Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Η Αριστερά μπροστά στις ευθύνες της

του Παναγιώτη Γαβάνα

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε με αφορμή τη δημοσίευση ενός ιδιαίτερα ενδιαφέροντος, κατά τη γνώμη μας, άρθρου, το οποίο θέτει τα δάκτυλα «επί των τύπων των ήλων», και που αναδημοσίευσε η ιστοσελίδα Inprecor, με τίτλο «Η Αριστερά οφείλει να απαντήσει: τι σημαίνει, πρακτικά, η άρνηση πληρωμής του χρέους;», με συντάκτη τον Χάρη Σαββίδη (http://www.inprecor.gr/index.php/archives/193293). Αρχική μας πρόθεση ήταν να γράψουμε ένα μικρό σχόλιο, τελικά όμως στην πορεία του γραψίματος τα άλματα της σκέψης ήταν τέτοια, που προέκυψε ένα κείμενο, το οποίο και καταθέτουμε.

Μερικές εκτιμήσεις γενικού χαρακτήρα

Στις αμέσως επόμενες εκλογές για το ελληνικό κοινοβούλιο, είναι πιθανό οι δυνάμεις της αριστεράς (αν τις δει κανείς στο σύνολό τους και όχι την κάθε μια ξεχωριστά) να έχουν το πάνω χέρι -εννοούμε εδώ μια αυξημένη κοινοβουλευτική δύναμη, η οποία θα είναι πραγματικά μια πρωτόγνωρη κατάσταση στον τόπο μας μετά από πολλές δεκαετίες- και έτσι να τεθούν πλέον στην ημερήσια διάταξη μια σειρά ζητήματα για τα οποία κάνουν λόγο, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, οι δυνάμεις αυτές. Τι μπορεί να σημαίνουν τα παραπάνω για την τακτική και στρατηγική τους; Την προγραμματική τους; Τι θα πρεπε να ληφθεί υπόψη για την παραπέρα πορεία της χώρας, όχι μόνο για τα προβλήματα που θα τεθούν άμεσα προς λύση, αλλά γενικότερα για το τι μέλει γενέσθαι;

1. Τα αιτήματα όπως η διαγραφή του χρέους ή η έξοδος, κατ΄ αρχή, από την ευρωζώνη, από μόνα τους δεν αρκούν για να βγάλουν τη χώρα μας απ΄ τη κρίση. Πρέπει να συνδυαστούν ταυτόχρονα με μια σειρά ριζοσπαστικά/αντικαπιταλιστικά μέτρα, όχι μόνο γιατί η Ελλάδα θα δεχτεί αφόρητες πιέσεις απ΄ τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και γενικότερα τον διεθνή παράγοντα, όχι μόνο γιατί το πρώτο διάστημα ο ελληνικός λαός θα υποστεί ένα μεγάλο σοκ απ΄ τις συνέπειες αυτών των αποφάσεων, κυρίως στον τομέα της οικονομίας, αλλά ακόμη και επειδή απώτερος στόχος της αριστεράς είναι ο σοσιαλισμός.

2. Η διαλεκτική μεταρρύθμισης και επανάστασης, πρέπει, απ΄ τις δυνάμεις της αριστεράς οι οποίες κάνουν αναφορά στο σοσιαλισμό, να επαναπροσδιοριστεί. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Επειδή οι πιέσεις θα είναι αφόρητες, τα μέτρα που θα λαμβάνει μια τέτοια κυβέρνηση πρέπει να είναι όλο και πιο ριζοσπαστικά (η δράση προκαλεί αντίδραση). Σε διαφορετική περίπτωση η πτώση της είναι προδιαγραμμένη. Στο παραπάνω συντελούν ακόμη δυό δεδομένα: α) ο καπιταλιστικός περίγυρος θα είναι ιδιαίτερα εχθρικός, β) απουσιάζει ο παράγοντας «υπαρκτός σοσιαλισμός», που μπορεί μεν να μην ήταν ο σοσιαλισμός που θα θέλαμε, σε μια τέτοια όμως κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει στήριγμα για τη χώρα μας.

Απ΄ τα παραπάνω προκύπτει το εξής σημαντικό συμπέρασμα: Οι μεταρρυθμίσεις (νεο)κεϊνσιανού χαρακτήρα θα πρέπει να αποκλειστούν ευθύς εξαρχής (και μαζί μ΄ αυτές να αποκρουστεί όλη η φιλολογία που αναπτύσσεται για τέτοιου είδους μέτρα στη χώρα μας). Όχι μόνο γιατί η κρίση του καπιταλισμού είναι τόσο βαθιά που τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να απαντήσουν σε μια έξοδο απ΄ την ευρωζώνη, αλλά και επειδή ενσωματώνουν το εργατικό λαϊκό κίνημα στον καπιταλισμό. Λάθη ή αδυναμίες του παρελθόντος είναι ανεπίτρεπτο να επαναλαμβάνονται.

Αυτό σημαίνει ότι μια κυβέρνηση δεν αρκεί να προχωρήσει στην εθνικοποίηση των τραπεζών –αυτό θα πρέπει να γίνει έτσι κι αλλιώς, ώστε να ελέγχεται η ροή κεφαλαίων-, αλλά και στην εθνικοποίηση στρατηγικών τομέων της οικονομίας, όπως στον ορυκτό πλούτο, στην ενέργεια, στις συγκοινωνίες και μεταφορές, στις επικοινωνίες, στο τσιμέντο, στα λιπάσματα, στο φάρμακο, στις βιομηχανίες μετάλλου, στις βιομηχανίες οπλισμού, στις βιομηχανίες/καρτέλ τροφίμων… Να πάρει άμεσα μέτρα υπέρ των φτωχομεσαίων αγροτών και την ίδρυση παραγωγικών συνεταιρισμών, μέτρα υπέρ της Υγείας και Παιδείας, τον εκδημοκρατισμό στο στράτευμα, τα σώματα ασφαλείας και τα ΜΜΕ. Άμεσα ψήφιση ενός δίκαιου (φιλολαϊκού) φορολογικού συστήματος και την καθιέρωση της απλής αναλογικής.

Εννοείται όμως ότι προέχει η ακύρωση των Μνημονίων, η διαγραφή του χρέους και η ψήφιση νομοθεσίας για εργασιακές σχέσεις που να κατοχυρώνει τα εργασιακά δικαιώματα, καθώς και η ακύρωση όλων εκείνων των αντεργατικών νόμων που ψήφισαν οι μέχρι τώρα αστικές κυβερνήσεις.

Σημαντικό είναι επίσης: α) Η προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στη λήψη των αποφάσεων. Κατ΄ αρχή προέχουν οι αποφάσεις που αφορούν στην επιβίωση του ελληνικού λαού και στη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος! β) Οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται ταχύτατα και χωρίς χρονοτριβές. Στον ταξικό αντίπαλο δεν πρέπει να δοθεί ανάσα να αναδιοργανώσει τις δυνάμεις του. Η ζωή μιας τέτοιας κυβέρνησης, ιδιαίτερα το πρώτο διάστημα, θα κρέμεται από μια κλωστή. γ) Είναι αναγκαίο να γίνει άμεσα έκκληση στο χώρο της αριστεράς, για μια όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμμετοχή του επιστημονικού δυναμικού. Όλου εκείνου του κόσμου που ενδιαφέρεται για αποδέσμευση απ΄ τους ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, για μια Ελλάδα ανεξάρτητη, κυρίαρχη, στην οποία θα διαφεντεύει ο λαός της και όχι τα ξένα αφεντικά. Για το επιστημονικό εκείνο δυναμικό που πονά τους εργαζόμενους και αποτελεί σάρκα απ΄ τη σάρκα του.

Σύναψη φιλικών σχέσεων, κυρίως με τις χώρες της περιοχής που συνορεύον με την Ελλάδα, για ασφάλεια των συνόρων, καθώς και συμφωνιών με χώρες για οικονομικές σχέσεις (και όχι μόνο) για τον επαρκή εφοδιασμό της χώρας μας σε αγαθά και ενέργεια (πχ πετρέλαιο). Επειδή οι χώρες της ΕΕ και κυρίως της ευρωζώνης θα διάκεινται εχθρικά απέναντί μας, άμεσος στόχος θα πρέπει να είναι η σύναψη σχέσεων με κράτη εκτός ΕΕ!

Από κει και πέρα, το πώς θα αναπτυχθεί η συμπαράσταση του εργατικού λαϊκού κινήματος άλλων χωρών και κυρίως αυτών της ΕΕ απέναντι στη χώρα μας, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από τα μέτρα που θα λαμβάνει η ελληνική κυβέρνηση, από τις συνδέσεις των δυνάμεων της αριστεράς με τα αντίστοιχα εκεί αδελφά κόμματα και φυσικά από το κατά πόσο και πως αυτές οι δυνάμεις θα κατανοούν τις αλλαγές που θα λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση το προτσές αυτό θα πάρει χρόνο.

Καθοριστικός όμως παράγοντας θα είναι η στάση του εργατικού λαϊκού κινήματος στη χώρα μας! Μια κυβέρνηση με το λαό απλό παρατηρητή των γεγονότων είναι καταδικασμένη να αποτύχει και η πτώση της θα είναι θέμα μηνών.

Από τα παραπάνω προκύπτουν δυό ακόμη σημαντικά ζητήματα: α) Οι δυνάμεις της αριστεράς δεν πρέπει να «μασάν» τα λόγια τους, αλλά να πουν ανοιχτά όλη την αλήθεια στον ελληνικό λαό. Οφείλουν να τον προετοιμάσουν ιδεολογικά/ψυχολογικά για το τι θα επακολουθήσει, αλλά, και κυρίως, για το ποιο θα είναι το όφελος της ελληνικής κοινωνίας αν προκύψει μια τέτοια κυβέρνηση αποφασισμένη να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο. β) Οι δυνάμεις αυτές πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Η απαράδεκτη τούτη κατάσταση που επικρατεί στα ζητήματα συμμαχιών, είναι ανάγκη να τελειώνει. Πρέπει άμεσα να βρεθούν και να ενισχυθούν τα μεταξύ τους κοινά στοιχεία/σημεία.

***

Οι δυνάμεις της Αριστεράς

Λαμβάνοντας υπόψη την παραπάνω προβληματική, ας δούμε εν συντομία την προγραμματική των βασικών δυνάμεων της αριστεράς στη χώρα μας, καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις.

1. ΚΚΕ

Ξεκινάμε απ΄ το ΚΚΕ. Η ηγεσία του ΚΚΕ οφείλει να κατανοήσει –αν θέλει να αποκτήσει το κόμμα δεσμούς με τις λαϊκές μάζες, να αυξήσει την επιρροή του, αλλά, και κυρίως, για να σπάσει η χώρα μας τα δεσμά της προχωρώντας σε μια πορεία με κατεύθυνση το σοσιαλισμό-, να επανεξετάσει άμεσα δυό σημαντικά ζητήματα:

1. Να φέρει εκ νέου στο προσκήνιο το Πρόγραμμά του που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριο, εκσυγχρονίζοντάς το με βάση τα νέα δεδομένα που προέκυψαν από τότε και όχι να το εγκαταλείπει σιωπηλά όπως συμβαίνει σήμερα. Η ταύτιση τακτικής και στρατηγικής που γίνεται, μια στρατηγική που παραπέμπει για τη λύση όλων των προβλημάτων στο σοσιαλισμό (βλέπε: «λαϊκή εξουσία» και «λαϊκή οικονομία») απομακρύνει τη χώρα μας απ΄ το σοσιαλιστικό στόχο, όσο κι αν φαίνεται/παρουσιάζεται το αντίθετο! (σ.σ. Να σημειώσουμε εδώ, μεταξύ των άλλων, ότι ακόμη και η ονομασία που δόθηκε είναι αντιεπιστημονική. Στο βαθμό που γίνεται λόγος για σοσιαλισμό, ο σωστός όρος δεν είναι «λαϊκή εξουσία», αλλά «δικτατορία του προλεταριάτου» ή «εργατική εξουσία». Ο όρος «λαϊκή εξουσία» μάς θυμίζει το ανεκδιήγητο μπρεζνιεφικό κατασκεύασμα για «παλλαϊκό κράτος», το οποίο κατέρρευσε σε χρόνο ρεκόρ, ενώ οι κάποτε εμπνευστές και υπερασπιστές του αποτέλεσαν τη μαγιά τής μετέπειτα αναδυόμενης αστικής τάξης). Μακάρι να υπήρχε η δυνατότητα προβολής του σοσιαλισμού άμεσα, αλλά δεν υπάρχει εξαιτίας της χαμηλής ανάπτυξης του υποκειμενικού παράγοντα. Άλλο τι θέλει κανείς και άλλο τι μπορεί! Απόρροια της παραπάνω αντίληψης είναι ο βολονταρισμός στη θεωρία και ο σεχταρισμός στην πολιτική πρακτική.

Μια μεταβατική φάση όμως προς το σοσιαλισμό είναι έτσι κι αλλιώς αναγκαία (όσο κι αν εξορκίζεται αυτή απ΄ τη σημερινή πολιτική θεωρία και πρακτική), επειδή η λήψη και η εφαρμογή αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών μέτρων απαιτούν κάποιο χρονικό διάστημα. Δεν πρόκειται για ένα μονόπρακτο, αλλά για ένα προτσές διαρκών τομών και ρήξεων με τον ελληνικό μονοπωλιακό καπιταλισμό, την αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό. Για ένα ενιαίο επαναστατικό προτσές, στο οποίο από ένα σημείο και πέρα, η διάκριση απ΄ το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας μας, θα αρχίσει βαθμιαία να σβήνει.

Σε ό,τι αφορά στο παραπάνω ζήτημα, είναι ακόμη σημαντικό να τονιστεί η αναγκαιότητα των θεωρητικών επεξεργασιών –πρωτίστως του ελληνικού καπιταλισμού. Απαραίτητη προϋπόθεση γι΄ αυτό είναι, ότι η θεωρία δεν θα υποτάσσεται στην πολιτική, ότι δεν θα μετατρέπεται σε υπηρέτριά της. Κατά δεύτερο λόγο, το άνοιγμα του κόμματος στο χώρο της αριστεράς και η προσέγγιση με μαρξιστές επιστήμονες πέραν στου στενού κομματικού κύκλου. Τα ζητήματα για τα οποία σήμερα απαιτείται μια βαθιά επιστημονική ανάλυση και επεξεργασία, είναι τόσο πολλά, που προκαλούν ίλιγγο. Ένα κόμμα από μόνο του είναι αδύνατο να ανταπεξέλθει.

2. Το δεύτερο ζήτημα που σχετίζεται άμεσα με το πρώτο, και για το οποίο το ΚΚΕ δέχεται κριτική, όχι μόνο απ΄ τις άλλες δυνάμεις της αριστεράς, αλλά και από μεγάλα τμήματα κόσμου που το ακολουθεί, είναι η πολιτική συμμαχιών του. Μια πολιτική η οποία μεγιστοποιεί τις υπαρκτές διαφορές και διαφωνίες, διχάζει, ενώ αρνείται και την παραμικρή προσέγγιση με τις άλλες οργανώσεις της αριστεράς, ακόμη και στα ζητήματα για τα οποία υπάρχει συμφωνία απόψεων, κι αυτό γιατί θέτει διαρκώς σαν όρο συνεργασίας τη συνολική συμφωνία με τη στρατηγική που προβάλλεται. Επειδή όμως η στρατηγική αυτή αφορά στο σοσιαλισμό (η τακτική εδώ ουσιαστικά είναι απούσα), για να συνεργαστεί μια δύναμη της αριστεράς με το ΚΚΕ θα πρέπει κατ¨ ανάγκη να δεχτεί και τον απώτερο στόχο (σοσιαλισμό), και μάλιστα έτσι όπως αυτός κατανοείται απ΄ το ΚΚΕ, δηλ. τον «σοσιαλισμό που γνωρίσαμε» με κάποιες επιδιορθώσεις.

Να σημειώσουμε ακόμη, ότι και αυτός ο προβαλλόμενος σοσιαλισμός, δεν έχει τύχει ακόμη μιας «ολοκληρωμένης» θεωρητικής επεξεργασίας! (υπενθυμίζουμε ότι το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ επεξεργάστηκε ζητήματα που αφορούν στη βάση, όχι όμως και στο εποικοδόμημα). Πρόκειται επομένως για μια προσπάθεια τετραγωνισμού του κύκλου. Για μια πολιτική πρακτική η οποία μπλοκάρει τη σκέψη, συρρικνώνει τις δυνάμεις του κόμματος και την παρέμβασή του στο κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι. Και είναι κρίμα. Κρίμα για ένα κόμμα που έχει υποστεί αμέτρητες διώξεις, χύνοντας ποτάμια αίματος για τα δίκιο των εργαζομένων.

2. ΣΥΡΙΖΑ

Ο πολιτικός αυτός σχηματισμός βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια μεγάλη πρόκληση. Είναι πιθανό τα εκλογικά αποτελέσματα να τον αναδείξουν σε πρώτη δύναμη, λαμβάνοντας έτσι σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο το bonus των 50 επί πλέον εδρών (μια αυτοδυναμία θεωρείται αρκετά χλωμή) και συνεργαζόμενος με άλλες δυνάμεις της αριστεράς, ή τουλάχιστον στηριζόμενος στην ανοχή τους, ή ακόμη με μια συμμετοχή στην κυβέρνηση απ΄ την σοσιαλδημοκρατική ΔΗΜΑΡ, να επιτευχθεί μια ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Εδώ τίθενται μερικά καίρια ζητήματα.

1. Τι είδους Πρόγραμμα θα εφαρμόσει ο ΣΥΡΙΖΑ; Όπως δείχνουν τα μέχρι τώρα δεδομένα, η ηγεσία του επικεντρώνεται στο θέμα του Μνημονίου. Τη μια κάνει λόγο για καταγγελία του, την άλλη για αναδιαπραγμάτευση ή ακόμη και για σταδιακή απαγκίστρωση (ένας όρος που χρησιμοποιεί κυρίως η ΔΗΜΑΡ). Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να έχει παγιδευτεί στην κριτική που της γίνεται από τα δεξιά, απ΄ τις λεγόμενες «μνημονιακές δυνάμεις» του αστικού κατεστημένου, μια επιχειρηματολογία την οποία προσπαθεί να αντικρούσει, υποβαθμίζοντας ακόμη και τη σημασία των σημείων εκείνων που είχε προτείνει για συνεργασία κατά την περίοδο της διερευνητικής εντολής μετά τις πρώτες εκλογές.

Το ότι το επίκεντρο της αντιπαράθεσης είναι το Μνημόνιο είναι προφανές, διότι δεν πρόκειται μόνο για την επιβίωση του ελληνικού λαού (το πρώτιστο), το τσαλαπάτημα των εργασιακών σχέσεων, αλλά και για την παραίτηση από όλα τα δικαιώματα της εθνικής κυριαρχίας και τη δέσμευση του συνόλου της δημόσιας/κρατικής περιουσίας υπέρ των δανειστών. Η Ελλάδα μετατρέπεται έτσι σ΄ ένα προτεκτοράτο με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Δυστυχώς τα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη κι όταν η συζήτηση επικεντρώνεται γύρω απ΄ το Μνημόνιο, δεν αναδεικνύουν αυτές τις πλευρές (όπως δυστυχώς πράττει και το ΚΚΕ), ένα κενό το οποίο φαίνεται να καλύπτουν με το δικό τους τρόπο κόμματα με εθνικιστικά, λαϊκίστικα χαρακτηριστικά, όπως οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες».

2. Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να στηρίζεται σε 5, 10 ή περισσότερα σημεία (το ζήτημα δεν είναι οι αριθμοί), αλλά σ΄ ένα συνεκτικό Πρόγραμμα (εδώ η κριτική που ασκεί το ΚΚΕ είναι σωστή) το οποίο θα απαντά στα άμεσα προβλήματα του ελληνικού λαού (εδώ αντιθέτως το ΚΚΕ προβάλλει λαθεμένα το σοσιαλιστικό στόχο), στην έξοδο απ΄ τη βαθιά κρίση που βρίσκεται η χώρα μας, αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει να κάνει και ένα βήμα μπροστά. Που σημαίνει: Η κατεύθυνση του Προγράμματος πρέπει να έχει προσανατολισμό προς τον σοσιαλισμό! Διαφορετικά, ακόμη κι αν βγούμε από την κρίση ,–κάτι που πρέπει να γίνει με τις μικρότερες δυνατές απώλειες-, είναι δυνατό στη συνέχεια να εγκλωβιστεί σε μεταρρυθμίσεις (νεο)κεϊνσιανικού χαρακτήρα χάνοντας έτσι τη μεγάλη «φυγή προς τα μπρος». Εάν όμως θέλει πραγματικά ο ΣΥΡΙΖΑ να συμβάλει όχι μόνο στην έξοδο απ΄ την κρίση, αλλά και σε μια πορεία με κατεύθυνση το σοσιαλισμό, πρέπει να απεγκλωβιστεί απ΄ το δίπολο «μνημονιακές-αντιμνημονιακές δυνάμεις»! Η αντιπαράθεση είναι αναγκαίο να γίνεται με όρους μαζικού λαϊκού κινήματος, με όρους ρήξης με τη δικτατορία του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να θεωρείται (σχεδόν) βέβαιο, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει δίπλα του και τις άλλες δυνάμεις της αριστεράς.

3. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποφεύγει να συνδέσει την ακύρωση του Μνημονίου με την έξοδο απ΄ την ευρωζώνη, πόσο μάλλον απ΄ την ΕΕ. Πρόκειται για ένα σφάλμα ολκής! Το ερώτημα τίθεται αμείλικτα: είναι σε θέση ο ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει καθαρά και με ειλικρίνεια στον ελληνικό λαό, για το τι θα συνέβαινε στην περίπτωση ακύρωσης του Μνημονίου; Θα μπορούσε να αντιταχτεί απ΄ τον ΣΥΡΙΖΑ πάραυτα το επιχείρημα ότι οι χώρες της ευρωζώνης δεν δικαιούνται να αποβάλλουν την Ελλάδα από αυτήν. Μπορούν όμως με μια σειρά κυρωτικών μέτρων να την εξωθήσουν απ΄ αυτήν. Ακόμη όμως κι αν παρέμενε στην ευρωζώνη η θέση της θα ήταν δυσμενής. Θα επρόκειτο για έναν αργό και βασανιστικό θάνατο –κάτι που συμβαίνει ήδη και τώρα. Η μόνη επιλογή που μένει είναι η ακύρωση του Μνημονίου και η έξοδος απ΄ την ευρωζώνη. Τόσο απλά. Τι σημαίνει όμως αυτό; Δυό πράγματα: α) Προετοιμασία του ελληνικού λαού να δεχτεί τη μελλοντική κατάσταση εξόδου απ΄ την ευρωζώνη, χωρίς ωραιοποιήσεις αλλά και χωρίς καταστροφολογίες. Εάν δεν το πράξει, στην περίπτωση εξόδου, μετά το πρώτο σοκ, μια τέτοια κυβέρνηση θα έχει όλους τους εργαζόμενους απέναντί της. Η πτώση της θα είναι θέμα χρόνου. β) Επεξεργασία, χωρίς καμιά χρονοτριβή, ενός Προγράμματος εξόδου απ΄ την κρίση, με ιδιαίτερη έμφαση την περίοδο του μεγάλου σοκ.

3. ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Ο τρίτος σε δύναμη πολιτικός σχηματισμός της Αριστεράς, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στις προηγούμενες κοινοβουλευτικές εκλογές ναι μεν τριπλασίασε τις ψήφους του σε σχέση με αυτές που είχε πάρει παλιότερα, όμως το αποτέλεσμα αυτό δεν ήταν το αναμενόμενο.

Είναι ακόμη σημαντικό να ειπωθεί, ότι όλο το προηγούμενο διάστημα οι συναγωνιστές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όταν έκαναν λόγο για το εκλογικό ποσοστό της δεν αναφέρονταν στα αποτελέσματα του κοινοβουλίου, αλλά σε αυτά των αυτοδιοικητικών εκλογών (ποσοστό 2%), συγκρίνοντας ανόμοια πράγματα ώστε το ποσοστό της να παρουσιαστεί φουσκωμένο. Μετά όμως τις τελευταίες εκλογές η τακτική αυτή άλλαξε, συγκρίνοντας αυτή τη φορά τα ποσοστά των δυό κοινοβουλευτικών εκλογών –και αυτό είναι το σωστό-, έτσι που και τώρα το ποσοστό της παρουσιάζεται αυξημένο (που είναι και το πραγματικό), μειωμένο όμως σε σχέση με αυτό των αυτοδιοικητικών εκλογών! Οι λόγοι είναι προφανείς. Νομίζουμε όμως ότι στο χώρο της Αριστεράς δεν αρμόζουν τέτοιες πρακτικές.

Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έδωσε μια σκληρή και άνιση μάχη, πρόβαλλε όσο της ήταν δυνατό την τακτική της, ήρθε σε επαφή με πολύ κόσμο πέρα απ΄ τις γραμμές της, ενώ κάποια αιτήματα που πρόβαλλε έχουν γίνει σήμερα αποδεκτά και από άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, ασχέτως του ότι δεν καρπώθηκε τους κόπους της.

Γιατί όμως η ΑΝΤΑΣΥΑ δεν κατόρθωσε να αυξήσει περισσότερο το εκλογικό ποσοστό της; Οι λόγοι είναι πολλοί και ο καθένας έχει τη δική του βαρύτητα. Ξεχωρίζουμε τρεις:

1. Ο παράγοντας Πρόγραμμα. Τα πέντε σημεία που πρότεινε για συνεργασία στις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, δεν αρκούν από μόνα τους για να βγάλουν τη χώρα απ΄ τη βαθιά κρίση που διέρχεται, κυρίως όμως, δεν απαντούν τεκμηριωμένα για το τι μέλλει γενέσθαι (π. χ. Θα βγούμε απ΄ την ευρωζώνη. Και μετά τι γίνεται;). Θα πει κανείς ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει Πρόγραμμα. Σωστά, όμως δεν είναι επεξεργασμένο σε βάθος, αλλά αποτελεί ένα άθροισμα στόχων/αιτημάτων. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Με τα παραπάνω σχετίζεται και η έλλειψη μιας συνεκτικής τακτικής και στρατηγικής καθώς και η διαλεκτική σύνδεση μεταξύ τους, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις ταυτίζονται ζητήματα τακτικής και στρατηγικής, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση. Τα ζητήματα αυτά οφείλουν μελλοντικά να μελετηθούν σε βάθος και να γίνουν οι ανάλογες αλλαγές και διορθωτικές κινήσεις.

2. Είναι γεγονός ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δύσκολα μπορεί να αντλήσει ψηφοφόρους πέρα απ΄ τις δυνάμεις της Αριστεράς, για δυό κυρίως λόγους: α) Λόγω ιδεολογίας και ταξικής συνείδησης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ. Με πολλή μεγάλη δυσκολία ψηφοφόρος αστικού κόμματος θα το εγκαταλείψει για να υιοθετήσει θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όσο κι αν αυτές είναι επεξεργασμένες και ορθές. β) Λόγω μικρού εκλογικού ποσοστού, το οποίο δεν αρκεί για να μπει στη βουλή. Διαφορετικά ειπωμένο: Λειτουργεί η θεωρία της χαμένης ψήφου. Να σημειώσουμε εδώ, ότι λίγο διάστημα πριν τις εκλογές έγινε κριτική από στελέχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ΚΚΕ και στον ΣΥΡΙΖΑ, ότι ενισχύουν αυτή τη θεωρία (βέβαια και απ΄ τις δυνάμεις αυτές υπάρχουν παρόμοιοι ισχυρισμοί). Πιθανώς να αληθεύει. Όμως πρέπει να λέγεται όλη η αλήθεια. Και αυτή είναι ότι στελέχη, μέλη ή οπαδοί της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έκαναν λόγο για στήριξη αυτών των δυνάμεων διότι όπως ισχυρίζονταν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έχει δυνατότητες να μπει στη βουλή. Και όχι μόνο αυτό. Η ίδια πρακτική συνεχίζεται και σήμερα, μάλιστα κάποιοι μέσα από ιστοσελίδες, κυρίως μέσα από διάφορα σχόλια, καλούν για τις επόμενες εκλογές την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να μην πάρει μέρος, γιατί όπως ισχυρίζονται θα καταγράψει απλώς τις δυνάμεις της. Το πώς θα χειριστεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αυτό το θέμα δεν μας αφορά, απλά το επισημαίνουμε. Όταν όμως κάποιες από τις δυνάμεις της δεν έχουν πειστεί για το σκοπό της ίδρυσής της, τότε πως θα πείσουν και τον κόσμο στον οποίο απευθύνονται;

3. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ακόμη και η πολιτική συμμαχιών της. Αναφερόμαστε εδώ στις συζητήσεις με το ΜΑΑ. Η ανταλλαγή επιστολών μέσα απ΄ τις οποίες εκφραζόταν απ΄ τη μια μεριά οι απόψεις του κεντρικού οργάνου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, απ΄ την άλλη όμως απόψεις άλλων δυνάμεών της που έκαναν διαφορετική τοποθέτηση, επέδρασε αρνητικά. Μια παρόμοια όμως επίδραση είχε και η άρνηση συνεργασίας με το ΜΑΑ όπου εκφραζόταν αντιρρήσεις στο πρόσωπο του Α. Αλαβάνου. Ένα πράγμα δείχνει αυτή η συμπεριφορά: πολιτική ανωριμότητα!

Το τι θα πράξει από δω και πέρα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μένει να δούμε.

***

Δυό ακόμη ζητήματα

Τελειώνοντας θα θέλαμε να επισημάνουμε δυό ακόμη ζητήματα.

1. Είτε οι δυνάμεις της Αριστεράς κατορθώσουν (στο σύνολό τους) να αποκτήσουν μια ισχνή έστω κοινοβουλευτική πλειοψηφία, είτε όχι, η επεξεργασία ενός τεκμηριωμένου συνεκτικού Προγράμματος και η πολιτική συμμαχιών, θα πρέπει διαρκώς να βρίσκονται στις προτεραιότητές τους. Η αναγκαιότητα ενός Αριστερού Μετώπου με αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό προσανατολισμό είναι όρος εκ των ουκ άνευ για να βγει η χώρα από την κρίση, βάζοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια για μια παραπέρα πορεία με στόχο το σοσιαλισμό! Όποιος δεν έχει κατανοήσει αυτή την απλή αλήθεια, δεν έχει κατανοήσει κουκούτσι από μαρξισμό.

2. Στην περίπτωση που οι δυνάμεις της Αριστεράς και μετά τις εκλογές εξακολουθήσουν να βρίσκονται στην αντιπολίτευση, είναι βέβαιο ότι και η νέα αστική κυβέρνηση που θα προκύψει, θα έχει να αντιμετωπίσει όχι απλώς την ίδια, αλλά πολλή πιο χειρότερη κατάσταση απ΄ τη σημερινή. Αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι η πτώση της θα είναι θέμα χρόνου. Επομένως, το παραπάνω ζήτημα που αναφέραμε θα πρέπει διαρκώς να βρίσκεται στο οπτικό τους πεδίο.

19/05/2012

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Inprecor» στις 23/05/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.