να γίνει ένας διαχωρισμός μεταξύ αντιδραστικών και προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Με αυτή την έννοια, στην περίπτωση που έχουμε διεύρυνση των πολιτικών, κοινωνικών και πολιτικών πεδίων δράσης της εργατικής τάξης, οι αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις θα πρεπε να χαρακτηριστούν ως αντι-μεταρρυθμίσεις.

Στην ανθρώπινη ιστορία, η επανάσταση εδώ και αιώνες είναι μια έννοια που τής προσδίδεται θετικό περιεχόμενο. Η έννοια αυτή ενσωματώνει την πορεία προς τα μπρος, προς την πρόοδο. Αυτό το ιδιοποιήθηκαν και οι ιδεολόγοι της αστικής τάξης. Έτσι η αστική τάξη κάνει λόγο για επαναστάσεις στις οποίες η ίδια βρισκόταν απ΄ τη μεριά των προοδευτικών δυνάμεων, που όντως αληθεύει. Κι αυτό αφορά στη χρονική περίοδο κατά την οποία ήταν ανερχόμενη τάξη, όχι όμως σήμερα. Η αστική ιδεολογία επομένως δεν προσπαθεί να αρνηθεί την επανάσταση σαν τέτοια. Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται αλλού: Στο ότι γεγονότα τα οποία είναι αντιδραστικά και προκαλούν ζημιές στην κοινωνία παρουσιάζονται ως επαναστατικά/επαναστάσεις, με αποτέλεσμα η προοδευτική επαναστατική σκέψη να χρησιμοποιείται ως χειραγώγηση. Έτσι χάνεται η σημασία της ως έννοια-κλειδί της επαναστατικής προπαγάνδας. Μια άλλη έκφραση αυτής της εξέλιξης είναι για παράδειγμα η διαφημιστική καμπάνια που κάνει μια εταιρία αυτοκινήτων, η οποία χαρακτηρίζει το νέο της μοντέλο ως επαναστατικό/επανάσταση με αποτέλεσμα να κακοποιείται/καταχράται η ενθύμηση για τους πραγματικούς επαναστάτες. Γι΄ αυτό είναι αναγκαίο να ξεκαθαριστεί η σημασία αυτών των δυό εννοιών.

***

Μεταρρύθμιση

Μεταρρύθμιση είναι μια εξελικτική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων και τομέων της ζωής, μέσω των οποίων δεν αλλάζει βασικά η ποιότητα, το ταξικό περιεχόμενο και η ταξική λειτουργία τους. Οι μεταρρυθμίσεις στην καπιταλιστική κοινωνία μπορούν να βελτιώσουν τις συνθήκες ύπαρξης και τα δικαιώματα των εργαζομένων μέσα σε σχετικά όρια, δεν οδηγούν όμως στην αλλαγή της ποιότητας του καπιταλισμού, δηλαδή στην εξάλειψη της εκμετάλλευσης και της ταξικής καταπίεσης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης. Ο περιορισμός της πάλης της εργατικής τάξης σε μεταρρυθμίσεις είναι ρεφορμισμός (σ.σ. η έννοια «ρεφορμισμός» προέρχεται εξάλλου από την λέξη «Reform» = «μεταρρύθμιση») και σημαίνει την παραίτηση απ΄ την πραγματοποίηση της εξουσίας της εργατικής τάξης με σκοπό να υπερβεί επαναστατικά τον καπιταλισμό και να οικοδομήσει το σοσιαλισμό. Για το λόγο αυτό το μαρξιστικό κόμμα πρέπει να διεξάγει μια αποφασιστική πάλη ενάντια στο ρεφορμισμό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι απορρίπτει βασικά την πάλη για μεταρρυθμίσεις, αλλά ότι βλέπει τις μεταρρυθμίσεις ως χρήσιμες και παλεύει για κείνες τις μεταρρυθμίσεις οι οποίες βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσης και πάλης της εργατικής τάξης και γενικότερα των εργαζομένων, και που ταυτόχρονα συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης κινητοποιώντας τις εργαζόμενες μάζες προς την επαναστατική πάλη.

***

Επανάσταση

Επανάσταση είναι μια θεμελιακή ποιοτική αναδιοργάνωση της κοινωνίας σαν σύνολο ή ξεχωριστών, ουσιαστικών κοινωνικών φαινομένων. Πολύ γενικά: Η επανάσταση χαρακτηρίζει μια μετάβαση, η οποία προκαλείται από μια εσωτερική νομοτέλεια ενός κοινωνικού προτσές, σε μια νέα βαθμίδα της εξέλιξης απ΄ την κατώτερη προς την ανώτερη, η οποία (μετάβαση) λαμβάνει χώρα μέσω της δραστηριοποίησης του ανθρώπου και με την διαλεκτική άρνηση της παλιάς ποιότητας φτάνει σε μια υπέρβαση των ορίων και ενδεχομένως της αντενέργειας των τμηματικών προτσές και δομών, τα οποία δεν είναι ικανά προς εξέλιξη, όπου το σύστημα πρέπει να σταθεροποιηθεί στη νέα του ποιότητα. Κατά τον Μαρξ «Οι επαναστάσεις είναι οι ατμομηχανές της ιστορίας»[4]. Η κοινωνική επανάσταση είναι μια κοινωνική αναδιοργάνωση στην οποία η κυριαρχία μιας τάξης αντικαθίσταται από την κυριαρχία μιας άλλης τάξης, όπου λαμβάνουν χώρα βασικές ανατροπές στην κοινωνική δομή της κοινωνίας προς την κατεύθυνση μιας αναγκαίας κοινωνικής ανώτερης εξέλιξης.

***

Η θέση των κλασικών του μαρξισμού και της Ρόζας Λούξεμπουργκ

Η συζήτηση για τη διαλεκτική σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης κατά την αναζήτηση της επαναστατικής υπέρβασης του καπιταλισμού, είναι τόσο παλιά όσο και το μαρξιστικά προσανατολισμένο εργατικό κίνημα. Σ΄ αυτή τη σχέση υπήρχε όπως είναι ήδη γνωστό από πολύ παλιά μια συζήτηση σχετικά με την αντίληψη περί ειρηνικού «μετασχηματισμού» ή «μετατροπής» του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό με τη βοήθεια αναλυτικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων.

Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο απαιτούσε απ΄ τους κομμουνιστές να αναπτύξουν δικά τους αιτήματα για μεταρρυθμίσεις, αλλά και να υποστηρίξουν άλλα προοδευτικά κόμματα που προωθούσαν τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις, ταυτόχρονα όμως «ούτε στιγμή δεν παραμελεί το κομμουνιστικό κόμμα να καλλιεργεί στους εργάτες μια όσο το δυνατό πιο καθαρή συνείδηση σχετικά με την εχθρική αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο». Και (όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγούμενη ενότητα): «Σε όλα αυτά τα κινήματα (οι κομμουνιστές) προβάλλουν το ζήτημα της ιδιοκτησίας, οποιαδήποτε μορφή, περισσότερο ή λιγότερο εξελιγμένη, κι αν έχει πάρει, σαν το βασικό ζήτημα του κινήματος»[5].

Η συζήτηση για το θέμα των μεταρρυθμίσεων πάνω στο πολιτικο-οργανωτικό επίπεδο, ήδη από πολύ νωρίς οδήγησε στο διαχωρισμό μεταξύ της ρεφορμιστικής και της επαναστατικής πτέρυγας.

Το έτος 1900 εκδόθηκε το έργο της Ρόζας Λούξεμπουργκ «Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση;», στο οποίο η Λούξεμπουργκ αντιπαρατίθεται από θέσεις αρχών στον αναθεωρητισμό και ιδιαίτερα στις αντιλήψεις του Έντουαρντ Μπέρνσταϊν, ο οποίος πίστευε ότι μπορούσε να εισαχθεί ο σοσιαλισμός αποκλειστικά με τη βοήθεια των μεταρρυθμίσεων. Η θέση της για τη σχέση μεταρρύθμισης και επανάστασης δίνεται ήδη απ΄ τον πρόλογο: «Ο τίτλος αυτού του γραπτού μπορεί να προκαλέσει έκπληξη με την πρώτη ματιά. Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση; Μπορεί όμως η σοσιαλδημοκρατία [σ.σ. τα τότε κομμουνιστικά κόμματα] να είναι ενάντια στην κοινωνική μεταρρύθμιση; Ή μπορεί να αντιπαραθέσει την κοινωνική επανάσταση, την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος, πράγμα που αποτελεί τον τελικό της στόχο, στην κοινωνική μεταρρύθμιση; Οπωσδήποτε όχι. Ο καθημερινός πρακτικός αγώνας για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, για τη βελτίωση της κατάστασης του εργαζόμενου λαού στο έδαφος ακόμη του υπάρχοντος συστήματος, για τους δημοκρατικούς θεσμούς αποτελεί, αντίθετα, για τη σοσιαλδημοκρατία τον μοναδικό δρόμο για να καθοδηγήσει τον προλεταριακό ταξικό αγώνα και να δουλέψει προς την κατεύθυνση του τελικού στόχου: την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και την άρση του συστήματος της μισθωτής εργασίας. Για τη σοσιαλδημοκρατία υπάρχει ανάμεσα στην κοινωνική μεταρρύθμιση και την κοινωνική επανάσταση μια αδιάσπαστη σύνδεση, όπου ο αγώνας για την κοινωνική μεταρρύθμιση αποτελεί γι΄ αυτήν το μέσο, ενώ η κοινωνική ανατροπή είναι ο σκοπός»[6] (σ.σ. οι υπογραμμίσεις στο κείμενο της ΡΛ).

Ιδιαίτερα σημαντική εξακολουθεί να παραμένει και η επόμενη θέση της Ρ. Λούξεμπουργκ για τη διαλεκτική μεταρρύθμισης και επανάστασης: «Είναι θεμελιακά λαθεμένο και τελείως ανιστόρητο να φαντάζεται κανείς τη μεταρρυθμιστική δουλειά μέσω των νόμων απλά σαν διευρυμένη επανάσταση και την επανάσταση σαν συμπυκνωμένη μεταρρύθμιση. Μια κοινωνική ανατροπή και μια μεταρρύθμιση μέσω των νόμων δεν είναι διαφορετικές ροπές όσον αφορά τη χρονική διάρκεια, αλλά όσον αφορά την ουσία. Όλο το μυστικό των ιστορικών ανατροπών, με τη χρησιμοποίηση της πολιτικής δύναμης, βρίσκεται στη μεταβολή των απλά ποσοτικών αλλαγών σε μια νέα ποιότητα, συγκεκριμένα: στη μετάβαση μιας ιστορικής περιόδου, ενός κοινωνικού καθεστώτος σε άλλο»[7] (σ.σ. οι υπογραμμίσεις στο κείμενο της ΡΛ).

Στο ζήτημα αυτό μεταξύ του Λένιν και της Ρ. Λούξεμπουργκ δεν υπήρχε καμιά διαφωνία. Η πάλη για μεταρρυθμίσεις για τον Λένιν εντασσόταν στην πάλη για σοσιαλιστική αλλαγή. Ο αγώνας για μεταρρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά υπηρετεί την βελτίωση της κοινωνικής και πολιτισμικής θέσης της εργατικής τάξης και την διεύρυνση του χώρου δράσης της. Κατά τον Λένιν «Οι επαναστάτες δεν πρόκειται ποτέ να παραιτηθούν απ΄ τη πάλη για μεταρρυθμίσεις, για την κατάκτηση (έστω και) μιας, ας είναι και μη σημαντική και υποταγμένη στη θέση του εχθρού, αν η θέση αυτή ενισχύει και διευκολύνει την επαναστατική έφοδο και την ολοκληρωτική νίκη»[8]. Ακόμη: «Θα ήταν εντελώς λάθος να δεχτούμε ότι πρέπει να παλέψουμε για τη σοσιαλιστική επανάσταση άμεσα και ότι πρέπει ή επιτρέπεται να παραιτηθούμε απ΄ την πάλη για μεταρρυθμίσεις. Κάθε βελτίωση, κάθε πραγματική βελτίωση της κατάστασης των μαζών, ανεξάρτητα απ΄ το αν είναι οικονομική ή πολιτική, πρέπει να την υποστηρίξουμε»[9]. Και για τη διπλή σημασία των μεταρρυθμίσεων γράφει ο Λένιν: «Κάθε μεταρρύθμιση είναι μεταρρύθμιση (και όχι αντιδραστικό ή συντηρητικό μέτρο), στο βαθμό που αυτή σημαίνει ένα σχετικό βήμα, μια «φάση» προς το καλύτερο. Αλλά κάθε μεταρρύθμιση στην καπιταλιστική κοινωνία έχει έναν διπλό χαρακτήρα. Η μεταρρύθμιση είναι μια παραχώρηση την οποία κάνουν οι κυρίαρχες τάξεις για να φρενάρουν την ταξική πάλη, να την αδυνατίσουν ή να την καταπιέσουν για να διασκορπίσουν την ενέργεια των επαναστατικών τάξεων, να θολώσουν τη συνείδησή τους κτλ»[10] (σ.σ. οι υπογραμμίσεις στο κείμενο είναι του Λένιν).

***

Συμπέρασμα

Η σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης πρέπει να ειδωθεί διαλεκτικά. Ούτε ο ρεφορμισμός, ούτε ο αριστερισμός δεν προσφέρουν για τους παραπάνω λόγους την δυνατότητα για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Σε μη επαναστατικές περιόδους θα ήταν αυταπάτη να προσπαθεί να κινητοποιήσει ένα μαρξιστικό κόμμα με επαναστατικά συνθήματα τους εργαζόμενους, τον πληθυσμό. Σ΄ αυτή την κατάσταση ενδείκνυται η πάλη για μεταρρυθμίσεις, για τη βελτίωση της κοινωνικής κατάστασης των εργαζομένων και για παραπέρα ριζοσπαστικές αλλαγές (μεταβατικά αιτήματα) που όμως θα έρχονται σε ρήξη με το σύστημα. Διαφορετικά θα καταλήξει κανείς στον ρεφορμισμό. Η ρεφορμιστική πολιτική στο παρελθόν είχε διαρκώς τη λειτουργία να αδρανοποιεί την πολιτική διαμαρτυρία προς το καπιταλιστικό σύστημα και σε τελική ανάλυση να το σταθεροποιεί. Η έννοια της μεταρρύθμισης χρησιμοποιείται απ΄ την κυρίαρχη πολιτική τάξη κατά κύριο λόγο με ένα αντιδραστικό νόημα. Αυτό όμως που θα πρεπε να πράξει ένα μαρξιστικό κόμμα είναι να τραβήξει τους εργαζόμενους στην πάλη για τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις (αιτήματα) οι οποίες θα διεύρυναν το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πεδίο δράσης των εργαζομένων. Ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης αυτό μπορεί να επιτευχθεί εν μέρει μέσω της υπεράσπισης των ήδη κατακτημένων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Και λέμε εδώ «εν μέρει» διότι οι ταξικοί αγώνες θα πρέπει να έχουν ταυτόχρονα και έναν επιθετικό χαρακτήρα.

Ήδη τόσο οι κλασικοί του μαρξισμού όσο και η Ρ. Λούξεμπουργκ έβλεπαν τη σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης όχι ως δυό ασυμβίβαστες αντιθετικές πλευρές, αλλά ως δυό πλευρές ενός ενιαίου κοινωνικού προτσές εξέλιξης στο οποίο ο αγώνας για μεταρρυθμίσεις υποτάσσεται στο στόχο μιας κοινωνικής ποιοτικής αλλαγής. Τάχθηκαν τόσο ενάντια σ΄ εκείνους οι οποίοι ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν τον απώτερο στόχο (σοσιαλισμός) στις μεταρρυθμίσεις, όσο και ενάντια σε αυτούς που προσπαθούσαν να φτάσουν στον απώτερο στόχο μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο χωρίς μεταβατικά αιτήματα.

***

4. Ο ΛΕΝΙΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Στο θέμα που διαπραγματευόμαστε, δεν μπορεί να προσπεραστεί το πολύ σημαντικό έργο που άφησε πίσω του ο Λένιν. Η δημιουργικότητα και η πρωτοτυπία της σκέψης του στην ανάπτυξη της μαρξιστικής στρατηγικής και τακτικής είναι ιδιαίτερα σαφής, γι΄ αυτό και είναι αναγκαία έστω και μια συμπυκνωμένη ανάλυση της σκέψης αυτού του μεγάλου επαναστάτη.

Σύνδεση δημοκρατικής και σοσιαλιστικής πάλης

Στη σημερινή συζήτηση που αφορά στην τακτική και στρατηγική έχουμε να κάνουμε με δυό ζητήματα: 1) τη σύνδεση μεταξύ δημοκρατικής και σοσιαλιστικής πάλης (διαλεκτική μεταρρύθμισης και επανάστασης) και 2) την αντίληψη για «μορφές μετάβασης» προς το σοσιαλισμό. Στο έργο του «Δυό τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση» το έτος 1905, ο Λένιν ξεκαθάρισε μια σειρά βασικά ζητήματα αυτής της αντίληψης. Την περίοδο αυτή διατυπώνει τα παρακάτω στρατηγικά καθήκοντα:
  • Επαναστατικό γκρέμισμα του τσαρισμού μέσω της ένοπλης πάλης κάτω απ΄ την ηγεμονία του προλεταριάτου.
  • Δημιουργία μιας προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης υπό την επιρροή των μπολσεβίκων σαν πολιτικό όργανο μιας νέας τάξης, την οποία ο Λένιν χαρακτήρισε ως επαναστατικο-δημοκρατική δικτατορία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς.

Ο Λένιν ανέπτυξε τη σκέψη μιας μεταβατικής μορφής μεταξύ της δημοκρατικής και της σοσιαλιστικής φάσης της επανάστασης, δηλαδή γι΄ αυτόν επρόκειτο για μια μετάβαση της αστικοδημοκρατικής προς την προλεταριακή-σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό το αντιλαμβανόταν σαν ένα διαρκές, ενιαίο προτσές. Ο προσανατολισμός αυτός ερχόταν σε αντίθεση με την άποψη σοβαρών μαρξιστών εκείνης της εποχής, οι οποίοι υποστήριζαν την αντίληψη ότι τον ηγετικό ρόλο κατά την αστικοδημοκρατική επανάσταση μπορούσε να τον αναλάβει μόνο η αστική τάξη. Κατά την άποψη των μπολσεβίκων μια σοσιαλιστική επανάσταση για αντικειμενικούς λόγους δεν θα έπρεπε να αποτελέσει ακόμη άμεσο στρατηγικό στόχο. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι μπολσεβίκοι την περίοδο εκείνη οργανωτικά ήταν αρκετά αδύναμοι. Αποτελούσαν μια μειοψηφία μέσα σε μειοψηφία. Και παρόλα αυτά: παρά την αντικειμενική και υποκειμενική αδυναμία της εργατικής τάξης, ακόμη και των συνειδητών τμημάτων της, ο Λένιν αποφάσισε γι΄ αυτόν τον προσανατολισμό, τον οποίο τεκμηρίωσε στο Συνέδριο και στις «Δυό τακτικές».

Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι προσέλαβαν έτσι δυό σημαντικές σκέψεις των Μαρξ και Ένγκελς, τις οποίες συγκεκριμενοποίησαν σύμφωνα με την τότε κατάσταση. Στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» στο ζήτημα της στρατηγικής του κομμουνιστικού κόμματος διατυπωνόταν η θέση, «ότι το πρώτο βήμα στην εργατική επανάσταση είναι η ανύψωση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη, η πάλη για τη δημοκρατία»[11]. Και ότι στην αναπτυσσόμενη τότε αστική επανάσταση του 1848 στη Γερμανία, οι Μαρξ και Ένγκελς έβλεπαν «το άμεσο πρελούδιο της προλεταριακής επανάστασης»[12].Ήδη το «Μανιφέστο» κάνει λόγο για τη σύνδεση περισσότερων «βημάτων» μέσα στα πλαίσια ενός ενιαίου επαναστατικού προτσές.

***

«Βήματα προς το σοσιαλισμό»

Οι βασικές σκέψεις που αναπτύχθηκαν στις «Δυό τακτικές» επαναλήφθηκαν απ΄ τον Λένιν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους με τροποποιημένη μορφή και διατυπώθηκαν εκ νέου. Μετά το γκρέμισμα του τσαρισμού από τη δεύτερη αστική επανάσταση τον Μάρτιο του 1917, τέθηκε εκ νέου το ζήτημα τόσο για τη ρωσική αστική τάξη όσο και για τη ρωσική Αριστερά, το ποια κατεύθυνση θα πάρει το επαναστατικό προτσές. Θα επρόκειτο για μια συνταγματική μοναρχία σύμφωνα με το βρετανικό πρότυπο, όπως επεδίωκε κυρίως το αστικο-μοναρχικό κόμμα των «Καντέτων»; Ή θα έπρεπε στόχος να είναι μια αστική-κοινοβουλευτική δημοκρατία, για παράδειγμα, σύμφωνα με το πρότυπο της Γαλλίας, της Ελβετίας ή των ΗΠΑ; Υπέρ της δεύτερης κατεύθυνσης τάχθηκε η πλειοψηφία των αστικών κομμάτων.

Ο Λένιν αντίθετα μάχεται υπέρ μιας άλλης αντίληψης. Αμέσως μετά την επιστροφή του από την εξορία στην Ελβετία, προσανατόλισε τους μπολσεβίκους με τις «Θέσεις του Απρίλη» στη μετάβαση σε μια νέα φάση, στην οποία θα έπρεπε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια γρήγορη προετοιμασία της σοσιαλιστικής, προλεταριακής επανάστασης. Κατά τον Λένιν επρόκειτο για την επίτευξη μιας μικρής μεταβατικής φάσης μεταξύ της αστικοδημοκρατικής επανάστασης ενάντια στον τσαρισμό και τη φεουδαρχία και την μελλοντική σοσιαλιστική επανάσταση. Στις «Θέσεις του Απρίλη» ο Λένιν εξηγεί μπροστά στην κομματική Οργάνωση της Πετρούπολης: «2. Η ιδιομορφία της σημερινής στιγμής στη Ρωσία βρίσκεται στο πέρασμα από το πρώτο στάδιο της επανάστασης που έδωσε την εξουσία στην αστική τάξη εξαιτίας της ανεπαρκούς συνειδητότητας και οργάνωσης του προλεταριάτου, στο δεύτερο στάδιό της που πρέπει να δώσει την εξουσία στα χέρια του προλεταριάτου και των φτωχών στρωμάτων της αγροτιάς. […].8. Όχι "εφαρμογή" του σοσιαλισμού, σαν άμεσο καθήκον μας, αλλά πέρασμα αμέσως μόνο στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής και της διανομής των προϊόντων από μέρους του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών»[13]. Επρόκειτο για έναν προσανατολισμό για μια (κατ΄ αρχήν ακόμη) ειρηνική πορεία της επανάστασης στα πλαίσια της δυαδικής εξουσίας των Σοβιέτ και της αστικής κυβέρνησης.

Πρώτα, μετά την αιματηρή καταστολή των μεγάλων (ένοπλων) διαδηλώσεων των εργατών και στρατιωτών τον Ιούλη του 1917, ο Λένιν είδε την αναγκαιότητα της άμεσης προετοιμασίας για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Το 6ο Συνέδριο των μπολσεβίκων (26.7-3.8.1917) έβαλε πορεία για την ένοπλη εξέγερση. Όμως μόλις λίγες μέρες μετά, ο Λένιν ενόψει του στρατιωτικού πραξικοπήματος απ΄ τον στρατηγό Κορνίλοφ, κάνει μια νέα στρατηγική/τακτική στροφή. Μετά την καταστολή του πραξικοπήματος, ο Λένιν βλέπει για λίγες μέρες τη δυνατότητα μιας δυνατής εναλλακτικής σε σχέση με την ένοπλη εξέγερση, συγκεκριμένα, τον σχηματισμό μιας αριστερής κυβέρνησης συμμαχίας, η οποία θα αποτελείται απ΄ τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μενσεβίκους, οι οποίοι θα πρέπει να είναι υπόλογοι απέναντι στα Σοβιέτ. Συνεπώς, ο επόμενος στρατηγικός στόχος των μπολσεβίκων ήδη από τα μέσα Αυγούστου μέχρι τις αρχές Σεπτέμβρη του 1917, δεν είναι η σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά η πάλη για μια επαναστατικο-δημοκρατική εξουσία. Η εξουσία αυτή θα έπρεπε να θέσει σε εφαρμογή τα κεντρικά οικονομικά και πολιτικά μέτρα, τα οποία θα εκτόπιζαν τελειωτικά την αστική τάξη απ΄ την εξουσία. Στην εργασία του «Η απειλητική καταστροφή και πως θα πρέπει να την καταπολεμήσουμε», η οποία γράφτηκε τον Σεπτέμβρη του 1917, ο Λένιν εξηγεί τη σημασία που μπορεί να έχει στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό μια άλλη αστική δημοκρατία απ΄ ό,τι η «κανονική». Η αντίληψη αυτή επηρέασε σημαντικά τις συζητήσεις περί στρατηγικής των κομμουνιστικών κομμάτων μέχρι τις μέρες μας. Ο Λένιν τόνιζε: «Θα δείτε ότι σ΄ ένα πραγματικά επαναστατικο-δημοκρατικό κράτος ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός σημαίνει αναπότρεπτα και αναπόφευκτα ένα βήμα ή μάλλον περισσότερα βήματα προς το σοσιαλισμό»[14].

Πρώτα, απ΄ τα μέσα Σεπτέμβρη του 1917 για τον Λένιν διαγράφηκε οριστικά πλέον η «σπάνια και αρκετά πολύτιμη»[15] δυνατότητα ενός ειρηνικού δρόμου της επανάστασης και μιας νέας ενδιάμεσης φάσης πριν την επανάσταση. Από τη χρονική αυτή περίοδο πίεζε το κόμμα να προετοιμάσει την ένοπλη εξέγερση και οργανωτικά.

***

Ο «βασικός νόμος της επανάστασης» και η αντίληψη του πλησιάσματος στην επανάσταση

Η επανάσταση του Οκτώβρη βρήκε επίσης απήχηση στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη. Όταν όμως μετά από μια πρώτη πυροδότηση των επαναστατικών κινημάτων διαγράφτηκε στον ορίζοντα ότι δεν ήταν δυνατή μια άμεση «μίμηση» της Οκτωβριανής επανάστασης, ο Λένιν έθεσε όλο του το κύρος για να απωθήσει ένα νέο ανερχόμενο υπεραριστερό ρεύμα, μια υπερβολική επαναστατική ανυπομονησία στη νεοϊδρυθείσα Κομμουνιστική Διεθνή (Κομιντέρν). Σ΄ αυτή την σχέση ο Λένιν ανακεφαλαιώνει στο έργο του «Ο “αριστερισμός” παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» εκ νέου κεντρικά στοιχεία των εμπειριών του για τη στρατηγική και τακτική τα οποία λαμβάνουν υπόψη τους και τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν κυρίως στα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη. Εδώ θα θέλαμε να ξεχωρίσουμε τρείς βασικές σκέψεις.

Πρώτο. Ο Λένιν διατύπωσε τον «βασικό νόμο της επανάστασης»: Αν δεν συμπίπτουν οι αντικειμενικές και οι υποκειμενικές προϋποθέσεις, μια επανάσταση δεν είναι δυνατή. Ο επαναστατικός ενθουσιασμός και ο ηρωισμός από μόνοι τους δεν αρκούν για τη διεξαγωγή μιας επανάστασης. Αυτοί θα πρέπει να συμπίπτουν με τα γενικά πολιτικά, οικονομικά, ιδεολογικά και πολιτισμικά ταρακουνήματα, τα οποία θα θέτουν υπό αμφισβήτηση την μέχρι τώρα δομή εξουσίας. «Για την επανάσταση δεν είναι αρκετό να κατανοήσουν οι εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες πως είναι αδύνατο να ζουν με τον παλιό τρόπο και να απαιτούν αλλαγή. Για την επανάσταση είναι απαραίτητο οι εκμεταλλευτές να μην μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο. Μόνο όταν «οι κάτω» δεν θέλουν το παλιό και «οι πάνω» δεν μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο, μόνο τότε μπορεί να νικήσει η επανάσταση. Η αλήθεια αυτή εκφράζεται διαφορετικά με τα λόγια: η επανάσταση είναι αδύνατη χωρίς μια πανεθνική κρίση (που να θίγει και αυτούς που υφίστανται την εκμετάλλευση και τους εκμεταλλευτές)»[16].

Επομένως, ακόμη και μια αντικειμενική πολιτική και οικονομική όξυνση από μόνη της δεν αποτελεί επαρκή συνθήκη για την επαναστατική κατάσταση. Πρέπει να προστεθεί οπωσδήποτε η ετοιμότητα μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης και του λαού, που να έχουν τη βούληση να αλλάξουν ριζικά την ανυπόφορη γι΄ αυτούς κατάσταση. Εδώ για τον Λένιν η ενότητα της εργατικής τάξης, η ενότητα δράσης της αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για κάθε προσπάθεια αντικαπιταλιστικής ανατροπής.

Η Κομιντέρν ξεκινώντας από εδώ, ανέπτυξε στο 3ο Συνέδριό της (1921) την αντίληψη της συγκέντρωσης των διάφορων πολιτικών ρευμάτων του εργατικού κινήματος στο ενιαίο εργατικό μέτωπο. Στη Γερμανία για παράδειγμα, η ορθή πολιτική του ενιαίου εργατικού μετώπου επιβεβαιώθηκε για πρώτη φορά κατά την συνεργασία των πολιτικών εργατικών κομμάτων και των συνδικάτων το 1920, όταν με μια γενική απεργία έδωσαν τέλος στο πραξικόπημα του Καππ.

Στον «υποκειμενικό παράγοντα» ανήκουν εκτός από τα παραπάνω, η ύπαρξη ενός καλά οργανωμένου και αποφασισμένου επαναστατικού κόμματος το οποίο θα έχει μαζική επιρροή μέσα στο ταξικά συνειδητό προλεταριάτο. Ενός κόμματος το οποίο θα κατέχει όλες τις μορφές πάλης.

Δεύτερο. Με βάση την πείρα όλων των επαναστάσεων δεν αρκεί από μόνη της μια επαναστατική τάξη να τεθεί σε κίνηση και να αναλάβει την πάλη μόνη της ενάντια στην κυρίαρχη τάξη. Γι΄ αυτό ο Λένιν προσανατόλισε σε μια στρατηγική συμμαχία της εργατικής τάξης με τις άλλες αντικαπιταλιστικές τάξεις και στρώματα. Στον «Αριστερισμό» ο Λένιν υπογραμμίζει αυτή τη σκέψη της πολιτικής συμμαχιών του προλεταριάτου: «Μπορείς να νικήσεις έναν πιο ισχυρό αντίπαλο μόνο εντείνοντας στο έπακρο τις δυνάμεις και χρησιμοποιώντας υποχρεωτικά, με την πιο μεγάλη επιμέλεια, φροντίδα, προσοχή και επιδεξιότητα κάθε, έστω και την ελάχιστη “ρωγμή” ανάμεσα στους εχθρούς, κάθε αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στην αστική τάξη των διαφόρων χωρών, ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ή κατηγορίες της αστικής τάξης στο εσωτερικό της κάθε χώρας –όπως και κάθε, έστω και την ελάχιστη, δυνατότητα να αποκτήσεις μαζικό σύμμαχο, έστω και προσωρινό, ταλαντευόμενο, ασταθή, αβέβαιο και συμβατικό. Όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, δεν κατάλαβε ούτε κόκκο από τον μαρξισμό και από τον επιστημονικό, σύγχρονο σοσιαλισμό γενικά»[17].

Τρίτο. Για να γίνει η μετάβαση απ΄ την επαναστατική κρίση στην εξουσία, είναι αναγκαία ενδεχομένως και επιπρόσθετα μέτρα ώστε να συμμαχήσουν οι επαναστατικές δυνάμεις και να αλλάξουν παραπέρα τον συσχετισμό δυνάμεων βαθμιαία προς την κατεύθυνση του επαναστατικού «σπασίματος». Για το λόγο αυτό ο Λένιν ζητούσε «την εξεύρεση μορφής για το πέρασμα ή το πλησίασμα στην προλεταριακή επανάσταση»[18].

***

Η κυβέρνηση των εργατών και αγροτών

Το 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς προσανατόλισε το επόμενο διάστημα στην αντίληψη για το σχηματισμό κυβερνήσεων των εργατών και αγροτών σαν μια δυνατή επαναστατική μεταβατική φάση προς την προλεταριακή επανάσταση. Αυτό το πρόγραμμα αποφασίστηκε στα τέλη του 1922 στο 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η αντίληψη αυτή βασίστηκε μεταξύ των άλλων πάνω στο σχέδιο προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας στις 7.10.1922, στην επεξεργασία του οποίου συνεισέφερε ο Άουγκουστ Τάλχάϊμερ.

Ο προσανατολισμός όμως για την προσπάθεια σχηματισμού εργατο-αγροτικών κυβερνήσεων δεν γινόταν εντελώς αποδεκτός από όλους. Στην ηγεσία της 3ης Διεθνούς υπήρχε μεταξύ των άλλων η άποψη του Ζηνόβιεφ, ότι η εργατο-αγροτική κυβέρνηση είναι ένα «συνώνυμο» για την δικτατορία του προλεταριάτου. Έτσι στο ζήτημα αυτό υπήρξαν στο 4ο Συνέδριο της Κομιντέρν έντονες αντιπαραθέσεις.

Κατά τη συζήτηση για το Σχέδιο ενός Προγράμματος της Κομιντέρν το οποίο σε μεγάλο βαθμό είχε επεξεργαστεί ο Μπουχάριν, υπήρξε ανάμεσα στους αντιπροσώπους του Συνεδρίου ακόμη μια αντιπαράθεση η οποία σχετιζόταν με τη διαφορετική προσέγγιση που αφορούσε στο χαρακτήρα ενός «μεταβατικού σταδίου» για το πλησίασμα στην προλεταριακή επανάσταση. Ο Μπουχάριν ήταν της άποψης ότι το Πρόγραμμα της Κομιντέρν θα έπρεπε γενικά να παραιτηθεί απ΄ τη θεωρητική τεκμηρίωση μεταβατικών αιτημάτων, όπως η αντίληψη περί εργατικής κυβέρνησης, ο εργατικός έλεγχος στην παραγωγή κ.α. Κατά την άποψή του ένας γενικός χαρακτηρισμός του ιμπεριαλισμού και των καθηκόντων της προλεταριακής επανάστασης αρκούν.

Επειδή το Σχέδιο Προγράμματος του Μπουχάριν στο 4ο Συνέδριο δεν είχε προηγουμένως συζητηθεί μέσα στη ρωσική αντιπροσωπεία, κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου έγινε μια ειδική συνεδρίαση των Ρώσων αντιπροσώπων. Στις 20.11.1922 ο Λένιν καταθέτει για την «ομάδα των πέντε της Κεντρικής Επιτροπής», αποτελούμενη από τους Λένιν, Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Ράντεκ και Μπουχάριν, οι οποίοι σχημάτιζαν ταυτόχρονα το «Γραφείο της Αντιπροσωπείας του ΚΚΡ (Μπ.)», το Σχέδιο μιας Διακήρυξης στο ζήτημα του Προγράμματος της Κομιντέρν. Η Διακήρυξη τόνιζε: «4. Η θεωρητική βάση για μεταβατικά και επί μέρους αιτήματα πρέπει να δίνεται καθαρά στο γενικό Πρόγραμμα, όπου το 4ο Συνέδριο δηλώνει ότι η Κομιντέρν καταδικάζει αποφασιστικά τις προσπάθειες να παρουσιαστεί η εισαγωγή επί μέρους αιτημάτων στο Πρόγραμμα σαν οπορτουνισμός, όπως και όλες τις προσπάθειες να σκεπαστεί ή να αντικατασταθεί το βασικό επαναστατικό καθήκον με επί μέρους αιτήματα»[19].

Η Διακήρυξη αυτή υιοθετήθηκε από το «Γραφείο» και με ελάχιστες διορθωτικές αλλαγές από το Συνέδριο. Στις τελικές κατευθυντήριες γραμμές που αποφασίστηκαν «Για την τακτική του ενιαίου μετώπου» το 4ο Συνέδριο της Κομιντέρν υποστήριξε την αντίληψη για εργατικές κυβερνήσεις σαν μια μεταβατική μορφή προς το σοσιαλισμό. «Σαν άμεσο πολιτικό σύνθημα, η εργατική κυβέρνηση αποκτάει σημασία στις χώρες όπου η κατάσταση της αστικής κοινωνίας είναι ιδιαίτερα πολύ λίγο ασφαλής, και όπου ο συσχετισμός των δυνάμεων μεταξύ των εργατικών κομμάτων και της μπουρζουαζίας σαν πολιτική ανάγκη», αναφέρεται στο σημείο 11 της Διακήρυξης[20].

Παρακάτω: «Το πιο στοιχειώδες πρόγραμμα πρέπει να είναι ο εξοπλισμός του προλεταριάτου, ο αφοπλισμός των αντεπαναστατικών αστικών οργανώσεων, η εφαρμογή του ελέγχου στην παραγωγή, η επιβολή του κύριου βάρους των φόρων στους πλούσιους και το τσάκισμα της αντίστασης της αντεπαναστατικής μπουρζουαζίας»[21].

Η εργατική κυβέρνηση μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας φάσης έντονων, σκληρών πολιτικών αγώνων, στην οποία όμως το ζήτημα της εξουσίας δεν έχει ακόμη κριθεί οριστικά μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Παραπέρα: «Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κομμουνιστές πρέπει να δηλώσουν ότι είναι διατεθειμένοι να σχηματίσουν κυβέρνηση με μη κομμουνιστικά κόμματα […]. Σε μια τέτοια περίπτωση οι κανονικοί όροι της συμμετοχής των κομμουνιστών σε μια τέτοια κυβέρνηση είναι οι ακόλουθοι:
  1. Η συμμετοχή στην εργατική κυβέρνηση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την έγκριση της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
  2. Οι κομμουνιστές που θα αποτελέσουν μέλη της εργατικής κυβέρνησης θα ελέγχονται με τον πιο αυστηρό τρόπο από το κόμμα τους.
  3. Τα κομμουνιστικά μέλη της εργατικής κυβέρνησης παραμένουν σε στενή επαφή με τις επαναστατικές οργανώσεις των μαζών.
  4. Το κομμουνιστικό κόμμα διατηρεί απόλυτα τη φυσιογνωμία του και την πλήρη ανεξαρτησία της ζύμωσης και της προπαγάνδας του»[22].


Στη συνέχεια τονιζόταν προειδοποιητικά: «… τα κομμουνιστικά κόμματα δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάνε ότι αν κάθε αστική κυβέρνηση είναι σύγχρονα και κυβέρνηση καπιταλιστική, δεν είναι αλήθεια ότι και κάθε εργατική κυβέρνηση είναι πραγματικά προλεταριακή, δηλαδή ένα επαναστατικό όργανο της προλεταριακής εξουσίας»[23].

Το 4ο Συνέδριο της Κομιντέρν με το πρόβλημα της εργατο-αγροτικής κυβέρνησης εφάρμοσε στην τότε υπάρχουσα ιστορική κατάσταση την ευέλικτη επαναστατική στρατηγική και τακτική την οποία είχε επεξεργαστεί ο Λένιν.

***

Η ισχύς της στρατηγικής του Λένιν

Όπως είδαμε, ο Λένιν ήδη από το 1921/22 είχε καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι η επαναστατική μεταπολεμική κρίση έφθασε στο τέλος της. Οι προσπάθειες που έγιναν στην Ουγγαρία και την Γερμανία για να δημιουργηθούν συμβουλιακές δημοκρατίες, τσακίστηκαν απ΄ τον ιμπεριαλισμό. Για τον Λένιν αυτό ήταν αφορμή να σκεφτεί για τα νέα προβλήματα που προέκυπταν, και η σκέψη αυτή εκδηλώθηκε ανοιχτά πλέον στα Συνέδρια της Κομιντέρν. Ο Λένιν γνώριζε (με βάση και τις μελέτες του για τον Χέγκελ) για τις διαλεκτικές σχέσεις των διάφορων πλευρών, της μετάβασης στο σοσιαλισμό, τη διαμεσολάβησή τους. Προσπάθησε να κάνει ξεκάθαρο στους συνέδρους ότι τώρα δεν μπαίνει ζήτημα άμεσης μετάβασης στο σοσιαλισμό, για επαναστατικό «σπάσιμο» και την πράξη ενός γρήγορου επαναστατικού προτσές, αλλά για το «πλησίασμα» σε συνθήκες οι οποίες είναι κατάλληλες για την εισαγωγή αυτού του προτσές.

Οι σκέψεις του Λένιν –ο ίδιος δεν μπορούσε πλέον να εργαστεί παραπέρα, η αρρώστια και ο πρόωρος θάνατος τον εμπόδισαν- δυστυχώς το αμέσως επόμενο διάστημα ξεχάστηκαν. Κι αυτό όχι από επιπολαιότητα, αλλά επειδή υπήρχε η υπόθεση, ότι η επόμενη μεγάλη πράξη θα ήταν η προλεταριακή επανάσταση στη Γερμανία, ότι θα δημιουργούνταν η σοβιετική Γερμανία, η οποία θα συμμαχούσε με την Σοβιετική Ένωση…

Ποια είναι όμως τα γενικά συμπεράσματα που θα μπορούσε να βγάλει κανείς απ΄ την στρατηγική και τακτική του Λένιν, τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα; –βεβαίως κάτω από άλλες συνθήκες.

Πρώτο. Το εργατικό κίνημα μπορεί σήμερα να αντιπαρατεθεί ενάντια στην στρατηγική της μονοπωλιακής αστικής τάξης, όταν απ΄ τη μια μεριά συνδέσει όλα τα στοιχεία και τις βαθμίδες της πάλης του σε μια συνολική στρατηγική και τακτική, στην οποία θα συνδέονται οργανικά τα αιτήματα στο πεδίο των κοινωνικο-οικονομικών και δημοκρατικών καθημερινών συμφερόντων, των αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών ανατροπών, και αυτά με τον σοσιαλιστικό στόχο. Μόνο έτσι μπορούν να συνδεθούν τα τωρινά και μελλοντικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων, μόνο έτσι μπορεί να ωριμάσει η ταξική συνείδηση, η οργάνωση, οι εμπειρίες, οι μέθοδοι πάλης, που θα κάνουν δυνατό το τράβηγμα ευρύτερων μαζών στο σοσιαλιστικό στόχο.

Στο προτσές αυτό ο σχηματισμός της ταξικής συνείδησης, ακριβώς στην Ελλάδα, όπου το μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα είναι ακόμη αριθμητικά αδύναμο, αποκτά σημαντική σημασία, επειδή η ανάπτυξη στην εργατική τάξη θα καθοριστεί κυρίως, απ΄ το σε ποιο βαθμό και σε ποιο χρονικό διάστημα θα γίνει κατορθωτή η ισχυροποίησή του με νέες ταξικά συνειδητές δυνάμεις. Δυστυχώς, τα τελευταία ιδιαίτερα χρόνια, η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ έχει απομακρυνθεί απ΄ τον λενινισμό, οδηγώντας το κόμμα στην παραπέρα συρρίκνωσή του, στο ξέκωμά του απ΄ τα πλατιά εργατικά λαϊκά στρώματα, ενώ το κόμμα έχει χάσει προ πολλού την ιδεολογική του ηγεμονία στο χώρο της Αριστεράς.

Δεύτερο. Οι τάσεις ενσωμάτωσης των μαζών στο καπιταλιστικό σύστημα, οι οποίες προκύπτουν από την κρατικομονοπωλιακή ανάπτυξη, πρέπει να ωθούν τις ταξικά συνειδητές δυνάμεις του εργατικού κινήματος προς αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές δημοκρατικές εναλλακτικές –σαν καθήκον της πολιτικής δράσης, της αυτόνομης δράσης των μαζών- συνδέοντας το συγκεκριμένο, χειροπιαστό, κατανοητό παρόν, με τις δοσμένες διαθέσεις και αιτήματα των εργαζομένων. Όποιος καταπολεμά την ενσωμάτωση, καταπολεμά την αυταπάτη με τη βοήθεια της οποίας προσδένονται οι μάζες στο αντιδραστικό σύστημα. Αποτελεί όμως σοβαρό σφάλμα η επίθεση ενάντια στην ενσωμάτωση μόνο με την πρόταξη σοσιαλιστικών αιτημάτων αποσυνδεδεμένων από το χειροπιαστό παρόν, ή η εξάρτηση της λύσης των προβλημάτων του παρόντος αποκλειστικά και μόνο απ΄ το σοσιαλιστικό στόχο. Και στις δυό περιπτώσεις έχουμε ταύτιση τακτικής και στρατηγικής, κατακρεούργηση της διαλεκτικής μεταρρύθμισης και επανάστασης, η οποία εδράζεται στο νόμο του περάσματος των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές και αντίστροφα.

Η ειδική σοσιαλιστική πλευρά της πρακτικής τους, την οποία οφείλουν να προσέχουν πάντα οι μαρξιστές, μπορεί να βρίσκεται μόνο στο ότι στο προτσές της πάλης πρέπει να εξηγούν μέσω της κριτικής τους στο σύστημα, τις αιτίες των αντιδραστικών φαινομένων και μέτρων, συνδέοντας την αλληλεξάρτηση αυτής της πάλης με το σοσιαλιστικό τους στόχο.

Τρίτο. Αν ισχύουν όλα εκείνα που αναφέρει ο Λένιν, δηλαδή, ότι είναι αδύνατο να διαχωριστούν τα μεταβατικά από τα σοσιαλιστικά αιτήματα του εργατικού κινήματος, σήμερα αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο απ΄ ό,τι στο παρελθόν. Αυτό αφορά στα αντιιμπεριαλιστικά αντιμονοπωλιακά αιτήματα, η εφαρμογή των οποίων σημαίνει ρήξη με τον καπιταλισμό, «σπάσιμο» της εξουσίας των μονοπωλίων.

Τέταρτο. Αν είναι αδύνατο να τραβηχτεί σε σοσιαλιστικές θέσεις η πλειοψηφία της εργατικής τάξης χωρίς συνεπή πάλη για τα κοινωνικά και δημοκρατικά της συμφέροντα, αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για τα άλλα λαϊκά στρώματα, την υποστήριξη των οποίων έχει ανάγκη το εργατικό κίνημα, αν θέλει να υπερβεί την εξουσία των μονοπωλίων.

Πέμπτο. Τα παροντικά και μελλοντικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων, συνδέονται σήμερα πιο στενά απ΄ ό,τι παλιότερα με φάσεις ανάπτυξης του ταξικού εργατικού κινήματος, επειδή στη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία πιέζουν όλο και περισσότερο για λύσεις που μπορεί να δώσει μόνο ο σοσιαλισμός. Η δημοκρατική και σοσιαλιστική πάλη, οι δημοκρατικές και σοσιαλιστικές ανατροπές, χωρίζονται σήμερα λιγότερο με ένα «σινικό τείχος» απ΄ ό,τι στην εποχή του Λένιν.

***

5. Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ (ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ) ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ

Στην ενότητα αυτή θα εξετάσουμε συνοπτικά τα τρία Συνέδρια της Κομιντέρν που έλαβαν χώρα μετά τον θάνατο του Λένιν, επικεντρώνοντας περισσότερο την ανάλυση στο ζήτημα που σχετίζεται με το θέμα που διαπραγματευόμαστε (σ.σ. τα τέσσερα πρώτα Συνέδρια της Κομιντέρν δεν τα εξετάσαμε σε ξεχωριστή ενότητα επειδή σε αυτά πήρε μέρος ο Λένιν και επομένως μια συνοπτική αναφορά έγινε στην προηγούμενη ενότητα).

***

ΤΟ 5ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ. Απομάκρυνση από τη λενινιστική στρατηγική και τακτική

Το 5ο Συνέδριο της Κομιντέρν το 1924 απομακρύνθηκε από τη λενινιστική αντίληψη περί εργατο-αγροτικής κυβέρνησης σαν μια επαναστατική μεταβατική κυβέρνηση και για τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Αιτία γι΄ αυτή την «αριστερή ταλάντευση» ήταν μεταξύ των άλλων τα διδάγματα από το τέλος της επαναστατικής μεταπολεμικής κρίσης στη Γερμανία, τα οποία αξιολογήθηκαν σε πολλές και έντονες αντιπαραθέσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν και τελικά τις επεξεργάστηκε το 5ο Συνέδριό της.

Το 1923 προέκυψε στη Γερμανία, συγκεκριμένα στη Σαξονία και Θουριγγία, ο σχηματισμός εργατο-αγροτικών κυβερνήσεων σαν κυβερνήσεων συμμαχίας μεταξύ του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD), του Ανεξάρτητου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας (USPD) και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD). Η αποτυχία της –και μάλιστα εξαιτίας μιας στρατιωτικής επέμβασης της κυβέρνησης του Ράιχ- ευνοήθηκε από λάθη της τότε καθοδήγησης του ΚΚ Γερμανίας υπό την ηγεσία του Χάινριχ Μπράντλερ και Άουγκουστ Τάλχαιμερ. Αυτοί, κατά την άποψη του KPD και της καθοδήγησης της Κομιντέρν, καθυστέρησαν να κάνουν χρήση των θέσεών τους στην κυβέρνηση με στόχο τον σχηματισμό ένοπλων προλεταριακών τμημάτων και την προετοιμασία μιας εξέγερσης, η οποία στη συνέχεια απέτυχε τελικά ως απομονωμένη ένοπλη εξέγερση στο Αμβούργο. Έτσι, πρακτικά η αντίληψη περί εργατο-αγροτικής κυβέρνησης σαν δυνατή εναλλακτική της «μετάβασης στο σοσιαλισμό» ειδώθηκε ως αποτυχία. Κάτι ανάλογο συμβαίνει σήμερα με τη στάση της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ απέναντι στην ιστορία της Εθνικής Αντίστασης 1940-1944 (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ).

***

ΤΟ 6ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ. Το ρήγμα με τη λενινιστική σκέψη βαθαίνει

Το 6ο Συνέδριο της Κομιντέρν (1928) που έλαβε χώρα στη Μόσχα διήρκεσε από τις 17 Ιουλίου μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου. Πρόκειται για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που διήρκεσε Συνέδριο στην ιστορία της 3ης Διεθνούς. Συνολικά πήραν μέρος 515 αντιπρόσωποι από 66 προσκληθέντα κόμματα και οργανώσεις τα οποία αντιπροσώπευαν 4.024.159 μέλη. Μια σειρά μέλη και υποψήφιοι της Εκτελεστικής Επιτροπής αποκλείστηκαν από την Κομιντέρν εξαιτίας φραξιονιστικής πάλης. Οι σύνεδροι ενέκριναν τη δράση των «καθοδηγητικών οργάνων» χωρίς καμιά συζήτηση.

Το 1927 οι βασικές καπιταλιστικές χώρες, αλλά και η Σοβιετική Ένωση, για πρώτη φορά ξεπέρασαν στην οικονομία τους την προπολεμική παραγωγή. Το διεθνές εργατικό κίνημα είχε μια σειρά από ήττες. Η απεργία των ανθρακωρύχων στην Αγγλία διακόπηκε με ευθύνη σημαντικών στελεχών των συνδικάτων. Στην Κίνα ο στρατηγός Τσιανγκ Καϊ Σεκ κατάσφαξε χιλιάδες εργάτες στην Καντώνα μετά από μια εξέγερση και κήρυξε την διάλυση της συμμαχίας με τους κομμουνιστές. Η Ιαπωνία εκμεταλλεύτηκε αυτή την αδυναμία της επαναστατημένης Κίνας για να κάνει εισβολή. Παρ΄ όλες τις διαμαρτυρίες σε διεθνές επίπεδο, εκτελέστηκαν στις ΗΠΑ οι αναρχικοί Σάκκο και Βαντσέττι. Στην Ιταλία και την Πολωνία τα φασιστικά καθεστώτα του Μουσολίνι και του Πιλσούντσκι οξύνουν την τρομοκρατία τους ενάντια στο εργατικό κίνημα και τις εθνικές μειονότητες. Η Σοβιετική Ένωση έβλεπε ότι τα σύνορά της βρισκόταν υπό απειλή. Η Γερμανία ενίσχυε τον αντισοβιετικό της προσανατολισμό. Μετά από μια αστυνομική επίθεση στην σοβιετική εμπορική αποστολή στο Λονδίνο διακόπτονται οι διπλωματικές σχέσεις της Σοβιετικής Ένωσης με την Αγγλία.

Από όλη αυτή την κατάσταση, ο Μπουχάριν (που την περίοδο εκείνη υποστήριζε σεχταριστικές θέσεις) στην έκθεση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μετά την επαναστατική μεταπολεμική κρίση και στη συνέχεια την σταθεροποίηση του καπιταλισμού, ξεκίνησε μια νέα περίοδος: Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Συνεδρίου: «Η τρίτη περίοδος… είναι μια περίοδος της πιο έντονης ανάπτυξης των αντιφάσεων της παγκόσμιας οικονομίας… της γενικής κρίσης του καπιταλισμού… μια νέα φάση από πολέμους μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών, από πολέμους ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, εθνικά απελευθερωτικά κινήματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, επεμβάσεις του ιμπεριαλισμού, γιγαντιαίοι ταξικοί αγώνες». Μόνο μερικοί σύνεδροι, όπως ο κινέζος Χου Χίου-πάϊ, εξέφρασαν αμφιβολίες, για το εάν πραγματικά μεταξύ της δεύτερης και τώρα ασαφούς οριζόμενης τρίτης περιόδου, υπάρχουν τόσο μεγάλες διαφορές.

Σαν συμπέρασμα της «τρίτης περιόδου» προέκυψε μια ταλάντευση των κομμουνιστικών κομμάτων προς τον αριστερισμό. Ο λεκτικός αριστερισμός αντικαθιστούσε συχνά σοβαρές προσπάθειες να κερδηθεί η πλειοψηφία των εργαζομένων για το σοσιαλισμό. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα στη σχέση με την σοσιαλδημοκρατία, η οποία κατανοήθηκε ως το βασικό στήριγμα του καπιταλισμού. Μια πολιτική συνεργασία μαζί της αποκλείστηκε. Ενόσω ο Μπουχάριν απέφυγε να κάνει λόγο για σοσιαλφασισμό, μια έννοια την οποία εισήγαγε στη συζήτηση ο Ζηνόβιεφ, ο Έρνστ Τέλμαν ισχυριζόταν: «Η εξέλιξη του ρεφορμισμού σε σοσιαλφασισμό είναι ένα φαινόμενο το οποίο μπορεί να το δει κανείς σε πολλές χώρες». Ιδιαίτερα επικίνδυνοι είναι κατά την άποψή του οι σοσιαλδημοκράτες, επειδή αυτοί εμπόδιζαν την μετακίνηση δυσαρεστημένων σοσιαλδημοκρατών προς τους κομμουνιστές. «Κάθε ταλάντευση, κάθε δισταγμός κατά το ξεσκέπασμα των “αριστερών” σοσιαλδημοκρατών πρέπει να καταπολεμηθεί στις γραμμές μας με τη μεγαλύτερη οξύτητα» Το 6ο Συνέδριο έκανε λόγο για έναν υποτιθέμενο «δεξιό» κίνδυνο μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα, ενάντια στον οποίο θα έπρεπε να κατευθύνουν τις δυνάμεις τους μετά το τέλος που δόθηκε στην τροτσκιστική αντιπολίτευση.

Το Συνέδριο αποφάσισε ένα Πρόγραμμα υποχρεωτικό για όλα τα τμήματα-μέλη του, το οποίο όμως ξεχάστηκε σε μικρό χρονικό διάστημα. Το Σχέδιο Προγράμματος που είχε υπογραφεί απ΄ τους Μπουχάριν και Στάλιν, κατατέθηκε μόλις λίγες βδομάδες πριν το Συνέδριο, έτσι που δεν έλαβε χώρα καμιά ουσιαστική συζήτηση μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα.

Το Πρόγραμμα καλούσε ιδιαίτερα στη πάλη ενάντια σε έναν κίνδυνο πολέμου: «Μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο (ΠΓ: κάτι θυμίζει τούτο απ΄ τις «Θέσεις» της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο Συνέδριο), ήττα της “ιδίας” ιμπεριαλιστικής κυβέρνησης, υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης και των αποικιών σε περίπτωση ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου ενάντιά τους, με όλα τα προσφερόμενα μέσα».

Στο Συνέδριο επικρατούσε μια πνιγηρή ατμόσφαιρα. Ο Ιταλός σύνεδρος Έρκολι (Τολιάτι) είχε πει ιδιαιτέρως, ότι: «Η τραγωδία βρίσκεται στο ότι δεν είναι δυνατό να συζητηθεί ανοιχτά η αλήθεια για τα πιο σημαντικά, τα πιο αποφασιστικά τρέχοντα προβλήματα. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε. Σ΄ αυτή την ατμόσφαιρα αν λεγόταν η αλήθεια αυτό θα επιδρούσε σαν μια έκρηξη βόμβας». Σε αυτό το Συνέδριο έκανε για τελευταία φορά την εμφάνισή του στα πλαίσια της Κομιντέρν και ο Μπουχάριν. Η εκτέλεσή του θα ακολουθούσε λίγο διάστημα μετά –πάντα στο όνομα του σοσιαλισμού!

***

Ας δούμε όμως πολύ συνοπτικά μερικά ζητήματα που σχετίζονται άμεσα με το θέμα μας. Το Πρόγραμμα της Κομιντέρν το 1928, έκανε μεν λόγο για «πολυμορφία δρόμων και διαφορών στο ρυθμό κατάληψης της εξουσίας απ΄ το προλεταριάτο» και αναγνώριζε επίσης «το αναπόφευκτο των μεταβατικών σταδίων προς την προλεταριακή δικτατορία σε μια σειρά από χώρες», το σχήμα όμως των τριών δυνατών τύπων της «μετάβασης προς την προλεταριακή δικτατορία» δεν προέβλεπε για τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Αγγλία κτλ καμιά μεταβατική μορφή, αλλά διαπίστωνε μόνο ότι: «Σε αυτές τις χώρες βασικό πολιτικό αίτημα του Προγράμματος είναι η άμεση μετάβαση στη δικτατορία του προλεταριάτου»[24]. Το βασικό λάθος αυτού του σχήματος ήταν ολοφάνερα η άμεση ταύτιση της αντικειμενικής οικονομικής «ωρίμανσης» για τον σοσιαλισμό και της υποκειμενικής ετοιμότητας και δυνατότητας Είναι ακριβώς το ίδιο σφάλμα που διαπράττει και η σημερινή ηγετική ομάδα του ΚΚΕ! Ο «υποκειμενικός παράγοντας» πρακτικά εκμηδενίστηκε. –μια θέση η οποία έρχεται σε ευθεία ρήξη με τη λενινιστική σκέψη.

Παραπέρα. Το «σχήμα» αυτό δεν ελάμβανε καθόλου υπόψη του τον κίνδυνο του φασισμού, ο οποίος κατανοήθηκε μόνο σαν όπλο της αστικής τάξης για το «τσάκισμα της επαναστατικής πρωτοπορίας του προλεταριάτου», όχι όμως και σαν κίνδυνος για τα αστικοδημοκρατικά θεμελιακά και ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία θα πρέπει επίσης να υπερασπίσει το εργατικό κίνημα. Η στροφή προς τη λενινιστική στρατηγική και τακτική έγινε λίγο αργότερα στο 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν το 1935.

***

ΤΟ 7ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ. Αποκατάσταση της σκέψης του Λένιν, αλλά και καταστρατήγησή της από την σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ

Στην ανάλυση των ντοκουμέντων του 7ου Συνεδρίου θα σταθούμε κάπως περισσότερο, -πέραν απ΄ το ζήτημα της μετάβασης στο σοσιαλισμό-, για δυό επιπλέον λόγους: Ο ένας σχετίζεται με την άνοδο του νεοφασισμού στην Ελλάδα, κυρίως μέσω του νεοναζιστικού μορφώματος «Χρυσή Αυγή», και απ΄ αυτή την άποψη θεωρούμε σημαντικό ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιστορική πείρα του παρελθόντος στο θέμα του φασισμού. Ο δεύτερος λόγος αφορά στην αναθεώρηση θεμελιακών ζητημάτων της ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης 1940-1944 (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ) στη χώρας μας από την σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, η οποία προσπαθεί να φέρει την ιστορία στα μέτρα της προκειμένου να δικαιολογήσει την αντιλενινιστική στροφή της. Η αναθεώρηση αυτή όμως σχετίζεται άμεσα με τα ντοκουμέντα του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, κάτι που μέχρι σήμερα δεν ομολογείται ανοιχτά διότι γνωρίζει πολύ καλά τις αντιδράσεις που θα υπάρξουν.

***

Το 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν λαμβάνει χώρα από τις 25 Ιουλίου έως τις 20 Αυγούστου του 1935 στη Μόσχα. Σε αυτό παίρνουν μέρος 513 αντιπρόσωποι από 65 κομμουνιστικά κόμματα και διεθνείς οργανώσεις. Από τα 76 κόμματα-μέλη της Κομιντέρν την περίοδο εκείνη τα 50 πάλευαν σε συνθήκες παρανομίας. Το 7ο Συνέδριο κάνει μια σειρά από σημαντικές διαπιστώσεις από την ήττα του γερμανικού εργατικού κινήματος το 1933 και θέτει τις βάσεις για την παραπέρα πάλη των κομμουνιστών κάτω από τις νέες συνθήκες. Η στρατηγική στροφή που αποφασίστηκε, στο κέντρο της οποίας βρισκόταν η πάλη για τη δημιουργία ενιαίου μετώπου των εργατών, η πάλη για τη δημιουργία πλατιών συμμαχιών με στόχο την ίδρυση Λαϊκού Μετώπου ενάντια στον φασισμό και τον πόλεμο, μέσω όμως του οποίου θα έπρεπε να ανοιχτούν νέοι δρόμοι προς το σοσιαλισμό, δεν είχε σημασία μόνο για την τοτινή πάλη, αλλά αποτέλεσε κατευθυντήρια γραμμή των κομμουνιστών σε πολλές χώρες και μετά την απελευθέρωση από τον φασισμό.

Εφτά χρόνια νωρίτερα, το 1928, στο 6ο παγκόσμιο Συνέδριο είχε αποφασιστεί το Πρόγραμμα της Κομιντέρν. Ενόψει μιας νέας βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού με αυξανόμενο τον κίνδυνο πολέμου, που είχε ήδη προβλεφτεί, η Κομιντέρν έβλεπε την ωρίμανση επαναστατικών καταστάσεων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το Πρόγραμμα απέρριπτε τις μεταβατικές μορφές και τις φάσεις προς το σοσιαλισμό και έθετε ζήτημα πάλης για το άμεσο πέρασμα στην προλεταριακή εξουσία. Αυτό είχε ως προϋπόθεση την διεξαγωγή της πάλης ενάντια σε εκείνες τις δυνάμεις οι οποίες εμπόδιζαν την εργατική τάξη να αναγνωρίσει την αναγκαιότητα της επανάστασης, επομένως κυρίως ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία, το βασικό στήριγμα της αστικής τάξης μέσα στην εργατική τάξη. Η αυξανόμενη τάση για την επιβολή αυταρχικών μορφών κυβέρνησης και της στρατιωτικής καταπίεσης του εργατικού κινήματος –κάτω επίσης και από την συμμετοχή σοσιαλδημοκρατών ηγετών- οδήγησε στο να αμφισβητηθεί η ποιοτική διαφορά μεταξύ της αστικο-κοινοβουλευτικής και της φασιστικής μορφής κυριαρχίας. Δηλαδή, και για την εμπόδιση του φασισμού εμφανιζόταν η σοσιαλιστική επανάσταση σαν η μοναδική εναλλακτική. Ναι μεν το ΚΚ Γερμανίας (καθώς και μια σειρά άλλα κομμουνιστικά κόμματα) ενόψει της ορατής ανόδου του φασιστικού μαζικού κινήματος έκανε μεγάλες προσπάθειες για την ανάπτυξη του ενιαίου μετώπου στην αντιφασιστική δράση του καθώς και μια σειρά λεπτομερή προγράμματα για τους άνεργους και τους αγρότες ώστε να τους κινητοποιήσει για κοινή πάλη ενάντια στο φασισμό, η πολιτική όμως «τάξη ενάντια σε τάξη» μπορούσε ως πολιτική συμμαχιών να κατανοηθεί μόνο ως κέρδισμα των άλλων εργαζόμενων στρωμάτων τα οποία θα υποστήριζαν την άμεση πάλη για την εργατική εξουσία.

Η ίδια η πράξη ανάμεσα στα δυό Συνέδρια της Κομιντέρν ανάγκασε σε μια επανεξέταση αυτής της στρατηγικής. Στην κορύφωση της πιο βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού παρά την ύπαρξη ενός δραστήριου κομμουνιστικού μαζικού κόμματος –το ΚΚ Γερμανίας (KPD) εξακολουθούσε να είναι το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα εκτός Σοβιετικής Ένωσης- δεν προέκυψε στη Γερμανία επαναστατική κατάσταση. Ναι μεν εκατομμύρια εκλογείς απ΄ την εργατική τάξη γύρισαν την πλάτη στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD) και υποστήριξαν το KPD, η πλειοψηφία όμως των εργαζομένων ακολουθούσε παραπέρα το SPD. Η πάλη ανάμεσα στα δυό κόμματα διευκόλυνε την αντίδραση να δημιουργήσει στο κόμμα του Χίτλερ (το NSDAP) ένα ισχυρό άκρως αντιδραστικό μαζικό κίνημα ως πυλώνα στήριξης για την εξασφάλιση της κυριαρχίας της (διευκόλυνση λοιπόν της αντίδρασης και όχι «υποστήριξη του KPD προς τον Χίτλερ», όπως υποστηρίζουν ξεδιάντροπα κάποιοι γραφιάδες εδώ στην Ελλάδα!).

Η φασιστική τρομοκρατία στη Γερμανία δυνάμωσε σε άλλες χώρες τη θέληση για ενεργητική αντίσταση ενάντια στην εγκαθίδρυση φασιστικών καθεστώτων και τον κίνδυνο πολέμου. Στην Αυστρία κομμουνιστές και σοσιαλιστές αναλαμβάνουν ένοπλη δράση ενάντια στο κληρικο-φασιστικό καθεστώς του Ντόλφους. Στη Γαλλία κομμουνιστές, σοσιαλιστές και αστοί ριζοσπάστες υπερασπίζονται την κοινοβουλευτική δημοκρατία ενάντια σε φασιστικές προσπάθειες ανατροπής της. Από αυτή την πάλη προέκυψε ένα σχετικά σταθερό κοινό πρόγραμμα το οποίο βασίστηκε σε μια συμμαχία Λαϊκού Μετώπου και τελικά σε μια κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου. Στην Ισπανία οι εργάτες της Αστουρίας αντιστέκονταν ένοπλα ενάντια σε μια αντιδραστική εξέλιξη η οποία ήθελε να πισωγυρίσει τα αποτελέσματα της επανάστασης του 1931, και απ΄ το 1934 φάνηκαν παρόμοιες δυνατότητες κοινής πάλης για την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Στην ένοπλη πάλη ενάντια στο φασισμό προέκυψε στην κοινωνία ένα ενιαίο μέτωπο αποτελούμενο από σοσιαλιστές, αναρχικούς και το τότε αδύναμο ακόμη κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο όμως σ΄ αυτή την πάλη μετατράπηκε σε μαζικό κόμμα. Τα μικρά κομμουνιστικά κόμματα της Αυστρίας και της Ισπανίας με τον ενεργητικό ρόλο τους σ΄ αυτή την πάλη αύξησαν το κύρος τους και ενίσχυσαν την οργάνωσή τους. Το ΚΚ Γαλλίας μετατράπηκε σ΄ αυτό το προτσές σε μαζικό κόμμα.

Η πολιτική κατάσταση στη Σοβιετική Ένωση είχε επίσης αλλάξει. Σαν αποτέλεσμα των οικονομικών επιτυχιών άλλαξε η υπόληψή της. Ακόμη και οι πιο άσπονδοι αντίπαλοί της δεν έκαναν πλέον λόγο για μια γρήγορη κατάρρευση του κράτους. Ταυτόχρονα όμως έγινε ορατός ο κίνδυνος για μια περικύκλωσή της. Στην Άπω Ανατολή η Ιαπωνία με την κατάκτηση της Μαντζουρίας δημιούργησε μια επιθετική βάση από όπου μπορούσε ανά πάσα στιγμή να επιτεθεί (κάτι που προσπάθησε να κάνει το 1938 και το 1939). Με την ψήφιση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας στη Γερμανία και τον στρατιωτικό εξοπλισμό που είχε αρχίσει, γινόταν πλέον καθαρό ότι ο Χίτλερ σε τελική ανάλυση στόχευε στην κατάκτηση «ζωτικού χώρου» στην Ανατολή, δηλαδή σε έναν κατακτητικό πόλεμο ενάντια στους λαούς της Σοβιετικής Ένωσης. Στον κύκλο των κρατών τα οποία προετοιμάζονταν ανοιχτά για επιθέσεις, ανήκε επίσης η Ιταλία του Μουσολίνι, η οποία ήταν έτοιμη να εισβάλει στην Αβησσυνία [Αιθιοπία].

Όταν τα φασιστικά κράτη Γερμανία και Ιταλία καθώς και η Ιαπωνία αποχώρησαν από την Κοινωνία των Εθνών[25], η Σοβιετική Ένωση έκανε πράξη την επιθυμία πολλών κρατών να γίνει πλέον η ίδια μέλος της. Επειδή η χιτλερική Γερμανία ήθελε να αλλάξει τα σύνορα με πόλεμο, η υπεράσπιση του απαραβίαστου των συνόρων και της ανεξαρτησίας των υπαρχόντων κρατών έγινε τώρα προϋπόθεση για την διατήρηση της ειρήνης. Η Σοβιετική Ένωση απέναντι στα επιθετικά σχέδια του Χίτλερ αντέταξε τις προσπάθειές της για συλλογική ασφάλεια.

***

Ιδιαίτερη σημασία στο 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν είχαν οι εισηγήσεις του Γκεόργκι Δημητρώφ και του Παλμίρο Τολιάτι για τα καθήκοντα της Κομιντέρν «ενάντια στην επίθεση του φασισμού και για την ενότητα της εργατικής τάξης στην πάλη ενάντια στο φασισμό» και ενάντια «στην προετοιμασία του ιμπεριαλιστικού πολέμου». Στις δυό αυτές εισηγήσεις γίνονται σαφείς οι στρατηγικές αλλαγές σε σχέση με την πολιτική που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.

«Ο φασισμός στην εξουσία… είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιστικών και των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου»[26]. Αυτός, ο πιο συχνά παρατιθέμενος ορισμός του φασισμού δεν προέρχεται από τον Δημητρώφ –κάτι που δεν γνωρίζουν πολλοί- αλλά διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην 13η Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς τον Δεκέμβρη του 1933, τα συμπεράσματα όμως που προέκυπταν απ΄ αυτόν έμειναν πολύ πίσω απ΄ τις απαιτήσεις. Η μεγάλη υπηρεσία που πρόσφερε ο Δημητρώφ ήταν ακριβώς στο ότι τα συμπεράσματα αυτά τεκμηρίωναν τις προτεινόμενες αλλαγές στην στρατηγική της Κομιντέρν.

Ο Δημητρώφ υπογραμμίζει την ιδιαίτερη επικινδυνότητα του γερμανικού φασισμού, ο οποίος αναλαμβάνει «το ρόλο της ομάδας κρούσης της διεθνούς αντεπανάστασης, του βασικού υποκινητή του ιμπεριαλιστικού πολέμου, του διοργανωτή μιας σταυροφορίας ενάντια στη Σοβιετική Ένωση…».

Ο Δημητρώφ στρέφεται ενάντια σε αντιλήψεις οι οποίες βλέπουν τον φασισμό σαν εξουσία μιας «εξεγερμένης μικροαστικής τάξης» ή του «λούμπεν προλεταριάτου» και τον παρουσιάζει –αποσπασμένο απ΄ τη φαινομενική εικόνα των οπαδών του- αυτό ακριβώς που είναι: «Ο φασισμός αποτελεί την ίδια την εξουσία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Είναι η οργάνωση της τρομοκρατικής καταπίεσης της εργατικής τάξης και των επαναστατικών στρωμάτων της αγροτιάς και της διανόησης. Στην εξωτερική πολιτική ο φασισμός, υποδαυλίζοντας το μίσος απέναντι στα άλλα έθνη, αντιπροσωπεύει τον επιθετικό μιλιταρισμό στην πιο κτηνώδη μορφή του».

«Ο ερχομός στην εξουσία του φασισμού δεν είναι συνηθισμένη εγκαθίδρυση μιας αστικής κυβέρνησης στη θέση μιας άλλης, αλλά η αντικατάσταση μιας κρατικής μορφής της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, δηλαδή της αστικής δημοκρατίας, από μια άλλη μορφή, δηλαδή την ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία». Αυτό ακριβώς είχε υποτιμήσει η Κομιντέρν και το KPD. Ο Δημητρώφ το χαρακτηρίζει σαν μεγάλο λάθος που εμποδίζει να κινητοποιηθούν τα πιο πλατιά στρώματα στην πάλη ενάντια στο φασισμό και να αξιοποιηθούν οι υπαρκτές αντιθέσεις μέσα στο ίδιο το αστικό στρατόπεδο. Εφιστά την προσοχή στο ότι λίγο πριν την φασιστική κατάληψη της εξουσίας προκύπτουν σοβαρές διαφορές ακόμη και μεταξύ των αστικών κομμάτων, ότι ιδιαίτερα αυτή την χρονική περίοδο θα πρέπει να καταπολεμηθεί κάθε αφαίρεση των κατακτηθέντων δικαιωμάτων. Ο Δημητρώφ έδειξε ότι όλη η αστική τάξη δεν γίνεται ξαφνικά απλά φασιστική, αλλά ότι στο εσωτερικό της διαφαίνονται διαφορετικά συμφέροντα και αντιφάσεις. Ότι το ζήτημα είναι με ποιο τρόπο προσανατολίζονται τα πιο αντιδραστικά τμήματα της αστικής τάξης. Ότι επομένως θα υπήρχε πάντα η δυνατότητα να αξιοποιηθούν οι αντιφάσεις. Ότι επίσης και πολλοί κομμουνιστές δεν θα μπορούσαν απλά να πουν ότι «η σοσιαλδημοκρατία αποτελεί την αριστερή πτέρυγα του φασισμού», όπως είχε πει κάποτε ο Στάλιν –και που φυσικά δεν παρατέθηκαν αυτά τα λόγια στο Συνέδριο. Όλα εκείνα τα οποία ήταν ενάντια στην επανάσταση, η ταύτισή τους με το φασισμό, διευκόλυνε το φασισμό να καταλάβει την εξουσία.

Ο Δημητρώφ δείχνει ταυτόχρονα την πολυμορφία της εθνικής και κοινωνικής δημαγωγίας του φασισμού για την κατάκτηση της μαζικής του βάσης και το καθήκον των κομμουνιστών να αντιπαραθέσουν την πραγματική αντιπροσώπευση των συμφερόντων.

Ο Δημητρώφ αναλύει τις αιτίες της νίκης του φασισμού στη Γερμανία, στρέφεται ενάντια στην αντίληψη ότι η νίκη του φασισμού είναι αναπόφευκτη, δείχνει την αναγκαιότητα έγκαιρων προσπαθειών για το σχηματισμό ενιαίου μετώπου των εργατών και παραπέμπει στην ήδη αποκτηθείσα πείρα του ΚΚ Γαλλίας. Ενιαίο μέτωπο των εργατών, υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων ενάντια σε κάθε επίθεση από τα δεξιά, έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ίδρυση ενός Λαϊκού Μετώπου που θα βάλει φραγμό στο δρόμο του φασισμού.

Κατά την ανάλυση των δυνάμεων που αντιτίθενται στο φασισμό ο Δημητρώφ τονίζει ιδιαίτερα την πάλη για ενιαίο μέτωπο της εργατικής τάξης, την πάλη για την ενότητα των συνδικάτων. Υπογραμμίζει την αναγκαιότητα της υπέρβασης του σεχταρισμού, ζητά να δίνεται προσοχή στη συγκεκριμένη συνείδηση των διαφόρων τμημάτων της τάξης, και τέλος αναφέρει τις προϋποθέσεις τού με ποιο τρόπο μπορεί μέσω της ενότητας δράσης να ξεκινήσει ένα προτσές για τη δημιουργία ενιαίων εργατικών κομμάτων.

***

Όλα αυτά τα συμπεράσματα παρόλο που σχετίζονται με την τότε χρονική περίοδο, έχουν μια γενικότερη σημασία και αξία για το παρόν. Επομένως, θα πρέπει να υπάρχει και διαφοροποίηση. Για τους κομμουνιστές κάποτε η Πολωνία, τα βαλτικά κράτη, η Ουγγαρία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία και φυσικά η Γερμανία και η Ιταλία ήταν στον ίδιο βαθμό φασιστικά κράτη. Η έκταση όμως της αφαίρεσης δημοκρατικών δικαιωμάτων, η καταπίεση και η φασιστική τρομοκρατία, ο βαθμός μαζικοποίησης των φασιστικών οργανώσεων, η ρατσιστική «τεκμηρίωση» της φασιστικής ιδεολογίας, διέφεραν από χώρα σε χώρα, όπως διαφορετική ήταν και η ιστορία αυτών των κρατών. Αυτό σημαίνει –διαφορετικά απ΄ ό,τι συνέβηκε στη Γερμανία μετά την ολοκληρωτική ήττα του εργατικού κινήματος- ότι υπήρχαν διάφορες δυνατότητες οργάνωσης της αντίστασης.

Σφάλματα αυτού του είδους επαναλαμβάνονται και από τη σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ. Ένα από αυτά είναι και η ταύτιση φασισμού και ιμπεριαλισμού. Έτσι ο Μάκης Μαϊλης σε ένα άρθρο του στον «Ριζοσπάστη», αναφερόμενος στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατάσταση που επικρατούσε πριν από αυτόν, γράφει: «Ο φασισμός είναι ιμπεριαλισμός»[27]. Λίγο πιο κάτω σημειώνει, ότι «…ο φασισμός είναι γέννημα του καπιταλισμού», που είναι σωστό. Πρόκειται όμως για δυό διαφορετικά ζητήματα. Επειδή ο φασισμός είναι γέννημα του καπιταλισμού, δεν προκύπτει κατ΄ ανάγκη ότι φασισμός και ιμπεριαλισμός ταυτίζονται. Μια χώρα μπορεί να είναι ιμπεριαλιστική και ταυτόχρονα φασιστική π.χ. Γερμανία και Ιταλία κατά την περίοδο της φασιστικής κυριαρχίας. Μια χώρα μπορεί να είναι ιμπεριαλιστική χωρίς να είναι φασιστική π.χ. Αγγλία, Γαλλία κατά την ίδια χρονική περίοδο. Παραπέρα –για να μείνουμε στην ίδια χρονική περίοδο- μια χώρα μπορεί να είναι φασιστική χωρίς να είναι ιμπεριαλιστική π.χ. Ελλάδα, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ρουμανία. Είναι φανερό ότι αυτή η ισοπεδωτική σκέψη αδυνατεί να κατανοήσει ουσιαστικές διαφορές, με αποτέλεσμα, μεταφερόμενη στην πολιτική πρακτική, να οδηγεί στην ανικανότητα αξιοποίησης των ενδοαστικών αντιθέσεων. Και όχι μόνο αυτό. Όταν διακηρύσσεται ότι φασισμός και ιμπεριαλισμός είναι ταυτόσημες έννοιες, τότε αν έρθει πραγματικά ο φασισμός στην εξουσία, το εργατικό λαϊκό κίνημα θα βρεθεί απροετοίμαστο, γιατί όλο το προηγούμενο διάστημα θα έχει συνηθίσει/βαυκαλιστεί στην ιδέα ότι βιώνει ήδη τον φασισμό, επομένως ποια θα είναι η διαφορά; Έτσι, πετάγεται επίσης στον κάλαθο των αχρήστων και η διαπίστωση του Δημητρώφ, την οποία αναφέραμε πιο πάνω, ότι: «Ο ερχομός στην εξουσία του φασισμού δεν είναι συνηθισμένη εγκαθίδρυση μιας αστικής κυβέρνησης στη θέση μιας άλλης, αλλά η αντικατάσταση μιας κρατικής μορφής της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, δηλαδή της αστικής δημοκρατίας, από μια άλλη μορφή, δηλαδή την ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία».

Η ηγεσία όμως του ΚΚΕ κάνει ακόμη ένα βήμα παραπέρα στον αντιλενινισμό της, όταν με τις «Θέσεις» για το 19ο Συνέδριο, διακηρύσσει ότι η Ελλάδα είναι χώρα ιμπεριαλιστική (χωρίς να το έχει τεκμηριώσει θεωρητικά), και ότι «παραμένει σε ενδιάμεση θέση στη διεθνή ιμπεριαλιστική πυραμίδα» (άλλο ένα ιδεολόγημα), που σημαίνει –με βάση την εξισωτική λογική Μαϊλη, η οποία γίνεται αποδεκτή, αφού μέχρι σήμερα δεν έχει δεχτεί καμιά επίσημη κριτική- ότι η Ελλάδα είναι και χώρα φασιστική. Επειδή όμως η Ελλάδα «παραμένει σε ενδιάμεση θέση στη διεθνή ιμπεριαλιστική πυραμίδα» σημαίνει ότι και οι χώρες κάτω από αυτή, δηλαδή εκείνες με χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων (αναπτυσσόμενες χώρες) είναι και αυτές ιμπεριαλιστικές, επομένως και φασιστικές. Άρα, όλες οι χώρες αυτού του πλανήτη είναι ιμπεριαλιστικές και ταυτόχρονα φασιστικές. Από την μαϊλικη λογική προκύπτει επίσης, ότι η Ελλάδα της δεκαετίας του 1940 ήταν χώρα ιμπεριαλιστική αφού ήταν και φασιστική. Πρόκειται για έναν παραλογισμό. Κι ύστερα η ηγεσία του ΚΚΕ μέσα από τις «Θέσεις», αναφερόμενη στην αντιπαράθεση μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, κάνει λόγο για «απομάκρυνση από τη λενινιστική αντίληψη για τον ιμπεριαλισμό». Αλλά ο πρώτος που έχει απομακρυνθεί εδώ και πολύ καιρό από αυτή την αντίληψη είναι η ίδια.

Από τα παραπάνω γίνεται ακόμη φανερό, ότι η αναθεώρηση της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος απ΄ την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ, προετοιμαζόταν συστηματικά και μεθοδευμένα πολύ καιρό πριν.

***

Ας επιστρέψουμε όμως στην εισήγηση του Δημητρώφ. Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που τονίστηκαν ιδιαίτερα στην εισήγησή του στο 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν, ήταν, ότι στη πάλη για το σοσιαλισμό πρέπει να υπάρξουν αναγκαίες μεταβατικές φάσεις. Ο Δημητρώφ υπενθύμισε ξανά, ότι τα κομμουνιστικά κόμματα θα έπρεπε σύμφωνα με τη συγκεκριμένη κατάσταση να αγωνιστούν με τη μια ή την άλλη μορφή για την προετοιμασία της σοσιαλιστικής ανατροπής: «Πριν από δεκαπέντε χρόνια ο Λένιν μάς προέτρεπε να συγκεντρώσουμε όλη μας την προσοχή, “για να ανακαλύψουμε μορφές περάσματος ή πλησιάσματος στην προλεταριακή επανάσταση”. Πιθανό, να αποδειχτεί η κυβέρνηση του ενιαίου μετώπου σε μια σειρά χώρες σαν μια από τις πιο σπουδαίες μορφές περάσματος […]. Γιατί έδινε ο Λένιν τόσο εξαιρετική σημασία στη μορφή περάσματος στην προλεταριακή επανάσταση; Επειδή είχε πάντα μπροστά του “το θεμελιώδη νόμο όλων των μεγάλων επαναστάσεων”, ότι μόνον η προπαγάνδα και η διαφώτιση δεν είναι σε θέση να μεταδώσουν στις μάζες την πραγματική πολιτική πείρα, όταν θέλουμε να κερδίσουμε πραγματικά πλατειές μάζες εργαζομένων με το μέρος της επαναστατικής πρωτοπορίας, πράγμα που είναι αναγκαίο για το νικηφόρο αγώνα για την εξουσία. Συνήθως πρόκειται για λάθος “αριστερού” χαρακτήρα, όταν φανταζόμαστε, ότι στο ξέσπασμα μιας πολιτικής (ή επαναστατικής) κρίσης[28] αρκεί να ρίξει η κομμουνιστική ηγεσία το σύνθημα της επαναστατικής εξέγερσης, για να ακολουθήσουν οι πλατειές μάζες το σύνθημα αυτό. Όχι, ακόμη και σε μια τέτοια κρίση, οι μάζες δεν είναι σε καμιά περίπτωση πρόθυμες για κάτι τέτοιο. Για να βοηθήσουμε τα εκατομμύρια μάζες να μάθουν όσο το δυνατό πιο σύντομα με βάση την ίδια τους την πείρα, τι πρέπει να κάνουν, που βρίσκεται η αποφασιστική διέξοδος, ποιο κόμμα είναι άξιο της εμπιστοσύνης τους, είναι απαραίτητο εκτός από τα άλλα και μεταβατικά συνθήματα, και ιδιαίτερες “μορφές περάσματος ή πλησιάσματος στην προλεταριακή επανάσταση”. Διαφορετικά, οι πιο πλατιές λαϊκές μάζες, όντας παγιδευμένες σε δημοκρατικές αυταπάτες και παραδόσεις, θα ταλαντεύονται, θα διστάζουν, θα αποπροσανατολίζονται, ακόμη και σε μια επαναστατική κατάσταση, για να βρεθούν τελικά κάτω από τα χτυπήματα των φασιστικών δημίων» (σ.σ. η υπογράμμιση δική μας). Πιο καθαρά δεν θα μπορούσε να τεθεί το θέμα: Για το πέρασμα ή πλησίασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση, είναι αναγκαίες μορφές περάσματος, μεταβατικά αιτήματα!

Το 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν συνδέθηκε επομένως με εκείνη την πολιτική, η οποία αναπτύχθηκε από τον Λένιν στο 3ο και 4ο Συνέδριό της, όταν ετίθετο το ζήτημα να μην αντιγράφεται ο δρόμος της Οκτωβριανής επανάστασης, αλλά ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες να αναζητούνται νέοι δρόμοι κατάκτησης των μαζών για το σοσιαλισμό. Μετά τον θάνατο του Λένιν οι σκέψεις αυτές εκτοπίστηκαν λίγο ή πολύ προς όφελος μιας σχηματικής, δογματικά συρρικνωμένης και μονόπλευρης αποδοχής σοβιετικών μοντέλων.

Η παραπάνω διαπίστωση ισχύει σήμερα και για δυνάμεις όπως το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ιδιαίτερα το ΝΑΡ), οι οποίες προχωρούν ακόμη πιο πέρα, αποφασίζοντας βολουνταριστικά εκ των προτέρων, για το ποια μορφή θα έχει η μελλοντική εργατική εξουσία στην Ελλάδα, το αν αυτή θα είναι συμβουλιακή δημοκρατία (σοβιέτ) ή αν θα είναι δομημένη στη βάση δήμου-περιοχής-πανελλαδικού συμβουλίου κτλ. Εδώ ισχύει το ρητό: «Το παιδί ακόμη δεν γεννήθηκε Γιάννη το βαφτίσαμε». Το ποια μορφή θα πάρει η εργατική εξουσία, αυτό θα εξαρτηθεί τόσο από τις ειδικές συνθήκες της Ελλάδας, όσο και από τους ταξικούς αγώνες που θα αναπτυχθούν μελλοντικά, αναδεικνύοντας οι εργαζόμενοι μέσα από αυτούς και τη μορφή προλεταριακής εξουσίας. Γι΄ αυτό και μια τέτοιου είδους συζήτηση σήμερα στερείται νοήματος!

Σαν αποτέλεσμα του 7ου Συνεδρίου προέκυψε ένας παραπέρα νέος προσανατολισμός, η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου. Στη βάση της προσέλκυσης των μαζών –του πλησιάσματός τους- και των ταξικών αγώνων τους, αναπτύχθηκε εκείνη η στρατηγική, η οποία οδηγεί στο σοσιαλισμό και σ΄ αυτή τη διαλεκτική σχέση τονίστηκε το ζήτημα των συμμαχιών. Έτσι μετά το 1945 ιδρύθηκαν τα κράτη της Λαϊκής Δημοκρατίας στην Ανατολική Ευρώπη, τα οποία την πρώτη χρονική περίοδο δεν ήταν ακόμη σοσιαλιστικά, όμως δεν ήταν ούτε καπιταλιστικά. Από τα εκεί κομμουνιστικά κόμματα υπήρχε η σκέψη για ένα μακροχρόνιο προτσές, στο οποίο έπρεπε να δοθεί η δυνατότητα στους συμμάχους τους να πλησιάσουν τις αντιλήψεις τους περί σοσιαλισμού. Σ΄ αυτό το προτσές υπήρξαν επίσης χώρες όπου τα κομμουνιστικά κόμματα ενώθηκαν με τα σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά (Ανατολική Γερμανία, Ουγγαρία).

***

Το παραπάνω προτσές μετάβασης (μεταβατικός δρόμος) αποσιωπά συνειδητά και προκλητικά η σημερινή ηγετική ομάδα του ΚΚΕ. Αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι να αναφερθεί άμεσα στα ντοκουμέντα του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν, στην εισήγηση του Δημητρώφ για τον φασισμό, γιατί γνωρίζει πολύ καλά τις αντιδράσεις που θα προκύψουν. Με διάφορες μαϊμουνιές, επιστρέφει στη λογική του 6ου Συνεδρίου της Κομιντέρν, χωρίς να το δηλώνει ανοιχτά.

Ένα παράδειγμα. Στο «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1949-1968» διατυπώνεται η θέση: «Αποδείχτηκε στην πράξη (ΠΓ: πότε αποδείχτηκε;) ότι ήταν λάθος η υιοθέτηση, από το ΚΚΕ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, “ενδιάμεσου” στόχου εξουσίας που χαρακτηριζόταν είτε ως “επαναστατική εξουσία αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα” ή “Λαϊκή Δημοκρατική Κυβέρνηση”, είτε ως “αντιιμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή εξουσία” ή ως “αντιμονοπωλιακή διακυβέρνηση”[29]. Εδώ γίνεται λόγος για εγκαθίδρυση άμεσα της εργατικής εξουσίας, απορρίπτοντας το Πρόγραμμα που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριο, το οποίο έθετε μεταβατικά αιτήματα και καθόριζε σωστά την πολιτική συμμαχιών του κόμματος. Η πρώτη παρατήρηση είναι: Δεν γνωρίζει η ηγεσία του ΚΚΕ ότι το Πρόγραμμα του κόμματος μπορεί να αλλάξει μόνο από προγραμματικό Συνέδριο; Η καταστρατήγησή του όμως ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν, σταδιακά, με μικρά βηματάκια. Το εξοργιστικό όμως είναι, ότι μέχρι σήμερα εξακολουθεί ακόμη να υποστηρίζει τη θέση, ότι με τις «Θέσεις» για το 19ο Συνέδριο δεν καταργείται το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου, απλά πρόκειται για έναν …εκσυγχρονισμό. Η διγλωσσία σε όλο της το μεγαλείο. Πως αλλιώς θα πείσει τα μέλη του κόμματος να ψηφίσουν το Σχέδιο Προγράμματος; Δεύτερο: Αλήθεια, σε ποια βάση το ΚΚΕ αποφασίζει ότι το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ακολουθεί μια εσφαλμένη τακτική/στρατηγική; Μελέτησε πραγματικά την πείρα όλων των κομμουνιστικών κομμάτων; Πήρε υπόψη του τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα; Συνέπεια της παραπάνω θέσης είναι, ότι σήμερα το ΚΚΕ έχει έρθει σε ανοιχτή ρήξη με όλο σχεδόν το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, συμπεριλαμβανομένου και κομμουνιστικών κομμάτων, όπως το ΚΚ Πορτογαλίας και το ΚΚ Κούβας, τα οποία παλεύουν αταλάντευτα από μαρξιστικές θέσεις. Όμως η ίδια στάση κρατήθηκε (ακριβώς απ΄ την ανάποδη) και στην χρονική περίοδο 1989/90, όταν σχηματίστηκαν οι κυβερνήσεις της ντροπής, χωρίς μέχρι σήμερα η ηγετική ομάδα να αναγνωρίσει τα λάθη της. Και τότε, η ηγεσία του ΚΚΕ παρουσίαζε την πολιτική πρακτική της ως παγκόσμια πρωτοτυπία. Πρόκειται για μια σκέψη η οποία κινείται μεταξύ δυό άκρων, κι όποιον πάρει ο χάρος. Τρίτο: Γιατί η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ στην επιχειρηματολογία της αποσιωπά σκόπιμα τον επιτυχημένο μεταβατικό δρόμο που διέτρεξαν όλες οι χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας, όπως επίσης της Κίνας (όπου το εκεί κομμουνιστικό κόμμα έθετε ως μεταβατική φάση την λεγόμενη «Νέα Δημοκρατία») και μετέπειτα της Κούβας; Τέταρτο: Αντί η ηγεσία του ΚΚΕ να μελετήσει βαθιά τις αδυναμίες και τα σφάλματα που διαπράχτηκαν κατά τη διάρκεια μιας αντιιμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής πορείας σε χώρες όπως η Χιλή επί Αλιέντε και η λεγόμενη «Επανάσταση των Γαρυφάλλων» στην Πορτογαλία, παραπέμπει διαρκώς στις αποτυχίες, χωρίς να εξετάζονται οι συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και τα σφάλματα που διαπράχτηκαν από τις εκεί δυνάμεις της Αριστεράς, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των εκεί κομμουνιστικών κομμάτων. Πέμπτο: Από το τρίτο και τέταρτο σημείο προκύπτει, ότι η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ στα κείμενά της, κάνει μια επιλεκτική προσέγγιση προκειμένου να καταλήξει στα επιθυμητά γι΄ αυτήν αποτελέσματα. Όμως αυτό στη μαρξιστική φιλοσοφία ονομάζεται μεταφυσική και όχι διαλεκτική αντιμετώπιση των πραγμάτων! Πρόκειται σε τελική ανάλυση για κατακρεούργηση της υλιστικής διαλεκτικής! Έκτο: Ως συνέπεια αυτής της αντίληψης, που θέτει το «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», είναι και η αναθεώρηση της ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ) στην Ελλάδα. Μ΄ αυτή την έννοια θεωρείται ως σφάλμα, ότι το ΕΑΜ -και κατά συνέπεια το ΚΚΕ, ως η μεγαλύτερη πολιτική του δύναμη-, δεν έθεσε άμεσα ζήτημα προλεταριακής εξουσίας (δικτατορία του προλεταριάτου), γι΄ αυτό και όπως υποστηρίζει η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης ηττήθηκε. Πρόκειται για άλλη μια διαστρέβλωση των γεγονότων, προκειμένου αυτή η ανιστόρητη ηγεσία να καταλήξει στο επιθυμητό γι΄ αυτήν αποτέλεσμα. Η πραγματικότητα όμως είναι, ότι το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης ηττήθηκε εξαιτίας των λαθών του και της υποτίμησης του ταξικού αντιπάλου, τόσο της ελληνικής αστικής τάξης, όσο και του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού. Θυμίζουμε εδώ τις Συμφωνίες του Λιβάνου (20.05.1944) και της Καζέρτας (26.09.1944), τη στάση που κράτησε ο ΕΛΑΣ (με ευθύνη και της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ) να σταλούν σημαντικά τμήματά του στην Ήπειρο κυνηγώντας τον Ζέρβα όταν η Αθήνα τον Δεκέμβρη του 1944 φλέγονταν, και φυσικά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12.02.1945) με τον αφοπλισμό του. Πρόκειται για μια σωρεία λαθών, τα οποία οδήγησαν τελικά στην ήττα της Εθνικής Αντίστασης.

***

Ας επιστρέψουμε όμως ξανά στη σημασία του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν. Ο Τολιάτι στην εισήγησή του δείχνει την αποσάθρωση του συστήματος των Βερσαλλιών και τον αυξανόμενο κίνδυνο πολέμου, αλλά επίσης και την αυξανόμενη διαφοροποίηση στο στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού. Ένα στρατόπεδο επιθετικών κρατών τα οποία πιέζουν για πόλεμο με στόχο την επέκταση του εδάφους κυριαρχίας τους, απέναντι στα οποία βρίσκονται άλλα ιμπεριαλιστικά κράτη, τα οποία θέλουν να διατηρήσουν το λιγότερο το υπάρχων εδαφικό status quo. Με βάση μια διαφοροποιημένη παράθεση των αντιφάσεων και των διαφορετικών θέσεων συμφερόντων του ιμπεριαλισμού, ο Τολιάτι δείχνει ότι μπορεί από την αξιοποίηση αυτών των αντιθέσεων να προκύψουν δυνατότητες που θα εμποδίσουν τη δημιουργία ενός μπλοκ εξουσίας ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. «Αυτό εγκαινιάζει για την ειρηνική πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης μεγάλες δυνατότητες… Αν υπάρχουν διαφορές τότε θα πρέπει να τις λάβουμε υπόψη για τον καθορισμό της επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής μας στην πάλη ενάντια στον πόλεμο».

Στα αδύνατα σημεία του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν ανήκει ασφαλώς και το ότι σε συνθήκες όπου επικρατούσε η προσωπολατρία απέναντι στον Στάλιν δεν ήταν δυνατό να αποκαλυφτούν οι αιτίες για την μέχρι τότε λαθεμένη στρατηγική, αλλά ως συνήθως ακολουθούνταν η γνωστή πρακτική, ότι η υπέρβαση των λαθών θα έπρεπε να γίνει στην πάλη προς τα μπρος.

Η πρακτική επίσης του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία και την Ισπανία λίγο πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο απέτυχε στα ταξικά σύνορα. Επιτυχίες υπήρξαν εκεί που η αντιφασιστική πολιτική δεν περιορίστηκε στην κυβέρνηση, αλλά στηρίχτηκε σε λαϊκά κινήματα. Απέτυχε οπισθοχωρώντας μπροστά απ΄ τις αντιδραστικές επιθέσεις στη Γαλλία, αλλά και εξαιτίας υπερ-επαναστατικών δράσεων στη συμμαχία κατά τη μάχη επιβίωσης ενάντια στους φασίστες επιδρομείς στην Ισπανία. Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου απέτυχε τέλος με την υποταγή των αστικών καθεστώτων της Αγγλίας και της Γαλλίας μπροστά στην επιθετική πολιτική της χιτλερικής Γερμανίας κατά την υπογραφή της Συμφωνίας του Μονάχου (29.09.1938) ενάντια στην Τσεχοσλοβακία. Ένα χτύπημα δέχτηκαν επίσης οι προσπάθειες για σχηματισμό Λαϊκών Μετώπων ως αποτέλεσμα των αλλαγών στη σοβιετική εξωτερική πολιτική κατά την πρώτη φάση του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου: πρόκειται για το γνωστό Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ (23.08.1939).

Ιδιαίτερη σημασία είχε η στρατηγική του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν για την πολιτική και τη δράση των κομμουνιστών οι οποίοι αποτέλεσαν την πιο δραστήρια ηγετική δύναμη του κινήματος Αντίστασης σε όλη την Ευρώπη ενάντια στους φασίστες επιδρομείς. Η στρατηγική αυτή αποτέλεσε την αφετηριακή βάση σύμφωνα με την οποία συμμετείχαν οι κομμουνιστές κάτω από διαφορετικές συνθήκες στην οικοδόμηση της μεταπολεμικής κατάστασης πραγμάτων έως ότου ο ψυχρός πόλεμος άλλαξε τις συνθήκες.

Επομένως, ένα ακόμη σημαντικό συμπέρασμα που απορρέει απ΄ την παραπάνω ανάλυση και που αφορά στην επιτυχία ή αποτυχία της τακτικής των Λαϊκών Μετώπων στις διάφορες χώρες, είναι ότι πρέπει να εξετάζεται η κάθε χώρα ξεχωριστά και να αναλύονται τόσο οι εσωτερικές συνθήκες που επικρατούσαν εκεί όσο και ο διεθνής της περίγυρος. Αυτό αφορά –όπως αναφέραμε πιο πάνω- κατ΄ ανάγκη και το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης στην Ελλάδα και τον ηγετικό ρόλο του ΚΚΕ σε αυτήν.

Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι στο Συνέδριο κανείς δεν είπε: «Η στρατηγική του 6ου Συνεδρίου ήταν λάθος». Υπήρχε μόνο η δήλωση ότι άλλαξαν οι συνθήκες, γι΄ αυτό οι κομμουνιστές χρειάζονται μια νέα τακτική.

Μέσα από όλες τις εισηγήσεις δόθηκε επίσης η εντύπωση ότι πρόκειται απλά για αλλαγές στην τακτική. Το Πρόγραμμα που είχε αποφασιστεί στο 6ο Συνέδριο δεν αμφισβητήθηκε ανοιχτά. Μέσα σ΄ αυτό το Πρόγραμμα υπήρχε η διαπίστωση ότι ο δρόμος προς το σοσιαλισμό στις καπιταλιστικές χώρες είναι ο δρόμος της άμεσης πάλης για την εργατική εξουσία. Από το 7ο Συνέδριο όμως διορθώθηκε, και αυτό ήταν κάτι περισσότερο από διόρθωση της τακτικής. Όμως κανείς δεν το εξέφρασε ανοιχτά.

***

Ποια είναι όμως τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από το 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν; Αυτά θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα παρακάτω:

Πρώτο. Η αστική τάξη μπορεί να διαμορφώσει την δικτατορία της με διάφορους τρόπους, με τον «αστικο-κοινοβουλευτικό», με τον αυταρχικό/δεσποτικό, με τον φασιστικό (ο οποίος μάλιστα δεν είναι παντού ίδιος).

Δεύτερο. Δικτατορία της αστικής τάξης δεν σημαίνει κατ΄ αναγκαίο τρόπο, ότι περιλαμβάνεται σε μια μορφή δικτατορίας της όλη η τάξη. Ο χιτλεροφασισμός είναι η εξουσία των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιστικών, των πιο επιθετικών δυνάμεων του γερμανικού μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Τρίτο. Όπως έχει δείξει ήδη ο Λένιν, η εργατική τάξη μπορεί να έρθει στην εξουσία, όμως για να γίνει αυτό κατορθωτό, θα πρέπει οι μάζες να έρθουν πιο κοντά μέσα από μεταβατικές φάσεις (μεταβατικός δρόμος).

Τέταρτο. Σε αυτή την πάλη δεν σημαίνει ότι βρίσκονται απέναντι «τάξη ενάντια σε τάξη», αλλά η εργατική τάξη πρέπει να παλέψει για όσο το δυνατό πιο πλατιές μορφές πάλης, για συμμαχίες με τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, για ένα κοινωνικο-πολιτικό μέτωπο, που σήμερα θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε Λαϊκό Μέτωπο, το οποίο θα έχει σαφή αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή δημοκρατική κατεύθυνση, με απώτερο στόχο του το σοσιαλισμό.

Μετά την παραπάνω συμπυκνωμένη ανάλυση στιγμών της ιστορίας του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος, είναι πλέον ανάγκη να έρθουμε στο σήμερα.

***

6. Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ΣΗΜΕΡΑ

Κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός (ΚΜΚ) και μεταβατικός δρόμος

Η δυνατότητα της μετάβασης προς το σοσιαλισμό και το περιεχόμενο της μεταβατικής περιόδου, είχε αναχθεί στην ιστορία του εργατικού κινήματος πάντα από τις συγκεκριμένες συνθήκες της ταξικής πάλης. Γιατί είναι αναγκαίος ο μεταβατικός δρόμος και ποια συμπεράσματα μπορούν να βγουν για την τακτική που οφείλει να αναπτύξει ένα μαρξιστικό επαναστατικό κόμμα σε συνθήκες κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού (σ.σ. από δω και στο εξής ΚΜΚ), όπως αυτές της Ελλάδας;

Πρώτο. Το πρώτο ζήτημα που αφορά στην αναγκαιότητα του μεταβατικού δρόμου, σχετίζεται άμεσα με την υλιστική διαλεκτική, και είναι γενικότερης σημασίας. Είναι γνωστό ότι στην κοινωνία δεν υπάρχει κανένα ξαφνικό απροετοίμαστο άλμα από μια ποιότητα σε μια άλλη, -στο ζήτημα που εξετάζουμε-, από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, αλλά προηγουμένως αναγκαία είναι η συσσώρευση ποσοτικών αλλαγών. Όταν ανάμεσα σε δυό κοινωνικές ποιότητες, ανάμεσα σε δυό κοινωνικούς σχηματισμούς, δεν υπήρχε μετάβαση/μεταβατικός δρόμος, δηλαδή η μεταβολή ήταν ξαφνική, απροετοίμαστη, τότε πολύ απλά, κάθε αλλαγή θα σήμαινε ταυτόχρονα και επανάσταση! Ρεφορμισμός και επανάσταση δεν θα ξεχώριζαν μεταξύ τους, αλλά θα ταυτίζονταν. Και αυτό το οποίο εμφανίζεται χωρίς να έχει προηγουμένως προετοιμαστεί, χωρίς να υπάρχει συσσώρευση ποσοτικών αλλαγών, δεν έχει καμιά δύναμη για να προετοιμάσει αυτό το απροετοίμαστο άλμα, επομένως και η ύπαρξη του μαρξιστικού επαναστατικού κόμματος θα ήταν περιττή!

Στο ζήτημα αυτό εμφανίστηκαν στο παρελθόν δυό βασικές αντιλήψεις. Σύμφωνα με την πρώτη (ρεφορμισμός) «Ο στόχος (σοσιαλισμός) δεν είναι τίποτα, ο δρόμος είναι το παν». Η αντίληψη αυτή δεν βλέπει το ποιοτικό άλμα (μετάβαση από τον ένα κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό σε έναν άλλο), αλλά μόνο ποσοτικές μεταβολές. Σύμφωνα με την δεύτερη (αριστερισμός/σεχταρισμός) «Ο δρόμος δεν είναι τίποτα, ο στόχος είναι το παν». Η αντίληψη αυτή δεν βλέπει ότι το ποιοτικό άλμα χρειάζεται προετοιμασία. Και οι δυό αυτές αντιλήψεις μεταφερόμενες στην πολιτική πρακτική, έχουν επιφέρει κατά καιρούς τεράστιες καταστροφές στο κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα. Η πρώτη το οδήγησε στην ενσωμάτωσή του στο καπιταλιστικό σύστημα, η δεύτερη στη συρρίκνωσή του.

Δεύτερο. Η πιο βαθιά κοινωνικο-οικονομική αιτία που καθιστά αναγκαίο τον μεταβατικό δρόμο σε συνθήκες ΚΜΚ, βρίσκεται στην αντικειμενική εξέλιξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Τα μονοπώλια[30] τα οποία έχουν ενώσει την δύναμή τους με αυτήν του αστικού κράτους, αποτελούν την σπονδυλική στήλη του σημερινού καπιταλισμού. Με την υπέρβαση της εξουσίας τους θα γινόταν η υπέρβαση του πιο σημαντικού εμποδίου στο δρόμο προς το σοσιαλισμό. Γι΄ αυτό είναι αναγκαίο όλη η δύναμη πυρός να συγκεντρωθεί στην πάλη ενάντια στο μονοπωλιακό κεφάλαιο, ενάντια στην ενωμένη δύναμη μονοπωλιακού κεφαλαίου και καπιταλιστικού κράτους.

Τρίτο. Κάτω από τις παρούσες συνθήκες, η δημοκρατική πάλη και η σύμπλεξή της με την πάλη για τον σοσιαλισμό, αποκτούν μια νέα ποιότητα. Αν στην αρχική περίοδο ύπαρξης του εργατικού κινήματος η πάλη για δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες ήταν στραμμένη ενάντια στο φεουδαρχισμό ή στα φεουδαρχικά κατάλοιπα, σήμερα η πάλη αυτή πρέπει να στραφεί κυρίως ενάντια στο μονοπωλιακό κεφάλαιο και τη διείσδυσή του, η οποία στοχεύει στην καταπίεση και την αποσάθρωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια επανεγκαθίδρυση της κλασικής αστικής δημοκρατίας, η οποία αμφισβητείται όλο και περισσότερο από τα μονοπώλια και το κράτος τους. Το να θέλει κανείς μια επιστροφή στον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού, θα ήταν ουτοπικό. Επειδή όμως η πάλη για δημοκρατία πρέπει να στραφεί ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων και κατά συνέπεια ενάντια στο βασικό εμπόδιο που τίθεται στο δρόμο προς το σοσιαλισμό, η πάλη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία απ΄ ό,τι παλιότερα, αποτελώντας ένα άμεσο συστατικό στοιχείο στη πάλη για το σοσιαλισμό.

Τέταρτο. Στις σημερινές συνθήκες η πάλη για εθνική ανεξαρτησία και πλήρη άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πάλης για το σοσιαλισμό. Το κυρίαρχο δικαίωμα του λαού μας να αποφασίζει για το παρόν και το μέλλον του, για την οικονομική πολιτική του, για την ανάπτυξη του παραγωγικού δυναμικού της χώρας μας, δεν είναι ζήτημα που παραπέμπεται στον απώτερο στόχο, αλλά αποτελεί συστατικό στοιχείο του μεταβατικού δρόμου, είναι ζήτημα που πρέπει να τεθεί εδώ και τώρα. Εθνική όμως ανεξαρτησία και πλήρης άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, σημαίνει πρώτιστα, σπάσιμο των ιμπεριαλιστικών δεσμών, σπάσιμο των αλυσίδων με την οποία προσδέθηκε η χώρα μας στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Από δω προκύπτει άμεσα, ότι η αντιιμπεριαλιστική πάλη αποτελεί συστατικό στοιχείο της πάλης για το σοσιαλισμό.

Πέμπτο. Από τον σχηματισμό του ΚΜΚ, προκύπτουν ταυτόχρονα σημαντικά συμπεράσματα για την πολιτική συμμαχιών[31]. Μέσω της συνύφανσης μονοπωλίων και κράτους, γεννιέται ένα καρτέλ εξουσίας, η υπέρβαση του οποίου μπορεί να γίνει μόνο από μια ισχυρή αντίρροπη δύναμη. Η δύναμη αυτή ισχυροποιείται όλο και περισσότερο, όσο πιο πολύ επιτυγχάνεται η συνεργασία σε μια πλατιά αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή συμμαχία, των δυνάμεων εκείνων, οι οποίες συγκρούονται με το σύστημα του ΚΜΚ –ακόμη κι αν πρόκειται για ζητήματα μερικής σημασίας. Δυνατότητες για μια τέτοιου είδους πολιτική συμμαχιών προκύπτουν, όχι μόνο εξαιτίας τού ότι τα μονοπώλια εκμεταλλεύονται την εργατική τάξη, αλλά και απ΄ το ότι όλη η κοινωνία πληρώνει φόρο αίματος, ενώ απ΄ την εξουσία και τα συμφέροντα για κέρδη της μονοπωλιακής αστικής τάξης, προκύπτουν κίνδυνοι για την ειρήνη, τις φυσικές βάσεις ύπαρξης των ανθρώπων (περιβάλλον) καθώς και τις συνθήκες ύπαρξης των λαών στις αναπτυσσόμενες χώρες. Επομένως, η κοινωνικο-πολιτική συμμαχία αποτελεί στοιχείο εκ των ουκ άνευ, για να είναι σε θέση το εργατικό λαϊκό κίνημα να επιβάλει τη θέληση του, δηλαδή την εκπλήρωση των μεταβατικών αιτημάτων. Η κοινωνικο-πολιτική όμως συμμαχία απαιτεί προετοιμασία, απαιτεί τα αιτήματα που θα τίθενται προς λύση να λαμβάνουν υπόψη τους το σημερινό επίπεδο συνείδησης των μαζών.

Έκτο. Στην πάλη για το μεταβατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό, ο μαρξισμός ξεκινούσε πάντα από τη θέση, ότι για μια επιτυχή σοσιαλιστική αλλαγή, δεν αρκεί η ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων στη μορφή ενός συγκεκριμένου επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, αλλά ότι είναι αναγκαίος και ένας αντίστοιχος βαθμός ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα. Αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαίος ένας υψηλός βαθμός οργανωτικότητας της εργατικής τάξης και της ενότητας δράσης της, η γνώση της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού απ΄ την πλειοψηφία της και η ετοιμότητά της στην πάλη για το σοσιαλισμό. Η απαρίθμηση αυτών των παραγόντων αρκεί για να καταλήξει κανείς στη διαπίστωση, ότι στην Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει καθόλου λόγος για ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα, ο οποίος είναι αναγκαίος για το σοσιαλισμό. Η πλειοψηφία των εργαζομένων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα πρέπει κατ΄ αρχή να περάσει μέσα από ένα μακροχρόνιο προτσές της ταξικής πάλης και στη βάση της δικής της εμπειρίας να αναγνωρίσει την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού και την ετοιμότητα να παλέψει γι΄ αυτόν. Οι καθημερινές όμως εμπειρίες που αποκομίζουν από την πάλη τους, προσκρούουν κατ΄ αρχή στην εξουσία των μονοπωλίων και στην πολιτική του κράτους, η οποία υπηρετεί τα συμφέροντά τους. Αν στα παραπάνω προστεθεί, ότι το μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα στη χώρα μας σήμερα δεν έχει ισχυρή δύναμη, τόσο το ίδιο σε μέλη όσο και μαζική επιρροή μέσα στο λαό, τότε γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η άμεση προβολή και προπαγάνδιση του σοσιαλιστικού στόχου είναι καταδικασμένη να πέσει στο κενό. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο σοσιαλιστικός στόχος απομακρύνεται ακόμη περισσότερο, όσο κι αν αυτός παρουσιάζεται με επαναστατική φρασεολογία, διότι πολύ απλά, αυτή για τους εργαζόμενους δεν είναι παρά αφηρημένες έννοιες.

***

Αλλαγές στον καπιταλισμό

Για την χάραξη μιας σωστής τακτικής και στρατηγικής, ένα μαρξιστικό επαναστατικό κόμμα πρέπει να ξεκινά πάντα από το έδαφος του σημερινού καπιταλισμού, λαμβάνοντας υπόψη του τις αλλαγές που έλαβαν/λαμβάνουν χώρα τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στα πλαίσια της χώρας που δρα. Όταν κάνουμε λόγο για (νέες) εξελίξεις στον καπιταλισμό, τότε έχουμε κατ΄ αρχήν υπόψη μας τις μαζικές επιθέσεις στις κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων. Σε όλη τους την έκταση έγιναν αυτές δυνατές μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ευρώπη και το αδυνάτισμα του πολιτικού, εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος που ακολούθησε. Το γεγονός ότι η αντιδραστική επίθεση ξεκίνησε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, παραπέμπει μολαταύτα στο γεγονός, ότι οι βασικές αιτίες εξαρτώνται από προτσές τα οποία λαμβάνουν χώρα στον ίδιο τον καπιταλισμό. Για τις αλλαγές αυτές χρησιμοποιείται ευρέως ο όρος «παγκοσμιοποίηση», ο σωστός όρος όμως είναι «καπιταλιστική / ιμπεριαλιστική διεθνοποίηση» ή «διεθνοποίηση του κεφαλαίου»[32]. Περί τίνος λοιπόν πρόκειται; Αναφέρουμε μερικά μόνο κομβικά ζητήματα:

Πρώτο. Από την κρίση στα μέσα της δεκαετίας του 1970 έχουμε μια αύξηση των καπιταλιστικών κρισιακών φαινομένων. Ονομαστικά μπορούν να αναφερθούν: Οι φάσεις της ανόδου χαρακτηρίζονται από ένα σχετικά χαμηλό ποσοστό ανάπτυξης, δομικές κρίσεις, αυξανόμενη μαζική ανεργία, η οποία ακόμη και κατά την περίοδο της ανοδικής φάσης δεν μπορεί να μειωθεί αισθητά, εκρηκτικό κρατικό χρέος, κλονισμό του χρηματιστικού συστήματος, όπου μεταξύ των άλλων, το μεγάλο κεφάλαιο και το κράτος προσπαθούν να βρουν μια διέξοδο με το χτύπημα των κοινωνικών δικαιωμάτων και δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα προσανατολισμού στην παγκόσμια αγορά. Η παγκόσμια αγορά μετατρέπεται έτσι σε ένα ενιαίο πεδίο καπιταλιστικού ανταγωνισμού, το οποίο καταλαμβάνει όλη τη γήινη σφαίρα. Τα τυχόν εμπόδια που υψώνονται απέναντι σ΄ αυτό τον ανταγωνισμό γκρεμίζονται.

Δεύτερο. Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου ωθεί στη κορυφή την τάση για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου[33]. Αυτή οδηγεί σε όλο και νέες χώρες σε συγχωνεύσεις τεραστίων διαστάσεων. Σαν αποτέλεσμα αυτού του προτσές σχηματίζεται μια όλο και υψηλότερη βαθμίδα μονοπωλισμού και η συνδεόμενη με αυτή κοινωνικοποίηση της παραγωγής (σ.σ. η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την κοινωνικοποίηση στα μέσα παραγωγής). Κυρίαρχα κεφάλαια στην παγκόσμια αγορά έχουν γίνει τα υπερεθνικά κοντσέρν, τα οποία συμπλέκουν το προτσές της παραγωγής σε παγκόσμια δίκτυα στη βάση των πιο ευνοϊκών συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου[34]. Ο τζίρος και τα κέρδη των υπερεθνικών κοντσέρν υπερβαίνουν σήμερα το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) ή το λιγότερο τον κρατικό προϋπολογισμό ολόκληρων κρατών, ενώ είναι σε θέση να τα εκβιάσουν οικονομικά, σε πολλές περιπτώσεις και πολιτικά. Τα κράτη εμπλέκονται σε μια ανελέητη ανταγωνιστική πάλη ώστε να εξασφαλίσουν στις πολυεθνικές εταιρίες την κατάσταση εκείνη που θα τους αποφέρει το μέγιστο δυνατό κέρδος.

Τρίτο. Οι πολυεθνικές εταιρίες (πολυεθνικά κοντσέρν) ωθούν παραπέρα την υπερεθνικοποίηση της εργασίας. Κατά το κυνήγι του μέγιστου δυνατού κέρδους, το κεφάλαιο αναζητά παγκοσμίως την πιο φθηνή εργατική δύναμη. Έτσι ασκείται πίεση στην καλύτερα πληρωμένη, προστατευμένη και οργανωμένη εργατική δύναμη στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Τα εκάστοτε εθνικά τμήματα της εργατικής τάξης ωθούνται σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ τους, οι χειρότερες κοινωνικές συνθήκες τίθενται σαν μέτρο για το σύνολο της εργατικής τάξης, ενώ παγκοσμίως επιβάλλεται ένα ντάμπιγκ στους μισθούς και τα κοινωνικά δικαιώματα.

Τέταρτο. Στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου ανήκει μια νέα ποιοτικά βαθμίδα της δικτύωσης της διεθνούς χρηματοπιστωτικής ροής και πιστωτικής κερδοσκοπίας. Καθημερινά μπαινοβγαίνουν δισεκατομμύρια δολάρια στα χρηματιστήρια συναλλάγματος. Σε τεράστια μεγέθη κινείται ο τζίρος από μετοχές, ομόλογα των πολυεθνικών και παράγωγα. Μόνο ένα μικρό ποσοστό σχετίζεται με την πραγματική παραγωγή και το εμπόριο. Όλα τα άλλα είναι καθαρή κερδοσκοπία. Η κρίση στην Ασία, οι κρίσεις στη Ρωσία, στο Μεξικό ή τη Βραζιλία, όπως και η σημερινή κρίση του καπιταλισμού, δείχνουν παραστατικά, με ποιο τρόπο οι χρηματιστές κερδοσκόποι μπορούν να ωθήσουν προς τα πίσω την οικονομική πολιτική ολόκληρων κρατών και περιοχών οδηγώντας την στα ερείπια.

Πέμπτο. Με την διεθνοποίηση του κεφαλαίου συνδέονται εξελίξεις οι οποίες σχετίζονται παραπέρα με το χρηματιστικό σύστημα. Πρόκειται κυρίως για το ύψος των μετοχών και των τοκομεριδίων, τα οποία αποτελούν σημαντικό κριτήριο για τον καθορισμό της εισροής και εκροής κεφαλαίου, τη διεύρυνση της παραγωγής, το κλείσιμο επιχειρήσεων, το μέλλον εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων, ακόμη και ολόκληρων κρατών.

Έκτο. Σαν αποτέλεσμα αυτού του προτσές αυξάνεται όλο και περισσότερο το χάσμα μεταξύ των φτωχών και πλουσίων. Αυτό ισχύει κυρίως για την αυξανόμενη απόσταση μεταξύ των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και των φτωχών χωρών. Παράλληλα αυξάνει όλο και περισσότερο το χάσμα μεταξύ φτωχών και πλουσίων μέσα στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις.

Έβδομο. Οι εξελίξεις αυτές λαμβάνουν χώρα στο φόντο επαναστατικών αλλαγών στις παραγωγικές δυνάμεις. Αναφέρουμε εδώ κυρίως τις νέες τεχνολογίες επικοινωνιών. Αυτές δεν κάνουν σήμερα δυνατή μόνο τη δικτύωση του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά και την ταχύτατη δικτύωση του προτσές παραγωγής, καθώς και της χρηματοπιστωτικής ροής πάνω σε όλο τον πλανήτη.

Όγδοο. Τα παραπάνω προτσές συνετέλεσαν ώστε να αυξηθεί σημαντικά η επιθετικότητα και η αντίδραση οι οποίες πηγάζουν από την κυριαρχία των μονοπωλίων. Οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις συνεργάζονται ώστε να εκμηδενίσουν και τα τελευταία εμπόδια που τίθενται για την ολοκληρωτική κυριαρχία πάνω στην παγκόσμια αγορά από τις πολυεθνικές. Εκεί, όπου ο οικονομικός μοχλός δεν φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, τίθεται σε κίνηση η ιμπεριαλιστική μιλιταριστική μηχανή. Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ανατολική Ευρώπη οι αντιθέσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα έγιναν πιο έντονες, ενώ εμφανίστηκαν καινούργιες. Οι κίνδυνοι για πολέμους οι οποίοι πηγάζουν από τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις αυξήθηκαν, το ίδιο και οι πολεμικές αντιπαραθέσεις. Η τάση για αντίδραση στο εσωτερικό των χωρών βρίσκει την έκφρασή της στις επιθέσεις που γίνονται πάνω στις δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις καθώς και στην στεγανοποίηση του «φρούριου Ευρώπη», ενάντια στα αποτελέσματα της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης με τη μορφή της αυξητικής τάσης πολεμικών συρράξεων και της ροής εξαθλιωμένων φυγάδων.

***

Το ότι οι παραπάνω εξελίξεις λαμβάνουν χώρα κυρίως στα πλαίσια του ιμπεριαλισμού, πρέπει, για κάθε έναν που έχει μελετήσει τη λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, να του είναι καθαρό. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τη θεωρία του ΚΜΚ. Μήπως όμως με την έννοια του «νεοφιλελευθερισμού» έχουμε να κάνουμε με μια αποχώρηση/απόσυρση του αστικού κράτους από το οικονομικό προτσές;

Ο πυρήνας της θεωρίας του ΚΜΚ είναι η συνύφανση της εξουσίας των μονοπωλίων με την εξουσία του κράτους. Οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί με τους οποίους το κράτος δρα προς όφελος των συμφερόντων των μονοπωλίων, μπορούν να αλλάξουν, και αλλάζουν στη συνάφεια με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με τις αλλαγές στις συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου, με τις αξιώσεις της διεθνούς ανταγωνιστικής πάλης, με τη δύναμη και την επιρροή (ή την αδυναμία) του εργατικού κινήματος πάνω στις αποφάσεις του κράτους, καθώς και άλλους παράγοντες.

Έτσι, στην ιστορία της Ελλάδας, κατά περιόδους έλαβαν χώρα πολλές φορές διάφορες παραλλαγές στο μοντέλο της κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης του καπιταλισμού. Κάποιες φορές οι κρατικές παρεμβάσεις οπισθοχωρούν σε κάποιους τομείς, ενώ σε κάποιους άλλους ενισχύονται. Έτσι, κατά τα τελευταία χρόνια το κράτος αποτραβιέται από την άμεση επιχειρηματική δραστηριότητα μέσω ιδιωτικοποιήσεων, ενόσω από την άλλη επεμβαίνει όλο και περισσότερο αυξητικά με την φορολογική πολιτική στους εργαζόμενους και επιδοτήσεις στο κεφάλαιο. Μέσω της νομοθεσίας και την ίδρυση θεσμικών οργάνων ρύθμισης το κράτος επεμβαίνει προς όφελος των συμφερόντων της μονοπωλιακής αστικής τάξης στις συνθήκες πάλης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Παράλληλα ενισχύονται οι κατασταλτικοί του μηχανισμοί[35]. Ιδιαίτερα τα τελευταία τρία χρόνια, με την ψήφιση των Μνημονίων στη χώρα μας, το προτσές αυτό έχει επιταχυνθεί: Αφενός με το τσάκισμα των εργασιακών σχέσεων και την αφαίρεση μιας σειράς εργασιακών δικαιωμάτων, την φορολογική πολιτική, την μισθολογική πολιτική, τα χαράτσια, την μαζική ανεργία, το ξεπούλημα του δημόσιου τομέα της οικονομίας κ.α. Αφετέρου το ΚΜΚ-κράτος ενισχύει τους κατασταλτικούς του μηχανισμούς. Η χώρα μας έχει πλέον περιέλθει σ΄ ένα ιδιόμορφο καθεστώς προτεκτοράτου. Η εξάρτησή της απ΄ τους ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς έχει βαθύνει, ιδιαίτερα από την ΕΕ, με επίκεντρο τον γερμανικό ιμπεριαλισμό.

Η κατάσταση όμως αυτή δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα των Μνημονίων. Πρέπει να τονιστεί, ότι όλο και περισσότερο οι μηχανισμοί της κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης διαφεύγουν από κάθε δημοκρατικό έλεγχο και μεταβιβάζονται στη γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), επομένως αφορά στο σύνολο των χωρών-μελών της. Στα πλαίσια της ΕΕ έχουμε να κάνουμε σήμερα με έναν συγκεντροποιημένο διευθυντισμό. Σαν νέο στοιχείο σ΄ αυτό το προτσές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμη οι σπερματικές μορφές ενός διεθνούς συστήματος ρύθμισης προς όφελος των πολυεθνικών εταιριών. Κεντρικό ρόλο παίζουν εδώ το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα, η Παγκόσμια Οργάνωση Εμπορίου, οι συναντήσεις κορυφής των αναπτυγμένων χωρών κ.ο.κ.

***

Ο μεταβατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό εδράζεται στη θεωρία του ΚΜΚ

Ο αντιιμπεριαλιστικός αντιμονοπωλιακός δημοκρατικός προσανατολισμός που στοχεύει στο σοσιαλισμό, προκύπτει απ΄ τη συγκεκριμένη ανάλυση του καπιταλισμού, τη θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, καθώς και την θεωρία του ΚΜΚ. Ακριβώς, αυτός είναι και ένας απ΄ τους λόγους που η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ εδώ και πολλά χρόνια, δεν κάνει πλέον λόγο για κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό (ΚΜΚ). Διότι τότε θα είχε πρόβλημα να στηρίξει το ιδεολόγημά της, ότι «η Ελλάδα είναι χώρα ιμπεριαλιστική». Γιατί γνωρίζει πολύ καλά, ότι μια χώρα μπορεί να έχει ΚΜΚ, χωρίς να είναι ιμπεριαλιστική. Γιατί παραπέρα, η μαρξιστική θεωρία του ΚΜΚ –για όποιον βέβαια την έχει μελετήσει σε βάθος- απαιτεί σήμερα, πρωταρχικά, τσάκισμα της εξουσίας των μονοπωλίων και του κράτους τους, δηλαδή λύση της κυρίαρχης αντίθεσης μονοπώλια-λαός, που σημαίνει πολύ απλά, αναγκαιότητα του μεταβατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό, και στη συνέχεια λύση της βασικής αντίθεσης κεφάλαιο-εργασία, δηλαδή σοσιαλισμός. Αν και το θέμα τούτο είναι πολύ μεγάλο, είναι αναγκαία έστω και μια περιορισμένης έκτασης τοποθέτηση, ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητή η αναγκαιότητα του μεταβατικού δρόμου.

Ο αντιιμπεριαλιστικός αντιμονοπωλιακός προσανατολισμός είναι συστατικό στοιχείο της θεωρίας του ΚΜΚ. Το κεντρικό χαρακτηριστικό του μονοπωλιακού καπιταλισμού είναι η κυριαρχία των μονοπωλίων. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα τείνει να συμπληρώσει την οικονομική κυριαρχία του και μέσω της πολιτικής κυριαρχίας. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο είναι η άρνηση του παλιού δημοκρατικού, φιλελεύθερου αστικού συστήματος. «Στον ελεύθερο ανταγωνισμό αντιστοιχεί η παλιά αστική δημοκρατία. Στο μονοπώλιο αντιστοιχεί η πολιτική αντίδραση» (Λένιν). Στον ΚΜΚ έχουμε ένα προτσές διαφοροποίησης στο εσωτερικό της αστικής τάξης, με αποτέλεσμα να αλλάζει και ο τρόπος θεώρησης για την κυριαρχία και το κράτος. Δεν πρόκειται πλέον για ένα απλό αστικό κράτος, το οποίο παριστάνει την κυριαρχία της συνολικής αστικής τάξης, αλλά για ένα διαφοροποιημένο αστικό ταξικό κράτος, για τον ειδικό ταξικό χαρακτήρα της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Πρόκειται για την υποταγή του κρατικού μηχανισμού κάτω από τα μονοπώλια.

Έτσι, το αστικό κράτος στον ΚΜΚ, σε ό,τι αφορά στη μορφή του, σημαίνει την κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου πάνω σε όλες τις μη-μονοπωλιακές τάξεις και στρώματα του καπιταλισμού. Αυτή η πολιτική κυριαρχία έχει μια οικονομική βάση, συγκεκριμένα το μονοπωλιακό υπερκέρδος. Για το μονοπωλιακό κεφάλαιο σημαντική σε σημασία για την ύπαρξή του, δεν είναι μόνο η πραγματοποίηση ενός «κανονικού» μέσου κέρδους, αλλά ενός έξτρα κέρδους. Πρόκειται για την επιπρόσθετη πληρωμή φόρου αίματος που πληρώνουν τα μη-μονοπωλιακά τμήματα της κοινωνίας στο μονοπωλιακό κεφάλαιο.

Από δω πηγάζει η αντίθεση όλων των μη-μονοπωλιακών τάξεων και στρωμάτων απέναντι στο μονοπωλιακό κεφάλαιο, και από δω πηγάζει η αντικειμενική δυνατότητα για τη διαμόρφωση των κινημάτων και συμμαχιών ενάντια στα μονοπώλια.

Κεντρικό ζήτημα για την αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή τακτική είναι η αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων. Η μονοπωλιακή κυριαρχία στον ΚΜΚ σημαίνει σε μεγάλο βαθμό, την επιθετική θέση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, την θέση άμυνας των επαναστατικών δυνάμεων. Η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή τακτική απέναντι σε αυτή την κατάσταση, δεν πρέπει να κατανοηθεί σαν μια πολιτική συμμαχιών άκαμπτη, παγιωμένη, αλλά ευλύγιστη.

Είναι αυτονόητο ότι στην πολιτική συμμαχιών μπορούν να προκύψουν προβλήματα. Κάποιοι σύμμαχοι σε ξεχωριστούς τομείς δεν θα ενθουσιαστούν. Ένας μεσαίος αγρότης για παράδειγμα, μπορεί σε έναν παραγωγικό συνεταιρισμό να βλέπει σαν αντίπαλο έναν μικρό αγρότη επειδή η ψήφος και των δυό θα έχει την ίδια ισχύ, ή επειδή η ενίσχυση στους μικρούς αγρότες μπορεί να είναι μεγαλύτερη. Έτσι, ο συνδετικός κρίκος ενός κινήματος προσανατολισμένου στις αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές συμμαχίες είναι πάντα το εργατικό κίνημα.

Σήμερα το εργατικό λαϊκό κίνημα βρίσκεται σε θέσεις άμυνας απέναντι στην κοινωνική διάλυση, τη συμπίεση των μισθών και την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, ενάντια στη συρρίκνωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, ενάντια στις τάσεις φασιστικοποίησης. Είναι ζήτημα της ιδεολογίας να κινητοποιήσει τους ανθρώπους ενάντια σ΄ αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Το οργανωμένο εργατικό ταξικό κίνημα, το οποίο πρέπει να έχει μια ολοκληρωμένη γνώση για τις συνθήκες και τις εξελίξεις, έχει καθήκον να οδηγεί τα ξεχωριστά και ομαδικά συμφέροντα, σε ένα κοινό ποτάμι συλλογικών συμφερόντων και να επεξεργάζεται το Γενικό από το Ειδικό. Οι άνθρωποι δεν αρκεί να συνειδητοποιήσουν απλά την υποκειμενική τους κατάσταση, αυτή θα πρέπει να αρθρωθεί συλλογικά από μια κινητήρια στοχοπροσηλωμένη δύναμη του κινήματος, η οποία θα πρέπει να μετουσιωθεί σε πράξη. Από δω πρέπει να αναπτυχθεί η συλλογική συνείδηση, η οποία αναγνωρίζεται σαν τέτοια. Μόνο τότε μπορεί να προκύψει μια πραγματικά διαρκής κινητοποίηση και οργάνωση στην πάλη ενάντια στα μονοπώλια και το αστικό κράτος. Αποτέλεσμα των παραπάνω πρέπει να είναι η συγκεκριμένη ενότητα δράσης.

Παραπέρα. Δεν αρκεί στην αμυντική πάλη να κατακτούνται επιτυχίες. Στόχος πρέπει να είναι η μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση, στην κατάκτηση μικρών επιτυχιών να τίθενται διαρκώς νέα αιτήματα. Αυτά με τη σειρά τους πρέπει να είναι υλοποιήσιμα. Ένα αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό κίνημα το οποίο δεν έχει επιτυχίες που το ωθούν μπροστά, δεν μπορεί να ασκήσει ελκτική δύναμη στα πλατιά κοινωνικά στρώματα. Για να ειπωθεί κάπως πεζά: Η πάλη ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις πρέπει να μεταβαίνει στην πάλη για εθνικοποιήσεις. Η πάλη ενάντια στην ελαστικοποίηση της εργασίας και την επέκταση του χρόνου εργασίας πρέπει να μεταβαίνει στην πάλη για αποτελεσματική μείωση του χρόνου εργασίας με πλήρη μισθό. Η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο πρέπει να μεταβαίνει στην πάλη για μείωση των εξοπλισμών και στον εκδημοκρατισμό του στρατού κ.ο.κ. Πρόκειται επομένως για μέτρα τα οποία κατ΄ αρχή φαίνονται μη επαρκή, που όμως ωθούν και οδηγούν έξω από τα ίδια τους τα πλαίσια. Όλα αυτά τα βήματα πρέπει να στοχεύουν ενάντια στο μονοπωλιακό κεφάλαιο και την οικονομική και πολιτική του κυριαρχία. Αυτό που ισχύει δεν είναι μόνο η αντιπαράθεση και η απόκρουση των αξιώσεων αυτής της κυριαρχίας, αλλά ότι βασικός στόχος επίθεσης είναι οι πολιτικές δυνατότητες παρέμβασης, η κατοχή της εξουσίας και της ιδιοκτησίας των μονοπωλίων. Στόχος είναι η αφαίρεση της εξουσίας των μονοπωλίων, όχι με την ουτοπική-μικροαστική έννοια ενός προμονοπωλιακού ιδεώδους, αλλά με την έννοια διαρκών ρήξεων με το σύστημα. Αυτό όμως δεν θα γίνει από μόνο του. Το μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα είναι αυτό που σε κάθε βήμα του κινήματος θα πρέπει να θέτει ερωτήματα και να τα απαντά, ώστε το κίνημα να οδηγείται προς το σοσιαλισμό.

***

Συμπεράσματα από τη σημερινή κατάσταση

Πρώτο. Με τις αλλαγές που επιτεύχθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στον καπιταλισμό, άλλαξε σημαντικά η δομή και ο τρόπος ζωής της εργατικής τάξης, επομένως έλαβαν χώρα και μεταβολές στο γίγνεσθαι της συνείδησής της σαν «τάξη για τον εαυτό της». Η βασική τάση εδώ βρίσκεται στο ότι έχουμε μια μείωση του πυρήνα της εργατικής τάξης (βιομηχανικό προλεταριάτο) και μια παραπέρα διαφοροποίηση στο εσωτερικό της τάξης, καθώς και μια ουσιαστικά μεγάλη ανασφάλεια στις εργασιακές και υλικές σχέσεις. Ο βαθμός της συνδικαλιστικής οργάνωσης έχει οπισθοχωρήσει σημαντικά, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας είναι διάτρητες ή πετάγονται στο καλάθι των αχρήστων, η εργατική αλληλεγγύη και η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης γίνονται ακόμη πιο δύσκολες. Η κατάσταση αυτή έχει χειροτερέψει σε μέγιστο βαθμό, ιδιαίτερα τα τελευταία τρία χρόνια, μετά την ψήφιση των Μνημονίων, όπου μεταξύ των άλλων, η χώρα μας έχει απολέσει ήδη ένα μεγάλο μέρος των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, ενώ η εξάρτησή της από τα διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα έχει βαθαίνει ακόμη περισσότερο.

Δεύτερο. Σωστή παραμένει η θέση, ότι πρέπει εδώ και τώρα να γίνει υπεράσπιση της ήδη επιτευχθείσας αφετηριακής βάσης (τα ήδη κατακτημένα δικαιώματα) στην πάλη για βήματα προς τα μπρος. Η πάλη αυτή είναι σήμερα ακόμη πιο αναγκαία, ταυτόχρονα όμως ακόμη πιο δύσκολη απ΄ ό,τι πριν μερικά χρόνια. Οι αλλαγές που είναι αναγκαίες απαιτούν το λιγότερο επεμβάσεις στην κατοχή εξουσίας του κεφαλαίου, που σημαίνει ότι πρέπει να τεθεί άμεσα το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Οι συνηθισμένες κοινωνικές και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, πλησιάζουν επομένως όλο και περισσότερο προς την αναγκαιότητα για βασικές αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές αλλαγές. Για παράδειγμα, δεν μπορούν να προχωρήσουν άμεσα μια σειρά αλλαγές ουσιαστικού, ριζοσπαστικού χαρακτήρα που έχει ανάγκη ο τόπος, αν η χώρα δεν αποχωρήσει άμεσα από την ΕΕ και ταυτόχρονα αποκτήσει το δικό της εθνικό νόμισμα, αν δεν ακυρωθούν όλα τα Μνημόνια με ταυτόχρονη μονομερή διαγραφή του χρέους, αν δεν εθνικοποιηθούν οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας, ταυτόχρονα με εργατικό έλεγχο κ.α. Η υπεράσπιση των κατακτήσεων και κάθε βήμα προς τα μπρος, πρέπει επομένως να επιβληθεί ενάντια στην αντίσταση της ενωμένης εξουσίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου και του κράτους. Μόνο όταν αυτοί οι δυό αναγνωριστούν σαν αντίπαλοι και όταν εναντίον τους στραφεί η κύρια δύναμη κρούσης, μόνο όταν γίνει κατορθωτό να κινητοποιηθούν μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και να κερδηθούν στον αγώνα όσο το δυνατό τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού (συμπεριλαμβανομένου της εργαζόμενης διανόησης), τότε μόνο μπορεί να έχει η πάλη επιτυχίες. Αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαία η σύνδεση της υπεράσπισης των κοινωνικών και δημοκρατικών κατακτήσεων, καθώς και της βασικής κριτικής στο σύστημα, με τις αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές εναλλακτικές με στόχο το σοσιαλισμό., ακόμη κι αν η σύνδεση αυτή σήμερα φαίνεται ακόμη πιο απόμακρη απ΄ ό,τι πριν την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Τρίτο. Η ενωμένη δύναμη μονοπωλιακού κεφαλαίου και καπιταλιστικού κράτους παραμένει το αποφασιστικό εμπόδιο στο δρόμο για την κοινωνική πρόοδο. Η εξουσία αυτού του καρτέλ είναι ο κύριος εχθρός ενάντια στον οποίο πρέπει να στραφεί το χτύπημα. Στο εσωτερικό του μονοπωλιακού κεφαλαίου μολαταύτα έχουν επέλθει διάφορες μεταβολές, τις οποίες οι μαρξιστές/κομμουνιστές οφείλουν να μελετήσουν. Μεταβολές οι οποίες αφορούν στο βαθμό συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου, του ρόλου και της συγχώνευσης των τραπεζών, της σύμπλεξης και συγχώνευσης βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου, της εξαγωγής κεφαλαίου κ.α.

Τέταρτο. Σημαντική είναι η διεθνής αλληλεγγύη και η διεθνής δικτύωση, λαμβάνοντας υπόψη τα προτσές της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Αυτό ισχύει στον ίδιο βαθμό για τα συνδικάτα και φυσικά για το κομμουνιστικό κίνημα.

***

Χαρακτηριστική της μεταβατικής φάσης

Από την αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή τακτική γίνεται σαφές, ότι η επανάσταση είναι ένα προτσές, το οποίο αρχίζει ήδη σχετικά πριν την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη. Ένα επαναστατικό προτσές διατρέχει διάφορες φάσεις. Και αποτελεί ιστορικό γεγονός, ότι η ιστορία του 20ου αιώνα, δεν γνωρίζει ούτε ένα μοναδικό παράδειγμα σοσιαλιστικής επανάστασης, από το οποίο να μην προηγήθηκε με τη μια ή την άλλη μορφή μια δημοκρατική φάση, μια αντιιμπεριαλιστική ή αντιμονοπωλιακή, αντιφασιστική ή λαϊκοδημοκρατική. Ας ελπίσουμε ότι και το σημερινό αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό προτσές στη Βενεζουέλα θα εκβάλει σε μια σοσιαλιστική επανάσταση. Εάν αυτό επιτευχθεί, τότε θα έχουμε και το πρώτο παράδειγμα του 21ου αιώνα, το οποίο θα επιβεβαιώνει ανοιχτά πλέον, ότι θα πρόκειται για μια αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή φάση ενός επαναστατικού προτσές με κατεύθυνση το σοσιαλισμό. Αυτό όμως δεν θα πρεπε να κατανοηθεί λαθεμένα, δηλαδή, ότι η πορεία των πραγμάτων θα παραμείνει όπως είναι. Αλλά αυτή είναι η κατάσταση των πραγμάτων, και είναι ενδεδειγμένο να οικοδομεί κανείς πάνω στην πρακτική πείρα και όχι σε αριστερίστικες επιθυμίες.

Πως ορίζεται τώρα μια τέτοιου είδους δημοκρατική μεταβατική φάση ενός επαναστατικού προτσές;

Πρώτο. Κατ΄ αρχή πρόκειται για ένα αστικό κράτος και για μια καπιταλιστική κοινωνία. Θα ήταν αυταπάτη να πιστεύει κανείς ότι πρόκειται για έναν «σχετικά αυτόνομο σχηματισμό μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού». Αυτό πρέπει να είναι σαφές όταν οι μαρξιστές/κομμουνιστές κάνουν λόγο για μεταβατικό χαρακτήρα του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού δρόμου. Ας δούμε όμως το επίκαιρο παράδειγμα της Βενεζουέλας, κατά το οποίο μπορεί να γίνει λόγος για μια αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή φάση, ανεξάρτητα απ΄ το αν αυτό έχει συνειδητοποιηθεί ή όχι από τις δυνάμεις που συμμετέχουν: Το βολιβιανό-επαναστατικό συνολικό κίνημα είναι ένα ριζοσπαστικό-δημοκρατικό κίνημα σε μεγάλο βαθμό με αστικό χαρακτήρα, το οποίο είναι προσανατολισμένο ενάντια στην ντόπια ολιγαρχία και τα αλλοδαπά μονοπώλια. Αυτό το επαναστατικό προτσές θα εκβάλει σε μια σοσιαλιστική επανάσταση, αν οι εργάτες και οι αγρότες ενωθούν σε ένα συνειδητά σοσιαλιστικό-επαναστατικό μαζικό κίνημα και μπορέσουν να τεθούν στην κορυφή του επαναστατικού προτσές. Εδώ θα πρέπει αναντίρρητα το Κομμουνιστικό Κόμμα Βενεζουέλας να τραβήξει παραπέρα αυτό το προτσές, να διαφωτίσει της μάζες, να τις κινητοποιήσει και να τις οργανώσει, επειδή το ΚΚ Βενεζουέλας είναι η μοναδική συνεπής σοσιαλιστική δύναμη στην πολύμορφη συμμαχία που έχει διαμορφωθεί. Εάν αυτό δεν γίνει κατορθωτό, τότε το πισωγύρισμα στον «κανονικό» καπιταλισμό είναι αναπόφευκτο.

Δεύτερο. Βασικό χαρακτηριστικό της μεταβατικής φάσης είναι ότι αυτή χαρακτηρίζεται οικονομικά απ΄ το ότι «σπάει» η κυριαρχία των μονοπωλίων, ότι τα μεγάλα μέσα παραγωγής έχουν ήδη αποσπαστεί από τα μονοπώλια και αποτελούν πλέον κρατική ιδιοκτησία. Οι μεγάλες αυτές επιχειρήσεις θα μπορούσαν σχετικά, μέχρι σ΄ ένα βαθμό, να αποσπαστούν από το σύστημα της μεγιστοποίησης του καπιταλιστικού κέρδους. Θα μπορούσαν έτσι να υπάρξουν τα πρώτα έμβρυα μιας σχεδιοποιημένης οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα θα παρέμενε προφανώς σε ισχύ η αναρχία στην παραγωγή. Αυτές οι μεγάλες επιχειρήσεις πρέπει να αποτελούν τους προμαχώνες των εργατών: με όσο το δυνατό περισσότερα δικαιώματα, με δημοκρατικές και κοινωνικές σχέσεις σε σχέση με την κατανομή εργασίας και των μισθών. Οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να αποτελούν το παράδειγμα. Ταυτόχρονα πρέπει στη μεταβατική φάση να γίνει πράξη ένα προοδευτικό κοινωνικό, υγειονομικό και εκπαιδευτικό σύστημα για τα πλατιά στρώματα του πληθυσμού.

Τρίτο. Η μεταβατική φάση χαρακτηρίζεται από το ότι ο συσχετισμός δυνάμεων αλλάζει σταδιακά σε βάρος των μονοπωλίων και προς όφελος των εργαζομένων. Η διαρκής πάλη από τα κάτω μπορεί να επιδράσει ευνοϊκά από τα πάνω με μέτρα επαναστατικο-δημοκρατικής εξουσίας. Δεν μπορεί όμως να βασιστεί (αποκλειστικά) πάνω στην επαναστατικο-δημοκρατική εξουσία επειδή αυτή ουσιαστικά φέρει ακόμη πάνω της αστικά χαρακτηριστικά, ακόμη και όταν υπάρχει ουσιαστική επιρροή των συνεπών ταξικών δυνάμεων. Όμως στο συνολικό αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό κίνημα, αυτή η κρατική εξουσία δεν λαμβάνει χώρα κατά τη μεταβατική φάση τόσο στους παλιούς κρατικούς θεσμούς, αλλά κυρίως εξωκοινοβουλευτικά. Αποτελεί επομένως καθήκον η δημιουργία νέων, ουσιαστικών θεσμών (από τα κάτω προς τα πάνω), οι οποίοι θα αποτελούν τα κύτταρα της άσκησης εξουσίας των εργαζομένων.

Τέταρτο. Στη μεταβατική φάση η νέα εξουσία θα πρέπει να είναι ικανή να αμυνθεί. Κάθε λογικός άνθρωπος μπορεί να σκεφτεί ότι η μονοπωλιακή αστική τάξη δεν θα παραδώσει την εξουσία της αμαχητί, με τη θέλησή της, αλλά ότι θα παλέψει για την επανάκτησή της με όλα τα μέσα. Τα μέσα αυτά δεν εξαντλούνται στα σαμποτάζ και στην πολιτική της παραπληροφόρησης απ΄ τη μεριά της μονοπωλιακής αστικής τάξης, αλλά πηγαίνουν μέχρι και τη χρήση μεθόδων τρομοκρατίας, στρατιωτικών κρατικών πραξικοπημάτων, ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και ενδεχομένως μέχρι την προσπάθεια εγκαθίδρυσης φασιστικής δικτατορίας σαν προληπτικό αντεπαναστατικό μέτρο. Σε όλα αυτά πρέπει να αντιπαρατεθεί ο πνευματικά και υλικά προετοιμασμένος για άμυνα λαός. Απ΄ την ισχύ, τη συνείδηση, την αποφασιστικότητα των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών και επαναστατικών δυνάμεων θα εξαρτηθεί το ποιες δυνατότητες θα μείνουν στη μονοπωλιακή αστική τάξη.

Πέμπτο. Η νέα εξουσία πρέπει να αναζητήσει συμμάχους διεθνώς. Τα πιο ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη θα απομονώσουν και θα απειλήσουν κάθε κράτος το οποίο αναζητά έναν εναλλακτικό προοδευτικό δρόμο ανάπτυξης. Τα παραπάνω θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με εναλλακτικές διπλωματικές πολιτικο-οικονομικές και στην αναγκαία περίπτωση με στρατιωτικές συμμαχίες με κράτη τα οποία βρίσκονται σ΄ έναν παρόμοιο δρόμο ανάπτυξης, με αντιιμπεριαλιστικά και σοσιαλιστικά κράτη. Εδώ υπάρχει η δυνατότητα μιας ισότιμης σχέσης με αραβικά κράτη στη βάση της αντιιμπεριαλιστικής αλληλεγγύης. Η εξουσία στην μεταβατική φάση πρέπει να ενισχύσει διεθνώς το μέτωπο ενάντια στον ιμπεριαλισμό και αντίστροφα, να υποστηριχτεί από αυτό. Και από δω εξαρτάται η ικανότητα αντίστασης αυτής της εξουσίας απέναντι στον διεθνή ιμπεριαλισμό.

Έκτο. Οι πρόοδοι της νέας εξουσίας απέναντι στο παλιό καπιταλιστικό κράτος, θα πρέπει να είναι αισθητοί στις μάζες. Στην περίπτωση που δεν συμβαίνει αυτό, το επαναστατικό προτσές θα χάνει σε υποστήριξη. Ταυτόχρονα όμως πρέπει οι άνθρωποι να διαφωτίζονται απ΄ το επαναστατικό οργανωμένο εργατικό κίνημα –απ΄ τους μαρξιστές/κομμουνιστές- για το ότι οι προσωρινές κοινωνικές και δημοκρατικές κατακτήσεις δεν είναι ασφαλείς αν δεν συνεχιστεί το επαναστατικό προτσές, ότι η μετάβαση στη σοσιαλιστική επανάσταση είναι ζήτημα επιβίωσης, ζωής και θανάτου. Ένα επαναστατικό προτσές, το οποίο σταματά/παραμένει στην αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή του φάση, είναι καταδικασμένο σε αποτυχία. Χωρίς καμιά αμφιβολία η αντίδραση, οι αντεπαναστατικές δυνάμεις στο εσωτερικό της χώρας όσο και προς τα έξω, θα έπαιρναν το πάνω χέρι. Στο σημείο αυτό απ΄ τους μαρξιστές/κομμουνιστές εξαρτάται το αν θα καταστήσουν ικανή την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, όχι μόνο να συνεχίσουν το επαναστατικό προτσές, αλλά να το οδηγήσουν στην κορυφή του, στην πραγματική σοσιαλιστική επανάσταση, η οποία απαιτεί μια νέα μορφή πολιτικής άσκησης εξουσίας απ΄ την εργατική τάξη με ένα ταυτόχρονο τσάκισμα όλων των υπολειμμάτων του παλιού αστικού μηχανισμού κυριαρχίας. Μόνο πάνω σ΄ αυτή τη βάση είναι δυνατή μια πραγματική κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, μια σχεδιοποιημένη αύξηση της παραγωγικότητας, και έτσι μια διαρκώς εγγυημένη εξασφάλιση της υλικής ζωής όλων των ανθρώπων. Από τα παραπάνω είναι καθαρό, ότι δεν πρέπει να υπάρξει στασιμότητα, το επαναστατικό κίνημα πρέπει να παραμείνει σε κίνηση, το συνολικό επαναστατικό προτσές είναι διαρκές. Μ΄ αυτή την έννοια η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή δημοκρατική φάση δεν είναι ένας στόχος σαν τέτοιος, αλλά ένα μεταβατικό σημείο. Όταν έχει ολοκληρωθεί αυτή η φάση, τότε αρχίζει η δουλειά για την επαναστατική της υπέρβαση.

Έβδομο. Η διαρκής πάλη για το σοσιαλισμό έχει βελτιστοποιήσει τις συνθήκες στο έδαφος της μεταβατικής φάσης. Ο κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων αλλάζει διαρκώς προς όφελος των εργαζομένων, η πολιτική συμμετοχή των οποίων έχει διευρυνθεί απ΄ τις δημοκρατικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της νέας εξουσίας. Ταυτόχρονα τα πιο αντιδραστικά στοιχεία της αστικής τάξης, ιδιαίτερα της μονοπωλιακής αστικής τάξης καθώς και των μεγαλοαγροτών, περιορίζονται στις αντεπαναστατικές τους δυνατότητες, τους αφαιρείται η οικονομική και πολιτική εξουσία. Η διαρκής ταξική πάλη των μαζών «από τα κάτω», μπορεί απ΄ την πλευρά της επαναστατικο-δημοκρατικής εξουσίας, όπως αυτή παριστάνει το κράτος της μεταβατικής φάσης, να ευνοηθεί και να συμπληρωθεί «από τα πάνω» με κρατικά μέτρα. Μ΄ αυτή την έννοια η σοσιαλιστική επανάσταση σαν άρνηση της επαναστατικο-δημοκρατικής εξουσίας εγκαθιδρύει μεν ένα επαναστατικό κράτος νέου τύπου, το προλεταριακό κράτος, στη θέση του μέχρι τώρα αστικού κράτους, όλα όμως τα θετικά αποτελέσματα αυτής της εξέλιξης παραμένουν διατηρητέα (διαλεκτική άρνηση του παλιού).

***

Μερικά γενικά συμπεράσματα

Πρώτο. Πριν την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας πρέπει να σπάσει η εξουσία των μονοπωλίων, η οποία αποτελεί το κύριο εμπόδιο στο δρόμο προς το σοσιαλισμό. Στο προτσές αυτό της αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής πάλης, ακόμη και ένα «μικρό» αίτημα μπορεί να αποδειχτεί σαν ένας δρόμος για την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης στο συγκεκριμένο ταξικό αγώνα. Αυτό δεν αφορά μόνο στο ζήτημα του κράτους, αλλά και τις συνθήκες πάλης της εργατικής τάξης, και αυτό δεν αποτελεί κάποια μικρή λεπτομέρεια. Ζητήματα για παράδειγμα που αφορούν σε εξοπλιστικές δαπάνες, στη συμμετοχή στρατιωτικών δυνάμεων έξω από τα σύνορα της χώρας, στο χτύπημα συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων από τις δυνάμεις καταστολής, στο φορολογικό σύστημα κ.α. –δηλαδή η πολιτική των «μη επαρκών μέτρων»- ναι μεν δεν εφάπτονται άμεσα με το ζήτημα της εξουσίας, είναι όμως βήματα στο δρόμο που την πλησιάζουν, βελτιώνοντας τις συνθήκες πάλης. Χωρίς μια τέτοιου είδους πολιτική το κίνημα δεν οδηγείται μπροστά. Γι΄ αυτό και δεν είναι σωστό να ξεκινά κανείς από τις λύσεις που δίνονται «σαν τέτοιες», αλλά πρέπει να τις συνδέει με τις δυνάμεις που παλεύουν και την εκάστοτε τακτική τους.

Ένα αίτημα που κατακτήθηκε στην ταξική πάλη μπορεί να έχει επαναστατικό χαρακτήρα, ακόμη κι αν δεν λύνει το ζήτημα της εξουσίας, την φέρνει όμως πιο κοντά σ΄ αυτήν, αν η κατάκτηση αυτή έχει γίνει από τις επαναστατικές δυνάμεις. Πουθενά η άμεση μετάβαση (άλμα) από τον καπιταλισμό προς το σοσιαλισμό δεν οδήγησε μέχρι σήμερα αυτή τη στρατηγική σε επιτυχία. Κατά κανόνα τέλειωνε πάντα με την αιματηρή ήττα. Ακόμη και η Οκτωβριανή επανάσταση χρειάστηκε προετοιμασία, την τακτική της μετάβασης, την επανάσταση του Φλεβάρη.

Το μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα παλεύει για εκείνα τα αιτήματα, τα οποία, ανεξάρτητα απ΄ το αν είναι ανεπαρκή, στην πορεία της πραγματοποίησής τους θα οδηγούν έξω απ΄ το καπιταλιστικό σύστημα. Αυτό ήταν και το νόημα των αντιπαραθέσεων του Λένιν στα Συνέδρια της  Κομιντέρν για τα μεταβατικά αιτήματα.

Απώτερος στόχος των κομμουνιστών είναι ο σοσιαλισμός. Χωρίς μια τέτοιου είδους πολιτική, η οποία θα λαμβάνει υπόψη της τη διαλεκτική μεταρρύθμισης και επανάστασης, χωρίς να τεθούν αιτήματα άμεσα, τα οποία θα είναι κατάλληλα να φθάσουν στις μάζες, να τις κινητοποιήσουν, η συζήτηση για ζητήματα εξουσίας είναι ένας καθαρός ευνουχισμός.

Δεύτερο. Το ζήτημα τού εάν μέσω αυτού του δρόμου οδηγηθούμε στο σχηματισμό πολιτικών οργάνων, τα οποία θα έρθουν σε μια άμεση ανταγωνιστική σχέση με τα υπάρχοντα κρατικά όργανα, είναι σήμερα ένα θέμα εντελώς αφηρημένο, γιατί δεν μπορεί να γίνει καμιά συζήτηση εάν δεν υπάρχουν πραγματικά τα όργανα αυτά. Στην περίπτωση που υπάρξουν μαζικές αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές δραστηριότητες, τότε μπορεί να υπάρξουν καταλήψεις επιχειρήσεων, μορφές εργατικού ελέγχου, εξεγέρσεις άρνησης υποταγής και άλλου είδους μορφές δράσης, όπου η αστική πολιτική εξουσία θα τίθεται ανοιχτά υπό αμφισβήτηση, τότε θα μπορέσουμε πλέον να μιλήσουμε συγκεκριμένα γι΄ αυτό το ζήτημα.

Τρίτο. Μέσα από αυτή την πάλη δημιουργούνται και οι συνθήκες εκείνες για μια πλατιά συμμαχία των δυνάμεων εκείνων που έχουν συμφέρον για την ανατροπή της παρούσας κατάστασης πραγμάτων. Πρόκειται τόσο για κοινωνικές όσο και για πολιτικές δυνάμεις, που μάλιστα κάποιες από αυτές δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ούτε αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές π.χ. κάποιες δυνάμεις που ενδιαφέρονται για τη διατήρηση της ειρήνης.

Τέταρτο. Ο μαρξισμός πρέπει να κατανοηθεί στην ιστορικότητά του. Αν δεν μελετήσει κανείς την ιστορία του σε βάθος, πολύ εύκολα θα πέσει σε σφάλματα, τα οποία θα έχουν άσχημες συνέπειες. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνεται οπωσδήποτε υπόψη όλη η πείρα του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος, όχι απλά να γίνεται αντιγραφή του στις σημερινές συνθήκες, αλλά δημιουργική εφαρμογή και ανάπτυξή του. Επομένως, το Λαϊκό Μέτωπο με αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό προσανατολισμό που οφείλει να επιδιώξει το σημερινό μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα, θα πρέπει να ξεκινά από τη σημερινή καπιταλιστική κατάσταση πραγμάτων και τις εθνικές ιδιομορφίες της χώρας μας.

***

7. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΤΣΑΚΙΣΜΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Πως θα μπορούσε να τελεστεί το τσάκισμα του αστικού κράτους;

Κατ΄ αρχή, το πώς θα διαμορφωθεί συγκεκριμένα το προτσές της μετάβασης προς το σοσιαλισμό, αυτό θα εξαρτηθεί κυρίως:
  • Από τη δύναμη της εργατικής τάξης.
  • Από τη σταθερότητα των συμμαχιών της με τα μεσαία στρώματα.
  • Από τη δύναμη του μαρξιστικού επαναστατικού κόμματος.
  •  Από τις μορφές αντίστασης της αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού.

Με την έννοια προτσές μετάβασης ή μεταβατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό, εννοούμε μια περίοδο ριζοσπαστικών αλλαγών, όπου η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της θα έχουν μια τέτοια δύναμη, εξωκοινοβουλευτική και κοινοβουλευτική, που θα είναι ικανές να σχηματίσουν μια κυβέρνηση συμμαχίας, Λαϊκού Μετώπου (ή ΑΑΔΜ). Η κυβέρνηση αυτή –λαμβάνοντας υπόψη την πείρα της ιστορίας και υποστηριζόμενη από τη δημοκρατική λαϊκή νομιμότητα- τα πρώτα μέτρα που οφείλει να πάρει, και που αφορούν στο τσάκισμα του αστικού κράτους είναι:

Πρώτο. Αντικατάσταση της ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με αξιωματικούς που να διάκεινται ευνοϊκά απέναντι στη νέα εξουσία. Το πρώτο διάστημα μια πλήρης αντικατάσταση σε όλα τα κλιμάκια του στρατού είναι αδύνατη, εξαιτίας τού ότι απαιτείται χρόνος για την εκπαίδευση του προσωπικού.

Δεύτερο. Δημιουργία λαϊκής ένοπλης πολιτοφυλακής, η οποία, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, θα αποτελέσει, κατά κάποιο τρόπο, το αναγκαίο αντίβαρο, έως ότου εδραιωθεί πλήρως η νέα εξουσία.

Τρίτο. Σημαντικές θα πρέπει να είναι οι αλλαγές στην αστυνομία και το δικαστικό σύστημα με άμεση απομάκρυνση όλων των ακροδεξιών/νεοφασιστικών δυνάμεων και απαγόρευση της καταστολής των εργατικών λαϊκών κινητοποιήσεων.

Στη πορεία μιας τέτοιας εξέλιξης θα δημιουργείται από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή «κρατική εξουσία». Πρόκειται για ένα κράτος σε μετάβαση προς το σοσιαλισμό και όχι για μια παγιωμένη κατάσταση. Μ΄ αυτή την έννοια δεν αποτελεί έκφραση κάποιου «ενδιάμεσου σταδίου» προς το σοσιαλισμό, γιατί τέτοιο στάδιο δεν μπορεί να υπάρξει!

Παρακάτω. Ο Λένιν στο έργο του «Θα κατακτήσουν οι μπολσεβίκοι την εξουσία;», σημειώνει ότι δεν υπάρχει μόνο ο κατασταλτικός μηχανισμός του αστικού κράτους, ο οποίος πρέπει να τσακιστεί, αλλά και ο μηχανισμός εκείνος που διευθύνει τα κοινωνικο-οικονομικά προτσές. Ο μηχανισμός αυτός κατά τον Λένιν δεν θα τσακιστεί, αλλά θα τεθεί κάτω από τον έλεγχο της εργατικής τάξης. Το παραπάνω ισχύει και για τις σημερινές συνθήκες. Επειδή αυξήθηκε η σημασία του μηχανισμού της οικονομικής διεύθυνσης και ρύθμισης, της επιστήμης και της έρευνας, ενώ η εκπαίδευση σαν τμήμα του κρατικού μηχανισμού απέκτησε σήμερα ιδιαίτερη βαρύτητα. Παράλληλα, σε τομείς του κρατικού μηχανισμού –με τη διεύρυνση των καθηκόντων τους, αλλά και με την αλλαγή στην κοινωνική σύνθεση των δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων που έλαβε χώρα τις τελευταίες δεκαετίες- έχουμε μια αύξηση των αντιφάσεων, όπως και των δυνατοτήτων, οι οποίες δεν πρέπει να υποτιμηθούν, αλλά να αξιοποιηθούν για μια δημοκρατική επιρροή σε όλους εκείνους που ανήκουν σ΄ αυτόν το μηχανισμό.

Έναν άλλο τρόπο τσακίσματος του αστικού κράτους δεν διακρίνουμε προς το παρόν στον ορίζοντα.

***
Ειρηνικός ή ένοπλος δρόμος;

Αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα, στην επιλογή μεταξύ ειρηνικού και ένοπλου δρόμου, προβάλλεται συχνά από κάποια τμήματα της αριστεράς ο ένοπλος δρόμος, και μάλιστα σαν ο μοναδικά εφικτός. Κατά κανόνα, οι οπαδοί του ένοπλου δρόμου, εντοπίζονται σε εκείνους που προσπαθούν να παρακάμψουν το μεταβατικό προτσές προς το σοσιαλισμό. Είναι ανάγκη λοιπόν να σταθούμε σε κάποια ζητήματα.

Κατ΄ αρχή, αν μελετήσουμε την μέχρι τώρα ιστορική πείρα, η προσέγγιση στη σοσιαλιστική επανάσταση επέτυχε –κυρίως- στις παρακάτω δυό πρώτες περιπτώσεις:

Πρώτο. Δημιουργία αντάρτικου, το οποίο σταδιακά πήρε και τη μορφή τακτικού στρατού. Εδώ έχουμε για παράδειγμα την περίπτωση της Κούβας. Η επιτυχία όμως αυτού του εγχειρήματος οφειλόταν, πέρα από την ικανότητα καθοδήγησης και τη μαζική υποστήριξή του εκ μέρους της αγροτιάς, στις ιδιόμορφες εδαφικές-μορφολογικές συνθήκες (πυκνά δάση), στον διεφθαρμένο στρατό του Μπατίστα, καθώς και στο ότι ο οπλισμός του αντιπάλου δεν ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένος όπως σήμερα. Η περίπτωση αυτή για τη χώρα μας δεν ενδείκνυται, εξαιτίας και μόνο της σημερινής συγκρότησης του τακτικού στρατού και του σύγχρονου οπλισμού που αυτός φέρει. Που σημαίνει πολύ απλά, ότι η παραμικρή απόπειρα δημιουργίας (κατ΄ αρχή) αντάρτικου θα πνιγεί στη γέννησή της.

Δεύτερο. Η περίπτωση των Λαϊκών Δημοκρατιών. Στις χώρες αυτές κατόρθωσε να εδραιωθεί η νέα εξουσία κυρίως για δυό λόγους Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με τη δημιουργία στην αρχή αντάρτικου, με σκοπό το τσάκισμα των φασιστικών ένοπλων οργανώσεων κατά τη διάρκεια της φασιστικής κυριαρχίας, που μετά πήρε επίσης και τη μορφή τακτικού στρατού (όχι όμως σε όλες τις χώρες). Μετά την ήττα του φασισμού, ο αστικός κρατικός μηχανισμός ήταν ήδη αποδιοργανωμένος, έτσι που τα κινήματα της Εθνικής Αντίστασης, με την πλατιά υποστήριξη του πληθυσμού, κατόρθωσαν να επικρατήσουν. Σε αυτό το προτσές τα τότε κομμουνιστικά κόμματα είχαν μαζική επιρροή, την οποία απέκτησαν κατά την περίοδο της φασιστικής κυριαρχίας. Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με το ότι ο Κόκκινος Στρατός αποτέλεσε σημαντική εγγύηση για τα κινήματα αυτά να θέσουν σε εφαρμογή τα μεταβατικά τους αιτήματα (αστικοδημοκρατικού και αντιφασιστικού χαρακτήρα), ενώ μέσα σε λίγα χρόνια ιδρύθηκε το Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοήθειας (25.01.1949) και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (14.05.1955) σαν αντίβαρο απέναντι στο ΝΑΤΟ, έτσι που η πορεία αυτών των κρατών μπήκε σε μια σταθερή τροχιά. Είναι προφανές, ότι και αυτή η περίπτωση για τη χώρα μας εκπίπτει, αφενός λόγω της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αφετέρου εξαιτίας του ότι μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων –όπως αυτή που υπήρξε την χρονική περίοδο αμέσως μετά το τσάκισμα του φασισμού- σήμερα δεν υφίσταται. Κι όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά έχει χειροτερέψει κατά πολύ λόγω της παραπέρα ισχυροποίησης του ιμπεριαλισμού. Η ευκαιρία να κατακτηθεί η εξουσία στη χώρα μας αμέσως μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο χάθηκε, εξαιτίας κυρίως των λαθών της τότε ηγεσίας του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης (με κύρια δύναμή της το ΚΚΕ) όπως επίσης της υποτίμησης και της επέμβασης του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Τρίτο. Στην τρίτη περίπτωση έχουμε έναν ειρηνικό δρόμο μετάβασης. Έτσι, σε κάποιες χώρες –σήμερα εντοπίζονται στη Λατινική Αμερική- ανέλαβαν την ηγεσία κυβερνήσεων κυρίως ανώτατοι αξιωματικοί, με την ισχυρή όμως υποστήριξη των πλατιών λαϊκών στρωμάτων καθώς και των κομμουνιστικών κομμάτων. Τα εκεί κομμουνιστικά κόμματα είτε συμμετέχουν στις κυβερνήσεις άμεσα, είτε έμμεσα υποστηρίζοντας αυτό το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό προτσές. Η υποστήριξη του στρατού είναι σε μεγάλο βαθμό δεδομένη. Φυσικά, -όπως τονίσαμε στην προηγούμενη ενότητα- το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας δεν έχει ακόμη κριθεί οριστικά, όπως δεν είναι βέβαιο το αν η μετάβαση αυτή θα οδηγήσει στη σοσιαλιστική επανάσταση. Έτσι όπως φαίνεται σήμερα να διαμορφώνεται η κατάσταση, αυτό θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό, απ΄ το κατά πόσο αποφασισμένες είναι οι αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές δυνάμεις να προχωρήσουν παραπέρα. Παραμονή στη μέση του δρόμου σημαίνει επιστροφή στην παλιά κατάσταση πραγμάτων.

Μια απλή σύγκριση των σημερινών δεδομένων της χώρας μας με την τρίτη περίπτωση που αναφέραμε πιο πάνω, δείχνει, ότι υπάρχουν αρκετές ομοιότητες, αλλά και πολλές διαφορές. Σαν μια ουσιαστική διαφορά, θα μπορούσαμε εδώ να αναφέρουμε την πολλή πιθανή απουσία υποστήριξης απ΄ τη μεριά του στρατού σε μια τέτοιου είδους κατάσταση -με δεδομένη την ύπαρξη Λαϊκού Μετώπου και της αντίστοιχης κυβέρνησής του, και με ένα ισχυρό εξωκοινοβουλευτικό κίνημα- ή τουλάχιστον την θεωρούμε σχεδόν ανύπαρκτη. Ο λόγος είναι απλός: Οι αξιωματικοί του στρατού στην Ελλάδα –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- δεν διακρίνονται για τις αριστερές προοδευτικές τους πεποιθήσεις. Κι ένας σημαντικός λόγος είναι ότι η αφρόκρεμα της στρατιωτικής ηγεσίας έχει εκπαιδευτεί κυρίως στις ΗΠΑ. Βέβαια δεν μπορεί να προδιαγράψει κανείς με βεβαιότητα το τι μέλλει γενέσθαι. Ξεκινάμε όμως πάντα με βάση την πραγματικότητα και όχι τις επιθυμίες.

Όπως και να έχει όμως, το μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να μελετήσει σοβαρά τα αντιιμπεριαλιστικά αντιμονοπωλιακά προτσές, που λαμβάνουν χώρα σε κράτη της Λατινικής Αμερικής, χωρίς όμως η πείρα αυτή να μεταφέρεται μηχανιστικά στην Ελλάδα.

Τίθεται λοιπόν ευθέως το ερώτημα: Που βασίζονται τα τμήματα αυτά της αριστεράς και κάνουν λόγο –αποκλειστικά μάλιστα- για ένοπλο δρόμο; Δεν θα πρεπε να τεκμηριώσουν με επιχειρήματα τις θέσεις τους;

Το ζήτημα των δρόμων προς την εξουσία δεν είναι αφηρημένο, αλλά τίθεται συγκεκριμένα, δηλαδή εξαρτάται πάντα απ΄ τις δοσμένες κοινωνικές συνθήκες, απ΄ τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ επαναστατικών και αντεπαναστατικών δυνάμεων, απ΄ την παγκόσμια πολιτική κατάσταση κτλ. Ένα ζήτημα είναι εδώ καθαρό: Η επιτυχημένη τακτική στον 21ο αιώνα, να μετατρέπεται ένας πόλεμος μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε σοσιαλιστική επανάσταση, έχει χάσει πλέον την ισχύ της. Μ΄ αυτή την έννοια η αντίληψη που εκφράζεται στις «Θέσεις» της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο Συνέδριο, να επαναληφθεί ένα τέτοιο εγχείρημα, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως τυχοδιωκτισμός! Έτσι, σήμερα είναι αναγκαίος ένας ακριβής υπολογισμός, ώστε να λαμβάνονται οι σωστές αποφάσεις για την πραγματοποίηση των εκάστοτε μορφών και μεθόδων πάλης. Ο αριστερισμός αποδείχτηκε πάντα ως ένα μέσο ακατάλληλο.

Η θέση του μαρξισμού στο ζήτημα της επιλογής του ειρηνικού ή του ένοπλου δρόμου είναι καθαρή: Οι μαρξιστές/κομμουνιστές προσπαθούν ώστε ο δρόμος αυτός να είναι ειρηνικός. Ο Μαρξ, σχετικά μ΄ αυτό το ζήτημα, σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα «The World», δηλώνει: «Η Διεθνής Ένωση δεν υπαγορεύει καμιά συγκεκριμένη μορφή στο πολιτικό κίνημα. Απαιτεί μόνο το κίνημα αυτό να είναι προσανατολισμένο στον ίδιο στόχο. […] Στην Αγγλία, για παράδειγμα, μπροστά στην εργατική τάξη είναι ανοιχτός ο δρόμος να δείξει την πολιτική της δύναμη. Η εξέγερση θα ήταν παραφροσύνη εκεί όπου η ειρηνική διαφώτιση θα οδηγούσε στο στόχο με πιο γρήγορο και ασφαλή τρόπο»[36].

Ειρηνικός δρόμος εξέλιξης όμως δεν σημαίνει παραίτηση απ΄ τη βία. Η διαφορά με τον ένοπλο δρόμο βρίσκεται στις μορφές της βίας, οι οποίες μπορούν να αλλάζουν ανάλογα με τις καταστάσεις.

Γενικά, η πορεία πραγματοποίησης αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών ανατροπών θα είναι ένα σχετικά επίπονο, περίπλοκο και αντιφατικό προτσές, στο οποίο θα ανήκουν ύψη και βάθη, όπως επίσης προτσές μάθησης και γνώσης μέσα στα πλατιά στρώματα του εργαζόμενου πληθυσμού.

***

Από την πείρα της ένοπλης πάλης στη Λατινική Αμερική

Στα ελληνικά αστικά ΜΜΕ η ένοπλη πάλη των αντάρτικων ομάδων στη Λατινική Αμερική, τις περισσότερες φορές παρουσιάζεται ούτε λίγο ούτε πολύ ως τρομοκρατία. Αντιθέτως, πολλοί αριστεροί την θεωρούν παραπέρα ως ένα νόμιμο μέσο αντιπαράθεσης, όχι τελευταία εξαιτίας της επιτυχημένης κουβανέζικης επανάστασης. Υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν αυτή τη στάση; Ή μήπως η ένοπλη πάλη είναι ένα αρχαϊκό, και κατά κανόνα αποτυχημένο μέσο αντιπαράθεσης, που πρέπει να απορριφθεί; Και με ποιο τρόπο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί η ένοπλη τρομοκρατία από τα δεξιά σε τέτοιου είδους καθεστώτα, τα οποία στηρίζονται στη στρατιωτική και αστυνομική βία;

Στο ζήτημα τού εάν η ένοπλη πάλη εξακολουθεί να παραμένει ακόμη ως μια εναλλακτική για την επαναστατική αριστερά, η απάντηση είναι τόσο καθολική όσο και ατομική: καθολική, επειδή πρέπει πάντα να αξιολογούνται οι συσχετισμοί δυνάμεων, κάτω απ΄ τους οποίους αποτολμάται αυτή η προσπάθεια, και ατομική, επειδή παρ΄ όλους τους συγκρίσιμους συσχετισμούς δυνάμεων, οι προοπτικές για επιτυχία μπορεί να είναι πολύ διαφορετικές, λόγω του ότι η συμμετοχή του κοινωνικού υποκειμένου είναι διαφορετική. Από την άλλη μεριά, το ότι η φτώχεια και η εξαθλίωση δεν γεννούν κάποιον αυτοματισμό για εξέγερση, το δείχνει το παράδειγμα της Βολιβίας, όπου οι συσχετισμοί δυνάμεων για την ομάδα του Τσε Γκεβάρα ήταν μεν ευνοϊκοί συγκριτικά με τον χωρίς κίνητρα και στρατιωτικά άπειρο βολιβιανό στρατό, οι ντόπιοι όμως αγρότες δεν υποστήριξαν τους αντάρτες.

Το βολουνταριστικό στοιχείο που αφορά στη Λατινική Αμερική μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητό, αν παρατηρηθεί σε σχέση με την κουβανέζικη επανάσταση: μετά το 1959 αναπτύχθηκαν δεκάδες κινήματα ανταρτών, τα οποία σχετίζονταν μεν με τους ντόπιους αγρότες, οι μαχητές τους όμως προέρχονταν κατά κύριο λόγο απ΄ τον αστικό χώρο (πόλεις). Οι περισσότερες από αυτές τις ομάδες εξαφανίστηκαν σύντομα (τσακίστηκαν στρατιωτικά). Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», έγιναν προβλέψεις ότι η ένοπλη πάλη στη Λατινική Αμερική θα πάρει τέλος, και ότι οι ένοπλες ομάδες στην Κολομβία θα διαλυθούν. Συνέβηκε όμως ακριβώς το αντίθετο. Το 1994 εμφανίζονται στην πολιτική σκηνή οι Ζαπατίστας και δίνουν μια νέα ερμηνεία στην ένοπλη πάλη. Στην Κολομβία αναζωογονούνται οι δυό αντάρτικες οργανώσεις, το FARC και το ELN. Η γέννηση και η ύπαρξη αντάρτικων ομάδων επομένως στη Λατινική Αμερική δεν εξαρτάται από διεθνείς παράγοντες, αλλά απ΄ τα εκάστοτε εθνικά πλαίσια. Εντούτοις μετά την παγκόσμια ιστορική ήττα από το 1990, οι περισσότερες αντάρτικες ομάδες διαλύονται.

Διαφορετικές είναι οι περιπτώσεις εκείνων των λατινοαμερικάνικων αντάρτικων ομάδων, οι οποίες σχηματίστηκαν προκειμένου να αντισταθούν στην κρατική καταστολή και με αυτή την έννοια δημιουργήθηκαν ακούσια: είτε ως αντιολιγαρχικές ομάδες αυτοάμυνας, π.χ. στην Κολομβία της δεκαετίας του 1950 (από δω προέκυψε το 1964 το FARC – «Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας») είτε ενάντια στις στρατιωτικές δικτατορίες των δεκαετιών του 1960, του 1970 και του 1980. Αυτές οι τελευταίες έχασαν τη βάση τους με την επιστροφή στις αστικές δημοκρατίες. Στην Ουρουγουάη, τη Βραζιλία και τη Νικαράγουα, ανέλαβαν πρόεδροι πρώην αντάρτες – με αποτέλεσμα να φαίνεται τώρα σαν να έχασε η ένοπλη πάλη την διεκδίκηση της εξουσίας, επειδή παντού γίνονται εκλογές, μάλιστα οι αριστεροί μπορούν να νικήσουν και η λατινοαμερικάνικη ολοκλήρωση τους προστατεύει.

Ειδική περίπτωση παραμένει η Κολομβία, στην οποία η ένοπλη πάλη της αριστεράς συνεχίζεται. Για ποιο λόγο; Στην Κολομβία, η δομική βία του κράτους, επομένως και οι συνθήκες για την μη-ένοπλη αριστερά, δεν έχει αλλάξει στην ουσία της κατά τη διάρκεια 65 χρόνων εμφυλίου πολέμου. Για το λόγο αυτό και για δεκάδες χιλιάδες αντάρτες και τους υποστηρικτές τους, δεν πρόκειται απλά για μια διόρθωση της πολιτικής, αλλά για την επιβίωσή τους. Γι΄ αυτό και στην περίπτωση της Κολομβίας το ερώτημα τού εάν είναι κανείς υπέρ ή κατά της ένοπλης πάλης, δεν έχει νόημα. Ναι μεν για κάποιους στην Ευρώπη η Κολομβία ισχύει ως «η πιο σταθερή δημοκρατία της Λατινικής Αμερικής», τα αποτελέσματα όμως των εκλογών προκύπτουν είτε μέσω συστηματικών δολοφονιών σε μέλη της αντιπολίτευσης, είτε μέσω παραποίησής τους. Στις δε περιπτώσεις που στο παρελθόν οι αντάρτες κατέθεσαν τα όπλα για να συμμετάσχουν στο πολιτικό γίγνεσθαι, τις περισσότερες φορές δολοφονήθηκαν απ΄ τις κρατικές και παρακρατικές συμμορίες κτηνώδικα. Στην περίπτωση της Πατριωτικής Ένωσης (UP) η οποία προήλθε από το FARC, μετά από το 1984 δολοφονήθηκαν περίπου 5.000 άνθρωποι, γι΄ αυτό και οι επιζώντες επέστρεψαν ξανά στην ένοπλη πάλη. Μόνο το 2010 δολοφονήθηκαν τουλάχιστον 1200 άνθρωποι στα τετράγωνα εξαθλίωσης (παραγκουπόλεις), με το πρόσχημα ότι υπήρξαν μαχητές του FARC.

Στην Κολομβία αντιστοιχούν τα δύο τρίτα των δολοφονημένων συνδικαλιστών παγκοσμίως. Συνολικά από την 1η Ιανουαρίου του 1986 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του 2012 δολοφονήθηκαν 2949 συνδικαλιστές. Η Κολομβία είναι επίσης η χώρα της Λατινικής Αμερικής στην οποία δολοφονήθηκαν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι. Κυβέρνηση, αστική τάξη, πολυεθνικές εταιρίες, συνεργάζονται για να εξοντώσουν την αντιπολίτευση. Ο πρώην πρόεδρος Αλβάρο Ουρίμπε ανήκε τη δεκαετία του 1990, σύμφωνα με τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, στους 100 πιο σημαντικούς εμπόρους ναρκωτικών και συμμετείχε στην ίδρυση παραστρατιωτικών ομάδων οι οποίες δολοφόνησαν χιλιάδες Κολομβιανούς. Οι υπηρεσίες τους χρησιμοποιήθηκαν από πολυεθνικές εταιρίες όπως οι Exxon/Esso, Nestle, Chiquita και Coca-Cola, ενώ στις εκλογές οι παραστρατιωτικοί φροντίζουν για τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Η ένοπλη πάλη δεν διεξάγεται επομένως ούτε βολουνταριστικά ούτε αλτρουιστικά, αλλά για λόγους αυτοάμυνας. Μια τέτοιου είδους αντι-βία αναγνωρίζεται και απ΄ την Χάρτα του ΟΗΕ ως νόμιμη. Ο απώτερος στόχος προκύπτει εδώ απ΄ την άκαμπτη δολοφονική στάση της ντόπιας ολιγαρχίας, ενώ άμεσος στόχος παραμένει η κοινωνικά δίκαιη ειρήνη.

Κατά συνέπεια, οι συγκεκριμένες καταστάσεις είναι αυτές που γεννούν την ένοπλη πάλη. Ακριβώς γι΄ αυτόν το λόγο ιδρύθηκαν στο Μεξικό τα τελευταία 20 χρόνια σύμφωνα με διάφορες πηγές, 150 έως 300 ένοπλες αριστερές οργανώσεις. Το κτηνώδες τσάκισμα των αριστερών κινημάτων και η παρεμπόδιση της νίκης των αριστερών δυνάμεων σχημάτισαν το έδαφος για την άνθιση της ένοπλης πάλης.

Μολαταύτα πρέπει να διαπιστωθεί, ότι η δυνατότητα νίκης μιας ένοπλης επανάστασης στη Λατινική Αμερική δεν μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικότητα. Μια στρατιωτική νίκη, όπως για παράδειγμα στη Κούβα ή στη Νικαράγουα, μπορεί σήμερα σε μεγάλο βαθμό να αποκλειστεί. Η σύγχρονη διεξαγωγή πολέμου έχει αναπτυχθεί τεχνολογικά σε τέτοιο βαθμό, που ένα αντάρτικο δεν μπορεί να αντέξει. Στη περίπτωση που τείνει να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να ανεχτούν μια άνοδο στην κυβέρνηση κομμουνιστικής/αριστερής δύναμης ένοπλα. Μολαταύτα η Κολομβία δείχνει ότι ένα αντάρτικο με μακρά πείρα και υποστήριξη απ΄ τον ντόπιο πληθυσμό, δεν μπορεί επίσης να νικηθεί. Ακριβώς, αυτό το αδιέξοδο είναι που φέρνει στο τραπέζι των συνομιλιών τους αντάρτες με την κυβέρνηση[37].

Παράλληλα, απ΄ την ανατροπή των δημοκρατικά εκλεγμένων αριστερών κυβερνήσεων στην Ονδούρα το 2009 και την Παραγουάη το 2012, προκύπτει, ότι η Δεξιά, τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης και οι πολυεθνικές εταιρίες, όπως επίσης οι ΗΠΑ και μερικά ευρωπαϊκά κράτη, δεν είναι διατεθειμένα να αποδεχτούν τις δημοκρατικά εκλεγμένες αριστερές κυβερνήσεις.

Επομένως, δεν είναι η ένοπλη πάλη αυτή η οποία έχει ξεπεραστεί στη Λατινική Αμερική, αλλά η αντίληψη, ότι το αντιπροσωπευτικό αντάρτικο διεξάγει μια ένοπλη επανάσταση. Το αντάρτικο στη Λατινική Αμερική τον 21ο αιώνα εκπληρώνει περισσότερο μια λειτουργία προστασίας του πληθυσμού, ένα είδος αυτοάμυνας.

***

8. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΝΟΗΣΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΔΡΟΜΟ

Στην ενότητα αυτή εξετάζουμε τις σημαντικότερες ενστάσεις/διαφωνίες που διατυπώνονται στο ζήτημα της μεταβατικής φάσης προς το σοσιαλισμό. Ας τις δούμε με τη σειρά.

Μήπως η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή τακτική σημαίνει έναν ρεφορμιστικό δρόμο;

Εδώ έχουμε την πιο συχνά διατυπωμένη παρανόηση, έναν κεντρικό πυρήνα των παραμορφώσεων που σχετίζεται με τον μεταβατικό δρόμο, στη βάση της οποίας βρίσκεται μια εσφαλμένη κατανόηση της σχέσης μεταρρύθμισης και επανάστασης. Θα ήταν χοντρό λάθος να ταυτίζεται για παράδειγμα η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή τακτική με τις αντιλήψεις των «ευρωκομμουνιστών». Για την αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή τακτική οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν σημεία στήριξης στο δρόμο για τη χειραφέτηση του προλεταριάτου. Κατά την Ρόζα Λούξεμπουργκ «Για τη σοσιαλδημοκρατία υπάρχει ανάμεσα στην κοινωνική μεταρρύθμιση και την κοινωνική επανάσταση μια αδιάσπαστη σύνδεση, όπου ο αγώνας για την κοινωνική μεταρρύθμιση αποτελεί γι΄ αυτήν το μέσο, ενώ η κοινωνική ανατροπή είναι ο σκοπός»[38]. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει, όπως ερμήνευε παλιότερα η σοσιαλδημοκρατία και σήμερα η ρεφορμιστική αριστερά, ότι μπορεί να φθάσει κανείς με αργά βήματα στο σοσιαλισμό μέσω διαρκών μεταρρυθμίσεων, ότι μπορεί μ΄ αυτό τον τρόπο να εξελιχτεί η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων σε σοσιαλισμό, με ένα δρόμο «μετασχηματισμού» της, χωρίς το επαναστατικό «σπάσιμο» με το αστικό κράτος. Η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή τακτική έχει μέχρι αυτού του σημείου μια ριζοσπαστικά μεταρρυθμιστική κατεύθυνση, δημιουργώντας μ΄ αυτό τον τρόπο ιδανικές συνθήκες στην πάλη για το σοσιαλισμό. Η αναγκαιότητα όμως της σοσιαλιστικής επανάστασης και η δικτατορία του προλεταριάτου δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση. Μ΄ αυτή την πρώτη παρανόηση συνδέεται η αμέσως επόμενη.

***

Σημαίνει μήπως η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή τακτική μια «επανάσταση του ψηφοδελτίου»;

Και αυτό είναι αναληθές. Η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή πολιτική συμμαχιών έχει κυρίως εξωκοινοβουλευτικό χαρακτήρα, μολονότι, όσο διάστημα κινείται κανείς στα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτισμού, το κοινοβουλευτικό επίπεδο διαμεσολάβησης δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Ένα αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό κίνημα θα πρέπει να αντιπροσωπεύεται και μέσα στο κοινοβούλιο. Όμως –και πάλι για να γίνει σαφής οριοθέτηση απ΄ τις «ευρωκομμουνιστικές» και σοσιαλρεφορμιστικές αντιλήψεις- δεν σημαίνει ότι οι κομμουνιστές με την τακτική αυτή θα γίνουν σκαλοπάτι για κυβερνήσεις που θα διαχειρίζονται τον καπιταλισμό, αλλά ότι θα συμμετέχουν μόνο στα πλαίσια μιας κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου. Όμως και αυτή χρειάζεται μια πλατιά υποστήριξη και πίεση απ΄ το εξωκοινοβουλευτικό επαναστατικό μαζικό κίνημα. Κι εδώ θεωρείται αυτονόητο, ότι πρόκειται για ένα μέσο για την εκπλήρωση του σκοπού. Στην περίπτωση που μια κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου εκπληρώσει το σκοπό της και τα καθήκοντά της, τότε πρέπει να γίνει το επόμενο βήμα: Η υπέρβαση του αστικού κοινοβουλευτισμού και του δημοκρατισμού της κάλπης, η επαναστατική κατάληψη της εξουσίας και η άσκησής της απ΄ την οργανωμένη εργατική τάξη, καθώς και η άμεση καταστολή όλων των αντεπαναστατικών δυνάμεων. Ο Λένιν στο άρθρο του «Η σχέση της σοσιαλδημοκρατίας προς το αγροτικό κίνημα» γράφει: «Απ΄ τη δημοκρατική επανάσταση θα αρχίσουμε αμέσως τη μετάβαση προς τη σοσιαλιστική επανάσταση, και μάλιστα στο μέτρο των δυνάμεών μας, των δυνάμεων του ταξικά συνειδητού και οργανωμένου προλεταριάτου. Είμαστε υπέρ της διαρκούς επανάστασης. Δεν θα μείνουμε στα μισά του δρόμου […]. Θα βοηθήσουμε… με όλες μας τις δυνάμεις να φέρουμε σε πέρας τη δημοκρατική επανάσταση, ώστε… να είναι για μας πιο εύκολη η μετάβαση, όσο το δυνατό πιο γρήγορα στο νέο και υψηλότερο καθήκον, στη σοσιαλιστική επανάσταση»[39]. Το ίδιο ισχύει και σε ό,τι αφορά το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό προτσές.

***

Είναι μήπως το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό κίνημα ένα κίνημα της κοινωνίας των πολιτών;

Η έννοια της «κοινωνίας των πολιτών» κατά Γκράμσι έχει γίνει σήμερα «λάστιχο». Χρησιμοποιείται από αστούς ιδεολόγους, «ευρωκομμουνιστές», σοσιαλδημοκράτες και σοσιαλρεφορμιστές, οι οποίοι πιστεύουν ότι εδώ βρήκαν τα σημεία επαφής τους. Η κοινωνία των πολιτών δεν είναι όπως θέλει να μάς κάνει να πιστέψουμε η ρεφορμιστική αριστερά ο κοινωνικός χώρος της «κοινωνικής υπευθυνότητας και της ηθικής», της «πολιτικής ορθότητας» ή κάτι παρόμοιο. Αυτή δεν χαρακτηρίζει τις πλουραλιστικές κοινωνικές ομάδες οι οποίες δρουν ανεξάρτητα απ΄ τους κρατικούς, πολιτικο-κομματικούς ή ιδιωτικο-οικονομικούς θεσμούς, όπως ισχυρίζεται η ρεφορμιστική αριστερά. Δεν υπάρχουν «κινήματα της κοινωνίας των πολιτών» για τον πασιφισμό, τον ουμανισμό, τον φεμινισμό, τη «συμμετοχική δημοκρατία», για τα δικαιώματα των ζώων κτλ (και φυσικά δεν είναι αυτό που πρέπει να παριστάνει μια αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή συμμαχία). Η έννοια του Γκράμσι, αντιθέτως, χαρακτηρίζει την κοινωνική σφαίρα μεταξύ οικονομίας και πολιτικού κράτους στην οποία διεξάγεται μια πάλη πολιτικών ιδεών για την κατάκτηση της ηγεμονίας. Η κοινωνία των πολιτών δεν είναι per se προοδευτική ή αντιδραστική, δημοκρατική ή αντιδημοκρατική, αριστερή ή δεξιά, αλλά είναι ο αναγκαίος χώρος της κοινωνικής αντιπαράθεσης, σε τελική ανάλυση της ιδεολογικής ταξικής πάλης. Μ΄ αυτή την έννοια το επαναστατικό κίνημα μπορεί και πρέπει να παλέψει για την ηγεμονία. Κατά τον Γκράμσι: «Το προλεταριάτο μπορεί να γίνει ηγετική και κυρίαρχη τάξη στο μέτρο που κατορθώνει να δημιουργήσει ένα σύστημα ταξικών συμμαχιών που να του επιτρέπει να κινητοποιήσει κατά του καπιταλισμού και του αστικού κράτους την πλειοψηφία του εργαζόμενου πληθυσμού…»[40]. Πρόκειται για την ταξική συνείδηση σαν προϋπόθεση για μια επιτυχή προοδευτική πολιτική συμμαχιών όπως περιγράφτηκε πιο πάνω. Και είναι διαφορετική η αντίληψη της ρεφορμιστικής αριστεράς η οποία θέλει να κατακτήσει την αστική δημοκρατία μετασχηματίζοντάς την με τη στήριξη της πλειοψηφίας του πληθυσμού, απ΄ την γκραμσιανή έννοια περί ηγεμονίας της εργατικής τάξης σαν προϋπόθεση για το δρόμο της επαναστατικής κατάκτησης της κρατικής εξουσίας. Ο Γκράμσι δεν αφήνει χώρο για αυταπάτες περί μετασχηματισμού όταν γράφει: «Ο τύπος “κατάκτησης του κράτους” πρέπει να κατανοηθεί μ΄ αυτή την έννοια: πρέπει να δημιουργηθεί ένας νέος τύπος κράτους ο οποίος θα προκύψει απ΄ τις εμπειρίες της κοινωνικοποίησης της τάξης του προλεταριάτου, και θα αντικαταστήσει το δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό κράτος»[41] Έτσι ερχόμαστε στο αμέσως επόμενο ζήτημα, δηλαδή, στο τι μπορεί να περιμένει κανείς από την αστική δημοκρατία.

***

Δεν σπέρνει αυταπάτες η μεταβατική φάση σχετικά με τις δυνατότητες της αστικής δημοκρατίας;

Ο Ένγκελς γράφει σχετικά με την αστική δημοκρατία: «Θα ήταν… μια εντελώς ατεκμηρίωτη αυταπάτη, με βάση την ουσία της, να θεωρηθεί αυτή σαν μια σοσιαλιστική μορφή, ή όσο διάστημα αυτή κυριαρχείται απ΄ την μπουρζουαζία, να της εμπιστεύεται κανείς σοσιαλιστικά καθήκοντα. Μπορούμε να αποσπάσουμε απ΄ αυτήν παραχωρήσεις, αλλά ποτέ [δεν μπορούμε] να μεταβιβάσουμε την διεκπεραίωση της δικής μας δουλειάς»[42]. Η υπόδειξη αυτή για μια αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή τακτική πρέπει να προσεχτεί οπωσδήποτε. Το να αξιοποιεί κανείς ένα μέσο δεν σημαίνει ότι επαφίεται πάνω σ΄ αυτό.

***

Μήπως η μεταβατική φάση αποτελεί ένα «ενδιάμεσο στάδιο» με δικό του χαρακτήρα μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού;

Το ζήτημα τούτο είναι ίσως το πιο επίμαχο που τίθεται στη συζήτηση για τα μεταβατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό, γι΄ αυτό και θα σταθούμε κάπως αναλυτικότερα. Οι μεγαλύτερες αντιρρήσεις ξεκινούν απ΄ την ηγεσία του ΚΚΕ. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που προτείνει την ακύρωση του Προγράμματος που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριό του, αν και στην πράξη η ηγεσία του ΚΚΕ το Πρόγραμμα αυτό το υπονόμευε διαρκώς εδώ και χρόνια. Είναι ακόμη χαρακτηριστικό, ότι υπονομεύεται ακόμη και ο ίδιος ο προσυνεδριακός διάλογος για το 19ο Συνέδριο, όταν με αρθρογραφία ηγετικών στελεχών του μέσα από τον «Ριζοσπάστη», προβάλλεται η «Λαϊκή Συμμαχία» ως αντικατάσταση του μέχρι τώρα Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ), χωρίς ακόμη να έχει αποφασίσει το ίδιο το Συνέδριο, ένα δείγμα του πόσο σεβαστή γίνεται η γνώμη των μελών του κόμματος.

Η επιχειρηματολογία της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ σε γενικές γραμμές είναι η εξής: Για το ΚΚΕ δεν είναι δυνατή μια μεταβατική βαθμίδα μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, γι΄ αυτό και δεν διαθέτει κάποιο μίνιμουμ Πρόγραμμα. Σύμφωνα πάντα με την ηγεσία του, σε συνθήκες καπιταλισμού κάθε επιτυχία που θα κατακτούσαν οι εργαζόμενοι είναι προσωρινή, αν προηγουμένως δεν έχει κατακτηθεί η εργατική λαϊκή εξουσία (δικτατορία του προλεταριάτου). Επομένως, άμεσος στόχος είναι η κατάχτηση της εργατικής εξουσίας (σ.σ. η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την εργατική κυβέρνηση ως όργανο της εργατικής τάξης και των συμμάχων της κατά την διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, όπως το έθετε η Κομιντέρν –αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί επειδή διάφορες τροτσκιστικές ομάδες συγχέουν αυτά τα δυό ζητήματα). Αφού λοιπόν δεν υπάρχει κατά την ηγεσία του ΚΚΕ κάποια μεταβατική βαθμίδα/φάση, δεν μπορεί να υπάρξει και πολιτική εξουσία που να αντιστοιχεί σ΄ αυτή τη μεταβατική φάση.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Απ΄ τα όσα έχουμε αναφέρει μέχρι τώρα, γίνεται φανερό ότι η ηγεσία του ΚΚΕ αδυνατεί να κατανοήσει τη διαλεκτική μεταρρύθμισης και επανάστασης. Ουσιαστικά γι΄ αυτήν μεταρρυθμίσεις δεν υπάρχουν –δηλαδή μεταβατικά αιτήματα- παρά μόνο η επανάσταση. Διαφορετικά ειπωμένο: Για την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ οι έννοιες μεταρρύθμιση και επανάσταση ταυτίζονται. Από δω ακριβώς προκύπτει και η ταύτιση τακτικής και απώτερου στρατηγικού στόχου (σοσιαλισμός). Εδώ πρόκειται για ζήτημα διαλεκτικής: Ποιοτικό άλμα είναι αδύνατο να υπάρξει, αν προηγουμένως δεν έχει υπάρξει συσσώρευση ποσοτικών αλλαγών, αν η εργατική τάξη δεν έχει αποκτήσει ταξική συνείδηση. Κι αυτό προϋποθέτει προετοιμασία, πολύ δε περισσότερο, αυτό ισχύει για τους φυσικούς της συμμάχους. Έως ότου όμως η πλειοψηφία τουλάχιστον της εργατικής τάξης αποκτήσει συνείδηση της «τάξης για τον εαυτό της», απαιτείται χρόνος. Με άλλα λόγια είναι αναγκαίες κάποιες διαβαθμίσεις. Οι διαβαθμίσεις όμως αυτές –φάσεις του ταξικού αγώνα- προϋποθέτουν και τα ανάλογα μεταβατικά αιτήματα. Δηλαδή, αναγκαία είναι εκείνα τα αιτήματα που αφενός συγκινούν και έλκουν τους εργαζόμενους, γιατί αφορούν στην κατάσταση που βιώνουν άμεσα, τώρα, αφετέρου όμως τα αιτήματα αυτά θα πρέπει να έρχονται σε ρήξη με το σύστημα και σταδιακά να οδηγούν έξω από αυτό ή τουλάχιστον στα όριά του, διαφορετικά το εργατικό κίνημα θα ενσωματωθεί στον καπιταλισμό.

Παραπέρα. Η ηγεσία του ΚΚΕ (καθώς και μια σειρά άλλων ομάδων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς) αντιφάσκει. Αφενός, αναγνωρίζει ότι σήμερα δεν μπορεί να τεθεί άμεσα ζήτημα σοσιαλισμού, αφετέρου όμως, τα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΕ -όπως για παράδειγμα το Πολιτικό Γραφείο με διάφορες αποφάσεις του-, βάζουν άμεσα αιτήματα, και σωστά, που όμως την λύση τους την εξαρτούν άμεσα από την ύπαρξη της εργατικής εξουσίας (σοσιαλισμός). Γι΄ αυτό και οι προτάσεις αυτές είναι καταδικασμένες να πέφτουν στο κενό, να μην βρίσκουν καμιά ανταπόκριση. Φυσικά δεν είναι ο μοναδικός λόγος. Ένας άλλος σημαντικός είναι η πολιτική συμμαχιών που ακολουθείται, κατά την οποία απαιτείται απ΄ τις άλλες πολιτικές δυνάμεις να αποδεχτούν το Πρόγραμμα του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό. Είναι επόμενο, όταν ταυτίζεται η τακτική με τον απώτερο στόχο, να προκύπτουν αυτές οι αντιφάσεις, οι οποίες παίρνουν πλέον χαρακτήρα διαρκείας, με αποτέλεσμα το ΚΚΕ να απομονώνεται απ΄ τα πλατιά λαϊκά στρώματα και να συρρικνώνεται διαρκώς.

Ας δούμε το ζήτημα της μεταβατικής βαθμίδας ή «μεταβατικό στάδιο», όπως λέγεται. Κατ΄ αρχή, ξεκινάμε απ΄ τη θέση ότι ο γενικός προσανατολισμός πρέπει να είναι αντιιμπεριαλιστικός αντιμονοπωλιακός δημοκρατικός. Αντιιμπεριαλιστικός, επειδή η χώρα μας είναι εξαρτημένη απ΄ τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, όπως ΕΕ, ΝΑΤΟ, ύπαρξη βάσεων στο έδαφός της κ.α. και επειδή ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια η εξάρτησή της βάθυνε ακόμη περισσότερο μέσω της υπογραφής των Μνημονίων, ενώ προστέθηκαν και άλλοι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί απ΄ τους οποίους εξαρτάται, όπως το ΔΝΤ. Αντιμονοπωλιακός, επειδή τα μονοπώλια αποτελούν σήμερα την καρδιά της κεφαλαιακής σχέσης. Δημοκρατικός, επειδή τα δημοκρατικά δικαιώματα των εργαζομένων έχουν περιοριστεί αφάνταστα, οι σημαντικότερες αποφάσεις που αφορούν την χώρα και το λαό της παίρνονται σε κέντρα εκτός Ελλάδας, ενώ όλο και πιο συχνά το αστικό κράτος κάνει χρήση των κατασταλτικών του μηχανισμών. Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι πρόκειται για τρεις τομείς αλληλένδετους. Για παράδειγμα: Έξοδος από την ΕΕ σημαίνει μείωση της εξάρτησης από έναν σημαντικό ιμπεριαλιστικό οργανισμό, αύξηση της εθνικής κυριαρχίας και ακεραιότητας της χώρας (αντιιμπεριαλιστικός προσανατολισμός), δικαίωμα να χαράσσει η Ελλάδα τη δική της νομισματική και γενικότερα οικονομική πολιτική, επομένως να εθνικοποιεί και τα μονοπώλια χωρίς να μπορεί η ΕΕ να τής επιβάλλει κυρώσεις, στο όνομα π.χ. τού ότι παραβιάζεται η ελευθερία κίνησης κεφαλαίων (αντιμονοπωλιακός προσανατολισμός), οι αποφάσεις που αφορούν την Ελλάδα θα παίρνονται αποκλειστικά στην Ελλάδα, θα ακυρωθούν όλες οι συμφωνίες σύνδεσης με την ΕΕ που αντιβαίνουν στα δημοκρατικά και ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η σύνδεση με την Συνθήκη Σένγκεν, η συμμετοχή στον ευρωστρατό και την ευρωαστυνομία, οι τρομονόμοι κ.α. (δημοκρατικός προσανατολισμός). Όπως γίνεται αντιληπτό αυτοί οι τρείς τομείς αλληλοδιαπλέκονται και αφορούν σε όλα τα ζητήματα απ΄ τα οποία εξαρτάται το μέλλον αυτού του τόπου, το μέλλον του ελληνικού λαού.

Από αυτόν ακριβώς τον προσανατολισμό απορρέουν και οι δυνατότητες συμμαχιών της εργατικής τάξης με τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού (φτωχομεσαία αγροτιά, ΕΒΕ, εργαζόμενη διανόηση). Σε αυτόν τον προσανατολισμό δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο, το οποίο, για να ειπωθεί έτσι, θα ήταν αυτόνομο. Η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή ανατροπή και η σοσιαλιστική ανατροπή, αποτελούν ένα ενιαίο επαναστατικό προτσές της μετάβασης απ΄ τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή ανατροπή σημαίνει μια περίοδο της επαναστατικής πάλης, στην οποία υπάρχουν ακόμη στοιχεία του καπιταλισμού και φύτρα του σοσιαλισμού. Στην αρχή θα υπερτερούν ακόμη τα στοιχεία του παλιού, στην ταξική πάλη όμως θα πρέπει τα βασικά στοιχεία της νέας κοινωνίας να καταχτιούνται όλο και περισσότερο, διαφορετικά η αντίδραση θα πνίξει το επαναστατικό προτσές.

Κατά την επεξεργασία αυτού του προσανατολισμού ξεκινάμε από το άρθρο του Λένιν το έτος 1917, «Η καταστροφή που μάς απειλεί και πώς να την καταπολεμήσουμε». Εκεί ο Λένιν εξετάζει το ζήτημα της επαναστατικής δημοκρατίας σαν δυνατή μεταβατική φάση της πολιτικής εξουσίας στο δρόμο προς το σοσιαλισμό. Ο Λένιν συνέδεσε με το κράτος της επαναστατικής δημοκρατίας βαθιές προοδευτικές αλλαγές με την πολιτική, οικονομική και κοινωνική δομή της κοινωνίας. Χαρακτηρίζοντας την ταξική ουσία αυτού του επαναστατικού δημοκρατικού κράτους έγραφε: «Αυτό δεν είναι ακόμη σοσιαλισμός, όμως δεν είναι πια και καπιταλισμός. Είναι ένα τεράστιο βήμα προς το σοσιαλισμό, ένα τέτοιο βήμα, που, με την προϋπόθεση ότι θα διατηρηθεί ατόφια η δημοκρατία, θα ήταν πια αδύνατη η πισωδρόμηση απ΄ αυτό το βήμα προς τον καπιταλισμό, χωρίς να γίνουν ανήκουστες βιαιοπραγίες πάνω στις μάζες»[43].

Το πώς θα διαμορφωθεί συγκεκριμένα αυτός ο δρόμος, αυτό θα εξαρτηθεί απ΄ τη δύναμη της εργατικής τάξης, τη σταθερότητα της συμμαχίας της με τα μεσαία στρώματα, την επιρροή των κομμουνιστών, αλλά και από τις μορφές αντίστασης της αντίδρασης. Η πείρα της ταξικής πάλης διδάσκει, ότι η μονοπωλιακή αστική τάξη όταν έβλεπε να απειλείται η εξουσία της και τα προνόμιά της προσπαθούσε διαρκώς να εμποδίσει την κοινωνική πρόοδο, φθάνοντας μέχρι και την εγκαθίδρυση της φασιστικής δικτατορίας και το ξέσπασμα εμφυλίων πολέμων. Βασική προϋπόθεση για να αποτραπεί μια τέτοια κατάσταση είναι ότι το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μπλοκ θα έχει ισχυρή εξωκοινοβουλευτική δύναμη, (αλλά και κοινοβουλευτική επιρροή), ώστε να είναι σε θέση να σχηματίσει μια κυβέρνηση η οποία θα εκπροσωπεί τα συμφέροντα των εργαζομένων. Στηριγμένη πάνω στα εξωκοινοβουλευτικά κινήματα, τις οργανώσεις της εργατικής τάξης και την οικοδόμηση μιας νέας δημοκρατικής εξουσίας, η οποία θα βάλει σε εφαρμογή βαθιές πολιτικές και οικονομικές ανατροπές, αποτέλεσμα των οποίων θα είναι το «σπάσιμο» της εξουσίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου και του κράτους της.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη ενός «ενδιάμεσου σταδίου» με τις δικές του νομοτέλειες. Πρόκειται για ένα ενιαίο επαναστατικό προτσές, για μια πορεία μετάβασης προς το σοσιαλισμό. Στο βαθμό τού πως θα γίνεται η υπέρβαση του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού (ΚΜΚ) μέσω της εργατικής τάξης και των άλλων αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων, θα εκμηδενίζονται και οι πιο οξυμένες μορφές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η εκμετάλλευση από τα μονοπώλια και το κράτος τού ΚΜΚ. Σ΄ αυτό το προτσές επομένως το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας δεν λύνεται ακόμη οριστικά. Το «επαναστατικό σπάσιμο» δεν έχει ακόμη περατωθεί. Η πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης δεν έχει ακόμη εγκαθιδρυθεί. Η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή εξουσία «δεν είναι μεν καπιταλισμός», όμως «δεν είναι ακόμη και σοσιαλισμός». Η πάλη για την εξουσία δεν έχει ακόμη κριθεί. Στην περίπτωση που δεν περατωθεί το «επαναστατικό σπάσιμο», το προτσές αυτό θα λήξει με την ήττα των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων και την επιτυχή αντεπίθεση της αντίδρασης.

***

9. ΤΟ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΗΜΕΡΑ

Είναι πλέον ανάγκη να περάσουμε σε ένα άλλο σημαντικό ζήτημα για το οποίο έχει γίνει πολλή συζήτηση στην Ελλάδα, ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια. Πρόκειται για τη συγκρότηση ενός προγράμματος, τα αιτήματα του οποίου θα μπορούσαν να συσπειρώσουν το εργατικό λαϊκό κίνημα και τις πολιτικές εκείνες δυνάμεις οι οποίες ενδιαφέρονται για μια άλλη πορεία αυτού του τόπου, για την έξοδο της χώρας μας από την καπιταλιστική κρίση, αλλά ταυτόχρονα να υπάρξει ρήξη με το σύστημα, η οποία θα οδηγεί έξω από αυτό ή τουλάχιστον στα όριά του, έχοντας ως απώτερο στόχο το σοσιαλισμό[44].

***

Εισαγωγή

Σαν μεταβατικό πρόγραμμα μπορεί να χαρακτηριστεί με συμπυκνωμένα και σαφή λόγια, ένα σύνολο αιτημάτων για την κινητοποίηση των εργαζόμενων μαζών, με σκοπό την προετοιμασία για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, η οποία στοχεύει στη νέα σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας. Το πρόγραμμα αυτό αποτελεί μια ιστορική γέφυρα μεταξύ των αντικειμενικών προϋποθέσεων της σοσιαλιστικής επανάστασης και του πολιτικού κινήματος των μισθωτών και της καθοδήγησής τους. Μέχρι αυτού του σημείου, το μεταβατικό πρόγραμμα αντανακλά τη διαλεκτική αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων της πάλης για την ιστορική αναγκαία μετάβαση στο σοσιαλισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Το πρόγραμμα αυτό δεν αποτελεί πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης, πολύ δε περισσότερο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το μεταβατικό πρόγραμμα σαν τέτοιο αποτελεί μια συμβίωση ενός προγράμματος μίνιμουμ και ενός προγράμματος μάξιμουμ. Επιπλέον δεν συνιστά μια λεπτομερή ανάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας, ούτε αντικαθιστά ειδικές αναλύσεις έρευνας και τα αποτελέσματά τους.

Μέσα στο χώρο της μαρξιστικής αριστεράς είναι αναγκαίο ένα μαρξιστικό μεταβατικό πρόγραμμα, ώστε το επαναστατικό υποκείμενο να αναπτύξει ένα (σχετικό) βαθμό κοινωνικής δυναμικής, έχοντας ως αφετηριακή βάση το έδαφος του σύγχρονου καπιταλισμού, χωρίς να χάνει απ΄ το οπτικό του πεδίο το σοσιαλιστικό στόχο. Αλλά ακόμη και όταν η εργατική τάξη βρίσκεται σε θέσεις άμυνας και οπισθοχώρησης, όπως συμβαίνει σήμερα, ένα τέτοιου είδους μεταβατικό πρόγραμμα είναι αναγκαίο στην προπαγανδιστική/διαφωτιστική δουλειά για την αφύπνιση των εργαζομένων, λαμβάνοντας υπόψη το χαμηλό ή και ανύπαρκτο επίπεδο ταξικής συνείδησης. Επειδή παραπέρα το πρόγραμμα αυτό αντανακλά τη σημερινή καπιταλιστική/ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων, το αντικειμενικό προτσές της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Και επειδή σε ένα πιθανό ξέσπασμα επαναστατικής βίας, οι επαναστατημένες μάζες θα μείνουν ξεκρέμαστες στον αέρα, χωρίς προσανατολισμό, ακόμη κι αν επιλεγεί ο ένοπλος δρόμος. Παρόλο που η κοινωνική αποτελεσματικότητα αυτού του προγράμματος in concreto εξαρτάται από παράγοντες της κοινωνικής εξέλιξης, οι οποίοι επιστημονικά δεν μπορούν να προβλεφτούν, το να περιμένει η μαρξιστική αριστερά πρώτα μια πραγματική άνοδο της δραστηριότητας του εργατικού λαϊκού κινήματος για να επεξεργαστεί στη συνέχεια αυτό το πρόγραμμα, αυτό για το κίνημα θα ήταν θανατηφόρο.

Αλλά το πώς θα διαμορφωθεί σήμερα ένα μεταβατικό πρόγραμμα, είναι ένα ζήτημα αιχμής που πρέπει να απαντηθεί. Το μεταβατικό πρόγραμμα ή τα αιτήματα ενός τέτοιου προγράμματος, είχαν τεθεί διαφορετικά στις αρχές του 20ου αιώνα από το τότε επαναστατικό κίνημα. Η ιστορική συγκεκριμένη κατάσταση στις αρχές του 21ου αιώνα είναι εντελώς διαφορετική απ΄ ό,τι 100 χρόνια πριν. Η πείρα που αποκτήθηκε όλες αυτές τις δεκαετίες πρέπει να ληφθεί οπωσδήποτε υπόψη, δεν είναι δυνατή όμως μια αντιγραφή της ιστορικής κληρονομιάς. Οι αλλαγές που έχουν επέλθει από τότε σχετίζονται τόσο με το βάθος όσο και με την έκταση των προβλημάτων, τόσο με την ένταση όσο και με την εμφάνιση νέων. Σχετίζονται με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, την ταξική διάρθρωση, τις μεταβολές στους συσχετισμούς δυνάμεων, την ανάδυση και επικράτηση νέων ιμπεριαλιστικών οργανισμών, την παραπέρα διεθνοποίηση του κεφαλαίου, την όξυνση των περιβαλλοντικών προβλημάτων, την ενεργειακή πολιτική, την ελαχιστοποίηση/εκμηδένιση της ταχύτητας των πληροφοριών (κομπιουτεροποίηση) κ.ο.κ. Επομένως, ένα σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα δεν μπορεί να αποτελεί αντιγραφή αιτημάτων, όπως αυτά τέθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα.

***

Ζητήματα ανάλυσης και μεθοδολογίας

Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την κρίση που επήλθε στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ο καπιταλισμός ενίσχυσε παραπέρα την τάση του προς τη βαρβαρότητα. Στο σύγχρονο ιμπεριαλισμό/καπιταλισμό επήλθαν μεν μεταβολές στη μορφή του, όχι όμως στην ουσία του. Η ιδία τάση του ιμπεριαλισμού για «αντίδραση σε όλη τη γραμμή» (Λένιν) ενίσχυσε παραπέρα τη βαρβαρότητά του. Η οικονομική, πολιτική και ιδεολογική εξουσία του μονοπωλιακού κεφαλαίου σαν ο μεγαλύτερος φραγμός της κοινωνικής προόδου, δεν εκμηδενίζεται απ΄ τη μια μέρα στην άλλη, επειδή αυτό απαιτεί τη διαμόρφωση ενός ισχυρού ιστορικού υποκειμένου για μεγαλύτερες ιστορικές περιόδους, απ΄ όπου θα προκύψει επίσης η ευκαιρία για μια νέα προσπάθεια σοσιαλιστικής εκκίνησης. Στις αρχές του 21ου αιώνα δεν υπάρχει μόνο η επικράτηση του κεφαλαίου, αλλά και μια πολυμορφία αντίρροπων δυνάμεων στον κόσμο, οι οποίες έχουν διαφορετικό βαθμό δραστηριότητας. Εδώ ανήκει επίσης το γεγονός ότι η σημερινή θέση όλων των αριστερών δυνάμεων –με την πλατιά σημασία του όρου- είναι εξαιρετικά δύσκολη. Το ζήτημα βρίσκεται στο εάν μπορούν να αντιληφθούν την μετάβαση προς μια σοσιαλιστική κοινωνία και –εάν ναι- με ποιο τρόπο θέλουν να επιτύχουν αυτή τη μετάβαση.

Η μέθοδος της σκέψης του Λένιν για την διατύπωση ενός μαρξιστικού μεταβατικού προγράμματος ισχύει εδώ χωρίς περιοριστικά όρια. Τι εννοούμε;

Το «ζωντανό πνεύμα» του μαρξισμού είναι «η διαλεκτική, η διδασκαλία της ολόπλευρης και γεμάτη από αντιφάσεις ιστορική εξέλιξη»[45], της οποίας «η αλληλοσχέση με τα συγκεκριμένα πρακτικά καθήκοντα της εποχής μπορούν να αλλάξουν σε κάθε στροφή της ιστορίας»[46]. Αυτό για τον Λένιν ήταν το άλφα και το ωμέγα της παραπέρα εξέλιξης του μαρξισμού. Ο μαρξισμός πρέπει να αντανακλά οπωσδήποτε τη φανερή απότομη αλλαγή των συνθηκών της κοινωνικής ζωής, και αυτό απαιτεί να μην παρακάμπτεται ποτέ το πιο σημαντικό «στο οποίο η εσωτερική ουσία, αποτελεί το ζωντανό πνεύμα του μαρξισμού: τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης»[47]. Εδώ πρέπει ο «μαρξιστής… να λαμβάνει υπόψη του ως προϋπόθεση της πολιτικής του μόνο τα ακριβή και αναντίρρητα αποδεδειγμένα γεγονότα»[48], επειδή ο μαρξισμός στέκεται «πάνω στο έδαφος των γεγονότων και όχι των δυνατοτήτων»[49]. Η αναγνώριση αυτή των γεγονότων υποτάσσεται και η ίδια στην επιστημονική έρευνα. Επομένως: Κάθε αίτημα για την τεκμηρίωσή του μ΄ αυτή την έννοια απαιτεί ακριβή ανάλυση τόσο της οικονομικής πραγματικότητας όσο και της πολιτικής κατάστασης. Εάν για τη διαμόρφωση των αιτημάτων δεν λαμβάνονται υπόψη τα παραπάνω, τότε σε μια όξυνση της ταξικής πάλης αυτά θα αποτελούν απλά κενή φρασεολογία.

Μ΄ αυτή την έννοια οι βασικές μεθοδολογικές-θεωρητικές σκέψεις για ένα σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα θεωρούμε ότι είναι οι παρακάτω:

Πρώτο. Για το γίγνεσθαι της ιστορίας δεν υπάρχει κάποιο γενικό κλειδί. Η ιστορική αντίληψη της ιστορίας είναι οδηγός για μελέτη και όχι μοχλός για κατασκευάσματα. Αυτή προϋποθέτει τη μαρξιστική γνώση περί χειραφέτησης, όπου σε τελική ανάλυση, όλη η χειραφέτηση είναι η αναγωγή του ανθρώπινου κόσμου πάνω στον ίδιο τον άνθρωπο και έτσι η άρση της αποξένωσης. Η ιστορική εξέλιξη απαιτεί και για ένα σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα προϋποθέσεις για λογικά συμπεράσματα: την ολόπλευρη αποκάλυψη του εγκληματικού χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού/καπιταλισμού, την άρση της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας, καθώς και την διαμόρφωση μιας εικόνας για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα. Αλλά κανένας δεν γνωρίζει ούτε την ιστορική-συγκεκριμένη πορεία ούτε το ιστορικό διάστημα μιας τέτοιου είδους εποχής ριζικών αλλαγών. Και δεν είναι επίσης δυνατό να λαμβάνεται ως «βέβαιη» η νίκη αυτής της χειραφετικής εξέλιξης. Ακόμη και ο δρόμος προς τη βαρβαρότητα ως σύγχρονη σκλαβιά κατά τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων δεν έχει ακόμη χαραχτεί.

Σημαντική είναι επίσης η διαπίστωση, ότι με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και σαν συνέπεια της παραπέρα διεθνοποίησης του κεφαλαίου, αυξήθηκαν ταυτόχρονα οι ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικο-οικονομικές και εθνικές ιδιαιτερότητες. Για το λόγο αυτό σήμερα η απαίτηση του Λένιν κατά το πλησίασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όχι «να “απορρίπτονται” όλοι οι συμβιβασμοί και όλες οι ενδιάμεσες στάσεις», αλλά «να εφαρμόζονται οι γενικές και βασικές αρχές του κομμουνισμού σε κείνη την ιδιορρυθμία των σχέσεων μεταξύ των τάξεων και κομμάτων, σε κείνη την ιδιορρυθμία στην αντικειμενική εξέλιξη προς τον κομμουνισμό, την οποία παρουσιάζει κάθε ξεχωριστή χώρα και που πρέπει κανείς να μελετά, να ερευνά και να είναι ικανός να μαντέψει»[50]. Τα παραπάνω και η έρευνα του εθνικά ιδιαίτερου, του εθνικά ειδικού για την επεξεργασία ενός σύγχρονου μεταβατικού προγράμματος, απαγορεύουν την παρουσίαση ενός μεταβατικού προγράμματος ως «καθολικού», με την έννοια ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε κάθε χώρα, όπως επίσης και τη σύνδεση «λογικά» με σύνθετα επιχειρήματα κοινωνιολογικής υφής, όπως, «για μια εργατική εξουσία», «για την κυριαρχία των συμβουλίων», «για τον κομμουνισμό» κ.α.

Δεύτερο. Και μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» η εποχή μας μπορεί να χαρακτηριστεί παραπέρα ως εποχή μετάβασης στο σοσιαλισμό, με την έννοια ότι οι αντικειμενικές/υλικές συνθήκες είναι υπαρκτές. Σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, η κοινωνικοποίηση της παραγωγής έφτασε σε ένα τέτοιο επίπεδο, που αντικειμενικά ο σοσιαλισμός αποτελεί ήδη ρεαλιστική δυνατότητα. Στην πιθανά μακρά χρονική περίοδο της αδυναμίας του υποκειμενικού παράγοντα συνεχίζεται το «φυσικο-ιστορικό προτσές»(Μαρξ) της παγκόσμιας ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού με μεγάλη ταχύτητα. Η ωρίμανση αυτού του μέλλοντος προχωρά μέσα στην μήτρα του σύγχρονου καπιταλισμού. Η σοσιαλιστική επανάσταση είναι μέχρι αυτού του σημείου ιστορικά δυνατή και αναγκαία –όπου όμως η δυνατότητα αυτή λαμβανομένου υπόψη του υποκειμενικού παράγοντα παραμένει αφηρημένη. Η μετατροπή της δυνατότητας αυτής σε πραγματικότητα, δεν αποτελεί μόνο την κατάσταση εκ των ουκ άνευ για τη νίκη της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού, αλλά και την συνθήκη εκείνη που είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ύπαρξης της ανθρωπότητας. Κι αυτό με τη σειρά του εξαρτάται απ΄ τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου μαρξιστικού επαναστατικού κόμματος.

Το μεταβατικό πρόγραμμα δεν πρέπει επίσης να απορρίπτει ολοκληρωτικά τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», αλλά να τον άρει διαλεκτικά[51].

Τρίτο. Ένα σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα πρέπει να ξεκινά από τη θέση, ότι ο χρονικός ορίζοντας για την άρση του καπιταλισμού έχει διευρυνθεί κατά πολύ σε σχέση με την περίοδο που έζησαν οι Μαρξ και Ένγκελς, αλλά και σε σχέση με αυτήν των αρχών του 20ου αιώνα. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό τα τελευταία 100 χρόνια ήταν μεν τρομακτική, ο υποκειμενικός παράγοντας όμως έμεινε πολύ πίσω. Παράλληλα, η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων αποκτά όλο και περισσότερο χαρακτηριστικά βαρβαρότητας. Επομένως, η λύση αυτής της αντίφασης ακόμη και μέσω της «γέφυρας» του μεταβατικού προγράμματος έχει την ανάγκη ενός ευρύτερου χρονικού ορίζοντα, με νέες κοινωνικές αναφορές και συνδετικούς κρίκους. Μια γρήγορη, αλματώδης εξέλιξη –επομένως συρρίκνωση του χρονικού ορίζοντα- είναι δυνατή μόνο αν η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας λάβει χώρα μέσω μιας σύντομης χρονικά ένοπλης εξέγερσης. Όπως όμως έχουμε ήδη αναφέρει, κάτι τέτοιο το θεωρούμε πολύ απίθανο.

Το μεταβατικό πρόγραμμα απαιτεί προφανώς μια σύγχρονη διατύπωση στην οποία θα δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη συμπερίληψη των σημερινών και κατανοήσιμων μελλοντικών συγκεκριμένων ιστορικών και εθνικών ιδιαιτεροτήτων. Εδώ η παρακάτω υπόδειξη του Λένιν αποκτά ιδιαίτερη σημασία: «Η επιστήμη απαιτεί, πρώτο, να παίρνεις υπόψη σου την πείρα των άλλων χωρών, ιδιαίτερα αν οι άλλες χώρες, που είναι επίσης καπιταλιστικές, δοκιμάζουν ή δοκίμασαν τελευταία μια παρόμοια πείρα. Δεύτερο, να παίρνεις υπόψη σου όλες τις δυνάμεις, τις ομάδες, τα κόμματα, τις τάξεις, τις μάζες, που δρουν σε μια δοσμένη χώρα και όχι να καθορίζεις την πολιτική με βάση μονάχα τις επιθυμίες και τις αντιλήψεις, το βαθμό της συνειδητότητας και της διάθεσης για αγώνα μιας μόνο ομάδας ή ενός μόνο κόμματος»[52]. Μ΄ αυτή την έννοια είναι λογικό να γίνεται λόγος για διαφορετικά μεταβατικά προγράμματα σε παγκόσμιο επίπεδο, από χώρα σε χώρα, στην πορεία της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Τέταρτο. Ένα σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του και να αξιοποιεί τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού και της κοινωνικής προόδου. Οι κλασικές αξίες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού βρίσκονται σήμερα σε οπισθοχώρηση, βάλλονται διαρκώς απ΄ τον σύγχρονο καπιταλισμό. Όπως οι Μαρξ και Ένγκελς στην εποχή τους έλαβαν υπόψη τους όχι μόνο την κληρονομιά του εργατικού κινήματος αλλά και αυτή του Διαφωτισμού, έτσι και το σημερινό μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να λάβει υπόψη του όλη την κληρονομιά του εργατικού κινήματος του 20ου αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στο ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να μην αφεθεί στην τύχη των αστών ερμηνευτών του καπιταλισμού.

Πέμπτο. Αυτονόητο θα πρέπει να θεωρείται ότι το μεταβατικό πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει τον σοσιαλιστικό στόχο. Κατά την Ρόζα Λούξεμπουργκ –όπως ήδη αναφέραμε- μεταξύ της κοινωνικής μεταρρύθμισης και της σοσιαλιστικής επανάστασης υπάρχει μια διαλεκτική σχέση, στην οποία η πάλη για την κοινωνική μεταρρύθμιση αποτελεί το μέσο, ενώ η κοινωνική επανάσταση τον σκοπό. Η επαναστατική υπέρβαση του καπιταλισμού πρέπει να βρίσκεται διαρκώς στο οπτικό πεδίο. Αυτό όμως απαιτεί οπωσδήποτε, ότι ένα σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα χρειάζεται και μια σύγχρονη εικόνα για τον σοσιαλισμό, ότι ένας μελλοντικός σοσιαλισμός θα ξεκινά απ΄ το έδαφος της τωρινής αστικής-καπιταλιστικής κοινωνίας. Τα αιτήματα του μεταβατικού προγράμματος θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τους την συμβίωση/συμφωνία ανθρώπου και φύσης για τον μελλοντικό σοσιαλισμό, του οποίου ουσία, νόημα και στόχος είναι η χειραφέτηση του ανθρώπου, την οποία θέτει στην κορυφή, καθώς και η προοδευτική συνέχιση των πολιτισμικών κατακτήσεων της μέχρι τώρα ανθρώπινης εξέλιξης στο πολιτικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και οικονομικό πεδίο. Ο μελλοντικός σοσιαλισμός θα λαμβάνει ταυτόχρονα υπόψη του τις πολύπλευρες ανάγκες, τα συμφέροντα και τις αξιώσεις των ανθρώπων και θα άρει διαλεκτικά την προοδευτική κληρονομιά του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού».

***

Συγκεκριμενοποίηση του μεταβατικού προγράμματος – Η προβληματική

Πρώτο. Αφετηριακή βάση για τη διατύπωση ενός σύγχρονου μεταβατικού προγράμματος αποτελεί το γεγονός, ότι η σημερινή καπιταλιστική κοινωνία δεν μπορεί να συνδεθεί άμεσα με μια επαναστατική κατάσταση. Το να γίνεται σήμερα λόγος για σοσιαλισμό χωρίς την επεξεργασία του δρόμου που οδηγεί σ΄ αυτόν μέσω ενός μεταβατικού προγράμματος, δεν έχει κανένα νόημα. Το ότι η συζήτηση που λαμβάνει χώρα στην αριστερά για το δρόμο αυτό, είναι δύσκολη, αυτό είναι κατανοητό. Επειδή ο δρόμος προς το σοσιαλισμό in concreto δεν παρουσιάζει κάποια νομοτελειακή προβλεψιμότητα. Και για το λόγο αυτό κάθε σχηματικός «χωρισμός σε φάσεις» δεν είναι δυνατός με βάσει κοινωνιολογικά κριτήρια. Στη διαλεκτική μεταρρύθμισης και επανάστασης σαν πρόβλημα των μορφών μετάβασης προς το σοσιαλισμό, είναι πιθανό, κατά την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και την άρση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, να απαιτηθεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ΄ ό,τι υπολόγιζαν μέχρι τώρα οι μαρξιστές.

Ζητήματα αιχμής τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεων θα πρεπε να είναι: το «σπάσιμο» της εξουσίας των μονοπωλίων, ο θεμελιακός εκδημοκρατισμός της κοινωνίας, η απεξάρτηση της χώρας από τους ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς και η εδραίωση της εθνικής ανεξαρτησίας και της εθνικής κυριαρχίας, ένα όπτιμουμ οικολογικής διατήρησης της φύσης και μια όσο το δυνατό καλύτερη πραγματοποίηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτές οι ριζοσπαστικές αλλαγές θα πρέπει να συνδέονται με την θεωρητική και πρακτική κριτική του καπιταλιστικού συστήματος. Όταν αυτές οι θεμελιακές αλλαγές κατανοηθούν ιστορικά σαν σύνολο στη μορφή ενός μεταβατικού προγράμματος, τότε το αμέσως επόμενο βήμα είναι η απαίτηση της υπέρβασης των ορίων της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων.

Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι η συγκεκριμενοποίηση της πάλης για τέτοιου είδους ριζοσπαστικές-δημοκρατικές αλλαγές. Ο ίδιος ο δρόμος προς το σοσιαλισμό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω μιας «μεταβατικής φάσης» κάτω απ΄ την ηγεμονία της εργατικής τάξης (στη συμμαχία της με τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, την εργαζόμενη διανόηση, που πλήττονται απ΄ το μονοπωλιακό κεφάλαιο) και κατά την άρση της μεγάλης καπιταλιστικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής. Αυτή η μεταβατική φάση αποτελεί την «γέφυρα» προς το σοσιαλισμό, ο οποίος αποτελεί έναν νέο τύπο δημοκρατίας, και όπου θα έχει σπάσει ήδη η εξουσία των μονοπωλίων. Το σοσιαλιστικό κράτος θα αποτελεί τη διαλεκτική άρνηση του αστικού, θέτοντας παραπέρα προτεραιότητες οι οποίες θα ξεκινούν απ΄ τον σοσιαλιστικό εκδημοκρατισμό και θα φτάνουν μέχρι την κυριαρχία των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Αυτή η μεταβατική φάση μπορεί να προσελκύσει πλατιά λαϊκά στρώματα κερδίζοντάς τα σταδιακά για το σοσιαλισμό, επειδή ο δρόμος προς το σοσιαλισμό θα συνδέεται με τις μέχρι τώρα πολιτισμικές κατακτήσεις, θα τις άρει διαλεκτικά, οδηγώντας τες σε μια πραγματική άνθιση.

Σήμερα τα όρια για κοινωνικές και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις συνεπεία των διεθνών συμπλέξεων και της εξουσίας των υπερεθνικών κοντσέρν, του τεράστιο κρατικού χρέους, της απουσίας πολιτικής πίεσης, με το τέλος του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ευρώπη και της τωρινής καπιταλιστικής κρίσης, έχουν στενέψει πολύ. Κάτω από αυτές τις δοσμένες συνθήκες, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων που έχει κατακτήσει το εργατικό κίνημα έως τώρα, βρίσκονται στο επίκεντρο μιας ολόκληρης φάσης αγώνων.

Έχοντας αυτό ως αφετηρία, ένα σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα θα πρέπει να εμπεριέχει επίσης ένα σύνθετο πλέγμα «αιτημάτων υπεράσπισης», τα οποία στον πυρήνα τους θα προσανατολίζονται στην υπεράσπιση των αστικο-δημοκρατικών δικαιωμάτων. Σαν αντίσταση απέναντι στην νεοφιλελεύθερη λαίλαπα, τα αιτήματα αυτά θα πρέπει να γίνουν ταυτόχρονα αντιληπτά και σαν πάλη για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Εδώ ισχύουν τα λόγια της Ρόζας Λούξεμπουργκ: «Αν αναγνωρίσουμε σαν ρεαλιστική πολιτική μια πολιτική η οποία θέτει μόνο στόχους που μπορούν να επιτευχθούν, τους οποίους προσπαθεί να κάνει πράξη με τα πιο δραστικά μέσα στον πιο σύντομο δρόμο, τότε η προλεταριακή πολιτική των μαζών στο πνεύμα του Μαρξ, διαφέρει απ΄ την αστική πολιτική, στο ότι, η αστική πολιτική είναι ρεαλιστική απ΄ τη σκοπιά της υλικής καθημερινής πολιτικής, ενόσω η σοσιαλιστική πολιτική είναι ρεαλιστική απ΄ τη σκοπιά της ιστορικής τάσης της εξέλιξης»[53]. Επομένως, η μαρξιστική ρεαλιστική πολιτική είναι επαναστατική.

Δεύτερο. Ήδη, κατά τους αγώνες της υπεράσπισης των κεκτημένων δικαιωμάτων, θα πρέπει να τεθεί το ζήτημα της ιδιοκτησίας –μολονότι επεμβάσεις στην εξουσία του κεφαλαίου δεν είναι ακόμη δυνατές εξαιτίας του χαμηλού βαθμού ανάπτυξης της ταξικής συνείδησης- επειδή η καπιταλιστική ιδιοκτησία πάνω στα (μεγάλα) μέσα παραγωγής, έχει αναπτυχθεί στον καπιταλισμό σε έναν κίνδυνο που απειλεί άμεσα την ανθρώπινη ύπαρξη, έτσι που το ζήτημα της εθνικοποίησης/απαλλοτρίωσης πρέπει να τεθεί πολύ πιο έντονα απ΄ ό,τι στο παρελθόν. Η τύχη δισεκατομμυρίων ανθρώπων πάνω στον πλανήτη μας δεν πρέπει να εκτίθεται περισσότερο στη λογική του κέρδους μιας όλο και μικρότερης ομάδας υπερεθνικών μονοπωλίων και κερδοσκόπων των χρηματιστηρίων.

Η σοσιαλδημοκρατική πολιτική του τρίτου δρόμου έχει αποτύχει. Σήμερα δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια για κεϊνσιανές μεταρρυθμίσεις. Οι οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού επιβάλλονται ως σιδερένια αναγκαιότητα. Ο δρόμος της μετάβασης από τη φάση της αμυντικής πάλης μέχρι το «σπάσιμο» της εξουσίας των μονοπωλίων και το άνοιγμα του δρόμου προς το σοσιαλισμό, απαιτεί μια μακρά περίοδο πάλης για αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές αλλαγές. Τα περιθώρια για την πραγματοποίηση του μεταβατικού προγράμματος έχουν σήμερα στενέψει αρκετά, όμως αυτό δεν σημαίνει παραίτηση απ΄ την πάλη για την εφαρμογή του, όπως έχει κάνει ήδη η ηγεσία του ΚΚΕ με το πρόγραμμα που αποφασίστηκε στο 15ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Ακριβώς το αντίθετο.

Τρίτο. Ο καπιταλισμός εξαιτίας της επίδρασης των οικονομικών νόμων του, κυρίως το νόμο του κέρδους, δεν είναι σε θέση να διαμορφώσει μια συνύπαρξη ανθρώπου και φύσης. Η ανθρωπότητα μέσω του καπιταλισμού έχει φέρει τον πλανήτη Γη σε μια οικολογική κρίση, η οποία αργά ή γρήγορα θα θέσει στην ημερήσια διάταξη τον πραγματικό κίνδυνο έκλειψης της ανθρωπότητας και ταυτόχρονα την αυτοκαταστροφή της Γης. Παρόλο που σε μια μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία μπορεί να αποκατασταθεί η συνύπαρξη ανθρώπου και φύσης, σ΄ ένα σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα η οικολογία πρέπει να αποτελεί ζήτημα κεντρικής σημασίας.

Τέταρτο. Ένα ουσιαστικό κομβικό ζήτημα ενός σύγχρονου μεταβατικού προγράμματος αποτελεί η πάλη για ανθρώπινα δικαιώματα και κοινωνική δημοκρατία. Ταυτόχρονα αυτός είναι και ένας δρόμος πάλης ενάντια στην κοινωνική αδικία. Στο βαθμό που αυτά τα μεταβατικά αιτήματα γίνονται πράξη, θα δείχνουν ταυτόχρονα και τις μελλοντικές σοσιαλιστικές αξίες για μια κοινωνία ελεύθερη από την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Το πώς θα γίνουν πράξη αυτά τα αιτήματα σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα, αυτό θα το δείξει η μελλοντική ιστορική πορεία.

Πέμπτο. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το μεταβατικό πρόγραμμα λύνοντας τα προβλήματα της μεταβατικής περιόδου, θα έχει προσανατολισμό τον σοσιαλισμό. Μ΄ αυτή την έννοια η μαρξιστική αντίληψη των πραγμάτων απαιτεί να τίθενται ανοιχτά ζητήματα προς συζήτηση που αφορούν σε μια μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία. Στη βάση του μεταβατικού προγράμματος, κάποια στοιχεία, ιδιότητες ή πλευρές της παλιάς κατάστασης πραγμάτων θα εξουδετερώνονται, άλλα θα διατηρούνται, ενώ θα εισάγονται ταυτόχρονα νέα στοιχεία. Τα χρονικά πλαίσια και οι μορφές της «άρσης» του αστικού κράτους, ο χαρακτήρας, οι μέθοδοι και η διαδικασία θα τροποποιούνται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις συνθήκες της ταξικής πάλης. Με το τσάκισμα του κατασταλτικού μηχανισμού του παλιού αστικού κράτους και τις ριζικές αλλαγές στον κοινωνικο-οικονομικό μηχανισμό του θα διατηρούνται και θα διευρύνονται παραπέρα οι μέχρι τώρα πολιτισμικές κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού. Πρόκειται επομένως για μια διαλεκτική άρση.

Από τη σκοπιά των όσων έχουμε ήδη αναφέρει, απαιτείται ένα ισχυρό αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μπλοκ, ένα μπλοκ αντι-εξουσίας, ένα κοινωνικο-πολιτικό Λαϊκό Μέτωπο, το οποίο θα στηρίζεται σε ένα ισχυρό εξωκοινοβουλευτικό κίνημα. Η ύπαρξη αυτού του κινήματος είναι όρος εκ των ουκ άνευ ώστε η έκβαση του ταξικού αγώνα να αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

***

Μεταβατικά αιτήματα

Τα μεταβατικά αιτήματα είναι αιτήματα τα οποία συνδέουν τα άμεσα καθημερινά συμφέροντα των εργαζομένων, που όμως στοχεύουν στο «σπάσιμο» (και όχι απλά περιορισμό) της εξουσίας του μεγάλου κεφαλαίου και τα οποία μπορούν να βγουν έξω από τα πλαίσια του καπιταλιστικού κοινωνικού συστήματος, ή τουλάχιστον να φθάσουν στα όριά του. Ξεκινάμε από τη θέση, ότι στο προτσές της πάλης για τέτοιου είδους αιτήματα αναπτύσσεται η ταξική συνείδηση της εργατικής τάξης στη βάση της δικής της πείρας, αυξάνει η κατανόηση για την αναγκαιότητα παραπέρα κοινωνικών αλλαγών και έτσι μπορούν να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την υπέρβαση του καπιταλισμού. Η πάλη για τα μεταβατικά αιτήματα μπορεί κάτω από προϋποθέσεις να σχηματίσει ένα ευνοϊκό έδαφος για την παραπέρα ώθηση στο δρόμο προς το σοσιαλισμό.

Σύμφωνα με την προβληματική που αναπτύξαμε στην παρούσα ανάλυση, θεωρούμε ότι τα παρακάτω αιτήματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον κορμό ενός μεταβατικού προγράμματος, το οποίο καταθέτουμε προς παραπέρα συζήτηση[54].
  • Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη
  • Ακύρωση των Μνημονίων και όλων των νόμων που τους συνοδεύουν
  • Μονομερής διαγραφή του χρέους
  • Εθνικοποίηση όλων των τραπεζών με εργατικό έλεγχο
  • Έξοδος από το ΝΑΤΟ
  • Απομάκρυνση όλων των αμερικάνικων και νατοϊκών βάσεων
  • Απόσυρση όλων των στρατιωτικών δυνάμεων από το εξωτερικό
  • Απαγόρευση επέμβασης των στρατιωτικών δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας με εξαίρεση τις περιπτώσεις φυσικών καταστροφών και της διαφύλαξης των συνόρων της χώρας
  • Εκδημοκρατισμός της Δημόσιας Διοίκησης, των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας
  • Συνδικαλιστικές ελευθερίες για όλους τους ένστολους πολίτες
  • Διάλυση όλων των ειδικών αστυνομικών δυνάμεων
  • Εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τα φασιστικά στοιχεία
  • Ψήφιση νέου Συντάγματος που να αντιστοιχεί στη νέα κατάσταση πραγμάτων
  • Εκδημοκρατισμός της Δικαιοσύνης
  • Συνταγματική κατοχύρωση της απλής αναλογικής ως εκλογικού συστήματος
  • Χωρισμός εκκλησίας και κράτους
  • Εκδημοκρατισμός των ΜΜΕ. Κοινωνικός έλεγχος σε όλες τις μορφές πληροφόρησης
  • Εκδημοκρατισμός των συνδικάτων
  • Εθνικοποίηση όλων των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας με εργατικό έλεγχο. Εδώ εντάσσονται επιχειρήσεις κυρίως στους τομείς: οπλισμού, ορυκτού πλούτου, φαρμάκου, ενέργειας, συγκοινωνιών, τηλεπικοινωνιών, ναυπηγικής, έρευνας και τεχνολογίας, τσιμέντου, λιπασμάτων, τροφίμων
  • Φορολογική μεταρρύθμιση υπέρ των λαϊκών στρωμάτων
  • Έλεγχος του νομισματικού συστήματος και των τιμών και μέτρα αντιμετώπισης της κερδοσκοπίας
  • Εκδημοκρατισμός των εργασιακών σχέσεων. Κατοχύρωση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας
  • Μείωση των ωρών εργασίας με πλήρη μισθό και μέτρα υπέρ των ανέργων
  • Δημιουργία αγροτικών συνεταιρισμών σε παραγωγική βάση, αύξηση επενδύσεων σε έργα υποδομής. Τιμές που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής και να αφήνουν ένα μικρό κέρδος για τους αγρότες
  • Απαλλοτρίωση της μεγάλης αγροτικής ιδιοκτησίας (εκκλησιαστικής, μοναστηριακής)
  • Δημόσια ασφάλεια για όλους
  • Μέτρα για την υγιεινή και ασφάλεια στους χώρους εργασίας
  • Αναβάθμιση του δημόσιου τομέα Υγείας
  • Δωρεάν σύγχρονη Παιδεία για όλα τα παιδιά του ελληνικού λαού. Ενιαίο Δωδεκάχρονο Σχολείο. Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση
  • Οικονομική ενίσχυση στον τομέα της έρευνας και τεχνολογίας
  • Μέτρα για την ισοτιμία της γυναίκας
  • Ικανοποιητική σύνταξη για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας
  • Ενίσχυση των ειδικών ευπαθών ομάδων (πολύτεκνοι, ΑμΕΑ)
  • Άσυλο και στέγη για όλους τους πρόσφυγες. Κατάργηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης
  • Μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος. Προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με σεβασμό στο περιβάλλον
  • Δημόσια προγράμματα για πολιτιστική υποδομή

***

Το μεταβατικό πρόγραμμα σήμερα δεν είναι εκείνο το θαυματουργό μέσο που δίνει απάντηση σε όλα τα θέματα. Μπορεί όμως να αποτελέσει κομβικό σημείο στο σχηματισμό της ταξικής συνείδησης και τη δημιουργία μιας αντίπαλης ισχυρής δύναμης, ενός υποκειμένου που θα σταθεί απέναντι στην εξουσία των μονοπωλίων. Το πρόγραμμα αυτό θα στηριχτεί από τις κοινωνικές δυνάμεις που έχουν όφελος απ΄ την εφαρμογή του: την εργατική τάξη, τη φτωχομεσαία αγροτιά, τους επαγγελματοβιοτέχνες και μικρέμπορους, την εργαζόμενη διανόηση. Τα πολιτικά εκείνα κόμματα και οργανώσεις που συμφωνούν στο να γίνει πράξη, ιδιαίτερα όμως σ΄ ένα μαρξιστικό επαναστατικό κόμμα. Δυστυχώς το ΚΚΕ, με πλήρη ευθύνη της ηγεσίας του, απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τού να είναι μαρξιστικό κόμμα. Η μαρξιστική θεωρία αντικαθίσταται σταδιακά από βολουνταριστικές αντιλήψεις, ενώ η πολιτική πρακτική του κυριαρχείται απ΄ τον σεχταρισμό. Το να θέτει κανείς σήμερα ως προϋπόθεση για τη λύση αυτών των προβλημάτων την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου –όπως πράττει η ηγεσία του ΚΚΕ- σημαίνει ότι βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου.

Ποιο είναι λοιπόν το κεντρικό ζήτημα που θέτει το μεταβατικό πρόγραμμα, -δηλαδή το σύνολο των αιτημάτων της μεταβατικής περιόδου από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό; Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά το πλησίασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση, για το οποίο μιλούσε συχνά ο Λένιν. Πρόκειται για τη λύση μιας δέσμης αιτημάτων μιας χρονικής περιόδου, η οποία –με τα λόγια πάλι του Λένιν- δεν είναι ούτε καπιταλισμός ούτε και σοσιαλισμός, αλλά ένα μεγάλο βήμα προς το σοσιαλισμό.

***

Κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου και «κυβέρνηση της Αριστεράς» αλά ΣΥΡΙΖΑ

Από την μέχρι τώρα επιχειρηματολογία που αναπτύξαμε, όπως επίσης και από τα μεταβατικά αιτήματα που παραθέσαμε πιο πάνω, είναι προφανές, ότι μπορούν να γίνουν πράξη μόνο από ένα κοινωνικο-πολιτικό Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο (ΑΑΔΜ / Λαϊκό Μέτωπο), με την ισχυρή παρουσία του εξωκοινοβουλευτικού κινήματος.

Με αυτή την έννοια η προτεινόμενη από τον ΣΥΡΙΖΑ «κυβέρνηση της Αριστεράς» δεν έχει απολύτως καμία σχέση με ένα τέτοιο Μέτωπο[55]. Και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ το γνωρίζει πολύ καλά. Εξακολουθεί όμως να κάνει την γνωστή προπαγάνδα της προκειμένου να αλιεύει ψήφους από τον χώρο της αριστεράς, κυρίως του ΚΚΕ. Θυμίζουμε την ομιλία του Τσίπρα λίγες μέρες πριν τις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές, όπου ανεμίζοντας προκλητικά το Πρόγραμμα του ΚΚΕ μπροστά στα μικρόφωνα, ζητούσε μαζί του συνεργασία. Πρόκειται για προπαγάνδα του χειρότερου είδους για ένα κόμμα που έχει την αξίωση να ονομάζεται αριστερό, διότι γνωρίζει πολύ καλά, ότι τα αιτήματα αυτά μπορούν να γίνουν πράξη μόνο αν η χώρα αποδεσμευτεί από την ΕΕ και την ευρωζώνη.

Ακόμη όμως κι αν γινόταν αυτό, τα παραπάνω αιτήματα μπορούν να εφαρμοστούν μόνο σε ανοιχτή ρήξη με την μονοπωλιακή αστική τάξη και τον ιμπεριαλισμό, διότι δεν περιορίζονται απλά στην έξοδο της χώρας από την ΕΕ, προχωρούν πολύ πιο πέρα. Προϋποθέτουν διαρκείς ρήξεις με το σύστημα, αφύπνιση των εργαζομένων, ριζικές αλλαγές στο σημερινό συσχετισμό δυνάμεων, ισχυρό εξωκοινοβουλευτικό κίνημα.

Επομένως, το εργατικό κίνημα δεν πρέπει να εγκλωβιστεί για μια ακόμη φορά στη παγίδα του ρεφορμισμού, στη παγίδα κεϊνσιανών ή σοσιαλρεφορμιστικών μεταρρυθμίσεων. Χωρίς «σπάσιμο», χωρίς ρήξη με την εξουσία των μονοπωλίων, με άλλα λόγια χωρίς ποιοτικό άλμα, στην Ελλάδα θα κυριαρχεί η αστική τάξη και ο σοσιαλισμός θα αποτελεί ένα άπιαστο όνειρο.

Από την άλλη μεριά, η ηγεσία του ΚΚΕ, προκειμένου να δικαιολογήσει τη στάση της απέναντι στην κομματική βάση, δηλαδή την απόρριψη του μέχρι σήμερα ισχύοντος Προγράμματος, θέτοντας ως άμεσο στόχο το σοσιαλισμό, καταφεύγει σε διάφορα τεχνάσματα, σε ανιστόρητες συγκρίσεις, που καμιά σχέση δεν έχουν με την πραγματικότητα. Ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει, είναι, ότι οι κυβερνήσεις στη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία των δεκαετιών του 1960 και 1970, οι οποίες υποστηρίχτηκαν από τα εκεί κομμουνιστικά κόμματα, οδήγησαν το εργατικό κίνημα στην ενσωμάτωσή του στο σύστημα και τα κομμουνιστικά κόμματα στη σοσιαλδημοκρατικοποίηση και την συρρίκνωσή τους. Υποστηρίζει παραπέρα, ότι και η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για μια «κυβέρνηση της Αριστεράς», θα είναι ακριβώς όμοια με τις προαναφερόμενες κυβερνήσεις, επομένως το ΚΚΕ δεν μπορεί να δεχτεί την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ γιατί θα υπάρξει η ίδια κατάληξη τόσο για την ίδια τη χώρα, όσο και για το ΚΚΕ.

Η παραπάνω επιχειρηματολογία είναι σωστή και δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει. Το πρόβλημα και η διαστρέβλωση των γεγονότων βρίσκεται αλλού: Στο ότι η ηγεσία του ΚΚΕ ταυτίζει, ούτε λίγο ούτε πολύ, σκόπιμα, τα αιτήματα που προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ για μια «αριστερή κυβέρνηση», με τα αιτήματα που προβάλλει το Πρόγραμμα που ψηφίστηκε από το 15ο Συνέδριο του ΚΚΕ, εμπλέκοντας εδώ και τα γνωστά κατασκευάσματά της για «θεωρία των σταδίων» και «κυβερνητικά σκαλοπάτια». Κι όλα αυτά για να καταλήξει στην απόρριψη του ισχύοντος Προγράμματος του κόμματος.

Τα αποτελέσματα μιας τέτοιας πολιτικής είναι οικτρά: Αφενός, το ΚΚΕ απαρνείται όλη την μέχρι τώρα ιστορία του καταδικάζοντάς την ως οπορτουνιστική, κάτι που αντανακλάται και στην πολιτική συμμαχιών, διότι το ΚΚΕ από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα –με εξαίρεση μια μικρή χρονική περίοδο, που εντοπίζεται κυρίως στη δεκαετία του 1930- προσπαθούσε πάντα να πετύχει τους στόχους του με κοινωνικο-πολιτικές συμμαχίες, από τις οποίες άλλες αποδείχτηκαν πολύ επιτυχημένες, όπως το θρυλικό ΕΑΜ, ενώ άλλες θνησιγενείς, όπως ο Συνασπισμός της Αριστεράς. Και το πρόβλημα εδώ βρίσκεται, στο ότι, αντί η ηγεσία του να βγάλει τα απαραίτητα διδάγματα, τόσο από τις επιτυχίες όσο και από τις αποτυχίες, απορρίπτει καθολικά όλες τις συμμαχίες, ερχόμενη έτσι σε ρήξη με την λενινιστική σκέψη.

Έτσι, με την πρόταση της σημερινής ΚΕ προς το 19ο Συνέδριο περί «Λαϊκής Συμμαχίας», αποκλείονται γενικά όλες τις πολιτικές συμμαχίες, ακόμη κι αν στο μέλλον υπάρχει η δυνατότητα άλλες πολιτικές δυνάμεις να αλλάξουν στάση και να ριζοσπαστικοποιηθούν παραπέρα, θέτοντας ως όρο για συνεργασία την αποδοχή του Προγράμματος του ΚΚΕ, δηλαδή το άμεσο πέρασμα στο σοσιαλισμό, τον ίδιο το σοσιαλισμό. Εξαίρεση αποτελούν ό,τι προέρχεται και ελέγχεται από το ΚΚΕ, δηλαδή, ΠΑΜΕ, ΠΑΣΥ, ΠΑΣΕΒΕ, ΜΑΣ, ΟΓΕ, με άλλα λόγια οι συνδικαλιστικές παρατάξεις του ΚΚΕ, οι οποίες βαφτίστηκαν σε μια νύχτα «Μέτωπα». Είναι προφανές, ότι η ηγεσία του ΚΚΕ απαιτεί από το κόμμα να ακολουθήσει μια μοναχική πορεία. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής έχουν φανεί ήδη στην πράξη: συρρίκνωση του κόμματος, η οποία δεν σχετίζεται μόνο με τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, όπως με εξυπνακίστικο τρόπο προβάλλει η ηγεσία του.

Αφετέρου, οι προαναφερθείσες κυβερνήσεις στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, δεν απέτυχαν επειδή εφάρμοσαν μια αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή πολιτική, αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, επειδή δεν κατεύθυναν τα πυρά τους ενάντια στην εξουσία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, επειδή υποστήριξαν όλους τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους (ποιος δεν θυμάται για παράδειγμα τη στάση τους στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο κατά της Γιουγκοσλαβίας και του Ιράκ) κ.ο.κ., επειδή σε τελική ανάλυση, η πολιτική τους ήταν σοσιαλδημοκρατική, ρεφορμιστική, μια πολιτική διαχείρισης των συμφερόντων του κεφαλαίου. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι ορατά. Αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης!

Η ηγεσία λοιπόν του ΚΚΕ οφείλει να είναι ειλικρινής, να μιλά τη γλώσσα της αλήθειας απέναντι στη κομματική βάση, στους φίλους και οπαδούς του κόμματος, στους ψηφοφόρους του, απέναντι στους εργαζόμενους, και όχι να καταφεύγει στην παραποίηση των γεγονότων προκειμένου να απορρίψει το ισχύον Πρόγραμμα. Η ευθύνη που φέρει για την κατάσταση που έχει περιέλθει σήμερα το κόμμα, αλλά και γενικότερα το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα, είναι τεράστια.

Και μόνο το ότι την περίοδο που διανύουμε, στην οποία η εθνική ανεξαρτησία της χώρας έχει βγει στο σφυρί, η Ελλάδα ξεπουλιέται, οι εργαζόμενοι μετατρέπονται σε σύγχρονους σκλάβους της ΕΕ και του γερμανικού ιμπεριαλισμού, η παραγωγική βάση της Ελλάδας ξεχαρβαλώνεται, η ανεργία έχει φτάσει στα ύψη, οι αυτοκτονίες αποτελούν καθημερινό φαινόμενο, τα εργασιακά δικαιώματα τσακίζονται κ.α., θα πρεπε λοιπόν αυτά τα γεγονότα να αποτελούν και το κεντρικό θέμα συζήτησης αυτού του Συνεδρίου. Το πρόβλημα όμως της αγράμματης οπορτουνιστικής ηγετικής ομάδας (ναι οπορτουνιστικής! -εδώ πρόκειται για μια πρακτική πλήρους αναθεώρησης των αρχών του μαρξισμού), είναι, το πώς θα ξεμπερδέψει όσο το δυνατό πιο γρήγορα με το Πρόγραμμα του κόμματος, το οποίο εδώ και χρόνια σαμποτάριζε συστηματικά.

***

Γενικά συμπεράσματα

Πρώτο. Το μεταβατικό πρόγραμμα δεν είναι ένα πρόγραμμα αποτελούμενο από αιτήματα μίνιμουμ, αλλά ούτε και μάξιμουμ, με την έννοια που έδιναν οι μαρξιστές στις αρχές του 20ου αιώνα. Τα αιτήματα του μεταβατικού προγράμματος αφενός λαμβάνουν υπόψη τους τη σημερινή ταξική συνείδηση των εργατών, αφετέρου η εφαρμογή τους στην πράξη έρχεται σε ρήξη με την εξουσία των μονοπωλίων. Πρόκειται για μεταβατικά αιτήματα η λύση των οποίων αποτελεί ένα σημείο μετάβασης, το οποίο πρέπει να κάνουν οι μαρξιστές/κομμουνιστές κατανοητό στις πλατιές λαϊκές μάζες, επειδή απαντά άμεσα στις σημερινές τους ανάγκες.

Δεύτερο. Η πάλη ενάντια στο μονοπωλιακό κεφάλαιο αποτελεί το κομβικό σημείο του μεταβατικού προγράμματος. Η αντίθεση ενάντια στο μονοπωλιακό κεφάλαιο δημιουργεί στην Ελλάδα την αντικειμενική βάση για τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μικρομεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, την εργαζόμενη διανόηση.

Τρίτο Το μεταβατικό πρόγραμμα δείχνει στις μάζες τον δρόμο που οδηγεί στο σοσιαλισμό. Δείχνει στις μάζες ότι οι μαρξιστές/κομμουνιστές παλεύουν για το σήμερα, για τις σημερινές ανάγκες των εργατικών λαϊκών μαζών, αλλά δεν περιορίζονται σ΄ αυτό. Δείχνουν ταυτόχρονα τον δρόμο προς τον τελικό στόχο. Μ΄ αυτή την έννοια το μεταβατικό πρόγραμμα δεν περιορίζεται στα στενά πλαίσια ενός προεκλογικού προγράμματος, πολύ δε περισσότερο, ενός ρεφορμιστικού προγράμματος τύπου ΣΥΡΙΖΑ, στο οποίο γίνεται λόγος για «κυβέρνηση της Αριστεράς».

Τέταρτο. Το μεταβατικό πρόγραμμα μπορεί να γίνει πράξη μόνο από ένα κοινωνικο-πολιτικό Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο (Λαϊκό Μέτωπο) και μέσω της ισχυρής παρουσίας του εξωκοινοβουλευτικού κινήματος κάτω από την ηγεμονία της εργατικής τάξης.

***

10. ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Η αντίληψη της «μετάβασης στο σοσιαλισμό», παίζει, μαζί με τη σχέση μεταρρύθμισης και επανάστασης, έναν κεντρικό ρόλο στη σημερινή τακτική και στρατηγική του μαρξιστικού-κομμουνιστικού κινήματος. Ο Λένιν το 1921 στην αντιπαράθεσή του με την ομάδα των «αριστερών κομμουνιστών» μέσα στο ΚΚ, υποδείκνυε, ότι δεν μπορούν να υπάρξουν συνταγές για μια επαναστατική τακτική και στρατηγική. Υπενθύμιζε μεταξύ των άλλων, ότι ο Μαρξ υπολόγιζε πάντα δυό σημαντικές εναλλακτικές της στρατηγικής: την ειρηνική και την μη-ειρηνική πορεία μιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Σ΄ αυτή τη σχέση υπενθύμιζε τα λόγια του Μαρξ: «Ο Μαρξ –και στους μελλοντικούς καθοδηγητές της σοσιαλιστικής επανάστασης- δεν έδενε τα χέρια αναφορικά με τις μορφές, τις μεθόδους, το είδος και τον τρόπο της ανατροπής, επειδή κατανοούσε πολύ καλά τι είδους σωρεία προβλημάτων θα προκύψουν τότε, πως θα άλλαζε στην πορεία της ανατροπής η συνολική κατάσταση, πόσο συχνά και πόσο έντονα θα αλλάξει αυτή η πορεία της ανατροπής»[56].

Η θεμελιώδης αρχή του Λένιν κατά την τακτική και στρατηγική ενός μαρξιστικού επαναστατικού κόμματος είναι: «Κατοχή όλων των μορφών πάλης». Αυτή είναι «η αλφαβήτα του διαλεκτικού υλισμού» -γράφει στο έργο του «Ο ανταρτοπόλεμος» το Σεπτέμβρη του 1906.

Η μαρξιστική θεωρία της επανάστασης δεν μπορεί επομένως να γαντζωθεί απλά από «μοντέλα» όπως της ρωσικής επανάστασης, της κουβανέζικης, της κινέζικης, της βιετναμέζικης ή αυτής των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης –όσο σημαντικές ήταν και παραμένουν οι εμπειρίες αυτών των επαναστάσεων.

Κάθε γενιά μαρξιστών/κομμουνιστών πρέπει να αναλύει εκ νέου τις συγκεκριμένες-ιστορικές συνθήκες για τη σοσιαλιστική ανατροπή στη δική της εποχή, στο δικό της χώρο.

Λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική πείρα του διεθνούς εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, την εμπειρία που έχει μαζευτεί όλες τις προηγούμενες δεκαετίες στην καπιταλιστική Ελλάδα, τις θεωρητικές αρχές του επαναστατικού μαρξισμού, ιδιαίτερα όμως την υλιστική διαλεκτική, η οποία αποτελεί την καρδιά του μαρξισμού, δεν μπορεί παρά να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα, ότι η σοσιαλιστική ανατροπή μπορεί να προετοιμαστεί μέσω μιας μεταβατικής φάσης, η οποία πλησιάζει/προσεγγίζει την σοσιαλιστική επανάσταση.

Η ίδια όμως αυτή φάση δεν αποτελεί τμήμα της μεταβατικής περιόδου του σοσιαλισμού, επειδή αυτή η τελευταία είναι και παραμένει η δικτατορία του προλεταριάτου. Στη φάση αυτή με το «σπάσιμο» της εξουσίας των μονοπωλίων, λύνεται η κυρίαρχη αντίθεση του ελληνικού καπιταλισμού: η αντίθεση μονοπώλια-λαός.

Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου οι αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές ανατροπές λαμβάνουν χώρα κάτω από την ηγεμονία της εργατικής τάξης σε συμμαχία με τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, με την εργαζόμενη διανόηση. Η φάση αυτή δεν χωρίζεται από την σοσιαλιστική επανάσταση με σινικά τείχη, αλλά αποτελεί με αυτήν ένα ενιαίο επαναστατικό προτσές.

Το αν αυτή η φάση ονομαστεί «Αντιιμπεριαλιστική Αντιμονοπωλιακή Δημοκρατία», «Λαϊκή Δημοκρατία», «Βολιβιανή Δημοκρατία» (βλ: Βενεζουέλα) ή κάτι παρόμοιο, αυτό σε τελική ανάλυση είναι δευτερεύον ζήτημα. Καθοριστική δεν είναι η ετικέτα, καθοριστικό είναι το περιεχόμενο. Μ΄ αυτή την έννοια οι κομμουνιστές θα μπορούσαν στην τακτική τους, -σε αυτή τη φάση η οποία έχει στρατηγική σημασία-, να δώσουν μια ονομασία, δεν μπορούν όμως να την προπαγανδίζουν σαν απώτερο στόχο. Διότι ακριβώς αυτό θα άνοιγε την πόρτα στο ρεφορμισμό, και το αντεπαναστατικό πισωγύρισμα θα ήταν θέμα χρόνου.

Ζητήματα που αναπτύξαμε σε αυτό το κείμενο σχετικά με την επαναστατική τακτική και στρατηγική, έχουν επίσης έναν γενικό χαρακτήρα. Η κοινωνική πράξη είναι αυτή που θα καθορίσει τις ακριβείς μορφές, ενόσω οι μαρξιστές/κομμουνιστές πρέπει να προσανατολιστούν στο περιεχόμενο. Αυτό όμως μπορούν να το κάνουν ήδη από σήμερα, επειδή η τακτική αυτή αρχίζει από σήμερα και όχι στο απώτερο μέλλον.

Οι κομμουνιστές δεν μπορούν να προσπεράσουν τον ρεφορμισμό και τον δεξιό οπορτουνισμό με αριστερίστικη και υπερ-επαναστατική φρασεολογία και συνθηματολογία, με μια σεχταριστική πολιτική πρακτική, αλλά με το να έχουν οι ίδιοι μια επεξεργασμένη και τεκμηριωμένη προγραμματική, η οποία θα απαντά στα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων, στην κατάσταση που βιώνουν σήμερα, καθιστώντας τους ανώτερους από αυτούς και ικανούς για δράση.

Η προγραμματική αυτή θα πρέπει να θέσει το ζήτημα της κατάστασης του ταξικού αντιπάλου. Πρέπει να θέσει τα σωστά ερωτήματα που αφορούν στις κοινωνικές και πολιτικές βασικές δυνάμεις του, τη δύναμή του και τις αδυναμίες του: Που είναι συγκεντρωμένες οι βασικές του δυνάμεις; Πόσα είναι  και που βρίσκονται τα αποθέματά του; Ενάντια σε ποιον πρέπει να στραφεί το κύριο χτύπημα;

Είναι σημαντικό η επαναστατική τακτική να αξιοποιεί και τα πιο μικρά ρήγματα που δημιουργούνται στην πολιτική του αντιπάλου, προκαλώντας σύγχυση και αποδιοργάνωση στις γραμμές του, εκθέτοντάς τον ταυτόχρονα μπροστά στους εργαζόμενους. Δυστυχώς, η πολιτική που εφαρμόζεται από την σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ κάθε άλλο παρά αυτό πετυχαίνει. Πρόκειται για μια πολιτική ανελαστική, που δεν γνωρίζει ελιγμούς, γι΄ αυτό και είναι εύκολα προβλέψιμη από τον ταξικό αντίπαλο. Για τη χρήση μιας συνθηματολογίας γενικόλογης, απόμακρης, αυτιστικά επαναλαμβανόμενης, που δεν λαμβάνει υπόψη της το υπαρκτό επίπεδο της ταξικής συνείδησης των εργαζομένων, γι΄ αυτό και δεν συγκινεί, δεν έλκει («λαϊκή εξουσία», «λαϊκή οικονομία»… κι όποιος κατάλαβε κατάλαβε). Κι όλα τούτα σχετίζονται άμεσα με την ταύτιση τακτικής και στρατηγικής, με την εγκατάλειψη εδώ και πολύ καιρό του Προγράμματος που αποφάσισε το 15ο Συνέδριο του ΚΚΕ, και επίσημα πλέον με τις «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο Συνέδριο του ΚΚΕ»[57].

Το βασικό ζήτημα της επανάστασης σήμερα, δεν είναι το εάν υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες, οι υλικές συνθήκες παραγωγής για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό. Οι συνθήκες αυτές είναι υπαρκτές εδώ και δεκαετίες. Το αποφασιστικό ζήτημα της επαναστατικής τακτικής είναι η πάλη για τη συνείδηση των μαζών, που προκύπτει απ΄ την αυθόρμητη άμεση δράση. Χωρίς την «ωριμότητα» του υποκειμενικού παράγοντα η επανάσταση δεν είναι δυνατό να νικήσει. Αλλά γι΄ αυτό αναγκαία είναι η επεξεργασία μιας τέτοιας τακτικής που να απαντά άμεσα στα προβλήματά τους. Το καθοριστικό ζήτημα επομένως για την επαναστατική υπέρβαση του καπιταλισμού βρίσκεται στο να πειστούν οι μάζες ότι με τον καπιταλισμό πρέπει να δοθεί τέλος, και ότι η τακτική του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ) είναι η πιο κατάλληλη γι΄ αυτό.

Από κει και πέρα, σε ό,τι αφορά στο ίδιο το ΚΚΕ, η υπεράσπιση τού μέχρι τώρα ισχύοντος Προγράμματός του, επαφίεται κυρίως στην κομματική του βάση, αλλά και σε μια σειρά στελέχη του. Και όπως έδειξε ο προσυνεδριακός διάλογος, η αντίσταση απέναντι σε αριστερίστικες αντιλήψεις, απέναντι στη μέχρι σήμερα σεχταριστική πρακτική, είναι μεγάλη, και θα δυναμώνει μέρα με τη μέρα. Ακόμη όμως κι αν η σημερινή ηγετική ομάδα κατορθώσει να «περάσει» τις αντιλήψεις της με αποφάσεις του Συνεδρίου, είναι βέβαιο ότι αυτές θα ακυρωθούν στη πράξη, απ΄ την ίδια τη ζωή. Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη το ΚΚΕ να επιστρέψει στις ρίζες των κλασικών του μαρξισμού, αν θέλει να παίξει το ρόλο του ως Κομμουνιστικό Κόμμα!
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Αναλυτικότερα για το ζήτημα της στρατηγικής και τακτικής, βλέπε: Γαβάνας Π., Στρατηγική και τακτική. (http://www.inprecor.gr/index.php/archives/223050)

[2] MEW (Marx-Engels-Werke), τόμ. 4, σ. 492.

[3] MEW, τόμ. 16, σ. 77.

[4] MEW, τόμ. 7, σ. 85.

[5] MEW, τόμ. 4, σ. 492.

[6] Λούξεμπουργκ Ρ., Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση;, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988, σ. 57.

[7] ό. ε., σ. 134.

[8] LEW (Lenin-Werke), τόμ. 5, σ. 66-67.

[9] LEW, τόμ. 23, σ. 158.

[10] LEW, τόμ. 12, σ. 230.

[11] MEW, τόμ. 4, σ. 481.

[12] MEW, τόμ. 4, σ. 492.

[13] LEW, τόμ. 24, σ. 4-6.

[14] LEW, τόμ. 25, σ. 368.

[15] LEW, τόμ. 25, σ. 315.

[16] LEW, τόμ. 31, σ. 71.

[17] LEW, τόμ. 31, σ. 56.

[18] LEW, τόμ. 31, σ. 79.

[19] Lenin, W. I., Entwurf einer Resolution des IV Kongresses der Komintern zur Frage des Programms der Kommunistischen Internationale. LEW, Ergänzungsband 1917-1923, σ. 450-451.

[20] 3η Διεθνής. Τα Τέσσερα Πρώτα Συνέδρια. Θέσεις, Αποφάσεις, Μανιφέστα, εκδ. Εργατική Πάλη, Αθήνα 2007.

[21] ό. ε., σ. 396.

[22] ό. ε., σ. 397.

[23] ό. ε., σ. 397.

[24] Programm der Kommunistischen Internationale. Angenommen vom VI. Weltkongress (1.9.1928).

[25] Η Κοινωνία των Εθνών ήταν διεθνής οργανισμός (Σύνδεσμος) που ιδρύθηκε το 1919, αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Παρίσι σαν αποτέλεσμα της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Στο απόγειό του, μεταξύ 28 Σεπτεμβρίου 1934 και έως τις 23 Φεβρουαρίου 1935, είχε 58 χώρες-μέλη. Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) θα αντικαταστήσει τον Σύνδεσμο της Κοινωνίας των Εθνών, που καταργήθηκε επίσημα το 1946, και θα κληρονομήσει μια σειρά από φορείς και οργανισμούς που ιδρύθηκαν από τον Σύνδεσμο.

[26] Σε αυτή την υποενότητα χρησιμοποιήσαμε τα ντοκουμέντα του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν, τα οποία εκδόθηκαν στο σύνολό τους σε βιβλίο με τίτλο «VII. Weltkongress der Komintern, Referate und Resolutionen, Frankfurt/M, 1973». Στην ελληνική γλώσσα - απ΄ όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε- έχει εκδοθεί σε βιβλίο μόνο η εισήγηση του Γκεόργκι Δημητρώφ με τίτλο «Ο φασισμός», το οποίο μπορεί να «κατεβάσουν» οι αναγνώστες από την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη της ιστοσελίδας «Εργατικός Αγώνας» (http://ergatikosagwnas.gr/EA/)

[27] Μάκης Μαϊλης: «Ο φασισμός είναι ιμπεριαλισμός» (http://www.rizospastis.gr/story.do?id=2905216&publDate=2005-06-19%2000:00:00.0)

[28] Είναι φανερό ότι το διαζευκτικό «ή», δηλώνει, ότι οι έννοιες «πολιτική κρίση» και «επαναστατική κρίση» είναι ταυτόσημες.

[29] Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1949-1968, Β΄ τόμος, Αθήνα 2012, σ. 20.

[30] Αναλυτικότερα σχετικά με την έννοια του μονοπωλίου, βλέπε: Γαβάνας Π., Μονοπώλια και καπιταλιστική κρίση. (http://www.inprecor.gr/index.php/archives/150045)

[31] Αναλυτικότερα για το ζήτημα της πολιτικής συμμαχιών, βλέπε: Γαβάνας Π., Πολιτική συμμαχιών και ενότητα δράσης. (http://www.inprecor.gr/index.php/archives/181282).

[32] Μερικά ζητήματα που αφορούν στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου σε σχέση με το εθνικό κράτος, τα εξετάσαμε ήδη σε ξεχωριστό κείμενο. Βλέπε: Γαβάνας Π., Εθνικό κράτος και διεθνοποίηση του κεφαλαίου. (http://www.inprecor.gr/index.php/archives/111688)

[33] Συγκέντρωση της παραγωγής είναι η συγκέντρωση όλο και περισσότερων μέσων παραγωγής και εργατικής δύναμης σε μεγάλες επιχειρήσεις. Στον καπιταλισμό, η συγκέντρωση της παραγωγής πραγματοποιείται μέσα από μια πορεία σκληρού ανταγωνισμού, ανάμεσα στους καπιταλιστές, που αποσκοπεί στο κέρδος. Ο Λένιν σημείωνε, ότι η συγκέντρωση της παραγωγής σε ορισμένα στάδια ανάπτυξής της οδηγεί στα μονοπώλια.

Συγκέντρωση του κεφαλαίου είναι η αύξηση του μεγέθους του κεφαλαίου εξαιτίας της κεφαλαιοποίησης, της συσσώρευσης υπεραξίας. Η συγκέντρωση του κεφαλαίου γίνεται με την μετατροπή σε κεφάλαιο ενός μέρους της ιδιοποιημένης από τον καπιταλιστή υπεραξίας που δημιουργείται από τους μισθωτούς εργάτες.

Συγκεντροποίηση του κεφαλαίου είναι η αύξηση του μεγέθους του κεφαλαίου, που προέρχεται από τη συνένωση επιμέρους κεφαλαίων σ΄ ένα μεγαλύτερο, ή η απορρόφηση του ενός κεφαλαίου από το άλλο. Η διαδικασία αυτή σημαίνει την ανακατανομή ανάμεσα στους καπιταλιστές των ήδη συσσωρευμένων κεφαλαίων.

[34] Αξιοποίηση του κεφαλαίου σημαίνει απλά αύξηση του κεφαλαίου. Αυτή μπορεί να γίνει με δυό τρόπους: α) Το κεφάλαιο αυξάνεται κυρίως μέσω της παραγωγής (σχετικής και απόλυτης) υπεραξίας. «Η αξία που προκαταβλήθηκε αρχικά όχι μόνο διατηρείται… αλλά μέσα σ΄ αυτήν αλλάζει το μέγεθός της, προσθέτει στον εαυτό της μια υπεραξία, ή αξιοποιείται [verwertet sich]. Και αυτή η κίνηση τη μετατρέπει σε κεφάλαιο» (Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1ος, σ.163). β) Ο δεύτερος τρόπος είναι η καλύτερη χρήση του κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, υπάρχουν μέθοδοι με τις οποίες το κεφάλαιο μπορεί να αυξηθεί (ή να μειωθεί) όταν η υπεραξία παραμένει η ίδια (επισημαίνουμε ότι δεν πρέπει να ταυτίζεται η υπεραξία με το κέρδος, κάτι που κάνει ο Ρικάρντο δεχόμενος έτσι την κριτική του Μαρξ). Μέτρα, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν, - με δοσμένη την υπεραξία -, το μέγεθος του κεφαλαίου, είναι όλες οι μέθοδοι οικονομικής χρήσης του κεφαλαίου, όλα τα μέτρα που αποσκοπούν στην πτώση του συνδεδεμένου με την κυκλοφορία κεφαλαίου, η επιτάχυνση και σμίκρυνση του χρόνου περιστροφής του κεφαλαίου κτλ.

[35] Αναλυτικότερα βλέπε: Γαβάνας Π., Εθνικό κράτος και διεθνοποίηση του κεφαλαίου. Ιδιαίτερα την ενότητα «Ο μύθος περί του τέλους του εθνικού κράτους». ό.ε.

[36] MEW, τόμ. 17, σ. 641.

[37] Σχετικά μ΄ αυτό το ζήτημα, βλέπε επίσης το ενδιαφέρον άρθρο του Χάρη Αλεξάνδρου: Κολομβία: Συνομιλίες για το τέλος του εμφυλίου (http://www.inprecor.gr/index.php/archives/230987)

[38] Λούξεμπουργκ Ρ., Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση;, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988, σ. 57.

[39] LEW, τόμ. 9, σ. 232-233.

[40] Γκράμσι Α: Μερικά θέματα από το πρόβλημα του Νότου, στο: Αντόνιο Γκράμσι, Πολιτικά κείμενα, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1976, σ. 158

[41] Gramsci A., Die Eroberung des Staates, (12.07.1919) (http://marxists.org/deutsch/archiv/gramsci/1919/07/staat.html)

[42] Engels F: Brief an Paul Lafarque, 6. März 1894, MEW, τόμ. 39, σ. 216.

[43] LEW, τόμ. 25, σ. 371.

[44] Σε αυτή την ενότητα λάβαμε ιδιαίτερα υπόψη μας τις θεωρητικές αναζητήσεις και προβληματισμούς περί μεταβατικού προγράμματος από τον χώρο της μαρξιστικής-κομμουνιστικής αριστεράς, οι οποίες διεξήχθησαν τα τελευταία χρόνια στη Γερμανία και Αυστρία, καθώς και αυτές στην Ελλάδα –όσο τουλάχιστον μάς ήταν αυτό δυνατό. Οι συζητήσεις/αντιπαραθέσεις στο θέμα του μεταβατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, και σ΄ αυτό συνέβαλε -κατά τη γνώμη μας- η σημερινή κρίση του καπιταλισμού. Από αυτό το προτσές αναζήτησης, έντονη είναι η απουσία εκείνων των τμημάτων της αριστεράς, τα οποία απορρίπτουν το πλησίασμα (ή τις μορφές πλησιάσματος) προς την επανάσταση. Είναι προφανές, ότι σ΄ αυτή τη συζήτηση λαμβάνει χώρα μια ζύμωση απόψεων/αντιλήψεων, ότι ο καθένας βάζει το λιθαράκι του, και μ΄ αυτή την έννοια, απόψεις, όπως, «εμείς διατυπώσαμε πρώτοι αυτές τις προτάσεις ή προβληματισμούς» πιστεύουμε ότι στερούνται νοήματος.

[45] LEW, τόμ. 17, σ. 23.

[46] ό. ε.

[47] LEW, τόμ. 31, σ. 154.

[48] LEW, τόμ. 35, σ. 219.

[49] ό. ε.

[50] LEW, τόμ. 31, σ. 76.

[51] Η διαλεκτική άρση αποτελεί μια κεντρική έννοια στη φιλοσοφία του Χέγκελ. Η έννοια αυτή χαρακτηρίζει τη διαδικασία υπέρβασης μιας αντίφασης, όπου διατηρούνται τα θετικά, αξιόλογα στοιχεία και συνεχίζεται παραπέρα η εξέλιξή τους σε ένα υψηλότερο επίπεδο με την ενσωμάτωση νέων στοιχείων, ενώ τα αρνητικά απορρίπτονται. Στο επίπεδο της κοινωνίας, ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος της ανθρώπινης δραστηριότητας. (βλ: Κ. Μαρξ: «Θέσεις για τον Φόιερμπαχ»).

Σύμφωνα με τον Χέγκελ υπάρχουν τρεις στιγμές της διαλεκτικής άρσης: α) Η αποπεράτωση, υπέρβαση μιας βαθμίδας εξέλιξης. β) Η διατήρηση των μελλοντικά κυοφορούμενων πλευρών της. γ) Η ενσωμάτωση αυτών των πλευρών σε μια υψηλότερη βαθμίδα εξέλιξης, στην οποία αυτές αποκτούν μια νέα λειτουργία.

[52] LEW, τόμ. 31, σ. 67.

[53] Luxemburg R., Gesammelte Werke, τ. ½, σ. 373, Berlin 1974.

[54] Κάποιες σκέψεις είχαμε καταθέσει ήδη σε κείμενό μας μέσα από αυτή την ιστοσελίδα. Αναλυτικότερα βλέπε: Γαβάνας Π., Η Αριστερά μπροστά στις ευθύνες της (http://www.inprecor.gr/index.php/archives/193912)


[55] Σχετικά μ΄ αυτό το ζήτημα, βλέπε επίσης το ενδιαφέρον άρθρο του Ελευθεριώτη Μ., Γιατί η κυβέρνηση του ΑΑΔ Μετώπου δεν έχει καμία σχέση με την κυβέρνηση της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ (http://ergatikosagwnas.gr/EA/index.php/2012-02-04-20-01-31/729-2013-03-13-21-36-09)

[56] LEW, τόμ. 32, σ. 349.

[57] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο Συνέδριο του ΚΚΕ, Ριζοσπάστης, 09.12.2012, (http://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=9/12/2012&id=14357&pageNo=1&direction=-1)

Σημείωση: Η τελική σύνταξη του παρόντος κειμένου έχει γίνει δυό βδομάδες πριν λάβει χώρα το 19ο Συνέδριο του ΚΚΕ.

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Inprecor» σε δυό μέρη:

Μέρος Α΄, στις 02/04/2013

Μέρος Β΄, στις 29/04/2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.