Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Στρατηγική και τακτική

του Παναγιώτη Γαβάνα

«Στους καιρούς της αδυναμίας συχνά δεν λείπει η σωστή γραμμή, αλλά η μία γραμμή. Στη θεωρία μας η μια φράση δένεται με την άλλη, ποια όμως ταιριάζει στην περίσταση; Όλα είναι εδώ, όλα όμως είναι πάρα πολύ. Δεν λείπουν οι προτάσεις, γίνονται δεκτές όμως πάρα πολλές. Δεν λείπουν οι σωστές διαπιστώσεις, ξεχνιούνται όμως πολύ γρήγορα. Στους καιρούς της αδυναμίας είναι κανείς στρατευμένος και δεν στρατεύεται. Στους καιρούς της αδυναμίας πολλά είναι σωστά, όμως ταυτόχρονα πολλά είναι αναγκαία και λίγα μπορούν να γίνουν΄ ο εκτοπισμένος απ’ τον αγώνα βρίσκεται σε ησυχία και δεν βρίσκει ησυχία». Μπέρτολτ Μπρεχτ [1]

Στο κείμενο που ακολουθεί θα εξετάσουμε ένα ζήτημα το οποίο –ιδιαίτερα τα τελευταία τρία χρόνια- βρίσκεται διαρκώς στην επικαιρότητα, κυρίως σε γραπτά που προέρχονται απ΄ το χώρο της αριστεράς: τη στρατηγική και τακτική. Το άρθρο επικεντρώνεται στην ανάλυση του περιεχομένου των δυό αυτών όρων, καθώς και σε μια σειρά σημαντικών λενινιστικών αρχών της πολιτικής στρατηγικής και τακτικής ενός μαρξιστικού κόμματος. Παράλληλα, κρίναμε σκόπιμο να ενσωματώσουμε στο κείμενο την ανάλυση μερικών εννοιών της υλιστικής διαλεκτικής που σχετίζονται άμεσα με το θέμα, δίνοντας παραστατικά κάποια παραδείγματα ώστε να διευκολυνθεί η κατανόηση του προαναφερθέντος ζητήματος, αλλά και αυτών των εννοιών. Στο εξεταζόμενο ζήτημα ανήκει επίσης η έννοια «κρίκος-κλειδί», που στην παρούσα συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.

***

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΥΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ

Ενικό (Ατομικό / Ξεχωριστό) - Μερικό (Ειδικό) - Γενικό

Ο πραγματικός κόσμος, η φύση και η κοινωνία, παρουσιάζεται στη γνώση μας σαν ένα άθροισμα ξεχωριστών πραγμάτων, συστημάτων και προτσές, τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους, αλληλοσυνδέονται και επιδρούν το ένα με το άλλο. Η έννοια «ενικό»«ατομικό», «ξεχωριστό»), σχετίζεται με ξεχωριστά πράγματα, συστήματα και προτσές, αλλά ταυτόχρονα και με τις δικές του ξεχωριστές ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Η ανθρώπινη γνώση προχωρά πάντα μπροστά, στο βαθμό που αυτή αυξάνεται για τις λεπτομέρειες, έτσι που αυξάνεται όλο και περισσότερο και η αναγνώριση του ενικού. Το προτσές αυτό όμως συνδέεται σε κάθε περίπτωση, με το ότι απ΄ το αυξανόμενο πλήθος των λεπτομερειών (του ενικού) αναδεικνύουμε/ξεχωρίζουμε το μερικό και το γενικό και με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο διευρύνουμε τη γνώση μας, αλλά και την βαθαίνουμε. Με την έννοια «μερικό» «ειδικό») κατανοούμε εκείνες τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά, μέσω των οποίων διαφοροποιείται ένα πράγμα ή μια ολόκληρη τάξη πραγμάτων από άλλα/ες. Σε αντίθεση με την έννοια του μερικού, η έννοια «γενικό» συσχετίζεται με γενικές ιδιότητες και στοιχεία των πραγμάτων της γνώσης μας. Κάθε ξεχωριστός άνθρωπος συγκρινόμενος με άλλους, είναι ένα ιδιαίτερο ον/πλάσμα διαφορετικό από τα άλλα. Ταυτόχρονα όμως έχει κοινές ιδιότητες και χαρακτηριστικά με τους άλλους ξεχωριστούς ανθρώπους, οι/τα οποίες/α τον χαρακτηρίζουν ως άνθρωπο, σε αντίθεση με τα φυτά και τα ζώα, όπως επίσης με τα πράγματα της μη-ζωντανής φύσης.

Όσο αναγκαίο είναι να κρατάμε ξεχωριστά τούς ορισμούς των εννοιών ενικό, μερικό και γενικό και να μην τους συγχέουμε μεταξύ τους, η σημασία αυτής της διαφοροποίησης είναι περιορισμένη. Η υλιστική διαλεκτική μας βοηθά να κατανοήσουμε την εσωτερική σύνδεση αυτών των εννοιών, την κίνηση και τη μετάβαση της μιας έννοιας στην άλλη, την ελαστικότητά τους, η οποία όμως δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη, αλλά να αντιστοιχεί στην αντικειμενική σύνδεση, η οποία αποτελεί τη βάση της. Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη το ενικό, το μερικό και το γενικό υπάρχουν στην ίδια την αντικειμενική πραγματικότητα. Σε καμιά περίπτωση δεν είναι ορισμοί της σκέψης ή μορφές της εποπτείας, αλλά υπάρχουν με διαφορετικό τρόπο. Το ενικό υπάρχει σαν πράγμα και προτσές αυτόνομα. Παρόλο που αυτό είναι συνδεδεμένο με άλλα πράγματα, μπορούμε να το αισθανθούμε είτε άμεσα, είτε όμως να το διαπιστώσουμε έμμεσα με ειδικά βοηθητικά μέσα, μηχανισμούς κ.α. Διαφορετικά έχει η κατάσταση με το γενικό. Αυτό σχηματίζει μια συγκεκριμένη πλευρά περισσότερων, πολλών ή όλων των πραγμάτων, το κοινό τους στοιχείο. Μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις –κατά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως το χρώμα, η ανθρώπινη μορφή ή κάτι παρόμοιο– είναι το γενικό προσβάσιμο στην παρατήρηση άμεσα ή έμμεσα. Αν πρόκειται όμως για τις εσωτερικές, τις ουσιαστικές ιδιότητες και συνδέσεις, τότε το γενικό μπορούμε να το κατανοήσουμε μόνο μέσω της διανοητικής δύναμης της αφαίρεσης και να το αναπαραστήσουμε σε έννοιες, θεωρίες κτλ. Αυτό αφορά ιδιαίτερα στις νομοτελειακές σχέσεις. Τις σχέσεις αυτές μπορεί να τις συλλάβει κανείς μόνο μέσω της εννοιολογικής σκέψης.

Ας ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση. Για την αναγνώριση της αντικειμενικής ύπαρξης του ενικού, του μερικού και του γενικού, έγιναν επανειλημμένα αντιπαραθέσεις στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ο αντικειμενικός ιδεαλισμός του Πλάτωνα διαχώριζε το γενικό απ΄ τις λεπτομέρειες (ενικό), αρνιόταν την υλικότητά του και τεκμηρίωνε μια αυτόνομη και αιώνια πνευματική ύπαρξη του γενικού σ΄ έναν κόσμο ιδεών. Τα παροδικά ξεχωριστά πράγματα όφειλαν να εξαρτώνται απ΄ αυτό το ιδεατό-γενικό. Η θέση αυτή βρήκε τη συνέχειά της στο μεσαιωνικό «ρεαλισμό», ο οποίος ισχυριζόταν την ιδεατή ύπαρξη του γενικού προσδίδοντάς του έναν υψηλότερο βαθμό ρεαλισμού απ΄ ό,τι τα ξεχωριστά πράγματα, τη συνέχειά του. Σήμερα παίζει επίσης έναν ρόλο στον νεοθωμισμό, ο οποίος βλέπει τις θεϊκές ιδέες σαν την υψηλότερη και απόλυτη πραγματικότητα. Σε αντίθεση μ΄ αυτή την αντίληψη ο εμπειρισμός απολυτοποιεί το ενικό, το αποσυνδέει απ΄ τη σχέση του με το γενικό και αρνείται την αντικειμενική ύπαρξη του γενικού. Η άρνηση της πραγματικότητας του γενικού σχηματίζει ένα απ΄ τα αφετηριακά σημεία, να τίθεται σε αμφισβήτηση η ύπαρξη της ύλης. Ο σημερινός υποκειμενικός εμπειρισμός (ο οποίος αντιπροσωπεύεται απ΄ τον νεοθετικισμό και τον πραγματισμό) ανακηρύσσει το ενικό σε «δεδομένο», το οποίο στη συνέχεια ταυτίζει με μια πολυμορφία αισθήσεων. Εδώ κλείνουμε την παρένθεση.

Μεταξύ των εννοιών ενικό, μερικό και γενικό δεν υπάρχουν απόλυτα, αμετακίνητα όρια. Αυτά αλληλοεξαρτώνται αναπόσπαστα και μεταβαίνουν το ένα στο άλλο. Ο Λένιν τόνιζε ότι οι μεταβάσεις αυτές εμπερικλείουν την ενότητα των αντιθέτων και ότι αυτές εμπεριέχονται σε οποιαδήποτε απλή λογική έκφραση. Στη θεωρία και στη πράξη το ζήτημα βρίσκεται πάντα στο να αναγνωρίζουμε και να εκτιμούμε σωστά το ενικό, το μερικό και το γενικό στην αντικειμενική τους σχέση/σύνδεση σαν ενότητα των αντιθέτων.

***

Για την καλύτερη κατανόηση των πιο πάνω ας δούμε κάποια παραδείγματα. Όπως είναι σήμερα διαμορφωμένη η κατάσταση σε διεθνές επίπεδο και εξαιτίας της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού (κατά τον Λένιν αυτός είναι απόλυτος νόμος), η σοσιαλιστική επανάσταση θα λαμβάνει χώρα με απόσχιση ξεχωριστών χωρών ή ακόμη και ομάδας χωρών (ενικό / ξεχωριστό) απ΄ το σύστημα του καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού, και η πραγματική ύπαρξη του σοσιαλισμού θα είναι συνδεδεμένη με ξεχωριστές χώρες. Δεν μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός σαν τέτοιος, ξεχωριστός απ΄ την ύπαρξη άλλων χωρών. Παράλληλα η κάθε σοσιαλιστική χώρα θα παρουσιάζει διάφορες ιδιαιτερότητες, χαρακτηριστικά (μερικό / ειδικό), τα οποία θα την κάνουν να διαφέρει από τις άλλες. Έτσι για παράδειγμα στο παρελθόν η Σοβιετική Ένωση ήταν κράτος πολυεθνικό με ομόσπονδη δομή, σε αντίθεση με άλλα κράτη του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην ανατολική Ευρώπη, τα οποία ήταν κράτη εθνικά. Πολυάριθμες ιδιαιτερότητες θα υπάρξουν επίσης μεταξύ των σοσιαλιστικών κρατών, οι οποίες θα οφείλονται εν μέρει στην ιστορική παράδοση, εν μέρει στις δοσμένες φυσικές συνθήκες, καθώς και στη δομή του τοπίου και του οικισμού, στο είδος και το μέγεθος των αποθεμάτων πρώτων υλών, στη διάρθρωση των οικονομικών κλάδων και των επαγγελμάτων, στα συγκεκριμένα ήθη και έθιμα κτλ τα οποία υπάρχουν. Στο βαθμό που παραπέρα χώρες της γήινης σφαίρας θα μεταβαίνουν προς την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, θα αυξάνεται ταυτόχρονα και ο αριθμός των ιδιαιτεροτήτων της σοσιαλιστικής ανάπτυξης, επειδή κάθε χώρα θα προβάλει αναπόφευκτα τις δικές της ιδιαιτερότητες λόγω θέσης και ιστορικής παράδοσης. Απ΄ την άλλη μεριά θα αυξάνονται αναπόφευκτα τα κοινά σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά (γενικό) της διαμόρφωσης της κοινωνίας στο βαθμό που ο σοσιαλισμός θα ωριμάζει όλο και περισσότερο στις ξεχωριστές χώρες και θα αναπτύσσει τα πλεονεκτήματά του απέναντι στην εκμεταλλευτική καπιταλιστική κοινωνία. Όμως και αυτό θα είναι ένα προτσές το οποίο θα λαμβάνει χώρα αντιφατικά.

Μεγάλη σημασία έχει επίσης η διαλεκτική ενικού – μερικού – γενικού και για τον σωστό καθορισμό του δρόμου προς τον στόχο, για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ο δρόμος αυτός για κάθε ξεχωριστή χώρα πρέπει να αναζητηθεί στις δοσμένες συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Σ΄ αυτή τη σχέση προκύπτουν αμέτρητες ιδιαιτερότητες (μερικό / ειδικό), οι οποίες αν δεν ληφθούν υπόψη, μια διαρκής επιτυχία θα είναι αδύνατη. Η μέχρι σήμερα ιστορική πείρα έχει δείξει, ότι άλλες χώρες μετέβηκαν στον σοσιαλισμό μέσω του ένοπλου δρόμου της επανάστασης (π.χ. Κίνα, Κούβα) ενώ άλλες με ειρηνικό, που όμως η μετάβαση αυτή θα ήταν (σχεδόν) αδύνατη αν δεν στηρίζονταν στις σοβιετικές λόγχες (π.χ. χώρες της ανατολικής Ευρώπης). Κάποιες χώρες είχαν ένα σχετικά υψηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων (π.χ. Λαϊκή Δημοκρατία Γερμανίας, Τσεχοσλοβακία), ενώ κάποιες άλλες αρκετά χαμηλό (π.χ. Κούβα κ.α.). Μερικές χώρες έπρεπε αρχικά να λύσουν προβλήματα αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα, ενώ κάποιες άλλες αντιφασιστικού-δημοκρατικού. Τον κατάλογο αυτό θα μπορούσαμε να τον συνεχίσουμε.

Απ΄ την άλλη μεριά οι σοσιαλιστικές αυτές χώρες παρά τις ιδιαιτερότητές τους θα έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά (γενικό). Σαν τέτοια μπορούμε να αναφέρουμε: την κοινωνική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής και την σχεδιομετρική ανάπτυξη της οικονομίας, την εξουδετέρωση της κυριαρχίας της εκμεταλλεύτριας αστικής τάξης, το τσάκισμα του αστικού κράτους της, την πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης, την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας.

***

Δυνατότητα και πραγματικότητα

Με την έννοια «πραγματικότητα» κατανοούμε το σύνολο αυτών που υπάρχει στην τωρινή χρονική στιγμή, και μάλιστα στη φύση, στην κοινωνία και στη σκέψη. Σε αντίθεση μ΄ αυτό που ή δεν μπορεί να υπάρξει καθόλου (π.χ. δεν μπορεί να κατασκευαστεί ένα αεικίνητο, δηλαδή μια μηχανή, η οποία θα μπορούσε να παράγει ενέργεια από το μηδέν, διότι τότε θα παραβιαζόταν η αρχή διατήρησης της ενέργειας), ή δεν υπάρχει πλέον (π.χ. εξαφανισθέντα είδη ζώων, ανθρώπινες γενιές του παρελθόντος, κοινωνικές μορφές ζωής του παρελθόντος), ή ακόμη δεν υπάρχει (π.χ. κομμουνιστικός κοινωνικός σχηματισμός). Η πραγματικότητα είναι πάντα επίκαιρη, παροντική και περιλαμβάνει το παροντικό όχι απλά με την έννοια ότι υπάρχει, αλλά και όσον αφορά στις παροντικές καταστάσεις, τις ιδιότητες, τις μορφές κτλ, στις οποίες υπάρχει. Για κάθε πραγματικότητα προηγείται μια πραγματικότητα και μετά από αυτή ακολουθεί μια πραγματικότητα. Η πραγματικότητα βρίσκεται πάντα σε κίνηση και εξέλιξη, μεταβάλλεται. Αυτό που είναι παρελθόν, ήταν πραγματικότητα, αυτό που είναι μελλοντικό, θα γίνει πραγματικότητα.

Με την έννοια «δυνατότητα» κατανοούμε εκείνες τις τάσεις και κατευθύνσεις της κίνησης της πραγματικότητας, τα αποτελέσματα των οποίων μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Δυνατό είναι αυτό που ακόμη δεν είναι πραγματικό, αλλά μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Οι δυνατότητες δεν υπάρχουν ποτέ αυτόνομα, αλλά μόνο σαν στιγμές της πραγματικότητας, γεννιούνται μέσω της μεταβαλλόμενης πραγματικότητας, εμπεριέχονται οι ίδιες μέσα στην πραγματικότητα. Η πραγματοποίησή τους, η μετατροπή τους από δυνατότητα σε πραγματικότητα, είναι κάθε φορά ένα προτσές, στην πορεία του οποίου σχηματίζονται εκείνες οι συνθήκες, οι οποίες είναι αναγκαίες για την πραγματοποίησή τους. Σε κείνες τις συνθήκες απ΄ τις οποίες προκύπτουν συγκεκριμένες δυνατότητες, πρέπει να προστεθούν επί πλέον και άλλες, ώστε οι δυνατότητες αυτές να γίνουν πραγματικότητα.

***

Ας δούμε τα παραπάνω μέσα από κάποια παραδείγματα. Στη φύση, η μετατροπή της δυνατότητας σε πραγματικότητα, επιτυγχάνεται κατά κανόνα χωρίς την επέμβαση του ανθρώπου. Όταν για παράδειγμα στο πεδίο των οργανισμών φθάνουμε μέσω μεταλλάξεων στην αλλαγή της πληροφορίας του γονότυπου και επομένως στην αλλαγή του πεδίου των δυνατοτήτων για την εξέλιξη συγκεκριμένων ατόμων, τότε το προτσές της επιλογής της μετάβασης μιας εντελώς συγκεκριμένης δυνατότητας σε πραγματικότητα νέων οργανικών μορφών, λαμβάνει χώρα σαν καθαρή φυσική διαδικασία. Αντιθέτως, τα πράγματα στην κοινωνία ουσιαστικά είναι διαφορετικά. Εδώ η πραγματοποίηση συγκεκριμένων δυνατοτήτων συνδέεται πάντα με την πρακτική δράση των ανθρώπων. Και στις δυό περιπτώσεις η πραγματικότητα εμπερικλείει πάντα περισσότερες δυνατότητες, μεταξύ αυτών και εκείνες οι οποίες αντιτίθενται μεταξύ τους. Ένας απόλυτος καθορισμός, σε σχέση, με το ότι πραγματοποιείται μια δυνατότητα, όχι όμως κάποια άλλη, δεν υπάρχει ούτε στη φύση ούτε στη κοινωνία. Όταν για παράδειγμα τον Νοέμβρη του 1918 ξέσπασε στη Γερμανία η επανάσταση, η οποία είχε την έμπνευσή της απ΄ τη νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης στη Ρωσία και ο Καρλ Λήμπκνεχτ κήρυξε τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γερμανίας, η δυνατότητα για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση ήταν αναμφισβήτητα υπαρκτή. Η δυνατότητα όμως αυτή δεν έγινε πραγματικότητα. Ο οπορτουνισμός είχε ήδη διασπάσει τη γερμανική εργατική τάξη και το κόμμα της. Το κόμμα νέου τύπου, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD) μόλις έκανε τα πρώτα του βήματα απ΄ την ίδρυσή του. Έτσι ο γερμανικός ιμπεριαλισμός, στηριζόμενος πάνω στην κοινωνικο-οικονομική καπιταλιστική βάση και τον παλιό κρατικό μηχανισμό, πραγματοποίησε τη δυνατότητα να αποκαταστήσει την εξουσία του.

Ας δούμε ένα ακόμη παράδειγμα που αφορά στη παρούσα συγκυρία. Η χώρα μας βρίσκεται σήμερα σε συνθήκες κρίσης, καπιταλιστικής κρίσης. Αυτή είναι μια πραγματικότητα. Η κρίση αυτή εκδηλώνεται σε κρίση οικονομική (η οποία έχει τις ρίζες της στο προτσές παραγωγής του κεφαλαίου), κρίση ηθική (επομένως μέχρι σ΄ ένα βαθμό και κρίση πολιτισμική), καθώς και (μερική) κρίση σε συγκεκριμένους θεσμούς. Τα τελευταία θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν συμβατικά με τον όρο «κρίση εμπιστοσύνης». Όλα τα παραπάνω αντανακλώνται στο εποικοδόμημα (στρεβλά ή όχι εδώ δεν το εξετάζουμε), με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται ρήγματα στους μηχανισμούς ηγεμονίας της αστικής τάξης.

Παραπέρα. Υποστηρίζεται από ένα τμήμα της αριστεράς, ότι έχουμε επιπρόσθετα και κρίση πολιτική. Είναι όμως έτσι; Για την ύπαρξη πολιτικής κρίσης βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη μιας ακόμη συνθήκης: η μαζική κινητοποίηση πλατιών στρωμάτων των εργαζομένων. Χωρίς την εμφάνιση στο προσκήνιο του εργατικού λαϊκού παράγοντα, πολιτική κρίση δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτός είναι όρος εκ των ουκ άνευ. Πως προκύπτει λοιπόν η εκτίμηση περί πολιτικής κρίσης; Πολύ απλά: η ηθική κρίση, η λαϊκή δυσαρέσκεια, και γενικότερα, τα ρήγματα στους μηχανισμούς ηγεμονίας της αστικής τάξης (πραγματικότητα) μεταφράζονται/ερμηνεύονται ως πολιτική κρίση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επιπρόσθετη συνθήκη που αναφέραμε (δυνατότητα). Όμως αυτό που υπάρχει σήμερα ως δυνατότητα μπορεί/δύναται να μετατραπεί σε πραγματικότητα (πολιτική κρίση).

Ας προχωρήσουμε όμως ένα ακόμη βηματάκι μπροστά. Η πολιτική κρίση –που ακόμη υφίσταται ως δυνατότητα- για να αποφέρει συγκεκριμένα θετικά αποτελέσματα στον ελληνικό λαό, όταν θα έχει πλέον μετατραπεί σε πραγματικότητα, προϋποθέτει μια επιπλέον συνθήκη: την ενδυνάμωση του ταξικά συνειδητού στοιχείου, το οποίο θα εμφανιστεί στο προσκήνιο με όρους ρήξης και ανατροπής, δηλ. με όρους πολιτικούς και σε συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο εγκλωβισμός σε οικονομικά αιτήματα, τα οποία μάλιστα μπορεί να περιορίζονται απλά και μόνο στη διατήρηση των κεκτημένων, οδηγούν κατά κανόνα στην ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στο σύστημα και κατ΄ επέκταση στη μελλοντική του ήττα. Η πολιτικοποίηση των αγώνων με συγκεκριμένα ταξικά χαρακτηριστικά αποτελεί ζήτημα πρωταρχικής σημασίας.

Τα παραπάνω όμως δεν σημαίνουν ότι οι αντικαπιταλιστικές δυνάμεις πρέπει να απορρίψουν εντελώς τη συνεργασία με το ρεφορμισμό. Αντιθέτως, σε ζητήματα που κρίνουν ότι μια συνεργασία μπορεί να δώσει ώθηση στο εργατικό κίνημα ώστε αυτό να παλέψει από καλύτερες θέσεις, μια τέτοια συνεργασία είναι απαραίτητη. Συμπαράταξη όμως με το ρεφορμισμό σε στρατηγικό πρόγραμμα δεν μπορεί να υπάρξει.

***

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ – ΤΑΚΤΙΚΗΣ

Το περιεχόμενο των εννοιών «στρατηγική» και «τακτική»

Στη στρατιωτική ορολογία στρατηγική και στρατηγικός σχεδιασμός καθορίζουν ένα βασικό και στοχοπροσηλωμένο πλαίσιο δράσης για την επίτευξη ενός στρατιωτικού στόχου, ο οποίος είναι προσανατολισμένος σε ένα μακροπρόθεσμο χρονικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη τα υπάρχοντα μέσα και αποθέματα. Μέχρι του σημείου αυτού η στρατηγική διαφέρει απ΄ τη διεξαγωγή επιχειρήσεων και την τακτική, οι οποίες επιδρούν κοντοπρόθεσμα. Η στρατηγική καταπιάνεται με το συντονισμό των στρατιωτικών δυνάμεων και την κινητοποίησή τους στα πεδία του πολέμου για την επίτευξη ενός κοινού και ανώτερου στόχου.

Τακτική, σύμφωνα με την στρατιωτική ορολογία, είναι η συντονισμένη χρήση στρατιωτικών μέσων σύμφωνα με τη δύναμη, το χώρο και τον χρόνο με σκοπό τη μάχη.

Παράλληλα με τους δυό παραπάνω ορισμούς, χρησιμοποιείται επίσης και η έννοια της «επιχείρησης» ή «διεξαγωγή επιχείρησης». Επιχείρηση στη στρατιωτική ορολογία, είναι οι χρονικά και χωρικά αλληλεξαρτώμενες δράσεις δυνάμεων μιας πλευράς, οι οποίες είναι προσανατολισμένες σ΄ έναν κοινό στόχο. Με βάση τον σκοπό που επιτελούν, η επιχείρηση χωρίζεται σε επιθετική και αμυντική. Κατά τη διεξαγωγή μιας επιχείρησης μπορούν να λάβουν χώρα περισσότερες μάχες. Γίνεται επομένως αντιληπτό, ότι η επιχείρηση κατατάσσεται μεταξύ στρατηγικής και τακτικής.

Συμπερασματικά: Οι έννοιες «στρατηγική», «τακτική» και «επιχείρηση» βρίσκονται σε μια στενή σχέση στα πλαίσια της διεξαγωγής πολέμου, σχηματίζοντας το αποφασιστικό πλαίσιο για τη σωστή χρήση/εφαρμογή συγκεκριμένων μέσων στο χρόνο και τον χώρο για την επίτευξη ενός στόχου. Σ΄ αυτή τη σχέση σημαντικό ρόλο παίζει ο παράγοντας πληροφορία, που αφορά στην κατοχή των ιδίων και ξένων μέσων και προθέσεων και χρησιμεύει στη δημιουργία υπεροχής των ιδίων δυνάμεων σ΄ έναν χώρο.

Παρά της ορισμούς που δώσαμε πιο πάνω για τις έννοιες «στρατηγική» και «τακτική» με βάση τη σύγχρονη στρατιωτική ορολογία, είναι ανάγκη να επιμείνουμε για λίγο ακόμη σ΄ αυτήν, και συγκεκριμένα στο γνωστό έργο του πρώσου στρατηγού Καρλ φον Κλαούζεβιτς (1780-1831) «Περί του πολέμου», ένα έργο το οποίο δεν ολοκληρώθηκε όσο ζούσε και που έδωσε στη δημοσιότητα η γυναίκα του ένα χρόνο μετά τον θάνατό του. Το έργο αυτό επηρέασε αρκετά τη σκέψη του Ένγκελς, ενώ αργότερα οι δυό τους επηρέασαν τη σκέψη του Λένιν και μ΄ αυτή την έννοια ενδιαφέρει να ρίξουμε σ΄ αυτό έστω και μια σύντομη ματιά, σε σχέση πάντα με το ζήτημα που αναλύουμε.

Ο Κλαούζεβιτς στην αρχή του έργου του δίνει τον παρακάτω γενικό ορισμό για τη στρατηγική και τακτική: «Με βάση την ταξινόμησή της, τακτική είναι η διδασκαλία χρησιμοποίησης των ένοπλων δυνάμεων στη μάχη, [ενώ] στρατηγική είναι η διδασκαλία χρησιμοποίησης των μαχών με σκοπό τον πόλεμο»[2]

Στη συνέχεια του έργου του επανέρχεται πολλές φορές σ΄ αυτούς τους όρους εμβαθύνοντάς τους παραπέρα. Έτσι με βάση τον Κλαούζεβιτς, «Στρατηγική είναι η χρήση της μάχης/συμπλοκής με σκοπό τον πόλεμο. Η στρατηγική πρέπει επομένως να θέσει σ΄ ολόκληρη την πολεμική πράξη (Akt) έναν στόχο, ο οποίος θα πρέπει να αντιστοιχεί στον ίδιο σκοπό, δηλαδή σχεδιάζει το πλάνο του πολέμου, και με βάση αυτό τον στόχο συνδέει τη σειρά των δράσεων, οι οποίες πρέπει να οδηγήσουν στο στόχο, δηλαδή μετατρέπει τα σχέδια σε ξεχωριστές εκστρατείες και ταξινομεί σ΄ αυτές τις ξεχωριστές μάχες»[3]

Σε ό,τι αφορά στη τακτική κάνει ακόμη μια σημαντική διευκρίνιση: «Τακτική με την στενή έννοια είναι η διδασκαλία ελιγμών των στρατιωτικών μονάδων»[4]

Λίγες σελίδες πιο κάτω δίνει ένα επιπρόσθετο στοιχείο της διαλεκτικής σχέσης των δυό εννοιών: «… όταν αλλάζει η φύση της πρώτης [τακτικής] αυτό επηρεάζει άμεσα την τελευταία [στρατηγική]»[5]

Ας δούμε τώρα το περιεχόμενο των εννοιών «στρατηγική» και «τακτική» απ΄ τη σκοπιά της πολιτικής ορολογίας.

Ο Λένιν επηρεασμένος απ΄ τα γραπτά του Κλαούζεβιτς, ορίζει με ανάλογο τρόπο τη σχέση μεταξύ επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής. «Η μαρξιστική τακτική βρίσκεται στη σύνδεση διάφορων μεθόδων πάλης, στην επιδέξια μετάβαση απ΄ τη μια στην άλλη, στο διαρκές ανέβασμα της συνείδησης των μαζών και στην έκταση των συλλογικών ενεργειών τους»[6] Κάνει ακόμη λόγο για συνδικαλιστική τακτική, κοινοβουλευτική τακτική κτλ. Η έννοια «τακτική» κατά τον Λένιν, ισχύει για μέτρα που υπηρετούν τον κύριο στόχο της ταξικής πάλης, ενώ η επαναστατική στρατηγική περιλαμβάνει έναν συνδυασμό από τακτικές, οι οποίες με την κατάλληλη σύνδεση και ανάπτυξή τους, οδηγούν στην κατάκτηση της εξουσίας απ΄ την εργατική τάξη.

Σε αντίθεση με τον σωστό συνδυασμό και την ευελιξία στρατηγικής και τακτικής των μπολσεβίκων, η Δεύτερη Διεθνής περιορίστηκε πρακτικά στην τακτική, στα ζητήματα της καθημερινής πάλης για μεταρρυθμίσεις στα συνδικάτα, στο κοινοβούλιο, στους δήμους κτλ. Το που κατέληξε αυτή η πολιτική είναι γνωστό: στο ρεφορμισμό και στην ενσωμάτωση μιας σειράς σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στο καπιταλιστικό σύστημα.

Συνοψίζουμε με βάση τη σύγχρονη μαρξιστική προσέγγιση. Στρατηγική είναι η πολιτική γραμμή του μαρξιστικού κόμματος, την οποία έχει επεξεργαστεί στη βάση μιας επιστημονικής ανάλυσης της ταξικής πάλης μιας δοσμένης περιόδου, η γενική γραμμή για την ιστορική αυτή περίοδο και ο καθορισμός του κύριου πολιτικού ζητήματος, το οποίο πρέπει να λυθεί κατά την χρονική αυτή περίοδο.

Τακτική είναι οι συγκεκριμένες μορφές και τα μέσα της ταξικής πάλης οι/τα οποίες/α, λαμβάνοντας υπόψη τη δύναμη των ταξικών και πολιτικών δυνάμεων και του συσχετισμού τους, καθώς και τις ειδικές συνθήκες της ταξικής πάλης, προσανατολίζεται στην εκπλήρωση του κύριου πολιτικού ζητήματος.

Η στρατηγική και η τακτική επομένως αλληλοεξαρτώνται άμεσα. Σ΄ αυτή τη σχέση η στρατηγική αποτελεί την κύρια, την καθοριστική πλευρά.

***

Βασικές αρχές της στρατηγικής και τακτικής ενός μαρξιστικού κόμματος

Ένα απ΄ τα σημαντικά ζητήματα που σχετίζεται με τη διαλεκτική Μερικού – Ειδικού – Γενικού είναι ο καθορισμός της πολιτικής στρατηγικής και η επιλογή της αντίστοιχης τακτικής. Για τον καθορισμό της στρατηγικής και τακτικής ενός μαρξιστικού κόμματος αυτό σημαίνει δυό πράγματα: Αφενός το κόμμα μπορεί (και πρέπει) να βγάλει γενικά συμπεράσματα για τη δική του στρατηγική λαμβάνοντας υπόψη τη θεωρητική και πρακτική πείρα των μαρξιστικών κομμάτων όλων των χωρών, αφετέρου δεν επιτρέπεται ποτέ να παραβλέπονται οι συγκεκριμένες ιστορικές, εθνικές και τοπικές συνθήκες. Η διαλεκτική αλληλεπίδραση μεταξύ Μερικού, Ειδικού και Γενικού έχει εδώ τεράστια σημασία.

Απ΄ την μέχρι τώρα πείρα του εργατικού κινήματος και των επαναστατικών κομμάτων του, προκύπτουν μερικές βασικές αρχές της πολιτικής στρατηγικής και τακτικής, επειδή παρ΄ όλες τις εκάστοτε ιστορικές και εθνικές ιδιαιτερότητες, σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες έχουμε πολιτική κυριαρχία της τάξης η οποία κατέχει τα μέσα παραγωγής, πάνω στις εκμεταλλευόμενες τάξεις. Συνεπώς, η βασική αντίφαση του καπιταλισμού (κεφάλαιο-εργασία) σε επίπεδο τάξεων είναι παρόμοια σε όλες τις χώρες και επομένως μπορεί να γενικευτεί.

Οι παρακάτω βασικές αρχές έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη στρατηγική και τακτική ενός μαρξιστικού κόμματος (σ.σ. προς αποφυγή κάποιας σύγχυσης, διευκρινίζουμε, ότι δεν αναφερόμαστε εδώ στις αρχές λειτουργίας του κόμματος «νέου τύπου», παρόλο που τα δυό αυτά ζητήματα σε κάποια σημεία διασταυρώνονται μεταξύ τους):

- Ακριβής καθορισμός των αντιθέσεων της δοσμένης ιστορικής εποχής. Αυτό σημαίνει: Το μαρξιστικό κόμμα πρέπει να καθορίσει τον τρόπο καθορισμού και πραγματοποίησης της συνεισφοράς του στη λύση των ζωτικών συμφερόντων των εργαζομένων τοπικά, εθνικά καθώς και για το σύνολο της ανθρωπότητας. Σημαντικό ρόλο εδώ παίζει η διαλεκτική εθνικού-διεθνικού. Παράλληλα οφείλει να αναλάβει πρωτοβουλίες για το συντονισμό της δράσης και συνεργασίας με τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες έχουν παρόμοιους στόχους και συμφέροντα. Εδώ οι συμβιβασμοί για την πραγματοποίηση της συνεργασίας παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο.

- Συγκεκριμένη ανάλυση της ταξικής θέσης, του κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων. Εδώ ανήκει κυρίως ένας ρεαλιστικός υπολογισμός της ιδίας δύναμης και της κατάστασης της εργατικής τάξης, καθώς και η ανάλυση του ρόλου και της δομής των συνδικάτων και των άλλων μαζικών οργανώσεων –κυρίως για το ποια ιδεολογικά ρεύματα τις επηρεάζουν. Ταυτόχρονα πρέπει να υπολογιστεί η ισχύς του αντιπάλου, το ποιες διαφορές υπάρχουν μέσα στη δομή της κυρίαρχης τάξης και το πώς μπορούν να αξιοποιηθούν αυτές απ΄ τη σκοπιά της τακτικής.

- Προσοχή στις ιδιαιτερότητες της χώρας. Για τη χάραξη σωστής στρατηγικής και τακτικής πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, οι οποίες είναι διαφορετικές σε κάθε χώρα, ενώ διαφορές υπάρχουν και στον ταξικό και πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων, καθώς και στη μορφή του κράτους που πρέπει να τσακιστεί. Αυτούσια μεταφορά της στρατηγικής και τακτικής ενός μαρξιστικού κόμματος από μια χώρα σε άλλη είναι ανεπίτρεπτη.

- Σύνδεση του μαρξιστικού κόμματος με το λαό και ιδιαίτερα με την εργατική τάξη. Η στρατηγική του μαρξιστικού κόμματος πρέπει κατ΄ αρχή να είναι προσανατολισμένη στο να κερδίσει την εμπιστοσύνη της εργατικής τάξης –να κατακτήσει την πολιτικο-ιδεολογική ηγεμονία. Αυτό δεν επιτυγχάνεται με την κριτική της υπάρχουσας κατάστασης χωρίς να προτείνονται εναλλακτικές λύσεις, αλλά ούτε με ρόδινες υποσχέσεις για το μέλλον. Το μαρξιστικό κόμμα πρέπει να συνομιλεί και να συμβάλλει στη λύση των προβλημάτων και των φόβων των ανθρώπων και να διατυπώσει ένα πρόγραμμα, το οποίο θα συμφωνεί με τα βασικά συμφέροντα των εργαζόμενων τάξεων και στρωμάτων. Ο Ένγκελς έκανε ήδη σαφές, το πόσο «ανώφελη είναι μια –σε μεγάλο βαθμό σωστή θεωρητικά- πλατφόρμα, αν αυτή δεν συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων»[7] Η σύνδεση μεταξύ κόμματος και μαζών μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο τότε, όταν το κόμμα δεν καθοδηγεί μόνο τις μάζες, αλλά και διδάσκεται απ΄ αυτές γενικεύοντας διαρκώς τις εμπειρίες που έχει αποκομίσει.

- Ενίσχυση του προλεταριακού διεθνισμού. Εξαιτίας της παραπέρα διεθνοποίησης των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών προτσές στη γήινη σφαίρα, αυξάνει σε σημασία ο προλεταριακός διεθνισμός του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος για την στρατηγική και τακτική των ξεχωριστών τμημάτων της εργατικής τάξης και των επαναστατικά-μαρξιστικών δυνάμεων.

- Προσοχή στη διαλεκτική αλληλεπίδραση στόχου και μέσων. Οι στόχοι και τα μέσα στην πολιτική είναι μεταξύ τους αλληλένδετα και δεν μπορούν να επιλεγούν αυθαίρετα. Μπορούν μόνο να καθοριστούν στη βάση μιας ανάλυσης των αντικειμενικών συνθηκών. Τα πολιτικά μέσα του μαρξιστικού κόμματος πρέπει να υπηρετούν τόσο τους προς επίτευξη στόχους, όσο και να αντιστοιχούν στον ηθικό χαρακτήρα του κόμματος/κινήματος. Σημαντική είναι εδώ η σύμπλεξη των κοντοπρόθεσμων με τους μακροπρόθεσμους στόχους. Μια υπερτίμηση των κοντοπρόθεσμων στόχων μπορεί να οδηγήσει στο ρεφορμισμό, ενώ μια υποτίμησή τους και ένας αποκλειστικός προσανατολισμός στους μακροπρόθεσμους/απώτερους στόχους μπορεί να οδηγήσει σε μια αριστερίστικη θέση του «όλα ή τίποτα», όπου τότε όλα τα μέσα για την επίτευξή τους είναι επιτρεπτά. Και οι δυό αυτές κατευθύνσεις πρέπει να απορρίπτονται από ένα επαναστατικό κόμμα.

- Κατοχή όλων των μορφών και μεθόδων πάλης. Ένα μαρξιστικό κόμμα πρέπει να κατέχει όσο το δυνατό όλες τις μορφές και μεθόδους πάλης και να είναι ευέλικτο στο μέγιστο δυνατό βαθμό ώστε να είναι ικανό να αντιδράσει σε όλες τις πιθανές πολιτικές καταστάσεις. Τόσο η οικονομική μορφή της ταξικής πάλης (απεργίες κτλ) όσο και η ιδεολογικο-θεωρητική πρέπει να καθοδηγούνται και να αξιοποιούνται από το κόμμα. Οι μέθοδοι πάλης μπορεί να είναι διαφορετικές: κοινοβουλευτικές ή εξωκοινοβουλευτικές, νόμιμες ή παράνομες (αν το κόμμα βρίσκεται στην παρανομία) κτλ – ανάλογα με το πώς διαμορφώνεται κάθε φορά η συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση. Μόνο στην αλληλεπίδραση και στη σύμπραξή τους αναπτύσσεται η επαναστατική τους επίδραση και ανάλογα με την ιστορική κατάσταση υπολογίζεται το που θα πέσει το βάρος μεταξύ τους. Το ζήτημα βρίσκεται πάντα στο να επιλέγονται οι πιο κατάλληλες μορφές και μέθοδοι πάλης, εκείνες οι οποίες τραβούν τις μάζες, που όμως δεν μπορεί εύκολα να τις προβλέψει και να τις ανατρέψει ο ταξικός αντίπαλος.

Σημαντικό είναι επίσης στην επαναστατική πάλη να συγκεντρώνονται οι κύριες δυνάμεις στο σωστό χρόνο, στον χώρο που έχει αποφασιστεί, στην πιο σημαντική περιοχή για την λύση των εκάστοτε κύριων ζητημάτων, στην αντιπαράθεση με τον βασικό αντίπαλο.

- Αναζήτηση συμμάχων και δημιουργία συμμαχιών. Όποιος θέλει να κινήσει κάτι πρέπει να κινηθεί ο ίδιος, που σημαίνει, να δουλεύει μέσα στα κινήματα, να είναι δραστήριος μέσα σ΄ αυτά και συνεργάσιμος. Η πολιτική συμμαχιών δεν γίνεται έξω απ΄ τη δράση και πάντως όχι με συμβουλές, με το να κάθεται κάποιος στην άκρη των διαδηλώσεων και να εκφράζει την άποψή του για το τι γράφουν τα σχόλια της εφημερίδας, ή να κρατιέται μακριά από συμμάχους, αλλά συνεργάζεται μέσα στα κινήματα και ανταλλάσει εμπειρίες. Μόνο όποιος είναι δραστήριος και δεν προσπαθεί να επιβάλλει χωρίς συμβιβασμούς τα ιδία συμφέροντα, θα αναγνωριστεί απ΄ τους συμμάχους, θα μπορέσει να συνομιλήσει και να κερδίσει σε επιρροή.

Κομμουνιστική πολιτική συμμαχιών σημαίνει παραπέρα, ότι οι μαρξιστές/κομμουνιστές δουλεύοντας μέσα στα κινήματα τάσσονται υπέρ της ισότιμης, συναδελφικής συνεργασίας όλων των συμμετεχόντων. Αυτό σημαίνει, ότι κάθε συμμετέχων στη συμμαχία έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, ότι δεν υπάρχει συμμετέχων πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Σημαίνει παραπέρα, ότι συζητούνται και αποφασίζονται ισότιμα μέσα στη συμμαχία οι κοινοί στόχοι. Αυτό που χωρίζει πρέπει να μπαίνει στην άκρη. Παράλληλα, τα μοτίβα, η κοσμοθεωρία και η οργανωτική αυτοτέλεια πρέπει να γίνονται σεβαστά. Κανένας σύμμαχος δεν πρέπει να έχει την αξίωση της καθοδήγησης απέναντι στους άλλους. Η παραίτηση όμως απ΄ την αξίωση για καθοδήγηση θα πρέπει να απαιτείται από όλους τους συμμετέχοντες στη συμμαχία.

Ο κύριος προσανατολισμός του μαρξιστικού κόμματος πρέπει να είναι οι εργαζόμενοι και κατά κύριο λόγο η εργατική τάξη: παντού, στους τόπους δουλειάς και μόρφωσης, καθώς και στους χώρους όπου περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους. Στο εργοστάσιο, στην οικοδομή, στα λιμάνια, στα σχολεία, στα συνδικάτα, (συμπεριλαμβανομένου των «κίτρινων»), στις πλατείες… Κεντρικός στόχος πρέπει να είναι πάντα η συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού. Όσο πιο πλατιά η συμμαχία, τόσο πιο εύκολη και ειρηνική θα είναι η πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση.

Σημαντικό ζήτημα της πολιτικής συμμαχιών αποτελεί η ενότητα δράσης της εργατικής τάξης και η κοινή δράση των μαρξιστών/κομμουνιστών με τις δυνάμεις της αριστεράς, συμπεριλαμβανομένου και αυτών που έχουν ρεφορμιστικό προσανατολισμό. Να επισημάνουμε ότι η ενότητα δράσης σε ζητήματα που υπάρχει μια κοινή αντίληψη σε διάφορα ζητήματα, δεν πρέπει να συγχέεται με μια πολιτική συμφωνία περί «κυβέρνησης της αριστεράς» στη χώρα μας, η οποία προβάλλεται από ένα τμήμα της, πολύ δε περισσότερο για ένα κοινωνικο-πολιτικό Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο (ΑΑΔΜ) που είναι και το ζητούμενο και που απαιτεί ρήξεις και ανατροπές με τον ελληνικό μονοπωλιακό καπιταλισμό, την αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό.

Παραπέρα. Η πολιτική εκείνη πρακτική, που στο όνομα της «καθαρότητας της γραμμής» και της αξίωσης για καθοδήγηση, σε ό,τι αφορά στη συμμετοχή σε διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις γενικότερα, οδηγεί στο σπάσιμό της σε δυό και τρία κομμάτια, με αποτέλεσμα το αδυνάτισμα της δύναμης κρούσης του εργατικού λαϊκού κινήματος. Μια τέτοια πρακτική έρχεται σε αντίθεση με τους λενινιστικούς κανόνες περί κόμματος νέου τύπου και είναι επιεικώς απαράδεκτη και καταδικαστέα.

Τέλος, το μαρξιστικό κόμμα σε μια συμμαχία πρέπει να διαφυλάξει την πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική του αυτοτέλεια. Παραβίαση αυτής της θεμελιακής αρχής θα σήμαινε το τέλος του. Αυτό σημαίνει ότι το μαρξιστικό κόμμα δεν πρέπει να παραιτηθεί απ΄ τη δική του δουλειά, αλλά οφείλει να επεξεργάζεται και να φέρει απέναντι στους συμμάχους του συγκεκριμένες θέσεις, τεκμηριωμένες πάνω στη βάση του επιστημονικού κομμουνισμού.

- Σωστά συνθήματα την κατάλληλη στιγμή και αντιστοίχησή τους με το επίπεδο των μαζών. Ένα επαναστατικό κόμμα δεν αρκεί απλά να κατανοεί την ταξική πάλη σαν τέτοια, αλλά και την ικανότητα να προτείνει τα σωστά συνθήματα σε κάθε στροφή της ιστορίας. Αυτά δεν ανάγονται απλά απ΄ το πρόγραμμα του κόμματος, αλλά θα πρέπει να ταιριάζουν και στις καταστάσεις, κυρίως στη διάθεση και τα (συν)αισθήματα των μαζών, έτσι που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ωθήσουν μπροστά τους εργαζόμενους. Τα συνθήματα δεν πρέπει να αντιστοιχούν μόνο στη γενική κατεύθυνση του επαναστατικού κόμματος, αλλά και στο επίπεδο της συνείδησης των μαζών. Η οργανική ενότητα γενικής θεωρίας και συγκεκριμένης τακτικής αποτελούν τον πυρήνα της πάλης και του λενινιστικού στυλ δουλειάς. [8]

- Διαρκής έλεγχος των αποφάσεων με βάση τα νέα δεδομένα. Ο μοναδικός τρόπος για να ελέγξει το κόμμα την στρατηγική και τακτική του είναι η πράξη. Γι αυτό είναι αναγκαίο οι αποφάσεις που αφορούν ιδιαίτερα στην τακτική να ελέγχονται διαρκώς με βάση τα νέα δεδομένα. Ο έλεγχός τους είναι αναγκαίος τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά: Θεωρητικά, για να εξετάσει το κόμμα στη βάση των γεγονότων, εάν οι αποφάσεις που λήφθηκαν ήταν σωστές και τι είδους διορθώσεις πρέπει να γίνουν συνεπεία των μετέπειτα πολιτικών γεγονότων που θα εμφανιστούν. Πρακτικά, για να μάθει να καθοδηγείται απ΄ αυτές τις αποφάσεις, οι οποίες θα πρέπει άμεσα να εφαρμοστούν στην πράξη.

- Τολμηρός αυτοσχεδιασμός, δημιουργική φαντασία και γνώση της σκέψης των μαζών. Στην ταξική πάλη, ιδιαίτερα κατά την περίοδο εξεγέρσεων, οι άγνωστες μεταβλητές είναι αμέτρητες, όχι μόνο στο στρατόπεδο του ταξικού αντιπάλου, αλλά και στο ίδιο, έτσι που η νηφάλια ανάλυση θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν τολμηρό αυτοσχεδιασμό, ο οποίος στηρίζεται στη διαίσθηση, σε μια ενεργητική, δημιουργική φαντασία. Σε σχέση μ΄ αυτό ο Λένιν τόνιζε διαρκώς ότι το κόμμα είναι αναγκαίο να έχει γνώση της σκέψης και των (συν)αισθημάτων των μαζών. Μόνο στην ίδια τη πάλη μπορεί το κόμμα να ανακαλύψει το πώς σκέφτονται οι μάζες πραγματικά. Ο μαρξισμός δεν αποδέχεται ούτε τον μηχανιστικό ντετερμινισμό, ούτε τον φαταλισμό (μοιρολατρία), ούτε και την ιδία βούληση. Βάση του μαρξισμού είναι η υλιστική διαλεκτική, και η αρχή, ότι οι μάζες θα ανακαλύψουν τις ικανότητές τους μέσω της δράσης.

- Γρήγορη αλλαγή τακτικής όταν κρίνεται αναγκαίο. Όταν η επαναστατική πάλη αναπτύσσεται και αλλάζει, το μαρξιστικό κόμμα δεν πρέπει να γαντζώνεται σταθερά από τακτικές οι οποίες επιβίωσαν εξαιτίας της χρησιμότητάς τους στο παρελθόν. Το πιο επικίνδυνο και καταστρεπτικό λάθος που μπορεί να διαπράξει ένα επαναστατικό κόμμα, βρίσκεται, στο ότι μπορεί να φυλακιστεί σ΄ εκείνες τις διατυπώσεις οι οποίες χθες ταίριαζαν, όμως δεν συμβαδίζουν με το σημερινό αλλαγμένο συσχετισμό δυνάμεων. Αυτό συμβαίνει συχνά όταν οι στροφές της ιστορίας είναι απότομες. Επομένως, η στρατηγική, ιδιαίτερα όμως η τακτική, πρέπει να είναι ευέλικτες. Ο συσχετισμός μεταξύ των ανταγωνιστικών τάξεων υποτάσσεται σε μια διαρκή μεταβολή, στην αλλαγή της οποίας πρέπει να προσαρμοστεί και το κόμμα.

- Συγχρονισμός. Ιδιαίτερα σημαντικό στη χάραξη της τακτικής είναι το ζήτημα του ρυθμού/συγχρονισμού. Το κόμμα πρέπει να προσδιορίσει με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ακρίβεια το ρυθμό στον οποίο αναπτύσσεται μια εξέγερση. Χωρίς αυτό δεν είναι δυνατή μια ρεαλιστική τακτική. Στην πραγματικότητα οι προοπτικές για το ρυθμό των γεγονότων δεν θα είναι ποτέ ακριβείς, γι αυτό και θα πρέπει όσο το δυνατό γρηγορότερα να γίνει η αναγκαία διόρθωση του timing.

- Διάκριση του ουσιώδους από το μη ουσιώδες. Σε μια εξέγερση, όπου πολλά πράγματα είναι άγνωστα και ανοιχτά στο τυχαίο και τις περιπλοκότητες, δεν αρκεί η ισχυρή θέληση. Αναγκαία είναι η ικανότητα να αντιλαμβάνεται το κόμμα γρήγορα την όλη κατάσταση, για να είναι σε θέση να ξεχωρίζει το ουσιώδες από το μη-ουσιώδες, ώστε να συμπληρώνει τα κομμάτια μας εικόνας που λείπουν. Κάθε εξέγερση είναι μια εξίσωση με πολλούς αγνώστους. Γι αυτό και το μαρξιστικό κόμμα πρέπει να έχει μια ρεαλιστική ικανότητα αντίληψης.

- Τοποθέτηση απέναντι στα γεγονότα. Το κόμμα πρέπει να τοποθετείται απέναντι στα γεγονότα (πραγματικότητα) και όχι απέναντι σε δυνατότητες. Κατά τον Λένιν ένας μαρξιστής πρέπει να θέτει σαν βάση της πολιτικής του μόνο τα ακριβή και αναμφισβήτητα αποδειχθέντα γεγονότα.

- Προσοχή στο επίπεδο της ταξικής συνείδησης. Το μαρξιστικό κόμμα δεν πρέπει να βρίσκεται κατά ένα βήμα πίσω απ΄ το πιο προχωρημένο τμήμα της τάξης, αλλά ούτε και πολύ μπροστά απ΄ αυτό. Οφείλει να βρίσκεται στην κορυφή του και να είναι ριζωμένο σ΄ αυτό. Που σημαίνει, ότι η πρωτοπορία εκπληρώνει μόνο τότε τα καθήκοντά της σαν τέτοιας, όταν δεν αποσπάται απ΄ τη στάσιμη μάζα, αλλά την τραβά ολόκληρη μπροστά.

Το μαρξιστικό κόμμα θα πρέπει παράλληλα να επιταχύνει τη δουλειά του μέσα στην τάξη ανεβάζοντας τη συνείδησή της στο ανώτερο δυνατό επίπεδο, καταβάλλοντας προσπάθεια ώστε να γίνει υπέρβαση της υπαρκτής ανομοιομορφίας συνείδησης που υπάρχει στο εσωτερικό της. Η προσαρμογή στο μέσο όρο, ή μάλιστα και στο χαμηλότερο επίπεδο ταξικής συνείδησης, βρίσκεται στην ουσία του οπορτουνισμού. Οργανική ανεξαρτησία και απομόνωση απ΄ το πιο προχωρημένο κομμάτι της εργατικής τάξης απ΄ την άλλη πλευρά είναι ο δρόμος που οδηγεί στο σεχταρισμό.

- Αυτοκριτική απέναντι στα λάθη. Για να είναι ένα μαρξιστικό κόμμα σε θέση να διδάσκεται απ΄ τις μάζες, θα πρέπει να διδάσκεται απ΄ τα ίδια του τα λάθη, να στέκεται απέναντί τους αυτοκριτικά. «Η στάση ενός πολιτικού κόμματος απέναντι στα λάθη του είναι ένα από τα σπουδαιότερα και ασφαλέστερα κριτήρια για τη σοβαρότητα του κόμματος και για την εκπλήρωση στην πράξη από μέρους του των υποχρεώσεων του απέναντι στην τάξη του και στις εργαζόμενες μάζες. Να αναγνωρίζει ανοιχτά το λάθος του, να βρίσκει τις αίτιες του λάθους, να αναλύει την κατάσταση που το γέννησε, να εξετάζει προσεκτικά τα μέσα για τη διόρθωση του λάθους –αυτό είναι το γνώρισμα ενός σοβαρού κόμματος, αυτό θα πει εκπλήρωση από μέρους του των υποχρεώσεων του, αυτό θα πει διαπαιδαγώγηση και μόρφωση της τάξης και έπειτα και της μάζας»[9]. Στη διόρθωση όμως των λαθών του κόμματος πρέπει να συμμετέχουν και οι ίδιες οι μάζες. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από μια ανοιχτή συζήτηση. Ο Λένιν επαναλάμβανε διαρκώς, ότι η συζήτηση αυτή δεν πρέπει να περιορίζεται στους κλειστούς κύκλους του κόμματος, αλλά να διεξάγεται δημόσια ώστε να την παρακολουθήσουν και εκείνοι που δεν είναι μέλη του.

***

Τα παραπάνω σημεία σε καμιά περίπτωση δεν εξαντλούν το θέμα. Θα μπορούσαν να είναι περισσότερα. Η πολυμορφία την οποία παρουσιάζει η αντικειμενική πραγματικότητα, δεν μπορεί ποτέ να περιγραφεί με ακρίβεια στο σύνολό της απ΄ τη θεωρία, ούτε και να κλειστεί σε ορισμούς και κανόνες. Απ΄ την άλλη όμως η θεωρία οφείλει να γενικεύει την πρακτική πείρα, να βγάζει συμπεράσματα/διδάγματα, αλλά ταυτόχρονα, να προχωρά και ένα βήμα ακόμη μπροστά -κάτι που δεν πρέπει να συγχέεται με τη μελλοντολογία. Αυτό το τελευταίο αποτελεί και μια απ΄ τις ιδιομορφίες της θεωρίας. Χωρίς τη θεωρία το μαρξιστικό κόμμα θα βάδιζε στα τυφλά, χωρίς πυξίδα. Και σε σχέση μ΄ αυτό ν΄ αναφέρουμε τα λόγια των Μαρξ/Ένγκελς: Η θεωρία μας δεν είναι δόγμα αλλά οδηγός για δράση. Που σημαίνει μεταξύ των άλλων, ότι η θεωρία οφείλει να αναπτύσσεται διαρκώς επειδή αναπτύσσεται/μεταβάλλεται η ίδια η πραγματικότητα. Πρόκειται επομένως για μια αμφίδρομη, διαλεκτική σχέση.

***

Ο κρίκος-κλειδί

Σύμφωνα με το Λένιν, σε μια περίπλοκη αλυσίδα πολιτικής δράσης και γεγονότων, πρέπει πάντα να εντοπίζει κανείς στη χρονική περίοδο της αμφισβήτησης, τον κεντρικό κρίκο, να τον αρπάξει, δίνοντας σ΄ ολόκληρη την αλυσίδα μια κατεύθυνση.

Κάθε ζήτημα κινείται σ΄ έναν λανθασμένο κύκλο, επειδή όλη η πολιτική ζωή αποτελείται από μια ατελείωτη αλυσίδα μιας ατελείωτης σειράς από κρίκους. Όλη η τέχνη της πολιτικής βρίσκεται στο να εντοπίσει κανείς ακριβώς εκείνο τον μικρό κρίκο της αλυσίδας, να τον πιάσει σταθερά, έτσι που το λιγότερο να μπορεί να ταρακουνήσει το χέρι του αντιπάλου, και στη πιο σημαντική στιγμή, να τραβήξει απ΄ τον κάτοχο αυτού του κρίκου της αλυσίδας ολόκληρη την αλυσίδα.[10]

Ο Λένιν στη πράξη υπάκουε πάντα σ΄ αυτό τον κανόνα, τον οποίο παρουσίαζε παραστατικά. Κατά τη διάρκεια των χρονικών περιόδων αμφισβήτησης και αναβρασμού, έσπρωχνε στην άκρη όλους τους δευτερεύοντες παράγοντες που θα μπορούσαν έμμεσα ή άμεσα να του αποσπάσουν την προσοχή απ΄ το κεντρικό ζήτημα.

***

Ποιος είναι σήμερα για τη χώρα μας ο κρίκος-κλειδί; Αυτός θα μπορούσε να εντοπιστεί στη παρακάτω δέσμη μέτρων:

- Μονομερής διαγραφή του χρέους.

- Ακύρωση των μνημονίων και όλων των νόμων που τους συνοδεύουν.

- Εθνικοποίηση των τραπεζών, έλεγχος του νομισματικού συστήματος και των τιμών.

- Εθνικοποίηση των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας.

- Έξοδος απ΄ την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ας δούμε εν συντομία κάποια ζητήματα σε σχέση με τα παραπάνω.

Πρώτο. Τα μέτρα αυτά αποτελούν έναν κρίκο ο οποίος σέρνει πίσω του μια ολόκληρη αλυσίδα ζητημάτων:

- Η μονομερής διαγραφή του χρέους απαντά άμεσα στην καπιταλιστική κρίση, διότι εξοικονομούνται τεράστια ποσά χρημάτων που θα τα έπαιρναν οι δανειστές-τοκογλύφοι, ενώ θα πηγαίνουν στην τόνωση και αναζωογόνηση της οικονομίας, που σημαίνει μείωση της ανεργίας, αύξηση μισθών και ημερομισθίων κ. α.

- Ακύρωση των μνημονίων δεν σημαίνει μόνο εξοικονόμηση χρημάτων, αλλά και σταμάτημα του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου της χώρας, επομένως και ενίσχυση της εθνικής ανεξαρτησίας (κάνουμε εδώ απλά λόγο για «ενίσχυση» διότι η εθνική ανεξαρτησία είναι ένα πολυσύνθετο θέμα με πολλές παραμέτρους).

- Η εθνικοποίηση των τραπεζών αποτελεί το κλειδί για τον έλεγχο της ροής κεφαλαίου, της χρηματοπιστωτικής και νομισματικής πολιτικής.

- Η εθνικοποίηση των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας σημαίνει επιπρόσθετα έσοδα για το κράτος, έλεγχο του εθνικού πλούτου της χώρας, επομένως και μεγαλύτερες δυνατότητες της κυβέρνησης να ασκήσει ακόμη πιο φιλολαϊκή πολιτική, αλλά και αύξηση της διαπραγματευτικής της ισχύος στη διεθνή σκηνή.

- Η έξοδος απ΄ την Ευρωπαϊκή Ένωση (επομένως και απ΄ την ευρωζώνη) αποτελεί στην παραπάνω δέσμη μέτρων και το ζήτημα αιχμής. Κι αυτό γιατί δεν σχετίζεται μόνο με την οικονομική πολιτική, αλλά και με την εθνική ανεξαρτησία, την εξωτερική πολιτική, με ζητήματα άμυνας και δημοκρατίας κτλ, όπως, Συνθήκη Σέγκεν, ευρωστρατός, ευρωαστυνομία, ευρωτρομονόμοι, FRONTEX, κ. α. Πρόκειται για ένα μεγάλο πλέγμα αλληλοδιαπλεκόμενων ζητημάτων.

Δεύτερο. Η παραπάνω δέσμη μέτρων παρουσιάζει μια σημαντική ιδιομορφία: Μερικά από τα μέτρα αυτά δεν αποτελούν ζητήματα τακτικής, αλλά στρατηγικής. Για την ακρίβεια, η σημερινή κατάσταση πραγμάτων είναι τέτοια, που κάποια ζητήματα τακτικής συμπίπτουν με τη στρατηγική. Να σημειώσουμε, ότι ταύτιση τακτικής και στρατηγικής παρουσιάζεται συνήθως κατά τη χρονική περίοδο που λαμβάνει χώρα το «επαναστατικό σπάσιμο», όχι όμως σαν ιδιομορφία αλλά σαν κανόνας. Τέτοια περίπτωση όμως εδώ δεν έχουμε. Αυτός είναι και ένας απ΄ τους λόγους που σ΄ ένα τμήμα της αριστεράς υπάρχει μια σύγχυση και δυσκολίες κατανόησης του ζητήματος. Αυτή είναι παραπέρα και μια απ΄ τις σημαντικές αιτίες, που μέχρι σήμερα δεν μπορεί να επιτευχθεί μια συμμαχία σε πολιτικό επίπεδο –τουλάχιστον μιας μερίδας της αριστεράς- διότι οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές απ΄ ό,τι θα ήταν για ζητήματα τακτικής.

Έτσι, αφενός το μεγαλύτερο σήμερα κόμμα της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, παραμένει δογματικά προσκολλημένος στην παραμονή της χώρας στην ΕΕ και την ευρωζώνη με κάθε τίμημα (τα περί «Ευρώπης των εργαζομένων» είναι κουβέντες χωρίς αντίκρισμα), αφετέρου το ΚΚΕ, ταυτίζει την τακτική με τη στρατηγική, όχι όμως τη στρατηγική που αντιστοιχεί σε αυτή της μεταβατικής περιόδου προς το σοσιαλισμό, αλλά με τον ίδιο το σοσιαλισμό - για την ακρίβεια, τη λύση όλων των προβλημάτων τού σήμερα την παραπέμπει στον απώτερο στόχο (σοσιαλισμός), χωρίς να έχει ωριμάσει ο υποκειμενικός παράγοντας όχι απλά για το σοσιαλισμό, αλλά ούτε και για τη στρατηγική της μεταβατικής περιόδου. Πρόκειται για ένα άλμα στο κενό.

Τρίτο. Στις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς θα πρέπει να είναι καθαρό, ότι η παραπάνω δέσμη μέτρων δεν αποτελεί πλήρη ρήξη με το σύστημα της εκμετάλλευσης, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει την πρώτη φάση ενός ολόκληρου προτσές από συνεχείς ρήξεις και ανατροπές, με κυριότερη αυτή του τσακίσματος του αστικού κράτους, και που λαμβάνει χώρα στα πλαίσια του καπιταλισμού και δεν αποτελεί κάποιο νέο στάδιο μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, -αλλά ούτε και υπήρξε ποτέ διατυπωμένη κάποια «θεωρία των σταδίων» με την έννοια του νομοτελειακού προτσές, όπως θέλουν να προσάψουν κάποιοι στους υποστηρικτές του μεταβατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό προκειμένου να τους φέρουν σε αμυντική θέση.

Παραπέρα. Η δέσμη αυτή των μέτρων από μόνη της δεν μπορεί να «λειτουργήσει» αν δεν εντάσσεται σ΄ ένα ευρύτερο πλαίσιο, ένα πρόγραμμα, το οποίο θα αφορά στη συνολική πολιτική, όπως, εξωτερική πολιτική, κοινωνική, αγροτική και φορολογική πολιτική, ζητήματα υγείας, παιδείας, πολιτισμού κτλ. Επομένως, δεν πρέπει να γίνεται ταύτιση της συγκεκριμένης δέσμης μέτρων με το συνολικό πρόγραμμα.

Οι διαφωνίες τώρα μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν το μεταβατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό σε σχέση με τη σύναψη πολιτικής συμμαχίας, επικεντρώνονται σε δυό ζητήματα: α) Στο πόσο ριζοσπαστικό θα πρέπει να είναι αυτό το συνολικό πρόγραμμα, δηλαδή στο βάθος των αλλαγών, αλλά επίσης και στην έκτασή τους. Διαφορετικές όμως απόψεις μπορεί να συναντήσει κανείς ακόμη και σε ό,τι αφορά την παραπάνω δέσμη μέτρων. Έτσι, κάποιοι υποστηρίζουν την θέση ότι πρώτα πρέπει να αποχωρήσουμε απ΄ την ευρωζώνη και μετά απ΄ την ΕΕ, ενώ κάποιοι άλλοι θέτουν ζήτημα άμεσης αποχώρησης απ΄ την ΕΕ. β) Στο ποια θα είναι τα συμβαλλόμενα μέρη. Κάποιοι επιμένουν ότι μπορεί να γίνει συνεργασία ακόμη και των τριών δυνάμεων της αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ), ενώ κάποιοι άλλοι την απορρίπτουν. Άποψή μας είναι ότι μια τέτοια πρόταση απορρίπτεται εκ των πραγμάτων. Πως είναι δυνατό να συγκεραστούν διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις; Εδώ δεν κάνουμε λόγο για ένα πρόγραμμα ελάσσονος σημασίας, για μια απλή συμφωνία. Αυτά θα μπορούσαν να γίνουν μόνο σε μαζικούς φορείς. Εν πάση περιπτώσει, είμαστε της γνώμης ότι τα προβλήματα τούτα μπορούν να λυθούν μόνο με ειλικρινή διάλογο –για την ακρίβεια, θα έπρεπε ήδη να είχαν λυθεί. Αντί όμως οι δυνάμεις αυτές «ν΄ αρπάξουν τον ταύρο απ΄ τα κέρατα», χρονοτριβούν εδώ και τρία χρόνια με ανακοινώσεις και κάποια κείμενα δημοσιογραφικού χαρακτήρα. Πρόκειται για μια κατάσταση επιεικώς απαράδεκτη. Κι ο χρόνος πιέζει αφόρητα… Στους αμέσως επόμενους μήνες είναι πολύ πιθανό να λάβουν χώρα κοινωνικές εκρήξεις. Τα γεγονότα (θα) έχουν ήδη προσπεράσει τις ηγεσίες της αριστεράς. Acta est fabula! (η παράσταση τελείωσε).
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Μπέρτολτ Μπρεχτ, Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια, εκδ. «Στοχαστής», Αθήνα 1971/2010. Μετάφραση: Βασίλης Βεργωτής

Το πρωτότυπο κείμενο στη γερμανική γλώσσα έχει ως εξής: «In den Zeiten der Schwäche fehlt es oft nicht an richtigen Leitsätzen, sondern an einem einzigen. Von der Lehre passt ein Satz zum anderen, aber welcher passt zum Augenblick? Es ist alles da, aber alles ist zu viel. Es fehlt nicht an Vorschlägen, aber es werden zu viele verfolgt. Es fehlt nicht an Wahrnehmungen, aber sie werden rasch vergessen. In den Zeiten der Schwäche ist man engagiert, und man engagiert sich nicht. In den Zeiten der Schwäche ist vieles wahr, aber es ist gleich wahr; ist viel nötig und kann weniges geschehen; der Ausgeschaltete ist in Ruhe versetzt und hat keine Ruhe». Bertolt Brecht, Gesammelte Werke, τ. 20, σελ. 97, Frankfurt am Main, 1968

[2] Clausewitz, von C., Vom Kriege, Frankfurt/M / Berlin, σελ. 84

[3] ό. ε. σελ. 148

[4] ό. ε. σελ. 191

[5] ό. ε. σελ. 202

[6] Lenin Werke, τ. 20, σελ. 206

[7] Γράμμα του Friedrich Engels στον F. A. Sorge στις 08.04.1891, MEW, τ. 38, σελ. 80

[8] Lenin Werke, τ. 17, σελ. 269

[9] Lenin Werke, τ. 31, σελ. 42

[10] Lenin Werke, τ. 5, σελ. 521-2

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «inprecor» στις 09/09/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.