Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Τα διδάγματα της 30ης Ιανουαρίου 1933



του Georg Fülberth

Τι θα μπορούσε να είναι γνωστό;

Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο Αδόλφος Χίτλερ διορίστηκε από τον πρόεδρο του Ράιχ Πάουλ φον Χίντεμπουργκ σε καγκελάριο του γερμανικού Ράιχ. Το τι ακολούθησε σήμερα το γνωρίζουμε.

Αμέσως ακολούθησαν βίαιες πράξεις ενάντια στις Εβραίες και τους Εβραίους, τις κομμουνίστριες και τους κομμουνιστές, τις σοσιαλδημοκράτισσες και τους σοσιαλδημοκράτες. Μετά την πυρπόληση του Ράιχσταγκ [γερμανική βουλή] τη νύχτα από την 27η προς την 28η Φεβρουαρίου η κατάσταση οξύνθηκε, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD) απαγορεύτηκε. Την 1η Απριλίου τα Τάγματα Εφόδου (SA) πήραν θέση μπροστά στα μαγαζιά των Εβραίων για να εξαναγκάσουν σε μποϋκοτάζ τους. Στις 2 Μαΐου 1933 απαγορεύτηκαν τα συνδικάτα, στις 22 Ιουνίου το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD). Στις 30 Ιουνίου 1934 η μέχρι τότε ηγεσία των Ταγμάτων Εφόδου καθώς και συντηρητικοί πολιτικοί, μερικοί από τους οποίους βοήθησαν στην άνοδο του Χίτλερ, δολοφονήθηκαν. Από τις Εβραίες και τους Εβραίους αφαιρέθηκαν τα δικαιώματά τους μέσω των ρατσιστικών Νόμων της Νυρεμβέργης το 1935. Ένας από τους δυό επίσημους συντάκτες [αυτών των Νόμων] ήταν ο μετέπειτα υφυπουργός του Αντενάουερ, ο Δρ. Χανς Γκλόπκε. Μετά ακολούθησαν οι επιθέσεις στο εξωτερικό: το 1938 η προσάρτηση της Αυστρίας, το ίδιο έτος η προσάρτηση της χώρας των Σουδητών, ένα χρόνο αργότερα η υπόλοιπη Τσεχοσλοβακία, η επίθεση στην Πολωνία, η αρχή του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου ενάντια στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, σε σχέση μ΄ αυτό η συντριβή της Γαλλίας και σταδιακά η κατοχή του Βελγίου, του Λουξεμβούργου, της Ολλανδίας, της Δανίας και της Νορβηγίας, της Γιουγκοσλαβίας, στις 22 Ιουνίου του 1941 η επίθεση στη Σοβιετική Ένωση και η αρχή του καταστροφικού πολέμου στην Ανατολή. Έξι εκατομμύρια Εβραίες και Εβραίοι, Σίντι και Ρομά δολοφονήθηκαν, ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος στοίχησε 50 εκατομμύρια νεκρούς.

Ο απολογισμός αυτός είναι γνωστός εδώ και δεκαετίες. Τι θα μπορούσε να προβλεφτεί στις 30 Ιανουαρίου του 1933;

Ασφαλώς, υπήρχε το βιβλίο του Χίτλερ «Ο αγών μου», το 1925. Σ΄ αυτό μπορούσε ήδη να διαβάσει κανείς το πρόγραμμα του αντισημιτισμού και την επέκταση προς την Ανατολή. Ο Χίτλερ ποτέ δεν απέκρυψε ότι ήταν εχθρός της δημοκρατίας. Αλλά κάποιοι ιδεολόγοι με άγρια σχέδια είχαν εμφανιστεί ήδη πριν από δεκαετίες, ο Χίτλερ απλά απορρόφησε και επανέλαβε ό,τι βρήκε σ΄ αυτούς. Η θεωρία περί ανωτερότητας της λευκής φυλής, περί υπερανθρώπου και περί ανθρώπων κατώτερης ποιότητας / αξίας (Minderwertige), ακόμη και ο αντισημιτισμός, ήταν κοινό αγαθό των λεγόμενων μορφωμένων. Πολύ λίγο όμως έπαιρνε κανείς πριν στα σοβαρά τους ξεχωριστούς ιδεολόγους ως δραστήριους ή ακόμη και ως επιτυχημένους πολιτικούς. Μέχρι το 1930, το έτος της πρώτης μεγάλης επιτυχίας του NSDAP (ναζιστικό κόμμα) σε μια εκλογή για το Ράιχσταγκ –[ο Χίτλερ] ίσχυε για πολλούς, ακόμη και για τα στελέχη του, περισσότερο σαν μια αλλόκοτη φιγούρα. Ακόμη και μετέπειτα, όταν το κόμμα του έγινε το ισχυρότερο, όποιος ήθελε είχε αυταπάτες: Τίποτα δεν τρώγεται τόσο ζεστό όσο αυτό μαγειρεύεται, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο αρχηγός ενός ακραίου κόμματος, αν αναλάμβανε κάποτε το κρατικό αξίωμα, θα συναντούσε εκεί καταναγκαστικές καταστάσεις, οι οποίες θα ήταν ισχυρότερες απ΄ ό,τι αυτός.

Γι΄ αυτό και ο διορισμός του Χίτλερ σε καγκελάριο του Ράιχ δεν προκάλεσε ανησυχία. Υπήρχαν παρατηρητές, ακόμη και μέσα στους αριστερούς, οι οποίοι τον ταξινομούσαν στην ίδια σειρά με άλλους ασυνήθιστους πολιτικούς μιας ταραγμένης εποχής, σαν έναν απ΄ τους πολλούς. Στο κομμουνιστικό κίνημα μάλιστα τον σύγκριναν με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Φραγκλίνο Ρούσβελτ, ο οποίος ανέλαβε το κρατικό αξίωμα τον ίδιο Ιανουάριο του 1933: και οι δυό ειδώθηκαν ως εκπρόσωποι μιας πολιτικής του μεγάλου κεφαλαίου. Ο φασισμός στην Ευρώπη, όπως και ο φασισμός στην εξουσία, [άρχισε] στο μεταξύ κατά κάποιο τρόπο να συνηθίζεται: από το 1922 η Ιταλία κυβερνιόταν από τον Μουσολίνι, στην Πορτογαλία ήρθε στην εξουσία το 1926 ο Σαλαζάρ, στην Πολωνία το ίδιο έτος ο πρώην σοσιαλιστής Πιλσούντσκι. Τώρα λοιπόν και ο Χίτλερ, ένας φασίστας δίπλα στους άλλους. Στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης του βασικού έργου του Τζον Μέυναρτ Κέυνς «Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος» (1936), ο Κέυνς έγραφε, ότι θα μπορούσε «η θεωρία της παραγωγής σαν σύνολο, τον σκοπό της οποίας αποτελεί το ακόλουθο βιβλίο, να προσαρμοστεί πολύ ευκολότερα στις συνθήκες ενός ολοκληρωτικού κράτους απ΄ ό,τι η θεωρία της παραγωγής και της διανομής μιας δοσμένης παραγωγής, η οποία δημιουργήθηκε κάτω από συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού και ενός μεγάλου βαθμού οικονομικού φιλελευθερισμού.»[1] Ομολογουμένως: αυτό γράφτηκε πριν τον πόλεμο και τις δολοφονίες των Εβραίων. Ήταν το έτος που έλαβαν χώρα οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Βερολίνο.

Μολαταύτα, υπήρξε ένας διανοούμενος που αναγνώρισε αμέσως ότι ο Χίτλερ πήγαινε πιο καταστροφικά προς τον γκρεμό απ΄ ό,τι οι άλλοι φασίστες δικτάτορες, ο οποίος ανάμεσα στον Χίτλερ και στους άλλους δικτάτορες έβλεπε μια ποιοτική διαφορά. Αυτός ήταν ο Καρλ Κράους στη Βιέννη. Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία ο Κράους σταμάτησε να εκδίδει για πολλούς μήνες το περιοδικό του «Die Fackel» («Ο Πυρσός»). Το 1934 ο Ένγκελμπερτ Ντόλφους ανέγειρε στην Αυστρία την δικτατορία του αυστροφασισμού και ο Καρλ Κράους την κήρυξε ως μικρότερο κακό σε σχέση με την κυριαρχία του Χίτλερ, την οποία είδε ως τη μεγαλύτερη συμφορά –και αυτή η γνώση κατέληξε απλά εκ μέρους του σε εκείνη την ανήμπορη αντίδραση, η οποία παρακίνησε τον Μπέρτολτ Μπρεχτ να τερματίσει την φιλία του με τον Καρλ Κράους.

Όποιος σήμερα δικαιολογημένα εγείρει το αίτημα τού «Ποτέ πια φασισμός! Ποτέ πια πόλεμος!» κάνει καλό που επικαιροποιεί την καταστροφή και τη σύγχυση, που κατείχε μάλιστα μερικά από τα πιο φωτεινά κεφάλια. Δεν είχαν όλοι τόσο καθαρή σκέψη όπως ο Αλβέρτος Αϊνστάιν. Σίγουρα: Υπήρχε [το περιοδικό] «Weltbühne» («Παγκόσμια Σκηνή») του Καρλ φον Οσσίτσκυ και του Κουρτ Τουχόλσκυ. Το τιράζ του ήταν μικρό, δεν μπορούσε να συγκριθεί με το μαζικό Τύπο του γερμανού εθνικιστή Άλφρεντ Χούγκενμπεργκ[2*]. Ο Τουχόλσκυ το 1930 σιώπησε και έφυγε εξορία στη Σουηδία. Οξυδέρκεια απέδειξε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας. Στις εκλογές για πρόεδρο του Ράιχ το 1932 έριξε το σύνθημα: «Όποιος ψηφίζει Χίντεμπουργκ, ψηφίζει Χίτλερ. Όποιος ψηφίζει Χίτλερ, ψηφίζει πόλεμο». Τη σύσταση που προέκυπτε από δω για [εκλογή] του κομμουνιστή υποψήφιου Ερνστ Τέλμαν την υποστήριξαν τότε μερικά αριστερά άτομα όπως ο συγγραφέας Κουρτ Χίλλερ και μικρότερες ομάδες, π.χ. ο Διεθνής Σοσιαλιστικός Σύνδεσμος Αγώνα υπό τον Βίλυ Άϊχλερ, έναν από τους μετέπειτα συντάκτες του Προγράμματος του Γκότεσμπεργκ του SPD. Αλλά ο πόλεμος τον οποίο έβλεπαν ότι έρχεται με τον Χίντεμπουργκ και τον Χίτλερ, ήταν στην αντίληψή τους ασφαλώς ένα είδος επανάληψης του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, την ιδιαίτερη διάσταση όμως του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου δεν μπορούσε να την φανταστεί κανείς. Ο τρόμος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου ήταν τόσο μεγάλος, ώστε στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, ο φόβος ότι θα μπορούσε να ξεκινήσει αυτός απ΄ τον Χίτλερ, απωθήθηκε: «Ποτέ πια πόλεμος!», λεγόταν εκεί: Υποχώρηση μπροστά στον Χίτλερ –μετά την καθιέρωση της καθολικής στρατιωτικής θητείας το 1935, την κατοχή της Ρηνανίας το 1936, την προσάρτηση της χώρας των Σουδητών το 1938, την συνθηκολόγηση της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας μπροστά στον Χίτλερ και τον Μουσολίνι με την Συνθήκη του Μονάχου το ίδιο έτος και την κατοχή της Τσεχοσλοβακίας. Μόνο, όχι πόλεμος! Ο κατευνασμός της Δύσης χρησίμευσε στην επιπρόσθετη νομιμοποίηση της κυριαρχίας του Χίτλερ. Η σύναψη του Συμφώνου Μη Επίθεσης μεταξύ της χιτλερικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης στις 23 Αυγούστου 1939, έθεσε τις γερμανίδες κομμουνίστριες και τους γερμανούς κομμουνιστές στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στις φυλακές και την εξορία, στην αναγκαιότητα, ότι πρέπει να ξεκαθαριστεί, πως μπορούσαν τώρα όλα αυτά να ταιριάξουν μεταξύ τους.

***

Λαός και τάξεις

Εδώ προστέθηκε ο εκφοβισμός που ξεκινούσε από τον ενθουσιασμό μεγάλων λαϊκών μαζών. Ασφαλώς, ακόμη και κατά τις εκλογές τον Μάρτιο του 1933, οι οποίες δεν ήταν πλέον ελεύθερες, το ναζιστικό κόμμα (NSDAP) πήρε μόνο το 43,9% των ψήφων. Αλλά από το 1930 είχε αυξηθεί πάρα πολύ. Και η συναίνεση που απόκτησε ο Χίτλερ μετά το 1933, δεν ήταν μόνο εξαναγκασμένη ούτε μόνο οπορτουνιστική, αλλά βασιζόταν σ΄ έναν ενθουσιασμό, ο οποίος πρέπει να ερμηνευτεί, και ο οποίος αυξανόταν ακόμη μέχρι το 1941, μέχρι την επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, ίσως και μέχρι το Στάλινγκραντ το 1943. Σταδιακά πολλοί νέοι άνθρωποι που γεννήθηκαν στη δεκαετία του 1920, μεγάλωσαν μέχρι το 1945 μέσα στο φασισμό και μολύνθηκαν απ΄ την αρχή. Αλλά και οι μεγάλοι σε ηλικία δεν ήταν καλύτεροι, μάλιστα ακόμη πιο χειρότεροι. Σχετικά μ΄ αυτό υπάρχει από το 2011 μια ακόμη φοβερή γραπτή μαρτυρία. Στη μικρή πόλη απ΄ όπου κατάγομαι, το Λάουμπαχ στην Έσση, ζούσε ο σοσιαλδημοκράτης επιθεωρητής Δικαιοσύνης Φρίντριχ Κέλνερ, ο οποίος από τις 26 Σεπτεμβρίου 1938 έως τις 31 Μαΐου 1945, έκανε δουλειά του, το να τηρεί πρακτικά, όχι μόνο για τις δηλώσεις της κρατικής προπαγάνδας, αλλά και των συμπολιτών του. Προκύπτει μια εικόνα συντριπτική, που ο Κέλνερ την χαρακτήρισε ως εξής: «Θολωμένα, σκοτεινιασμένα είναι όλα τα μυαλά»[3] Ρητά κάνει λόγο, ότι οι ακαδημαϊκοί ήταν οι χειρότεροι απ΄ όλους.

Ασφαλώς, υπήρξε αντίσταση: Τον μεγαλύτερο φόρο αίματος στην Αντίσταση τον πλήρωσαν οι κομμουνιστές, υπήρξαν υποστηρικτές της εκκλησίας, του Λευκού Ρόδου (Weiße Rose)[4*], αντίσταση από σοσιαλδημοκράτες και συνδικαλιστές, καθώς τέλος και η 20η Ιουλίου του 1944[5*]. Αλλά όλα αυτά δεν μπορούν να συγκριθούν με το μέγεθος των μαζικών κινημάτων της ιταλικής Αντίστασης [Resistenza] ή της γαλλικής Αντίστασης [Resistance]. Ο ιδιαίτερος ηρωισμός της γερμανικής Αντίστασης εξαρτήθηκε απ΄ το ότι αυτή ήταν απομονωμένη μέσα στο λαό. Ο Πέτερ Γκίνγκολτ, ένας γερμανοεβραίος κομμουνιστής αντιστασιακός που έδρασε στη γαλλική και την ιταλική Αντίσταση, ανέφερε κάποτε, ότι οι συντρόφισσες και οι σύντροφοί του που είχαν μια παρόμοια δράση, την απέκρυπταν συχνά, όταν αργότερα έμεναν στη Δυτική Γερμανία, για να περιορίσουν παραπέρα τις πολιτικές δυνατότητες επίδρασής τους.

Αυτά, σε ό,τι αφορά το γερμανικό λαό. Όποιος θέλει να είναι δίκαιος απέναντί του, πρέπει να αναγνωρίσει ότι «λαός» για τον εαυτό του (an sich) δεν υπάρχει. Ο λαός χωρίζεται σε τάξεις. Κι εδώ μπορεί να αναφερθεί ότι η γερμανική εργατική τάξη στην πλειοψηφία της μέχρι το 1933 δεν ήταν ευπρόσβλητη στον λεγόμενο εθνικοσοσιαλισμό. Το KPD και το SPD ουσιαστικά μπόρεσαν να κρατήσουν τους ψηφοφόρους τους. Στις μετατοπίσεις ψήφων που έλαβαν χώρα από το SPD, αυτοί πήγαιναν κατά κανόνα στο KPD, όχι προς τα δεξιά. Για κάποια οριακά στρώματα του γερμανικού προλεταριάτου, η έρευνα έχει στο μεταξύ διαπιστώσει επίσης μικροαποχωρήσεις προς το NSDAP (ναζιστικό κόμμα), αλλά αυτές ήταν στην πραγματικότητα δευτερεύοντα φαινόμενα.

Υπήρχε –εκτός από τις Εβραίες και τους Εβραίους- μια ακόμη μεγάλη ομάδα ανθρώπων, η οποία μέχρι το 1933 αντιστάθηκε στην μετατόπιση προς το NSDAP: πρόκειται για καθολικούς [στο θρήσκευμα] εργάτες, αγρότες και μικροαγρότες, οι οποίοι ψήφιζαν το Γερμανικό Κόμμα του Κέντρου (Deutsche Zentrumspartei). Μπορεί κανείς να συγκρίνει τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων στην ύπαιθρο, σε περιοχές όπου σε μεγάλο βαθμό ή ολοκληρωτικά αποτελούνταν από καθολικούς ή ευαγγελικούς στο θρήσκευμα και τότε θα διαπιστώσει: οι προτεστάντες αγρότες υποστήριξαν νωρίς το NSDAP, οι καθολικοί παρέμειναν στο Κέντρο, ακόμη κι όταν οι συνθήκες ζωής τους ήταν οι ίδιες και σε κομμάτια της ιδεολογίας τους –ανεξάρτητα μολαταύτα από τις διαφορές του θρησκεύματος- συμφωνούσαν, δηλαδή στο συντηρητισμό και βεβαίως στον αντισημιτισμό.

Το εργατικό κίνημα και το Κέντρο όμως υστερούσαν σε σχέση με το NSDAP από το 1930, όταν το αστικό, μικροαστικό, ευαγγελικό συντηρητικό και φιλελεύθερο Κέντρο, σχεδόν διαλύθηκαν. Το SPD, το KPD και το Κέντρο στις τελευταίες ελεύθερες εκλογές το Νοέμβριο του 1932 πήραν παρόλα αυτά το 49,2% των ψήφων, και εντούτοις παρέμειναν αναποτελεσματικοί. Για ποιο λόγο;

Εδώ η απάντηση: Αυτό, το σε μεγάλο βαθμό σημαντικό δυναμικό, εν μέρει καθοδηγήθηκε άσχημα –αυτό ισχύει για το SPD και το KPD- εν μέρει παραπλανήθηκε στοχευμένα.

Η κοινοβουλευτική ομάδα του SPD από το 1930 έως το 1932 –έκανε συνειδητά, ακόμη κάτι πιο χειρότερο-, ανέχτηκε μια πρώιμη εξάρτηση της κυβερνητικής πολιτικής από τους ακροδεξιούς, μη εμποδίζοντας την πολιτική των αναγκαστικών νόμων, με τους οποίους ο καγκελάριος Μπρύνινγκ[6*] ώθησε την ανεργία στα ύψη, επιβάρυνε τους φτωχούς όλο και περισσότερο, στραγγάλισε την οικονομία κατά τη διάρκεια της κρίσης και κατέστρεψε τους δημόσιους προϋπολογισμούς. Η καθοδήγηση του KPD χαρακτήρισε γι΄ αυτό το λόγο τη σοσιαλδημοκρατία ως σοσιαλφασιστική, μάλιστα για ένα μικρό διάστημα, και ως το επικίνδυνο κομμάτι του φασισμού. Και οι δυό τρόποι συμπεριφοράς έκαναν αδύνατη μια ενότητα του εργατικού κινήματος ενάντια στον Χίτλερ.

Οι καθολικοί εργάτες, αγρότες και μικροαγρότες όμως –διαφορετικά απ΄ ό,τι οι οπαδοί του SPD και του KPD- δεν καθοδηγήθηκαν απλώς άσχημα, αλλά οδηγήθηκαν στοχευμένα στην παραπλάνηση. Το Κόμμα του Κέντρου δεν είχε στις γραμμές του μόνο μια συνδικαλιστική πτέρυγα, αλλά και μια καθοριστική πτέρυγα από επιχειρηματίες, τα μέλη των οποίων ανήκαν επίσης στους βιομήχανους και στους τραπεζίτες, οι οποίοι από το 1929 τάσσονταν ανοιχτά υπέρ της καταστροφής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Για τον υψηλό κλήρο στη Γερμανία και στο Βατικανό δεν ήταν –όπως έδειξαν η συμπεριφορά και οι δηλώσεις υψηλών γερμανών αξιωματούχων αμέσως μετά την 30η Ιανουαρίου του 1933- ο Χίτλερ το μικρότερο κακό σε σύγκριση με τον μπολσεβικισμό, αλλά ένα εργαλείο του θεού για την καταστροφή του (τού μπολσεβικισμού). Η δύναμη πάνω στα πνεύματα των καθολικά [θρησκευόμενων] «μικρών ανθρώπων» τούς υπέτασσε στον φασισμό. Δυό απ΄ τους καγκελάριους στην τελική φάση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία σαμποτάριζαν, ανήκαν στο Κόμμα του Κέντρο: όχι μόνο ο Μπρύνινγκ, αλλά και ο ανεξάρτητος Φραντς φον Πάπεν[7*], ο οποίος προήδρευε σ΄ ένα «υπουργικό συμβούλιο βαρώνων».

***

Στρατηγική χρήση της τρομοκρατίας

Στην προετοιμασία του φασισμού για την άνοδό του στην εξουσία, ανήκαν τα τελευταία χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και η στρατηγική χρήση της τρομοκρατίας στους δρόμους, με σκοπό την κατάκτηση των προλεταριακών μαζών και τον εκφοβισμό των αντιπάλων. Το 1932 ο Χίτλερ έδειξε επιδεικτικά αλληλέγγυος με πέντε άνδρες των Ταγμάτων Εφόδου, οι οποίοι στο χωριό Ποτέμπα της Άνω Σιλεσίας, εισέβαλαν στην κατοικία του εργάτη και συνδικαλιστή Κόνρατ Πίρτσουχ και τον δολοφόνησαν[8*].

Συχνά προβάλλεται βέβαια ο ισχυρισμός, ότι η βία από δεξιά και από αριστερά, κατέστρεψαν στον ίδιο βαθμό την Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Αυτή η ταύτιση καλύπτει την εντελώς διαφορετική ποιότητα της χιτλεροφασιστικής τρομοκρατίας ήδη πριν το 1933.

Όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα την περίοδο της Βαϊμάρης είχαν Συνδέσμους άμυνας / υπεράσπισης, στους οποίους μαζεύονταν εν μέρει πρώην στρατιώτες και τους οποίους χρησιμοποιούσαν επίσης για προστασία στις συγκεντρώσεις τους καθώς και για επίδειξη της δύναμής τους. Το Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (Deutschnationale Volkspartei) είχε το «Ατσάλινο Κράνος» («Stahlhelm»), το SPD και το Γερμανικό Δημοκρατικό Κόμμα ((Deutsche Demokratische Partei) είχε το «Φλάμπουρο του Ράιχ Μαύρο-Κόκκινο-Χρυσαφί» («Reichsbanner Schwarzrotgold»), το KPD είχε τον «Σύνδεσμο Αγωνιστών του Κόκκινου Μετώπου» («Rotkämpferbund»), τα συνδικάτα το «Σιδερένιο Μέτωπο» («Eiserne Front») και τις [λεγόμενες] «Ενώσεις Σφυριών» («Hammerschaften»). Τα Τάγματα Εφόδου και τα SS όμως ήταν επιθετικοί αστικοί πολεμικοί στρατοί. Το Τάγμα Εφόδου στο Βερολίνο πήρε από τον Γκαίμπελς την εντολή να εισβάλλει στα τετράγωνα που έμεναν εργάτες.[9] Μεμονωμένα η στρατηγική αυτή ασκήθηκε και στις εργατικές συνοικίες της υπαίθρου: πρόκληση, μετά «συγύρισμα».[10] Επρόκειτο για βίαιη εγκαθίδρυση της ηγεμονίας μέσω της εξάπλωσης του τρόμου.

Ασφαλώς, υπήρξε και βία, η οποία ξεκινούσε απ΄ το κομμουνιστικό περιβάλλον, μάλιστα, εδώ κι εκεί [κάποια] θανατηφόρα αδικήματα. Εδώ δεν πρέπει να ωραιοποιείται η κατάσταση. Αλλά πίσω από αυτά δεν υπήρχε κάποια στρατηγική, συχνά επρόκειτο για μια ανακλαστική συμπεριφορά απέναντι στην εισχώρηση των ναζί στα παλιά τετράγωνα των πόλεων[11] και το λιγότερο στοχευόμενες δολοφονίες –όπως κατά την δολοφονία αστυνόμου στην πλατεία Μπύλοφ στο Βερολίνο τον Αύγουστο του 1931. Αυτές –όπως στο τελευταίο παράδειγμα, καθώς και στην περίπτωση του Χορστ Βέσελ[12*]- ήταν άμυαλες απεγνωσμένες αντιδράσεις, για τις οποίες δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται κάποιος να υπερασπιστεί. Οι ακρότητες της βίας στα λεγόμενα «άγρια στρατόπεδα συγκέντρωσης» το 1933, ήταν η συνέχεια εκείνης της χρήσης της αστικής πολεμικής βίας, η οποία είχε ήδη αρχίσει από πριν.

***

Εθνικισμός και αντισημιτισμός

Όποιος ακόμη προσπαθεί να επεξεργαστεί τις υλικές αιτίες των πολιτικών εξελίξεων, δεν μπορεί να αποφύγει την ανάλυση της επιρροής των ιδεολογικών παραγόντων. Η άνοδος του γερμανικού φασισμού έλαβε χώρα σε μια ατμόσφαιρα, στην οποία για μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας ο εθνικισμός και ο αντισημιτισμός θεωρούνταν εντελώς αυτονόητοι.

Ο εθνικισμός προέκυψε από τα τέλη του 18ου, κυρίως όμως κατά τον 19ο αιώνα σαν ιδεολογία της ανερχόμενης αστικής τάξης, η οποία συντάχθηκε ως «το έθνος» ενάντια στη μοναρχία. Στον ιμπεριαλισμό από τα τέλη του 20ου αιώνα στράφηκε προς τα έξω: σαν αξίωση για κυριαρχία πάνω σε άλλους λαούς. Στις χώρες οι οποίες απέκτησαν αργά το δικό τους εθνικό κράτος –το οποίο π.χ. για τους Βρετανούς και τους Γάλλους ήταν ήδη αρκετό καιρό πριν κάτι το αυτονόητο-, ο εθνικισμός ήταν ιδιαίτερα επιθετικός. Εδώ ανήκε η Γερμανία. Μετά την ήττα στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ο εθνικισμός συνδέθηκε με την επιθυμία για ρεβάνς και απέκτησε την επιπρόσθετη εκρηκτική του δύναμη μέσω του αντισημιτισμού.

Αυτός, ο αντισημιτισμός, είχε μάλιστα αλλάξει στην Ιστορία πολλές φορές τη μορφή του. Στο Μεσαίωνα τεκμηριώθηκε θρησκευτικά, στον 19ο αιώνα ξεκινά η ρατσιστική του συνιστώσα. Ο Φρίντριχ Ένγκελς περιγράφει τον αντισημιτισμό ως αντίδραση ανήμπορων πληθυσμών, χωρών που έχουν μείνει πίσω στην αρχική φάση του καπιταλισμού. Συνεπώς, αυτός θα έπρεπε στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες να έχει απονεκρωθεί. Αυτή ήταν μια πλάνη. Στις προσφορές / προτάσεις που γίνονται σ΄ εκείνους που είναι υποταγμένοι στον καπιταλισμό, ανήκει η προβολή πάνω στους αποδιοπομπαίους τράγους, στους αδύναμους και τις μειονότητες, οι οποίοι –αναστρέφοντας την πραγματικότητα- παρουσιάζονται ως απειλητικοί. Στη δεκαετία του ΄80 του 19ου αιώνα, ο υψηλός κήρυκας Στέκερ στο Βερολίνο, προσπάθησε να κερδίσει τους εργάτες με το μέρος της αντίδρασης, μολαταύτα χωρίς αποτέλεσμα. Η ιδεολογία αυτή βρήκε όμως απήχηση αρκετά νωρίς στους αγρότες, στους μικρούς επιχειρηματίες και τους βιοτέχνες. Ο σωβινισμός της πολεμικής και της μεταπολεμικής περιόδου δεν αποδέχτηκε την ήττα του 1918, προσπάθησε να παραμερίσει τη γνώση περί αιτίας και επιδράσεων της εξαθλίωσης των αρχών της δεκαετίας του 1920 και της τελικής φάσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και αντί αυτού κήρυξε τους Εβραίους σε καθολικό εχθρό. Το ναζιστικό κόμμα (NSDAP) παρουσιάστηκε ως ο αδιάλλακτος αντιπρόσωπος αυτής της δαιμονοποίησης και έτσι διεύρυνε την μαζική του βάση.

***

Η ειδική δυναμική του γερμανικού καπιταλισμού

«Όποιος όμως δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό, δεν πρέπει να μιλά και για τον φασισμό».[13] Αυτό το γνωστό παράθεμα του Μαξ Χορκχάιμερ κατονομάζει την αναγκαία, αν όχι και την επαρκή προϋπόθεση του φασισμού: τον καπιταλισμό. Αλλά: κάθε καπιταλισμός δεν οδηγεί στο φασισμό ή μάλιστα ακόμη και στην πιο βάναυση μορφή του όπως στη Γερμανία. Γι΄ αυτό τίθεται το ερώτημα: γιατί αυτό συνέβηκε ειδικά εδώ [στη Γερμανία];

Σ΄ αυτή τη συνάφεια πρέπει να γίνει λόγος για την ειδική δυναμική του γερμανικού καπιταλισμού.

Στη Μεγάλη Βρετανία κατ΄ αρχή και αργότερα στη Γαλλία και στις ΗΠΑ, ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε στη βιομηχανική του μορφή μέσα στα ήδη υπάρχοντα εθνικά κράτη, στη Γερμανία όμως μέσα σε εδαφικά κράτη, τα οποία για τη δυναμική του καπιταλισμού ήταν πολύ μικρά. Έτσι ο καπιταλισμός από την αρχή γκρέμισε τα σύνορα, σύντομα, στρατιωτικά υπό την ηγεμονία εκείνου του κράτους, το οποίο εξαιτίας του μεγέθους του και των πόρων του ασφαλώς θα του πρόσφερε αρκετό χώρο, όμως αμέσως πήρε το δρόμο των κατακτήσεων, κατ΄ αρχή στη Γερμανία: Η Πρωσία. Όταν το 1871 ιδρύθηκε το μικρό ενιαίο γερμανικό κράτος (χωρίς την Αυστρία), τα παλιά εθνικά κράτη έβγαιναν ήδη έξω από τα σύνορά τους ακολουθώντας την συσσώρευση του κεφαλαίου τους: στον ιμπεριαλισμό. Η Γερμανία ήταν νεόφερτη σ΄ αυτό το πεδίο και η διαμάχη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μετατράπηκε σε παγκόσμιο πόλεμο. Το πώς αλληλοεξαρτιόνταν εδώ η ακρότητα του κεφαλαίου με αυτήν της πολιτικής, το περιγράφει ο Έρικ Χομπσμπάουμ: «Για ποιο λόγο ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος διεξήχθη από τις ηγεμονικές δυνάμεις των δυό πλευρών σαν ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, δηλαδή σαν ένας πόλεμος, η έκβαση του οποίου μπορούσε να είναι μόνο μια ολοκληρωτική νίκη ή μια ολοκληρωτική ήττα;

Ο λόγος γι΄ αυτό ήταν, ότι αυτός ο πόλεμος, σε αντίθεση με τους (συνήθως περιορισμένους και καθορισμένους) παλιότερους πολέμους, στράφηκε σε απεριόριστους στόχους. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού η πολιτική και η οικονομία συγχωνεύτηκαν μεταξύ τους. Η διεθνής πολιτική αντιπαλότητα μιμήθηκε την οικονομική ανάπτυξη και τον ανταγωνισμό, χαρακτηριστικό της οποίας ήταν βασικά, να είναι απεριόριστη. Τα “φυσικά όρια” της Standard Oil, της Deutsche Bank ή της De Beers Diamond Corporation βρίσκονταν εκεί που τελειώνει το σύμπαν, τουλάχιστον όμως εκεί τελείωνε και η επεκτατική τους ικανότητα».[14]

Με το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, η επεκτατική ικανότητα του καπιταλισμού διεθνώς δεν είχε ακόμη φτάσει [στα όριά της], το γερμανικό όμως κεφάλαιο με την ιμπεριαλιστική υπαγόρευση της ειρήνης της Συνθήκης των Βερσαλλιών ρίχτηκε πολύ πίσω απ΄ τις μέχρι τότε δυνατότητες δράσης του. Όπως ήδη κατά τον 19ο αιώνα πριν την ίδρυση του Ράιχ, το κεφάλαιο είχε μετατραπεί, ας το πούμε έτσι, σε «κεφάλαιο χωρίς χώρο», για να [αναφέρουμε τον τίτλο] ενός μυθιστορήματος του Χανς Γκριμ που εκδόθηκε το 1926 και έγινε μπεστ σέλερ, τότε αυτό αποτελεί την ιδεολογική αντανάκλαση αυτής της κατάστασης πραγμάτων. 

Το γερμανικό κεφάλαιο με τις διάφορες ομάδες του δεν παραιτήθηκε ποτέ απ΄ τις προθέσεις του για επεκτατισμό. Τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης την χειρίστηκε με βάση τού εάν αυτή στεκόταν εμπόδιο στο στόχο του ή τού εάν αυτή εξυπηρετούσε την κατάκτηση αυτού του στόχου. Προέκυψαν διαφοροποιήσεις: Ανώτατα στελέχη της χημικής βιομηχανίας και της βιομηχανίας ηλεκτρικών –για παράδειγμα ο Ρόμπερτ Μπος- υποστήριξαν κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας του κάιζερ το Γερμανικό Προοδευτικό Κόμμα (Deutsche Fortschrittspartei) (ιδρύθηκε το 1910), το οποίο ίσχυε ως αριστερό φιλελεύθερο, τώρα ονομαζόταν Γερμανικό Δημοκρατικό Κόμμα (Deutsche Demokratische Partei), στα ανώτατα στελέχη του ανήκε ο Τέοντορ Χόις. Στην πάροδο του χρόνου το κόμμα αυτό καθόριζε τη στάση του απέναντι στη δημοκρατία, πάντα, αποκλειστικά απ΄ τη σκοπιά, τού μέχρι σε ποιο βαθμό ήταν αυτή χρήσιμη για μια νέα ανάληψη των προθέσεων που απέτυχαν το 1918.[15] Συνεπές με αυτά μετονομάστηκε το 1930 σε Γερμανικό Κρατικό Κόμμα (Deutsche Staatspartei). Τα συμφέροντα της βιομηχανίας άνθρακα και χάλυβα εκπροσωπήθηκαν από το Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα (Deutsche Volkspartei), το κόμμα του Γκούσταβ Στρέσεμαν. Το κόμμα αυτό κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του κάιζερ ονομαζόταν Εθνικοφιλελεύθερο Κόμμα (Nationalliberalle Partei). Στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ο Στρέσεμαν ήταν ένας πολιτικός των προσαρτήσεων. Τώρα μετατράπηκε σ΄ αυτό που κάποτε ονόμαζε κανείς «λογικό ρεπουμπλικάνο»: ένας παλιός μοναρχικός, ο οποίος ήξερε ότι προς το παρόν έπρεπε να προσπαθήσει με διαφορετικό τρόπο και ότι για τους παλιούς στόχους της εξωτερικής πολιτικής πρέπει να ακολουθηθούν διαφορετικά μέσα, για παράδειγμα μέσω της συνεννόησης με τη Δύση –Γαλλία-, ώστε κάποτε να αποκτηθεί ελευθερία κινήσεων στην Ανατολή. Και στην άκρα δεξιά βρίσκονταν αμετάβλητο το μοναρχικό Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (Deutschnationale Volkspartei), το κόμμα των μεγαλογαιοκτημόνων και των υψηλών δημοσίων υπαλλήλων. Ο αντικομουνισμός ήταν ένα κοινό στοιχείο όλων των αστικών κομμάτων με το ναζιστικό κόμμα. Όποιος τον υποστήριζε σκληρά –και αυτοί ήταν οι ναζί-, είχε ένα πλεονέκτημα απέναντι στα άλλα κόμματα.

Το 1929 η περίοδος χάρητος για τη δημοκρατία τέλειωσε. Ο Σύνδεσμος του Ράιχ της Γερμανικής Βιομηχανίας (Reichsband der Deutschen Industrie / RDI) –ο προκάτοχος του σημερινού Ομοσπονδιακού Συνδέσμου της Γερμανικής Βιομηχανίας (Bundesverband der Deutschen Industrie / BDI)- δημοσίευσε το έτος αυτό ένα υπόμνημα [με τίτλο]: «Άνοδος ή παρακμή;». Αυτό ήταν το έγγραφο-Λάμσντορφ[16*] της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, εντούτοις πήγαινε πολύ πιο πέρα. Στόχοι του ήταν: Εκτεταμένη πολιτική λιτότητας, και το SPD, το οποίο από το 1928 έβγαζε τον καγκελάριο, έπρεπε να βγει από την κυβέρνηση. Αυτό συνέβη το 1930. Ο Χάινριχ Μπρινγκ έπρεπε να κάνει πράξη το πρόγραμμα του RDI [βιομηχάνων]. Με δημοκρατικό τρόπο αυτό δεν γινόταν πλέον. Τώρα η χώρα κυβερνιόταν με αναγκαστικούς νόμους, οι οποίοι δεν αποφασίζονταν από το Ράιχστακ [γερμανική βουλή]. Αν ειδωθεί έτσι [η κατάσταση], η Δημοκρατία της Βαϊμάρης έφτασε ήδη το 1930 στο τέλος της, και κατά λογικό τρόπο ο ιστορικός της Άρθουρ Ρόζενμπεργκ κλείνει μ΄ αυτό το έτος και το βιβλίο του «Ιστορία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης».

Ο Χάινριχ Μπρύνιγκ προώθησε ενεργητικά τη μείωση των κοινωνικών παροχών και την καταστροφή των δημόσιων νοικοκυριών –ιδιαίτερα των Δήμων- και στην παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το 1929, επιταχύνοντας την καθοδική πορεία της οικονομίας. Για την [εφαρμογή της] πολιτικής του δεν είχε ποτέ την πλειοψηφία (εκτός από την ανεκτικότητα τού μη δημοφιλούς SPD), γι΄ αυτό μακροπρόθεσμα ήταν ακατάλληλος για τους σκοπούς του μεγάλου κεφαλαίου –δίπλα στους βαρόνους της Ρηνανίας, της χημικής βιομηχανίας και της βιομηχανίας ηλεκτρικών καθώς και των τραπεζών. Τα σχέδια για την εκμηδένιση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης έπαιρναν τώρα γι΄ αυτούς επείγοντα χαρακτήρα. Μετά το 1930 οι δωρεές προς το NSDAP έγιναν συχνότερες. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτές δεν προέρχονταν μόνο από την Γερμανία, αλλά και από αλλοδαπούς καπιταλιστές, π.χ. από τον Σύνδεσμο συμφερόντων της γαλλικής βαριάς βιομηχανίας Comite des Forges, των βρετανικών εργοστασίων Vickers και τον Σουηδό Ivar Kreuger. Για αυτούς δεν επρόκειτο φυσικά για τα διεθνή συμφέροντα επεκτατισμού του γερμανικού κεφαλαίου που ανταγωνιζόταν με αυτούς, αλλά για την πάλη ενάντια στο εργατικό κίνημα, ιδιαίτερα τον λεγόμενο μπολσεβικισμό. Γερμανοί μεγαλοβιομήχανοι και το συγκρότημα των Μέσων Ενημέρωσης Άλφρεντ Χούγκενμπεργκ ποντάρισαν κατ΄ αρχή περισσότερο στους δυό επόμενους διαδόχους του Μπρύνινγκ: Ο Φραντς φον Πάπεν και ο Κουρτ φον Σλάιχερ έπρεπε να προετοιμάσουν τη μετάβαση από τη δημοκρατία στη δικτατορία. Το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα μπόρεσε να προσφέρει μια μαζική βάση. Σε μια ομιλία του στο βιομηχανικό club του Ντύσελντορφ στις 26 Ιανουαρίου 1932 ο Χίτλερ επεδίωκε να πετύχει μεγαλύτερη υποστήριξη. Ακολουθώντας την παρότρυνσή του ο μάλλον μεσαίος επιχειρηματίας Βίλχελμ Κέπλερ, μέλος του NSDAP από το 1927, ίδρυσε τον Απρίλιο του 1932 έναν «Κύκλο Μελετών για Οικονομικά Ζητήματα», τον λεγόμενο Κύκλο του Κέπλερ, απ΄ τον οποίο μετά την 30η Ιανουαρίου του 1933 προήλθε ο «Κύκλος των Φίλων Ραιχσφύρερ SS». Στόχος ήταν η διεύρυνση των επαφών με τους βιομήχανους. Με τη μεγάλη νίκη του στις εκλογές του Ράιχ την 31η Ιουλίου 1932, ο Χίτλερ έγινε πιο ελκυστικός σαν συνέταιρος. Αλλά στις επόμενες εκλογές, στις 6 Νοεμβρίου 1932, το NSDAP δέχτηκε χτύπημα. Ήταν πιθανό, το λεγόμενο εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα να υπερέβηκε το αποκορύφωμά του. Έτσι προέκυψε η λεγόμενη «Εισαγωγή των βιομηχάνων» στις 19 Νοεμβρίου 1932, η οποία απαίτησε τον διορισμό του Χίτλερ σε καγκελάριο του Ράιχ. Ένας από τους υπογράφοντες ήταν ο πρώην πρόεδρος της Τράπεζας του Ράιχ, ο Χγιάλμαρ Σαχτ, ο οποίος αργότερα –από το 1933 έως το 1939- υπό τον Χίτλερ συνέχισε να κατέχει αυτή τη θέση και από το 1934 έως το 1937 ήταν υπουργός Οικονομικών του Ράιχ. Στις 4 Ιανουαρίου συναντήθηκαν ο Κέπλερ, ο Σαχτ και ο Φραντς φον Πάπεν, που στο μεταξύ αντικατέστησε τον Σλάιχερ στην κατοικία του τραπεζίτη από την Κολωνία Κουρτ φον Σρέντερ και συμφώνησαν να ανατρέψουν τον Σλάιχερ τοποθετώντας στη θέση του μια συμμαχία Χίτλερ-Χούγκενμπεργκ. Αυτή ήταν η προετοιμασία της απόφασης του Χίντεμπουργκ να διορίσει τον Χίτλερ καγκελάριο του Ράιχ. Αυτό που ακολούθησε ήταν απλά ένα είδος διοικητικής πράξης: Ο Χίτλερ δεν εκλέχτηκε, αλλά διορίστηκε.[17*] Αυτό θα πρεπε να μας ωθήσει στο να κοιτάξουμε κάπως από κοντά τον κρατικό μηχανισμό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

***

1918 1933: Μετά από δυό αποτυχημένες επαναστάσεις

Στις ιδιαιτερότητες της γερμανικής Ιστορίας ανήκει η αποτυχία δυό επαναστάσεων: το 1848 και το 1918. Αυτή είναι η διαφορά σε σχέση με τη Μεγάλη Βρετανία, τις ΗΠΑ και τη Γαλλία: εκεί έλαβαν χώρα επαναστάσεις, απ΄ τις οποίες προήλθαν οι αστικές δημοκρατίες. Στη Γερμανία το 1848 αυτό απέτυχε: η αστική τάξη εμπιστεύθηκε τον Μπίσμαρκ από το 1866. Η κρατική εξουσία στη Γερμανία δεν πήγαζε από το λαό, αλλά από τους πρίγκιπες, οι οποίοι στηρίζονταν στους ευγενικής καταγωγής μεγάλους γαιοκτήμονες και το αυξανόμενο μονοπωλιακό μεγάλο κεφάλαιο. Η αποτυχία της επανάστασης του Νοέμβρη το 1918/19 –και επομένως η αποτυχία της σοσιαλδημοκρατίας- δεν βρίσκονταν στο ότι ο σοσιαλισμός δεν προέκυπτε από αυτήν, αλλά απ΄ το ότι δεν λύθηκαν τρία ζητήματα, των οποίων η αντιμετώπιση θα ήταν δυνατή:

Πρώτο: η διάλυση των μονοπωλίων [καρτέλ]. Σε επίπεδο Ράιχ υπήρχε μια επιτροπή, η οποία σκόπευε [να κάνει] περισσότερα: η επιτροπή κοινωνικοποιήσεων. Δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. 

Δεύτερο: ένας αναδασμός της γης. Η μεγάλη γαιοκτησία στην Ανατολή παρέμενε ανέπαφη.

Τρίτο: ένας εκδημοκρατισμός της διοίκησης και της Δικαιοσύνης. Ο κρατικός μηχανισμός, ο οποίος διαμορφώθηκε από τους μοναρχικούς, διατηρήθηκε ακόμη και στη Δικαιοσύνη. Ένα μέρος της εξουσίας του κάιζερ αναλήφθηκε από τον πρόεδρο του Ράιχ. Το άρθρο 48 του Συντάγματος του Ράιχ [που ψηφίστηκε] το 1919 τού παρείχε ένα είδος δικτατορικής εξουσίας, να ορίζει ο ίδιος σ΄ αυτό την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Όπως και στο Ράιχ επί κάιζερ ο καγκελάριος δεν εκλεγόταν από το Ράιχστακ [γερμανική βουλή], μολονότι αν κάποτε κατείχε αυτό το αξίωμα, κατά την περίοδο 1871 – 1918, ήταν αναγκαία η ψήφος εμπιστοσύνης του κοινοβουλίου. Για τον διορισμό επομένως αποφάσιζε μόνος του ο πρόεδρος του Ράιχ. Αυτό συνέβηκε από το 1925 για τον μοναρχικό και γιούνκερ [πρώσο ευγενή] Πάουλ φον Χίντεμπουργκ. Ο διορισμός του Χίτλερ από αυτόν στις 30 Ιανουαρίου 1933, ο οποίος προετοιμάστηκε από τους αντιπροσώπους των βιομηχάνων και των μεγαλογαιοκτημόνων, αρκούσε, ώστε ένα φασιστικό κίνημα που βρισκόταν σε άνοδο από τις 6 Νοεμβρίου 1932, να έρθει στο πηδάλιο της εξουσίας. Γι΄ αυτό η 30η Ιανουαρίου 1933 δεν ήταν μια κατάληψη της εξουσίας από το NSDAP ή ακόμη και μια «εθνική επανάσταση», αλλά μια μεταβίβαση εξουσίας.

***

Και σήμερα;

Στο τέλος θα θέλαμε να συγκρίνουμε την τότε κατάσταση με τη σημερινή.

Ασφαλώς, η Βόννη[18*] δεν ήταν Βαϊμάρη, όπως και η σημερινή λεγόμενη δημοκρατία του Βερολίνου. Δεν υπάρχει σήμερα κάποιος κίνδυνος για μια μεταβίβαση σ΄ ένα φασιστικό κίνημα, το οποίο να έχει τη δύναμη του NSDAP. Συνέχεια υπάρχει σε ένα άλλο πεδίο. Εδώ ένα παράθεμα:

«Πρέπει να επιτευχθεί η ίδρυση μιας Οικονομικής Ένωσης στην Κεντρική Ευρώπη μέσω κοινών Συμφωνιών για τους δασμούς, στην οποία θα περιλαμβάνονται η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Δανία, η Αυστρο-Ουγγαρία και ενδεχομένως η Ιταλία, η Σουηδία και η Νορβηγία. Αυτός ο Σύνδεσμος, βεβαίως χωρίς μια κοινή θεσμική κορυφή, με ιδιαίτερη ισότητα των μελών του, στην πραγματικότητα όμως υπό την γερμανική ηγεμονία, πρέπει να σταθεροποιήσει την οικονομική κυριαρχία της Γερμανίας στην Κεντρική Ευρώπη».[19]

Το παραπάνω περιέχεται στο υπόμνημα των πολεμικών στόχων του καγκελαρίου του Ράιχ Τέοντορ φον Μπέτμαν Χόλβεκ τον Σεπτέμβρη του 1914. Αυτό που υπήρχε σ΄ αυτό το υπόμνημα ως απαίτηση, [δηλαδή] μια Ευρώπη που να ηγεμονεύεται από την Γερμανία, σήμερα έχει επιτευχθεί, μολαταύτα όχι σαν κυριαρχία του ενός, αλλά σαν ένα είδος συλλογικής επικράτησης με έναν οικονομικά αδύναμο συνέταιρο, την Γαλλία. Αυτό ήθελε και ο Χίτλερ, μάλιστα αυτός ήθελε ακόμη περισσότερα: καταστροφή του μπολσεβικισμού στην Ανατολή και –στη βασική κατεύθυνση της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής- προς τα εκεί. Εν μέρει επιτεύχθηκε και αυτό. Η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πλέον. Αυτό δεν προκλήθηκε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία [Γερμανίας], αλλά στη νεότερη σχέση με τις ΗΠΑ. Στη θέση των αποτυχημένων εδαφικών κατακτήσεων στην Ανατολή εμφανίζεται η επιτυχημένη προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων.

Το γερμανικό κεφάλαιο δεν έχει σήμερα ανάγκη τον φασισμό για να επιβάλλει διεθνώς τα συμφέροντά του. Όταν το 1933 ο Χίτλερ φώναζε, επεδίωκε μολαταύτα [την επίτευξη] ενός δεύτερου σκοπού: το τσάκισμα του εργατικού κινήματος, όχι μόνο του κομμουνιστικού, αλλά και του σοσιαλδημοκρατικού και των συνδικάτων. Ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών την περίοδο που βρισκόταν στην αντιπολίτευση απαιτούσε πραγματικά να «αφαιρεθεί η εξουσία» από τα συνδικάτα. Στα συνδικάτα προσέδιδε μια δύναμη την οποία δεν είχαν στην πραγματικότητα –όπως το ίδιο λίγο συνέβαινε και το 1929, όταν ο Σύνδεσμος του Ράιχ της Γερμανικής Βιομηχανίας (Reichsverband der Deutschen Industrie) ήθελε ακριβώς το ίδιο. Για να κρατήσουν τα συνδικάτα συρρικνωμένα, σήμερα βρίσκονται στη διάθεση διαφορετικά μέσα απ΄ ό,τι το 1933: Αποδυνάμωση μέσω της ανεργίας, πρόσδεσή τους σε παραλλαγές συνεργασίας των κοινωνικών εταίρων, από την οποία για τα μεγάλα τμήματα των εξαρτώμενα [μισθωτών] εργαζομένων κερδίζονται λιγότερα απ΄ ό,τι μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Υπάρχει πολιτική λιτότητας με βάση τη συνταγή του Μπρύνιγκ, αλλά επειδή αυτό συμβαίνει σ΄ ένα υψηλότερο επίπεδο απ΄ ό,τι πριν από το 1933, η κατάσταση είναι μόνο εν μέρει συγκρίσιμη. Σε δυό χώρες όμως, όπου κάτω απ΄ τη γερμανική κυριαρχία το υλικό επίπεδο είναι χαμηλότερο απ΄ ό,τι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία [Γερμανίας], στην Ελλάδα και την Ουγγαρία, υπάρχουν φασιστικά μαζικά κόμματα.

Στην ίδια τη Γερμανία το NPD (Εθνικοδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας[20*]) βρίσκεται τουλάχιστον στη βουλή δυό ομόσπονδων κρατιδίων. Ένα τμήμα του κρατικού μηχανισμού, το δήθεν [σώμα] Προστασίας του Συντάγματος, με τους άνδρες του, περισσότερο υποστήριξε το NPD παρά το καταπολέμησε, μάλιστα το χρηματοδότησε. Τα μέλη του και ιδιαίτερα εκείνα από τις «Ελεύθερες Συντροφιές» («Freie Kameradschaften») είναι νέα. Προσπαθούν να ιδρύσουν τις «εθνικά ελεύθερες ζώνες». Και υπήρχε ή υπάρχει η λεγόμενη NSU [21*] Η οργάνωση αυτή είναι συγκρίσιμη με τις «λαϊκές» (völkisch) τρομοκρατικές ομάδες, οι οποίες έκαναν απόπειρες δολοφονίας στη δεκαετία του 1920. Τότε ήταν η Δικαιοσύνη που έκανε τα «στραβά μάτια», σήμερα είναι η μυστική υπηρεσία της χώρας, η οποία εσκεμμένα παραβλέπει την NSU. Μια υποστήριξη προς τους φασίστες από τους βιομήχανους, όπως συνέβηκε στη Γερμανία από το 1930, κυρίως όμως από το 1932, δεν υπάρχει σήμερα επειδή αυτό το χρονικό διάστημα αυτές θα ήταν επενδύσεις που δεν αποφέρουν κέρδη. Αλλά στο παράδειγμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είδαμε ότι αυτό μπορεί να αλλάξει γρήγορα αν [κριθεί] αναγκαίο. Το NSDAP κατά διαστήματα είχε απαγορευτεί, από το 1923 ήταν απαγορευμένο και μέχρι το 1929 ένα κόμμα αποσχισθέντων. Ασφαλώς υπήρξε ο ένας ή ο άλλος δωρητής χρημάτων, για παράδειγμα ο εργοστασιάρχης πιάνων Μπέχσταιν, όμως η στρατηγική υποστήριξη ήρθε αργότερα, όταν είχαν επεξεργαστεί όλες τις άλλες παραλλαγές για την καταστροφή της δημοκρατίας. Σήμερα η δημοκρατία δεν εξοντώνεται αλλά υπονομεύεται: από την κυριαρχία των λεγόμενων «αγορών». Ο βρετανός κοινωνιολόγος Colin Crouch κάνει λόγο περί «μεταδημοκρατίας», δηλαδή για μεταδημοκρατικές καταστάσεις. Σήμερα δεν χρειάζεται κάποιος τον φασισμό. Αλλά αυτός αποτελεί μια πολιτική η οποία μπορεί ακόμη να χρησιμοποιηθεί όταν οι άλλες μορφές της αστικής κυριαρχίας δεν μπορούν πλέον να λειτουργήσουν, όπως από το 1967 έως το 1974 στην Ελλάδα και από το 1973 έως το 1990 στη Χιλή. Σε περίπτωση ανάγκης, όλα, ό,τι χρειάζεται, υπάρχουν: Τμήματα του κρατικού μηχανισμού τα οποία μάλιστα σε καλές περιόδους στέκονται κοντά στους φασίστες, ένα ναζιστικό κόμμα το οποίο είναι αδύναμο, όμως δραστήριο, και μια καπιταλιστική τάξη με τις διάφορες δυνατότητες δράσης της. Αυτά τα ξεχωριστά στοιχεία αυτό το διάστημα είναι χωριστά το ένα από το άλλο, επειδή σήμερα δεν αξίζει τον κόπο να έρθουν σε επαφή. Η κοινή τους βάση όμως παραμένει, ο καπιταλισμός. Και το τι είναι σε θέση να κάνει το κεφάλαιο, όσο διάστημα υπάρχει, αυτό το έχει εκθέσει ο Καρλ Μαρξ πριν από 146 χρόνια σ΄ έναν βρετανό συνδικαλιστή (Thomas Joseph Dunning), το οποίο παραθέτουμε ξανά εδώ στο τέλος:

«Το κεφάλαιο το τρομάζει η έλλειψη κέρδους ή το πολύ μικρό κέρδος, όπως το κενό το τρομάζει η φύση. Όταν το κεφάλαιο έχει το ανάλογο κέρδος, γίνεται τολμηρό. Με δέκα τα εκατό κέρδος αισθάνεται τον εαυτό του σίγουρο και μπορεί να το χρησιμοποιήσει κανείς παντού˙ με 20% γίνεται ζωηρό˙ με 50% γίνεται θετικά παράτολμο˙ με 100% τσαλαπατάει όλους τους ανθρώπινους νόμους˙ με 300% δεν υπάρχει έγκλημα που να μη ριψοκινδυνεύει να το διαπράξει, ακόμα και με κίνδυνο να πάει στην κρεμάλα»[22]

Ο Georg Fülberth καθ. Δρ., είναι πολιτικός επιστήμονας

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Πηγή: Περιοδικό «Marxistische Blätter» («Μαρξιστικά Φύλλα»), τεύχ. 2-2013
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Οι σημειώσεις και παραπομπές με την ένδειξη [*] είναι του μεταφραστή.

[1] Keynes, John Maynard: Allgemeine Theorie der Beschäftigung, des Zinses und des Geldes. Μεταφρασμένο στα Γερμανικά από τον Fritz Waeger. 5η έκδοση. Berlin 1974. σ. IX

[2*] Ο Χούγκενμπεργκ (1865 – 1951) ήταν βιομήχανος (βιομηχανία μετάλλου και οπλισμού) και επιχειρηματίας στα ΜΜΕ (κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης έλεγχε τον μισό γερμανικό Τύπο). Επίσης ήταν πολιτικός (ανήκε στο Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα / DNVP) και τους πρώτους μήνες μετά την μεταβίβαση της εξουσίας στον Χίτλερ ήταν ακόμη υπουργός. Μέσω του κοντσέρν του Τύπου που κατείχε, συνέβαλε ιδιαίτερα στην εξάπλωση της εθνικιστικής και αντισημιτικής προπαγάνδας. 

[3] Kellner, Friedrich: "Vernebelt, verdunkelt sind alle Hirne". Tagebücher 1929-1945. Εκδόθηκαν από τους Sascha Feuchert, Robert Martin Kellner, Erwin Leibfried, Jörg Riecke und Markus Roth. Με τη συνεργασία των Elisabeth Thurvold und Diana Nusko καθώς και των Nassrin Sadeghi und Birgit M. Körner. 2 τόμοι. Göningen 2011

[4*] Το «Λευκό Ρόδο» ήταν μια αντιστασιακή οργάνωση κατά τη διάρκεια της φασιστικής κυριαρχίας στη Γερμανία. Ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1942 και έδρασε έως τον Φεβρουάριο του 1943. Ιδιαίτερα γνωστά από τα μέλη της είναι τα αδέρφια Χανς και Σοφί Σολ τους οποίους συνέλαβε η Γκεστάπο στις 18 Φεβρουαρίου 1943. Καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν 4 μέρες αργότερα με τη λαιμητόμο. Μια δεύτερη δίκη έλαβε χώρα για τα μέλη της Κουρτ Χούμπερ και Αλεξάντερ Σμορέλ, οι οποίοι εκτελέστηκαν επίσης με τη λαιμητόμο στις 12 Οκτωβρίου 1943. Αργότερα ακολούθησαν ακόμη μια σειρά από δίκες στις οποίες επιβλήθηκαν ποινές από έξι μήνες έως δέκα χρόνια.

[5*] Πρόκειται για την απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ που έγινε στις 20 Ιουλίου 1944, κυρίως από αξιωματικούς της Βέρμαχτ, σε έναν από τους βασικούς στρατώνες του Χίτλερ κοντά στο χωριό Γκέρλιτς στην Ανατολική Πρωσία, σημερινή Πολωνία. Η απόπειρα απέτυχε, ο Χίτλερ τραυματίστηκε ελαφρά.

[6*] Χάινριχ Μπρύνινγκ (1885-1970). Πολιτικός στο Κόμμα του Κέντρου. Από τις 30 Μαρτίου 1930 έως τις 30 Μαΐου 1932 υπήρξε καγκελάριος. Ήταν ο τελευταίος καγκελάριος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η στάση του απέναντι στους ναζιστές ήταν ταλαντευόμενη, από αντιπαράθεση απέναντί τους έως και συνεργασία μαζί τους σε μια δεξιά συμμαχία. Το 1934 έφυγε από τη Γερμανία και το υπόλοιπο της ζωής του το πέρασε στις ΗΠΑ όπου δίδασκε σε πανεπιστήμια.

[7*] Ο Φράντς φον Πάπεν (1879-1969) ήταν πολιτικός. Μετά την καριέρα του ως στρατιωτικός υπήρξε καγκελάριος από τον Ιούνιο έως τον Δεκέμβριο του 1932 και αντικαγκελάριος στη ναζιστική κυβέρνηση του Χίτλερ. Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε ένας από τους κύριους κατηγορούμενους στη Δίκη της Νυρεμβέργης, στην οποία όμως αθωώθηκε. Στις 27 Φεβρουαρίου του 1947 στα πλαίσια της αποναζιστικοποίησης καταδικάζεται ως «βασικός ένοχος» σε ποινή 8 ετών που έπρεπε να εκτίσει σε στρατόπεδο εργασίας, απ΄ το οποίο όμως απολύεται το 1949.

[8*] Η δολοφονία στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας έγινε τη νύχτα από την 9η προς τη 10η Αυγούστου το 1932. Στην αρχή ενάντια στους δολοφόνους εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση σε θάνατο, η οποία όμως μετά από μαρτυρία υποστήριξης του Χίτλερ προς τους δολοφόνους έντεκα μέρες αργότερα, μετατράπηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης. Τελικά οι δράστες αφέθηκαν ελεύθεροι στις 2 Μαρτίου 1933 όταν ήρθε στην εξουσία το ναζιστικό κόμμα.

[9] Reschke, Oliver: Der Kampf der Nationalsozialisten um den roten Friedrichshain 1925-1933. Berlin 2004. Του ίδιου: Der Kampf um die Macht in einem Berliner Arbeiterbezirk. Nationalsozialisten am Prenzlauer Berg 1925-1933. Berlin 2008

[10] Fülberth, Georg und Karl-Heinz Horstfeld: Ockershausen und die große Welt. "Die Schlacht am Bachweg" 1931. Στο: Ockershausen in Wort und Bild. Marburger Schriften zur Stadtgeschichte 26. Marburg 1988. σ. 450-453

[11] Fülberth, Johannes: "... wird mit Brachialgewalt durchgefochten". Bewaffnete Konflikte mit Todesfolge vor Gericht. Berlin 1929 bis 1932/1933. 2. εκδ. Köln 2012. σ. 138/139

[12*] Ο Χοστ Βέσελ (1907 – 1930) ήταν ένα από τα στελέχη των Ταγμάτων Εφόδου -της παραστρατιωτικής οργάνωσης του ναζιστικού κόμματος- στο Βερολίνο. Πέθανε μετά από έναν πυροβολισμό. Μετά τον θάνατό του κηρύχτηκε από το ναζιστικό κόμμα σε «μάρτυρα του κινήματος». Ο Βέσελ λίγο πριν τον θάνατό του είχε γράψει ένα κείμενο, το οποίο έγινε επίσημος ύμνος του ναζιστικού κόμματος. Από το 1933 έως το 1945 τραγουδιόταν πάντα μετά τον εθνικό ύμνο της Γερμανίας.

[13] Max Horkheimer: Die Juden und Europa. Στο: Gesammelte Werke. Band 4. Frankfurt am Main 1988, σ. 308/309

[14] Hobsbawm, Eric: Das Zeitalter der Extreme. Weltgeschichte des 20. Jahrhunderts. 3. έκδ. München 1999. σ. 47

[15] Βλ. Reinhard Opitz: Der deutsche Sozialliberalismus 1917-1933. Köln 1973

[16*] Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης μεταξύ 1980 και 1982 στη Γερμανία, τα δυό κυβερνητικά κόμματα, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD) και το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP) δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν για το ρυθμό και το βάθος των κοινωνικών περικοπών. Έτσι, ο τότε αντικαγκελάριος Χανς Ντίτριχ Γκένσερ (FDP) αναζήτησε μια δυνατότητα, ώστε να γίνει μια αλλαγή κυβέρνησης χωρίς νέες εκλογές. Στη συνέχεια ο Όττο Γκραφ φον Λάμσντορφ (FDP) υπουργός Οικονομικών καταθέτει στις 9 Σεπτεμβρίου 1982 ένα έγγραφο, που ο τότε καγκελάριος Σμιτ (SPD) το χαρακτήρισε ως «ντοκουμέντο χωρισμού». Ουσιαστικά, επρόκειτο για το τυπικό πλέον πέρασμα από τον κευνσιανισμό στον νεοφιλελευθερισμό στη Γερμανία, μια μετάβαση η οποία είχε ήδη ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Τρεις βδομάδες αργότερα η κυβέρνηση πέφτει και αναλαμβάνει καγκελάριος ο Χέλμουτ Κολ (CDU). Επρόκειτο για μια κυβερνητική συμμαχία CDU (Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας), CSU (Χριστιανοκοινωνική Ένωση) και FDP. Ο νεοφιλελευθερισμός κατακτά πλέον την ηγεμονία στη Δυτική Γερμανία. Ακολουθεί η πτώση των μισθών και μια σειρά από περικοπές κοινωνικών παροχών, οι οποίες κατακτήθηκαν σε σκληρούς ταξικούς αγώνες. Βεβαίως, αργότερα το ίδιο το SPD, ακολουθώντας τη γνωστή «Ατζέντα 2010», μαζί με την Συμμαχία 90 (Bündnis 90) και το κόμμα των Πρασίνων (Die Grünen) θα συνεχίσουν και θα επιδεινώσουν την κατάσταση για τους εργαζόμενους, μια κατάσταση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

[17*] Η υπενθύμιση του συγγραφέα, ότι ο Χίτλερ δεν εκλέχτηκε αλλά διορίστηκε, είναι ιδιαίτερα σημαντική! Δυστυχώς στη χώρα μας, ακόμη και σε μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς, επικρατεί η εσφαλμένη άποψη –πιθανολογούμε λόγω άγνοιας- ότι ο Χίτλερ εκλέχτηκε από τον γερμανικό λαό. Μια άποψη που προπαγανδίζεται ιδιαίτερα από το χώρο της ακροδεξιάς. Οι τελευταίες εκλογές στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που έγιναν στις 5 Μαρτίου 1933, έδωσαν στο ναζιστικό κόμμα το 43,9% των ψήφων και 288 από τις 647 συνολικά βουλευτικές έδρες, και αυτό παρά το γεγονός ότι η πολιτική δραστηριότητα των αριστερών κομμάτων είχε περιοριστεί από μια σειρά αναγκαστικών νόμων, πολλά στελέχη τους βρίσκονταν στη φυλακή και ο εκλογικός αγώνας έλαβε χώρα κάτω από την τρομοκρατία των Ταγμάτων Εφόδου. Αυτό που στην πραγματικότητα έγινε ήταν ο διορισμός του Χίτλερ από τον πρόεδρο του Ράιχ Πάουλ φον Χίντενμπουργκ.

[18*] Ο συγγραφέας αναφέρεται προφανώς στο γεγονός ότι η Βόννη ήταν η πρωτεύουσα της Δυτικής Γερμανίας, συγκεκριμένα, από το 1949 έως το 1990, ενώ και η έδρα της κυβέρνησης παρέμεινε εκεί μέχρι το 1999.

[19] Die Septemberdenkschrift Bethmann Hollwegs. Στο: Aus Politik und Zeitgeschichte. Beilage zur Wochenzeitung das Parlament. B 19/63. σ. 41-44. Εδώ: σ. 43. Επίσης: Fülberth, Eröffnungsbilanz des gesamtdeutschen Kapitalismus, σ. 135. Μια συλλογή υλικού που αφορά στην ιστορική συνέχεια μέχρι το 1945 είναι: Opitz, Reinhard (Hrsg.): Europastrategien des deutschen Kapitals 1900-1945. 2. έκδ. Bonn 1994.

[20*] Πρόκειται για νεοναζιστικό αδελφό κόμμα της Χρυσής Αυγής.

[21*] Νεοναζιστική οργάνωση στη Γερμανία η οποία έγινε δημόσια γνωστή τον Νοέμβριο του 2011 και η οποία διέπραξε μια σειρά από δολοφονίες. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην όλη υπόθεση εμπλέκονται και οι μυστικές υπηρεσίες της Γερμανίας.

[22] Marx, Karl: Das Kapital. 1ος τομ.. Στο: Marx/Engels, Werke (MEW) τομ. 23. Berlin 1975. σ. 788 [στην ελληνική γλώσσα: Μαρξ, Καρλ: Το Κεφάλαιο, τομ. 1ος, σ. 785]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.