Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Μονοπώλια και καπιταλιστική κρίση

του Παναγιώτη Γαβάνα

1. Αντί προλόγου: Σχετικά με την αναγκαιότητα ανάπτυξης της θεωρητικής δουλειάς

Η κρίση του καπιταλισμού έχει θέσει τη μαρξιστική-κομμουνιστική αριστερά μπροστά σε μια σειρά από πρακτικά/πολιτικά και θεωρητικά ζητήματα/καθήκοντα, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Ζητήματα, τα οποία μέχρι και πριν από τρία τουλάχιστον χρόνια, φαίνονταν απόμακρα, και κατά κάποιο τρόπο, ασύνδετα με το σήμερα. Η βαθιά κρίση όμως που διέρχεται το καπιταλιστικό σύστημα, τόσο στη βάση όσο και στο εποικοδόμημα, επιτάχυνε το προτσές αναζήτησης λύσεων και διαφώτισης της νέας κατάστασης που έχει διαμορφωθεί. Και, για να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο πεδίο της θεωρίας: Η αντικαπιταλιστική αριστερά δυστυχώς δεν αξιοποίησε τη χρονική περίοδο της ανάπαυλας μετά την ήττα του αυτοονομαζόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» (απ΄ το 1989/90) για παραπέρα θεωρητικές επεξεργασίες, οι οποίες θα λάμβαναν υπόψη το σύγχρονο καπιταλισμό, όπως επίσης όλη τη μαρξιστική κληρονομιά, και θα προχωρούσαν παραπέρα –δηλ. στη θεωρητική επεξεργασία ζητημάτων που αφορούν στο σοσιαλισμό τον οποίο οραματίζεται. Πολύ δε περισσότερο, μέχρι και σήμερα, ένα τμήμα της αριστεράς εξακολουθεί να υποβαθμίζει τις θεωρητικές επεξεργασίες/αναζητήσεις, ενώ κάποιο άλλο χλευάζει αυτή την αναγκαιότητα, αντιπαραθέτοντας λαθεμένα την πολιτική πρακτική στη θεωρία. Υπενθυμίζουμε λοιπόν εκ νέου τη χιλιοειπωμένη φράση: Δε μπορεί ποτέ να υπάρξει επαναστατικό κίνημα χωρίς επαναστατική θεωρία!

Για να γίνουμε περισσότερο σαφείς, ας το δούμε συγκεκριμένα σε σχέση με τηn καπιταλιστική κρίση. Είναι γνωστό, ότι όποιος τοποθετεί σήμερα τον εαυτό του στην αριστερά, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι σκέφτεται και αντικαπιταλιστικά, όπως επίσης, ότι όποιος τοποθετεί τον εαυτό του στην (άκρα) δεξιά, δε σημαίνει ότι σκέφτεται και δεξιά εξτρεμιστικά. Ας πάρουμε τρία παραδείγματα (προτάσεις).

Πρώτη πρόταση: «Οι βασικές οικονομικές επιχειρήσεις πρέπει να κρατικοποιηθούν». Η πρόταση αυτή είναι δυνατό να υποστηριχθεί τόσο από έναν αριστερό, όσο και από κάποιον που τοποθετεί τον εαυτό του στην (άκρα) δεξιά, επειδή η παραπάνω πρόταση θα μπορούσε να σημαίνει, υποστήριξη ενός είδους μικτής οικονομίας ή και κρατικό καπιταλισμό. Ειδικά «αντικαπιταλιστικό» δεν είναι όμως αυτό το μέτρο(!), κι αυτό γιατί συγχέεται η κρατικοποίηση με τη σοσιαλιστική κοινωνικοποίηση, για τον απλούστατο λόγο, ότι μια κρατική επιχείρηση στον καπιταλισμό υποτάσσεται πάντα στους νόμους της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής και του αστικού κράτους.

Δεύτερη πρόταση: «Η πραγματική δημοκρατία είναι δυνατή, όταν δεν υπάρχει καπιταλισμός». Και η τοποθέτηση αυτή φαίνεται/προβάλλεται ως αντικαπιταλιστική. Είναι όμως; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, είναι αναγκαίο να ερμηνευτούν οι έννοιες «δημοκρατία» και «καπιταλισμός». Ένας μαρξιστής, το πρώτο που οφείλει να πράξει, είναι να τονίσει τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους και της δημοκρατίας, να θέσει το κλασικό ερώτημα: «δημοκρατία για ποιόν;» Αντιθέτως, ένας οπαδός των αστικών κομμάτων εξουσίας, θα φλυαρεί γενικά και αόριστα περί δημοκρατίας, φθάνοντας χρονικά μέχρι τη δουλοκτητική αθηναϊκή δημοκρατία, παρουσιάζοντάς την μάλιστα ως τον ιδανικό τύπο δημοκρατίας (το τελευταίο διάστημα η άποψη αυτή προβάλλεται και από κάποιους που τοποθετούν τον εαυτό τους στην αριστερά). Αυτό απ΄ την άλλη δεν σημαίνει, ότι ο μαρξιστής, στο όνομα του ταξικού χαρακτήρα της δημοκρατίας, δεν πρέπει και να αξιοποιήσει ό,τι θετικό έχει προσφέρει ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, συμπεριλαμβανομένου και της δουλοκτητικής δημοκρατίας. Παραπέρα, ο μαρξιστής δεν θα εξετάσει τη δημοκρατία/το κράτος αποσπασμένα απ΄ την οικονομική βάση (τις οικονομικές σχέσεις), αλλά θα αναλύσει όλους τους νόμους που την διέπουν, σε διαλεκτική, πάντα, σχέση με το εποικοδόμημα, λαμβάνοντας όμως υπόψη του και τη σχετική αυτονομία του τελευταίου. Αντιθέτως, ο υποστηρικτής των αστικών κομμάτων, που μπορεί κάλλιστα και να μην τα ψηφίζει δηλώνοντας ότι δεν τον εκφράζουν, εν τούτοις δεν έχει ξεκοπεί απ΄ την αστική ιδεολογία (και ο αριθμός των ανθρώπων αυτών σήμερα, αποτελεί ένα μεγάλο τμήμα του «κόμματος» του «κανένα»), φλυαρεί περί «άρνησης του καπιταλισμού», χωρίς όμως να προσδιορίζει τι ακριβώς εννοεί. Έτσι είναι δυνατό, να πέσει στην παγίδα ενός τεχνητού διαχωρισμού μεταξύ «οικονομίας της αγοράς» και «καπιταλισμού».

Τρίτη πρόταση: «Στην Ελλάδα υπάρχουν ακόμη οι παλιές αντιθέσεις μεταξύ της τάξης που κατέχει, και αυτής που δεν κατέχει τα μέσα παραγωγής». Και η τοποθέτηση αυτή, μπορεί να υποστηριχτεί τόσο από έναν αριστερό/μαρξιστή, όσο και από κάποιον που βρίσκεται κάτω από την επιρροή της αστικής ιδεολογίας. Η πρόταση όμως αυτή είναι αντικαπιταλιστική, μόνο στο βαθμό που συνδέεται με την επιθυμία υπέρβασης του ταξικού ανταγωνισμού (δηλ. την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο). Διαφορετικά μπορεί να οδηγήσει σε επιθυμία για άμβλυνση των ταξικών αντιθέσεων.

Ας «κλείσουμε» όμως με το θέμα περί αναγκαιότητας των θεωρητικών αναζητήσεων. Αν το τονίσαμε ιδιαίτερα, - παρεκκλίνοντας προς στιγμή απ΄ το ζήτημα που θα εξετάσουμε στη συνέχεια -, εκτός αυτών που προαναφέραμε, είναι και γιατί η αρθρογραφία δημοσιογραφικού χαρακτήρα (η οποία «πιάνει» κατά κανόνα ζητήματα της τρέχουσας επικαιρότητας), δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη θεωρητική δουλειά που είναι αναγκαία για την ανάλυση της σημερινής κρίσης του καπιταλισμού (και όχι μόνο).

Τα ζητήματα που σχετίζονται με την κρίση του καπιταλισμού είναι πολλά. Στο κείμενο που ακολουθεί, θα εξετάσουμε τη θέση του μονοπωλίου στο σύγχρονο μονοπωλιακό καπιταλισμό, καθώς και την (οργανική) σύνδεσή του με την κρίση του καπιταλισμού. Η ανάλυση κατ΄ αναγκαίο τρόπο θα ξεκινήσει με την έννοια «μονοπώλιο».

***

2. Το μονοπώλιο

Η αστική αντίληψη περί μονοπωλίου

Η αστική αντίληψη περί μονοπωλίου έχει τις ρίζες της στα μέσα της δεκαετίας του 1920, με πρωταγωνιστές τους Piero Sraffa, Edward Chamberlin, Joan Robinson, Robert Triffin και λίγο αργότερα τον Dagmar Frisch, οι οποίοι ανέπτυξαν τη «Θεωρία του μη πλήρους ανταγωνισμού». Από τότε στην αστική πολιτική οικονομία το μονοπώλιο και ο «πλήρης ανταγωνισμός», τίθενται μεταξύ τους το ένα απέναντι στον άλλο όλο και λιγότερο όχι σαν εναλλακτικές λύσεις, αλλά σε δυό εξτρέμ, σε δυό πόλους, ανάμεσα στους οποίους υπάρχουν διάφορες «μορφές αγοράς». Η αστική οικονομία ξεκίνησε έτσι να κατανοεί/κωδικοποιεί τα μονοπώλια με την έννοια «μορφή αγοράς», εισάγοντας μια φάση απολογητικής των μονοπωλίων η οποία φθάνει μέχρι τις μέρες μας.

Ανάλογα με τον αριθμό και το μέγεθος των επιχειρήσεων οι οποίες εμφανίζονται απ΄ την πλευρά της προσφοράς ή της ζήτησης, γίνεται απ΄ τους αστούς οικονομολόγους η διάκριση μεταξύ εννέα τύπων «μορφών αγοράς», οι οποίοι σχηματίζονται με συγκεκριμένους συνδυασμούς μεταξύ τους, στη βάση των τριών στοιχειωδών μορφών αγοράς: Μονοπώλιο, ολιγοπώλιο και πολυπώλιο (βλέπε σχήμα).

 Σχήμα: «Μορφές αγοράς»


Προσφορά
ένας
λίγοι
πολλοί
Ζήτηση
ένας
διμερές
μονοπώλιο
περιορισμένο
μονοπώλιο
ζήτησης
μονοπώλιο
ζήτησης
λίγοι
περιορισμένο
μονοπώλιο
προσφοράς
διμερές
ολιγοπώλιο
ολιγοπώλιο
ζήτησης
πολλοί
μονοπώλιο
προσφοράς
ολιγοπώλιο
προσφοράς
πολυπώλιο

Επομένως σύμφωνα με την αστική αντίληψη, το μονοπώλιο είναι ο μοναδικός πωλητής πάνω σε μια αγορά. Έτσι γίνεται αμέσως αντιληπτό, ότι η αστική έννοια περί μονοπωλίου αφορά στην ίδια την αγορά, δηλαδή κινείται μέσα στη σφαίρα κυκλοφορίας. Έτσι το μονοπώλιο δεν βλέπεται σαν αποτέλεσμα της επίδρασης των οικονομικών νόμων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και σαν σχέση κυριαρχίας, αλλά σαν μια μορφή σχέσεων μεταξύ «αυτών που προσφέρουν» και «αυτών που ζητούν».

Με βάση αυτό τον ορισμό, αν η θεία Κατίνα έχει ένα μοναδικό μαγαζάκι σε μια οροθετημένη περιοχή, τότε αυτό θεωρείται μονοπώλιο, ενώ αντιθέτως μερικές πολυεθνικές ενός κλάδου δεν θεωρούνται μονοπώλια, αλλά το λιγότερο «ολιγοπώλια» -ακριβώς επειδή δρουν περισσότερες από μία πάνω στην αγορά. Έτσι μονοπώλιο και ανταγωνισμός αλληλοαποκλείονται. Η αστική οικονομική θεωρία αρνείται πλήρως ότι η συγκεντροποίηση είναι ένα αναγκαίο αποτέλεσμα του ανταγωνισμού και ότι ο ανταγωνισμός ανεβάζει το μονοπωλιακό ανταγωνισμό σε μια υψηλότερη βαθμίδα. Πλήρης ανταγωνισμός υπάρχει κατά την αστική θεωρία μόνο όταν πρόκειται για ένα «πολυπώλιο», δηλ. όταν υπάρχει προσφορά στην αγορά από πολλές μικρές επιχειρήσεις. Κάπου μεταξύ μονοπωλίου και πολυπωλίου βρίσκεται το ολιγοπώλιο. Είναι εμφανές, ότι ο ορισμός αυτός περί μονοπωλίου, πρακτικά δεν έχει καμιά οικονομική σημασία –το λιγότερο στη βιομηχανική παραγωγή όπου οι αγορές σε επίπεδο περιφέρειας δεν είναι κλειστές.

Το σχήμα αυτό («μορφές αγοράς») των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων θεωρητικών, παρουσιάζεται σαν ένα οικονομικό σύστημα ισορροπίας και σαν μια υποτιθέμενη κυριαρχία των καταναλωτών πάνω στην οικονομία, η οποία αποτελεί μια ορθολογική μέθοδο κάλυψης των αναγκών. Κατά την άποψή τους στα υποτιθέμενα πλεονεκτήματα του καπιταλιστικού οικονομικού ανταγωνισμού, παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο τα φορμαλιστικά και εν μέρει μαθηματικά κατασκευάσματα στη βάση του σχήματος των «μορφών αγοράς». Για τους νεοφιλελεύθερους προκύπτει απ΄ όλα αυτά, ότι το οικονομικό σύστημα πρέπει να αποφύγει τους παράγοντες οι οποίοι το εμποδίζουν ή το καταστρέφουν. Η εξασφάλιση του καπιταλιστικού οικονομικού ανταγωνισμού (οικονομία της αγοράς) βλέπεται έτσι σαν ένα βασικό καθήκον του καπιταλιστικού/ιμπεριαλιστικού κράτους.

Σε σχέση με τη θεωρία των «μορφών αγοράς», οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι θεωρητικοί προπαγανδίζουν επίσης ένα είδος αντιμονοπωλισμού, όπου τα μονοπώλια τυπικά παρουσιάζονται σωστά σαν ένα ξένο σώμα του καπιταλιστικού οικονομικού ανταγωνισμού, ο οποίος θα επιδρούσε βλαπτικά πάνω στα πλεονεκτήματα του λεγόμενου οικονομικού συστήματος κυκλοφορίας, αρνούνται όμως το νομοτελειακό χαρακτήρα της γέννησης και ανάπτυξης των μονοπωλίων πάνω στη βάση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Πάνω σ΄ αυτή τη θεωρητική βάση είναι έτσι δυνατό, να κάνουν «αντιμονοπωλιακή» ρητορική (προσελκύοντας και τμήματα της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης), χωρίς να θίγουν τις βάσεις της κυριαρχίας των μονοπωλίων και τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

***

Η μαρξιστική αντίληψη περί μονοπωλίου

Στη μαρξιστική πολιτική οικονομία η έννοια «μονοπώλιο» έχει διπλή σημασία:

1. Χαρακτηρίζει μια μεγάλη επιχείρηση ή μια ομάδα επιχειρήσεων, οι οποίες κατέχουν οικονομική και εξωοικονομική εξουσία, ελέγχουν αγορές και άλλες αλληλοσχέσεις σχετιζόμενες με την αναπαραγωγή, και μέσω αυτών μπορούν να δημιουργήσουν ευνοϊκές συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου πάνω από τον μέσο όρο. Επομένως εδώ το κριτήριο δεν είναι ο αριθμός των επιχειρήσεων που δρουν πάνω στην αγορά. Κάνουμε λόγο για μονοπώλια σαν ξεχωριστές επιχειρήσεις, όπως επίσης για κλαδικά μονοπώλια (μονοπώλια στον ορυκτό πλούτο, τραπεζικά μονοπώλια κ.α.) και διεθνή μονοπώλια.

2. Χαρακτηρίζει την παραπέρα ιστορική εξέλιξη των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας και παραγωγής. Τη βάση της αποτελεί η με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σταδιακή κοινωνικοποίηση του προτσές παραγωγής, η οποία απαιτεί το κοινωνικό σχεδιασμό. Επειδή της στα μέσα παραγωγής όπως και πριν επικρατεί η ατομική ιδιοκτησία, γι΄ αυτό η αντικειμενικά αναγκαία κοινωνική ρύθμιση λαμβάνει χώρα με παραμορφωμένο τρόπο, σαν σχηματισμός των μονοπωλίων. Αυτά μετατρέπονται σε επικρατέστερους παράγοντες του καπιταλιστικού προτσές αναπαραγωγής και τροποποιούν τις δομές του, τις διαδικασίες και τους νόμους. Τα μονοπώλια χαρακτηρίζουν ένα νέο στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, αποτελώντας τον οικονομικό του πυρήνα.

Την πρώτη συστηματική θεωρητική επεξεργασία του μονοπωλίου έκανε ο Λένιν στο έργο του «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Το έργο αυτό ανήκει μαζί με το «Κεφάλαιο» του Μαρξ στα βασικά έργα της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού. Στο σύγγραμμα αυτό έγινε προσπάθεια να αποκαλυφθούν οι νέες μορφές κίνησης του κεφαλαίου, οι οποίες χαρακτηρίζουν τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, να αναχθεί η ουσία τους και να βγουν τα αναγκαία συμπεράσματα για την επαναστατική στρατηγική και τακτική του εργατικού κινήματος. Εδώ ανήκει επίσης ο σωστός υπολογισμός των αιτιών και ο χαρακτήρας του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Έτσι ο Λένιν αποδεικνύει, ότι ο πόλεμος αυτός μπορεί να ερμηνευτεί απ΄ την κυριαρχία του μονοπωλίου καθώς και τη νέα σχέση που το συνδέει μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, ότι οι λαοί μπορούν να εκμηδενίσουν τον ιμπεριαλισμό αν σπάσουν την εξουσία των μονοπωλίων.

Το μονοπώλιο είναι για τον ιμπεριαλισμό η χαρακτηριστική μορφή της βασικής καπιταλιστικής σχέσης παραγωγής. Αυτό γεννιέται σαν αποτέλεσμα της επίδρασης του βασικού οικονομικού νόμου του καπιταλισμού πάνω σε μια υψηλότερη βαθμίδα συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου. Στόχος του είναι η πραγματοποίηση ενός όσο το δυνατό υψηλότερου μονοπωλιακού κέρδους. Στις βασικές ιδιότητές του ανήκουν η χρήση βίας και επιθετικότητας.

Η κυριαρχία του μονοπωλίου στην οικονομία των καπιταλιστικών χωρών προξενεί σημαντικούς μετασχηματισμούς στο μηχανισμό επίδρασης των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός, ο οποίος εκφράζεται σ΄ ένα «ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς», σε μεταβαλλόμενες τιμές, μισθούς, ποσοστά τόκου κτλ, με το μονοπώλιο παραβιάζεται, οδηγώντας σε μια σχετική επιβολή τιμών, μισθών, ποσοστών τόκου κτλ προς όφελος του μονοπωλιακού υπερκέρδους. Επίσης και στις σχέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών και κυρίως μεταξύ των ιμπεριαλιστικών ανταγωνιστών, εμφανίζονται εντονότερα μέθοδοι βίας όπως ο εκβιασμός, η επιβολή και η προσάρτηση. Η «εποχή του ελεύθερου εμπορίου» έχει φθάσει οριστικά στο τέλος της.

Κατά τον Λένιν ο ιμπεριαλισμός σαν μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, έχει πέντε βασικά οικονομικά χαρακτηριστικά:

1. Η συγκέντρωση της παραγωγής έχει φθάσει σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο, που γεννιούνται βιομηχανικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις, οι οποίες παίζουν τον αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή των καπιταλιστικών χωρών.

2. Το τραπεζικό κεφάλαιο συγχωνεύεται με το βιομηχανικό δημιουργώντας το χρηματιστικό κεφάλαιο και έτσι τη χρηματιστική ολιγαρχία.

3. Η εξαγωγή κεφαλαίου αποκτά μια ιδιαίτερα μεγάλη σημασία σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων.

4. Σχηματίζονται διεθνή μονοπώλια τα οποία μοιράζουν μεταξύ τους οικονομικά τον καπιταλιστικό κόσμο.

5. Το εδαφικό μοίρασμα του κόσμου μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων έχει τελειώσει, ενώ έχει αρχίσει η πάλη για ένα νέο μοίρασμα.

Αυτά τα οικονομικά χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ιδιαίτερες μορφές του μονοπωλίου, βρισκόμενα σε μια ισχυρή εσωτερική συνάφεια. Έτσι, το πρώτο χαρακτηριστικό παρασταίνει την σημαντικότερη και θεμελιακή οικονομική ποιότητα του ιμπεριαλισμού.

Παραπέρα, απ΄ την παραπάνω τοποθέτηση προκύπτει άμεσα η θεωρία του Λένιν για τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους: Από δω και πέρα έπρεπε οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις και οι διεθνείς ενώσεις των καπιταλιστών, να διεξάγουν μεταξύ τους από χρόνο σε χρόνο ιμπεριαλιστικούς πολέμους για ένα νέο μοίρασμα του κόσμου, επειδή απ΄ τη μια μεριά η επέκταση σε ικανές προς εκμετάλλευση και για τοποθέτηση κεφαλαίων κερδοφόρες περιοχές και κατά συνέπεια η κατοχή τους, έγινε όρος για πιο ευνοϊκή αξιοποίηση του κεφαλαίου και της παραπέρα οικονομικής ανάπτυξης της κάθε ιμπεριαλιστικής χώρας, απ΄ την άλλη όμως δεν υπάρχει καμιά χώρα πάνω στη Γη, η οποία να μην ανήκει σε μια απ΄ τις μεγάλες δυνάμεις, ή να μην διεκδικείται από αυτές στη «σφαίρα επιρροής» της. Μέσω των πολέμων το μερίδιο των ιμπεριαλιστικών χωρών στην κατοχή της γήινης σφαίρας προσαρμόζεται κάθε φορά στον οικονομικό συσχετισμό δύναμης που έχει προκύψει μεταξύ τους στην πάροδο του χρόνου, στη βάση της ανισόμετρης ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της βίας.

***

3. Νέες μορφές μονοπωλισμού και η σχετική πλεονεκτική θέση των μονοπωλίων

Οι σημαντικότερες μορφές ή επίπεδα μονοπωλισμού που περιγράφηκαν ήδη απ΄ τον Λένιν είναι τα καρτέλ (τα οποία είναι συνήθως μια σύμβαση καπιταλιστών για τους όρους της διάθεσης των εμπορευμάτων), τα τραστ (υπάρχουν διάφορες παραλλαγές τους, στις περισσότερες όμως περιπτώσεις πρόκειται για μια ολοκληρωμένη συγχώνευση των επιχειρήσεων που συγχωνεύονται), τα κοντσέρν και το χρηματιστικό κεφάλαιο. Ενόσω τα πρώτα χρησιμεύουν κυρίως στην εξασφάλιση και διεύρυνση των αγορών μέσω σύνδεσης συμβολαίων των αυτοτελών επιχειρήσεων, τα κοντσέρν παρασταίνουν συγκεντροποιημένες μορφές της κοινωνικής παραγωγής –και έτσι τον πυρήνα της κοινωνικής αναπαραγωγής-, ενώ το χρηματιστικό κεφάλαιο σχηματίζει την συγχώνευση διάφορων λειτουργιών στο συνολικό προτσές αναπαραγωγής και αξιοποίησης του κεφαλαίου. Οι μορφές αυτές εξακολουθούν να παίζουν και σήμερα σημαντικό και αποφασιστικό ρόλο στο προτσές της μονοπωλιακής αναπαραγωγής. Ας σκεφτεί κανείς την σημασία των διάφορων κοντσέρν ή το ρόλο των μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών στις οποίες συμμετέχουν μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με το παραγωγικό κεφάλαιο. Επίσης, η έκταση, η εξουσία, η πολιτική και η οικονομική σημασία του χρηματιστικού κεφαλαίου έχουν αυξηθεί σημαντικά, κάτι που γίνεται εμφανές στις συμπλέξεις κεφαλαίου και διοικητικού προσωπικού των μεγάλων επιχειρήσεων.

Επί πλέον σε σύγκριση με την πρώτη φάση σχηματισμού των μονοπωλίων στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα, σχηματίστηκαν νέες μορφές μονοπωλισμού, οι οποίες επηρεάζουν αποφασιστικά το συνολικό προτσές αναπαραγωγής:

1. Κατ΄ αρχή ο σχηματισμός υπερεθνικών μονοπωλίων, που αν και έχουν την έδρα και το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου τους σε μια συγκεκριμένη χώρα, δηλαδή στο βαθμό που είναι εθνικά κεφάλαια, εντούτοις η δραστηριότητά τους επεκτείνεται σε πολλές χώρες, ασκώντας μεγάλη εξουσία σ΄ αυτές, και τις περισσότερες φορές δρουν ακόμη πιο ανοιχτά απ΄ ό,τι οι ντόπιες επιχειρήσεις, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα εκάστοτε εθνικά συμφέροντα των χωρών αυτών. Ο σχηματισμός των υπερεθνικών μονοπωλίων αντιστοιχεί στην πίεση των παραγωγικών δυνάμεων για παραπέρα επεκτατισμό. Την διεθνοποίηση του εμπορίου ακολούθησε κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες η διεθνοποίηση της παραγωγής, η οποία λαμβάνει χώρα με μια ειδική μονοπωλιακή μορφή, σαν σχηματισμός υπερεθνικών μονοπωλίων.

2. Σήμερα παρατηρείται επίσης και στα εθνικά πλαίσια, σε σχέση με την περίοδο των αρχών του 20ου αιώνα, μιά διείσδυση των μονοπωλίων σε νέους τομείς αξιοποίησης του κεφαλαίου, κυρίως στο εμπόριο. Ναι μεν το εμπόριο στο μεγαλύτερο μέρος του είναι και σήμερα οργανωμένο απ΄ τις μεσαίες επιχειρήσεις, όμως μονοπωλιακές επιχειρήσεις, όπως για παράδειγμα στο τομέα των τροφίμων και του ρουχισμού, απέσπασαν ήδη σημαντικά τμήματα απ΄ τη σφαίρα της διανομής, όχι σπανίως σαν επιχειρήσεις οι οποίες ιδιοκτησιακά σχετίζονται με τις τράπεζες, που απ΄ τη μεριά τους πάλι συμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό με τη βιομηχανία. Με τη σταδιακή διείσδυση του μονοπωλιακού κεφαλαίου σε όλους τους λειτουργικούς τομείς της καπιταλιστικής αναπαραγωγής και την ένωση/πέρασμα όλων των λειτουργικών τομέων στα χέρια των μεγάλων μονοπωλίων, εν μέρει ακυρώνεται η αυτονόμηση των φάσεων του προτσές αναπαραγωγής μέσω του σχηματισμού από εμπορικό σε χρηματιστικό κεφάλαιο, και αντί αυτού γεννιούνται τεράστια συμπλέγματα αξιοποίησης του κεφαλαίου, τα οποία ασκούν διάφορες λειτουργίες ελέγχοντας την χρηματοδότηση και την απόκτηση πρώτων υλών, την παραγωγή μέχρι και την αγορά φθάνοντας στους τελικούς καταναλωτές.

3. Σημαντικές νέες εξελίξεις μονοπωλισμού παρατηρούνται επίσης με συμφωνίες/συμβάσεις που γίνονται μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων στο τομέα της παραγωγής και της έρευνας, οι οποίες απαιτούν ιδιαίτερα μεγάλες δαπάνες έρευνας που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη νέων προϊόντων πάνω στην αγορά. Η παραδοσιακή στρατηγική της καρτελοποίησης που ακολουθούσε μετά την παραγωγή, η οποία απέθετε τα παραγόμενα εμπορεύματα αυτόνομα στην αγορά και μέχρι αυτού του σημείου απειλούνταν διαρκώς απ΄ την ανάπτυξη νέων προϊόντων και μεθόδων παραγωγής με αποσταθεροποίηση, τώρα τίθεται κατά μια βαθμίδα νωρίτερα και αντικαθίσταται απ΄ την καρτελοποίηση κατά τη διάρκεια της παραγωγής, κάτι που επιδρά σταθεροποιητικά για τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν.

4. Μια εντελώς άλλη τάση σύγχρονου μονοπωλισμού σε σχέση με το παρελθόν, είναι ο παραπέρα διαχωρισμός της αξιοποίησης του κεφαλαίου απ΄ την ειδική υλικότητά του μέσω του σχηματισμού μικτών μονοπωλίων, τα οποία μπορούν να συμπεριλάβουν επιχειρήσεις παραγωγής ενέργειας, ασφαλιστικές εταιρείες, μέχρι και επιχειρήσεις τροφίμων, αξιοποιώντας ετερογενείς αξίες χρήσης μέσω ενός τεράστιου ενιαίου κεφαλαίου και στις οποίες παρουσιάζεται έντονα η πλήρης αδιαφορία του κεφαλαίου για την κοινωνική αξία χρήσης.

5. Οι μονοπωλιακές θέσεις παρουσιάζονται τέλος με άνιση εντατικότητα απ΄ ό,τι παλιότερα σ΄ ένα πυκνό δίκτυο οικονομικής εξάρτησης, το οποίο προσδένει τα μη μονοπωλιακά κεφάλαια στα μονοπώλια. Μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται σε βαθιά εξάρτηση απ΄ τα μονοπώλια σαν προμηθευτές και αγοραστές, σαν πιστολήπτες και πιστωτές, σαν πάροχοι υπηρεσιών και παραγγελιοδόχοι. Η ιδιωτική ιδιοκτησία τους εμπεριέχει –όπως και αυτή των μικρομετόχων στις μεγάλες μετοχικές εταιρείες– πάντα, έναν τυπικό χαρακτήρα, η ελευθερία και η επιχειρησιακή τους αυτονομία γίνεται όλο και περισσότερο ιδεολογική ψευδαίσθηση, ενώ υλικά έχει ήδη προ πολλού υποσκαφτεί. Παρόλα αυτά δεν εξασκούν μόνο ιδεολογικές και οικονομικές λειτουργίες για το μονοπωλιακό κεφάλαιο, επειδή π.χ. σαν μικρές επιχειρήσεις στο λιανικό εμπόριο και στη βιοτεχνία εκτελούν και επιβλέπουν τη διανομή και την λειτουργική ικανότητα των αξιών χρήσης μέχρι και την τελευταία γωνιά της κοινωνίας, τις οποίες ρυθμίζουν κεντρικά τα μονοπώλια.

Κατά τις σχέσεις εξάρτησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων απ΄ το μονοπωλιακό κεφάλαιο και τις σχετικές διαφορές στα κέρδη των ξεχωριστών κεφαλαίων μεταξύ τους, γίνεται κατανοητή και η έννοια του μονοπωλιακού υπερκέρδους. Καπιταλιστική ανάπτυξη είναι το προτσές αξιοποίησης του κεφαλαίου, το οποίο προσκρούει διαρκώς σε όρια, υπερβαίνει αυτά τα όρια, δημιουργώντας νέα όρια σε μια όλο και πιο υψηλότερη βαθμίδα. Περιοδικά εμφανίζονται/επέρχονται αυτά τα όρια της αξιοποίησης του κεφαλαίου στην κυκλική ανάπτυξη, ιστορικά, κατά την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, ή γενικότερα στην μακροπρόθεσμη τάση του κεφαλαίου για υπερσυσσώρευση. Η ανάπτυξη μέσα στο χώρο όπου κινείται η απόλυτη αξιοποίηση του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου, δεν καθορίζεται απ΄ τη βούληση και την θέση των ξεχωριστών επιχειρήσεων, αλλά από γενικές νομοτέλειες δημιουργίας και συσσώρευσης υπεραξίας. Αντιθέτως, η σχετική θέση αξιοποίησης των ξεχωριστών κεφαλαίων δεν μορφοποιείται μόνο μέσω του χώρου στον οποίο κινείται η απόλυτη αξιοποίηση του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου, αλλά μέσω της σχετικής θέσης ανταγωνισμού στο εσωτερικό του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου. Και αυτή η θέση ανταγωνισμού, εκφράζεται συγκεκριμένα στο βαθμό κατοχής των διαφορετικών φάσεων και τομέων του προτσές αξιοποίησης του κεφαλαίου, συγκεκριμένα στους τομείς:

1. Της προμήθειας χρημάτων ή της χρηματοδότησης,

2. της μετατροπής του χρήματος στα υλικά στοιχεία της αναπαραγωγής, της προμήθειας εργατικών δυνάμεων και μέσων παραγωγής,

3. της παραγωγής και

4. της τοποθέτησης των παραγόμενων εμπορευμάτων πάνω στην αγορά, δηλ. της μετατροπής της υπεραξίας που εμπεριέχεται σ΄ αυτά σε κέρδος.

Ας αποσαφηνίσουμε αυτές τις σχετικές πλεονεκτικές θέσεις που έχουν τα μονοπώλια στους ξεχωριστούς τομείς:
  • Κατ΄ αρχή σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της προμήθειας χρήματος. Όσο διάστημα αυτό δεν επιτυγχάνεται απ΄ την ιδία μάζα του κέρδους, πρέπει να γίνει μέσω χρηματοδότησης από έξω με λήψη νέου κεφαλαίου ή μέσω πίστωσης. Και οι δυό δρόμοι είναι για τη μεγάλη επιχείρηση άνισα εύκολοι και με περισσότερες προοπτικές επιτυχίας απ΄ ό,τι για τις μικρές επιχειρήσεις: όχι μόνο επειδή κατά κανόνα μπορούν να βρεθούν με σχετική ευκολία αγοραστές μετοχών για τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά επειδή είναι σημαντικές και οι διασυνδέσεις με τις τράπεζες, οι οποίες δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για καλές σχέσεις με τις μεγάλες επιχειρήσεις, λόγω του ότι συγκριτικά απαιτούν λίγο διοικητικό προσωπικό (διοικητικά κόστη), και στις οποίες (επιχειρήσεις) οι τράπεζες πολλές φορές συμμετέχουν, έτσι που το αποκτώμενο κέρδος των επιχειρήσεων που έχουν λάβει πιστώσεις στη βάση της καλύτερης ρευστότητας, επιστρέφει εν μέρει ξανά στις τράπεζες σαν τοκομερίδιο. Οι διαφορές στις δυνατότητες της πιστωτικής προμήθειας απ΄ τους λεγόμενους πρώτους πελάτες (μεγάλες επιχειρήσεις) και τη μάζα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων είναι τεράστιες, και η μικρή ρευστότητα την οποία δεν υπερβαίνουν οι τράπεζες, είναι η βασικότερη αιτία για το κλείσιμο χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης.
  •   Παρόμοια πλεονεκτήματα για τις μεγάλες επιχειρήσεις υπάρχουν κατά τις προμήθειες. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στη σφαίρα των πρώτων υλών: Οι πολυεθνικές τείνουν σε μεγάλο βαθμό να προσαρτούν για τον εαυτό τους ιδίες πρώτες ύλες –μεταλλεία για τις επιχειρήσεις χάλυβα, πετρελαιοπηγές για τις εταιρείες επεξεργασίας ορυκτέλαιων, φυτείες με αγριοβότανα για τα μονοπώλια φαρμάκου, φυτείες καφέ, τσαγιού και καπνού για τους γίγαντες της βιομηχανίας τροφίμων– και μ΄ αυτό τον τρόπο να ανεξαρτητοποιούνται απ΄ τις διακυμάνσεις και τις καρτελοποιήσεις πάνω στις διεθνείς αγορές πρώτων υλών απ΄ τις οποίες εξαρτώνται οι άλλες επιχειρήσεις. Αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για την προμήθεια άλλων μέσων παραγωγής, η κατασκευή των οποίων γίνεται είτε απ΄ τις ίδιες τις πολυεθνικές είτε η προμήθειά τους λαμβάνει χώρα μέσω επιβολής για ζήτηση λόγω του ότι μειώνονται οι τιμές των εμπορευμάτων αισθητά –π.χ. μέσω εξαναγκασμού για έκπτωση/σκόντο. Ακόμη και οι δυνατότητες προμήθειας εργατικών δυνάμεων από τα μονοπώλια είναι πιο ευνοϊκές: Αφενός επειδή συνεργάζονται με τα γραφεία ευρέσεως εργασίας, αφετέρου και εξαιτίας των υψηλότερων μισθών γίνονται πιο ελκτικά για τους εργαζόμενους, οι οποίοι πρέπει να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη και φυσικά αυτό προσπαθούν να το πράξουν κάτω από όσο το δυνατό ευνοϊκότερες συνθήκες πούλησης.
  • Στην σφαίρα της παραγωγής, συγκεκριμένες τεχνικές εξελίξεις και προτσές παραγωγής εμπορευμάτων, μπορούν να λάβουν χώρα μόνο σε γιγαντιαίες επιχειρήσεις, εξελίξεις, τα αποτελέσματα των οποίων ανταγωνίζονται με τα εμπορεύματα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων πάνω στην αγορά. Η μείωση του κόστους παραγωγής και οι τεχνολογικές καινοτομίες επιδρούν κι εδώ προς όφελος των μονοπωλίων, ασχέτως απ΄ το ότι συγκεκριμένες καινοτομίες είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν επίσης και απ΄ τις μεσαίες επιχειρήσεις, όμως απ΄ τα μονοπώλια ακολουθείται μια περιοριστική πολιτική ευρεσιτεχνιών, με αποτέλεσμα αυτές να μην χρησιμοποιούνται κοινωνικά. Με άλλα λόγια, η οπισθοδρομικότητα των μη μονοπωλιακών επιχειρήσεων διατηρείται τεχνητά.
  • Τέλος στην σφαίρα της πραγματοποίησης, της αγοράς: Είναι γνωστό, κι εδώ γίνεται διαρκώς κριτική, ότι η διαφήμιση των μεγάλων επιχειρήσεων ασκεί μια ιδιαίτερα μεγάλη επιρροή στις αποφάσεις που λαμβάνουν οι καταναλωτές, και ακριβώς πάνω σ΄ αυτό το πεδίο επιτυγχάνεται μια χειραγώγηση για αγορά αγαθών προς όφελος των προϊόντων των μονοπωλίων, τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση με την υλική ποιότητα και λιγότερο με την τιμή του εμπορεύματος, αλλά κυρίως με την έκταση των μέσων διαφήμισης και τις ιδέες των μάνατζερ της διαφήμισης. Γι΄ αυτή την επιρροή που ασκείται πάνω στους καταναλωτές σαν στρατηγικός μοχλός των μεγάλων επιχειρήσεων, είναι ανοιχτές σ΄ αυτές, πέρα απ΄ τις τοπικές, περιφερειακές και εθνικές αγορές και οι διεθνείς αγορές, στις οποίες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κυρίως εξαιτίας των μεγάλων εξόδων (διοικητικά κόστη) σε σύγκριση με το τζίρο τους, αδυνατούν να διεισδύσουν σ΄ αυτές. Η εξαγωγή εμπορευμάτων της ελληνικής βιομηχανίας με ελάχιστες εξαιρέσεις, γίνεται από μεγάλα μονοπώλια, και αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό και με την εξαγωγή κεφαλαίου.

Η δομική θέση του μονοπωλιακού κεφαλαίου δεν είναι επομένως τίποτα άλλο παρά μια ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση ανταγωνισμού σε όλες τις φάσεις και τις σφαίρες της οικονομικής αναπαραγωγής. Απ΄ αυτή την πλεονεκτική θέση συνάγεται νομοτελειακά ένα μονοπωλιακό υπερκέρδος, ως διαρκές πάνω απ΄ το μέσο όρο κέρδος. Το μέγεθος του κεφαλαίου δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά το ποσοτικό μέτρο για το ύψος του κέρδους. Σ΄ ένα συγκεκριμένο σημείο μεταπίπτει σ΄ ένα ποιοτικό δυναμικό, το οποίο είναι σε θέση να ιδιοποιείται επιπλέον κέρδος στη βάση της διαταραχής τού αποκλειστικά μέσω των ποσοτήτων ρυθμιζόμενου προτσές αναπαραγωγής. Για την ύπαρξη και την επίδραση αυτού του ποιοτικού δυναμικού στη βάση της αύξησης του μεγέθους, αναφέρεται ο Μαρξ, όταν κατά τη διαπραγμάτευση της συσσώρευσης σαν διεύρυνση του κεφαλαίου, επισημαίνει σε μια υποσημείωση: «Αν η διεύρυνση είναι μόνο ποσοτική, τότε η σχέση των κερδών ανάμεσα σ΄ ένα μεγαλύτερο και σ΄ ένα μικρότερο κεφάλαιο του ιδίου κλάδου είναι η ίδια με τη σχέση ανάμεσα στα μεγέθη των προκαταβλημένων κεφαλαίων. Αν η ποσοτική διεύρυνση προκαλεί την ποιοτική αλλαγή, τότε ανεβαίνει ταυτόχρονα το ποσοστό κέρδους για το μεγαλύτερο κεφάλαιο» (Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος 1ος, σελ. 652, υποσημείωση 77γ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1978).

***

4. Κινητήριες δυνάμεις, δομικές αλλαγές και καπιταλιστική κρίση

Αν στραφεί κανείς στις κινητήριες δυνάμεις οι οποίες οδηγούν σε δομικές αλλαγές και κρίσεις στον καπιταλισμό, τότε αναγκαστικά θα πρέπει να ξεκινήσει απ΄ την βασική αντίφαση αυτού του τρόπου παραγωγής. Η αντίληψη αυτή διατυπώθηκε αρχικά απ΄ τον Ένγκελς, ενώ αργότερα εφαρμόστηκε απ΄ τον Λένιν. Σύμφωνα μ΄ αυτή, η αποκάλυψη της εσωτερικής λογικής, η αναγκαιότητα για αλλαγές της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στη μορφή, προκύπτει απ΄ τις δομές της καπιταλιστικής ιδιοποίησης κάτω απ΄ την πίεση των παραγωγικών δυνάμεων, οι οποίες αναπτύσσονται παίρνοντας όλο και περισσότερο κοινωνικό χαρακτήρα.

Το προτσές αυτό πραγματοποιείται ιστορικά με αυξανόμενη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, που φτάνει στο μονοπωλιακό καπιταλισμό μέχρι και τις για το μονοπώλιο κρατικά τιθέμενες συνθήκες και την κρατικομονοπωλιακή ρύθμιση.

Η αντίφαση αυτή όμως εμπεριέχει και μια ειδική έκφρασή της: το ξεδίπλωμα της αντίφασης μεταξύ της αναγκαιότητας για οργάνωση και σχεδιασμό αφενός και τον αναρχικό χαρακτήρα, ο οποίος βασίζεται πάνω στην ατομική ιδιοκτησία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αφετέρου. Με αυξανόμενη κλίμακα της παραγωγής και του μεγέθους του κεφαλαίου, δε γίνεται μόνο αναγκαία για το ξεχωριστό κεφάλαιο η κατοχή/αξιοποίηση των τεχνολογικών βάσεων του προτσές παραγωγής κάτω απ΄ την πίεση του ανταγωνισμού και των κρίσεων, αλλά και η διείσδυση, η επιρροή και τελικά η κατοχή πάνω στις προμήθειες και την αγορά.

Όπως όμως και παλιότερα, ο καπιταλισμός παραμένει καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή. Η κοινωνική αλληλοσχέση των ατομικών παραγωγών μπορεί συνολικά να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της αγοράς, ακόμη και όταν ο αυθόρμητος μηχανισμός τιμής-κέρδους παραβιάζεται/σπάει απ΄ το μονοπώλιο και υποτάσσεται σε ακόμη πιο μεγάλο βαθμό σε τροποποιήσεις με την επέκταση των κρατικομονοπωλιακών μηχανισμών ρύθμισης –κρατικές αγορές, ρύθμιση τιμών κ.α.

Απ΄ τη μια μεριά οι μορφές μερικού σχεδιασμού και οργάνωσης, οι οποίες γεννιούνται απ΄ το ξεδίπλωμα αυτής της αντίφασης, αυξάνουν σημαντικά τα οικονομικά μέσα εξουσίας της κυρίαρχης τάξης, απ΄ την άλλη (πάλι) παραμένουν πάντα έκφραση της αποσάθρωσης των βάσεων του μηχανισμού του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής συνεισφέροντας στην όξυνση των οικονομικών δυσαναλογιών, επομένως ενισχύουν τον αναρχικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής συνολικής παραγωγής.

Αυτή η πορεία της σκέψης, η οποία αναπτύχθηκε απ΄ τον Ένγκελς, βασίζεται στην ανάλυση του Μαρξ για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και του ξεδιπλώματος των αντιφάσεών της. Εδώ, αυτή η γενικά διατυπωμένη αντίφαση παίρνει συγκεκριμένη μορφή και αποκαλύπτεται στην συγκεκριμένη της δυναμική. Είναι αναγκαίο να σταθούμε για λίγο σ΄ αυτή, επειδή εμπεριέχει επίσης και τις αντιφάσεις της προβληματικής μονοπώλιο – κρίση – οικονομική πολιτική.

Το τρίτο τμήμα του 3ου τόμου στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ, έχει μια ιδιαίτερα σημαντική αξία για την ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, επειδή εδώ αποκαλύπτονται οι αντιφάσεις με τη συμπερίληψη του ανταγωνισμού στο προτσές αναπαραγωγής, οι οποίες προκύπτουν με την πραγματοποίηση του βασικού σκοπού του κεφαλαίου –την επιδίωξη για κέρδος. Είναι αναγκαίο να υπενθυμίσουμε, ότι πρόκειται για την αποκάλυψη της αντεπίδρασης του ύψους της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου πάνω στις συνθήκες αξιοποίησης, επομένως στο ποσοστό κέρδους του κεφαλαίου. Εδώ, δε πρόκειται απλά για τη σύνθεση της αξίας, αλλά μόνο για τη σύνθεση της αξίας ως εκεί που αυτή εκφράζει την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου και την μεταβολή της. Πρόκειται επομένως για την εξέταση των επιδράσεων της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων πάνω στο ποσοστό κέρδους.

Αν οι συνθήκες του ελεύθερου ανταγωνισμού ληφθούν ως προϋπόθεση, το ξεχωριστό κεφάλαιο μπορεί να πραγματοποιήσει/αποκομίσει το επιπλέον κέρδος όταν η ατομική αξία των εμπορευμάτων του βρίσκεται κάτω απ΄ την τιμή της παραγωγής, κάτι, που κάτω από δοσμένες συνθήκες προϋποθέτει μια υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας, κατά κανόνα συνδεδεμένη με μια υψηλότερη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Αν γενικευτούν αυτές οι συνθήκες της παραγωγής κέρδους μέσω του ανταγωνισμού, τότε δεν εκμηδενίζεται μόνο η βάση του ατομικού επιπλέον/έξτρα κέρδους, αλλά η γενίκευση αυτή περιλαμβάνει μια αύξηση της οργανικής σύνθεσης του παραγωγικού συνολικού κεφαλαίου και έτσι μια πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους. Η προερχόμενη από δω πίεση της κρίσης και η όξυνση του ανταγωνισμού εξαναγκάζουν το ξεχωριστό κεφάλαιο να επεκτείνει τη συσσώρευση, ώστε να είναι σε θέση να διατηρήσει και να βελτιώσει τις συνθήκες αξιοποίησης. Πτώση του ποσοστού κέρδους και επιταχυνόμενη συσσώρευση, αποτελούν κατά τον Μαρξ, (μόνο) διαφορετικές εκφράσεις εκείνου του προτσές, το οποίο τίθεται σε κίνηση μέσω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε καπιταλιστικές συνθήκες. Εδώ γίνεται εμφανής και η ιδιόρρυθμη για τη καπιταλιστική παραγωγή σύγκρουση σκοπού-μέσου: «Το μέσο –απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας– έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου» (Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος 3ος, σελ. 316, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1978). Το κεφάλαιο εμφανίζεται σαν όριο, σαν ιστορικό εμπόδιο για την όσο το δυνατό καλύτερη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και μπορεί να επιτελέσει την παραπέρα ανάπτυξή τους μόνο με μεγάλες απώλειες για τη κοινωνία.

Αντιδρώντας πάνω σ΄ αυτή την πίεση το καπιταλιστικό σύστημα ενεργοποιεί ένα σύμπλεγμα από αντίρροπες δυνάμεις, οι οποίες αφορούν αφενός στην αύξηση και όξυνση της εκμετάλλευσης, αφετέρου στο φθήνεμα των στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου, τα οποία είναι αποτέλεσμα της ίδιας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και σήμερα εξαρτώνται κυρίως απ΄ την εντατικοποίηση της παραγωγής σε συνθήκες επιστημονικο-τεχνικής ανάπτυξης. Παραπέρα, πρέπει να συμπεριληφθούν οι νέες τοποθετήσεις κεφαλαίων σε περιοχές με χαμηλή οργανική σύνθεση, κάτι που συχνά συνδέεται με την διείσδυση σε τομείς της μικρής εμπορευματικής παραγωγής. Τέλος, υπάρχουν επίσης και στοιχεία, τα οποία έχουν στον ιμπεριαλισμό μια ευρύτερη βάση, μάλιστα τα ίδια γίνονται αιτίες μετάβασης στον ιμπεριαλισμό: ο εξωτερικός επεκτατισμός και η κινητικότητα του μικρού δανειακού κεφαλαίου μέσω μετοχικών εταιρειών, η τοποθέτηση/δραστηριοποίηση του οποίου μπορεί να οδηγήσει στη μονοπωλιακή παραγωγή υπερκέρδους.

Όπως είναι γνωστό ο Μαρξ έδειξε με ποιο τρόπο, με το ξεδίπλωμα των αντιφάσεων αυτής της τάσης, οι κρίσεις μετατρέπονται σε αναγκαιότητα, ενώ η βασική λειτουργία τους βρίσκεται στην απαξίωση και καταστροφή κεφαλαίου, και επομένως στη διευθέτηση/λύση των δυσαναλογιών της καπιταλιστικής παραγωγής κέρδους και του προτσές αναπαραγωγής. Οι κρίσεις γίνονται επομένως αναγκαιότητα όχι μόνο επειδή οι συνθήκες παραγωγής και η έκθλιψη υπεραξίας, η παραγωγή και η αγορά διαχωρίζονται μεταξύ τους χρονικά, τοπικά και εννοιολογικά, αλλά και επειδή η δυναμική της παραγωγής κέρδους μέσω της όξυνσης της εκμετάλλευσης περιορίζει την καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας.

Αν απ΄ τη μια μεριά οι κρίσεις είναι το όχημα για την συγκεντροποίηση και το μονοπωλισμό, απ΄ την άλλη η μονοπωλιακή δομή περιορίζει πάντα την κλασική λειτουργία διευθέτησης/λύσης της κρίσης και εξαναγκάζει σε νέες μορφές απαξίωσης του κεφαλαίου, επομένως και σε νέες μορφές του προτσές της κρίσης.

Σημαντικό είναι ακόμη να τονισθεί, ότι απ΄ την επίδραση της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και τις αντιφάσεις που προέρχονται από δω, μπορεί να αναχθεί ένα σημαντικό μέρος των νέων οικονομικών λειτουργιών του αστικού κράτους. Έτσι, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες της τεχνικής εξέλιξης, γίνονται αναγκαίες διαδικασίες συγκεντροποίησης, οδηγώντας σε καταστροφή και απαξίωση κεφαλαίου μεγάλης κλίμακας. Αυτές όμως με τη σειρά τους αποτελούν προϋπόθεση για άλματα στον εκσυγχρονισμό και στην επέκταση της παραγωγής, επειδή μόνο έτσι μπορεί να γίνει κατοχή/επέκταση σε μεγάλα τμήματα της αγοράς και να εξαχθούν συγκεντρωμένα μονοπωλιακά υπερκέρδη, κάτι που ταυτόχρονα προϋποθέτει παρεμβάσεις του κράτους πάνω σε διαφορετικά επίπεδα.

Ένα άλλο ζήτημα αφορά επίσης στο γεγονός, ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός σήμερα έχει εισέλθει σε μια νέα φάση της σύγκρουσης σκοπού-μέσου. Λαμβάνοντας υπόψη τις εξωτερικές και εσωτερικές αντιφάσεις, το κεφάλαιο είναι αναγκασμένο στο επίπεδο του μονοπωλίου και του κράτους, να επεκτείνει απ΄ τη σκοπιά της άμεσης παραγωγής κέρδους τα μη παραγωγικά έξοδα για τις λεγόμενες υποδομές. Αυτό τώρα απ΄ τη σκοπιά της μεσοπρόθεσμης εξασφάλισης παραγωγής κέρδους, είναι μια αναγκαία διαδικασία, περιορίζει όμως ταυτόχρονα το ποσοστό κέρδους. Αυτή είναι η βάση για την αντιφατική συμπεριφορά του μονοπωλιακού και χρηματιστικού κεφαλαίου απέναντι στο παραπάνω προτσές.

***

Ας στραφούμε όμως για μια ακόμη φορά στο χαρακτηρισμό της σχέσης μονοπωλίου και κρίσεων, όπως έχει αναλυθεί απ΄ τον Λένιν στη πρώτη φάση του ιμπεριαλισμού.

Κατά τον Λένιν οι κρίσεις κάθε είδους είναι συνήθως οικονομικές κρίσεις, αλλά όχι μόνο. Αυτές ενισχύουν απ΄ τη μεριά τους σε μεγάλο βαθμό την τάση για συγκέντρωση και μονοπώλιο. Ο Λένιν παράλληλα βασιζόμενος σε συνδυασμούς, παρατήρησε σε ό,τι αφορά στη λειτουργία κάθετων κοντσέρν[1], ότι αυτά ήταν σε θέση να συλλαμβάνουν τις απότομες αλλαγές των τιμών κατά την περίοδο της κρίσης και να τις αντισταθμίζουν ελαχιστοποιώντας έτσι για τον εαυτό τους τις επιδράσεις της κρίσης.

Αν το μονοπώλιο είναι σε τελική ανάλυση μια έκφραση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, τότε αυτό με τη γέννησή του –παρά τις τάσεις στασιμότητας που θέτει ταυτόχρονα σε κίνηση– δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια γρήγορη ανάπτυξη της τεχνικής και της εφαρμογής της πάνω σε ένα υψηλότερο επίπεδο της παραγωγής. Αλλά ακριβώς, αυτός ο επιταχυνόμενος ρυθμός της τεχνικής ανάπτυξης, φέρει πάνω του όλο και περισσότερα στοιχεία της δυσαναλογίας μεταξύ των διάφορων τμημάτων της οικονομίας, όλο και περισσότερο χάος και κρίσεις. Το μονοπώλιο, το οποίο γεννιέται σε μερικούς κλάδους της βιομηχανίας, ενισχύει και οξύνει τον χαοτικό χαρακτήρα όλης της καπιταλιστικής παραγωγής στο σύνολό της.

Από τις παραπάνω θέσεις της λενινιστικής αντίληψης περί μονοπωλίου, γίνεται σαφές το ζήτημα του ξεδιπλώματος της αντίφασης μεταξύ σχεδιασμού και αναρχίας στο προτσές της κρίσης. Η μονοπωλιακή δομή επηρεάζει τα προτσές της κρίσης, ακριβώς επειδή είναι σε θέση να οδηγήσει παραπέρα την πίεση απαξίωσης του κεφαλαίου μέσα σε σχετικά όρια ή και να προβάλλει άμυνα. Έτσι, θέτει αναμφισβήτητα σε κίνηση μια αναδιανομή, επεκτείνοντας τις οικονομικές δυσαναλογίες. Η επίδραση της μονοπωλιακής δομής οδηγεί επομένως συνολικά σ΄ έναν περιορισμό και σε μια τροποποίηση του αυθόρμητου μηχανισμού τιμής-κέρδους, ο οποίος δρα κάτω από συνθήκες του ελεύθερου ανταγωνισμού σαν ρυθμιστής της παραγωγής και αντιστοίχως της κατανομής κεφαλαίου σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου της αξίας. Δεν πρόκειται επομένως απλά και μόνο για μια αντίδραση απέναντι στα εμφανιζόμενα προβλήματα της αξιοποίησης του κεφαλαίου, αλλά επίσης απέναντι και σ΄ εκείνα, τα οποία βρίσκουν την έκφρασή τους στις δομικές κρίσεις παντός είδους. Εδώ, όπως και κατά τον μηχανισμό του μέσου κέρδους, ο νόμος της αξίας παραμένει το όριο, με τη διαφορά ότι επιβάλλεται με επιπλέον τροποποιημένη μορφή. Κατά τη γνώμη μας οι μαρξιστές οι οποίοι αρνούνται αυτές τις αλληλοσχέσεις, μπορούν να συγκριθούν κατά μια έννοια με κείνους τους νεοφιλελεύθερους, οι οποίοι όπως και παλιότερα, ξεκινούν απ΄ την επινόηση περί ελεύθερου συναγωνισμού και τη λειτουργική ικανότητα των αγορών.

***

5. Μονοπώλιο και κρίση του καπιταλισμού

Το μονοπώλιο έχει την τάση να βαθαίνει τις καπιταλιστικές κρίσεις υπερπαραγωγής και να παραλύει τον μηχανισμό ο οποίος παλιότερα προκάλεσε την άνοδο μετά την κρίση, επειδή επηρεάζει τη κίνηση και την έκταση της αναπαραγωγής του σταθερού κεφαλαίου με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό τα ξεχωριστά κεφάλαια παρήγαγαν παραπέρα όσο διάστημα μπορούσαν να αντέξουν. Έριχναν τις τιμές για να στηρίξουν/ευνοήσουν την πώληση εμπορευμάτων έτσι ώστε να είναι σε θέση να αντέξουν την κρίση.

Ας ρίξουμε μια ματιά στις μονοκουλτούρες, τις οποίες προκάλεσε το αγγλικό μονοπωλιακό κεφάλαιο: Οι τιμές στην παγκόσμια αγορά για υλικά της υφαντουργίας το 1929 έπεσαν στο κατώτατο σημείο, περίπου στο ένα τρίτο της αρχικής της. Αντιθέτως, η παραγωγή βαμβακιού στο ίδιο χρονικό διάστημα έπεσε πολύ λίγο, ή μάλιστα και αυξήθηκε, και αυτό ισχύει για τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις βαμβακιού – σαν μέτρο της παραγωγής τους.

Αυτό είναι ένα προτσές εξαθλίωσης. Πίσω του κρύβεται μια μαζική εξαθλίωση των παραγωγών. Αλλά είναι επίσης και ένα προτσές, το οποίο κατά μια σχετική έννοια, περιορίζει το βάθος της κρίσης. Σε όλες τις καταστροφικές επιδράσεις, οι οποίες έχουν μια τέτοιου είδους μείωση της απασχόλησης και των μισθών –το ίδιο ισχύει και για την παραγωγή προϊόντων κατά την οποία υπάρχει στενή συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων-, η έκταση της παραγωγής υλικά παραμένει η ίδια, παρόλα αυτά προϋποθέτει μια συγκεκριμένη ζήτηση σε εργατικές δυνάμεις, πρώτες ύλες και βοηθητικά υλικά κτλ, και έτσι τίθενται όρια στο γενικό μαρασμό της παραγωγής και της απασχόλησης.

Σε αντίθεση με τα παραπάνω, το μονοπωλιακό κεφάλαιο ρίχνει της τιμές πολύ λίγο, όμως αντί αυτού μειώνει περισσότερο την παραγωγή, δηλαδή ρυθμίζει την παραγωγή και τις τιμές με τέτοιο τρόπο, ώστε κάτω από τις δοσμένες συνθήκες να αποκομίζει το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος. Επιπρόσθετα, οι πολυεθνικές συνεχίζουν την παραγωγή μόνο στο τμήμα εκείνο των επιχειρήσεών της, οι οποίες μπορούν να παράγουν με το μεγαλύτερο κέρδος κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες. Όλες οι άλλες βάζουν λουκέτο. Η πολιτική που ακολουθεί το μονοπωλιακό κεφάλαιο κατά την κρίση, προκαλεί επομένως μια πολύ μεγαλύτερη αύξηση της ανεργίας απ΄ ό,τι το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, και αυτό δεν ισχύει μόνο για το δικό του κλάδο, αλλά επιδρά πάνω στην κοινωνική παραγωγή μέσω χιλιάδων νημάτων που συνδέεται μ΄ αυτήν άμεσα ή έμμεσα, μέσω της κατανάλωσης πρώτων υλών, της απασχόλησης κτλ.

Μια ανάλογη κατάσταση υπάρχει και μετά την κρίση: Ενόσω όλα τα μη μονοπωλιακά κεφάλαια τα οποία έχουν επιβιώσει, είναι αναγκασμένα να εκσυγχρονίσουν τις εγκαταστάσεις τους, το μονοπωλιακό κεφάλαιο περιορίζει τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών του πάνω στις επιχειρήσεις που παράγουν. Ακόμη κι αν αυξηθεί η ζήτηση, αυτό έχει περισσότερο την τάση να αυξάνει τις τιμές απ΄ το να θέτει σε λειτουργία τις εγκαταστάσεις που έχουν ακινητοποιηθεί, αν η αύξηση της ζήτησης δεν αρκεί ακόμη να καλύψει την προσφορά. Τα προτσές επενδύσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, παραμένουν επομένως για μεγάλο χρονικό διάστημα κάτω από το επίπεδο πριν την εκδήλωση της κρίσης, και οι κινητήριες δυνάμεις της επανα-ανόδου που προέρχονται απ΄ αυτά, περιορίζονται σημαντικά. Σε αντίθεση μ΄ αυτό οι επενδύσεις στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό φθάνουν σχετικά γρήγορα ξανά στο επίπεδο πριν την κρίση και την υπερβαίνουν. Πρέπει να προστεθεί ακόμη –και αυτό σήμερα παίζει έναν σημαντικό ρόλο-, ότι το προτσές εκσυγχρονισμού του μονοπωλιακού κεφαλαίου, εξαιτίας της μεγάλης επέκτασης των επιχειρήσεων, είναι επίσης συνδεδεμένο με την συγκέντρωση της παραγωγής σε συγκεκριμένες περιοχές και την ακινητοποίηση επιχειρήσεων σε άλλες. Έτσι γεννιούνται κρίσεις σε συγκεκριμένες περιοχές, οι οποίες υποσκάπτουν την οικονομική βάση ολόκληρων πόλεων και περιφερειών.

Τέλος, το μονοπωλιακό κεφάλαιο στο προτσές της επέκτασής του δημιουργεί και αυτό κρίσεις. Η δύναμή του βασίζεται ακριβώς πάνω στην κατοχή ολόκληρων κλάδων της παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι οι πολυεθνικές δεν μπορούν κατά την επέκτασή τους να ακολουθήσουν την επέκταση της αγοράς, αλλά θα πρέπει να τρέξουν πριν από αυτή αν θέλουν να εμποδίσουν τη διείσδυση ανταγωνιστών τους από έξω ή μετατοπίσεις στο συσχετισμό δυνάμεων με τα μονοπώλια που συνδέονται μ΄ αυτές. Όταν η κοινωνικοποίηση της παραγωγής φθάσει σ΄ ένα ορισμένο επίπεδο, καθώς και η επέκταση της παραγωγής που συνδέεται μ΄ αυτήν, το προτσές αυτό καταλήγει σε υπερσυσσώρευση και έτσι σε δομικές κρίσεις καθώς και σε κρίσεις περιφερειακού χαρακτήρα. Αυτό ισχύει ονομαστικά για βιομηχανίες που βρίσκονται σε ανάπτυξη, επειδή εκεί μια γρήγορη ανάπτυξη της αγοράς ωθεί μπροστά την επέκταση, χωρίς να είναι αναγνωρίσιμες αντίρροπες δυνάμεις, οι οποίες θέτουν όρια σ΄ αυτή την ανάπτυξη –που προκαλούνται απ΄ τις εσωτερικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής– ή επίσης επειδή αδυνατεί κανείς και να τις λάβει υπόψη του.

Όλα τα παραπάνω προτσές τα παρουσιάσαμε κάπως συμπυκνωμένα, και φυσικά το ζήτημα δεν εξαντλείται. Στόχος μας όμως ήταν –μεταξύ των άλλων-, να δείξουμε, ότι το μονοπώλιο προκαλεί πραγματικά διαταραχές στο καπιταλιστικό προτσές αναπαραγωγής. Αυτό επίσης δεν αλλάζει ακόμη κι αν το μονοπωλιακό κεφάλαιο σχεδιάζει την παραγωγή σε κοινωνικά μεγάλα μεγέθη. Δεν έχει συλλάβει κανείς τη προβληματική, αν απ΄ το σχεδιασμό της παραγωγής σε κοινωνικά μεγάλα μεγέθη αφενός και τα αναρχικά στοιχεία τα οποία εισάγουν ή αντιστοίχως ενισχύουν τα μονοπώλια στην παραγωγή, κατασκευάζει αλληλοαποκλειόμενες αντιθέσεις. Αυτές δεν αλληλοαποκλείονται, όπως επίσης και οι αντιθέσεις μονοπώλιο και ανταγωνισμός. Εδώ πολύ απλά συγχέεται ο σχεδιασμός της παραγωγής σε κοινωνικά μεγάλα μεγέθη, ο οποίος (σχεδιασμός) αυξητικά γίνεται αναγκαίος όρος για την παραγωγή κέρδους, με τον κοινωνικό σχεδιασμό της παραγωγής.

Όλα αυτά απαιτούν λογιστική λεπτή δουλειά ως όρο για την παραγωγή κέρδους. Αυτό στην πράξη σημαίνει επίσης σχεδιασμό της παραγωγής σε μεγάλα κοινωνικά μεγέθη. Είναι σαν να παρατηρεί κανείς ολόκληρο το δίκτυο των αλληλοσχέσεων και σκέφτεται επέμβαση μέσω των σχεδιασμών στα πλαίσια αυτού του δικτύου. Τότε αυτό στη πράξη σημαίνει την υλική προετοιμασία του κοινωνικού σχεδιασμού της παραγωγής. Αλλά στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο σχεδιασμός παραμένει σχεδιασμός σε κοινωνικά μεγάλα μεγέθη, παραμένει σχεδιασμός της παραγωγής κέρδους, δηλαδή παραμένει υποταγμένος στους νόμους του καπιταλιστικού κέρδους. Αν αλλάξουν οι συνθήκες σε μια απ΄ τα βασικές λειτουργίες αυτού του δικτύου για την παραγωγή κέρδους των κεφαλαίων που συγκεντρώθηκαν εκεί, τότε το δίκτυο σχίζεται, και το αποτέλεσμα είναι η δομική κρίση στις άλλες σφαίρες. Ο σχεδιασμός αυτός επομένως δεν άρει τις καπιταλιστικές νομοτέλειες των κρίσεων παρόλο που μπορεί να επηρεάσει τις μορφές της επιβολής τους.

***

Φυσικά και το ίδιο το μονοπώλιο πλήττεται απ΄ την κρίση. Μάλιστα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες πολύ βαριά. Η καταστροφή κεφαλαίου δεν περιορίζεται μόνο στις δοσμένες εγκαταστάσεις, αλλά πιάνει παραπέρα και το δρών κεφάλαιο. Όμως αυτό δεν είναι ο πυρήνας της υπόθεσης, αν έχει κανείς στο οπτικό του πεδίο το μονοπώλιο και την ανάπτυξή του σαν μορφή της κεφαλαιακής σχέσης. Όπως η κρίση δεν άρει την κεφαλαιακή σχέση όταν καταστρέφει ξεχωριστά κεφάλαια, έτσι δεν άρει και το μονοπώλιο όταν καταστρέφει ξεχωριστές πολυεθνικές. Το αντίθετο, σταθεροποιεί το μονοπώλιο συνεισφέροντας ουσιαστικά στη γενίκευσή του σαν μορφή της κεφαλαιακής σχέσης, επειδή ωθεί μπροστά τη συγκέντρωση της παραγωγής και τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, δηλαδή επειδή ενισχύει και διευρύνει την υλική βάση απ΄ την οποία γιγαντώνεται το μονοπώλιο και πάνω στην οποία βασίζεται η δύναμή του.

Παλιότερα μπορούσαμε για παράδειγμα να παρατηρήσουμε, ότι τα μονοπώλια αποσαθρώνονταν κάτω απ΄ την πίεση της κρίσης. Υπήρχαν πάντα ξεχωριστά μονοπώλια, τμήματα ενός μονοπωλιακού ομίλου, τα οποία οσφραίνονταν την ευκαιρία που τους δινόταν να κατακτήσουν μεγαλύτερα τμήματα της αγοράς, ή τέτοιου είδους μονοπώλια, τα οποία βρίσκονταν στα όρια της καταστροφής αναζητώντας τη διάσωσή τους στην απόδρασή τους απ΄ τον μονοπωλιακό όμιλο. Σήμερα σπανίως βλέπουμε μια τέτοιου είδους αποσάθρωση, ακόμη και κάτω από συνθήκες μεγάλης υπερπαραγωγής. Υπάρχουν μονοπώλια τα οποία δεν είναι απολύτως σταθερά, επειδή δρουν κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες. Αυτό ισχύει για παράδειγμα με τα καρτέλ τσιμέντου, αν έχει κανείς στο οπτικό του πεδίο συγκεκριμένες περιοχές με μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού. Εκεί ο όγκος οικοδόμησης είναι τόσο μεγάλος, που άλλες επιχειρήσεις συγκριτικά μικρότερου μεγέθους, αλλά που στην αγορά έχουν μια αντίστοιχη συγκέντρωση, είναι σε θέση να αντέξουν ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο του κλάδου, οι επιχειρήσεις του οποίου είναι παραπέρα συγκεντρωμένες μακριά απ΄ αυτή την ειδική αγορά. Αλλά ακόμη και τέτοιου είδους επιχειρήσεις μετά από ένα σχετικό χρονικό διάστημα καταστρέφονται –ή αν καταφέρουν να παραμείνουν σταθερά στο έδαφος (π.χ. αυξάνοντας την κερδοφορία τους μέσω ανάπτυξης νέων μεθόδων σε εξειδικευμένους τομείς της τεχνολογίας), γίνονται αποδεκτές στο μονοπώλιο.

Φυσικά τα προβλήματα είναι πιο διαφοροποιημένα απ΄ ό,τι παρουσιάζονται εδώ. Είναι δυνατό να συντρέχουν πολλές περιστάσεις, οι οποίες υποσκάπτουν την δύναμη εκμετάλλευσης συγκεκριμένων μονοπωλίων ή του μονοπωλιακού κεφαλαίου στο σύνολό του. Εδώ ανήκουν για παράδειγμα οι μετατοπίσεις στις κοινωνικές δομές παραγωγής, επομένως και η υποσκαφή της οικονομικής εξουσίας συγκεκριμένων μονοπωλίων, όπως προτσές στασιμότητας τα οποία προκάλεσε το ίδιο το μονοπώλιο και που αδυνατίζουν την θέση συγκεκριμένων πολυεθνικών, έτσι που αυτές δεν είναι σε θέση να αντισταθμίσουν την καταστροφή κεφαλαίου κατά τη διάρκεια της κρίσης δυνάμει της απορρόφησης του μονοπωλιακού υπερκέρδους, με αποτέλεσμα να καταστραφούν. Όλα αυτά οδηγούν σε μεταβολές του συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Αλλά όλα αυτά σημαίνουν επίσης μια παραπέρα συγκέντρωση της παραγωγής και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, δηλαδή ενισχύεται η υλική βάση απ΄ την οποία γιγαντώνεται το μονοπώλιο και απ΄ την οποία αντλεί τη δύναμή του, επομένως και την πίεση που ασκεί το μονοπωλιακό κεφάλαιο πάνω στην κοινωνία.

Στα προτσές τα οποία απειλούν την δύναμη συσσώρευσης του μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανήκουν σήμερα τα αντιμονοπωλιακά κινήματα/μέτωπα με πυρήνα τους την εργατική τάξη και τις επαναστατικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις, που πάνω τους το μονοπωλιακό κεφάλαιο ασκεί μεγάλη πίεση.

Όλα αυτά τα στοιχεία, τα οποία σήμερα αποτυπώνουν το πρόσωπο του καπιταλισμού και που απ΄ τη μια μεριά δείχνουν την παρασιτική πληγή, τον κακοήθη όγκο του μονοπωλιακού κεφαλαίου, που έχει εξαπλωθεί πάνω σε όλο το σώμα της κοινωνίας, ενώ απ΄ την άλλη δείχνουν το βαθμό ωρίμανσης των συνθηκών οι οποίες απαιτούν το πέρασμα σε μια υψηλότερη κοινωνική τάξη/οργάνωση, όλα αυτά συσκοτίζονται αν δεν έχει κατανοήσει κανείς ότι το μονοπώλιο αποτελεί ήδη σάρκα των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοποίησης, της ίδιας της ουσίας της σχέσης του κεφαλαίου και ότι έχει γίνει κατ΄ ανάγκη σκληρή πραγματικότητα της ανάπτυξης του καπιταλισμού.

****

6. Ζητήματα αντιμονοπωλιακής στρατηγικής

Τι σημαίνει κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες αντιμονοπωλιακή πολιτική;

Ήδη ο Λένιν ήταν σαρκαστικός για κείνους που θεωρούσαν δυνατή μια επιστροφή του καπιταλισμού στο προμονοπωλιακό του στάδιο. Αλλά ακόμη και η θέση ενός αφηρημένου αντικαπιταλισμού σε τελική ανάλυση παραμένει ηθικολόγος, επειδή δεν μπορεί να αναπτυχθεί σήμερα πάνω στις βάσεις του καμιά συγκεκριμένη επαναστατική υπέρβαση του καπιταλισμού προσανατολισμένη στο σοσιαλισμό. Συγκεκριμένος αντικαπιταλισμός σήμερα, δεν μπορεί να σημαίνει παρά αντιμονοπωλιακή πολιτική βασισμένη πάνω στα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των φυσικών της συμμάχων. Η πολιτική αυτή πρέπει να στοχεύει στην κατάκτηση στρατηγικών θέσεων της οικονομίας και της εξουσίας της εργατικής τάξης –ανεξάρτητα απ΄ το με ποιες συγκεκριμένες μορφές αυτή θα κατακτηθεί και θα αναπτυχθεί– για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας.

Δεν θα θέλαμε εδώ να κάνουμε κάποια αναλυτική τοποθέτηση σ΄ αυτό το θέμα. Ήδη έχουν γραφεί αρκετά (κυρίως απ΄ τη σκοπιά του ΚΚΕ, το οποίο εδώ και δεκαετίες ακολουθεί μια σταθερή αντιμονοπωλιακή πολιτική) και οι θέσεις των κομμάτων είναι γενικά γνωστές. Πολύ περισσότερο, θα θέλαμε μόνο να τονίσουμε κάποια σημεία τα οποία σχετίζονται και με την σημερινή κρίση του καπιταλισμού.

Αν παρατηρήσει κανείς την πολιτική των συνδικάτων έτσι όπως εκφράζεται απ΄ τις ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΓΕΣΑΣΕ, ουσιαστικά αυτή προσανατολίζεται στην οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων του δικομματισμού, των αστικών κομμάτων. Πολλές απεργιακές κινητοποιήσεις λαμβάνουν χώρα μετά από μεγάλη πίεση της βάσης, ή αποτελούν τουφεκιές στον αέρα, κι αυτό γιατί στις πλείστες των περιπτώσεων τα αιτήματα που προβάλλονται είναι καθαρά αμυντικού χαρακτήρα, βρίσκονται πολύ πίσω απ΄ τις σημερινές ανάγκες των εργαζομένων, και κυρίως, δεν έχουν αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό, επομένως δεν στρέφονται ενάντια στο σύγχρονο καπιταλισμό. Σημαντικό ρόλο εδώ έχει παίξει η ιδεολογία της σοσιαλδημοκρατίας και του αριστερού ρεφορμισμού, εγκλωβίζοντας δυνάμεις σε αιτήματα που οδηγούν στην ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στο καπιταλιστικό σύστημα μέσω μικροβελτιώσεων που προτείνονται, χωρίς να ανατινάζεται το κέλυφός του. Ακόμη όμως κι εκεί που ακούγονται κάποιες κριτικές φωνές, σε περιπτώσεις όπου κλείνουν επιχειρήσεις μονοπωλιακού χαρακτήρα, συνήθως η κριτική και τα αιτήματα απευθύνονται σε πρώτη γραμμή στο κράτος, στην καλύτερη των περιπτώσεων γίνεται λόγος για λάθη στο μάνατζμεντ, καμιά όμως κουβέντα για το ρόλο του ίδιου του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Αναμφισβήτητα σημαντικό ρόλο παίζουν η χαμηλή ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, το ότι δεν συλλαμβάνεται και κριτικάρεται το καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολό του, αλλά μόνο κάποιες πλευρές του και ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατικής και αστικής ιδεολογίας.

Αλλά κατά την άποψή μας, σ΄ αυτές τις αντιλήψεις εκφράζεται –κατ΄ αρχή στα προβαλλόμενα αιτήματα-, στο βαθμό που αφορούν στο αστικό κράτος, και μια πλευρά της πραγματικότητας του σύγχρονου καπιταλισμού. Ακριβώς εκείνης της πραγματικότητας, στην οποία το κράτος παρουσιάζεται να δρα με σκοπό την εξυγίανση και εξασφάλιση της μονοπωλιακής οικονομίας του κέρδους σε όλα τα επίπεδα. Είναι γνωστό κι από παλιότερα, ότι σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης, το κράτος επεμβαίνει άμεσα στην πάλη για διανομή, για παράδειγμα κατά την περίοδο που λαμβάνουν χώρα μεγάλες οικονομικές κρίσεις. Αλλά μπορούσε ποτέ να υπάρξει στην ιστορία του καπιταλισμού, κάτω από κοινοβουλευτικές μορφές κυριαρχίας, μια τόσο ισχυρή επιρροή της κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης στο εισόδημα με τις γνωστές μορφές, πάνω στη συμπεριφορά των συνδικάτων; Παρόλο που δε μπορεί να παραβλεφτεί η πολιτική σύνδεση των ηγεσιών των τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων με τις εκάστοτε κυβερνήσεις των αστικών κομμάτων, είμαστε της γνώμης, ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να αναχθεί αποκλειστικά σ΄ αυτές. Πολύ περισσότερο, ο ιδεολογικός φενακισμός της σχέσης μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, έχει φθάσει πάνω σ΄ αυτή τη βάση του σημερινού καπιταλισμού σ΄ ένα νέο βαθμό δραστικότητας, ο οποίος (φενακισμός) εκφράζεται στην επινόηση περί ουδέτερης λογικής της οικονομικής ανάπτυξης και του λεγόμενου συνολικού οικονομικού συμφέροντος.
Οι μαρξιστές θα ήταν τυφλοί αν δεν λάμβαναν υπόψη τα παραπάνω, ότι έτσι δεν γεννήθηκε μόνο μια νέα βάση αναπαραγωγής ρεφορμιστικών αντιλήψεων, αλλά και ότι προκύπτει η αναγκαιότητα για μια συγκεκριμένη αντιμονοπωλιακή οικονομική πολιτική, η οποία θα θέτει υπό αμφισβήτηση το καπιταλιστικό σύστημα, εκφράζοντας έτσι μια πολιτική που θα άπτεται με τα άμεσα συμφέροντα των εργαζομένων.

Σε κάποιους προοδευτικούς συνδικαλιστές, όπως και στη ρεφορμιστική αριστερά, υπάρχει η τάση να βλέπεται ο δρόμος για την ενίσχυση της θέσης της εργατικής τάξης μόνο στην αντιπροσώπευση των άμεσων συμφερόντων της και όλα τα άλλα να απορρίπτονται σαν καθαρή ιδεολογία. Η αντίσταση/δράση των εργατών αποτελεί αναμφισβήτητα την απαραίτητη βάση κάθε προοδευτικής στροφής. Η ιστορία του εργατικού κινήματος και η ανάπτυξη σε πολλές χώρες του καπιταλισμού δείχνει, ότι αυτή η δράση των εργατών αποτελεί ένα ισχυρό ανάχωμα σε ολόκληρες περιόδους ενάντια στις επιθέσεις της μονοπωλιακής αστικής τάξης. Όμως η δράση αυτή δεν μετουσιώνεται οπωσδήποτε σε μια επίθεση ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα. Η ανάπτυξη των μαζικών κινημάτων αυτού του τύπου απαιτεί πολύ περισσότερο απ΄ τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις, την ικανότητα ανάπτυξης μιας συγκεκριμένης πολιτικής αντιμονοπωλιακού χαρακτήρα.

Λαμβάνοντας υπόψη την όλη προβληματική που αναπτύξαμε σε τούτο το κείμενο, μπορούμε να καταλήξουμε σ΄ ένα συμπέρασμα θεμελιώδους σημασίας για τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις της χώρας μας σήμερα: Εάν το πρόγραμμα ενός αριστερού/μαρξιστικού κόμματος ή ενός μελλοντικού Αριστερού Αντικαπιταλιστικού Μετώπου δεν έχει σαφή αντιμονοπωλιακό χαρακτήρα/προσανατολισμό, είναι καταδικασμένο σε αποτυχία εν τη γενέσει του!

Ο δρόμος για την επιτυχία αυτής της πολιτικής στην Ελλάδα ίσως να είναι ακόμη μακρύς. Όμως αυτό δεν αλλάζει τίποτα σε ό,τι αφορά στην αναγκαιότητα και στην ορθότητα αυτής της αντίληψης.

Πάνω στο επίπεδο του κοινωνικού κινήματος, της ταξικής πάλης, φαίνεται, ότι η εφαρμογή των βασικών γνώσεων της θεωρίας για το καπιταλιστικό μονοπώλιο, ιδιαίτερα μάλιστα σε συνθήκες κρίσης του καπιταλισμού, όχι μόνο να είναι απαραίτητη, αν θέλει κανείς να κατανοήσει και να ερμηνεύσει την ανάπτυξη του κοινωνικού ανταγωνισμού, αλλά κυρίως για να τον επηρεάσει αποφασιστικά αλλάζοντας τη ροή της ιστορίας!
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Με την έννοια «κάθετα κοντσέρν» χαρακτηρίζονται τα κοντσέρν εκείνα στα οποία η δομή τους είναι κλιμακωτή, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα εργασιών και δεν σχετίζονται με εξωγενείς επιχειρήσεις. Ένα υποθετικό παράδειγμα: Μεταλλευτική Βιομηχανία Αναγνώστου (Αθήνα) → Εξόρυξη και Κατεργασία Αλουμινίου Αναγνώστου (Θήβα) → Διάθεση Μεταλλευτικών Προϊόντων Αλουμινίου Αναγνώστου (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Πάτρα, Βόλος, Μυτιλήνη).

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Inprecor» στις 31/12/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.