Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Η πτώση του Ντιεν Μπιεν Φου (Βιετνάμ 1954)



Εφέτος στις 7 Μαΐου συμπληρώνονται 60 χρόνια από τη νίκη του βιετναμέζικου λαού πάνω στον γαλλικό ιμπεριαλισμό. Το κείμενο που ακολουθεί, γραμμένο από τον Gerhard Feldbauer, γερμανό ιστορικό και δημοσιογράφο, ο οποίος εργάστηκε για πολλά χρόνια στην Ιταλία και την Ινδοκίνα ως ανταποκριτής εξωτερικού, αναφέρεται στην τελευταία σκληρή μάχη που δόθηκε και κερδήθηκε από τους Βιετναμέζους στο εξοπλισμένο σαν αστακό φρούριο Ντιεν Μπιεν Φου. Πρόκειται για μια ιστορική νίκη μεγάλων διαστάσεων, που έθεσε τέλος στη γαλλική αποικιοκρατία στο Βιετνάμ, ενώ παράλληλα αποτελεί φωτεινό παράδειγμα για όλους τους λαούς στην πάλη τους ενάντια στον ιμπεριαλισμό, δείχνοντάς τους καθαρά ότι το αιματοβαμμένο κτήνος δεν είναι αήττητο. 

του Gerhard Feldbauer

Η πτώση του φρουρίου Ντιεν Μπιεν Φου στις 7 Μαΐου 1954 επισφράγισε την ήττα σ΄ έναν αποικιακό πόλεμο που διήρκεσε οκτώ χρόνια, τον οποίο ξεκίνησε η Γαλλία το φθινόπωρο του 1946 για να εκμηδενίσει τη Λαϊκή Δημοκρατία Βιετνάμ, η οποία προκηρύχτηκε με τη νίκη της επανάστασης του Αυγούστου και να επανεγκαθιδρύσει το αποικιακό καθεστώς της, αυτό τού 1884. Η διακήρυξη της ανεξαρτησίας την οποία διάβασε ο Χο Τσι Μινχ στις 2 Σεπτεμβρίου 1945 στο Ανόι, στο πρώην παλάτι του κυβερνήτη, μπροστά σε μισό εκατομμύριο κατοίκους, τέλειωνε με τις λέξεις: «Ο βιετναμέζικος λαός είναι αποφασισμένος να κινητοποιήσει όλες τις πνευματικές και υλικές του δυνάμεις, να θυσιάσει τη ζωή και την περιουσία του για να υπερασπιστεί το δικαίωμα στην ελευθερία και την ανεξαρτησία του». Οι λέξεις αυτές τα επόμενα χρόνια παρακίνησαν πραγματικά τη μεγάλη πλειοψηφία των Βιετναμέζων να υπερασπιστούν την εθνική τους αυτονομία από σε μια νέα εισβολή των αποικιοκρατών.

Μετά από επιδρομές στο νότιο Βιετνάμ, το Παρίσι, στις 23 Νοεμβρίου 1946, προκάλεσε ένοπλες συγκρούσεις στην Χαιφόγκ και απαίτησε την αποχώρηση του Λαϊκού Στρατού από την παραλιακή πόλη. Όταν η Λαϊκή Δημοκρατία Βιετνάμ απέρριψε την αξίωση, το γαλλικό πυροβολικό κανονιοβόλησε την Χαιφόγκ. Κατά τους κανονιοβολισμούς σκοτώθηκαν περίπου 6.000 πολίτες. Στη συνέχεια οι γαλλικές στρατιωτικές μονάδες εισήλθαν στην πόλη, προχώρησαν μέχρι το Ανόι και του επιτέθηκαν στις 19 Δεκεμβρίου. Ο Χο Τσι Μινχ κάλεσε σε ένοπλη πάλη: «Ας είμαστε θαρραλέοι, αγαπητοί συμπατριώτες. Όποιοι κι αν είστε, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, γέροι, νέοι, σε όποια θρησκεία και εθνικότητα κι αν ανήκετε, αν είστε Βιετναμέζοι, ξεσηκωθείτε στον αγώνα ενάντια στους γάλλους αποικιοκράτες για τη σωτηρία της πατρίδας». Η πρωτεύουσα αμύνθηκε μέχρι τις 7 Φεβρουαρίου 1947 ενάντια στην καταπιεστική υπερδύναμη, η οποία έκανε επίθεση με βαριά όπλα, τεθωρακισμένα και πυροβολικό. Κατά τη διάρκεια των μαχών εκκενώθηκαν εργοστάσια και οι κεντρικές κυβερνητικές θέσεις στις βορειοδυτικές ορεινές επαρχίες του Βιετ Μπακ.

Τον Οκτώβριο ο Λαϊκός Στρατός 100 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Ανόι απώθησε την επίθεση των γαλλικών στρατιωτικών μονάδων. Η αυταπάτη για μια κεραυνοβόλα νίκη απέτυχε. Για την συγκάλυψη της αποικιακής του κατάκτησης το Παρίσι, στις 8 Μαρτίου 1949, έβαλε ξανά στο θρόνο τον ανατραπέντα κάιζερ Μπάο Ντάι στην κορυφή ενός καθεστώτος-μαριονέτας.

***

Τα θεμέλια της αγροτικής μεταρρύθμισης

Το φθινόπωρο του 1950 ο Λαϊκός Στρατός απελευθέρωσε τις περιοχές που συνόρευαν με την Κίνα, η οποία την 1η Οκτωβρίου του 1949 ανακηρύχτηκε σε Λαϊκή Δημοκρατία. Η Λαϊκή Δημοκρατία Βιετνάμ λάμβανε τώρα στρατιωτική υποστήριξη από την λαϊκή κυβέρνηση του Πεκίνου και μέσω του εδάφους της επίσης σοβιετική βοήθεια μεγαλύτερη απ΄ ό,τι μέχρι τώρα.

Το Νοέμβριο του 1953 η Λαϊκή Δημοκρατία Βιετνάμ καθιέρωσε την γενική υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Ο Λαϊκός Στρατός αριθμούσε έξι μεραρχίες πεζικού, μια λεγόμενη βαριά μεραρχία καθώς και πολλά αυτόνομα συντάγματα. 350.000 στρατιώτες βρίσκονταν υπό τα όπλα. Ένα μήνα αργότερα η Εθνοσυνέλευση θέσπισε το διάταγμα για μια αγροτική μεταρρύθμιση. Οι αγροτικές εκτάσεις των γάλλων αποικιοκρατών καθώς και αυτές των βιετναμέζων μεγαλογαιοκτημόνων, οι οποίοι αποδείχτηκαν ως εχθροί της Λαϊκής Δημοκρατίας Βιετνάμ, απαλλοτριώθηκαν χωρίς αποζημίωση και μοιράστηκαν σε πέντε εκατομμύρια φτωχούς αγρότες. Μεγαλογαιοκτήμονες, οι οποίοι υποστήριξαν τον απελευθερωτικό αγώνα και τη λαϊκή εξουσία ή συμπεριφέρθηκαν απλά έντιμα, αποζημιώθηκαν για τις εκτάσεις, τα ζώα και την τεχνική [τεχνικά μηχανήματα] και τους επιτράπηκε να κρατήσουν την υπόλοιπη ιδιοκτησία τους. Η αγροτική μεταρρύθμιση δεν σταθεροποίησε τη λαϊκή εξουσία μόνο πολιτικά και οικονομικά, αλλά και στρατιωτικά. Έθεσε τη συμμαχία εργατών και αγροτών, οι οποίοι έφεραν το κύριο βάρος του αγώνα, σε σταθερές πολιτικές και οικονομικές βάσεις.

Έτσι, ο εξοπλισμένος Λαϊκός Στρατός στις 10 Δεκεμβρίου 1953 περνά σε επίθεση ενάντια στο σταθερά οπλισμένο γαλλικό φρούριο στη ζούγκλα, στο Ντιεν Μπιεν Φου, στα βουνά του βορειοδυτικού Βιετνάμ. Στο εκεί διοικητικό κέντρο ήταν συγκεντρωμένες πάνω σ΄ έναν λόφο έξι αυτόνομες βάσεις και ένα αεροδρόμιο με 170 μαχητικά αεροσκάφη. Διοικητής στο φρούριο ήταν ο συνταγματάρχης των τεθωρακισμένων μονάδων Ferdinand de la Croix de Castries. Αυτός είχε στη διάθεσή του πάνω από 16.000 άντρες, τάγματα που είχαν αποκτήσει εμπειρίες από πολέμους σε αποικίες, μεταξύ αυτών οι μισοί ήταν αλεξιπτωτιστές και πολλοί ξένοι λεγεωνάριοι, από τους οποίους όχι λίγοι κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου ανήκαν στη γερμανική μεραρχία των Βάφεν SS (= SS υπό τα όπλα) «Charlemagne» ή της μονάδας εθελοντών «Legion des volontaires français contre le bolchevisme».

***

Πόλεμος με μεγάλες απώλειες

Ο de Castries ήθελε να παρασύρει τον Λαϊκό Στρατό στο φρούριό του, ώστε να του προκαλέσει απώλειες μετά από πολλές επιθέσεις που θα εξασθενούσαν τις δυνάμεις του και στη συνέχεια να τον καταστρέψει μπροστά στο σπίτι του σε μια μάχη. Το σχέδιο αγνοούσε εντελώς τις αυξανόμενες στρατιωτικές δυνατότητες της Λαϊκής Δημοκρατίας Βιετνάμ. Ο υπουργός Άμυνας, στρατηγός Βο Νγκουγιέν Γκιαπ, ο οποίος διεύθυνε τη μάχη, διέθετε στο μεταξύ ένα μεγάλο αριθμό από βαριά πυροβόλα όπλα, οβιδοβόλα και κανόνια, αντιαεροπορικά πυροβόλα της εποχής εκείνης και πυροβόλα ελεύθερης αναστροφής κίνησης. Οι Βιετναμέζοι μετέφεραν τα βαριά πυροβόλα –καθένα ζύγιζε πάνω από δυό τόνους- αποσυναρμολογημένα σε ξεχωριστά εξαρτήματα, χωρίς μέσα ελκυσμού, μέσα από βραχώδη βουνά και τα τοποθέτησαν σε θέσεις βολής μέσα σε σπηλιές απέναντι από το φρούριο. Στην τελική φάση της μάχης το περικυκλωμένο φρούριο δεν μπορούσε πλέον να τροφοδοτηθεί από το Ανόι ούτε με έναν ελάχιστο ανεφοδιασμό. Τα βιετναμέζικα αντιαεροπορικά πυροβόλα κατέρριπταν τα περισσότερα μεταγωγικά αεροπλάνα. Και αυτό, παρόλο που πολλά από τα αμερικανικά αεροπλάνα Β 26 πετούσαν με πιλότους της πολεμικής αεροπορίας που είχαν αποκτήσει εμπειρίες στον πόλεμο της Κορέας. Ο Λαϊκός Στρατός κατακτούσε τις ξεχωριστές πολεμικές βάσεις τη μια μετά την άλλη. Η πρώτη, η Beatrice, ονομαζόμενη και ως φρούριο, κατακτήθηκε μετά από μια θυελλώδη επίθεση μετά από βαρύ βομβαρδισμό του πυροβολικού, μόνο μέσα σε μια μέρα και μια νύχτα.

Την 1η Μαΐου ο Λαϊκός Στρατός κατέλαβε τις δυό τελευταίες βάσεις «Claudin» και «Junon». Για να διατηρηθεί ο μύθος περί ηρωικά μαχόμενων στρατιωτικών στελεχών στο Ντιεν Μπιεν Φου, ο συνταγματάρχης de Castries προήχθη σε ταξίαρχο. Ο ίδιος και οι στρατιώτες του σε μια ημερήσια διαταγή ονομάστηκαν «φωτεινά παραδείγματα» που υπερασπίζονται την «τιμή της Γαλλίας». Ταυτόχρονα πάνω στις τελευταίες θέσεις του φρουρίου στήθηκαν λευκές σημαίες. Στη συνέχεια οι Βιετναμέζοι εισέβαλαν στο καταφύγιο του de Castries χωρίς να συναντήσουν αντίσταση, βρίσκοντάς τον ξαπλωμένο πάνω σε ένα λευκό σεντόνι. Ένας βιετναμέζος διμοιρίτης συνέλαβε αυτόν και τους αξιωματικούς του. Στο καταφύγιο τοποθετήθηκε η κόκκινη σημαία με ένα κίτρινο αστέρι. 

Κατά τη διάρκεια του αποικιακού πολέμου σκοτώθηκαν περίπου 92.000 γάλλοι στρατιώτες. Αν συνυπολογιστούν οι τραυματίες και οι αιχμάλωτοι, οι απώλειες του στρατού, αποτελούμενος από μαριονέτες, έφθαναν τους 466.172 άντρες. Από τη μεριά της Λαϊκής Δημοκρατίας Βιετνάμ σκοτώθηκαν πάνω από 800.000 άνθρωποι, ένα μεγάλο μέρος από αυτούς ήταν πολίτες που έπεσαν θύματα μέτρων εκδίκησης και βομβαρδισμών. Ερωτώμενος αναφορικά με τις αιτίες της νίκης ο Γκιαπ, απάντησε στη [γαλλική εφημερίδα] Le Monde: «Ανακαλέστε στη μνήμη την Γαλλική Επανάσταση, θυμηθείτε το Βαλμύ και τους δικούς σας άσχημα εξοπλισμένους στρατιώτες σε σχέση με τον πρωσικό επαγγελματικό στρατό. Παρόλα αυτά οι στρατιώτες σας νίκησαν. Για να μας κατανοήσετε σκεφτείτε αυτές τις ιστορικές στιγμές του λαού σας. Ψάξτε την πραγματικότητα. Ένας λαός που πολεμά για την ανεξαρτησία του κατορθώνει θρυλικές ηρωικές πράξεις».

***

Το «μεγάλο ρόπαλο»

Στις 8 Μαρτίου 1950 η Ουάσιγκτον έκλεισε με το Παρίσι μια συμφωνία για στρατιωτική βοήθεια αναφορικά με το Βιετνάμ. Από τότε οι ΗΠΑ υποστήριζαν τον αποικιακό πόλεμο της Γαλλίας με μεγάλες μεταφορές όπλων. Στα μέσα Μαρτίου ο γάλλος αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Paul Ely, ζήτησε από τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον ναύαρχο Arthur W. Radford, μια «αποφασιστική αύξηση» βοήθειας από τις ΗΠΑ. Ο Ely πρότεινε ακόμη και την «ρίψη της ατομικής βόμβας στις καθυστερημένες περιοχές Χο Τσι Μινχ». Ακόμη και ο Radford ήταν υπέρ στο να χρησιμοποιηθεί το «μεγάλο ρόπαλο» (η ατομική βόμβα). Ήδη μετά την επέμβαση της Λαϊκής Δημοκρατίας Κίνας στην Κορέα, ήθελε να ρίξει μερικές ατομικές βόμβες πάνω από την Μαντζουρία. Ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ δεν ήθελε όμως αυτή τη φορά να πάρει ένα τέτοιου είδους ρίσκο, στο οποίο θα μπορούσε να απαντήσει η Μόσχα, έγκρινε όμως την ρίψη βομβών ναπάλμ από τα αεροσκάφη C 119, και επιπρόσθετα την ενίσχυση των ήδη χρησιμοποιούμενων Β 26 με πιλότους των ΗΠΑ, καθώς και παραδόσεις σε όπλα και ανεφοδιασμό. Ο Αϊζενχάουερ στην πραγματικότητα περίμενε την ήττα των Γάλλων ώστε να μπορούν να πάρουν τη θέση τους οι ΗΠΑ.

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Πηγή: «junge Welt», 03/05/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.