Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Οίκοι αξιολόγησης

του Παναγιώτη Γαβάνα

Αντί προλόγου

Τα τελευταία χρόνια έχουν εισβάλει στη ζωή μας διάφορες οικονομικές έννοιες, οι οποίες σχετίζονται κυρίως με αυτό που ο Μαρξ ονόμασε πλασματικό κεφάλαιο. Ζητήματα που αφορούν κυρίως στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στον καπιταλισμό. Ένα από τα ζητήματα που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής είναι και οι οίκοι αξιολόγησης. Κάποιοι στο άκουσμα αυτών των λέξεων αισθάνονται δέος και αμηχανία, ενώ κάποιοι άλλοι θυμό. Από την ανάλυση που ακολουθεί θα φανεί, ότι οι οίκοι αξιολόγησης δεν έχουν ούτε τη δύναμη που τους αποδίδεται, αλλά ούτε και τα κράτη είναι απλά «θύματα» αυτών. Πολύ περισσότερο, η ίδια η αστική πολιτική είναι αυτή που μετέτρεψε συνειδητά τους οίκους, εν μέρει, σε τμήμα της χρηματοπιστωτικής διευθέτησης του σύγχρονου καπιταλισμού.

Είναι ακόμη γνωστό, ότι οι οίκοι αξιολόγησης έχουν εκδώσει τα πιο άχρηστα κερδοσκοπικά προϊόντα των τραπεζικών επενδύσεων με την καλύτερη βαθμολογία. Στα ίδια τα κοντσέρν και τις τράπεζες απένειμαν μέχρι πρόσφατα την καλύτερη βαθμολογία αξιολόγησης αποκρύπτοντας την επικείμενη χρεωκοπία, συμβάλλοντας στον πλουτισμό εκείνων που γνώριζαν την κατάσταση από τα μέσα, όπως στην περίπτωση της Enron, της Lehman Brothers και της Hypo Real Estate, προκαλώντας απώλειες σε εργαζόμενους (ανεργία) και στους μικρούς καταθέτες. Για ποιο λόγο όμως συνεχίζουν να εξαρτώνται από ένα τέτοιο σύστημα, όχι μόνο οι ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά και τα κράτη; Γιατί δεν τους καταργούν;

Τα ερωτήματα που θα μπορούσαν να τεθούν είναι πολλά. Στο κείμενο που ακολουθεί κάνουμε μια προσπάθεια προσέγγισης αυτού του θέματος, ξεκινώντας με μια σύντομη ιστορική αναδρομή, - σημαντική κατά τη γνώμη μας -, διότι μέσα απ΄ αυτή θα δούμε τις ρίζες του ζητήματος, αλλά και την όλη πορεία που διέτρεξαν οι οίκοι αξιολόγησης έως τώρα, τις διάφορες τομές που επήλθαν στον τρόπο λειτουργίας τους, μια πορεία η οποία συνεχίζεται με διάφορες αλλαγές μέχρι σήμερα. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα με τη σειρά.

***

1. Ιστορική αναδρομή

Οι οίκοι αξιολόγησης μπορεί να βρίσκονται στο φως της δημοσιότητας εδώ και μερικά χρόνια, πίσω τους όμως έχουν μια μακρά ιστορία. Το ιστορικό αφετηριακό τους σημείο βρίσκεται στην χρονική περίοδο κατασκευής και επέκτασης του σιδηροδρομικού δικτύου των ΗΠΑ. Το πόσο σημαντικός ήταν ο σιδηρόδρομος, αυτό φάνηκε κυρίως κατά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο του 1861-1865. Αυτό το νέο μέσο συγκοινωνίας, έκανε δυνατή την γρήγορη μετακίνηση στρατευμάτων και υλικού. Αλλά και για το κεφάλαιο αυξήθηκε η σημασία αυτού του μέσου λόγω της επιτάχυνσης της περιστροφής του, καθώς και γιατί συμπεριλήφθησαν στο πεδίο δράσης του νέες αγορές. Η κατασκευή όμως των σιδηροδρόμων για τους ξεχωριστούς καπιταλιστές δεν ήταν δυνατό να χρηματοδοτηθεί –ακόμη κι αν υπήρχε η κρατική υποστήριξη. Για το λόγο αυτό χρηματοδοτήθηκαν μεγάλα προγράμματα, όπως το σιδηροδρομικό δίκτυο (καθώς επίσης μεταλλεία, η κατασκευή διωρύγων, πλοίων κ.ά.) μέσω μετοχών ή πιστώσεων. Με τον τρόπο αυτό έγινε δυνατή η κινητοποίηση μεγάλων συσσωρευμένων κεφαλαίων. Τα αξιόγραφα που εκδίδονταν γι΄ αυτό το σκοπό, ήταν ταυτόχρονα τόσο επιθυμητά ως επενδύσεις όσο επίσης και ιδεατά για κερδοσκοπία και απάτες –τα όρια την περίοδο αυτή ήταν ρευστά. Η πρώτη μεγάλη «απάτη στους σιδηροδρόμους» έλαβε χώρα το 1844/45 στην Αγγλία. Η κερδοσκοπία επίσης που αφορούσε στις τιμές του σιδήρου συνδεόταν στενά με την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου. Μέχρι αυτού του σημείου η κερδοσκοπία με τις πρώτες ύλες δεν είναι κάτι καινούργιο.

Την περίοδο αυτή για το κεφάλαιο υπήρχαν σημαντικές δυσκολίες που αφορούσαν σε μεγάλες (και μακροπρόθεσμες) επενδύσεις. Τέλος, δεν έπρεπε να εξεταστεί μόνο για το αν τα προσφερόμενα σχέδια (projects) ήταν αξιόπιστα και ασφαλή, αλλά επίσης για το αν εγγυούνταν επιτυχία και κέρδος. Όλα αυτά συνέβαιναν κάτω από συνθήκες μιας αργής, δύσκολης και δαπανηρής επικοινωνίας. Πρώτα το 1866 έγινε δυνατή μια διαρκής σύνδεση μέσω τηλέγραφου μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης. Οι γρήγορες «πληροφορίες για την αγορά» αποτέλεσαν επομένως ένα σπάνιο και επιθυμητό αγαθό, το οποίο μετατράπηκε σταδιακά σε εμπόρευμα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1850 ιδρύθηκαν τα πρώτα περιοδικά, τα οποία έδιναν πληροφορίες γύρω από τις αγορές, τα δρώντα πρόσωπα και τα σχέδια των σιδηροδρόμων: Το περιοδικό Poors American Railroad Journal εκδόθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1850, ενώ το Poors έκδωσε το πρώτο εγχειρίδιο για το σιδηροδρομικό δίκτυο των ΗΠΑ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1880 το περιοδικό είχε ήδη 5.000 συνδρομητές. Αλλά και το 1909 το ιδρυθέν πρακτορείο Moodys, τα πρώτα χρόνια είχε εξειδικευτεί στην αξιολόγηση δανείων για σιδηροδρόμους. Την ίδια χρονική περίοδο δημιουργήθηκαν επίσης και άλλες μορφές διάδοσης πληροφοριών, όπως το πρακτορείο Ρόιτερ (1851). Στα χρόνια όμως που ακολούθησαν άλλαξαν οι βάσεις: κυρίως λόγω της ταχύτερης μετάδοσης πληροφοριών μέσω της τηλεγραφίας καθώς και άλλων τεχνικών έγιναν δυσκολότερες οι μεγάλες «απάτες».

Ιστορικά, μπορεί να γίνει χοντρικά ένας διαχωρισμός σε τρεις φάσεις. Μέχρι το 1933 ιδρύθηκαν τα πιο πάνω πρακτορεία, αλλά και άλλοι οίκοι αξιολόγησης. Αυτοί όμως οι οίκοι εργάζονταν με βάση ένα διαφορετικό επιχειρησιακό μοντέλο απ΄ ό,τι σήμερα, χωρίς να είναι ακόμη αναγνωρισμένοι απ΄ την αστική πολιτική σαν υπολογίσιμοι παράγοντες πάνω στην αγορά, ενώ δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη στην πολιτική σκηνή. Αυτό συνέβηκε μετά την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, από το 1929.

Η δεύτερη φάση αρχίζει από το 1933 και φθάνει μέχρι τη δεκαετία του 1970. Είναι γνωστό, ότι σαν συνέπεια της κρίσης, γεννήθηκε το λεγόμενο αμερικάνικο «New Deal», σπανίως όμως αναφέρεται στη βιβλιογραφία, ότι την περίοδο αυτή ιδρύεται το πρώτο ίδρυμα που σκοπό έχει την επιτήρηση του χρηματιστηρίου, συγκεκριμένα η «Security Exchange Commission» (SEC), το 1934, σαν αποτέλεσμα του χρηματιστηριακού κραχ το 1929. Στο διάστημα αυτό αρχίζει η «πολιτική» άνοδος των οίκων αξιολόγησης, οι οποίοι κατοχύρωσαν το δικαίωμα από την SEC να έχουν ως νέο τους καθήκον, να κάνουν τη διαφοροποίηση μεταξύ ασφαλούς («investment grade») και κερδοσκοπικής («non investment grade») χρηματικής επένδυσης για τους επενδυτές. Οι πολιτικοί πίστευαν ότι μ΄ αυτό τον τρόπο θα εμποδίζονταν μια νέα χρηματική/οικονομική κρίση.

Η τρίτη φάση αρχίζει με τον νεοφιλελευθερισμό, μέσω της πολιτικής του οποίου οι οίκοι αξιολόγησης μαζί με τις χρηματαγορές κερδίζουν έδαφος. Την δύναμή τους όμως δεν την απέκτησαν από μόνοι τους, αλλά επειδή έτσι ήθελε η αστική κρατική πολιτική. Η αρχή αυτής της φάσης συνοδευόταν από ένα προτσές συγκέντρωσης και από ένα αλλαγμένο επιχειρησιακό μοντέλο των οίκων. Σε μια μυστική διαδικασία δόθηκε απ΄ την SEC άδεια μόνο για επτά οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι σε μικρό χρονικό διάστημα συγχωνεύτηκαν σε τρεις –έτσι γεννήθηκαν κλασικά μονοπώλια. Ταυτόχρονα από τη δεκαετία του 1970 οι οίκοι αξιολόγησης ελέγχονται όλο και λιγότερο από την SEC. Σημαντικό όμως ήταν επίσης και το νέο επιχειρησιακό μοντέλο. Ενόσω οι οίκοι μέχρι τότε κατανοούσαν την δραστηριότητά τους σαν εργασία/απόδοση για τους επενδυτές, δηλαδή πληρώνονταν από αυτούς για αναλύσεις και αξιολογήσεις, από τώρα και στο εξής, ζητούσαν χρήματα και από τους εκδότες των αξιόγραφων –μια έκφραση για την αυξανόμενη σημασία που απέκτησαν οι χρηματαγορές, καθώς και την αυξανόμενη μάζα σε αξιόγραφα διαφορετικού και πιο περίπλοκου είδους. Παραπέρα, αυτό οφειλόταν επίσης στο γεγονός, ότι με την πολιτική των υψηλών τόκων που ακολουθούσαν οι τράπεζες από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, το ίδιο το βιομηχανικό κεφάλαιο έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την χρηματοδότηση μέσω της κεφαλαιαγοράς. Επιπλέον, το ίδιο το βιομηχανικό κεφάλαιο έβγαζε όλο και περισσότερα κέρδη από τις επενδύσεις. Αυτό απ΄ την άλλη είχε και σαν αποτέλεσμα να διογκωθεί ο κλάδος της προσφοράς υπηρεσιών σε χρηματιστικά ζητήματα. Το ποσοστό του στο συνολικό κέρδος όλων των μετοχικών εταιριών αυξήθηκε από 11% το έτος 1950 σε πάνω από 40% το 2001. Η τάση αυτή επιταχύνθηκε μέσω της φιλελευθεροποίησης των χρηματαγορών, η οποία συνοδευόταν παράλληλα και από μια αύξηση των θεσμικών επενδυτών (π.χ. κλάδος ασφαλιστικών εταιριών, συνταξιοδοτικά ταμεία κ. ά.).

Για τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις, με την αύξηση της σημασίας των χρηματαγορών, αυξήθηκε ταυτόχρονα και η πίεση να αξιολογούνται τα αξιόγραφα. Το γεγονός έλλειψης πιστοληπτικής αξιολόγησης, μπορούσε να ληφθεί απ΄ τους δυνητικούς επενδυτές ως μη επαρκής ασφάλεια.

Δίπλα στις μετοχές και στα αξιόγραφα με σταθερό επιτόκιο, αυξήθηκε η μάζα και η σημασία των παραγώγων, δηλαδή αξιόγραφων τα οποία σχετίζονταν με μελλοντικές τιμές άλλων εμπορικών αγαθών ή αξιόγραφων. Παρομοίως, αυξήθηκε η μάζα και ο όγκος των δανείων τα οποία έπρεπε να πιστοποιηθούν εγγράφως. Κατά την έγγραφη πιστοποίηση δανείων «μαζεύονται» δανειακές σχέσεις σε ένα αξιόγραφο, το οποίο μπορεί να πουληθεί σε κάποιον τρίτο. Με τον τρόπο αυτό ο αγοραστής αποκτά το δικαίωμα για πληρωμή των τόκων. Η τράπεζα, η οποία αρχικά έχει δώσει το δάνειο σε έναν πελάτη, για παράδειγμα με τη μορφή ενός δανείου για κατοικία, εκποιεί έτσι όχι μόνο τα έσοδα από τους τόκους, αλλά και το ρίσκο που συνδέεται με τη δανειακή σχέση σε περίπτωση διακοπής της πληρωμής. Στη μορφή ενός αξιόγραφου το ρίσκο όμως αυτό δεν εξαφανίζεται, αλλά απλά μετατοπίζεται. Τώρα δεσμεύεται στον ισολογισμό μιας άλλης επιχείρησης. Ο υπολογισμός του ρίσκου και της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας αυτών των αξιόγραφων, έγινε δουλειά των οίκων αξιολόγησης.

***

2. Οι «τρεις μεγάλοι»

Παγκοσμίως υπάρχουν περίπου 150 οίκοι αξιολόγησης. Μολαταύτα μόνο τρεις από αυτούς βρίσκονται καθημερινά στο φως της δημοσιότητας: Standard & Poors (S&P), Moodys και Fitch, οι οποίοι καλύπτουν το 97% της αγοράς. Μόνο οι δυό πρώτοι κατέχουν από ένα μερίδιο 40% έκαστος, ενώ η Fitch κατέχει πάνω από το 15%.

Standard & Poors Ratings Services

Το 1916 ιδρύθηκε η Standard Statistics, η οποία το 1941 συγχωνεύτηκε με την Poors Publishing ιδρύοντας την Standard & Poors, η οποία με τη σειρά της αγοράστηκε απ΄ το κοντσέρν The McGraw Hill Companies. Στο κοντσέρν αυτό ανήκουν επιχειρήσεις των ΜΜΕ, οι οποίες ταυτόχρονα δραστηριοποιούνται σαν λόμπυ: π.χ. Platts (βιομηχανία πετρελαίου, μετάλλου και ενέργειας), Dodge (οικοδομικές επιχειρήσεις), Appleton & Lange (ιατρική), Open University Press, J.D.Power (μάρκετινγκ, έρευνα καταναλωτών), Broadcasting (ειδήσεις, πολυάριθμοι τηλεοπτικοί σταθμοί).

Βασικοί ιδιοκτήτες: Capital World Investors, Rowe Price, Fidelity Investments, Vanguard Group, State Street, Oppenheimer Funds, Morgan Stanley, Washington Mutual Funds, Blackrock, Allianz Global Investors of America.

Οίκος αξιολόγησης S&P Rating Services: Μετοχική εταιρία, εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης με νομική έδρα στη χρηματιστική όαση Delaware. Επιχειρησιακή έδρα στη Νέα Υόρκη, με γραφεία σε 23 κράτη και 8.000 απασχολούμενους. Από το 1969 ηγείται στην Wall Street στο σύστημα καταχώρησης και ταυτοποίησης CUSIP (Committee for Uniform Security Identification Procedures), χωρίς το οποίο το τεράστιο καθημερινό παγκόσμιο εμπόριο χαρτιών θα ήταν αδύνατο. Το 1975 της μεταβιβάστηκαν υψηλά καθήκοντα από την SEC. Αυτό το χρονικό διάστημα αξιολογεί ομόλογα και πιστώσεις της τάξης των 32 δισεκατομμυρίων δολαρίων[1], ενώ μόνο το έτος 2009 πούλησε συνολικά 850.000 πιστοληπτικές αξιολογήσεις[2].

Moodys Investors Services

Ο οίκος αυτός ανήκει στο κοντσέρν Moodys Corporation, μετοχική εταιρία εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Ιδρύθηκε το 1909 με σκοπό να συμβουλεύει τους αγοραστές των ομολόγων για τους σιδηροδρόμους. Η νομική έδρα του βρίσκεται στην χρηματιστική όαση Delaware. Η επιχειρησιακή έδρα του είναι στη Νέα Υόρκη. Έχει 12 θυγατρικές εταιρίες στις ΗΠΑ για διάφορες υπηρεσίες συμβουλών και πληροφοριών, όλες με νομική έδρα στο Delaware. Επίσης, σ΄ αυτήν ανήκουν 74 επιχειρήσεις σε άλλα κράτη, όπως στο Ισραήλ, στην Νότιο Αφρική, στην Ινδονησία και στο Ντουμπάι. Στο παράρτημά της στη Γερμανία απασχολούνται αυτή την περίοδο 4.000 εργαζόμενοι.

Το έτος 2009 αξιολόγησε 12.000 ιδιωτικές επιχειρήσεις, 25.000 δημόσιες επιχειρήσεις και μονάδες, 110 κράτη και 106.000 δομικά χρηματιστικά προϊόντα[3]. Παράλληλα προσφέρει συμβουλές στο μάνατζμεντ ρίσκου για τους εκδότες των αξιόγραφων, και τελευταία επίσης για τις ασφαλιστικές εταιρίες και τα κράτη. Στις ΗΠΑ και στα άλλα κράτη δραστηριοποιείται επίσης ως λομπίστας.

Βασικοί ιδιοκτήτες: (με αυτή τη σειρά) Berkshire Hathaway (Warren Buffett), Capital Research Global Investors, Capital World Investors, Fidelity Investments, Davis Selected Advisors, Morgan Stanley, Vanguard Group, State Street, Invesco Limited, Wellington Management, American FDS Insurance Growth Income.

Fitch Ratings

Η Fitch Ratings Limited (το σύνθημά της: «Γνώρισε το ρίσκο σου») ανήκει κατά 60% στην γαλλική μετοχική εταιρία Fimalac, η οποία είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Παρισιού. Δίπλα στις υπηρεσίες για χρηματιστικά, η Fimalac επενδύει επίσης σε ακίνητα (North Colonnade, Λονδίνο) και σε κοντσέρν (ιδιαίτερα σε σούπερ μάρκετ και σε βιομηχανίες αυτοκινήτων). Κατά 40% η Fitch ανήκει στο κοντσέρν των ΜΜΕ των ΗΠΑ Hearst. Το κοντσέρν αυτό είναι ιδιοκτήτης σε 23 ημερήσιες και εβδομαδιαίες εφημερίδες, σε 33 ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, κατέχει επίσης την Arts & Entertainment Network με την Disney και την General Electric/NBC, το History Channel σε 75 χώρες, καλωδιακή τηλεόραση για σπορ, ενώ έχει στρατηγική σχέση/συμφωνία με την Yahoo, την Nokia και την Microsoft. Στην κατοχή του βρίσκεται επίσης το περιοδικό Cosmopolitan, το οποίο εκδίδεται σε 53 χώρες, το Esquire, το Harpers Bazaar, το Good Houskeeping, το Marie Claire και το The Oprah Winfrey Show. Παρέχει επίσης υπηρεσίες συμβουλών που αφορούν στο σύστημα υγείας. Η νομική έδρα του βρίσκεται στη χρηματιστική όαση Delaware.

Fitch Group: Η Fimalac αγόρασε κατ΄ αρχή το 1992 τον μικρό οίκο αξιολόγησης IBCA (International Bank Credit Analyst, Λονδίνο). Για να έχει πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ, η Fimalac αποκτά το 1997 την Fitch. Στη συνέχεια αγοράστηκαν οι οίκοι αξιολόγησης Duff & Phelps (Σικάγο) και Thomson BankWatch. Από δω προέκυψε η Fitch Group με 3.000 εργαζόμενους.

Fitch Ratings: Η Fitch Publishing ιδρύθηκε το 1913 στη Νέα Υόρκη, ενώ της δόθηκε άδεια από την SEC το 1975. Η επιχειρησιακή έδρα της βρίσκεται στο Λονδίνο και την Νέα Υόρκη. Απασχολεί 2.100 εργαζόμενους σε 49 παραρτήματα. Έχει πελάτες σε 150 κράτη, ενώ ο κύριος όγκος των εργασιών της βρίσκεται στις ΗΠΑ. Ο οίκος αυτός εκτός από τις αξιολογήσεις που κάνει, παρέχει επίσης υπηρεσίες συμβουλών σε μια πληθώρα δημόσιων επιχειρήσεων και σε τμήματα διοίκησης (δήμους, κράτη, σχολικά συγκροτήματα). Στα κράτη που έχει παραρτήματα δραστηριοποιείται επίσης σαν λομπίστας.

Στις ΗΠΑ αυτό το διάστημα είναι αναγνωρισμένοι 10 οίκοι αξιολόγησης σαν «Nationality Recognized Statistical Rating Organization» από την SEC[4]. Μεταξύ αυτών βρίσκεται ένας ιαπωνικός (Japan Credit Rating Agency) και ένας καναδικός (DBRS). Η Κίνα έχει επίσης 5 μεγάλους οίκους αξιολόγησης, ενώ στην Ινδία και στην Ιαπωνία δραστηριοποιούνται ακόμη 5. Στην Ευρώπη υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός τους, όμως αυτοί είναι εξειδικευμένοι κατά κανόνα σε συγκεκριμένους κλάδους, π.χ. στη ναυσιπλοΐα. Οι υπόλοιποι οίκοι είναι διασπαρμένοι σε άλλες χώρες.

***

3. Οι Συμφωνίες της Βασιλείας

Η αξιολόγηση από τους οίκους έγινε αποδεκτή μέσω μιας πληθώρας νόμων και κανονισμών σε ομοσπονδιακό, κρατικό και διεθνές επίπεδο. Έτσι όλοι οι συμμετέχοντες στην κεφαλαιαγορά των ΗΠΑ θα πρέπει να αξιολογούνται από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 το λιγότερο από δυό οίκους αξιολόγησης που έχουν άδεια για κάτι τέτοιο. Επίσης, οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρίες, καθώς και άλλοι χρηματιστές των ΗΠΑ, επιτρέπεται να επενδύουν μόνο σε τέτοιου είδους αξιόγραφα, τα οποία ισχύουν ως «investment grade», δηλαδή ως μη κερδοσκοπικά. Οι επιχειρήσεις στις ΗΠΑ προτού λάβουν δάνεια στην κεφαλαιαγορά των ΗΠΑ, πρέπει προηγουμένως να υποβληθούν σε πιστοληπτική αξιολόγηση. Ταυτόχρονα, επενδυτές και αγοραστές, τα αξιόγραφα, τα οποία έχουν αξιολογηθεί ως ασφαλή, έχουν το δικαίωμα στους ισολογισμούς τους, να τα παγώσουν στην ονομαστική τους αξία, ακόμη κι αν πέφτει η αξία τους στην αγορά.

Στην πάροδο του χρόνου, με την αύξηση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, οι ΗΠΑ επέβαλαν επίσης διεθνείς λειτουργίες για τους τρεις αμερικάνικους οίκους. Οι κεντρικές κρατικές τράπεζες ίδρυσαν την Bank of Settlements (BIS, με έδρα την Βασιλεία - πόλη της Ελβετίας). Στην συμφωνία «Βασιλεία Ι» (1988), καθόρισαν, ότι στο διεθνές χρηματικό σύστημα, θα πρέπει να αξιολογούνται τα αξιόγραφα από τους τρεις μεγάλους οίκους αξιολόγησης των ΗΠΑ, και όταν η αξιολόγηση είναι «non investment grade» (δηλ. τα αξιόγραφα ισχύουν ως κερδοσκοπικά), τότε θεωρούνται ως υποδεέστερα και γι΄ αυτό θα πρέπει να καταβληθεί από τους κατόχους τους επιπρόσθετο κεφάλαιο.

Η Επιτροπή της Βασιλείας για την Επιτήρηση των Τραπεζών, στην οποία ανήκουν οι επιτηρήσεις των τραπεζών και οι κεντρικές τράπεζες των G10, αποφάσισε, ότι μετρούν μόνο εκείνα τα αξιόγραφα που έχουν την καλύτερη πιστοληπτική αξιολόγηση στο ίδιο κεφάλαιο (περιουσιακά στοιχεία όταν αφαιρεθούν όλα τα χρέη). Το ίδιο κεφάλαιο καθορίζει την έκταση του δανείου, το οποίο επιτρέπεται να δίνει μια τράπεζα. Μετά την κατάρρευση της Herstatt Bank (ιδιωτική τράπεζα με έδρα την γερμανική πόλη Κολωνία) το έτος 1974, οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις έπρεπε να εγγυώνται, ότι οι τράπεζες θα είχαν στη διάθεσή τους αρκετό ίδιο κεφάλαιο έτσι ώστε να είναι δυνατό να εμποδιστεί μια νέα χρεοκοπία τράπεζας. Σε περίπτωση που οι τράπεζες είχαν στους ισολογισμούς τους πολλά ταξινομημένα χαρτιά χαρακτηρισμένα από τους οίκους ως χαμηλής αξίας, τότε θα έπρεπε να βελτιώσουν το ίδιον κεφάλαιό τους. Έτσι οι οίκοι αξιολόγησης έγιναν μέρος του πιστωτικού συστήματος.

Με την συμφωνία «Βασιλεία ΙΙ» (1999), οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις έγιναν το διεθνές στάνταρ για το ίδιον κεφάλαιο των τραπεζών ώστε να εμποδιστεί η χορήγηση ριψοκίνδυνων δανείων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη από το 2007 - μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) -, εξαρτά την αξιολόγηση των κρατών μελών της από τους «τρεις μεγάλους» των ΗΠΑ. Όπως όλες οι κεντρικές τράπεζες, έτσι και η ΕΚΤ, ρυθμίζει το ποσό χρημάτων, μεταξύ των άλλων, μέσω ενός στάνταρ τόκου, δηλαδή το επιτόκιο με βάση το οποίο μπορούν να δανειστούν οι τράπεζες χρήματα από την ΕΚΤ. Τα χρήματα όμως μπορούν να τα πάρουν μόνο όταν καταθέσουν σαν ανταπόδοση αξιόγραφα. Το 2007 η ΕΚΤ κατείχε κατά τις συναλλαγές στις ανοιχτές αγορές μόνο αξιόγραφα, τα οποία ήταν αποδεκτά ως ασφαλή, αφού προηγουμένως είχαν αξιολογηθεί από τους οίκους με την καλύτερη βαθμολογία. Με τον τρόπο αυτό η προμήθεια χρήματος της οικονομίας, εξαρτάται από τις αξιολογήσεις των οίκων. Γι΄ αυτό και η υποβάθμιση των ελληνικών ομολόγων το 2010 και το 2011, δεν σήμαινε μόνο ότι οι τράπεζες απειλούνταν με αποσβέσεις από αυτά τα χαρτιά, αλλά και ότι η ασφάλεια στις συναλλαγές με την ΕΚΤ έμπαινε σε κίνδυνο. Η ΕΚΤ έκανε μεν το τελευταίο διάστημα κάποιες εξαιρέσεις, δεν αποδεσμεύτηκε όμως εντελώς από την χρηματική πολιτική των πιστοληπτικών αξιολογήσεων.

Αυτός είναι και ο λόγος που η κρατική κρίση χρεών και αντιστοίχως οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις, μπορούν να ταρακουνήσουν το τραπεζικό σύστημα. Σε περίπτωση που το ίδιο κεφάλαιο των τραπεζών χτυπηθεί από την υποβάθμιση των κρατικών ομολόγων, τότε οι δυνατότητες να αναχρηματοδοτηθούν αυτές από την ΕΚΤ λιγοστεύουν. Όμως τότε μειώνεται και η εμπιστοσύνη μεταξύ των τραπεζών. Αυτές είτε δεν δίνουν πλέον η μια στην άλλη πιστώσεις, είτε δίνουν μόνο κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Η χρηματαγορά αποστραγγίζεται, ενώ και οι επιχειρήσεις λαμβάνουν δάνεια πολύ δύσκολα. Η οικονομία απειλείται με χρηματοπιστωτική κρίση.

Κατά την συνταξιοδοτική πολιτική, οι οίκοι αξιολόγησης έχουν επίσης έμμεσα τον λόγο. Με την ιδιωτικοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων σε πολλές χώρες, η φροντίδα των ηλικιωμένων εξαρτήθηκε από την πρακτική των οίκων αξιολόγησης: Τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρίες, πρέπει να κατέχουν χαρτιά που πήραν την καλύτερη βαθμολογία.

Οι ΗΠΑ είχαν πιέσει ώστε να ληφθούν οι αποφάσεις της Βασιλείας ΙΙ, οι ίδιες όμως δεν υλοποίησαν τους κανονισμούς –ο στόχος να επιβληθούν οι τρεις οίκοι ως θεσμικό όργανο ελέγχου είχε ήδη επιτευχθεί. Έτσι οι ΗΠΑ και οι χρηματιστές της, συμπεριλαμβανομένου και των οίκων αξιολόγησής τους, ώθησαν με την πρακτική τους παραπέρα στην όξυνση της κρίσης. Η κυβέρνηση επίσης του Μπαράκ Ομπάμα, με την υλοποίηση της Βασιλείας ΙΙ, εν όψη της κρίσης, άλλαξε πολύ λίγο τις λειτουργίες των οίκων.

Συνεπεία της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, η Επιτροπή της Βασιλείας για την Επιτήρηση των Τραπεζών, πρότεινε τον Δεκέμβρη του 2009 ένα σχέδιο (Consultative Document). Τα προτεινόμενα μέτρα είναι περίπλοκα και αλληλεξαρτώμενα στην επίδρασή τους. Στη συνέχεια κάτω από τον τίτλο «Βασιλεία ΙΙΙ», δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβρη του 2010 ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο θα τεθεί σταδιακά σε ισχύ από το 2013. Πρόκειται για ζητήματα που αφορούν στον ορισμό του ίδιου κεφαλαίου και τα απαιτούμενα ελάχιστα γι΄ αυτό ποσοστά, το μέγιστο ποσοστό χρεών, καθώς και κανόνες για την ελάχιστη ρευστότητα. Στην ουσία πρόκειται για μια παραπέρα εξέλιξη της «Βασιλείας ΙΙ», η οποία θα εξακολουθήσει να παραμένει σε ισχύ.

***

4. Πρακτική προσανατολισμένη στο κέρδος

Οι οίκοι αξιολόγησης είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις και τις περισσότερες φορές είναι οργανωμένοι σαν κεφαλαιουχικές ή μετοχικές εταιρίες. Εργάζονται όπως όλες οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις, δηλαδή σκοπός τους είναι το κέρδος. Η Moodys για παράδειγμα αύξησε τον τζίρο της κατά το πρώτο εξάμηνο του 2011 κατά 44%. Παρόμοια είναι και τα κέρδη της S&P και της Fitch. Η S&P η οποία, όπως ειπώθηκε, ανήκει στο αμερικάνικο κοντσέρν των ΜΜΕ  ΜcGraw Hill, το οποίο είναι εισηγμένο στο χρηματιστήριο. Η Moodys είναι και αυτή εισηγμένη στο χρηματιστήριο, ενώ σε αντίθεση με την S&P, η ιδιοκτησία της είναι διασκορπισμένη. Σύμφωνα με μελέτη του συμβούλου επιχειρήσεων Ronald Berger, το αμερικάνικο μονοπώλιο The Capital Group κατέχει τις περισσότερες μετοχές της Moodys (16,2%) και της S&P (13,2%). Αυτό από μόνο του δείχνει την ύπαρξη καρτέλ. Η γερμανική ασφαλιστική επιχείρηση Allianz ανήκει επίσης στους μετόχους της Moodys.

Ακόμη και τα μεγαλύτερα σκάνδαλα δεν άλλαξαν σε τίποτα την καλή φήμη των οίκων αξιολόγησης. Το 2001 για παράδειγμα, διαπιστώθηκε, ότι και οι τρεις οίκοι είχαν αξιολογήσει με την καλύτερη βαθμολογία την πιστοληπτική ικανότητα της μεγαλύτερης επιχείρησης παραγωγής ενέργειας των ΗΠΑ, της Enron (σ.σ. το 10ο μεγαλύτερο σε μέγεθος κοντσέρν κάποτε στις ΗΠΑ). Τέσσερις μέρες μετά η επιχείρηση πτώχευσε. Για μια ακόμη φορά οι οίκοι δέχτηκαν τη δημόσια κριτική. Η SEC διαπίστωσε εκ νέου, αυτό που διαπίστωνε ήδη με διαφορετικούς τρόπους: Οι οίκοι αξιολόγησης δεν είναι αντικειμενικοί, αλλά οι αξιολογήσεις τους καθοδηγούνται από τα ίδια συμφέροντα κέρδους. Αυτοί πληρώνονται από τις αξιολογηθείσες επιχειρήσεις και κερδίζουν επιπρόσθετα μέσω διάφορων υπηρεσιών με συμβουλές που παρέχουν στις ίδιες τις επιχειρήσεις. Είναι σαν να πληρώνει κανείς σ΄ ένα δικαστήριο μια από τις δυό πλευρές, ή κατά το ποδόσφαιρο, μια από τις δυό ομάδες τον διαιτητή.

Σε καμιά κρίση που έλαβε χώρα στις τελευταίες δεκαετίες οι οίκοι δεν έκαναν καμιά αξιόπιστη πρόγνωση, ούτε διόρθωσαν έγκαιρα τις αξιολογήσεις τους. Κι αν το έπραξαν, η κρίση είχε κάνει ήδη την εμφάνισή της, ενώ η καθυστερημένη δράση τους το μόνο που πέτυχε ήταν να επιταχύνει την κρίση και να σπείρει τον πανικό στους επενδυτές. Οι οίκοι φαίνεται να μην γνώριζαν τίποτα για την κρίση που θα ξεσπούσε στο Μεξικό (1994/95), ενώ το ίδιο συνέβηκε και για την κρίση στην Ασία το 1997, που τις έπιασε στον ύπνο. Κατά τις κρίσεις στη Ρωσία και στη Βραζιλία το 1998 οι οίκοι αξιολόγησης έτρεχαν πίσω απ΄ τα γεγονότα. Πριν από μερικούς μήνες η S&P διέδωσε την είδηση για υποβάθμιση της Γαλλίας. Λίγο μετά δήλωσε ότι έγινε δήθεν ένα λάθος στον υπολογιστή. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τα κρατικά ομόλογα της Γαλλίας είχαν την μεγαλύτερη απώλειά τους από τότε που εισήχθηκε το ευρώ.

Σαν αντίδραση στην περίπτωση της Enron αλλά και σε πολλά άλλα σκάνδαλα, καθορίστηκε το 2002 στην Sarbanes-Oxley Act, μεταξύ των άλλων, ότι η SEC θα πρέπει να ελέγχει τον τρόπο λειτουργίας των οίκων αξιολόγησης –αλλά αυτό έτσι κι αλλιώς ήταν καθήκον της. Το 2006 ψηφίζεται νόμος για την μεταρρύθμιση των οίκων αξιολόγησης (Credit Rating Agency Reform Act) στον οποίο επαναλαμβάνεται η ίδια ρητορική: απαιτείται διαφάνεια, υπευθυνότητα, ανταγωνισμός κτλ. Από τότε οι οίκοι θα πρέπει να αποκτήσουν άδεια λειτουργίας σε μια τυπική διαδικασία –μέχρι τότε η SEC έδινε την άδεια ελεύθερα. Από το 2007 έλαβαν άδεια 7 νέοι οίκοι αξιολόγησης. Αυτό όμως δεν άλλαξε τίποτα σε ό,τι αφορά στην κυριαρχία των «τριών μεγάλων», οι οποίοι όπως και πριν ελέγχουν το 97% της παγκόσμιας πιστοληπτικής αξιολόγησης.

Σύμφωνα με τα παραπάνω: α) Υποστηρίζεται ότι το σημαντικότερο λάθος κατά την μεταρρύθμιση του χρηματικού συστήματος στις ΗΠΑ απ΄ τον Ρούσβελτ το 1930, βρισκόταν στο ότι δεν δημιουργήθηκε καμιά κρατική υπηρεσία, αλλά το ότι μεταβιβάστηκαν αρμοδιότητες στους οίκους αξιολόγησης, ότι αυτοί αυτονομήθηκαν και ότι το συμφέρον τους συνδέθηκε άμεσα με τις τράπεζες. Το κράτος με τον τρόπο αυτό έγινε συνένοχο. Το ίδιο ισχύει και για τους οικονομικούς ελεγκτές, οι οποίοι στο New Deal απέκτησαν επίσης υψηλές αρμοδιότητες, καταλήγοντας έτσι σε παρόμοια αποτελέσματα. β) Οι προπαγανδιστές της απορρύθμισης, με τους οίκους αξιολόγησης καθιέρωσαν οι ίδιοι έναν θεσμό ρύθμισης, και μάλιστα τέτοιο, ο οποίος είναι επίσης ισχυρός όσο επίσης αδιαφανής και διεφθαρμένος. Αυτό φαίνεται από το ότι οι ισχυροί αντίπαλοι της ρύθμισης δεν υποστηρίζουν την απορρύθμιση, αλλά μια ρύθμιση, η οποία θα ελέγχεται από αυτούς τους ίδιους. γ) Οι τρεις μεγάλοι οίκοι είναι συνδεδεμένοι με ένα ιδιωτικό και κρατικό δίκτυο από χρηματιστές των ΗΠΑ και μ΄ αυτό τον τρόπο αποτελούν ένα ενεργό στοιχείο του καπιταλιστικού κρισιακού κέντρου.

***

5. Πόσο ανεξάρτητοι είναι οι οίκοι αξιολόγησης;

Μήπως όμως οι οίκοι αξιολόγησης είναι ανεξάρτητοι, όπως ισχυρίζονται; Η απάντηση εξαρτάται από το τιθέμενο ερώτημα: Ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες; Το ερώτημα αυτό μέχρι σήμερα δεν έχει τεθεί ακόμη και από κείνους που κάνουν κριτική στο σημερινό χρηματιστικό σύστημα. Από τους υποστηρικτές του συστήματος το γεγονός αυτό αποκρύπτεται συνειδητά. Ας ρίξουμε λοιπόν μια ματιά στα γεγονότα, προσθέτοντας μερικά νέα στοιχεία σ΄ αυτά που έχουμε ήδη παραθέσει. Τα επιπρόσθετα αυτά στοιχεία κρίνουμε ότι είναι αναγκαία, διότι έτσι γίνεται περισσότερο κατανοητή η έκταση του προβλήματος, ή διαφορετικά ειπωμένο: Η μπόχα που αναδύεται απ΄ τη διαφθορά και την σήψη του καπιταλισμού.

Θα ξεκινήσουμε με τον οίκο αξιολόγησης Standard & Poors (S&P). Ο οίκος αυτός ιδρύεται το 1941 με τον τίτλο «Οίκος για πληροφορίες στα χρηματιστικά». Το 1966 αγοράζεται απ΄ τον μεγαλύτερο εκδοτικό οίκο των ΗΠΑ McGraw Hill, ο οποίος ήταν ειδικευμένος στα οικονομικά ΜΜΕ, και ενσωματώνεται στο δίκτυο των μεγαλύτερων θεσμικών κερδοσκόπων του κόσμου και της Wall Street (Blackrock, Capital World Investors, Fidelity, Vanguard, State Street, Morgan Stanley). Η S&P αναλαμβάνει παραπέρα λειτουργίες στο χρηματιστικό σύστημα και επιπρόσθετους επιχειρησιακούς τομείς. Απ΄ το 1957 η S&P δημοσιεύει το μεγαλύτερο δείκτη μετοχών S&P 500. Σήμερα -μέσα σε χρόνο ρεκόρ 15 δευτερολέπτων– απεικονίζεται η εξέλιξη των μετοχών των 500 σημαντικότερων επιχειρήσεων, οι οποίες είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο των ΗΠΑ. Το 1964 η SEC, η οποία επιτηρεί το χρηματιστήριο, αφήνει τον δικό της δείκτη, τον οποίο παραλαμβάνει η S&P ως δείκτη S&P. Ο δείκτης αυτός δεν περιλαμβάνει το αποτέλεσμα των επιχειρήσεων (προϊόντα, τιμές, τζίρο, θέσεις εργασίας, μισθούς και ημερομίσθια), αλλά την μεμονωμένη παραπέρα εξέλιξη της μετοχής. Απ΄ το 1983 ο δείκτης αυτός αποτελεί τη βάση για το κερδοσκοπικό εμπόριο των τραπεζών, τον μεγαλύτερο διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων με δείκτη επιλογής (στοιχήματα σχετικά με την εξέλιξη της πορείας του δείκτη). Και οι 500 επιχειρήσεις αυτού του ενδογαμικού κλαμπ είναι πελάτες της S&P και των άλλων οίκων αξιολόγησης, περισσότερο από το 40% των επιχειρήσεων είναι χρηματιστές. Ταυτόχρονα η S&P διαχειρίζεται έναν μεγάλο αριθμό τέτοιου είδους δεικτών, όπως, την εξέλιξη του δείκτη μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και πολυεθνικών (S&P MidCaP 400, S&P SmallCap 600, S&P Global 1200), τις επενδύσεις του ταμείου υποδομών ή τις τιμές των πρώτων υλών (δείκτης World Commodity), που έχουν ως βάση την κερδοσκοπία.

Η S&P συνεργάζεται στενά με τις κυβερνήσεις, αν όμως κριθεί αναγκαίο τότε στρέφεται και εναντίον τους. Έτσι για παράδειγμα ο Harold Mc Graw, διευθυντής της McGraw Hill, υπήρξε σύμβουλος του προέδρου Μπους (του νεότερου)[5]. Όταν η κυβέρνηση του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα το 2010 έκφρασε τη θέληση να περιορίσει την κερδοσκοπία με τις πρώτες ύλες, η S&P βοήθησε τους επενδυτές να παρακάμψουν τους κανόνες της νέας αγοράς. Σύμφωνα μ΄ αυτούς τους κανόνες, δεν επιτρέπεται η κερδοσκοπία με τις πρώτες ύλες, οι οποίες εξορύσσονται/παράγονται στις ΗΠΑ. Έτσι στο νέο δείκτη World Commodity της S&P δεν περιλαμβάνονται πλέον οι πρώτες ύλες των ΗΠΑ, αλλά το πετρέλαιο της βόρειας θάλασσας μπρεντ και βαριά μέταλλα, καθώς και τα εμπορεύματα ζάχαρη, κακάο, και καφές, που είναι εισηγμένα στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. «Οι επενδυτές θέλουν να δραστηριοποιηθούν στις πρώτες ύλες», ισχυρίζεται ο οίκος S&P[6].

Ας δούμε τώρα τον δεύτερο κατά σειρά (σε σημασία) οίκο αξιολόγησης: τον Moodys. Ο οίκος αυτός ναι μεν δεν συγκρίνεται με το κοντσέρν S&P, όμως κατά τα άλλα είναι δομημένος με το ίδιο καλούπι. Δραστηριοποιείται σε χρηματιστικές οάσεις (Delaware, Virgin Islands) και δεν αξιολογεί μόνο τράπεζες, διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων και κράτη, αλλά πουλά επίσης σ΄ αυτούς μια πληθώρα από έρευνες και υπηρεσίες συμβουλών. Οι ιδιοκτήτες είναι εν μέρει οι ίδιοι όπως και κατά τον S&P: Capital World Investors, Fidelity, Vanguard Group, State Street και η τράπεζα επενδύσεων Morgan Stanley. Βασικοί ιδιοκτήτες είναι ο κερδοσκόπος και δισεκατομμυριούχος Warren Buffet. Η Moodys ήταν ο πρωτοπόρος κατά την αποφασιστική αλλαγή, η οποία εισήγαγε την φάση διαφθοράς των οίκων αξιολόγησης: Απ΄ το 1970 ο οίκος αυτός δεν κάνει πλέον τις αξιολογήσεις του κατ΄ εντολή των επενδυτών, αλλά εκείνων που εκδίδουν τα αξιόγραφα και απαιτεί την πληρωμή από αυτούς. Μέχρι αυτού του σημείου η έννοια «Investor Service», η οποία κοσμεί ακόμη και σήμερα το επίσημο όνομα των οίκων αξιολόγησης όπως η S&P, δεν αποτελεί παρά απάτη.

Ας ρίξουμε, τέλος, μια ματιά στον τρίτο οίκο αξιολόγησης, στον οίκο Fitch. Σ΄ αυτόν οι σχέσεις, κατά κάποιο τρόπο, είναι διαφορετικές: Ο οίκος αυτός ανήκει στο γαλλικό μεγάλο κεφάλαιο, που όμως συνδέεται με τις ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα είναι στενά συνδεδεμένος με την πολιτική και διοικητική ελίτ της Γαλλίας. Ο Fitch ανήκει στο γαλλικό κοντσέρν Fimalac, το οποίο ιδρύθηκε το 1991 απ΄ τον Marc Ladreit de Lacharriere, απόφοιτο του Ecole National dAdministration Ο Lacharriere ηγείται ακόμη και σήμερα του οικογενειακού κοντσέρν με το 74% των μετοχών και το 87% των ψήφων.

Ο Lacharriere μέχρι το 1991 ήταν αντιπρόεδρος του γνωστού κοντσέρν Λορεάλ, ενώ σήμερα είναι μέλος στα συμβούλια επιτήρησης και γνωμοδοτικών επιτροπών της γαλλικής κεντρικής τράπεζας, της αυτοκινητοβιομηχανίας Ρενώ/Νισάν, της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Casino Guichard Perrachon, του τηλεοπτικού κοντσέρν Canal Plus και της Λορεάλ, ενώ ταυτόχρονα προεδρεύει στο ίδρυμα της κύριας κληρονόμου της Λορεάλ και χρηματοδότη του Σαρκοζύ, Λιλιάν Μπετανκούρ. Για πολλά χρόνια ήταν πρόεδρος του γαλλικού τμήματος της Λέσχης Μπίλντενμπεργκ[7]. Με τους American Friends of the Louvre και τα Γαλλικά Μουσεία, προσπαθεί να διεθνοποιήσει τη γαλλική υψηλή κουλτούρα (π.χ. αναπαραγωγή του μουσείου του Λούβρου στο Αμπού Ντάμπι).

Η Veronique Morali μεταπήδησε από την κρατική επιτροπή επιθεώρησης για τα χρηματιστικά (Inspection Generale for Finances) στην Fimalac. Σήμερα δραστηριοποιείται στη διοίκηση του οίκου Fitch, όπως επίσης και στο συμβούλιο επιτήρησης της γαλλικής τράπεζας επενδύσεων Ρότσιλντ και της Κόκα Κόλα στην Ατλάντα των ΗΠΑ. Ίδρυσε την Ένωση Γυναικών σε διευθυντικές θέσεις, Terrafemina. Το 2009 κλήθηκε μαζί με τον πρώην πρωθυπουργό Αλέν Ζιπέ και τον Μισέλ Ροκάρ στην κυβερνητική επιτροπή, να κάνει προτάσεις για τα μελλοντικά κρατικά ομόλογα.

Η Fimalac έχει την πλειοψηφία των μετοχών στην Fitch Group, ενώ μια μειοψηφία ανήκει στο κοντσέρν Hearst που δραστηριοποιείται σε ζητήματα που αφορούν στην ψυχαγωγία. Μέχρι αυτού του σημείου η μεγαλοαστική γαλλική οικογενειακή επιχείρηση Fimalac και το κοντσέρν των ΗΠΑ, αλληλοσυμπληρώνονται ως ιδιαίτερα αδιαφανείς επιχειρήσεις. Δίπλα στον μεγαλομέτοχο Hearst, παίζουν στην Fimalac διάφοροι παράγοντες της Wall Street έναν υποδεέστερο ρόλο. Σημαντικές είναι οι γαλλικές τράπεζες επενδύσεων (Ρότσιλντ, Lazard, Freres) και τα γαλλικά κοντσέρν (Ρενώ/Νισάν, Casino, Fremapi, EDF, Veolia), που όμως εδώ και πολύ καιρό ανήκουν στους διεθνείς επενδυτές.

Οι οίκοι αξιολόγησης δεν είναι ανεξάρτητοι, αλλά μέρος των κοντσέρν και χρηματιστικών δικτύων. Οι οίκοι δεν αξιολογούν μόνο δάνεια και χρηματιστικά προϊόντα, αλλά πουλούν επίσης στις ίδιες επιχειρήσεις και πολλές υπηρεσίες συμβουλών. Ενεργοποιούνται ως λόμπυ για δομικές χρηματοδοτήσεις και αποτελούν τμήμα του χρηματιστικού συστήματος που αποκλειστικό στόχο του έχει το ιδιωτικό κέρδος.

Σε ό,τι αφορά στους ιδιοκτήτες των οίκων αξιολόγησης, εδώ επικρατούν οι μεγαλύτεροι διαχειριστές περιουσίας, θεσμικοί επενδυτές και κερδοσκόποι του κόσμου. Οι ιδιοκτήτες των οίκων αξιολόγησης και οι επιχειρήσεις οι οποίες αντιπροσωπεύονται στο συμβούλιο επιτήρησης, ανήκουν σ΄ αυτούς οι οποίοι εκδίδουν οι ίδιοι τα αξιόγραφα και εξαρτώνται απ΄ τη βαθμολόγηση των οίκων. Η αδιαφάνεια και η μυστικότητα μαζί με την επεκτατική χρήση των χρηματιστικών οάσεων, καθώς και τις κενές περιεχομένου εκθέσεις που παρουσιάζουν, ανήκουν στη βασική πρακτική τους: Οι οίκοι έχουν την νομική έδρα τους στο Delaware, στα Virgin Islands κ.ο.κ. – ακριβώς όπως και η αξιολόγηση των δομικών χρηματιστικών προϊόντων.

***

6. Μετά από μας ο κατακλυσμός

Οι οίκοι αξιολόγησης βρίσκονται απ΄ τη μεριά εκείνων οι οποίοι δίνουν τις πιστώσεις, εκδίδουν τα αξιόγραφα και πουλούν επενδυτικά προϊόντα. Κατ΄ εντολή των τραπεζών και άλλων που ασχολούνται με τα χρηματιστικά, προβαίνουν ουσιαστικά στις αξιολογήσεις, πληρώνονται κυρίως από αυτούς, και από αυτούς προέρχονται οι περισσότερες παραγγελίες.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός βασίζεται σε ένα μεγάλο βαθμό πάνω στις πιστώσεις και στα «δομικά» χρηματιστικά προϊόντα, δηλαδή υποθήκες και άλλα παραγωγικά και καταναλωτικά δάνεια, Collateral Debt Obligations (CDO), Collateral Loan Obligations (CLO), Asset Backet Securities (ABS), Residential Mortgage Backed Securities (RMBS) και άλλα παρόμοια. Καταναλωτές, επιχειρήσεις, κράτη, αλλά και οι ίδιες οι τράπεζες παραμένουν εν ζωή με τη βοήθεια ενός παραπέρα περιστρεφόμενου σπιράλ. Το αν τα δάνεια και τα πιστωτικά προϊόντα βλάπτουν ή ωφελούν την οικονομία μιας χώρας, το αν παράγονται προϊόντα που έχουν νόημα, το αν δημιουργούνται θέσεις εργασίας και επαρκές εισόδημα για τους μισθωτούς ή όχι, το αν τα κράτη φτωχαίνουν ή όχι, όλα αυτά δεν ενδιαφέρουν τους πιστωτές και τους πωλητές των χρηματιστικών προϊόντων. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η πιστοληπτική ικανότητα, η ικανότητα των πιστοληπτών και των αγοραστών να μπορούν να πληρώνουν τις πιστώσεις και να ανταποκρίνονται στην αγοραστική τιμή των χρηματιστικών προϊόντων ακόμη κι αν κηρύξουν πτώχευση οι επιχειρήσεις, οι καταναλωτές αλλά και τα ίδια τα κράτη.

Γι΄ αυτό η αξιολόγηση, λογικά, απ΄ την αρχική της ακόμη φάση, βρίσκεται σε μια αλληλοσυσχέτιση με απαλλοτριώσεις και μεταβίβαση ξένης ιδιοκτησίας στην ιδιοκτησία των πιστωτών και των πωλητών. Η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας, η οποία στηρίζεται πάνω στους κανόνες που έχουν συμφωνηθεί στο τραπεζικό περιβάλλον και στα κρατικά μέτρα και τους νόμους, έχουν σαν συνέπεια την χειροτέρευση των πιστωτικών συνθηκών και την αύξηση των τόκων. Ο πιστολήπτης –ανεξάρτητα απ΄ το αν είναι κράτος, ιδιωτική επιχείρηση ή καταναλωτής– πρέπει να πουλήσει ιδιοκτησία, να μειώσει το εισόδημά του (ιδιωτικοποιήσεις, υψηλότεροι φόροι και υψηλότερες τιμές στα προϊόντα).

***

Εξαιτίας της καλής βαθμολόγησης που είχαν δώσει οι οίκοι αξιολόγησης για άχρηστα, στην ουσία, χαρτιά, ρωτήθηκε ο Deven Sharma, διευθυντής της S&P: Δεν θα ήταν καλύτερα να αναθέτουν και να πληρώνουν οι πιστολήπτες και οι αγοραστές τους οίκους και όχι οι πιστωτές και οι πωλητές; Και ο Sharma απάντησε: «Όχι. Επειδή εμείς έχουμε πρόσβαση σε ανεπίσημες πληροφορίες όταν ενεργούμε κατ΄ εντολή εκείνων που εκδίδουν τα αξιόγραφα»[8]. Ο Sharma έτσι παραδέχτηκε την μεγάλη αδιαφάνεια και την μυστικότητα η οποία αποτυπώνεται σ΄ αυτή τη συνενοχή.

Τα «δομικά χρηματιστικά προϊόντα» απ΄ το 2000 αποτέλεσαν τον γρηγορότερο αναπτυσσόμενο τομέα των πιστοληπτικών αξιολογήσεων. Έτσι μεταξύ του 2002 και του 2007, οι οίκοι κέρδισαν τρεις φορές περισσότερα απ΄ ό,τι με την αξιολόγηση ομολόγων των επιχειρήσεων. Εκδώσαν την καλύτερη βαθμολόγηση σε προϊόντα της Wall Street στο ύψος των 3,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, από αυτά, τα 435 δισεκατομμύρια σε υποθηκευμένα ακίνητα. Οι οίκοι εκδώσαν γι΄ αυτό αντιστοίχως πολλές χιλιάδες πιστοληπτικές αξιολογήσεις. Μια αξιολόγηση κοστίζει από 30.000 έως 120.000 δολάρια ΗΠΑ.

Ταυτόχρονα οι οίκοι δραστηριοποιούνται ως λόμπυ, για να εξαναγκάσουν σε πολλά κράτη τις κυβερνήσεις τους να προωθήσουν τις πιστοποιήσεις και άλλα δομικά χρηματιστικά προϊόντα. Τράπεζες επενδύσεων όπως η Morgan Stanley, η Lehman Brothers, η United Bank of Switzerland και η Deutsche Bank, δεν θα ήταν σε θέση να πουλήσουν τα παλιόχαρτά τους χωρίς τη σφραγίδα των οίκων αξιολόγησης. Θεσμικοί επενδυτές, όπως και διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία, εξαναγκάζονται νομικά ή με βάση τους εσωτερικούς κανονισμούς τους, να εξαρτήσουν την αγορά ομολόγων/μετοχών από τη σφραγίδα «investment grade».

***

7. Σύγχρονα ρομπότ και καπιταλιστικό κέρδος

Η ακροαματική διαδικασία στην Permanent Subcommittee on Investigations της Γερουσίας των ΗΠΑ (Διαρκής Εξεταστική Επιτροπή για Χρηματιστικά Ζητήματα) σχετικά με το ρόλο των οίκων αξιολόγησης, έδειξε, ότι αυτοί δεν είναι σε θέση να κρατήσουν ούτε τα δικά τους στάνταρ. Η εμπλοκή τους με τους εκδότες αξιόγραφων και η ιδιωτική-καπιταλιστική μορφή της επιχείρησής τους, οδήγησε, στο να ελέγχουν τόσο λιγότερο, όσο περισσότερο αυτό είναι αναγκαίο. Τα δομικά χρηματιστικά προϊόντα, γίνονται όλο και πιο πολυάριθμα και περίπλοκα, οι οίκοι όμως δεν τοποθετούν το ανάλογο προσωπικό, αλλά παράγουν μαζικά επιθυμητές αξιολογήσεις. Οι προϊστάμενοι απειλούν τους αναλυτές τους: Ελέγχεις με μεγάλη ακρίβεια! Σταμάτα, διαφορετικά θα χάσουμε τους πελάτες μας στον ανταγωνισμό! Οι αναλυτές απειλούνται και παρενοχλούνται. Όταν για παράδειγμα η Goldman Sachs, η Lehman και η UBS διαμαρτυρήθηκαν για τις ερωτήσεις ενός αναλυτή, ο αναλυτής αντικαταστάθηκε αμέσως. Για την αξιολόγηση μιας δέσμης υποθηκών, δεν τοποθετούνται δυό αναλυτές όπως γινόταν παλιότερα, αλλά μόνο ένας. Αυτός πρέπει να επεξεργαστεί τώρα 40 έως 60 ντοκουμέντα σε διάστημα μερικών ημερών και να συντάξει μια αξιολόγηση περίπου 280 σελίδων. «Πάνω απ΄ όλα η ικανοποίηση του πελάτη». Έτσι αυξήθηκε το μερίδιο της αγοράς των οίκων, ενώ η πορεία των μετοχών και η πιστοληπτική ικανότητα ωθήθηκε στα ύψη. Αυτό για παράδειγμα αναφέρει ο Richard Michalek, ο οποίος μέχρι την απόλυσή του τον Δεκέμβρη του 2007 ήταν Senior Credit Officer στη Moodys[9].

Ο Eric Kolchinsky απολύθηκε επίσης από τη Moodys επειδή υπέδειξε στους προϊσταμένους του μια απάτη κατά τα Collateralized Debt Obligations (CDOs). Δεν έπρεπε να θέσει σε κίνδυνο τα κέρδη σ΄ αυτόν τον τομέα –το πρώτο εξάμηνο του 2007 αυτά ανέρχονταν στα 200 δισεκατομμύρια δολάρια[10]. Ο αναλυτής Mark Froeba της Moodys ομολόγησε: κάποιοι συνεργάτες απειλήθηκαν, ενώ στις θέσεις τους τοποθετήθηκαν ως αναλυτές κάτοχοι απολυτηρίου κολλεγίων, οι οποίοι δεν έχουν άδεια παραμονής στη χώρα, ούτε πείρα και έτσι μπορούσαν να τους επηρεάσουν εύκολα[11]. Αυτό προώθησε το Rating-Hopping ή Rating-Shopping: Όταν μια τράπεζα δεν κατορθώνει να πάρει γρήγορα μια ευνοϊκή γι αυτήν αξιολόγηση, τότε απευθύνεται στον αμέσως επόμενο οίκο αξιολόγησης.

Κατά τη διάρκεια του έτους 2009, η Standard & Poors έκδωσε 850.000 πιστοληπτικές αξιολογήσεις, και μάλιστα από 1.300 αναλυτές. Αυτό σημαίνει ότι κάθε ξεχωριστός αναλυτής, έπρεπε να κάνει σε ένα έτος 65 αξιολογήσεις ενός περίπλοκου χρηματιστικού προϊόντος –για παράδειγμα, του ομολόγου ενός μεγάλου κοντσέρν του μεγέθους της General Motors, ενός κράτους ή μιας δέσμης περίπου 30.000 πιστώσεων από υποθήκες. Ο Frank Reiter, ο οποίος μέχρι το 2005 ήταν Managing Director στην S&P, ομολόγησε, ότι το μητρικό κοντσέρν McGraw Hill πίεζε ώστε να παρουσιαστούν εκθέσεις με κέρδη ενώ αρνούνταν την πρόσληψη επιπλέον προσωπικού. Ένας άλλος υπάλληλος είπε: Με αξιολογήσεις χωρίς κανέναν ενδοιασμό και απάτες κατά την έκδοση των αξιόγραφων τροφοδοτήθηκε η χρηματιστική μηχανή.

Για κάποιους υπαλλήλους ήταν σαφές, ότι η πρακτική αυτή μπορούσε να συνεχιστεί παραπέρα χωρίς κανένα τέλος. Ένας απ΄ αυτούς είπε: «Όταν ρώτησα ακριβώς έναν τραπεζικό επενδυτή για κάποιο θέμα, αυτός μου απάντησε: IBG-YBG. Όταν τον ρώτησα, τι σημαίνει αυτό, μου εξήγησε: Ill be gone, youll be gone! – Σε κάποιο διάστημα θα έχω φύγει, σε κάποιο διάστημα θα έχεις φύγει! Με άλλα λόγια: Γιατί με βασανίζεις; Άσε να αποκτήσουμε όσο περισσότερα χρήματα γίνεται, και θα έχουμε φύγει προ πολλού, προτού καταρρεύσει η τραπουλόχαρτα»[12].

***

8. Κλίμακα αξιολόγησης και αλγοριθμικά «μαγειρέματα»

Ο οίκος Fitch το 1924 εφεύρε την κλίμακα αξιολόγησης με δέκα επίπεδα διαβάθμισης, ξεκινώντας απ΄ το ΑΑΑ (ο καλύτερος βαθμός, τριπλό Α) και κατεβαίνοντας την κλίμακα μέσω ΑΑ, Α, ΒΒΒ, ΒΒ, Β, CCC, CC, C φθάνοντας έως το D (Default, παντελής ανικανότητα πληρωμής). Οι αξιολογήσεις από ΑΑΑ έως ΒΒΒ σημαίνουν «investment grade», δηλ. συνιστάται στους επενδυτές να αγοράσουν. Από την βαθμίδα ΒΒ αρχίζει η «non investment grade», δηλ. συνιστάται στους επενδυτές να μην αγοράσουν(!) ή να ζητήσουν επιπρόσθετα μέτρα ασφάλειας. Οι διαβαθμίσεις, όταν πρόκειται για δάνεια, είναι συνδεδεμένες με συγκεκριμένες δανειακές συνθήκες: Μια υποβάθμιση σημαίνει, ότι όλες οι τράπεζες θα ζητήσουν υψηλότερο τόκο. Στην κλίμακα προστέθηκαν αργότερα οι ενδείξεις συν και πλην (+/-) και με έναν παρόμοιο τρόπο –για παράδειγμα με την προσθήκη αριθμών (Moodys)– παραλήφθηκαν και από τους άλλους οίκους.

Οι οίκοι αξιολόγησης λαμβάνουν τις πληροφορίες κυρίως από τους πιστωτές και τους εκδότες των αξιόγραφων και προσανατολίζονται αποκλειστικά στα δικά τους συμφέροντα. Προωθήθηκαν τα δάνεια στους πιστολήπτες με λαθεμένες ή ελλιπείς πληροφορίες; Αυτό για τους οίκους είναι αδιάφορο. Μπορούσε να προβλεφτεί, ότι οι πιστολήπτες δεν θα είναι σε θέση να αποπληρώσουν το δάνειο; Αυτό για τους οίκους είναι αδιάφορο. Έχουν οι εγγυητές των δανείων, όπως το American International Group (AIG), ένα ελάχιστο ποσό στήριξης σε περίπτωση που η εγγύηση καταρρεύσει; Ναι ή όχι; Αυτό για τους οίκους είναι αδιάφορο.

Έτσι δεν είχε ληφθεί υπόψη, ότι τα ενυπόθηκα δάνεια πριν ληφθούν απ΄ τους πιστολήπτες, αυτοί –σε πολλές περιπτώσεις εργαζόμενοι χωρίς σταθερό εισόδημα– δελεάστηκαν με μέσα εξαπάτησης για να πάρουν δάνειο, π.χ. με πιστοποιητικά εισοδήματος, τα οποία παραποιήθηκαν απ΄ τους εκπροσώπους των τραπεζών. Παρόλο που διάφορες ειδήσεις περί εξαπάτησης εμφανίζονταν κατά καιρούς στα κυρίαρχα ΜΜΕ απ΄ το 2005, αυτό για τους οίκους ήταν αδιάφορο. Δεν φρόντισαν ακόμη να μάθουν για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πιστολήπτες, π.χ. εάν μετά την υποβάθμιση και τους υψηλούς τόκους θα χάσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, εάν κηρύξουν πτώχευση ή αν θα πεινάσουν – ανεξάρτητα απ΄ το αν πρόκειται για ατομικούς καταναλωτές, για επιχειρήσεις ή για ολόκληρες οικονομίες κρατών. Οι απαντήσεις των τραπεζών έχουν απόλυτη προτεραιότητα, όποια κι αν είναι η διαφθορά και η απάτη των πιστωτών και αυτών που εκδίδουν τα αξιόγραφα.

Οι οίκοι δεν αξιολογούν μόνο, αλλά βοηθούν και τους πελάτες να δομήσουν αξιόγραφα πριν την πιστοληπτική αξιολόγηση (indicative rating). Οι πελάτες, π.χ. τράπεζες επενδύσεων, μπορούσαν/μπορούν να κάνουν μετατροπές και βελτιώσεις έως ότου εμφανιστεί και επιλεγεί ένα τριπλό Α. Οι οίκοι έχουν βοηθήσει στο «μαγείρεμα» των πιστοποιημένων ενυπόθηκων δανείων –διαφορετικά, ανάλογα με το πιθανό έλλειμμα– έτσι που από ένα όσο το δυνατό μεγάλο όγκο σε ΑΑΑ-«μαγειρέματος» να προκύπτει ένα όσο το δυνατό μεγαλύτερο κέρδος απ΄ την πώληση χαρτιών CDO.

Οι αξιολογήσεις γίνονται με τη βοήθεια μαθηματικών μοντέλων ρίσκου. Οι μέχρι τώρα ιστορικές εμπειρίες χρησιμοποιούνταν ως βάση. Αντιθέτως οι σύγχρονοι μηχανισμοί, οι οποίοι προκύπτουν απ΄ την διαρκή απορρύθμιση και την εφεύρεση νέων χρηματιστικών προϊόντων, δεν λαμβάνονται υπόψη: Τα μοντέλα ακολουθούν κατ΄ ανάγκη πίσω απ΄ τους συνειδητά διαρκώς αυξανόμενους κινδύνους.

Οι οίκοι τροφοδοτούν σημαντικές θυγατρικές επιχειρήσεις ή τμήματα (Analytics, Algorithmics, κ.ά), οι οποίες αναπτύσσουν μαθηματικά μοντέλα ρίσκου. Αυτές εργάζονται με μεθόδους και χρονικούς ορίζοντες, που είναι προσανατολισμένοι στα ιδιωτικά και βραχυπρόθεσμα κριτήρια κέρδους. Κριτήρια κέρδους, τα οποία ισχύουν τόσο για τους πελάτες των οίκων, όσο και για τους ίδιους τους οίκους. Οι οίκοι δεν πουλούν στους πελάτες μόνο πιστοληπτικές αξιολογήσεις, αλλά επίσης συμβουλές και software, για το πώς αποκομίζονται κέρδη στις χρηματιστικές αγορές σε βάρος των άλλων που συμμετέχουν στην αγορά μέσω αξιοποίησης πολύ μικρών χρονικών διαστημάτων. Εδώ γίνεται λόγος για χιλιοστά δευτερολέπτων και για ποσά στα οποία υπολογίζονται τρεις θέσεις δεκαδικών ψηφίων πίσω από το κόμμα. Στις συναλλαγές αυτές οι οίκοι ακολουθούν την ίδια λογική όπως και οι πελάτες τους. Γι΄ αυτό και οι αξιολογήσεις των οίκων δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητες, αλλά αυτές ταυτίζονται με τους σκοπούς των πελατών.

***

9. Όλοι είναι ίσοι αλλά μερικοί είναι πιο ίσοι από τους άλλους

Παρόλο που οι οίκοι αξιολόγησης αντιλαμβάνονται ότι έχουν υψηλά και ρυθμιστικά καθήκοντα, ενώ κάνουν με τους πελάτες μια ελεύθερη συμφωνία, δεν αναλαμβάνουν γι΄ αυτό καμιά ευθύνη. Όμως και οι πελάτες δεν λαμβάνουν στα σοβαρά υπόψη την πιστοληπτική αξιολόγηση, η οποία είναι ενδιαφέρουσα μόνο ως σφραγίδα εξυπηρέτησης. Οι οίκοι χαρακτήριζαν μέχρι τώρα τις αξιολογήσεις τους σαν «άποψη» (opinion). Σ΄ αυτό το παιχνίδι συμμετείχε ακόμη και η Δικαιοσύνη των ΗΠΑ: Σε πολλές περιπτώσεις τα δικαστήρια των ΗΠΑ αθώωσαν τους οίκους όταν αυτοί κατηγορήθηκαν από ιδιώτες: Οι οίκοι πρόβαλλαν το επιχείρημα, ότι οι διαβάθμιση περί πιστοληπτικής ικανότητας δεν έχει καμιά αξίωση για αντικειμενικότητα, αλλά ότι υποτάσσεται στην «ελευθερία της άποψης». Στην «Wall Street Reform and Consumer Protection Act», η κυβέρνηση Ομπάμα μετατόπισε παραπέρα το πρόβλημα: Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις ισχύουν μόνο ως έκφραση της άποψης των ειδικών, για τους οποίους την ευθύνη φέρουν οι οίκοι. Το ποια ακριβώς είναι αυτή η ευθύνη, παραμένει ένα θέμα ανοιχτό.

Το ότι οι οίκοι σχεδόν ποτέ δεν αποκλίνουν στις εκτιμήσεις τους, αλλά ακόμη κι αν το κάνουν υπάρχουν μόνο μικρές αποχρώσεις μεταξύ τους, δεν σημαίνει ότι είναι ανεξάρτητοι. Δεν θα υπήρχε καμιά διαφορά αν υπήρχε μόνο ένας οίκος ή τρεις, οι οποίοι εδώ και δεκαετίες κυριαρχούν στην αγορά. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μονοπώλιο. Οι οίκοι είναι προσδεμένοι στις δομές της Wall Street, των ισχυρότερων επενδυτικών ομάδων του κόσμου με έδρα τις ΗΠΑ και στην παγκόσμια δύναμη των ΗΠΑ. Παρόλο που το κράτος των ΗΠΑ, συγκρινόμενο σε ελληνικές διαστάσεις, είναι υπερχρεωμένο και δεν μπορεί να καταθέσει κανένα σχέδιο για το πώς θα ξεπληρώσει τα χρέη του, λαμβάνει και απ΄ τους τρεις οίκους μαζί, όπως και πριν, την καλύτερη βαθμολογία ΑΑΑ. Όταν το προηγούμενο καλοκαίρι η S&P υποβάθμισε για πρώτη φορά την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ στο ΑΑ+, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ δήλωσε ότι η S&P έκανε λάθος, επειδή δεν έλαβε υπόψη στους υπολογισμούς της ένα ποσό δυό δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η SEC ξεκίνησε αμέσως μια έρευνα σχετικά με τις υπολογιστικές μεθόδους της S&P.

Ακόμη και υπερχρεωμένα κράτη όπως η Αγγλία και η Ιαπωνία, συνεχίζουν να λαμβάνουν την καλύτερη βαθμολογία. Οι χώρες αυτές, όπως επίσης και οι ΗΠΑ –σε αντίθεση με τις χώρες της ευρωζώνης– μπορούν να εκδίδουν τα κρατικά τους ομόλογα στο δικό τους νόμισμα, δηλ. οι κεντρικές τράπεζες μπορούν απλά να τυπώνουν νέο χρήμα. Έτσι αποφεύγεται η ονομαστική πτώχευση, τα χρέη όμως μεταβιβάζονται μέσω του πληθωρισμού πάνω στους πιστωτές. Οι οίκοι μέσω των αξιολογήσεών τους στηρίζουν κάτι τέτοιο, είναι μέρος αυτής της πρακτικής. Όταν το Μεξικό ήταν υπερχρεωμένο, οι οίκοι βαθμολόγησαν τα χρέη του, τα οποία είχαν ληφθεί στο νόμισμα της χώρας, το πέσο, με ΑΑ-. Τα χρέη όμως που είχαν ληφθεί σε δολάρια των ΗΠΑ, τα αξιολόγησαν ταυτόχρονα με ΒΒ-, κι αυτό για το λόγο και μόνο, ότι το Μεξικό μπορούσε να τυπώσει πέσος, όχι όμως και δολάρια των ΗΠΑ.

Έτσι είναι κατανοητό, ότι οι οίκοι, τα ίσα τα βαθμολογούν άνισα. Ενόσω όταν υπολογίζουν τα χρέη της Ελλάδας συμπεριλαμβάνουν μέσα σ΄ αυτά ακόμη και τα χρέη των νοσοκομείων, όταν αξιολογούν τα χρέη των ΗΠΑ ή των ομόσπονδων κρατών των ΗΠΑ, τότε δεν λαμβάνουν υπόψη τους τα αντίστοιχα συγκρίσιμα χρέη. Και είναι γνωστό, ότι πολλά ομόσπονδα κράτη των ΗΠΑ, έχουν ακόμη και τρεις φορές υψηλότερα χρέη απ΄ ό,τι φαίνεται στον επίσημο κρατικό προϋπολογισμό, μεταξύ των άλλων και εξαιτίας των ελλειμμάτων στα συνταξιοδοτικά ταμεία των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης.

Οι οίκοι αξιολόγησης δεν είναι ένας ελεγκτικός μηχανισμός, ο οποίος ακολουθεί την αρχικά νοούμενη νομική εντολή, αλλά καταχρώνται την προνομιακή λειτουργική θέση που τους δόθηκε από τον νομοθέτη, μια θέση, η οποία προστατεύεται από το κράτος. Οι οίκοι είναι ένας ενεργός ρυθμιστής στην υπηρεσία τού από τις ΗΠΑ αναπτυγμένου και παγκόσμια κυρίαρχου συστήματος. Το σύστημα αυτό βασίζεται πάνω στη δυνατότητα να τυπώνεται ατελείωτα κρατικό χρήμα και στην απόλυτη κυριαρχία των τραπεζικών επενδύσεων, καθώς και των μεγαλύτερων διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων του κόσμου. Οι απαιτήσεις εκείνων που συμμετέχουν στα χρηματιστικά, έχουν προτεραιότητα σε σχέση με τα λαϊκά-οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια. Η απάτη, ακόμη και με την έννοια που αυτή ορίζεται στους αστικούς νόμους, η οργανωμένη μυστικότητα και η εξαπάτηση, αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της συμπεριφοράς τους. Οι οίκοι βοηθούν στην σταδιακή αφαίρεση της ιδιοκτησίας των ατόμων, των επενδυτών και των κρατών, και μ΄ αυτό τον τρόπο χρησιμεύουν στον ίδιο πλουτισμό μιας ελίτ, η οποία ενεργεί σύμφωνα με το σύνθημα: «Μετά από μας ο κατακλυσμός».

***

10. Ασκούμενη κριτική για άχρηστα χαρτιά

Οι οίκοι είναι ένα «διεφθαρμένο σύστημα»[13], λέει ο γνωστός νομπελίστας αμερικανός οικονομολόγος Πωλ Κρούγκμαν (σ.σ. με τον οποίο βέβαια δεν συμφωνούμε ιδεολογικά). Όμως ο χαρακτηρισμός αυτός είναι ελλιπής: Πόσο διεφθαρμένο είναι ένα συνολικό σύστημα, το οποίο δίνει μια τόσο βαρύνουσα ρυθμιστική σημασία σ΄ ένα βαθιά διεφθαρμένο υποσύστημα;

Το μοντέλο, η «απόδοση» του οποίου είναι ελέγξιμη εδώ και δεκαετίες, δείχνει, ότι οι οίκοι έχουν συγκεντρώσει στα χέρια τους δημόσιες υποθέσεις. Αν το 1975 αξιολογούνταν από τους οίκους μόνο 5 κράτη, το 1990 ο αριθμός αυτός φτάνει τα 68, το 2000 τα 191, για να εκτοξευτεί το 2002 στα 202 κράτη. Το ποια επιρροή ασκούν οι οίκοι αξιολόγησης –σε σχέση με τις εμπλεκόμενες τράπεζες, τους κερδοσκόπους, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ-, αυτό φάνηκε καθαρά στην περίπτωση της Ελλάδας.

Μετά την καπιταλιστική κρίση του 2007, και οι δυτικές κυβερνήσεις απαίτησαν μια ισχυρή ρύθμιση και μεταρρύθμιση των οίκων αξιολόγησης. Η Επιτροπή Επιτήρησης των ΗΠΑ SEC (Security Exchange Commission) πρότεινε, οι οίκοι να «μειώσουν» την συμβουλευτική τους ιδιότητα. Η μεταπήδηση των υπαλλήλων ενός οίκου σε μια τράπεζα, έπρεπε να γίνει πιο δύσκολη. Απ΄ όλα αυτά τελικά, δεν έμεινε σχεδόν τίποτα. Οι οίκοι κατά την ακροαματική διαδικασία στο Κογκρέσο των ΗΠΑ, παραδέχτηκαν ως όφειλαν μερικά «λάθη» και επαίνεσαν την βελτίωση –όπως πάντα.

Οι διαμορφωτές της γνώμης του χρηματιστικού συστήματος ασκούνται στην πραγματιστική απελπισία: «Σε καιρούς ανασφάλειας αυξάνεται η ζήτηση για πιστοληπτικές αξιολογήσεις –όσο αμφίβολες κι αν είναι αυτές», γράφει η ελβετική Neue Zürcher Zeitung[14]. Έτσι επιχειρηματολογεί και ο Andrew Bosomworth, Top manager στην Pimco, ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές ομολόγων του κόσμου: «Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις έχουν όλο και λιγότερη σημασία. Επειδή όμως κάποιος εξαιτίας των πολλών αποφάσεων και των ρυθμιστικών κανονισμών δεν έχει άλλη επιλογή, απευθύνεται παρόλα αυτά διαρκώς στους οίκους αξιολόγησης»[15]. Μ΄ έναν τέτοιο κυνισμό, ο κλάδος των οίκων αξιολόγησης μπορεί να βγάλει πολλά εκατομμύρια κέρδη.

Κάπως περισσότερο ανησυχούν οι οίκοι από τις μηνύσεις που γίνονται εναντίον τους για αποζημιώσεις, οι οποίες (μηνύσεις) υποβάλλονται από τους παθόντες στα δικαστήρια σε πολλά κράτη. Έτσι έχουν ξεσκεπαστεί εν μέρει κάποιες πρακτικές τους. Μια επιτυχημένη απόφαση μπορεί να ακολουθηθεί από απαιτήσεις δισεκατομμυρίων. Έτσι για παράδειγμα, η μήνυση ενός συνταξιούχου ενάντια στο γερμανικό παράρτημα της Standard & Poors είχε ιδιαίτερο βάρος. Ο συνταξιούχος αυτός αγόρασε πιστοποιητικά της Lehman για 30.000 ευρώ, τα οποία η τράπεζα είχε αγοράσει από την S&P με την σφραγίδα Α –το πιστοποιητικό ίσχυε ακόμη για τρεις μέρες προτού η Lehman κηρύξει πτώχευση. Κατά την άποψη του κατήγορου, ευθύνονται οι οίκοι –σε αντίθεση με το νομικό σύστημα των ΗΠΑ– απέναντι στους επενδυτές για τις αξιολογήσεις τους, αν οι αξιολογήσεις παρουσιάζονται στο έντυπο πώλησης σαν διαφήμιση[16].

***

11. Οι οίκοι αξιολόγησης δεν μεταρρυθμίζονται!

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση εκφράζονται σκέψεις για έναν ίδιο οίκο –λέγεται μάλιστα, ότι το τραπεζικό λόμπυ στις Βρυξέλλες έχει ήδη δραστηριοποιηθεί. Με μεγαλύτερη αυτοσυνείδηση φαίνεται να δρα η νέα οικονομική δύναμη Κίνα. Η κινεζική κεντρική τράπεζα ίδρυσε το 1994 την Dagong Global Credit Rating Company ως ιδιωτικό οίκο για τις εσωκινεζικές υποθέσεις. Ο οίκος αυτός βρίσκεται κατά 100% σε κινεζικά χέρια, σε αντίθεση με άλλους οίκους στην Ασία, οι οποίοι ανήκουν ολοκληρωτικά ή εν μέρει σε δυτικούς. Μετά την τελευταία καπιταλιστική κρίση, ο οίκος Dagong επέκτεινε τις δραστηριότητές του σε ξένα κράτη καθώς και στις πιστώσεις. Σε αντίθεση με την Moodys και την Fitch, οι οποίες εξακολουθούν να αξιολογούν τις ΗΠΑ με ΑΑΑ, ενώ η S&P με ΑΑ+, ο οίκος Dagong τις αξιολόγησε με ΑΑ.

Η κριτική που ασκείται στους οίκους αξιολόγησης αφορά συνήθως στις λαθεμένες εκτιμήσεις που κάνουν, δηλαδή στο ότι αυτές δεν αντανακλούν «πραγματικά» τους υπαρκτούς κινδύνους για τα αξιόγραφα και τα δάνεια. Η κριτική αυτή όσο σημαντική και να είναι, χάνει απ΄ το οπτικό της πεδίο το πιο σημαντικό: τον βασικά κρισιακό και κερδοσκοπικό χαρακτήρα του καπιταλισμού –επομένως και την μη προβλεψιμότητά του, δηλ. ότι η κρίση είναι συνυφασμένη με τον καπιταλισμό. Οι αντιφάσεις του καπιταλισμού, οι οποίες εκκενώνονται στις κρίσεις, δεν αρχίζουν με τα κερδοσκοπικά στοιχεία των δανείων ή κατά τα γνωστά «μη νεωτερικά χρηματιστικά παράγωγα», τα οποία κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες χάνουν την αξία τους και στη συνέχεια σπάνε ολόκληρες αλυσίδες πληρωμών. Ήδη κατά την εμπορευματική ανταλλαγή –ο διαχωρισμός αγοράς και πώλησης– εμπεριέχει την κερδοσκοπία. Ο παραγωγός δεν είναι ποτέ ασφαλής, αλλά μπορεί μόνο να ελπίζει, ότι το παραχθέν από αυτόν εμπόρευμα θα πουληθεί πραγματικά πάνω στην αγορά. Κατά τον Μαρξ, «η Πίστη επιτρέπει να κρατούν χωρισμένες την μια από την άλλη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τις πράξεις της αγοράς και της πούλησης και γι΄ αυτό χρησιμεύει σαν βάση της κερδοσκοπίας»[17]. Το δυναμικό της κρίσης είναι συνυφασμένο με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και δεν μπορεί να εξαλειφθεί με ρυθμίσεις ή να προβλεφτεί από τους οίκους αξιολόγησης. Οι οίκοι είναι μια σύγχρονη μορφή σχέσεων συνυφασμένη με την ανασφάλεια του καπιταλισμού. Μια μορφή, την οποία προώθησε η ίδια η αστική πολιτική. Το «νεωτερικό» στον καπιταλισμό, είναι, ότι όλα τα μετατρέπει σε χρήμα. Αλλά ακριβώς, στη βάση της συστημικής ανασφάλειας και των κρισιακών φαινομένων, οι πληροφορίες ποτέ δεν θα είναι πλήρως ανθεκτικές. Γι΄ αυτό και επειδή πολλές φορές έχουν κατηγορηθεί χωρίς επιτυχία, οι οίκοι αξιολόγησης επιμένουν ότι δίνουν απλά μόνο μια άποψη. Για το λόγο αυτό και κάθε προσπάθεια να κατηγορηθούν για τις εκτιμήσεις και προγνώσεις τους θα πέφτει στο κενό. Το να καθίστανται υπεύθυνοι, αυτό θα σήμαινε την κατάργησή τους. Αλλά ακόμη και τότε η επιτυχία θα ήταν μικρή επειδή οι οίκοι αξιολόγησης δεν αλλάζουν τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού. Και φυσικά δεν πρόκειται να αλλάξει επίσης τίποτα, είτε οι οίκοι είναι περισσότεροι, είτε υπάρχει ένας ή και κανένας ευρωπαϊκός οίκος αξιολόγησης.
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Handelsblatt 6.7.2010 (συνέντευξη του Deven Sharma)

[2] The McGraw Hill Companies Annual Report 2009, σ. 18

[3] Moody’s Annual Report 2009, σ. 7

[4] Στη Ευρώπη, υπεύθυνη για την αδειοδότηση των οίκων αξιολόγησης είναι η European Securities and Markets Authority (ESMA)

[5] Die Welt, 9.5.2010

[6] Financial Times Deutschland, 18.3.2010

[7] Διεθνές δίκτυο τραπεζών, πολιτικών, στρατιωτικών, αριστοκρατών, διευθυντικών στελεχών κοντσέρν και στελεχών απ΄ τα ΜΜΕ, οι οποίοι συνεδριάζουν και κρατούν τις αποφάσεις τους με άκρα μυστικότητα. Η ονομασία προέρχεται απ΄ το ξενοδοχείο Μπίλντερμπεργκ στο οποίο έγινε η πρώτη άτυπη ετήσια συνάντηση το 1954 μετά από πρόσκληση του πρίγκιπα Μπέρνχαρντ της Ολλανδίας.

[8] Handelsblatt, 6.7.2010

[9] Carl Levin, Chairman, Opening Statement, Permanent Subcommittee on Investigations, U.S.-Senate, (βλέπε: Statement of Richard Michalek), 23.4.2010

[10] ό.ε. Statement of Eric Kolchinsky
[11] Kultur der Angst, Financial Times Deutschland, 5.6.2010
[12] ό.ε. παράθεση του Carl Levin
[13] Der Spiegel, 18/2010, σ. 66
[14] Neue Zürcher Zeitung, 19.8.2010
[15] Handelsblatt, 11.6.2010
[16] Erster Anleger klagt in Deutschland gegen Ratingagentur, Frankfurter Allgemeine Zeitung, 8.6.2010
[17] Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 3ος, σ. 550, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1978
_________________

ΠΗΓΕΣ

Εποχή, ISKRA, Ριζοσπάστης, el.wikipedia.org, Das Blättchen, Die Zeit, Die Welt, Der Spiegel, Frankfurter Allgemeine Zeitung, Financial Times Deutschland, Freitag, Handelsblatt, junge Welt, jungle World, Neue Zürcher Zeitung, Neues Deutschland, Süddeutsche Zeitung, taz.die tageszeitung, WOZ, de.wikipedia.org

Δημοσιεύτηκε σε δυο μέρη στην ιστοσελίδα «Inprecor»

Μέρος Α΄,  στις 19/02/2012

Μέρος Β΄,  στις 23/02/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.