Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Πολιτική συμμαχιών και ενότητα δράσης

του Παναγιώτη Γαβάνα

1. Η προβληματική

Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρούμε την ανάλυση ενός ιδιαίτερα λεπτού και περίπλοκου θέματος, πάνω στο οποίο κατά καιρούς έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις και διαφωνίες, οι οποίες στο παρελθόν οδήγησαν συχνά σε διασπάσεις και αποσχίσεις τόσο μέσα στο ελληνικό, όσο και στο διεθνές κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα: Το πρόβλημα της πολιτικής συμμαχιών και της ενότητας δράσης. Αναμφισβήτητα, πλευρές αυτού του προβλήματος είναι λιγο-πολύ γνωστές σε πολλούς αναγνώστες, κυρίως απ΄ τη δράση τους μέσα στο μαζικό λαϊκό κίνημα. Η πρακτική πολιτική πείρα όμως δεν αρκεί για την κατανόηση αυτού του ζητήματος αν αυτή δεν δένεται με μια βαθιά γνώση του μαρξισμού.

Παραπέρα. Η τωρινή κρίση του καπιταλισμού, -με τις ιδιαιτερότητές της όπως αυτές εκφράζονται στη χώρα μας-, θέτει εκ νέου στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της πολιτικής συμμαχιών. Τα προβλήματα και οι ενστάσεις που ορθώνονται απ΄ τις δυνάμεις της αριστεράς σε όλες τις αποχρώσεις της για μια μεταξύ τους συνεργασία, είναι πολλά. Ιδιαίτερη όμως ευθύνη φέρει η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, η οποία έχει περάσει σε μια συνολική αναθεώρηση της πολιτικής συμμαχιών, απορρίπτοντας βασικές μαρξιστικές θέσεις όπως αυτές διατυπώθηκαν απ΄ τους κλασικούς, καθώς και στα συνέδρια της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) και κατ΄ επέκταση της αντίληψής της για την πολιτική του ΕΑΜ, ενώ το τελευταίο διάστημα βάλει ευθέως ενάντια σε συμμαχίες και μέτωπα, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στο παρελθόν στην Πορτογαλία («Επανάσταση των Γαρυφάλλων») και στη Χιλή («Λαϊκή Ενότητα» υπό τον Αλιέντε), ενώ βλέπει με «μισό μάτι» και τα αντιιμπεριαλιστικά-αντιιμονοπωλιακά προτσές που τη περίοδο αυτή τελούνται σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Υπ΄ αυτή την έννοια ο βασικός στόχος που έχει θέσει το Πρόγραμμα του ΚΚΕ, δηλ. τη δημιουργία ενός Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ) δεν αποτελεί πλέον παρά κενό γράμμα –έτσι που και το σημερινό Πρόγραμμα του ΚΚΕ είναι πολύ πιθανό να αναθεωρηθεί στο επόμενο συνέδριό του.

Ο δεύτερος σε δύναμη πολιτικός σχηματισμός της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, προτείνει μια συμμαχία των δυνάμεων της αριστεράς, μέσα στην οποία θα εντάσσονται και δυνάμεις που αποχώρησαν απ΄ το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή σοσιαλδημοκρατικού χαρακτήρα, εντάσσοντάς τες όλες σ΄ ένα «αντιμνημονιακό μέτωπο», όπως αναφέρει, το οποίο θα παλέψει για επιμέρους μεταρρυθμίσεις μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης (σ.σ. εδώ κάνουμε λόγο για τις κυρίαρχες αντιλήψεις του ΣΥΡΙΖΑ όπως αυτές εκφράζονται από την πλειοψηφία της ηγεσίας του και που αποτυπώνονται στα διάφορα ντοκουμέντα του, και όχι για τις ξεχωριστές συνιστώσες του). Είναι προφανές ότι μια τέτοιου είδους πρόταση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς -ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για ν΄ αναφέρουμε τις πιο σημαντικές.

Τέλος, ο τρίτος σε δύναμη πολιτικός σχηματισμός, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με μια πρόταση που κατέθεσε πρόσφατα στις άλλες δυνάμεις της αριστεράς, θέτει κάποια ουσιαστικά ζητήματα, όμως και η πρόταση αυτή εμπεριέχει κατά τη γνώμη μας πολλές ελλείψεις και αδυναμίες, με κύρια αυτή της σύνδεσης μεταξύ τακτικής και στρατηγικής.

Η προβληματική που θέσαμε πιο πάνω σχετίζεται μ΄ ένα ζήτημα γύρω απ΄ το οποίο περιστρέφεται σε μεγάλο βαθμό και η πολιτική συμμαχιών: πρόκειται για τη στρατηγική της μετάβασης στο σοσιαλισμό! Το ζήτημα όμως αυτό εξαιτίας της έκτασης και της περιπλοκότητάς του θα αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής μελέτης. Ας περάσουμε όμως στην ανάλυση βασικών πλευρών της πολιτικής συμμαχιών και της ενότητας δράσης.

***

2. Εισαγωγή

Για την αναγκαιότητα μιας πολιτικής συμμαχιών δε μπορεί να υπάρχει μέσα στις δυνάμεις της μαρξιστικής-κομμουνιστικής αριστεράς καμιά αμφισβήτηση. Εδώ πρόκειται για τη βαρύτητα, τις προτεραιότητες και τις συμμαχίες, με ποιον και για το πόσο μακριά μπορούν να πάνε αυτές. Το ίδιο ισχύει και για την αναγκαιότητα της επαναστατικής κοινωνικής πολιτικής. Κι εδώ πρόκειται για προτεραιότητες, κατά πρώτο λόγο για το ποια συμφέροντα ποιων στρωμάτων της εργατικής τάξης πρέπει να τεθούν στο προσκήνιο του αγώνα, ποιοι είναι οι κύριοι παραλήπτες της μαρξιστικής κομμουνιστικής πολιτικής. Βρίσκεται στο προσκήνιο η λύση παγκόσμιων προβλημάτων, η πάλη για διατήρηση και ενίσχυση των κεκτημένων, ή η πάλη για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας; Κατά συνέπεια, δεν πρόκειται μόνο για πρακτικά-πολιτικά, αλλά και για θεωρητικά προβλήματα, και κατά μια φράση του Λένιν, θα σκοντάψει κανείς σε όλα τα πρακτικά-πολιτικά ζητήματα αν δεν έχει λύσει τα θεωρητικά.

Σ΄ αυτά τα βασικά θεωρητικά ζητήματα ανήκουν τα προβλήματα της πολιτικής συμμαχιών και της ενότητας δράσης. Η πολιτική συμμαχιών και η ενότητα δράσης δεν ταυτίζονται. Η έννοια της πολιτικής συμμαχιών αφορά στις σχέσεις ενός μαρξιστικού/κομμουνιστικού κόμματος απέναντι στα αστικά και μικροαστικά κόμματα, οργανώσεις και δημοκρατικά κινήματα. Η έννοια ενότητα δράσης περιλαμβάνει τις σχέσεις μεταξύ ενός μαρξιστικού/κομμουνιστικού κόμματος απέναντι στα άλλα αριστερά κόμματα, τα συνδικάτα και τις άλλες οργανώσεις της εργατικής τάξης. Απ΄ την άλλη μεριά η πολιτική συμμαχιών και η ενότητα δράσης δεν χωρίζονται μεταξύ τους με σινικά τείχη: Όσο καλύτερα γίνεται κατορθωτή η πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης –μια «μονολιθική» πολιτικο-ιδεολογική ενότητα ανήκει στο βασίλειο της ουτοπίας-, τόσο μεγαλύτερη είναι και η δυνατότητα σύναψης συμμαχιών με μικροαστικά, αριστερά κόμματα, οργανώσεις και κινήματα, για την εφαρμογή εκείνων των στόχων, οι οποίοι βρίσκονται μέσα στο πεδίο συμφερόντων της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων στρωμάτων καθώς και των ίδιων των συμμάχων.

***

3. Πολιτική συμμαχιών

3.1 Η αναγκαιότητα των κοινωνικών συμμαχιών

Αφετηριακή βάση για την πολιτική συμμαχιών ενός μαρξιστικού/κομμουνιστικού κόμματος είναι η απορρέουσα απ΄ το καπιταλιστικό προτσές αναπαραγωγής αντικειμενική κοινωνική τάση εξέλιξης, η οποία χαρακτηρίστηκε απ΄ τους Μαρξ και Έγκελς σαν ιστορικός ρόλος της εργατικής τάξης. Έτσι οι κλασικοί του μαρξισμού κατονόμασαν ταυτόχρονα το ιστορικό υποκείμενο, στις συνθήκες ζωής του οποίου υπάρχει η τέλεση αυτής της τάσης. Κατά τον Μαρξ η εργατική τάξη δεν μπορεί να χειραφετηθεί, χωρίς να απελευθερώσει ταυτόχρονα όλες τις άλλες εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες τάξεις, επειδή στην χειραφέτηση της εργατικής τάξης εμπεριέχεται η γενικά πανανθρώπινη, και επειδή όλη η ανθρώπινη υποδούλωση περιλαμβάνεται στη σχέση του εργάτη προς την παραγωγή. Μ΄ αυτή την έννοια όλες οι σχέσεις υποδούλωσης είναι μορφές εμφάνισης και αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της σχέσης.

Κατά συνέπεια, τα ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης εμπεριέχουν τα γενικά πανανθρώπινα συμφέροντα. Η προλεταριακή ταξική πάλη είναι η μορφή στην οποία με την πραγματοποίηση των ταξικών συμφερόντων του προλεταριάτου, πραγματοποιούνται ταυτόχρονα τα γενικά πανανθρώπινα συμφέροντα, τα οποία στον κομμουνιστικό στόχο εκφράζονται με την άρση των τάξεων. Ένας μηχανικός διαχωρισμός, πολύ δε περισσότερο, μια αντιπαράθεση των πανανθρώπινων με τα προλεταριακά ταξικά συμφέροντα, ή αντίστοιχα η υποταγή των ταξικών συμφερόντων κάτω απ΄ τα πανανθρώπινα συμφέροντα, είναι μ΄ αυτή την έννοια ανεδαφική. Τα παγκόσμια προβλήματα προκαλούνται «σε τελική ανάλυση» απ΄ τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Μπορούν να λυθούν τότε μόνο, όταν περιοριστούν οι επιδράσεις αυτού του τρόπου παραγωγής και τελικά με την επαναστατική άρση του.

Αλλά η εργατική τάξη δεν μπορεί από μόνη της να εκπληρώσει το ιστορικό της καθήκον. Για τους μαρξιστές/κομμουνιστές δεν είναι δυνατή μια διαρκής νίκη, παρά μόνο αν κερδίζουν από τα πριν τη μεγάλη μάζα του λαού. Επομένως, στις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης δεν ανήκει μόνο η εργατική τάξη. Η εργατική τάξη όμως είναι η κύρια δύναμη όχι μόνο για ποσοτικούς λόγους, αλλά κυρίως εξαιτίας της θέσης που κατέχει μέσα στο κοινωνικό προτσές αναπαραγωγής.

Η άλλη κινητήρια δύναμη είναι τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, δηλαδή η φτωχομεσαία αγροτιά, οι μικρέμποροι και βιοτέχνες, η συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων στη βιομηχανία, στο εμπόριο και το μεγαλύτερο τμήμα της εργαζόμενης διανόησης. Τόσο η πολιτική όσο και η κοινωνική τους θέση, είναι ετερογενής. Αν θέλει κανείς να εκφράσει την πολιτική τους θέση σε μια γενική μορφή, τότε μπορεί να παραθέσει την εκτίμηση των Μαρξ και Έγκελς απ΄ την προσφώνησή τους στην Κεντρική Επιτροπή του Συνδέσμου των Κομμουνιστών το Μάρτη του 1850, η οποία παραμένει και σήμερα χρήσιμη για την επεξεργασία της επαναστατικής πολιτικής στρατηγικής. Σύμφωνα μ΄ αυτή, τα μεσαία στρώματα βρίσκονται μακριά απ΄ το να θέλουν μια συνολική ανατροπή της κοινωνίας. Τα μεσαία στρώματα τείνουν σε τέτοιου είδους αλλαγές, όπου η υπάρχουσα κοινωνία πρέπει να γίνει «υποφερτή και άνετη». Απαιτούν περιορισμό της γραφειοκρατίας, μετατόπιση των κύριων φόρων πάνω στους μεγαλογαιοκτήμονες και τη μεγαλοαστική τάξη, την εξουδετέρωση της πίεσης του μεγάλου κεφαλαίου πάνω στους μικρούς καπιταλιστές, δημόσια πιστωτικά ιδρύματα, νόμους ενάντια στους τοκογλύφους, πιστώσεις απ΄ το κράτος με ευνοϊκούς όρους. Σε ό,τι αφορά στους εργάτες, αυτοί οφείλουν να παραμείνουν μισθωτοί εργάτες όπως μέχρι τώρα, όμως με καλύτερο μισθό και εξασφαλισμένη εργασία. Η επαναστατική δύναμη των εργατών οφείλει να σπάσει, με το να γίνει η θέση τους πιο υποφερτή. Σήμερα στα παραπάνω προστίθενται τα συμφέροντα για ένα πιο υγιές περιβάλλον, καθώς και η διατήρηση της ειρήνης, η καταπολέμηση της εγκληματικότητας, η εξασφάλιση δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών κτλ, όπου πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι η μεγάλη ετερογενής σύνθεση των μεσαίων στρωμάτων παράγει επίσης ένα διάχυτο φάσμα συμφερόντων.

Τα μεσαία στρώματα είναι επομένως εκτεθειμένα απ΄ τη μια μεριά στην πίεση του μεγάλου κεφαλαίου –η οποία φθάνει μέχρι την καταστροφή της ύπαρξής τους(!), ένα προτσές το οποίο είναι ιδιαίτερα εμφανές σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης– απ΄ την άλλη μεριά όμως θέλουν τη διατήρηση της καπιταλιστικής κοινωνίας, αν είναι δυνατό πάνω στη βάση της μικρής και μεσαίας ατομικής ιδιοκτησίας, χωρίς τους «ενοχλητικούς» παράγοντες του μεγάλου κεφαλαίου, με μια «ειρηνική» εργατική τάξη, η οποία θα έχει παραιτηθεί απ΄ το ταξικό μίσος της για τον καπιταλισμό. Απ΄ την ισχυρή εσωτερική τους ταλάντευση και την κοινωνική τους ανασφάλεια εξηγείται και η ασυνεπής πολιτική θέση τους.

Παρόλα αυτά τα μεσαία στρώματα σαν σύμμαχος της εργατικής τάξης είναι άκρως απαραίτητα. Η πτώση της κυβέρνησης Αλλιέντε στη Χιλή απ΄ το στρατιωτικό πραξικόπημα στις 11 Σεπτέμβρη του 1973, όπου μέχρι τον Οκτώβρη υπήρξαν 23.000 ανθρώπινα θύματα, έδειξε εκ νέου με τραγικό τρόπο την αναγκαιότητα της συμμαχίας με τα μεσαία στρώματα. Η παράλειψη αυτή ανήκε στις βασικές αιτίες η οποία συνετέλεσε ώστε οι δυνάμεις της αντεπανάστασης με τη μαζική υποστήριξη της κυβέρνησης των ΗΠΑ, να πετύχουν τη νίκη πάνω στη κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας» (σ.σ. όπως είναι γνωστό η άλλη βασική αιτία οφείλεται στην αναποφασιστικότητα που έδειξε η κυβέρνηση Αλιέντε για την κάθαρση του κατασταλτικού μηχανισμού και τον εξοπλισμό του λαού). Η απεργία των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων τον Ιούλη του 1973, η οποία έκοψε τη χώρα στα δυό, και στην οποία προσχώρησαν αργότερα και άλλα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, συνεισέφερε σημαντικά στην προετοιμασία του εδάφους για το στρατιωτικό πραξικόπημα. Χωρίς τη συμμαχία με τα μεσαία στρώματα, το «μοναχικό άσμα» της επανάστασης της εργατικής τάξης μπορεί να μετατραπεί εύκολα σε «τραγούδι θανάτου» της.

Η σημερινή διεθνής χρηματιστική ολιγαρχία, οι υπερεθνικοί και πολυεθνικοί γίγαντες, καθώς και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι, σχηματίζουν μια πολύ μικρή μειοψηφία του πληθυσμού σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Όλοι αυτοί εξασκούν την κυριαρχία τους χάρη στην ηγεμονία τους πάνω στα μεσαία στρώματα. Αυτά αποτελούν την κοινωνική υποδομή της πολιτικής σταθερότητας του κρατικομονοπωλιακού συστήματος κυριαρχίας. Χωρίς την ηγεμονία πάνω στα μεσαία στρώματα, η μονοπωλιακή αστική τάξη δε θα μπορούσε να διατηρήσει την εξουσία της για πολύ καιρό. Όσο διάστημα η μονοπωλιακή αστική τάξη παίρνει υπόψη της τα υλικά συμφέροντα των μεσαίων στρωμάτων και όσο διάστημα τα στρώματα αυτά αισθάνονται με τις συνθήκες ζωής τους προστατευμένα μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, το κρατικομονοπωλιακό σύστημα κυριαρχίας θα παραμένει σταθερό, ενώ το επαναστατικό τμήμα της εργατικής τάξης απομονωμένο. Αυτό φαίνεται επίσης και στη δημαγωγία των αστικών κομμάτων τα οποία με υποσχέσεις και παροτρύνσεις προσπαθούν να πείσουν τους εργαζόμενους, ότι καθένας απ΄ αυτούς μπορεί να γίνει επιχειρηματίας, αρκεί βέβαια να τηρεί με ευλάβεια τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς.

Η εργατική τάξη μπορεί να παλέψει με επιτυχία για κοινωνική πρόοδο μόνο τότε, όταν το λιγότερο αποσπαστούν σημαντικά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων απ΄ την επιρροή της μονοπωλιακής αστικής τάξης. Αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση που τα συμφέροντά τους συγκρούονται με εκείνα του μονοπωλιακού κεφαλαίου, όταν τα μονοπώλια δε μπορούν να πάρουν σε επαρκή βαθμό υπόψη τους τα συμφέροντα των στρωμάτων αυτών. Αλλά και τότε δεν είναι σε θέση να τελέσουν το σπάσιμο με την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων χωρίς τη βοήθεια του επαναστατικού εργατικού κόμματος. Όπως δείχνει η ιστορική πείρα, τα στρώματα αυτά μπορούν να στραφούν και σε δεξιά εξτρεμιστικά/(νέο)φασιστικά κόμματα.

***

3.2 Ζητήματα της πολιτικής συμμαχιών

Οι δημοκρατικές συμμαχίες ταξικά και πολιτικά δεν είναι ποτέ ομοιογενείς. Οι σύμμαχοι συμφωνούν στη λύση ενός κοινωνικού προβλήματος ή ενός πλέγματος προβλημάτων, έχουν σε ένα άλφα ζήτημα μια κοινή θέληση, ενώ σε ένα άλλο εκφράζονται ταξικές διαφορές και αντιθέσεις. Για το λόγο αυτό οι συμμαχίες δεν είναι μια διαρκής κατάσταση στην οποία μπορεί κανείς να εφησυχάζει. Παλιοί αντίπαλοι γίνονται μέχρι σ΄ ένα βαθμό φίλοι –και αντίστροφα. Οι συμμαχίες απαιτούν πολιτικούς συμβιβασμούς. Οι πολιτικοί συμβιβασμοί δεν είναι όμως ταυτόσημοι με τους ιδεολογικούς συμβιβασμούς! Ένα μαρξιστικό/κομμουνιστικό κόμμα δεν πρέπει ποτέ να συνάπτει ιδεολογικούς συμβιβασμούς (αλλά δεν πρέπει να απαιτεί το ίδιο και για τους συμμάχους του). Παραίτηση απ΄ τη μαρξιστική ιδεολογία προς όφελος της επίτευξης τακτικών στόχων, θα ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη της επαναστατικής ουσίας του μαρξιστικού/κομμουνιστικού κόμματος. Το μαρξιστικό/κομμουνιστικό κόμμα σε μελλοντικές συμμαχίες αγώνα πρέπει να σκέφτεται νηφάλια, να ζυγίζει ψυχρά την κατάσταση, τις συνθήκες κάτω απ΄ τις οποίες είναι δυνατές τέτοιου είδους συμμαχίες και τα όρια αυτών.

Παρομοίως, πολιτική ενότητα των δημοκρατικών κινημάτων δε σημαίνει συγχώνευση του επαναστατικού εργατικού κόμματος με αυτά. Μια τέτοιου είδους «αφομοίωση» ενός μαρξιστικού/κομμουνιστικού κόμματος σε ένα γενικό δημοκρατικό κίνημα, οδηγεί σε παραίτηση απ΄ το σοσιαλιστικό στόχο. Παρόλο που οι Μαρξ και Έγκελς στην αστικοδημοκρατική επανάσταση του 1848/49 βρίσκονταν στην αριστερή πτέρυγα της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας», δεν υποστήριξαν ποτέ τη συγχώνευση του εργατικού κινήματος με την αστική-δημοκρατική, αλλά σε όλους τους αγώνες τόνιζαν την αυτονομία του εργατικού κινήματος. Το ίδιο ισχύει και για την στρατηγική που ανάπτυξε ο Λένιν για τα δημοκρατικά κινήματα και επαναστάσεις το 1905 και το Φλεβάρη του 1917 στη Ρωσία.

Οι συμμαχίες για την επίτευξη συγκεκριμένων πολιτικών ή/και κοινωνικών στόχων είναι δυνατές μόνο πάνω στη βάση συνεργασίας, όπου οι σύμμαχοι θα έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αυτό δε σημαίνει επίσης ότι το μαρξιστικό/κομμουνιστικό κόμμα θα επεξεργάζεται την στρατηγική και οι σύμμαχοι απλώς θα διαθέτουν όλες τους τις δυνάμεις σαν «πρώτη ύλη» για την εκπλήρωση των στόχων αυτών. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε το τέλος κάθε πολιτικής συμμαχιών. Οι μαρξιστές/κομμουνιστές σε τέτοιου είδους συμμαχίες παίρνουν ενεργό μέρος στην εκπλήρωση των συμφωνηθέντων στόχων, ταυτόχρονα όμως εκπροσωπούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στο σύνολό της. Η διατήρηση της πολιτικής, ιδεολογικής και οργανωτικής αυτοτέλειας του μαρξιστικού/κομμουνιστικού κόμματος στην συμμαχία, η ανοιχτή παράθεση των στόχων τους απέναντι στους συμμάχους τους, είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πολιτικής συμμαχιών τους, χωρίς όμως να υποτάσσουν τους συμμάχους τους ή να τους «πείθουν» ώστε αυτοί να αποδεχτούν την μαρξιστική/κομμουνιστική ιδεολογία.

***

3.3 Μερικά ακόμη ζητήματα

Το τι ονομασία θα δοθεί σε μια τέτοιου είδους συμμαχία, αυτό δεν είναι ουσιώδες. Αυτό που έχει σημασία είναι το περιεχόμενο, δηλ. το τι στόχους θέτει για εκπλήρωση αυτή η συμμαχία. Βασικός αντίπαλος της εργατικής τάξης στο εθνικό και διεθνές επίπεδο είναι τα μονοπώλια –τα μεγάλα πολυεθνικά κοντσέρν και οι μεγάλες τράπεζες. Όλοι αυτοί κατέχουν μια τεράστια εξουσία, για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ανάλογο παράδειγμα σ΄ όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Εδώ λοιπόν βρίσκεται η ουσία! Πως μπορεί η εργατική τάξη να παλέψει μόνη της ενάντια σ΄ αυτόν τον Γολιάθ χωρίς συμμαχίες και μάλιστα χωρίς πλατιές συμμαχίες με τα μη προλεταριακά κοινωνικά στρώματα τα οποία σήμερα στη συντριπτική τους πλειοψηφία βρίσκονται απ΄ την πλευρά του μεγάλου κεφαλαίου;

Στις αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές συμμαχίες δεν έχουμε μετάβαση στις θέσεις της εργατικής τάξης, αλλά συμμετοχή στην πάλη ενάντια στο μονοπωλιακό κεφάλαιο και την ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων, ή το λιγότερο, ενάντια στις χειρότερες κοινωνικές και οικονομικές επιδράσεις της κρατικομονοπωλιακής πολιτικής. Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι τις τελευταίες δεκαετίες σε καμιά δυτικοευρωπαϊκή χώρα δεν έγινε κατορθωτή μια πλατιά και σταθερή συμμαχία με μαζική επιρροή των κομμουνιστικών κομμάτων. Συμμαχίες κομμουνιστικών κομμάτων και συμμετοχή τους σε κυβερνήσεις στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Φιλανδία οδήγησαν σε απώλεια της δύναμης και επιρροής τους. Απ΄ την άλλη μεριά συμμαχίες δράσης πάνω σε μερικά σημειακά προβλήματα ετερογενών ταξικών δυνάμεων κατέκτησαν σημαντικές επιτυχίες, όπως για παράδειγμα στην Πορτογαλία κατά την «Επανάσταση των Γαρυφάλλων» (1974/76). Επομένως το να παραιτηθεί κανείς εκ των προτέρων από πλατιές συμμαχίες ετερογενών ταξικών δυνάμεων, θα σήμαινε μη αξιοποίηση δυνατοτήτων για κατακτήσεις στην πάλη για κοινωνική πρόοδο.

***

4. Ενότητα δράσης

4.1. Σχετικά με τη διαλεκτική διάσπασης και πολιτικής ενότητας της εργατικής τάξης

Το πρακτικό και θεωρητικό πρόβλημα που ανακινείται κάθε φορά στην πολιτική συμμαχιών, είναι το ζήτημα της ενότητας δράσης, και συγκεκριμένα η συγχώνευση του μαρξιστικού/κομμουνιστικού κόμματος μέσα στη συμμαχία. Το πρόβλημα αυτό στην ιστορία του ελληνικού και διεθνούς εργατικού κινήματος δεν είναι καινούριο. Η ιστορία αυτή είναι μια ιστορία ιδρύσεων, διασπάσεων, αποσχίσεων, διαλύσεων, νεοιδρύσεων και συγχωνεύσεων κομμάτων, όπου η πάλη για πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης αποτελεί μια βασική τάση κομματικο-πολιτικής δραστηριότητας των μαρξιστικών/κομμουνιστικών κομμάτων. Η διαλεκτική διάσπασης και πολιτικής ενότητας έχει κοινωνικές αιτίες, οι οποίες βρίσκονται μέσα στον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Στον καπιταλισμό η εργατική δύναμη είναι εμπόρευμα, η πώληση του οποίου υποτάσσεται στο νόμο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Απ΄ την άλλη μεριά η εργατική τάξη, απ΄ την άποψη της θέσης της ως προς τα μέσα παραγωγής, είναι μια τάξη ενωμένη, η τάξη των «διπλά ελεύθερων μισθωτών εργατών», η οποία είναι αναγκασμένη να πουλά την εργατική της δύναμη.

Απ΄ αυτή την αντιφατική θέση απορρέουν και οι αντικειμενικές τάσεις, οι οποίες απ΄ τη μια μεριά πιέζουν για την πολιτική της ενότητα, απ΄ την άλλη όμως για τη διάσπασή της. Η εργατική τάξη δεν ήταν σε καμιά ιστορική εποχή ομοιογενής. Ο Μαρξ έκανε τη διάκριση μεταξύ βιομηχανικού προλεταριάτου, αγροτικού προλεταριάτου, προλεταριάτου στο εμπόριο και προλεταριάτου στις μεταφορές και επικοινωνίες. Τα τμήματα του προλεταριάτου διέφεραν ως προς τις μορφές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, όπου η ικανότητα αντίστασης των εργατών μειώνεται με τον κατακερματισμό τους. Στα παραπάνω προστίθενται θρησκευτικές, εθνικές και τοπικές διαφορές και αντιθέσεις, οι οποίες μπορούν να ωθήσουν το ταξικό ζήτημα εντελώς στο παρασκήνιο.

Στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, η εργατική τάξη άλλαξε ουσιαστικά στη σύνθεσή της, στην επαγγελματική της δομή, στις ανάγκες της και στο βαθμό εξειδίκευσής της τόσο εθνικά όσο και διεθνώς. Ταυτόχρονα άλλαξαν και αλλάζουν επίσης και οι άλλες τάξεις και στρώματα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η κοινωνική διαφοροποίηση γίνεται απ΄ τη μια μεριά μεγαλύτερη, όπως και η πόλωση μεταξύ φτωχών και πλουσίων, ενώ απ΄ την άλλη επέρχεται ένα προτσές προσέγγισης μεταξύ του υψηλά εξειδικευμένου και κοινωνικά σε ένα σχετικά υψηλό υλικό επίπεδο τμήματος της εργατικής τάξης και τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων, τα οποία προσεγγίζουν μεταξύ τους στο βιοτικό επίπεδο και στις συνήθειες ζωής. Τα τελευταία χρόνια, κατά τη διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης, παρατηρείται επίσης μια προλεταριοποίηση σημαντικών τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων. Η διαφορετική κοινωνική θέση των τάξεων και στρωμάτων αντανακλάται και πολιτικά. Βεβαίως, οι πολιτικές αντιλήψεις και η πολιτική συμπεριφορά δεν αντιστοιχούν γραμμικά στην κοινωνική θέση των στρωμάτων και των ξεχωριστών μελών της εργατικής τάξης. Αυτές μπορούν να αποκλίνουν κατά πολύ μεταξύ τους.

Η ύπαρξη σοσιαλρεφορμιστικών, άλλων αριστερών και μαρξιστικών/κομμουνιστικών κομμάτων έχει κοινωνικές αιτίες. Οι ιδεολογικές και πολιτικές τους διαφορές και αντιθέσεις, απορρέουν πρωταρχικά απ΄ την οικονομική διαφοροποίηση στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Όπως σε όλα τα πολιτικά κόμματα, έτσι και στα κόμματα αυτά, είναι δυνατό κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες να επιδράσουν τάσεις αυτονόμησης απέναντι στους ψηφοφόρους τους, των κομματικών καθοδηγήσεων απέναντι στα μέλη τους. Αυτό απορρέει απ΄ το γεγονός, ότι τα πολιτικά κόμματα απ΄ την ίδρυσή τους παρουσιάζουν επίσης και δικά τους συμφέροντα, τα οποία δεν πρέπει πάντα να συμφωνούν με τα συμφέροντα των εντολέων τους. Η κοινωνικοοικονομικά δυνητική πολιτική διάσπαση της εργατικής τάξης, είναι δυνατό εξαιτίας αυτών των συμφερόντων να βαθύνει ακόμη περισσότερο, αν τα κόμματα δεν κατορθώσουν να υπερβούν ένα αντικειμενικά δυνατό μέτρο. Η διάσπαση της εργατικής τάξης αποδεικνύεται επομένως σαν ένα γεγονός, το οποίο είναι ριζωμένο στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας και το οποίο αξιοποιείται απ΄ την αστική τάξη προσπαθώντας να το οξύνει επιπρόσθετα με πολλαπλά υλικά και ιδεολογικά μέσα.

Παρόλα αυτά η πολιτική διάσπαση της εργατικής τάξης δεν είναι ανυπέρβλητη. Υπάρχουν μια σειρά κοινά κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα όλων των τμημάτων της εργατικής τάξης, τα οποία μπορούν να επιβληθούν μόνο στην κοινή πάλη και να οδηγήσουν, το λιγότερο μερικώς, σε ενωτική πολιτική δράση. Κάτω από ευνοϊκές συνθήκες είναι μάλιστα δυνατό να οδηγήσουν σε συνένωση κομμάτων. Αυτό είναι σχετικά σπάνιο, όμως δεν είναι και απόλυτα αναγκαίο, ακόμη ούτε και κατά την επαναστατική άρση του καπιταλισμού και τη μετάβαση στη σοσιαλιστική κοινωνία.

***

4.2. Η αναγκαιότητα της ενότητας δράσης

Απ΄ αφορμή της συνένωσης των Λασσαλικών με τους Αϊζεναχικούς το 1875, ο Μαρξ τεκμηρίωσε την αντίληψή του για την ενότητα δράσης. Στη γνωστή «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» σ΄ ένα γράμμα του στον Α. Μπέμπελ, έγραφε ότι αν δεν μπορεί να συμφωνήσει κανείς πάνω σε ένα Πρόγραμμα το οποίο θα αντιστοιχεί πάνω στο θεωρητικό επίπεδο γνώσης της εποχής, θα ήταν καλύτερα να συνάψει «μια συμφωνία δράσης ενάντια στον κοινό αντίπαλο» και να αρκεστεί «σε ένα πρόγραμμα δράσης ή οργανωτικό σχέδιο για κοινή δράση». Από τότε η πολιτική για ενότητα δράσης κατέχει μια θέση-κλειδί στην στρατηγική των κομμουνιστικών κομμάτων στην πάλη για κοινωνική πρόοδο, η οποία σε κρίσιμες καταστάσεις αποδείχτηκε ορθή τόσο εθνικά όσο και διεθνώς. Εδώ αναφέρουμε μόνο την πολιτική του ΚΚΕ κατά τη περίοδο της Εθνικής Αντίστασης (1940-1944) με την ίδρυση και τη δράση του ΕΑΜ.

Στην πολιτική για την ενότητα δράσης δεν μπορεί να αναζητήσει κανείς τους συμμάχους του. Οι σύμμαχοι είναι αντικειμενικά δοσμένοι. Ο εκάστοτε σύμμαχος εκπροσωπεί πάντα διαφορετικές ιδεολογικές αντιλήψεις απ΄ ό,τι το κομμουνιστικό κόμμα. Αν ήταν διαφορετικά, τότε θα είχαμε πολιτική και ιδεολογική ενότητα και η ενότητα δράσης θα ήταν περιττή. Η ενότητα δράσης περιλαμβάνει επομένως μια πολιτική συμμαχία μεταξύ εργατικών ή αριστερών κομμάτων με διαφορετικές ιδεολογικές θέσεις για την επιβολή ενός στόχου ή ενός πλέγματος στόχων ενάντια σ΄ έναν κοινό αντίπαλο. Οι συμφωνίες για την ενότητα δράσης δεν μπορούν επίσης να εξαρτώνται από συμπάθειες ή αντιπάθειες απέναντι στους εκπροσώπους τού εν δυνάμει συμμάχου. Οι προσωπικές αντιπάθειες είναι ανθρώπινες. Μέσα στις συμμαχίες, αλλά ακόμη και μέσα σ΄ ένα πολιτικό κόμμα είναι αναπόφευκτες. Αν όμως οι πολιτικές αποφάσεις τείνουν να εξαρτηθούν από προσωπικές διαθέσεις και διαφορές, τότε η ήττα της εκάστοτε πολιτικής είναι προδιαγραμμένη.

***

5. Αντί επιλόγου

Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ανατολική Ευρώπη, ο διεθνής ιμπεριαλισμός με τη νέα τάξη πραγμάτων και την ακόμη μεγαλύτερη κυριαρχία των πολυεθνικών, επιβάλλεται με ακόμη πιο βάρβαρα μέσα απ΄ ό,τι παλιότερα. Η απώλεια του αντίπαλου δέους κάνει ώστε να φαίνεται αήττητος. Είναι όμως έτσι; Ο καπιταλισμός ούτε υπήρχε πάντα (η κυριαρχία του αριθμεί τρεις αιώνες), ούτε είναι αήττητος. Μέσα στη μήτρα του αναπαράγονται διαρκώς οι αντιθέσεις που θα οδηγήσουν στην επαναστατική του υπέρβαση. Όλη η ουσία βρίσκεται στο να επιταχυνθεί αυτό το προτσές. Οι συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες κάτω απ΄ τις οποίες θα λάβουν χώρα οι μελλοντικές σοσιαλιστικές επαναστάσεις, δεν μπορούν να προβλεφτούν. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες, οι πλατιές αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές δημοκρατικές συμμαχίες (Μέτωπα) είναι αναγκαίες τόσο εθνικά όσο και διεθνώς. Οι δυνάμεις της αριστεράς στη χώρα μας οι οποίες οραματίζονται το σοσιαλισμό, είναι ανάγκη όχι μόνο να επεξεργαστούν τις βάσεις αυτού του συστήματος, λαμβάνοντας υπόψη και την μέχρι τώρα ιστορική πείρα, αλλά και την στρατηγική της μετάβασης σ΄ αυτόν.

Η αναγκαιότητα αυτής της μεταβατικής φάσης, οι προγραμματικές κατευθύνσεις της, καθώς και οι δυνάμεις οι οποίες καλούνται να συμμαχήσουν για ένα κοινωνικο-πολιτικό μέτωπο με κατεύθυνση το σοσιαλισμό, θα αποτελέσουν ,-όπως αναφέρθηκε και στην αρχή αυτού του κειμένου-, αντικείμενο ξεχωριστής ανάλυσης.

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Inprecor» στις 05/04/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.