Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Σχετικά με το μοίρασμα και τη διάκριση των εξουσιών





του Robert Steigerwald

Η αντίληψη περί μοιράσματος των εξουσιών εμφανίστηκε στη προεπαναστατική αστική σκέψη, όταν η αστική τάξη δεν ήταν ακόμη ισχυρή ώστε να διεκδικήσει όλη την εξουσία για τον εαυτό της, συνεπώς, απαίτησε από τους φεουδάρχες να μοιραστούν την εξουσία με την ίδια, φυσικά αν εξαιρέσουμε τις απατηλές απαιτήσεις. Μόλις η αστική τάξη ήταν σε θέση να πάρει όλη την εξουσία στα χέρια της, δεν ήθελε να την μοιραστεί σε καμιά περίπτωση, για παράδειγμα με την υπό διαμόρφωση εργατική τάξη. Τώρα όμως η απαίτηση αυτή πήρε διαφορετική μορφή: Όλη η εξουσία στα χέρια της αστικής τάξης! Αλλά τα όργανα για την άσκηση της εξουσίας, το νομοθετικό, το εκτελεστικό και το δικαστικό, έπρεπε να διαχωριστούν, να μοιραστούν, έτσι ώστε κανένα από αυτά –τα οποία όμως ήταν και παραμένουν(!) όργανα της ιθύνουσας αστικής τάξης- δεν θα μπορούσε να παρέμβει στις αρμοδιότητες του άλλου. Έτσι όφειλε να αφαιρεθεί η δυνατότητα αυθαίρετων πράξεων, όπως εκείνων του κυριάρχου, πράξεις που ήταν γνωστές από την Ιστορία. Μοίρασμα εξουσιών, όχι! Διάκριση εξουσιών, ναι! Αλλά σε ό,τι αφορά στη διάκριση των εξουσιών πρόκειται για εξουσίες της αστικής τάξης.

Πως τίθεται το ζήτημα στη δική μας αντίληψη για το σοσιαλισμό;

Αν εξαιρέσουμε ότι εδώ δεν κάνουμε λόγο περί μοιράσματος των εξουσιών ανάμεσα στις τάξεις, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι στην πάλη του εργατικού κινήματος υπήρχε και υπάρχει μια ανάλογη θέση! Αυτό που διαφέρει είναι το αίτημα για συναπόφαση και εργατικό έλεγχο –αν δεν παραποιείται απ΄ τις ρεβιζιονιστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις!- ως η επιδιωκόμενη μέσω της μαζικής πάλης παρέμβαση στους μηχανισμούς αποφάσεων του κεφαλαίου- δηλαδή ως μια μορφή «μοιράσματος των εξουσιών».

Το ζήτημα που εδώ μας απασχολεί ειδικά, και λαμβάνοντας υπόψη τις εμπειρίες από τον υπαρκτό σοσιαλισμό, είναι η διάκριση της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας σαν εξουσίες των ίδιων και των αυτών πολιτικών και κοινωνικών ταξικών δυνάμεων του σοσιαλισμού. Και επειδή πρέπει να τεθούν εμπόδια μπροστά στο κίνδυνο αυθαίρετων πράξεων. Για να αποτραπεί στα κρατικά όργανα να προσβάλλουν τους νόμους του κράτους –τους νόμους του σοσιαλιστικού! κράτους. Αυτό που ήταν σε θέση να κάνει η αστική τάξη, θα πρεπε να το κάνουμε κι εμείς: Να δημιουργήσουμε μια Δικαιοσύνη ιδίου ταξικού χαρακτήρα, η οποία θα φροντίζει για τη διατήρηση του σοσιαλιστικού Συντάγματος και των σοσιαλιστικών νόμων. Δεν ξέρω ποιοι θα ήταν οι λόγοι που δεν θα συνηγορούσαν στο να ιδρυθεί ένα Συνταγματικό Δικαστήριο σ΄ ένα σοσιαλιστικό κράτος!

Για να προφυλαχτούμε απ΄ το σφάλμα ότι η κρατική εξουσία δεν εξαντλείται στο πρόβλημα του μοιράσματος των εξουσιών, [επισημαίνουμε ότι] τα τρία προαναφερθέντα όργανα εξουσίας δεν πρέπει να συγχέονται με την ίδια την εξουσία. Κατά κάποιο τρόπο συνάγονται από την ουσιαστική βάση της εξουσίας, από τις τελικά καθοριστικές σχέσεις παραγωγής και ιδιοκτησίας. Η καπιταλιστική εξουσία δεν άλλαξε στην ουσία της καθόλου όταν ο φασισμός εκμηδένισε τη διάκριση των εξουσιών! Και στο σοσιαλισμό το τελευταίο θεμέλιο της σοσιαλιστικής εξουσίας δεν καθορίζεται από τα όργανα που συνάγονται από την εξουσία, αλλά από τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής!

Σε ό,τι αφορά την περιφρόνηση των ιστορικών εμπειριών, ποιος τις περιφρονεί βασικά, εκείνοι που προσπαθούν να βγάλουν διδάγματα από αυτές τις εμπειρίες ή εκείνοι που δεν αναλογίζονται και δεν συζητούν γι΄ αυτά τα διδάγματα, αλλά προσπαθούν να προτείνουν ουσιαστικά, να συνεχίσει κανείς έτσι απ΄ όπου σταμάτησε –καταλήγοντας στην ήττα!

Είμαι της γνώμης ότι πίσω απ΄ τα προβλήματα που έθιξα, επιδρά κάτι επιπρόσθετο ως θεωρητική βάση. Πρόκειται για το ζήτημα, τού πως οι κομμουνιστές πλησίασαν το ζήτημα της προλεταριακής δικτατορίας, πως εμείς –αντιδιαλεκτικά- συμπεριφερθήκαμε απέναντι σε ζητήματα τα οποία αναπτύχθηκαν από την επαναστατική αστική τάξη στην αντιφεουδαρχική πάλη, αργότερα όμως τσαλαπατήθηκαν και τσαλαπατιούνται μέχρι σήμερα. Πρόκειται για ζητήματα που αφορούν στα ανθρώπινα δικαιώματα (σαν να μην επρόκειτο όπως λέει η «Διεθνής», ότι κατακτούμε με πάλη τα ανθρώπινα δικαιώματα!)[1], τού (όπως μιλήσαμε ήδη) μοιράσματος ή διάκρισης των εξουσιών τής εκάστοτε ταξικής δικτατορίας, δηλαδή αφενός της αστικής, αφετέρου της προλεταριακής. Η αντίληψη των σοβιέτ –διαφορετική από αυτή που έκανε λόγο ο Φρίντριχ Ένγκελς, που αφορά στη λαϊκή δημοκρατία σαν δυνατή μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου-, η οποία προέκυψε στο προτσές της ρωσικής επανάστασης, υπερέβη αυτή τη θεωρία της διάκρισης των εξουσιών, επειδή τα σοβιέτ ενοποιούσαν μέσα τους τη νομοθετική, την εκτελεστική και την δικαστική εξουσία. Έτσι όμως προέκυψε ένα προβληματικό πεδίο, το οποίο φάνηκε καθαρά στην ιστορική πορεία: Το ότι δηλαδή ένας απ΄ τους τρεις μηχανισμούς εξουσίας μπορούσε να παρέμβει αυθαίρετα στους άλλους, κάνοντας έτσι de facto δυνατή την προσβολή / παράβαση, περιστασιακά μάλιστα την κατάργηση των νόμων της σοσιαλιστικής εξουσίας, των σοσιαλιστικών(!) νόμων, την αντικατάστασή τους από αυθαίρετες πράξεις.

Δεν υπάρχει κάποιος εύλογος λόγος –εξαιτίας τού πως χειρίζεται η αστική τάξη τις «άγιές» της αρχές- να παραιτηθούμε από τη μεριά μας, περιφρονώντας ακριβώς αυτά τα καταγεγραμμένα συμπεράσματα. Μια τέτοιου είδους περιφρόνηση όμως αποτέλεσε μια από τις αιτίες, η οποία οδήγησε στο σχηματισμό αυτοκρατικών[2] χαρακτηριστικών της προλεταριακής δικτατορίας με ιδιαίτερα βαριές συνέπειες.

Πρόκειται κατά κάποιο τρόπο για μια αριστερή απόκλιση κατά την εξέταση του προβλήματος της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Πάνω σ΄ αυτό δεν αντέδρασαν τα λεγόμενα ευρωσοσιαλιστικά κόμματα[3] με προτάσεις για διόρθωση του λάθους, αλλά με διολίσθηση, μεταβαίνοντας στη θέση της αστικής δημοκρατίας- δηλαδή μιας δεξιάς απόκλισης!-, κι έτσι μετατράπηκαν σε αιχμάλωτους των σοσιαλδημοκρατικών τάσεων, κάτι που οδήγησε στην καταστροφή των κομμουνιστικών κομμάτων.

Αν βλέπω το ζήτημα σωστά, η διόρθωση αυτών των δυό προβλημάτων οδηγεί σε μια αντίληψη της σοσιαλιστικής κοινωνίας του μέλλοντος, η οποία προσπαθεί να λύσει το ζήτημα του κράτους πάνω στη βάση της εξουσίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, βγάζοντας διδάγματα από την ήττα μας. Θεωρώ τις αντιλήψεις για το σοσιαλισμό του DKP [ΠΓ: Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα] σαν μια προσπάθεια να απαντηθούν αυτά τα προβλήματα.

Πηγή: unsere zeit (εφημερίδα του Γερμανικού ΚΚ), 25/10/2002

Ο Robert Steigerwald (*1925) είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του θεωρητικού περιοδικού «Marxistische Blätter» [Μαρξιστικά Φύλλα] του ΓΚΚ. 

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

[1] Ο R. Steigerwald αναφέρεται εδώ στον ύμνο της «Διεθνούς», οι στοίχοι του οποίου στη γερμανική γλώσσα διαφέρουν κάπως από τους αντίστοιχους ελληνικούς. Συγκεκριμένα, στα Γερμανικά το ρεφραίν τελειώνει με τα λόγια: «…Η Διεθνής κατακτά με πάλη τα ανθρώπινα δικαιώματα»

[2] Ως «αυτοκρατία» χαρακτηρίζεται στην πολιτική επιστήμη μια μορφή κυριαρχίας, στην οποία ένα ξεχωριστό πρόσωπο ή μια ομάδα προσώπων ασκεί ανεξέλεγκτα την πολιτική εξουσία και δεν υποτάσσεται σε κανένα συνταγματικό περιορισμό.

[3] Προφανώς εδώ ο συγγραφέας αναφέρεται στα κόμματα που προπαγάνδιζαν / προπαγανδίζουν τον «ευρωκομουνισμό».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.