Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Η νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ

του Παναγιώτη Γαβάνα

1. Πρόλογος

Στις 19 Νοεμβρίου 2010 οι κρατικοί και κυβερνητικοί παράγοντες που συγκεντρώθηκαν στη Λισσαβώνα κατά τη Σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ υπέγραψαν ένα νέο στρατηγικό σχέδιο το οποίο αντικαθιστά το μέχρι τότε ισχύον από το έτος 1999. Κατά τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Anders Fogh Rasmussen, με το σχέδιο αυτό αναγγέλλεται το «ΝΑΤΟ 3.0» και έτσι η νατοϊκή συμμαχία τίθεται ουσιαστικά πάνω σε νέα θεμέλια. Στη πραγματικότητα όμως, στο ντοκουμέντο πολλά ζητήματα παραμένουν ασαφή, που σημαίνει, είτε ότι τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν σε μια σειρά δεσμευτικά μέτρα, είτε τα παρέκαμψαν συνειδητά ώστε να αποφύγουν την κριτική που θα τους γινόταν –πιθανώς όμως να ήταν ένας συνδυασμός και των δυό.

Η νέα στρατηγική αντίληψη του ΝΑΤΟ, η οποία εκφράζεται μέσω αυτού του ντοκουμέντου δυστυχώς πολύ λίγο σχολιάστηκε στη χώρα μας. Η δημοσιότητα που δόθηκε δεν ήταν αντίστοιχη της βαρύτητας του περιεχομένου του. Η ανάλυσή του όμως -όπως θα δείξουμε- είναι σημαντική για πολλούς λόγους. Αναφέρουμε μερικούς:

1. Η Ελλάδα είναι χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ (από το 1952), επομένως μας αφορά άμεσα.

2. Η νέα στρατηγική αντίληψη η οποία αποφασίστηκε, θα ισχύσει τουλάχιστον μέχρι το 2020. Πρόκειται επομένως για μια στρατηγική που καλύπτει τη χρονική περίοδο μιας δεκαετίας.

3. Μέσω της ανάλυσης αυτού του ντοκουμέντου είναι δυνατό να κατανοηθούν μια σειρά από διεργασίες στην παγκόσμια σκηνή, αλλά και μια σειρά αλλαγές που έλαβαν χώρα την προηγούμενη δεκαετία, όπως για παράδειγμα στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων.

4. Σημαντικές διεργασίες που παρατηρούμε τα τελευταία δυό χρόνια στην Ελλάδα, όπως, αλλαγές στη δομή του στρατού, στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας, προσπάθεια να προσεγγιστούν απ΄ τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ), προσπάθεια διείσδυσης της μιλιταριστικής ιδεολογίας μέσα στα σχολεία, και τελευταία, κριτικές απόψεις που εκφράζονται –προς τη σωστή κατεύθυνση κατά τη γνώμη μας- ότι είναι πιθανό να καταργηθεί η υποχρεωτική θητεία στο στρατό στη χώρα μας,[1] όλα αυτά είναι ζητήματα που σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τη νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ.

Η βαθειά γνώση επομένως της νέας στρατηγικής του ΝΑΤΟ –βεβαίως όχι μόνο αυτής- βοηθούν το αντιιμπεριαλιστικό/αντικαπιταλιστικό κίνημα της χώρα μας (και όχι μόνο) να παλέψει από καλύτερες θέσεις. Θυμίζουμε τη γνωστή λενινιστική θέση: Για να πολεμήσεις καλύτερα τον ταξικό αντίπαλο πρέπει να τον γνωρίζεις.

Σημείωση: Στην ανάλυση που ακολουθεί όλα τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά για τα οποία δεν κάνουμε παραπομπή, έχουν παρθεί απ΄ το στρατηγικό ντοκουμέντο του ΝΑΤΟ που αποφασίστηκε στη Λισσαβώνα, το οποίο αποτελείται συνολικά από 11 σελίδες.

***

2. Μερικά βασικά στοιχεία σχετικά με το ΝΑΤΟ

Στην ενότητα αυτή θα κάνουμε μια σύντομη αναφορά σε κάποια –σημαντικά κατά τη γνώμη μας- ζητήματα που αφορούν στο ΝΑΤΟ, κυρίως κατά την τελευταία δεκαετία, και που πιστεύουμε ότι θα βοηθήσουν στο σχηματισμό μιας πληρέστερης εικόνας αυτού του ιμπεριαλιστικού οργανισμού.

Πολιτική και στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ. Ανώτατο επιτελικό όργανο του ΝΑΤΟ είναι το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο το οποίο αποτελείται από αντιπροσώπους των 28 κρατών-μελών. Συνεδριάζει στο επίπεδο των Διαρκών Αντιπροσώπων το λιγότερο μια φορά τη βδομάδα και δυό φορές το χρόνο στη μορφή των υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας στις Βρυξέλλες. Στη πολιτική δομή του ΝΑΤΟ μετράν επίσης κάθε είδους επιτελεία, απ΄ τα οποία το πιο σημαντικό είναι η «Ομάδα Πυρηνικού Σχεδιασμού», επειδή σ΄ αυτήν συζητούνται βασικά ζητήματα της πυρηνικής στρατηγικής του ΝΑΤΟ. Επιπλέον, υπάρχουν συμβουλευτικά φόρα με τρίτα κράτη, η σημασία όμως των οποίων είναι περιορισμένη. Κάτω απ΄ το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο βρίσκεται η Στρατιωτική Επιτροπή, απ΄ την οποία αρχίζει και όλη η στρατιωτική αλυσίδα των επιτελείων. Στο στρατηγικό επίπεδο υπάρχουν –απ΄ την αναδόμηση που έγινε το 2003- η Συμμαχική Ανώτατη Διοίκηση Μετασχηματισμού (Allied Command Transformation, ACT), η οποία έχει ως βασικό της καθήκον την αναδόμηση των στρατιωτικών μονάδων του ΝΑΤΟ για τις απαιτήσεις του επόμενου πολέμου. Επιπλέον υπάρχει η Συμμαχική Ανώτατη Διοίκηση Επιχειρήσεων (Allied Command Operations, ACO), η οποία είναι υπεύθυνη για όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Στο επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο υπάρχουν επίσης μια σειρά από διοικήσεις, οι οποίες μολαταύτα σύμφωνα με το «Nato Command Structure Review» απ΄ τον Ιούλη του 2011 θα συγχωνευτούν. Το εάν και πότε μολαταύτα θα συμβεί αυτό, παραμένει ασαφές.

Επέκταση του ΝΑΤΟ. «Όταν ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ James Baker επιδίωξε τη σύμφωνη γνώμη του ΓΓ του ΚΚΣΕ Michail Gorbatschov στις 8 Φεβρουαρίου του 1990 και την παραμονή της επανενωμένης Γερμανίας στο ΝΑΤΟ, ο Baker διαβεβαίωσε ότι “δεν θα υπάρξει διεύρυνση της σημερινής νατοϊκής δικαιοδοσίας προς την Ανατολή”. Ο Gorbatschov στη συνέχεια δήλωσε: “Κάθε διεύρυνση της ζώνης του ΝΑΤΟ είναι μη αποδεκτή”. Η απάντηση του Baker: “Συμφωνώ”»[2]

Τα γεγονότα. Στις 22 Μαρτίου 1999 γίνονται μέλη του ΝΑΤΟ οι χώρες Πολωνία, Τσεχία και Ουγγαρία. Στις 29 Μαρτίου 2004 οι χώρες Βουλγαρία, Εσθονία, Λεττονία, Λιθουανία, Ρουμανία, Σλοβακία και Σλοβενία. Τον Απρίλη του 2009 ακολουθούν η Κροατία και η Αλβανία, έτσι που τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ από τα τέλη του ψυχρού πολέμου αυξάνονται από τα 16 στα 28. Επιπλέον, με το πρόγραμμα «Συμμαχία για την ειρήνη», εναρμονίζονται με τις νόρμες του ΝΑΤΟ 22 ακόμη κράτη σε ό,τι αφορά στον εξοπλισμό, την εκπαίδευση και το νατοϊκό δόγμα.

Στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ. Για να γνωρίζει κανείς προς τα πού πηγαίνει το ΝΑΤΟ, πρέπει να ξέρει ποια κατεύθυνση δίνει η παγκόσμια ηγεμονική δύναμη. Ως σήμα κατατεθέν των αμερικανικών ιμπεριαλιστικών δραστηριοτήτων αναπτύσσεται αυξητικά η «καλυμμένη πάλη». Πρόκειται για ένα εκτεταμένο δίκτυο υπερθαλάσσιων στρατιωτικών βάσεων απ΄ τις οποίες οι ΗΠΑ μπορούν να επέμβουν. Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ διατηρούν 860 στρατιωτικές βάσεις σε όλη την υφήλιο, κατανεμημένες σε περισσότερες από 90 χώρες, απ΄ τις οποίες οι μισές από αυτές δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Bush. Αυτό σημαίνει ότι από κει επιχειρούν ειδικές δυνάμεις σε περισσότερα από 70 κράτη, τις περισσότερες μάλιστα φορές χωρίς τη γνώση των κυβερνήσεών τους. Εκτός από το Αφγανιστάν και το Ιράκ, εδώ μετράν επίσης χώρες όπως το Μεξικό, η Ουκρανία, η Σομαλία, η Υεμένη και η Σαουδική Αραβία. Αποστολή των αμερικανών στρατιωτών είναι σύμφωνα με την εφημερίδα New York Times, κάτω απ΄ την επίκληση της αρμόδιας διοίκησης των επιχειρήσεων, «να εισχωρούν, να ενοχλούν, να αποκρούουν ή να καταστρέφουν» ένοπλες ομάδες. Η ενίσχυση, ο εξοπλισμός και η υποδομή των ασύμβατων πολεμιστών ενάντια στην «τρομοκρατία», αποτελούν τον μεγαλύτερο αυξητικό παράγοντα στον αμερικάνικο προϋπολογισμό για τις ένοπλες δυνάμεις.

Εξοπλιστικές δαπάνες. Το 2009 δαπανήθηκαν 1531 δις δολάρια ΗΠΑ παγκοσμίως για τις ένοπλες δυνάμεις και τους εξοπλισμούς. Η μερίδα του λέοντος αντιστοιχεί σε μια μοναδική χώρα, στις ΗΠΑ. Στα περίπου 4% των ανθρώπων της υφηλίου, οι οποίοι είναι πολίτες των ΗΠΑ, αντιστοιχούν το 43% των παγκόσμιων δαπανών για στρατιωτικούς σκοπούς. Το 64% των στρατιωτικών δαπανών, δηλαδή σχεδόν τα δύο τρίτα, αντιστοιχούν στα άλλα 27 κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ. Κι αν η έννοια «Δύση» δεν κατανοείται απλά γεωγραφικά, αλλά πολιτικά, δηλαδή περιλαμβάνονται ακόμη τέσσερις χώρες, οι λεγόμενες security provider που βρίσκονται μεν εκτός ΝΑΤΟ αλλά που έκαναν το πρώτο βήμα για την πόρτα της βορειοατλαντικής συμμαχίας –Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Ιαπωνία, Νότια Κορέα- τότε οι στρατιωτικές δαπάνες παγκοσμίως που αντιστοιχούν στη Δύση ανέρχονται στα 71%.

Μένει ακόμη ένα σχεδόν 30% του συνολικού όγκου. Αυτό κατανέμεται στον υπόλοιπο κόσμο, δηλαδή σε 160 κράτη. Μεταξύ αυτών η Ρωσία, που εξακολουθεί να παραμένει η δεύτερη σε μέγεθος πυρηνική δύναμη παγκοσμίως, καθώς και η Κίνα και η Ινδία, που είναι οι πολυπληθέστερες χώρες της Γης, όπως επίσης οι χώρες του Κόλπου, οι οποίες χάρη στα πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου έχουν τη δυνατότητα να πληρώνουν για όπλα και έτσι αποτελούν τους μεγαλύτερους αγοραστές. Σε αυτά τα 160 κράτη, το «υπόλοιπο», αναλογεί περίπου το 85% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Σύμφωνα με νέα στοιχεία για το 2011 (Πηγή: SIPRI-Yearbook), οι παγκόσμιες εξοπλιστικές δαπάνες ανέρχονταν σε 1738 δις δολάρια ΗΠΑ. Από αυτές τα 1039 δις δολάρια ΗΠΑ αντιστοιχούσαν στις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ (ποσοστό 59,8%). Στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ οι χώρες με τις μεγαλύτερες εξοπλιστικές δαπάνες είναι: ΗΠΑ 711 δις, Αγγλία 63 δις, Γαλλία 63 δις και Γερμανία 47 δις δολάρια ΗΠΑ. Από τα άλλα κράτη, εκείνα με τις μεγαλύτερες δαπάνες είναι: Ρωσία 71,9 δις και Κίνα 143 δις δολάρια ΗΠΑ. Με μια απλή μαθηματική σύγκριση μπορεί να διαπιστωθεί μια πολλή μικρή πτώση των εξοπλιστικών δαπανών των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ.

Στρατηγική του ΝΑΤΟ το 1991. Ένα μήνα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το ΝΑΤΟ αποφασίζει στη Σύνοδο κορυφής του στη Ρώμη το Νοέμβριο του 1991, μια νέα στρατηγική αντίληψη. Από τότε ακόμη οι νατοϊκοί έβλεπαν «πολλαπλές απειλές» απ΄ όλες τις πλευρές, μεταξύ των άλλων τη διάδοση των όπλων μαζικής καταστροφής, την «τρομοκρατία», αλλά και τη διακοπή σημαντικών ροών πρώτων υλών. Ανάλογη ήταν και η αντίδρασή τους.

Στρατηγική του ΝΑΤΟ το 1999. Λίγο πριν ξεκινήσει ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, επικαιροποιείται η τότε στρατηγική αντίληψη, η οποία περιέχει τα παρακάτω βασικά στοιχεία: α) Την επέκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων πέρα απ΄ την εδαφική περιοχή των κρατών-μελών του. β) Την υπογράμμιση ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις μπορούν να διεξαχθούν και χωρίς τη συμφωνία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. γ) Τη διατήρηση της επιλογής για χρήση του πρώτου πυρηνικού πλήγματος («first-use»).

Τρέχουσες επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ. Την περίοδο αυτή βρίσκονται σε ισχύ (δεν έχουν λήξει) οι παρακάτω επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ.

1. Αφγανιστάν (ISAF). Τον Αύγουστο του 2003 το ΝΑΤΟ εισβάλλει στο Αφγανιστάν. Ξεκινά η μεγαλύτερη και πιο αιματηρή επιχείρηση του ΝΑΤΟ στην μέχρι τώρα ιστορία του. Μέχρι τα μέσα Μαρτίου του 2012 σκοτώνονται περίπου 3150 νατοϊκοί στρατιώτες, 7000 από τις αφγανικές κυβερνητικές μονάδες και σχεδόν 15000 Αφγανοί πολίτες σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ (με ανεπίσημα στοιχεία ο αριθμός των Αφγανών πολιτών είναι μεγαλύτερος). Παρόλο που μέχρι το 2014/15 προβλέπεται μείωση των νατοϊκών στρατευμάτων, σήμερα γίνεται λόγος για το ότι η επιχείρηση θα συνεχιστεί μέχρι και το 2024. Μεταξύ των άλλων η «NATO Training Mission-Afghanistan» (ΝΤΜ-Α) η οποία ξεκίνησε το 2009, θα συνεχιστεί και πέρα από το 2014, με κύριο στόχο την εκπαίδευση του κυβερνητικού στρατού.

2. Κοσσυφοπέδιο (KFOR). Μετά τον επιθετικό πόλεμο ενάντια στη Γιουγκοσλαβία τον Ιούνιο του 1999, δημιουργήθηκε η KFOR, η οποία πρακτικά μέχρι σήμερα κατέχει το Κοσσυφοπέδιο. Αρχικά αποτελούνταν από 50000 στρατιώτες, ενώ την περίοδο αυτή (Αύγουστος 2012) ανέρχεται σε 5600 περίπου.

3. Κέρας της Αφρικής (Operation Ocean Shield). Το ΝΑΤΟ απ΄ το 2008 συμμετέχει –αρχικά με την ονομασία «Operation Allied Protector»- στην στρατιωτική καταπολέμηση της πειρατείας –όπως ισχυρίζεται- με σκοπό τη διατήρηση της ασφάλειας των σημαντικών εμπορικών δρόμων στο Κέρας της Αφρικής. Οι αιτίες αυτής της πειρατείας (φτώχεια, παράνομο ψάρεμα απ΄ τους δυτικούς και τους Κινέζους) δεν εξηγούνται/καταπολεμούνται, και αντί αυτού δίνεται προτεραιότητα σε μια καθαρά κατασταλτική –και λίγο επιτυχημένη- καταπολέμηση της πειρατείας.

4. Μεσόγειος Θάλασσα (Active Endeavour). Λίγο μετά τα χτυπήματα της 11ης Σεπτέμβρη του 2001, δημιουργείται η αποστολή του ΝΑΤΟ «Active Endeavour». Μέχρι σήμερα στοχεύει δήθεν στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για τον έλεγχο της Μεσογείου και την καταπολέμηση της «παράνομης» μετανάστευσης.

5. Σομαλία (Υποστήριξη AMISOM). Απ΄ τον Ιούνιο του 2007 το ΝΑΤΟ υποστηρίζει την αποστολή της Αφρικανικής Ένωσης στη Σομαλία (AMISOM), η οποία μετατράπηκε εκεί σταδιακά σε ένα είδος αυτόνομης εμφυλιοπολεμικής παράταξης.

***

3. Εισαγωγή

Ο ιμπεριαλισμός της Δύσης έχει την ικανότητα μεταβολής και ευελιξίας. Μέχρι το 2020 πιθανώς να προσπαθεί να εμφανιστεί πιο ειρηνικός απ΄ ό,τι στη χρονική περίοδο μεταξύ 1999 και 2010. Με τη νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ την οποία αποφάσισαν οι κρατικοί και κυβερνητικοί ηγέτες κατά τη Σύνοδο κορυφής στις 19 και 20 Νοεμβρίου του 2010 στη Λισσαβώνα, εμφανίζεται μεν το ΝΑΤΟ προς τα έξω με μια πιο μέτρια ρητορική, στο βασικό πυρήνα της όμως δεν αλλάζει τίποτα.

Ο ισχυρότερος δράστης της «πολιτικής η οποία περιλαμβάνει όλα τα μέσα» (Clausewitz), θέλει κυρίως μέσω της συλλογικής άμυνας και ασφάλειας να συνεχίσει με παλιές και νέες απειλές: Επιθετικοί πόλεμοι ενάντια σε άλλα κράτη και μη-κρατικές οργανώσεις, καθώς και η κατοχή ξένων εδαφών ανήκουν και στο μέλλον στο ρεπερτόριο της «πιο προεξέχουσας συμμαχίας για την ασφάλεια του κόσμου» [3]. Αλλά αυτοί θα χρησιμοποιούνται ως μέσο για την επιβολή των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων μπαίνοντας σε δεύτερο πλάνο. «Ακόμη κι αν η χρήση βίας μερικές φορές είναι αναγκαία, θα εξαντλούμε όλα τα άλλα μέτρα προτού ξεκινάμε πόλεμο, και θα ζυγίζουμε προσεκτικά τα κόστη και τους κινδύνους της δραστηριότητας και της παθητικότητας» [4], αναφέρει η κυβέρνηση των ΗΠΑ στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας για το 2010. Τη θέση των ανοιχτών επεμβάσεων θα την πάρουν όργανα, τα οποία προς τα έξω θα εμφανίζονται λιγότερο στρατιωτικά και πολεμικά, που όμως στην πραγματικότητα δεν θα είναι. Οι επεμβάσεις του ΝΑΤΟ θα μοιάζουν με τις αποστολές της ΕΕ: μικρές, πολυμερείς μονάδες στρατιωτών και αστυνομικών, θα εκπαιδεύουν άλλες με τον ίδιο τρόπο στα «φιλικά» προσκείμενα κράτη, οι οποίες θα διεξάγουν πολέμους προς το συμφέρον του δυτικού κόσμου. Το ΝΑΤΟ σκοπεύει επομένως να «προλαμβάνει κρίσεις, να καθησυχάζει διαμάχες και να σταθεροποιεί καταστάσεις που τείνουν να λάβουν το χαρακτήρα σύγκρουσης».

Οι ιθύνοντες των ΗΠΑ λαμβάνουν περισσότερο υπόψη τους, διαφορετικά απ΄ ό,τι ίσως πιστευόταν έως τώρα, ότι «η Αμερική δεν είχε επιτυχία, με το να εγκαταλείπει τα ρεύματα της διεθνούς συνεργασίας», και ότι «πρέπει να αναγνωρίσει ότι κανένα έθνος –όσο μικρό κι αν είναι- δεν μπορεί από μόνο του να αντιμετωπίσει τους παγκόσμιους κινδύνους»[5]. Την αντίληψη αυτή, η οποία εκπροσωπείται κυρίως απ΄ το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ, συμπληρώνουν επιφανή στελέχη του «European Union Institute for Security Studies», τα οποία «διαπιστώνουν ένα έλλειμμα δημόσιας υποστήριξης για όλα εκείνα τα οποία γίνονται αντιληπτά ως “δυτική” στρατιωτική επέμβαση»[6].

Για να ανταποκριθεί το ΝΑΤΟ κατά τον Γενικό Γραμματέα του στη λύση προβλημάτων τα οποία κατά τη γνώμη του αποτελούν προκλήσεις που αφορούν σε ζητήματα ασφάλειας στον 21ο αιώνα, όπως, επιθέσεις στον κυβερνοχώρο, βαλλιστικοί πύραυλοι προερχόμενοι από «χώρες που υποστηρίζουν την τρομοκρατία» (Ιράν, Βόρειος Κορέα), τις συνέπειες απ΄ την κλιματική αλλαγή και την διεθνή τρομοκρατία, ανέπτυξε το ΝΑΤΟ το νέο στρατηγικό του σχέδιο για τα επόμενα 10 χρόνια. Έτσι ο δυτικός ιμπεριαλιστικός στρατιωτικός οργανισμός δεν ανανεώνεται σαν «ΝΑΤΟ 3.0» σε σχέση με αυτόν του ψυχρού πολέμου (1.0) και του ΝΑΤΟ μεταξύ 1990 και 2010 (2.0), αλλά τώρα παρουσιάζεται κάτω απ΄ τον προπαγανδιστικό τίτλο «Δραστήρια Υποστήριξη, Σύγχρονη Άμυνα» («Active Engagement, Modern Defence»). Το ΝΑΤΟ προέβηκε σε μια απογραφή των τακτικών του μέσων και τα προσάρμοσε στη νέα παγκόσμια συγκυρία.

***

4. Ιστορική αναδρομή

Στις 24 Απριλίου του 1999 –ακριβώς την ημέρα που συμπληρώθηκαν 50 χρόνια απ΄ την ίδρυσή του- το ΝΑΤΟ πραγματοποιεί επίσημα την πιο μεγάλη ιστορική του τομή στη στρατηγική του κατεύθυνση. Μετά από χρόνια συζητήσεων στο εσωτερικό του για οργανωτικά ζητήματα σχετικά με τη συνέχιση της ύπαρξής του και την πιθανή μορφή που αυτό θα έπαιρνε, οι κρατικοί και κυβερνητικοί ιθύνοντες αποφάσισαν ένα νέο στρατηγικό πρόγραμμα (concept). Στο πρόγραμμα αυτό το ΝΑΤΟ καθόριζε τις απειλές και τους κινδύνους για την ασφάλεια των κρατών-μελών του, τα μέσα και τους δρόμους που έπρεπε να τους συνοδεύουν, καθώς και τη δική του οργανωτική δομή. Της τελικής απόφασης προηγήθηκαν ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1990 τυπικές συμφωνίες ανάμεσα στα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ για διάφορα ζητήματα, μεταξύ των άλλων για επεμβάσεις έξω απ΄ την εδαφική επικράτειά τους out-of-area-επεμβάσεις»), τα οποία τελικά ενσωματώθηκαν στο στρατηγικό πρόγραμμα του 1999.

Ακόμη πιο καθαρά αυτοπροσδιορίστηκε το ΝΑΤΟ πριν ακόμη απ΄ την 11η του Σεπτέμβρη το 2001, σαν συνέπεια της αλλαγμένης «απειλητικής κατάστασης» μετά την περίοδο του ψυχρού πολέμου –με τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας ως αντίποδά του-, σαν μια πολυμερής, παγκόσμια αμυντική συμμαχία. Ο κεντρικός κίνδυνος για την ασφάλεια των κρατών-μελών του αποτελεί από τότε –μέχρι σήμερα- η διασπορά όπλων μαζικής καταστροφής, η ανασφάλεια σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά αποθέματα, οι τοπικές συγκρούσεις και η αύξηση της διεθνούς τρομοκρατίας –φυσικά όπως τα κατανοεί το ΝΑΤΟ.

Κεντρικά στοιχεία της νέας στρατηγικής κατεύθυνσης ήταν η διεύρυνση του ΝΑΤΟ σε μια παγκόσμια συμμαχία, η οποία όταν έκρινε σκόπιμο θα έκανε και «προληπτικές» επεμβάσεις, μια συμμαχία που δεν ενεργεί κατ΄ ανάγκη μόνο για την άμυνα του δικού της εδάφους, ενώ μπορεί να διεξάγει επιχειρήσεις χωρίς την εντολή του ΟΗΕ, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτή την επιλογή του πρώτου πυρηνικού πλήγματος. Η στρατιωτική δομή προσαρμόστηκε αντίστοιχα στις νέες συνθήκες επιχειρήσεων: μικρές και ευέλικτες ειδικές στρατιωτικές μονάδες στο χώρο και το χρόνο –όπως συνέβηκε και με την αναδόμηση του ελληνικού στρατού-, οι οποίες πολεμούν στην πολυμερή συμμαχία και αντικαθιστούν τους μεγάλους σε αριθμό εθνικούς στρατούς.

Παράλληλα με τη δημοσιοποίηση τής τότε στρατηγικής του ΝΑΤΟ κατά την Σύνοδο κορυφής του στην Ουάσιγκτον, διαπίστωνε ήδη η πολεμική συμμαχία με ποιο τρόπο επιδιώκει μελλοντικά να επιβάλλει τα συμφέροντά της: ο πόλεμος ενάντια στην τότε Γιουγκοσλαβία βρισκόταν στο αποκορύφωμά του.

Για το χρονικό διάστημα μεταξύ των δυό τελευταίων στρατηγικών του ΝΑΤΟ το 1999 και το 2010, σημαντικός ήταν κυρίως ο «πόλεμος ενάντια στη διεθνή τρομοκρατία» κάτω απ΄ την ηγεμονία της νεοσυντηρητικής κυβέρνησης των ΗΠΑ –σε σχέση με τα χτυπήματα της 11ης του Σεπτέμβρη το 2001- συμπεριλαμβανομένου της ιμπεριαλιστικής επίθεσης των ΗΠΑ στο Ιράκ, η οποία έδειξε την ετοιμότητα των ΗΠΑ για μια στρατιωτική μοναχική πορεία. Παραπέρα, θα πρέπει να προστεθούν τα στρατιωτικά μέτρα ασφάλειας των δρόμων του εμπορίου, όπως για παράδειγμα στο Κέρας της Αφρικής μπροστά στις ακτές της Σομαλίας. Σε διάφορες επιχειρήσεις ενάντια στην πειρατεία δεν συμμετείχαν μόνο η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία και άλλοι, αλλά και το ΝΑΤΟ (Operation Allied Provider/Ocean Shield) και η ΕΕ.

Επιπλέον, η πολεμική επιχείρηση στο Αφγανιστάν, «η οποία ήταν η μεγαλύτερη που έκανε ποτέ η συμμαχία» -σύμφωνα με τους ιθύνοντες του ΝΑΤΟ- και της οποίας η de facto επέκταση στο Πακιστάν συνεπεία τής για πρώτη φορά κηρυχθείσας «συμμαχικής περίπτωσης»[7] μετατράπηκε σε «δοκιμή εμβάπτισης (…) για μια ικανή για δράση συμμαχία»[8]

Στο ζήτημα αυτό μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει κάτι ουσιαστικό, ακόμη κι αν οι ιθύνοντες του ΝΑΤΟ δεν αναφέρουν συνειδητά σχεδόν τίποτα για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν στη νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ.

Παράλληλα με τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ, στις οποίες κατά κανόνα επικρατούν οι ΗΠΑ, αναπτύχθηκε παραπέρα στρατιωτικά ο δεύτερος μεγάλος πυλώνας μέσα στο ΝΑΤΟ, η ΕΕ. Ιδιαίτερα με την ταχύτατη αύξηση των αποστολών και των επιχειρήσεων της ΕΕ την τελευταία δεκαετία και την αποφασισθείσα Συνθήκη της Λισσαβόνας, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή στις 1.12.2009, η ΕΕ ανέπτυξε την στρατιωτική συνιστώσα της παρά τις τριβές και τα ανοιχτά ζητήματα στο εσωτερικό της. Η ΕΕ από το 2003 –ανάλογα με το πώς γίνεται η μέτρηση- διεξήγαγε περίπου 24 επιχειρήσεις στα πλαίσια της λεγόμενης Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι σημαντικός μόνο ο αριθμός των αποστολών, αλλά και ο χαρακτήρας τους. Διαφορετικά απ΄ ό,τι οι επιθετικοί πόλεμοι του ΝΑΤΟ ενάντια στη Γιουγκοσλαβία ή η «συμμαχία των προθύμων» ενάντια στο Ιράκ, οι οποίοι διεξήχθησαν περιφρονώντας ανοιχτά το διεθνές δίκαιο και τις θέσεις των άλλων ιμπεριαλιστικών κρατών κάτω απ΄ την ηγεμονία των ΗΠΑ, η ΕΕ προτιμά –αν είναι δυνατό- τις πολυμερείς επιχειρήσεις σε συμφωνία με άλλα κράτη τα οποία έχουν μια σχετικά μεγάλη δύναμη. Η σύγχρονη επεκτατική εξωτερική πολιτική της ΕΕ εμφανίζεται έτσι ότι κατευθύνεται λιγότερο από πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα –κάτι που βεβαίως αποτελεί πλάνη. Η διαφορά αυτή παίζει επίσης ένα σημαντικό ρόλο και στην τωρινή νέα κατεύθυνση του ΝΑΤΟ για την επόμενη δεκαετία.

Αν κοιτάξει κανείς προς τα πίσω, η προηγούμενη δεκαετία χαρακτηρίστηκε επίσης απ΄ τις μεγαλύτερες ίσως τριβές ανάμεσα στα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ εξαιτίας των επιφανειακά διαφορετικών θέσεων για τον πόλεμο στο Ιράκ, τον οποίο ναι μεν η Γερμανία και η Γαλλία τον είχαν απορρίψει, όμως δεν έφεραν κάποιο σχετικό εμπόδιο σχετικά με τις μορφές υποστήριξης στις ΗΠΑ και στους συμμάχους της –ενώ αργότερα και τα δυό αυτά κράτη εκ των υστέρων ενσωμάτωσαν και έστειλαν στρατιωτικές τους δυνάμεις στον πόλεμο του Ιράκ και την κατοχή του. Οι κάποτε ανοιχτές τριβές ανάμεσα στις ΗΠΑ και στα βασικά κράτη της ΕΕ μέσα στο ΝΑΤΟ, έκαναν εν τούτοις σαφές τις εν μέρει διαφορές τους. Η αύξηση του αριθμού των μελών του ΝΑΤΟ στα 28, με τη διεύρυνσή του προς την Ανατολή, πολλαπλασίασε τα προβλήματα των κοινών στόχων και των συμφερόντων στην ιμπεριαλιστική συμμαχία.

Οι στρατιωτικές επεμβάσεις του ΝΑΤΟ την τελευταία δεκαετία συνοδεύτηκαν επιπρόσθετα απ΄ την μεγαλύτερη παγκόσμια καπιταλιστική κρίση απ΄ το 1929 και την παγκόσμια μετατόπιση των πολιτικο-οικονομικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης.

Το ποια σημασία παίζει η οικονομία στην πολιτική της ασφάλειας και άμυνας, φαίνεται παραστατικά στη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ, την οποία έδωσε στη δημοσιότητα το Μάιο του 2010 η κυβέρνηση Obama. Σύμφωνα μ΄ αυτή: «Στο κέντρο της προσπάθειάς μας βρίσκεται το καθήκον να ανανεώσουμε την οικονομία μας»[9].Η κυρίαρχη τάξη των ΗΠΑ συνειδητοποιεί ότι η παγκόσμια κυριαρχία της εξαρτάται απ΄ την αναζωογόνηση της οικονομίας των ΗΠΑ. Εδώ ανήκει επίσης το γεγονός, ότι το υψηλό κρατικό χρέος, το οποίο προκλήθηκε μεταξύ των άλλων απ΄ την τεραστίων διαστάσεων πολεμική μηχανή, πρέπει να μειωθεί. Στην περίπτωση που αυτό δεν επιτευχθεί, τότε η σχετική οικονομική παρακμή των ΗΠΑ θα επιδράσει γρηγορότερα πάνω στη στρατιωτική υπεροχή τους απ΄ ό,τι υπολογιζόταν μέχρι σήμερα.

Η σημερινή σχετική οικονομική άνοδος των λεγόμενων χωρών BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική) βαδίζει παράλληλα με την ανάπτυξη της στρατιωτικής δυναμικής και τους νέους στρατηγικούς προσανατολισμούς, οι οποίοι υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα των χωρών αυτών. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση της πίεσης πάνω στις ΗΠΑ και την ΕΕ, παρά τις εν μέρει ιδιαίτερες διαφορές τους να συμβαδίσουν, υπό την προϋπόθεση ότι η ΕΕ ενδιαφέρεται παραπέρα για την δυτική ηγεμονία πάνω στη γήινη σφαίρα και ότι δεν εναποθέτει στη δυνατότητα να παρουσιάζεται επιτυχημένα σαν αυτόνομος πόλος σε μια πολυπολική παγκόσμια τάξη πραγμάτων.

Ενόψει του οξυμένου παγκόσμιου ανταγωνισμού ανάμεσα στις διάφορες εθνικές οικονομίες, αυξάνεται σε μεγάλο βαθμό η σημασία των αγορών και η πρόσβαση στους διαθέσιμους πόρους και της προστασίας της ευπρόσβλητης υποδομής ή του ελέγχου των δρόμων του εμπορίου. Παρομοίως, οι κοινωνικές διαμαρτυρίες και η απόκλιση απ΄ τις κατευθυντήριες γραμμές της Δύσης –ανεξάρτητα απ΄ το ποια μορφή θα πάρουν αυτές- εκλαμβάνεται αυξητικά ως απειλή. Όλες αυτές οι εξελίξεις αποτυπώθηκαν σε διαφορετική μορφή στη νέα στρατηγική αντίληψη του ΝΑΤΟ.

***

5. Η πορεία προς τη νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ

Η νέα στρατηγική αντίληψη αντικαθιστά αυτή που ίσχυε τα προηγούμενα έντεκα χρόνια. Το σχέδιο για τη νέα στρατηγική αντίληψη αναπτύχθηκε σ΄ ένα μοντέλο δυό φάσεων. Ξεκίνησε με τέσσερα σεμινάρια και με δυό επιπρόσθετες συνεδριάσεις της επιτροπής εμπειρογνωμόνων, στις οποίες αντανακλάται κατ΄ αρχή η ιστορία του ΝΑΤΟ των τελευταίων έντεκα χρόνων, ενώ γίνονται παράλληλα προτάσεις στο Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ. Στη λεγόμενη πρώτη «φάση αντανάκλασης» (ή «φάση συλλογισμού»), στην οποία οι περισσότερες κυβερνήσεις των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ συνέταξαν για πρώτη φορά ένα λεγόμενο non-paper, εμπεριέχονται οι προτεραιότητές τους για τη στρατηγική αντίληψη. Στη δεύτερη λεγόμενη «συμβουλευτική φάση», η ομάδα εμπειρογνωμόνων έρχεται σε άμεση επαφή για συζητήσεις με τις κυβερνήσεις των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ και άλλους ιθύνοντες της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας.

Η επιτροπή εμπειρογνωμόνων έφερε μια σειρά από παλιούς στρατιωτικούς ιθύνοντες, που διορίστηκαν απ΄ τον ΓΓ του ΝΑΤΟ και οι οποίοι συσκέπτονταν τακτικά τόσο μ΄ αυτόν όσο και με πολλούς στρατιωτικούς σε μια σειρά από συνεδριάσεις, αναπτύσσοντας προτάσεις. Η δεκαμελής ομάδα εμπειρογνωμόνων διευθύνονταν απ΄ την Madeleine Albright, η οποία διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ απ΄ το 1997 έως το 2001 και κατά τη δεύτερη διακυβέρνηση επί Clinton ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την πυραυλική επίθεση στο Ιράκ και τον επιθετικό πόλεμο ενάντια στη Γιουγκοσλαβία. Σήμερα ως κύριο επάγγελμά της δηλώνει πολιτική σύμβουλος. Αντικαταστάτης της ήταν ο Ολλανδός Jeroen van der Vaarts, ο οποίος ήταν μάνατζερ επιχειρήσεων και απ΄ το 1995 μέχρι τον Ιούνη του 2009 διευθυντής του κοντσέρν Royal Dutch Shell. Στην επιτροπή ανήκαν εκτός απ΄ τους αντιπροσώπους των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ της Γερμανίας, Ελλάδας, Ισπανίας, Καναδά, Ιταλίας και της Τουρκίας και δυό ακόμη εμπειρογνώμονες απ΄ την Πολωνία και τη Γαλλία.

Στις 17 Μαΐου του 2010 η επιτροπή παρουσίασε στην έδρα του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, στον ΓΓ του ΝΑΤΟ και στο Συμβούλιο του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, την έκθεσή της παραδίδοντάς την στον ΓΓ του ΝΑΤΟ για παραπέρα επεξεργασία. Η έκθεση αυτή πήρε την ονομασία «ΝΑΤΟ 2020» και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Παρόλα αυτά θα την παρακάμψουμε επειδή θα επιβάρυνε το παρών κείμενο καθιστώντας το κουραστικό για τους αναγνώστες. Το μόνο που θα θέλαμε εδώ να επισημάνουμε, είναι, ότι στην πορεία προς την τελική διατύπωση της νέας στρατηγικής του ΝΑΤΟ, υπήρξε και μια τρίτη φάση: η drafting and final negotiation. Στη φάση αυτή ο ΓΓ του ΝΑΤΟ και οι στενοί συνεργάτες του αναπτύσσουν μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου του 2010, στη βάση της έκθεσης των εμπειρογνωμόνων, το νέο τελικό σχέδιο, το οποίο χρησίμευσε ως βάση για παραπέρα διαπραγματεύσεις με τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ.

***

6. Η συνάντηση και μια πρώτη εκτίμηση

Στις 18 και 19 Νοεμβρίου του 2010 συναντώνται στη Λισσαβώνα οι αρχηγοί των κρατών και κυβερνήσεων των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ. Την πρώτη μέρα αποφασίζουν για τη νέα στρατηγική «Active Engagement, Modern Defence». Την επόμενη μέρα συσκέπτονται μαζί με το Ρώσο πρόεδρο Dmitri Medwedev στο Συμβούλιο ΝΑΤΟ-Ρωσίας για τη συνεργασία μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας. Και σε μια επιπρόσθετη συνεδρίαση συναντιούνται ο Obama, ο Cameron, η Merkel και άλλοι με τον Αφγανό πρόεδρο Hamid Karzai για να συζητήσουν την κατάσταση στο Αφγανιστάν.

Το αποτέλεσμα που προέκυψε από τις συζητήσεις οι οποίες κράτησαν πάνω από ένα χρόνο και που παρά τις υποσχέσεις που δόθηκαν έγιναν πίσω από κλειστές πόρτες, ήταν ουσιαστικά ένας συμβιβασμός. Στο ντοκουμέντο σημειώνεται η αυξανόμενη ισχύς και η επιρροή των δυνάμεων Γερμανίας και Γαλλίας καθώς και η νέα γραμμή της κυβέρνησης Obama. Επίσης, το Ιράν δεν κατονομάζεται ως συγκεκριμένος στόχος επίθεσης –κάτι που οφείλεται στην πίεση που άσκησε η τουρκική κυβέρνηση, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ βλέπει το Ιράν ως την μεγαλύτερη απειλή για την επόμενη δεκαετία. Αντί αυτού στη νέα στρατηγική αντίληψη προκειμένου να υπάρξει ικανοποίηση των αντιτιθέμενων πλευρών, διατυπώθηκαν εν μέρει αντιφατικές δηλώσεις, όπως π.χ. μείωση ή κατοχή και χρήση των πυρηνικών όπλων.

Είναι ακόμη σημαντικό να αναφέρουμε εδώ, ότι για τη νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ υπάρχει ακόμη ένα αντίστοιχο μυστικό ντοκουμέντο που δεν δόθηκε στη δημοσιότητα, το οποίο αποτελείται από εκατοντάδες σελίδες και που προσαρτήθηκε στο στρατηγικό πρόγραμμα. Το ντοκουμέντο αυτό, σύμφωνα με μια έκθεση της εφημερίδας New York Times (30.09.2010), περιέχει το στρατιωτικό λεπτομερή σχεδιασμό περί ανάλυσης απειλών στη βάση της νέας στρατηγικής αντίληψης του ΝΑΤΟ. Σχετικά με τη μυστικότητα που κρατήθηκε γύρω απ΄ αυτό το ντοκουμέντο οι New York Times παραθέτουν τα λόγια ενός ανατολικοευρωπαίου διπλωμάτη, τον οποίο δεν κατονομάζουν: «Αν πιστεύετε ότι το στρατηγικό πρόγραμμα είναι μυστικό, τότε σκεφθείτε πόσο μυστικό είναι και θα παραμείνει το έγγραφο για τις επιχειρήσεις».

Ας περάσουμε όμως στη συγκεκριμένη ανάλυση του ντοκουμέντου που δόθηκε στη δημοσιότητα.

***

7. Απειλές και κίνδυνοι κατά το ΝΑΤΟ

Οι ιθύνοντες του ΝΑΤΟ βλέπουν σήμερα στον κόσμο «ένα ευρύ και αναπτυγμένο πακέτο προκλήσεων για το έδαφος και τον πληθυσμό των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ». Ο κίνδυνος μιας «συμβατικής επίθεσης στο έδαφος του ΝΑΤΟ είναι μικρός […]. Παρόλα αυτά δεν μπορεί να αγνοηθεί μια συμβατική επίθεση ως κίνδυνος».

Οι βασικές απειλές για τα μέλη του ΝΑΤΟ σύμφωνα με τη νέα στρατηγική αντίληψη είναι οι παρακάτω –με τη σειρά που ακολουθείται, επομένως ανάλογο είναι και το βάρος που δίνεται:
  •  Ένα κεντρικό στοιχείο της συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ είναι η απόκρουση επιθέσεων με βαλλιστικούς πυραύλους. Η απόκρουση των πυραύλων σαν σχέδιο των ΗΠΑ είναι ένα επίμαχο ζήτημα εδώ και πολύ καιρό μέσα στο ΝΑΤΟ εξαιτίας της έμμεσης κατεύθυνσης που δίνεται ενάντια στη Ρωσία και αναγνωρίστηκε ήδη ως καθήκον του ΝΑΤΟ στη Σύνοδο κορυφής του Βουκουρεστίου το 2008, γι΄ αυτό θα πρεπε να οικοδομηθεί μια «συνεργασία με τη Ρωσία και τους άλλους ευρωατλαντικούς συμμάχους».
  • Το ΝΑΤΟ θα ενισχύσει τις ικανότητές του για την καταπολέμηση της διεθνούς «τρομοκρατίας». Εκτός απ΄ τη βελτιωμένη ανάλυση των κινδύνων που προέρχονται απ΄ την «τρομοκρατία» και τις περισσότερες συσκέψεις των κρατών-μελών που είναι αναγκαίες, θα πρεπε να αναπτυχθούν οι κατάλληλες «στρατιωτικές ικανότητες» -και σε ό,τι αφορά στην εκπαίδευση των ντόπιων ένοπλων αντιτρομοκρατικών δυνάμεων. Απειλή αποτελούν επίσης και οι «εξτρεμιστικές ομάδες». Ο κατονομασμός των «εξτρεμιστών» σαν απειλή, είναι ένας απ΄ τους νέους κινδύνους κατά το ΝΑΤΟ και χρησιμοποιείται κατά κανόνα για τη διεύρυνση του περιεχομένου της έννοιας της «τρομοκρατίας» πάνω σε όλες τις ομάδες –της κλιματικής αλλαγής, της ανεπάρκειας νερού και των επιθέσεων στον κυβερνοχώρο. Θα πρέπει επίσης να αναπτυχθούν ικανότητες ώστε να προστατευθούν τα κράτη-μέλη απ΄ τα χημικά, βιολογικά, ραδιολογικά και πυρηνικά όπλα μαζικής καταστροφής.
  • Το ΝΑΤΟ θα πρέπει να είναι σε θέση «να αποτρέψει, να εντοπίσει και να αποκρούσει» επιθέσεις στον κυβερνοχώρο. Γι΄ αυτό θα πρεπε οι εθνικές υπηρεσίες να συντονιστούν και να συγκεντροποιηθούν κάτω από μια κοινή στέγη. Σχετικά με τις λεγόμενες επιθέσεις στον κυβερνοχώρο, έχουν γραφτεί ήδη πολλά, πριν ακόμη τη Σύνοδο κορυφής. Αφορμή για την ανάδειξη αυτού του ζητήματος σε στρατηγική απειλή αποτέλεσε το στοχευμένο μπλοκάρισμα πολλών ιστοσελίδων κυβερνητικών υπηρεσιών στην Εσθονία, σε εφημερίδες, τράπεζες, κόμματα, κατόχους κινητών τηλεφώνων με σύνδεση στο διαδίκτυο και επιχειρήσεων, το έτος 2007. Για πολλές από αυτές τις επιθέσεις η κυβέρνηση της Εσθονίας θεώρησε ως υπεύθυνη τη Ρωσία. Το ΝΑΤΟ όμως δεν υποστήριξε, δημόσια τουλάχιστον, μια τέτοια θέση.
  • Το ΝΑΤΟ θα πρέπει επίσης να συνεισφέρει στην ενεργειακή ασφάλεια. Εδώ περιλαμβάνεται η προστασία σημαντικών υποδομών, όπως επίσης οι περιοχές και οι δρόμοι διαμετακόμισης. «Όλα τα κράτη εξαρτώνται απ΄ την ικανότητα λειτουργίας των συστημάτων επικοινωνιών, μέσω των οποίων συνδέονται το διεθνές εμπόριο, ο εφοδιασμός με ενέργεια και η ευημερία. Είναι αναγκαίες οι ακόμη πιο μεγάλες διεθνείς προσπάθειες για την προστασία από επιθέσεις και διακοπές. Μερικά μέλη του ΝΑΤΟ στο μέλλον θα εξαρτώνται ακόμη περισσότερο απ΄ τα αλλοδαπά συστήματα εισαγωγής ενέργειας και διανομής ώστε να είναι σε θέση να καλύψουν τις ανάγκες τους. Όσο μεγαλύτερο είναι το μερίδιο στην παγκόσμια κατανάλωση, το οποίο μεταφέρεται στην υφήλιο, τόσο πιο ευπρόσβλητος είναι ο ενεργειακός εφοδιασμός από διαταράξεις». Και τόσο περισσότερο θα πρέπει να φροντίσουν οι στρατιωτικοί, ώστε οι διαταράξεις αυτές να μην λάβουν χώρα.
  • Το ΝΑΤΟ πρέπει να εκτιμήσει τη σημασία των νέων τεχνολογιών για τον τομέα της ασφάλειας, καθώς και το να είναι σε θέση να υπολογίσει πιθανούς κινδύνους. Στις νέες τεχνολογίες κατά το ΝΑΤΟ μετρούν τα όπλα λέιζερ, η ηλεκτρονική διεξαγωγή πολέμου και η διαστημική τεχνολογία.
  • Τέλος, στο ΝΑΤΟ προκαλούν προβλήματα οι «αυξημένοι περιορισμοί σε σχέση με το περιβάλλον και τους πόρους, μεταξύ αυτών οι κίνδυνοι για την υγεία, η κλιματική αλλαγή, η ανεπάρκεια νερού και οι αυξημένες ανάγκες σε ενέργεια», διότι «θα μπορούσαν να επηρεάσουν και να παρεμποδίσουν σε μεγάλο βαθμό τον σχεδιασμό και τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ».
Σε σχέση με το ζήτημα της ενέργειας, θα θέλαμε να κάνουμε μερικές επιπρόσθετες επισημάνσεις. Στους στρατηγικούς σχεδιασμούς της Γερμανίας, όπως για παράδειγμα τη «Στρατηγική για τις πρώτες ύλες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης»[10], η ασφάλεια της οικονομικής παραγωγής και του εφοδιασμού ενέργειας, τίθεται ως ένας απ΄ τους πρωταρχικούς στόχους του πολιτικού σχεδιασμού. Στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστηρίζει για παράδειγμα τα παρακάτω: «Όσο διάστημα είμαστε εξαρτημένοι από τους φορείς ενέργειας του ορυκτού πλούτου, θα πρέπει να κατοχυρώσουμε την ασφάλεια και την ελεύθερη ροή των παγκόσμιων ενεργειακών αποθεμάτων»[11]. Μήπως είναι ανάγκη εδώ να υπενθυμίσουμε την ανάλυση του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό στο σημείο εκείνο που αναφέρεται στην ανταγωνιστική πάλη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το μοίρασμα της παγκόσμιας αγοράς –στη περίπτωσή μας των ενεργειακών αποθεμάτων- την οποία κάποιοι «αριστεροί» παρακάμπτουν επιμελώς;

Για να μπορεί το ΝΑΤΟ –σύμφωνα πάντα με τη νέα στρατηγική του αντίληψη- να ανταπεξέλθει σ΄ αυτές τις εν μέρει αόριστες και αόρατες απειλές, θα πρέπει να εξοπλιστούν επαρκώς οι ένοπλες δυνάμεις του και να κρατηθούν σ΄ ένα αντίστοιχο επίπεδο οι εξοπλιστικές δαπάνες.

Αν μελετήσει κανείς προσεκτικά το ντοκουμέντο, τότε θα διαπιστώσει ότι το ΝΑΤΟ θέλει να αποτρέψει τους προαναφερθέντες κινδύνους κυρίως μέσω της συλλογικής «άμυνας», της διαχείρισης κρίσεων και της συλλογικής ασφάλειας. Στη συλλογική «άμυνα» ανήκει η κοινή άμυνα απέναντι σε μια επίθεση που γίνεται ενάντια σε ένα από τα κράτη-μέλη του, καθώς και ο εκφοβισμός, κυρίως μέσω των πυρηνικών όπλων. Με την έννοια «διαχείριση κρίσεων» κατανοείται το συνολικό εύρος των πολιτικών και στρατιωτικών μέσων και η πρόληψη και αποτροπή συγκρούσεων, η εκπαίδευση δυνάμεων της αστυνομίας και η αναπτυξιακή βοήθεια μέχρι και η στρατιωτική επίθεση. Η συλλογική ασφάλεια αποτελείται, τέλος, από δεσμεύσεις για μείωση των εξοπλισμών –όπως την εννοεί πάντα το ΝΑΤΟ-, νέες και πολλαπλές συμμαχίες και πρόσληψη νέων μελών στο ΝΑΤΟ.

***

8. Συλλογική «άμυνα»

Άρθρο 5 και «out-of-area-επιχειρήσεις»

Η «πιο επιτυχημένη συμμαχία στην ανθρώπινη ιστορία» (Obama) αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά –αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το συνολικό ντοκουμέντο της στρατηγικής του ΝΑΤΟ. Παρ΄ όλες τις επιφυλακτικές δηλώσεις περί επιχειρήσεων «out-of-area» και το άρθρο 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου – «η μεγαλύτερη ευθύνη της συμμαχίας είναι να προστατέψουμε το έδαφός μας και τους πληθυσμούς μας από μια επίθεση στο άρθρο 5», σύμφωνα με το ντοκουμέντο. Η «άμυνα» του ΝΑΤΟ δεν τελειώνει στα γεωγραφικά σύνορα των μελών του, όπως προέβλεπε η κλασική ερμηνεία της «συμμαχικής περίπτωσης».

Ιθύνοντες του «European Union Institute for Security Studies» ζητούν μεν «να μην μετατραπεί το ΝΑΤΟ σε μια παγκόσμια συμμαχία, αλλά να παραμείνει περιφερειακή». Παρόλα αυτά βλέπουν την αναγκαιότητα, ότι σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης υπάρχει για το ΝΑΤΟ «η ανάγκη για μια συμμετοχή εκτός της περιοχής του». Γι΄ αυτό παράλληλα με το άρθρο 5, στη νέα στρατηγική αντίληψη του ΝΑΤΟ υπάρχει η ακόλουθη διατύπωση: «Οι κρίσεις και οι συγκρούσεις έξω απ΄ τα σύνορα του ΝΑΤΟ μπορούν να αποτελέσουν μια άμεση απειλή για την ασφάλεια του εδάφους και των πληθυσμών της συμμαχίας. Για το λόγο αυτό το ΝΑΤΟ, όπου είναι δυνατό και αναγκαίο, θα επεμβαίνει για να προλαμβάνει και να διευθετεί τις κρίσεις, να σταθεροποιεί λύσεις για τις συγκρούσεις ή να υποστηρίζει την ανοικοδόμηση».

Μάλιστα στο τμήμα του ντοκουμέντου που αφορά σε δηλώσεις σχετικά με τη μεταρρύθμιση ή τον μετασχηματισμό των οργανωτικών δομών του ΝΑΤΟ, γίνεται λόγος για ανάπτυξη της ικανότητας επέμβασης του ΝΑΤΟ. Αντί να αποσύρει το ΝΑΤΟ τις στρατιωτικές του μονάδες, θέλει «να διατηρήσει την ικανότητα επέμβασης των μονάδων του και την ικανότητα επιχειρήσεων στο πεδίο της μάχης», να την μεγιστοποιήσει καθώς και να διατηρήσει τα πιο ισχυρά σώματα επέμβασης.

Μια άμεση σύνδεση μεταξύ των «νέων» κινδύνων και του άρθρου 5 του Καταστατικού του ΝΑΤΟ και της νέας στρατηγικής αντίληψης ναι μεν δεν υπάρχει, αλλά ούτε και αποκλείεται. Έτσι –συνειδητά ή ασυνείδητα- αφήνεται ελεύθερος χώρος για ερμηνείες, για το εάν π.χ. η προστασία των δρόμων του εμπορίου και των υποδομών ενέργειας που δεν είναι ασφαλείς σε άλλα κράτη, μετρά σε σχέση με τη συλλογική ασφάλεια στα βασικά καθήκοντα του ΝΑΤΟ. De facto, με την επιχείρηση του ΝΑΤΟ στο Κέρας της Αφρικής, υπάρχουν ήδη επιχειρήσεις οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο ίδιο πνεύμα –χωρίς μολαταύτα να γίνεται επίκληση του άρθρου 5. Αυτός ο ασαφής ορισμός, σε κάθε περίπτωση έχει το πλεονέκτημα ότι ανάλογα με το πώς το ΝΑΤΟ υποστηρίζει τα συμφέροντά του, μπορεί να ερμηνευτεί και το νέο στρατηγικό ντοκουμέντο. Διαφορετικά ειπωμένο: η μεταβολή στη στρατηγική του ΝΑΤΟ στο συγκεκριμένο ζήτημα, βρίσκεται, στο ότι το ΝΑΤΟ θέλει να είναι παρών τόσο μέσα στα εδαφικά του όρια όσο και έξω από αυτά.

Σε κάθε περίπτωση, από πρώτη ματιά αν ειδωθεί, ο αμυντικός χαρακτήρας του νέου ντοκουμέντου απατά. Επιχειρήσεις έξω απ΄ τα εδαφικά σύνορα του ΝΑΤΟ θα υπάρξουν και στο μέλλον. Προτού όμως γίνει χρήση αυτού του μέσου, θα πρέπει σε μεγάλο βαθμό να αξιοποιηθούν άλλες μέθοδοι. Ποιές είναι αυτές;

***

Πυρηνικός εκφοβισμός

Πολλά ΜΜΕ και αστοί πολιτικοί επιδοκίμασαν τη θέση ότι το νέο στρατηγικό ντοκουμέντο του ΝΑΤΟ στοχεύει στη δημιουργία προϋποθέσεων για έναν κόσμο χωρίς πυρηνικά όπλα. Αν όμως ρίξει κανείς μια προσεκτική ματιά στην ακριβή διατύπωση του κειμένου, τότε θα διαπιστώσει ότι η θέση αυτή σχετικοποιείται. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Ο λόγος είναι ότι η θέση περί εξάλειψης των πυρηνικών όπλων συνδέεται με συγκεκριμένες συνθήκες.

Επειδή όμως για το ΝΑΤΟ οι συνθήκες αυτές δεν είναι δοσμένες και η Δύση δεν κάνει τίποτα ώστε να τις δημιουργήσει, γι΄ αυτό τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ και οι αρχηγοί κυβερνήσεων θεωρούν παραπέρα τα πυρηνικά όπλα σαν πρωταρχικό μέσο εκφοβισμού: «Όσο διάστημα υπάρχουν πυρηνικά όπλα, το ΝΑΤΟ θα παραμείνει μια πυρηνικά ένοπλη συμμαχία». Ακόμη κι αν «οι συνθήκες, κάτω απ΄ τις οποίες θα πρεπε να γίνει χρήση των πυρηνικών όπλων, δεν είναι σήμερα δοσμένες». Παρόλα αυτά ο εκφοβισμός ο οποίος συνδυάζει μια «σχετική μίξη από πυρηνικά και συμβατικά όπλα» εξακολουθεί να παραμένει ένα από τα βασικά στοιχεία της νέας στρατηγικής του ΝΑΤΟ.

Η Γαλλία, η Αγγλία και οι ΗΠΑ κατόρθωσαν για λογαριασμό τους να επιβληθούν απέναντι στη Γερμανία, ιδιαίτερα ενάντια στις «απαιτήσεις για μείωση των πυρηνικών όπλων», οι οποίες έγιναν επίσης για λόγους που αφορούν στα δικά της συμφέροντα. Κυρίως το Παρίσι αντιτάχθηκε σε κάθε ανάμιξη στην πυρηνική του πολιτική. Αυτό μάλιστα οδήγησε μέχρι του σημείου που τα πυρηνικά οπλοστάσια της εκάστοτε χώρας να τυγχάνουν μιας ιδιαίτερης εκτίμησης σαν μέρη της κοινής ασφάλειας: «Η μεγαλύτερη εγγύηση για την ασφάλεια των συμμάχων είναι τα στρατηγικά πυρηνικά όπλα της συμμαχίας, ιδιαίτερα αυτά των ΗΠΑ. Τα ανεξάρτητα στρατηγικά πυρηνικά όπλα του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, τα οποία παρμένα από μόνα τους αποτελούν ένα δυναμικό εκφοβισμού, συνεισφέρουν στον εκφοβισμό και στην ασφάλεια των συμμάχων».

Στρατηγικοί αναλυτές στις ΗΠΑ, όπως οι Sally McNamara και Baker Spring απ΄ την «Heritage Foundation» κάνουν ανοιχτά λόγο για το τι αποσιωπούν κυρίως οι εκπρόσωποι της Γερμανίας, συγκεκριμένα, για το ότι η νέα στρατηγική αντίληψη εμπεριέχει τη διαρκή παρουσία των τακτικών πυρηνικών όπλων των ΗΠΑ στην Ευρώπη. Έτσι, στα πλαίσια της πυρηνικής συμμετοχής δεν γίνεται επίσης καμιά αναφορά για τα πυρηνικά όπλα των ΗΠΑ τα οποία σταθμεύουν σε πέντε χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, ενώ σε μια σύγκρουση είναι πιθανό το ΝΑΤΟ να κάνει πρώτο χρήση πυρηνικών όπλων first-use»).

Μερικές διατυπώσεις σχετικά με τη χρήση των πυρηνικών όπλων, σε ό,τι αφορά τη σημασία τους, αυτή πηγαίνει ακόμη πιο πίσω και απ΄ τη στρατηγική του 1999, αφήνοντας εκ νέου ανοιχτές διάφορες ερμηνείες, π.χ. ενάντια σε ποιον θα στραφούν στο μέλλον τα πυρηνικά όπλα; Είναι όμως εντελώς καθαρό ότι το ΝΑΤΟ σε καμιά περίπτωση δεν καταργεί το πυρηνικό του οπλοστάσιο, αλλά συνεχίζει να επιμένει στην κατοχή του και στον εκφοβισμό του αντιπάλου.

***

Το «πυραυλικό σύστημα άμυνας»

Η πιο γνωστή καινοτομία σύμφωνα με τα ΜΜΕ, την οποία ανέδειξε η νέα στρατηγική αντίληψη του ΝΑΤΟ, είναι το πυραυλικό σύστημα άμυνας. Σύμφωνα με τη νέα στρατηγική το ΝΑΤΟ «θα αναπτύξει την ικανότητα για άμυνα του πληθυσμού του και του εδάφους του ενάντια σε επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους. Αυτό το βασικό στοιχείο της συλλογικής μας άμυνας αποτελεί μια συνεισφορά για την αδιαίρετη ασφάλεια της συμμαχίας». Θεωρητικά τουλάχιστον, πρέπει, σύμφωνα με το ΝΑΤΟ, να μπορούν να αναγνωριστούν και να αποκρουστούν έγκαιρα με ιδίους πυραύλους τα εχθρικά ιπτάμενα αντικείμενα. Αυτό που από πρώτη ματιά εμφανίζεται ως αμυντικό σύστημα, μετά από μια προσεκτική εξέταση αποδεικνύεται ακριβώς το αντίθετο. Η γνώση ότι δεν πρέπει να φοβάται κανείς από μια εχθρική αντεπίθεση ή ότι μπορεί κανείς να την εξουδετερώσει με μια πυραυλική ασπίδα, σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί προϋπόθεση για να μπορεί κανείς να επιτεθεί σε μια χώρα «χωρίς κίνδυνο».

Η πυραυλική ασπίδα την οποία εδώ και πολύ καιρό ζητούσαν οι ΗΠΑ, δεν μοιάζει πλέον στη μορφή που έχει αποφασιστεί με τα παλιότερα σχέδια του ΝΑΤΟ, τα οποία προέβλεπαν την προστασία των στρατιωτών που στάθμευαν στο εξωτερικό. Ο Nikolas Sarkozy επιβεβαίωσε επιπλέον ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Obama «έκανε μια νέα πρόταση η οποία προβλέπει ότι για την ανάπτυξη και τον καθορισμό του εχθρού θα αποφασίζεται πολυμερώς και όχι μονομερώς»[12]

Το σύστημα της πυραυλικής άμυνας θα πρέπει τώρα –σύμφωνα με το στρατηγικό ντοκουμέντο- να προστατεύει το σύνολο του εδάφους των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας –στο βαθμό που λειτουργεί η αποφασισθείσα συνεργασία με τη Ρωσία- κάτι που είναι αμφίβολο. Οι Αμερικανοί παρά τις τουρκικές αξιώσεις θέλουν να μεταφέρουν την έδρα για την πυραυλική προστασία στη στρατιωτική βάση τους που βρίσκεται στη γερμανική πόλη Ράμσταϊν. Μια τέτοιου είδους απόφαση αύξησε τη σημασία της Γερμανίας για τη στρατιωτική υποδομή του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, ταυτόχρονα όμως μεγάλωσε και ο κίνδυνος να γίνει αυτή στρατιωτικός στόχος επίθεσης.

Τεχνικά έχει σχεδιαστεί να συνδεθούν μεταξύ τους τα υπάρχοντα εθνικά πυραυλικά συστήματα και να αναπτυχθούν παραπέρα σε ένα νέο σύστημα. Το πώς αυτό θα εφαρμοστεί πρακτικά, είναι ένα ζήτημα που ακόμη παραμένει ασαφές. Πολλά τεχνικά ζητήματα δεν έχουν ακόμη απαντηθεί. Το πώς θα συνδεθούν τα ήδη υπάρχοντα συστήματα, ο τρόπος με τον οποίο θα συμμετέχουν τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ στο σύστημα, το ποιος θα χειρίζεται την πυραυλική ασπίδα, ποιος θα έχει τη διοίκηση, καθώς και μια σειρά άλλα ζητήματα, μέχρι σήμερα δεν έχουν ακόμη εξηγηθεί ή αποφασιστεί. Μερικοί μάλιστα επιστήμονες θέτουν ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση την τεχνική εφαρμογή του σχεδίου.

Εκτός απ΄ τις τεχνικές λεπτομέρειες και τις πολιτικές τριβές μεταξύ των κρατών-μελών, η χρηματοδότηση αποτελεί ένα ουσιαστικό πρόβλημα. Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Anders Fogh Rasmussen ανέφερε ότι τα κόστη ενός τέτοιου συστήματος θα κυμαίνονται μεταξύ 147 έως 200 εκατομμύρια Ευρώ. Από μια μελέτη όμως του ΝΑΤΟ πριν από χρόνια –συγκεκριμένα το 2007- προκύπτει το συμπέρασμα, ότι τα συνολικά κόστη όλου του πυραυλικού συστήματος θα ανέλθουν σε περίπου 20 δις Ευρώ. Σύμφωνα με τον υπεύθυνο για την εξωτερική πολιτική του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (FDP) στη Γερμανία, Rainer Stinner, οι αριθμοί που ανέφερε ο Rasmussen αποτελούν μια «καταχώρηση αέρα» (ελληνιστί: σαπουνόφουσκες).

***

Η στρατιωτικοποίηση της κοινωνικο-πολιτικής σφαίρας

Το ΝΑΤΟ παραμένει σταθερά στη θέση για μια «δικτυωμένη ασφάλεια» -κάτι που επίσης δεν αναμενόταν ότι θα άλλαζε. Σύμφωνα με τη νέα στρατηγική αντίληψη «τα μαθήματα τα οποία πήρε το ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα στο Αφγανιστάν και στα Δυτικά Βαλκάνια, κάνουν καθαρό, ότι είναι αναγκαία μια αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης». Αυτό σημαίνει ότι και στο μέλλον όλες οι κοινωνικές σφαίρες, απ΄ την «αναπτυξιακή» βοήθεια, την περιβαλλοντική πολιτική μέχρι και τη στρατιωτική επέμβαση, θα υποτάσσονται στην επιβολή των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.

Στο στρατηγικό ντοκουμέντο, στο κεφάλαιο «Ασφάλεια μέσω διαχείρισης κρίσεων», παράλληλα με μερικές ήδη γνωστές δηλώσεις, όπως π.χ. ότι τα προβλήματα των «αποτυχημένων» χωρών μπορούν να αποτελέσουν και προβλήματα του δυτικού κόσμου, εμπεριέχεται και μια απ΄ τις κεντρικές και επικίνδυνες προσαρμογές τακτικής στη νέα νατοϊκή στρατηγική αντίληψη. Η πολιτική (zivil) δουλειά στις περιοχές συγκρούσεων αναδεικνύεται επίσημα σε μέρος της στρατηγικής του ΝΑΤΟ, συμπληρώνοντας την στρατιωτική συνιστώσα του. Η Nicole Gnesotto, μέλος του think tank της ΕΕ «Institute for Security Studies», τεκμηριώνει το παραπάνω ως εξής: «Σχεδόν μια δεκαετία στρατιωτικών επεμβάσεων στο Αφγανιστάν φάνηκε η ακαταλληλότητα, μάλιστα η αποτυχία μιας καθαρά στρατιωτικής στρατηγικής […]»[13]

Σε αντίθεση με τις διαμαρτυρίες οργανώσεων που στηρίζουν την αναπτυξιακή πολιτική καθώς και μερικών ΜΚΟ, το ΝΑΤΟ τα επόμενα χρόνια «θα αναπτύξει τις κατάλληλες αλλά και μετριόφρονες ικανότητες για να συνεργάζεται με τους πολιτικούς συμμάχους αποτελεσματικότερα […]. Αυτές οι ικανότητες θα πρεπε επίσης να χρησιμοποιηθούν για το σχεδιασμό πολιτικών (zivil) δραστηριοτήτων, την υλοποίησή τους και το συντονισμό τους, έως ότου επιτρέψουν οι συνθήκες μια μεταβίβαση της ευθύνης και των καθηκόντων σε άλλα πρόσωπα» Στην πολιτική συνιστώσα της πολιτικο-στρατιωτικής συνεργασίας ανήκουν π.χ. η συνεργασία με τοπικές και διεθνείς οργανώσεις καθώς και ο ντόπιος πληθυσμός.

Για το λόγο αυτό το ΝΑΤΟ θέλει να «εκπαιδεύσει πολιτικό εξειδικευμένο προσωπικό των κρατών-μελών, το οποίο θα βρίσκεται σε διάθεση για μια γρήγορη επέμβαση μέσω των συμμάχων, και το οποίο θα είναι σε θέση να συνεργαστεί με το δικό μας στρατιωτικό και εξειδικευμένο πολιτικό προσωπικό των συνεργαζόμενων κρατών και θεσμών». Σ΄ αυτό το πολιτικό εξειδικευμένο προσωπικό ανήκουν αστυνομικοί, μονάδες χωροφυλακής, συνοριοφύλακες καθώς και νομικοί σύμβουλοι.

Τις παραπάνω γραμμές στο στρατηγικό ντοκουμέντο του ΝΑΤΟ, είναι πολύ πιθανό να τις υπαγόρευσαν στον ΓΓ του ΝΑΤΟ Rasmussen κυρίως οι δυνάμεις της ΕΕ. Στις 24 πολιτικές και στρατιωτικές αποστολές της ΕΕ για τη «διαχείριση κρίσεων» που έλαβαν χώρα απ΄ το 2003, η μορφή αυτή διεξαγωγής πολέμου έχει ήδη υλοποιηθεί. Γι΄ αυτό και η ΕΕ διαθέτει ήδη πηγές οι οποίες θα ήταν αναγκαίες για μια επέμβαση τέτοιου είδους πολιτικών δυνάμεων. «Η Γερμανία», επιβεβαιώνει η καγκελάριός της Angela Merkel μετά την πρώτη μέρα της Συνόδου κορυφής στη Λισσαβώνα, «όχι μόνο υποστήριξε απ΄ την αρχή το σχέδιο της δικτυωμένης ασφάλειας, αλλά και συνεισέφερε στην ανάπτυξή του και το βίωσε στην καθημερινή εργασία»[14]

Ακόμη κι αν το ΝΑΤΟ στη νέα στρατηγική του αντίληψη αφήνει ανοιχτή μια πίσω πόρτα για στρατιωτικές επιχειρήσεις που θα κάνει από μόνο του, η πολιτικο-στρατιωτική διαχείριση κρίσεων αναδεικνύεται στην αντίληψη αυτή σε κεντρικό εργαλείο για την επίτευξη των δυτικών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων με τη βία. Για το λόγο αυτό «θα βελτιωθεί το ενσωματωμένο πολιτικο-στρατιωτικό σχέδιο στο συνολικό φάσμα των κρίσεων».

Εδώ δεν πρέπει να δημιουργούνται αυταπάτες. Η πολιτική συνιστώσα του ΝΑΤΟ δεν αντικαθιστά τη στρατιωτική, αλλά την συμπληρώνει. Στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ διατυπώνεται το ζήτημα αυτό καθαρά: «Οι ένοπλες δυνάμεις μας θα αποτελούν πάντα τη σπονδυλική στήλη της ασφάλειάς μας, αλλά θα πρέπει να συμπληρωθούν» [15]. Στο Αφγανιστάν για παράδειγμα, αυτή η αλλαγή δεν οδηγεί ούτε στην απόσυρση των στρατιωτικών μονάδων του ΝΑΤΟ ούτε στο τέλος του πολέμου. Σταδιακά αντικαθιστώνται οι νατοϊκές δυνάμεις, μέχρι το ΝΑΤΟ να εκπαιδεύσει αφγανούς στρατιώτες και αστυνομικούς, οι οποίοι στη θέση των νατοϊκών δυνάμεων θα συνεχίσουν τον πόλεμο που άρχισαν προηγουμένως αυτές. Τον έλεγχο παρόλα αυτά πάνω στο Αφγανιστάν τον κρατά το ΝΑΤΟ.

***

9. Συλλογική ασφάλεια

Ο μύθος περί μείωσης των εξοπλισμών

«Τόση μεγάλη μείωση των εξοπλισμών δεν υπήρξε ποτέ στο ΝΑΤΟ», ζητωκραύγαζε ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Guido Westerwelle[16]. Στη νέα στρατηγική αντίληψη του ΝΑΤΟ, στο κεφάλαιο που αναφέρεται στη μείωση των εξοπλισμών και στον έλεγχό τους, γίνεται λόγος για μια «ιστορική τομή». Αν θέλει όμως κανείς να μην παρασύρεται από μεγαλοστομίες και φανφάρες, είναι ανάγκη να εξεταστεί περί ποιάς μείωσης των εξοπλισμών πρόκειται και με ποιο τρόπο αυξάνονται οι εξοπλισμοί.

Το ΝΑΤΟ υποστηρίζει τον «έλεγχο της μείωσης των συμβατικών όπλων, ο οποίος είναι προβλέψιμος και διαφανής, και τα μέσα τα οποία επιτρέπουν τη διατήρηση του οπλισμού σ΄ ένα ελάχιστο επίπεδο σταθερότητας». Επίσης «θα εργαστεί ώστε το καθεστώς του συμβατικού ελέγχου μείωσης των εξοπλισμών στην Ευρώπη να υλοποιηθεί πάνω σε μια αμοιβαία, διαφανή βάση και να ενισχυθεί σε συμφωνία με τα έθνη που τους αφορά». Το πώς θα είναι αυτός ο οπλισμός, ο οποίος απαιτεί το ελάχιστο «επίπεδο σταθερότητας», αυτό βεβαίως δεν συγκεκριμενοποιείται, όπως επίσης και το ύψος των «αναγκαίων κρατικών δαπανών για την ασφάλεια και την άμυνα» με τις οποίες μπορούν να χρηματοδοτηθούν επαρκώς οι ένοπλες δυνάμεις. Πουθενά στο ντοκουμέντο δεν εμφανίζονται αριθμοί ή σαφείς υποχρεώσεις για τα κράτη-μέλη. Αντί αυτού τα κράτη-μέλη άφησαν ανοιχτές τις πίσω πόρτες.

Στο ζήτημα των πυρηνικών όπλων προπαγανδίστηκε, ιδιαίτερα απ΄ τη γερμανική κυβέρνηση, μια στρατηγική μείωσης των εξοπλισμών. Το ΝΑΤΟ ως προς αυτό δηλώνει ότι θέλει «να δημιουργήσει σε συμφωνία με τους στόχους της Σύμβασης για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, τις συνθήκες για έναν κόσμο χωρίς πυρηνικά όπλα, η οποία απαιτεί τη διεθνή σταθερότητα και βασίζεται πάνω στην αρχή της αδιαίρετης ασφάλειας για όλους». Ταυτόχρονα όμως το ΝΑΤΟ σκοπεύει, όπως ήδη αναφέρθηκε, να μειώσει τα πυρηνικά όπλα ολοκληρωτικά τότε μόνο, όταν θα έχουν ήδη διαλυθεί όλα τα πυρηνικά οπλοστάσια των άλλων δυνάμεων. Η στάση αυτή αντιστοιχεί στη θέση των ΗΠΑ, όπως αυτή διατυπώθηκε στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας. «Ο στρατός μας πρέπει να διατηρήσει την υπεροχή του στα συμβατικά όπλα και όσο διάστημα υπάρχουν πυρηνικά όπλα, την ικανότητά του για πυρηνικό εκφοβισμό»[17]. Αυτό δεν είναι εύκολα υλοποιήσιμο επειδή θα σήμαινε, ότι για παράδειγμα η Ρωσία, η Ινδία και η Κίνα θα πρεπε να παραιτηθούν απ΄ το πυρηνικό τους δυναμικό έχοντας εμπιστοσύνη στο γεγονός, ότι οι ΗΠΑ δεν θα το αξιοποιήσουν προς στρατιωτικό τους όφελος.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, εμπειρογνώμονες στα πυρηνικά όπλα σύμφωνα με τον αγγλικό «Guardian» εκφράζουν διαφωνίες και στο κατά πόσο το νέο στρατηγικό ντοκουμέντο του ΝΑΤΟ προβλέπει μια μείωση των πυρηνικών οπλοστασίων.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Obama για παράδειγμα, μετά τη Σύνοδο κορυφής στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε, δεν άφησε καμιά αμφιβολία ότι ο πυρηνικός αφοπλισμός για τον οποίο έκανε λόγο κυρίως η κυβέρνηση της Γερμανίας, είναι ένας μύθος. Το ΝΑΤΟ –κατά τη γνώμη του- θα πρεπε στο μέλλον «να αναπτύξει όλες τις στρατιωτικές ικανότητες τις οποίες χρειάζονται τα έθνη μας για την άμυνα»[18]. Γι΄ αυτό πρέπει –αυτό τονίζεται ιδιαίτερα- και το ΝΑΤΟ να διατηρήσει τις βασικές του δομές οι οποίες είναι αναγκαίες για πολεμικές επιχειρήσεις. Παραπέρα στόχος παραμένει, σύμφωνα με το άρθρο 5, η ετοιμότητα του ΝΑΤΟ ώστε να είναι σε θέση να διεξάγει ταυτόχρονα δυό μεγάλες επιχειρήσεις εκτός των συνόρων του και μερικές μικρότερες (από στρατιωτικούς αναλυτές αναφέρονται 6 μικρότερες επιχειρήσεις), διατηρώντας τη νατοϊκή απαντητική δύναμη κτυπήματος (NATO Response Force).

Το ότι η υπερατλαντική ιμπεριαλιστική συμμαχία παρόλα αυτά παρουσιάζεται μέσω των ΜΜΕ ότι θέλει μια παγκόσμια μείωση των εξοπλισμών, αυτό συμβαίνει για λόγους τακτικής. Για παράδειγμα, οι μεταρρυθμίσεις των δομών τις οποίες αποφάσισε το ΝΑΤΟ –μεταξύ των άλλων η μείωση του στρατιωτικού διοικητικού προσωπικού από 13.000 σε 9.000- δεν χρησιμεύουν στη μείωση της πολεμικής μηχανής. Πολύ περισσότερο, οι σχετικά υψηλές χρηματικές απώλειες θα πάνε στους εθνικούς προϋπολογισμούς για να συνεισφέρουν –σύμφωνα με τα λόγια του πρωθυπουργού της Αγγλίας Cameron- ώστε το ΝΑΤΟ «να επικεντρωθεί στις αξιώσεις του μετώπου». Μάλιστα συμφωνίες περί μείωσης των εξοπλισμών, όπως π.χ. η νέα Συμφωνία START μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, δεν υλοποιούνται με συνέπεια. Στις ΗΠΑ η ψήφιση της Συμφωνίας αυτής απ΄ τους Ρεπουμπλικάνους στο Κογκρέσο, συνδέθηκε με συμβιβαστικές παραχωρήσεις.

Εκτός αυτού το ΝΑΤΟ αντιδρά σε υποτιθέμενες νέες απειλές διαρκώς με νέα οπλικά συστήματα. Στο σημείο 19 του νέου στρατηγικού ντοκουμέντου αναφέρονται μια σειρά από νέα εξοπλιστικά προγράμματα από τα οποία μόνο το σύστημα βαλλιστικών πυραύλων είναι το μεγαλύτερο και το πιο γνωστό. Δεν πρέπει να αναπτυχθούν παραπέρα μόνο οι στρατιωτικές ικανότητες ενάντια στα βιολογικά, χημικά και πυρηνικά όπλα, αλλά και τεχνολογικά μέσα ενάντια σε επιθέσεις στον κυβερνοχώρο, τις «τρομοκρατικές» επιθέσεις ή την προστασία της οικονομικής υποδομής –πάντα έτσι όπως κατανοεί αυτά τα ζητήματα ο διεστραμμένος εγκέφαλος των νατοϊκών. Ακριβώς για το λόγο αυτό θα ήταν μεγάλο σφάλμα να περιορίζεται απλά η μείωση των εξοπλισμών στη μείωση της προμήθειάς τους! Οι τεχνολογίες που σχετίζονται π.χ. με την κατασκοπεία ή τους υπολογιστές αυξάνουν τη σημασία τους στην εποχή της δικτυωμένης ασφάλειας και της προληπτικής «προστασίας».

Όταν τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ μειώνουν τους εξοπλισμούς τους, κατά κανόνα αποσύρουν εκείνα τα όπλα τα οποία δεν χρειάζονται στους νέους πολέμους και στις επιχειρήσεις ενάντια σε νέους κινδύνους επειδή αυτά είναι δαπανηρά ή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν επιχειρησιακά. Για το ΝΑΤΟ αυτό που έχει κυρίως σημασία δεν είναι η διατήρηση της ίδιας ποσότητας των παλιών όπλων, αλλά πολύ περισσότερο, αφενός η ποιοτική διεύρυνση των στρατιωτικών ικανοτήτων και αφετέρου η αύξηση της αποτελεσματικότητας των όπλων του στις επιχειρήσεις σε τομείς που είχαν παραμεληθεί («κυβερνοπόλεμος» και βαλλιστικό πυραυλικό σύστημα). Γι΄ αυτό και η σχετική μείωση της σημασίας των πυρηνικών όπλων και η ετοιμότητα να μειωθεί κάπως ο ρόλος τους, χωρίς όμως να εξουδετερωθούν εντελώς, λίγη σημασία έχει για το ΝΑΤΟ. Αφετέρου οι δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αναγνώρισαν τις δυνατότητες καταστολής που προσφέρουν οι συμφωνίες μείωσης των οπλικών συστημάτων. Με το να εφαρμόζεται ένα καθεστώς μείωσης των όπλων και να απαγορεύεται σε άλλα κράτη η πρόσβαση π.χ. στα πυρηνικά και άλλα όπλα μαζικής καταστροφής, καθώς και στα ειδικά συμβατικά όπλα –στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ κατονομάζονται το Ιράν και η Βόρειος Κορέα- διατηρείται το status quo, δηλαδή η υπάρχουσα στρατιωτική ηγεμονία πάνω στην υφήλιο σε σχέση με την οικονομική και πολιτική. Έτσι λοιπόν γίνεται εύκολα κατανοητή μια τέτοιου είδους αντίληψη. Γι΄ αυτό και για τις ΗΠΑ ο περιορισμός της διάδοσης των πυρηνικών όπλων έχει τη μεγαλύτερη προτεραιότητα.

Όμως και για τη γερμανική κυβέρνηση ο περιορισμός, ιδιαίτερα των πυρηνικών όπλων, δεν σχετίζεται σε καμιά περίπτωση με το πάθος της για την ειρήνη. Πρώτο, η γερμανική κυβέρνηση προσπαθεί να εξισορροπήσει τη Γερμανία ως στρατιωτική δύναμη απ΄ τη σκοπιά τού ότι αυτή θα πρέπει να παραμείνει ισχυρή δύναμη χωρίς πυρηνικά όπλα. Η συγκεκριμένη μείωση των εξοπλισμών των ΗΠΑ και/ή της Ρωσίας μείωσε π.χ. την απόσταση μεταξύ της ΕΕ με αυτή των άλλων μεγάλων δυνάμεων. Δεύτερο, η απόσυρση των στρατηγικών πυρηνικών βαλλιστικών πυραύλων από την Ευρώπη –ένα αίτημα του φιλειρηνικού κινήματος που πάει δεκαετίες πίσω και το οποίο αξιοποίησε η κυρίαρχη τάξη στη Γερμανία- μείωσε την επιρροή των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ήπειρο και ενίσχυσε την στρατιωτική και πολιτική ανεξαρτησία της ΕΕ απ΄ τις ΗΠΑ.

Την πρόσβαση για μείωση των εξοπλισμών με διπλό τρόπο –δηλ. αφενός τη μείωση των παραδοσιακών οπλικών συστημάτων και αφετέρου την αντικατάστασή τους με άλλα νέου τύπου- την έχουν σήμερα οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα όμως οι ΗΠΑ και η ΕΕ. Επίσης και η γερμανική κυβέρνηση επιδιώκει την υλοποίηση αυτού του σχεδίου ήδη απ΄ το 2006. Οι αποχρώσεις στις θέσεις διαφέρουν μόνο ως προς τα πού θα πέσει το βάρος.

***

Διεύρυνση του ΝΑΤΟ και στρατηγικές συμμαχίες

Οι ιθύνοντες του ΝΑΤΟ αποφάσισαν ότι «η πόρτα του ΝΑΤΟ παραμένει ανοιχτή για όλες τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες που θέλουν να γίνουν μέλη του». «Στόχος [του ΝΑΤΟ] είναι μια ενωμένη και ελεύθερη Ευρώπη η οποία βασίζεται πάνω σε κοινές αξίες» και τον στόχο αυτό τον υπηρετεί κανείς καλύτερα μέσω της «τελειωτικής ενσωμάτωσης όλων των ευρωπαϊκών κρατών στις επιθυμητές ευρωατλαντικές δομές». Το ΝΑΤΟ επομένως διατυπώνει την πρόθεσή του να ενώσει μακροπρόθεσμα κάτω απ΄ τη στέγη του την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.

Παρόλα αυτά μπορεί να διαπιστώσει κανείς, ότι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια παρουσίασε ρυθμούς επιβράδυνσης. Αυτό σχετίζεται αφενός με το γεγονός ότι τώρα μια προσέγγιση με τη Ρωσία, η οποία σταδιακά αρχίζει να δυναμώνει, είναι μόνο δυνατή, αν το ΝΑΤΟ δεν επεκτείνει παραπέρα τα εδαφικά του σύνορα κατά μήκος των ρωσικών συνόρων. Αφετέρου ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας το 2008 έδειξε πόσο επικίνδυνη μπορεί να αποβεί για το σύνολο του ΝΑΤΟ σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης η πρόσληψη σ΄ αυτό ανατολικοευρωπαϊκών κρατών.

Παρά την επιβεβαίωση ότι το ΝΑΤΟ «συνεχίζει και αναπτύσσει τις συνεργασίες του με την Ουκρανία και τη Γεωργία στις επιτροπές, όπως αποφάσισε το ΝΑΤΟ κατά τη Σύνοδο κορυφής στο Βουκουρέστι το 2008», υπάρχουν όμως αμφιβολίες κυρίως για τα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη-μέλη σχετικά με την ειλικρίνεια των δυνάμεων που ηγεμονεύουν στο ΝΑΤΟ. Έτσι για παράδειγμα στην Τσεχία υπάρχει η άποψη, ότι η πολιτική των ανοιχτών θυρών απέναντι σε χώρες όπως η Γεωργία, δεν αποτελούν πλέον κανένα θέμα. Ναι μεν το ΝΑΤΟ διαβεβαίωσε ότι «θέλει να προωθήσει την ευρωατλαντική ενσωμάτωση στα Δυτικά Βαλκάνια» μολαταύτα το προτσές διεύρυνσης συνολικά έχασε την ορμή του. Οι γενικές και μη υποχρεωτικές για τα κράτη-μέλη διατυπώσεις στη νέα στρατηγική αντίληψη που αφορά σε διάφορες συνεργασίες του ΝΑΤΟ, αποτελούν ένα τεκμήριο. Αυτό όμως σημαίνει ότι η πολιτική των ανοιχτών θυρών θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί ξανά εκ νέου, αν πολιτικά κριθεί αναγκαίο ή εμφανίζεται ως δυνατή.

Το προτσές παραμέλησης πρόσληψης στο ΝΑΤΟ εν δυνάμει νέων μελών, βαδίζει παράλληλα με μια ελαφρά μετατόπιση προσέγγισης κρατών, οργανώσεων, εταιριών κτλ που δεν ανήκουν στο ΝΑΤΟ. Αφενός θα πρεπε περισσότερο και άλλα κράτη να συνεργαστούν με το ΝΑΤΟ μέσω «ευέλικτων σχημάτων» -σύμφωνα πάντα με το στρατηγικό ντοκουμέντο-, αφετέρου το ΝΑΤΟ θέτει ως στόχο του συνεργασίες με μη-κρατικές οργανώσεις και οργανισμούς –ΜΚΟ, καθώς και με ιδιωτικές εταιρίες ασφάλειας- όπως επίσης με ισχυρούς υπερεθνικούς θεσμούς όπως ο ΟΗΕ. Η προσφορά συμμαχιών προς τον ΟΗΕ δεν πρέπει να κατανοηθεί έτσι ότι αναγνωρίζεται ως μια παγκόσμια οργάνωση η οποία αποφασίζει για τη διατήρηση και αποκατάσταση της συλλογικής ασφάλειας. Αντιθέτως, το ΝΑΤΟ βλέπει τον ΟΗΕ σαν μια δύναμη μεταξύ των πολλών: Στην ανάγκη συμμαχεί και αποφασίζει μαζί του Το ποιος είναι ο μάγειρας και ποιο το γκαρσόνι είναι καθαρό.

Στόχος του ΝΑΤΟ είναι η δημιουργία ενός «πολυστρωματικού δικτύου σχέσεων συνεργασίας με κράτη και οργανώσεις σε όλη την υφήλιο». Εδώ οι ιθύνοντες της ΕΕ και των ΗΠΑ συμφωνούν καθ΄ ολοκληρία.

Ο διευθυντής του «European Union Institute for Security Studies», Alvaro de Vasconcelos, γράφει γι αυτό το θέμα: «Η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται όλες τις παγκόσμιες οργανώσεις, παλιές και νέες, ώστε να μπορέσουν να δομήσουν μια νέα διεθνή τάξη»[19]. Αυτή όμως η στροφή προς τα πολυμερή δίκτυα ασφάλειας δεν σχετίζεται με την πίστη για μια κοινή λύση των συγκρούσεων, αλλά με τη γνώση, ότι πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα μπορούν να υλοποιηθούν αποτελεσματικότερα σ΄ αυτό το modus operandi (τρόπος του ενεργείν). Στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ η αντίληψη αυτή διατυπώνεται καθαρά: «Αν καταπονούμε υπερβολικά τα στρατιωτικά μας μέσα ή αν δεν κατορθώνουμε να χρησιμοποιούμε συμπληρωματικά όργανα, ή αν δρούμε χωρίς τους συμμάχους μας, τότε επιβαρύνουμε το στρατό μας, οι Αμερικανοί πρέπει να σηκώσουν μεγαλύτερα βάρη και η ηγεμονία μας θα ταυτίζεται πάρα πολύ με τη στρατιωτική δύναμη»[20].

***

Η σχέση μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΕ

Η συνεργασία μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΕ είναι ιδιαίτερης και αποφασιστικής σημασίας για το μέλλον της υπερατλαντικής συμμαχίας. Ενόσω το ΝΑΤΟ αποτελεί τη δυτική στρατιωτική συμμαχία η οποία έχει τις ρίζες της στην περίοδο του ψυχρού πολέμου και στην οποία κυριαρχούν οι ΗΠΑ, η ΕΕ στη σημερινή της μορφή αποτελεί κυρίως προϊόν της περιόδου 1989/90, η οποία (ΕΕ) βρίσκεται κάτω απ΄ την ηγεμονία της επαναδυναμωμένης Γερμανίας και της Γαλλίας. Μεταξύ των δυό ιμπεριαλιστικών πόλων ΗΠΑ και ΕΕ, υπάρχει εδώ και δεκαετίες μια διαμάχη η οποία βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση και η οποία έφθασε στην κορύφωσή της κατά την ανοιχτή αντιπαράθεση πριν τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003. Στον πυρήνα της η διαμάχη αυτή αφορούσε στην κατανομή εξουσίας στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και επομένως στην κατανομή των καθηκόντων και στις εκάστοτε αξιώσεις.

Στις δηλώσεις της Συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στη Λισσαβώνα, τονίστηκε ιδιαίτερα η σημασία της ΕΕ. Βασική αιτία γι΄ αυτό αποτελούν τα εσωτερικά οικονομικά και στρατιωτικά προβλήματα των ΗΠΑ, τα οποία αφήνουν στην Ουάσιγκτον λίγες δυνατότητες επιλογής απ΄ το να αναλάβει την προσπάθεια να μεταθέτει όλο και περισσότερο τα «βάρη της παγκόσμιας πολιτικής τάξης πραγμάτων» στους ευρωπαίους συμμάχους της. Σε σχέση μ΄ αυτό τα κράτη της ΕΕ διεκδικούν περισσότερα δικαιώματα συναπόφασης στο ΝΑΤΟ, στο οποίο μέχρι τώρα οι ΗΠΑ έπαιζαν σχεδόν το πρώτο και μοναδικό βιολί. Ακόμη τα κράτη της ΕΕ αναμένουν ότι οι ΗΠΑ θα υποχωρήσουν απ΄ την αντίσταση που προβάλλουν ενάντια σε μια παραπέρα στρατιωτικοποίηση της ΕΕ, η οποία δημιουργεί επίσης στρατιωτικές δυνάμεις ώστε να είναι σε θέση να διεξάγει πολέμους στην ανάγκη και χωρίς τις ΗΠΑ.

Δυό απ΄ τα ουσιαστικά σημεία διαμάχης μεταξύ των δυό πολιτικών και οικονομικών πυλώνων της συμμαχίας, των ΗΠΑ και της ΕΕ, φαίνεται ότι τα τελευταίο διάστημα έχουν λυθεί. Αφενός οι συντάκτες της νέας στρατηγικής αντίληψης διαπιστώνουν ότι η κοινή άμυνα θα συνεχιστεί «πάνω στη βάση της αλληλεγγύης, των κοινών στόχων και της ίσης κατανομής βαρών» -ιδιαίτερα η κοινή χρηματοδοτική κατανομή βαρών αποτελεί εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα ένα βασικό αίτημα των ΗΠΑ προς την ΕΕ ως προϋπόθεση για περισσότερα δικαιώματα συναπόφασης στο ΝΑΤΟ. Αφετέρου οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν την ΕΕ σαν ισότιμο συνέταιρο κάνοντας αποδεκτή την ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας με την οποία η ΕΕ μετατρέπεται σε στρατιωτική ένωση, η οποία η ίδια πλέον αναλαμβάνει καθήκοντα εξοπλισμού, αλλά και αναγνωρίζοντας την πολιτική ασφάλειας της ΕΕ ως συνιστώσα της: «Το ΝΑΤΟ αναγνωρίζει την σημασία μιας ενισχυμένης και ευρωπαϊκής άμυνας. Χαιρετίζουμε την ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας η οποία θέτει τα πλαίσια για την ΕΕ, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει καλύτερα τους κινδύνους για την κοινή ασφάλεια». Τα αποσπάσματα στο νέο στρατηγικό ντοκουμέντο του ΝΑΤΟ που αναφέρονται στη σχέση του προς την ΕΕ παλιότερα δεν ήταν τόσο σαφή στη διατύπωσή τους, ενώ αντίθετα απ΄ το τωρινό καταλήγει κανείς σχετικά εύκολα στο συμπέρασμα μιας μετατόπισης του συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ. Η ΕΕ για πρώτη φορά κατατάσσεται σαν «ένας μοναδικός και ουσιαστικός συνέταιρος του ΝΑΤΟ», παρόλο που οι ΗΠΑ στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας χαρακτηρίζουν το ΝΑΤΟ σαν «βάση της ευρωπαϊκής ασφάλειας»[21]

Παρ΄ όλες τις υπερατλαντικές προσεγγίσεις, οι ευρωπαίοι κυρίως δεν είναι ευχαριστημένοι με την κατάσταση του ΝΑΤΟ: «Πρέπει να διαπιστωθεί ότι οι σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στο θεσμικό επίπεδο κάθε άλλο παρά αρμονικές είναι»[22]. Και η Nicole Gnesotto απ΄ το «European Institute for Security Studies» σημειώνει παραπέρα: «Οι πολιτικές σχέσεις ανάμεσα στους δυό σε καμιά περίπτωση δεν είναι ικανοποιητικές»[23]. Η κατάσταση αυτή έχει διάφορες αιτίες. Αφενός οι ΗΠΑ μετατοπίζουν την εστίασή τους αυξητικά προς την Ανατολή, μακριά απ΄ την Ευρωζώνη. Ο Barack Obama δεν κάνει ανέξοδα λόγο για έναν επερχόμενο «ειρηνικό αιώνα»[24]. Αφετέρου η ΕΕ θέλει να αυξήσει τη σχετική της ανεξαρτησία απ΄ το ΝΑΤΟ και να δρα πλέον σε μεγάλο βαθμό αυτόνομα. Έτσι θα αποτελούσε απλά «μια συνιστώσα μιας ανώτερης στρατηγικής συμμαχίας ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ»[25] μεταξύ των πολλών.

Αυτή η αξίωση της ΕΕ να βλέπει στο ίδιο επίπεδο τις δυό συμμαχίες, οφείλεται στο γεγονός ότι ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ αυτών που δίνουν χρήματα (ΕΕ) και των πολεμιστών (ΗΠΑ), σταδιακά φαίνεται να εκμηδενίζεται. Η ΕΕ αναλαμβάνει στρατιωτικά όλο και περισσότερο τη «δική της ευθύνη»: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πλέον σε θέση ή δεν θέλουν να αναλάβουν το συνολικό φάσμα διαχείρισης των κρίσεων στον κόσμο. Η υποχώρηση της Αμερικής απ΄ αυτή την άποψη υποχρεώνει την Ευρώπη να δρα στο μέλλον με μεγαλύτερη ένταση»[26]. Το ερώτημα είναι: με ποιο τρόπο;

Η ΕΕ και το ΝΑΤΟ συμφωνούν ότι πρέπει να υπάρξει μια ισχυρότερη σύμπλεξη των δυό: «Η στρατηγική συνεργασία με την ΕΕ» αναφέρει το νέο στρατηγικό ντοκουμέντο του ΝΑΤΟ, πρέπει «να ενισχυθεί στο πνεύμα της αμοιβαίας ειλικρίνειας, της διαφάνειας, της συμπληρωματικότητας και του σεβασμού για την αυτονομία και τη θεσμική ακεραιότητα των δυό οργανώσεων». Επιπλέον το κείμενο στο σημείο αυτό αφήνει χώρο για διάφορες εικασίες, οι οποίες βασίζονται πάνω σε αντιτιθέμενα συμφέροντα της ΕΕ και των ΗΠΑ. Επειδή, αφενός θα μπορούσε κανείς με βάση το στρατηγικό ντοκουμέντα να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι θα υπάρξει μια μεγαλύτερη σύμπλεξη και ένας καθαρός καταμερισμός εργασίας μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, κατά τον οποίο η ΕΕ προσφέρει τα πολιτικά (zivil) και οι ΗΠΑ τα στρατιωτικά μέσα –ισότιμα-, αφετέρου όμως θα ήταν επίσης δυνατό, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ να «παίξουν συμπληρωματικούς και αμοιβαία ενισχυτικούς ρόλους για να διατηρήσουν τη διεθνή ειρήνη και τη διεθνή ασφάλεια».

Η πολιτική ασφάλειας της ΕΕ συμπεριλαμβανομένου του στρατιωτικού της βραχίονα θα μπορούσε να αναπτυχθεί «στη μορφή ενός ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ»[27] και έτσι να προωθηθεί μια βαθμιαία απόσπαση της ΕΕ απ΄ τις ΗΠΑ –κατ΄ αναλογία και απ΄ το ΝΑΤΟ. Το προτσές αυτό, το οποίο ιστορικά περιγράφηκε πιο πάνω με τη λέξη-κλειδί «αυτονομία» και που σήμερα καταγράφεται με την έννοια «συμπληρωματικότητα», ασφαλώς και δεν θα ήταν προς το συμφέρον των ΗΠΑ ενώ θα αδυνάτιζε το ΝΑΤΟ μακροπρόθεσμα και αμετάκλητα.

***

Ρωσία και ΝΑΤΟ

Η τρίτη Σύνοδος κορυφής μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας σε ανώτατο διπλωματικό επίπεδο απ΄ το 2002, όταν αυτές οι συναντήσεις απέκτησαν πλέον τυπικό χαρακτήρα, ήταν περισσότερο συμβολική παρά αποτελεσματική σε ό,τι αφορά την ουσία. Η συνάντηση του Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας στα πλαίσια της Συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στη Λισσαβώνα ήταν η πρώτη απ΄ την περίοδο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης μεταξύ Γεωργίας και Ρωσίας τον Αύγουστο του 2008. Δυό χρόνια όμως πριν τη συνάντηση αυτή, δεν οδήγησε ο πόλεμος, αλλά κυρίως το σχέδιο των ΗΠΑ για ένα πυραυλικό σύστημα, στη διακοπή των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ.

Παρόλη την ανάδειξη της Συνάντησης του ΝΑΤΟ με τον τότε πρόεδρο της Ρωσίας Medwedev – η Angela Merkel τόνισε στη συνάντηση Τύπου ότι ο ψυχρός πόλεμος έχει φτάσει πραγματικά στο τέλος του- τόσο τα αποτελέσματα Συνάντησης όσο και οι διατυπώσεις στο στρατηγικό ντοκουμέντο είναι συγκρατημένα.

Η Ρωσία είναι η μοναδική μεγάλη δύναμη, η οποία δεν ανήκει στο ΝΑΤΟ και παρόλα αυτά κατονομάζεται στο ντοκουμέντο. Το ΝΑΤΟ στη νέα στρατηγική αντίληψή του παραδέχεται την εδαφική ακεραιότητα της Ρωσίας –κάτι που θεωρείται αυτονόητο για τις διεθνείς σχέσεις. Ιδιαίτερα επισημαίνεται ότι «το ΝΑΤΟ για τη Ρωσία δεν αποτελεί απειλή» και ότι με τη Ρωσία θα πρεπε να κλειστεί μια συμφωνία ώστε η θέση των ρωσικών πυρηνικών όπλων στην Ευρώπη να γίνει πιο διαφανής και να απομακρυνθούν τα όπλα που βρίσκονται κοντά στο έδαφος των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ, επειδή σύμφωνα με τους ιθύνοντες του ΝΑΤΟ θα πρεπε πριν «γίνουν παραπέρα βήματα, να ληφθεί υπόψη η δυσαναλογία της ύπαρξης των ρωσικών πυρηνικών όπλων μικρού βεληνεκούς». Ωστόσο οι κρατικοί και κυβερνητικοί παράγοντες του ΝΑΤΟ δήλωσαν ότι επιδιώκουν «μια πραγματική στρατηγική συνεργασία μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ». Γι΄ αυτό θα πρεπε, κατά τη γνώμη τους, η Μόσχα να συνδεθεί με το σχέδιο και την υλοποίηση του βαλλιστικού πυραυλικού συστήματος στα διάφορα πεδία της πολιτικής, και όπου υπάρχουν κοινά σημεία να γίνει συνεργασία.

Συγκεκριμένα, ο Medwedev και οι εκπρόσωποι του ΝΑΤΟ συμφώνησαν στη Λισσαβώνα σε τρία σημεία. Να γίνει μια πρώτη συνάντηση για μια κοινή ανάλυση περί απειλών στον 21ο αιώνα σε επίπεδο υπουργών Άμυνας τον Ιούνη του 2011, τη συνεργασία στο πυραυλικό σύστημα –η Ρωσία επιμένει για μια πλήρη ανταλλαγή πληροφοριών και τη συμμετοχή στην ανάληψη ευθυνών για το πυραυλικό σύστημα- και την κοινή συνέχιση της πάλης ενάντια στην «τρομοκρατία». Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα, ότι η Ρωσία θα εξασφαλίσει στο ΝΑΤΟ έναν καλύτερο λογιστικό εφοδιασμό προς το Αφγανιστάν και ότι θα παραδώσει στο Αφγανιστάν ελικόπτερα. Παραπέρα, συμφωνήθηκε ότι το ΝΑΤΟ και η Ρωσία θα διεξάγουν από κοινού τον αγώνα ενάντια στα ναρκωτικά και την ισλαμική τρομοκρατία, ότι θα συνεργαστούν κατά τις Συναντήσεις κορυφής των G8 και G20 και ότι θα παλέψουν από κοινού ενάντια στην αύξηση των όπλων μαζικής καταστροφής. Συνολικά αυτά τα αποτελέσματα της Συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας μπορούν να χαρακτηριστούν ως ανεπαρκή. Επιβεβαιώνουν σε μεγάλο βαθμό την τωρινή υπάρχουσα κατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στις δυό πλευρές, η οποία σε μεγάλο βαθμό χαρακτηρίζεται από δυσπιστία.

Οι αποφάσεις δεν μπορούν να αποκρύψουν το γεγονός, ότι κυρίως τα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θέλουν να αποφύγουν μια προσέγγιση με τη Ρωσία και ότι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή δεν έχει σε καμιά περίπτωση διακοπεί. Το πώς το ΝΑΤΟ παραταξικοποιείται στο θέμα «Ρωσία», αυτό φαίνεται απ΄ την αξιολόγηση εγγράφων της Πρεσβείας των ΗΠΑ, τα οποία δόθηκαν στη δημοσιότητα απ΄ το wikileaks. Από αυτά προκύπτει ότι τα κράτη της Βαλτικής θα συμφωνούσαν σε μια πιο φιλική και ανοιχτή πολιτική απέναντι στη Ρωσία πριν τη Σύνοδο κορυφής στη Λισσαβώνα, μόνο αν τους δινόταν η υπόσχεση ότι θα υπήρχε σχέδιο σε περίπτωση ανάγκης να αμυνθούν στρατιωτικά απέναντι σε μια επίθεση. Ο εν δυνάμει επιτιθέμενος δεν κατονομάζεται μεν στα έγγραφα, είναι όμως φανερό ότι πρόκειται για τη Ρωσία. Γι΄ αυτό και οι ανατολικοευρωπαίοι επέμεναν να συμπεριληφθεί μέσα στο στρατηγικό ντοκουμέντο του ΝΑΤΟ μια διατύπωση, όπου θα τονιζόταν η συλλογική άμυνα σε περίπτωση επίθεσης. Το γερμανικό περιοδικό Spiegel online λίγο πριν τη Σύνοδο κορυφής στη Λισσαβώνα παρέθεσε τα λόγια του υπουργού των Εξωτερικών του Λουξεμβούργου Jean Asselborn, όπου εκφράζεται το βασικό πρόβλημα στη σχέση του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία: «Οι ανατολικοευρωπαίοι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ βλέπουν στη Ρωσία κυρίως ένα κίνδυνο, όταν οι άλλοι βλέπουν έναν στρατηγικό σύμμαχο».

Ουσιαστικά αυτό που θα πρέπει να τονιστεί, είναι, ότι το ΝΑΤΟ δεν είναι πλέον σε θέση να προσπεράσει εύκολα τις ρωσικές θέσεις όπως αυτό συνέβαινε αμέσως μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Όχι μόνο η ΕΕ, όπως γράφει η διευθύντρια του «Finnish Institute of International Affairs» και πρώην Φιλανδή υπουργός Εξωτερικών Teija Tiliikainen, αλλά και οι ΗΠΑ πρέπει «να αντιμετωπίσουν μια άλλη Ρωσία απ΄ ό,τι αυτή της δεκαετίας του 1990. Σαν συνέπεια της παγκόσμιας μετατόπισης δυνάμεων και εν μέρει εξαιτίας των ενεργειακών της αποθεμάτων καθώς και του πυρηνικού δυναμικού της, η Ρωσία βλέπει νέες δυνατότητες για την ανάπτυξη της επιρροής της και του διεθνούς της γοήτρου»[28], και η Μόσχα έγινε ξανά ένα απ΄ τα κέντρα διεθνούς δύναμης. Γερμανοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η Ρωσία δεν χρειάζεται το ΝΑΤΟ.

Το ΝΑΤΟ όμως χρειάζεται τη Ρωσία. Οι ΗΠΑ έχουν την ανάγκη συνεργασίας με τη Μόσχα για σημαντικά ζητήματα, όπως συγκρούσεις και τριβές στο Αφγανιστάν και το Ιράν. Γι΄ αυτό και στην Ουάσιγκτον δεν επιδιώκουν καμιά πολιτική σύγκρουσης με τη Μόσχα. Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν και τα λόγια του Barack Obama: «Εν μέρει και μέσω της νέας εκκίνησης των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας πήραμε σημαντική βοήθεια απ΄ τους Ρώσους για να επιβάλλουμε στο Ιράν κυρώσεις οι οποίες είναι σκληρότερες απ΄ ό,τι προβλέψαμε»[29]. Η ΕΕ επίσης για τους δικούς της λόγους αναγκάζεται να προσεγγίσει τη Ρωσία προκειμένου να προωθήσει λύσεις στη βάση της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής της. Η εξάρτηση της ΕΕ απ΄ τα ενεργειακά αποθέματα της Ρωσίας και η άμεση ασφάλεια της ΕΕ και των γειτονικών της κρατών αφορούν επίσης τα ζωτικά συμφέροντα της Μόσχας. Το ερώτημα που τίθεται είναι: με ποιο τρόπο πρέπει να συμπεριφερθεί το ΝΑΤΟ απέναντι στη Ρωσία;

«Το στρατηγικό συμφέρον της ΕΕ, το οποίο συμμερίζονται εμφανώς και οι ΗΠΑ, είναι, να αποφευχθεί ένας μετωπικός διπολισμός στην Ευρώπη»[30]. Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν η Ρωσία δεν συμμετέχει στην οικοδόμηση μιας συμμαχίας στην Ασία με οριοθέτηση προς το ΝΑΤΟ, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με την Shanghai Cooperation Organization. Γι΄ αυτό και οι γερμανοί στρατηγικοί αναλυτές ζητάνε μια ταυτόχρονη επιδίωξη συμμαχίας και περιορισμού. Οι ΗΠΑ σχετικά μ΄ αυτό είναι ακόμη πιο επιθετικές διατυπώνοντας τη θέση ότι θέλουν μια «σταθερή, ουσιαστική, πολυδιάστατη σχέση με τη Ρωσία»[31].

Το εάν είναι δικαιολογημένες, κυρίως οι ελπίδες των Γερμανών και των Γάλλων, ότι με το τέλος του ψυχρού πολέμου ξεκινά μια νέα σχέση εμπιστοσύνης με τους Ρώσους, αυτό είναι κάτι που θα φανεί στο μέλλον. Ο Wladimir Putin ονειρεύεται ήδη μια πανευρωπαϊκή αγορά απ΄ τη Λισσαβώνα μέχρι το Βλαδιβοστόκ. Ο πρώην γερμανός καγκελάριος και σήμερα οικονομικός λομπίστας Gerhard Schröder φάνηκε να ενθουσιάζεται μ΄ αυτή την ιδέα. Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, σ΄ αυτά τα ευρασιατικά παιχνίδια σκέψης, φαίνεται επομένως να παίζουν ένα δεύτερο ρόλο, που σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον προσπαθεί να τορπιλίσει μια τέτοιου είδους εξέλιξη.

Μέχρι όμως οι τάσεις αυτές να σταθεροποιηθούν, η συνεργασία και οι εκατέρωθεν περιορισμοί στις σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας θα επικρατούν.

***

10. Πολεμικά σενάρια

Αφγανιστάν

«Το ΝΑΤΟ σήμερα έχει εμπλακεί στη μεγαλύτερη επιχείρηση εδάφους της ιστορίας του –πολύ έξω απ΄ τη παραδοσιακή σφαίρα επιρροής του». Η επιχείρηση του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, την οποία η ίδια η καγκελάριος της Γερμανίας κατά την τρίτη επίσκεψή της στο Αφγανιστάν την χαρακτήρισε ως «πόλεμο»[32], παίζει πολύ μικρό ρόλο στη νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ. Η μοναδική αναφορά στο στρατηγικό ντοκουμέντο στο οποίο γίνεται λόγος για την επιχείρηση στο Αφγανιστάν, τεκμηριώνει, παρά του ότι δεν τονίζεται ιδιαίτερα το θέμα, τα προβλήματα που έχει το ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν. «Τα μαθήματα απ΄ τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα στα δυτικά Βαλκάνια και στο Αφγανιστάν, κάνουν σαφές, ότι είναι αναγκαία μια πιο ολοκληρωμένη πολιτική και στρατιωτική προσέγγιση για μια αποτελεσματικότερη διαχείριση κρίσεων». Ανάμεσα σ΄ αυτές τις γραμμές γίνεται παραδεκτό ότι η αποκλειστικά στρατιωτική αντιπαράθεση με τις αμέτρητες ομάδες, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζονται όλες με τους Ταλιμπάν και που αξιοποιούνται πάντα απ΄ τα δυτικά ΜΜΕ ενάντια στους Αφγανούς οι οποίοι πολεμούν το ΝΑΤΟ, δεν έχει οδηγήσει στα επιθυμητά αποτελέσματα. Ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών μετά τη Σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ τόνισε στους αντιπροσώπους του Τύπου, ότι στο Αφγανιστάν μπορεί να έχει επιτυχία μόνο μια πολιτική λύση.

Παρόλα αυτά είναι καθαρό ότι το λιγότερο στο στρατιωτικό τομέα και στο σχεδιασμό του ΝΑΤΟ δεν πρόκειται ν΄ αλλάξει τίποτα, όπως τόνισαν ο στρατηγός David Petraeus, ο οποίος είναι ανώτατος διοικητής των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, και ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας zu Guttenberg. Θέλουν να συνεχίσουν με τις μέχρι τώρα μεθόδους –π.χ. τις στοχευόμενες δολοφονίες και τα βασανιστήρια- παρόλη τη δημόσια κριτική που έχει ασκηθεί, ακόμη και απ΄ τον Αφγανό πρόεδρο-μαριονέτα, ενάντια στις επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροπλάνων και τις νυχτερινές κατ΄ οίκον έρευνες και παρόλο που οι μέθοδες αυτές παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Παρά του ότι κατά τη Σύνοδο κορυφής στη Λισσαβώνα έγινε προσπάθεια απ΄ τους πολεμοχαρείς του ΝΑΤΟ να υποβαθμιστεί το θέμα «Αφγανιστάν», εν τούτοις αυτό γίνεται de facto.

Ουσιαστικά το ΝΑΤΟ αποφάσισε σε ειδική συνάντηση με τον αφγανό πρόεδρο Hamid Karzai μια σταδιακή «μεταβίβαση της ευθύνης», μια ενισχυμένη υποστήριξη κατά τη δημιουργία των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας (στρατός και αστυνομία) και μια στρατηγική συνεργασία μεταξύ του ΝΑΤΟ και του Αφγανιστάν. Ήδη στις 20 Ιουλίου του 2010 ο Karzai διαβεβαίωσε μπροστά στους αντιπροσώπους 70 κρατών κατά τη Συνδιάσκεψη για το Αφγανιστάν στην Καμπούλ, ότι μπορεί να ηγηθεί ο ίδιος στο δικό του κράτος με το να στηριχτεί η κυβέρνηση στις δικές της ένοπλες δυνάμεις και στη γερή χρηματοδότηση της διεθνούς κοινότητας. Το ΝΑΤΟ ακολούθησε απλώς τυπικά αυτή την επιθυμία.

Το νέο επίπεδο συνεργασίας, κατά την Angela Merkel, βρίσκεται τώρα στην μεταβίβαση της ευθύνης για την ασφάλεια στην αφγανική κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ σταδιακά θα αποσύρει τις δυνάμεις του απ΄ το Αφγανιστάν και πιθανώς η «αποχώρηση» θα έχει τελειώσει μέχρι το 2014. Ο στρατηγός David Petraeus όμως εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσο είναι πραγματικά ρεαλιστική μια τέτοια αποχώρηση.

Μολαταύτα κατά τη μεταβατική φάση μεταξύ 2011 και 2014 η ένταση του πολέμου στο Αφγανιστάν δεν θα μειωθεί σταδιακά. Σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα το ΝΑΤΟ θέλει να ακολουθήσει μια διπλή στρατηγική.

Αφενός οι δυτικές ένοπλες δυνάμεις θα αποσυρθούν απ΄ τα εδάφη εκείνα του Αφγανιστάν στα οποία δεν διεξάγεται ανοιχτός πόλεμος, και αυτός θα μετατοπιστεί στα πεδία εκείνα όπου υπάρχουν πιο εντατικές αντιπαραθέσεις. Για το λόγο αυτό και η μείωση των ενόπλων δυνάμεων, όπως τόνισε ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, συνδέεται με τα αποτελέσματα των ένοπλων συγκρούσεων.

Αφετέρου το ΝΑΤΟ αλλάζει την πολεμική τακτική του: «Από τώρα και μέχρι το 2014 θα καταβάλλουμε σταθερά όλες τις προσπάθειες ώστε να εκπαιδεύσουμε τις αφγανικές ένοπλες δυνάμεις, έτσι που όλο και περισσότερο να είναι σε θέση να αναλάβουν την ευθύνη. Αυτό εννοούμε όταν μιλάμε για μεταβίβαση»[33], διευκρινίζει ο Obama για τις προθέσεις του ΝΑΤΟ. Η εκπαίδευση των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας αποτελεί έτσι αυξητικά το κυριότερο καθήκον της στρατιωτικής επιχείρησης. Κεντρικός στόχος είναι μέσα στο 2012 η αφγανική αστυνομία και ο στρατός να ξεπεράσουν συνολικά τους 300.000.

Η μεταβίβαση της ευθύνης επομένως δεν σημαίνει το τέλος του πολέμου ούτε την απόσυρση των νατοϊκών στρατιωτικών μονάδων, αλλά την αφγανοποίηση του πολέμου και την προσαρμογή της τακτικής του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν. Αντί να διεξάγουν ανοιχτά τον πόλεμο, οι πολεμοχαρείς του ΝΑΤΟ θέλουν να αποτραβήξουν τους στρατιώτες τους στο δεύτερο κρίκο και να χρηματοδοτήσουν το προτεκτοράτο τους. Οι ένοπλες δυνάμεις του ΝΑΤΟ απλά πρέπει να εκπαιδεύσουν «μόνο» τις αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας, δηλαδή την αστυνομία και το στρατό. Αυτή η στρατηγική της μεταβίβασης, κατά τον Nicola Sarkozy, είναι μια ευρωπαϊκή στρατηγική.

Η προσαρμογή από τις επιχειρήσεις στο θέατρο του πολέμου σε επιχειρήσεις εκπαίδευσης και ο τονισμός για σχηματισμό κράτους αντί του πολέμου, έτσι ελπίζουν οι ευρωπαίοι διπλωμάτες κατά τους «New York Times», δίνει στους ευρωπαίους περισσότερο χρόνο και ηρεμεί την αποθάρρυνση στον πληθυσμό. Ο τακτικός νέος προσανατολισμός επομένως αποτελεί το λιγότερο ένα ηρεμιστικό χάπι. Μολαταύτα πίσω απ΄ τη νέα τακτική κρύβονται επίσης συγκεκριμένα συμφέροντα. Μετά από 10 χρόνια πολέμου είναι πλέον αρκετά καθαρό ότι ο πόλεμος για το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να κερδηθεί. Επιπλέον, οι δαπάνες για τον πόλεμο χτυπούν ήδη το καμπανάκι για τα κράτη που πλήττονται απ΄ την καπιταλιστική κρίση. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η προτεραιότητα που δόθηκε στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στο Αφγανιστάν, στενεύει τα όρια και τα αποθέματα για τις νατοϊκές επιχειρήσεις σε άλλα μέρη του κόσμου.

Η επίσημη γλώσσα του ΝΑΤΟ για την επιχείρηση-Αφγανιστάν, κάνει τη λεπτή διάκριση μεταξύ πολεμικής επιχείρησης και πρακτικής και χρηματοδοτικής εκπαίδευσης, καθώς και του στρατιωτικού εξοπλισμού απ΄ τις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Obama ανέφερε: «Πρέπει να εξασφαλιστεί ο στόχος, ότι δεν θα εμπλακούμε πλέον σε πολεμικές επιχειρήσεις όπως λαμβάνουν χώρα αυτές σήμερα»[34]

Αυτό όμως δεν σημαίνει –όπως ήδη αναφέρθηκε- ότι πραγματικά θα αποχωρήσουν όλες οι στρατιωτικές μονάδες απ΄ τη χώρα ή ότι είναι δυνατή η συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις χαμηλής έντασης. Στην πραγματικότητα το ΝΑΤΟ θα «τελειώσει» τον πόλεμο στο Αφγανιστάν όσο «τέλειωσε» και αυτός μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ.

Τι σημαίνουν όμως τα παραπάνω; Τα πλεονεκτήματα της νέας στρατηγικής του ΝΑΤΟ για το Αφγανιστάν είναι προφανή. Οι στρατιωτικές μονάδες του ΝΑΤΟ θα έχουν λιγότερα θύματα και παρόλα αυτά θα δρουν μυστικά και ελεύθερα ενάντια στους «τρομοκράτες» -και ενάντια σ΄ εκείνους οι οποίοι υπολογίζονται ως τέτοιοι- και με μεθόδους οι οποίες καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως έχει αποκαλυφθεί από αφγανικά και ιρακινά πρωτόκολλα. Το αφγανικό καθεστώς θα εξακολουθεί να είναι εκτεθειμένο χρηματοδοτικά και στρατιωτικά στην ιμπεριαλιστική Δύση, ενόσω τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θα λειαίνουν τους προϋπολογισμούς τους ώστε να είναι σε θέση να έχουν ξανά περισσότερα στρατιωτικά αποθέματα. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ κυρίως, θα εξακολουθούν να έχουν στρατιωτικές βάσεις σε μια γεωστρατηγικά σημαντική περιοχή, η οποία μεταξύ των άλλων, χρησιμεύει στη στρατιωτική περικύκλωση του Ιράν. Επιπλέον, τα σχέδια των αγωγών φυσικού αερίου, τα οποία  πρωταρχικά προέβλεπαν την προμήθεια ενέργειας στη Κίνα και στο Ιράν μέσω του νότιου Αφγανιστάν, δεν θα μπορούν να υλοποιηθούν όσο διάστημα συνεχίζεται ο πόλεμος στο Αφγανιστάν. Στην περίπτωση δε που η τωρινή αφγανική κυβέρνηση αποφασίσει η ίδια πραγματικά για το αν θα συνεχιστεί ο πόλεμος, οι ΗΠΑ έχουν μια τόσο μεγάλη επιρροή, που παρόλα αυτά, τα σχέδια αυτά δεν πρόκειται να υλοποιηθούν. Όχι τελευταία, η σταδιακή «κόσμια» απόσυρση του ΝΑΤΟ απ΄ το Αφγανιστάν τού δίνει τη δυνατότητα για απολαβές απ΄ τη στρατιωτική του αποτυχία. Το ότι τώρα στον εμφύλιο πόλεμο θα στέλνονται Αφγανοί αντί των νατοϊκών μονάδων, αποδεικνύει μολαταύτα περισσότερο τη μισαλλοδοξία τής άλλοτε νομιμότητας της ιμπεριαλιστικής εισβολής στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας.

Η τακτική προσαρμογή της διεξαγωγής του πολέμου στο Αφγανιστάν αντιστοιχεί στις συμφωνίες μεταξύ του ΝΑΤΟ και της ηγεσίας του αφγανικού καθεστώτος, καθώς και στο περιεχόμενο της νέας στρατηγικής αντίληψης του ΝΑΤΟ. Τη θέση για την άμεση συμμετοχή στον πόλεμο και των επιθετικών επιχειρήσεων, την παίρνουν τώρα με την πρόφαση περί οικοδόμησης του κράτους, πολυμερείς επιτροπές διαχείρισης κρίσεων, που σκοπό έχουν την υποστήριξη του τοπικού δορυφορικού καθεστώτος, το οποίο θα κάνει τη βρώμικη δουλειά για τη Δύση.

Η αποτυχία του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν ήταν ένας απ΄ τους λόγους που διάφοροι δυσαρεστημένοι οπαδοί του χαιρέτησαν την αλλαγή της πολιτικής κατεύθυνσης για το Αφγανιστάν –όπως το κόμμα των «Πρασίνων» στη Γερμανία. Στην πραγματικότητα όμως ακολουθούν την κυρίαρχη πολιτική και δεν βρίσκονται σε καμιά περίπτωση στην απέναντι όχθη απ΄ αυτήν.

Παραπέρα, είναι καθαρό –κι αυτό προκύπτει απ΄ την Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ καθώς και των δηλώσεων, όπως της Angela Merkel,- ότι η ειρήνη στο Αφγανιστάν δεν πρέπει να διαχωριστεί απ΄ τη διευθέτηση του πολέμου στο Πακιστάν. Η δημιουργία οργανώσεων και ομάδων απ΄ τις ΗΠΑ από κοινού με τη μυστική υπηρεσία του Πακιστάν ISI τη δεκαετία του 1980, τις οποίες έστρεψαν ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, προξένησαν στις ΗΠΑ, οι οποίες σήμερα βρίσκονται σε παρακμή, μια βαριά ήττα. Σήμερα οι επιθέσεις της CIA με μη επανδρωμένα βομβαρδιστικά κοντά στα σύνορα του Πακιστάν για την επιλεκτική δολοφονία «ύποπτων» ατόμων έχουν γίνει στο μεταξύ ρουτίνα, σαν να μην έγινε καμιά αλλαγή κυβέρνησης στο Λευκό Οίκο. Και βέβαια, η επιτροπή απονομής των βραβείων Νόμπελ για να τιμήσει όλες αυτές τις «προσπάθειες» απένειμε το βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη στον Obama και πριν από λίγο καιρό στην ΕΕ. Η υποκρισία σ΄ όλο της το μεγαλείο.

Κλείνοντας αυτή την ενότητα οφείλουμε να σημειώσουμε, ότι στο Αφγανιστάν, είτε με τη νέα είτε με την παλιά στρατηγική του ΝΑΤΟ, εξακολουθεί να μαίνεται ο πόλεμος –με τη δραστήρια συμμετοχή της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Ένα τέλος δεν φαίνεται στον ορίζοντα.

***

Ιράν

Το Ιράν στη νέα στρατηγική αντίληψη του ΝΑΤΟ δεν κατονομάζεται ανοιχτά όπως και άλλοι εν δυνάμει εχθροί. Και παρόλα αυτά σημαντικά αποσπάσματα του ντοκουμέντου απευθύνονται ενάντια στο Ιράν και την πολιτική του. Το ότι η Τουρκία κατάφερε να αποφευχθεί ο κατονομασμός του Ιράν στο κείμενο, δεν αλλάζει και πολύ τα πράγματα.

Το ότι το Ιράν βρίσκεται στο στόχαστρο του ΝΑΤΟ, προκύπτει επίσης απ΄ το αρχικό σχέδιο της νέας στρατηγικής αντίληψης. Η επιτροπή-Albright είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το Ιράν εξαιτίας της πιθανής απόκτησης απ΄ αυτό πυρηνικών όπλων, της γεωγραφικής του θέσης η οποία σχετίζεται με σημαντικούς δρόμους εμπορίου (στενά του Ορμούζ) καθώς και των μεγάλων αποθεμάτων του σε πετρέλαιο, αποτελεί πιθανό θέατρο πολέμου του ΝΑΤΟ μέσα στη δεκαετία. Οι αρχηγοί κρατών όμως στη Λισσαβώνα τελικά δεν προχώρησαν τόσο πολύ. Στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας μολαταύτα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ παρέθεσε επιπλέον λόγους για την εχθρική στάση της απέναντι στο Ιράν: «Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θέτει σε κίνδυνο εδώ και δεκαετίες την ασφάλεια της περιοχής και των Ηνωμένων Πολιτειών. Επίσης δεν τηρεί τις διεθνείς της υποσχέσεις. Επιπρόσθετα, με το παράνομο πυρηνικό της πρόγραμμα υποστηρίζει την τρομοκρατία, υπονομεύει την ειρήνη μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων και αρνείται στον πληθυσμό της καθολικά δικαιώματα. Στα πολλά χρόνια, στα οποία δεν αναμίχτηκε κανείς στην πολιτική του Ιράν, αυτές οι τάσεις δεν αντιστράφηκαν. Το αντίθετο, η συμπεριφορά του Ιράν έχει γίνει ακόμη πιο απειλητική»[35]

Λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση αυτής της θέσης, δεν πρέπει να εκπλήσσει, ότι οι βαλλιστικοί πύραυλοι και η προμήθεια πυρηνικών και άλλων όπλων μαζικής καταστροφής στην ανάλυση κινδύνων που κάνει το ΝΑΤΟ, την βρίσκει κανείς ξανά στη νέα στρατηγική αντίληψη. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται και απ΄ το κείμενο της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ. Εκεί διατυπώνεται η θέση, ότι «δεν υπάρχει μεγαλύτερη απειλή για τον αμερικάνικο πληθυσμό απ΄ ό,τι τα άλλα όπλα μαζικής καταστροφής, ιδιαίτερα όταν βίαιοι εξτρεμιστές ή άλλα κράτη προσπαθούν να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα»[36]

Η τωρινή κυβέρνηση των ΗΠΑ στην πολιτική της απέναντι στο Ιράν, διαφέρει απ΄ την προηγούμενη του George Bush jr. μόνο στη διαβάθμιση και φέρει το ίδιο έντονα τις θέσεις της στο ΝΑΤΟ. Η κυβέρνηση Obama δεν βλέπει σε καμιά περίπτωση στο ίδιο ύψος τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν, αλλά τις θέτει μπροστά στην επιλογή «μαζί μας ή εναντίον μας»: «Αν η Βόρειος Κορέα παραιτηθεί απ΄ το πυρηνικό της πρόγραμμα και το Ιράν τηρήσει τις διεθνείς του υποχρεώσεις που σχετίζονται με το πυρηνικό του πρόγραμμα, τότε θα μπορέσουν να ακολουθήσουν παραπέρα το δρόμο της μεγαλύτερης πολιτικής και οικονομικής ενσωμάτωσης στη διεθνή κοινότητα. Αν όμως αγνοήσουν τις διεθνείς τους υποχρεώσεις, τότε θα λάβουμε πολλά μέτρα ώστε να τις απομονώσουμε και να τις αναγκάσουμε στη διατήρηση των διεθνών κανόνων για τη μη διάδοση [των πυρηνικών]»[37]

Η προσπάθεια να απομονωθεί το Ιράν έχει ήδη προχωρήσει και μοιάζει με το προτσές απομόνωσης του ιρακινού καθεστώτος του Saddam Hussein. Η στρατιωτική περικύκλωση μέσω εν δυνάμει εχθρικών μονάδων και των συμμάχων τους συμπληρώνεται με οικονομικές κυρώσεις απ΄ το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τον Ιούνιο και την ΕΕ τον Ιούλιο του 2010. Στο επίπεδο του ΟΗΕ αποτέλεσε τον τέταρτο γύρο κυρώσεων και η ΕΕ αποφάσισε τους πιο αυστηρούς περιορισμούς στην ιστορία της, οι οποίες όπως και αυτές των ΗΠΑ υπερβαίνουν σε οξύτητα τα μέτρα που επέβαλε ο ΟΗΕ. Σύμφωνα με τις ηγεμονικές δυνάμεις στο Συμβούλιο Ασφαλείας και της ΕΕ, αυτές οι κυρώσεις στοχεύουν στο να παραιτηθεί το Ιράν απ΄ το υποτιθέμενο πυρηνικό του πρόγραμμα, το οποίο, σύμφωνα με τις κατηγορίες τους, έχει σαν στόχο την κατασκευή πυρηνικής βόμβας. De facto όμως τα εμπάργκο αυτά στοχεύουν στο να αδυνατίσουν στρατιωτικά και οικονομικά το Ιράν, συνεισφέροντας ταυτόχρονα στην αύξηση της φτώχειας του πληθυσμού και στην καταστολή στο εσωτερικό της χώρας.

Το ΝΑΤΟ με την πρακτική του αυτή συνεισφέρει στην προετοιμασία ενός πιθανού πολέμου ή το λιγότερο στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ενόσω οι ΗΠΑ δεν αποκλείουν τον πυρηνικό αφοπλισμό και την εισβολή σε άλλα κράτη, τα οποία κατά τη γνώμη τους παραβαίνουν τη Συνθήκη μη διάδοσης πυρηνικών όπλων, το ΝΑΤΟ εξοπλίζεται κυρίως για εν δυνάμει επιθέσεις απ΄ το Ιράν με βαλλιστικούς πυραύλους –με ή χωρίς πυρηνική κεφαλή- με τη βοήθεια του νέου πυραυλικού συστήματος. Ο Γάλλος πρόεδρος Sarkozy κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου στη Λισσαβώνα δήλωσε απροκάλυπτα: «Η απειλή από μια πυρηνική επίθεση ξεκινά απ΄ το Ιράν».

Το Ιράν, αν ακολουθήσει κανείς την επιχειρηματολογία των ΗΠΑ, εκπληρώνει ταυτόχρονα πολλά κριτήρια για να προσδιοριστεί ως εχθρός, όπως αυτά παρατίθενται στη νέα στρατηγική αντίληψη του ΝΑΤΟ. Το εάν το ΝΑΤΟ σκέφτεται γι΄ αυτό να ξεκινήσει στα σοβαρά έναν πόλεμο, αυτό δεν μπορεί να το προγνώσει κανείς με βεβαιότητα. Ακόμη κι αν προετοιμαστεί το έδαφος για μια στρατιωτική επιδρομή από μια επιθετική προπαγάνδα η οποία θα εμπεριέχει τόσο ισλαμοφοβικά ιδεολογήματα όσο και σχετικοποιήσεις περί του ολοκαυτώματος, δεν μπορεί να προβλεφτεί ένας πόλεμος στο μέλλον. Η μεγάλη πολιτική έκρηξη μιας τέτοιας αντιπαράθεσης στην περιοχή, το ζήτημα της αξιοποίησης των στρατιωτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ, οι αρνητικές εμπειρίες απ΄ τις επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, η επιβαρυμένη κατάσταση του προϋπολογισμού των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ –ιδιαίτερα των ΗΠΑ-, μια πιθανή αιρετική στάση της Τουρκίας στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και οι εσωτερικές τριβές που μπορούν να ακολουθήσουν σε περίπτωση σύγκρουσης, η συγκρατημένη στάση της ΕΕ απέναντι σε μια επιθετική επιχείρηση καθώς και άλλοι λόγοι, συνηγορούν ενάντια σ΄ έναν επιπρόσθετο πόλεμο στη Μέση Ανατολή κάτω απ΄ την ηγεμονία των ΗΠΑ.

Παρόλα αυτά οι στρατηγικοί στόχοι του ΝΑΤΟ και των μελών του, τα συγκεκριμένα βήματα στη διεθνή πολιτική, οι προπαγανδιστικές φλυαρίες οι οποίες εκστομίζονται στο όνομα των ιδεωδών του Διαφωτισμού περί ελευθερίας, δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που μετατράπηκαν σε μύθους, και η ανάλυση των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, επιτρέπουν στο να καταλήξει κανείς επίσης στο αντίθετο συμπέρασμα.

***

11. Αστικές αξίες και ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι

Το νέο στρατηγικό ντοκουμέντο του ΝΑΤΟ «Active Engagement, Modern Defence» αρχίζει και τελειώνει με το γνωστό ποίημα περί δυτικών αξιών και αρχών, οι οποίες σχηματίζουν το πλαίσιο των στρατηγικών στόχων της πολεμικής συμμαχίας. Οι αξίες αυτές δεν είναι απλά το αφετηριακό και το τελικό σημείο με τη μεταφορική σημασία του όρου, αλλά αποτελούν απαραίτητο συστατικό στοιχείο τόσο για την υποστήριξη στο «μέτωπο της πατρίδας» όσο και για τη νομιμοποίηση και την ιδεολογική κινητοποίηση των ανθρώπων στο δυτικό καπιταλιστικό κόσμο, που στόχο έχουν την υποστήριξη των νατοϊκών πολέμων. Επειδή μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης τα νέα πολιτικο-οικονομικά, και σε μεγάλο βαθμό, στρατιωτικά κέντρα εξουσίας στον κόσμο έχουν τις ρίζες τους σε διαφορετικές κουλτούρες, οι πολιτισμικές διαφορές σε αυξανόμενο βαθμό παίρνουν τη θέση των παλιών πολιτικο-ιδεολογικών διαφορών σαν κεντρικό προπαγανδιστικό στοιχείο.

Κυρίως η κυβέρνηση των ΗΠΑ κάνει σαφές, ότι η διατήρηση των δυτικών αξιών αποτελεί μέρος της πολιτικής της ασφάλειας. Στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας οι ΗΠΑ υπολογίζουν το «σεβασμό των γενικών αξιών»[38] πριν ακόμη απ΄ την ανανέωση της διεθνούς αξίωσής τους για ηγεμονία, όπου αναφέρονται και τα τέσσερα σημαντικά συμφέροντα της αμερικάνικης πολιτικής ασφάλειας.

Στη νέα στρατηγική αντίληψη διατυπώνεται στην αρχή η θέση, ότι το ΝΑΤΟ είναι «μια ασύγκριτη κοινότητα της ελευθερίας, της ειρήνης, της ασφάλειας και των κοινών αξιών». Και η τελευταία παράγραφος του ντοκουμέντου επιβεβαιώνει αναλυτικότερα αυτή την περιγραφή: «Η συμμαχία μας αναβλύζει ως πηγή ελπίδας επειδή βασίζεται στις κοινές αξίες της ατομικής ελευθερίας, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κυριαρχίας του νόμου και επειδή ακολουθεί τον κοινό ουσιαστικό και διαρκή σκοπό, να εξασφαλίσει στα μέλη της την ελευθερία και την ασφάλεια. Αυτές οι αξίες και οι στόχοι είναι γενικοί και αιώνιοι και είμαστε προορισμένοι […] να τους υπερασπίσουμε».

Χωρίς την υπερεκτίμηση τέτοιου είδους διατυπώσεων με δυσκολία μπορεί να αμφισβητηθεί η λειτουργία τους ως κοινωνικο-ιδεολογικός συνδετικός κρίκος και μέσο για την κινητοποίηση των ανθρώπων. Πρέπει μόνο να θέσει κανείς το ερώτημα, εάν θα ήταν κάποτε σε θέση οι ΗΠΑ και τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη να νομιμοποιήσουν τον πόλεμο στο Αφγανιστάν χωρίς να οργανοποιήσουν τα αιτήματα χειραφέτησης περί δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδιαίτερα τα δικαιώματα των γυναικών.

***

12. Αντί επιλόγου

Παρόλη τη σκηνοθεσία και τα ωραία λόγια για τη νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ έως το 2020, η αναγέννησή του στη Λισσαβώνα απέτυχε. Η νέα στρατηγική αντίληψη δεν αποτελεί ένα πρωτοποριακό στρατηγικό ντοκουμέντο. Το ΝΑΤΟ ουσιαστικά συνεχίζει στον ίδιο δρόμο, όπως και παλιότερα. Σε τελική ανάλυση το ΝΑΤΟ δεν εφευρέθηκε εκ νέου στη Λισσαβώνα.

Το εάν εκπληρωθεί η επιθυμία του Barack Obama, το ΝΑΤΟ «να μη χάσει αυτό τον αιώνα σε τίποτα απ΄ τη σημαντικότητά του»[39], αυτό θα πρέπει πρώτα να επαληθευτεί στην πράξη ενόψει των οικονομικών και στρατιωτικών ανερχόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων κυρίως της Κίνας, της Βραζιλίας, της Ρωσίας και της ΕΕ, λαμβανομένου επίσης υπόψη τού όχι ιδιαίτερα επιτυχημένου πολέμου στο Αφγανιστάν καθώς και της στασιμότητας στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ –περί αξίωσης δε «να ανανεωθεί ο παγκόσμιος ηγεμονικός ρόλος των ΗΠΑ»[40], ούτε λόγος να γίνεται.

Αντί της βασικής νέας κατεύθυνσης, οι εκπρόσωποι των 28 κρατών-μελών συμφώνησαν για μεταρρυθμίσεις στο ΝΑΤΟ, οι οποίες μολαταύτα δεν πρέπει να υποτιμηθούν. Στο μέλλον θα συνεχιστεί επίσης η επιβολή των υπερατλαντικών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων με τη βία των όπλων –μόνο που αυτό δεν θα γίνεται πάντα άμεσα απ΄ τους νατοϊκούς στρατιώτες. Τη θέση μονομερών πολεμικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ και των πληρωμένων χειροκροτητών τους, θα την πάρουν στο άμεσο μέλλον κυρίως επιχειρήσεις πολυμερών συμμάχων και σε συνεννόηση με σημαντικές κρατικές και μη-κρατικές δυνάμεις της διεθνούς πολιτικής, με τους οποίους το ΝΑΤΟ θα συνεργαστεί μέσω της «διαχείρισης κρίσεων» για να αποτρέψει τις «νέες απειλές». «Peace Keeping» ή «stabilizing missions» δεν θα αρκούν μεν για τη λύση μιας διαμάχης με το Ιράν, στην αναγκαία περίπτωση και στρατιωτικά, καθώς και για τον περιορισμό της τοπικής δύναμης του Ιράν –ξεχωριστά όμως στρατιωτικά χτυπήματα ενδεχομένως θα μπορούν να το πετύχουν. «Επιχειρήσεις εκτός των συνόρων του ΝΑΤΟ, όπως στο Αφγανιστάν», σχολιάζει ένας απ΄ τους ιθύνοντες της ΕΕ, «θα αποτελούν περισσότερο την εξαίρεση παρά τον κανόνα στο μέλλον του ΝΑΤΟ»[41]. Κυρίως, το ΝΑΤΟ θα στέλνει στους πολέμους τις ειδικές του δυνάμεις, οι οποίες –όπως στο Αφγανιστάν- το επόμενο χρονικό διάστημα θα εκπαιδεύουν ντόπιες δυνάμεις απ΄ τα καθεστώτα-μαριονέτες. Αυτούς τους συμμάχους θέλει το ΝΑΤΟ να εκπαιδεύσει και να χρηματοδοτήσει, ενισχύοντάς τους με νατοϊκούς στρατιώτες και αστυνομικούς των κρατών-μελών στις περιοχές συγκρούσεων. Σύμφωνα με το στρατηγικό ντοκουμέντο: «Θα αναπτύξουμε την ικανότητα εκπαίδευσης και οικοδόμησης τοπικών δυνάμεων σε ζώνες κρίσης, ώστε οι δυνάμεις αυτές να είναι όσο το δυνατό γρηγορότερα σε θέση να διατηρήσουν την ασφάλεια χωρίς διεθνή βοήθεια». «Στην επόμενη φάση της εξέλιξης του ΝΑΤΟ» -η τακτική του (αναπροσαρμογή)- θα αποτυπώνεται ο ιμπεριαλισμός ευρωπαϊκού χαρακτήρα. Η μετατόπιση θέσεων της κυβέρνησης των ΗΠΑ σε σχέση με την προηγούμενη του Bush, οι εμπειρίες, καθώς και η επιβάρυνση του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν και η «συμμαχία των προθύμων» στο Ιράκ, όπως επίσης και η μεγαλύτερη παγκόσμια καπιταλιστική κρίση απ΄ το 1929, συνεισέφεραν μολαταύτα στη δημιουργία των συνθηκών της παρούσας κατάστασης.

Η προσαρμογή της στρατηγικής του ΝΑΤΟ δεν σημαίνει μολαταύτα ότι το ΝΑΤΟ δεν θα διεξάγει πλέον στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν, στο Κοσσυφοπέδιο ή σε άλλες χώρες που αυτό θα κρίνει. Μάλιστα ένας ανώτατος αξιωματικός των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της Συνόδου κορυφής στη Λισσαβώνα ανέφερε σε αντιπροσώπους του Τύπου, συγκεκριμένα στους «New York Times», ότι η στρατιωτική συμμαχία και στα επόμενα δέκα χρόνια δεν πρόκειται σίγουρα να παραιτηθεί απ΄ την πολεμική της γραμμή: «Κανένας δεν θα πρεπε να ερμηνεύσει τις αποφάσεις της Λισσαβόνας με τέτοιο τρόπο σαν να τέλειωσαν οι αγώνες. Μπροστά μας βρίσκονται ακόμη πολλές σκληρές αντιπαραθέσεις»[42].

Μολαταύτα οι στρατιωτικές επεμβάσεις θα αποτελούν την κορυφή του ιμπεριαλιστικού παγόβουνου και πάντα όχι το καλύτερο μέσο για την επίτευξη των στόχων του. Ενόσω το ΝΑΤΟ θα διευρύνει τα εργαλεία επιβολής του και ο κόσμος θα αλλάζει, η ουσία του ΝΑΤΟ ως ιμπεριαλιστικού οργανισμού θα παραμένει η ίδια. Και ο νέος δυτικός ιμπεριαλισμός αυτής της δεκαετίας υπηρετεί την επέκταση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που σκοπό έχει τη μεγιστοποίηση του κέρδους και τη διατήρηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής κάτω απ΄ την πολιτική επικράτηση των κυρίαρχων τάξεων των ΗΠΑ και της ΕΕ.

_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Χώρες-μέλη της ΕΕ στις οποίες ισχύει η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία είναι η Ελλάδα, η Κύπρος, η Φινλανδία, η Εσθονία, με κάποιους περιορισμούς η Δανία, ενώ τη περίοδο αυτή διεξάγεται μια μεγάλη συζήτηση να καταργηθεί και στην Αυστρία.

[2] Hassel, Florian: Erst Manöver, dann Krieg, Frankfurter Rundschau, 10.09.2008.

[3] President of the United States of America Barack Obama: National Security Strategy. Washington D. C. 2010, σελ. 41. Από δω και στο εξής NSS.

[4] NSS: 23

[5] NSS: 1

[6] Στο: European Union Institute for Security Studies: What do Europeans want from NATO? Report Nr. 8. Paris 2010, σελ. 5. Από δω και στο εξής ISS.

[7] Με την έννοια «συμμαχική περίπτωση» σύμφωνα με το άρθρο 5 του Καταστατικού του ΝΑΤΟ, κατανοείται η διαπίστωση μιας άμεσης επίθεσης στο έδαφος χώρας-μέλους του, ενάντια στην οποία τα μέλη θα πρέπει να αμυνθούν συλλογικά, στο βαθμό που η πληγείσα χώρα-μέλος το ζητήσει. Η «συμμαχική περίπτωση» τέθηκε σε εφαρμογή για πρώτη φορά μετά τα χτυπήματα της 11ης του Σεπτέμβρη το 2001 λίγο πριν τον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Μολαταύτα σ΄ αυτή την αλληλοσχέση και με το βλέμμα στραμμένο στον πόλεμο στο Αφγανιστάν, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι κατά την κήρυξη της «συμμαχικής περίπτωσης» παραμένει στο κάθε κράτος το δικαίωμα να συνεισφέρει με όποιον τρόπο αυτό θέλει: σε καμιά περίπτωση επομένως δεν υπάρχει η υποχρέωση σ΄ έναν πόλεμο του ΝΑΤΟ να συνεισφέρει ακόμη και ενάντια στη θέλησή του.

[8] Angela Merkel: Handlungsfähigkeit der NATO stärken. Rede zum 50jährigen Jubiläum der Deutsch-atlantischen Gesellschaft. Berlin 2006.

[9] NSS: 2

[10] Bundesministerium für Wirtschaft und Technologie: Die Rohstoffstrategie der Bundesregierung. Sicherung einer nachhaltigen Rohstoffversorgung Deutschlands mit nicht-energetischen mineralischen Rohstoffen, Berlin 2010.

[11] NSS: 32

[12] Nicolas Sarkozy: Mitschrift der Pressekonferenz beim NATO-Gipfel. 20.11.2010

[13] Nicole Gnesotto: The EU and NATO: beyond appearances. Στο: European Union Institute for Security Studies: What do Europeans want from NATO: Report Nr. 8. Paris 2010, σελ. 11

[14] Angela Merkel: Mitschrift der Pressekonferenz beim NATO-Gipfel in Lissabon am 20.11.2010

[15] NSS: 1

[16] Mattias Gebauer: Westerwelle brüstet sich mit Abrüstungsvision. Spiegel online, 19.11.2010

[17] NSS: 4

[18] Barack Obama. Mitschrift der Pressekonferenz beim NATO-Gipfel in Lissabon am 20.11.2010

[19] ISS: 6

[20] NSS: 18

[21] NSS: 42

[22] ISS: 10

[23] ISS: 10

[24] Peter Schmitz: USA spotten über Zwergenmacht Europa. Spiegel online 09.12.2010

[25] ISS: 9

[26] ISS: 11-12

[27] ISS: 10

[28] ISS: 21

[29] Barack Obama. Mitschrift der Pressekonferenz beim NATO-Gipfel in Lissabon am 20.11.2010

[30] ISS: 7

[31] NSS: 44

[32] böl/dpa: Karzai lässt Merkel eiskalt abblitzen, Spiegel online, 18.12.2010

[33] Barack Obama. Mitschrift der Pressekonferenz beim NATO-Gipfel in Lissabon am 20.11.2010

[34] ό. ε.

[35] NSS: 26

[36] NSS: 4

[37] NSS: 24

[38] NSS: 17

[39] Barack Obama: Europa und Amerika – gemeinsam auf die Zukunft ausgerichtet. Στη: Frankfurter Allgemeine Sonntagszeitung, Nr. 46, 21.11.2010, σελ. 5

[40] NSS: 1

[41] ISS: 5

[42] Judy Dempsey: NATO Sees Long-Term Role After Afghan Combat. Στο: New York Times, 20.11.2010
***
Μια αναγκαία συμπλήρωση (δημοσιεύτηκε ως σχόλιο στις 24/1): Στη σημείωση [1], αναφέραμε μεταξύ άλλων, (στο Πρώτο Μέρος που δημοσιεύτηκε στις 09.01.2013) ότι «την περίοδο αυτή διεξάγεται μια μεγάλη συζήτηση να καταργηθεί [η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία] και στην Αυστρία». Στο μεταξύ, την Κυριακή 20/1, έγινε στην Αυστρία δημοψήφισμα για το αν θα διατηρηθεί ή θα καταργηθεί η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Στην ψηφοφορία κλήθηκαν 6,3 εκατομμύρια πολιτών με δικαίωμα ψήφου. Η συμμετοχή κυμάνθηκε περίπου στο 50%. Το 59,8% των ψηφοφόρων τάχθηκε υπέρ της διατήρησης της υποχρεωτικής θητείας, ενώ το 40,2% υπέρ του μισθοφορικού στρατού. Παρόλο που το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας –σύμφωνα με την αυστριακή νομοθεσία- δεν είναι δεσμευτικό, η αυστριακή κυβέρνηση, μια συμμαχία των κομμάτων SPÖ και ÖVP, δήλωσε ήδη ότι θα το σεβαστεί. Επομένως, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία παραμένει ως έχει.

24/01/2013
***

Το στρατηγικό ντοκουμέντο του ΝΑΤΟ που αποφασίστηκε στη Λισσαβώνα και που δόθηκε στη δημοσιότητα μπορούν να το βρουν οι αναγνώστες σε μορφή pdf στην αγγλική και την γερμανική γλώσσα στις παρακάτω ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

Δημοσιεύτηκε σε τρία μέρη στην ιστοσελίδα «Inprecor»

Μέρος Α΄, στις 09/01/2013
Μέρος Β΄, στις 15/01/2013
Μέρος Γ΄, στις 22/01/2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.