Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Εθνικό κράτος και διεθνοποίηση του κεφαλαίου

του Παναγιώτη Γαβάνα

Η προβληματική

Τις τελευταίες κυρίως δεκαετίες, είναι βασικές για τον καπιταλισμό δυό εξελίξεις οι οποίες για μερικούς είναι τόσο σημαντικές όσο και ο σχηματισμός των αστικών εθνικών κρατών. Πρόκειται για τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, την αυξανόμενη σημασία της πρακτικής των διεθνών μονοπωλίων αφενός και της περιφερειακής ολοκλήρωσης των καπιταλιστικών εθνικών κρατών αφετέρου. Το ότι τα διεθνή μονοπώλια διεισδύουν σε ολόκληρες οικονομίες, το ότι με τα πατροπαράδοτα μέσα της οικονομικής πολιτικής δεν μπορούν αυτά να ελεγχθούν, το ότι τα όργανα της ΕΕ αφαιρούν απ΄ τα νομοθετικά και εκτελεστικά σώματα αρμοδιότητες και δικαιώματα να ελέγχουν, όλα αυτά παρουσιάζονται σαν ένδειξη ότι η παραπέρα ύπαρξη των εθνικών κρατών τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Αστοί πολιτικοί διαπιστώνουν ένα διαρκώς αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα στην ανοδική επιρροή των πολυεθνικών μονοπωλίων και των εθνικών κρατών. Γι αυτό τα τελευταία θα πρεπε κατά τη γνώμη τους ή να ακολουθήσουν τη διεθνοποίηση του πολιτικού συστήματος ή τα εθνικά κράτη θα υποβιβαστούν σε πολιτικές οντότητες άνευ σημασίας. Στα πολυεθνικά μονοπώλια ναι μεν αντιστοιχεί -κατά τη γνώμη τους- περισσότερο μια «παγκόσμια κυβέρνηση», όμως επειδή αυτή δύσκολα μπορεί να πραγματοποιηθεί, θα πρεπε να υπολογίζεται ο σχηματισμός μιας περιφερειακά περιορισμένης ομοσπονδίας κρατών της ΕΕ.

Αν και οι παραπάνω θέσεις έχουν δεχτεί ισχυρό πλήγμα την τελευταία χρονική περίοδο λόγω της παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού, κυρίως δε αυτή στην ΕΕ και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, εν τούτοις τις υιοθετεί ακόμη ένα τμήμα της αριστεράς στη χώρα μας, κάνοντας λόγο περί «Ευρώπης των εργαζομένων», αδυνατίζοντας έτσι τον αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό του εργατικού, λαϊκού κινήματος και κατά προέκταση την πολιτική συμμαχιών των κομμάτων της αριστεράς.

Σε σχέση με τα παραπάνω τέθηκε από μερικούς επίσης το ζήτημα, στο που βρίσκεται για τις μαρξιστικές αναλύσεις η θεωρητική αφετηριακή βάση για τον καθορισμό της σχέσης μεταξύ εθνικού κράτους και διεθνοποιημένης οικονομίας: Σχηματίζει για το Μαρξ η εθνική σφαίρα τη βάση για τον καθορισμό της έννοιας του κεφαλαίου, ή μήπως ο Μαρξ αντιλαμβανόταν το κεφάλαιο άμεσα σαν παγκόσμιο κεφάλαιο;

Η θεωρητική συζήτηση για τα ζητήματα αυτά δεν είναι επομένως ακαδημαϊκή, αλλά εντάσσεται στα πλαίσια των αναλύσεων και αντιπαραθέσεων που λαμβάνουν χώρα γύρω από την έννοια της παγκοσμιοποίησης –νοούμενης ως διεθνοποίηση της κεφαλαιακής σχέσης και παραπέρα τριαδοποίηση της μάζας του κεφαλαίου, δηλ. παραπέρα συγκέντρωση της μάζας του κεφαλαίου κυρίως πάνω στα τρία μεγάλα ιμπεριαλιστικά οικονομικά μπλοκ (Βόρειος Αμερική/ΗΠΑ, ΕΕ/αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, λεκάνη του Ειρηνικού/Ιαπωνία).

***

Το έθνος

Σε μεγάλο βαθμό η θέση περί αδύναμου εθνικού κράτους οφείλεται στον ευρωκεντρισμό αυτών που την προπαγανδίζουν. Το πρόβλημα που εδώ τίθεται, δεν είναι απλά και μόνο το ζήτημα του κράτους, αλλά αυτό του έθνους. Γι αυτό και αφετηριακή βάση της ανάλυσής μας αποτελεί η έννοια του έθνους και μάλιστα από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού. Για να ειπωθεί διαφορετικά, τίθεται το ερώτημα: πως γεννήθηκε το έθνος (και η έννοια του έθνους) στις ιστορικές αλλαγές της οργάνωσης της εργασίας και στην αντιπαράθεση των τάξεων μεταξύ τους;

Όχι μόνο το εθνικό κράτος, αλλά και τα ίδια τα έθνη, είναι δημιούργημα της αστικής τάξης –μάλιστα η αστική τάξη είναι ιστορικά η πρώτη τάξη η οποία κάνει την εμφάνισή της σε εθνικό επίπεδο. Στις φεουδαρχικές κοινωνίες δεν έχουμε ακόμη σχηματισμό εθνών. Η κρατική και ταυτόχρονα ατομική κυριαρχία εξασκείται στο φεουδαρχισμό πάνω στους λαούς (στην αγροτιά που μιλά διαφορετικές γλώσσες και έχει διαφορετική κουλτούρα) και στις πόλεις (οι αγορές των οποίων κατά κανόνα δεν περιλαμβάνουν όλη την περιοχή κυριαρχίας των ηγεμόνων). Τα έθνη τα οποία γεννήθηκαν κατά τη περίοδο της ανόδου του καπιταλισμού, αναπτύχθηκαν στη βάση γεωγραφικών, γλωσσικών, πολιτιστικών ή άλλων ιστορικά δοσμένων παραγόντων. Σημαντικό ρόλο για το σχηματισμό των κρατών έπαιξαν οι φεουδάρχες, ιδιαίτερα όμως οι ευρωπαίοι βασιλείς. Τα έθνη όμως δεν είναι αυτοί οι παράγοντες, αλλά σχηματίζονται στη βάση αυτών των παραγόντων. Τι είναι τότε;

Ας προσπαθήσουμε να δώσουμε έναν ορισμό: Το έθνος είναι μια ταξική συμμαχία της αστικής τάξης, της αγροτιάς και του προλεταριάτου κάτω από την ηγεμονία της αστικής τάξης σε μια περιορισμένη περιοχή στη βάση των παραγόντων που ήδη αναφέραμε. Πρωταρχική σημασία έχει εδώ η συνοχή των πολιτών μεταξύ τους, η οποία δρα μη ανταγωνιστικά, καθώς και η ύπαρξη μιας αγοράς η οποία υπηρετεί κανόνες παιχνιδιού αναγνωρισμένους από όλους, ο σημαντικότερος απ΄ τους οποίους είναι το κοινό χρήμα ή η κυριαρχία κοινού νομίσματος. Αυτή η ταξική συνοχή περιλαμβάνει όλα τα κεφάλαια, το εμπορικό, το βιομηχανικό και το τραπεζικό. Πρώτα μέσω αυτής της συνοχής έχει νόημα να γίνεται λόγος για συμφέροντα. Σημαντικό είναι ακόμη το ότι τα ταξικά όρια μέσα σ΄ αυτή την εθνική συνοχή δεν είναι τόσο σημαντικά σε σύγκριση με το ότι οι τάξεις ανήκουν σε ένα έθνος. Τα έθνη επομένως δεν μπορούν να ταυτιστούν με μια ιδεολογία, δεν είναι κυρίως ούτε παραστάσεις στα κεφάλια των ανθρώπων (είναι και αυτό), αλλά πρέπει να ειδωθούν μέσα στην ιστορική τους πορεία. Ήταν ιστορικά δρώντες και εξακολουθούν να είναι ακόμη. Θα λέγαμε, ότι, επειδή όλη η ιστορία είναι μια ιστορία ταξικών αγώνων, είναι μεν οι τάξεις αυτές που την καθορίζουν σαν υποκείμενο, όμως οι τάξεις εμφανίζονται (σε κάθε περίπτωση σε πρώτη θέση η δρώσα αστική τάξη) στη μορφή του ρόλου του έθνους. Αλλά επίσης το προλεταριάτο, οι αγρότες και τα άλλα μεσαία στρώματα εμφανίζονται με το δικό τους εθνικό ρόλο. Για να ειπωθεί διαφορετικά: τα έθνη δρουν αλλά μέσω των τάξεων!

Τα έθνη ορίζονται δικαιϊκά μέσω της κρατικής υπηκοότητας των ατόμων. Η ισότητα αυτής της κρατικής υπηκοότητας αποτέλεσε την επαναστατική πράξη γέννησης του έθνους κατά την υπέρβαση της τάξης των ευγενών. Τα έθνη ορίζονται οικονομικά μέσω του χρήματος και του κρατικού προϋπολογισμού, καθώς και κανόνων οι οποίοι είναι αναγκαίοι για μια κοινή αγορά. Κινητήρια δύναμη γέννησης του έθνους ήταν η προσπάθεια τής υπό διαμόρφωση αστικής τάξης να οργανώσει μια καπιταλιστική αγορά: μια αγορά αγαθών και μια αγορά κεφαλαίου. Έτσι γεννιέται η αναγκαιότητα δημιουργίας ενός εθνικού κράτους και ενός εθνικού νομίσματος, καθώς και η αναγκαιότητα –για την αγορά εργασίας– ενός κοινωνικού και εκπαιδευτικού συστήματος.

Η συγκρότηση του εθνικού κράτους περατώνει ως συνήθως το προτσές σχηματισμού των εθνών. Το κράτος (συμπεριλαμβανομένου ιδιαίτερα του εθνικού νομίσματος) είναι αυτό που εξασφαλίζει και προστατεύει την κυριαρχία πάνω στην εσωτερική αγορά. Ο εθνικισμός είναι η ιδεολογική έκφραση της ταξικής συνεργασίας κάτω απ΄ τα συμφέροντα της εθνικής αστικής τάξης. Τα έθνη στην αρχική φάση της γέννησής τους, ως συνήθως έχουν την ανάγκη του εθνικισμού, ώστε να είναι σε θέση να συνταχθούν ενάντια στην κυριαρχία των άλλων (εθνών). Ο σωβινισμός είναι η ιδεολογική έκφραση για την –προς τα έξω– επιθετική στάση μιας ήδη σχηματισμένης εθνικής αστικής τάξης.

***

Παγκόσμια καπιταλιστική αγορά και αναπαραγωγή του εθνικού κράτους

Το αστικό κράτος σχηματίζεται σε αντίθεση με τους τύπους κράτους των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής σαν εθνικό και αναπαράγεται σαν τέτοιο. Με το να δημιουργεί όμως η αστική τάξη το εθνικό κράτος, δημιουργεί ταυτόχρονα την παγκόσμια αγορά. Το κεφάλαιο είναι ταυτόχρονα εθνικό και κοσμοπολίτικο.

Το αστικό εθνικό κράτος γεννήθηκε απ΄ την αναγκαιότητα να δημιουργηθεί μια ενιαία εθνική αγορά. Τα στενά όρια των αγορών στη φεουδαρχία έπρεπε να υπερνικηθούν. Η αύξηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου βοήθησε στο να δημιουργηθεί μια εθνική αγορά αντίστοιχη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Διάφορα νομικά πλαίσια και εσωτερικοί δασμοί καταργήθηκαν προς όφελος μιας εθνικής σφαίρας κυκλοφορίας. Έτσι όμως έγινε αναγκαία η εθνική πολιτική συνένωση της κοινωνίας. «Ανεξάρτητες επαρχίες συνδεόμενες σχεδόν μόνο με διάφορα συμφέροντα, νόμους, κυβερνήσεις και φόρους, στριμώχτηκαν σε ένα έθνος, μια κυβέρνηση, ένα νόμο, ένα εθνικό ταξικό συμφέρον, μια διοίκηση» (Μαρξ/Έγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος»).

Το πρώιμο εθνικό κράτος δεν εξουδετερώνει μόνο στο εσωτερικό του έθνους τους περιορισμούς που στέκονται εμπόδιο στη δημιουργία της εθνικής αγοράς, αλλά δίνει επίσης στο εθνικό κεφάλαιο την απαραίτητη προστασία απέναντι στις εξωτερικές επιδράσεις. Αυτό αποδεικνύεται αναγκαίο πριν απ΄ όλα επειδή ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής επιβλήθηκε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, επειδή επομένως απέναντι στα λιγότερο αναπτυγμένα κεφάλαια βρίσκονταν ένας πιο αναπτυγμένος εξωτερικός ανταγωνισμός. Ο προστατευτισμός των ντόπιων παραγωγών γίνεται «μέσο για την παραγωγή εργοστασιαρχών» (Μαρξ).

Αφού δημιουργήθηκε το στάδιο γενίκευσης της σχέσης του κεφαλαίου –το οποίο στηρίχτηκε μέσω του κρατικού προστατευτισμού– και η διεθνής ανταγωνιστική του ικανότητα, στη συνέχεια καθήκον του εθνικού κράτους έγινε η υποστήριξη της επέκτασης του κεφαλαίου πάνω στην παγκόσμια αγορά. Οι προστατευτικοί δασμοί και το ελεύθερο εμπόριο δεν βρίσκονταν σε κάποια εχθρική αντίθεση μεταξύ τους. Αντιθέτως, η κρατικά μεσολαβητική τάση για επέκταση στην παγκόσμια αγορά και ο κρατικά υποστηρικτικός προστατευτισμός, σχημάτιζαν μεταξύ τους μια αντιφατική ενότητα.

Η κατάκτηση των ξένων αγορών προϋποθέτει το λιγότερο εν μέρει και κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις την ύπαρξη εθνικών κρατών. Έτσι κατονομάστηκε μια ακόμη αιτία δημιουργίας των αστικών εθνικών κρατών. Ναι μεν οι αγγλικές εμπορικές εταιρείες μπορούσαν να επεκταθούν χωρίς την κρατική υποστήριξη, επειδή είχαν πχ δικό τους στρατό, όμως αυτό δεν ήταν ο κανόνας, αλλά ισχύει ιδιαίτερα για την περίοδο του εμπορικού καπιταλισμού, κατά την οποία συνεισέφεραν στην καπιταλιστική συσσώρευση. Τα εθνικά κράτη προστατεύουν επίσης και σήμερα την επέκταση της παγκόσμιας αγοράς με το να εγγυούνται το κλείσιμο ιδιωτικών συμφωνιών, με το να ανταποκρίνονται στην ασφάλεια απέναντι σε εθνικούς κινδύνους που προκύπτουν από εξαγωγές, με το να δημιουργούν μέσω ενός διατεταγμένου χρηματοπιστωτικού συστήματος τις νομισματικές προϋποθέσεις για το διεθνές εμπόριο κ.ο.κ.

Με το σχηματισμό των εθνικών αγορών και των εθνικών κρατών είναι συνδεδεμένη η πλήρης ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς. Πρώτα μέσω αυτής γίνεται υπέρβαση του κύκλου των αξιών χρήσης μέσα στα εθνικά πλαίσια κάνοντας έτσι δυνατή την ανάπτυξη γενικά της αξίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις ωθούν μπροστά τη παραγωγή, επεκτείνουν την κοινωνική αλληλοσχέση της και την κατακερματίζουν σε ξεχωριστές τμηματικές εργασίες, οι οποίες στη συνέχεια ξανασυνδυάζονται. Η μαζική παραγωγή στο καπιταλισμό είναι πλέον δυνατή, ενώ γίνεται αναγκαία βγαίνοντας έξω απ΄ τα πλαίσια της εθνικής αγοράς, απαιτώντας το παγκόσμιο εμπόριο. Μέσω αυτής δημιουργούνται ξανά νέες πηγές συσσώρευσης επειδή παράγονται νέα εμπορεύματα. Πάνω στην παγκόσμια αγορά προσφέρονται νέες δυνατότητες για τη πραγματοποίηση των παραγόμενων αξιών. Με το να γίνεται δυνατή μέσω του εξωτερικού εμπορίου η συντόμευση των περιστροφών του κεφαλαίου, αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη θετική επίδραση πάνω στην παραγωγή υπεραξίας. Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται κατά την εισαγωγή πρώτων υλών οι οποίες μειώνουν τα κόστη παραγωγής του σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου. Τέλος, το εξωτερικό εμπόριο δίνει τη δυνατότητα για την πραγματοποίηση επιπρόσθετων κερδών επειδή κατά την εμπορευματική ανταλλαγή υπάρχει μια διαφορά στις αξίες των εμπορευμάτων από χώρα σε χώρα.

Η εξέλιξη της παγκόσμιας αγοράς είναι επομένως αποτέλεσμα ανάπτυξης του συστήματος των παραγωγικών δυνάμεων, το οποίο μολαταύτα υπόκειται κάτω απ΄ τις καπιταλιστικές συνθήκες σε ειδικούς περιορισμούς. Το κεφάλαιο ναι μεν εξουδετερώνει τους φραγμούς της τοπικής αγοράς με το να δημιουργεί την εθνική αγορά και πέραν τούτου την παγκόσμια αγορά, στην ίδια όμως την ιδιότητά του σαν κεφάλαιο βρίσκει το μέγιστο φραγμό. Το κεφάλαιο ναι μεν δημιουργεί τη παγκόσμια αγορά, δεν εξουδετερώνει όμως τις βάσεις του εθνικού κράτους. Η παγκόσμια αγορά σχηματίζεται πολύ περισσότερο σαν αλληλοσχέση των σε εθνικά κράτη πολιτικά συγκεντρωμένων κεφαλαίων.

Και η επέκταση όμως του κεφαλαίου στη παγκόσμια αγορά, δεν άρει την εσωτερική του αντιφατικότητα, αλλά την θέτει πάνω σε ένα νέο επίπεδο. Εξαιτίας αυτών των εσωτερικών αντιφάσεων γίνεται αναγκαία στην πορεία εξέλιξης της κεφαλαιακής σχέσης η ενισχυμένη οικονομική δραστηριότητα του εθνικού κράτους. Η διαπίστωση του Μαρξ ότι, η τάση να δημιουργεί την παγκόσμια αγορά βρίσκεται άμεσα στην ίδια την έννοια του κεφαλαίου, μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς αν συσχετισθεί με τη διαπίστωσή του ότι: «Το κεφάλαιο τοποθετεί κάθε τέτοιο όριο σαν φραγμό και άρα το ξεπερνά ιδεατά, αυτό όμως καθόλου δε σημαίνει πως το ξεπέρασε και πραγματικά, κι επειδή κάθε τέτοιος φραγμός βρίσκεται σε αντίφαση προς τον προσδιορισμό του κεφαλαίου, γι αυτό η παραγωγή του κινείται μέσα σε αντιφάσεις που αδιάκοπα ξεπερνιούνται αλλά και τοποθετούνται εξίσου αδιάκοπα. Παραπέρα. Η καθολικότητα που το κεφάλαιο ακατάσχετα επιδιώκει βρίσκει φραγμούς στην ίδια του τη φύση, φραγμούς που σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξής του θα αποκαλύψουν το ίδιο σαν το πιο μεγάλο φραγμό σ΄ αυτή την τάση, και άρα οδηγούν στην άρση του απ΄ αυτό το ίδιο» (Κ. Μαρξ: «Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας», τομ. Β΄, σελ. 308-309, εκδ. Στοχαστής).

Όσον αφορά στο ζήτημα που εξετάζουμε, δηλ. τη σχέση μεταξύ εθνικού κράτους και των τάσεων καπιταλιστικής διεθνοποίησης και ολοκλήρωσης, αυτό που ισχύει είναι, η παραπέρα εμβάθυνση της θέσης του Μαρξ και ο προσδιορισμός των φραγμών που τίθενται στο κεφάλαιο, καθώς και η ανάπτυξη της κεφαλαιακής σχέσης που προκύπτει από δω. Σημαντικό αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι ο σχηματισμός του μονοπωλίου με το οποίο δημιουργούνται σχετικές μορφές προσαρμογής του κεφαλαίου στην κίνηση των παραγωγικών δυνάμεων για τη διατήρηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Η αυξητική κοινωνικοποίηση του προτσές παραγωγής προσκρούει στον καπιταλισμό πάνω στις ατομικές καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοποίησης που δεν αντιστοιχούν πλέον στο χαρακτήρα της κοινωνικοποίησης της παραγωγής. Κατά συνέπεια, πρέπει να δημιουργηθούν μορφές ιδιοκτησίας οι οποίες θα είναι σε θέση να άρουν, το λιγότερο υπό όρους, αυτή την αντίφαση. Στο μονοπώλιο βρίσκονται οι αντίστοιχες μορφές ιδιοκτησίας. Το μονοπώλιο είναι επομένως εκείνη η μορφή με την οποία το κεφάλαιο αναγνωρίζει την κοινωνικοποίηση της παραγωγής, χωρίς όμως να άρεται ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και η κεφαλαιακή σχέση.

Σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης, ο αυξάνων εξαναγκασμός των παραγωγικών δυνάμεων, απαιτεί στη θέση των ατομικά καπιταλιστικών μορφών κοινωνικοποίησης να συμπεριληφθεί το κράτος για την προσαρμογή των μορφών ιδιοκτησίας στην αυξητική κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Το κράτος όμως δεν παρεμβαίνει άμεσα προγραμματίζοντας και οργανώνοντας, αλλά δρα με μέσα, τα οποία σαν καπιταλιστικά αντανακλούν το ρόλο των μονοπωλίων που ήδη επικρατούν. Με το σχηματισμό των μονοπωλίων φθάνουμε σε μια εσωτερική διαφοροποίηση της δομής του συνολικού κεφαλαίου. Ένα τμήμα του κεφαλαίου κατορθώνει σε σχέση με άλλα, να μετακυλήσει πάνω σε άλλα κεφάλαια τα προβλήματα που προκύπτουν από την επιδείνωση των συνθηκών αξιοποίησης. Αυτή η διαφοροποίηση των συνθηκών αξιοποίησης σταθεροποιείται συστηματικά. Ήδη στο αρχικό ακόμη στάδιο σχηματισμού των μονοπωλίων προκύπτουν σημαντικές συνθήκες για μια μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ οικονομίας και πολιτικής. Όταν δηλ. το κράτος προστατεύει τις σχέσεις ιδιοποίησης από παρεμβάσεις, τότε αυτή η εγγύηση της ιδιοκτησίας προϋποθέτει ήδη το μονοπωλιακό προτσές διαφοροποίησης του συνολικού κεφαλαίου. Με την προστασία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας εγγυάται η ασφάλεια των μονοπωλιακών θέσεων. Στο σύγχρονο καπιταλισμό το κράτος προσαρμόζει στη συνολική κοινωνική κλίμακα τις καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Τους τομείς που εκπίπτουν απ΄ την κίνηση του ατομικού κεφαλαίου, τους αναλαμβάνει κάτω απ΄ τη δική του διαχείριση για να τους αναπτύξει σε κοινωνική κλίμακα. Συνεπώς, το κράτος ωθεί επίσης μπροστά τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής, χωρίς όμως να δημιουργεί και τις αντίστοιχες σχέσεις ιδιοκτησίας, αλλά απλά σχετικές μορφές προσαρμογής. Το κράτος δρα σαν κοινωνικό όργανο του συνολικού κεφαλαίου στα πλαίσια των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας.

Ακόμη όμως και όταν οι οικονομικές κρατικές παρεμβάσεις δεν είναι χαρακτηριστικό του σημερινού καπιταλισμού, πρέπει η αύξησή τους να ειδωθεί σαν ποιοτικά νέα εξέλιξη. Η αύξηση των οικονομικών κρατικών παρεμβάσεων γίνεται άμεση προϋπόθεση για το προτσές συσσώρευσης και πριν απ΄ όλα το προτσές αναπαραγωγής. Οι οικονομικές κρατικές παρεμβάσεις μπορούν να βρεθούν κυρίως σε τρεις μορφές: στην επέκταση του κρατικού τομέα, στην άμεση «ρύθμιση» κατά κύριο λόγο του καθορισμού των τιμών στην εισοδηματική πολιτική, τέλος στην έμμεση κρατική «ρύθμιση» μέσω του χειρισμού του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι οικονομικές παρεμβάσεις του κράτους επεκτείνονται πάνω σε όλους τους τομείς του προτσές αναπαραγωγής, απ΄ την παραγωγή μέσω της κυκλοφορίας, μέχρι τη διανομή και την κατανάλωση.

Στην αυξητική κοινωνικοποίηση του προτσές παραγωγής στην ιστορική κίνηση αξιοποίησης του κεφαλαίου, δεν βρίσκεται μόνο η αιτία για τις ενισχυμένες οικονομικές δραστηριότητες του κράτους, αλλά επίσης για τη διεθνοποίηση και το σχηματισμό περιφερειακών μορφών καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Τα μέσα με τα οποία προσπαθεί ο καπιταλισμός να σπάσει τους φραγμούς που του τίθενται, δηλαδή η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, οδηγούν στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και έτσι σε μια επιδείνωση των συνθηκών αξιοποίησής του. Το διαρκές εμφανιζόμενο σχετικό πλεόνασμα κεφαλαίου ωθεί στο σχηματισμό διεθνών μονοπωλίων, απαιτεί την κοινωνικοποίηση της παραγωγής σε διεθνή πλαίσια. Το κεφάλαιο γίνεται παραγωγικό στο εξωτερικό – όχι επειδή στη χώρα «του» δεν έχει πλέον ευκαιρίες αξιοποίησης, αλλά επειδή τείνει σε πιο ευνοϊκή αξιοποίηση. Ενόσω οι παραγωγικές δυνάμεις τείνουν σε διεθνή κοινωνικοποίηση της παραγωγής, οι δομές ιδιοκτησίας και κυριαρχίας παραμένουν οργανωμένες εθνικά.

Η όξυνση της σύγκρουσης μεταξύ παραγωγής και αξιοποίησης στον καπιταλισμό, είναι αυτή η οποία ωθεί μπροστά τη διεθνοποίηση της παραγωγής και ταυτόχρονα αναγκάζει το κράτος να παρεμβαίνει αυξητικά στο προτσές αναπαραγωγής και να βελτιώνει τις συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου. Ο πυρήνας για τον καθορισμό της σχέσης μεταξύ εθνικού κράτους και διεθνοποίησης του κεφαλαίου σήμερα, βρίσκεται επομένως στην ταυτόχρονη επιτάχυνση της διεθνοποίησης της οικονομίας και της ενίσχυσης των οικονομικών παρεμβάσεων απ΄ τη μεριά των μηχανισμών του εθνικού κράτους.

Και οι δυό κινήσεις έχουν την αιτία τους στην ανάπτυξη της κεφαλαιακής σχέσης, στην πίεση των παραγωγικών δυνάμεων για κοινωνικοποίηση. Αυτή εξασφαλίζεται απ΄ τη μια διεθνώς μέσω της εξαγωγής κεφαλαίου και το αυξανόμενο βάρος των πολυεθνικών μονοπωλίων, και απ΄ την άλλη με το να συμπεριλαμβάνεται το οικονομικό δυναμικό του κράτους στο εθνικό επίπεδο, όπου τα τιθέμενα στον καπιταλισμό φράγματα ξεπερνιούνται σχετικά. Όταν επομένως απ΄ την άποψη της γένεσης τονίζεται η ταυτότητα των αιτιών διεθνοποίησης και εθνικής κρατικής παρέμβασης, τότε απ΄ την άλλη μεριά, απ΄ την άποψη των επιδράσεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ότι η διεθνοποίηση της οικονομίας και οι εθνικές κρατικές πολιτικές παρεμβάσεις συμπεριφέρονται μεταξύ τους με τέτοιο τρόπο, που οι τάσεις διεθνοποίησης «σπάνε» απ΄ τις διαρκείς κρατικές παρεμβάσεις. Απ΄ την άλλη μεριά ο σχηματισμός ενός εθνικού συστήματος οικονομικής παρέμβασης των μηχανισμών του κράτους είναι συνθήκη για τη διεθνή επέκταση του κεφαλαίου.

***

Το εθνικό κράτος ως βάση για την υπέρβαση της κεφαλαιακής σχέσης

Όλη η αντιφατικότητα της σχέσης μεταξύ (αναπτυγμένων) αστικών κρατών και οικονομικών τάσεων διεθνοποίησης, γίνεται σήμερα ορατή στις σχέσεις μεταξύ εθνικών κρατών και διεθνών μονοπωλίων αφενός, και της περιφερειακής ολοκλήρωσης αφετέρου. Και στις δυό περιπτώσεις επιβεβαιώνεται ότι οι σχετικές μορφές λύσεων των καπιταλιστικών αντιφάσεων, δηλ. η οικονομική διεθνοποίηση, πριν απ΄ όλα με τη μορφή ενισχυμένων εξαγωγών κεφαλαίου και η τελειοποίηση των κρατικομονοπωλιακών συστημάτων παρέμβασης και ρύθμισης, δεν μπορούν να άρουν διαρκώς αυτές τις αντιφάσεις, αλλά οδηγούν σε νέες αντιφάσεις γίνοντας έτσι αιτία νέων κρισιακών φαινομένων.

Απ΄ τη μια μεριά τα εκτεταμένα κρατικά κίνητρα σχηματίζουν τις προϋποθέσεις για μια αποτελεσματική διεθνοποίηση του κεφαλαίου, απ΄ την άλλη όμως οι δραστηριότητες των διεθνών μονοπωλίων βρίσκονται σε αντιπαράθεση με τα κρατικά μέτρα που αποσκοπούν στη ρύθμιση της συνολικής οικονομίας, τα επηρεάζουν δυσμενώς ή τα εκμηδενίζουν. Σημαντική είναι η διαπίστωση ότι τα διεθνή μονοπώλια δρουν μεν σε παγκόσμιο επίπεδο οικοδομώντας παντού στον κόσμο παραγωγικές επιχειρήσεις, όμως δεν είναι εντελώς αποσπασμένα από τα εθνικά κράτη. Αντιθέτως, οι δομές ιδιοκτησίας, οι σχέσεις κατοχής των μονοπωλίων που δρουν διεθνώς έχουν περισσότερο εθνικό χαρακτήρα. Αυτό εκφράζεται επίσης και με το ότι οι διοικήσεις των πολυεθνικών μονοπωλίων είναι εγκατεστημένες στη χώρα προέλευσης και το σύνολο των δομών όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις μέσα στις επιχειρήσεις, κατευθύνονται από αυτές τις διοικήσεις.

Οι παγκόσμιες δραστηριότητες των πολυεθνικών μονοπωλίων, ο τζίρος των οποίων όχι σπανίως ξεπερνά το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν μικρών χωρών ή και καπιταλιστικών χωρών με μέσο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων, επηρεάζουν δυσμενώς την ικανότητα λειτουργίας των μηχανισμών του εθνικού κράτους και οδηγούν πρακτικά στην υποσκαφή της εθνικής τους ακεραιότητας. Η ικανότητα των μηχανισμών του εθνικού κράτους να συνενώνουν την οικονομία σε εθνικό επίπεδο και να επιδρούν αντισταθμιστικά στις δυσκολίες αξιοποίησης του κεφαλαίου, περιορίζεται. Εδώ πρέπει να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στις διαμάχες και τις αντιφάσεις μεταξύ των πολυεθνικών μονοπωλίων και των «χωρών υποδοχής», από αυτές οι οποίες δημιουργούνται ανάμεσα στα διεθνή μονοπώλια στις χώρες προέλευσής τους. Επιπλέον εμφανίζονται και διαμάχες μεταξύ των χωρών προέλευσης και των χωρών υποδοχής στο βαθμό που τα μονοπώλια γίνονται μέσο για την εξωτερική πολιτική των χωρών προέλευσης.

Ένα πρώτο κεντρικό πεδίο διαμάχης συνάγεται από ένα αυξητικά όλο και μεγαλύτερο τμήμα του διεθνούς εμπορίου, το οποίο κυριαρχείται μέσω της ανταλλαγής μεταξύ των θυγατρικών εταιρειών ενός πολυεθνικού μονοπωλίου που δρα σε διαφορετικές χώρες, έχουμε δηλαδή εσωμονοπωλιακό εμπόριο. Οι δομές εξαγωγής και εισαγωγής εμπορευμάτων μεταβάλλονται σύμφωνα με την αξία τους με τέτοιο τρόπο, που τα πολυεθνικά μονοπώλια τα οποία σκοπεύουν να μετατοπίσουν τα κέρδη τους ή να μειώσουν τις φορολογικές υποχρεώσεις τους, χειρίζονται τον καθορισμό των τιμών σχετικά αυθαίρετα κατά τις αγοροπωλησίες στο εσωμονοπωλιακό εμπόριο (transfer-price-system). Με τον τρόπο αυτό μπορούν να εμφανιστούν παραμορφώσεις που φθάνουν μέχρι και σε ελλείμματα ή πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο, τα οποία από μόνα τους προέρχονται από επιδράσεις (εσκεμμένων) χειρισμών στις προμήθειες ανάμεσα στα διάφορα υποκαταστήματα των πολυεθνικών μονοπωλίων.

Στο βαθμό που το κεφάλαιο εξάγεται στο εξωτερικό, αυξάνουν επίσης τα προβλήματα στα ισοζύγια πληρωμών. Ανοδικές, άμεσες επενδύσεις, τις περισσότερες φορές ωθούν προς τα πίσω την εξαγωγή εμπορευμάτων και εν μέρει την αντικαθιστούν. Για τους μηχανισμούς του εθνικού κράτους το πρόβλημα είναι (μόνο) στο να μην περιοριστούν ακόμη παραπέρα οι ήδη περιορισμένες δυνατότητες των κρατικών παρεμβάσεων για τη διατήρηση και αποκατάσταση μιας σχετικής οικονομικής ισορροπίας. Η διαμορφωμένη μέσω των πολυεθνικών μονοπωλίων δομή της παγκόσμιας οικονομίας με βάση τον καταμερισμό εργασίας, μπορεί να επηρεαστεί μόνο σε μικρό βαθμό προς το συμφέρον μιας μακροπρόθεσμης εγγύησης των συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου. Η ροή εμπορευμάτων η οποία επηρεάζεται σημαντικά από τα πολυεθνικά μονοπώλια, κατευθύνεται απλώς και μόνο σύμφωνα με τις δυνατότητες της αποδοτικότητας. Προτεραιότητες της εθνικής οικονομικής πολιτικής μπορούν να παρακαμφθούν, ενώ είναι δυνατό να τεθούν εμπόδια στα μέτρα της νομισματικής πολιτικής. Όταν μια χώρα πχ για λόγους σταθεροποιητικής πολιτικής θέσει συναλλαγματικούς περιορισμούς, μπορούν τα διεθνή μονοπώλια να τους παρακάμψουν σχετικά εύκολα επειδή έχουν διεθνή πρόσβαση σε χρηματοδοτικές πηγές. Τα χρηματοδοτικά μέσα που έχουν σωρευτεί στα πολυεθνικά μονοπώλια έχουν συχνά έναν τέτοιο όγκο, που η αισχροκερδής μεταχείρισή τους μπορεί να θέσει κάτω από πίεση ξεχωριστά εθνικά νομίσματα.

Επειδή οι πολυεθνικές επιχειρήσεις έχουν συγκεντρωθεί πριν απ΄ όλα σε αναπτυξιακούς κλάδους, σε τομείς με τεχνολογίες αιχμής, μπορεί η ανεμπόδιστη επέκταση των υποκαταστημάτων των πολυεθνικών μονοπωλίων να σημαίνει την αφαίρεση  μεγάλων δικαιοδοσιών εθνικού ελέγχου απ΄ τις βιομηχανίες αιχμής. Τέλος, τα εθνικά νομικά συστήματα μπορούν να επηρεαστούν δυσμενώς όταν οι θυγατρικές εταιρείες των πολυεθνικών μονοπωλίων υποτάσσονται στις νομικές ρυθμίσεις της χώρας προέλευσης όχι όμως και της χώρας υποδοχής, ή απειλούν με κυρώσεις σε περίπτωση που τους τίθενται όρια.

Από τη διεθνοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής σε σχέση με το εθνικό κράτος συνάγονται διαφορετικές και εν μέρει αντιθετικές συνέπειες. Αφενός τα διεθνή μονοπώλια μπορούν μέσω της παγκόσμιας κινητικότητάς τους να βελτιώσουν τις συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου και να επωφεληθούν από την ανισόμετρη ανάπτυξη των ξεχωριστών κρατών, αφετέρου οι δυνατότητες των μηχανισμών του εθνικού κράτους περιορίζονται με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου. Οι παρεμβάσεις του εθνικού κράτους επιδρούν σχετικά πάνω στο συνολικό κεφάλαιο, όταν τμήματα του κεφαλαίου, τα διεθνή μονοπώλια, μπορούν να ξεφεύγουν απ΄ τους περιορισμούς της εθνικής οικονομικής πολιτικής. Ναι μεν ενισχύονται οι αμοιβαίες εξαρτήσεις μεταξύ των ξεχωριστών εθνικών κρατών και πριν απ΄ όλα στην ΕΕ, και οι συμπλέξεις στο εμπόριο και στο κεφάλαιο γίνονται πιο στενές. Από δω προκύπτει η τάση να αποσπαστούν συγκεκριμένες κρατικές λειτουργίες από τα εθνικά πλαίσια και να διεθνοποιηθούν. Οι κινήσεις όμως αυτές προσκρούουν διαρκώς πάνω σε αντίρροπες δυνάμεις οι οποίες συνάγονται από τον εξαναγκασμό για κρατική εγγύηση των συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου. Η εγγύηση αυτή μπορεί να δοθεί μόνο από τους μηχανισμούς του εθνικού κράτους προκειμένου να διατηρηθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ των εθνικών κεφαλαίων.

Για το λόγο αυτό μέσα στην ΕΕ ορθώνονται διαρκώς εμπόδια στο να δημιουργηθούν εκτεταμένες υπερεθνικές δομές και όργανα με αντίστοιχες αρμοδιότητες. Πολύ περισσότερο, οι τάσεις για διεθνοποίηση των κρατικών λειτουργιών οδηγούν συχνά μέσα στην ΕΕ σε διακρατικές μορφές συνεργασίας ανάμεσα στα ξεχωριστά κράτη-μέλη. Αποφασιστικές αρμοδιότητες παραμένουν στα χέρια μηχανισμών του εθνικού κράτους και των κυβερνήσεων. Οι προσπάθειες όμως για συντονισμό της εθνικής πολιτικής προς τον διεθνή πολιτικό καταμερισμό εργασίας εντατικοποιούνται. Αξιοσημείωτο παράδειγμα αυτής της διακρατικής συνεργασίας στην ΕΕ είναι μεταξύ των άλλων η εξωτερική και «αμυντική» πολιτική.

***

Ο μύθος περί του τέλους του εθνικού κράτους

Εξαιτίας της αυξανόμενης σημασίας που απέκτησε το ζήτημα της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, πολλοί ήταν εκείνοι, μεταξύ αυτών και αριστεροί διανοούμενοι, οι οποίοι κατέληξαν στη θέση, ότι, το εθνικό κράτος φθάνει προς το τέλος του. Είναι όμως έτσι;

Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο το τέλος του εθνικού κράτους όπως το γνωρίσαμε, ανακοινώθηκε πολλές φορές. Κατ΄ αρχή στα τέλη της δεκαετίας του ΄50 όταν αναπτύχθηκαν οι διηπειρωτικοί πύραυλοι και εμφανίστηκε το τέλος της κλασικής άμυνας της χώρας. Τα σύνορα, έλεγαν, δεν έχουν πλέον καμιά σημασία επειδή δεν θα υπήρχε κανένα μέτωπο, καμιά ενδοχώρα, καμιά πατρίδα που θα μπορούσε κανείς να αμυνθεί. Στη συνέχεια, στη δεκαετία του ΄60, έλεγαν ότι τα μονοπώλια των ΗΠΑ θα εξαγοράσουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ενώ όσο αυξάνεται ο αριθμός και το μέγεθός τους, η κυριαρχία των εθνικών κρατών θα τείνει προς εξαφάνιση. Αυτό μαρξιστικά ερμηνεύεται ως εξής: το εθνικό κράτος δε θα μπορέσει να αντέξει για πολύ τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, γι αυτό θα πρεπε να προσαρμοστεί, δηλ. να «διεθνοποιηθεί» και αυτό. Κάποιοι μαρξιστές αντιτάχθηκαν στις αντιλήψεις αυτές αλλά χωρίς επιτυχία. Οι παλιές δομές του κράτους, σύμφωνα με την παραπάνω επιχειρηματολογία, δε θα μπορούσαν να επιβιώσουν, το παγκόσμιο κεφάλαιο θα χειραφετηθεί απ΄ το παλιό κράτος ψάχνοντας για ένα νέο. Στα τέλη της δεκαετίας του ΄80 ο Robert Cox ανάπτυξε εκ νέου τη θέση περί διεθνοποίησης του κεφαλαίου, το οποίο ουσιαστικά, κατά τη γνώμη του, θα αχρηστεύσει το εθνικό κράτος. Από τότε η θέση αυτή επικράτησε σε μικρό ή μεγάλο βαθμό σ΄ ένα τμήμα της αριστεράς, κυρίως σ΄ εκείνους που πρέσβευαν νεογκραμσιανές αντιλήψεις. Για το λόγο αυτό και η θέση περί του τέλους της πολιτικής η οποία υποτάσσεται στην οικονομία, και του εθνικού κράτους, οι δυνάμεις του οποίου είναι υποταγμένες στην παγκοσμιοποίηση, συναντούν μικρή αντίσταση. Δεν είναι μόνο οι νεοφιλελεύθεροι ιδεολόγοι, αλλά και διάφοροι κριτικοί τους οι οποίοι διαδίδουν το μύθο, ότι το εθνικό κράτος έχει αδυνατίσει πάρα πολύ τείνοντας ακόμη και προς εξαφάνιση. Ο μύθος αυτός αποτελεί ένα από τα βασικά στηρίγματα της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας και η πίστη σ΄ αυτόν είναι μια απ΄ τις σημαντικές αιτίες διαρκούς αποδυνάμωσης της αριστεράς.

Ποια είναι όμως η πραγματικότητα; Περί το 1900 στη γήινη σφαίρα υπήρχαν περισσότερα από 40 κυρίαρχα κράτη. Το 1946 ο αριθμός τους αυξήθηκε στα 70, ενώ σήμερα υπάρχουν πάνω από 200 «κυρίαρχα» κράτη. Τα περισσότερα από αυτά εμφανίζονται σήμερα σαν εθνικά κράτη. Κλασικές «αυτοκρατορίες» (Ινδία, Κίνα) μετασχηματίστηκαν σε εθνικά κράτη, ενώ η αποσάθρωση άλλων είχε σαν αποτέλεσμα την ίδρυση ενός αυξανόμενου αριθμού ανεξάρτητων κρατών, τα οποία απαιτούν την κυριαρχία πάνω στο έδαφός τους – και κατά κανόνα το πετυχαίνουν. Αυτό ισχύει τόσο για την αποσάθρωση της Σοβιετικής Ένωσης όσο και γι΄ αυτή της Γιουγκοσλαβίας. Αυτά που αποσαθρώνονται είναι τα κράτη με πολλές εθνότητες και όχι τα κλασικά εθνικά κράτη. Όλα τα απελευθερωτικά κινήματα σήμερα τείνουν σύμφωνα με τις διακηρύξεις τους για εθνική ανεξαρτησία –η οποία ορίζεται στη μορφή του ιδίου κράτους με συγκεκριμένη εδαφική περιοχή και με όλα τα σύμβολα της εθνικής κυριαρχίας, ενώ επιδιώκουν μια περιφερειακή «αυτονομία», η οποία είναι δυνατή μόνο στα πλαίσια ενός εθνικού κράτους. Τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα διαμαρτυρίας σήμερα, τα οποία κατανοούν τον εαυτό τους ως διεθνή κινήματα, απευθύνονται επίσης σε ξεχωριστά κράτη ή στη διεθνή κοινότητα σαν παραλήπτες των πολιτικών τους αιτημάτων.

***

Εδώ εμφανίζεται ένα παράδοξο: Η θέση περί του τέλους του εθνικού κράτους και της κρατικής κυριαρχίας, διαδόθηκε ιδιαίτερα σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία η κινητήρια δύναμη για την υποτιθέμενη μετάλλαξη της κρατικής οντότητας, η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, υπερέβη ήδη την αποκορύφωσή της. Η εκ νέου ώθηση της θέσης αυτής δόθηκε μετά την αποσάθρωση της παγκόσμιας τάξης του ψυχρού πολέμου και την κατάρρευση του Δεύτερου Κόσμου, με τα νέα σύνορα και τους εκάστοτε ιδιαίτερους κανόνες του παιχνιδιού. Όταν διαλύθηκε ο Δεύτερος Κόσμος ο καπιταλισμός «δυτικού» τύπου εμφανίστηκε πρακτικά σε μια νύχτα σαν η μοναδική οικονομική τάξη παγκοσμίως. Ο καπιταλισμός βίωσε μια νέα θυελλώδη περίοδο διείσδυσης και μαζί μ΄ αυτόν τα κράτη τα οποία άσκησαν μια επέκταση των εθνικών τους οικονομιών για εξαγωγές, ώστε να είναι παρόντα κατά την επέκταση των παγκόσμιων αγορών. Νέες κλειστές εθνικές οικονομίες άνοιξαν (πχ Κίνα, Βιετνάμ) δημιουργώντας νέεες αγορές, ρίχνοντας σ΄ αυτές τεράστια αποθέματα από πρώτες ύλες και εργατικές δυνάμεις. Το χρονικό αυτό διάστημα, - από το 1989/90 έως σήμερα -, ζήσαμε χρονικά μικρές περιόδους ανόδου και μια σειρά από κρίσεις χρηματαγορών οι οποίες έβλαψαν την οικονομία πολλών χωρών.

Στο παλιό κράτος επήλθαν αλλαγές, όπως επίσης και στη δομή της διεθνούς πολιτικής. Μολαταύτα πολλές από αυτές τις δομικές αλλαγές δεν έλαβαν χώρα τα τελευταία χρόνια, αλλά ήδη απ΄ το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ΄40, όταν για πρώτη φορά βρισκόταν σε εξέλιξη μια παγκόσμια οικονομική τάξη μέσω τυπικών συμφωνιών μεταξύ μεγάλων βιομηχανικών και εμπορικών κρατών, οι οποίες επικυρώθηκαν και χρηματοδοτήθηκαν από ιδιαίτερους θεσμούς από αυτές ακριβώς τις δυνάμεις. Ακριβώς, αυτή η συλλογική δράση των βασικών καπιταλιστικών κρατών, αυτό το είδος της τυπικής οργάνωσης της παγκόσμιας αγοράς, είναι που διαφοροποιεί το μεταπολεμικό καθεστώς από τη βραχεία περίοδο του ελεύθερου εμπορίου και από το κλασικό στάνταρ μοντέλο του 19ου αιώνα. Χάρη σ΄ αυτή τη συλλογική δράση αυξήθηκε ο αριθμός και το βάρος των εθνικών και υπερεθνικών οργανισμών, οι οποίοι στόχευαν στο να οργανώσουν και να ρυθμίσουν την παγκόσμια αγορά. Από τότε η εξωτερική οικονομική πολιτική όλων των καπιταλιστικών κρατών, δεν είναι πλέον ζήτημα διμερών συμφωνιών (εμπορικές, νομισματικές κλπ), αλλά τυπικά «διεθνοποιήθηκαν». Όλοι αυτοί οι οργανισμοί έχουν ως φορέα τους τα εθνικά κράτη και αντιστοίχως τις κυβερνήσεις τους, οι αποφάσεις τους λαμβάνονται από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών τους. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα δεν ελέγχονται απ΄ το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, αλλά από μια χούφτα ισχυρών κρατών. Σήμερα όπως και παλιότερα, έχουμε τη γνωστή ιεραρχία των κρατών του κόσμου, την άτυπη τάξη των μεγάλων δυνάμεων, των μεσαίων και των μικρών κρατών. Όπως και παλιότερα, η παγκόσμια πολιτική καθορίζεται από συμμαχίες των μεγάλων δυνάμεων. Η ανισότητα μεταξύ των τυπικά κυρίαρχων εθνικών κρατών αποτυπώνει τη δομή του ΟΗΕ μέχρι σήμερα.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα διατήρησης και ισχυροποίησης του εθνικού κράτους είναι οι ίδιες οι ΗΠΑ. Αυτός ο παγκόσμιος ηγεμόνας της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων, έμαθε πολύ γρήγορα, ήδη απ΄ τη δεκαετία του ΄70, να ακολουθεί μια εθνική οικονομική πολιτική η οποία είναι προσανατολισμένη στα συμφέροντα του εθνικού κεφαλαίου, ακολουθώντας τη γνωστή βρετανική πολιτική του ελεύθερου εμπορίου: επιλεκτικό άνοιγμα της αγοράς συν προστατευτισμός για τις ιδίες βιομηχανίες, πίεση πάνω στις άλλες χώρες να ανοίξουν τις αγορές τους για εξαγωγές που προέρχονται από τις ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα των προϊόντων της αγροβιομηχανίας, εισαγωγή προστατευτικών δασμών για τη χαλυβουργική της βιομηχανία ώστε να την προστατεύσει από τον εξωτερικό ανταγωνισμό κλπ. Κράτος και κεφάλαιο εξαρτώνται το ένα από το άλλο. Έτσι από το διεθνή οικονομικό ανταγωνισμό φθάνουμε στον πολιτικό ανταγωνισμό, ενώ από τον αυξανόμενο πολιτικό ανταγωνισμό φθάνουμε στην στρατιωτική ισχύ προς τα έξω. Παράλληλα η «σταθερότητα» προς τα μέσα γίνεται όλο και πιο σημαντική. Η Ουάσιγκτον αύξησε την παραγωγή όπλων της, ενώ στην πάλη για διεθνή ηγεμονία οι δαπάνες της για εξοπλισμούς ξεπερνούν τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια! Απ΄ την άλλη, μόνο στη δεκαετία του ΄80 δημιούργησε νέες φυλακές χωρητικότητας ενός εκατομμυρίου θέσεων. Σήμερα δυό εκατομμύρια Αμερικανοί βρίσκονται πίσω απ΄ τα κάγκελα. Όλα αυτά, -θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά ακόμη-, είναι παραδείγματα επέκτασης και ισχυροποίησης του εθνικού κράτους.

***

Η κλασική τριάδα των κρατικών λειτουργιών – «κράτος δικαίου», φορολογικό σύστημα, «κοινωνικό κράτος» -, δεν εξαλείφθηκαν. Τα σύνορα όπως και πριν είναι σημαντικά. Τα κλασικά κρατικά μονοπώλια τα οποία απαρτίζουν τον πυρήνα της εθνικής ακεραιότητας (το μονοπώλιο της βίας, του δικαίου, των φόρων, το μονοπώλιο της πολιτικής με την ευρεία έννοια) -, παρά τις ιδιωτικοποιήσεις εξακολουθούν να υφίστανται. Όλα τα «όρια της παγκοσμιοποίησης» είναι πολιτικής φύσης, τίθενται από κυρίαρχα κράτη. Φυσικά μερικά κράτη είναι περισσότερο σε θέση να θέτουν όρια στην παγκοσμιοποίηση απ΄ ό,τι άλλα.

Ενάντια στο μύθο ότι το εθνικό κράτος τείνει προς εξαφάνιση, συνηγορούν ακόμη πολλοί λόγοι που τον ανατρέπουν. Μερικοί από αυτούς:
  • Η αντίληψη ότι παλιότερα το κράτος τα είχε όλα υπό τον έλεγχό του δεν ισχύει. Ούτε η παγκόσμια αγορά, ούτε οι εθνικές οικονομίες βρίσκονταν ολοκληρωτικά υπό τον έλεγχο του κράτους. Ούτε η κυριαρχία των κρατών ήταν απόλυτη, αλλά ούτε και μέσα στο κρατικό σύστημα επικρατούσε καθαρή «αναρχία». Η παγκόσμια πολιτική ήταν εκάστοτε αποτυπωμένη από μια «παγκόσμια τάξη», η οποία ουσιαστικά διαμορφωνόταν από τις μεγάλες και παγκόσμιες δυνάμεις. Με το βλέμμα στραμμένο στην ιστορία της παγκόσμιας αγοράς, ισχύει: κυρίαρχο είναι το κράτος εκείνο το οποίο αναγκάζει τα άλλα για παγκόσμιο εμπόριο, εξαναγκάζοντάς τα να δεχτούν την οικονομική και κοινωνική του τάξη. Τέτοια κράτη σπάνια υπήρξαν.
  • Οι πολιτικές ελίτ των μεγάλων βιομηχανικών και εμπορικών κρατών, ήταν αυτές που αποφάσιζαν για το εθνικό συμφέρον, για μια στροφή της πολιτικής, ώστε να γίνουν κύριοι των καπιταλιστικών κρίσεων. Αυτό βεβαίως δεν έγινε χωρίς έντονους πολιτικούς αγώνες, η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού δεν έπεσε απ΄ τον ουρανό, η αστική τάξη είχε την επιλογή. Δεν ήταν σε καμιά περίπτωση η «τεχνολογία» ή οι παγκόσμιες αγορές ή το «παγκόσμιο» κεφάλαιο, που ανάγκαζε τις κυβερνήσεις στις χώρες αυτές για μια πολιτική ανοίγματος των εθνικών οικονομιών τους για εμπορεύματα, χρήμα ή κεφάλαιο. Οι κυβερνήσεις ήταν αυτές που αποφάσιζαν για μια νέα πολιτική (της φιλελευθεροποίησης, των αναδιαρθρώσεων, των ιδιωτικοποιήσεων). Ο διεθνής ανταγωνισμός δεν είναι επίσης σήμερα μια ακατανίκητη δύναμη μπροστά στην οποία πρέπει να γονατίσει κάθε εθνικό κράτος, αλλά τα αδύναμα κράτη είναι αυτά που γονατίζουν –και μάλιστα όχι μόνο στην πίεση της ανώνυμης παγκόσμιας αγοράς. Κατά κανόνα μερικά ισχυρά κράτη, μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις, είναι αυτές που βρίσκονται πίσω από αποφάσεις για άνοιγμα ή κλείσιμο των αγορών.
  • Εάν ληφθούν υπόψη οι δυό παραπάνω λόγοι, τότε προκύπτει και ένας τρίτος: Τα κράτη δεν είναι ίσα, ποτέ δεν ήταν, και την τελευταία περίοδο έγιναν ακόμη πιο άνισα. Εδώ ισχύει το γνωστό ρητό: όλα τα κράτη είναι κυρίαρχα, αλλά μερικά είναι πιο κυρίαρχα από τα άλλα. Στην πραγματικότητα η φιλελευθεροποίηση, οι ιδιωτικοποιήσεις, δεν ήταν πάντα ελεύθερη απόφαση όλων των κυβερνήσεων όλων των χωρών, πολλές από αυτές εξαναγκάστηκαν –όχι όμως από το κεφάλαιο ή την τεχνολογία, αλλά από ένα συνδυασμό πολιτικών πράξεων– αποφάσεων πχ της κυβέρνησης των ΗΠΑ και πολλών διεθνών οργανισμών, όπως το ΔΝΤ στο οποίο κυριαρχούν οι ΗΠΑ και το χρησιμοποιούν ως όργανο για την πολιτική τους εξουσία.
  • Οι αλλαγές που επήλθαν στο εθνικό κράτος, ήταν κυρίως αλλαγές στο «κεϋνσιανό κράτος». Τομείς οι οποίοι χαρακτηρίζουν τον πυρήνα του κράτους, όπως, άμυνα, στρατός, αστυνομία, νομοθεσία, διοίκηση, παραμένουν σε ισχύ. Μάλιστα ο κατασταλτικός μηχανισμός του αστικού κράτους θωρακίζεται ακόμη περισσότερο, ενώ οι δυνάμεις βίας και καταστολής τίθενται όλο και περισσότερο σε δράση ενάντια στο εργατικό, λαϊκό κίνημα.
  • Το κράτος είναι αυτό που θέτει τους φόρους –οι οποίοι σήμερα στις χώρες του ΟΟΣΑ αντιστοιχούν στο 40% περίπου του ΑΕΠ του μέσου όρου των χωρών του. Η φορολογική δομή δεν έχει αλλάξει ριζικά, ούτε έχουν αυξηθεί οι φόροι στα κέρδη των καπιταλιστικών επιχειρήσεων και στα περιουσιακά τους στοιχεία (σταθερό κεφάλαιο), αντιθέτως αυτοί μειώνονται, ενώ αλλάζει διαρκώς η σχέση άμεσων προς έμμεσων φόρων σε βάρος των έμμεσων. Όλα αυτά γίνονται με αποφάσεις κυβερνήσεων.
  • Πολλοί λόγοι συνηγορούν επίσης ενάντια στη γνωστή θέση περί «δικτατορίας των χρηματαγορών» μπροστά στις οποίες θα ΄πρεπε να γονατίσει κάθε κράτος μικρό ή μεγάλο. Όλα τα κράτη είναι διαρκώς χρεωμένα, αλλά δεν είναι στον ίδιο βαθμό εξαρτημένα από τους πιστωτές τους. Οι διεθνείς χρηματαγορές συμπεριφέρονται διαφορετικά απέναντι σε κάθε κράτος ξεχωριστά, αλλά ακριβώς, οι πολύ χρεωμένες και πλούσιες βασικές καπιταλιστικές χώρες οι οποίες επικρατούν πάνω στις παγκόσμιες αγορές, δεν έχουν πρόβλημα με τα χρεόγραφά τους. Αντιθέτως, τα αδύναμα κράτη, οι φτωχές χώρες είναι αυτές που έχουν μεγάλες δυσκολίες να πάρουν δάνεια.
  • Τέλος, σημαντικό είναι να ειπωθεί, ότι η ισχυριζόμενη «σύγκλιση» των εθνικών καπιταλισμών, μέχρι σήμερα δεν έλαβε χώρα. Τα κράτη του κόσμου δεν υιοθέτησαν το αμερικάνικο μοντέλο. Από δω προκύπτει ότι οι κυβερνήσεις δεν ασκούν παντού το ίδιο είδος οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Δε θα ήταν καν σε θέση να ασκήσουν την ίδια πολιτική ακόμη κι αν το ήθελαν, επειδή οι διαφορές στους εθνικούς καπιταλισμούς, οι οποίοι συμπλέκονται άμεσα με την πολιτική δομή και με μια ιδιαίτερη πολιτική κουλτούρα, δεν το επιτρέπουν. Ακόμη και η πιο προχωρημένη καπιταλιστική ολοκλήρωση των εθνικών οικονομιών μέσα στην ΕΕ, δεν εξαφάνισε αυτές τις διαφορές – πχ στην αγορά εργασίας, στις χρηματαγορές, στις μορφές επιχειρήσεων.

***

Κράτος και αγορά – αντιπαλότητα ή αλληλοσυμπλήρωση;

Στην πολιτική συζήτηση που αφορά στο ζήτημα της παγκοσμιοποίησης, αναβιώνει μια ακόμη υποτιθέμενη αντίθεση, αυτή μεταξύ κράτους και αγοράς. Κάποια κόμματα της αριστεράς καθώς και αρκετά συνδικάτα και προοδευτικοί διανοούμενοι επιστήμονες, αντιλαμβάνονται την καταστροφική δύναμη της καπιταλιστικής αγοράς σε αντίθεση με το κράτος, το οποίο όχι μόνο θέτουν εκτός του πεδίου κριτικής τους, αλλά το ανυψώνουν θετικά απέναντι στην αγορά. Το κράτος και η αγορά δεν κατανοούνται πλέον σαν στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής τα οποία δεν αντιτίθενται, αλλά κατ΄ αναγκαίο τρόπο αλληλοσυμπληρώνονται.

Συχνά παρουσιάζεται η κατάσταση με τέτοιο τρόπο, σαν να ήταν η αγορά το καπιταλιστικό στον καπιταλισμό, ενώ αντιθέτως το κράτος σαν εκείνο που τείνει στο αντικαπιταλιστικό. Η ίδια η αγορά κατανοείται εδώ σαν συνώνυμο με την οικονομική σφαίρα. Όμως η αγορά είναι μόνο ένα μέρος της συνολικής κοινωνικής σχέσης παραγωγής. Η συνολική κοινωνική παραγωγή διακρίνεται στη σφαίρα της παραγωγής και στη σφαίρα κυκλοφορίας. Η τελευταία είναι εκείνη που χαρακτηρίζεται σαν αγορά. Γι αυτό και ο διαχωρισμός μεταξύ καπιταλισμού και αγοράς είναι ανόητος, επειδή η αγορά δεν είναι τίποτα άλλο παρά η σχέση κυκλοφορίας, που κατ΄ αναγκαίο τρόπο ανήκει στον καπιταλισμό. Αν η ίδια η αγορά βλέπεται σαν ουσιαστική στο καπιταλισμό -, τότε παραβλέπεται η σφαίρα παραγωγής στην οποία λαμβάνει χώρα η ιδιοποίηση ξένης υπερεργασίας.

Ο σχηματικός διαχωρισμός σε κράτος και αγορά, είναι μόνο μια ιδιαίτερη έκφραση χαρακτηριστική για τις καπιταλιστικές κοινωνίες γενικά, δηλ. του διαχωρισμού μεταξύ Οικονομικού και Πολιτικού. Η αγορά είναι το ιδίο μοντέλο για τον καπιταλισμό στη σφαίρα κυκλοφορίας, ενώ το κράτος είναι το οργανωμένο μονοπώλιο της βίας που πάει μαζί με την εμπορευματική παραγωγή. Προτού το κράτος μέσω των νομοθετημάτων κλπ τελέσει μια παραπέρα ολοκλήρωση των ατόμων που υποτάσσονται σ΄ αυτό, φέρνει σε πέρας μια αρχική ολοκλήρωση: οργανώνει τον τυφλό εξαναγκασμό των σχέσεων και έτσι δημιουργεί την ολοκλήρωση όλων των ατόμων στην καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή. Πρώτα μέσω της εξαναγκαστικής υποχρέωσης όλων των ατόμων για παραγωγικότητα του κεφαλαίου και πίστη στο κράτος, αποκτά ο κυρίαρχος τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του εκείνες τις λειτουργίες, οι οποίες του καταλογίζουν οι υποταγμένοι σ΄ αυτόν. Το «κοινωνικό κράτος» του εθνικού κράτους εμφανίζεται μεν να αποτελεί για τα άτομα το θετικό πόλο της αντίθεσης ενάντια στην αποσαθρωτική αγορά, στην πραγματικότητα όμως είναι η αντίστοιχη μορφή οργάνωσης και επιβολής με τις εκάστοτε ιστορικά διαφορετικές εκφράσεις του.

Μια αποκλειστική αναπαραγωγή του καπιταλισμού με τη μορφή της αγοράς δεν είναι δυνατή. Το κράτος είναι πάντα παρών, επειδή σε τελευταία ανάλυση και η ίδια η αγορά συνδιαμορφώνεται κρατικά. Ενάντια στην αντίληψη η οποία είναι σταθερά προσανατολισμένη πάνω στην αγορά, πρέπει επομένως να αντιταχθεί το επιχείρημα, ότι στα πλαίσια της αστικής κοινωνικοποίησης, πρέπει ουσιαστικά να ξεκινά κανείς από μια πολιτική ρύθμιση των οικονομικών προτσές.

Η αντιπαράθεση μεταξύ κράτους και αγοράς έγινε δυνατό να εξογκωθεί σε μια αντίθεση, επειδή το εργατικό κίνημα ιστορικά ήταν αναγκασμένο να προβάλλει τις αξιώσεις του απέναντι στο κράτος και την πολιτική του πολύ συχνότερα απ΄ ό,τι οι καπιταλιστές. Από δω αναπτύχθηκε το φαινομενικά αντιθετικό ζεύγος οικονομίας και κεφαλαίου απ΄ τη μια πλευρά και μισθωτής εργασίας και κράτους απ΄ την άλλη, κάτι όμως που είναι λαθεμένο, επειδή τόσο η μισθωτή εργασία όσο και το κεφάλαιο έχουν την ανάγκη του κράτους. Στην πολιτική πρακτική αυτό γίνεται σαφές, με το ότι οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις κατά κανόνα έχουν την ανάγκη της κρατικής υποστήριξης με τη μορφή παραγγελιών, κινήτρων ή οικονομικών ενισχύσεων. Για τους καπιταλιστές δε μπαίνει ζήτημα κατάργησης της κρατικής δραστηριότητας, αλλά για αναπροσανατολισμό των κρατικών δραστηριοτήτων.

***

Απ΄ τη μια πλευρά το κράτος πρέπει διαρκώς να παρεμβαίνει στο γίγνεσθαι της αγοράς, απ΄ την άλλη όμως το κράτος δε μπορεί ποτέ να άρει την αγορά, επειδή η καπιταλιστικά οργανωμένη οικονομία τού προσφέρει την υλική του βάση. Η υλική βάση της πολιτικής είναι η επιτυχία τού κάτω απ΄ την προστασία του κράτους παραγόμενου κεφαλαίου. Το κράτος πρέπει να εξασφαλίσει τις βάσεις για μια επιτυχή συσσώρευση του κεφαλαίου και όσο το δυνατό να τις βελτιώσει. Μέσω της φορολόγησης της υπεραξίας και των μισθών, ιδιοποιείται το κράτος την υλική του βάση και αποκτά έτσι τη δυνατότητα να κάνει πολιτική. Μέσω της ταξικής πάλης περιορίζονται κατά κανόνα οι δυνατότητες συσσώρευσης του κεφαλαίου και η μάζα της υπεραξίας πέφτει. Η εφαρμογή κρατικών μέτρων συνδέεται επομένως σημαντικά με το ότι το προτσές αξιοποίησης του κεφαλαίου σαν τέτοιο δεν διαταράσσεται για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αν στη συζήτηση περί παγκοσμιοποίησης το κράτος τίθεται σε αντίθεση με την αγορά, τότε γίνεται κριτική στις συνέπειες ενώ γίνονται αποδεκτές οι αιτίες. Στη βιβλιογραφία περί παγκοσμιοποίησης (και όχι μόνο), δεν καθίστανται έτσι υπεύθυνα το κεφάλαιο σαν κοινωνική σχέση και το κράτος σαν ο συλλογικός του οργανωτής για τη συστηματική ζημιά που προκαλείται στο υποκειμενικό συμφέρον των εργαζομένων, δηλ. τους μισθούς και τα ημερομίσθια. Αντί αυτού στον καπιταλισμό καταλογίζονται νέα πρόσθετα επίθετα. Δε γίνεται πλέον κριτική στην καπιταλιστική κοινωνία στη βάση των καταστρεπτικών επιπτώσεων που προκαλούνται στην πλειοψηφία των υποκειμένων, αλλά σε έναν «απολίτιστο καπιταλισμό», στον «τούρμπο-καπιταλισμό», στον «καζινο-καπιταλισμό», στον «αρπακτικό καπιταλισμό»… Η συχνότητα των κριτικών επιθέτων και κατηγορουμένων υπηρετεί αποκλειστικά στην υπεράσπιση του ουσιαστικού. Υπεύθυνος για την αθλιότητα του κόσμου δεν καθίσταται προφανώς ο καπιταλισμός, αλλά ο «αρπακτικός καπιταλισμός». Λες και θα πήγαιναν όλα ρολόι αν ρυθμιζόταν κρατικά η καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή και η συσσώρευση του κεφαλαίου. Στην παγίδα αυτή έχουν πέσει και αρκετοί αριστεροί διανοούμενοι.

***

Σχετικά με το ζεύγος παραγωγικό-χρηματιστικό κεφάλαιο

Απ΄ την παραπάνω προβληματική προέκυψε ένα ακόμη ζήτημα: όπως είναι λάθος να τίθεται απέναντι η κακή αγορά με το υποτιθέμενο καλό κράτος, έτσι υπάρχει και η τάση να τίθεται απ΄ τη μια πλευρά το υποτιθέμενα υπεύθυνο παραγωγικό κεφάλαιο το οποίο δημιουργεί θέσεις εργασίας, με το αφηρημένο, καταστροφικό χρηματιστικό κεφάλαιο απ΄ την άλλη. Το χρηματιστικό κεφάλαιο στη βάση των συμπλέξεων του κεφαλαίου, δεν μπορεί να εντοπιστεί σαφώς σε σχέση με πρόσωπα ή θεσμούς. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα κεφάλαιο το οποίο να δραστηριοποιείται μόνο στη σφαίρα παραγωγής ή μόνο στη σφαίρα κυκλοφορίας. Αλλά ακόμη κι αν δεν ήταν έτσι, το να αποδίδονται όλα τα κακά αποκλειστικά πάνω στο χρηματιστικό κεφάλαιο δεν έχει κανένα νόημα, ενώ μια τέτοια θέση εμπεριέχει τον κίνδυνο διολίσθησης σε θέσεις του δεξιού λαϊκισμού. Υπενθυμίζουμε ότι μια παρόμοια επιχειρηματολογία αναπτύχθηκε απ΄ τη ναζιστική ιδεολογία, η οποία έκανε τη διάκριση μεταξύ «δημιουργικού κεφαλαίου» απ΄ τη μια πλευρά, και εβραϊκού «άπληστου κεφαλαίου» απ΄ την άλλη. Να σημειώσουμε ακόμη ότι παρόμοιες αντιλήψεις προπαγανδίζονται και απ΄ τα κόμματα της ακροδεξιάς στη χώρα μας, όπως το ΛΑΟΣ.

Επομένως, για να είναι σε θέση κανείς να αποφύγει τέτοιου είδους παγίδες, θα πρέπει για την κατανόηση της καπιταλιστικής κοινωνίας, να λαμβάνει υπόψη του και να κριτικάρει τόσο το αστικό κράτος όσο και την καπιταλιστική αγορά, τόσο το παραγωγικό όσο και το κυκλοφοριακό κεφάλαιο σαν αναγκαία συστατικά στοιχεία της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής. Η συζήτηση που διεξάγεται για τα θέματα αυτά πρέπει να ξεπεράσει τη διχοτομία κράτους και αγοράς, όσο και αυτή μεταξύ παραγωγικού και κυκλοφοριακού κεφαλαίου και να λάβει υπόψη της την κοινωνική ολότητα. Όποιος παραβλέπει αυτό το τελευταίο, αργά ή γρήγορα θα καταλήξει σε απολογητή του καπιταλισμού.

***

Εθνικό-διεθνικό και η στρατηγική του εργατικού κινήματος

Απ΄ την παρουσίαση των αντιφατικών συνθηκών ύπαρξης του εθνικού κράτους που αναπτύξαμε σ΄ αυτό το κείμενο, λαμβάνοντας υπόψη την αυξητική σημασία της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, προκύπτει, ότι πρέπει να λαμβάνεται σαν αφετηριακή βάση η προτεραιότητα των εθνικών κοινωνικών αντιπαραθέσεων, η πρωταρχικότητα των εθνικών αλλαγών του πολιτικού και κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων για την επαναστατική υπέρβαση του καπιταλισμού. Σημαντικοί γι΄ αυτό είναι μεταξύ των άλλων οι παρακάτω παράγοντες και αλληλοσχέσεις: Και η σημερινή γρήγορα αναπτυσσόμενη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και ο σχηματισμός σχετικά σταθερών περιφερειακών μορφών καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, δεν οδηγούν στην υπέρβαση του εθνικού κράτους. Απεναντίας, κάτω απ΄ τις συνθήκες της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης δε χάνουν σε καμιά περίπτωση τη σημασία τους οι παρεμβάσεις του εθνικού κράτους για τη βελτίωση και διατήρηση των συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Η οικονομική και πολιτική βάση της κυριαρχίας του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένου και των τμημάτων του που δρουν διεθνώς, παραμένει το εθνικό κράτος. Το εθνικό κράτος είναι εκείνο το επίπεδο πάνω στο οποίο μέχρι τώρα οι κυρίαρχες δυνάμεις κατορθώνουν να κρατούν μακριά τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις απ΄ την κατάκτηση της εξουσίας/ηγεμονίας. Εκτός αυτού, τα ξεχωριστά κράτη της ΕΕ αναπτύσσονται ανισόμετρα –και μάλιστα όχι μόνο οικονομικά, αλλά πριν απ΄ όλα, η σχέση μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου με την όξυνσή της και τις διαφορετικές μορφές (περιορισμένης) «ηγεμονίας», αναπτύσσεται με διαφορετική εντατικότητα και διαφορετικό βηματισμό. Ενώ σε μερικές χώρες της ΕΕ επικρατούν οι ταξικοί συμβιβασμοί στις κοινωνικές σχέσεις, σε άλλες αντίθετα, οι ταξικές αντιπαραθέσεις είναι περισσότερο οξυμένες. Οι πολιτικές μορφές των σχέσεων κυριαρχίας διαφέρουν από χώρα σε χώρα.

Απέναντι στις διάφορες δυνάμεις που επικρατούν στις πολιτικές δομές εξουσίας, βρίσκονται διαφορετικές αποκλειόμενες δυνάμεις απ΄ την εξουσία και σε εκάστοτε ιδιαίτερες σχέσεις συμμαχίας. Το να τονίζεται αυτό, δε σημαίνει βεβαίως ότι απολυτοποιούνται οι εθνικές μορφές των ταξικών αντιπαραθέσεων και ότι πρέπει να ειδωθούν σαν λίγο σημαντικές οι υπερεθνικές μορφές.

Κάτω απ΄ τις σημερινές συνθήκες μπορεί να είναι επιτυχής μια στρατηγική του εργατικού κινήματος, η οποία θα ξεκινά απ΄ την προτεραιότητα των εθνικών απαιτήσεων και αντιπαραθέσεων, μόνο τότε, όταν αυτή ενταχθεί στην υπερεθνική συνεργασία του εργατικού κινήματος. Έτσι όπως η αντιφατικότητα της διεθνοποίησης του κεφαλαίου βρίσκεται στο ότι το εθνικό κράτος είναι η βάση και η προϋπόθεση της διεθνοποίησης, και ότι αυτή σπάει διαρκώς μέσω των περιορισμών του εθνικού κράτους, έτσι αποδεικνύεται και η ιδιόρρυθμη διαλεκτική εκείνης της στρατηγικής, η οποία θεωρεί σαν κατάλληλο τον εθνικό δρόμο υπέρβασης του καπιταλισμού, στο ότι οι προσπάθειες πάνω στο εθνικό επίπεδο πρέπει να συνδέονται διαρκώς με εκείνες τις προσπάθειες οι οποίες ενισχύουν τις υπερεθνικές μορφές συνεργασίας του εργατικού κινήματος.

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Inprecor» στις 21/09/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.