Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Μερικές σκόρπιες (μετεκλογικές) σκέψεις

του Παναγιώτη Γαβάνα

1. Οι εκλογές αποτελούν πλέον παρελθόν. Τα αποτελέσματα ήταν λίγο πολύ αναμενόμενα –για όσους βλέπουν την πραγματικότητα κατάματα. Για κείνους που αδυνατούσαν ή αδυνατούν ακόμη και σήμερα, για μια σειρά λόγους, να θέσουν στο κόσκινο της κριτικής τις αποφάσεις, τις διαπιστώσεις και τα λογίδρια των ηγεσιών τους (ο θεός να τις κάνει ηγεσίες), οι αντιδράσεις τους μετεκλογικά είναι και αυτές αναμενόμενες: Γκρίνια, κλαψουρίσματα, οι άλλοι φταίνε για όλα και… ο κόκορας του γείτονα.

Για κείνους που συνεχίζουν πάραυτα να ακολουθούν παθητικά, –έτσι τούς εκπαίδευσαν οι «φωτισμένες ηγεσίες» έτσι πράττουν- δεν υπάρχει πρόβλημα: Ε, καταφέραμε να κρατήσουμε τις δυνάμεις μας. Πάλι με χρόνια με καιρούς… Ώσπου κάποια πρωία αρκετοί από αυτούς, ανακαλύπτουν ξαφνικά την αναντιστοιχία μεταξύ αποφάσεων, που και οι ίδιοι υποστήριζαν, και γήινης πραγματικότητας. Το αποτέλεσμα: μια μερίδα στρέφεται στην αντίπερα όχθη: στους γαλάζιους, στους πράσινους και όλα τα υπόλοιπα χρώματα του ουράνιου τόξου. Αυτό γίνεται πολλά χρόνια τώρα.

Το τελευταίο διάστημα πολλοί προτιμούν τους ροζ. Το ροζ είναι ένα χρώμα που φοριέται εύκολα. Διότι ένας ροζ-άνθρωπος μπορεί να πιστεύει σε όλα και σε τίποτα. Την Κυριακή μπορεί βγάζει λόγο για κατάργηση των Μνημονίων και τη Δευτέρα να καλεί στο Συνέδριο των βιομηχάνων τους κεφαλαιοκράτες να μας λυπηθούν. Την Τετάρτη μπορεί να συζητά με τον Ομπάμα και την Πέμπτη με τον Πούτιν, βεβαίως, για «το καλό της πατρίδας». Ο ροζ-άνθρωπος δεν αισθάνεται τις αντιφάσεις της πολιτικής πρακτικής του, γι΄ αυτό και ποτέ δεν κάνει αυτοκριτική. Στο ροζο-κόμμα υπάρχει συνωστισμός, αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα, για όλους υπάρχουν μερικά ψιχία. Και που ξέρεις, αν έρθει στη κυβέρνηση, τα ψιχία μπορεί να γίνουν φρατζόλες. Για μερικούς έγιναν ήδη.

Στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης εμφανίστηκε και μια άλλη ομάδα, οι «αριστεροί-πατριώτες», οι οποίοι έφτιαξαν εν ριπή οφθαλμού κάποια «μετωπάκια». Το ευαγγέλιό τους: να ενωθούμε όλοι σε μια άμορφη μάζα, αριστερο-κεντρο-δεξιοί, για το καλό πάντα της πατρίδας. Πρόκειται για ένα χώρο θολό, που χωνεύει μέσα του πολλά: εθνικισμό, γαλάζιες σημαιούλες, επιστροφή στη φύση, ολίγον θρησκοληψία, και, το πιο σημαντικό, αποστροφή από μια ταξική ανάλυση. Βεβαίως, υπάρχουν και κάποια στοιχεία, που θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει μαζί τους, αλλά εδώ κάνουμε λόγο για το κεντρικό πολιτικό ζήτημα.

Όπως θα αντιλήφθηκε ο αναγνώστης, αναφερθήκαμε εν συντομία σε κάποια κομμάτια που αξιώνουν για τον εαυτό τους να ονομάζονται αριστερά, συμπεριλαμβανομένου και αυτών που λοιδορούν αυτή τη λέξη (αν και δεν πρόκειται απλά για μια λέξη, μέσα της περιέχεται ένας κόσμος, μια στάση ζωής -και είναι άλλο ζήτημα αν κάποιοι την ξεθώριασαν, την διέβαλαν, αντέστρεψαν το αρχικό της νόημα), που όμως κάποτε υπεράσπιζαν το περιεχόμενό της.

2. Οι εκλογές σε συνθήκες καπιταλιστικής βαρβαρότητας, σε συνθήκες αστικής ταξικής κυριαρχίας, αποτελούν απλά ένα βαρόμετρο. Το βαρόμετρο μετρά την ατμοσφαιρική/βαρομετρική πίεση, η οποία όμως μεταβάλλεται διαρκώς από τόπο σε τόπο και από χρόνο σε χρόνο. Με όρους διαλεκτικής: Αυτό που έτσι είναι σήμερα, έτσι δεν μένει (Μπρεχτ). Όποιος δεν έχει κατανοήσει αυτή την απλή αλήθεια, είναι καλύτερα να αποσυρθεί στο σπίτι του και να ασχοληθεί με την καλλιέργεια καλλωπιστικών φυτών. Είναι προτιμότερο από τις γκρίνιες.

3. Αν η μαρξιστική-κομμουνιστική αριστερά θέλει να κάνει βήματα μπροστά, πρέπει να ξεκαθαρίσει το συντομότερο δυνατόν τη στάση της απέναντι στο ροζο-κόμμα, τον ΣΥΡΙΖΑ. Για παράδειγμα, ένα κομμάτι από το χώρο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τον λοξοκοιτάζει εδώ και πάνω δυό χρόνια, γι΄ αυτό και οι διαρροές συνεχίζονται. Αυτές δεν οφείλονται μόνο στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προσβλέπει άμεσα στην κυβερνητική εξουσία, αλλά, και ιδιαίτερα, στην ιδεολογική θολούρα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Πρόκειται για ένα αμάλγαμα ιδεών που ξεκινά από «επαναστατικά συμβούλια» και «δυαδική εξουσία» (ο Λένιν διαβάζεται ανάποδα) και φτάνει μέχρι τον στρουκτουραλισμό, το νεογκραμσιανισμό, τις θεωρίες περί πλήθους κ.ο.κ. Όλα τούτα μεταφέρονται και στην πολιτική πρακτική. Θα πει κανείς, ναι, μα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είναι κόμμα αλλά συμμαχία κομμάτων/οργανώσεων. Σωστά, μόνο που η στάση της απέναντι σε άλλα κόμματα δεν μπορεί να είναι διφορούμενη.

Η κατάσταση τούτη εντείνεται και επιτείνεται σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του ρόλου που παίζει η λεγόμενη «Αριστερή Πλατφόρμα» του ΣΥΡΙΖΑ. Η «Πλατφόρμα» αυτή πλευροκοπά επιδέξια το χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς με πολλούς τρόπους, αποσπώντας της έτσι και τον κόσμο που ακόμη ταλαντεύεται ανάμεσα στη σημερινή μίζερη κατάσταση και στο ποθητό αύριο, ανάμεσα στη φτώχεια και στις υποσχέσεις, στη λογική του «μικρότερου κακού», στην προσδοκία ότι μπορεί να αλλάξει ο συσχετισμός υπέρ της «Αριστερής Πλατφόρμας» στον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά πουθενά στο κόσμο δεν έγειρε ποτέ η πλάστιγγα μέσα σε σοσιαλρεφορμιστικά κόμματα υπέρ των κομμουνιστικών ιδεών –αν θα μπορούσαν ποτέ να χαρακτηριστούν οι ιδέες αυτής της «Πλατφόρμας» ως τέτοιες (απλά, το θίξαμε εδώ γιατί υπάρχουν στελέχη του ΝΑΡ που υποστηρίζουν αυτή την άποψη). Όταν γίνεται κριτική στη διφορούμενη στάση των αριστερο-πλατφορμιστών, τότε αυτοί αντιδρούν με το παιδιάστικο επιχείρημα: «Προσπαθείτε να διασπάσετε το ΣΥΡΙΖΑ». Ερώτημα προς τις δυνάμεις της κομμουνιστικής αριστεράς: Έχουν ξεκαθαρίσει τι σημαίνει πολιτική συμμαχιών; Γνωρίζουν το νόημα της ιδεολογικής πάλης;

Σε κάθε περίπτωση, η αντιμετώπισή της –και όχι μόνο αυτής- δεν μπορεί να γίνεται με όρους ενός κάποιου πρώην ναρίτη Αντώνη, που εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά, διεκδικεί την απόλυτη αλήθεια και συμπεριφέρεται σαν ταύρος εν υαλοπωλείω. Αναρωτιέται η «Νέα Σπορά»: γιατί η ηγεσία του ΚΚΕ δεν διαχωρίζει τη θέση της από τέτοιου είδους φαινόμενα; Η απάντηση είναι απλή και καθαρή: επειδή η ηγεσία του ΚΚΕ αποτελείται και αυτή από Αντώνηδες. Ο Αντώνης δεν τα βάζει με τον Αντώνη, διότι τον θεωρεί αίμα του. Για την αντιμετώπιση του αντωνίστικου κομματικού σωβινισμού (και όχι μόνο), η κομμουνιστική αριστερά είναι ανάγκη να περάσει σε ιδεολογική επίθεση, που όμως θα εδράζεται σταθερά στις αρχές του μαρξισμού. Χρειαζόμαστε ανθρώπους με γνώσεις, κριτική σκέψη και κομμουνιστική ηθική, που θα αμφισβητούν τα μαϊλικα ευαγγέλια, αντιμετωπίζοντας τον αντίπαλο ή τον συναγωνιστή με όρους πολιτικούς-ιδεολογικούς και όχι με χυδαιολογία.

4. Είναι γνωστό, ότι μεταξύ όξυνσης της ταξικής πάλης και της ανόδου των δυνάμεων της κομμουνιστικής αριστεράς, υπάρχει πάντα μια αναλογία. Ναι μεν δεν πρόκειται για ευθεία αναλογία, όπως την κατανοεί η επιστήμη των μαθηματικών, όμως δεν παύει να αποτελεί αναλογία σε επίπεδο κοινωνίας και αντιπροσώπευσης συμφερόντων, με τα δικά της χαρακτηριστικά. Εδώ ακριβώς βρίσκεται κατά την άποψή μας και το κλειδί για την κατανόηση του πρόσφατου εκλογικού αποτελέσματος που αφορά στις δυνάμεις αυτές. Δεν θα μπορούσε ποτέ επί δυό συνεχόμενα χρόνια –για να αναφερθούμε στο τελευταίο διάστημα- το εργατικό λαϊκό κίνημα να βρίσκεται σε κατάσταση λήθαργου (κάποιες μικρές επιτυχίες αποτελούν απλά την εξαίρεση του κανόνα) και ο χώρος της κομμουνιστικής απεύθυνσης να ανέμενε ένα ξαφνικό κραχ. Το τσιμεντάρισμα της άποψης μέσω των αστικών μέσων μαζικής χειραγώγησης ότι «τίποτα δεν γίνεται», οι ψεύτικες ελπίδες που πλάσαραν και που συνεχίζουν να κάνουν ότι, «κάνετε υπομονή, σε λίγο θα βγούμε από την κρίση», η καλλιέργεια του φόβου, ότι τυχόν έξοδος από την ευρωζώνη και την ΕΕ θα έχει σαν αποτέλεσμα «σεισμούς, λοιμούς και καταποντισμούς», τα γνωστά ιδεολογήματα των ευρωληγούρηδων του ΣΥΡΙΖΑ περί «Ευρώπης των εργαζομένων» και «παλαίουμε για να αλλάξουν οι συσχετισμοί μέσα στην ΕΕ»… όλα τούτα ήταν και συνεχίζουν να αποτελούν θέματα καθοριστικής σημασίας που σχετίζονται άμεσα με το ζήτημα της ηγεμονίας.

5. Σε μια κοινωνία, κυρίαρχη ιδεολογία είναι πάντα η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης (Μαρξ/Ένγκελς). Αν το γνωστό τούτο πόρισμα του ιστορικού υλισμού ίσχυε μια φορά στην εποχή των κλασικών του μαρξισμού, σήμερα, στην εποχή της κυριαρχίας των ΜΜΕ (έντυπων και ηλεκτρονικών), ισχύει στη νιοστή. Πόσοι όμως απ΄ το χώρο της αριστεράς μελέτησαν σε βάθος το Γκράμσι; Τι έχει να αντιτάξει ο χώρος αυτός απέναντι στην αστική πλημμυρίδα; Η ηγεσία του ΚΚΕ διέλυσε το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, απέλυσε τους περισσότερους δημοσιογράφους του Ριζοσπάστη, ξεπούλησε τον τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό σταθμό… Ο Ριζοσπάστης, αυτός που έμεινε, αρκείται σε μια ξερή παράθεση γεγονότων, στην αυτιστική επανάληψη των «επιχειρημάτων» περί «λαϊκής εξουσίας». Γιατί να συνεγείρει τις μάζες; Η στρατιά μπλοκ και ιστοσελίδων που αναμασά διαρκώς στο διαδίκτυο τις σελίδες του, τι άλλο έχει να προσφέρει; Όσο για την εξωκοινοβουλευτική αριστερά αυτή είναι αδύναμη, ανήμπορη, κατακερματισμένη, χαμένη μεταξύ Μάο και Τρότσκι, αναρχοαυτονομίας -και πιο πρόσφατα- «πατριωτικής αριστεράς» (λες και οι υπόλοιποι αριστεροί δεν είναι πατριώτες). Η υποτίμηση της θεωρητικής δουλειάς απ΄ την αριστερά σε τέτοιες συνθήκες ισοδυναμεί με αυτοχειρία. Βεβαίως, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Και δεν είναι λίγες. Εντοπίζονται κυρίως στο χώρο των ανένταχτων κομμουνιστών. Ένα χώρο, που προς το παρόν, είναι σε μεγάλο βαθμό ανοργάνωτος. Είναι πολύ πιθανό στα επόμενα χρόνια η σπίθα να ανάψει από δω, πυροδοτώντας και την υπόλοιπη αριστερά.

6. Γιατί λοιπόν η αριστερά στις πρόσφατες εκλογές είχε αυτά τα αποτελέσματα; Ήδη, εμμέσως πλην σαφώς, κατονομάσαμε μερικές από τις αιτίες: Ασάφεια στόχων, ιδεολογική θολούρα, κατακερματισμός, ταύτιση τακτικής και στρατηγικής, σεχταρισμός, ρόλος των αστικών ΜΜΕ, καλλιέργεια μιας κυβέρνησης σε αναμονή από τον ΣΥΡΙΖΑ (η οποία συνεχίζεται και σήμερα) καθηλώνοντας ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων, υποτίμηση της θεωρητικής δουλειάς (κατά τη γνώμη μας ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας)… Στα παραπάνω θα μπορούσαμε ακόμη να προσθέσουμε: Αστικά αναχώματα που αναδύονται κάθε λίγο και λιγάκι (ποτάμια, ελιές και δε συμμαζεύεται), έλλειψη ενωτικών αγώνων της αριστεράς, αποϊδεολογικοποίηση (ιδιαίτερα σημαντική!) των τελευταίων δεκαετιών που φέρνει τον ωχαδερφισμό, την παθητικοποίηση και το απολιτίκ, μεταπήδηση μιας σειράς διανοουμένων από το χώρο της αριστεράς στο αντίπαλο στρατόπεδο, πιθανοί λαθεμένοι χειρισμοί για τη στάση που έπρεπε να τηρηθεί απέναντι στους φασίστες. Υπάρχουν όμως και κάποιοι παράγοντες, που θα λέγαμε ότι κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση.

7. Δυό σημαντικές αιτίες που συμβάλουν στο να μην αντιδρούν οι εργαζόμενοι στη σημερινή λαίλαπα, επομένως και στην άνοδο της αριστεράς, είναι ο χαμηλός βαθμός συνδικαλιστικής οργάνωσης και το υψηλό ποσοστό ανεργίας. Πρόκειται επίσης για δυό παράγοντες που αλληλοδιαπλέκονται, με την έννοια ότι δυό περίπου εκατομμύρια άνεργοι βρίσκονται εκτός χώρου εργασίας, επομένως και εκτός κάθε συνδικαλιστικής οργάνωσης. Ο βαθμός αυτός στα χρόνια πριν την κρίση, ήταν έτσι κι αλλιώς χαμηλός (περίπου 25%). Σήμερα είναι ακόμη χαμηλότερος. Επιπρόσθετα, θα πρέπει εδώ να ληφθεί υπόψη ότι και από τους υπόλοιπους εργαζόμενους ένα μεγάλο μέρος δουλεύει με μπλοκάκια, δίωρα ή ακόμη και μονόωρα κ.ο.κ., εργαζόμενοι, που και να ήθελαν να οργανωθούν σε συνδικάτα αδυνατούν, διότι πολύ απλά δεν υπάρχουν να τους καλύψουν. Σε ό,τι αφορά την ανεργία, οι επιπτώσεις της είναι καταστρεπτικές. Ήδη, κατά τη διάρκεια ακόμη της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης του 1929-1932, γνωστή έρευνα που έγινε στην Αυστρία, έδειξε τα καταστρεπτικά της αποτελέσματα στους ανέργους. Πρόκειται για μια ψυχική κατάπτωση, ανημπόρια, κλείσιμο στον εαυτό, συναισθήματα ενοχής, έως και τάσεις αυτοκτονίας. Και τα γράφουμε τούτα, γιατί συχνά προβάλλεται από κάποιους το επιχείρημα, ότι μόνο οι άνεργοι να κατέβαιναν στους δρόμους θα είχαμε πετάξει στη θάλασσα τη κυβέρνηση μαζί με όλο της το σκυλολόι. Το επιχείρημα αυτό αγνοεί πλήρως την κατάσταση –κυρίως ψυχική- στην οποία βρίσκονται οι παθόντες.

8. Ιδιαίτερα όμως σημαντικός παράγοντας είναι η απουσία ενός κοινωνικο-πολιτικού λαϊκού μετώπου. Ενός μετώπου που θα συνενώνει όλα τα ρυάκια σε έναν ποταμό (όχι σαν αυτό του ανθρώπου με το σακίδιο). Παρά τις επιμέρους προσπάθειες από κάποιες δυνάμεις, δυστυχώς τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά. Το δυστύχημα είναι, ότι οι δυνάμεις αυτές μετεκλογικά, άρχισαν να ερμηνεύουν το αποτέλεσμα των εκλογικών τους ποσοστών ως χάσιμο χρόνου εξαιτίας των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν, και ως αποτυχία ενός μελλοντικού μετώπου ή μιας συμπόρευσης συνολικά. Αλλά οι δυνάμεις της αριστεράς είναι συγκεκριμένες, με τα γνωστά κουσούρια τους. Όποιος νομίζει ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό, δεν έχει παρά να μετακομίσει στον πλανήτη Άρη. Το μέτωπο (ή η συμπόρευση αρχικά) αγαπητοί συναγωνιστές θα γίνει, πρέπει να γίνει! Είναι τέκνο της ανάγκης! Είναι απαίτηση των καιρών! Είναι αίτημα του κόσμου της αριστεράς! Δεν πρόκειται για τακτικίστικο ελιγμό, αλλά για ζήτημα στρατηγικής σημασίας! Οι προσπάθειες επομένως πρέπει να συνεχιστούν, συνυπολογίζοντας όμως και παράγοντες που μέχρι τώρα ίσως να μην προσέχτηκαν όσο έπρεπε.

9. Άμεσα συνδεδεμένο με το ζήτημα των συμμαχιών είναι αυτό που αφορά στα μεταβατικά αιτήματα. Ουσιαστικά, πρόκειται για δυό ζητήματα που πάνε πακέτο. Υπάρχει μεταξύ τους μια αλληλεξάρτηση: αν δεν υπάρξει συμφωνία στα μεταβατικά αιτήματα, η συμπόρευση είναι αδύνατη. Το μεγάλο «αγκάθι» όπως αποδεικνύεται, είναι, αν θα υπάρξει άμεση αποχώρηση μόνο από την ευρωζώνη ή ταυτόχρονα και από την ΕΕ. Υπήρξε μια ιδιαίτερα προσεγμένη πρόταση/προσέγγιση του Γιώργου Ρούση, που όμως δυστυχώς δεν έτυχε κοινής αποδοχής. Αυτό όμως δεν σημαίνει παραίτηση και κλείσιμο στο καβούκι, αλλά προσπάθεια διαφορετικής προσέγγισης. Σε ό,τι αφορά το ΚΚΕ, προς το παρόν, το μόνο που μπορεί να περιμένει κανείς από την κλεισμένη στο γυάλινο πύργο της ηγεσία του, είναι το σαμποτάρισμα κάθε τέτοιας προσπάθειας. Αναφορικά με την «Αριστερή Πλατφόρμα» του ΣΥΡΙΖΑ: η διφορούμενη στάση της «κάνουμε κριτική στην ευρωζώνη και την ΕΕ, συνεργαζόμαστε, αλλά ακολουθούμε τις αποφάσεις της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ», σαφώς και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ή κάνεις αγώνα για έξοδο από αυτό τον ιμπεριαλιστικό σχηματισμό ή ακολουθείς την ηγετική σου ομάδα, οπότε η συζήτηση αυτή είναι άνευ νοήματος. Δυό καρπούζια στην ίδια μασχάλη δεν χωράνε. Παραπέρα: σε ό,τι αφορά τα μεταβατικά αιτήματα, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στα ζητήματα του εκδημοκρατισμού, της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας. Μια μελλοντική κυβέρνηση της αριστεράς (δεν αναφερόμαστε εδώ στο πως την κατανοεί ο σοσιαλρεφορμιστικός ΣΥΡΙΖΑ), έχει να αντιμετωπίσει, πέρα από τα οικονομικά θέματα, τον εκδημοκρατισμό στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας, στη Δικαιοσύνη, στα ΜΜΕ κ.α., αλλά και την απεξάρτηση απ΄ τους ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, την κατοχύρωση και υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.

10. Τέλος, η απουσία ενός σύγχρονου μαρξιστικού επαναστατικού κόμματος είναι παράγοντας που βάζει τη σφραγίδα του στη σημερινή κατάσταση (και όχι μόνο). Η εγκατάλειψη από την ηγεσία τού ΚΚΕ βασικών αρχών του μαρξισμού, της λενινιστικής τακτικής και των αρχών λειτουργίας του κόμματος, οδηγούν το ΚΚΕ κατευθείαν στα βράχια. Οι πανηγυρισμοί της ηγεσίας του περί δήθεν διπλασιασμού των ψήφων του μετά τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, αλλά και μετέπειτα, είναι κουβέντες χωρίς αντίκρισμα, που ικανοποιούν απλά τους αφελείς και τους Αντώνηδες, ενώ στοχεύουν στην απορρόφηση των κραδασμών της κομματικής βάσης. Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, δεν υπάρχει κάποια που να είναι σε θέση να παίξει το ρόλο ενός τέτοιου κόμματος. Είναι φανερό, ότι όπως «δεν κάνουν τα ράσα τον παπά», έτσι δεν κάνουν και οι τίτλοι τα πολιτικά κόμματα. Η εποχή των αυτοονομαζόμενων πρωτοποριών έχει τελειώσει οριστικά.

 ***
Όπως δηλώνει ο πιο πάνω τίτλος, το παρών κείμενο δεν έχει την αξίωση μιας αυστηρής επιστημονικής μελέτης, αλλά κατατίθενται απλά μερικές σκέψεις και προβληματισμοί από τη σκοπιά ενός ανένταχτου κομμουνιστή, τις οποίες είμαστε σίγουροι ότι, τουλάχιστον μέχρι σ΄ ένα βαθμό, συμμερίζονται πολλοί ανένταχτοι συναγωνιστές, αλλά και μέλη οργανώσεων της αριστεράς. Στο κείμενο επικεντρώσαμε συνειδητά την προσοχή μας στο χώρο της αριστεράς, ενώ αποφύγαμε την αναφορά σε εκλογικά ποσοστά (έχουν ήδη γραφτεί πολλά από άλλους), καθώς και στο φαινόμενο του φασισμού, το οποίο όμως αποτελεί διαρκές μέλημα του ιστολογίου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.