Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

FRONTEX - Η στρατιωτικοποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής

του Παναγιώτη Γαβάνα

Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ

«Φρούριο Ευρώπη». Μ΄ αυτή την έννοια διασαφηνίζεται ότι για πολλούς ανθρώπους γίνεται όλο και πιο δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να φθάσουν στην Ευρώπη και να ζήσουν εδώ. Ιδιαίτερα για τους πρόσφυγες είναι σχεδόν αδύνατο να φθάσουν ανεμπόδιστα σε μια χώρα στην οποία θα αισθάνονται ασφαλείς. Οι αιτίες που οι περισσότεροι άνθρωποι φεύγουν απ΄ τη χώρα τους σχετίζονται με τον πόλεμο, την πείνα, τις οικολογικές καταστροφές και τις άσχημες κοινωνικές συνθήκες, και ως επί το πλείστον μεταναστεύουν σ΄ έναν άλλο τόπο ή σ΄ ένα γειτονικό κράτος. Εκείνοι που πρέπει ή που θέλουν να έρθουν στην Ευρώπη, το κατορθώνουν αυτό συνήθως «παράνομα». Παρουσιαζόμενοι μ΄ αυτό το στίγμα δεν μπορούν να υπολογίζουν σχεδόν καθόλου στην παροχή προστασίας και ασφάλειας. Κατά την είσοδό τους στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), τούς μεταχειρίζονται αναξιοπρεπώς, σαν εγκληματίες και ανεπιθύμητους, μεταφέρονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και απειλούνται καθ΄ όλη τη διάρκεια της παραμονής τους με τον κίνδυνο της απέλασης. Ακόμη και οι άνθρωποι που βρίσκονται κανονικά με άδεια παραμονής στη χώρα μας για περισσότερα από δέκα χρόνια, βρίσκονται αντιμέτωποι μ΄ αυτό τον κίνδυνο. Κάποιες φορές απ΄ τη πλευρά της κυβέρνησης διατυπώνεται το επιχείρημα ότι η κατάσταση στις χώρες προέλευσης έχει στο μεταξύ βελτιωθεί, μεταξύ των άλλων και λόγω της επέμβασης των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων εκεί. Όμως είναι γνωστό ότι πρόκειται για μια θρασύτατη διαστρέβλωση των γεγονότων.

Για ανθρώπους που προέρχονται από χώρες με ένα παρόμοιο βιοτικό επίπεδο, όπως αυτό της ΕΕ, οι οποίοι έχουν ένα υψηλό μορφωτικό επίπεδο, είναι πιο εύκολο να αποκτήσουν μια βίζα, να βρουν δουλειά και να δημιουργήσουν οικογένεια. Με τις φτωχότερες αντίθετα χώρες γίνεται διαπραγμάτευση για ποσοστά, για τη λεγόμενη «κυκλική εργασία των μεταναστών». Τα ποσοστά αυτά –ανάλογα με τις ανάγκες στην αγορά εργασίας- αυξομειώνονται, έτσι ώστε έχουν τη δυνατότητα να έρθουν για εργασία άνθρωποι για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα και με περιορισμένα δικαιώματα. Η Κομισιόν και το Συμβούλιο της ΕΕ τονίζουν διαρκώς, ότι αυτή είναι μια σημαντική συνεισφορά στην πάλη ενάντια στην παράνομη μετανάστευση. Όταν οι άνθρωποι αυτοί χάσουν τη θέση εργασίας τους, η άδεια παραμονής τους έχει λήξει ή αλλάζουν τον τόπο διαμονής τους, τότε ξαφνικά μετατρέπονται σε «παράνομους». Αφού έχουν καταγραφεί προηγουμένως βιομετρικά πανευρωπαϊκά σε τράπεζες πληροφοριών, ξεκινά ενδεχομένως η καταζήτησή τους. Ο αποκλεισμός τους δεν λαμβάνει χώρα μόνο στα σύνορα, αλλά καθημερινά και παντού –και δεν αφορά μόνο σε «αλλοδαπούς» ή σε «υπηκόους τρίτων χωρών».

Το φαινόμενο των «Boat People», των διψασμένων και πεινασμένων προσφύγων και μεταναστών κατά τη θανάσιμη μετάβασή τους μέσα σε μικρές βάρκες μέσω της Μεσογείου ή του Ατλαντικού προς τις ακτές της ΕΕ, είναι στην ουσία καινούργιο και αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν πεθάνει κατά τη διάρκεια αυτών των μετακινήσεων και κάθε νεκρός είναι ντροπή και στίγμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Γιατί θεωρητικά, αν επρόκειτο για τη διάσωση αυτών των ανθρώπων, κάθε βάρκα μπορεί να εντοπιστεί πολύ εύκολα μέσω δορυφόρων. Πολιτικές δυνάμεις διάσωσης ή ψαροκάικα θα μπορούσαν να παραλάβουν αυτούς τους ανθρώπους και να τους μεταφέρουν στο αμέσως επόμενο λιμάνι –όπως απαιτεί το διεθνές δίκαιο και το ανθρώπινο καθήκον. Αν οι άνθρωποι και κυρίως αυτοί που σπεύδουν προς βοήθεια δεν ποινικοποιούνταν, τότε το φαινόμενο των μικρών ευάλωτων στη θάλασσα πλοιαρίων θα αποτελούσε παρελθόν. Όπως και κατά τη περίοδο των σχετικά ανοιχτών συνόρων, θα μπορούσαν οι μετανάστες –στο βαθμό που θα τους ήταν δυνατό- να αγοράσουν ένα εισιτήριο και να ταξιδέψουν ασφαλείς μ΄ ένα πλοίο ή με αεροπλάνο. Αντιθέτως, μέσω της ποινικοποίησης οι άνθρωποι σπρώχνονται στην αγκαλιά των εγκληματιών θέτοντας τη ζωή τους σε κίνδυνο.

Τα παρακάτω στοιχεία είναι ενδεικτικά: Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Fortress Europe, μιας ΜΚΟ στη Ρώμη, εξαιτίας των μετακινήσεων και των μέτρων απέλασης της ΕΕ, από το 1988 έως το 2007 πέθαναν 11.098 πρόσφυγες, κυρίως στη Μεσόγειο και τον Ατλαντικό, καθώς επίσης στο Αιγαίο Πέλαγος και στα χερσαία σύνορα. Τα τελευταία χρόνια οι νεκροί αυξάνονται θεαματικά. Σύμφωνα με νέα στοιχεία για το έτος 2011, ο ίδιος ο εκτελεστικός διευθυντής της Frontex, Ilkka Laitinen, φέρεται να δήλωσε στην ιστοσελίδα «euobserver» ότι το 2011 στη διάρκεια επιχειρήσεων συνοριοφύλαξης στα θαλάσσια σύνορα της ΕΕ στη Μεσόγειο, σώθηκε μόλις το 38% όσων προσφύγων και μεταναστών εντοπίστηκαν να θαλασσοπνίγονται, συνολικά 23.000 σε 247 ξεχωριστές περιπτώσεις εντοπισμού. Εδώ γίνεται λόγος για 50.000 περίπου νεκρούς πρόσφυγες κατ' έτος, μόνο στη Μεσόγειο[*], χώρια όσοι προσπαθούν να περάσουν με σαπάκια, βυθίζονται και δεν γίνονται καν αντιληπτοί απ΄ τις αρχές. Το νούμερο είναι συγκλονιστικό δεδομένου ότι μια προηγούμενη καταγραφή νεκρών μεταναστών στη Μεσόγειο για το 2011 της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), τους ανέβαζε σε κάτι παραπάνω από 1.500. [1].

Η καταστροφή που προκαλείται εδώ, λαμβάνεται ως αφορμή απ΄ την ΕΕ, ώστε να γίνει ένα είδος άσκησης για προστασία από καταστροφές, η οποία αποκρυσταλλώνεται ως μια νέα αντίληψη περί ασφάλειας για την εσωτερική τάξη του «φρούριο Ευρώπη»: Ένα κράμα στρατιωτικού ξεκαθαρίσματος και άμυνας, μεταφορά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και μιας διαρκούς αστυνομικής διαχείρισης οδήγησε έτσι στην ίδρυση του «Ευρωπαϊκού Πρακτορείου για την επιχειρησιακή Συνεργασία στα Εξωτερικά Σύνορα» (Frontex).

***

Το θέμα «μετανάστευση» έχει πολλές πλευρές. Στην ανάλυση που ακολουθεί εστιάζουμε στο ζήτημα της στρατιωτικοποίησης της μεταναστευτικής πολιτικής απ΄ την ΕΕ, συγκεκριμένα μέσω του Frontex. Τα ζητήματα στα οποία επικεντρώνεται η ανάλυση αφορούν στο ιστορικό προτσές που οδήγησε στην ίδρυση του Frontex το οποίο σχετίζεται με το καθεστώς των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, στη δομή και στα καθήκοντά τού Frontex, στα δυσδιάκριτα όρια του διεθνούς δικαίου σε σχέση με το Δίκαιο της Θάλασσας και τη σημασία που παίζει αυτό κατά τις επιχειρήσεις του Frontex, στο ένοπλο τμήμα του (RABITs), στην αυτονομία του ως εκτελεστικού οργάνου και τον ανεξέλεγκτο χαρακτήρα του, όπως επίσης και στην αναγκαιότητα μιας κριτικής η οποία θα στοχεύει στην κατάργησή του. Απ;o τα παραπάνω γίνεται νομίζουμε εμφανές ότι τα ζητήματα αυτά δεν αφορούν μόνο στο θέμα της μετανάστευσης και το πώς αυτό αντιμετωπίζεται απ΄ την ΕΕ, αλλά αυτά συνδέονται άμεσα και με την εθνική ανεξαρτησία της χώρας μας, και όπως θα φανεί απ΄ την ανάλυση, με την εκχώρηση μέρους κυριαρχικών δικαιωμάτων της σε αυτόνομα και ανεξέλεγκτα κέντρα εξουσίας.

Να επισημάνουμε ακόμη ότι τα παραπάνω ζητήματα εξετάζονται μεν σε αυτοτελείς ενότητες, αυτές όμως αλληλοδιαπλέκονται μεταξύ τους αποτελώντας ένα ενιαίο σύνολο. Τέλος, θεωρούμε αυτονόητο ότι η παρούσα ανάλυση δεν εξαντλεί το τεράστιο τούτο θέμα (πως θα μπορούσε άλλωστε;), ενώ παράλληλα ευελπιστούμε ότι θα δώσει τροφή για παραπέρα συζήτηση και προβληματισμό.

***

ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΙ FRONTEX

Προς αναζήτηση των εξωτερικών συνόρων

Θα ξεκινήσουμε με την εξέταση του ιστορικού προτσές το οποίο οδήγησε στην ιδέα και τη διαμόρφωση των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, καθώς και στην εκεί εφαρμοζόμενη πολιτικο-στρατιωτική πρακτική.

Ήδη η Συνθήκη της Ρώμης στις 25 Μαρτίου του 1957 και η Συνθήκη των χωρών Βελγίου, Ολλανδίας και Λουξεμβούργου στις 3 Φεβρουαρίου του 1958, εμπεριέχουν την ιδέα της ελευθερίας διακίνησης όχι μόνο των εμπορευμάτων, αλλά και των προσώπων. Παρόλα αυτά τις επόμενες τρεις δεκαετίες δεν έγιναν πολλά πράγματα ώστε να μετουσιωθούν αυτά στηn πράξη, κάτι που συνδεόταν άμεσα και με την αντιπαράθεση κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι τα σύνορα της Ευρώπης αυτές τις δεκαετίες είχαν τηn τάση να είναι διαπερατά. Οι πολιτικοί φυγάδες απ΄ τις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού ήταν πάντα καλοδεχούμενοι (και σε κανέναν από αυτούς τηn περίοδο εκείνη δεν αμφισβητούνταν το status του σαν πολιτικού φυγάδα), όπως επίσης καλοδεχούμενοι ήταν και οι φυγάδες πολέμου απ΄ το Βιετνάμ, λιγότερο για ουμανιστικούς και περισσότερο για ιδεολογικούς λόγους.

Ήδη το 1978 ιδρύεται η ομάδα TREVI (Terrorisme, Radicalisme, Extremisme et Violence Internationale), μια ομάδα εργασίας εκτός πλαισίου της ΕΕ, η οποία στην αρχή ασχολήθηκε με την τρομοκρατία, πολύ σύντομα όμως επικεντρώθηκε στο ζήτημα του ασύλου και της μετανάστευσης. Το 1985 αντιπρόσωποι απ΄ τη Δ. Γερμανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, υπογράφουν στο θέρετρο Σένγκεν (Λουξεμβούργο) την ομώνυμη Συνθήκη. Περιεχόμενό της ήταν κυρίως η παραίτηση απ΄ τον προσωπικό έλεγχο στα κοινά σύνορα και σε αντίθεση μ΄ αυτόν, η προστασία του νεοδημιουργημένου χώρου της Σένγκεν. Η ελευθερία κίνησης σ΄ αυτό το χώρο έπρεπε να είναι εγγυημένη μέσω μιας ενισχυμένης ασφάλειας των συνόρων προς τις λεγόμενες τρίτες χώρες, δηλαδή χώρες οι οποίες δεν είχαν υπογράψει τη Συνθήκη Σένγκεν. Η Συνθήκη αυτή ήταν η σχεδόν γέννηση των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, και απ΄ την αρχή ήδη πήγαινε χέρι-χέρι με την απώθηση της μετακίνησης των προσφύγων και των μεταναστών. Η πρακτική εφαρμογή όμως αυτής της ιδέας διήρκεσε σχεδόν μια δεκαετία. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η Συνθήκη Σένγκεν έλαβε χώρα εκτός του πλαισίου της ΕΕ, ενώ ενσωματώθηκε στην ΕΕ πρώτα με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997. Αυτό το πλαίσιο που υπογράφτηκε ήδη απ΄ τις πρώτες χώρες της Συνθήκης Σένγκεν, το οποίο προωθεί ιδιαίτερα μια αυστηρή ερμηνεία προστασίας των συνόρων και της απώθησης των μεταναστών, από δω και πέρα συμβαδίζει με την ιστορία της μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ.

Το 1986 ιδρύεται στα πλαίσια της ΕΕ η «Ad-Hoc ομάδα μετανάστευση», η οποία ασχολείται με το ζήτημα του ασύλου, την απόδοση βίζας, την ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων και τις απελάσεις, ενώ το 1989 σύμφωνα με το ντοκουμέντο της Πάλμα περί «ελεύθερης μετακίνησης προσώπων», η ομάδα αυτή ζητά μια ενιαιοποίηση για την απόδοση της βίζας, την εναρμόνιση του δικαιώματος του ασύλου και την ενίσχυση του ελέγχου των συνόρων. Το 1990 υπογράφτηκε η Συνθήκη Σένγκεν ΙΙ στην οποία καθορίστηκαν οι συγκεκριμένες διαδικασίες πρακτικής εφαρμογής απ΄ τη νομική, κυρίως όμως απ΄ την τεχνική σκοπιά. Το 1991 τίθεται σε εφαρμογή η Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία ουσιαστικά σηματοδοτεί την ίδρυση της ΕΕ. Η μεταναστευτική πολιτική ενσωματώνεται πλέον οριστικά σ΄ αυτή τη Συνθήκη, πάντα κάτω απ΄ το πρόσημο της απώθησης και της καταπολέμησης της μετανάστευσης και σε συνεννόηση με τα κράτη-μέλη. Χρονικά αυτή η εξέλιξη συμπίπτει με την ήττα του πρώιμου σοσιαλισμού και τους πολέμους στα Βαλκάνια, καθώς και την ενίσχυση της μετανάστευσης απ΄ τις χώρες εκτός Ευρώπης. Στην αρχή της δεκαετίας του 1990 ήδη πολλά εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν στο δρόμο με κατεύθυνση την Ευρώπη και η νεοϊδρυμένη ΕΕ με το σύνολο των μελών της προσπαθούσε να κλείσει τα σύνορά της.

Στη δεκαετία του 1990 τα σύνορα της Πολωνίας, τα οποία τότε ήταν εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, θωρακίζονται περισσότερο και επιτηρούνται ιδιαίτερα, κάτι που οδήγησε σε περισσότερους από 100 νεκρούς.

Το 1995 πρακτικά πλέον τίθεται σε εφαρμογή η Συνθήκη Σένγκεν στην οποία προσχώρησαν επίσης η Πορτογαλία και η Ισπανία, ενώ αργότερα, το 1997, το 2000/2001 και το 2007 προσχωρούν επίσης και άλλες χώρες. Η ιδιαίτερη σημασία η οποία προσδίδεται για την ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων διασαφηνίζεται με το ότι η αποδοχή της Συνθήκης Σένγκεν αποτελεί μια απ΄ τις πρώτες προϋποθέσεις για την είσοδο ενός κράτους στην ΕΕ. Στο εσωτερικό, οι Συνθήκες Σένγκεν οδήγησαν ταυτόχρονα σε μια επέκταση του ελέγχου πάνω στοn πληθυσμό. Πρακτικά είναι δυνατοί οι έλεγχοι των συνόρων στο εσωτερικό κάθε κράτους-μέλους απ΄ τη στιγμή που γίνονται αποδεκτές αυτές οι Συνθήκες.

Μια παραπέρα συνέπεια της Συνθήκης Σένγκεν ήταν η ίδρυση του λεγόμενου «Συστήματος Πληροφόρησης Σένγκεν», στο οποίο οι υπηρεσίες ασφάλειας και συνόρων αποθηκεύουν πληροφορίες για άτομα που καταζητούνται. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρχικά τα περισσότερα από αυτά τα άτομα ήταν μετανάστες οι οποίοι είχαν κάνει αίτηση για άδεια παραμονής. Το τελευταίο διάστημα αναπτύσσεται ένα δεύτερο Σύστημα Πληροφόρησης.

***

Από τη συνοριακή γραμμή στο συνοριακό χώρο

Από τότε που καθιερώθηκε η διαρκής επέκταση του χώρου-Σένγκεν, η ανάπτυξη της πολιτικής της ΕΕ εξελίχτηκε γρήγορα σε αποκλεισμό της απ΄ τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Μέσα σε μια δεκαετία τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ μετατοπίστηκαν κατά εκατοντάδες χιλιόμετρα προς την Ανατολή, ενώ η ασφάλειά τους έγινε κοινό καθήκον όλων των κρατών-μελών.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για την εφαρμογή στην πράξη του ελέγχου του συνοριακού καθεστώτος, βρίσκεται σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Frontex στις τέσσερις βασικές διαδρομές της μετανάστευσης προς την ΕΕ, δηλαδή τις διαδρομές μέσω των νότιων θαλάσσιων εξωτερικών συνόρων, των ανατολικών χερσαίων συνόρων, μέσω των Βαλκανίων και μέσω σημαντικών διεθνών αεροδρομίων.

Το 1996 δημιουργήθηκε η πρώτη κοινή λίστα χωρών προέλευσης για τις οποίες η βίζα ήταν υποχρεωτική για την ΕΕ, και με τη Διακήρυξη της Βαρκελώνης η ΕΕ ξεκινούσε ένα πρόγραμμα περιορισμού της μετανάστευσης στο χώρο της Μεσογείου, ακόμη κι όταν τότε τα σύνορα αρχικά θεωρούνταν ότι βρίσκονται κατά μήκος των ακτών της ΕΕ. Το 1997 τίθεται σε εφαρμογή η Συνθήκη του Δουβλίνου (που υπογράφηκε το 1990), η οποία ρυθμίζει την αρμοδιότητα των κρατών-μελών για τη διεκπεραίωση της αίτησης για άσυλο. Γενικά, το πρώτο κράτος στο οποίο εισέρχονται οι μετανάστες είναι υποχρεωμένο να διεκπεραιώσει αυτή τη διαδικασία. Για την εφαρμογή αυτής της Συνθήκης ιδρύθηκε το έτος 2000 το EURODAC, δηλαδή μια τράπεζα πληροφοριών δακτυλικών αποτυπωμάτων για όλη την ΕΕ με σκοπό να εμποδίσει τις πολλαπλές αιτήσεις για άσυλο μέσω της τυποποιημένης αποθήκευσης δακτυλικών αποτυπωμάτων των μεταναστών που έκαναν αίτηση για άσυλο. Παράλληλα ξεκινά μια έντονη ανταλλαγή υπαλλήλων μεταξύ των εθνικών υπηρεσιών παροχής ασύλου. Απ΄ την EURODAC όμως προηγείται η FADO, το 1998 (False and Authentic Documents), μια τράπεζα πληροφοριών για πλαστά ντοκουμέντα. Το 1998 ιδρύεται επίσης η «Ομάδα εργασίας υψηλής βαθμίδας για το άσυλο και τη μετανάστευση», ένα ίδρυμα το οποίο ουσιαστικά ενοποιεί όλες τις πολιτικές προσπάθειες για τη μετανάστευση στην ΕΕ. Το 1999 ακολουθεί η ίδρυση της «SCIFA» (Στρατηγική Επιτροπή για Ζητήματα Μετανάστευσης, Συνόρων και Ασύλου).

Από το 1998 ξεκινά το προτσές μετατόπισης των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ. Με το «Σχέδιο Δράσης Ιράκ» εφαρμόζεται για πρώτη φορά ο περιορισμός του ρεύματος των προσφύγων στην περιοχή προέλευσης και η ενσωμάτωση των χωρών διαμετακόμισης (εδώ κυρίως η Τουρκία και τα βαλκανικά κράτη) στην απώθηση των προσφύγων. Ακολουθούν παραπέρα σχέδια δράσης (Μαρόκο, Αλβανία, Σρι Λάνκα, Αφγανιστάν). Το 1999 με τη στάθμευση της ιταλικής αστυνομίας, της υπηρεσίας προστασίας των συνόρων και του στρατού στην Αλβανία με σκοπό την εμπόδιση της μετανάστευσης, λαμβάνει χώρα το πρώτο προηγούμενο της ασφάλειας των συνόρων εκτός του εδάφους της ΕΕ. Παρομοίως, το 1998 με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ ενσωματώνεται η Συνθήκη Σένγκεν στην ΕΕ ενώ γίνεται συμφωνία για μια βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ αστυνομίας, τελωνείων και Δικαιοσύνης σε ζητήματα μετανάστευσης και ασύλου και καταρτίζεται ένα πεντάχρονο σχέδιο για την εναρμόνιση της διαδικασίας περί ασύλου και της απώθησης της μετανάστευσης. Το 1999 αναγγέλλεται στο Τάμπερε (Φιλανδία) ο «Ευρωπαϊκός Συντονισμός για Απελάσεις» και στο επόμενο διάστημα προωθείται μια συμφωνία με πολλά κράτη εκτός ΕΕ, τα οποία αναλαμβάνουν να πάρουν πίσω τους μετανάστες. Το 2000 γίνεται συζήτηση στην Αθήνα με κράτη της βόρειας Αφρικής για την καταπολέμηση της «παράνομης» μετανάστευσης και το μεταναστευτικό μάνατζμεντ, που αποτελεί συνέχεια του προτσές της Βαρκελώνης. Σταδιακά τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ μετατοπίζονται πέρα απ΄ τη Μεσόγειο θάλασσα.

Το έτος 2003 η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την ίδρυση στρατοπέδων συγκέντρωσης για πρόσφυγες στη βόρεια Αφρική και με το Δουβλίνο ΙΙ γεννιέται ένα νομικό πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο εφαρμόζεται η επαναπροώθηση όσων έχουν κάνει αίτηση για άσυλο. Υπολογίζεται ότι σήμερα στην ΕΕ οι επαναπροωθήσεις με αεροπορικές πτήσεις οφείλονται στη Συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ.

Το έτος 2004 το πρόγραμμα της Χάγης της ΕΕ προέβλεπε μια συστηματική σύνδεση των χωρών διαμετακόμισης με την ασφάλεια των συνόρων και ένα ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας των συνόρων της ΕΕ. Για την οικοδόμηση αυτού του συστήματος δαπανήθηκαν το έτος αυτό 2.100 εκατομμύρια ευρώ.

Τέλος, στις 26 Οκτωβρίου του 2004 ψηφίζεται η διάταξη για την ίδρυση του Frontex και τον Μάιο του 2005 ο ευρωενωσιακός αυτός οργανισμός αναλαμβάνει δουλειά.

***

Η μεταβολή των εξωτερικών συνόρων

Μέχρι τώρα είδαμε ποια ιστορική εξέλιξη οδήγησε στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ και στην ίδρυση του Frontex. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε τις κεντρικές διεργασίες και πλευρές ενός επαναπροσδιορισμού της έννοιας «σύνορο». Κεντρικό ζήτημα εδώ είναι η θέση της μεταβολής του συνόρου με βάση τη γραμμική γεωγραφική του σημασία σε ένα κινητό, τεμαχισμένο συνοριακό χώρο, ένα «αποσυνοριοποιημένο σύνορο». Η τεκμηρίωση θα γίνει στη βάση μερικών παραδειγμάτων.

Ένα πρώτο, σχετικά παλιό, αλλά πάντα κεντρικό παράδειγμα, είναι το ευρωπαϊκό σύστημα της βίζας. Η διατύπωση για ένα ενιαίο σύστημα βίζας εμπεριέχεται ήδη στο ντοκουμέντο της Πάλμα το 1989, ενώ το 1996 συμφωνήθηκε για πρώτη φορά μια υποχρεωτική λίστα χωρών, οι πολίτες των οποίων χρειάζονται βίζα για να ταξιδέψουν στην ΕΕ. Με αυτό το σύστημα της βίζας συνδέονται πέρα απ΄ την ίδρυση τράπεζας πληροφοριών, κυρίως δυό ακόμη φαινόμενα μετατόπισης.

Το πρώτο φαινόμενο είναι η διεθνοποίηση των συνοριακών ελέγχων της ΕΕ. Με την υποχρέωση των επιχειρήσεων μεταφορών, ιδιαίτερα των αερογραμμών, να μην επιβιβάζεται κανείς αν δεν ισχύει η βίζα, λαμβάνει χώρα πρακτικά ένας συνοριακός έλεγχος της ΕΕ σε όλα τα αεροδρόμια και τα λιμάνια τα οποία συνδέονται άμεσα με την ΕΕ.

Το δεύτερο φαινόμενο είναι εμφανές σε σχέση με την επέκταση του συστήματος της βίζας. Κράτη που συνορεύουν με την ΕΕ τα οποία δεν θέλουν να μπουν στη λίστα με τη βίζα, πρέπει κατά κανόνα να πάρουν δυό μέτρα για να το πετύχουν. Το πρώτο είναι η υπογραφή συμφωνιών επαναπρόσληψης, το δεύτερο είναι η εισαγωγή ενός δικού τους συστήματος βίζας, συμπεριλαμβανομένου του κλεισίματος των συνόρων τους, ακόμη κι αν αυτό δεν σημαίνει ότι απαλλάσσεται κανείς απ΄ την υποχρεωτική βίζα.

Οι συμφωνίες επαναπρόσληψης συχνά δεν υπογράφονται μόνο για τους πολίτες των κρατών εκτός ΕΕ, αλλά και για τους μετανάστες που ο δρόμος τους προς την Ευρώπη τούς έχει οδηγήσει μέσω αυτών των κρατών. Μέσω αυτού του μηχανισμού η ΕΕ περιτριγυρίζεται από ένα δακτύλιο κρατών τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν ως εξής: Αφενός τα κράτη αυτά αποτελούν συχνά τα ίδια την αφετηρία της μετανάστευσης προς την ΕΕ, οι πολίτες τους όμως εξαιτίας των συμφωνιών επαναπρόσληψης μπορούν να απελαθούν σχετικά εύκολα. Αφετέρου τα κράτη εκτός ΕΕ ακολουθούν εδώ ένα ειδικό ίδιον συμφέρον. Η εξαίρεση απ΄ το σύστημα της βίζας διευκολύνει τη μετακίνηση των ανθρώπων και του εμπορίου με την ΕΕ. Περισσότερη βαρύτητα όμως αποκτά το ζήτημα, ότι αυτές οι χώρες δεν θέλουν να υπολογίζονται ως ζώνες διαμετακόμισης για τη μετανάστευση, επειδή αυτό θα σήμαινε ότι η ΕΕ θα προχωρούσε σε απελάσεις μεταναστών προς αυτές, κάτι που θα τις μετέτρεπε πρακτικά από χώρες διαμετακόμισης σε χώρες μετανάστευσης. Γι΄ αυτό τα κράτη αυτά απ΄ τη μεριά τους κλείνουν τα σύνορά τους και με τον τρόπο αυτό παρέχουν «υπηρεσίες βοηθητικής αστυνομίας» προς την ΕΕ.

Σ΄ ένα δεύτερο βήμα η ΕΕ προσπαθεί, τα κράτη τα οποία την περιτριγυρίζουν, να τα κηρύξει ως λεγόμενα ασφαλή κράτη. Αυτό σημαίνει ότι στα κράτη αυτά υπάρχει ένα σύστημα ασύλου και ότι πρέπει να υπογραφεί και να εφαρμοστεί η «Σύμβαση της Γενεύης για τους πρόσφυγες». Με τον τρόπο αυτό εκπίπτει η υποχρέωση της αναγκαιότητας διεξαγωγής μιας χρονοβόρας διαδικασίας απόκτησης ασύλου. Οι αιτούντες άσυλο και οι μετανάστες οι οποίοι θέλουν να νομιμοποιηθούν μέσω μιας αίτησης για άσυλο, μπορούν τότε να απελαθούν και πρέπει να κάνουν αίτηση ασύλου σ΄ ένα άλλο κράτος εκτός ΕΕ.

Η ρύθμιση όμως περί ασφαλών κρατών δεν συμφωνεί με τη «Συνθήκη της Γενεύης για τους πρόσφυγες». Παρόλα αυτά δεν γίνεται σχεδόν καθόλου κριτική απ΄ την UNHCR (United Nations High Commissioner for Refugees – Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Το αντίθετο, η οργάνωση αυτή συμμετέχει στο να μεταφερθεί η συζήτηση περί ασύλου στα κράτη εκτός ΕΕ. Επειδή ένα λειτουργικό σύστημα ασύλου είναι όρος για την κήρυξη ενός τρίτου κράτους σε «ασφαλές τρίτο κράτος», η ΕΕ ενδιαφέρεται να εξάγει αυτό το ιδιαίτερο σύστημα παραμονής. Αυτό συμβαίνει πάντα με την πρόφαση περί προστασίας των προσφύγων και την ενίσχυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συχνά υποστηρίζονται επί τόπου από τις ΜΚΟ οι οποίες είναι υπέρ της εισαγωγής ή της βελτίωσης ενός συστήματος ασύλου. Πρέπει όμως να είναι καθαρό ποιο είναι το ενδιαφέρον της ΕΕ: Η επιτροπεία της ευθύνης για την προστασία των προσφύγων σε κράτη εκτός ΕΕ και η εξαγωγή του ευρωπαϊκού συνοριακού συστήματος. Το ότι οι νομοθεσίες περί ασύλου, οι οποίες στην πράξη συχνά δεν έχουν καμιά επίδραση και δεν εξασφαλίζουν καμιά αποτελεσματική προστασία των προσφύγων, αυτό αγνοείται εύκολα από την ΕΕ.

Ο Frontex παίζει επίσης συχνά ένα ρόλο στο «Mediterranean Transit-Migration Dialogue» (MTM). Πρόκειται για έναν ανεπίσημο διάλογο μεταξύ αραβικών βορειοαφρικανικών και ευρωπαϊκών κρατών στον οποίο αντιπροσωπεύονται επίσης ο Frontex και η ευρωαστυνομία (EUROPOL) και αποτελείται από δυό κεντρικούς πυλώνες: την καταπολέμηση της «παράνομης» μετανάστευσης και το καναλιζάρισμα των μεταναστευτικών ρευμάτων καθώς και την καταπολέμηση των αιτιών της απόδρασης. Αυτός λοιπόν ο «Διάλογος» εξέδωσε έναν χάρτη, στον οποίο δίνονται κατά την άποψή του οι δρόμοι της μετανάστευσης μέσω της Αφρικής. Χαρακτηριστικό αυτού του χάρτη είναι ότι η Αφρική βρίσκεται στο κέντρο του, ενώ η Ευρώπη εντελώς στην άκρη. Οι δρόμοι της μετανάστευσης κόβονται μέσω της αφρικανικής ηπείρου και βοηθούν στη διαμόρφωση ενός κοινού αφρικανο-ευρωπαϊκού χώρου απειλής, στον οποίο τα συχνά αντιπαρατιθέμενα συμφέροντα που έχουν τα βορειοαφρικανικά κράτη και η ΕΕ στα ζητήματα της μεταναστευτικής πολιτικής, γίνεται προσπάθεια να απαλειφτούν.

Γενικά, ο ρόλος του Frontex μπορεί να περιγραφεί ως πολυδιάστατος. Στο CIRAM (νοούμενο ως μια μέθοδος επανεξέτασης πληροφοριών που έχουν συλλεχτεί σχετικά με τη μετανάστευση προς την Ευρώπη), ταυτοποιεί ο Frontex τις χώρες διαμετακόμισης για τη μετανάστευση, και τις πληροφορίες αυτές τις στέλνει στην Κομισιόν της ΕΕ η οποία τις χρησιμοποιεί για να καθορίσει την πολιτική της απέναντι στα τρίτα κράτη. Παραπέρα, ο Frontex εμπλέκεται ως τεχνικός πάροχος υπηρεσιών στον εξοπλισμό της μετατόπισης των συνόρων και εργάζεται με συνδέσμους-αξιωματικούς και σε κοινά γυμνάσια για την εξαγωγή των στάνταρ της ΕΕ περί προστασίας των συνόρων σε τρίτες χώρες. Ο ρόλος αυτός του Frontex εντάσσεται με τη σειρά του σε μια ενιαία πολιτική της ΕΕ απέναντι στα κράτη που συνορεύουν μ΄ αυτήν – την «European Neighbourhood Policy». Πρόκειται για τις ομάδες G5+5, συγκεκριμένα τα κράτη Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία και Αγγλία (δηλαδή η ομάδα G5) και πέντε ακόμη κράτη της Μεσογείου τα οποία συνορεύουν με την ΕΕ, και έχουν σαν στόχο μια διευρυμένη επιτήρηση στη θάλασσα.

Η διεύρυνση των συνόρων όμως, γίνεται ιδιαίτερα εμφανής κατά τις επιχειρήσεις του Frontex. Σαν παράδειγμα αναφέρουμε εδώ τη γνωστή αποστολή Hera μπροστά από τα Κανάρια νησιά, επειδή ο Frontex έκλεισε μια συμφωνία με τη Μαυριτανία και τη Σενεγάλη, η οποία του δίνει το δικαίωμα να περιπολεί στην επικράτεια αυτών των χωρών και να καταδιώκει πλοία με πρόσφυγες. Έτσι τα πολεμικά πλοία της ΕΕ διεξάγουν επιχειρήσεις μπροστά στις ακτές της Αφρικής. Το φαινόμενο που εδώ εμφανίζεται είναι ότι τα πλοία με τους πρόσφυγες εγκαταλείπουν την επικράτεια των χωρών αυτών για να πλεύσουν στα διεθνή ύδατα προς τα Κανάρια νησιά. Ο Frontex επαναφέρει μεν κάποια πλοία σύμφωνα με τις δηλώσεις του, αυξάνει όμως παραπέρα αρκετά τον κίνδυνο θανάτου για τους επιβαίνοντες στο ταξίδι τους προς την Ευρώπη.

Η επέκταση όμως του συνοριακού χώρου δεν λαμβάνει χώρα μόνο προς τα έξω, αλλά ιδιαίτερα προς τα μέσα, στο εσωτερικό των χωρών. Τούτο από μόνο του αποτελεί ένα μεγάλο θέμα προς ανάλυση. Εδώ θα θίξουμε μόνο εν συντομία κάποια ζητήματα για να δείξουμε ότι τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ παρουσιάζουν έναν αυστηρό διαχωρισμό προς τα μέσα και προς τα έξω απ΄ ό,τι το ίδιο το καθεστώς, το οποίο μαζί με τη συζήτηση περί ασφάλειας και τρομοκρατίας, επιδρά και κυριαρχεί αποσυνοριακά.

Με βάση τη Συνθήκη Σένγκεν πολλά κράτη-μέλη άρχισαν τη διεξαγωγή συνοριακών ελέγχων και στο εσωτερικό τους, για παράδειγμα στις μεγάλες οδικές αρτηρίες, στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και στις μεγάλες πόλεις. Τα σύνορα ουσιαστικά διείσδυσαν μέσα στα κράτη. Η εξέλιξη αυτή βάδιζε παράλληλα μ΄ ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον που έδειχναν τα κράτη περί βιομετρικής ταυτοποίησης. Στο Σύστημα Πληροφόρησης Σένγκεν καταχωρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό πληροφορίες για πολίτες κρατών που δεν ανήκουν στην ΕΕ, και η EURODAC αποθηκεύει τα δακτυλικά αποτυπώματα εκείνων που κάνουν αίτηση για άσυλο με βάση τη Συμφωνία του Δουβλίνου. Έρευνες για παραπέρα βιομετρικές τεχνικές (αναγνώριση ίριδας και προσώπου) λαμβάνουν χώρα, και στη συνέχεια καταχωρούνται σε έγγραφα (ντοκουμέντα). Την περίοδο που διανύουμε, η πρακτική αυτή γίνεται προσπάθεια να δικαιολογηθεί στο όνομα του κινδύνου περί τρομοκρατίας, όμως τρομοκρατία και μετανάστευση μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι. Ο Frontex απ΄ τη μεριά του συμμετέχει σε διάφορα βιομετρικά ερευνητικά προγράμματα.

Μια άλλη εξέλιξη μπορεί να περιγραφεί καλύτερα ως «σημειοποίηση» του εσωτερικού των κρατών μέσω συνόρων. Λόγος γίνεται για τα αμέτρητα στρατόπεδα συγκέντρωσης των προσφύγων, τα οποία βρίσκονται μεν στην ΕΕ, οι κάτοικοί τους όμως είναι απομονωμένοι απ΄ τον ντόπιο πληθυσμό λόγω του εγκλεισμού τους. Σχετικά με τα καταλύματα των προσφύγων έχουν γραφτεί πολλά. Αυτό που θα θέλαμε μόνο να επισημάνουμε είναι ότι σήμερα σε όλη την ΕΕ τα στρατόπεδα αυτά είναι αμέτρητα. Μαζί με τα στρατόπεδα απέλασης και τις φυλακές απέλασης, όλο το έδαφος της ΕΕ διαπερνάται από ένα δίκτυο χώρων οι οποίο μόνο ασφαλείς και ελεύθεροι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν και στους οποίους καταστρατηγούνται μια σειρά από ανθρώπινα δικαιώματα.

***

ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ FRONTEX

Μέχρι τώρα εξετάσαμε ζητήματα που αφορούν στο προτσές που οδήγησε στην ίδρυση του Frontex, καθώς και στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ –ένα θέμα καίριας σημασίας για να κατανοηθεί ο ρόλος του Frontex, στο οποίο θα επανέλθουμε κατά τη διάρκεια αυτής της ανάλυσης-, όπως επίσης και μερικές πλευρές των δραστηριοτήτων του σχετικά μ΄ αυτό το θέμα. Στην ενότητα που ακολουθεί θα σταθούμε σε ζητήματα που αφορούν στη δομή του Frontex, αλλά και σε κάποια καθήκοντά του που απορρέουν σύμφωνα με τον κανονισμό της ίδρυσής του (Αρ. 2007/2004) απ΄ το Συμβούλιο της ΕΕ.

***

Δομή και καθήκοντα του FRONTEX

Σύμφωνα με τον ιδρυτικό Κανονισμό του Frontex, κύριο καθήκον του είναι η «βελτίωση του συντονισμού της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών στον τομέα της προστασίας των εξωτερικών συνόρων των κρατών-μελών». Ταυτόχρονα όμως τονίζεται η υποστήριξη των κρατών-μελών στο καθήκον τους για την ασφάλεια των συνόρων καθώς και κατά την απέλαση των αλλοδαπών οι οποίοι δεν έχουν το δικαίωμα παραμονής σ΄ αυτές. Τον Μάιο του 2005 ο Frontex αναλαμβάνει τα καθήκοντά του και τον Σεπτέμβρη του 2007 εγκαθίσταται στη νέα έδρα του στη Βαρσοβία (Πολωνία).

Ανώτατο επιτελείο του Frontex είναι το Συμβούλιο Διοίκησης. Αυτό αποτελείται από δυό αντιπροσώπους της Κομισιόν (ΕΕ) και από έναν αντιπρόσωπο από κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ καθώς και των χωρών Ισλανδίας και Νορβηγίας οι οποίες συνδέονται με τη Συνθήκη Σένγκεν (με περιορισμένο δικαίωμα ψήφου, όπως επίσης και των χωρών Αγγλίας και Ιρλανδίας για τις οποίες δεν εφαρμόζεται ακόμη πλήρως η Συνθήκη Σένγκεν). Η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Ελβετία στις οποίες δεν εφαρμόζεται ακόμη πλήρως η Συνθήκη Σένγκεν (2008) συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου Διοίκησης με το status του παρατηρητή. Το Συμβούλιο Διοίκησης διορίζει τον εκτελεστικό διευθυντή και τον αναπληρωτή του σύμφωνα με την υπόδειξη της Κομισιόν. Στα καθήκοντά του Συμβουλίου Διοίκησης ανήκει παραπέρα ο καθορισμός του προγράμματος εργασίας το οποίο προτείνει ο εκτελεστικός διευθυντής, καθώς και οι αποφάσεις για τον προϋπολογισμό και το προσωπικό. Σε ό,τι αφορά τους αντιπροσώπους των κρατών-μελών, τις περισσότερες φορές πρόκειται για ανώτατους υπαλλήλους των εθνικών συνοριοφυλάκων.

Ο εκτελεστικός διευθυντής και ο αναπληρωτής του κατά τα καθήκοντά τους είναι εντελώς ανεξάρτητοι. Δεν επιτρέπεται ούτε να ζητούν αλλά και ούτε να αποδέχονται εντολές από κυβερνήσεις ή οποιονδήποτε άλλον. Από δω είναι εμφανής η αυτονόμηση της εκτελεστικής εξουσίας. Στον εκτελεστικό διευθυντή εναπόκειται η υπηρεσιακή επιτήρηση και η πειθαρχική εξουσία πάνω στους συνεργάτες του τού Frontex, καθώς και η ανάκριση μαζί με το Συμβούλιο Διοίκησης πάνω στον αναπληρωτή του. Η θητεία του εκτελεστικού διευθυντή και του αναπληρωτή του ανέρχεται σε πέντε χρόνια και μπορεί να παραταθεί για ακόμη τρία.

Ο προϋπολογισμός του Frontex προέρχεται από επιχορηγήσεις της ΕΕ, από χρήματα των χωρών που υπέγραψαν τη Συνθήκη Σένγκεν καθώς και από τέλη προσφοράς υπηρεσιών και εθελοντικές προσφορές. Για τον προϋπολογισμό της ΕΕ, επομένως και τις επιχορηγήσεις του Frontex, πρέπει να αποφασίσει το ευρωκοινοβούλιο. Εδώ ακριβώς περιορίζεται και ο κοινοβουλευτικός έλεγχος. Το έτος 2005 ο προϋπολογισμός του Frontex ανέρχονταν στα 6,2 εκατ. Ευρώ, το 2006 σε πάνω από 19,2 εκατ. Ευρώ, το 2007 ξεπερνούσε τα 22,2 εκατ. Ευρώ, το 2008 σε πάνω από 70 εκατ. Ευρώ με μια επιπρόσθετη επιχορήγηση 13 εκατ. Ευρώ, ενώ για τα έτη από 2009 έως 2011 ο προϋπολογισμός του ανέρχονταν περίπου στα 88 εκατ. Ευρώ για κάθε έτος.

***

Ανάλυση ρίσκου

Ο Frontex είναι επιφορτισμένος να συντάσσει ένα «κοινό ολοκληρωμένο μοντέλο ανάλυσης ρίσκου» (CIRAM). Στόχος είναι η επαρκής πληροφόρηση της ΕΕ και των κρατών-μελών της ώστε αυτές να αντιδρούν σε καταστάσεις αυξημένης «παράνομης» μετανάστευσης για να μπορούν να την εμποδίσουν. Το καθήκον αυτό το ανέλαβε το Κέντρο Ανάλυσης Ρίσκου «Risk Analysis Centre» (RAC).

Οι νέες δυνατότητες ανάλυσης που αναπτύσσονται από το Frontex έχουν σαν στόχο να προβλέψουν τις μελλοντικές μετακινήσεις των προσφύγων, δηλαδή ποιους δρόμους θα πάρουν από το εκάστοτε σημείο αφετηρίας τους, πως είναι η κατάσταση στα κράτη προέλευσης και διαμετακόμισης, σε ποια σημεία και πότε υπολογίζεται η άφιξη στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ; Αν αυτές οι πληροφορίες είναι σωστές –πάντα κατά τον Frontex- τότε θα μπορούσαν να κληθούν έγκαιρα και σε αυτά τα σημεία οι αστυνομικές δυνάμεις του εκάστοτε κράτους της ΕΕ.

***

Από την θεωρία στη πράξη

Μεγάλο βαθμό αναγνώρισης απέκτησε ο Frontex σε σχέση με επιχειρήσεις που έγιναν το 2006. Ενόψει της γνωστοποίησης για την άφιξη αλλά και το θάνατο πολλών μεταναστών οι οποίοι κινούνταν με βάρκες προς την κατεύθυνση της Ιταλίας και της Μάλτας καθώς και προς τα Κανάρια νησιά, ο Frontex παρουσιάστηκε ως μια ομάδα η οποία τέθηκε απέναντι σε μια «πλημμύρα από φυγάδες», με πολεμικά πλοία, ελικόπτερα και αεροπλάνα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι έτσι παρέχει «αλληλεγγύη» στα κράτη-μέλη.

Σαν ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε ο Frontex ήταν η ίδρυση σημείων-επαφής με τις εθνικές συνοριακές υπηρεσίες, το λεγόμενο «National Frontex Point of Contact» (NFPOC). Η επικοινωνία λαμβάνει χώρα μέσω ενός κωδικοποιημένου Mail-Service. Εκτός αυτού ο Frontex προσπαθεί να έχει σύνδεση με συνοριακές υπηρεσίες τρίτων χωρών.

Για τις επιχειρήσεις του ο Frontex στηρίζεται πέρα απ΄ το κέντρο του στη Βαρσοβία και στα λεγόμενα «FJST» (Frontex Joint Support Teams), δηλαδή κοινές ομάδες από εμπειρογνώμονες των εθνικών υπηρεσιών προστασίας συνόρων (συνοριοφύλακες). Στη βάση των προγνώσεων του κοινού ολοκληρωμένου μοντέλου ανάλυσης ρίσκου (CIRAM) τίθενται σε εφαρμογή κοινές επιχειρήσεις με τα κράτη-μέλη. Τα μέλη μιας τέτοιας ομάδας υπάγονται στον Frontex και οι κοινές επιχειρήσεις βρίσκονται κάτω απ΄ τις διαταγές του κράτους-μέλους. Οι ομάδες αυτές εμπειρογνωμόνων συμμετέχουν επίσης στην προετοιμασία επιχειρήσεων, πιλοτικών προγραμμάτων, όπως επίσης και σε μέτρα για την εκπαίδευση και επομένως σχηματίζουν την σπονδυλική στήλη του προσωπικού του τμήματος προστασίας των συνόρων του Frontex.

Πέρα απ΄ αυτά που προαναφέραμε ο Frontex δραστηριοποιείται και σε άλλα πεδία τα οποία επηρεάζουν την κατάσταση του συνοριακού καθεστώτος. Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα είναι εδώ η ίδρυση του λεγόμενου «European Patrol Networks» για την προστασία των νότιων θαλάσσιων συνόρων της ΕΕ.

Σε μια σειρά μελέτες ο Frontex σε συνεργασία με επιστήμονες και βιομηχανίες εξοπλισμού, ερεύνησε διάφορες πλευρές της τελειοποίησης μέτρων προστασίας των συνόρων. Εδώ ανήκουν η δικτύωση εθνικών τεχνολογιών παρακολούθησης, βιομετρικές τεχνολογίες ασφάλειας των συνόρων, δυνατότητες παρακολούθησης των ακτών και των λιμανιών και η χρήση μικρών τηλεκατευθυνόμενων αεροσκαφών τα οποία εντοπίζουν και παρακολουθούν τους πρόσφυγες και μετανάστες.

Ήδη μέσα στο 2007 εκδηλώθηκε από τα κράτη-μέλη της ΕΕ η ετοιμότητα να ενισχυθεί ο Frontex με 116 πλοία, 21 αεροπλάνα, 27 ελικόπτερα, 23 οχήματα, 56 θερμικές και υπέρυθρες κάμερες, 33 ανιχνευτές CO2, 8 ανιχνευτές καρδιογραφήματος και άλλο τεχνικό εξοπλισμό.

Στα τέλη του 2011 τέθηκε σε εφαρμογή ένας ακόμη κανονισμός της ΕΕ, σύμφωνα με τον οποίο ο Frontex αναλαμβάνει με δική του ευθύνη την προμήθεια εξοπλισμού όπως, πλοίων, ελικοπτέρων και μικρών τηλεκατευθυνόμενων αεροσκαφών.

Ο Frontex θεωρεί επίσης σαν ιδιαίτερα σημαντική την εκπαίδευση μονάδων προστασίας των συνόρων. Για το σκοπό αυτό ίδρυσε το «Common Core Curriculum», το οποίο συνεργάζεται με ένα δίκτυο από σχολές συνοριοφυλάκων. Ένας απ΄ τους πρώτους στόχους του ήταν η αναγνώριση πλαστών εγγράφων, τα στάνταρ για μέτρα απέλασης των μεταναστών, η αναγνώριση κλεμμένων αυτοκινήτων, η εκπαίδευση πιλότων ελικοπτέρων καθώς και μαθήματα ξένων γλωσσών.

***

Το πρόγραμμα-μαμούθ EUROSUR

Ο μηχανισμός επιτήρησης των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ χωρίς να γίνεται επέμβαση στα «τυπικά» κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών της, ενισχύεται το τελευταίο διάστημα απ΄ το «Ευρωπαϊκό Σύστημα Ελέγχου των Συνόρων» (EUROSUR). Το σύστημα αυτό το οποίο θα τεθεί σε εφαρμογή το επόμενο έτος, χρησιμεύει στην επιτήρηση των νότιων θαλάσσιων συνόρων της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένου της Μαύρης Θάλασσας) και των ανατολικών συνόρων απ΄ τη στεριά. Τεχνικά, αποτελείται από σταθμούς επιτήρησης των ακτών, από μικρά τηλεκατευθυνόμενα αεροσκάφη και δορυφόρους. Οι πληροφορίες που θα συλλέγουν θα φθάνουν κατ΄ αρχή σε 18 «εθνικά τοπικά κέντρα» μαζί με άλλες πληροφορίες που θα συλλέγονται απ΄ τους συνοριοφύλακες, το στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες. Στα τοπικά κέντρα του Frontex θα γίνεται σύγκριση με όλες τις άλλες πληροφορίες –οι οποίες θα λαμβάνονται απ΄ την υπηρεσία της ΕΕ για την επιτήρηση των ψαροκάικων, την υπηρεσία του δικτύου για την ασφάλεια της θάλασσας της ΕΕ και το κέντρο δορυφόρων της ΕΕ-, και στη συνέχεια θα συντάσσονται χάρτες για συγκεκριμένες θέσεις. Οι χάρτες αυτοί –κατά τον Frontex- θα βοηθούν ώστε να γίνονται αντιληπτές οι μετακινήσεις των προσφύγων καθώς και διάφορες μορφές οργανωμένης εγκληματικότητας κατά τη διάβαση των συνόρων, έτσι ώστε να γίνεται πιο αποτελεσματική η καταπολέμησή τους. Το πρόγραμμα EUROSUR θα κοστίσει περί τα 1,1 δις ευρώ. Οι νομικές βάσεις αναμένεται να τεθούν αυτό το έτος. Το ευρωκοινοβούλιο θα πρέπει να συμφωνήσει με τον κανονισμό αυτό, τα περιθώρια όμως να δώσει αρνητική ψήφο είναι ελάχιστα. Ως πρόσχημα για την ψήφισή του θα προβληθεί το επιχείρημα ότι το πρόγραμμα EUROSUR θα χρησιμεύσει επίσης για τη διάσωση πλοίων. Στην πραγματικότητα όμως θα πρόκειται για ταυτοποίηση και σύλληψη πλοιαρίων που μεταφέρουν πρόσφυγες αφού θα βρίσκονται ήδη στα νότια λιμάνια της Μεσογείου.

***

Συνεργασία με την EUROPOL

Επειδή ο Frontex κατανοεί τον εαυτό του ως πρακτορείο στο σημείο τομής μεταξύ συνοριοφυλάκων και μυστικών υπηρεσιών, οι πληροφορίες αυτές δεν δημοσιοποιούνται αλλά μεταβιβάζονται μόνο στις συνοριακές υπηρεσίες των κρατών-μελών και σε θεσμούς όπως για παράδειγμα στην ευρωαστυνομία (EUROPOL). Δυό λόγια γι αυτή την υπηρεσία.

Η EUROPOL μπορεί για πολλούς λόγους να ταξινομηθεί σαν μυστική υπηρεσία, η οποία δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο από καμιά ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή ή από κάποια ποινική δικονομία, και κατά κύριο λόγο είναι εξουσιοδοτημένη με τη συλλογή πληροφοριών, την κατάρτιση εγγράφων και αρχείων. Οι υπάλληλοί της απολαμβάνουν ευρεία ασυλία, μεταξύ των άλλων επειδή είναι υπεύθυνοι για «ελεγχόμενες προμήθειες» ναρκωτικών, όπλων, όπως επίσης και σε σχέση με την «παράνομη» μετανάστευση. Γι΄ αυτό οι υπάλληλοί τής EUROPOL δεν έχουν επιχειρησιακά δικαιώματα, δηλαδή δεν επιτρέπεται να κρατούν κανέναν, να τον ερευνούν ή να τον συλλαμβάνουν. Επιτρέπεται όμως να δίνουν παραπέρα πληροφορίες στις εθνικές υπηρεσίες ή να σχηματίζουν μ΄ αυτές κοινές ομάδες έρευνας και έτσι –όπως και με τον Frontex- να επηρεάζουν την εκτελεστική τους δράση. Στο πεδίο της «παράνομης» μετανάστευσης η EUROPOL συντονίζεται στενά με την EUROJAST και αποκαλύπτει τακτικά εικαζόμενες συνομωσίες και παράνομες πράξεις, κάτι που οδηγεί σε μαζικές συλλήψεις.

***

Ο FRONTEX στην Ελλάδα

Ο Frontex απ΄ την ίδρυσή του είχε μια διαρκή παρουσία στην ελληνική επικράτεια με περιπολίες στο Αιγαίο. Τον Δεκέμβρη του 2010 ψηφίζεται με συνοπτικές διαδικασίες από το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και το ΛΑΟΣ, η συμφωνία για την εγκατάσταση στην Ελλάδα του Επιχειρησιακού Γραφείου του Frontex (ΕΓF) στον Πειραιά. Πρόκειται για μια κατάπτυστη συμφωνία αντίστοιχη μ΄ αυτές που έχουν υπογραφεί για τις αμερικάνικες βάσεις. Η «Δημοκρατική Συσπείρωση για τις Λαϊκές Ελευθερίες και την Αλληλεγγύη» σε ανακοίνωσή της τόνιζε μεταξύ άλλων:

«Η συμφωνία που ψήφισαν ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑ.Ο.Σ. είναι ένα απαράδεκτο κείμενο που δίνει δικαίωμα στο επιχειρησιακό γραφείο του Frontex, που ήδη έχει εγκατασταθεί από 1η Οκτώβρη 2010 στον Πύργο του Λιμενικού Σώματος στον Πειραιά, να λειτουργεί ως κράτος εν κράτει, με τα προνόμια και τις ασυλίες που έχουν οι διπλωματικές αποστολές. Συγκεκριμένα:
  • Οι εγκαταστάσεις που παραχωρήθηκαν και μάλιστα δωρεάν, με τα χρήματα του ελληνικού λαού για τη λειτουργία των γραφείων του ΕΓF θα είναι απροσπέλαστες για τις ελληνικές αρχές και θα εξαιρούνται από οποιαδήποτε έρευνα, επίταξη, κατάσχεση και απαλλοτρίωση, ενώ τα περιουσιακά στοιχεία του, δεν θα μπορούν να δεσμευθούν παρά μόνο μετά από εξουσιοδότηση του Δικαστηρίου της ΕΕ!
  • Την αποκλειστική ευθύνη για την ασφάλεια και τη «διατήρηση της τάξης», θα έχει το ίδιο το ΕΓF, με το δικό του προσωπικό ασφάλειας, που θα μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του και να εγκαταστήσει και λειτουργεί τα δικά του συστήματα ασφάλειας. Οι ελληνικές αρχές θα έχουν αρμοδιότητα μόνο έξω από το ΕΓF και τον προαύλιο χώρο!
  • Τα πλωτά σκάφη και τα αεροπλάνα που θα χρησιμοποιεί ο Frontex θα ελλιμενίζονται και προσγειώνονται χωρίς να πληρώνουν τα σχετικά τέλη. Τα καύσιμα, λιπαντικά, ανταλλακτικά κλπ. θα απαλλάσσονται από ΦΠΑ!
  • Το ξένο προσωπικό του ΕΓF θα έχει τα προνόμια και τις ασυλίες που έχουν οι ξένες διπλωματικές αποστολές, ενώ το πρώτο 12μηνο από την εγκατάστασή τους θα μπορούν να αγοράζουν είδη οικιακής χρήσης χωρίς ΦΠΑ!
  • Οποιοδήποτε πρόβλημα προκύψει κατά την εφαρμογή της συμφωνίας δεν θα λύνεται από τα ελληνικά δικαστήρια, αλλά αρχικά θα παραπέμπεται σε κάποια ειδική επιτροπή που θα ορίζουν τα δύο μέρη (Ελλάδα και Frontex) και, σε περίπτωση αδυναμίας επίλυσής του, θα παραπέμπεται στο Δικαστήριο της ΕΕ. Δηλαδή παραχωρείται καθαρά καθεστώς ετεροδικίας στο ΕΓF και το αλλοδαπό προσωπικό του, όπως ήδη ανάλογα ισχύει με το προσωπικό των Αμερικανών και ΝΑΤΟικών φονιάδων των λαών που βρίσκονται στη χώρα μας!»[2].
Απ΄ το απόσπασμα του κειμένου που παραθέσαμε γίνεται σαφές ότι πρόκειται για μια συμφωνία η οποία δένει ακόμη περισσότερο τη χώρα μας στον ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό. Η υποτέλεια σ΄ όλο της το μεγαλείο!

***

RABITS – ΤΟ ΕΝΟΠΛΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ FRONTEX

Ο Frontex δεν είναι αστυνομική μονάδα της ΕΕ, αλλά ούτε και λιμενικό της σώμα. Ο Frontex όμως συντονίζει τα λιμενικά σώματα των νότιων κρατών της ΕΕ και ασχολείται παράλληλα με το ζήτημα, πως μπορεί να πλησιάσει κανείς το στόχο της δημιουργίας δυνάμεων ασφαλείας της ΕΕ με αστυνομικές αρμοδιότητες. Οι αστυνομικές δυνάμεις της ΕΕ προϋποθέτουν, ότι η ίδια η ΕΕ θα μετατραπεί σε ένα είδος κράτους. Για να μπορούν να ελεγχθούν αυτές, είναι αναγκαίο ένα ευρωπαϊκό δίκαιο περί τάξης και ένα ποινικό δίκαιο, τα οποία θα βρίσκονται πάνω από τις νομοθεσίες των εθνικών κρατών, και για να είναι νομιμοποιημένα, ένας λαός, ο οποίος θα ταυτίζεται περισσότερο με την ΕΕ απ΄ ό,τι με τα κράτη-μέλη της, επειδή το αστικό «κράτος δικαίου» προϋποθέτει το λιγότερο την υποταγή των πολιτών στην κρατική εξουσία και την αναγνώρισή της ως υπέρτατης εξουσίας. Μια εισαγωγή όμως τέτοιου είδους αστυνομικών δυνάμεων χωρίς τον αναγκαίο έλεγχο και τη νομιμοποίηση, θα ισοδυναμούσε με κατοχή. Τα ίδια τα κράτη θα έχαναν έτσι σε μεγάλο βαθμό σε εξουσία, αν παρέδιδαν την αρμοδιότητα σε άλλους να αποφασίζουν, ποιος, πότε, πως, επιτρέπεται να χρησιμοποιεί νόμιμα εξουσία. Το ότι θα πρέπει να υπάρχει ένα «αυτόνομο πρακτορείο ευρωπαϊκού δικαίου» όπως ο Frontex, ο οποίος καθορίζει ποιος επιτρέπεται να φέρει όπλα και το πότε επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν αυτά, αυξάνει το φόβο να χαθεί η εποπτεία τού ποιος εξασκεί ποια εξουσία στην ιδία χώρα και με ποιες αρμοδιότητες. Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί μια νομική φόρμουλα που να παρακάμπτει αυτό το πρόβλημα. Ας δούμε το πώς αυτό έγινε κατορθωτό.

Ο κανονισμός του Συμβουλίου της ΕΕ (Αρ. 863/2007) με τον οποίο τεκμηριώθηκαν νομικά οι «Ομάδες Ταχείας Συνοριακής Επέμβασης» (Rapid Border Intervention Teams, RABITs), μπορεί να κατανοηθεί ως ένα βήμα προς μια τέτοιου είδους κατοχή. Όπως δήλωσε ο ανώτατος δικαστικός επίτροπος του Frontex, Sakari Vuorensola, στη βρετανική άνω Βουλή των Λόρδων, ο κανονισμός αυτός θα «δρούσε άμεσα», θα ήταν «δεσμευτικός» και θα «αντικαθιστούσε» τον νόμο του εθνικού κράτους. «Ο κανονισμός αυτός καθορίζει ότι τα μέλη των RABITs καθώς και επισκέπτες υπάλληλοι στις κανονικές κοινές επιχειρήσεις στη βάση αυτού του κοινοτικού δικαίου, έχουν εκτελεστικές αρμοδιότητες, όλες τις εκτελεστικές αρμοδιότητες οι οποίες είναι αναγκαίες για να εφαρμοστεί ο κώδικας περί συνόρων της Συνθήκης Σένγκεν… Αυτή είναι μια σημαντική εξέλιξη στο κοινοτικό δίκαιο, το ότι έχουμε για πρώτη φορά έναν κανονισμό, ο οποίος καθορίζει ότι οι αλλοδαποί υπάλληλοι έχουν σχετικές αρμοδιότητες σε μια άλλη χώρα»[3]. Οι αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνουν το δικαίωμα να σταματούν τους ανθρώπους, να τους ελέγχουν, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες να τους ανακρίνουν και να ασκείται πάνω τους καταναγκασμός, όπως επίσης οι RABITs να φέρουν όπλα και σε συγκεκριμένες καταστάσεις να γίνεται χρήση τους, επειδή: «Τα όπλα παίζουν δυστυχώς ένα ρόλο κατά την προστασία των συνόρων»[4]. Παλιότερα οι υπάλληλοι επίσημα δεν είχαν αυτές τις αρμοδιότητες, δηλαδή, οι πρόσφυγες και μετανάστες μπορούσαν να αρνηθούν τον έλεγχο ή την ταυτοποίηση απ΄ τους συνοριοφύλακες που προέρχονται από τρίτα κράτη μέχρι να απευθύνουν οι υπάλληλοι της συγκεκριμένης χώρας αντίστοιχες απαιτήσεις προς αυτούς στη βάση του εθνικού δικαίου –στο βαθμό που ήταν ενημερωμένοι για την επικρατούσα κατάσταση περί δικαίου.

Ο κανονισμός για την ίδρυση των RABITs και τις διευρυμένες αρμοδιότητες των υπαλλήλων κατά τις κοινές επιχειρήσεις, αποφασίστηκε μέσω της «διαδικασίας της συναπόφασης». Αυτή βασίζεται πάνω σε μια πρόταση της Κομισιόν, την οποία επεξεργάστηκε το Συμβούλιο των υπουργών των Εσωτερικών και Δικαιοσύνης και στη συνέχεια κατατέθηκε στην υπεύθυνη επιτροπή του ευρωκοινοβουλίου. Αυτή συνέταξε μια έκθεση και προτάσεις για αλλαγές, η οποία τελικά ψηφίστηκε με 42 ψήφους υπέρ και 4 κατά. Με τη συμφωνία του Συμβουλίου σ΄ αυτό το κείμενο (11.07.2007) και τη δημοσίευσή της στο υπηρεσιακό φύλλο (σ.σ. κάτι αντίστοιχο με την «εφημερίδα της κυβέρνησης» για την Ελλάδα) γεννήθηκε, για να ειπωθεί έτσι, μια νέα δημόσια εξουσία.

***

Ήδη η πρόταση της Κομισιόν[5] στο σχέδιο νόμου δεν απέκρυψε την πρόθεσή της, ότι «η ρύθμιση πρέπει να είναι ενιαία, για το ποια καθήκοντα επιτρέπεται να λαμβάνουν υπόψη τους οι συνοριοφύλακες ενός κράτους-μέλους κατά την κοινή δράση τους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους-μέλους». Η πρόθεση όμως αυτή ενσωματώθηκε σε μια ρητορική περί εκτάκτου ανάγκης: Κατά «τα μη συνήθη προβλήματα σε σχέση με τον έλεγχο των εξωτερικών τους συνόρων», σε μια «μαζική ροή παράνομων μεταναστών», θα πρεπε τα κράτη-μέλη «εντός μιας χρονικής προθεσμίας» να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τις «ομάδες αντίδρασης στην κρίση» αντιστοίχως τις «ομάδες άμεσης δράσης». Η επικουρικότητα είναι εγγυημένη, επειδή θα μπορούσε να εξασφαλιστεί ένα «επαρκές επίπεδο συμφωνίας», μόνο μέσω ενός κανονισμού της ΕΕ, όχι όμως με ξεχωριστούς νόμους του κράτους. Η ρητορική αυτή εμπλουτίστηκε στα επόμενα βήματα της νομοθεσίας, χρειαζόταν όμως την παρέμβαση του ευρωκοινοβουλίου ώστε να εισαχθεί και στο κείμενο του νόμου, όπου το ευρωκοινοβούλιο πρότεινε να καταγραφεί σ΄ αυτό, ότι «η αποστολή ομάδων άμεσης δράσης με σκοπό την ασφάλεια των συνόρων, οι οποίες [ομάδες] πρέπει να παρέχουν υποστήριξη για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα […] [θα πρεπε] να επιτευχθεί και σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης»[6]. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή και συμπεριλήφθηκε στο κείμενο. Η πρόταση, να παρέχεται στα κράτη-μέλη το δικαίωμα να περιορίζουν τις αρμοδιότητες των προσκεκλημένων υπαλλήλων του Frontex, τροποποιήθηκε στην τελική διατύπωση του κειμένου μέχρι του σημείου, που οι υπάλληλοι αυτοί να υπόκεινται στους ίδιους περιορισμούς όπως και οι συνοριοφύλακες της ιδίας χώρας!

Ποιες είναι όμως αυτές οι «καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης» στις οποίες αναφέρεται ο ήδη ψηφισμένος κανονισμός; «Τέτοιου είδους καταστάσεις θα προέκυπταν, όταν ένα κράτος-μέλος βρίσκεται αντιμέτωπο με μια μαζική ροή υπηκόων τρίτου/ων κράτους/κρατών, οι οποίοι προσπαθούν να εισέλθουν παράνομα στην επικράτειά του, κάτι που απαιτεί γρήγορη δράση, και όταν η αποστολή μιας ομάδας ταχείας δράσης με σκοπό την ασφάλεια των συνόρων θα συνεισέφερε σε μια ενδεδειγμένη αντίδραση». Εκτός αυτού θα πρεπε «η αποτελεσματικότητα των κοινών επιχειρήσεων, οι οποίες συντονίζονται απ΄ το πρακτορείο [Frontex], να αυξηθεί παραπέρα, με το να εξουσιοδοτηθούν προσωρινά οι υπάλληλοι άλλων κρατών-μελών που έχουν μετατεθεί, ώστε να φέρουν σε πέρας καθήκοντα που σχετίζονται με τον έλεγχο ατόμων στα εξωτερικά σύνορα και την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων». Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα –κι αυτός ήταν επίσης ο βασικός σκοπός του κανονισμού ίδρυσης των RABITs- ότι οι υπάλληλοι τρίτων χωρών κατά την χρησιμοποίησή τους στα πλαίσια των μονάδων άμεσης δράσης, υπάγονται στο ποινικό δίκαιο της εκάστοτε χώρας στην οποία δρουν και αποκτούν τις αντίστοιχες αρμοδιότητες της επικράτειας στην οποίας δρουν.

Ο κανονισμός ίδρυσης επομένως των RABITs περιορίζει την εθνική κυριαρχία της κάθε χώρας-μελους με το να περικόπτει την εξουσία της πάνω στους δικούς της υπαλλήλους. Ναι μεν τα κράτη-μέλη πρέπει να συμφωνήσουν σε μια κοινή σύνθεση των «ομάδων δράσης σε περιόδους κρίσης», ανάκλησή τους όμως από μια επιχείρηση μπορεί να γίνει μόνο μέσω του Frontex, ενώ τα κράτη-μέλη με τη σειρά τους, έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την αποστολή τους μόνο όταν βρίσκονται «σε μια εξαιρετικά έκτακτη κατάσταση, η οποία επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό αρνητικά τη διεκπεραίωση των εθνικών στόχων». Ο Frontex το ονομάζει αυτό «Compulsory Solidarity» («υποχρεωτική αλληλεγγύη»).

Οι RABITs κατά τις επιχειρήσεις φορούν στολή και φέρουν τα περιβραχιόνια της χώρας προέλευσής τους καθώς και περιβραχιόνια με το λογότυπο της ΕΕ και αυτό του Frontex. Έχουν ακόμη το δικαίωμα πρόσβασης στις τράπεζες πληροφοριών της χώρας στην οποία δρουν, καθώς και με την παρουσία των «ιθαγενών» υπαλλήλων «να χρησιμοποιούν βία σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο δρουν, συμπεριλαμβανομένου της χρήσης υπηρεσιακών όπλων, πυρομαχικών και εξοπλισμού», σύμφωνα με τον κανονισμό. Επίσης «με σκοπό την (αυτο)άμυνα και την εν ανάγκη βοήθεια προς τους υπαλλήλους που έχουν μετατεθεί ή άλλα άτομα» επιτρέπεται να κάνουν χρήση των όπλων τους ή και άλλου είδους αντικείμενα εξοπλισμού, ενδεχομένως ακόμη και κάτω από άλλες περιστάσεις.

***

Οι RABITS στην Ελλάδα

Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα της ΕΕ η οποία με αίτηση της ελληνικής κυβέρνησης κάλεσε τις Ομάδες Ταχείας Συνοριακής Επέμβασης, οι οποίες εγκαταστάθηκαν στον Έβρο, συνολικά 175 αξιωματικοί. Αυτοί περιπολούν, ελέγχουν, ανακρίνουν τους συλληφθέντες πρόσφυγες για να διακριβώσουν την εθνικότητά τους. Στην πραγματικότητα, να πιστοποιήσουν ότι δεν προέρχονται από χώρες – εμπόλεμες ζώνες, άρα δεν δικαιούνται πολιτικού ασύλου ή κάποια άλλη μορφή διεθνούς προστασίας. Ο συλλήψεις αυτές δεν λύνουν κανένα λαϊκό ή «ανθρωπιστικό» πρόβλημα, αντίθετα τα συντηρούν, καθώς οι πρόσφυγες εγκλωβίζονται στην Ελλάδα, ελέω των σχετικών Κανονισμών της ΕΕ («Δουβλίνο») που τους απαγορεύουν να ταξιδέψουν αλλού στην ΕΕ.

***

ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΟΥ FRONTEX ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΟ «ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ»

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει σύμφωνα με τον κανονισμό του Frontex, ο εκτελεστικός διευθυντής έχει πλήρη ανεξαρτησία: Δεν επιτρέπεται «ούτε να ζητά ούτε να αποδέχεται εντολές από κυβερνήσεις ή οποιονδήποτε άλλον φορέα»[7]. Το Συμβούλιο και το ευρωκοινοβούλιο ψηφίζουν μεν από κοινού τους κανονισμούς οι οποίοι σχηματίζουν τη βάση του δικαίου του Frontex, δεν έχουν όμως καμιά άλλη αρμοδιότητα. Η ειδική επιτήρηση καθώς και αυτή σύμφωνα με το δίκαιο αποκλείεται κατηγορηματικά. Παράλληλα η συμμετοχή του ευρωκοινοβουλίου περιορίζεται απλά στην ενημέρωση που κάνει ο Frontex στο ευρωκοινοβούλιο. Ζητήματα, όπως για παράδειγμα λεπτομέρειες σχετικά με τις επιχειρήσεις των συνοριοφυλάκων στο παρελθόν, ερμηνεύτηκαν από τον Frontex ότι ήταν ανάγκη να κρατηθούν μυστικές. Η ευθύνη του ευρωκοινοβουλίου σχετικά με τον Frontex περιορίζεται επομένως στις εσωτερικές δημόσιες σχέσεις.

Ακόμη όμως κι αν ήθελε το ευρωκοινοβούλιο να ασκήσει έστω και κάποιον τυπικό έλεγχο στον Frontex δεν μπορεί, επειδή ο δεύτερος κανονισμός για τον Frontex (δηλαδή ο κανονισμός που αφορά στην ίδρυση των RABITs) έχει αλλάξει σημαντικά σε πολλά σημεία τον πρώτο κανονισμό (δηλαδή αυτόν που αφορά στην ίδρυση του Frontex) με συναπόφαση του ίδιου του ευρωκοινοβουλίου. Για να ειπωθεί διαφορετικά: Ο δημιουργός του Φράνκενστάϊν αδυνατεί να ελέγξει το κατασκεύασμά του!

Κάποιοι βλέπουν επίσης τον Frontex απλά ως έναν εκτελεστή διοικητικών καθηκόντων μιας πολιτικής που έχει αποφασιστεί κάπου αλλού. Παραβλέπουν όμως ότι ο Frontex σε καμιά περίπτωση δεν δρα απολιτικά. Πολύ περισσότερο, εδώ γεννιέται μια «γραφειοκρατική πολιτική» η οποία βασίζεται πάνω στο πως ο ίδιος ο Frontex κατανοεί τον εαυτό του.

Αν οι μηχανισμοί του κοινοβουλευτικού ελέγχου αδυνατούν να λειτουργήσουν, μπορεί να βοηθήσει τουλάχιστον το δίκαιο; Η ανεξαρτησία του Frontex σε συνδυασμό με τις ευρείες εκτελεστικές αρμοδιότητες που του έχουν δοθεί, απαιτεί σύμφωνα με το αστικό δίκαιο, το λιγότερο έναν χαρακτηριστικό δικανικό έλεγχο. Ακόμη όμως κι εδώ, σύμφωνα με την έννοια περί εφαρμοσιμότητας, εμφανίζεται μια εικόνα θλιβερή και συγκεχυμένη. Ναι μεν το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να ληφθεί υπόψη απ΄ τις ομάδες δράσης του Frontex, όπως και το εθνικό δίκαιο του κράτους στο οποίο επιχειρεί, καθώς και εκείνο της χώρας προέλευσης στο οποίο έχουν εγκατασταθεί οι υπάλληλοί του, έτσι που από πρώτη ματιά εμφανίζεται μια εικόνα ευχάριστη. Η σύνδεση όμως όλων αυτών των συστημάτων δικαίου γεννά μια συγκεχυμένη κατάσταση περί δικαίου, έτσι που για τους πρόσφυγες/μετανάστες οι οποίοι αναζητούν προστασία στο δίκαιο, η κατάσταση είναι ασαφής και επιπρόσθετα κρύβει τον διαρκή κίνδυνο της δικαιολόγησης των δραστών (Frontex) με το να γίνεται παραπομπή σε άλλους υπεύθυνους για το δίκαιο. Η γνωστή τακτική: νίπτω τας χείρας μου, υπεύθυνοι είναι άλλοι. Μέσω της συγκεχυμένης περί του δικαίου κατάστασης, δεν δυσκολεύεται μόνο ο σαφής καταλογισμός των πράξεων των υπευθύνων, μάλιστα ακόμη και ο παρεμποδισμός τους, αλλά πολύ περισσότερο, συσκοτίζονται και οι επιτρεπόμενοι οδοί νομικής προστασίας. Το κατά προτεραιότητα κριτήριο του δικαίου του κράτους που επεμβαίνει και η από δω απορρέουσα δυνατότητα αγωγής μπροστά στα δικαστήρια αυτού του κράτους, είναι εφικτό μόνο περιορισμένα λόγω των προβλημάτων που προκύπτουν εξαιτίας της άμεσης αντιστοίχησης των πράξεων. Μπροστά σε ποιο δικαστήριο μπορεί ένας παθόντας να κάνει αγωγή για προστασία ως πρόσφυγας, η βάρκα του οποίου έχει συλληφθεί από ένα ιταλικό πλοίο με ιταλικό, ισπανικό, πολωνικό ή γαλλικό πλήρωμα σε ένα σημείο της θάλασσας, το οποίο δεν μπορεί πλέον να αναπαρασταθεί και σύμφωνα με την ισχύουσα Σύμβαση με τη Λιβύη ή τη Σενεγάλη μεταφέρθηκε πίσω στη λιβυκή ή τη σενεγαλέζικη ακτή; Έδρασαν οι υπάλληλοι στη βάση της Σύμβασης ή στη βάση των κανόνων του συνοριακού κώδικα της Συνθήκης Σένγκεν; Και ποια σημασία έχουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν απ΄ την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων; Ενδεχομένως μπορεί να εξακριβωθεί ένας σχετικός τόπος όπου μπορεί να λάβει χώρα η δίκη μέσω μιας εκ των υστέρων δικανικής γνωμοδότησης, όπου οι πρόσφυγες θα μπορούσαν να ασκήσουν αγωγή. Όμως αν το άτομο που ζητά τη νομική προστασία βρισκόταν πραγματικά σε φυγή εξαιτίας καταδίωξής του, τότε η εκ των υστέρων εύρεση ενός ενδεχομένως αρμόδιου δικαστηρίου, πιθανώς να μην έχει καμιά αξία εξαιτίας του θανάτου του. Το αν ο Frontex ή οι υπηρεσίες που δρουν κάτω απ΄ το συντονισμό του, δεν υπήρξαν μέχρι σήμερα κατηγορούμενοι μπροστά σε κάποιο δικαστήριο, αυτό οφείλεται στο ότι η κατάσταση περί δικαίου δεν δίνει καμιά καθαρή εικόνα εξαιτίας της νομοθεσίας σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, και επιπρόσθετα μέχρι σήμερα δεν υπήρξε καμιά κατάλληλη μορφή διαδικασίας μπροστά στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, επειδή αυτό επιτρέπει μόνο αγωγές ενάντια σε συγκεκριμένους θεσμούς.

Για κυβερνήσεις όπως αυτή της Γερμανίας, όλα αυτά δεν αποτελούν πρόβλημα. Σε μια ερώτηση μερικών βουλευτών τον Μάιο του 2009, δόθηκε η απάντηση: «Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος μέσω του ευρωκοινοβουλίου λαμβάνει χώρα βασικά σύμφωνα με τους κανονισμούς του κοινοτικού δικαίου (…). Κατά τα άλλα τονίζεται, ότι το κέντρο βάρους του ελέγχου για τον Frontex δεν βρίσκεται στο ευρωκοινοβούλιο, αλλά στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο». Στη συγκεκριμένη ερώτηση που τέθηκε στη συνέχεια: «Ποια ελλείμματα αναγνωρίζει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατά τον εθνικό και ευρωκοινοβουλευτικό έλεγχο της εργασίας του Frontex;», η απάντηση ήταν πραγματικά: «Κανένα»[8].

Η Συνθήκη της Λισαβόνας δείχνει σε σχέση με την αντίληψη περί δικαίου μερικές πρώτες αποτιμήσεις, με το να διατυπώνεται εκεί η δυνατότητα ακυρωτικής αγωγής μπροστά στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ενάντια σε μέτρα ιδρυμάτων ή άλλων υπηρεσιών της ΕΕ με δικανική ισχύ για τρίτους. Το ερώτημα όμως σχετικά με τον Frontex παραμένει αναπάντητο: ποιος πρόσφυγας έχει τη δυνατότητα να εγείρει μια τέτοιου είδους αγωγή;

***

ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ FRONTEX

Είναι γνωστό ότι ένα μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων του Frontex λαμβάνει χώρα στη θάλασσα. Για ποιο λόγο; Για να θέσουμε το ερώτημα διαφορετικά: Γιατί ο Frontex αγαπά τόσο πολύ τη θάλασσα; Οφείλεται απλά στο γεγονός ότι ένα μέρος της μετανάστευσης κατευθύνεται μέσω της θάλασσας; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, είναι ανάγκη να ανατρέξουμε στη «Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας» -η οποία υπογράφηκε το 1982 και τέθηκε σε ισχύ το 1994-, και γενικότερα στα δυσδιάκριτα όρια του διεθνούς δικαίου. Δεν θα επιχειρήσουμε όμως εδώ μια αναλυτική τοποθέτηση, αλλά θα σταθούμε μόνο σε κάποια σημεία τα οποία κατά τη γνώμη μας βοηθούν στο να κατανοηθεί καλύτερα το θέμα που εξετάζουμε.

***

Το Δίκαιο της Θάλασσας

Σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, θαλάσσιες επιφάνειες μέσα σε κολπίσκους καθώς και μεταξύ ακτής και πλησιέστερων νησιών, ισχύουν σαν χωρικά ύδατα (ή χωρική θάλασσα ή αιγιαλίτιδα ζώνη), τα οποία περιορίζονται προς τα έξω από μια νοητή βασική γραμμή. Από αυτή τη βασική γραμμή επιτρέπεται απ΄ τη στεριά να οριστεί η παράκτιος θάλασσα το πολύ έως 12 ναυτικά μίλια (22,2 χιλιόμετρα)[9]. Στην περιοχή αυτή το παράκτιο κράτος έχει ρυθμιστικές και εκτελεστικές αρμοδιότητες, δηλαδή εδώ επιτρέπεται να δράσει και νομικά, όμως ισχύει και μια περιορισμένη κυριαρχία στο βαθμό που πρέπει να εγγυηθεί και να εξασφαλίσει επίσης την «αβλαβή διέλευση» των άλλων πλοίων. Μια διέλευση ισχύει ως αβλαβής «εφόσον δεν διαταράσσει την ειρήνη, την τάξη ή την ασφάλεια του παράκτιου κράτους»

Μέχρι τα 24 ναυτικά μίλια (44,4 χιλιόμετρα) απ΄ τη βασική γραμμή προς τη θάλασσα, το κράτος μπορεί να ορίσει μια συνορεύουσα ζώνη στην οποία επιτρέπεται να ασκεί έλεγχο ώστε να «εμποδίζει παραβίαση των τελωνειακών, δημοσιονομικών, μεταναστευτικών ή υγειονομικών του νόμων και κανονισμών στο έδαφός του ή στη χωρική του θάλασσα», έχοντας επομένως τη δυνατότητα να παρεμβαίνει κατασταλτικά. Στη ζώνη όμως αυτή δεν έχει νομοθετικές αρμοδιότητες, δηλαδή δεν μπορεί να ψηφίσει νόμους οι οποίοι θα ποινικοποιούν ή θα κανονικοποιούν πράξεις.

Μέχρι τα 200 ναυτικά μίλια (370,4 χιλιόμετρα) απ΄ τη βασική γραμμή προς τη θάλασσα, μπορεί ένα κράτος να κηρύξει μια «Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, ΑΟΖ», στην οποία μπορεί να έχει το αποκλειστικό δικαίωμα πάνω στους υπαρκτούς φυσικούς ζωντανούς και μη-ζωντανούς πόρους. Εδώ το παράκτιο κράτος έχει περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα «με σκοπό την έρευνα και εκμετάλλευση, τη διατήρηση και τη διαχείριση των ζωντανών και μη-ζωντανών φυσικών πόρων και υδάτων πάνω απ΄ το βυθό της θάλασσας, του βυθού της θάλασσας και κάτω από αυτόν, καθώς και σε ό,τι αφορά άλλες δραστηριότητες, με σκοπό την οικονομική έρευνα και εκμετάλλευση της ζώνης, όπως την παραγωγή ενέργειας απ΄ το νερό, το (θαλάσσιο) ρεύμα και τον άνεμο». Για το σκοπό αυτό επιτρέπεται επίσης να κατασκευάσει τεχνητά νησιά, όπως για παράδειγμα νησίδες γεώτρησης πετρελαίου. Τα κυριαρχικά δικαιώματα όμως εξαρτώνται απ΄ την πραγματική του διεκδίκηση.

Η τελευταία ζώνη στο εσωτερικό της οποίας τα κράτη έχουν κυριαρχικά δικαιώματα, είναι η λεγόμενη «βάση στεριάς», η οποία ανάλογα με τις ιδιομορφίες φθάνει μέχρι και τα 350 ναυτικά μίλια (648,2 χιλιόμετρα) απ΄ τη βασική γραμμή προς τη θάλασσα. Τα κυριαρχικά όμως δικαιώματα αφορούν μόνο στο θαλάσσιο βυθό και ό,τι βρίσκεται κάτω απ΄ αυτόν. Κατά τα άλλα στην περιοχή τής «βάσης στεριάς» όπως επίσης στην ΑΟΖ και στη συνορεύουσα ζώνη ισχύει αξιωματικά η ελευθερία διέλευσης της θάλασσας. Αυτό ισχύει για όλους και κανένα κράτος δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει κυριαρχία.

***

Τα σύνορα όμως των ζωνών που αναφέρθηκαν είναι δυσδιάκριτα. Αυτό αρχίζει ήδη απ΄ τη βασική γραμμή, η οποία αποτελεί τη βάση για όλους τους υπολογισμούς και σε καμιά περίπτωση δεν πηγαίνει παράλληλα με την ακτή, επειδή αυτή είναι αρκετά βραχώδης ενώ προς το πάνω μέρος δεν είναι στατική. Οι όρμοι, όπως και τα έμπροσθεν εκτεινόμενα νησιά, μπορούν να επιτρέψουν τη μέθοδο των ευθειών γραμμών και μ΄ αυτό τον τρόπο να κερδηθούν σημαντικά εδάφη. Αυτές οι βασικές γραμμές δεν επιτρέπεται εδώ «να αποκλίνουν απ΄ τη γενική κατεύθυνση της ακτής. Τα τμήματα της θάλασσας που βρίσκονται μέσα σ΄ αυτές τις γραμμές πρέπει να συνδέονται αρκετά στενά με την ξηρά, ώστε να μπορούν μέσω των εσωτερικών υδάτων να υπόκεινται στους κανονισμούς του δικαίου». Ναι μεν καθορίστηκαν κάποιες περίπλοκες μέθοδοι για τον καθορισμό τού πότε πρόκειται για έμπροσθεν εκτεινόμενα νησιά και ιδιαίτερα για έναν όρμο, στην πράξη όμως αυτές οι περίπλοκες μέθοδοι δεν εκπληρώνουν πάντα το σκοπό τους, αφήνοντας έτσι περιθώρια για ιδιοποίηση και διαπραγματεύσεις. Ούτως ή άλλως οι βασικές γραμμές και οι συνορεύουσες ζώνες διακηρύσσονται απ΄ το εκάστοτε παράκτιο κράτος με μια καταχώρηση σε «χάρτες θαλάσσης μεγάλης κλίμακας». Η αναγνώρισή τους πρέπει να αποδειχτεί στη πράξη. Αν μπορούν δυό παράκτια κράτη να διεκδικήσουν τη θάλασσα ή το θαλάσσιο βυθό της ίδιας περιοχής, τότε η πραγματική εξέλιξη των ζωνών που συνορεύουν προκύπτει απ΄ τις διμερείς σχέσεις –ή αποτελούν αφορμή μακροχρόνιων διενέξεων.

Σε ό,τι αφορά επίσης τα πραγματικά κυριαρχικά δικαιώματα στη θάλασσα, το Δίκαιο της Θάλασσας δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να ξεκαθαρίσει επακριβώς τα προβλήματα που προκύπτουν. Εδώ προκύπτουν διάφορα περιθώρια για τα κράτη να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους δικαιώματα. Σε ποιο βαθμό θα τα καταφέρουν αυτό εξαρτάται σε τελική ανάλυση απ΄ τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Στην πράξη, εξουσία και Δίκαιο της Θάλασσας αλληλοδιαπλέκονται. Επιπλέον η Μεσόγειος Θάλασσα ως συνέπεια των τρομοκρατικών χτυπημάτων της 11.09.2001, θεωρητικά μετέβηκε σε κατάσταση πολέμου. Σαν αποτέλεσμα αυτών των χτυπημάτων την περίοδο εκείνη ενεργοποιήθηκαν οι ήδη υπάρχουσες ναυτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ στη Μεσόγειο για την επιχείρηση Active Endeavour. Αυτή ξεκίνησε στις 26.10.2001 σαν μέρος του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» και εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα στην επιτήρηση της πολιτικής ναυσιπλοΐας απ΄ το πολεμικό ναυτικό των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ στη Μεσόγειο.

Σε ό,τι αφορά τον Frontex, αυτός δραστηριοποιείται κυρίως στη συνορεύουσα ζώνη. Στην πράξη τα προβλήματα που προκύπτουν για τον Frontex απ΄ τις καθορισθείσες ζώνες, φαίνεται ότι παίζουν πολύ μικρό ρόλο, ακόμη κι αν στα ύδατα της Σενεγάλης παρεμποδίζονται τα πλοία και τα αναγκάζουν να επιστρέψουν πίσω. Η Μεσόγειος αντίθετα έχει χωριστεί σε ζώνες έρευνας και διάσωσης, οι οποίες πολλή μικρή σχέση έχουν με τις νομικά καθορισθείσες ζώνες, είναι όμως σημαντικές για το ποιο κράτος θα υποδεχτεί ή θα απορρίψει τούς εκεί μετανάστες. Από τον Frontex η είσοδος σ΄ αυτές τις ζώνες εκλαμβάνεται ως παράνομη πράξη. Σε κάθε περίπτωση το πώς ο Frontex κατανοεί το δίκαιο φαίνεται ότι ανάγεται απ΄ αυτόν. Οι μεταναστεύσεις προς την ΕΕ –και μάλιστα προτού αυτές λάβουν χώρα- κηρύσσονται ως «παράνομες» και καταπολεμούνται: προληπτικά και ευρισκόμενες έξω απ΄ την επικράτεια της χώρας-μέλους της ΕΕ.

***

Τα δικαιώματα των προσφύγων ισχύουν και στην Ανοιχτή Θάλασσα!

Ένα άλλο ζήτημα που τίθεται είναι αν ισχύουν οι απαγορεύσεις απέλασης μεταναστών σύμφωνα με την Σύμβαση της Γενεύης για τους πρόσφυγες, καθώς και του δικαίου της ΕΕ για το έδαφος πέραν αυτής. Η απέλαση μεταναστών, η μεταφορά τους σε παράκτιες χώρες που δεν ανήκουν στην ΕΕ, απαγορεύεται στους συνοριοφύλακες όσο διάστημα δεν έχει λήξει η διαδικασία της διοικητικής και δικαστικής εξέτασης τής ατομικής επιθυμίας για προστασία των δυνάμει ατόμων που έχουν την ανάγκη προστασίας πάνω στο έδαφος της ΕΕ.

Οι συνοριοφύλακες των χωρών-μελών της ΕΕ κατά τη λήψη μέτρων προστασίας των συνόρων έξω από αυτά, είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν αυτούς τους κανόνες. Για μέτρα που αφορούν στη θάλασσα, αυτό ισχύει τόσο για τη ζώνη των 12 ναυτικών μιλίων, όσο και για τη συνορεύουσα ζώνη, την Ανοιχτή Θάλασσα και τα παράκτια ύδατα τρίτων χωρών.

Άτομα που έχουν την ανάγκη προστασίας και μετανάστες, που κατά τη διέλευση της θάλασσας η ζωή τους βρίσκεται σε κίνδυνο, πρέπει να τύχουν μεταχείρισης σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας. Απαγορεύεται να μεταφερθούν τα διασωθέντα άτομα σε τρίτες χώρες στις οποίες δεν είναι εγγυημένη η επαρκής προστασία τους. Αυτοί που αναζητούν προστασία έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν τη μεταφορά τους στο αμέσως επόμενο ασφαλές λιμάνι επί του ευρωπαϊκού εδάφους. Το κριτήριο της «ασφάλειας» με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας ερμηνεύεται εδώ στο φως των διατάξεων περί προσφυγικού δικαίου.

Στη βάση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και της απαγόρευσης καταστρατήγησής τους, η συνεργασία με τις υπηρεσίες τρίτων χωρών δεν οδηγεί τα όργανα προστασίας των συνόρων της ΕΕ στην απαλλαγή των καθηκόντων τους. Στο βαθμό που τρίτες χώρες συμπεριλαμβάνονται στα μέτρα επιτήρησης και προστασίας με αυτών της ΕΕ, θα πρέπει τα όργανα προστασίας των συνόρων της ΕΕ να εξασφαλίσουν, ότι οι ζητούντες προστασία και οι μετανάστες σύμφωνα με τους κανόνες περί ανθρωπίνων, προσφυγικών και θαλάσσιων δικαιωμάτων, θα μεταφερθούν σε ασφαλή τόπο στον οποίο υπάρχει εγγύηση ότι θα τηρηθεί η απαγόρευση της απέλασής τους. Το δικαίωμα αυτό δεν είναι εγγυημένο για τα αφρικανικά κράτη διέλευσης, γι΄ αυτό και πρέπει για τη διαμονή τους να προσφερθεί το έδαφος των χωρών-μελών της ΕΕ.

***

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ FRONTEX

Στην ενότητα τούτη θα εξετάσουμε την κριτική που γίνεται στον Frontex, κυρίως απ΄ το 2008, απ΄ την πλευρά των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ), ενώ στο δεύτερο μέρος θα αναπτύξουμε μια θεμελιακή/μαρξιστική κριτική σ΄ αυτό το κατασκεύασμα της ΕΕ.

***

Η κριτική των ΜΚΟ στον FRONTEX

Η κριτική των ΜΚΟ επικεντρώνεται σε τρία σημεία: Πρώτο, ο Frontex παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διεθνείς Συμβάσεις. Δεύτερο, ο Frontex δεν μπορεί να ελεγχθεί κοινοβουλευτικά και εργάζεται χωρίς διαφάνεια. Τρίτο, επομένως σαν αυτόνομη εκτελεστική εξουσία υπονομεύει τη δημοκρατία.

Το πρώτο σημείο της κριτικής είναι το περισσότερο διαδεδομένο και περιστρέφεται γύρω απ΄ το ζήτημα, τού εάν ο Frontex σέβεται την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Σύμβαση της Γενεύης για τους πρόσφυγες. Κατά την αντίληψη πολλών ΜΚΟ, οι πρακτικές του Frontex, αλλά και των συνοριοφυλάκων των χωρών-μελών της ΕΕ οι οποίοι συνεργάζονται στις επιχειρήσεις του Frontex, δεν είναι συμβατές με τους νόμους. Συγκεκριμένα, ο Frontex κατηγορείται ότι παραβιάζει τη λεγόμενη αρχή Non-Refoulement (μη επαναπροώθηση) της Σύμβασης της Γενεύης για τους πρόσφυγες, δηλαδή της απαγόρευσης επαναπροώθησης των αιτούντων για άσυλο άμεσα σε μια χώρα, στην οποία υπάρχει φόβος δίωξής τους. Οι πρόσφυγες πρέπει να περνούν τα σύνορα της ΕΕ ώστε να μπορούν να κάνουν αίτηση ασύλου. Μια τέτοιου είδους αίτηση πρέπει να εξετάζεται σε μια κανονική διαδικασία, η απόρριψη της αίτησης πρέπει να γίνεται ατομικά και γραπτώς, ενώ θα πρέπει να είναι δυνατή η υποβολή έφεσης. Αυτή η δικαστική εντολή παραβιάζεται συστηματικά στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ και ο Frontex συμμετέχει σ΄ αυτή την πρακτική. Στα ανατολικά χερσαία σύνορα της ΕΕ, είναι πλέον συνηθισμένη η πρακτική των συνοριοφυλάκων να επαναπροωθούν αμέσως ανθρώπους πέρα από τα σύνορα –παρόλη την σθεναρά εκπεφρασμένη επιθυμία τους να κάνουν αίτηση για άσυλο. Αλλά και οι επιχειρήσεις του Frontex στη Μεσόγειο και μπροστά στις ακτές της δυτικής Αφρικής, υπονομεύουν τη Σύμβαση της Γενεύης για το καθεστώς των προσφύγων. Έτσι, επανειλημμένα έχει γραφεί για το ζήτημα των περιφρονητικών προς τον άνθρωπο μεθόδων δράσης του Λιμενικού Σώματος στην Ελλάδα. Αντί να σταματήσει αυτή η παράνομη πρακτική, ο Frontex και οι κυβερνήσεις της ΕΕ στοχεύουν εκ των υστέρων στη νομιμοποίησή τους και στην παραπέρα επέκταση αυτής της πρακτικής.

Ο Frontex συμμετέχει έτσι σε μια στοχευμένη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατοχυρωμένων απ΄ το διεθνές δίκαιο. Μια επιθετική κριτική αυτού του είδους θα μπορούσε πραγματικά να «πονέσει» την ΕΕ, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή (ΕΕ) αυτοπροβάλλεται ως προστάτης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να μπορέσει να δικαιολογήσει τον εαυτό της ως παγκόσμια δύναμη. Η στρατηγική όμως αυτής της κριτικής έχει πρόβλημα: Στο περίπλοκο δίκτυο κυριαρχίας της ΕΕ δεν μπορούν να βρεθούν άμεσα υπεύθυνοι για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συχνά οι ΜΚΟ αναφέρουν ότι ο Frontex στις επιχειρήσεις έχει το καθήκον να παίζει μόνο συντονιστικό ρόλο. Την ευθύνη οι ΜΚΟ την μετατοπίζουν παραπέρα στα κράτη-μέλη, τα οποία όμως ερμηνεύουν το δίκαιο διαφορετικά. Κατά την αντίληψη του Frontex ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει άμεση προτεραιότητα και έτσι κι αλλιώς αυτός –όπως ισχυρίζεται- είναι ένας ουδέτερος θεσμός χωρίς πολιτική εντολή και χωρίς πολιτική ή νομική ευθύνη.

Η δυσκολία να κατονομαστούν συγκεκριμένοι υπεύθυνοι για τις διαπραχθείσες ή τις πιθανές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων του Frontex, μας οδηγεί στο δεύτερο σημείο της κριτικής: Ο Frontex –κατά τις ΜΚΟ- δεν είναι επαρκώς νομιμοποιημένος δημοκρατικά. Πραγματικά, ο αποφασισθείς κανονισμός για την ίδρυση του Frontex απ΄ το Συμβούλιο της ΕΕ τον Οκτώβριο του 2004, αναθέτει στον Frontex μόνο υποστηρικτικά καθήκοντα στο παρασκήνιο. Μια τέτοιου είδους τεχνική υπηρεσία δεν έχει την ανάγκη ενός χρονοβόρου κοινοβουλευτικού ελέγχου, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία των κυβερνήσεων των χωρών της ΕΕ. Νομικά, αυτή η γραμμή άμυνας μπορεί να προσβληθεί πολύ δύσκολα, γι΄ αυτό και δεν πρέπει να δοθεί σημασία στις διαβεβαιώσεις τους. Θα ήταν ανόητο να δεχτεί κανείς ότι ο Frontex στις συντονισμένες επιχειρήσεις του, δεν συνεισφέρει με συγκεκριμένες πολιτικές αντιλήψεις, όταν μάλιστα οι επιχειρήσεις αυτές χρηματοδοτούνται απ΄ τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Αυτό μπορεί να τεκμηριωθεί πολύ δύσκολα, επειδή ο Frontex είναι υπόλογος μόνο στο Συμβούλιο Διοίκησής του, δηλαδή στους κυβερνητικούς αντιπροσώπους των κρατών-μελών της ΕΕ και αυτών της Συνθήκης Σένγκεν. Ούτε το ευρωκοινοβούλιο, ούτε και τα εθνικά κοινοβούλια έχουν συγκεκριμένη γνώση για τη δράση του.

Τα παραπάνω οδηγούν στο τρίτο σημείο της κριτικής: Σαν συνέπεια της αδιαφάνειας και του ελλιπούς κοινοβουλευτικού ελέγχου, αναπτύχθηκε ο Frontex σ΄ ένα αυτόνομο εκτελεστικό όργανο και με τον τρόπο αυτό υπονόμευσε τον διαχωρισμό εξουσιών και τις δημοκρατικές αρχές. Παρόλο που ο αυξανόμενος ρόλος του Frontex σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ δεν είναι πραγματικά νομιμοποιημένος, αυτός δεν τίθεται σχεδόν καθόλου υπό αμφισβήτηση, επειδή πολλοί πολιτικοί της ΕΕ τον εφαρμόζουν. Η κριτική που γίνεται στον Frontex σαν μια αυτόνομη εκτελεστική εξουσία είναι σημαντική. Η κριτική όμως αυτή γίνεται δραστική τότε μόνο, όταν τεθεί συνολικά υπό αμφισβήτηση όλο το προτσές σύστασης και λειτουργίας της ΕΕ.

***

Η μαρξιστική κριτική

Σημειώνουμε ότι: Η κριτική των ΜΚΟ στον Frontex είναι σωστή. Ο Frontex συμμετέχει στην συστηματική παραβίαση της Σύμβασης της Γενεύης για τους πρόσφυγες, κοινοβουλευτικά είναι σχεδόν αδύνατο να ελεγχθεί και εργάζεται σε μεγάλο βαθμό χωρίς διαφάνεια. Παραπέρα, υπάρχει ο κίνδυνος να αυτονομηθεί ο Frontex πλήρως, χλευάζοντας όλες τις αρχές της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Στόχος αυτής της ΜΚΟ-κριτικής φαίνεται ότι είναι να βάλει κοινοβουλευτικά-δικαιικά χαλινάρια. Αυτό χωρίς αμφιβολία θα ήταν πρόοδος. Η ουσία όμως του προβλήματος δεν θα άλλαζε. Η αυθόρμητη δυσαρέσκεια απέναντι στον Frontex δεν γεννιέται εξαιτίας τού πόσο σαφής θα είναι ο νόμος: Ο Frontex προκαλεί διαισθητικά την απόρριψη επειδή τελειοποιεί τη στρατιωτική θωράκιση των συνόρων και με τον τρόπο αυτό ωθεί όλο και περισσότερους ανθρώπους στο θάνατο. Επειδή βρίσκεται επί το έργον με βίαιες απομακρύνσεις προσφύγων, τις οποίες θέλει να κάνει ακόμη πιο αποτελεσματικές. Και επειδή συμβάλλει στην οικοδόμηση του αστικού κράτους-επιτηρητή στηριζόμενος βιομετρικά, ψηφιακά και δορυφορικά. Ακόμη κι αν ο Frontex σεβόταν τη Σύμβαση της Γενεύης, ακόμη κι αν ήταν διαφανής και ελεγχόταν κοινοβουλευτικά –όσο διάστημα εκπληρώνει τα καθήκοντά του, μοιάζει με ένα φιλικό προς το περιβάλλον τεθωρακισμένο: εκπέμπει λιγότερα καυσαέρια, αλλά είναι έτοιμος να χρησιμοποιηθεί για πόλεμο και δολοφονίες. Περίφραξη, απελάσεις, επιτήρηση, αυτή είναι η εξουσιοδότηση ύπαρξης του Frontex. Αν αυτοί οι πολιτικοί στόχοι δεν τεθούν σε ριζική αμφισβήτηση, τότε το όπλο της κριτικής δεν βρίσκει το στόχο του.

Επιπρόσθετα: Η ίδρυση του Frontex αποφασίστηκε κανονικά σε μια διαδικασία με βάση το δίκαιο. Τα κτηνώδη καθήκοντά του είναι νόμιμα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Τα κυρίαρχα εθνικά κράτη έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος επιτρέπεται να εισέρχεται στην επικράτειά τους, ποιος θα μείνει εκεί και ποιος όχι. Επιτρέπεται να ελέγχουν τα σύνορά τους, ακόμη και με τη βία. Το να ρωτά κανείς κατά πόσο τα κράτη έχουν το δικαίωμα να συμπεριφέρονται έτσι, είναι σαν να ρωτά εάν ο καπιταλιστής έχει το δικαίωμα να απομυζά κέρδος.

Επομένως, μια κριτική η οποία προσανατολίζεται κυρίως στο γράμμα των νόμων του κράτους-έθνους, αδυνατεί να δει τα θεμέλια του θανατηφόρου συνοριακού καθεστώτος της ΕΕ. Η κριτική αυτή παραμένει αναγκαστικά επιφανειακή. Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων απ΄ τον Frontex πρέπει να αποκαλύπτονται και ο ελλιπής κοινοβουλευτικός έλεγχος πρέπει να καυτηριάζεται ώστε να αποφεύγονται οι χειρότερες επιπτώσεις των επιχειρήσεων του Frontex. Η κριτική όμως αυτή δεν πρέπει να προσανατολίζεται αποκλειστικά στις συνέπειες του συνοριακού καθεστώτος της ΕΕ. Αν αποδέχεται το εθνικό-κρατικό πλαίσιο της συνοριακής και μεταναστευτικής πολιτικής χωρίς να το αναλύει κριτικά, διατρέχει τον κίνδυνο να ενισχύει και να νομιμοποιεί το σχέδιο, το οποίο προκαλεί αναγκαστικά τον αποκλεισμό των μεταναστών στη βάση της υπηκοότητας. Η ενσωμάτωση της κριτικής σύμφωνα με την αστική αντίληψη περί κοινωνίας των πολιτών και η δραστηριοποίηση των ΜΚΟ, είναι μια συνειδητή κυβερνητική πρακτική, η οποία μάλιστα περιγράφεται και στη Λευκή Βίβλο «Ευρωπαϊκή Κυβερνητικότητα» (2001) της Κομισιόν. Κυρίως οι ΜΚΟ, στηλίτευσαν την ελλιπή προστασία των προσφύγων στα πλησιέστερα προς την ΕΕ κράτη προετοιμάζοντας το δρόμο για τα συστήματα ασύλου σ΄ αυτές τις χώρες. Αν αυτό ειδωθεί απ΄ τη σκοπιά της προστασίας του ασύλου, τότε θα πρέπει να χαιρετιστεί. Ταυτόχρονα όμως επιταχύνθηκε η μεταβολή των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ. Η κριτική στον Frontex δεν πρέπει να ξεχνά αυτή τη διττότητα.

***

Είναι επομένως ανάγκη να αναπτυχθεί μια κριτική στον Frontex, η οποία θα κατευθύνεται άμεσα ενάντια στους πολιτικούς στόχους του και τις δομικές τους αιτίες. Μια τέτοιου είδους θεμελιακή κριτική έχει δυό σημεία αφετηρίας: Πρώτο, τη γνώση ότι είναι ανεπίτρεπτο να πεθαίνουν κάθε χρόνο χιλιάδες πρόσφυγες και εργάτες στα σύνορα των χωρών-μελών της ΕΕ (και όχι μόνο). Είναι ανεπίτρεπτο οι αξιωματικοί του Frontex να εμποδίζουν την είσοδο ανθρώπων στα σύνορα εξαιτίας της υπηκοότητας που έτυχε να έχουν, τού ότι οι αστυνομικοί τούς κρατούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και φυλακές απέλασης, τού ότι οι δικαστές τούς ταπεινώνουν σε γραφειοκρατικές δίκες και ότι τούς απομακρύνουν βίαια οι γραφειοκράτες του Frontex που κατοικοεδρεύουν στη Βαρσοβία. Αυτή η ηθική γνώση προκύπτει ακόμη κι απ΄ την λίγο ριζοσπαστική «Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του ΟΗΕ»: «Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα. Είναι προικισμένοι με λογική και συνείδηση, και οφείλουν να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με πνεύμα αδελφοσύνης». Έτσι αρχίζει το πρώτο άρθρο. Αν όμως λάβει κανείς στα σοβαρά υπόψη αυτό το κανονιστικό κατευθυντήριο νήμα, τότε θα καταλήξει σε πολιτικές θέσεις οι οποίες συχνά δυσφημούνται σαν ουτοπικές ή εξτρεμιστικές: Την απόρριψη όλων των ελέγχων για τη μετανάστευση, την απόρριψη των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των φυλακών απέλασης και των απελάσεων. Την θεμελιακή απόρριψη μιας πραγματικότητας στην οποία οι άνθρωποι έχουν διαφορετικά δικαιώματα, αποκλειστικά και μόνο λόγω του ότι έτυχε να γεννηθούν σ΄ έναν τόπο ή εξαιτίας του διαβατηρίου τους. Αυτό οδηγεί στην υποστήριξη για ένα καθολικό δικαίωμα με ελευθερία κίνησης σ΄ όλο τον πλανήτη και ίδια δικαιώματα για όλους τους ανθρώπους –παντού.

Μια ριζοσπαστική κριτική όμως στον Frontex δεν επιτρέπεται να σταματά εδώ. Η κριτική αυτή πρέπει να βγαίνει έξω απ΄ τα πλαίσια μιας συνεπούς ηθικής, όπως την κατανοούσε ήδη ο Μαρξ: Σαν μια συνάφεια και αλληλεπίδραση, όπου θα εξετάζονται οι ιστορικές, πολιτικές και οικονομικές δομές και προτσές, στις/στα οποίες/α μπορούν να γεννηθούν μηχανισμοί του κράτους όπως ο Frontex. Μ΄ αυτό τον τρόπο η κριτική θα πρέπει να απαντά στο θεμελιώδες ερώτημα: Ποιον ωφελεί; Πρέπει να δείχνει με ποια πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, με ποιες σχέσεις εξουσίας και κυριαρχίας είναι συνδεδεμένος ο Frontex. Μια τέτοιου είδους ανάλυση όπως αυτή, κάνει καθαρό, ότι αυτό το κατασκεύασμα της ΕΕ είναι μέρος ενός «κρατικού προγράμματος», το οποίο θέλει η ΕΕ να καθιερώσει σαν περιφερειακή ηγεμονική και παγκόσμια δύναμη. Εδώ ανήκει επίσης το ζήτημα της έντασης της κρατικής κυριαρχίας πάνω στην κινητικότητα των εργατών και των οικογενειών τους (με ή χωρίς ευρωδιαβατήριο). Σύμφωνα με τη λογική του κεφαλαίου, πρέπει να περιοριστεί η έντονη κινητικότητα των «μη ωφέλιμων», ενώ η κινητικότητα των «ωφέλιμων» να γίνει ευέλικτη και «διαχειρίσιμη», ώστε να παραμείνει σταθερό και κερδοφόρο το προτσές αξιοποίησης του κεφαλαίου. Ο Frontex είναι αφενός έκφραση των βασικών «μορφών κοινωνικοποίησης» (δηλαδή των εθνικών-κυρίαρχων κρατών, της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, του ρατσισμού) και αφετέρου μέρος ενός προγράμματος με το οποίο συγκεκριμένοι δράστες ασκούν υπερεθνική πληθυσμιακή πολιτική προς το συμφέρον των οικονομικά και εθνικά προνομιούχων ταξικών ομάδων των βιομηχανικών χωρών, για να προστατέψουν την πλεονεκτική γι΄ αυτούς παγκόσμια καπιταλιστική τάξη πραγμάτων.

Ο Frontex προωθεί κατ΄ εντολή της ΕΕ, αλλά και στη βάση τού πως κατανοεί τον εαυτό του, μια πολιτική η οποία αρνείται την ύπαρξη των ανθρώπων –προσφύγων, μεταναστών- ως ανθρώπων. Εκατομμύρια εργάτες και πρόσφυγες ισχύουν γι΄ αυτόν σαν ένα τεχνικό πρόβλημα το οποίο απαιτεί τεχνική λύση. Η κριτική στον Frontex θα πρέπει να κατανοεί αυτόν (Frontex) ως την σημερινή έκφραση της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, ενώ οφείλει να τάσσεται αποφασιστικά υπέρ των προσφύγων και των μεταναστών. Μόνο μια τέτοιου είδους κριτική μπορεί να έχει δραστικότητα ενάντια στις σχέσεις εκμετάλλευσης, οι οποίες γεννούν την εξαθλίωση, το μαζικό θάνατο, τη φυγή. Μέσω μιας τέτοιας κριτικής είναι δυνατό να ξεπερνιέται ο ίδιος «μεθοδολογικός εθνικισμός» ανοίγοντας έτσι τον ορίζοντα για μια ισότιμη πολιτική συνεργασία η οποία θα βλέπει πέρα από το κράτος. Μόνο μια τέτοια οξεία κριτική κάνει δυνατή την ανάπτυξη μιας πολιτικής, η οποία θεωρεί τον έλεγχο της μετανάστευσης και του πληθυσμού ως παράνομο και προσπαθεί να τον υπερβεί. «Ο Frontex πρέπει να καταργηθεί!» -το αίτημα αυτό πρέπει να αποτελεί μέρος μιας τέτοιου είδους πολιτικής.

***

[*] Συμπλήρωση: Μετά από πολλές διασταυρώσεις στοιχείων τα οποία συλλέξαμε, πρέπει να γίνει μια διόρθωση -και όχι μόνο για λόγους δεοντολογίας. Ο αριθμός των 50.000 νεκρών μεταναστών κατ΄ έτος που δώσαμε στην αρχή του κειμένου, δεν ευσταθεί. Μια από τις οργανώσεις για παράδειγμα, η Fortress Europe, τους υπολογίζει περίπου σε 19.000 από το 1988 έως τα τέλη του 2012. Ανάλογα είναι και τα στοιχεία άλλων οργανώσεων. Βέβαια επίσημος απολογισμός δεν υπάρχει και ούτε πρόκειται να υπάρξει. Όμως, όπως τονίσαμε, ακόμη κι ένας νεκρός, αποτελεί ντροπή και στίγμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό.
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 26.10.2012

[2] Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 21.12.2010

[3] House of Lords: FRONTEX – the EU external borders agency, 9th Report of Session 2007-08, HL-Paper 60.

[4] ό.έ. το δεύτερο τσιτάτο ανήκει στον Andrew Mallia, ταγματάρχη των ενόπλων δυνάμεων της Μάλτας.

[5] ΚΟΜ (2006) 401 endgültig

[6] Amendments by Parliament to the Commission proposal for a Regulation of the European Parliament and of the Council establishing a mechanism for the creation of Rapid Border Intervention Teams and amending Council Regulation (EC) No 2007/2004 as regards that mechanism and regulating the powers and tasks of guest officers.

[7] Άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004

[8] Απάντηση της γερμανικής κυβέρνησης σε ερώτηση των βουλευτών Florian Toncar, Hartfried Wolff (Rems-Murr), Δρ. Daniel Volk, άλλων βουλευτών και της κοινοβουλευτικής ομάδας του FDPDrucksache 16/12931 – zur Arbeit der Grenzschutzagentur FRONTEX, Drucksache 16/13117 στις 25.05.2009.

[9] Το ένα ναυτικό μίλι είναι ίσο με 1.852 μέτρα
_________________

ΠΗΓΕΣ

Δίκαιο – Νομοθεσία

- ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, 10.12.1948

- ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΕΥΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, 28.4.1951

- ΣΥΝΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ [Συνθήκη του Μάαστριχτ], Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 191 της 29ης Ιουλίου 1992

- ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Επικαιροποιημένος κατάλογος Σένγκεν για τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων, την επιστροφή και την επανεισδοχή, 19.03.2009

- ΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ, 01.06.2010

- ΥΠΑΤΗ ΑΡΜΟΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΗΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, Διάσωση στη θάλασσα, Αποτροπή και Λαθρεπιβάτες, Επιλεγμένα κείμενα αναφοράς, Αθήνα, 2009

- ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 343/2003 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 18ης Φεβρουαρίου 2003 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας [Δουβλίνο ΙΙ]

- ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Οκτωβρίου 2004 σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE L 349 της 25.11.2004, σ. 1)

- ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Απριλίου 2005 όσον αφορά τον καθορισμό της έδρας του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2005/358/ΕΚ)

- ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1168/2011 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 25ης Οκτωβρίου 2011 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

- ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 863/2007 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 11ης Ιουλίου 2007 για τη θέσπιση μηχανισμού σύστασης ομάδων ταχείας επέμβασης στα σύνορα και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου όσον αφορά τον εν λόγω μηχανισμό και για τη ρύθμιση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων των προσκεκλημένων υπαλλήλων

- ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ: Έκθεση για την αξιολόγηση και τη μελλοντική ανάπτυξη του οργανισμού FRONTEX, COM (2008) 67 τελικό, 13.2.2008

***

- SEERECHTSÜBEREINKOMMEN DER VEREINTEN NATIONEN, 10.12.1982

- SCHENGEN-BESITZSTAND gemäß Artikel 1 Absatz 2 des Beschlusses 1999/435/EG des Rates vom 20. Mai 1999, Amtsblatt der Europäischen Gemeinschaften

- Übereinkommen über die Bestimmung des zuständigen Staates für die Prüfung eines in einem Mitgliedstaat der Europäischen Gemeinschaften gestellten Asylantrags - Dubliner Übereinkommen, Amtsblatt Nr. C 254 vom 19/08/1997 S. 0001 – 0012

- VERORDNUNG (EG) Nr. 539/2001 DES RATES vom 15. März 2001 zur Aufstellung der Liste der Drittländer, deren Staatsangehörige beim Überschreiten der Außengrenzen im Besitz eines Visums sein müssen, sowie der Liste der Drittländer, deren Staatsangehörige von dieser Visumpflicht befreit sind

- VERORDNUNG (EG) Nr. 562/2006 DES EUROPÄISCHEN PARLAMENTS UND DES RATES vom 15. März 2006 über einen Gemeinschaftskodex für das Überschreiten der Grenzen durch Personen (Schengener Grenzkodex)

- BESCHLUSS DES RATES vom 26. April 2010 zur Ergänzung des Schengener Grenzkodex hinsichtlich der Überwachung der Seeaußengrenzen im Rahmen der von der Europäischen Agentur für die operative Zusammenarbeit an den Außengrenzen der Mitgliedstaaten der Europäischen Union koordinierten operativen Zusammenarbeit (2010/252/EU)

- VERORDNUNG (EG) Nr. 2725/2000 DES RATES vom 11. Dezember 2000 über die Einrichtung von «EURODAC» für den Vergleich von Fingerabdrücken zum Zwecke der effektiven Anwendung des Dubliner Übereinkommens

- VERORDNUNG (EG) Nr. 407/2002 DES RATES vom 28. Februar 2002 zur Festlegung von Durchführungsbestimmungen zur Verordnung (EG) Nr. 2725/2000 über die Einrichtung von «EURODAC» für den Vergleich von Fingerabdrücken zum Zwecke der effektiven Anwendung des Dubliner Übereinkommens

- BESCHLUSS DES RATES DER EU vom 6. April 2009  zur Errichtung des Europäischen Polizeiamts (EUROPOL) (2009/371/JI)

- AKT Nr. 1/99 DER GEMEINSAMEN KONTROLLINSTANZ VON EUROPOL vom 22. April 1999 zur Festlegung ihrer Geschäftsordnung (1999/C 149/01)

- VERORDNUNG (EG) Nr. 2252/2004 DES RATES vom 13. Dezember 2004 über Normen für Sicherheitsmerkmale und biometrische Daten in von den Mitgliedstaaten ausgestellten Pässen und Reisedokumenten

- DEUTSCHER BUNDESTAG, Drucksache 16/5019, Antwort der Bundesregierung auf die Kleine Anfrage der Abgeordneten Hartfrid Wolff (Rems-Murr), Gisela Piltz, Jens Ackermann, weiterer Abgeordneter und der Fraktion der FDP, Drucksache 16/4902, 13. 04. 2007

***

Βιβλία – Μπροσούρες – Εφημερίδες

- Δαμπάλη, Σ., Η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στο Δίκαιο της Θάλασσας μέσα από την κρίση διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων, Διπλωματική Εργασία, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2008

- Human Rights Watch, Η ΕΕ «λερώνει» τα χέρια της. Εμπλοκή του FRONTEX σε περιπτώσεις κακομεταχείρισης κρατουμένων μεταναστών στην Ελλάδα

- Κυβέρνηση – ΕΕ: Ομάδες ταχείας επέμβασης για τους μετανάστες, Ριζοσπάστης, 26.10.2010

- Δημοκρατική Συσπείρωση για τις Λαϊκές Ελευθερίες και την Αλληλεγγύη, Να αποσυρθεί τώρα η συμφωνία εγκατάστασης του Frontex, Ριζοσπάστης, 21.12.2010

- Πρόσφυγες – Μετανάστες. Πνίγονται κατά χιλιάδες στη Μεσόγειο, Ριζοσπάστης, 26.10.2012

***

- IMI, Aufgaben und Strukturen der Europäischen Agentur für die operative Zusammenarbeit an den Außengrenzen, 2008

- IMI, FRONTEX – Widersprüche im erweiterten Grenzraum, 2009

- Pro Asyl, Über die Situation von Flüchtlingen in der Ägäis und die Praktiken der griechischen Küstenwache, 2007

- Pro Asyl, Neue Recherchen und Dokumente zur Situation von Schutzsuchenden in Griechenland, 2008

- Pro Asyl, Europäische Außengrenzen. Stoppt das Sterben, 2008

- Pro Asyl, Mit Menschenrechte darf man nicht spielen, 2009

- Pro Asyl, Mit Diskriminierung macht man keinen Staat, 2010

- Pro Asyl, Europas Außengrenzen. Mauern verletzen Flüchtlingsrechte, 2011

- Pro Asyl, Flucht ist kein Verbrechen, 2012

- Europa macht dicht, Ossietzky Nr. 10/2012, 12.05.2012

- Ausgrenzung nimmt zu, junge Welt, 27.12.2010

- Das Schengen-Regime stürzen!, junge Welt, 24.09.2011

- Drohnen entern EU-Luftraum, junge Welt, 10.09.2012

- Perfekte Abschottung, junge Welt, 24.10.2012

- Dürre bedroht 10 Millionen Afrikaner, Neues Deutschland, 13.07.2011

- Magna Charta des Flüchtlingsrechts, Neues Deutschland, 28.07.2011

- Lässt sich Migration regulieren?, Neues Deutschland, 17.10.2011

- FRONTEX unter Verdacht, Neues Deutschland, 27.07.2012

- Die «Kriminellen»: «Ausländer raus» als herrschende Politik in Europa, WOZ, 21.10 2010

Δημοσιεύτηκε σε τρία μέρη στην ιστοσελίδα «Inprecor»

Μέρος Α΄, στις 19/11/2012
Μέρος Β΄, στις 22/11/2012
Μέρος Γ΄, στις 26/11/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.