Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Οι ρίζες της ναζιστικής ιδεολογίας

του Παναγιώτη Γαβάνα

1. Τοποθέτηση του ζητήματος

Τα τελευταία χρόνια γίνεται απ΄ τα αστικά ΜΜΕ στην Ελλάδα (και όχι μόνο) προσπάθεια ερμηνείας του νεοφασιστικού φαινομένου, της ανόδου της Ακροδεξιάς σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης και της διάδοσης της νεοφασιστικής ιδεολογίας και πολιτικής. Οι μετανάστες δέχονται συχνά επιθέσεις από νεοφασιστικές οργανώσεις, όπως τη «Χρυσή Αυγή», ενώ ο ρατσισμός αποτελεί καθημερινό φαινόμενο το οποίο επηρεάζει μέχρι και τις παρυφές της αριστεράς. Στην προπαγάνδιση απόψεων πρωταγωνιστών του νεοφασισμού στην Ελλάδα (όπως π.χ. των Καρατζαφέρη, Πλεύρη, Μιχαλολιάκου), οι οποίοι ζητούν μια «Ελλάδα ελεύθερη από τους ξένους», μια «Μεγάλη Ελλάδα που θα περιλαμβάνει τη Μικρά Ασία και τμήματα των Βαλκανίων» κάνοντας παράλληλα λόγο για «επικράτηση της εβραιομαρξιστικής προπαγάνδας», οι πολιτικοί των αστικών κομμάτων της χώρας μας αντιτάσσουν την πολυδιαφημισμένη «παγκοσμιοποίηση», τον ευρωκεντρισμό και την «πολυπολιτισμικότητα», απονευρώνοντας έτσι το αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό κίνημα. Φυσικά απ΄ τα αστικά κόμματα δε θα μπορούσε να περιμένει κανείς κάτι το διαφορετικό, αφού ο (νεο)φασισμός είναι γέννημα-θρέμμα του καπιταλισμού. Κι όχι μόνο αυτό: Η ιστορική πείρα του εργατικού κινήματος δείχνει ότι όταν η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία τίθεται απ΄ τα πλατιά λαϊκά στρώματα υπό αμφισβήτηση, τότε πέρα απ΄ την όλο και πιο συχνή δράση των κατασταλτικών μηχανισμών, παίζεται και το «χαρτί» του νεοφασισμού.

Στο κείμενο που ακολουθεί δεν θα σταθούμε στις πλευρές του νεοφασισμού, -αυτό είναι ένα ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά-, αλλά θα αναλύσουμε τις ρίζες της ναζιστικής ιδεολογίας, κι αυτό γιατί η σημερινή νεοφασιστική προπαγάνδα αντλεί διαρκώς επιχειρήματα απ΄ αυτήν, προσπαθώντας παράλληλα να λάβει υπόψη της τη σημερινή κατάσταση του καπιταλισμού καθώς και τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, κυρίως την ελληνική ιστορία και θρησκεία. Μια ματιά να ρίξει κανείς μόνο στα κείμενα της «Χρυσής Αυγής» αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό. Επίσης, δεν θα εξετάσουμε το σύνολο των χαρακτηριστικών της ναζιστικής ιδεολογίας, αλλά θα εξαιρέσουμε κάποια από αυτά, όπως, τον «αντικαπιταλισμό» σαν ιδιαίτερο συστατικό της στοιχείο (θα γίνει μόνο μια μικρή αναφορά) και τη ναζιστική αντίληψη περί «λαϊκής κοινότητας», διότι η έκταση του κειμένου θα ξεπερνούσε κατά πολύ τα ήδη επιβαρυμένα όρια.

Σε ό,τι αφορά στη μεθοδολογία. Αυτό που λάβαμε υπόψη μας δεν είναι μόνο το στοιχείο της ιστορικής εξέλιξης, αλλά επίσης της σύγκρισης και της διασταύρωσης των ιδεών μέσα στο χώρο. Αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί διότι οι ιδεολογικές αντιλήψεις τις περισσότερες φορές όχι μόνο αναπτύσσονται απομονωμένες η μια από την άλλη, αλλά συχνά συμβαδίζουν και χρονικά. Το ότι έπρεπε να χωριστούν οι ενότητες μεταξύ τους με αυτό τον τρόπο, αυτό οφείλεται κυρίως σε μεθοδολογικούς λόγους. Επίσης, σε κάποιες ενότητες δε μπορέσαμε να αποφύγουμε και μια μικρή, έστω, αναφορά, στην πρακτική εφαρμογή αυτών των ιδεών (όπως π.χ. στις ενότητες «ευγονική» και «φυλετική υγιεινή»). Είμαστε της γνώμης ότι έτσι γίνεται καλύτερα κατανοητό το θέμα που εξετάζουμε.

Επειδή το κείμενο αφορά στις ρίζες της ναζιστικής ιδεολογίας, είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε από το γενικότερο πλαίσιο, δηλαδή με την ανάλυση πλευρών του φασιστικού φαινομένου.

***

2. Φασισμός

α) Το περιεχόμενο του φασιστικού συστήματος κυριαρχίας

Στην ανάλυση ενός συστήματος κυριαρχίας ανήκουν τόσο το περιεχόμενό του όσο και η μορφή του. Η ενότητα και η αλληλεπίδραση αυτών των δυό στοιχείων αποτελεί την ουσία του συστήματος. Ο περιορισμός μόνο πάνω στη μορφή, δηλαδή πάνω στις μεθόδους άσκησης κυριαρχίας, είναι μεν σημαντική, όχι όμως αρκετή.

Τα φασιστικά συστήματα κυριαρχίας στο ουσιαστικό κοινωνικό τους περιεχόμενο είχαν τα παρακάτω κοινά στοιχεία: Αφαιρέθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού κάθε δυνατότητα να οργανώνουν και να αρθρώνουν τα συμφέροντά τους. Οι οργανώσεις των εργαζομένων τσακίστηκαν, οι δραστήριοι αντιπρόσωποί τους φυλακίστηκαν, οι πολιτικές ιδέες τους χαρακτηρίστηκαν ως εγκληματικές και αντιμετωπίστηκαν ανάλογα. Με τον τρόπο αυτό αφοπλίστηκαν και παραδόθηκαν παραπέρα στην εξουσία των κεφαλαιοκρατών. Ο κεφαλαιοκράτης ανακηρύχτηκε σε σχεδόν στρατιωτικό διοικητή του εργοστασίου του (στην Γερμανία αυτό έγινε με το «Νόμο για την τάξη της εθνικής εργασίας»). Σε συμπυκνωμένη μορφή ο κοινωνικός χαρακτήρας του φασισμού εκφράζεται από τη μια μεριά με τη φυλάκιση και δολοφονία της πλειοψηφίας των ηγετών του εργατικού κινήματος, ενόσω από την άλλη οι ηγέτες των μεγάλων βιομηχανικών και τραπεζικών μονοπωλίων κρατούν το τιμόνι της εξουσίας και από κει –μαζί με τον κατασταλτικό κρατικό μηχανισμό– καθορίζουν τις κατευθυντήριες γραμμές της πολιτικής. Ταυτόχρονα οι νόμοι του κράτους και τα κοινοβουλευτικά όργανα δεν είναι σε θέση να τους εμποδίσουν. Όμως δεν τσακίζεται μόνο το εργατικό κίνημα, αλλά εξουδετερώνονται και όλες οι άλλες οργανώσεις και τα θεσμικά όργανα που θα μπορούσαν να βλάψουν τους στόχους του μεγάλου κεφαλαίου, ιδιαίτερα οι οργανώσεις των μικρεμπόρων, των βιοτεχνών και των αγροτών, στο βαθμό που θα μπορούσαν να εκφράσουν αντιμονοπωλιακούς στόχους.

Σε όλα τα φασιστικά συστήματα έχουμε επομένως μια πολιτική μορφή κυριαρχίας, στην οποία τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου έχουν τις πιο ευνοϊκές συνθήκες για να επιβληθούν. Αυτό φαίνεται επίσης και στην πολιτική αυτών των συστημάτων με πολλαπλό στόχο. Επειδή οι εργαζόμενοι αφοπλίζονται μπορούν να επιβληθούν ουσιαστικά σκληρότερες εργασιακές συνθήκες και όροι ύπαρξης: Ο χρόνος εργασίας επιμηκύνεται, ο ρυθμός εργασίας επιταχύνεται, οι μισθοί και οι συντάξεις πιέζονται προς τα κάτω, οι άρρωστοι και οι αδύναμοι παραμελούνται ή δολοφονούνται, οι κρατικές δαπάνες για οικοδόμηση κατοικιών και εκπαίδευση σε μεγάλο βαθμό περικόπτονται. Από την άλλη μέσω αυτής της πολιτικής αυξάνουν κατακόρυφα τα κέρδη των μονοπωλίων.

Η επιβολή των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου δεν φαίνεται μόνο στην εσωτερική πολιτική. Αν ο φασισμός καταλάβει την εξουσία σε οικονομικά αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, τότε το μεγάλο κεφάλαιο βελτιώνει την αυτόνομη θέση του στη διεθνή ανταγωνιστική πάλη, ενώ το κοινωνικό του περιεχόμενο εκφράζεται με μια ισχυρή τάση για εξοπλισμούς και πόλεμο, δηλαδή στην αλλαγή του εδαφικού status quo με τα μέσα της στρατιωτικής βίας. Το τελευταίο αυτό στοιχείο –όσον αφορά στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο– ισχύει για τις χώρες Γερμανία, Ιταλία και Ιαπωνία.

***

β) Οι μέθοδοι κυριαρχίας

Οι μέθοδοι κυριαρχίας αντιστοιχούν στο περιεχόμενο των στόχων: Για να αποκλειστεί η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού από κάθε συμμετοχή στην πολιτική, για να επιβληθεί σ΄ αυτήν μια πολιτική η οποία θα προσβάλει τα ζωτικά της συμφέροντα, ήταν αναγκαία η ανοιχτή συστηματική χρήση της τρομοκρατίας. Με τη βοήθεια της τρομοκρατίας δεν τσακίστηκε μόνο η οργανωτική δομή του εργατικού κινήματος, αλλά καταδιώχτηκε κάθε αντιπολιτευτική φωνή με αποτέλεσμα να παράγεται μια γενική ατμόσφαιρα φόβου. Ο φασισμός στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό πάνω στον κατασταλτικό μηχανισμό και την κινητοποίησή του για τρομοκρατία, ιδιαίτερα πάνω στο στρατό, την αστυνομία, τις μυστικές υπηρεσίες και τη Δικαιοσύνη.

Οι μέθοδοι όμως κυριαρχίας του φασισμού στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία σε σχέση με άλλες λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, εμπεριείχαν ακόμη ένα επιπρόσθετο στοιχείο: Το συνδυασμό της μεθόδου της τρομοκρατίας και του φόβου, με την κινητοποίηση των μαζών. Δε στόχευαν πρωταρχικά στην απάθεια των λαϊκών μαζών, αλλά στη δραστηριοποίησή τους. Έτσι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού μπήκε σε οργανώσεις, φόρεσε στολή, εξοπλίστηκε, φανατίστηκε και αντιπαρατέθηκε στο άλλο μέρος, ενάντια στο εργατικό κίνημα. Τα αστικά κόμματα ή πήραν μέρος στο σχηματισμό της φασιστικής κυβέρνησης ή δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση της φασιστικής δικτατορίας. Τόσο οι οπαδοί του φασιστικού κινήματος όσο και η υποστήριξή του μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, προήλθαν κυρίως από τα αστικά και μικροαστικά στρώματα.

***

γ) Η ιδεολογία

Η ιδεολογία δεν απέβλεπε μόνο στη νομιμοποίηση της πολιτικής του φασισμού, αλλά επέδρασε σαν κινητήρια δύναμη για την επιβολή αυτής της πολιτικής. Εδώ πρέπει να ειδωθεί και η στενή σχέση μεταξύ ιδεολογίας και κυρίαρχου στόχου του φασισμού.

Στην πράξη η σχέση αυτή παρουσιάζει έναν αρκετά περίπλοκο χαρακτήρα. Κατ΄ αρχή γίνεται εύκολα αντιληπτή η σχέση ανάμεσα στην ιδεολογία του αντικομουνισμού και το χτύπημα του εργατικού κινήματος, την ιδεολογία στυλ φύρερ  και το πολιτικό χτύπημα στην αστική δημοκρατία και το κοινοβούλιο καθώς και σε όλες τις ιδέες περί νεοφιλελευθερισμού και νομιμότητας και τέλος την σχέση ανάμεσα στην ιδεολογία για ανώτερα και κατώτερα έθνη, καθώς και τη μιλιταριστική ιδεολογία η οποία στόχευε στην πολιτική για πόλεμο και κατακτήσεις.

Σαν πυρήνας της φασιστικής ιδεολογίας μπορεί να ειδωθεί η αντίληψη, ότι εκ φύσεως υπάρχουν είδη ανθρώπων διαφορετικής ποιότητας, ανώτεροι και κατώτεροι. Αυτό απαιτούσε την επιβολή ιεραρχικών αρχών σε όλες τις σφαίρες της κοινωνίας: Στον κόσμο της εργασίας όπως και στο κράτος, στο εσωτερικό της κοινωνίας όπως και στις σχέσεις μεταξύ λαών και κρατών, ότι δηλ. οι καλύτεροι και ισχυρότεροι κατακτούν την κυριαρχία. Εύκολα γίνεται από δω αντιληπτό ότι η ιδεολογία του φασισμού εκφράζει την καπιταλιστική αρχή του ανταγωνισμού η οποία οξύνθηκε ήδη προς το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα -τον κοινωνικό δαρβινισμό: την ιδεολογία δηλαδή κατά την οποία στην πάλη για την ύπαρξη πρέπει να επιβληθεί ο ισχυρότερος, ότι ο αδύναμος θα μείνει στο δρόμο και ότι η «επιλογή των ισχυρότερων» δεν είναι μόνο σωστή, αλλά και ότι είναι αιώνιος νόμος της ανθρωπότητας. Από δω μέχρι το ρατσισμό σαν δικαιολόγηση της υποταγής των «κατώτερων» λαών και φυλών, δεν έμενε παρά ένα μικρό βήμα.

Πιο περίπλοκη όμως ήταν η σχέση μεταξύ ιδεολογίας και κυρίαρχου στόχου η οποία εμπεριείχε εκείνα τα στοιχεία της ιδεολογίας τα οποία δεν απέβλεπαν στη νομιμοποίηση της πολιτικής, αλλά στόχευαν ακριβώς στη συγκάλυψή της. Αυτό ισχύει πριν απ΄ όλα για την ιδεολογία περί κατάργησης των ταξικών διαφορών και την ίδρυση μιας πραγματικής «λαϊκής κοινότητας».

***

δ) Ιδιαιτερότητες του γερμανικού φασισμού

Ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος, όπως και ο 1ος, ξεκίνησε από την Γερμανία. Ο γερμανικός φασισμός παρουσιάζει μερικές ιδιαιτερότητες, οι οποίες προσλαμβάνουν ιδιαίτερα μεγάλες διαστάσεις. Αναφέρουμε τρεις σημαντικές:

1. Σε καμιά άλλη χώρα ο φασισμός δεν κατόρθωσε να αποκτήσει ποσοτικά και ποιοτικά μια τέτοια μαζική βάση όπως στη Γερμανία: Πουθενά η μαζική βάση του δεν ήταν τόσο πλατιά, τόσο δραστήρια και τόσο φανατισμένη όσο σ΄ αυτή τη χώρα. Αυτό μπορεί να ερμηνευτεί από τις ιδιαιτερότητες της γερμανικής ιστορίας.

2. Κανένα άλλο φασιστικό σύστημα δεν έκανε πράξη σε τέτοια έκταση την τρομοκρατία και την καταστροφή όπως στη Γερμανία. Αυτό εξηγείται κυρίως από τη λειτουργία και τους στόχους του: Επειδή ο γερμανικός φασισμός ανέλαβε να τσακίσει το ισχυρότερο εργατικό κίνημα της Ευρώπης κρατώντας το διαρκώς υπό πίεση και να υποτάξει τους ευρωπαϊκούς λαούς από τον Ατλαντικό μέχρι τον Βόλγα, είχε από την αρχή την ανάγκη μιας κτηνωδίας στις μεθόδους κυριαρχίας του. Ένα υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, γραφειοκρατικής οργάνωσης και τεχνικής, σχημάτιζε την προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της τρομοκρατίας και της καταστροφής σε τέτοια έκταση.

3. Ο εθνοκεντρισμός και ο κοινωνικός δαρβινισμός έφθασαν στη Γερμανία σ΄ έναν έσχατο ρατσισμό ο οποίος τελικά κορυφώθηκε στην προσπάθεια μιας ολοκληρωτικής εξόντωσης του ευρωπαϊκού εβραϊσμού.

Τα περισσότερα από τούτα τα ζητήματα θα αποτελέσουν τον κορμό του παρόντος κειμένου. Πριν όμως φθάσουμε στο κυρίως μέρος της ανάλυσης είναι αναγκαίο να εξεταστούν ακόμη μερικές σημαντικές πτυχές του γερμανικού φασισμού και ιμπεριαλισμού.

***

3. (Γερμανικός) ιμπεριαλισμός και πάλη για το μοίρασμα της παγκόσμιας αγοράς

Κατά κανόνα οι διάφορες αναλύσεις της ιστορίας του γερμανικού φασισμού ξεκινούν από την ίδρυση του ναζιστικού κόμματος, του NSDAP (Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας), ή αντίστοιχα του προπλάσματός του DAP ((Γερμανικό Εργατικό Κόμμα) τον Γενάρη του 1919. Όμως είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τον γερμανικό φασισμό συνολικά, όπως επίσης και την ίδρυση αυτών των κομμάτων, αν δεν έχει προηγουμένως κατανοήσει για ποιο λόγο ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα στο πολιτικό φάσμα της Γερμανίας του κάιζερ, καθώς και της γειτονικής Αυστρίας των Αψβούργων (και σε μικρότερο βαθμό μερικών άλλων ευρωπαϊκών χωρών), σχηματίστηκε μια νέα ιδιόρρυθμη πολιτική κατεύθυνση, η οποία από την αρχή εμφανίζεται δημαγωγικά, ποιοτικά διαφορετική από τα μέχρι τότε γνωστά κόμματα και μ΄ ένα τρόπο συγκεχυμένο και δύσκολα ταξινομήσιμο. Η πολιτική αυτή κατεύθυνση εμφανίζεται ήδη πριν τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και αυτοονομάζεται «λαϊκή» (völkisch).

Οι αιτίες εμφάνισης αυτής της κατεύθυνσης αποκαλύπτονται όμως όταν κατανοηθούν:

  • Αφενός η μετάβαση του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο –για τη Γερμανία αυτό τοποθετείται από το 1890 –και τα συναγόμενα απ΄ αυτό συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου και η απορρέουσα από δω αντίστοιχη ανάγκη για πολιτική ιδεολογία.
  • Αφετέρου η ιστορική βασική δυσκολία στην οποία προσέκρουσε το ιμπεριαλιστικό μεγάλο κεφάλαιο στη Γερμανία, στο να προσδέσει στο άρμα του το σύνολο του λαού κατά την προσπάθεια της εσωπολιτικής επιβολής των συμφερόντων του.

Δε μπορεί να κατανοήσει κανείς τον φασισμό χωρίς να έχει κατανοήσει τον ιμπεριαλισμό –μια απλή αλήθεια η οποία συχνά δεν λαμβάνεται υπόψη. Όμως δε μπορεί να κατανοήσει και τον ιμπεριαλισμό χωρίς να λάβει υπόψη του τα συγκεκριμένα ιστορικά εσωπολιτικά προβλήματα της χώρας μέσα από την οποία δρα επιβάλλοντας τα συμφέροντά του, δηλαδή χωρίς το εκάστοτε εθνικό του πρόβλημα να ενσωματώνει τις λαϊκές μάζες.

Που βρίσκονταν τα νέα συμφέροντα του ιμπεριαλιστικού μεγάλου κεφαλαίου; Ο Lenin στον ορισμό του για τον ιμπεριαλισμό τα συμπύκνωσε στα παρακάτω σημεία: Στην περίοδο του μονοπωλιακού καπιταλισμού για την κυρίαρχη στο εσωτερικό της καπιταλιστικής τάξης ομάδα του «χρηματιστικού κεφαλαίου» -η οποία προέκυψε από την συγχώνευση του μονοπωλιακού βιομηχανικού και του μονοπωλιακού τραπεζικού κεφαλαίου– η εξαγωγή κεφαλαίου αυξάνει σε σημασία σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων. Σχηματίζονται διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις οι οποίες μοιράζουν τον κόσμο μεταξύ τους, αλλά και το εδαφικό μοίρασμα της Γης μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων έχει ήδη τελειώσει. Από δω προκύπτει άμεσα η θεωρία του Lenin για τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους: Από δω και πέρα έπρεπε επομένως οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις και οι διεθνείς ενώσεις των καπιταλιστών, να διεξάγουν μεταξύ τους από χρόνο σε χρόνο πολέμους για ένα νέο μοίρασμα του κόσμου, επειδή, από τη μια μεριά η επέκταση σε ικανές προς εκμετάλλευση και για τοποθέτηση κεφαλαίων κερδοφόρες περιοχές και κατά συνέπεια η κατοχή τους, έγινε όρος για πιο ευνοϊκή αξιοποίηση του κεφαλαίου και της παραπέρα οικονομικής ανάπτυξης της κάθε ιμπεριαλιστικής χώρας, από την άλλη όμως δεν υπάρχει πλέον καμιά χώρα πάνω στη Γη η οποία να μην ανήκει σε μια από τις μεγάλες δυνάμεις, ή να μην διεκδικείται από αυτές στη «σφαίρα επιρροής» της. Μέσω των πολέμων το μερίδιο των ιμπεριαλιστικών χωρών στην κατοχή της γήινης σφαίρας προσαρμόζεται κάθε φορά στον οικονομικό συσχετισμό δύναμης που έχει προκύψει μεταξύ τους στην πάροδο του χρόνου (στη βάση της ανισόμετρης ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών), κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της βίας.

***

Όταν εξετάζουμε το πρόβλημα, για ποιο λόγο ο φασισμός κατόρθωσε να έρθει στην εξουσία στη Γερμανία, πρέπει να αναζητηθεί επίσης –δίπλα στην ιδιαίτερη θέση και τη νοοτροπία των αστικών μεσαίων στρωμάτων, τα οποία επέδρασαν στην ισχυροποίηση του φασιστικού κινήματος– και η ιδιαίτερη συμπεριφορά της χρηματιστικής ολιγαρχίας σ΄ αυτή τη χώρα (σ.σ. ανάλογα είναι και τα προτσές που έλαβαν χώρα στην Ιταλία). Η αξιωματική θέση συμφερόντων –διατήρηση του καπιταλιστικού κοινωνικού status και τα συνδεόμενα μ΄ αυτό προνόμια– ήταν φανερά κοινή με τις χρηματιστικές ολιγαρχίες των άλλων δυτικών χωρών. Επομένως, πρέπει να προστεθούν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι συνετέλεσαν στη συμμαχία με το φασισμό. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να κατανοηθούν αν ληφθεί υπόψη ο ορισμός του Lenin για τον ιμπεριαλισμό που δώσαμε πιο πάνω.

Η Γερμανία πέτυχε την εθνική της ενότητα σχετικά αργά, γι΄ αυτό και εισήλθε καθυστερημένα στο στάδιο της βιομηχανικής επανάστασης και για το λόγο αυτό πήρε επίσης μέρος καθυστερημένα στη διανομή των αποικιών. Το γερμανικό χρηματιστικό κεφάλαιο στη πορεία προς την ένωση του Ράιχ (και ιδιαίτερα το οικονομικό κραχ που ακολούθησε το 1872 και η επακόλουθη για μακρό χρονικό διάστημα περίοδος ύφεσης) στη βάση του οικονομικού προτσές συγκέντρωσης, αναπτύχθηκε και ισχυροποιήθηκε γρήγορα, προσπερνώντας μέχρι τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο τη μέχρι τότε ηγεμονική βιομηχανική δύναμη Αγγλία στο μερίδιο της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής, έχοντας αφήσει κατά πολύ πίσω τη Γαλλία. Την καθυστερημένη αλλά μετέπειτα γρήγορη ανάπτυξη της οικονομίας και του πληθυσμού στη Γερμανία δείχνουν οι παρακάτω πίνακες[1].

 Πίνακας 1
 
Πληθυσμός (σε εκατομμύρια)

Γερμανία
Αγγλία
Γαλλία
1870
41
31
37
1910
65
45
40

Πίνακας 2

Μερίδιο στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή
(σε ποσοστά)

Γερμανία
Αγγλία
Γαλλία
1870
13
32
10
1913
16
14
6

Η καθυστέρηση σχηματισμού του Ράιχ είχε σαν αποτέλεσμα, η μετάβαση στην ενεργή αποικιακή πολιτική να ξεκινήσει απ΄ το 1884. Η πολιτική αυτή στην εδαφική επεκτατική της τάση προσέκρουσε αμέσως στα όρια των σφαιρών επιρροής των παλιών αποικιακών δυνάμεων. Όταν η Γερμανία εισήλθε στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, οι υπόλοιπες δυνάμεις είχαν ήδη συγκροτήσει τις αποικιακές τους αυτοκρατορίες. Η κατοχή των αποικιών το 1914 κατανέμονταν ως εξής (Πίνακας 3):

Πίνακας 3

Χώρες
Επιφάνεια
(εκατ. Km2)
Κάτοικοι
(εκατ.)
Γερμανία
2,9
12,3
Γαλλία
10,6
55,5
Αγγλία
33,5
393,5

Επειδή για το γερμανικό κεφάλαιο δεν υπήρχαν δυνατότητες επένδυσης στις αποικίες της Αφρικής, της Ασίας και της Αυστραλίας, έπρεπε να ακολουθήσει ουσιαστικά το δύσκολο δρόμο και να κατακτήσει θέσεις στις τυπικά αυτόνομες χώρες της Αμερικής και της Ευρώπης.

Πίνακας 4

Τοποθέτηση κεφαλαίων σε δις μάρκα πριν το 1914
επενδεδυμένα σε
Αγγλία
Γαλλία
Γερμανία
Αμερική
37
4
10
Ασία
11
1
4
Αφρική
10
7
2
Αυστραλία
8
0
1
Ευρώπη
4
23
18
Σύνολο
70
35
35

Η οικονομική δυναμική του γερμανικού καπιταλισμού βρισκόταν επομένως πριν το 1914, σε σύγκριση με τις άλλες βιομηχανικές χώρες, σε μια μεγάλη δυσαναλογία σε σχέση με τις επεκτατικές του δυνατότητες. Επομένως, ο γερμανικός ιμπεριαλισμός έπρεπε να αναζητήσει παρόμοιες πηγές πρώτων υλών, φθηνές εργατικές δυνάμεις και ευνοϊκές δυνατότητες τοποθέτησης κεφαλαίων ανάλογες με αυτές που κατείχαν η Αγγλία, η Γαλλία και το Βέλγιο στις αποικίες τους. Από δω προέκυπτε και η αξίωση για μια νέα αναδιανομή της παγκόσμιας αγοράς –και έτσι το ενδιαφέρον για την προετοιμασία ενός πολέμου ο οποίος θα υπηρετούσε αυτούς τους σκοπούς.

Η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία όμως δεν ήταν ιδιαίτερα κατάλληλη για μια αποφασιστική ιμπεριαλιστική πολιτική μετά το 1918. Παρόλο που μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο η ισορροπία δυνάμεων είχε μετατοπιστεί, παρόλο που οι προσπάθειες για σοσιαλιστικές επαναστάσεις την περίοδο 1918-1923 σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες τσακίστηκαν, τα εργατικά κόμματα εξακολουθούσαν να έχουν ισχυρή επιρροή. Στην κυρίαρχη τάξη, αν ήθελε να παραμείνει στους στόχους της, δεν της έμενε άλλη δυνατότητα από το να τσακίσει αυτές τις οργανώσεις απ΄ την αρχή. Αυτός ήταν ένας σημαντικός λόγος να συμμαχήσει με τον φασισμό επειδή αυτός δεν υποσχόταν μόνο την ολοκληρωτική εκμηδένιση των οργανώσεων της εργατικής τάξης, αλλά και την κινητοποίηση όλων των δυνάμεων για πόλεμο. Το πρόγραμμα επεκτατισμού το οποίο ο Hitler προπαγάνδιζε διαρκώς από το 1925, είναι ήδη αρκετά γνωστό. Αυτό περιλαμβάνει δίπλα στα κράτη της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης επίσης μεγάλα τμήματα της δυτικής Ρωσίας και έτσι ουσιαστικά συμφωνούσε με τους πολεμικούς σκοπούς του γερμανικού ιμπεριαλισμού από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

***

4. Ιμπεριαλιστικός εθνικισμός

Ήταν πλέον άμεση ανάγκη στα εσωπολιτικά συμφέροντα του γερμανικού μονοπωλιακού κεφαλαίου να προσδεθεί ο πληθυσμός όσο το δυνατό πιο αποφασιστικά κάτω από τη δική του πολεμική σημαία και να συγκεντρωθεί όσο πιο ενθουσιασμένα γινόταν.

Ήδη το 1891 τα κοντσέρν της βαριάς βιομηχανίας στην περιοχή της Ρηνανίας με πρωτοβουλία του μετέπειτα προέδρου του διευθυντηρίου της βιομηχανίας Krupp, Alfred Hugenberg, μαζί με τον ενδιαφερόμενο των επεκτατικών κύκλων του εμπορικού κεφαλαίου και τιμημένου σαν εθνικού ήρωα «πιονιέρου των αποικιών» και σφαγέα στη Γερμανική Ανατολική Αφρική Carl Peters, ίδρυσαν έναν Σύνδεσμο για τη προώθηση της σκέψης των γερμανικών επεκτατικών συμφερόντων στην Ευρώπη και πέρα απ΄ αυτή, καθώς και για την προπαγάνδιση των δικών τους προγραμμάτων για επεκτατισμό: τον «Παγγερμανικό Σύνδεσμο». Στις γραμμές του όφειλαν να οργανωθούν πριν απ΄ όλα οι λεγόμενοι «πολλαπλασιαστές» -καθηγητές πανεπιστημίων, δάσκαλοι, παπάδες (κατά προτίμηση προτεστάντες) και δημοσιογράφοι– ώστε μέσω αυτών να διαδοθεί η «παγγερμανική» συνείδηση και η ιμπεριαλιστική βούληση της διεστραμμένης «εθνικής σκέψης» για κατάκτηση του κόσμου σε πλατιά στρώματα του λαού.

Ο μέχρι τότε αστικο-φιλελεύθερος εθνικισμός ή φιλελεύθερος πατριωτισμός είχε την ανάγκη μιας διόρθωσης ενόψει των επεκτατικών συμφερόντων του μονοπωλιακού κεφαλαίου: Έπρεπε να μετατραπεί σε ιμπεριαλιστικό εθνικισμό. Ποια ήταν η διαφορά μεταξύ της εθνικής σκέψης του παλιού φιλελευθερισμού με τον ιμπεριαλιστικό εθνικισμό;

Αυτή βρισκόταν στο ότι η εθνική σκέψη του προϊμπεριαλιστικού φιλελευθερισμού, όπως και του προγενέστερου φιλελευθερισμού συνολικά, ήταν συνδεδεμένη με την σκέψη περί ισότητας από την περίοδο της Αναγέννησης και ότι απαιτούνταν η γερμανική ένωση του Ράιχ κατά την διάρκεια του πρώτου μισού του 19ου αιώνα από τους περισσότερους φιλελεύθερους πατριώτες, στο όνομα του ότι σε κάθε έθνος αντιστοιχεί κατά κάποιο τρόπο το φυσικό δίκαιο να έχει το δικό του κράτος. Τώρα όμως χρειαζόταν ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή μια εθνική σκέψη από την οποία θα συνάγεται το «δίκαιο» του ιδίου έθνους στη βάση της εξουδετέρωσης της κρατικής οντότητας των άλλων εθνών και της πολιτικής τους κυριαρχίας. Ένας από τους πρωτεργάτες αυτής της σκέψης, ο Friedrich Naumann, το 1908, σε μια έκθεσή του με τίτλο «Το ιδεώδες της ελευθερίας», έγραφε μεταξύ άλλων, ότι δεν υπάρχει αιώνιο δίκαιο του να διοικείται κανείς από τους συμπολίτες του και ότι η ιστορία αποφάσισε να υπάρχουν ηγεμονευόμενα έθνη και τέτοια που πρέπει να ηγεμονεύουν.

Αν η πάλη του παλιού φιλελευθερισμού και του φιλελεύθερου εθνικισμού για την ενότητα του έθνους ήταν ακόμη μια πάλη ενάντια στην κυριαρχία των φεουδαρχών και υπέρ των αστικών –αυτό σήμαινε όμως κάποτε αντικειμενικά: διεύρυνση των γενικών δικαιωμάτων περί ελευθερίας-, τώρα η πολιτική κατάσταση του ιμπεριαλιστικού μεγάλου κεφαλαίου απαιτούσε έναν εθνικισμό ο οποίος δεν θα δικαιολογούσε τη διεύρυνση των ελευθεριών, αλλά την αξίωση για πολιτική υποταγή, εθνική «ενότητα θέλησης» και προσήλωση σε μια «κοινή εθνική υπόθεση» του επεκτατισμού, συνδυάζοντάς τα με μια ταυτόχρονη πολιτική κριτική ενάντια σ΄ εκείνους που δεν τα αποδέχονταν, στιγματίζοντάς τους σαν «εχθρούς της πατρίδας». Έτσι ο εθνικισμός προσέλαβε μια καταδοτική–αντιδημοκρατική λειτουργία και κατεύθυνση και σχηματίστηκε σαν μια βασική ιδεολογία ενάντια στους σοσιαλιστές (σ.σ. υπενθυμίζουμε ότι δεν είχε λάβει χώρα ακόμη το μεγάλο σχίσμα μέσα στο εργατικό κίνημα) και τους παλιούς φιλελεύθερους.

Πως όμως η πολιτική του παλιού φιλελευθερισμού για ένα «συμπαγές έθνος» περιέπεσε τώρα στην υποψία της εθνικής απερισκεψίας, αν όχι της εχθρότητας ενάντια στην πατρίδα; Με ποιο τρόπο εμφανίστηκε σαν νόμιμη η αξίωση για κυριαρχία πάνω σε άλλους λαούς, ώστε να επιδράσει ιδεολογικά πάνω στις μάζες; Εδώ ακριβώς αρχίζουν τα προβλήματα.

Για να διεισδύσουμε στον πυρήνα της φασιστικής ιδεολογίας, είναι πλέον ανάγκη η μέχρι τώρα πορεία της ανάλυσης να στραφεί σε άλλη κατεύθυνση. Αφετηριακή βάση γι αυτό αποτελεί η έννοια του βιολογικού ντετερμινισμού.

***

5. Βιολογικός ντετερμινισμός

Οι απαρχές του τρόπου θεώρησης του βιολογικού ντετερμινισμού ή αλλιώς βιολογισμού, βρίσκονται ήδη στα έργα του Πλάτωνα «Πολιτεία» και «Νόμοι», καθώς και μετέπειτα στην αριστοκρατική αντίληψη ότι στη δοσμένη από τον θεό κοσμική τάξη, η κοινωνική ανισότητα των ανθρώπων στη φεουδαρχία, προκύπτει από τη γέννησή τους ακόμη, αιτιολογώντας έτσι την κοινωνική θέση και την ιεραρχία.

Η ιδέα του βιολογικού ντετερμινισμού (με σύγχρονους όρους) μπορεί να διατυπωθεί ως εξής. Η πειραματική λογική θέτει σε όλες τις επιστήμες τον ίδιο στόχο. Ο πειραματιστής θέλει να καταλήξει στον ντετερμινισμό, δηλαδή ψάχνει μέσω της λογικής ακολουθίας και του πειράματος τη σχέση των φυσικών διαδικασιών με τις αιτίες που τις γέννησαν ή, –για να εκφραστούμε διαφορετικά–, τις αμέσως επόμενες αιτίες τους. Με τον τρόπο αυτό βρίσκει ένα νόμο ο οποίος του δίνει τη δυνατότητα να κυριαρχήσει πάνω στη διαδικασία. Ολόκληρο το πρόβλημα της πειραματικής έρευνας ανάγεται πάνω στην πρόβλεψη και τον έλεγχο των φαινομένων. Για να φθάσει κανείς σε μια ντετερμινιστική κατανόηση των βιολογικών φαινομένων, πρέπει τα σύνθετα φαινόμενα να αναχθούν σε απλά. Η αναλυτική μέθοδος διαιρεί βαθμιαία τα σύνθετα φαινόμενα σε όλο και πιο απλά, μέχρι, αν είναι δυνατό, να αναχθούν σε δύο στοιχειώδεις συνθήκες. Με το να ακολουθούν οι βιολόγοι αυτό τον αναλυτικό δρόμο, προσπαθούν, να ανάγουν όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του σύνθετου οργανισμού από το ρόλο συγκεκριμένων οργάνων και δραστηριοτήτων αυτών των οργάνων και από δω πάλι να κάνουν αναγωγή πάνω στις ιδιότητες των μερών των οργάνων ή των ιστών των οργανισμών. Από δω όμως, επιχειρηματολογούν oι οπαδοί του βιολογικού ντετερμινισμού, δεν πρέπει να αποφανθεί κανείς ότι έχει κατανοήσει όλο τον οργανισμό, αλλά μετά την ανάλυση θα έπρεπε ξανά να ανακατασκευαστούν τα ξεχωριστά βήματα και να ενοποιηθούν ξανά σε μια λειτουργική ενότητα. Μ’ αυτό τον τρόπο ο ζωντανός οργανισμός θα μπορούσε να κατανοηθεί σε αντιστοιχία με τη μηχανική σαν μια μηχανή, της οποίας οι λειτουργίες προσδιορίζονται αναγκαία μέσω των φυσικο-χημικών ιδιοτήτων των συστατικών τους μερών.

Ο βιολογισμός είναι παραπέρα ένα κοινωνιολογικό και ιστορικο-φιλοσοφικό ρεύμα, το οποίο εξετάζει το κράτος και την κοινωνία ανάλογα με τον ανθρώπινο οργανισμό και ισχυρίζεται ότι το κράτος και η κοινωνία στην εξέλιξή τους ακολουθούν ιδιαίτερα τους βιολογικούς νόμους. Η έννοια βιολογισμός χρησιμοποιείται επίσης όταν οι παρατηρήσεις που γίνονται από τον κόσμο των ζώων και φυτών, μεταφέρονται πάνω στην ανθρώπινη κοινωνία –για το λόγο αυτό η έννοια βιολογισμός διευρύνεται με την έννοια νατουραλισμός. Η κοινωνία, η κοινωνική τάξη (Ordnung), η οικολογική κρίση και ο δρόμος που οδηγεί στην έξοδο από αυτήν ερμηνεύονται βιολογιστικά/νατουραλιστικά: Ο στόχος της (πολιτικής) πρακτικής είναι σταθερά δοσμένος από τα έξω –από τη φύση, από το σύμπαν– παγιωμένος στα δεδομένα της φύσης, στους φυσικούς και κοσμικούς νόμους, οι οποίοι πρέπει απλά να αναγνωριστούν και με βάση αυτούς να συμμορφωθεί.

Ο βιολογισμός και ο νατουραλισμός δεν λαμβάνουν υπόψη τους ότι ο άνθρωπος σε αντίθεση με τα ζώα και τα φυτά είναι ικανός για αυτοαντανάκλαση, για αυτοκαθορισμό και για απελευθέρωση. Ο άνθρωπος έχει ελεύθερη βούληση και αποκτά την ταυτότητά του μέσω της εργασίας.

Ο Ζήσης Παπαδημητρίου στο βιβλίο του με τίτλο «Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός. Εισαγωγή στο φυλετικό μίσος» (ένα έργο εξαιρετικό για τα ελληνικά δεδομένα), δίνει συμπυκνωμένα την ουσία του βιολογικού ντετερμινισμού. Έτσι, σύμφωνα με τον Παπαδημητρίου, ο βιολογικός ντετερμινισμός ως ιδεολογία ισχυρίζεται ότι:

α) Οι διαφορές μεταξύ των ατόμων, ομάδων ή λαών όσον αφορά την κοινωνική θέση, τον πλούτο και την εξουσία οφείλονται κυρίως σε γενετικές διαφορές ως προς τις ικανότητές τους.

β) Η συμπεριφορά των ανθρώπων παρουσιάζει μια ομοιόμορφη βιολογική τάση, η οποία καθιστά αναγκαία την ιεραρχική διάρθρωση της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, βιολογικός ντετερμινισμός είναι το δόγμα σύμφωνα με το οποίο η ανθρώπινη υπόσταση καθορίζεται από το γενετικό υλικό των ατόμων. Κάθε ανθρώπινη κοινωνία ρυθμίζεται από μια ντετερμινιστική αλυσίδα, η οποία καθορίζει τη συμπεριφορά τόσο των μεμονωμένων ατόμων όσο και του συνόλου. Σύμφωνα με τους οπαδούς του μία κοινωνία είναι μόνον τότε καλή όταν συνάδει με την ανθρώπινη φύση, η οποία, όπως ισχυρίζονται, εδράζεται στην ανισότητα και τον ανταγωνισμό.

Ο βιολογικός ντετερμινισμός από την Αρχαιότητα ακόμη υπήρξε υποστηρικτής του κοινωνικού status quo, και έτσι παρέμεινε μέχρι σήμερα. Το ερώτημα που τώρα προκύπτει είναι: Με ποιόν τρόπο έγινε η μετάβαση απ’ τις βιολογικές στις κοινωνικές επιστήμες;

***

6. Η μετάβαση από τις βιολογικές στις κοινωνικές επιστήμες

Ο Auguste Comte τεκμηριώνει το σύστημα της κοινωνιολογίας του με μια σχετική αυτο-υπερτίμηση, παρουσιάζοντας την κοινωνιολογία σαν την βασική διευθύνουσα επιστήμη για την μελλοντική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Παράλληλα βλέπει στη χημεία και στη βιολογία μια βάση για την κοινωνιολογία. Η βιολογία ως επιστήμη των ζωντανών οργανισμών γίνεται γι αυτόν το αντικειμενικό και μεθοδολογικό σημείο αναφοράς για τη νέα επιστήμη της κοινωνιολογίας. Ο Comte παίρνει απ’ τη βιολογία την αντίληψη που αφορά στον οργανισμό και ερμηνεύει την κοινωνία σαν ένα συλλογικό οργανισμό. Οι αντιλήψεις αυτές επικρατούν στην ανάπτυξη των ανθρωπιστικών επιστημών κατά τον 19ο αιώνα.

Στην ενίσχυση αυτών των αντιλήψεων συνεισφέρει κυρίως το έργο του Darwin (Δαρβίνου) «Η καταγωγή των ειδών» (1859), στο οποίο διατυπώνεται η βιολογική θεωρία της εξέλιξης. Η εμπειρική σαφήνεια και λογική της βρίσκει επίσης μεγάλη απήχηση και έξω απ’ τις φυσικές επιστήμες. Ο συνδυασμός της κοινωνικο-επιστημονικής σκέψης και της βιολογίας εμφανίζεται σαν ένα πολλά υποσχόμενο επιστημονικό και πολιτικό ξεκίνημα. Με την κοινωνική φιλοσοφία του Herbert Spencer γεννιέται η πρώτη θεωρία του κοινωνικού δαρβινισμού, και έτσι το «δικαίωμα του ισχυρού» στην κοινωνία. Κατά τον Spencer (1872), το να βοηθιούνται οι αδύνατοι κατά την αναπαραγωγή, σημαίνει πρακτικά ότι τροφοδοτούμε με έναν ύπουλο τρόπο τους απογόνους μας με μια ορδή από εχθρούς.

Με την θεωρία της εξέλιξης συνδέονται οι παρακάτω συλλογισμοί:

1. Η υπόθεση σύμφωνα με την ενυπάρχουσα λογική της προοδευτικής εξέλιξης της φύσης, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται ο άνθρωπος, στην οποία όμως υπόκειται και αυτός ο ίδιος. Υπάρχουν διαδικασίες οι οποίες λαμβάνουν χώρα πέραν της ατομικής ανθρώπινης συνείδησης. Όχι τελευταία, επειδή η θεωρία του Darwin χαρακτηρίστηκε σαν προσβολή της ανθρωπότητας. Όχι μόνο επειδή λέει ότι ο άνθρωπος και ο πίθηκος έχουν έναν κοινό πρόγονο, αλλά και επειδή παρουσιάζει μια ντετερμινιστική εικόνα της ανθρώπινης εξέλιξης, πάνω απ’ όλα της ιστορίας της φύσης[2]. Η διαφώτιση εδώ δεν αποτελεί πλέον μια αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων καταπίεσης, αλλά κατανόηση και ταυτόχρονη αναγνώριση της λογικής της «φύσης».

2. Ένα παραπέρα στοιχείο το οποίο παίζει κεντρικό ρόλο στη θεωρία του Darwin, είναι η υπόθεση της προσαρμογής των οργανισμών στο φυσικό τους περιβάλλον. Σύμφωνα μ’ αυτήν, στο προτσές της εξέλιξης λαμβάνει χώρα μια μορφή επιλογής, η οποία ευνοεί τους εκάστοτε ζώντες οργανισμούς οι οποίοι προσαρμόζονται στο περιβάλλον τους στη πάλη για την ύπαρξή τους. Αυτή η προσεκτικά και διαφοροποιημένα παρουσιαζόμενη θέση απ’ τον Darwin, μεταφέρθηκε μολαταύτα πάνω στις κοινωνικές επιστήμες, ιδιαίτερα απ’ το πολιτικό κίνημα του λεγόμενου κοινωνικού δαρβινισμού.

3. Το μοντέλο εξέλιξης της φύσης προσέδωσε μια νέα ώθηση και μια συμπληρωματική δημοσιότητα κατά τον 19ο αιώνα, ιδιαίτερα των ιστορικο-φιλοσοφικών καπηλεύσεων του γερμανικού ιδεαλισμού με έναν υλιστικό μανδύα, προωθώντας ταυτόχρονα ρατσιστικές θεωρητικές κατασκευές της ιστορίας στις οποίες γίνεται λόγος για μια «αιώνια πάλη» των φυλών, της οποίας η «τελική έκβαση» θα ήταν δυνατή ακόμη και σήμερα. Κοντολογίς, η δαρβινική θεωρία της εξέλιξης ερμηνεύτηκε ρατσιστικά με την έννοια του ευρωκεντρικού κοσμοειδώλου.

4. Το ότι η θεωρία της εξέλιξης έγινε δυνατό να μεταφερθεί τόσο εύκολα πάνω στη κοινωνία και να αποκτήσει τόσο πολλούς οπαδούς, οφειλόταν επίσης στο ότι μπόρεσε να χρησιμοποιηθεί για τη δικαιολόγηση της κυριαρχίας της αστικής τάξης και τη νομιμοποίηση της ανισότητας. Η τελευταία προβάλλεται σαν δικαιολογημένη, γιατί σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, οι αστοί κατέχουν τις ηγετικές θέσεις στη κοινωνία δικαιολογημένα, επειδή στη βάση των ιδιαίτερων (βιολογικών) ποιοτήτων τους είναι προορισμένοι να προωθούν τη γενική πρόοδο. Και ίσως ακόμη περισσότερο για την κοινωνία στο εσωτερικό της, η θέση αυτή συνεισέφερε στα πλαίσια του ιμπεριαλισμού για τη νομιμοποίηση της καταπίεσης και εκμετάλλευσης των φαινομενικά λιγότερο αναπτυγμένων φυλών.

5. Με τη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης συνδέεται παραπέρα ένα ερμηνευτικό μοντέλο το οποίο εφαρμόστηκε αρκετά καλά πάνω στη κοινωνία και του οποίου έκαναν συχνή χρήση πολλοί κοινωνιολόγοι τον 19ο αιώνα, χωρίς να βλέπουν ότι η κοινωνιολογία σε τελική ανάλυση ανάγεται σ’ έναν βιολογικό ντετερμινισμό αν εφαρμοστεί πάνω σε κοινωνικά φαινόμενα: Με την ιδέα των εξελικτικών (βιολογικών) νόμων, ο κώδικας των οποίων είναι κρυπτογραφημένος μέσα στα γονίδια και την αντίληψη της επιβίωσης του «ισχυρότερου», αυξάνεται η επιρροή της ευγονικής, δηλαδή μια βελτίωση της ανθρώπινης φυλής μέσω γενετικής ρύθμισης του πληθυσμού. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, καθήκον των κοινωνικών επιστημών είναι να ερευνούν τις καλύτερα δυνατές κοινωνικές προϋποθέσεις για μια ευγονική πολιτική. Αυτή η πρώιμη κοινωνικο-βιολογική αντίληψη συνέπεσε με μια οικονομικο-πολιτική κρίση στην οποία φαινόταν ότι έτσι προσφέρεται μια εύκολη λύση για το ξεπέρασμα υπαρκτών προβλημάτων.

***

7. Ευγονική

Μια απ’ τις πολύ παλιές ευγονικές ουτοπίες βρίσκουμε ήδη στην αρχαία Ελλάδα, στο έργο του Πλάτωνα «Πολιτεία». Ξεκινώντας απ’ την πεποίθηση ότι το καλύτερο κράτος είναι αυτό στο οποίο κατέχουν την κυριαρχία οι πιο καλοί, ο Πλάτωνας στο βασικό πολιτικό έργο του κάνει αναλυτικά σκέψεις υπέρ της φυλετικής επιλογής της συγκεκριμένης τάξης που πρόκειται να κυριαρχεί. Ο Πλάτωνας προσανατολίστηκε εμφανώς απ’ την ευγονική στρατηγική η οποία έβρισκε πρακτική εφαρμογή στη Σπάρτη, την οποία του παρουσίασε ο θείος του Κριτίας ως πρότυπο.

Οι άνθρωποι κατά τον Πλάτωνα πρέπει να είναι χωρισμένοι αυστηρά σε τρεις τάξεις: τους φιλόσοφους, που θα κυβερνούν το κράτος, τους φύλακες, που θα το υπερασπίζονται, και τους εργάτες και αγρότες, που κύρια λειτουργία τους θα είναι να εφοδιάζουν τις άλλες τάξεις με τροφή, ρούχα, όπλα, σπίτια κτλ. Τις γυναίκες ηλικίας 20 έως 40 ετών οι άρχοντες πρέπει να τις ζευγαρώνουν ανά κατάλληλα χρονικά διαστήματα, με άνδρες από 25 έως 55 χρονών. Τα παιδιά που γεννιούνται απ’ αυτές τις ενώσεις πρέπει να φροντίζονται και ν’ ανατρέφονται σε κρατικά ιδρύματα, χωρίς να γνωρίζουν πατέρα και μητέρα. Οι γυναίκες κάτω των 20 χρονών και οι άνδρες πάνω από 55 χρονών πρέπει να έχουν το δικαίωμα της ελεύθερης συνουσίας. Αν μια γυναίκα μείνει έγκυος έπειτα από μια τέτοια συνεύρεση, πρέπει να κάνει έκτρωση ή να πάει το νεογέννητο σ’ ένα απόμερο μέρος και να το αφήσει εκεί να πεθάνει από την πείνα.

Οικογενειακή ζωή και συναισθηματικές σχέσεις, όπως η αγάπη για ένα μεμονωμένο άτομο, δεν έχουν θέση σ’ ένα τέτοιο κράτος. Σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις ένας παραστρατημένος γόνος της άρχουσας τάξης θα υποβιβάζεται στη μεσαία τάξη, και ένας προικισμένος βλαστός μιας από τις κατώτερες τάξεις θα προβιβάζεται στην αμέσως ανώτερη τάξη. Οι φιλόσοφοι και οι φύλακες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αναπαράγονται συχνότερα για να εξασφαλιστεί ένα ικανοποιητικό ποσοστό ανώτερων ατόμων.

Στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα γίνονται ήδη εμφανείς μερικές βασικές αρχές, οι οποίες μέχρι σήμερα καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την ευγονική σκέψη. Εδώ ανήκει πριν απ’ όλα η μεταφορά της ήδη δοκιμασμένης αρχής της επιλογής στην εκτροφή των ζώων, πάνω στην ανθρώπινη αναπαραγωγή. Η επιλογή αυτή πρέπει να γίνει απ’ τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές: Η πραγματοποίηση μιας ευγονικής στρατηγικής προϋποθέτει ένα «ισχυρό κράτος» το οποίο θα έχει την απόλυτη εξουσία, ώστε να μπορεί να επιβάλει τα συμφέροντα της «κοινωνίας» ή της «φυλής» ενάντια στα συμφέροντα των ατόμων (που τις περισσότερες φορές είναι αλληλοσυγκρουόμενα) , τα οποία θέλουν να καθορίζουν τα ίδια τη σεξουαλική τους ζωή. Σε σχέση με την ευγονική του 19ου και του 20ου αιώνα, ο Πλάτωνας φροντίζει μολαταύτα αποκλειστικά για την αναπαραγωγή της ελίτ. Η στρατηγική της εκτροφής που προτείνεται στο πλατωνικό κράτος είναι σχεδιασμένη μόνο για την ελίτ, όχι όμως για τις κατώτερες τάξεις.

Ο 19ος αιώνας συνδέεται με την πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια σκέψη της εκτροφής του ανθρώπου, της δίνει όμως μια μεγάλη τροπή: Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα εμφανίζεται η ευγονική με την αξίωση, να ερευνήσει συστηματικά τις δυνατότητες μιας ορθολογικής ρύθμισης της αναπαραγωγής του ανθρώπου και έτσι να κάνει πράξη τις ουτοπικές αντιλήψεις που είχαν ήδη εκφραστεί παλιότερα. Μια άμεση ιστορική συνέχεια όμως των αντιλήψεων του Πλάτωνα δεν υπάρχει, παρόλο που οι ευγονιστές συχνά επικαλούνταν την αρχαία Σπάρτη σαν παράδειγμα προς μίμηση, παρουσιάζοντας τον Πλάτωνα σαν πρόδρομο των πεποιθήσεών τους. Κυρίως όμως ιδρύεται μια πληθώρα από συλλόγους και περιοδικά, προσπαθώντας να πραγματοποιήσουν τις ιδέες τους μέσα στα πλαίσια λίγο ή πολύ φανταστικών σχεδίων και προγραμμάτων, σχηματίζοντας έτσι ένα κοινωνικό και πολιτικό κίνημα.

Αφετηριακή βάση της ευγονικής αποτελεί το πρόβλημα του εκφυλισμού. Η προφητεία ενός απειλούμενου «σωματικού εκφυλισμού» της πολιτισμένης ανθρωπότητας έπαιξε έναν κεντρικό ρόλο στο φόβο μπροστά στον εκφυλισμό, όπως γίνεται ήδη εμφανές στο έργο του Nietzsche. Ιστορική αιτία αυτού του φόβου ήταν η τελούμενη βιομηχανοποίηση κάτω απ’ τις συνθήκες του πρώιμου καπιταλισμού με τις οξείες συνέπειές της. Η συνάθροιση όλο και μεγαλύτερων ανθρώπινων μαζών στις πόλεις, οι πολύ άσχημες συνθήκες κατοικίας σ’ αυτές, η φτώχεια και οι απάνθρωπες συνθήκες εργασίας του βιομηχανικού προλεταριάτου, είχαν επιβαρυντικές επιπτώσεις πάνω στην υγεία μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού: Η βρεφική και παιδική θνησιμότητα στις πόλεις ήταν φοβερά υψηλή, η σωματική κατάσταση εκείνων οι οποίοι έπρεπε να δουλεύουν δώδεκα έως δεκατέσσερις ώρες τη μέρα κάτω από συνθήκες ανεπαρκούς διατροφής, άσχημων συνθηκών κατοικίας με καταστροφικές συνθήκες υγιεινής, ήδη απ’ την παιδική ηλικία, ήταν συχνά άθλιες. Κάτω απ’ την επιρροή της προόδου που επιτεύχθηκε στη θεωρία της εξέλιξης και της κληρονομικότητας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, από μια στενή επαγγελματική σκοπιά –πολλοί απ’ τους ευγονιστές ήταν γιατροί– και εγκλωβισμένοι μέσα σε πολιτικές και κοινωνικές προκαταλήψεις, οι ιστορικές και κοινωνικές αιτίες αυτής της εξέλιξης τέθηκαν στο περιθώριο. Ο εκφυλισμός εμφανίστηκε σαν μια καθαρά βιολογική διαδικασία.

Μια θεωρητική επιβεβαίωση απέκτησε αυτή η βιολογιστική ερμηνεία μέσω της δαρβινικής εξελικτικής θεωρίας, η οποία τότε βρισκόταν στη μόδα μέσα στους κύκλους της διανόησης, και έτσι το φαινόμενο του εκφυλισμού ανάχθηκε μέσω ενός απαγωγικού συμπεράσματος. Έτσι, αν (1) είναι σωστό, ότι η φυσική επιλογή είναι η αποφασιστική κινητήρια δύναμη της εξελικτικής προόδου, αν (2) αληθεύει ότι ο φυσικός μηχανισμός της επιλογής δεν επιδρά στην ανθρώπινη κοινωνία με τον ίδιο τρόπο όπως στη φυσική κατάσταση, ότι, πολύ περισσότερο, ένα μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων κατευθύνονται σε μια παράλυση ή μάλιστα και σε άρση της φυσικής επιλογής, τότε από δω προκύπτει (3), ότι η ανθρωπότητα δεν είναι δυνατό να προοδεύσει πολιτισμικά, αλλά θα εκφυλιστεί.

Η νέα γενιά των εξελικτικών βιολόγων εμφανίστηκε με την ιδέα να χρησιμοποιήσει πρακτικά τις ήδη γνωστές γνώσεις της θεωρίας της φυσικής επιλογής, με στόχο να σταματήσει ή ίσως μάλιστα και να αντιστρέψει τη διαδικασία εκφυλισμού. Ήδη στα μέσα της δεκαετίας του 1860 ο εξάδελφος και θαυμαστής του Darwin, Francis Galton, στον οποίο ανήκει και η πατρότητα του όρου «ευγονική» (1883), δημοσίευσε δοκίμια, για το πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί η ποιότητα της ανθρώπινης φυλής. Τα επόμενα χρόνια τις τελειοποίησε, προτείνοντας μέτρα για την αύξηση της ποιότητας της νοημοσύνης. Τη δεκαετία του 1890, εργασίες των Alfred Ploetz και Wilhelm Schallmayer στη Γερμανία, προώθησαν τέτοιου είδους σκέψεις στο χώρο των κοινωνικών επιστημών.

Ο πυρήνας της σκέψης της ευγονικής στρατηγικής βασίζεται στην προσπάθεια να παραβιαστεί το απαγωγικό συμπέρασμα που αναπτύχθηκε πιο πάνω, δηλαδή ο αιτιατός μηχανισμός του εκφυλισμού: Αν ο εκφυλισμός γεννιέται σαν αιτιατή συνέπεια της φυσικής επιλογής η οποία έχει αχρηστευθεί απ’ τον σύγχρονο πολιτισμό, τότε αυτή η φυσική επιλογή πρέπει να αντικατασταθεί από μια συνειδητά ρυθμιζόμενη τεχνητή επιλογή. Η διαδικασία μιας τέτοιας τεχνητής επιλογής υλοποιείται ήδη εδώ και χιλιάδες χρόνια απ’ τον άνθρωπο με την εκτροφή ζώων και φυτών. Ας το δούμε με ένα παράδειγμα: Στην πρακτική της εκτροφής ο άνθρωπος επιλέγει από έναν πληθυσμό (π.χ. από ένα κοπάδι πρόβατα), εκείνα τα οποία είναι κοντύτερα στον στόχο εκτροφής του (π.χ. μαλλί), και επιτρέπει να αναπαραχθούν μόνο αυτά. Επαναλαμβανόμενη αυτή η διαδικασία για πολλές γενιές, η επιλογή αυτή επιδρά σε μια σταδιακά σωρευτική ενίσχυση του επιθυμητού χαρακτηριστικού. Η διαδικασία αυτή αποτελεί στη συνέχεια το πρότυπο του ευγονικού σχεδίου εκτροφής. Ο παραπέρα εκφυλισμός του ανθρώπινου είδους, θα έπρεπε σύμφωνα με την ευγονική να εμποδιστεί, αφενός με το να αποκλειστούν κληρονομικά τα «υποδεέστερα όντα» απ’ την αναπαραγωγή και έτσι να εμποδιστούν στη μετάδοση των κληρονομικών βλαβών στις επόμενες γενιές, και αφετέρου, τα άτομα με τα επιθυμητά κληρονομικά χαρακτηριστικά να ευνοηθούν, ώστε να αποκτήσουν όσο το δυνατό περισσότερους απογόνους.

Οι σκέψεις των ευγονιστών συγκεντρώνονται πάνω σε δύο ομάδες μέτρων: Αφενός στη ρύθμιση των γάμων, ανεξάρτητα απ’ το αν αυτοί έχουν γίνει με ελεύθερη βούληση ή μέσω ανταλλαγής πιστοποιητικών υγείας μεταξύ των ατόμων που θέλουν να παντρευτούν, στα οποία προηγουμένως θα διαπιστώνεται ιατρικά η ικανότητα αναπαραγωγής σύμφωνα με τα ευγονικά μέτρα. Αφετέρου με τη στείρωση εγκληματιών, πνευματικά ανάπηρων, τυφλών, κωφάλαλων και άλλων ατόμων που ισχύουν ως «υποδεέστερα όντα». Δίπλα σ’ αυτά τα μέτρα αποκλεισμού, τέθηκε στη συζήτηση και ένας κατάλογος κοινωνικο-πολιτικών ευνοϊκών μέτρων, με τα οποία θα έπρεπε να ενθαρρυνθούν οι υγιείς και οι «ικανοί» για μια ζωηρή αναπαραγωγή: π.χ. φορολογικές ελαφρύνσεις για πολυμελείς οικογένειες και μια βελτίωση μισθών των υψηλά ιστάμενων κρατικών υπαλλήλων, αξιωματικών και δασκάλων, ώστε να πολλαπλασιαστούν τα ιδιαίτερα πολύτιμα γενεαλογικά τους γονίδια.

Μια εκτεταμένη πραγματοποίηση των ευγονικών στρατηγικών δεν έλαβε χώρα ποτέ. Στο βαθμό όμως που υλοποιήθηκαν συγκεκριμένα τμήματα αυτής της στρατηγικής, δεν επρόκειτο για κοινωνικο-πολιτικά, αλλά για αυταρχικά συστατικά στοιχεία του ευγονικού προγράμματος: Ήδη το 1907 η πολιτεία της Ιντιάνα των ΗΠΑ ψήφισε τον πρώτο νόμο στείρωσης ανθρώπων με νοητική υστέρηση, ενώ στη συνέχεια ακολουθούν άλλες δεκαπέντε πολιτείες. Υπολογίζεται ότι από το 1910 έως το 1935 στειρώθηκαν στις ΗΠΑ περίπου 100.000 άτομα (σ.σ. δεν είναι τυχαίο ότι στη δίκη των γιατρών, που έλαβε χώρα μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι εγκληματίες Ναζί επικαλούνταν το γεγονός ότι στειρώσεις είχαν γίνει ήδη στις ΗΠΑ, χωρίς να τιμωρηθεί κανείς). Νόμοι αναγκαστικής στείρωσης ψήφισαν ακόμη  μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες όπως η Σουηδία, η Νορβηγία, η Δανία, η Φινλανδία, η Ελβετία, η Αυστρία και η Γαλλία. Στη ναζιστική Γερμανία τέλος, δομήθηκε ένα εκτενές σύστημα κρατικών μέτρων εξαναγκασμού, με σκοπό τη «διατήρηση της καθαρότητας της φυλής», με το οποίο αργότερα συνδέθηκε η μηχανή εξόντωσης των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Το αντικείμενο, η διαδικασία και το υποκείμενο της ευγονικής σήμερα έχουν αλλάξει κατά πολύ: (α) Τη βάση δεν αποτελεί πλέον η εικόνα του ανθρώπου σαν ενός μακροσκοπικού οργανισμού, αλλά μια βιοχημική μηχανή κατασκευασμένη από μοριακές δομές, της οποίας οι «παράμετροι» μπορούν να μεταβάλλονται σχεδόν κατά βούληση μέσω επιδέξιων επεμβάσεων, (β) η τεχνική διαδικασία δεν προσανατολίζεται πλέον στην πρακτική της εκτροφής ζώων και φυτών, αλλά στο μοντέλο της συνθετικής χημείας, (γ) στην αλλαγμένη έννοια της τεχνικής αντιστοιχεί μια άλλη εικόνα τεχνικών: παράδειγμα δεν αποτελεί πλέον ο εκτροφέας, ο οποίος αυξάνει τα χαρακτηριστικά ενός οργανισμού που βρίσκει ήδη έτοιμα, αλλά ο χημικός μηχανικός, ο οποίος από μια σειρά αρχικών υλικών συνθέτει ένα νέο υλικό, με τις συγκεκριμένες επιθυμητές ιδιότητες. Στη θέση της βιολογικής εξέλιξης εμφανίζεται η κατασκευή.

***

8. Φυλετική Υγιεινή

Στη Γερμανία η ευγονική συνδέθηκε ευθύς εξ’ αρχής με την πολιτική. Κύριος εκπρόσωπος της ευγονικής ήταν ο καθηγητής ιατρικής Alfred Ploetz, ο οποίος και εισήγαγε, αντί του ελληνικής προέλευσης όρου «ευγονική», τον όρο «φυλετική υγιεινή» στο έργο του «Η ικανότητα της φυλής μας και η προστασία των αδύναμων» (1895), δίνοντας έτσι έμφαση στη φυλετική διάσταση του ευγονικού εγχειρήματος. Κατά τον Ploetz, η αυξανόμενη προστασία των αδύναμων, απειλεί το γερμανικό λαό με εκφυλισμό. Εκτός από τον Ploetz, άλλα επιφανή στελέχη του ευγονικού κινήματος στη Γερμανία ήταν ο ανθρωπολόγος Eugen Fischer και ο βιολόγος Fritz Lenz. Προϊόν της σύνδεσης μεταξύ θεωρίας της κληρονομικότητας και ανθρωπολογίας, που προώθησε ο Fischer ήταν η «ανθρωποβιολογία». Όπως ο ίδιος αναφέρει, η επιστήμη της ανθρωποβιολογίας αποσκοπεί στη μελέτη της ανθρώπινης φύσης, για να καταγραφούν έτσι οι βασικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπινων «φυλών». Ο Lenz πάλι πίστευε ότι οι ταξικές διαφορές είναι «σε μεγάλο βαθμό» αποτέλεσμα της επίδρασης που ασκούν στις κοινωνικές σχέσεις οι βιολογικοί παράγοντες Η «βιολογικοποίηση» των κοινωνικών σχέσεων οδήγησε τελικά στη λογική της εξόντωσης των αδύνατων. Κύριο μέλημα της «φυλετικής υγιεινής» είναι κατά τον Lenz η προστασία και ενίσχυση των κληρονομικά προσδιορισμένων πνευματικών ικανοτήτων, από τις οποίες και εξαρτώνται σε τελευταία ανάλυση τα πολιτιστικά επιτεύγματα ενός λαού.

Ο Hitler κατά την περίοδο της φυλάκισής του στο Landsberg, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη φυλετική υγιεινή. Μεταξύ των άλλων με το έργο των Erwin Baur, Eugen Fischer και Fritz Lenz «Βασικές γραμμές της θεωρίας για την ανθρώπινη κληρονομικότητα και τη φυλετική υγιεινή», ιδιαίτερα με τον 2ο τόμο με τίτλο «Ανθρώπινη επιλογή και φυλετική υγιεινή» (1921) με συγγραφέα τον Lenz. Ιδέες αυτού του έργου προσλήφθηκαν από τον Hitler στο «Ο αγών μου» ενώ κάποιες παράγραφοι αντιγράφηκαν κατά λέξη.

Με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία έγινε προσπάθεια εφαρμογής αυτών των ιδεών για μια πληθυσμιακή πολιτική. Η «φυλετική υγιεινή» είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος. Έτσι κατά την περίοδο της ναζιστικής κυριαρχίας ιδρύονται «κοινότητες» με στόχο την αναπαραγωγή φυλετικά «ανώτερων ανθρώπων». Οι πιο γνωστές περιπτώσεις είναι ο «Σύνδεσμος Μίττγκαρτ» και οι αγροτικές κοινότητες «περιφραγμένες αυλές».

Στις 12 Δεκέμβρη του 1935 με απόφαση του αρχηγού των Ες Ες Heinrich Himmler, ιδρύεται στο Βερολίνο η οργάνωση «Πηγή Ζωής» (Lebensborn). Πίσω απ΄ αυτή τη λέξη κρύβονταν ουσιαστικά ιδρύματα για την ανατροφή μιας «άριας ελίτ». Μετά από μια λεπτομερή «φυλετική εξέταση», οι άνδρες και οι γυναίκες συνευρίσκονταν με σκοπό να κάνουν ένα «άριο παιδί». Οι άντρες τις περισσότερες φορές ανήκαν στους Ες Ες. Οι γυναίκες, με αλλαγμένο το όνομά τους ώστε να μένουν άγνωστες, μπορούσαν να μείνουν στο ίδρυμα κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης τους μέχρι και λίγες βδομάδες μετά τη γέννηση του παιδιού. Τα παιδιά μεγάλωναν στο ίδρυμα ή δίνονταν για υιοθέτηση. Στα γερμανικά ιδρύματα της «Πηγή Ζωής» μέχρι το τέλος του πολέμου γεννήθηκαν περίπου 8.000 παιδιά, ενώ στην κατεχόμενη Νορβηγία περί τα 12.000.

Κατά τον Hitler, πρώτιστο καθήκον του κράτους είναι η εξασφάλιση της «φυλετικής» καθαρότητας του λαού. Για το σκοπό αυτό το ναζιστικό κόμμα (NSDAP) επεξεργάστηκε και ψήφισε, αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας, μια σειρά από νόμους, και συγκεκριμένα: (α) το νόμο «περί αποφυγής απογόνων με κληρονομικές ασθένειες», το 1933, (β) το νόμο «περί επικίνδυνων καθ’ έξιν εγκληματιών», το 1934, (γ) το νόμο «περί ομογενοποίησης του συστήματος υγείας», το 1934, (δ) το νόμο «περί προστασίας του γερμανικού αίματος και της γερμανικής τιμής» και (ε) το νόμο «περί προστασίας της κληρονομικής υγείας του γερμανικού λαού», το 1935. Οι δυό τελευταίοι νόμοι είναι γνωστοί και σαν «Νόμοι της Νυρεμβέργης» επειδή ψηφίστηκαν (ομόφωνα) στο 7ο Συνέδριο του ναζιστικού κόμματος (NSDAP) στις 15 Σεπτέμβρη του 1935 στην πόλη Νυρεμβέργη.

Σύμφωνα με τους νόμους αυτούς, μεταξύ των άλλων, στειρώθηκαν 400.000 άνθρωποι, ενώ περίπου 60.000 επιπλέον ήταν εκείνοι στην Αυστρία. Σήμερα πολλοί ερευνητές κάνουν λόγο για συνολικά πάνω από μισό εκατομμύριο. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 1% των Γερμανών που βρίσκονταν σε ηλικία αναπαραγωγής.

Στα πλαίσια επίσης του «Προγράμματος Ευθανασίας» οι Ναζί προετοίμασαν συστηματικά τον θάνατο διανοητικά ανάπηρων και άλλων «ανεπιθύμητων στοιχείων», ανάμεσά τους και πολλές χιλιάδες παιδιά. Οι άρρωστοι μεταφέρονταν κατά κανόνα σε ιδρύματα και θανατώνονταν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα: στην αρχή με ενέσεις και μετέπειτα σε θαλάμους αερίων με μονοξείδιο του άνθρακα. Τα πτώματα καίγονταν σε φούρνους με την αιτιολογία ότι υπάρχει κίνδυνος επιδημίας. Θανατώνονταν επίσης και άρρωστοι με χρόνιες παθήσεις, κυρίως με φυματίωση, αρτηριοσκλήρωση και καρκίνο. Οι νεκροί ανέρχονται περίπου στους 120.000. Από το φθινόπωρο του 1941 ξεκινά η «επιχείρηση 14f13» γνωστή και ως «επιχείρηση αναπήρων», επειδή επεκτάθηκε κυρίως σε άτομα τα οποία χαρακτηρίστηκαν χωρίς καμιά εξέταση ως «ανάπηροι», και αφορούσε σε φυλακισμένους των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι νεκροί απ’ αυτή την «επιχείρηση» υπολογίζονται από 10.000 έως 20.000 (ακριβή στοιχεία δεν υπάρχουν επειδή οι Ναζί κατέστρεψαν τα περισσότερα αρχεία). Το μεγαλύτερο τεχνικό και ιατρικό προσωπικό καθώς και η χρησιμοποιούμενη τεχνογνωσία μεταφέρθηκαν λίγο αργότερα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, απ’ όπου ξεκίνησε η μαζική εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων.

Στη ναζιστική «φυλετική υγιεινή» ανήκουν επίσης και τα πειράματα που έγιναν σε ανθρώπους, τα οποία έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου σε μια σειρά στρατόπεδα συγκέντρωσης, όσο επίσης και έξω από αυτά. Θύματα υπήρξαν κυρίως Εβραίοι, Σίντι και Ρομά, σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου και γυναίκες. Στα πειράματα αυτά έλαβαν μέρος περίπου 350 γιατροί.

Μερικά από τα ανθρωπο-πειράματα: ενέσεις που προκαλούσαν ηπατίτιδα, κίτρινο πυρετό ή φυματίωση˙ πρόκληση φλεγμονών ή σηψαιμίας˙ μεταμόσχευση οστών˙ θανάτωση και στη συνέχεια συλλογή σκελετών˙ εισαγωγή στη μήτρα καυστικών ουσιών χωρίς νάρκωση σε πειράματα στείρωσης˙ στείρωση με ακτίνες Ρέντγκεν˙ πειράματα με εισπνοή δηλητηριωδών αερίων˙ πειράματα υποσιτισμού˙ κάψιμο του δέρματος και αφαίρεσή του˙ πτώση από αεροπλάνο από 7.000 έως 12.000 μέτρα ύψος˙ πειράματα σε θαλάμους υποπίεσης˙ πειράματα για πολλές ώρες στο νερό σε θερμοκρασίες που πλησιάζουν τους 0ο C˙ πειράματα στέρησης πόσιμου νερού ή πόση με θαλασσινό νερό˙ πειράματα με ηλεκτροσόκ˙ αφαίρεση και συλλογή ματιών από διδύμους˙ αφαίρεση νωτιαίου μυελού˙ αφαίρεση και συλλογή εμβρύων από έγκυες γυναίκες˙ πειράματα σε νάνους…

***

9. Ο μύθος περί «άριας φυλής»

Ένα ακόμη στοιχείο που θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά τη διαμόρφωση της ναζιστικής ιδεολογίας είναι και ο μύθος περί «άριας φυλής». Η έννοια «Άριος» αποτελεί μια ψευδοεπιστημονική αντίληψη η οποία μορφοποιήθηκε μέσω των ρατσιστικών θεωριών του 19ου αιώνα και σχηματίζει μια από τις κεντρικές κατηγορίες της λαϊκής (völkisch) ιδεολογίας του ρατσισμού, του αντισημιτισμού και επομένως του ναζισμού. Κάτω από την κυριαρχία του ναζισμού το 1933 η έννοια «Άριος» στόχευε στον αποκλεισμό των «μη Άριων», - κατ΄ αρχή των Εβραίων -, απ΄ τη δημόσια ζωή εξαιτίας του «ξένου αίματός» τους και του «σημιτικού χαρακτήρα» τους. Ήδη μέχρι το 1935 χρησιμοποιούνταν στη ναζιστική προπαγάνδα, όχι όμως και στα νομικά κείμενα. Μετά την ψήφιση των «Νόμων της Νυρεμβέργης», σύμφωνα με τους οποίους οι Εβραίοι έχαναν ολοκληρωτικά τα δικαιώματά τους, ενώ τους απαγορευόταν κάθε σεξουαλική πράξη με τους μη Εβραίους, επομένως και τη σύναψη γάμων με αυτούς, οι Γερμανοί μη Εβραίοι δεν αποκαλούνταν πλέον «Άριοι» αλλά «γερμανοαίματοι» (deutschblütig).

Πως όμως προέκυψε αυτός ο μύθος; Εθνολογικά γινόταν λόγος (εικασίες) για κάποιον αρχαίο νομαδικό λαό των «Αρίων» -στην αρχή όμως εντελώς ουδέτερα– ο οποίος ζούσε στην περιοχή του Καυκάσου και στη συνέχεια μετανάστευσε στην Ευρώπη. Η υπόθεση περί ύπαρξης όμως ενός τέτοιου λαού δεν έχει αποδειχτεί. Αυτό όμως που είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο, είναι μια μετανάστευση αρχαίων λαών από την περιοχή του Καυκάσου κατά την εποχή του μπρούτζου (περίπου κατά το 1500 έως 1200 π. Χ.) προς τη βόρεια Ινδία και το Ιράν. Η θέση επίσης που προβάλλεται συχνά, ότι υπήρξε μια «ινδοευρωπαϊκή» μετανάστευση λαών προς την Ευρώπη, δεν έχει επίσης αποδειχτεί. Με λίγα λόγια δεν έχει αποδειχτεί ότι υπάρχει κάποια γενετική συγγένεια μεταξύ των νομάδων του Καυκάσου με τους σημερινούς Ευρωπαίους. Πέρα απ΄ αυτό, μια τέτοια θέση είναι και εντελώς άσχετη για τη σημερινή κοινωνία.

Ένα κεντρικό ρόλο στο σχηματισμό αυτής της ιδεολογίας έπαιξαν αποκρυφιστές ρατσιστές καθώς και η θεοσοφία –μια θρησκεία του αποκρυφισμού η οποία στηρίχτηκε σε μύθους της Ανατολής και του Μεσαίωνα και η οποία υποστήριζε ότι η ανθρωπότητα θα πρεπε να επεξεργαστεί εκ νέου τις «σοφίες των Αρίων». Η αντίληψη για μια ανωτερότητα των «Αρίων» (οι οποίοι υποτίθεται ότι κατάγονται από την Ατλαντίδα –η ύπαρξη της οποίας επίσης δεν έχει αποδειχτεί και που για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Πλάτωνα)[3], συνενώνεται με έναν ήδη ρατσιστικό σκοταδισμό, ο οποίος μολαταύτα δεν είχε ακόμη λάβει την επιθετικά πολεμική του τροπή. Έννοιες όμως της θεοσοφικής φυλετικής ιδεολογίας συμπεριλήφθηκαν στη ναζιστική ιδεολογία. Σ΄ αυτήν συνενώθηκαν αντιλήψεις απ΄ το θεοσοφικό σκοταδιστικό κύκλο, τη λεγόμενη «αριοσοφία» του Guido von List και του Jörg Lanz von Liebenfels (οι οποίες επηρέασαν το γραπτό του Hitler «Ο αγών μου»), με τον ρατσισμό του Gobineau και του Chamberlain. Η αριοσοφία βασίζεται πάνω στην αντίληψη, ότι σε μια προϊστορική εποχή υπήρξε μια «Χρυσή Εποχή» -όπως ισχυρίζεται-, στην οποία η άρια φυλή ήταν ακόμη «καθαρή», και ότι καθοδηγούνταν από σοφούς ιερείς. Αυτός ο ιδεατός κόσμος καταστράφηκε μέσω της ανάμιξης των φυλών, και ότι εδώ οφείλονται οι αιτίες για τους πολέμους, τα οικονομικά προβλήματα και την πολιτική ανασφάλεια. Για να αντιδράσουν σ΄ αυτή τη κατάσταση οι αριόσοφοι ίδρυσαν μυστικά θρησκευτικά τάγματα, με στόχο να αποκτήσουν ξανά τη χαμένη αποκρυφική γνώση, να ανανεώσουν τις ρατσιστικές αρετές των Γερμανών (Germanen) και να δημιουργήσουν ένα νέο παγγερμανικό Ράιχ.

Από αυτά που ήδη εκθέσαμε, προέκυψε εν συντομία το παρακάτω εκρηκτικό μίγμα: Από μια ανώτερη «αρχαία άρια φυλή» η οποία αποτελούνταν από γνήσιους «αποδοτικούς ανθρώπους» και «φορείς της κουλτούρας», «ξανθοί» και «γαλανομάτες», αναπτύχθηκε στη βόρεια Ευρώπη ένας «βόρειος» λαός κυρίων. Γενετικά, -υποστηρίζει παραπέρα η ναζιστική ιδεολογία– τις ανώτερες αυτές ιδιότητες τις κληρονόμησαν κυρίως οι Γερμανοί, οι οποίοι γι΄ αυτό το λόγο καλούνται να καταστρέψουν την «σημιτική» «εβραϊκή αντιφυλή» και να υποδουλώσουν τις «σλαβικές κατώτερες φυλές». Αυτή η ιδιαίτερα επικίνδυνη αντίληψη υπήρξε ένα από τα συστατικά στοιχεία του ιδεολογικού πυρήνα των Ες Ες και έδωσε έτσι μια «τεκμηρίωση» για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας με το ολοκαύτωμα. Στο όνομα της «καθαρότητας της φυλής» ο ναζισμός ξεκίνησε ένα πρόγραμμα εξόντωσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες και ταυτόχρονα ένα κρατικό πρόγραμμα «εκτροφής» για ξανθούς και γαλανομάτες κατάλληλο για επιλεγμένους άντρες των Ες Ες (βλέπε: οργάνωση «Πηγή Ζωής»). Τα προγράμματα αυτά στον γενετικό τους παραλογισμό υπερβαίνουν κάθε βαρβαρότητα. (σ.σ. Οι ιδιότητες «ξανθός» και «γαλανομάτης» κληρονομούνται επικαλυπτόμενα, δηλαδή πρόκειται για το χαρακτηριστικό ενός ζωντανού οργανισμού, η αποτύπωση του οποίου μπορεί να επικαλυφθεί/ατονήσει από ένα άλλο χαρακτηριστικό. Αυτό σημαίνει ότι μια ομάδα «βορείων» ανθρώπων η οποία εκτρέφεται σύμφωνα με τις οδηγίες των Ες Ες, θα ήταν αποτέλεσμα μιας τάσης πληθυσμιακής αύξησης από αιμομιξία και επομένως προκαθορισμένη για κληρονομικές ασθένειες!). Παρόλα αυτά μέχρι σήμερα, νεοναζιστικές οργανώσεις στη Γερμανία, όπως αυτή του Jürgen Riegers «Artgemeinschaft» ή η «Aryan Nation» στις ΗΠΑ, εξακολουθούν να προπαγανδίζουν αυτές τις ανοησίες.

Μια άλλη πρακτική της ναζιστικής ιδεολογίας σχετιζόμενη με τον μύθο περί «άριας φυλής» ήταν το «Πιστοποιητικό του Άριου» («Ariennachweis ή «Arienschein»). Το πιστοποιητικό αυτό ζητούνταν από τις κρατικές και κυβερνητικές υπηρεσίες και από συγκεκριμένες ομάδες, ιδιαίτερα τους δημοσίους υπαλλήλους, γιατρούς, νομικούς, πανεπιστημιακούς δασκάλους, οι οποίοι έπρεπε να αποδείξουν ότι έχουν μια «καθαρά άρια καταγωγή». Με το πιστοποιητικό αυτό γινόταν και ο διαχωρισμός των «μη Άριων», κυρίως Εβραίων και Σίντι και Ρομά, από τους οποίους αφαιρούνταν τα αστικά τους δικαιώματα και έφτανε μέχρι το διωγμό, τη γκετοποίηση και την κρατικά οργανωμένη μαζική εξόντωσή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. «Πιστοποιητικό Άριου» ζητούσαν επίσης επαγγελματικοί σύλλογοι, πολλές επιχειρήσεις και ένα τμήμα των εκκλησιών σαν προϋπόθεση για εύρεση εργασίας καθώς και το ναζιστικό κόμμα (NSDAP) για την πρόσληψη κάποιου σαν μέλος.

Υπήρχαν δυό ειδών πιστοποιητικά: Το «μικρό» και το «μεγάλο πιστοποιητικό Άριου». Με το «μικρό» πιστοποιητικό έπρεπε να αποδείξει κανείς ότι έχει γερμανική καταγωγή (απογόνους) η οποία έπρεπε να φθάνει μέχρι το 1800. Για τους αξιωματικούς των Ες Ες ίσχυε το «μεγάλο» πιστοποιητικό στο οποίο έπρεπε να αποδειχτεί η γερμανική καταγωγή τους που έφτανε μέχρι το 1750 (δηλ. πριν ακόμη την ίδρυση του γερμανικού κράτους!).

***

10. Κοινωνικός δαρβινισμός

Είναι ανάγκη όμως, αφήνοντας πίσω την πρακτική των ναζιστών, να πιάσουμε ξανά το νήμα που σταδιακά θα μας οδηγήσει στην καρδιά της ναζιστικής ιδεολογίας.

Η αχαλίνωτη θέληση για εξουσία της ιμπεριαλιστικής μεγαλοαστικής τάξης είχε προ πολλού δημιουργήσει την αυθεντική ιδεολογική της έκφραση, και μάλιστα στη μορφή του κοινωνικού δαρβινισμού. Έτσι, η φυσικοεπιστημονική ανακάλυψη του Darwin ότι η εξέλιξη των ειδών στο ζωικό και φυτικό βασίλειο αλλάζει από την οργανική προσαρμογή των πιο ικανών από αυτά να αντισταθούν στις δυσμενείς συνθήκες ζωής (στις οποίες τα πιο αδύναμα υποκύπτουν) και ότι η πρόοδος από τα κατώτερα προς τα αμέσως ανώτερα είδη γίνεται στη βάση του νόμου της «φυσικής επιλογής», ο οποίος σημαίνει τη διαρκή πάλη για την επιβίωση του ισχυρότερου και έτσι του «πιο ικανού να ζήσει», (η ανακάλυψη αυτή) μεταφέρθηκε πάνω στην ανθρώπινη κοινωνία. Η ίδια η ζωή επομένως –κατά την ερμηνεία των κοινωνικών δαρβινιστών– είναι μια διαρκής «πάλη για την ύπαρξη», πάλη όλων εναντίων όλων για την «επιβίωση», απ΄ την οποία βγαίνει νικητής μόνο εκείνος ο τύπος (είδος) που θα αποδειχτεί σαν ο υψηλότερος, ο ικανότερος να επιζήσει, ενάντια στους πιο αδύναμους, στους υποδεέστερους απ΄ αυτόν, οι οποίοι δεν έχουν το «δικαίωμα στη ζωή». Η ανακάλυψη του Darwin μεταφερόμενη πάνω στη κοινωνία, στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προβολή του ίδιου του νόμου της βίας του κεφαλαίου και της αντίληψης που έχει για τον κόσμο σαν αγορά, του κεφαλαιοκρατικού ανταγωνισμού για ζωή και θάνατο. Αυτή η βιολογιστική φιλοσοφία, η διακήρυξη για το «δίκαιο του ισχυρότερου», αντανακλούσε ακριβώς τον πόθο και τη γυμνή ηθική του κεφαλαιοκράτη.

Αυτή η αγοραία κτηνώδης φιλοσοφία της «πάλης για την ύπαρξη» ίσχυε σαν το «φυσικό» μοτίβο της θέλησης για επιβολή του ισχυρότερου δηλαδή σαν «θέληση για δύναμη» και βρήκε την έκφρασή της στην πιο έσχατη μορφή της στο έργο του Friedrich Nietzsche. Ο Nietzsche ώθησε τις αντιλήψεις περί «φυσικής επιλογής» στην «πάλη όλων εναντίων όλων» στην αξίωση του ιδεώδους για «εκτροφή» ενός «υψηλότερου, ισχυρότερου» είδους, το οποίο στη «θέλησή του για δύναμη» δεν θα αισθάνεται καμιά αναστολή «συμπόνιας απέναντι στους σκλάβους», έναν «υπεράνθρωπο», χαρακτηριζόμενο από σκληρότητα και κτηνωδία, ο οποίος «πέραν του καλού και του κακού» θα έχει συνείδηση ότι έχει το δικαίωμα να υποδουλώνει τους αδύνατους, μιας «φυλής δεσποτών», η οποία σε μια εποχή που επίκεινται «μεγαλειώδεις πόλεμοι» θα μπορούσε να κυριαρχήσει πάνω στη γήινη σφαίρα: του «ξανθού κτήνους».

Αυτή όμως η φιλοσοφία της εξουσίας, η οποία ήταν ακριβώς κομμένη και ραμμένη στις ανάγκες του ιμπεριαλισμού, αν την παρατηρούσε κανείς από την άποψη της λειτουργικής της αξίας σαν πολιτική ιδεολογία ενσωμάτωσης, παρουσίαζε δυό σημαντικά ελλείμματα.

Το πρώτο έλλειμμα βρισκόταν στο ότι από τον κυνικό αμοραλισμό της, την προγραμματική της παραίτηση από το σύνολο της ηθικής προς όφελος της ανοιχτής εξύμνησης της γυμνής σκέψης για εξουσία, γοητεύτηκαν οι οικογένειες των κεφαλαιοκρατών καθώς και η απειλούμενη υπό εξαφάνιση τάξη των ευγενών, όχι όμως τα «απλά» λαϊκά στρώματα, η μάζα  των «μικρών ανθρώπων», τους οποίους δεν τους έκφραζε η πολιτική ενσωμάτωση ή η εσωτερική σταθερότητα μιας ευημερούσας πολεμικής κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι στην ιστορία όλες οι μέχρι τώρα πολιτικές ιδεολογίες ενσωμάτωσης υπερασπίζονταν τις εκάστοτε σχέσεις κυριαρχίας στο όνομα των γενικών αξιών, οι οποίες προσφέρονταν σαν γέφυρες στους κυριαρχούμενους ώστε να ταυτιστούν με τα συμφέροντα των κυριάρχων, εκθέτοντάς τους ταυτόχρονα σ΄ έναν ηθικό αναγκαίο εξαναγκασμό.

Τα μη αστικά «κατώτερα» λαϊκά στρώματα στη Γερμανία μέχρι το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, βρίσκονταν κάτω απ΄ την ισχυρή επιρροή των χριστιανικών αντιλήψεων περί ηθικής ή κάτω από την επιρροή της διαφωτιστικής – φιλελεύθερης, ή ακόμη και της προλεταριακής ηθικής. Ήταν επομένως δεμένα πολύ περισσότερο με μια εκάστοτε ηθική απ΄ ό,τι με την ηθική αδιαφορία που έρεπαν τα ανώτερα στρώματα. Μια πολιτική φιλοσοφία η οποία νομιμοποιούσε τις σχέσεις κυριαρχίας δεν μπορούσε να έχει έναν προσανατολισμό ηθικών αξιών, κατά συνέπεια δεν μπορούσε να έχει επίδραση στη «μάζα του απλού λαού», επειδή η κοινωνική πραγματικότητα επιβεβαίωνε ότι αυτοί είναι οι αδύνατοι, χωρίς ταυτόχρονα να τους δίνεται οποιαδήποτε παρηγοριά. Η φιλοσοφία αυτή δεν πρόσφερε στον «απλό» λαό δυνατότητες ταύτισής του με τους ισχυρούς, τους «κυρίους», επομένως σαν ιδεολογία ενσωμάτωσης ήταν στην πραγματικότητα απρόσφορη.

Το δεύτερο έλλειμμα το οποίο σχετίζεται άμεσα με το πρώτο, βρίσκονταν, στο ότι η πάλη για επιβολή και επιβίωση, χαρακτηρίστηκε από την κοινωνική δαρβινική θεωρία σαν νόμος ζωής, δηλαδή σαν νόμος κάθε ζωντανού οργανισμού. Όμως μια πολεμική κοινωνία η οποία είναι κατακερματισμένη σε ξεχωριστούς μαχητές, που πολεμούν μεταξύ τους όλοι εναντίον όλων, είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που απαιτούσαν τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου (δηλαδή ενώ το μεγάλο κεφάλαιο αναγνώριζε αποκλειστικά για τον εαυτό του το δικαίωμα της «θέλησης για δύναμη», δεν μπορούσε να γίνει το ίδιο και για τις λαϊκές τάξεις, επειδή έτσι δεν θα παρατάσσονταν ενωμένες πίσω του, αλλά θα κατακερματίζονταν σε ξεχωριστά υποκείμενα).

Ο κοινωνικός δαρβινισμός δεν ήταν επομένως σε θέση να σχηματίσει το «έθνος» σαν συλλογικό υποκείμενο της «πάλης για την ύπαρξη» το οποίο είχε ανάγκη ο ιμπεριαλιστικός εθνικισμός για να επιβληθεί έξω από τα σύνορα της Γερμανίας. Το υποκείμενο αυτό στην «πάλη για την ύπαρξη» κατακερματιζόταν σε ατομικά υποκείμενα, τα οποία διεξήγαγαν τον δικό τους αγώνα, χωρίς να είναι δυνατή η συνένωσή τους σε μια συμπαγή κοινωνία αγώνα. Σ΄ αυτή την αρχική μορφή η κοινωνική δαρβινική φιλοσοφία δεν χρησίμευε στην ιδεολογική-θεωρητική δικαιολόγηση του ιμπεριαλιστικού εθνικισμού ενάντια στους ξεχασμένους «εχθρούς της πατρίδας» και τους οπαδούς της «ταξικής πάλης» -μάλιστα δεν εμπεριείχε ούτε καν την επιφύλαξη, ότι οι εργάτες και τα άλλα καταπιεζόμενα στρώματα επικαλούνταν το δικό τους «δικαίωμα στη ζωή» στη πάλη και στη συσπείρωση ενάντια στους ισχυρότερους.

Μέσα στο εργατικό κίνημα υπήρξαν μάλιστα κάποτε τάσεις που έκαναν χρήση της επιχειρηματολογίας του κοινωνικού δαρβινισμού, οι οποίες καταπολεμήθηκαν από τους κλασικούς του μαρξισμού. Οι Marx και Engels ενώ απ΄ την αρχή χαιρέτησαν τη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης σαν «φυσικο-ιστορική βάση» της κοσμοαντίληψής τους υπερασπίζοντάς την από διάφορες επιθέσεις, παράλληλα τάχθηκαν ενάντια σε κάθε βιολογιστική κατάχρησή της μέσα στις κοινωνικές επιστήμες αποκαλύπτοντας τις ταξικές ρίζες του κοινωνικού δαρβινισμού και την αντιεπιστημονικότητά του. Ο Engels ξεκινώντας από την ποιοτική διαφορά μεταξύ ζωικής και ανθρώπινης ύπαρξης έγραφε: «Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ της ανθρώπινης κοινωνίας και αυτής των ζώων, είναι, ότι τα ζώα το πολύ που κάνουν είναι ότι συλλέγουν ενόσω οι άνθρωποι παράγουν. Όμως αυτή η μοναδική αλλά κεφαλαιώδης διαφορά, κάνει αδύνατο το να μεταφέρονται οι νόμοι της κοινωνίας των ζώων χωρίς κανένα πρόβλημα πάνω στην ανθρώπινη»[4]. Ο Μαρξ στην αντιπαράθεσή του με τον F. A.Lange, συγγραφέα του βιβλίου «Το εργατικό ζήτημα» (1865) και συνιδρυτή του νεοκαντιανισμού (συγγραφέα ακόμη του βιβλίου «Ιστορία του υλισμού», επίσης το 1865), τασσόταν και αυτός ενάντια στη μεταφορά των βιολογικών εννοιών στο χώρο των κοινωνικών επιστημών[5]. Ανάλογη ήταν και η θέση που πήρε αργότερα ο Lenin στο έργο του «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» κάνοντας κριτική στον βιολογισμό του Bogdanow.

Το ερώτημα τώρα που τίθεται είναι: Με ποιον τρόπο ο κοινωνικός δαρβινισμός προσπάθησε να ξεπεράσει τα δυό ελλείμματα που προαναφέραμε;

***

11. Ρατσισμός

Σήμερα ένα απ΄ τα γεγονότα που έχει σοκάρει τους αντιφασίστες, και όχι μόνο, σημαντικό όμως για την κατανόηση της «λαϊκής» (völkisch) κατεύθυνσης και του φασισμού, το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη στην ιστορία των πολιτικών ιδεολογιών, είναι, ότι ο κοινωνικός δαρβινισμός για να μπορέσει να ξεπεράσει αυτά τα δυό ελλείμματα σαν ιδεολογία ενσωμάτωσης –δηλαδή την απουσία κάθε ηθικής και την ανικανότητά του να σχηματίσει ένα συλλογικό υπερταξικό εθνικό υποκείμενο που θα παλεύει για την ύπαρξή του– συνενώθηκε με τον «σύγχρονο» ρατσισμό.

Κατ΄ αρχή δυό λέξεις, γιατί κάνουμε εδώ λόγο για «σύγχρονο» ρατσισμό. Φυσικά και υπήρχε ρατσισμός στην ιστορία των λαών από αρχαιοτάτων χρόνων, αν έτσι κατανοείται μια μνησικακία και εχθρότητα ενάντια στους ξένους, μετανάστες και την αλυσίδα προκαταλήψεων που δομούνται πάνω σ΄ αυτήν, οι οποίες οδηγούν στην απόδοση κατώτερων ποιοτήτων ή «βαρβαρισμό» με την ιδιότητα της φυλετικής προδιάθεσης. Όμως πρώτα από τα μέσα του 19ου αιώνα εμφανίστηκε και διατυπώθηκε απ΄ τους υπερασπιστές της φεουδαρχικής αριστοκρατίας και των ευγενών στη πάλη ενάντια στην άνοδο των αστών–δημοκρατών και του προλεταριάτου, η από παλιά διακηρυσσόμενη μνησικακία σε μια ερμηνεία της παγκόσμιας ιστορίας, μιας γενικής θεωρίας της ιστορίας η οποία αξιώνει για τον εαυτό της να είναι επιστημονική. Μ΄ αυτή την έννοια εκπλήρωσε γρήγορα με τη σχεδόν –φυσικο-επιστημονική και γενικευμένη, συστηματοποιημένη νέα μορφή της, -ανεξάρτητα απ΄ το ότι στη γέννησή της βοηθήθηκε πνευματικά από την φεουδαρχική τάξη– την ιμπεριαλιστική λειτουργία, δηλαδή μετατράπηκε σε ιμπεριαλιστικό ρατσισμό. Το πιο χαρακτηριστικό σήμα εκκίνησης αποτέλεσε εδώ η δημοσίευση το 1853-55 στη Γαλλία ενός τετράτομου έργου απ΄ τον κόμη Gobineau, με τίτλο «Η ανισότητα των ανθρώπινων φυλών», το οποίο στην αντιπαράθεση ενάντια στις ιδέες περί ισότητας ισχυριζόταν μια «φυσική ανισότητα» των ανθρώπων μέσω της θέσης ότι υπήρχαν φυλές με διαφορετική αξία, για να αποκορυφωθεί η θέση αυτή στο παρακάτω επιχείρημα: Όλη η παρακμή του πολιτισμού προέρχεται απ΄ το «μπαστάρδεμα» -την ανάμιξη των «ανώτερων» φυλών με τις «κατώτερες»-, ο λαός έχει μπασταρδευτεί, γι΄ αυτό και ο πολιτισμός μπορεί να διατηρηθεί μόνο μέσω της κυριαρχίας εκείνων των φυλών οι οποίες κατόρθωσαν να διατηρηθούν «καθαρές» μέσω των γενεών (δηλαδή οι ευγενείς). Ή για να ειπωθεί διαφορετικά: Όλη η συμφορά προερχόταν απ΄ την ισότητα επειδή ταυτιζόταν με το μπαστάρδεμα, αυτή όμως η πολιτισμική παρακμή σήμαινε πριν απ΄ όλα την απώλεια κυριαρχίας του έθνους. Να σημειώσουμε όμως εδώ, ότι εκατό χρόνια πριν τον Gobineau, ένας άλλος Γάλλος συγγραφέας , ο κόμης Boulainvilliers, προσπάθησε να τεκμηριώσει τη θέση για την διατήρηση της κυριαρχίας των ευγενών στη Γαλλία το έτος 1727 με το επιχείρημα, ότι οι φεουδάρχες ευγενείς κατάγονται απ΄ τους Φράγκους, μια «ευγενή» φυλή ενόσω τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα αναμίχθηκαν με τους «κατώτερους» Κέλτες και Βορειοαφρικανούς, γι΄ αυτό και είναι ανίκανοι να κυριαρχήσουν. Αυτή ήταν η πρώτη, όχι πλέον χριστιανική – νομιμοποιητική, αλλά ρατσιστική απολογητική της φεουδαρχικής κυριαρχίας. Ο Gobineau όμως ήταν ο πρώτος που αναλαμβάνει την προσπάθεια να αναπαραστήσει και να τεκμηριώσει την επιχειρηματολογία ότι όλη η παγκόσμια ιστορία –γι΄ αυτό ακριβώς ήταν αναγκαίοι και τέσσερις τόμοι– δεν είναι μια ιστορία ταξικών συγκρούσεων, αλλά μια ιστορία πάλης των «ευγενών» φυλών ενάντια στις «κατώτερες». Είναι ο πρώτος ο οποίος ερμηνεύει την ιστορία σαν ιστορία πάλης των φυλών και έτσι γίνεται ιδρυτής του «θεωρητικού» («σύγχρονου») ρατσισμού.

Εδώ είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο Gobineau απογοητεύθηκε επειδή το «έργο» του βρήκε μεγάλη απήχηση μόνο στους δουλοκτήτες των αμερικανικών κρατών του Νότου, οι οποίοι ενθουσιάστηκαν με τις προτάσεις του, όπως, ότι οι «κατώτερες φυλές» είναι «μη εκπολιτίσιμες» και επομένως είναι μόνο κατάλληλες για να υπηρετούν τις «ανώτερες φυλές» σαν «ζωντανές μηχανές για ωφέλιμη εργασία», όμως δεν βρήκε την ίδια απήχηση και στη Γαλλία. Μπορεί αυτό να φάνηκε συμπτωματικό, όμως αργότερα αποδείχτηκε ότι ο «σύγχρονος» ρατσισμός ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την αντιδημοκρατική ώθηση στο εσωτερικό του δικού του έθνους.

Ο ιμπεριαλισμός λοιπόν χρειαζόταν αυτή την αμφίεση για να σκλαβώσει τις άλλες χώρες και τους λαούς, αλλά και για να διεξάγει πόλεμο ενάντια στους πολιτικούς αντιπάλους της δικής του χώρας. Με τον τρόπο αυτό έφερε στον ίδιο παρονομαστή τους εσωτερικούς του αντιπάλους με αυτούς που βρίσκονταν έξω από τη χώρα, συναθροίζοντάς τους και τους δυό κάτω από ένα μοναδικό εχθρικό είδωλο.

***

12. Το αμάλγαμα κοινωνικού δαρβινισμού – ρατσισμού

Ο «σύγχρονος» ρατσισμός συνενώθηκε επομένως με τον κοινωνικό δαρβινισμό. Το αποτέλεσμα αυτής της συγχώνευσης ήταν ότι έδωσε στον ιμπεριαλισμό το αναγκαίο συλλογικό υποκείμενο της «πάλης για την ύπαρξη»: Το ρατσιστικά πάνω σε ψευτοφυσικο-επιστημονικές βάσεις θεμελιωμένο «έθνος», το οποίο τώρα δεν ερχόταν σε αντίθεση με τον δικό του βιολογισμό. Τα υποκείμενα της κοινωνικής δαρβινικής «πάλης για την ύπαρξη» είναι από δω και πέρα οι «φυλές» ή τα ρατσιστικά νοούμενα έθνη. Το αμάλγαμα αυτό επέτρεψε στον ιμπεριαλισμό να αποκτήσει ξανά πίσω την απολεσθείσα παραδοσιακή σφαίρα αξιών αναστρέφοντάς την. Επειδή η βασική ρατσιστική αρχή περί ανισοτιμίας των φυλών με βάση το περιεχόμενό της, στόχευε στο να αποδώσει στη «δική» της φυλή επινοημένες χρήσιμες για τον άνθρωπο ιδιότητες, γι΄ αυτό και η «πάλη για την ύπαρξή» της με τις «ηθικά κατώτερες» φυλές, δεν έπρεπε από δω και πέρα να γίνεται στο όνομα της εξουσίας, αλλά μπορούσε να διεξαχθεί ξανά στο όνομα των υψηλότερων ανθρώπινων αξιών, στο όνομα του «καλού».

Φραγμός μπήκε επίσης και στην αρχική ενυπάρχουσα δυνατότητα του κοινωνικού δαρβινισμού, δηλαδή της επίκλησης του νόμου της πάλης για ζωή που έκαναν απ΄ τη μεριά τους οι κυριαρχούμενοι, επειδή με την ανακήρυξη της «φυλής» σαν υποκείμενο της «πάλης για την ύπαρξη» και του ορισμού της σαν «κοινότητα αίματος», συναγόταν η ομοιογένεια και η μη διαιρετότητά της απ΄ το κοινό «αίμα». Γιατί το «όμοιο αίμα» δεν ξεσηκώνεται ενάντια στο «όμοιο αίμα». Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αυτό θα σήμαινε μια αυτοκαταστροφική πάλη «ενάντια στη ζωή», στο εσωτερικό του ίδιου αγωνιζόμενου ιστορικού υποκειμένου, θα ήταν προδοσία στη πάλη για την επιβίωση ενάντια στη δική του «κοινότητα αίματος».

Ο ρατσισμός απ΄ την άλλη μέσω της σύνδεσής του με τον κοινωνικό δαρβινισμό κέρδισε πρώτα την πραγματικά βιολογιστική–ιδεολογικοϊστορική και τώρα «σύγχρονη» ιμπεριαλιστική βάση του και έτσι την δυναμική του επιθετικότητα. Γιατί τώρα οι φυλές δεν είχαν μόνο «διαφορετική αξία», αλλά η πάλη τής μιας εναντίον της άλλης, στην οποία υπήρχε μόνο νίκη ή ήττα, ήταν ένας «νόμος ζωής», και οι παρουσιαζόμενες σαν «κατώτερες φυλές» ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνες, επειδή η «πάλη για την ύπαρξη» και η «θέληση για δύναμη» ήταν και δικός τους νόμος, έπρεπε να «εξουδετερωθούν» και να υποταχθούν στο όνομα των υψηλότερων ανθρώπινων αξιών, οι οποίες τώρα «εκπροσωπούνται» απ΄ τις «πολιτισμένες» φυλές. Όσο ο ρατσισμός βοήθησε τον κοινωνικό δαρβινισμό να ανακτήσει με έναν ηθικό μανδύα την φαινομενικότητα περί ανθρώπινων αξιών, άλλο τόσο και ο ίδιος ο κοινωνικός δαρβινισμός, τον δικό του αμοραλισμό, την γυμνή ηθική της πυγμής και την ερμηνεία της ζωής σαν ένα αιώνιο αγώνα για να επιζήσει ο «ισχυρότερος», τα ανήγαγε σε φιλοσοφική του βάση –και έτσι παρέμεινε μέχρι σήμερα. Όλος ο ιμπεριαλιστικός ρατσισμός έχει σαν φιλοσοφική του βάση (μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να την αντικαταστήσει με κάτι άλλο) την γνήσια κτηνώδη φιλοσοφία του ιμπεριαλισμού, τον κοινωνικό δαρβινισμό.

Ποιοι και με ποιον τρόπο όμως ανέλαβαν την προπαγάνδιση αυτού του νέου εκρηκτικού μίγματος κοινωνικού δαρβινισμού – ρατσισμού μέσα στα πλατιά λαϊκά στρώματα;

***

13. Τα οργανωμένα κέντρα ρατσιστικής προπαγάνδας

Μετά την λήξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου η ιστορική έρευνα στη Γερμανία τις πρώτες δεκαετίες δεν είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα, με ποιο τρόπο κατόρθωσε να εξαπλωθεί τόσο πολύ ο ρατσισμός αυτός απ΄ τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Στο μεταξύ έχουν δει το φως της δημοσιότητας αρκετές μελέτες οι οποίες καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι το προτσές αυτό όχι απλώς ήταν «αυθόρμητο», αλλά και ότι δεν έχει φθάσει ακόμη στο τέλος του. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι η εξάπλωση του ρατσισμού ήταν αποτέλεσμα οργανωμένων κέντρων τα οποία δούλευαν μεθοδικά με στόχο να τον εξαπλώσουν στη συνείδηση πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού. Ο πιο δραστήριος και ισχυρότερος απ΄ αυτά τα κέντρα ήταν ο «Παγγερμανικός Σύνδεσμος».

Ο «Παγγερμανικός Σύνδεσμος» ενέπνευσε την ίδρυση απειράριθμων Ενώσεων, οι οποίες κάτω από διαφορετική οργανωτική μορφή –συχνά με τη μορφή στοάς ενός «μυστικού τάγματος», αλλά και σαν «κύκλος μελετών» ή σαν ακτιβιστικός «Σύνδεσμος»- ασχολούνταν αποκλειστικά με τη «γερμανική επιστήμη», προσπαθώντας μέσω των μελών τους να καλλιεργήσουν ένα ρατσιστικό υψηλό αίσθημα ανωτερότητας, και από δω να ανάγουν μια αξίωση για παγκόσμια κυριαρχία των Γερμανών. Ο «Παγγερμανικός Σύνδεσμος» είχε όμως στη διάθεσή του και το μεγαλύτερο επιστημονικό και ταυτόχρονα «επιστημονικά εκλαϊκευτικό» προπαγανδιστικό κέντρο του ρατσισμού στη Γερμανία με τη μορφή του εκδοτικού οίκου «Lehmann». Αυτός ανήκε στον Lehmann, πρόεδρο του κρατιδίου της Βαυαρίας. Ο εκδοτικός αυτός οίκος στο Μόναχο, ο οποίος εξέδιδε το φημισμένο «Εβδομαδιαίο περιοδικό ιατρικής του Μονάχου», το οποίο κάποτε ήταν και σχεδόν υποχρεωτικό εξειδικευμένο περιοδικό όλων των γιατρών στη Γερμανία, χρησιμοποίησε τη φήμη του σαν επιστημονικός εκδοτικός οίκος για να προσελκύσει δυνάμεις οι οποίες θα διείσδυαν στην ανθρωπολογία και την ιατρική. Ήδη από την δεκαετία του 1920 τύπωνε μαζικά ρατσιστικά έντυπα.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η στροφή προς μια ρατσιστική τεκμηρίωση του επεκτατισμού μέσα στους κόλπους της γερμανικής κεφαλαιοκρατικής τάξης, ξεκίνησε επίσης πολύ νωρίς –πολύ πριν σχηματιστεί ολοκληρωτικά ο ιμπεριαλισμός και μάλιστα πολύ πριν την ένωση του Ράιχ, σαν προϋπόθεση κάθε δυναμικής επεκτατικής πολιτικής. Για να προειδοποιήσουμε από τυχόν λαθεμένες αντιλήψεις και σχηματικές χρονολογήσεις, ότι δηλαδή θα πρέπει πάντα να σχηματίζονται οι οικονομικές δομές προτού μπορέσουν να εμφανιστούν οι αντίστοιχες ιδεολογίες τους (πολύ περισσότερο, ακριβώς μια από τις ιδιορρυθμίες των ιδεολογιών είναι ότι συχνά προηγούνται απ΄ τις αντικειμενικές δομές, και για να ανοίξουν το δρόμο σ΄ αυτές προκειμένου να επιβληθούν έρχονται σε αντιπαράθεση με τους κανόνες του δικαίου και της ηθικής), πρέπει να αναφέρουμε ότι σε διάφορα συγγράμματα (όπως π.χ. αυτά του Friedrich List), απ΄ τα μέσα ακόμη του 19ου αιώνα, γίνεται λόγος για μια «γερμανική φυλή» που είναι «προορισμένη από τη φύση της» ή την «θεία πρόνοια» να «διευθύνει τις παγκόσμιες υποθέσεις, να εκπολιτίσει τις άγριες και βάρβαρες χώρες και να εγκαταστήσει πληθυσμό στις ακατοίκητες».

Εδώ λοιπόν βρίσκεται ήδη η ιδεολογική υποκατάσταση του «κεφαλαίου» μέσω της «φυλής», επειδή ήταν φυσικά το κεφάλαιο και όχι ο υπόδουλος λαός που ένιωθε ότι ήταν προορισμένο να «διευθύνει τις παγκόσμιες υποθέσεις», να επενδύσει σε ξένες χώρες, να τις «εκπολιτίσει» - και να τις θέσει υπό κατοχή.

Το πόσο πολύ ενδιέφερε τους βιομήχανους, κυρίως της βαριάς βιομηχανίας στην περιοχή της Ρηνανίας, να διεισδύσει ο ρατσισμός στην κοινή συνείδηση και το πώς το επεδίωκαν αυτό στοχευμένα, υπάρχει ένα ιδιαίτερα παραστατικό παράδειγμα από το έτος 1902. Το έτος αυτό ο μεγαλοβιομήχανος Krupp διοργάνωσε έναν δημόσιο διαγωνισμό, όπου θα βραβεύονταν η καλύτερη εργασία με θέμα «Η εφαρμογή των γνώσεων από την επιστήμη της καταγωγής και της κληρονομικότητας πάνω στην κοινωνική ζωή». Από τον διαγωνισμό αυτό βγήκε νικητής ο Schallmeyer, ο οποίος ξεκινώντας από τα συμπεράσματα της «ευγονικής», ένα έργο γραμμένο από τον γνωστό ρατσιστή Galton, έγραψε μια εργασία η οποία αποτέλεσε την αφετηριακή βάση της λεγόμενης «φυλετικής υγιεινής» στη Γερμανία. Από το 1904 ο εκδοτικός οίκος «Lehmann» ξεκίνησε την έκδοση του «Αρχείου για την Φυλετική και Κοινωνική Βιολογία» (το μετέπειτα περιοδικό «Φυλή και Λαός»). Ο εκδότης Lehmann ήταν αυτός που ανακάλυπτε, προωθούσε και παρακινούσε τους μετέπειτα θεωρητικούς του ρατσισμού κατά την περίοδο του ναζισμού, στην κορυφή των οποίων βρίσκονταν ο Hans Günther. Ο Lehmann αμέσως μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο υποσχέθηκε και τελικά εξέδωσε το 1922 το σύγγραμμα του Günther «Η επιστήμη της φυλής του γερμανικού λαού», το οποίο αποτέλεσε το βασικό έργο για την επίσημη κομματική θεωρητική βάση του μετέπειτα ναζιστικού κόμματος.

Εκείνος όμως ο οποίος έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην εφαρμογή του ρατσισμού του Gobineau, ήταν ο πρώην βρετανός αξιωματικός Houston Stewart Chamberlain. Το 1908 μετοικεί στη Γερμανία, παντρεύεται την Εύα, κόρη του γνωστού μουσικοσυνθέτη της κλασικής μουσικής Richard Wagner και εγκαθίσταται στο σπίτι του στην πόλη Bayreuth. Εδώ συνέταξε (μέχρι τον θάνατό του το έτος 1927) όχι μόνο ένα μεγάλο μέρος των ρατσιστικών συγγραμμάτων του, αλλά ταυτόχρονα επικαλούνταν και την εξύμνηση των Γερμανών καθώς και τη δυσφήμιση των Εβραίων, που γίνονταν από τον Wagner. Με τη συγκατάθεση της οικογένειας Wagner εργαζόταν επίσης για τη συγγραφή της βιογραφίας του Wagner –κάτι που δεν πρέπει να ξεχνά κανείς όταν ακούει τη μουσική του Wagner, επειδή μπορεί να γίνει τότε μόνο κατανοητή και προσπελάσιμη, όταν συνειδητοποιήσει ότι η ιδεολογία του ιμπεριαλισμού είχε διεισδύσει και στη μουσική, και μάλιστα ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των κειμένων (δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι μετά τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις, οι ναζιστές αξιωματικοί διασκέδαζαν συχνά ακούγοντας κλασική μουσική). Στο βασικό έργο του Chamberlain, το οποίο εκδόθηκε ήδη το 1899 με τίτλο «Τα θεμέλια του 19ου αιώνα», συμπεριλήφθηκε η ιδιότητα που αποδόθηκε απ΄ τον Gobineau στη «λευκή φυλή» σαν «μοναδικό φορέα του πολιτισμού» πάνω στη Γη, περιορίζοντάς την πάνω στους «Γερμανούς», με το επιχείρημα ότι οι «Γερμανοί» είναι προορισμένοι να «κυριαρχήσουν πάνω σ’ ολόκληρη τη γήινη σφαίρα». Αυτό ακριβώς ήταν που ζητούσαν και οι πιο επιθετικές δυνάμεις του γερμανικού ιμπεριαλισμού.

Το 1913 συνδέονται δημόσια πλέον ο πρόεδρος του «Παγγερμανικού Συνδέσμου» Heinrich Claß με τον Chamberlain και εκδίδουν στον εκδοτικό οίκο «Lehmann» ένα ρατσιστικό περιοδικό με τίτλο «Η ανανέωση της Γερμανίας». Ένα χρόνο αργότερα, όταν αρχίζει ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος, το περιοδικό αυτό τυπώνεται κατά χιλιάδες αντίτυπα και διανέμεται στους Γερμανούς στρατιώτες οι οποίοι πολεμούν στο «μέτωπο».

Από τα γεγονότα που παραθέσαμε μέχρι τώρα γίνεται φανερό, ότι όταν ήρθαν οι ναζιστές στην εξουσία είχαν βρει ήδη σε μεγάλο βαθμό ένα στρωμένο ιδεολογικό έδαφος. Το έργο του Hitler «Ο αγών μου», το οποίο παίρνεται συχνά σαν αφετηρία της ρατσιστικής – ναζιστικής σκέψης, δεν γεννήθηκε εκ του μηδενός –κάτι που πολλοί ιστορικοί δεν φαίνεται να λαμβάνουν υπόψη τους.

***

14. Η επιρροή του εργατικού κινήματος

Παρόλη την ιδεολογική προπαγάνδα, αυτή δεν έφερνε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ποιο ήταν λοιπόν το δίλλημα του μεγάλου κεφαλαίου; Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό, αν κοιτάξουμε τα αποτελέσματα των εκλογών για τη σοσιαλδημοκρατία απ΄ την περίοδο που έγινε η άρση των «Νόμων για τους σοσιαλιστές» (Sozialistengesetze) το έτος 1890 μέχρι την αρχή του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου (σ.σ. οι «Νόμοι για τους σοσιαλιστές» ψηφίστηκαν στις 19.10.1878 με σκοπό το τσάκισμα του εργατικού κινήματος απαγορεύοντας τις σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις και τις δραστηριότητές τους στη Γερμανία και άρθηκαν μετά από διαρκή πάλη του σοσιαλδημοκρατικού και εργατικού κινήματος). Στις εκλογές το 1884 η σοσιαλδημοκρατία πήρε το 9,7% των ψήφων, ενώ το 1887 το ποσοστό αυτό πέφτει στο 7,1%. Τον ίδιο χρόνο που αίρονται οι «Νόμοι για τους σοσιαλιστές» (1890), γίνονται εκλογές στο Ράιχ όπου το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα παίρνει 19,7%, ενώ το 1893 αυξάνεται στο 23,3%. Στις εκλογές του 1898 το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 27,2%, ενώ το 1903 στο 31,7%. Το 1907 βρίσκεται στο 29% για να φθάσει το 1912 στο ποσοστό ρεκόρ 34,8%.

Αυτό ήταν περισσότερο από το ένα τρίτο του γερμανικού λαού. Τι σήμαινε όμως; Σήμαινε πολύ απλά ότι έγιναν προσπάθειες με όλα τα μέσα, με την ψήφιση των «Νόμων για τους σοσιαλιστές» (πολιτική του βούρδουλα), με την πολιτική «κοινωνικών μεταρρυθμίσεων» (πολιτική του καρότου), αλλά επίσης με συνδυασμό και των δυό. Όλα αυτά όμως δεν οδήγησαν στην απόσπαση των εργατών απ΄ την επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας. Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η ρατσιστική προπαγάνδα για την οποία ήδη κάναμε λόγο.

Μπορούσε όμως το κεφάλαιο να πάει για παγκόσμιο πόλεμο με έναν λαό, ο οποίος στο περισσότερο από το ένα τρίτο του υποστήριζε τη σοσιαλδημοκρατία – ένα κόμμα που την περίοδο εκείνη σε μεγάλο βαθμό ήταν μαρξιστικά προσανατολισμένο και αποφασιστικός αντίπαλος του πολέμου;

Βέβαια, η κατοπινή εξέλιξη έδειξε, ότι ακόμη και ένας απλός ιμπεριαλιστικός εθνικισμός ήταν αρκετός για να ψηφιστούν οι πολεμικές πιστώσεις απ΄ τη σοσιαλδημοκρατία τον Αύγουστο του 1914 (μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε ο βουλευτής Karl Liebknecht σαν εκπρόσωπος της επαναστατικής πτέρυγας μέσα στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ο οποίος τον Νοέμβρη του 1918 υπήρξε και ένας απ΄ τους ιδρυτές του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) μαζί με την Rosa Luxemburg). Όμως αυτά συνέβαιναν το 1890, το 1900 ή ακόμη και το 1912, κατά συνέπεια το κεφάλαιο δεν μπορούσε να προβλέψει το τι θα ακολουθούσε. Για το μεγάλο κεφάλαιο η σοσιαλδημοκρατία την περίοδο εκείνη ήταν ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Οι προσπάθειες επίσης τόσο των συντηρητικών όσο και των εθνικοφιλελεύθερων, να παρουσιάσουν τον σοσιαλισμό σαν «εξολίσθημα», δεν έφερνε κανένα αποτέλεσμα όπως δείχνει η εξέλιξη των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Η ιμπεριαλιστική μεγαλοαστική τάξη αναγκάστηκε λοιπόν να αλλάξει στρατηγική: Από δω και πέρα δεν έπρεπε πλέον να δημιουργεί την εντύπωση στους εργάτες ότι είναι ενάντια στο σοσιαλισμό, ενισχύοντας έτσι ακόμη περισσότερο τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά θα πρεπε να γίνει προσπάθεια προσέλκυσης των εργατών στο όνομα του σοσιαλισμού, υπέρ των συμφερόντων όμως του ιμπεριαλισμού και πριν απ΄ όλα υπέρ του πολέμου. Με ποιον τρόπο όμως;

***

15. Αντισημιτισμός

Αυτό έγινε κατορθωτό με το σχηματισμό ενός μοντέλου προπαγάνδας και δημαγωγίας, το οποίο πήρε όλα εκείνα τα στοιχεία της ιμπεριαλιστικής δημαγωγίας που εξετάσαμε μέχρι τώρα και τα συνδύασε με ένα ακόμη ιδεολογικό στοιχείο, το οποίο αναπτύχθηκε παρομοίως παίρνοντας ειδική ιμπεριαλιστική μορφή απ΄ το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: τον «σύγχρονο», και από δω και πέρα ρατσιστικά τεκμηριωμένο αντισημιτισμό.

Πολύ περισσότερο απ΄ ότι με τον ίδιο τον ρατσισμό, πρέπει εδώ κατ΄ αρχή να εκθέσουμε τη νέα ειδική ιμπεριαλιστική μορφή εμφάνισης και λειτουργίας του αντισημιτισμού, παίρνοντας υπόψη την πλατιά διάδοσή του, δηλαδή για ποιο λόγο είναι ορθότερο και αναγκαίο να μιλάμε για ιμπεριαλιστικό αντισημιτισμό (σε σχέση για παράδειγμα με τον μεσαιωνικό αντισημιτισμό).

Ως επί το πλείστον ο αντισημιτισμός παρουσιάζεται σαν κάτι το οποίο υπήρχε από πολύ παλιά με αμετάβλητη μορφή, σε κάθε περίπτωση απ΄ την πρώτη Σταυροφορία την οποία κήρυξε ο Πάπας Ουρβανός ΙΙ το έτος 1095 με σκοπό την κατάκτηση της Παλαιστίνης και τα πογκρόμ ενάντια στους «δολοφόνους του Χριστού», τα οποία διοργάνωσαν οι σταυροφόροι στο δρόμο προς τα κει. Από τότε ο αντισημιτισμός λειτουργούσε στην πράξη μέσω των αιώνων σαν ένα δοκιμασμένο μέσο στα χέρια των εκάστοτε κυριάρχων για να εκτρέπουν τη λαϊκή οργή απ΄ τα ανάκτορά τους πάνω στους Εβραίους, με το να διαδίδουν ότι οι Εβραίοι με τα έθιμα και την εμμονή τους στη μη χριστιανική θρησκεία τους, επισύρουν πάνω στη χώρα την οργή του θεού και τη συμφορά πάνω στο λαό. Αυτός ο θρησκευτικά τεκμηριωμένος αντισημιτισμός προϋπόθετε την λειτουργική ικανότητα σαν δικλείδα της λαϊκής οργής, δηλαδή ένα αντίστοιχο αγκίστρωμα του λαού στη χριστιανική φανατική πίστη. Ο αντισημιτισμός ήταν ένα όργανο στα χέρια των κυρίαρχων της Γερμανίας οι οποίοι δικαιολογούσαν θρησκευτικά – νομιμοποιητικά την κυρίαρχη θέση τους με τη βοήθεια των χριστιανικών εκκλησιών, κρατώντας το λαό σε μια πίστη η οποία ευθυγραμμιζόταν με σκοπούς αυτού του είδους. Ένα όργανο κυριαρχίας το οποίο υπερασπιζόταν τις φεουδαρχικές σχέσεις κυριαρχίας (και έτσι παρέμεινε σε μερικές χώρες της Ευρώπης μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα). Κατά συνέπεια η λειτουργική του χρησιμότητα μειωνόταν στο βαθμό που η αστική τάξη ανερχόταν και επιβαλλόταν βαθμιαία ο Διαφωτισμός. Στον αντισημιτισμό δεν προσήκει επομένως την περίοδο του παλιού φιλελευθερισμού καμιά αστική λειτουργία.

Την αστική λειτουργία του όμως την προσλαμβάνει κατά την περίοδο του 19ου αιώνα. Όταν τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα σε μερικά γερμανικά πριγκιπάτα χαλάρωσαν για πρώτη φορά οι παλιοί νόμοι που έκαναν διακρίσεις κατά των Εβραίων, ξεκινούν σε πολλές γερμανικές πόλεις (Würzburg, Frankfurt, Heidelberg, Hamburg κ.α.) παρεκτροπές με τη μορφή πογκρόμ. Από πολύ νωρίς ήδη ο αστικός εθνικισμός συνδέθηκε με ένα κίνημα στο οποίο μεγάλη επιρροή είχε ο Ernst Moritz Arndt. Το κίνημα αυτό ύφανε έναν αντισημιτισμό, ο οποίος κινούνταν σε εθνικιστικά πλαίσια παίρνοντας όμως μια μεγαλοαστική – αντιδημοκρατική λειτουργία, επειδή τώρα οι «Eβραίοι» στιγματίζονταν όχι τόσο εξαιτίας της θρησκείας τους, αλλά σαν εχθροί του «έθνους». Από τότε η πρακτική του αντισημιτισμού θεωρείται δημοκρατική (ενώ η λέξη «εβραϊσμός» στην καθημερινή γλώσσα ισχύει σαν συνώνυμη με μια «διαλυτική» πολιτική στάση σκέψης).

Όταν μετά τον γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870/71 ακολούθησε το οικονομικό κραχ, όπου κατέρρευσε η αισιοδοξία για άνοδο των νεοϊδρυόμενων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και η οργή αυτή άρχισε να στρέφεται ενάντια στα ισχυρά βιομηχανικά κοντσέρν και τράπεζες, επειδή αυτοί ήταν εκείνοι που καρπώθηκαν την πτώχευσή τους εξαγοράζοντας τις χρεοκοπημένες επιχειρήσεις, το μεγάλο κεφάλαιο κάνει για πρώτη φορά χρήση του αντισημιτισμού προς όφελός του. Και μάλιστα από δω και πέρα απέναντι στη μικρή και μεσαία αστική τάξη, ξεκινώντας μια τεράστια αντισημιτική καμπάνια καταλογίζοντας την ευθύνη για το κραχ πάνω στους Εβραίους. Λίγα χρόνια αργότερα βρίσκουμε μια παρόμοια αναλογία στη Γαλλία, όπου μια άλλη οικονομική κατάρρευση έχει σαν συνέπεια το ξέσπασμα ενός κύματος αντισημιτισμού, το οποίο οδηγεί στην «υπόθεση Ντρέιφους (Dreyfus)» (1896) και στις πρώτες εκδηλώσεις γέννησης ενός γαλλικού ρατσισμού με φασιστικό προσανατολισμό. (σ.σ. υπενθυμίζουμε εδώ τη γνωστή θέση υπεράσπισης του Emile Zola προς τον Dreyfus με το βιβλίο του «Κατηγορώ» που γράφτηκε το 1898).

Το 1873, ακριβώς το έτος που ξεσπά το κραχ, βρίσκει μαζική εξάπλωση στη Γερμανία το σύγγραμμα του Wilhelm Marr με τίτλο «Η νίκη του εβραϊσμού πάνω στον γερμανισμό», στο οποίο η Γερμανία παρουσιάζεται σαν η «κατοπινή νέα Παλαιστίνη», όπου οι Eβραίοι μετά το κραχ έφθασαν στην κορυφή, ενώ μέσω της χειραφέτησής τους θυσιάστηκε «η βιοτεχνία» στην μεγάλη βιομηχανία, έτσι που το έτος 1873 τέλειωσε με την «ήττα του γερμανισμού». Το 1879 ακολουθεί ένα άλλο σύγγραμμα του Marr, τώρα με ακριβώς τον αντίστροφο υπότιτλο, «Ο δρόμος για τη νίκη του γερμανισμού πάνω στον εβραϊσμό» και τίτλο «Μην ψηφίζετε τους Eβραίους». Στην περίοδο μιας μακράς οικονομικής ύφεσης όπως αυτής των δεκαετιών του ΄60 και ΄70, όπου επικρατούσε μεγάλη δυσφορία, το σύγγραμμα αυτό απευθυνόταν κυρίως στα μικρομεσαία και αγροτικά στρώματα των εκλογέων. Ο Wilhelm Marr γίνεται το ίδιο έτος ιδρυτής του πρώτου αντισημιτικού «κινήματος» στη Γερμανία, την «Αντισημιτική Λίγκα», και ισχύει σαν ο δημιουργός της λέξης «αντισημιτισμός» ή το λιγότερο σαν εκείνος που την εισήγαγε στην πολιτική χρήση της γλώσσας. Είναι επίσης ο πρώτος που κηρύσσει προγραμματικά το ρατσισμό σαν μοναδική επιτρεπτή βάση του αντισημιτισμού ενώ στα αναρίθμητα συγγράμματά του που ακολουθούν, δεν τονίζει τίποτα άλλο παρά το ότι το ζήτημα τού να ανήκει κανείς στον εβραϊσμό δεν είναι ζήτημα θρησκείας αλλά «φυλής» και «φυλετικού χαρακτήρα» που ανάγεται από αυτήν βρίσκοντας γρήγορα υποστηρικτές απ΄ τον Eugen Dühring (τον γνωστό μικροαστό σοσιαλιστή, τις ιδέες του οποίου καταπολέμησε κάποτε ο Engels στο έργο του «Αντι-Ντύριγκ») μέχρι τον Chamberlain. Έτσι ο αντισημιτισμός, ο οποίος ιστορικά διήρκεσε εκατονταετίες, μπήκε τελειωτικά στα ιδεολογικά πλαίσια ενός επιθετικού και δυναμικού ιμπεριαλισμού: Ο ρατσισμός, πάνω στο «θεωρητικό» έδαφος του οποίου τέθηκε, συνενώθηκε ήδη το ίδιο διάστημα πριν απ΄ αυτόν με τον κοινωνικό δαρβινισμό κερδίζοντας από δω τη φήμη του σαν «φυσική επιστήμη». Αυτή η ιμπεριαλιστική φιλοσοφία διείσδυσε με την ρατσιστική επιχειρηματολογία του αντισημιτισμού μέσα σ΄ αυτόν τον ίδιο, έτσι που το κοσμοείδωλό του της «πάλης για την ύπαρξη», έγινε τώρα και δική του φιλοσοφική βάση και «ηθική», παίρνοντας τώρα και αυτός τη δική του επιθετική δυναμική η οποία δεν γνωρίζει κανένα τέλος για ζωή ή θάνατο.

Μ΄ αυτόν τον ρατσιστικά τεκμηριωμένο «σύγχρονο» αντισημιτισμό, συνδέθηκαν εκείνοι οι οποίοι ενδιαφέρονταν για την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στην ιμπεριαλιστική βούληση για πόλεμο. Και μάλιστα ο αντισημιτισμός αυτός συμπλήρωνε απ΄ τη μια το γερμανόφιλο φυλετικό κοσμοείδωλο με τη δήλωση, ότι απέναντι στους «ανώτερους» Άριους ή Γερμανούς βρίσκεται η πιο εχθρικά παγκοσμίως «κατώτερη» και πιο επικίνδυνη φυλή των «Εβραίων». Αυτή η αντισημιτική συγκεκριμενοποίηση του φυλετικού εχθρικού κοσμοειδώλου συνέπεσε ταυτόχρονα με το στόχο της εσωπολιτικής καταπολέμησης του σοσιαλισμού. Από δω προέκυψε ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό μοντέλο: Το ναζιστικό μοντέλο περί «σοσιαλισμού».

***

16. Το ναζιστικό μοντέλο περί «σοσιαλισμού»

Η ανάλυση τούτη πλησιάζει ήδη προς το τέλος. Δε μένει λοιπόν παρά να συνθέσουμε όλα εκείνα τα ιδεολογικά στοιχεία τα οποία αναπαριστάνουν στις βασικές του γραμμές το δημαγωγικό ναζιστικό μοντέλο περί «σοσιαλισμού», η ανάλυση του οποίου είναι άκρως σημαντική για την κατανόηση της ιστορίας και της ιδεολογίας του γερμανικού φασισμού (ναζισμού).

Το μοντέλο αυτό έπαιρνε υπόψη του ότι ο σοσιαλισμός βρίσκει πάντα μεγάλη απήχηση στην εργατιά εκφράζοντας τα συμφέροντά της και τους δίκαιους αγώνες της. Ξεκινούσε με το επιχείρημα ότι ο τωρινός μαρξιστικός σοσιαλισμός έχει σαν αφετηρία του ένα βασικό ιστορικοθεωρητικό σφάλμα, δηλαδή τη γνώμη ότι σε τελική ανάλυση αυτό που κινεί μπροστά όλη την ιστορία είναι τα ταξικά συμφέροντα ή οι τάξεις, η ιστορία κατά συνέπεια είναι μια ιστορία ταξικών αγώνων. Στην πραγματικότητα όμως –και τώρα η αντίθετη θέση– το αδιαίρετο υποκείμενο που κινεί την ιστορία συνδέοντας τις τάξεις μεταξύ τους εθνικά, είναι ένα στοιχείο το οποίο τις συγχωνεύει σε μια ενότητα. Τι μπορεί απ΄ τη μια να περιέχουν μέσα τους τα ολοφάνερα μέρη, οι τάξεις, που όμως σαν όλο είναι ένα μέγεθος που δεν διαιρείται παραπέρα; Αυτό είναι το «αίμα» -γι΄ αυτό και όλη η ιστορία δεν είναι μια ιστορία ταξικών αγώνων, αλλά αγώνων μεταξύ «κοινοτήτων αίματος» δηλαδή μεταξύ «φυλών» και αντίστοιχα μεταξύ ρατσιστικά νοούμενων εθνών.

Μέχρι εδώ το επιχείρημα αυτό είναι ταυτόσημο με τη γνώριμη σε μας ήδη θέση του ρατσιστικά–κοινωνικά δαρβινιστικά τεκμηριωμένου εθνικισμού. Τώρα όμως εισάγεται και ο ρατσιστικός αντισημιτισμός με τον ακόλουθο τρόπο: Η πιο ύπουλη και επικίνδυνη για τη γερμανική φυλή, εχθρική φυλή των «Εβραίων», διεξάγει την πάλη της για την καταστροφή των Γερμανών, οι οποίοι (σαν η «πιο ικανή» φυλή) αποτελούν το βασικό εμπόδιο στο δρόμο τους για την ποθητή κυριαρχία πάνω στον κόσμο, κυρίως με δυό μέσα «αποσύνθεσης», τα οποία αντιστοιχούν στο φυλετικό της πνεύμα: τον «διεθνισμό», τον οποίο προσπαθεί να εισάγει μέσα στη γερμανική φυλή και πριν απ΄ όλα μέσα στο γερμανικό λαό, για να παραλύσει τη θέλησή του στη διαρκή πάλη για την ύπαρξη μεταξύ των φυλών, και την «ταξική πάλη», η οποία αποτελεί την προσπάθεια παράλυσης της ικανότητας για πάλη του εχθρικού λαού, με το να κομματιάζει τα μέρη που παλεύουν μεταξύ τους.

 «Διεθνισμός» και «ταξική πάλη» -αυτές όμως ήταν οι θεμελιακές ιδέες και προσανατολισμοί του σοσιαλισμού. Ακριβώς έτσι, συνέχιζε η επιχειρηματολογία, και τι συμπέρασμα μπορεί να βγει από δω; Ότι αυτός ο τωρινά διαδομένος μέσα στην εργατιά μαρξιστικός σοσιαλισμός δεν είναι δικός της, αλλά εισήχθηκε σ΄ αυτήν μέσω της σοσιαλδημοκρατίας. Επομένως, είναι ένας «εβραϊκά μπασταρδεμένος» σοσιαλισμός, ο οποίος έχει σαν στόχο του, να καταστρέψει τη δύναμη επιβίωσης του γερμανικού λαού στην διαρκή πάλη για την ύπαρξη, μέσω της δικής του εργατιάς.

Ακριβώς γι΄ αυτό δεν θα μπορούσε να βρίσκεται προς το συμφέρον των Γερμανών εργατών και επομένως δεν είναι δικός της σοσιαλισμός. Τι θα μπορούσε όμως να λεχθεί για τους σοσιαλιστές καθοδηγητές, οι οποίοι καθημερινά στρέφονται στο λαό με εβραϊκά συνθήματα αγώνα του «διεθνισμού» και της «ταξικής πάλης»; Θα μπορούσε να υπάρξει μόνο ένα συμπέρασμα: Αυτοί είναι πράκτορες του εξωτερικού φυλετικού εχθρού, οι οποίοι επιδιώκουν την καταστροφή του γερμανικού λαού –και πραγματικά: πολλοί απ΄ αυτούς είναι Εβραίοι. Ο Μαρξ ήταν Εβραίος, αυτός επινόησε τον μαρξισμό προς το συμφέρον της δικής του φυλής σαν δαιμόνιο όργανο, δίνοντας μια διαφορετική λειτουργία στην εργατική τάξη, μια διαφορετική λειτουργία της ισχυρότερης εσωτερικής δύναμης του γερμανικού λαού σε ακούσια τάγματα αγώνα ενάντια στον ίδιο, για τον θρίαμβο του εβραϊσμού στην πάλη για την κυριαρχία πάνω στον κόσμο.

Όμως ένας μη εβραϊκά μπασταρδεμένος σοσιαλισμός πρεσβεύει αυτονόητα μόνο την «πάλη για την ύπαρξη» του δικού του λαού (εδώ γίνεται φανερός ο κοινωνικός δαρβινισμός), η οποία είναι ένας διαρκής αγώνας των φυλών «για κατάκτηση εδάφους» πάνω σ΄ αυτή τη Γη (εδώ είναι εμφανής η ρατσιστικά περιγραφόμενη ιμπεριαλιστική έννοια του όλου). Ένας τέτοιος σοσιαλισμός παίρνει μέρος σ΄ αυτή την πάλη και συνεισφέρει λόγω εσωτερικής πεποίθησης στη νίκη του δικού του λαού και στη μέγιστη δυνατή στρατιωτική του ισχύ. Επομένως, δεν είναι «διεθνιστικός» αλλά ένας «εθνικός» σοσιαλισμός (έτσι εξηγείται και ο τίτλος του ναζιστικού κόμματος σαν «Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα» - NSDAP). Και σαν τέτοιος δεν είναι «εβραϊκά μπασταρδεμένος», κατά συνέπεια είναι ένας σοσιαλισμός ελεύθερος απ΄ τη σκέψη περί «ταξικής πάλης», επομένως δεν σχετίζεται με μια μοναδική τάξη –παρακινώντας έτσι τις τάξεις να συγκρούονται μεταξύ τους-, αλλά είναι ένας σοσιαλισμός, ο οποίος είναι προσανατολισμένος στο όλο, στην ενότητα του αίματος, στον αδιαίρετο μέσω του αίματος λαό, γι΄ αυτό δεν είναι ένας προσδιορισμένος από τις τάξεις, αλλά ένας «λαϊκός» σοσιαλισμός.

Όμως: Οι κοινωνικές αδικίες τις οποίες βιώνουν οι εργάτες, προκαλούν δίκαια την κατακραυγή τους, η εκμετάλλευση την οποία καταγγέλλουν αυτοί και οι μαρξιστές υπάρχει στην πραγματικότητα. Η πανουργία του μαρξισμού –σύμφωνα με την «εθνικοσοσιαλιστική» σκέψη– βρίσκονταν μεν στο ότι τους εξέγειρε στην πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση, ταυτόχρονα όμως τους απέκρυπτε το από πού αυτή προέρχεται. Επειδή όλη η εκμετάλλευση και ο εξευτελισμός των εργατών έχουν τις αιτίες τους στο ότι ο εβραϊσμός στη πάλη του για την αποσύνθεση της ζωντανής δύναμης της γερμανικής φυλής, δεν περιορίστηκε στην εισχώρηση μέσα στην εργατιά με τη μορφή του μαρξισμού, αλλά διείσδυσε παρόμοια και μέσα στο ίδιο το κεφάλαιο. Εκεί σχημάτισε δίπλα στο τίμιο, ικανό, γερμανικό και αναγκαίο για την κάλυψη σε αγαθά του έθνους «δημιουργικό» κεφάλαιο, το αδυσώπητο, εγωιστικό, -αντίστοιχο του εβραϊκού πνεύματος– ενδιαφερόμενο μόνο για το δικό του κέρδος «αρπακτικό» κεφάλαιο, πριν απ΄ όλα το μεγάλο κεφάλαιο, ιδιαίτερα ελκτικό μέσα στον εβραϊσμό. Με τον αγοραίο «υλισμό» του, την «τοκογλυφία» του και την απληστία του για κέρδος, δυσφημούσε όλο και περισσότερο το συνολικό κεφάλαιο μολύνοντάς το με την ανηθικότητά του.

Τελικό συμπέρασμα: Αν η γερμανική εργατιά θέλει να επιτύχει όχι πλέον έναν εβραϊκά μπασταρδεμένο, αλλά έναν δικό της «γερμανικό» σοσιαλισμό, τότε προϋπόθεση για την εγκαθίδρυσή του είναι η εξόντωση της εβραϊκά – μαρξιστικής ξένης παραλλαγής του μέσα απ΄ τις γραμμές της και του εβραϊσμού στο σύνολό του μέσα απ΄ το «γερμανικό λαϊκό σώμα». Ο δρόμος για την πραγματοποίηση του «αληθινού», του «εθνικού» σοσιαλισμού, είναι αυτός που οδηγεί μέσω της εξόντωσης της ξένης προς την φυλή «διεθνιστικής» του μπασταρδοποίησης.

Έτσι περατώθηκε η επιχειρηματολογία, η οποία έκανε επίκληση στο όνομα ενός υποτιθέμενου σοσιαλισμού για την καταπολέμηση και το τσάκισμα του πραγματικού, ώστε να γίνει δυνατή η κινητοποίηση των λαϊκών μαζών και ταυτόχρονα για να συγκεντρώσει όλους τους εσωτερικούς και εξωτερικούς πολιτικούς εχθρούς και τα πιθανά θύματα της επίθεσης του γερμανικού ιμπεριαλισμού, στην εικόνα ενός και μοναδικού εχθρού, του «εβραϊσμού». Μ΄ αυτό το δημαγωγικό σχήμα ήταν τώρα δυνατό, να μπουν κάτω απ΄ την ίδια στέγη ο μαρξισμός απ΄ τη μια μεριά και η Wall Street, σαν υποτιθέμενο Ελντοράντο του «αρπακτικού» κεφαλαίου απ΄ την άλλη, κηρύσσοντάς τους σαν μια κοινότητα που συνωμοτούσε ενάντια στη «γερμανική φυλή» και τον «γερμανισμό». Κατά παρόμοιο τρόπο, όλα τα άλλα ανεπιθύμητα πολιτικά φαινόμενα τέθηκαν σ΄ έναν μοναδικό παρονομαστή περί παγκόσμιας συνωμοσίας (ο φιλελευθερισμός στον παρονομαστή «αρπακτικό» κεφάλαιο, ο κοινοβουλευτισμός στον παρονομαστή «αποσυνθετικό εβραϊκό πνεύμα», κτλ) και ταυτόχρονα με όλα αυτά δόθηκε μέσω του πολύτιμου συμβόλου «Άριος» μια γενική άφεση αμαρτιών και εν λευκώ εξουσιοδότηση στο γερμανικό μεγάλο κεφάλαιο.

***

17. Αντί επιλόγου

Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ο βιολογισμός αρχίζει να παρουσιάζεται πιο ραφιναρισμένα παίρνοντας διάφορες μορφές, στον πυρήνα του όμως παραμένει ο ίδιος. Κύρια χρήση του κάνει ο νεοφασισμός/δεξιός εξτρεμισμός και οι οργανώσεις του. Ο νεοφασισμός προσπαθεί σε πρώτη γραμμή να διακόψει με τη συνολική εξέλιξη απ’ τη Γαλλική Επανάσταση. Στην ιδεολογία των δεξιών εξτρεμιστικών κομμάτων ανήκουν τέσσερα ουσιαστικά στοιχεία τα οποία αποτελούν τη βάση για τη ρατσιστική/νεοφασιστική πολιτική τους:

1. Η βασική αρχή της ισότητας των ανθρώπων δεν αναγνωρίζεται. Ισχυρίζονται ότι η έννοια «άνθρωπος» ή «ανθρωπότητα» επιτηδεύεται μια ισότητα, η οποία όμως δεν είναι δοσμένη από φυσικούς ή πολιτισμικούς λόγους. Γι αυτό, λένε, ο όρος «ανθρωπότητα» πρέπει να απορριφθεί σαν αντιεπιστημονικός με την έννοια του νομιναλισμού. Νομιναλισμός είναι μια φιλοσοφική διδασκαλία σύμφωνα με την οποία οι γενικές έννοιες δεν είναι παρά μόνο ονόματα –nomina– και όχι κάτι το πραγματικό.

2. Για τον δεξιό εξτρεμισμό δεν υπάρχει επομένως «ανθρωπότητα» αλλά μόνο διαφορετικοί λαοί και διαφορετικές φυλές. Τόσο ανάμεσα σ’ αυτούς που ανήκουν σ’ έναν λαό ή σε μια φυλή όσο και μεταξύ διαφορετικών φυλών υπάρχει μια φυσική ιεραρχία.

3. Απ’ αυτή την φυσική ιεραρχία ο δεξιός εξτρεμισμός ανάγει την μεριτοκρατία (meritocracy) σαν την καλύτερη και κοινωνικά πιο δίκαιη μορφή κυριαρχίας. Μεριτοκρατία είναι μια μορφή κυριαρχίας, η οποία βασίζεται πάνω στην επιλογή των αρίστων, των πιο άξιων (το ποιος μολαταύτα την επιβεβαιώνει σαν τέτοια, αυτό δεν εξηγείται). Η ιδέα της μεριτοκρατίας είναι ήδη διαδεδομένη στους δεξιούς εξτρεμιστικούς κύκλους. Αλλά και συντηρητικοί πολιτικοί απαιτούν επίσης μια «ηγεσία των αρίστων».

Μ’ αυτή την έννοια συχνά γίνεται λόγος για ελίτ καθώς και για μια υποστήριξη των «ιδιοφυών» μαθητών μέσα στα σχολεία. Η υποστήριξη αυτή συνδέεται στενά με τη ρατσιστική θεωρία περί κληρονομικότητας της νοημοσύνης.

4. Ο ρατσισμός είναι η βάση κάθε δεξιάς εξτρεμιστικής ιδεολογίας. Με τη βοήθεια συγγραμμάτων όπως του ηθολόγου Konrad Lorenz, του μαθητή του Irinäus Eibl-Eibesfeld, του ψυχολόγου Hans Jürgen Eysenck, του ψυχολόγου της εκπαίδευσης Arthur Jensen και άλλων, γίνεται προσπάθεια να τεκμηριωθεί η πολιτική ρατσιστικά.

***

Πρέπει να επισημανθεί ακόμη το γεγονός, ότι απ΄ τα τέλη της δεκαετίας του 1980 κάνει την εμφάνισή του, αρχικά στη Γαλλία, ένα νέο θεωρητικό ρεύμα, ο νεορατσισμός ή αλλιώς «πολιτιστικός ρατσισμός», που σταδιακά ξαπλώνεται σ΄ όλη την Ευρώπη. Οι νεορατσιστικές και νεοφασιστικές αντιλήψεις ενσωματώνουν μέσα τους πολλά στοιχεία του ρατσισμού και του φασισμού, ταυτόχρονα όμως θέτουν κάποια ζητήματα σε νέα βάση. Κεντρικό δόγμα του νεορατσισμού είναι η αντίληψη, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κατά βάση φυλετικά ισότιμοι (επομένως εδώ δεν γίνεται διάκριση σε ανώτερες και κατώτερες «φυλές»), όμως μεταξύ τους διαφορετικοί και ασυμβίβαστοι είναι οι πολιτισμοί. Επομένως, οι πολιτιστικές διαφορές, -σύμφωνα μ΄ αυτή την άποψη-, είναι αμετάλλακτες και άρα ανυπέρβλητες, γι΄ αυτό και στις περιοχές που ζουν άτομα με διαφορετικό πολιτισμό οι συγκρούσεις μεταξύ των πολιτισμικών ομάδων είναι αναπόφευκτες.

Οι παραπάνω αντιλήψεις πολύ λίγο έχουν απασχολήσει μέχρι σήμερα στη χώρα μας το αντιρατσιστικό κίνημα.

***

Πλησιάζουν ήδη 7 δεκαετίες από τότε που οι βασικές φασιστικές δυνάμεις Γερμανία, Ιταλία και Ιαπωνία ηττήθηκαν στρατιωτικά. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα «φασισμός» έχει εξαφανιστεί οριστικά από προσώπου Γης. Αυτό έδειξαν τα προτσές στην πορεία των οποίων εξουδετερώθηκαν μορφές αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας από (νεο)φασιστικές δυνάμεις, όπως π.χ. στην Ελλάδα (1967), στη Χιλή (1973), στην Αργεντινή (1976), στην Τουρκία (1980). Αυτό δείχνουν όμως σήμερα και οι πολλαπλές εξελίξεις και ιδεολογίες με την άνοδο του νεοφασισμού/Άκρας Δεξιάς σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης.

Σε ό,τι αφορά στη Γερμανία, μπορεί να πει κανείς ότι ο νεοφασισμός σήμερα δεν έχει μεγάλη δύναμη σε επίπεδο οργάνωσης. Πρέπει όμως να είναι προσεκτικός σε ό,τι αφορά στον αριθμό των μελών και των εκλογέων, γιατί το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για το ναζιστικό κόμμα (NSDAP): Στις εκλογές του Ράιχ το 1928 το ναζιστικό κόμμα είχε πάρει το 2,6% των ψήφων (σε απόλυτο αριθμό αντιστοιχούσε σε 810.000 ψήφους). Παρόλα αυτά τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Ιούλη του 1932, το ποσοστό αυτό αυξάνεται θεαματικά στο 37,4% (13.746.000 ψήφοι). Πρέπει επομένως να εξετάζεται σε βάθος, αν υπάρχει εκείνο το δυναμικό το οποίο θα μπορούσε κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες να βγει στην επιφάνεια. Ο φασισμός στη Γερμανία μπόρεσε να αναπτυχθεί τόσο γρήγορα, επειδή δεκαετίες πριν είχε διαμορφωθεί ένα δυναμικό πάνω στο οποίο έγινε δυνατό να ευδοκιμήσει όταν ήρθαν να προστεθούν και οι ιδιαίτερες συνθήκες αυτής της χώρας.

Σε ό,τι αφορά στην αποναζιστικοποίηση στη Δυτική Γερμανία αυτή δεν έλαβα χώρα ποτέ. Μερικά στοιχεία είναι ενδεικτικά: Το 1955 στο Υπουργείο Άμυνας πάνω από το 77% των θέσεων ήταν κατειλημμένες από πρώην μέλη του ναζιστικού κόμματος. Όλα επίσης τα υπουργεία και οι δημόσιες υπηρεσίες ήταν κατειλημμένες με ναζιστές, όπως για παράδειγμα στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών (πάνω από 50%), στο Υπουργείο Εξωτερικών (πάνω από το ένα τρίτο). Στην BKA (Bundeskriminalamt – η αντίστοιχη ελληνική ΕΥΠ) το 1959 τρεις στους τέσσερις υπαλλήλους σε επίπεδο στελεχικού δυναμικού ήταν πρώην μέλη του ναζιστικού κόμματος (NSDAP), και πάνω από τους μισούς ήταν στους Ες Ες. Ανάλογη ήταν και η κατάληψη σε διάφορα κυβερνητικά πόστα από πρώην Ναζί. Οι δυτικογερμανικές κυβερνήσεις έχουν να παρουσιάσουν μέχρι σήμερα 27 καγκελάριους και υπουργούς οι οποίοι ήταν μέλη του ναζιστικού κόμματος ή των Ες Ες, συμπεριλαμβανομένου του πρώην υπουργού εξωτερικών Hans-Dietrich Genscher.


Ποια είναι όμως και η κατάσταση σχετικά με την ιστορική γνώση των Γερμανών σήμερα; Πάνω από έξι εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν από τους Γερμανούς φασίστες επειδή ήταν Εβραίοι. Πάνω από ένα εκατομμύριο από αυτούς πέθαναν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς. Κι όμως, σύμφωνα με τελευταίες δημοσκοπήσεις ο ένας στους πέντε Γερμανούς κάτω από 30 ετών δεν έχει ακούσει το όνομα Άουσβιτς. Γνωρίζει μήπως το άλλο 80% για συγκεκριμένα στοιχεία; Δυστυχώς όχι. Ο ένας στους τρεις Γερμανούς δεν ξέρει καν ότι το Άουσβιτς βρίσκεται στην Πολωνία.

***

Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα. Εκφράζεται από κάποιους η άποψη, ότι στην Ελλάδα ο νεοφασισμός έχει την ιδιομορφία ότι είναι συνδεδεμένος με το (παρα)κράτος, κάτι που όπως λένε, δεν ισχύει για άλλες χώρες της Ευρώπης, επομένως η αντιμετώπισή του πρέπει να είναι και διαφορετική. Γεγονότα όμως σε διάφορες χώρες δείχνουν ότι νεοφασιστικές οργανώσεις και (παρα)κράτος συνδέονται μεταξύ τους με πολλά νήματα, επομένως αυτό δεν αποτελεί κάποια ιδιομορφία της Ελλάδας. Σαν ένα απ΄ τα πολλά παραδείγματα θα μπορούσε εδώ να αναφερθεί η αποκάλυψη στοιχείων που λαμβάνουν χώρα τους τελευταίους μήνες στη Γερμανία, όπου σε διάφορες εγκληματικές ενέργειες εμπλέκονται νεοφασιστικές οργανώσεις και κρατικές μυστικές υπηρεσίες.

Μια δεύτερη θέση είναι αυτή που υποστηρίζει ότι ο βιολογικός ρατσισμός (σ.σ. δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι (νεο)φασισμός και (νεο)ρατσισμός πάνε χέρι-χέρι, ότι αλληλοτροφοδοτούνται), δεν έχει στις μέρες μας την επιρροή που είχε κάποτε πάνω στις λαϊκές μάζες, και επομένως θα πρέπει να αναζητήσουμε αλλού τις αιτίες ανόδου του νεοφασισμού, άρα κι εδώ η καταπολέμησή του θα πρέπει να γίνει διαφορετικά, ή τουλάχιστον, η αντιφασιστική και αντιρατσιστική πάλη θα πρέπει να λάβει υπόψη της διαφορετικές παραμέτρους.

Σχετικά με την παραπάνω θέση: Είναι γεγονός ότι η επιρροή του βιολογικού ρατσισμού έχει εξασθενίσει σε σχέση με παλιότερες περιόδους. Όμως ορθό είναι επίσης ότι ο ρατσισμός αυτού του είδους έχει μεταλλαχθεί, είναι πιο ραφιναρισμένος, επομένως εντοπίζεται πολύ πιο δύσκολα διότι τώρα καλύπτεται από έναν «επιστημονικό» μανδύα. Αναφερόμαστε για παράδειγμα στην ηθολογία (κλάδος της βιολογίας που μελετά την συμπεριφορά των ζώων), όπου γίνεται προσπάθεια από μια μερίδα ηθολόγων να μεταφέρουν τα πορίσματά της πάνω στην ανθρώπινη κοινωνία, στην λεγόμενη κοινωνιοβιολογία (από το 1975, λαμβάνοντας σαν αφετηρία το βιβλίο του E. Wilson, «Κοινωνιοβιολογία. Η νέα σύνθεση»), στην γενετική (παρεμβάσεις στο DNA με απρόβλεπτες συνέπειες), στα γνωστά τεστ IQ (Δείκτης Νοημοσύνης), θύματα των οποίων πέφτουν και πολλοί εκπαιδευτικοί, κυρίως λόγω άγνοιας, συνεχίζοντας έτσι τις ρατσιστικές αντιλήψεις όπως αυτές του Eysenck ή του Jensen. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια εντάσσονται και μια σειρά νόμοι (θεσμικός ρατσισμός) αλλά και διακηρύξεις αστών πολιτικών. Αναφέρουμε σαν παράδειγμα την τροπολογία που ψηφίστηκε στις 30.3.2012 (για υποτιθέμενα «μεταδιδόμενα νοσήματα» από τους μετανάστες), ή τον Νόμο 3699/2008, ο οποίος βασιζόμενος σε προηγούμενο νόμο (Ν. 3194/2003) που έκανε λόγο για «χαρισματικά παιδιά», εισάγοντας έτσι έναν παιδαγωγικό ρατσισμό, τα Πρότυπα-Πειραματικά σχολεία (με νόμο που ψηφίστηκε στις 12.5.2011) και φυσικά διακηρύξεις όπως αυτές της Διαμαντοπούλου για μια «κοινωνία των αρίστων». Όλα τούτα, -και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε την απαρίθμηση-, δε συνιστούν παρά ρατσισμό υψωμένο στο τετράγωνο.

Με όλα τα παραπάνω θέλουμε να τονίσουμε κάτι πολύ απλό, που όμως φαίνεται να διαφεύγει της προσοχής κάποιων οι οποίοι ασχολούνται με τα θέματα του (νεο)ρατσισμού και (νεο)φασισμού: Το ψηφισθέν θεσμικό πλαίσιο που αφορά σε μια σειρά ζητήματα, π.χ. μεταναστευτική πολιτική (όπως άδειες παραμονής, πολιτικό άσυλο, γκετοποίηση, δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης), λειτουργία και διαχωρισμός σχολείων κτλ, ο ρόλος των αστικών ΜΜΕ και οι κατά καιρούς διακηρύξεις αστών πολιτικών…, είναι αυτά που σταδιακά έχουν προετοιμάσει το έδαφος για την άνοδο της «Χρυσής Αυγής» ή του ΛΑΟΣ. Αν επιπρόσθετα ληφθεί υπόψη και η σημερινή κρίση του καπιταλισμού, μια πραγματικότητα πάνω στην οποία μπορεί να ευδοκιμήσει ο εθνικισμός/αστικός «πατριωτισμός», τότε «το γλυκό έδεσε». Επομένως, μια συνεπής αντιρατσιστική/αντιφασιστική πολιτική δεν μπορεί να επικεντρώνεται απλά στο να μην μπουν στη βουλή τα ακροδεξιά και νεοφασιστικά κόμματα, ή στην αντίκρουση πογκρόμ ενάντια στους μετανάστες, για παράδειγμα στον Άγιο Παντελεήμονα, -θα πρέπει να γίνουν και αυτά, είναι αυτονόητο-, όμως δεν αρκούν, διότι τότε βλέπει κανείς το δέντρο αλλά χάνει το δάσος. Πολεμά τα αποτελέσματα του φαινομένου, όχι όμως και τις αιτίες που τα προκαλούν, οι οποίες σε τελική ανάλυση βρίσκονται μέσα στον καπιταλισμό. Είναι λοιπόν ανάγκη η θεματολογία να διευρυνθεί, να ανοιχτεί ένα διαρκές ιδεολογικό μέτωπο όχι μόνο ενάντια στη «φαιά πανούκλα» και σε ό,τι εκπορεύεται απ΄ αυτήν, αλλά και ενάντια σε κάθε αντίληψη, που καλυμμένη κάτω από ένα δήθεν «επιστημονικό» μανδύα φιγουράρει είτε μέσα απ΄ τα αστικά ΜΜΕ, είτε μέσα απ΄ τις διακηρύξεις αστών πολιτικών, καθώς και ενάντια στο θεσμικό εκείνο πλαίσιο το οποίο εφαρμόζει αυτές τις αντιλήψεις, τις τσιμεντάρει, τις νομιμοποιεί. Ποιος όμως είναι εκείνος που θα παίξει αποφασιστικό, καταλυτικό ρόλο στην πολιτική και ιδεολογική αντίκρουση αυτού του φαινομένου αν όχι οι δυνάμεις της Αριστεράς;
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Οι πίνακες που ακολουθούν έχουν ληφθεί απ΄ το βιβλίο του Reinhard Kühnl: «Formen bürgerlicher Herrschaft. LiberalismusFaschismus», σελ. 107.

[2] Όταν μετά από μια διάλεξη η οποία αναφερόταν στη θεωρία του Δαρβίνου, η Lady Ashley άκουσε ότι οι άνθρωποι κατάγονται απ’ τους πιθήκους αναφώνησε: «Ας ελπίσουμε ότι δεν είναι αλήθεια. Αν όμως είναι αλήθεια, ας ελπίσουμε ότι δε θα γίνει ευρέως γνωστή». Η περίφημη βέβαια έκφραση ότι ο «άνθρωπος προέρχεται από τον πίθηκο» αποδίδεται εσφαλμένα στον Δαρβίνο. Ουσιαστικά, αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι, ότι οι άνθρωποι και οι σημερινοί πίθηκοι προέρχονται από έναν κοινό πρόγονο, πράγμα εντελώς διαφορετικό.

[3] Μια ενδιαφέρουσα κριτική ανάλυση στην πλατωνική αντίληψη περί Ατλαντίδας κάνει ο γνωστός Γάλλος ιστορικός και ελληνιστής Πιερ Βιντάλ-Νακέ στο βιβλίο του «Η Ατλαντίδα. Μικρή Ιστορία ενός πλατωνικού μύθου», εκδόσεις Ολκός.

[4] Ο Engels στον Pjotr Lawrowitsch Lawrow, 12-17 Νοεμβρίου 1875. Στο: Marx-Engels Werke, τ. 34, σελ. 170.

[5] Ο Marx στον Ludwig Kugelmann, 27 Ιουνίου 1870. Στο: Marx-Engels Werke, τ. 32, σελ. 685/686.
_________________

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. ΕΛΛΗΝΙΚΗ

- Αλαχιώτης Σ. «Περί του βιολογικού αναγωγισμού», στο: Ουτοπία, τεύχος 42 / 2000

- Goffman, E., Στίγμα. Σημειώσεις για τη διαχείριση της φθαρμένης ταυτότητας, Αθήνα 2001

- Woolfolk A., Εκπαιδευτική Ψυχολογία, Αθήνα 2007

- Gribbin J. & M., Η κοινωνιοβιολογία του ανθρώπου. Το πλεονέκτημα του 1%, Αθήνα 1989

- Γαβάνας Π., Κληρονομικότητα και περιβάλλον. Προσπάθεια μιας διαλεκτικής προσέγγισης, Διπλωματική εργασία (αδημοσίευτη) για την απόκτηση της Παιδαγωγικής και Διδακτικής Επάρκειας, ΑΣΠΑΙΤΕ, Σάπες Ροδόπης 2010

- Δαφέρμος Μ., Η πολιτισμική-ιστορική θεωρία του Vygotsky. Φιλοσοφικές-ψυχολογικές-παιδαγωγικές διαστάσεις, Αθήνα 2002

- Δημητρίου Σ., Μορφές βίας, Αθήνα 2003

- Dobzhansky T., Η γενετική της εξελικτικής πορείας, Θεσσαλονίκη 2004

- Ένγκελς Φ., Διαλεκτική της φύσης, Αθήνα 1984

- Erickson P. / Murphy L., Ιστορία της ανθρωπολογικής σκέψης, Αθήνα 2002

- Ιρτ Ν. «Η επαναφορά της θεωρίας των “χαρισμάτων”», στο: Θέματα Παιδείας, τεύχος 17-18 / 2004

- Jacquard A., Εγώ και οι άλλοι. Μια γενετική προσέγγιση, Αθήνα 2002

- Κάτσικας Χ. / Καββαδίας Γ.Κ., Η ανισότητα στην ελληνική εκπαίδευση. Η εξέλιξη των ευκαιριών πρόσβασης στην ελληνική εκπαίδευση (1960 – 2000), Αθήνα 2000

- Κάτσιου-Ζαφρανά Μ., Εγκέφαλος και εκπαίδευση, Θεσσαλονίκη 2005

- Καψάλη Α., Παιδαγωγική Ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 2000

- Κέρκχοφ Ζ.Π. «“Σκράπες”…και “ιδιοφυΐες”», στο: Θέματα Παιδείας, τεύχος 17-18 / 2004

- Κλάριερ Κ. «Η εφαρμογή των τεστ νοημοσύνης στις ΕΠΑ», στο: Θέματα Παιδείας, τεύχος 17-18 / 2004

- Κούβελας Μ., Διαλεκτική Ψυχολογία. Στα βήματα του Vygotsky. Αθήνα 2007

- Κουρίλσκι Φ., DNA. Το νήμα της ζωής και οι γενετικές επεμβάσεις, Αθήνα 1993

- Κούρτοβικ Δ., Συγκριτική Ψυχολογία (Ηθολογία), Αθήνα 1998

- Κριμπάς Κ., Δαρβινισμός και ιστορία του έως τις μέρες μας, Αθήνα 2009

- Κυρίδης Α., Εκπαιδευτική Ανισότητα. Οριοθέτηση και προσπάθειες θεωρητικής προσέγγισής της, Θεσσαλονίκη 1996

- Λάκκα Λ. «Το παράδοξο του βιολογικού παραδείγματος», στο: Ουτοπία, τεύχος 50 / 2002

- Λεόντιεφ Α.Ν. «Αρχές της ψυχικής ανάπτυξης και το πρόβλημα της διανοητικής ανεπάρκειας», στο: Θέματα Παιδείας, τεύχος 3 / 2000

- Leroi-Gourhan A., Το έργο και η ομιλία του ανθρώπου (2 τόμοι), Αθήνα 2000

- Levontin R., Δεν είναι πάντα έτσι. Το όνειρο του ανθρώπινου γονιδιώματος και άλλες πλάνες, Αθήνα 2002

- Λιούνγκμαν Κ., Ο μύθος της ευφυΐας, Αθήνα 1987

- Mayr E., Τι είναι η εξέλιξη; Από τα βακτήρια στον άνθρωπο: γεγονότα, αποδείξεις και αλήθειες, Αθήνα 2005

- Mayr E., Η ανάπτυξη της βιολογικής σκέψης, Αθήνα 2008

- Μπιτσάκης Ε. «Η μοίρα της ανθρωπότητας είναι γραμμένη στα γονίδιά μας;», στο: Ουτοπία, τεύχος 42 / 2000

- Μπλαν Μ., Οι κληρονόμοι του Δαρβίνου, Αθήνα 1995

- Mühlbauer K.R., Κοινωνικοποίηση. Θεωρία και έρευνα, Θεσσαλονίκη 2003

- Ντούσας Δ., Rom και φυλετικές διακρίσεις. Στην ιστορία, την κοινωνία, την κουλτούρα, την εκπαίδευση και τα ανθρώπινα δικαιώματα, Αθήνα 1997

- Παππά Ε., Ο Πλάτωνας στην εποχή μας, Αθήνα 1997

- Παπαδημητρίου Ζ., Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός. Εισαγωγή στο φυλετικό μίσος, Αθήνα 2000

- Πιλιπόφσκι Β. «Ο κοινωνικός νεοδαρβινισμός στην Παιδαγωγική», στο: Θέματα Παιδείας, τεύχος 17-18 /2004

- Πολυχρονοπούλου Σ., Νοητική υστέρηση. Ψυχολογική, κοινωνιολογική και παιδαγωγική προσέγγιση, Αθήνα 1998

- Sahlins M., Χρήσεις και καταχρήσεις της βιολογίας. Μια ανθρωπολογική κριτική της κοινωνιοβιολογίας, Αθήνα 1997

- Shipman P., Η εξέλιξη του ρατσισμού. Οι ανθρώπινες διαφορές και η χρήση και κατάχρηση της επιστήμης, Αθήνα 1998

- Τσιάκαλος Γ., Απέναντι στα εργαστήρια του ρατσισμού, Αθήνα 2006

- Fings K. / Heuss H. / Sparing F., Οι Σίντι και οι Ρομά υπό το ναζιστικό καθεστώς, Αθήνα 1999

- Φουκώ Μ., Επιτήρηση και τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα 1976

- Foucault M., Για την υπεράσπιση της κοινωνίας, Αθήνα 2002

- Φράγκου Χ., Ψυχοπαιδαγωγική. Θέματα παιδαγωγικής ψυχολογίας, διδακτικής και μάθησης, Αθήνα 1994

- Φραγκουδάκη Α., Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης. Θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο σχολείο, Αθήνα 1985

- Φρομ Ε., Ανατομία της ανθρώπινης καταστροφικότητας (2 τόμοι), Αθήνα 1977

- Futuyma D., Εξελικτική βιολογία, Αθήνα 1991

***
Β. ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ

- Baur E. / Fischer E. / Lenz F., Grundriß der menschlichen Erblichkeitslehre und Rassenhygiene, München 1921
Band II: Lenz F., Menschliche Auslese und Rassenhygiene

- Bayerz K., Darwinismus als Ideologie, στο: Dialektik 5 /1982

- Bayerz K., GenEthik. Probleme der Technisierung menschlicher Fortpflanzung, Reinbeck bei Hamburg 1987

- Becker H. Der Überlebenskampf des Nordischen Menschentums in der Zukunft, 2004

- Behrens U., Lernen statt Begabung: Vorschläge zu einer neuen Herangehensweise an das Problem individuell unterschiedlicher Leistungen, στο: Forum Kritische Psychologie Nr. 42 /2000

- Benz W. / Graml H. / Weiß H., Enzyklopädie des Nationalsozialismus, München 2007

- Bey O., Die Eroberung der Welt durch die Juden, Wiesbaden 1875

- Brückner P., Sozialpsychologie des Kapitalismus, Hamburg 2004

- Buhr M. (Hrsg.), Enzyklopädie zur bürgerlichen Philosophie im 19. und 20. Jahrhundert, Köln 1988

- Cavalli-Sforza L. u. F., Verschieden und doch gleich. Ein Genetiker entzieht dem Rassismus die Grundlage, München 1996

- Chamberlain H, Arische Weltanschauung, München 1938

- Chamberlain H., Die Grundlagen des Neunzehnten Jahrhunderts, München 1912

- Darre R., Neuadel aus Blut und Boden, München 1930

- Das Programm der NSDAP, München 1928

- Drechsler K.-P., Beurteilt, Vermessen, Ermordet. Die Praxis der Euthanasie bis zum Ende des deutschen Faschismus, Duisburg 1993

- Dühring E., Die Judenfrage als Racen-, Sitten- und Culturfrage, Karlsruhe / Leipzig 1881

- Dühring E., Die Judenfrage als Frage des Rassencharakters, Berlin 1901

- Eibl-Eibesfeldt I., Liebe und Hass. Zur Naturgeschichte elementaren Verhaltensweisen, München 1970

- Essner C., Die «Nürnberger Gesetze» oder die Verwaltung des Rassenwahns, Paderborn / München / Wien / Zürich 2002

- Evola J., Grundrisse der faschistischen Rassenlehre, Leipzig 1943

- Fanon F., Die Verdammten dieser Erde, Reinbek bei Hamburg 1969

- Feder G., Das Programm der NSDAP und seine weltanschaulichen Grundgedanken, München 1935

- Friehe A., Was muss der Nazionalsozialist von der Vererbung wissen, Frankfurt/M 1936

- Geiss I., Geschichte des Rassismus, Frankfurt/M 1988

- Goebbels J., Das kleine ABC des Nazionalsozialisten, Berlin

- Goebbels J., Wesen und Gestalt des Nazionalsozialismus, Berlin 1934

- Griese A & G. Pawelzig, Friedrich Engels und Charles Darwin, στο: Dialektik 5 /1982

- Gross W., Weltanschauung und Rassenhygiene, München 1934

- Günther H., Rassenkunde des deutschen Volkes, München 1939

- Kardorff E., Zum Biologismus in den Sozialwissenschaften, στο: Heilmeier J. / Mangold K. / Mavrakis A. / Pfister T.  (επιμ.), Gen-Ideologie. Biologie und Biologismus in den Sozialwissenschaften, Berlin / Hamburg 1991

- Henle M. / Moby Dick-Arbeitsgruppe Stadtjugendring Augsburg, (R)Ausländer aus. Argumente gegen Rechtsextremismus und Rassismus, Köln 1993

- Hitler A., Mein Kampf

- Höfer N., Die Kontroverse um Anlage und Umwelt: Entwicklung als genetisches oder soziales Schicksal?, Humboldt-Universität zu Berlin, Institut für Pädagogische Psychologie, Wintersemester 2001/2002

- Holzkamp K., Grundlegung der Psychologie, Frankfurt/M 1985

- Holzkamp K., «Ηochbegabung»: Wissenschaftlich verantwortbares Konzept oder Alltagsvorstellung?, στο: Forum Kritische Psychologie Nr. 29, Hamburg 1992

- Klee E., Auschwitz, die NS-Medizin und ihre Opfer, Frankfurt/M 2004

- Klee E., «Euthanasie» im NS-Staat. «Die Vernichtung lebensunwerten Lebens», Frankfurt/M 2004

- Kommos R., Juden hinter Stalin, Berlin / Leipzig 1938

- Kühnen M., Die Zweite Revolution
Band I: Glaube und Kampf
Band II: Der Volksstaat

- Kühnen M., Lexikon der neuen Front

- Kühnl R., Formen bürgerlicher Herrschaft. Liberalismus – Faschismus, Reinbeck bei Hamburg 1986

- Kühnl R., Der Faschismus, Heilbronn 1998

- Levontin, R.C. / Rose S. / Kamin J.L., Die Gene sind es nicht, … Biologie, Ideologie und menschliche Natur, München 1989

- Liebenfels J. L. v., Theozoologie, Wien / Leipzig / Budapest

- Lilienthal G., Der «Lebensborn e.V.». Ein Instrument nationalsozialistischer Rassenpolitik, Frankfurt/M 2003

- List G. v., Die Armanenschaft der Ario-Germanen, Leipzig 1908

- Markard M., Einführung in die Kritische Psychologie, Hamburg 2009

- Marr W., Der Sieg des Judentums über das Germanentum, Bern 1879

- Memmi A., Rassismus, Frankfurt/M 1987

- Morgenstein C., Rassismus - Konturen einer Ideologie. Einwanderung im politischen Diskurs der Bundesrepublik Deutschland, Hamburg 2002

- Mitscherlich A. / Mielke F., Medizin ohne Menschlichkeit. Dokumente des Nürnberger Ärzteprozesses, Frankfurt/M 2004

- Nationalpolitische Aufklärungsschriften, Berlin
Heft 1: Grundzüge der nationalpolitischen Weltanschauung, 1942
Heft 5: Das rassische Erwachen des deutschen Volkes, 1942
Heft 15: Volk, Raum, Politik

- Oerter R. / Montana L., Entwicklungspsychologie, Weinheim 1995

- Opitz R., Faschismus und Neofaschismus, Köln 1988
Band I: Der deutsche Faschismus bis 1945

- Pasternaci K., Das Licht aus dem Norden, Berlin 1935

- Poehl G. / Agthe M., Das Judentum. Das wahre Gesicht der Sowjets, Berlin 1943

- Pernicka S., Wem gehören die Gene? Patente auf Leben für ein neues Wachstumsregime, Hamburg 2001

- Pohl D., Verfolgung und Massenmord in der NS-Zeit 1933-1945, Darmstadt 2003

- Poliakov L., Der arische Mythos. Zu den Quellen von Rassismus und Nationalismus, Hamburg 1993

- Przyrembel A, «Rassenschande». Reinheitsmythos und Vernichtungslegitimation im Nationalsozialismus, Göttingen 2003

- Rosenberg A., Die Spur des Juden im Wandel der Zeiten, München 1937

- Rosenberg A., Blut und Ehre. Ein Kampf für deutsche Wiedergeburt, 1938

- Rückriem G. / Tomberg F. / Volpert W., Historischer Materialismus und menschliche Natur, Köln 1978

- Sachse C. (επιμ.), Die Verbindung nach Auschwitz. Biowissenschaften und Menschenversuche an Kaiser-Wilhelm-Instituten, Göttingen 2003

- Sandkühler H.-J., Europäische Enzyklopädie zu Philosophie und Wissenschaften (4 Bände), Hamburg 1990
Λήμματα:
Band 1: «Aggression», «Begabung», «Biologie und Sozialwissenschaften», «Entwicklungspsychologie, psychische Entwicklung», «Eugenik»
Band 2: «Intelligenz»
Band 3: «Lernen», «Mensch», «Menschwerdung», «Persönlichkeit»
Band 4:«Rassismus», «Sozialdarwinismus», «Tätigkeit»

- Schmökel H., Die ersten Arier im alten Orient, Leipzig 1938

- Schulz E. / Frercks R., Ein Beitrag zur Judenfrage. Warum Arierparagraph, Berlin 1934

- Schurig V., Psychophylogenese und Umweltpsychologie als naturwissenschaftlicher Themenbereich der Kritischen Psychologie, στο: Forum Kritische Psychologie Nr. 50, 2006

- Schwidetzky I., Rassenkunde der Altslawen, Stuttgart 1938

- Seel H., Das neue Beamtengesetz vom 26. Januar 1937, Berlin 1937

- Seve L., Marxismus und Theorie der Persönlichkeit, Frankfurt/M 1973

- Siemens H., Vererbungslehre. Rassenhygiene und Bevölkerungspolitik, Berlin 1937

- SS-Rassenkunde und Richtlinien zur Gattenwahl

- SS-Hauptamt, Der Untermensch, 1942

- SS-Hauptamt, Rassenpolitik, 1943

- SS-Hauptamt, SS-Mann und Blutsfrage

- Staemmler M., Deutsche Rassenpflege, 1941

- Steiner R., Theosophie, 1918

- Stingelin M. (επιμ.), Biopolitik und Rassismus, Frankfurt/M 2003

- Trebitsch A., Arische Wirtschaftsordnung, Wien / Leipzig 1925

- Tschaetzsch K., Atlantis, die Urheimat der Arier, Berlin 1922

- Usadel G., Zucht und Ordnung. Grundlagen einer nazionalsozialistischen Ethik, Hamburg 1935

- Weingart P. / Kroll P. / Bayertz K., Rasse, Blut und Gene. Geschichte der Eugenik und Rassenhygenie in Deutschland, Frankfurt/M 1988

- Wieland H., Atlantis, Edda und Bibel, 1925

- Wölflingseder M., Biologismus – «Natur als Politik», στο: Fischer G. / Wölflingseder (επιμ.), Biologismus, Rassismus, Nationalismus, Wien 1995

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Inprecor» στις 02/05/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.