Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Έθνος και εθνικισμός

του Παναγιώτη Γαβάνα

Μετά την κατάρρευση του πρώιμου σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη γινόμαστε μάρτυρες μιας αναζωπύρωσης του εθνικισμού, ο οποίος έχει επηρεάσει στρώματα του πληθυσμού πολλών χωρών. Ο εθνικισμός δεν είναι βέβαια τωρινό φαινόμενο, όμως ιδιαίτερα τις τελευταίες δυό δεκαετίες παρουσιάζει μερικά νέα στοιχεία. Ποια είναι αυτά; Και πως συνδέεται ο εθνικισμός με το έθνος; Πότε συγκροτείται μια κοινωνία σε έθνος; Τα ερωτήματα που αφορούν στα δυό αυτά ζητήματα είναι πολλά. Στο κείμενο που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια συμπυκνωμένης ανάλυσής τους από τη σκοπιά του μαρξισμού.

Η αρχική επιρροή θρησκείας και γλώσσας στη γέννηση του έθνους

Παρόλο που το έθνος σχηματίστηκε σαν μια συλλογική μορφή αντίληψης του ανθρώπινου Είναι, αρχικά στο προτσές γέννησης του σύγχρονου καπιταλισμού, στις καθημερινές συζητήσεις δεν γίνεται αντιληπτό ως ένα ιστορικό και πολιτισμικό προϊόν. Μάλιστα ακόμη και στις επιστήμες η αντικειμενική ανάλυση του έθνους, της εθνικής συνείδησης και του εθνικισμού έχει μια σχετικά σύντομη ιστορία.

Μέχρι τον ύστερο Μεσαίωνα η θρησκεία ενσωμάτωνε διαρκώς μια τεράστια κοινότητα. Η Αγία Γραφή και η γλώσσα της (Λατινικά), τα σύμβολα αυτής της Γραφής και ο κλήρος που διαμεσολαβούσε ανάμεσα σ΄ αυτή τη γλώσσα και στους ανθρώπους διαφορετικών θρησκειών, αποτέλεσαν τη βάση μιας παρουσιαζόμενης κοινής κοινότητας. Έτσι, η θρησκεία ήταν σε θέση να δημιουργήσει ανάμεσα στους ανθρώπους, που από πολλές απόψεις ήταν διαφορετικοί, μια κοινότητα μέσω της κοινής πίστης. Η κοινότητα αυτή μετά τον ύστερο Μεσαίωνα βρισκόταν σ΄ ένα προτσές διάλυσης. Από τον 16ο αιώνα τα Λατινικά σταμάτησαν να αποτελούν τη γλώσσα μιας πανευρωπαϊκής υψηλής διανόησης και τα βιβλία εκδίδονταν όλο και περισσότερο στις γλώσσες των χωρών τους. Η παρακμή των Λατινικών ήταν έκφραση ενός προτσές στο οποίο η «αγία» κοινότητα με την «αγία» της γλώσσα σταδιακά αποσπασματικοποιήθηκε, πλουραλιστικοποιήθηκε και εδαφοποιήθηκε. Τα παραπάνω σχετίζονται με την ανάπτυξη των δυναστικών κρατών.

Η δυναστεία ήταν ένα πολιτικό σύστημα το οποίο συνδεόταν με τη «θεϊκή» κοινότητα. Η νομιμοποίησή του οφειλόταν στο θεό και όχι στους «υποτελείς». Επιπλέον, τα κράτη ορίζονταν από κέντρα και όχι από εδάφη. Για την ύπαρξη τέτοιου είδους κρατών η ομοιογένεια των λαών τους ήταν ασήμαντη. Οι μοναρχίες διεύρυναν τα κυρίαρχα εδάφη τους μέσω της πολιτικής των γάμων και διάφορα κράτη κυβερνήθηκαν από δυναστείες οι οποίες δεν είχαν τοπική/περιφερειακή καταγωγή.

Αυτή η αυτονόητη νομιμοποίηση των θρησκευτικών δυναστειών στη Δυτική Ευρώπη σταδιακά αποσυντέθηκε. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση η «θεϊκή» νομιμοποίηση των κυριάρχων καταστράφηκε οριστικά, η κυριαρχία έπρεπε σταδιακά να νομιμοποιηθεί από τον πληθυσμό. Ξεκινά η εποχή της δημιουργίας των εθνών και τα κράτη αρχίζουν να αποκτούν έναν εθνικό χαρακτήρα.

Ποιες ήταν οι ανατροπές που βασίστηκαν σ΄ αυτό το προτσές μετασχηματισμού; Εδώ πρέπει κατ΄ αρχή να αναφερθεί η οικονομική ανάπτυξη ανάμεσα στον 16ο και τον 18ο αιώνα, η οποία έλαβε χώρα πάνω στη βάση εδαφικών κρατών τα οποία ως ενιαίο σύνολο ακολουθούσαν μια μερκαντιλιστική πολιτική[1]. Από τα τέλη του 18ου αιώνα προέκυψαν κράτη με ένα μονοπώλιο στο νόμισμα και δημόσια οικονομικά με αναγκαίες παρεμβάσεις στην οικονομία. Αυτή η οικονομική ανάπτυξη δημιούργησε την προϋπόθεση για το διαχωρισμό σε αυτόνομα έθνη. Με άλλα λόγια, το έθνος γεννήθηκε σαν μια οικονομία στα πλαίσια των εθνικών συνόρων και της συστηματικής υποστήριξής του από το κράτος. Παράλληλα με την ανάπτυξη του μερκαντιλικού συστήματος, μια βασική μεταβολή στις μορφές αντίληψης για τον κόσμο έκανε δυνατή τη δημιουργία μιας πνευματικής βάσης ώστε να είναι δυνατή η σκέψη σε έννοιες όπως αυτής για το έθνος.

Σημαντική υπήρξε εδώ η εφεύρεση της τυπογραφίας. Μέσω των μυθιστορημάτων και των εφημερίδων μπόρεσε να εισχωρήσει για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μια έμμεση διαμεσολάβηση στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Επιπλέον τα αποτελέσματα της τυπογραφίας μπόρεσαν να δημιουργήσουν μια φανταστική σύνδεση ανάμεσα στους ανθρώπους. Η ανάπτυξη όμως των αποτελεσμάτων της τυπογραφίας ήταν σε θέση να εκπληρώσει το ρόλο της μόνο στα πλαίσια του καπιταλισμού. Η λατινική γλώσσα σαν μοναδική γραπτή γλώσσα που διαβαζόταν μόνο από μια μικρή ελίτ, δεν πρόσφερε μεγάλα περιθώρια για τη συσσώρευση του κεφαλαίου σε εκδοτικούς οίκους. Για το λόγο αυτό από τον 16ο αιώνα άρχισε σταδιακά η εκτύπωση στις γλώσσες των χωρών. Η σύνδεση της εκτύπωσης βιβλίων και του καπιταλισμού ήρε την μεγάλη διαφοροποίηση μέσα στις ομιλούμενες γλώσσες. Διάφορα ιδιώματα συνοψίστηκαν μέσα σε συγκεκριμένα γραμματικά όρια σε ένα μικρό αριθμό γραπτών γλωσσών.

Στις οικονομικές αιτίες ενίσχυσης των γλωσσών στις διάφορες χώρες σε σχέση με τα Λατινικά, προστέθηκε και μια πολιτική. Τα απολυταρχικά κράτη εξαρτώμενα από μια συγκέντρωση στη διοίκηση, χρησιμοποιούσαν όλο και περισσότερο τις γλώσσες των χωρών σαν γλώσσες επικοινωνίας (προφορικές και γραπτές). Έτσι, η γέννηση των διάφορων γλωσσών στη διοίκηση προϋπήρξε της τυπογραφίας και των θρησκευτικών αλλαγών κατά τον 16ο αιώνα.

Παρόλο που μετά την εισαγωγή των επίσημων γλωσσών ως γραπτών γλωσσών αυξήθηκε ιδιαίτερα ο αριθμός των αναγνωστών, πριν τη γέννηση των εθνών και την εισαγωγή της γενικής υποχρεωτικής εκπαίδευσης δεν μιλούσε καμιά μεγάλη περιοχή μια κοινή γλώσσα. Για παράδειγμα, το 1789 μόνο το 12%-13% των Γάλλων μιλούσε Γαλλικά. Οι περισσότερες από τις σημερινές εθνικές γλώσσες προήλθαν από προσπάθειες που έγιναν να κατασκευαστεί από μια ποικιλία ομιλούμενων ιδιωμάτων μια ενιαία γλώσσα. Σε πολλές περιπτώσεις αυτή η επιλογή έγινε σε μεγάλο βαθμό βολουνταριστικά από «γλωσσικούς αρχιτέκτονες».

***

Η έννοια του έθνους

Τι είναι όμως το «έθνος»; Το έθνος είναι μια δομική και εξελικτική μορφή της ανθρώπινης κοινωνίας η οποία γεννιέται νομοτελειακά με τη διαμόρφωση του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού σαν προϊόν οικονομικών, και εδώ πάνω εδραζόμενων, κοινωνικοπολιτικών και ιδεολογικών προτσές εξέλιξης και ιστορικών ταξικών αγώνων. Η λειτουργία του έθνους στο ιστορικό προτσές εξέλιξης της κοινωνίας βρίσκεται στο ότι οι άνθρωποι μέχρι την τελική επικράτηση του κομμουνιστικού κοινωνικού σχηματισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, συνενώνονται μέσω εθνικών σχέσεων σε μεγάλες, βιώσιμες και ανθεκτικές κοινότητες στα πλαίσια των οποίων μπορούν να αναπτυχθούν οι παραγωγικές δυνάμεις, οι σχέσεις παραγωγής, η κουλτούρα και οι επιστήμες. Το έθνος σαν κοινωνικο-ιστορικό φαινόμενο αποτελεί βασικό στοιχείο της δομής του καπιταλιστικού και του κομμουνιστικού κοινωνικού σχηματισμού και ταυτόχρονα μια σημαντική ιστορική δύναμη η οποία επιταχύνει την κοινωνική πρόοδο. Επειδή το έθνος αποτελεί μια μορφή εξέλιξης της κοινωνίας, το περιεχόμενό του καθορίζεται κυρίως από τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά προτσές και τις νομοτέλειες του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού, καθώς και από τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης.

Το έθνος κάνει την εμφάνισή του και στην ιστορική δράση ως ένα σύνολο μεγάλων ομάδων ανθρώπων, όσο διάστημα υπάρχουν τάξεις ως σύνολο τάξεων, αναπτύσσοντας μεταξύ τους εθνικές σχέσεις. Οι σχέσεις αυτές είναι κοινωνικές, δηλαδή οικονομικές, κοινωνικοπολιτικές, ιδεολογικές, οι οποίες σχηματίζονται πάνω σε μια εθνική βάση που είναι διαμορφωμένη από την προγενέστερη ιστορία, δηλαδή σ΄ ένα συγκεκριμένο έδαφος, με μια συγκροτημένη γλώσσα και ένα πολιτισμικό περιβάλλον και επιδρούν στη συνένωση των ανθρώπων προς μια εθνική κοινότητα.

Τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων, η ταξική πάλη μεταξύ αστικής τάξης και αριστοκρατίας, αργότερα μεταξύ εργατικής και αστικής τάξης, επηρεάζουν σημαντικά την εξέλιξη των εθνικών σχέσεων και την εθνική κοινότητα. Η εθνική κοινότητα στον καπιταλισμό είναι επομένως σχετική, επειδή χαρακτηρίζεται από μια αυξανόμενη ταξική διαφοροποίηση και όξυνση της ταξικής πάλης.

Τους παράγοντες σχηματισμού της κοινότητας στο προτσές εξέλιξης του έθνους αποτελούν κυρίως τα κοινά στοιχεία της οικονομικής ζωής στη βάση των παραγωγικών δυνάμεων, μια σχετικά κλειστή εδαφική περιοχή ως οικιστική περιοχή, τα κοινά στοιχεία ή η συγγένεια της γλώσσας, της κουλτούρας, τα ήθη και τα έθιμα και οι συνήθειες ζωής. Μολαταύτα οι παράγοντες αυτοί απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία στο σχηματισμό της κοινότητας όταν συνδέθηκαν πρώτα με το προτσές ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και με την ταξική πάλη αστικής και εργατικής τάξης. Το κράτος επίσης μέσω της πολιτικής και διοικητικής συγκέντρωσης αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα για το σχηματισμό του έθνους.

Το έθνος χαρακτηρίζεται από τα παρακάτω γενικά στοιχεία: τον ιστορικό χαρακτήρα γέννησης και εξέλιξής του, τις οικονομικές βάσεις του οι οποίες χαρακτηρίζουν την ουσία του, τη γλώσσα ως σημαντικό μέσο επικοινωνίας και το έδαφος πάνω στο οποίο γίνεται η συνένωση των εθνικών περιοχών και η συγκρότηση του εθνικού κράτους.

Αυτή η επιστημονική αντίληψη για το έθνος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και βρίσκεται σε αντίθεση με τις διάφορες θεωρίες που αναπτύχθηκαν από την αστική φιλοσοφία, κοινωνιολογία και ιστοριογραφία για την ουσία, τη γέννηση και το ρόλο του έθνους.

***

Η έννοια του έθνους προτού ερμηνευτεί επιστημονικά από τον μαρξισμό, είχε ήδη πίσω της μια μακρά ιστορία. Οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν τον χαρακτηρισμό «natio» για όλες τις πιθανές φυλές, ενώ οι ίδιοι αυτοχαρακτηρίζονταν ως «populus». Στον πρώιμο Μεσαίωνα η λέξη «natio» χρησιμοποιούνταν για όλες τις φυλές, στον Μεσαίωνα όμως κατά την περίοδο της ακμής του φεουδαρχισμού, απέκτησε κυρίως μια (δι)οργανωτική σημασία με το να ταξινομούνται τα πανεπιστήμια, τα πανεπιστημιακά συμβούλια, τα τάγματα κτλ με βάση τα «nationales», κάτι που δεν είχε καμιά σχέση με την μετέπειτα έννοια του έθνους. Η σύγχρονη έννοια του έθνους διαμορφώθηκε αργότερα κατά τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην ανερχόμενη επαναστατική αστική τάξη και την αντιδραστική αριστοκρατία και προηγήθηκε των αστικών επαναστάσεων. Η μεγαλύτερη συνεισφορά εδώ ήταν αυτή της Γαλλικής Επανάστασης.

Οι ιδεολογικοί ταξικοί αγώνες για το περιεχόμενο της έννοιας του έθνους αποτελούν ταυτόχρονα ένα μέρος του πραγματικού προτσές εξέλιξης του έθνους και της αντανάκλασης αυτού του προτσές στην κοινωνική συνείδηση. Σε αντίθεση με την πραγματική εξέλιξη του έθνους η οποία επιτεύχθηκε πάνω στη βάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της ανταλλαγής, του σχηματισμού της εσωτερικής αγοράς, δηλαδή ήταν το ουσιαστικό έργο της ανερχόμενης αστικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών, η κυρίαρχη αριστοκρατία αυτοχαρακτηριζόταν ως έθνος. Όταν η αστική τάξη είχε πλέον δυναμώσει οικονομικά, έγειρε την αξίωση να ανήκει και αυτή στο έθνος και τελικά αυτοαναγορεύτηκε σε μοναδικό εκπρόσωπο του έθνους, συντάχθηκε ως έθνος. Στο βαθμό όμως που η αστική τάξη συνεπεία του νομοτελειακά αναπτυσσόμενου κοινωνικού ανταγωνισμού και της ταξικής πάλης μεταξύ εργατικής και αστικής τάξης σταμάτησε να αποτελεί τον αντιπρόσωπο της πλειοψηφίας του έθνους, προσπάθησε να δυσφημίσει την εργατική τάξη, ιδιαίτερα το επαναστατικό της κόμμα ως αντεθνικό, παρόλο που αυτοί αντικειμενικά πλέον έγιναν οι αποφασιστικοί αντιπρόσωποι του έθνους και των συμφερόντων του.

***

Στις διάφορες αστικές θεωρίες για το έθνος, ανεξάρτητα από τις συχνά διαφορετικές αφετηρίες τους, κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η ιδεαλιστική βάση τους και ο ιδεαλιστικός τους χαρακτήρας επειδή αγνοούν την οικονομική βάση του έθνους και απολυτοποιούν δευτερεύοντες παράγοντες όπως π.χ. τη βούληση, την εθνική συνείδηση, τον εθνικό χαρακτήρα, την κουλτούρα, τη γλώσσα κτλ. Όσο μεγάλη κι αν είναι η σημασία αυτών των παραγόντων στη ζωή των εθνών, πρέπει να ληφθούν οπωσδήποτε υπόψη οι υλικές συνθήκες ύπαρξης του έθνους.

Ιδιαίτερα διαδεδομένη στην αστική φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και την ιστοριογραφία σήμερα είναι η αντίληψη ότι το έθνος αποτελεί ουσιαστικά μια πολιτισμική κοινότητα. Αναμφισβήτητα οι πολιτισμικές σχέσεις στα εθνικά πλαίσια παίζουν έναν σημαντικό ρόλο στην κοινωνική ζωή, όμως η πολιτισμική εξέλιξη βασίζεται σε τελική ανάλυση πάνω στην οικονομική ανάπτυξη του εκάστοτε έθνους, και επιπλέον η πολιτισμική κοινότητα σε κάθε ταξική κοινωνία είναι σχετική, επειδή «υπάρχουν δυό εθνικοί πολιτισμοί σε κάθε εθνικό πολιτισμό»[2]. Η ιδεαλιστική αντίληψη για το έθνος ως πολιτισμική κοινότητα ήταν αρκετά διαδεδομένη στη γερμανική και αυστριακή σοσιαλδημοκρατία της 2ης Διεθνούς.

Ο μαρξισμός ήταν αυτός που πρώτος ερμήνευσε επιστημονικά την ουσία του έθνους, το περιεχόμενό του, το ρόλο του στο κοινωνικό προτσές της εξέλιξης και τις προοπτικές του, δίνοντας έτσι στην εργατική τάξη τα θεωρητικά εργαλεία ώστε να διαμορφώσει συνειδητά τις εθνικές και διεθνείς σχέσεις σαν μια συνειδητή πλευρά της κοινωνικής ζωής προς το συμφέρον της κοινωνικής προόδου.

***

Γέννηση και εξέλιξη των εθνών

Η γέννηση και η εξέλιξη των εθνών είναι ένα ιδιαίτερα περίπλοκο προτσές, το οποίο ναι μεν γενικά είναι συνδεδεμένο νομοτελειακά με τη διαμόρφωση του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, σε καμιά περίπτωση όμως δεν λαμβάνει χώρα ομοιόμορφα για όλες τις χώρες και λαούς. Στην Ευρώπη διαμορφώθηκαν οι εθνικές βάσεις των μετέπειτα εθνών σ΄ ένα μακρόχρονο ιστορικό προτσές, το οποίο άρχισε να αναπτύσσεται μέσα στη φεουδαρχία (περίπου κατά τον 9ο και 10ο αιώνα) και το επόμενο διάστημα οδήγησε αρχικά στην ανάπτυξη διάφορων εθνοτήτων. «Από το ανακάτεμα των λαών του πρώιμου Μεσαίωνα αναπτύχθηκαν σταδιακά οι νέες εθνότητες, ένα προτσές κατά το οποίο ως γνωστό στις περισσότερες άλλοτε ρωμαϊκές επαρχίες αφομοιώθηκαν οι νικημένοι από τους νικητές, οι αγρότες και οι κάτοικοι των πόλεων από τους (αρχαίους) Γερμανούς κυρίους. Οι σύγχρονες εθνότητες είναι επομένως και αυτές αποτέλεσμα των καταπιεσμένων τάξεων»[3].

Έναν ιδιαίτερο ρόλο έπαιξαν σ΄ αυτό το προτσές της γέννησης των εθνοτήτων η γλωσσική οριοθέτηση, οι συγγένειες των φυλών, οι ομοιότητες στα ήθη και τα έθιμα και στις συνήθειες ζωής, μεταξύ των άλλων και τα φυσικά, γεωγραφικά σύνορα. «Οι γλωσσικές ομάδες κάποτε οριοθετημένες,… ήταν φυσικό ότι χρησιμοποιήθηκαν στο σχηματισμό των κρατών στην υπάρχουσα βάση, ότι οι εθνότητες άρχισαν να αναπτύσσονται σε έθνη. Το πόσο ισχυρό ήταν ήδη αυτό το στοιχείο κατά τον ένατο αιώνα, αυτό το αποδεικνύει η γρήγορη κατάρρευση του μικτού κράτους Λοταρίγκιεν[4]. Ναι μεν όλος ο Μεσαίωνας παρέμεινε μακριά από το να περιοριστεί από γλωσσικά και κρατικά σύνορα, όμως κάθε εθνότητα, η Ιταλία για παράδειγμα αποτέλεσε εξαίρεση, αντιπροσωπευόταν από ένα ιδιαίτερα μεγάλο κράτος στην Ευρώπη, και η τάση να σχηματίζονται εθνικά κράτη, η οποία εμφανίζεται πάντα όλο και πιο καθαρά και συνειδητά, σχηματίζει έναν από τους πιο ουσιαστικούς μοχλούς προόδου τον Μεσαίωνα»[5].

Η εθνότητα σχημάτισε έτσι στην Ευρώπη τη φυσικοϊστορική εθνική βάση του μελλοντικού έθνους και ταυτόχρονα την ιστορική της πρώιμη μορφή. Η παραπέρα εξέλιξη των μεγάλων εθνοτήτων σε σύνδεση με το βασίλειο, το οποίο επέδρασε στη δημιουργία συγκεντρωμένων εθνικών κρατών, δημιούργησε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για το σχηματισμό των σύγχρονων εθνών. Σ΄ αυτό το προτσές μικρές εθνότητες αφομοιώθηκαν από μεγαλύτερες εν μέρει ειρηνικά, εν μέρει όμως βίαια, σχηματίστηκε μια κοινή γραπτή γλώσσα και αναπτύχθηκαν στοιχεία της εθνικής συνείδησης. Ιδιαίτερα μεγάλης σημασίας για το σχηματισμό των εθνών υπήρξε η γέννηση και σταθεροποίηση ανθεκτικών οικονομικών σχέσεων μέσω της ανάπτυξης της εσωτερικής αγοράς. Μέσω αυτής απέκτησαν όλα τα άλλα προτσές ανάπτυξης την καθοριστική τους βάση και σταθερότητα οδηγώντας στο έθνος.

***

Τα πρώτα έθνη

Οι πρώτες προσπάθειες για πολιτική ανεξαρτησία στον ύστερο 18ο και στον πρώιμο 19ο αιώνα στην αμερικανική ήπειρο και κατά την Γαλλική Επανάσταση, οδήγησαν στη γέννηση των πρώτων εθνικών κρατών. Σε αντίθεση με τη Γαλλία, στην οποία ο βασικός φορέας εγκαθίδρυσης ενός κυρίαρχου κράτους ήταν η αστική τάξη η οποία αντιτάχθηκε στη μοναρχία και στην κυριαρχία της αριστοκρατίας και του κλήρου, στην αμερικανική ήπειρο ήταν οι κρεολοί αυτοί που σχημάτισαν το ανώτερο στρώμα στις αποικιακές διοικητικές ενότητες. Το προτσές σχηματισμού των εθνικών κρατών στην ισπανική Αμερική βασίστηκε στις γεωπολιτικά ξεχωριστές μεταξύ τους και οικονομικά αυτόνομες αποικιακές διοικητικές ενότητες. Η εκμετάλλευσή τους από την ισπανική μητρόπολη και η πραγματική υποτίμηση των κρεολών, οι οποίοι ασκούσαν τις διοικητικές λειτουργίες, προκάλεσαν στα πλαίσια της διεύρυνσης των απελευθερωτικών ιδεών του Διαφωτισμού και ιδιαίτερα της Γαλλικής Επανάστασης τα απελευθερωτικά κινήματα. Παρόλα αυτά, τα κινήματα ανεξαρτησίας στην ισπανική Αμερική δεν μπορούν να καταταχτούν ως εθνικά κινήματα. Η πλατιά μάζα του πληθυσμού δεν συμμετείχε σ΄ αυτά. Ακόμη και οι αντιπρόσωποί τους δεν σκέφτονταν με έννοιες έθνους.

Η σύγχρονη έννοια του έθνους αναπτύχθηκε πρώτα στη φάση της Γαλλικής Επανάστασης. Η αρχική σημασία του «έθνους» ήταν πολιτικής φύσης. Αυτή ταύτιζε «το λαό» με το κράτος. Το έθνος αποτελούσε μια κοινότητα πολιτών, των οποίων η συλλογική κυριαρχία το μετέτρεψε σε κράτος ως πολιτική του έκφραση. Όπως στην αμερικανική ήπειρο, έτσι και στη Γαλλία, το έθνος γεννήθηκε πρώτα μετά τη γέννηση του εθνικού κράτους. Εδώ γίνεται ακόμη μια φορά ορατός ο ρόλος του κράτους στο προτσές «γίγνεσθαι του έθνους». Το προτσές αυτό περιελάμβανε την αφομοίωση μικρότερων ομάδων του λαού.

Η τάση μικρότερων λαών για αυτοδιάθεση και κυριαρχία –το διάστημα αυτό αποτελούσε εξαίρεση- ίσχυε σαν μια συντηρητική και παραδοσιακή τάση ενάντια στη γέννηση των εθνών. Η κοινωνική πρόοδος ίσχυε σαν μια εξέλιξη η οποία επέκτεινε παραπέρα το μέγεθος των κοινωνικών ανθρώπινων ομάδων. Συνεπώς, εκείνη την περίοδο –σε αντίθεση με σήμερα- οι Σέρβοι ήθελαν να συνενωθούν με τους Κροάτες σε μια ενιαία Γιουγκοσλαβία, οι Τσέχοι ήθελαν να συνενωθούν με τους Σλοβάκους, οι Πολωνοί με τους Λιθουανούς κτλ. Γι΄ αυτό το λόγο μερικές μικρότερες αριθμητικά ομάδες και γλώσσες καταδικάστηκαν να εξαφανιστούν σαν τέτοιες.

Μόλις στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έλαβε χώρα μια αλλαγή με την έννοια του Εθνικού. Από την περίοδο εκείνη το φαινόμενο του «εθνικισμού» αρχίζει σταδιακά να εμφανίζεται στο προσκήνιο.

***

Εθνική ταύτιση

Τα σύγχρονα κράτη, τα οποία προέκυψαν ως συνέπεια της Γαλλικής Επανάστασης, επέβαλαν στην εκάστοτε εδαφική τους περιοχή ενιαίους διοικητικούς μηχανισμούς και νόμους. Στην πάροδο αυτής της εξέλιξης ενισχύθηκαν οι συνδέσεις –διαμεσολαβημένες μέσω των δημοσίων υπαλλήλων, του σχολείου και των αστυνομικών οργάνων- ανάμεσα στο κράτος και στους πολίτες. Η κατάσταση αυτή έθεσε αναπόφευκτα το πρόβλημα της γραπτής και προφορικής γλώσσας για επικοινωνία, επειδή ο αριθμός των κρατικών υπαλλήλων, οι οποίοι έπρεπε να αποδείξουν ότι είναι κάτοχοι τουλάχιστον απολυτηρίου δημοτικού σχολείου, αυξανόταν διαρκώς. Η αύξηση του αριθμού εκείνων που ήταν σε θέση να διαβάζουν προσέδωσε στις επίσημες γλώσσες μια ιδιαίτερη σημασία. Στη Μ. Βρετανία και στη Γαλλία για παράδειγμα, όπου από τα μέσα του 19ου αιώνα η επίσημη γλώσσα ταυτίζονταν σε μεγάλο βαθμό με τη γλώσσα του πληθυσμού, δεν υπήρχαν δραματικές συνέπειες. Σε πολυεθνικά κράτη όμως, στα οποία υπήρχαν παράλληλα διάφορες γραπτές γλώσσες, η σε μεγάλο βαθμό επιβολή μιας τέτοιας γλώσσας σε επίσημη γλώσσα, δημιούργησε ιδιαίτερα μειονεκτήματα για εκείνους που χρησιμοποιούσαν ήδη μια άλλη γραπτή γλώσσα. Αλλά ο εθνικισμός που προέκυψε μ΄ αυτό τον τρόπο, στην αρχή δεν ήταν ακόμη καθοριστικός για τις μετέπειτα εξελίξεις. Η σχέση του πληθυσμού με το έθνος έγινε μ΄ έναν άλλο τρόπο.

Στη χρονική περίοδο πριν τον 19ο αιώνα, η νομιμοφροσύνη του πληθυσμού δεν ήταν εκείνη απέναντι στο κράτος, αλλά απέναντι στις αυτοδιοικούμενες κοινότητες και στις ενώσεις / οργανισμούς που διαμεσολαβούσαν ανάμεσα στον υποτελή και τον μονάρχη. Οι θεσμοί όμως αυτοί καταργήθηκαν. Οι παραδοσιακοί εγγυητές της νομιμοφροσύνης, όπως η δυναστική νομιμοποίηση, ένα ιστορικό δίκαιο και η συνέχεια της κυριαρχίας ή η θρησκευτική συνοχή, αποδυναμώθηκαν έτσι αρκετά. Αυτό το κενό έπρεπε να γεμίσει. Ο εκδημοκρατισμός της πολιτικής και η δημιουργία μιας ταύτισης μεταξύ του πληθυσμού με ένα έθνος ήταν γι΄ αυτό τα πιο κατάλληλα μέσα.

Αυτή η ταύτιση του πληθυσμού με το έθνος έφερε όμως αρχικά έναν κρατικό-πατριωτικό και όχι εθνικιστικό χαρακτήρα. Το να ανήκει κάποιος σε ένα έθνος, ή άλλα στοιχεία μιας ιστορικής συνέχειας, δεν ήταν ακόμη σημαντικά. Αντιθέτως, η απόκτηση δικαιωμάτων συναπόφασης συνεισέφερε αρκετά στη δημιουργία της ταύτισης του πληθυσμού με το «έθνος». Σ΄ αυτό συνεισέφερε επίσης και το σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα το οποίο πάλευε για τη διεύρυνση των ανθρωπίνων και των πολιτικών δικαιωμάτων. Από δω εξηγείται εν μέρει και το γεγονός, ότι παντού όπου η εργατική τάξη κατέκτησε αυτά τα δικαιώματα, έδειξε προθυμία συμμετοχής στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο. Ενδιαφέρον είναι ότι όλες οι αστικές κυβερνήσεις που διεξήγαγαν τον πόλεμο οικοδόμησαν πάνω σ΄ αυτή την προκύπτουσα εθνική ταύτιση, παρουσιάζοντας τον πόλεμο σαν μια υπεράσπιση των αστικών κατακτήσεων ενάντια στην απειλή από το εξωτερικό.

***

Μια ιδιαίτερα σημαντική διάκριση

Τα έθνη διακρίνονται μεταξύ τους μέσω δυό ομάδων κοινωνικών φαινομένων:

Πρώτο: Από την άποψη της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτισμικής εξέλιξης, όπως το επίπεδο και οι ιδιαιτερότητες της κοινωνικής δομής και της πολιτικής οργάνωσης, το επίπεδο της πολιτισμικής και κοινωνικής ζωής.

Δεύτερο: Από τις ειδικές διαφορές στη γλώσσα, τον πολιτισμό, τον τρόπο ζωής, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις και την ψυχοσύνθεση.

Η πρώτη ομάδα των φαινομένων δεν εμπεριέχει ειδικά εθνικά χαρακτηριστικά, επειδή αποτελεί απλά την εκάστοτε ιδιαίτερη έκφραση της γενικής κοινωνικής εξέλιξης και υπόκειται στις γενικές νομοτέλειές της. Η δεύτερη ομάδα φαινομένων αντιθέτως, εμπεριέχει ειδικά εθνικά χαρακτηριστικά τα οποία συνδέονται με την εθνική βάση του έθνους, που στο μεγαλύτερο μέρος τους έχουν σχηματιστεί ήδη πολύ πριν τη γέννηση του έθνους με τη διαμόρφωση των εθνοτήτων. Ενόσω η πρώτη ομάδα φαινομένων υπόκειται στην κοινωνική πλευρά του έθνους, σ΄ ένα προτσές προσέγγισης και διεθνοποίησης στα πλαίσια του εκάστοτε οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού, η δεύτερη ομάδα φαινομένων, η εθνική πλευρά του έθνους, δείχνει μια μεγάλη ανθεκτικότητα και μεταβάλλεται ιδιαίτερα αργά στα πλαίσια ενός έθνους κάτω από την συγκεκριμένη επιρροή της κοινωνικής πλευράς.

Το Εθνικό αποτελεί σε κάθε ιστορική βαθμίδα της εξέλιξης μια διαλεκτική ενότητα οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών και εθνικών παραγόντων, στο εσωτερικό των οποίων οι ταξικά συγκεντρωμένοι παράγοντες είναι αποφασιστικοί.

***

Τύποι εθνών και ιστορικές τάσεις στο εθνικό ζήτημα

Στο ιστορικό προτσές εξέλιξης της κοινωνίας γεννιούνται πάνω στη βάση και ως μορφή εξέλιξης του καπιταλιστικού και του κομμουνιστικού κοινωνικού σχηματισμού δυό τύποι εθνών: το καπιταλιστικό έθνος και το σοσιαλιστικό έθνος, όπου εδώ το σοσιαλιστικό έθνος κατά κανόνα προκύπτει από την επαναστατική αναδιοργάνωση των μορφών ύπαρξης και του περιεχομένου του καπιταλιστικού έθνους.

Γενικά, το έθνος συντάσσεται αρχικά ως καπιταλιστικό έθνος το οποίο προκύπτει από τις εθνότητες κατά τη διαμόρφωση του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού στη μήτρα της φεουδαρχικής κοινωνίας. Βασική κινητήρια δύναμη αυτού του προτσές είναι η ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ανταλλαγής. «Η αστική τάξη όλο και περισσότερο καταργεί το κομμάτιασμα των μέσων παραγωγής, της ιδιοκτησίας και του πληθυσμού. Συσσώρευσε τον πληθυσμό, συνένωσε τα μέσα παραγωγής και συγκέντρωσε την ιδιοκτησία σε λιγοστά χέρια. Η αναγκαία συνέπεια ήταν ο πολιτικός συγκεντρωτισμός. Ανεξάρτητες επαρχίες με διαφορετικά συμφέροντα, με διαφορετικούς νόμους, κυβερνήσεις και δασμούς, και που συνδέονταν μεταξύ τους σχεδόν μονάχα με σχέσεις συμμαχίας, συσπειρώθηκαν σε ένα έθνος, σε μια κυβέρνηση, σε ένα νόμο, σε ένα εθνικό ταξικό συμφέρον, σε μια τελωνειακή ζώνη»[6] (ΠΓ: οι υπογραμμίσεις είναι των Μαρξ/Ένγκελς).

Ο σχηματισμός ενός δικτύου οικονομικών σχέσεων δίνει στο υπό διαμόρφωση καπιταλιστικό έθνος την υλική βάση πάνω στην οποία αναπτύσσονται όλες οι άλλες εθνικές σχέσεις και στην πορεία μακρόχρονων ταξικών αγώνων, οι οποίοι κορυφώνονται στην αστική επανάσταση, γεννιέται το εθνικό κράτος το οποίο προετοιμαζόταν στο έδαφος της απολυταρχικής μοναρχίας.

Το καπιταλιστικό έθνος βασίζεται πάνω στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, γι΄ αυτό και είναι διασπασμένο σε ανταγωνιστικές τάξεις κλονιζόμενο από τους ταξικούς αγώνες. Ηγεμονική του δύναμη είναι η αστική τάξη, ενώ η τύχη του έθνους είναι αδιαχώριστα συνδεδεμένη με την ανάπτυξη του καπιταλισμού και την πολιτική της κυρίαρχης τάξης. Όσο διάστημα ο καπιταλισμός βρισκόταν σε άνοδο μπορούσε να προσφέρει στο έθνος μια προοπτική εξέλιξης και η αστική τάξη μπορούσε να εμφανίζεται ως αντιπρόσωπος του έθνους επειδή τα ταξικά της συμφέροντα σε μεγάλο βαθμό βρίσκονταν σε συμφωνία με τα εθνικά συμφέροντα. Στο στάδιο της σήψης του καπιταλισμού, στον ιμπεριαλισμό, προκύπτει όμως μια όλο και πιο οξεία σύγκρουση ανάμεσα στα συμφέροντα του έθνους και αυτών της κυρίαρχης μονοπωλιακής αστικής τάξης, επειδή ο μονοπωλιακός καπιταλισμός μετατρέπει ένα μεγάλο μέρος των παραγωγικών δυνάμεων σε δυνάμεις καταστροφής και μέσω της πολιτικής του υπέρ του πολέμου και της αυξανόμενης τάσης του για αντίδραση, όχι μόνο μετατρέπεται σε εμπόδιο για την παραπέρα πρόοδο του έθνους, αλλά απειλεί και την ίδια την ύπαρξή του.

Οι παραγωγικές δυνάμεις του καπιταλισμού αναπτύσσονται στο εθνικό και ταυτόχρονα στο διεθνές επίπεδο, οδηγώντας στο σχηματισμό της παγκόσμιας αγοράς. Αυτό εξαρτάται από το πόσο αναπτύσσουν τα ξεχωριστά έθνη τις παραγωγικές τους δυνάμεις και τις εσωτερικές τους αγορές. Η παγκόσμια αγορά επιταχύνει επομένως την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αφετέρου όμως τούς αφαιρεί το εθνικό έδαφος και τις διεθνοποιεί σε αυξανόμενο βαθμό. «Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη διαμορφώνει κοσμοπολιτικά την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών… Στη θέση των παλιών αναγκών, που ικανοποιούνταν από τα εθνικά προϊόντα, μπαίνουν καινούργιες ανάγκες που για να ικανοποιηθούν απαιτούν προϊόντα των πιο απομακρυσμένων χωρών και κλιμάτων. Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και αποκλειστικότητας, μπαίνει μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών»[7]

***

Κατά τον Λένιν: «Ο καπιταλισμός στην ανάπτυξή του γνωρίζει δυό ιστορικές τάσεις στο εθνικό ζήτημα. Η πρώτη τάση: Ξύπνημα της εθνικής ζωής και των εθνικών κινημάτων, πάλη ενάντια σε κάθε εθνική καταπίεση, δημιουργία εθνικών κρατών. Η δεύτερη τάση: Ανάπτυξη και επιταχυνόμενη σύσφιξη των κάθε λογής σχέσεων ανάμεσα στα έθνη, σπάσιμο των εθνικών φραγμών, δημιουργία της διεθνούς ενότητας του κεφαλαίου, της οικονομικής ζωής γενικά, της πολιτικής, της επιστήμης κτλ. Και οι δυό τάσεις αποτελούν παγκόσμιο νόμο του καπιταλισμού»[8].

Αυτές οι δυό τάσεις είναι εγγενείς του καπιταλισμού, βασίζονται σε τελική ανάλυση πάνω στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η διεθνοποίηση της κοινωνικής ζωής οδηγεί στην προσέγγιση των εθνών όπως επίσης και στην επιτάχυνση της δικής τους ανάπτυξης, επομένως με βάση την ουσία της αποτελεί ένα προοδευτικό προτσές. Συνεπεία όμως της καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας, το προτσές αυτό λαμβάνει χώρα σε ανταγωνιστική μορφή, υποτάσσεται στα ταξικά συμφέροντα της αστικής τάξης, ιδιαίτερα του μονοπωλιακού κεφαλαίου και επομένως συνδέεται με την αντιδραστική πολιτική της βίαιης προσάρτησης, υποταγής και εκμετάλλευσης των πιο αδύναμων εθνών. Ιδεολογία αυτής της πολιτικής είναι ο εθνικισμός και ο κοσμοπολιτισμός.

Η σχέση της εργατικής τάξης με το έθνος προκύπτει συνεπώς, αφενός από τις αντικειμενικές συνθήκες ύπαρξης και τους ιστορικούς στόχους της εργατικής τάξης αφετέρου, από τη θεωρητική γνώση για την ουσία και τον ιστορικό ρόλο του έθνους σαν μια βασική μορφή εξέλιξης της κοινωνίας. Η εργατική τάξη με βάση την ουσία της είναι ταυτόχρονα τάξη εθνική και διεθνική. Στο βαθμό που η αστική τάξη μετατρέπεται σε αντιδραστική και καταλήγει σε σύγκρουση με τα συμφέροντα και τις ανάγκες του έθνους, η εργατική τάξη είναι πλέον εκείνη η δύναμη του έθνους η οποία  εκπροσωπεί τα πραγματικά συμφέροντα και το μέλλον του. Η παραπέρα εξέλιξη του έθνους είναι αδιαχώριστα συνδεδεμένη με την πάλη της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων για την εξάλειψη του ιμπεριαλισμού / καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Η εργατική τάξη συνδέει το κοινωνικό της καθήκον –την απελευθέρωση των εργαζομένων από την εκμετάλλευση και την καταπίεση- με το εθνικό καθήκον, την απελευθέρωση του έθνους από την απειλή του ιμπεριαλισμού / καπιταλισμού και την εξασφάλιση του ειρηνικού του μέλλοντος. Με το να καθιερώνεται η εργατική τάξη ως ο πρωταγωνιστής των εθνικών συμφερόντων, συγκεντρώνει γύρω της όλες τις προοδευτικές εθνικές δυνάμεις και οδηγεί το έθνος στο δρόμο της κοινωνικής προόδου. Μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης και της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας διαμορφώνει τις βάσεις της ύπαρξης του έθνους, δίνει σ΄ αυτό νέο περιεχόμενο και δημιουργεί έτσι έναν ποιοτικά υψηλότερο τύπο εθνικής κοινότητας, το σοσιαλιστικό έθνος.

Κατά τη διαμόρφωση του καπιταλιστικού σε σοσιαλιστικό έθνος, η εθνική βάση του έθνους διατηρείται (γλώσσα, σχέση προς το έδαφος, ειδικές ιδιαιτερότητες του πολιτισμού και της ψυχοσύνθεσης, ήθη, έθιμα), ενόσω η κοινωνική φύση του έθνους αλλάζει ριζικά (οικονομικές και πολιτικές σχέσεις, κοινωνική δομή, περιεχόμενο της ιδεολογίας και του πολιτισμού).

***

Καπιταλιστικό έθνος και πάλη για χειραφέτηση

Ποια πρέπει να είναι επομένως η στάση της (κομμουνιστικής) αριστεράς απέναντι στο ζήτημα του έθνους σε συνθήκες καπιταλισμού; Πέρα από την πιο πάνω τοποθέτηση, είναι ανάγκη να αποσαφηνιστούν ακόμη κάποια ουσιαστικά -κατά την άποψή μας- ζητήματα στις σημερινές συνθήκες του καπιταλισμού.

***

Μια αριστερή πολιτική, η οποία στην αντιπαράθεσή της με την αστική «εθνική πολιτική» προσπερνά τα ουσιαστικά ζητήματα τα οποία παραπέμπουν στα ταξικά συμφέροντα και περιορίζεται σε μια κριτική του «Εθνικού», χάνει από το οπτικό της πεδίο την αποσαφήνιση της ουσιαστικής συνάφειας των σχέσεων στον καπιταλισμό, όπως επίσης και η θέση εκείνη η οποία αντιλαμβάνεται το έθνος αφηρημένα σαν μια «μορφή κοινοτικής ζωής» ή σαν μια «κοινότητα πολιτικά ελεύθερων ατόμων» με την έννοια του «συνταγματικού έθνους» η οποία «αποφασίζει η ίδια στη μορφή της εθνοσυνέλευσής της» -όπως το έθεταν αρκετοί κατά την περίοδο των διαμαρτυριών στις πλατείες. Και στις δυό περιπτώσεις το ταξικό περιεχόμενο του «εθνικού ζητήματος» παραμένει στο σκοτάδι, κάτι που βολεύει τα αστικά κόμματα. Αυτό που χρειάζονται οι κυρίαρχοι είναι ο τονισμός της «εθνικής ενότητας», ο ισχυρισμός περί «εθνικών κοινών στοιχείων», περί «κοινής εθνικής στάσης» (π.χ. κοινή στάση απέναντι στην τρόικα και αποδοχή των μνημονίων και του ξεπουλήματος της χώρας), επειδή έτσι «εξαφανίζεται» η διάσπαση των Ελλήνων σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους.

***

Το δεύτερο ζήτημα αφορά στη διαλεκτική εθνικού-διεθνικού. Ήδη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο το γνωστό σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε»[9] και οι προτάσεις «Οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα. Δεν μπορεί να τους πάρει κανείς αυτό που δεν έχουν», συνδέονται με τη σκέψη ότι «το προλεταριάτο πρέπει πρώτα να κατακτήσει την πολιτική εξουσία, να ανυψωθεί σε εθνική τάξη, να συγκρουστεί το ίδιο σαν έθνος» επειδή «είναι και το ίδιο επίσης εθνικό, αν και σε καμιά περίπτωση με την έννοια της αστικής τάξης»[10]

Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο προβλέπει πολύ σωστά ότι «η ανάγκη να μεγαλώνει ολοένα την πούληση των προϊόντων της, κυνηγά την αστική τάξη πάνω σε όλη τη γήινη σφαίρα»[11]. Και: «Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και αποκλειστικότητας, μπαίνει μια ολόπλευρη συναλλαγή, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών… Αναγκάζει όλα τα έθνη να δεχτούν τον αστικό τρόπο παραγωγής, αν δεν θέλουν να χαθούν»[12].

Όμως, παρά τη διεθνή σύμπλεξη του κεφαλαίου, παρά τη διεθνοποίηση της οικονομίας, παρά τη συγκρότηση υπερεθνικών θεσμών που δρουν προς το συμφέρον του κεφαλαίου, οι αποφάσεις για την ανάπτυξη του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων και επομένως η πολιτική πρακτική η οποία καθορίζει τη ζωή των ανθρώπων, λαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό όπως και πριν στο πλαίσιο των ξεχωριστών κρατών τα οποία σχηματίστηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ως εθνικά κράτη (το αν λ.χ. αποφασίζει η ΕΕ, το ΝΑΤΟ και άλλοι υπερεθνικοί ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα κτλ, για μια σειρά ουσιαστικά ζητήματα που αφορούν τη χώρα μας, αυτό οφείλεται πρωταρχικά στο γεγονός, ότι η ελληνική αστική τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι επέλεξαν συνειδητά την πολιτική της υποτέλειας και της εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων).

Το «εθνικό κράτος» εξακολουθεί όπως και πριν να υπάρχει ως οριοθετημένο έδαφος, πάνω στο οποίο λαμβάνει χώρα και πρέπει να λάβει χώρα η ταξική πάλη. Μέχρι αυτού του σημείου η πάλη του εργατικού κινήματος και των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων της (κομμουνιστικής) αριστεράς εξακολουθεί να έχει και σήμερα μια «εθνική διάσταση». Δεν πρόκειται επομένως για εκείνη την αστική αντίληψη περί «έθνους», η οποία προσδίδει σ΄ αυτό ένα «υψηλότερο νόημα» ή μια ιδιαίτερη «αξία», ότι το εξυμνεί ως αντικείμενο «υπερηφάνειας» ή απλά ως ένα καταφύγιο «ασφάλειας και σταθερότητας». Πολύ περισσότερο, ο πυρήνας κάθε «εθνικής πολιτικής» των δυνάμεων της (κομμουνιστικής) αριστεράς σήμερα στη χώρα μας, αφορά στη διαπίστωση, ότι το εθνικό κράτος εξακολουθεί να παραμένει εκείνο το αποφασιστικό πεδίο πάλης πάνω στο οποίο θα δοθούν οι ταξικοί αγώνες για μια άλλη πορεία της χώρας, σε τελική ανάλυση για την επαναστατική υπέρβαση του καπιταλισμού, ενώ παράλληλα οι προσπάθειες αυτές πρέπει να συνδέονται με τις προσπάθειες εκείνες που ενισχύουν τις υπερεθνικές μορφές συνεργασίας του εργατικού κινήματος.

Η ορθή κατανόηση της διαλεκτικής εθνικού-διεθνικού αποτελεί σήμερα έναν από τους βασικούς παράγοντες φυγής της επαναστατικής αριστεράς προς τα μπρος.

***

Τι είναι, πότε και γιατί γεννιέται ο εθνικισμός;

Διαφορετικά απ΄ ό,τι η εθνική ταύτιση, ο εθνικισμός είναι μια ιδεολογία και ένα πολιτικό κίνημα, που παρά τα όποια διαφορετικά και αντιτιθέμενα συμφέροντα των ανθρώπων, τους κάνει ικανούς να τάσσονται υπέρ ενός εθνικού κράτους αλλά και να ενεργούν έτσι που να ταυτίζονται με την επεκτατική διείσδυσή του απολυτοποιώντας το δικό τους έθνος. Ο εθνικισμός συνδέεται πάντα με την υπερτίμηση του δικού του έθνους και με την υποτίμηση και περιφρόνηση άλλων εθνών, σπέρνοντας δυσπιστία και εχθρότητα ανάμεσα στα έθνη.

Ο εθνικισμός διαμορφώθηκε στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα, όταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έκανε δυνατή τη δημιουργία αγορών πέρα από τις υπάρχουσες τότε περιφέρειες και τις εμπορικές σχέσεις σε μεγάλες περιοχές που ξεπερνούσαν τα όρια του μεσαιωνικού φεουδαρχικού κράτους.

Η άμεση διοίκηση ενός μεγάλου πληθυσμού και η τεχνική και οικονομική ανάπτυξη έκαναν αναγκαία μια εναρμόνιση και ομογενοποίηση των πολιτών μέσω μιας «εθνικής γλώσσας». Η επιλογή της επίσημης «εθνικής γλώσσας» από τα κράτη, η οποία ακολούθησε απλά ζητήματα λειτουργικότητας, απέκτησε για την ιδεολογία του εθνικισμού ιδιαίτερα μεγάλη σημασία. Γι΄ αυτήν, η γλώσσα ήταν η ψυχή ενός έθνους και σε μεγάλο βαθμό το αποφασιστικό κριτήριο της εθνότητας. Ο εθνικισμός αυτός με τη μείωση του αναλφαβητισμού απέκτησε μια ευνοϊκή βάση, κερδίζοντας όλο και περισσότερο την υποστήριξη των μαζών για εθνικούς στόχους. Η νέα διανόηση που προήλθε από τη μικροαστική τάξη, η οποία ήταν φορέας αυτού του εθνικισμού, έπρεπε να προσκαλέσει τις μάζες να εισέλθουν στην ιστορία. Και η πρόσκληση αυτή έπρεπε να είναι γραμμένη σε μια γλώσσα την οποία κατανοούσαν.

Ανακεφαλαιώνοντας θα μπορούσε να ειπωθεί, ότι η αύξηση των γραπτών γλωσσών και η επέκταση των σχολείων και των πανεπιστημίων στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της διοίκησης, της τεχνικής και της οικονομίας αφενός, και η διεύρυνση των ανθρωπίνων και αστικών δικαιωμάτων, όπως και η γλωσσική ενιαιοποίηση και ομογενοποίηση του πληθυσμού, οδήγησαν στην εμφάνιση εθνικιστικών ιδεών σε τμήματα των μεσαίων στρωμάτων παράλληλα με την εθνική ταύτιση του πληθυσμού. Παρόλο που αυτά τα δυό φαινόμενα γεννήθηκαν ταυτόχρονα, υπήρχαν για μεγάλο χρονικό διάστημα ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

Το τέλος του 19ου αιώνα χαρακτηρίστηκε από μια επέκταση εθνικών κινημάτων στην Ευρώπη, τα οποία τελικά άλλαξαν ριζικά το γεωπολιτικό πρόσωπο της Ευρώπης μετά το τέλος του 1ου παγκοσμίου πολέμου. Ο εθνικισμός στην πάροδο της ιστορίας του πέρασε από διάφορες φάσεις εξέλιξης. Η πρώτη φάση αρχίζει στα τέλη του 18ου αιώνα σαν ένα κύμα ενθουσιασμού για λαϊκές παραδόσεις και περιέλαβε τις ομιλούμενες από το λαό γλώσσες. Σε μια δεύτερη φάση αυτές οι παραδόσεις μετατράπηκαν, κυρίως από ομάδες ακτιβιστών, σε «εθνικές παραδόσεις» και χρησιμοποιήθηκαν με την έννοια της «εθνικής ιδέας». Το τελευταίο τρίτο όμως του 19ου αιώνα οι προσπάθειες αυτές κατέλαβαν και τις μάζες και το «εθνικό ζήτημα» αποτέλεσε μια από τις πιο σημαντικές πλευρές της εσωτερικής πολιτικής σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών κρατών. Ο εθνικισμός σ΄ αυτή την περίοδο χαρακτηριζόταν, σε αντίθεση με την ιδέα περί έθνους της εποχής του φιλελευθερισμού, με το ότι τώρα το εθνικό στοιχείο εισήλθε σταδιακά στο προσκήνιο.

Η άνοδος των εθνικιστικών κινημάτων οδήγησε πολλούς δυνάστες κυριάρχους στο να έρθουν αντιμέτωποι με τα πολιτικά και πολιτιστικά προβλήματα. Ήταν αναγκασμένοι να συνδέσουν τη δυναστική αυτοκρατορία και την εθνική σκέψη με την πολιτική ενός επίσημου εθνικισμού. Όταν για παράδειγμα στη Ρωσία την περίοδο που ήταν τσάρος ο Αλέξανδρος ΙΙΙ (1881-1894), σαν αντίδραση απέναντι στον εθνικισμό των Ουκρανών, των Φινλανδών, των Λετονών κτλ. επιδιώχτηκε να ιδρυθεί η αυτοκρατορία με βάση τις τρεις αρχές, αυτοκρατία (= απόλυτη κυριαρχία ενός ατόμου ή ομάδας), ορθοδοξία και εθνικότητα, οι δυό πρώτες αρχές ήταν παλιές, η τρίτη όμως ήταν καινούργια. Αυτή η στρατηγική της ρωσοποίησης είχε ως συνέπεια να εισαχθούν τα Ρωσικά ως γλώσσα διδασκαλίας σε όλα τα σχολεία του κράτους.

Μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο η εποχή των δυναστειών πήρε τέλος. Η κατάρρευση των μεγάλων πολυεθνικών κρατών σήμανε ταυτόχρονα και την γέννηση μιας σειράς κρατών. Η δημιουργία όμως των περισσότερων νέων κρατών πάνω στα συντρίμμια των παλιών αυτοκρατοριών, δεν ήταν λιγότερο πολυεθνική απ΄ ό,τι οι παλιές «φυλακές των λαών». Το αποτέλεσμα ήταν η μαζική εκδίωξη και η εξόντωση μειονοτήτων με στόχο τη δημιουργία εθνικά και γλωσσικά ομοιογενών πληθυσμών.

Οι αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό των κρατών, οι οποίες έλαβαν χώρα ανάμεσα στις διάφορες εθνότητες και που σε πολλά μέρη οδήγησαν σε πολέμους και εδαφικές αποσχίσεις, πρέπει να ειδωθούν κάτω από αυτή την οπτική γωνία. Η αναδιοργάνωση των συνόρων από την εθνική σκοπιά στέρησε την εθνική ιδέα από το απελευθερωτικό και ενωτικό της περιεχόμενο και της προσέδωσε τώρα ένα σεπαρατιστικό (αποσχιστικό / αυτονομιστικό) χαρακτήρα. Εθνικιστικά κινήματα όπως αυτά των Βάσκων, των Καταλανών, των Φλαμανδών, των Κροατών κτλ αποτελούν εδώ μερικά μόνο παραδείγματα. Αφετέρου η εθνική ταύτιση των πληθυσμών των ευρωπαϊκών κρατών ενισχύθηκε από την κρατική προπαγάνδα και τα σύγχρονα ΜΜΕ. Αρχικά σ΄ αυτή την περίοδο ο εθνικισμός χρησιμοποιήθηκε πλήρως και συνειδητά στην υπηρεσία των εθνικών κρατών.

Το φαινόμενο αυτό στη συνέχεια, κυρίως κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, έριξε νερό στο μύλο των φασιστικών κινημάτων και προετοίμασε το έδαφος για τον επιθετικό ιμπεριαλιστικό εθνικισμό[13]. Ο εθνικισμός αυτός έγινε η ουτοπία εκείνων που απώλεσαν τις παλιές ουτοπίες της εποχής του Διαφωτισμού, το πρόγραμμα εκείνων που δεν είχαν πλέον εμπιστοσύνη σε άλλα προγράμματα, το στήριγμα εκείνων που δεν εύρισκαν πλέον αποκούμπι στις παλιές πολιτικές και κοινωνικές βεβαιότητες.

Παρόλα αυτά ούτε ο κρατικά προπαγανδιζόμενος εθνικισμός, ούτε ο επιθετικός εθνικισμός των φασιστικών κινημάτων δεν πρέπει να ταυτίζονται με το εθνικό αίσθημα των μαζών. Όπως και παλιότερα η εθνική ταύτισή τους συνδέεται με την κοινωνική συνείδηση. Γι΄ αυτό δεν είναι παράξενο που τα φασιστικά κινήματα για να κερδίσουν σε μαζική επιρροή έπρεπε να συμπεριλάβουν κοινωνικά στοιχεία στην πολιτική προγραμματική και προπαγάνδα τους. Αντίστροφα, τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης στην αντιφασιστική πάλη επεδίωξαν τη συνειδητή στρατηγική να επιστρατεύσουν τα εθνικά αισθήματα. Επίσης, όλα τα άλλα πολιτικά ρεύματα έπρεπε να λάβουν υπόψη τους αυτή την κοινωνική συνείδηση των πληθυσμών.

***

Ιδεολογικά στοιχεία και μορφές εμφάνισης του εθνικισμού

Ο εθνικισμός ανάγεται –όπως και ο ρατσισμός σαν ένα παραπέρα ουσιαστικό ιδεολόγημα της ακροδεξιάς ιδεολογίας- σε τελευταία ανάλυση από τον ανταγωνισμό, όμως δεν συρρικνώνεται πάνω σ΄ αυτόν. Ενώ στο ρατσισμό υπάρχει μια σχέση αποκλεισμού ανάμεσα σε άτομα ή σε ομάδες διαφορετικής καταγωγής, ο εθνικισμός αντίθετα θεμελιώνει ένα ανταγωνισμό ανάμεσα σε κράτη ή ανάμεσα σε πολιτικές κοινότητες, τα οποία / οι οποίες εγείρουν την αξίωση να συγκροτούνται σαν τέτοια / τέτοιες. Επομένως, μια θεωρία για το έθνος χωρίς τη γνώση της διεθνούς ωθητικής αρχής του ανταγωνισμού στερείται μιας ουσιαστικής πλευράς της πραγματικότητας.

Ενώ ο ρατσισμός θεμελιώνει διαφορετικές «ανθρώπινες φυλές», «πολιτογραφώντας» έτσι τα κοινωνικά δεδομένα (για την ακρίβεια: τις σχέσεις εκμετάλλευσης, εξουσίας και κυριαρχίας), ο εθνικισμός θεμελιώνει διαφορετικά έθνη, όπου ο σχηματισμός εδαφικών κρατών νομιμοποιείται σαν «θέλημα θεού».

Για να κυριεύσει ο εθνικισμός τις μάζες έχει την ανάγκη τόσο της διανοητικής προδιάθεσής τους, δηλαδή μιας κοινής παράδοσης, θρησκείας και/ή ιστορικής αποστολής, η οποία τεκμηριώνει ένα διαρκές συναίσθημα ότι ανήκουν στην ίδια ομάδα, όσο επίσης και μιας κατάστασης οικονομικής κρίσης σε περιόδους ριζικών αλλαγών, η οποία παρακινεί τους (εν δυνάμει) παθόντες να ιδρύσουν μια «λαϊκή κοινότητα», να απαιτήσουν πολιτικά δικαιώματα ή να υπερασπιστούν τα προνόμιά τους μέσα από συλλογική οργάνωση.

Το σε ποια σχέση ή σε ποια ιεραρχική τάξη βρίσκονται μεταξύ τους ο ρατσισμός και ο εθνικισμός, αποτελεί ένα επίμαχο ζήτημα μεταξύ των επιστημόνων. Μερικοί είναι της άποψης ότι ο εθνικισμός σχηματίστηκε στη βάση του ρατσισμού, ενώ άλλοι επισημαίνουν –ορθά κατά τη γνώμη μας-, ότι π.χ. ο αντισημιτισμός –μια ιστορική ειδική περίπτωση του ρατσισμού- είναι παλιότερος από τα σύγχρονα εθνικά κράτη και τον εθνικισμό. Συγκρινόμενος με το ρατσισμό, ο οποίος ανάγεται στις απαρχές του ινδικού συστήματος των καστών, γύρω στο 1500 π. Χ., ο εθνικισμός είναι ένα «νέο» φαινόμενο, γνήσιο προϊόν της εποχής του καπιταλισμού, το οποίο στην ιστορία γέννησής του δεν πρέπει να διαχωριστεί από τη Γαλλική Επανάσταση.

Ο εθνικισμός δεν ταυτίζεται με τον εθνικισμό, αλλά ούτε –σε αντίθεση με τον ρατσισμό- αξιολογείται γενικά αρνητικά. Τι σημαίνει αυτό; Ο εθνικισμός γεννιέται σε σχέση με το σχηματισμό των καπιταλιστικών εθνών. Όσο διάστημα ο αστικός εθνικισμός κατά την περίοδο της ανερχόμενης αστικής τάξης ήταν συνδεδεμένος με δημοκρατικές ιδέες και στόχους και κατείχε εν μέρει ένα επαναστατικό-δημοκρατικό περιεχόμενο, έπαιζε ένα σχετικά προοδευτικό ρόλο στην πάλη ενάντια στη φεουδαρχία, για την παγίωση του έθνους, παρόλο που από την αρχή εμπεριείχε αντιδραστικές αντιλήψεις επειδή αγνοούσε την ισοτιμία των εθνών και έθετε το δικό του έθνος πάνω από τα άλλα. Μετά την περίοδο των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων ο εθνικισμός μετατρεπόταν όλο και περισσότερο σε αντιδραστική ιδεολογία. Με τη μετάβαση από τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού στον ιμπεριαλισμό, ο εθνικισμός μετατράπηκε σε ιδεολογικό όργανο της ιμπεριαλιστικής επεκτατικής και αποικιακής πολιτικής για τη δικαιολόγηση της καταπίεσης και καταλήστευσης άλλων εθνών και λαών. Στον ιμπεριαλισμό, ο εθνικισμός συχνά παίρνει την επιθετική μορφή του σωβινισμού. Ταυτόχρονα συνδέεται στενά με τον κοσμοπολιτισμό, ο οποίος αντανακλά την τάση διεθνοποίησης του κεφαλαίου.

***

Εδώ ανοίγουμε μια παρένθεση δίνοντας συμπυκνωμένα το περιεχόμενο των δυό παραπάνω εννοιών.

Σωβινισμός είναι η αντιδραστική ιδεολογία και πολιτική η οποία στρέφεται στην ανοιχτή, άμεση και κτηνώδη υποδούλωση άλλων λαών, στην πρόκληση εθνικής εχθρότητας και εθνικού μίσους καθώς και στην καταπίεση του ιδίου έθνους. Ο σωβινισμός σαν ακραίος αντιδραστικός εθνικισμός στη μορφή του υποστηρίζει την ανωτερότητα ενός ή περισσότερων εθνών απέναντι σε άλλα έθνη, ενώ στο περιεχόμενό του εξυμνεί την εξουσία της εκάστοτε (ιμπεριαλιστικής) αστικής τάξης μιας χώρας πάνω στο δικό του ή πάνω σε άλλα έθνη. Ο σωβινισμός κατά κανόνα είναι ιδιαίτερα διαποτισμένος από ρατσιστικές και επεκτατικές αντιλήψεις.

Κοσμοπολιτισμός είναι μια ιδεολογική έκφραση των ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης. Στην πρώτη τους φάση οι κοσμοπολίτικες αντιλήψεις της ανερχόμενης αστικής τάξης αναπτύχθηκαν από τους Λέσσινγκ, Καντ, Φίχτε, Χέρντερ, Σίλερ, Γκαίτε κ. α. σε αντίθεση προς τον φεουδαρχικό επαρχιωτισμό, προωθώντας την έννοια του έθνους και τη σκέψη περί εθνικών κρατών. Ο σημερινός κοσμοπολιτισμός της (ιμπεριαλιστικής) αστικής τάξης είναι αντιδραστικός και υπηρετεί την απολογητική της εθνικής υποτέλειας και τη δικαιολόγηση των διεθνών ενώσεων / οργανισμών του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Ο κοσμοπολιτισμός είναι η άλλη όψη του αστικού εθνικισμού και του σωβινισμού. Αποτελεί την αντιδραστική απάντηση στον προλεταριακό διεθνισμό.

Κλείνουμε την παρένθεση.

***

Ο εθνικισμός εμφανίζεται επίσης εκεί, όπου σαν αποτέλεσμα των αντιπαραθέσεων για την εξασφάλιση κερδών εμφανίζονται οξυμένες κοινωνικές αντιθέσεις και τα εργαζόμενα στρώματα που πλήττονται έχουν χάσει τον ιδεολογικό τους προσανατολισμό, ψάχνουν για ένα νέο περιεχόμενο ζωής, όμως δεν είναι ακόμη σε θέση να δουν καμιά εναλλακτική λύση που θα τους βγάλει από την άθλια κατάσταση που βρίσκονται.

Σε κάθε περίπτωση για την αστική τάξη σημαίνει, με την «εθνική της πολιτική» να περισπάσει την προσοχή των εκμεταλλευόμενων από τα ζητήματα της ταξικής πάλης, να απωθήσει τη μαρξιστική ιδεολογία, να σπάσει την κοινωνική αντίσταση και να στρέψει την εργατική τάξη σε «κοινά προβλήματα», σε μια «εθνικά αλληλέγγυα συμμαχία».

Ο εθνικισμός και το μίσος απέναντι στους μετανάστες μπορούν όμως να γεννηθούν και αυθόρμητα σαν (πρωτόγονη) αντικαπιταλιστική στάση διαμαρτυρίας, η οποία τότε αξιοποιείται από τους κυριάρχους με στόχο να απομονώσουν την πραγματική αντικαπιταλιστική αντιπολίτευση, για να αφαιρέσουν από αυτήν τη δραστικότητα και τη μαζική της επιρροή. Ταυτόχρονα εμποδίζεται έτσι μια διεθνής αλληλεγγύη ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους μισθωτούς εργαζόμενους.

Η συγκεκριμένη μορφή με την οποία εμφανίζεται κάθε φορά ο εθνικισμός, αποτελεί επίσης μια έκφραση του συσχετισμού δυνάμεων, κάτω από τις οποίες η αστική τάξη επιβάλλεται στον ανταγωνισμό για τις συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου. Οι συνθήκες αυτές αποτυπώνονται διαρκώς από την κατάσταση των τάξεων στις ξεχωριστές χώρες, δηλαδή από τη μαχητική δύναμη της εργατικής τάξης, τις εμπειρίες της, το βαθμό οργάνωσής της και όχι τελευταία από την πολιτική συμμαχιών του μαρξιστικού επαναστατικού κόμματος.

***

Μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο στις παλιές αποικίες δημιουργήθηκαν νέα κράτη, τα οποία προσέλαβαν επίσης σύμφωνα με το μοντέλο των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών μια εθνική μορφή. Εδώ, μέσα από τις εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις γεννήθηκε και ένας εθνικισμός, ο οποίος διαφέρει ουσιαστικά από τον αντιδραστικό εθνικισμό της (ιμπεριαλιστικής) μεγαλοαστικής τάξης. Ο εθνικισμός των πρώην αποικιών στη φάση των κινημάτων ανεξαρτησίας, δεν μπορεί να ερμηνευτεί με βάση το πρότυπο ίδρυσης κρατών του δυτικού κόσμου. Σαν έκφραση της τάσης για ελευθερία και ανεξαρτησία των καταπιεζόμενων από τον ιμπεριαλισμό χωρών, ο εθνικισμός αυτός έχει ένα αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο και είναι (σε διαφορετικό βαθμό) συνδεδεμένος με δημοκρατικές ιδέες και στόχους, παρόλο που και αυτός εμπεριέχει αντιδραστικά περιεχόμενα, όπως π.χ. αντικομουνιστικά χαρακτηριστικά, ρατσιστικές αντιλήψεις κ. α.

Η χωρική επέκταση αυτών των εθνικών κινημάτων ταυτίζεται με την παλιά διοικητική ενότητα μιας αποικιακής αυτοκρατορίας. Επειδή οι εδαφικές ενότητες (περιοχές), τις περισσότερες φορές ήταν προϊόν αποικιακών διοικήσεων, αυτά τα εδαφικά προσανατολισμένα κινήματα δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την οικοδόμηση πάνω στα θεμέλια κοινών στοιχείων που τους δόθηκαν από την αποικιακή τους δύναμη (ή δυνάμεις) επειδή αυτά αποτελούσαν συχνά τη μοναδική ενότητα και τον μοναδικό εθνικό χαρακτήρα που είχε να παρουσιάσει η μελλοντική χώρα.

Στο προτσές «γίγνεσθαι του έθνους» αυτών των αποικιοκρατούμενων εδαφικών ενοτήτων, έπαιξαν έναν ιδιαίτερο ρόλο οι στρατηγικές διοίκησης των αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών. Το αποικιακό κράτος και λίγο αργότερα το μεγάλο κεφάλαιο είχαν ανάγκη από στρατούς ιδιωτικών υπαλλήλων, οι οποίοι θα έπρεπε να μιλούν δυό γλώσσες ώστε να είναι σε θέση να ασκήσουν τη διαμεσολαβητική λειτουργία ανάμεσα στην εκάστοτε ιμπεριαλιστική μητρόπολη και τους αποικιοκρατούμενους λαούς. Εξαιτίας αυτής της ανάγκης εισήχθηκε ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο στην πάροδο του χρόνου οδήγησε στην εκπαίδευση μιας γλωσσικά και πολιτισμικά ομοιογενούς διανόησης. Από αυτή τη διανόηση στρατολογήθηκαν αργότερα οι πρόδρομοι των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Αυτοί, μέσω της ευρωπαϊκής επίσημης γλώσσας του κράτους, είχαν πρόσβαση στη σύγχρονη δυτική κουλτούρα, στη διοίκηση όμως, ακόμη και σε εκείνη της αποικίας, έπαιξαν έναν δευτερεύοντα ρόλο, δεν είχαν πρόσβαση στη μητρόπολη και αποκλείστηκαν από την οικονομική εξουσία.

Η διανόηση, ενωμένη μέσω μιας κοινής εκπαίδευσης και μιας κοινής γλώσσας, σπρώχτηκε μ΄ αυτό τον τρόπο στο να αναπτύξει ένα εθνικό «αίσθημα-του-εμείς». Όπως όμως σημειώσαμε, η ταύτιση με το έθνος παρέμεινε στις περισσότερες διοικητικές περιοχές περιορισμένη σε ένα μικρό στρώμα μορφωμένων μέχρι το σχηματισμό ανεξάρτητων κρατών. Πρώτα στην περίοδο της αποαποικιοποίησης, δηλαδή ουσιαστικά μετά το 1945, όταν δημιουργήθηκαν ανεξάρτητα εθνικά κράτη, επικράτησε σταδιακά, ιδιαίτερα κάτω από την επιρροή των σύγχρονων ΜΜΕ, το αίσθημα της εθνικής ταύτισης.

Όπως δείχνει η πρακτική πείρα, αυτά τα αντιδραστικά στοιχεία που αναπτύσσονται από τον εθνικισμό αυτού του είδους, είναι δυνατό να διαλυθούν ή να περιοριστούν σε μια επίμονη πολιτική και ιδεολογική πάλη, να παραμεριστούν και να ξεπεραστούν αν η εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση αναπτύσσεται με συνέπεια σε δημοκρατική και σοσιαλιστική κατεύθυνση. Οι αντιδραστικές αστικές ταξικές δυνάμεις σαν αποτέλεσμα αυτής της ταξικής πάλης χάνουν όλο και περισσότερο την επιρροή τους πάνω στην εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση, η επιρροή των εργαζόμενων μαζών, ιδιαίτερα της αναπτυσσόμενης εργατικής τάξης, αυξάνεται, αυξάνοντας έτσι και το βάρος των δημοκρατικών και σοσιαλιστικών ιδεών.

Η θέση του μαρξιστικού επαναστατικού κόμματος απέναντι σ΄ αυτό τον εθνικισμό, είναι διαφορετική απ΄ ό,τι απέναντι στον αντιδραστικό αστικό εθνικισμό. Υποστηρίζει το προοδευτικό, αντιιμπεριαλιστικό του περιεχόμενο και επιδρά στο να στραφεί σε δημοκρατική και σοσιαλιστική κατεύθυνση, ασκώντας όμως παράλληλα κριτική στα αντιδραστικά του στοιχεία.

***

Ο εθνικισμός μπορεί επίσης να πάρει και θρησκευτικές μορφές. Στην Αρμενία για παράδειγμα, ο χριστιανισμός σαν ιδεολογία σταθεροποιήθηκε στη διάρκεια εκατονταετηρίδων εθνικής πάλης ενάντια στην ισλαμική καταπίεση εκ μέρους της Περσίας (Ιράν). Μια τέτοιου είδους παράδοση αξιοποιείται επίσης και από την αστική τάξη, όπως και σε άλλα κράτη η ισλαμική παράδοση.

Μια ανάλυση του εθνικισμού επομένως, η οποία δεν παίρνει υπόψη της ούτε τη μεταβλητότητα της μορφής και της λειτουργίας του, αλλά ούτε και τη διαφοροποίηση μεταξύ ενός εθνικισμού «από τα πάνω» και ενός «εθνικισμού από τα κάτω», δεν μπορεί να εξηγήσει, γιατί το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται στη διάρκεια εκατονταετηρίδων σαν ένας πολιτικός χαμαιλέοντας.

Συχνά επίσης ο εθνικισμός όταν ανέρχεται στην εξουσία, υφίσταται ένα θεμελιακό μετασχηματισμό, δηλαδή δεν αντιπαρατίθεται πλέον ενάντια στην εκμετάλλευση και καταπίεση της ιμπεριαλιστικής / καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά ο ίδιος κάνει χρήση των μέσων καταστολής για να εξοβελίσει την εθνική αντιπολίτευση.

Ο ασυγχρονισμός της ανάπτυξης διαφορετικών εθνικισμών συντελεί σε μια πολύχρωμη εμφανισιακή εικόνα: Έτσι για παράδειγμα, ο ιρλανδικός ή ο βασκικός εθνικισμός δεν μπορεί να συγκριθεί με το γερμανικό. Το να τους βάζει κανείς στο ίδιο τσουβάλι θα σήμαινε ότι παραβλέπει τις βαθιές πολιτικο-ιδεολογικές διαφορές.

Ενώ ο εθνικισμός στη Γαλλία αποτέλεσε ένα μέσο για την πολιτική χειραφέτησης της αστικής τάξης απέναντι στην αριστοκρατία, θεμελιώνοντας το 1789 τη δημοκρατική επανάσταση, στη Γερμανία αντίθετα ο εθνικισμός γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της ναπολεόντειας κατοχής και των απελευθερωτικών πολέμων, αφού μετατράπηκε στη συνέχεια γρήγορα σε ισχυρό όπλο της αντίδρασης. Ο γερμανικός εθνικισμός συγχωνεύτηκε μετά την ίδρυση του Πρώτου Ράιχ το 1871 με τις αντιλήψεις εκείνων των δυνάμεων, οι οποίες έφεραν σε πέρας τη γερμανική ενότητα: με τον κώδικα τιμής της πρωσικής κάστας των αξιωματικών και αντίστοιχα του μιλιταρισμού του και με τον ηθικό κώδικα της γραφειοκρατίας, η οποία προήλθε από την μοναρχική απολυταρχία.

Και οι δυό παγκόσμιοι πόλεμοι εμπεριείχαν μέσα τους τον εθνικισμό της πολιτικής μιας μεγάλης δύναμης (Γερμανίας), ο οποίος συνέχισε να υπάρχει ακόμη και μετά την άνευ όρων συνθηκολόγησή της στις 8 Μάη του 1945. Με την προσάρτηση της λαϊκοδημοκρατικής Γερμανίας ο γερμανικός εθνικισμός και ρεβανσισμός πήρε νέα τροφή. Η επικράτηση της Γερμανίας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οικονομική της δύναμη και ο ηγεμονικός της ρόλος στο παγκόσμιο εμπόριο, συνετέλεσαν σε μια εκ νέου επικράτησή της στην Ευρώπη. Όπως και μετά την ίδρυση του Πρώτου Ράιχ έτσι και σήμερα ανεβαίνουν ήδη οι τόνοι για μια ανάληψη περισσότερων ευθυνών και ενός ρόλου παγκόσμιας δύναμης.

***

Ο εθνικισμός στην Ευρώπη

Το φαινόμενο του εθνικισμού στην Ανατολική Ευρώπη, αν ειδωθεί ιστορικά, δεν είναι καινούργιο. Και μετά την ήττα της ρωσικής επανάστασης το 1905/1907 γεννήθηκε από την απογοήτευση που προέκυψε ένα «εθνικό ζήτημα». Ενώ στη φάση της επαναστατικής ανόδου πολλοί άνθρωποι διαφορετικής εθνικότητας παλεύουν για ένα κοινό μέλλον, στην ήττα ο καθένας ψάχνει για το δικό του μέλλον.

Στην υπόλοιπη Ευρώπη ξαπλώνονται επίσης όλο και πιο ισχυρές εθνικιστικές διαθέσεις. Ταυτόχρονα τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία παλεύουν ακόμη λαοί για την εθνική τους αυτοδιάθεση. Έτσι, στην ουσία τους διαφορετικά εθνικά πεδία προβλημάτων συναντώνται σε μια γενική αναζωπύρωση του «εθνικού ζητήματος». Το προτσές αυτό που παρατηρούμε, φαινομενικά αντιφάσκει στη σύγχρονη ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση.

Αυτή η γεμάτη από αντιφάσεις εξέλιξη δεν βρίσκεται βαθιά ριζωμένη μόνο μέσα στην αστική κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί μια έκφραση εκείνων των αντιθέσεων οι οποίες προκύπτουν από τη σύνδεση της αξιοποίησης του κεφαλαίου με την πολιτική και την οποία δεν δύναται να ρυθμίσει πλέον ακόμη και ο αναπτυγμένος «μητροπολιτικός καπιταλισμός».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα σχετικά με τα παραπάνω αποτελεί η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και η αποσύνθεση των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών του πρώιμου σοσιαλισμού. Όπως τόσο πολύ η διεθνής χρηματιστική ολιγαρχία ενδιαφερόταν και συμμετείχε για τη διάλυση αυτών των κρατών, άλλο τόσο λιγότερο ενδιαφέρον δείχνει για να εκσυγχρονίσει τη μεγάλη βιομηχανία σ΄ αυτές τις χώρες, δημιουργώντας τη βάση για μια αυτοδύναμη μονοπωλιακή αστική τάξη. Τις χώρες αυτές τις χρειάζεται, όπως και τα κράτη της «περιφέρειας», μόνο σαν αγορά για να διαθέτει τα εμπορεύματά της και ως προμηθευτές πρώτων υλών. Σε μια εποχή, όπου η μονοπωλιακή αστική τάξη της Δυτικής Ευρώπης παλεύει με τις άλλες καπιταλιστικές μητροπόλεις για το ξαναμοίρασμα της παγκόσμιας αγοράς, δεν έχει την ανάγκη ενός νέου ισχυρού ανταγωνιστή. Παρ΄ όλες τις αντιφάσεις και προβλήματα, στις χώρες αυτές αναπτύσσεται διαρκώς μια αυτοδύναμη αστική τάξη, η οποία κατ΄ ανάγκη διεισδύει στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ σε ό,τι αφορά ιδιαίτερα τη Ρωσία, η διείσδυση αυτή προχωρά αργά αλλά σταθερά και προς χώρες της Κεντρικής και Νότιας Ασίας. Αυτή η αστική τάξη αρχίζει τον ανταγωνισμό με τα ήδη εγκατεστημένα μονοπώλια της Δυτικής Ευρώπης κάτω από τη δική της «εθνική σημαία». Έτσι οξύνονται γι΄ αυτήν οι συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου. Μια σημαντική ιδιαιτερότητα –προς το παρόν- αυτών των χωρών, που πρέπει εδώ να επισημανθεί, είναι ότι η εργατική τους τάξη διαθέτει λιγότερες εμπειρίες στη πάλη με τον καπιταλισμό απ΄ ό,τι η εργατική τάξη των χωρών της Δυτικής Ευρώπης.

Οι εργαζόμενοι των χωρών αυτών που πλήττονται από την καπιταλιστική παλινόρθωση και οι οποίοι ψάχνουν μια διέξοδο από τις καταστροφικές κοινωνικές συνέπειες που απορρέουν από δω, είναι πολύ περισσότερο έτοιμοι για κοινωνικούς συμβιβασμούς. Πολλαπλά ελπίζουν να επιτύχουν μαζί με τον εθνικό «τους» καπιταλισμό μια οικονομική άνοδο, ώστε να μπορέσουν να εξασφαλίσουν το επιθυμητό επίπεδο ζωής. Η υποστήριξη της εθνικής πορείας, η οποία αναπτύσσεται από την αστική τάξη, γίνεται με γνώμονα ότι αυτή εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλου του έθνους πάνω στην «παγκόσμια αγορά». Το πρόβλημα αυτό περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, επειδή η αστική τάξη βρίσκεται ακόμη εν μέρει στο προτσές σχηματισμού της. Η πάλη όμως «όλου του λαού» για την κατάκτηση ενός μέρους της παγκόσμιας αγοράς παραμένει στην ουσία της μια πάλη αστική, η οποία πρώτιστα σταθεροποιεί την κυριαρχία της νέας αστικής τάξης.

Ο εθνικισμός λοιπόν στις χώρες που κατέρρευσε ο πρώιμος σοσιαλισμός φαίνεται να σχηματίζει μια πνευματική σανίδα σωτηρίας σ΄ έναν κόσμο κατάρρευσης και αποσύνθεσης για τους ιδιαίτερα απελπισμένους. Στη Δυτική Ευρώπη αντίθετα, έχουμε μια δεξιά εξέλιξη στην οποία τα εθνικιστικά και λαϊκιστικά κόμματα / προγράμματα αυξάνουν σε επιρροή, πρόκειται όμως για ένα διαφορετικό προτσές εξέλιξης.

Οι συνθήκες και τα πλαίσια γέννησης για μια αναζωπύρωση του εθνικισμού στην Ανατολική και Δυτική Ευρώπη είναι αντιφατικές: Στην Ανατολική Ευρώπη ο εθνικισμός τροφοδοτείται ιδιαίτερα από συναισθήματα αδυναμίας, βαθιάς ταπείνωσης και απελπισίας εξαιτίας της οικονομικής μιζέριας, και όχι τελευταία από τα κόμπλεξ κατωτερότητας που προκύπτουν από αυτή την καθυστέρηση. Στη Δυτική Ευρώπη αντίθετα, εμφανίζεται ένας «σωβινισμός ευημερίας», ο οποίος σχετίζεται με μια νοοτροπία απόρθητου κάστρου, η οποία βασίζεται πάνω σε φοβίες μπροστά στη μαζική μετανάστευση που λαμβάνει χώρα από τις εξαθλιωμένες περιοχές της Γης, οι οποίοι (φόβοι) αφού καταχρώνται, στη συνέχεια υψώνονται τείχη απέναντι στο κύμα μετανάστευσης. Μετά την είσοδο των περισσότερων ανατολικοευρωπαϊκών χωρών στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, η νοοτροπία του απόρθητου κάστρου επικρατεί σταδιακά και στις χώρες αυτές, τα συναισθήματα όμως αδυναμίας και τα κόμπλεξ κατωτερότητας εξακολουθούν να υφίστανται.

Μετά την κατάρρευση του πρώιμου σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη και την υποχώρηση του μαρξισμού, δεν γεννήθηκε μόνο ένα πολιτικό κενό το οποίο κάλυψαν αμέσως τα αστικά κόμματα, αλλά και ένα ιδεολογικό κενό. Η αντιφατική συνειδησιακή κατάσταση στις χώρες αυτές είναι το αποτέλεσμα μιας διπλής απογοήτευσης: Πάνω σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής και κρατικής γραφειοκρατίας (αποξένωση των εργαζομένων από το προτσές παραγωγής και τους μηχανισμούς εξουσίας, -η οποία είχε δρομολογηθεί πολύ πριν, και αυτός ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που οι εργαζόμενοι των χωρών αυτών δεν αντέδρασαν υποστηρικτικά προς τα κομμουνιστικά κόμματα όταν ο πρώιμος σοσιαλισμός κατέρρεε), καθώς και απογοήτευση για την καπιταλιστική οικονομία, η οποία σε εκατομμύρια ανθρώπους υποσχόταν μια γρήγορη οικονομική άνοδο και ευημερία για όλα τα στρώματα της κοινωνίας και όχι μόνο για τη νέα αστική τάξη. Στο μεταξύ έγινε ήδη σαφές, ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα στις χώρες αυτές η καπιταλιστική αγορά δεν πρόκειται να προσφέρει για την πλειοψηφία του πληθυσμού καμιά θέση στον ήλιο. Ακριβώς, από δω αρπάζεται ο εθνικισμός προτείνοντας μια «λαϊκή αναγέννηση».

Στη Δυτική Ευρώπη προβάδισμα σήμερα έχει η καπιταλιστική / ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση παρά τα ενδιάμεσα αντιχτυπήματα. Εδώ διαμορφώνεται με το χρόνο μια συνείδηση, την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «ευρωεθνικισμό», ο οποίος συγκροτείται πάνω στην οικονομική δύναμη και την επιστημονικο-τεχνική θέση που κατέχει η Δυτική Ευρώπη και που δεν έχει σχέση με τη «συνείδηση της φυλής» ή τον «υπερπατριωτισμό» των προηγούμενων αιώνων.

Ο εθνικισμός έτσι διαφοροποιείται ανάμεσα στον καπιταλισμό των μητροπόλεων και της ευρείας «περιφέρειας» αποκτώντας μια διπλή ιδεολογική δομή: Χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, οι οποίες προεξοφλούν με τον εθνικισμό αυτού του αιώνα, παραιτούνται ήδη σήμερα προς όφελος υπερεθνικών ιμπεριαλιστικών θεσμών για κυριαρχικά δικαιώματα. Από την άλλη πλευρά ο εθνικισμός των φτωχών χωρών κινείται στην τροχιά του 19ου αιώνα ή προσφεύγει ακόμη παραπέρα: Στριφογυρίζει, ακόμη κι αν ο ίδιος αποφεύγει τέτοιου είδους λέξεις, γύρω από έννοιες, όπως, «έδαφος», «φυλή» κτλ.

***

Ο «εθνικισμός του αποκλεισμού»

Είναι γνωστό ότι ο εθνικισμός σαν ιδεολογική μορφή ενσωμάτωσης χρησίμευε πάντα στους κυριάρχους για την άμβλυνση της ταξικής πάλης. Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης έχει κάνει την εμφάνισή του μια μορφή εθνικισμού, η οποία φαίνεται να έχει αποκτήσει επιρροή στη συνείδηση ενός τμήματος των εργαζομένων. Ουσιαστικό περιεχόμενο αυτού του εθνικισμού είναι –εν συντομία- μια αυξανόμενη ανάγκη για εθνική ταύτιση σε σχέση με έναν κοινωνικό σωβινισμό, ο οποίος εκδηλώνεται σε ρατσισμό και εχθρότητα απέναντι στους μετανάστες. Συμβατικά, ας τον ονομάσουμε «εθνικισμό του αποκλεισμού». Ο εθνικισμός αυτός αποτελεί ένα είδος αντίδρασης, σαν αποτέλεσμα της οξυμένης καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, κυρίως της αποσύνθεσης των όποιων κοινωνικών παροχών του αστικού κράτους των δυό κυρίως τελευταίων δεκαετιών, παροχές που κατακτήθηκαν μέσα από σκληρούς ταξικούς αγώνες, και φυσικά της κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας εξαιτίας της καπιταλιστικής κρίσης, της πολιτικής των μνημονίων, της καταλήστευσης της χώρας και της εξαθλίωσης των ελλήνων εργαζομένων, η οποία δεν είναι μόνο οικονομική.

Η ιδεολογία της κοινωνικής συναίνεσης, της ταξικής συνεργασίας, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα έτρεφε τη «συνείδηση του κοινωνικού κράτους», μεταβάλλεται σε μια «ιδεολογία του αποκλεισμού», η οποία κάνει χρήση της «λογικής», ότι όταν η «κοινωνική πίτα» (το κοινωνικό προϊόν) που πρέπει να μοιραστεί είναι μικρή, τότε θα πρέπει να περιοριστεί η πρόσβαση στις κοινωνικές παροχές. Επομένως, σύμφωνα με αυτή τη «λογική» θα έπρεπε να αποκλειστούν από τις παροχές αυτές συγκεκριμένες ομάδες (κατά κάποιο τρόπο οι «ξένοι» και αυτοί που «αρνούνται να εργαστούν», οι κακοφημισμένοι ως «κοινωνικά παράσιτα»). Στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού ανταγωνισμού ο εθνικισμός αυτού του είδους τείνει επομένως να μεθερμηνεύει / μετατρέπει τους αγώνες για διανομή σε μια «αντιπαράθεση μεταξύ των πολιτισμών και των εθνών». Σε μια ιστορική εποχή, στην οποία η παλιά σύνδεση μεταξύ «κοινωνικού κράτους» και σοσιαλρεφορμιστικής πολιτικής έχει σπάσει, στην οποία η κοινωνική δύναμη ενσωμάτωσης της εργασίας μειώνεται και η ιδεολογία της «παγκοσμιοποίησης» μετατρέπεται σε κινητήρια δύναμη της κοινωνικής ανισότητας, προσφέρεται η πολιτική του αποκλεισμού ως η φανταστική διέξοδος.

Η πραγματική βάση αυτής της ιδεολογίας του αποκλεισμού βρίσκεται επομένως, στο ότι στη βάση της όξυνσης της εκμετάλλευσης, εξαιτίας της αποσάθρωσης του «κοινωνικού κράτους», της προλεταριοποίησης μεγάλου μέρους των μεσαίων στρωμάτων, της μείωσης μισθών και ημερομισθίων, της ανεργίας κ.α., αυξάνεται η πίεση του ανταγωνισμού οδηγώντας σε νέες διαχωριστικές γραμμές στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Υποκειμενικά, η αυξανόμενη πίεση της εκμετάλλευσης και του ανταγωνισμού εκδηλώνεται σαν μια γενίκευση της ανασφάλειας, κυρίως της εργασιακής ανασφάλειας, σαν μια επιστροφή μαζικής τρωτότητας. Αυτή αντιστοιχεί στην τυπικά μισθωτή «ταξική υποκειμενικότητα», η οποία είναι εγγενής στη μορφή ύπαρξης κάθε διπλά ελεύθερης μισθωτής εργασίας[14].

Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι αυτή η αύξηση της γενικής ανασφάλειας και τρωτότητας, η οποία παριστάνεται στο άτομο ως φόβος, έχει οδηγήσει σε μια αλλαγή του υποκειμενικού προτύπου συνειδησιακής επεξεργασίας των μισθωτών: Αν στη φάση της σχετικής ευημερίας και των κατακτημένων με αγώνα κοινωνικών παροχών υποστηρίζονταν οι τάσεις ατομικισμού και απομόνωσης, σήμερα έχουμε μια άνοδο της ήδη χαμένης –όπως πιστεύεται- ομοιογενούς ταξικής νοοτροπίας.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η συναδελφική νοοτροπία –η οποία είναι ταξική νοοτροπία επειδή βασίζεται πάνω σε μια ειδική ταξική υποκειμενικότητα- δεν εκδηλώνεται με την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, αλλά με τη μορφή ενός «εθνικισμού του αποκλεισμού».

Μια έκφραση αυτού του αλλαγμένου βασικού προτύπου της ταξικής υποκειμενικότητας των μισθωτών εργαζομένων, αποτελεί η μορφή στην οποία τα άτομα «λειτουργούν» μέσω της εξαθλίωσης του αναδομημένου καταμερισμού εργασίας. Σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης πρέπει να ενισχύσουν τις προσπάθειές τους για μια βέλτιστη εμπορευματοποίηση της ιδίας εργατικής τους δύναμης. Οι αγώνες αυτοί σήμερα διεξάγονται μόνο φαινομενικά «ατομικιστικά». Στην πραγματικότητα όμως οι αγώνες ανταγωνισμού πάνω στην αγορά εργασίας λαμβάνουν χώρα μέσω –πραγματικών ή και φαντασιακών- συλλογικοτήτων (σχηματισμοί ομάδων).

Ως μέσο γι΄ αυτό το σχηματισμό των ομάδων χρησιμεύουν οι εθνικιστικές και οι εχθρικές προς τους μετανάστες ταξινομήσεις. Για παράδειγμα, η αντίθεση μεταξύ των εργαζομένων με ελαστικές σχέσεις εργασίας και «κανονικών εργαζομένων» (σε ένα εργοστάσιο) ή μεταξύ εργαζομένων και ανέργων, μετατρέπεται σε μια αντιπαράθεση μεταξύ «Ελλήνων» και «Μη-Ελλήνων». Εδώ πρόκειται για προσπάθειες να βρεθούν οι ιδίες ομάδες (αγγλ: Ingroups), δηλαδή κοινωνικές ομάδες στις οποίες το άτομο αισθάνεται ότι ανήκει σ΄ αυτές και ταυτίζεται μ΄ αυτές, ώστε να ενισχυθεί η ιδία θέση του στον ανταγωνισμό για υλικές απολαβές και κοινωνική αναγνώριση. Το ανήκειν στην ιδία ομάδα οδηγεί σε ένα «(συν)αίσθημα-του-εμείς», δηλαδή σε εμπιστοσύνη, συμπάθεια και ετοιμότητα για συνεργασία των ξεχωριστών μελών της ομάδας. Μέσω του ισχυρού (συν)αισθήματος του ανήκειν και της αφοσίωσης στην ομάδα οριοθετείται επίσης η ομάδα απέναντι στους «Άλλους».

Η «ταξική πάλη από τα πάνω», δηλαδή η αυξανόμενη πίεση πάνω στη μισθωτή εργασία, οδηγεί επίσης στο ότι οι μισθωτοί, στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους, δεν προωθούν από τη μεριά τους την εσωτερική ενότητα και την αλληλεγγύη ενάντια στο κεφάλαιο, αλλά το αντίθετο, ενισχύουν ακόμη περισσότερο τη δική τους κοινωνικο-οικονομική διάσπαση μέσω μιας εθνικής. Επομένως, επιτυγχάνεται η εσωπολιτική μορφοποίηση της διατήρησης των βέλτιστων συνθηκών αξιοποίησης για το κεφάλαιο και σε περιόδους οξυμένου μονοπωλιακά-καπιταλιστικού ανταγωνισμού.

***

Στις σημερινές συνθήκες του οξυμένου ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας, ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό της εργατικής τάξης ενισχύεται, εμφανιζόμενος ανορθολογικά, συγκροτημένος μέσω του εθνικού προφίλ και της πολιτισμικής διαφορετικότητας των εργατών, δυσκολεύοντάς τους έτσι να αποκτήσουν ταξική συνείδηση. Αυτή η υποκειμενική επεξεργασία των καπιταλιστικών συνθηκών ανταγωνισμού τροφοδοτείται από την ιδεολογία της «κοινωνικής ειρήνης».

Μέχρι αυτού του σημείου ο «εθνικισμός του αποκλεισμού» αποτελεί μια ειδική συμπύκνωση της κατανόησης της καθημερινότητας / πραγματικότητας, στην οποία υπερισχύει ο ασαφής χαρακτήρας της γενικής σκέψης μιας συγκεκριμένης εποχής σ΄ ένα συγκεκριμένο τμήμα του λαού. Ο εθνικισμός αυτός προβάλλεται επίσης μέσα από τα αστικά ΜΜΕ, ταυτόχρονα όμως αποτελεί και ένα συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις πραγματικές καθημερινές εμπειρίες του κόσμου της εργασίας και την προπαγάνδα του νεοφασισμού.

Νεοφασιστικές οργανώσεις όπως η Χρυσή Αυγή μπορούν έτσι, ιδιαίτερα επιδέξια με την κοινωνική και αντικαπιταλιστική τους δημαγωγία, να συνδυάζουν την αντιφατικότητα της πραγματικότητας: Αφενός «αποκρούονται» οι καπιταλιστικές απαιτήσεις περί ανταγωνισμού και αξιοποίησης του κεφαλαίου, απλοποιώντας τες στη συνέχεια μέσα σε ένα (νεο)φασιστικό μοντέλο κοινωνικού κράτους περί «λαϊκής κοινότητας», αφετέρου οι μορφές του αποκλεισμού, της κτηνωδίας και της κινητοποίησης του υποκειμένου συσχετίζονται και στρέφονται ενάντια στους κοινωνικά περιθωριοποιημένους. Έτσι γίνεται κατορθωτή τόσο η φαινομενική αντιπολίτευση ενάντια στον καπιταλισμό, όσο και η διατήρηση της κυρίαρχης λογικής του.

Το πληγωμένο περί δικαίου αίσθημα μιας παραδοσιακής συνείδησης περί «κοινωνικού κράτους», το οποίο αναμειγνύεται με μια συλλογική νοοτροπία, η οποία –επειδή η ταξική ερμηνεία των φαινομένων έχει μπλοκαριστεί μέσω της επικράτησης της ιδεολογίας περί «κοινωνικής ειρήνης»- μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σαν ανάγκη για αποκλεισμό από την (εθνική) κοινωνική ένταξη των μεταναστών, κάτι που κάνει τον εθνικισμό αυτού του είδους ιδιαίτερα επικίνδυνο. Ο εθνικισμός αυτός αποτελεί τη λαθεμένη απάντηση στο πραγματικό πρόβλημα, ότι η οξεία εκμετάλλευση και η αυξανόμενη πίεση ανταγωνισμού στο εσωτερικό της εργατικής τάξης απαιτούν μια συλλογική αντίσταση. Αυτός ο νέος εθνικισμός δεν είναι ταυτόσημος με μια φασιστική ιδεολογία, προσφέρει όμως ένα δυναμικό από το οποίο μπορούν να γαντζωθούν τα νεοφασιστικά μορφώματα.

***

Τίθεται ευθέως το ερώτημα: Πως μπορεί η αριστερά να αντιπαλέψει αυτού του είδους τον εθνικισμό; Κατ΄ αρχή δυό ζητήματα πρέπει να θεωρούνται αυτονόητα:

Πρώτο: Η αναγκαιότητα της εξωκοινοβουλευτικής πάλης και ο προσανατολισμός στους χώρους δουλειάς και μόρφωσης. Εδώ θα πρέπει να τίθενται άμεσα ζητήματα δημοκρατίας, χωρίς να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι τα αιτήματα για εκδημοκρατισμό αφορούν στην αστική δημοκρατία. Το κατά πόσο αυτά θα ριζοσπαστικοποιούνται και θα κλιμακώνονται είναι ζήτημα ταξικής πάλης, ταξικής συνείδησης και συσχετισμού δυνάμεων ο οποίος βρίσκεται σε μια διαρκή μεταβολή.

Δεύτερο: Συνεπής καταπολέμηση της ιδεολογίας περί «ταξικής ειρήνης» στα συνδικάτα (και γενικότερα στους μαζικούς φορείς), επειδή χωρίς την υπέρβασή της δεν είναι δυνατή η πραγματική κατανόηση των κοινωνικών αλληλοσχέσων. Τότε μόνο μπορεί να αφαιρεθεί το έδαφος που τρέφει τον «εθνικισμό του αποκλεισμού» στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, των εργαζομένων γενικότερα.

Τα παραπάνω όμως δεν αρκούν. Εκείνο στο οποίο θα έπρεπε να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή είναι το ερώτημα: Πως είναι δυνατό να αναπτυχθεί μια εθνική πολιτική, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τη συλλογική νοοτροπία της ανασφάλειας χωρίς να καταλήγει στον εθνικισμό, αλλά να αναπτύσσεται σε μια αριστερή δημοκρατική κατεύθυνση;

Η ανάγκη για μια εθνική ταύτιση ανάμεσα στους εργαζόμενους είναι υπαρκτή. Αυτή συνδέεται με μια αφηρημένη αντίληψη περί «εθνικών συμφερόντων». Η αριστερά δεν μπορεί να παραβλέψει το ζήτημα του «έθνους», αλλά πρέπει να αναλάβει την πάλη δίνοντας περιεχόμενο σ΄ αυτό από ταξική σκοπιά. Το καθήκον αυτό θα είχε προοπτική επειδή ιστορικά η αστική τάξη έχει υποτάξει τα εθνικά στα ταξικά της συμφέροντα και επομένως από τα εθνικά συμφέροντα έχει παραιτηθεί. Ταυτόχρονα η εργατική τάξη βρίσκεται μπροστά στο καθήκον να υπερασπίσει τα εθνικά συμφέροντα με όλη την αποφασιστικότητα.

Το 1935 στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς ενόψει της φασιστικής ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας της Γερμανίας, ο Δημητρώφ απευθύνεται στους επαναστάτες με τα λόγια: «Εμείς οι κομμουνιστές είμαστε οι άσπονδοι, οι κύριοι αντίπαλοι του αστικού εθνικισμού σε όλες του τις παραλλαγές. Αλλά δεν είμαστε οπαδοί του εθνικού μηδενισμού και ποτέ δεν πρέπει να παρουσιαζόμαστε σαν τέτοιοι»[15] (ΠΓ: Η υπογράμμιση δική μας). Αυτή η σωστή αρχή μπορεί και σήμερα να γίνει γόνιμη αν τίθεται –και τίθεται- ζήτημα αποτροπής της ενίσχυσης του νεοφασισμού.

Εδώ ακριβώς ανήκει και το καθήκον των δυνάμεων της (κομμουνιστικής) αριστεράς να θέσουν άμεσα ζητήματα εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Το να συνδέεται άμεσα η λύση των θεμάτων αυτών με τη λύση του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας, το να μην γίνεται καν λόγος για αντιιμπεριαλιστική πάλη, αυτό δεν σημαίνει παρά ταύτιση στρατηγικής και τακτικής και παραπομπή του ζητήματος της εθνικής ανεξαρτησίας στο απώτερο μέλλον, αφήνοντας ελεύθερο το έδαφος να αλωνίζουν οι νεοφασίστες και οι εθνικοί μειοδότες. Από την άλλη μεριά το να υποστηρίζεται ότι μέσα στην ΕΕ και τους άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς είναι δυνατό να επιτευχθεί η εθνική ανεξαρτησία, η λαϊκή κυριαρχία και κατ΄ επέκταση η σοσιαλιστική προοπτική της χώρας, δεν σημαίνει παρά υποταγή στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, υποταγή στους σιδερένιους νόμους του καπιταλισμού –μια κούφια φρασεολογία χωρίς αντίκρισμα.

Η (κομμουνιστική) αριστερά αν θέλει να τιμήσει το όνομά της, την ιστορία της, πρέπει να διεξάγει συνεπή ιδεολογική πάλη ενάντια στον αστικό εθνικισμό, παράλληλα όμως να δείχνει όχι μόνο τις πραγματικές αιτίες της κοινωνικής ανασφάλειας, αλλά να προσφέρει από τη μεριά της λύσεις και προοπτικές που να συγκινούν τους εργαζόμενους, φέροντάς τους στη θέση να αποκτήσουν οι ίδιοι τον έλεγχο πάνω στις συνθήκες ζωής τους.

Είναι σαφές ότι τα «εθνικά ζητήματα» είναι κοινωνικά ζητήματα, και ότι τα «εθνικά συμφέροντα» έχουν ταξικό χαρακτήρα. Αρκεί να θέσει κανείς το κλασικό ερώτημα: Cui bono? Για ποιον είναι αυτό πλεονέκτημα; Ποιον ωφελεί; Ποιον ωφελεί η παραμονή της χώρας στην ΕΕ, το κεφάλαιο ή τους εργαζόμενους; Ποιον ωφελούν τα μνημόνια, το κεφάλαιο, τις τράπεζες ή τους εργαζόμενους; Ποιον ωφελεί η στέρηση δικαιωμάτων στους μετανάστες, το κεφάλαιο ή τους εργαζόμενους; Ποιον ωφελεί ο περιορισμός των όποιων κοινωνικών παροχών; Ποιον ωφελεί το ξεπούλημα της χώρας; Η ακροδεξιά γνωρίζει εδώ και πολύ διάστημα αρκετά καλά αυτές τις αλήθειες γι΄ αυτό και απλά τις αντιστρέφει, κατορθώνοντας εν μέρει να αποκτά επιρροή στρέφοντας τη δύναμή της ενάντια στους μετανάστες και φυσικά ενάντια στην ίδια την αριστερά.

Είναι προφανές ότι η κυρίαρχη αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό, με την όξυνση του μονοπωλιακού-καπιταλιστικού ανταγωνισμού, είναι όλο και λιγότερο σε θέση να χειριστούν τα πραγματικά «εθνικά συμφέροντα». Η ανικανότητά τους εκφράζεται στην εκτεταμένη νοοτροπία της ανασφάλειας προκαλώντας έτσι τους εργαζόμενους.

Μόνο όταν γίνει κατορθωτό να οριστεί το περιεχόμενο του «Εθνικού», αντιιμπεριαλιστικά, αντιμονοπωλιακά και δημοκρατικά –δηλαδή με την έννοια των συμφερόντων των εργαζομένων- είναι δυνατό τα συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης να αποσπαστούν από τα αστικά «εθνικά συμφέροντα» και να δοθεί έτσι ώθηση στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης.
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

MEW = Marx-Engels Werke, LW = Lenin Werke

[1] Ο μερκαντιλισμός (εμποροκρατία) είναι μια κατεύθυνση της αστικής πολιτικής οικονομίας και οικονομική πολιτική των κρατών την εποχή της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου (15ος – 18ος αιώνας), αποτελούσε μια ιδεολογική-θεωρητική αντανάκλαση και ενεργή επιτάχυνση του προτσές επιβολής του ίδιου του καπιταλιστικού προτσές παραγωγής και έκφραζε τα υλικά συμφέροντα των ιστορικών πρώιμων μορφών του βιομηχανικού, του τοκογλυφικού και του εμπορικού κεφαλαίου. Η θεωρητική θεώρηση του μερκαντιλισμού επικεντρωνόταν αποκλειστικά στη σφαίρα κυκλοφορίας, στην καπιταλιστική εμπορευματική κυκλοφορία, ειδικότερα όμως στην κίνηση του χρήματος σαν κεφαλαίου, στην κυκλοφορία του κεφαλαίου.

Οι μερκαντιλιστές προσανατολίζονταν στο να πέσουν χρήματα στην κυκλοφορία με σκοπό την ατελείωτη αύξησή τους με βάση τον τύπο Χ– Ε – Χ΄ (Χ = χρήμα, Ε = εμπόρευμα, Χ΄ = Χ + ΔΧ, όπου ΔΧ = προσαύξηση χρήματος = υπεραξία).

«… στο εμποροκρατικό (ΠΓ: μερκαντιλικό) σύστημα, το αποφασιστικό δεν είναι πια η μετατροπή της εμπορευματικής αξίας σε χρήμα, αλλά η παραγωγή υπεραξίας, όμως από την χωρίς νόημα (begriffslos) άποψη της σφαίρας κυκλοφορίας, και ταυτόχρονα έτσι, που η υπεραξία αυτή να παρασταίνεται με τη μορφή περισσευούμενου χρήματος στο πλεόνασμα του εμπορικού ισοζυγίου» (Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3ος, σ. 964).

[2] W. I. Lenin: Kritische Bemerkungen zur nationalen Frage, στο: LW 20, 17

[3] F. Engels: [Über den Verfall des Feudalismus und das Aufkommen der Bourgeoisie], στο: MEW 21, 395

[4] Το Lotharii Regnum (δηλαδή «Βασίλειο του Lothar»), το οποίο ονομαζόταν και Μεσαίο Βασίλειο, ήταν μια περιοχή η οποία με βάση τη Συνθήκη του Verdun (10 Αυγούστου του 843) πέρασε στα χέρια του κάιζερ Lothar Ι (Λόταρ Ι). Η περιοχή αυτή περιελάμβανε το δυτικό τμήμα της σημερινής Γερμανίας, το ανατολικό τμήμα της σημερινής Γαλλίας και όλη τη Βόρεια Ιταλία και εκτεινόταν από τη Βόρειο Θάλασσα έως και τη Μεσόγειο Θάλασσα. Μετά τον θάνατο του Lothar Ι, το βασίλειό του μοιράστηκε στους τρεις γιους του. Ένας από αυτούς ο Lothar ΙΙ, πήρε το βόρειο βασίλειο, το οποίο ονόμασε «Lotharingien» («Λοταρίνγκιεν», δηλαδή αυτό που ανήκει στον Λόταρ). Είναι η περιοχή για την οποία κάνει εδώ λόγο ο Ένγκελς.

[5] F. Engels: [Über den Verfall des Feudalismus und das Aufkommen der Bourgeoisie], στο: MEW 21, 396

[6] K. Marx / F. Engels: Manifest der Kommunistischen Partei, στο: MEW 4, 466-467

[7] ό. π. MEW 4, 466

[8] W. I. Lenin: Kritische Bemerkungen zur nationalen Frage, στο: LW 20, 12

[9] K. Marx / F. Engels: Manifest der Kommunistischen Partei, στο: MEW 4, 493

[10] ό. π. MEW 4, 479

[11] ό. π. MEW 4, 465

[12] ό. π. MEW 4, 466

[13] Σχετικά με την έννοια του «ιμπεριαλιστικού εθνικισμού» και τη σχέση της με τη ναζιστική ιδεολογία, παραπέμπουμε στο κείμενο: Π. Γαβάνας: Οι ρίζες της ναζιστικής ιδεολογίας, στην ενότητα «Ιμπεριαλιστικός εθνικισμός» (http://www.inprecor.gr/index.php/archives/190048) ή στο παρών ιστολόγιο.

[14] Αναφορικά με τη διπλή έννοια της ελευθερίας του εργάτη στο προτσές παραγωγής του κεφαλαίου, ο Μαρξ γράφει: «Για να μετατραπεί λοιπόν το χρήμα σε κεφάλαιο πρέπει ο κάτοχος του χρήματος να βρει στην αγορά των εμπορευμάτων τον ελεύθερο εργάτη, ελεύθερο με διπλή έννοια, από τη μια με την έννοια ότι σαν ελεύθερο πρόσωπο διαθέτει την εργατική του δύναμη σαν εμπόρευμά του, και από την άλλη με την έννοια ότι δεν έχει άλλα εμπορεύματα να πουλήσει, ότι σαν ελεύθερο πουλί είναι ελεύθερος από όλα τα άλλα πράγματα που χρειάζονται για να πραγματοποιήσει την εργατική του δύναμη». Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 1ος, σ. 181-182.

[15] Γκ. Δημητρώφ: Ο φασισμός, σ.99, εκδ. Πορεία, 1975

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Εργατικός Αγώνας» στις 05/11/2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.