Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Φιλοσοφική σκέψη και πολιτική στρατηγική στον Αντόνιο Γκράμσι



του Hans Heinz Holz

Με το παρόν κείμενο το ιστολόγιο «Ορίζοντας» εγκαινιάζει μια σειρά άλλων που θα ακολουθήσουν, στα οποία εξετάζονται από διάφορες οπτικές γωνίες το έργο και η δράση του Αντόνιο Γκράμσι. Στόχος μας είναι να γίνει ακόμη πιο προσβάσιμο το έργο αυτού του μεγάλου στοχαστή στο ευρύτερο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, -πέρα από αυτά που έχουν δημοσιευτεί μέχρι σήμερα-, και γιατί όχι, να δώσει «τροφή» για παραπέρα συζήτηση και αναστοχασμό στις δύσκολες τούτες ώρες που περνά η χώρα μας εξαιτίας της καπιταλιστικής κρίσης. Οι δυνάμεις της μαρξιστικής-κομμουνιστικής Αριστεράς είναι ανάγκη να αξιοποιήσουν αυτή την κληρονομιά στις σημερινές συνθήκες στην τακτική και στρατηγική τους, στον εμπλουτισμό και στο βάθεμα του μαρξισμού, ώστε να φέρουν πιο κοντά το σοσιαλιστικό στόχο, αλλά και να αποφύγουν, όσο το δυνατό, τυχόν παγίδες και σφάλματα σ΄ αυτή τη πορεία.

Το κείμενο αποτελεί μέρος μιας συλλογής (7 συνολικά), που εξετάζουν πλευρές από το έργο του Αντόνιο Γκράμσι και εκδόθηκαν στο βιβλίο: Hans Heinz Holz, Guiseppe Prestipino (Hg.): Antonio Gramsci heute: aktuelle Perspektiven seiner Philosophie, Köln 1992.
ΠΓ


***

Η υποδοχή του Αντόνιο Γκράμσι στις σοσιαλιστικές χώρες μόλις που έλαβε χώρα, στο δε γερμανικό κομμουνισμό, αυτή ήταν ιδιαίτερα ελλιπής. Δεν πέρασε [πλέον] τώρα ο καιρός, όπου αυτός –ένας θεωρητικός της Τρίτης Διεθνούς, ένας λενινιστής κλασσικού τύπου[1], ο αντιπρόσωπος της αντίληψης του κόμματος της κοσμοθεωρίας- να μπορέσει να γίνει σημαντικός για την σύγχρονη αντίληψή μας; Η απάντηση ότι σήμερα περισσότερο από ποτέ θα αποδεχτούμε την κληρονομιά του Γκράμσι, θα μπορούσε να δοθεί σε μια διαφοροποιημένη ανάλυση του συνολικού έργου του και να γίνει κατανοητή σε μια ανάλυση, η οποία θα εξετάζει επίσης προσεγμένα τα μονόπλευρα ζητήματα και τις αδυναμίες του έργου του, ώστε να ξεπροβάλλουν ακόμη πιο καθαρά τα δυνατά του σημεία. Αλλά ήδη, ένα εν μέρει πρόβλημα που διαπραγματευόμαστε εδώ, το πρόβλημα της «φιλοσοφίας-του-καθένα [όλων]» ή της κοσμοθεωρίας της εργατικής τάξης, θα μπορούσε να αποκαλύψει, πόσα πράγματα μπορεί να μας πει σήμερα ο Γκράμσι.

***

Ι. 

Το έργο που άφησε ο Γκράμσι, τα «Τετράδια της Φυλακής»,[2] δεν είναι μαρτυρίες από την εποχή της νικηφόρας Οκτωβριανής επανάστασης. Αυτά είναι σκέψεις, γραμμένες στη φυλακή, μετά τη νίκη του φασισμού στην πατρίδα του. Το Τετράδιο 11, το οποίο, κυρίως, εδώ λαμβάνουμε υπόψη, προέκυψε το 1932/33, δηλαδή σ΄ ένα χρονικό διάστημα, στο οποίο και στη Γερμανία, τη χώρα στην οποία γεννήθηκε ο μαρξισμός, με ένα ισχυρό, πλούσιο σε παραδόσεις εργατικό κίνημα και ένα μαχητικό μαζικό κομμουνιστικό κόμμα, έφτασαν στην εξουσία οι εθνικοσοσιαλιστές. Η Σοβιετική Ένωση επίσης δεν ήταν ακόμη σταθεροποιημένη –ούτε στην εσωτερική πολιτική ούτε και στην εξωτερική. Η κατάσταση της υγείας του Γκράμσι ήταν τότε ήδη πολλή άσχημη, η προοπτική για να βιωθεί μια ακόμη απελευθέρωση, δεν υπήρχε. Σ΄ αυτήν τη θέση ο Γκράμσι σκέφτεται για τις συνθήκες αλλαγής της κοινωνίας, για τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της επαναστατικής πάλης. Από δω μπορεί κανείς να διδαχτεί, από τη στάση του, όπως και από τις σκέψεις του.

Ο Γκράμσι προσπάθησε να κατανοήσει την επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης για μια νέα κοινωνία –μετά την αιφνιδιαστική και γρήγορη νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης στη Ρωσία και την ανα-σταθεροποίηση του καπιταλισμού (με τη βοήθεια των σοσιαλδημοκρατών) στις αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης- από στρατηγικής σκοπιάς, δηλαδή, λαμβάνοντας υπόψη τη μεθοδολογία της ταξικής πάλης. Γι΄ αυτό το σκοπό ανέπτυξε την αναλογία του «πολέμου κινήσεων» και του «πολέμου θέσεων»- μια αναλογία, της οποίας η θεωρητική οξύτητα φαίνεται όταν συσχετιστεί η σύγκριση με τα πολεμικά γεγονότα του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου ως η δοσμένη τότε επίκαιρη εμπειρική βάση: Γρήγορες και εκτεταμένες επιτυχίες, όπου επιτίθενται στον αντίπαλο αιφνιδιαστικά στα αδύνατα σημεία, σταθεροποίηση του μετώπου, μόλις οι αντίπαλες πλευρές μαζέψουν τις δυνάμεις τους και λάβουν θέση, αγώνες φθοράς εδώ κι εκεί για την κατάκτηση περισσότερο ή λιγότερο σημαντικών ξεχωριστών θέσεων. Μια δύναμη στην οποία επιτίθενται, υπερασπίζεται στον πόλεμο θέσεων τα βασικά της προπύργια με επιμονή και μεταβαίνει στην αντεπίθεση, όπου έχει χάσει το έδαφος στην πρώτη επίθεση του πολέμου κινήσεων. Η Οκτωβριανή επανάσταση αιφνιδίασε τις καπιταλιστικές δυνάμεις σ΄ ένα χρονικό σημείο αδυναμίας – εξάντληση από τον πόλεμο, διασπασμένες τις ανταγωνιστικές ομάδες του κεφαλαίου της Γερμανίας και των δυτικών δυνάμεων. Και ακριβώς, επειδή η Ρωσία ήταν ο «πιο αδύναμος κρίκος», μπόρεσε εκεί η επανάσταση να είναι νικηφόρα, χωρίς να τεθεί αμέσως σε λειτουργία το συγκεντρωμένο αντιχτύπημα των καπιταλιστικών κρατών. Ήταν νικηφόρα, ακριβώς σε μια θέση προφυλακής του καπιταλιστικού συστήματος (διαφορετικά απ΄ ό,τι η Γαλλική Επανάσταση το 1789). Η πραγματοποίηση μιας νέας κοινωνικής τάξης πραγμάτων άρχισε σε συνθήκες οικονομικής και στρατιωτικής αδυναμίας και ενός χαμηλού συνολικά κοινωνικού επιπέδου ανάπτυξης. Η νίκη δεν μπόρεσε να αξιοποιηθεί επιθετικά, η νεαρή Σοβιετική Ένωση έπρεπε να καταπιαστεί με την οικοδόμησή της, αποκομμένη από την οικονομικο-τεχνική ανάπτυξη του υπόλοιπου κόσμου και να αποτραβηχτεί σε μια θέση σκαντζόχοιρου. Ναι μεν με τη νίκη του σοσιαλισμού σε μια χώρα, στο «ένα έκτο της Γης», μετέβηκε η ταξική πάλη τώρα απ΄ το εσωπολιτικό επίπεδο στο πολιτικό παγκοσμίως –υπήρχαν επομένως δυό μέτωπα: η εργατική τάξη ενάντια στην αστική τάξη, και τα καπιταλιστικά κράτη ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, τα μέτωπα όμως είχαν παγιωθεί στο σύστημα μιας, σε καμιά περίπτωση ειρηνικής συνύπαρξης, οι αντίπαλοι μετέβηκαν στον πόλεμο θέσεων.

Ο Γκράμσι δεν είδε την Οκτωβριανή επανάσταση σαν το αποφασιστικό ρήγμα για την υπέρβαση του καπιταλισμού. Σ΄ αυτόν ήταν καθαρό, ότι η νίκη, αρχικά στις μητροπόλεις της καπιταλιστικής κυριαρχίας, θα εξασφάλιζε την μετάβαση στο σοσιαλισμό. Μετά την εγκαθίδρυση της σοβιετικής εξουσίας σε μια μόνο χώρα, βρισκόταν, ένα οικονομικά λιγότερα αναπτυγμένο, υποδεέστερο σοσιαλιστικό κράτος, [μόνο του] απέναντι στις καπιταλιστικές μεγάλες δυνάμεις. Το επόμενο αποφασιστικό βήμα θα έπρεπε να γίνει στα κράτη αυτά. Αφότου όμως απέτυχε η εξάπλωση της επανάστασης και ο ιμπεριαλισμός μπόρεσε να σφετεριστεί την πολιτική εξουσία στην πιο επιθετική της μορφή κατ΄ αρχή στην Ιταλία, μετά στη Γερμανία (παρομοίως και στην Ιαπωνία), έπρεπε η πάλη για την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων –και αυτό σημαίνει η πάλη για την πολιτική εξουσία- να δοθεί στην καρδιά των αστικών κέντρων κυριαρχίας. Ο ανταγωνισμός συστημάτων ανάμεσα στο καπιταλιστικό στρατόπεδο και τη σοσιαλιστική Σοβιετική Ένωση, ήταν εδώ μόνο μια –αν και σημαντική- στιγμή της διεθνούς ταξικής πάλης, όχι όμως το μοναδικό του μέτωπο. «Στην πολιτική ο πόλεμος κινήσεων διαρκεί όσο διάστημα πρόκειται, όχι να κατακτηθούν οι αποφασιστικές θέσεις, και επομένως δεν κινητοποιούνται όλες οι δυνάμεις της ηγεμονίας και του κράτους. Αν όμως οι θέσεις αυτές, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, χάσουν την αξία τους, τότε γίνεται η μετάβαση στον πόλεμο θέσεων» (Q 802). Η απώλεια της Ρωσίας το 1917 δεν ήταν για τον καπιταλισμό μια αποφασιστική προφυλακή, την οποία, απασχολημένος [την περίοδο εκείνη] με άλλα προβλήματα, έγινε δυνατό να εγκαταλείψει. Μετά [όμως] ξεκίνησε η πραγματική αντιπαράθεση.

Αλλά τώρα τα μέτωπα ήταν καθηλωμένα, οι προϋποθέσεις για μια γρήγορη ανατροπή δεν ήταν πλέον δοσμένες, το ιμπεριαλιστικό σύστημα μπόρεσε να παγιωθεί μετά την αποσταθεροποίησή του στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Είδαμε, με ποιο τρόπο ο Γκράμσι πλησιάζει τώρα στη σύγκριση ανάμεσα στον πόλεμο κινήσεων και τον πόλεμο θέσεων. Η μεταφορά των εννοιών της διεξαγωγής του πολέμου πάνω στη πολιτική μπόρεσε να γίνει, λέει ο Γκράμσι «το λιγότερο όσον αφορά τα αναπτυγμένα κράτη, στα οποία η κοινωνία των πολιτών μετατράπηκε σε μια αρκετά περίπλοκη και ανθεκτική δομή απέναντι στα καταστροφικά “ξεσπάσματα” του άμεσα οικονομικού στοιχείου (κρίσεις, υφέσεις κτλ). Το εποικοδόμημα της κοινωνίας των πολιτών επιδρά όπως ένα σύστημα χαρακωμάτων στο σύγχρονο πόλεμο» (Q 1615). Οι επαναστατικές επιτυχίες προϋποθέτουν την αποσταθεροποίηση του κυρίαρχου συστήματος, «στο οποίο οι συνθήκες της εθνικής ζωής βρίσκονται σε εμβρυακή κατάσταση και όχι καλά οργανωμένες και δεν μπορούν να μετατραπούν σε “χαρακώματα και φρούρια”» (Q 865). Στις αναπτυγμένες και καλά δομημένες κοινωνίες, όπως στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές, ιμπεριαλιστικές, «ο πόλεμος κινήσεων μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε πόλεμο θέσεων» (Q 1566)[3]. Η γρήγορη επιτυχία του πολέμου κινήσεων στην ταξική πάλη με αξιοποίηση των αδυναμιών του κυρίαρχου συστήματος, όπως έγινε με την Οκτωβριανή επανάσταση, μετέβηκε τώρα σ΄ έναν κοπιαστικό «πόλεμο θέσεων», ο οποίος καθοριζόταν από το πέρα δώθε μερικών επιτυχιών και ηττών. Αυτός έγινε η μορφή αγώνα της ταξικής πάλης, εθνικά και διεθνώς. Η στρατηγική της μακροπρόθεσμης ταξικής πάλης στη μορφή του «πολέμου θέσεων», ήταν αυτή που ανταποκρινόταν στη σκέψη του Γκράμσι. Γι΄ αυτό απαιτούσε: «Πρόκειται, για το ότι πρέπει να μελετηθεί με “ουσιαστικό” τρόπο, ποια είναι τα στοιχεία της αστικής κοινωνίας, τα οποία αντιστοιχούν στα συστήματα άμυνας στον πόλεμο θέσεων» (Q 1616).

Η δυνατότητα να ορίζεται η επαναστατική πάλη με τις έννοιες του πολέμου κινήσεων και του πολέμου θέσεων και τού να μπορεί κανείς μ΄ αυτό τον τρόπο να οδηγηθεί στις μορφές που εμφανίζονται, οφείλεται στη διαβαθμισμένη πραγματικότητα των κοινωνικών συστημάτων. Αυτή η διαβάθμιση των στρωμάτων της κοινωνικής πραγματικότητας σε «οικονομική βάση = σχέσεις παραγωγής» (structura economica), «κοινωνία των πολιτών» (societa civile) και «πολιτική κοινωνία ή σφαίρα της κρατικής δραστηριότητας» (societa politica) είναι αποφασιστικής σημασίας για τη θεωρία της ηγεμονίας και τη θεωρία της ταξικής πάλης. Μόνο κατά τα φαινόμενα μπορούν οι αντιλήψεις του Γκράμσι να επιδράσουν σαν μια υπερτίμηση της συνείδησης, του πολιτιστικού εποικοδομήματος. Η κοινωνία των πολιτών είναι, πολύ περισσότερο, η μορφή των υλικών συνθηκών που εκφράζονται σε πρότυπα συμπεριφοράς, αποφάσεις δράσης και κριτήρια αξιών και μ΄ αυτό τον τρόπο μολαταύτα [αποτελεί] μια ενότητα σχέσεων παραγωγής και (θεσμικών και ιδεολογικών) φαινομένων του εποικοδομήματος –ένα «ιστορικό μπλοκ» (blocco storico) της κοινωνικής πραγματικότητας,[4] το οποίο συνολικά φέρει το χαρακτήρα μιας υλικής σχέσης, επειδή ο χαρακτήρας αυτός εκδηλώνεται σε υλικά γεγονότα. Πρώτα, σ΄ αυτή την ενότητα οικονομικής βάσης, μηχανισμών λειτουργίας της κοινωνίας των πολιτών και κρατικών θεσμών, περιγράφεται σωστά η μορφή κυριαρχίας μιας κοινωνίας.

Αν η κυριαρχία της κυρίαρχης τάξης δεν θεμελιωνόταν σε τίποτα άλλο παρά στον πολιτικό κρατικό μηχανισμό –κυβέρνηση, γραφειοκρατία, στρατός, αστυνομία-, τότε η αλλαγή ενός κοινωνικού συστήματος θα μπορούσε να ειδωθεί απλά ως ανάληψη εξουσίας των κέντρων διοίκησης αυτών των θεσμών. Αυτή είναι η αντίληψη των πραξικοπηματιών. Στην πραγματικότητα όμως ανατροπή σημαίνει επανάσταση τότε μόνο, όταν στηρίζεται στη βάση μιας συνήθως προοδευτικά και μεγάλης διάρκειας αλλαγή των αντιλήψεων για τη ζωή, των προτύπων συμπεριφοράς, των προοπτικών μόρφωσης, των κοινωνικών δικτυώσεων κ.α. Ενόσω οι οικονομικές σχέσεις παραγωγής σχηματίζουν το θεμελιώδη στρώμα, στο οποίο ακουμπούν οι δομές μιας κοινωνίας ως δομές αναπαραγωγής των συνθηκών ζωής της, η κοινωνία των πολιτών είναι η σφαίρα στην οποία τα άτομα επιδιώκουν τα εκάστοτε δικά τους συμφέροντα και ο «τρόπος συμπεριφοράς τους συμφωνεί με τους σκοπούς του κράτους, με το να “δρουν αυθόρμητα”»( Q 1028). Το ίδιο το κράτος, «με τη νομοθετική του εξουσία και τον εξαναγκασμό του… αποτελεί το όργανο που εναρμονίζει την κοινωνία των πολιτών στην οικονομική βάση» (Q 1253). Έτσι υπάρχουν «δυό μορφές, στις οποίες παριστάνεται το κράτος…, δηλαδή η κοινωνία των πολιτών και η πολιτική κοινωνία ως “αυτοκυβέρνηση” και ως “κυβέρνηση των δημοσίων υπαλλήλων”» (Q 1020). Όσο διάστημα η αυθόρμητη δράση των ανθρώπων, η αυτοκυβέρνησή τους, δεν καταλήγει σε μια ουσιαστική αντίφαση με το καθεστώς της εξουσίας, της κυβέρνησης των δημοσίων υπαλλήλων, δεν είναι δεδομένη η συναίνεση των μαζών με μια επαναστατική ανατροπή, συνεπώς δεν μπορεί να διεξαχθεί πόλεμος κινήσεων. Η εγγύηση για μια ασφαλή κυριαρχία βρίσκεται στο ότι, η κυρίαρχη τάξη κατορθώνει «να μετασχηματίζει κάτω απ΄ το κάλυμμα της πολιτικής κοινωνίας μια περίπλοκη και καλά δομημένη κοινωνία των πολιτών, στην οποία το ξεχωριστό άτομο αυτοκυβερνάται, χωρίς γι΄ αυτό το λόγο να έρχεται σε αντιπαράθεση με την πολιτική κοινωνία» (Q 1020), έτσι που οι μηχανισμοί της κοινωνίας των πολιτών μπορούν να καναλιζαριστούν με σκοπό τη διατήρηση των υπαρχόντων σχέσεων κυριαρχίας. Αυτή η σύγκλιση της πολιτικής εξάσκησης εξουσίας της κυρίαρχης τάξης και αντίστοιχα των στελεχών της, με τη γενική αυτο-κατανόηση [Selbstverständnis = ο τρόπος που βλέπει κάποιος τον εαυτό του] των μαζών είναι η ηγεμονία. Η πάλη για την προετοιμασία μιας επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας, πρέπει επομένως κατ΄ αρχή και για μεγάλο χρονικό διάστημα, να είναι μια πάλη για την ηγεμονική διείσδυση στην κοινωνία των πολιτών με νέο περιεχόμενο, δηλαδή για την αντικατάσταση της υπάρχουσας ηγεμονίας με αυτή της νέας τάξης, έτσι που τελικά να προκύψει ανοιχτή αντίφαση ανάμεσα στους μηχανισμούς της κοινωνίας των πολιτών και της πολιτικής των καθυστερημένων, δηλαδή των αντιδραστικών κρατικών θεσμών. Αυτό ακριβώς είναι ο πόλεμος θέσεων, ο οποίος απαιτεί διαφορετικά στρατηγήματα απ΄ ό,τι ο πόλεμος κινήσεων. Αφότου η Οκτωβριανή επανάσταση δεν μεταδόθηκε στις δυτικές βιομηχανικές χώρες, προέκυψε εδώ για τον Γκράμσι η καθοριστική προβληματική, η οποία χαρακτηρίζει την εποχή μας: «Μετάβαση από τον πόλεμο κινήσεων (και από τη μετωπική επίθεση) στον πόλεμο θέσεων και στο πολιτικό πεδίο. Αυτό μου φαίνεται ότι είναι το πιο σημαντικό ζήτημα της πολιτικής θεωρίας που τίθεται στη μεταπολεμική περίοδο, και είναι αρκετά δύσκολο να λυθεί σωστά. Αυτό συνδέεται με τα ζητήματα που τέθηκαν από τον Μπρόνσταϊν (= Τρότσκι), ο οποίος μπορεί να χαρακτηριστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ως πολιτικός θεωρητικός της μετωπικής επίθεσης, σε μια περίοδο, στην οποία αυτός οδηγεί μόνο στην ήττα» (Q 801).

Ο πόλεμος θέσεων είναι η κανονική μορφή της ταξικής πάλης. Εδώ ανήκει επίσης, ότι τα φρούρια που έχουν παρθεί κατά την έφοδο, σε λίγο ή μετά από μεγαλύτερη περίοδο, μπορούν να χαθούν ξανά σε μια αντεπίθεση. Το Βερντέν αποτελεί το παράδειγμα τέτοιου είδους αγώνων από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Μια νίκη κερδίζεται τότε μόνο, όταν ταρακουνηθεί η εσωτερική δύναμη του αντιπάλου, όταν σπάσει η αυτοσυνείδηση του. Οι Γάλλοι δεν έχασαν στην Ινδοκίνα εξαιτίας της περίπτωσης του Ντιέν Μπιέν Φου, αλλά επειδή δεν είχαν πλέον καμιά υποστήριξη στην κατεχόμενη χώρα. Έτσι έγινε δυνατό η ξεχωριστή ήττα να γίνει το σήμα, που προξένησε την πολιτική συνθηκολόγηση.

Πως εξελίσσεται, ανάλογα, ο πόλεμος θέσεων στην ταξική πάλη; Η εργατική τάξη παλεύει για να κατακτήσει μικρές επιτυχίες, αν πρόκειται να απωθήσει την κυριαρχία καθαρών ιδιαίτερων συμφερόντων του κεφαλαίου: Εδώ κι εκεί ένας νόμος, στον οποίο προβάλλεται το γενικό συμφέρον, ένα κομμάτι επιρροής ή αυτοδιάσωσης στη νομική, πολιτική, οικονομική κατάσταση, μερικές κοινωνικές ασφάλειες, ένα υψηλότερο ποσοστό από τα αποτελέσματα της εργασίας. Βεβαίως, αυτό είναι «ρεφορμισμός», «τρειντγιουνισμός», αλλά στον πόλεμο θέσεων μετρούν τα μικρά εδάφη που κερδίζονται. Οι μεταρρυθμίσεις είναι «ρεφορμιστικές», οι κοινωνικές βελτιώσεις «τρειντγιουνιστικές», αν δεν αλλάζουν τη συνολική κατάσταση του καπιταλιστικού κοινωνικού συστήματος, αν ενισχύουν την ενσωμάτωση των εκμεταλλευομένων και των κυριαρχούμενων αντί την αυτονομία τους. Γι΄ αυτό όλα εξαρτώνται απ΄ το ότι δεν πρέπει να διεξάγεται η ταξική πάλη μόνο για την επιβολή (μερικών) συμφερόντων της εργατικής τάξης, αλλά ταυτόχρονα σαν μια διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης[5]. Η εργατική τάξη πρέπει στον πόλεμο θέσεων να αναπτύξει τον πολιτισμό της[6] –σαν δικό της, νέο, ο οποίος θα προσλάβει την πολιτιστική κληρονομιά του έθνους και της ανθρωπότητας και θα τον συνεχίσει παραπέρα. Ο πολιτισμός των καταπιεζομένων είναι ένα μέρος του εθνικού πολιτισμού, και εμπεριέχει τις έννοιες-σκοπούς που δεν έχουν τηρηθεί από την κυρίαρχη τάξη: Θεωρητικά σχέδια, αξίες, σκοπούς ζωής.[7] Ένας πολιτισμός δεν επιβάλλεται με το να ορίζεται αυτός από τους πολιτικούς νικητές. Ο πολιτισμός πρέπει να διεισδύσει στα κεφάλια και στις καρδιές των ανθρώπων, πρέπει να αλλάξει τη στάση ζωής τους και τις προσδοκίες τους. Η πάλη για μεταρρυθμίσεις της κοινωνίας, είναι μια πάλη για θεσμική αλλαγή, συνεπεία της οποίας μια υπάρχουσα τάξη πραγμάτων καταλήγει σε αντίφαση με τον ίδιο της τον εαυτό. Η πάλη για πολιτισμό είναι μια πάλη για το συνειδητό γίγνεσθαι και την αλλαγή συνείδησης, στην πορεία της οποίας η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων χάνει την αξιοπιστία και την ισχύ της. Σε πολλές φάσεις του πολέμου θέσεων προσήκει στην αλλαγή συνείδησης, ένας κυρίαρχος ρόλος. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε ετοιμότητα για εκτεταμένες αλλαγές. Χωρίς αυτόν η κυρίαρχη τάξη θα παρουσίαζε στους κυριαρχούμενους τα συμφέροντά της ως δικά τους. Το συνειδητό γίγνεσθαι είναι διάβλεψη του φαινομένου, το οποίο κρύβει τις πραγματικές σχέσεις. Η επαναστατική πολιτική είναι πάντα επίσης μια πάλη για την [κατάκτηση] της συνείδησης των μαζών. Μέχρι αυτού του σημείου είναι ελιτίστικη, όταν αυτή η συνείδηση εκπαιδεύεται κατ΄ αρχή από μια μειοψηφία, και ταυτόχρονα είναι αντιελιτίστικη, όταν επιδιώκει να άρει το προνόμιο της μειοψηφίας κάνοντας την συνείδηση της φιλοσοφίας-του-καθένα (όλων). Αυτό το νόημα έχει η συζήτηση περί «πρωτοπορίας» της εργατικής τάξης και περί «κόμματος-πρωτοπορία», το οποίο αποτελεί την οργάνωση της πάλης για [την κατάκτηση] των κεφαλιών και των καρδιών. Το πρόγραμμα του αστικού Διαφωτισμού ήταν ένα τέτοιου είδους πρόγραμμα-πρωτοπορίας, το οποίο στην πάροδο ενός αιώνα μετατράπηκε σε φιλοσοφία-όλων, μέχρι που κατέληξε στην επανάσταση του 1789. Πρώτα, όταν ο πολιτισμός των κυριαρχούμενων επικρατήσει, τότε έχει προετοιμαστεί το έδαφος για την επανάσταση. Την ηγεμονία την κατέχει όποιος διαμορφώνει την κοσμοθεωρία των ανθρώπων. Η ιδέα μιας νέας κοινωνίας είναι πάντα συνδεδεμένη με μια νέα κοσμοθεωρία. Μέχρι αυτού του σημείου η φιλοσοφία –διαβαθμισμένη απ΄ το προσεγμένα διαμορφωμένο σύστημα φτάνοντας μέχρι τις προσανατολιζόμενες κατευθυντήριες αντιλήψεις της καθημερινής συνείδησης- μετατρέπεται σε ουσιαστικό περιεχόμενο της πολιτικής. Οι φιλοσοφίες είναι η ιδεατή, οι τάξεις η υλική πλευρά της ταξικής πάλης: «Όπως η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, έτσι βρίσκει το προλεταριάτο στη φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα».[8]

***

ΙΙ.

Είδαμε ότι ο Γκράμσι, τα στοιχεία του εποικοδομήματος, δηλαδή τους θεσμούς όπως η διοίκηση, οι δικανικοί κανόνες, το σύστημα αγωγής κτλ[9] αφενός και οι ιδεολογίες όπως η θρησκεία, η στάση απέναντι στις αξίες, τα πρότυπα συμπεριφοράς κτλ αφετέρου, τα χαρακτηρίζει ως χαρακώματα του αμυντικού μηχανισμού της κυρίαρχης τάξης. Ο πόλεμος θέσεων διεξάγεται σε μεγάλο βαθμό στο έδαφος του εποικοδομήματος, όσο διάστημα η οικονομική βάση, δηλαδή οι σχέσεις ιδιοκτησίας και επομένως οι συνθήκες κυριαρχίας της κυρίαρχης τάξης, δεν μπορεί να αλλάξει –μια αλλαγή, η οποία μάλιστα η ίδια εξαρτάται με τη σειρά της από την ταξική συνείδηση της επαναστατικής τάξης και με τους εδώ σχηματιζόμενους στόχους πάλης. Στον πόλεμο θέσεων η αντικατάσταση ενός κοινωνικού σχηματισμού από ένα νέο, συνδέεται με την αντικατάσταση εκείνη, για την οποία χαρακτηριστικές είναι οι θεσμικές μορφές οργάνωσης και οι κοσμοθεωρητικοί προσανατολισμοί –και η αντικατάσταση αυτή είναι ένα προτσές διαρκών αλλαγών, οι οποίες τελικά στο επαναστατικό σπάσιμο αλλάζουν σ΄ ένα νέο κοινωνικό σχηματισμό.[10] Οι συνδικαλιστικοί αγώνες και τα εργατικά δικαιώματα ανήκουν επίσης στην οικονομική σφαίρα, όπως η αναδιοργάνωση του ταξικού εκπαιδευτικού συστήματος, οι κρατικές παρεμβάσεις στα ατομικά δικαιώματα των ιδιοκτητών (π.χ. σήμερα στην προστασία του περιβάλλοντος, στη χωροταξία και τις συγκοινωνίες, στους τεχνικούς κανόνες ασφαλείας κτλ) όπως επίσης η αντανάκλαση της καταπίεσης και της αποξένωσης στη φιλοσοφία, την τέχνη και την κοινωνική θεωρία. Το κράτος επίσης ως όργανο κυριαρχίας μιας τάξης δεν μπορεί να ασκήσει την επιβολή των ταξικών συμφερόντων χωρίς να λάβει υπόψη (όπως κι αν είναι, περιορισμένα και μειωμένα) το κοινό συμφέρον ή το λιγότερο την γενικά αποδεκτή αντίληψη. Το κράτος είναι πάντα κράτος των κυριάρχων και των κυριαρχούμενων[11] και θα έχανε την ηγεμονική λειτουργία του, ενώ δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί πλέον την ενότητα κυριάρχων και κυριαρχούμενων, αν δεν ήταν επίσης σε θέση να πραγματοποιήσει την ένταξη των συμφερόντων σε ένα συνολικό συμφέρον.[12]

Στις λειτουργίες ενσωμάτωσης, τις οποίες πρέπει να εκπληρώσει η πολιτική κοινωνία προς το συμφέρον της διατήρησης του υπάρχοντος κυρίαρχου συστήματος, ανήκουν επίσης οι μεταρρυθμίσεις, οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τα άμεσα συμφέροντα των ξεχωριστών μελών της κυρίαρχης τάξης. Αυτό σημαίνει, ότι προκειμένου να διατηρηθεί το σύστημα, λαμβάνονται κάποια ξεχωριστά μέτρα της επανάστασης, προτού το επαναστατικό κίνημα μπορέσει να οδηγήσει [το σύστημα] στην ανατροπή –χωρίς μολαταύτα να θιγούν οι βάσεις της κυριαρχίας της κυρίαρχης τάξης (π.χ. διαφάνεια των ταξικών ορίων στην κοινωνική άνοδο με ταυτόχρονη διατήρηση των σχέσεων ιδιοκτησίας, ισοτιμία των δυό φύλων, αλλά υποταγή και των δυό στους κανόνες της καφαλαιακής σχέσης, κοινωνικές παραχωρήσεις σαν απόβλητα προϊόντος της συσσώρευσης του κεφαλαίου). Αυτονόητα, στα καθήκοντα του κράτους ανήκει επίσης η ίδια η ώθηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στα ξεχωριστά συμφέροντα των παραγωγών. Ο Γκράμσι ονομάζει τέτοιου είδους ξεχωριστά προοδευτικές, αλλά σε σχέση με την κοινωνική κατάσταση, σε τελική ανάλυση, συγκλίνουσες, «από τα πάνω» κατευθυνόμενες αλλαγές, ως «παθητικές επαναστάσεις».[13] Αυτό σημαίνει: Οι μάζες δεν είναι δρώντα υποκείμενα και φορείς των αλλαγών προς το δικό τους συμφέρον, αλλά αντικείμενά τους. Οι ανάγκες τους που έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, ικανοποιούνται με τέτοιο τρόπο, που μπορούν να λειτουργήσουν σαν στοιχεία σταθεροποίησης της κυριαρχίας. Με τον τρόπο αυτό οι ανταγωνιστικές δυνάμεις δένονται ξανά στο σύστημα, και η ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης μπορεί να εξασφαλιστεί παραπέρα με μεταρρυθμίσεις.

Η πολιτική λειτουργία της πολιτιστικής ηγεμονίας βρίσκεται επομένως, στο να εξουδετερωθούν οι αντικειμενικές κοινωνικές αντιφάσεις μέσω της κοσμοθεωρητικής συστηματοποίησης, και στην εξισορρόπηση του ταξικού ανταγωνισμού[14] να κατασκευαστεί μια «εσωτερική ηρεμία» (tranquilita interna), που να αντιστοιχεί «στο βαθμό και την εντατικότητα της ηγεμονικής λειτουργίας της διευθύνουσας κοινωνικής ομάδας» (Q 1577). Εξυπακούεται, ότι η εγγυημένη μέσω των ιδεολογικών μέσων ηρεμία, μπορεί να κυριαρχεί τόσο χρονικό διάστημα, όσο γίνεται κατορθωτό να μην κρατηθεί αισθητά μεγάλο το χάσμα ανάμεσα στις ανάγκες των μαζών και την ικανοποίηση που εγγυάται η κυρίαρχη τάξη και να μην αφεθεί να γίνει ανυπόφορη η αποτυχία να ικανοποιηθούν οι ανάγκες. Η άνθιση κάθε κοινωνίας βασίζεται πάνω στη γενική ευημερία, την οποία δημιουργεί –ανεξάρτητα πάντα από τις συνθήκες εκμετάλλευσης. Εδώ ανήκει επίσης η ψυχική χαλάρωση στη συμμόρφωση με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Η χειραγώγηση της συνείδησης, ο προσανατολισμός σε προσδοκίες σύμφωνες προς το σύστημα κυριαρχίας και το να δίνεται νόημα [σε όλα αυτά], αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της ιδεολογικής άσκησης κυριαρχίας, επομένως της πολιτιστικής ηγεμονίας.[15]

Αν γίνεται εδώ λόγος περί χειραγώγησης, καναλιζαρίσματος και ευθυγράμμισης, τότε πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι αυτές οι εκδηλώσεις της ηγεμονίας δεν περιλαμβάνουν κατ΄ αρχή την πλάνη και την απάτη αλλά αποτελούν έκφραση της θεωρητικής αυτο-κατανόησης μιας πολιτικής τάξης πραγμάτων.[16] Πρώτα, όταν μια κοινωνία καταλήξει στην κρίση, στην οποία η αυτο-κατανόηση και η πραγματικότητα που βιώνεται δεν μπορούν πλέον να καλυφθούν και η συνείδηση των ανθρώπων γίνει κριτική, τότε η κοσμοθεωρητική διεύθυνση της κυρίαρχης τάξης μετατρέπεται σε ανειλικρίνεια / ψέμα. Ενώ πριν οι μάζες πάλευαν για τα συμφέροντά τους στο έδαφος της κυρίαρχης κοσμοθεωρίας, στη συνέχεια η ιδεολογική κριτική μετατρέπεται σ΄ ένα ουσιαστικό στοιχείο της ταξικής πάλης και προετοιμάζει το έδαφος για την αντικατάσταση της κυρίαρχης τάξης. «Μια κοινωνική ομάδα μπορεί, και μάλιστα πρέπει, να είναι ιθύνουσα προτού κιόλας κατακτήσει την κυβερνητική εξουσία. Αυτό αποτελεί μια από τις κύριες προϋποθέσεις για την ίδια την κατάκτηση της εξουσίας. Ύστερα, όταν ασκεί την εξουσία και μάλιστα αν την κρατάει γερά στα χέρια της, γίνεται κυρίαρχη, αλλά πρέπει να εξακολουθεί να είναι και ιθύνουσα» (Q 2010). Η αντίφαση ανάμεσα στις προσδοκίες των ανθρώπων και την ανεπαρκή εκπλήρωσή τους, την οποία εγγυάται απλά η υπάρχουσα κοινωνία, μετατρέπεται σε πολιτική δύναμη όταν οι προσδοκίες και οι ίδιοι οι στόχοι μετατρέπονται σε περιεχόμενα μιας νέας κοινωνικά προσανατολισμένης κοσμοθεωρίας. Πρώτα, όταν αυτή η νέα κοσμοθεωρία –κριτική απέναντι στην μέχρι τώρα, θετική στο να τίθενται εναλλακτικές λύσεις- κατακτήσει τις μάζες και τη γεμίσει με ένα νέο ήθος, τότε έχει ωριμάσει και η κατάσταση για μια νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Μέχρι αυτού του σημείου η έννοια ηγεμονία σημαίνει περισσότερα απ΄ ό,τι απλά η σχέση κοσμοθεωρητικής διεύθυνσης και πολιτικής κυριαρχίας. Είναι η γνωστική-θεωρητική κατηγορία, μέσω της οποίας καθορίζεται σ΄ αυτήν το επίπεδο εξέλιξης μιας κοινωνίας και ο ρόλος της επαναστατικής τάξης. «Η θέση που περιέχεται στην “Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας”, ότι οι άνθρωποι συνειδητοποιούν τις κοινωνικές βασικές διαμάχες στο έδαφος της ιδεολογίας, πρέπει να ειδωθεί ως μια δήλωση γνωστικής-θεωρητικής και όχι απλά ψυχολογικής και ηθικής αξίας. Από δω προκύπτει, ότι η θεωρητική-πρακτική αρχή της ηγεμονίας, έχει επίσης μια γνωστική-θεωρητική σπουδαιότητα, και κυρίως σ΄ αυτό το πεδίο πρέπει να αναζητηθεί η εξέχουσα θεωρητική σημασία του Ιλίτς (Λένιν) για την φιλοσοφία της πράξης… Η πραγματοποίηση ενός μηχανισμού ηγεμονίας καθορίζει, στο βαθμό που δημιουργεί ένα νέο ιδεολογικό έδαφος, μια μεταρρύθμιση της συνείδησης και των μεθόδων γνώσης και αποτελεί ένα γεγονός της γνώσης, ένα φιλοσοφικό γεγονός» (Q 1249). Μια επιστημονικά τεκμηριωμένη πολιτική στρατηγική στον πόλεμο θέσεων, προϋποθέτει μια θεωρία της ηγεμονίας, και χωρίς μια ηγεμονική-θεωρητική διαφώτιση της σύγχρονης κατάστασης της ταξικής πάλης, ο υπολογισμός της ιδίας δύναμης και το σχέδιο της στρατηγικής, καταλήγουν στον κίνδυνο να γίνουν απατηλοί –να συγχέονται πραγματικότητα και στόχος είτε οπορτουνιστικά είτε ουτοπικά.[17]

Η αξίωση να κατανοηθεί η κατηγορία της ηγεμονίας όχι απλά σαν πολιτική, αλλά και σαν γνωστική-θεωρητική, οδηγεί παραπέρα στο πρόβλημα της σχέσης Είναι και συνείδησης. Δεν είναι μόνο το περιεχόμενο της συνείδησης που αλλάζει στις νέες σχέσεις παραγωγής και στους μηχανισμούς οργάνωσης της κοινωνίας (έτσι όπως έδειξε ο Μαξ Βέμπερ στο παράδειγμα τού ότι συμπίπτουν η γέννηση του καπιταλισμού και η προτεσταντική ηθική[18]). Πολύ περισσότερο, αλλάζει η μορφή της σχέσης με την πραγματικότητα. Η μετάβαση από τον χριστιανικό Μεσαίωνα στην ευρωπαϊκή νεώτερη εποχή το έδειξε καθαρά. Η σύνδεση της τεχνικής προόδου, της επιστημονικής γνώσης και του σχηματισμού του κεφαλαίου σε ένα σύνδρομο, γέννησε ένα νέο τύπο ορθολογικότητας[19], στον οποίο ο φυσικο-επιστημονικός αντικειμενισμός (Γαλιλαίος) και ο φιλοσοφικός υποκειμενισμός (Καρτέσιος) εισήλθαν σε μια αντιφατική ενότητα, την κατασκευή της οποίας τέλεσε τελικά ο υπερβατικός ιδεαλισμός του Καντ. Αυτός ο τύπος του ορθολογισμού αντιστοιχούσε στην αντίληψη για τον κόσμο του αστού επιχειρηματία-ατόμου. Με την επιβολή του στον 17ο και 18ο αιώνα σε σκληρούς ιδεολογικούς αγώνες ως συντακτικός [ΠΓ:. συνταγματικά] για την κοσμοαντίληψη (σε σχέση με τα άλλα «προληπτικά» κατάλοιπα της προεπιστημονικής εποχής, τα οποία συνεχίζουν να υπάρχουν στη σκέψη όλων) η αστική τάξη κατέκτησε την ηγεμονία και μπόρεσε τώρα να αναλάβει την κυριαρχία και πολιτικά (Γαλλική Επανάσταση και αλλαγή Συνταγμάτων στα βιομηχανικά κράτη κατά τον 19ο αιώνα).

Αυτό το προτσές αλλαγής οργάνωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης και των πνευματικών (θεωρητικών, καλλιτεχνικών, συνολικά πολιτιστικών) συμβολισμών, το οποίο έλαβε χώρα στην κοινωνία των πολιτών και στη συνέχεια επεκτάθηκε στην πολιτική κοινωνία –σαν αποτέλεσμα των αλλαγών του τρόπου παραγωγής και των σχέσεων παραγωγής- αφορά όμως τώρα και στις θεωρητικές βάσεις της γνώσης και τη μορφή της αντίληψης για τον κόσμο [Weltverhältnis] (δηλαδή το οντολογικό μοντέλο στο οποίο προσανατολιζόμαστε). Μέχρι αυτού του σημείου –ακριβώς ως ισοδύναμο του «ιστορικού μπλοκ» βάσης και εποικοδομήματος-, ο ηγεμονικός καθορισμός μιας κοινωνίας (ως φορέας της πολιτικής της ενότητας) δηλώνει επίσης την τυπική αρχή, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος στον κόσμο και ο ίδιος ο κόσμος αναγνωρίζεται και ερμηνεύεται. Αυτή είναι η ακριβής έννοια της ιδεολογίας (όχι σαν «ψευδής συνείδηση», αλλά σαν έκφραση της ιστορικότητας της συνείδησης.[20]

***

ΙΙΙ.

Η πάλη για (πολιτιστική) ηγεμονία είναι πάλη για το σχηματισμό μιας νέας κοσμοθεωρίας –με νέους κοινωνικούς στόχους, ατομικές προσδοκίες για τη ζωή, ιεραρχίες αξιών, μορφές συμπεριφοράς, αλληλεγγύη. Κατάκτηση της ηγεμονίας σημαίνει «δημιουργία μιας νέας κουλτούρας», δηλαδή «μια πραγματική κοσμοθεωρία (concezione del mondo)…, η οποία συνάγεται από την πραγματική δραστηριότητα κάθε ξεχωριστού ατόμου και η οποία περιλαμβάνεται στη δράση του» (Q 1377)

Ο Γκράμσι δίνει μεγάλη βαρύτητα στην απόκρουση της παρανόησης, ότι εδώ  πρόκειται για μια κατ΄ αναγκαίο τρόπο εννοιολογικά επεξεργασμένη θεωρία. «Το ότι μια μάζα ανθρώπων φτάνει [σε σημείο] να σκέφτεται με έναν συνεκτικό και ενιαίο τρόπο το τωρινό πραγματικό, αυτό είναι ένα πολύ σημαντικότερο και “πιο πρωτότυπο”, “φιλοσοφικό” γεγονός απ΄ ό,τι η ανεύρεση μιας νέας αλήθειας από μια φιλοσοφική “ιδιοφυΐα”, η οποία μετατρέπεται σε ιδιοκτησία μικρών ομάδων διανοουμένων» (Q 1378). Ακριβώς, η χαλαρή και θεωρητικά μη κλειστή μορφή της λαϊκής κοσμοαντίληψης –της «senso commune», «η οποία κατά βάση είναι μια ιδιαίτερα συγκεχυμένη αντίληψη για τη ζωή και τους ανθρώπους»- επιτρέπει επίσης την επίδραση και την αλλαγή στις αντιδράσεις πάνω στην καθημερινή εμπειρία: «Η senso commune δεν είναι κάτι το παγιωμένο και ακίνητο, αλλά μετασχηματίζεται διαρκώς και εμπλουτίζεται με επιστημονικές έννοιες μετατρεπόμενη [έτσι] σε φιλοσοφικές απόψεις, οι οποίες πήραν τη μορφή της συνήθειας [ΠΓ: Για την ακρίβεια, η συνήθεια να σκέφτεται κανείς με συγκεκριμένο τρόπο]) (Q 2271). Όταν ο Γκράμσι λέει σ΄ αυτό το σημείο, ότι η «senso commune» «είναι το φολκλόρ της φιλοσοφίας» και ότι βρίσκεται «πάντα στο μέσον ανάμεσα στο αληθινό και το ουσιαστικό φολκλόρ και τη φιλοσοφία, την επιστήμη, την οικονομία των επιστημόνων», τότε αυτό υποδηλώνει αφενός τα σημεία εκείνα της επιρροής και χειραγώγησης, αφετέρου όμως και τη γραμμή, πάνω στην οποία μπορεί να επιτευχθεί ο σχηματισμός μιας νέας κοσμοθεωρίας.

Εκείνη η ενότητα φιλοσοφίας και πολιτικής, η οποία αποτελεί τη βάση του μαρξικού προγράμματος της «πραγματοποίησης της φιλοσοφίας»[21] ερμηνεύεται από τον Γκράμσσι στο «ότι όλοι οι άνθρωποι είναι “φιλόσοφοι”», επομένως το ζήτημα είναι «να οριστούν τα όρια και τα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας “αυθόρμητης φιλοσοφίας”… η οποία εμπεριέχεται: 1) στην ίδια τη γλώσσα, η οποία είναι ένα σύνολο από συγκεκριμένες έννοιες και σχέδια…, 2) στην “senso commune” και την “buon senso” ( = στη γνώση της καθημερινότητας και την αντίληψη για τον κόσμο που περιέχεται σ΄ αυτήν) 3) στη λαϊκή θρησκεία και επομένως στην αντίληψη για τον κόσμο που περιέχεται σ΄ αυτήν, επομένως και σε όλα τα περιεχόμενα της πίστης και των προλήψεων, στις απόψεις, στους τρόπους θεώρησης [ΠΓ: του πως βλέπει κανείς τα πράγματα] και συμπεριφοράς…» (Q 1375). Στη συνείδησή του ο άνθρωπος αντανακλά τον κόσμο και την θέση του σ΄ αυτόν. Το να έχει κάποιος μια κοσμοθεωρία, αυτό είναι έκφραση του συστατικού γι΄ αυτόν τρόπου αντανάκλασης.[22] Κάθε άτομο συνθέτει σ΄ αυτή την κοσμοαντίληψη τα ασυμμετρικά στοιχεία που έχει προσλάβει –αντιλήψεις που έχει παραλάβει, γνώσεις που έχει αποκτήσει, γενικευμένες εμπειρίες κτλ- σε μια προσωπικά, συχνά συγκεχυμένη και κατά κανόνα σε καμιά περίπτωση συνεκτική/ό ενότητα / σύνολο (και η λειτουργία και η ιδεολογική επίδραση του ανορθολογισμού βρίσκεται στο ότι κάνει αποδεκτή αυτή την ασυμφωνία). Επειδή όμως η ερμηνεύσιμη και προσανατολισμένη προς την πράξη δύναμη μιας κοσμοθεωρίας καθιερώνεται μόνο στην κοινωνία, κάθε άτομο τείνει επίσης σε συμφωνία με τα άλλα άτομα, το λιγότερο στα πιο ουσιαστικά σημεία της κοσμοαντίληψής του. «Με τη δική του κοσμοαντίληψη ανήκει κανείς πάντα σε μια συγκεκριμένη ομάδα, ακριβώς σε εκείνη, [που αποτελείται] από όλα τα κοινωνικά στοιχεία, τα οποία μοιράζονται τον ίδιο τρόπο σκέψης και δράσης» (Q 1376). Στην κοινωνικότητα του ανθρώπου υπάρχει ένας αιτιολογημένος «φυσικός» ή «αρχικός» κομφορμισμός. Αυτός είναι το μέσο στο οποίο πραγματοποιείται η διεύθυνση των μαζών, δηλαδή η ηγεμονία, και έχει τη μορφή της «φιλοσοφίας-όλων».

Η φιλοσοφία αυτή είναι τόσο ποικίλη όσο η κοινωνική πραγματικότητα και σε τελική ανάλυση τόσο πολύμορφη όσο οι ατομικές αντανακλάσεις της πραγματικότητας. Τα βασικά της χαρακτηριστικά είναι οι ενσωματώσεις των μεγάλων κοινωνικών ομάδων. Έτσι φθάνουμε στο [συμπέρασμα] ότι «σε κάθε εποχή συνυπάρχουν πολλά συστήματα και ρεύματα της φιλοσοφίας». Επειδή «στην πράξη δεν υπάρχει η φιλοσοφία γενικά: υπάρχουν διαφορετικές φιλοσοφίες ή κοσμοαντιλήψεις, και κάποιος επιλέγει πάντα ανάμεσα σ΄ αυτές» (Q 1379 και 1378). Στην ηγεμονία ανήκει ωστόσο, ότι σ΄ αυτήν συμφωνούν η κοινωνική δομή με τα επιβεβαιωμένα χαρακτηριστικά της κατανόησης του κόσμου.

Η φιλοσοφία δεν είναι επομένως ένα αφηρημένο, αναχθέν από τα οικονομικά και πολιτικά προτσές απόμακρο στοιχείο του εποικοδομήματος, αλλά το συνδετικό μέσο, για να ειπωθεί έτσι, το κονίαμα, μέσω του οποίου συγκρατείται το «ιστορικό μπλοκ» (blocco storico) από την οικονομική βάση και το προσανατολισμένο στην πράξη εποικοδόμημα. Σ΄ αυτήν οργανώνονται σε διαρκή προτσές ανάδρασης οι αντανακλάσεις της υλικής πραγματικότητας σε μια ενιαία εικόνα, η οποία απ΄ τη μεριά της κάνει ξανά δυνατή τη σχεδιασμένη επέμβαση στις εξωτερικές υλικές σχέσεις. Για να κατακτηθεί και να επικρατήσει η ηγεμονία σε μια κοινωνία, είναι επομένως αναγκαίο να αναπτυχθεί μια κατανοητή κοσμοαντίληψη, η οποία θα κατακτήσει τις μάζες και που θα αποτελεί έκφραση των εμπειριών και των συμφερόντων τους, που θα είναι ικανή να ενσωματώσει τις πολλές σχέσεις προς τη ζωή, στις οποίες βρίσκεται το κάθε άτομο. Μια τέτοιου είδους κοσμοθεωρία πρέπει να ερμηνεύσει την πραγματικότητα, να προσανατολίσει τους τρόπους συμπεριφοράς και να θέσει κοινωνικούς στόχους, δηλαδή πρέπει να αποτελεί ένα ιστορικό μεσολαβητικό πολιτικο-ηθικό σχέδιο. Στη μέχρι τώρα ιστορία η καθολική εκκλησία δίνει (στην Ιταλία του Γκράμσι φυσικά ένα πλησιέστερο) παράδειγμα γι΄ αυτό: «Η δύναμη των θρησκειών και ιδιαίτερα της καθολικής εκκλησίας βρισκόταν και βρίσκεται, στο ότι ένιωσε ενεργητικά την αναγκαιότητα μιας ενιαίας διδασκαλίας για όλες τις “θρησκευόμενες” μάζες και πάλευε γι΄ αυτό, ότι τα διανοητικά υψηλότερα στρώματα δεν αποσπάστηκαν από τα κατώτερα» (Q 1380).

Κάθε τάξη που επιδιώκει την ηγεμονία, πρέπει να αναπτύξει στη δική της σκέψη και πράξη τα βασικά χαρακτηριστικά μιας τέτοιου είδους προσανατολισμένης προς την πράξη κοσμοθεωρία και να την πραγματοποιήσει παραδειγματικά «Αυτό δείχνει, πόσο αναγκαίο είναι, να συστηματοποιήσει κριτικά και συνεκτικά τις ιδίες αντιλήψεις για τον κόσμο και τη ζωή» (Q 1379) Η πάλη για μια «επιστημονική κοσμοθεωρία» της εργατικής τάξης, την οποία διεξήγαγαν οι κομμουνιστές απ΄ την εποχή του Μαρξ και του Ένγκελς, δεν είναι ένα δευτερεύων εξάρτημα του πολιτικο-κοινωνικού κινήματος αλλά μια από τις ουσιαστικές συνθήκες της επιτυχίας του. Την εγκατάλειψη αυτής της αξίωσης για μια συνεκτική κοσμοθεωρία προς [όφελος] της ύστερης αστικής ιδεολογίας του πλουραλισμού, ακολουθεί η απώθηση της εργατικής τάξης και των οργανώσεών της σ΄ ένα υποδεέστερο ρόλο ενός κρίκου της επικρατούσας καπιταλιστικής-αστικής κοινωνικής κατάστασης πραγμάτων.

***

IV.

Ο μετασχηματισμός της «φιλοσοφίας-όλων», της «senso commune», σε μια επεξεργασμένη, επιστημονικά τεκμηριωμένη γενική θεωρία του κόσμου, της κοινωνίας, της εξέλιξης και της αναδιοργάνωσής της –δηλαδή σε μια επιστημονική κοσμοθεωρία- δεν είναι απλά ένα ζήτημα της σκέψης. Αυτή τελείται στην αλληλοσχέση των κοινωνικών δραστηριοτήτων και αντιπαραθέσεων. «Η ιδία κοσμοθεωρία απαντά σε συγκεκριμένα, από την πραγματικότητα τιθέμενα προβλήματα, τα οποία στην επικαιρότητά τους είναι προσδιορισμένα και “πρωτότυπα”» (Q 1377). Στην εποχή μας αυτά είναι, γενικά ειπωμένα, η επιστημονικο-τεχνική επανάσταση και οι επιδράσεις της, τα παγκόσμια προβλήματα, το κοινωνικό χάσμα ανάμεσα στις περιοχές του κόσμου, η μαζική ανεργία με ταυτόχρονη αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων, η αποξένωση της εργασίας, η αδιαφάνεια των κοινωνικών προτσές, η σιωπηλή διεύρυνση των κυρίαρχων μηχανισμών ακόμη και στις λεγόμενες δημοκρατίες. Μολαταύτα δεν γίνονται αισθητά όλα αυτά τα προβλήματα στον ίδιο βαθμό και παντού. Όμως ο μαρξισμός προσφέρει μια θεωρία της Ιστορίας και της κοινωνίας, η οποία δίνει μια συνεκτική ερμηνεία για την πηγή αυτών των προβλημάτων, δείχνοντας έναν πολιτικό δρόμο για την επίλυσή τους.[23]

Ο Γκράμσι τόνιζε διαρκώς τον συστηματικό, με την αυστηρή έννοια, θεωρητικό χαρακτήρα του μαρξισμού: «Η θεωρία του ιστορικού υλισμού θα πρεπε να σημαίνει τη λογική συστηματοποίηση των φιλοσοφικών σχεδίων τα οποία είναι γνωστά με το όνομα του ιστορικού υλισμού… Ο ιστορικός υλισμός προέκυψε με τη μορφή των πρακτικών κριτηρίων…, όμως σ΄ αυτά τα πρακτικά κριτήρια περιέχεται μια ολόκληρη κοσμοθεωρία, μια φιλοσοφία» (Q 434). Το γεγονός ότι ο μαρξισμός είναι μια «φιλοσοφία της πράξης» και πραγματοποιείται στην πολιτική δράση, δεν σημαίνει για παράδειγμα, ότι η θεωρία παίζει εδώ απλά ένα υποδεέστερο και υπηρετικό ρόλο. «Ασφαλώς ο μαρξισμός πραγματοποιείται στη συγκεκριμένη μελέτη της παρελθούσας Ιστορίας και στη σύγχρονη δράση της δημιουργίας νέας Ιστορίας. Αλλά δεν μπορεί να κάνει κανείς πάντα μια θεωρία της παρελθούσας Ιστορίας και της σύγχρονης πολιτικής» (Q 435).[24] Η συστηματοποίηση των κοσμοθεωρητικών στοιχείων τελείται συγκεκριμένα στην πολιτική πάλη ως συνέπεια της αναγκαιότητας, ώστε να βρεθούν συνεκτικές απαντήσεις για τα διάφορα προβλήματα και τις διαφορετικές συγκρούσεις και να συνδεθούν τα ατομικά και ομαδικά συμφέροντα στο εσωτερικό της τάξης, συνενώνοντάς τα σε μια ομογενή πολιτική δύναμη. «Όταν στην Ιστορία σχηματίζεται μια ομογενής κοινωνική ομάδα, τότε σχηματίζεται επίσης, ενάντια στην “senso commune” μια ομογενής, δηλαδή συνεκτική και συστηματική φιλοσοφία» (Q 1396). Χωρίς αυτή την ενοποίηση των διαφορετικών συμφερόντων σε ένα γενικό συμφέρον (συγκρίσιμο με τον μετασχηματισμό της volonte de tous, της βούλησης όλων των ατόμων, σε volonte generale, τη γενική βούληση, στην κοινωνική θεωρία του Ρουσώ) δεν θα επιτευχθεί η οργάνωση της τάξης σε ένα μαχητικό πολιτικό σώμα. «Μια ανθρώπινη μάζα δεν διαφοροποιείται και δεν γίνεται αυτόνομη για τον εαυτό της αν δεν οργανωθεί…» (Q 1386). Από δω προκύπτει ο ρόλος της διανοητικής καθοδήγησης των οργανωμένων μαζών, δηλαδή το αξίωμα, να επεξεργαστούν τη θεωρία οι καθοδηγητές του κόμματος της ταξικής πάλης και τα πρωτοπόρα πνεύματα, οι οποίοι πρέπει να είναι μεταξύ τους συνδεδεμένοι στενά και να συνεργάζονται: «… και δεν υπάρχει καμιά οργάνωση χωρίς διανοούμενους, αυτό σημαίνει χωρίς οργανωτές και καθοδηγητές, δηλαδή χωρίς να διαχωρίζεται η θεωρητική πλευρά της σύνδεσης θεωρία-πράξη, συγκεκριμένα σ΄ ένα στρώμα προσώπων τα οποία θα είναι εξειδικευμένα στην επεξεργασία σχεδίων και φιλοσοφιών» (Q 1386). Μόνο ένα κίνημα, που είναι σε θέση να διαδώσει, παρουσιάζοντας διανοητικά επεξεργασμένα και ιδιαίτερα πειστικά, την ανωτερότητα της επιστημονικής και ηθικής του κοσμοαντίληψης, θα μπορέσει να αλλάξει την Ιστορία. Η ομογενοποίηση, η συστηματοποίηση και συγκεκριμενοποίηση των εμπειριών των ξεχωριστών θεωρητικών γνώσεων που υπάρχουν –στην εποχή ενός όλο και πιο διαφοροποιημένου καταμερισμού εργασίας- είναι καθήκον μιας ιδιαίτερης ομάδας ανθρώπων, των διανοουμένων. Αυτοί συντάσσουν το πνευματικό εποικοδόμημα πάνω από τη σφαίρα της βάσης της τεχνικο-οικονομικής παραγωγής: την επιστημονικο-τεχνική έρευνα (συνδεδεμένη άμεσα με την παραγωγή, επομένως και η ίδια αποτελεί μια παραγωγική δύναμη) την οργάνωση του καταμερισμού εργασίας και της διανομής (οικονομολόγοι, νομικοί, διοικητικοί λειτουργοί), την εκπαίδευση και την μετάδοση πληροφοριών (δάσκαλοι / καθηγητές, δημοσιογράφοι) και τέλος τις λειτουργίες που επεξεργάζονται έννοιες και τις λειτουργίες συμβολισμού (φιλόσοφοι, λογοτέχνες, καλλιτέχνες). «Υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί εξειδικευμένης διανοητικής δραστηριότητας» (Q 1550). Όμως: «Η σχέση ανάμεσα στους διανοούμενους και τον κόσμο της παραγωγής δεν είναι άμεσος…, αλλά μεσολαβείται σε διαφορετικό βαθμό, μέσω του συνολικού κοινωνικού ιστού, μέσω του πλέγματος του εποικοδομήματος, του οποίου “λειτουργοί” είναι ακριβώς οι διανοούμενοι» (Q 1518).

Όμως τώρα τα κοινωνικά προτσές πάνω στο επίπεδο της οικονομικής βάσης, απ΄ τη μεριά τους δεν είναι ομοιογενή, αλλά καθορίζονται από ποικίλα, μεταξύ τους διασταυρωμένα και επίσης αντιφατικά συμφέροντα. Η πολυμορφία αυτών των συμφερόντων προϋποθέτει τις δομές της κοινωνίας των πολιτών και σ΄ αυτές αντιστοιχεί ένα πλήθος διανοητικών απόψεων / θέσεων και δραστηριοτήτων. «Κάθε κοινωνική ομάδα, η οποία προκύπτει πάνω στο αρχικό έδαφος μιας ουσιαστικής λειτουργίας στον κόσμο της οικονομικής παραγωγής, δημιουργεί ταυτόχρονα, με οργανικό τρόπο, ένα ή περισσότερα στρώματα διανοουμένων, τα οποία δίνουν σ΄ αυτήν ομοιογένεια και αυτοσυνείδηση απ΄ τη δική τους λειτουργία, όχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας αλλά επίσης σε αυτό του Κοινωνικού και Πολιτικού» (Q 1513). Η ηγεμονία της/των κυρίαρχης/κυρίαρχων τάξης/τάξεων εξασφαλίζεται από την δραστηριότητα των διανοουμένων, η οποία εναρμονίζει την «senso commune» (όπως κι αν είναι, μεταβλητή) με το υπάρχων κυρίαρχο σύστημα. Ο ρόλος του κλήρου στο Μεσαίωνα, όπως αυτός των ΜΜΕ σήμερα, αφήνει να διαφανεί καθαρά αυτή η λειτουργία.

Αν θέλει μια καταπιεσμένη τάξη να ανυψωθεί στην πάλη ενάντια σ΄ αυτό το σύστημα συμμόρφωσης, σε ηγεμονική μέσα στην κοινωνία, δηλαδή να ανατρέψει την ιεραρχία των σχέσεων παραγωγής, τότε πρέπει να δημιουργήσει η ίδια τους διανοούμενους, οι οποίοι θα γενικεύσουν κοσμοθεωρητικά την ιδιαίτερη θέση της ύπαρξής της, καθώς και για άλλες τάξεις και στρώματα, να είναι σε θέση να την παρουσιάσουν πειστικά ως έκφραση των συμφερόντων τους. Γι΄ αυτό ο σχηματισμός ενός νέου σχεδίου, το οποίο οφείλει να επιβληθεί ηγεμονικά, συνδέεται πάντα με την κριτική στους «παραδοσιακούς» διανοούμενους σαν τους φορείς και υπέρμαχους της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων που πρέπει να γίνει υπέρβασή της. 

Ακριβώς, αυτοί οι κριτικοί των υπαρχόντων δομών, οι οποίοι «δημιουργούν για τον ιστορικό οργανισμό ένα νέο εποικοδόμημα» (Q 1407), είναι οι «οργανικοί διανοούμενοι» των καταπιεζόμενων και εκμεταλλευόμενων τάξεων, οι οποίοι γεννιούνται από τις «πραγματικές [τους] σχέσεις». Αυτοί σχεδιάζουν τα νέα προγράμματα [Konzepte] και μεταδίδουν στις μάζες την αυτοσυνείδηση, απ΄ την οποία η παθητική αποδοχή αυτού που δίνεται, μεταβαίνει σε ώθηση για ενεργητική αναδιοργάνωση [Umgestaltung]. Έτσι, «αυτό το προτσές εξέλιξης συνδέεται με μια διαλεκτική διανοουμένων-μάζας» (Q 1386). Πρόκειται για το ότι «πρέπει να σχηματιστεί ένα διανοητικό-ηθικό μπλοκ, το οποίο θα κάνει πολιτικά δυνατή μια διανοητική πρόοδο των μαζών» (Q 1385). Αυτό το προτσές εξέλιξης και σχηματισμού είναι δυνατό, επειδή κατά βάση, κάθε άνθρωπος είναι διανοούμενος –αν και [λαμβάνει χώρα] σε διαφορετικές βαθμίδες (πλήρους) εκπαίδευσης των διανοητικών εργαλείων. Σε κάθε συμπεριφορά απέναντι στην πραγματικότητα, εισέρχονται φυσικά διανοητικές κατηγορίες, οι οποίες στη συνειδητή αντανάκλαση της πράξης μπορούν να γίνουν σαφείς. «Πάνω σ΄ αυτή τη βάση εργάστηκε το εβδομαδιαίο περιοδικό “LOrdine Nuovo” για την ανάπτυξη σχετικών μορφών ενός νέου διανοουμενισμού [Intellektualismus] και τον καθορισμό των νέων εννοιών, κι αυτό δεν ήταν παρά ένας από τους ελάχιστους λόγους της επιτυχίας του» (Q 1551). Μόνο μέχρι σ΄ ένα σχετικό βαθμό μπορεί η νέα τάξη να στηριχτεί πάνω στους ενσωματωμένους σ΄ αυτήν παραδοσιακούς διανοούμενους. Αυτή πρέπει να δημιουργήσει, κυρίως μέσα στην πολιτική πάλη και στη θεωρητική επεξεργασία των εμπειριών που αποκομίσθηκαν εδώ, ένα νέο τύπο διανοουμένων μέσα από τις δικές της γραμμές. «Το πρόβλημα της δημιουργίας ενός νέου στρώματος διανοουμένων, βρίσκεται κυρίως στην κριτική επεξεργασία της διανοητικής δραστηριότητας, η οποία υπάρχει στον καθένα, σ΄ ένα σχετικό βαθμό ανάπτυξης… Ο τρόπος ύπαρξης του νέου διανοούμενου βρίσκεται… στο ότι, πρέπει να παρεμβαίνει ενεργητικά στην πρακτική ζωή, σαν σχεδιαστής, οργανωτής, “να πείθει διαρκώς”, όχι μόνο σαν ομιλητής, και σε κάθε περίπτωση να είναι ανώτερος απ΄ το αφηρημένο μαθηματικό πνεύμα» (Q 1551).

Γι΄ αυτό πρέπει σ΄ ένα επαναστατικό κόμμα, η διαφορά ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης και θεωρητικής επεξεργασίας, που φυσιολογικά προκύπτουν από την εξειδίκευση και την απόκτηση της γνώσης, να εξισορροπείται από την ενοποιημένη δύναμη των κοσμοθεωρητικών βάσεων –όπως ήταν σε θέση να κάνει επί χίλια πεντακόσια χρόνια ο χριστιανισμός. «Μια από τις μεγαλύτερες αδυναμίες των ενυπαρχόντων φιλοσοφιών γενικά, βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν κατανοούσαν ότι πρέπει να δημιουργήσουν μια ιδεολογική ενότητα ανάμεσα στους πάνω και στους κάτω, ανάμεσα στους “απλούς ανθρώπους” και τους διανοούμενους» (Q 1381). Θα πρεπε να είναι η ισχύς της μαρξιστικής ενότητας θεωρίας και πράξης, η θεωρητική επεξεργασία των συγκεκριμένων παραγόντων του παρόντος (στην επιδεξιότητά της, στην ταξινομική της δομή, στο επίπεδο της «συγκεκριμένης αφαίρεσης», με την καθημερινή εμπειρία της πολιτικής πράξης και την εδώ σχηματιζόμενη «senso commune» των μαζών), που να συγχωνεύεται σε μια μάλλον διαφοροποιημένη, αλλά κοσμοθεωρητικά ομοιογενή ενότητα και να ενοποιεί στην ταξική πάλη το συνολικό φάσμα των εκδηλώσεων θεωρητικά, μέσω της μεσολαβητικής πράξης. Αυτή η κοσμοθεωρητική ενσωμάτωση τελείται στην πολιτική δραστηριότητα και επομένως στην πολιτικοποίηση της συνείδησης: «Η κριτική αυτο-κατανόηση τίθεται επομένως αντίθετα, μέσω της πάλης, για να διεξαχθεί η πολιτική ηγεμονία, να διαπιστωθούν οι κατευθύνσεις κατ΄ αρχή στο πεδίο της ηθικής, στη συνέχεια της πολιτικής, και τελικά σε μια υψηλότερη επεξεργασία της ιδίας αντίληψης για το πραγματικό. Το να είναι η συνείδηση τμήμα μιας συγκεκριμένης ηγεμονικής δύναμης (δηλαδή η πολιτική συνείδηση), [αυτή] είναι η πρώτη φάση μιας παραπέρα προοδευτικής αυτογνωσίας, στην οποία τελικά ενώνονται θεωρία και πράξη. Επομένως και η ενότητα θεωρίας και πράξης δεν είναι ένα μηχανικό δεδομένο γεγονός, αλλά ένα ιστορικό γίγνεσθαι» (Q 1385). Επομένως, η πολιτική πάλη των κομμουνιστών πρέπει να συνδέεται πάντα με το «να δημιουργήσει ένα διανοητικό-ηθικό μπλοκ, το οποίο θα κάνει πολιτικά δυνατή μια διανοητική πρόοδο των μαζών και όχι μόνο λίγων ομάδων της διανόησης» (Q 1385). Η χειραφέτηση του προλεταριάτου είναι η απελευθέρωση της ανθρωπότητας συνολικά προς τις δυνατότητες που ενυπάρχουν σ΄ αυτήν.

Οι ιδέες όμως πραγματοποιούνται μόνο στη συλλογική δράση των ανθρώπων. Το να διευθύνει κανείς πνευματικά τους ανθρώπους (δηλαδή να ασκεί ηγεμονία) και να τους οργανώνει, είναι ένα και το αυτό: «Κάθε διαφοροποίηση ανάμεσα στο διευθύνω και στο οργανώνω (στο οργανώνω περιλαμβάνεται το “αναθεωρώ” και ελέγχω) υποδηλώνει μια απόκλιση και συχνά μια προδοσία» (Q 1743). Ο φορέας της ιστορικής πάλης και της προόδου γίνεται επομένως η οργανωμένη συλλογικότητα, το κόμμα. Με το να μαζεύει το κόμμα τους αγωνιστές και να αναπτύσσει σ΄ αυτούς ταξική συνείδηση, αυτό επιδρά σαν ένας επιλεκτικός μηχανισμός για τη δημιουργία της διευθύνουσας ομάδας στο κοινωνικό προτσές χειραφέτησης (πρωτοποριακός ρόλος του κόμματος). «Η επιλογή λαμβάνει χώρα τόσο στο πρακτικό όσο και στο θεωρητικό πεδίο μαζί με τη σχέση μεταξύ θεωρίας και πράξης, η οποία είναι τόσο πιο ισχυρή όσο περισσότερο νεοδημιουργική είναι η αντίληψη με ζωτικό και ριζοσπαστικό τρόπο, συμπεριφερόμενη ανταγωνιστικά απέναντι στους παλιούς τρόπους σκέψης. Επομένως, μπορεί να ειπωθεί ότι τα κόμματα είναι οι επεξεργαστές της νέας ενσωματωμένης και ολοκληρωμένης διανοητικότητας» (Q 1387). Η ηγεμονία είναι το αποτέλεσμα του οργανωμένου μαζικού κινήματος που προκύπτει από ένα ενεργητικό, ενοποιητικό πυρήνα θεωρίας και πράξης. Το να κατακτηθεί αυτή, προϋποθέτει, ότι η οργάνωση σαν σύνολο –αν και με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό βαθμό- και σε καθένα από τα ξεχωριστά μέλη της, θα μετατραπεί σε συνειδητό όργανο της κοσμοθεωρίας, κατά κάποιο τρόπο, σε ένα «συλλογικό διανοούμενο» της κοινωνίας. «Το ότι όλα τα μέλη ενός πολιτικού κόμματος πρέπει να ειδωθούν ως διανοούμενοι, είναι ένας ισχυρισμός, που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αστείο ή καρικατούρα. Όταν όμως εξεταστεί από κοντά, τότε φαίνεται ότι δεν υπάρχει τίποτα, που να είναι πιο αληθές. Μπορούν να γίνουν διαφοροποιήσεις στο βαθμό που ένα κόμμα έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη σύνθεση υψηλότερου ή χαμηλότερου βαθμού. Δεν είναι όμως αυτό που μετρά. Αυτό που μετρά είναι η λειτουργία, η διευθυντική και οργανωτική, δηλαδή διαπαιδαγωγική, δηλαδή διανοητική» (Q 1523). Ταξική συνείδηση, τύπος οργάνωσης και πρωτοποριακός ρόλος, είναι πλευρές μιας και της ίδιας πολιτικής δύναμης του φορέα της κοινωνικής προόδου, που τον κάνει ικανό για ηγεμονία.

Ο Hans Heinz Holz (1927 – 2011) υπήρξε μαρξιστής πολιτικός και φιλόσοφος. Πίσω του άφησε ένα τεράστιο έργο που αφορά σε ζητήματα φιλοσοφίας και πολιτικής.

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ 

1. Τον όρο «societa civile» τον μεταφράσαμε ως «κοινωνία των πολιτών» παρόλο που η σωστή απόδοσή του είναι «κοινωνία των ιδιωτών» ή «ιδιωτική κοινωνία». Ο λόγος είναι ότι έτσι έχει επικρατήσει / καθιερωθεί στη χώρα μας εδώ και πολλά χρόνια.

2. Τον όρο «πόλεμος κινήσεων» μπορεί επίσης να τον συναντήσει κανείς στη βιβλιογραφία και ως «πόλεμος ελιγμών».

3. Στην στρατιωτική ορολογία ως «πόλεμος κινήσεων» χαρακτηρίζεται ο πόλεμος στον οποίο οι στρατιωτικές μονάδες τουλάχιστον της μιας πλευράς, βρίσκονται σε προέλαση. Η πλευρά που προελαύνει μπορεί να χρησιμοποιήσει οχυρά (καταφύγια, φρούρια κτλ), αυτά όμως δεν είναι διαρκή και χρησιμοποιούνται μόνο για την υπεράσπιση πιθανών αντεπιθέσεων. Στον πόλεμο κινήσεων έχουμε συχνές αλλαγές της πορείας του μετώπου.

Στην στρατιωτική ορολογία επίσης, σε αντίθεση με τον «πόλεμο κινήσεων», ο «πόλεμος θέσεων» αφορά σε μια αμυντική μορφή διεξαγωγής του πολέμου, η οποία χαρακτηρίζεται από μια στατική πορεία εξέλιξης του μετώπου. Χαρακτηριστική είναι εδώ η εξασφάλιση των μετώπων με εκτεταμένα συστήματα οχυρών, γι΄ αυτό και σε πολλούς πολέμους θέσεων πρόκειται στην ουσία για πολέμους χαρακωμάτων. 

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, οι όροι «πόλεμος θέσεων» και «πόλεμος χαρακωμάτων» δεν είναι ταυτόσημοι. Ο πρώτος έχει ευρύτερη σημασία και μ΄ αυτή την έννοια σε παλιότερες μεταφράσεις έργων του Γκράμσι στην ελληνική γλώσσα, ο όρος «πόλεμος θέσεων» που αποδίδονταν ως «πόλεμος χαρακωμάτων», -μεταφερόμενος από τη στρατιωτική ορολογία στο έργο του Γκράμσι- θεωρούμε ότι δεν ήταν σωστός.
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλέπε το άρθρο του Παλμίρο Τολιάτι στο τέλος αυτού του τόμου [ΠΓ: Ο H. H. Holz αναφέρεται σε άρθρο του Παλμίρο Τολιάτι που περιλαμβάνεται στο ίδιο βιβλίο, το οποίο θα δώσουμε επίσης στη δημοσιότητα].

[2] Αντόνιο Γκράμσι Quaderni del carcere, κριτ. έκδ. του V. Gerratana, Τουρίνο 1975, 4 τόμοι – Από το 1991 αρχίζει η έκδοση στα Γερμανικά, από τους K. Bochmann και W. F. Haug, Αμβούργο 1991 [ΠΓ: Η έκδοση τα «Τετράδια της Φυλακής» στην οποία αναφέρεται ο H. H. Holz, έχει ήδη ολοκληρωθεί εδώ και πολύ καιρό σε 10 τόμους, από τον εκδοτικό οίκο Argument].

[3] Ο Γκράμσι σημειώνει χαρακτηριστικά, ότι η ανάλυση αυτή ισχύει μόνο για τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες: «Το ζήτημα τίθεται για τα σύγχρονα κράτη, όχι για τις καθυστερημένες χώρες και αποικίες, όπου ισχύουν ακόμη οι κοινωνικές μορφές, οι οποίες σε άλλα μέρη ξεπεράστηκαν και έγιναν αναχρονιστικές» (Q 1567).

[4] Βλ. Annegret Kramer, Gramscis Interpretation des Marxismus, στο: H. H. Holz και H. J. Sandkühler (Hrsg), Betr. Gramci, Köln 1980, σελ. 148.

[5] Βλ. σχετικά το άρθρο του Arberto Burgio σ΄ αυτό τον τόμο.

[6] Βλ. σχετικά, Thomas Metscher, Kunst – Kultur – Humanität, Fischerhunde 1982, σελ. 54 και 97.

[7] Ένα παράδειγμα σχετικά μ΄ αυτό είναι η έννοια του ανθρωπισμού. Βλ. Metscher, ο.π., σελ. 9 / Ένα άλλο παράδειγμα είναι η αντίληψη για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Βλ. Hans Heinz Holz, Vernünftigkeit und Geschichtlichkeit. Über den theoretischen Status und die Geltung der Menschenrechte, DIALEKTIK 13, Köln 1987, σελ. 23 – Στο ίδιο, Mensenrechten als globaal probleem στο E. A. Alkena e.a., Mensenrechten, Rotterdam 1990.

[8] Karl Marx, Kritik der Hegelschen Rechtsphilosophie. Einleitung, MEW 1, σελ. 391.

[9] Σήμερα θα έπρεπε να κατονομαστούν τα ΜΜΕ σαν ένα όργανο του εποικοδομήματος, που του δίνεται προτεραιότητα, αλλά και οι μορφές εξασφάλισης κυριαρχίας του κοινωνικού συστήματος. Απ΄ την πλευρά των μορφών συνείδησης, τα πλεονεκτήματα (π.χ. εχθρότητα απέναντι στους αλλοδαπούς, αντισημιτισμός) και η σύγχυση εννοιών όπως «ελευθερία» ή «ανθρώπινα δικαιώματα») παίζουν έναν σημαντικό ρόλο. Στην άσκηση κυριαρχίας ανήκει επίσης, η κατοχή της συνείδησης των κυριαρχούμενων και επομένως ο έλεγχος της αποδοχής ή της μη αποδοχής των ισχυόντων αρχών περί τάξης.

[10] Ένα ιστορικό παράδειγμα θα ήταν οι καπιταλιστικές μορφές οργάνωσης και κυκλοφορίας και αστικής ιδεολογίας στον 18ο αιώνα μέχρι την ανατροπή της Γαλλικής Επανάστασης. Αλλά και η νίκη στον επαναστατικό πόλεμο κινήσεων σημαίνει απλά, ότι ακολούθως οι θεσμικές αλλαγές και κυρίως, οι νέοι κοσμοθεωρητικοί νεο-προσανατολισμοί, κι αυτό σημαίνει οι καθημερινοί τρόποι συμπεριφοράς, πρέπει να επιβληθούν, ώστε η νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων να μπορέσει να είναι σταθερή.

[11] Βλ. Wilhelm R. Beyer, Staatsphilosophie München 1959.

[12] Ο Γκράμσι αντιπαραθέτει την αντίληψη του «κράτους νυχτοφύλακα» σε αυτή του «ηθικού κράτους» σαν δυό αντιλήψεις της αστικής ιδεολογίας, την «φιλελευθερίστικη» και την «χεγκελιανή» (Q 2302).

[13] Βλέπε το άρθρο του Andrea Catone σ΄ αυτό τον τόμο [ΠΓ: Το άρθρο αυτό θα το δώσουμε επίσης στη δημοσιότητα].

[14] Ας σκεφτεί κανείς την ιδεολογία των «κοινωνικών συνεταίρων».

[15] Εδώ πρέπει να σκεφτεί κάποιος κυρίως τη σημασία της θρησκείας στο Μεσαίωνα.

[16] Κατά τον Μαρξ, εμπεριέχεται «στον πυρήνα επίσης η ηθικο-πολιτική πλευρά ή η θεωρία της ηγεμονίας και της συναίνεσης, που πηγαίνει πέρα απ΄ το ζήτημα της εξουσίας και της οικονομίας» (Q 1315).

[17] Βλ. Hans Heinz Holz, Kampf um Hegemonie – Aneignung des kulturellen Erbes – Theorie und Praxis, στο IMSF (Hrsg), Intelligenz, Intellektuelle und Arbeiterbewegung in Westeuropa, Arbeitsmaterialien des IMSF 16, Frankfurt am Main 1985, σελ. 210. Επίσης: Thomas Mies, Zwei Anmerkungen zum Gebrauch des Hegemonie-Begriffs, στο ίδιο, σελ. 236 – Alessandro Mazzone, Zur Debatte über Hegemonie, στο Holz / Sandkühler (Hrsg), Betr. Gramsci, σελ. 275.

[18] Βλ. Max Weber, Die protestantische Ethik und der Geist des Kapitalismus, Archiv für Sozialwissenschaften und Sozialpolitik, Nr. 20/21, 1905.

[19] Για το πρόβλημα των τύπων του ορθολογισμού, βλ. Jindrich Zeleny, Dialektik der Rationalität, Köln 1986. 

[20] Βλ. Alessandro Mazzone, Questioni di teoria dell’ ideologia, Messina 1981.

[21] Βλ. Hans Heinz Holz, Aufhebung und Verwirklichung der Philosophie, στο: DIALEKTIK 18, Köln 1989, σελ. 250.

[22] Βλ. Hans Heinz Holz, Dialektik und Widerspiegelung, Köln 1983 – Todor Pawlow, Die Widerspiegelungstheorie, Berlin 1973.

[23] Βλ. Hans Heinz Holz, Niederlage und Zukunft des Sozialismus, Essen 1991.

[24] Για τον Γκράμσι η αντιπαράθεση με τον Benedetto Croce, αποτελεί γι΄ αυτό το λόγο ένα κεντρικό κίνητρο της κριτικής του. Ο Croce ήταν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα ο φιλόσοφος εκείνος, που –όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη- διατύπωσε τη φιλοσοφική, κοσμοθεωρητική αυτο-κατανόηση [Selbstvertändnis = ο τρόπος που βλέπει κάποιος τον εαυτό του] της αστικής τάξης. Το έργο του είναι κατά μια σχετική έννοια η τελευταία μεγάλη προσπάθεια να σχεδιαστεί μια συστηματική της κουλτούρας, η οποία θα έπρεπε να εκθέτει ακόμη μια φορά την κοσμοθεωρητική ενότητα του αποσυντιθέμενου αστικού κόσμου. Στοιχεία από τη θεωρία του Hegel για το αντικειμενικό πνεύμα, αναμειγνύονται με αντιλήψεις περί φιλοσοφίας της ζωής από τη φιλοσοφία του Bergson. Η αισθητική εμφανίζεται στη θέση της μεταφυσικής. Οι τέσσερις μορφές στις οποίες εκδηλώνεται το πνεύμα, είναι για τον Croce η τέχνη, η φιλοσοφία, η οικονομία και η ηθική. Αυτές βρίσκονται σχεδόν θετικιστικά η μια δίπλα στην άλλη, κάθε μια με τη δική της νομιμότητα, και τη σύνδεσή της στην ενότητα θεωρίας και πράξης την δυσφημεί ως μια αισχρή και βλαπτική «πολιτικοποίηση της φιλοσοφίας» (για την οποία κάνει υπεύθυνο τον Γκράμσι). Η εξέχουσα σημασία του Croce για την κοσμοθεωρία της ύστερης αστικής κοινωνίας συνδέεται έτσι με το ότι η εθνική-πολιτιστική αυτο-κατανόηση της Ιταλίας εξέφρασε τη γενιά μετά την ένωση (στο Risorgimento). Βασικά, όλοι οι σημαντικοί στοχαστές της Ιταλίας στις αρχές αυτού του αιώνα [ΠΓ: του 20ου αιώνα] (και ο Γκράμσι) πέρασαν απ΄ το σχολείο της κροτσεανής φιλοσοφίας. Έτσι ο Croce ήταν ο «παραδοσιακός διανοούμενος» par excellence [κατ΄ εξοχήν], και ο Γκράμσι στην κριτική του προς την αστική ιδεολογία, έπρεπε διαρκώς να αναφέρεται σ΄ αυτόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.