Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Θέσεις για την ανάλυση του ιστορικού φασισμού



Στις 8 Μαΐου 1945 τελειώνει και τυπικά πλέον ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος. Μια μέρα μετά, ακολουθεί στο Βερολίνο η επικύρωση της άνευ όρων συνθηκολόγησης της φασιστικής Γερμανίας. Με το βλέμμα στραμμένο στη στρατιωτική νίκη πάνω στο γερμανικό φασισμό, η Ένωση των Καταδιωχθέντων από το Ναζιστικό Καθεστώς / Σύνδεσμος των Αντιφασιστών διοργάνωσε τον Απρίλιο του 2010 στο Βερολίνο μια ιστορικο-πολιτική Διάσκεψη. Στην πορεία της υπήρξε μια αντιπαράθεση απόψεων που αφορά στην ανάλυση του ιστορικού φασισμού. Η συζήτηση αυτή έδωσε το έναυσμα για τη διατύπωση των Θέσεων που ακολουθούν. Η δημοσίευσή τους εκτιμούμε ότι είναι σημαντική γιατί βοηθούν στη διαφώτιση μιας σειράς ζητημάτων, σε μια περίοδο που ο νεοφασισμός «σηκώνει κεφάλι» σε πολλές χώρες της Ευρώπης, αλλά ακόμη και επειδή έχουν διατυπωθεί από έναν μαρξιστή επιστήμονα ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην έρευνα του γερμανικού φασισμού.

του Kurt Pätzold

1. Όταν στη Γερμανία γίνεται λόγος περί φασισμού, πρέπει να αναλογιστεί κανείς, ότι σ΄ αυτή εδώ τη χώρα η έννοια αυτή χρησιμοποιείται με τρεις σημασίες: Πρώτο, χαρακτηρίζει ένα πολιτικό κίνημα, το οποίο υπήρχε με τη μορφή κομμάτων και άλλων οργανώσεων. Δεύτερο, χαρακτηρίζει μια ειδική αντιδραστική, αντιδιαφωτιστική ιδεολογία. Και μ΄ αυτήν –τρίτο- εν συντομία χαρακτηρίζεται το φασιστικό κράτος. Αν και η σχέση κινήματος, ιδεολογίας και κράτους είναι λογικά και ιστορικά προφανής, πρέπει να γίνεται διαφοροποίηση μεταξύ τους, επειδή δεν είναι [έννοιες] ταυτόσημες. Ο χαρακτηρισμός ή ο ορισμός της μιας έννοιας δεν περιλαμβάνει τις άλλες. Αν αυτό δεν ληφθεί υπόψη, τότε γίνεται συζήτηση χωρίς να θίγεται το πραγματικό θέμα.

2. Τα πολιτικά κινήματα, τα οποία καταγράφηκαν και ξεχωρίστηκαν από άλλους με το χαρακτηρισμό ως φασιστικά, προέκυψαν σε περισσότερες χώρες της Ευρώπης στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Το κίνημα, το οποίο πολύ νωρίς ήταν σε θέση να διεισδύσει στην κρατική εξουσία και στη συνέχεια να σταθεροποιηθεί σ΄ αυτήν, ήταν το ιταλικό. Αυτό τού παρείχε την προσοχή, και οι συγγενείς του στις άλλες χώρες προσανατολίστηκαν στο ιταλικό παράδειγμα και πρότυπο –μέχρι τις μορφές εξωτερικής εμφάνισης και των τελετουργικών. Οι ιταλοί φασίστες έδωσαν τελικά στο κίνημα άλλων χωρών καθώς και στο σύνολό του και το όνομα. Εδώ, κάθε μια από αυτές τις ομάδες είχε τα δικά της «εθνικά» χαρακτηριστικά. Η γερμανική παρουσιάστηκε με το όνομα εθνικοσοσιαλιστές. Και στη χρήση της γλώσσας στη δημοσιογραφία, την πολιτική και τις κοινωνικές επιστήμες, ο φασισμός χρησιμοποιήθηκε παραπέρα ως συλλεκτική έννοια για αυτό το νέο διεθνές φαινόμενο. Έτσι, στη Γερμανία, αποφεύχθηκε και ο δημαγωγικός αυτοχαρακτηρισμός, του οποίου χρήση έκαναν οι ναζί φασίστες.

3. Όσο παλιά είναι τα φασιστικά κινήματα, τόσο παλιές είναι και οι προσπάθειες να κατανοηθεί αυτό το πολιτικό φαινόμενο, να καθοριστεί η καταγωγή του και η θέση του στους ιστορικούς αγώνες των κρατών, ώστε μ΄ αυτό τον τρόπο να γίνει δυνατή η στάση [που πρέπει να κρατηθεί] απέναντι στην ύπαρξη και την επίδρασή του. Όπως [συμβαίνει] με όλους τους δρόμους της γνώσης, υπήρξαν και γι΄ αυτόν πρόοδοι, λανθασμένοι δρόμοι και αποτυχίες. Στις προσπάθειες να κατανοηθούν η ουσία, οι προοπτικές και οι στόχοι αυτών των φασιστικών ενώσεων/οργανώσεων, συμμετείχαν τόσο οι πολιτικοί τους γείτονες, οι ανταγωνιστές και οι αντίπαλοί τους, όσο και οι ιδιαίτεροι αντίπαλοι και εχθροί τους. Με το ερώτημα: «τι είναι και τι θέλουν οι φασίστες;» ασχολήθηκαν πολιτικοί και θεωρητικοί. Ανάμεσα σ΄ αυτούς τους τελευταίους ήταν οι μαρξιστές, οι μη-μαρξιστές και οι αντιμαρξιστές. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεισέφεραν πολλοί υπέρμαχοι διαφορετικών ρευμάτων στην αποκάλυψη του όχι και τόσο μεγάλου «μυστικού», με το οποίο περιέβαλαν οι φασίστες τις επιδιώξεις τους προφορικά και γραπτά.

4. Δυναμικές και επιτυχημένες προσπάθειες για την ανάλυση του φασισμού έγιναν φυσιολογικά, κυρίως στις γραμμές των πιο αποφασιστικών αντιπάλων τους, από τα εργατικά κόμματα και τους θεωρητικούς τους. Για να κατανοηθεί, ποιος εχθρός αναπτυσσόταν απέναντι σ΄ αυτούς και το προλεταριακό κίνημα, δικαιολογημένα, βασική προϋπόθεση ήταν η επιτυχημένη καταπολέμησή του. Στη Γερμανία τα στελέχη και οι θεωρητικοί των κομμουνιστών όπως και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, συνεισέφεραν αρκετά νωρίς στο ξεμπρόστιασμα του κόμματος του Χίτλερ ως μια οργάνωση της αντεπανάστασης. Ως τα βασικότερα χαρακτηριστικά της φασιστικής ιδεολογίας και πολιτικής υπογραμμίστηκαν η εχθρότητα απέναντι σε όλες τις φιλελεύθερες, δημοκρατικές, σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές προσπάθειες, καθώς και ο ακραίος εθνικισμός, ο οποίος εκφράστηκε σε μια άκρατη δημαγωγική υποδαύλιση ενάντια στη Συνθήκη των Βερσαλλιών, η οποία στόχευε να παράξει μια διάθεση υπέρ του πολέμου και της προετοιμασίας του. Στην αποκάλυψη του ρόλου που έπαιξαν οι φασίστες στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, συνεισέφεραν επίσης καλλιτέχνες και συγγραφείς με εικόνες, σκίτσα, καρικατούρες, αφηγήσεις και ποιήματα, μαζί με την επιστημονική βιβλιογραφία, δίνοντας έτσι πρόσβαση για την κατανόηση αυτού του φαινομένου. 

5. Μια από τις δυσκολίες στην ανάλυση του φασισμού, η οποία φάνηκε πολύ νωρίς, βρισκόταν στο να οριοθετηθεί αυτό το νέο πολιτικό κίνημα από τα άλλα παλιότερα αντιδραστικά κόμματα και οργανώσεις, τους πλησιέστερους ή τους μακρύτερους προδρόμους του και τους συγχρόνους του, και να κατανοηθεί σωστά η εκάστοτε ιδιαιτερότητά του. Αυτό γενικά στο εργατικό κίνημα δεν έγινε κατορθωτό, κάποιες φορές ακόμη και στις γραμμές των κομμουνιστών υπήρξαν μεγάλες αστοχίες. Η έννοια φασισμός κατέληξε σ΄ ένα είδος πληθωρικής χρήσης. Έτσι, στον προφορικό και γραπτό λόγο, γινόταν αναφορά περί φασισμού του Μπρύνιγκ, φασισμού του φον Πάπεν και στην αρχή περί σοσιαλφασισμού, ένας δυσφημιστικός χαρακτηρισμός για τη σοσιαλδημοκρατία, τόσο λαθεμένος, παραπλανητικός και που αντέστρεφε τα μέτωπα, όσο -και το αντίθετο-, ο σοσιαλδημοκρατικός χαρακτηρισμός για τους κομμουνιστές ως «βαμμένους κόκκινους ναζί». Σ΄ αυτούς τους συνδυασμούς η λέξη «φασίστας» μετατράπηκε σε μια βρισιά στους πολιτικούς καθημερινούς αγώνες, σε ρόπαλο, που στρεφόταν ενάντια στους αντιπάλους και τους ανταγωνιστές. Η χρήση αυτή έδειξε, ότι η κατάλληλη εικόνα για τους φασίστες τους οποίους οδηγούσε ο Χίτλερ, δεν ήταν ακόμη καθαρή και σταθερή στις γραμμές των αντιπάλων του.

6. Αφότου οι φασίστες έφτασαν στην εξουσία, οι αντιφασίστες βρέθηκαν μπροστά στην ανάγκη, να περιγράψουν, συμπεριλαμβάνοντας τόσο τις ιταλικές όσο και τις γερμανικές εμπειρίες, ποιο είναι αυτό το Ειδικό που αποτελεί τη νέα μορφή κράτους και τι σήμαινε η γέννησή του ιδιαίτερα, όχι όμως και αποκλειστικά, για το εργατικό κίνημα. Και εδώ, όπως και στις προγνώσεις που συνδέθηκαν μ΄ αυτό το ζήτημα, συμμετείχαν πολλοί. Ανάμεσα σ΄ αυτές τις αναλύσεις της [τότε] κατάστασης, [υπήρξε μία, η οποία] έπαιξε έναν ιδιαίτερα θεωρητικό και πρακτικό ρόλο. Μέχρι σήμερα γίνεται αναφορά σ΄ αυτήν υποστηρίζοντάς την, σταθμίζοντάς την κριτικά [ή] και απορρίπτοντάς την. Αυτός είναι ένας ορισμός για το χαρακτηρισμό του φασισμού, ο οποίος διατυπώθηκε σε απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, από την Εκτελεστική Επιτροπή, ένα από τα καθοδηγητικά της όργανα, το Δεκέμβριο του 1933: «Ο φασισμός στην εξουσία είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σωβινιστικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου».

7. Η ιστορική αξιολόγηση αυτού του ορισμού συχνά δυσχεραίνεται ή καταστρέφεται, λόγω του ότι παραβλέπεται το γεγονός, ότι οι συγγραφείς αυτού του ορισμού λένε καθαρά, ότι χαρακτηρίζουν το «φασισμό στην εξουσία», δηλαδή στο ρόλο του ως κρατική εξουσία. Ο ορισμός θα ήταν διαφορετικός, αν επρόκειτο για ένα σύντομο χαρακτηρισμό του φασισμού σαν πολιτικό κίνημα, το οποίο βρίσκεται στα πρόθυρα της εξουσίας ή ως ιδεολογία. Μερικές αντιρρήσεις προκύπτουν απ΄ το ότι –δεύτερο- απαιτείται απ΄ αυτό τον ορισμό, αυτό που δεν είναι δουλειά και σκοπός ενός ορισμού. Οι ορισμοί στοχεύουν πάντα στην υπογράμμιση της ουσίας ενός φαινομένου, η οποία κατά κάποιο τρόπο αποτελεί το απόσταγμα από την πολυμορφία των μορφών εμφάνισής του. Κατά συνέπεια, κάθε ορισμός προσφέρει, αν είναι εύστοχος, το πλεονέκτημα, να τονιστεί η ουσία και η οποία είναι φτωχότερη απ΄ ό,τι η θεωρία, της οποίας αποτελεί συμπυκνωμένη έκφραση, όπως και αυτή (θεωρία) με τη σειρά της είναι φτωχότερη απ΄ ό,τι η πραγματικότητα. Κατηγορίες που εκτοξεύονται, ότι σε έναν ορισμό λείπει αυτή ή η άλλη λεπτομέρεια, είναι επομένως εσφαλμένες.

8. Τα κράτη σε όλες τις χρονικές περιόδους ήταν μορφές του εποικοδομήματος μιας κοινωνίας, της οποίας την ύπαρξη και την εξέλιξη προσπάθησαν να εξασφαλίσουν με τα μέσα τους. Μεταβάσεις από μια κοινωνία σε μια άλλη, επαναστατικές ή όχι, συμβαδίζουν κατ΄ αναγκαίο τρόπο με τις αλλαγές στα κράτη, τα οποία ακολουθούν αυτή την μετάβαση ή μπορούν επίσης και να προηγούνται από αυτήν. Ο χαρακτηρισμός ενός κράτους απαιτεί επομένως κατ΄ αρχή και κυρίως, την οικοδόμηση της σχέσης του προς την κοινωνία, της οποίας αποτελεί το εποικοδόμημά του. Οι φασίστες, εδώ ονομαστικά οι γερμανοί φασίστες, εμφανίστηκαν με την αξίωση να είναι επαναστάτες. Προφασίστηκαν, ότι αν βρίσκονταν στο τιμόνι του κράτους, θα οικοδομούσαν μια κοινωνία της εθνικής και κοινωνικής ειρήνης (τη λαϊκή κοινότητα) στο δρόμο για μια «εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση». Απέναντι σ΄ αυτό τον ισχυρισμό, και αυτό είναι το πρώτο πλεονέκτημα του ορισμού από το 1933, ξεκαθαρίστηκε, ότι το φασιστικό κράτος δεν υπερβαίνει την αστική κοινωνία αλλά αποτελεί συστατικό στοιχείο και στήριγμά της και το ρόλο αυτό τον παρέλαβε σε μια ιστορική στιγμή, όπου ο καπιταλισμός, ο οποίος είχε φτάσει στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, βρισκόταν σε μια κρίση. Είναι το ξεμπρόστιασμα αυτής της αλληλοσυσχέτισης, που προκαλεί την κριτική σ΄ αυτό τον ορισμό, όλων εκείνων που αυτή την ενσωμάτωση του φασισμού στην εξουσία δεν θέλουν να την παραδεχτούν ως τη δυνατή και πραγματοποιηθείσα μορφή κράτους της αστικής κοινωνίας.

9. Μερικοί θεωρητικοί, χειροτέρευσαν αυτή τη σωστή διαβάθμιση, λόγω του ότι κατά κάποιο τρόπο, είδαν το φασιστικό κράτος ως την υψηλότερη και ιδεατή μορφή κράτους της αστικής κυριαρχίας, στην οποία νομοτελειακά θα έτειναν οι αστικές κοινωνίες. Αυτή η αντίληψη οδήγησε στο να οσφραίνονται ή να διαγιγνώσκουν πίσω απ΄ όλες τις δυνατές αλλαγές των αστικών σχέσεων κυριαρχίας, φασιστικές τάσεις. Στην πραγματικότητα όμως η αστική κυριαρχία μπορεί να είναι και να παραμένει σταθερή κάτω από πολύ διαφορετικές μεταξύ τους κρατικο-πολιτικές σχέσεις, όπως δείχνει η Ιστορία –μεταξύ αυτών η συνταγματική μοναρχία, όπως επίσης η κοινοβουλευτική ή η προεδρική δημοκρατία, η στρατιωτική δικτατορία καθώς και άλλα αυτοκρατικά συστήματα. Το φασιστικό κράτος επομένως δεν σχηματίζει κάποιον ιδεατό τύπο. Το κράτος αυτό αποτελεί μια κυρίαρχη εναλλακτική, η οποία φαίνεται ωφέλιμη και κατάλληλη στις αστικές πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ, όταν αυτές –πρώτο- βλέπουν ότι έτσι εξασφαλίζεται καλύτερα η εξουσία τους απ΄ τα μέχρι τώρα μέσα και τις μεθόδους ή –δεύτερο- ελπίζουν ότι θα πραγματοποιήσουν μ΄ αυτό τον τρόπο τα σχέδιά τους για το μέλλον. Και τα δυό αυτά ήταν η «περίπτωση» της 30ης Ιανουαρίου 1933.

10. Η εγκαθίδρυση του φασισμού στην κρατική εξουσία, για τους κυρίαρχους κύκλους μιας αστικής κοινωνίας όπως τους χρηματιστές, τους βιομήχανους, τους μεγαλογαιοκτήμονες, τους στρατιωτικούς κ.α., δεν είναι χωρίς κίνδυνο. Ο κίνδυνος αυτός είναι διπλός. Ο προσωρινός, βρίσκεται στο ότι, η αντίσταση ισχυρών δημοκρατικών και σοσιαλιστικών δυνάμεων ενάντια σ΄ αυτή την αλλαγή, αντί να προκαλέσει την ηθελημένη σταθεροποίηση της εξουσίας, [είναι δυνατό] να οδηγήσει στο ταρακούνημά της. Και ο χρόνιος κίνδυνος, προκύπτει από το γεγονός, ότι η νέα φασιστική κρατική ελίτ, αν αυτή φθαρεί και αποτύχει, μπορεί δυσκολότερα να τεθεί στην άκρη απ΄ ό,τι είναι αυτό δυνατό με μια πολιτική ομάδα σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού. Η συγκεντρωμένη δικτατορική εξουσία εκείνων, οι οποίοι βρίσκονται στο τιμόνι της κρατικής εξουσίας, μπορεί τότε να στραφεί ενάντια στους εγκαθιδρυτές και σ΄ εκείνους που έχουν κέρδος από αυτή την εξουσία. Τότε έρχονται στην κατάσταση του μαθητευόμενου μάγου, ο οποίος δεν μπορεί να τιθασεύσει τα πνεύματα που κάλεσε. Ένα τμήμα της γερμανικής κυρίαρχης ελίτ το έμαθε αυτό στις 20 Ιουλίου 1944.[1] Και αυτή η εμπειρία συνεισέφερε στο να προτιμούνται άλλες μορφές εξασφάλισης της κυριαρχίας απ΄ ό,τι η φασιστική, ιδιαίτερα όταν μπορούν να βρεθούν γι΄ αυτό τα κατάλληλα όργανα.

11. Ο ορισμός του φασισμού του έτους 1933 έχει συγγραφείς, οι οποίοι δεν είναι γνωστοί με το όνομά τους. Ο Γκεόργκι Δημητρώφ, ο οποίος στα τέλη του 1933 βρισκόταν στη Λειψία υπό την ανώτερη βία των φασιστών, δεν ανήκει σ΄ αυτούς τους συγγραφείς. Εν τούτοις, μέσα από την ομιλία του στο 7ο παγκόσμιο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς δυό χρόνια αργότερα, όταν παρατέθηκε ο ορισμός αυτός στην έκθεσή του, συνεισέφερε στο κύρος και τη διάδοσή του. Έτσι προέκυψε ο χαρακτηρισμός ορισμός-του-Δημητρώφ (υποτιμητικά τύπος-του-Δημητρώφ). Όποιος ενημερωθεί [από τα κείμενα] του Τολιάτι γι΄ αυτή την ομιλία καθώς και άλλες, οι οποίες έγιναν το 1935 σ΄ αυτό το αξιομνημόνευτο Συνέδριο, θα αναγνωρίσει εύκολα, ότι η συρρίκνωση της μαρξιστικής εκτίμησης για το φασισμό πάνω σ΄ αυτό τον ορισμό, είναι το λιγότερο ανεπίτρεπτη ή παριστάνει μια συνειδητή πλαστογράφηση.

12. Ο ορισμός του 1933, όπως και άλλοι συγκρίσιμοι [μ΄ αυτόν], είναι ένα παιδί της εποχής του. Σ΄ αυτόν μπορούν να αναγνωστούν οι γερμανικές εμπειρίες στα τέλη του έτους 1933. Ο χαρακτηρισμός του φασισμού στην εξουσία σαν ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία, σχετίστηκε τόσο με το εγκαθιδρυμένο σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης όσο και με το ρόλο των δικαστηρίων, τα οποία με τις θανατικές καταδίκες και –το δικαστήριο του Ράιχ με τη δίκη ενάντια στο Δημητρώφ και τους συντρόφους- αποδείχτηκαν ως όργανα της τρομοκρατίας. Θύματα αυτών των μεθόδων της δημόσιας χρήσης βίας έγιναν νωρίς και οι γερμανοί Εβραίοι. Το ότι το καθεστώς αργότερα προσπάθησε προσωρινά να μακιγιαριστεί κάνοντας χρήση πιο «πολιτισμένων» μορφών κρατικής βίας,[2] αυτό δεν άλλαξε σε τίποτα, το ότι ποτέ δεν παραιτήθηκε απ΄ τις χονδροειδείς μεθόδους καταστολής των αντιπάλων, τις οποίες δεν περιόρισε κανένας νόμος. Στον πόλεμο η τρομοκρατία αυτή πήρε τέτοιες μορφές και έκταση, που ξεπέρασε όλα τα ιστορικά προηγούμενα.

13. Ο ορισμός του έτους 1933 ήταν ταυτόχρονα διατυπωμένος έτσι, που οριοθετούνταν απ΄ τις άλλες ερμηνείες και αναλύσεις για το φασισμό, συγκεκριμένα εκείνες, που πίστευαν ότι έχουν αναγνωρίσει σ΄ αυτή την κρατική εξουσία ένα όργανο των μικροαστικών κύκλων. Σε αντίθεση μ΄ αυτές, διαπιστώθηκε, ότι αυτή η εξουσία ενεργούσε προς το συμφέρον των πιο σωβινιστικών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων του χρηματιστικού κεφαλαίου, δηλαδή των μεγάλων τραπεζών και των βιομηχανικών κοντσέρν. Η διαπίστωση αυτή αντανακλούσε την ικανοποίηση την οποία γνωστοποιούσαν αυτοί οι οικονομικά ισχυροί κύκλοι με τη νέα δικτατορία, κάτι που φάνηκε στην ιδία συνεισφορά τους και στη σταθεροποίησή της, όπως επίσης και προσωπικά με την άμεση συμμετοχή σχετικά ισχυρών προσώπων της οικονομικής ελίτ στη διεύθυνση του κράτους. Οι κύκλοι αυτοί κέρδισαν από την καταστροφή τόσο του πολιτικού όσο και του συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος, και στη συνέχεια απ΄ τους υψηλούς εξοπλισμούς. Η χαρακτηριστική του φασισμού στην εξουσία ήταν επομένως και μια προειδοποίηση, η οποία σηματοδοτούσε την επέκταση και τον κίνδυνο ενός πολέμου.

14. Η υλιστικά τεκμηριωμένη και προσανατολισμένη προς τη μαρξιστική θεωρία ανάλυση του φασισμού, χαρακτηρίζεται μεταξύ των άλλων υποτιμητικά και ως «πρακτορολογική θεωρία». Ισχυρίζονται κάποιοι, ότι μ΄ αυτήν παρουσιάζονται τα φασιστικά στελέχη ως «απλοί πράκτορες» του κεφαλαίου ή στο ρόλο ανδρείκελων της Ιστορίας, μια εικόνα, που είναι συνηθισμένη σε κάθε παιδί, και θέλει να πει, ότι παρουσιάζεται πρωτόγονα μηχανιστικά η σχέση των οικονομικά κυριάρχων και αυτών που δρουν πολιτικά. Όπως στη μαρξιστική θεωρία για την κοινωνία συνολικά, αναγνωρίζεται ένας ενεργητικός, σχετικά αυτόνομος ρόλος του εποικοδομήματος που αντανακλάται πάνω στη βάση, έτσι συμβαίνει και με τη φασιστική κρατική εξουσία. Τα φασιστικά στελέχη στην κρατική πυραμίδα δεν χορεύουν στη βάση οποιοδήποτε ταμπούρλου των ενώσεων των καπιταλιστών. Στο τιμόνι της εξουσίας έπαιρναν οι ίδιοι αποφάσεις για την εσωτερική και εξωτερική πολιτική, όμως στην ουσία κινούνταν αναμφίβολα, όσο διάστημα είχαν επιτυχία, στη σφαίρα των συμφερόντων του κεφαλαίου. Όταν στρατιωτικά χτυπημένοι, έπρεπε να αποχωρήσουν, στη γερμανική κοινωνία παρέμειναν όπως και πριν αυτοί που βρίσκονταν επάνω, πάλι επάνω, όπως ήταν και το 1933. Αυτοί που βρίσκονταν στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας διατήρησαν στο σύνολο την ιδιοκτησία τους, και μερικοί την αύξησαν, [ενώ] οι «μικροί άνθρωποι» σκοτώθηκαν κατά εκατομμύρια γι΄ αυτή την ιδιοκτησία.

15. Εκείνη η κριτική στον ορισμό του έτους 1933, η οποία παραπέμπει στην «απουσία» του ρόλου της ρατσιστικής ιδεολογίας και τη μαζική οπαδοποίηση –αυτές είναι δυό βασικές αντιρρήσεις- είναι ανιστόρητη και λαμβάνοντας υπόψη την προσφορά των συντακτών/συγγραφέων, άδικη. Επειδή στα τέλη του 1933 δεν ήταν δυνατό να προβλεφτεί, ότι η μαζική οπαδοποίηση που απέκτησε το καθεστώς το πρώτο έτος της δικτατορίας, θα παρέμεινε σταθερή. Πιστευόταν, ότι οι εσωτερικές κατ΄ όνομα οικονομικές κρίσεις, θα δημιουργήσουν μια νέα κατάσταση και ότι θα ταρακουνούσαν αυτή την κυριαρχία. Και στα τέλη του 1933, όταν η αντισημιτική δραστηριότητα των εξουσιαστών έφτασε σε μια προσωρινή και συγκεχυμένη στασιμότητα, ώστε να περιοριστούν οι αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, δεν μπορούσε να διακρίνει κανείς τόσο μακριά, ότι αυτός ο δρόμος μέσω των πογκρόμ θα οδηγούσε στο Άουσβιτς. Η κριτική, ότι αυτά τα χαρακτηριστικά δεν λήφθηκαν υπόψη στον ορισμό, μπορεί να αφορά μόνο τους μετέπειτα, δηλαδή ονομαστικά τους μαρξιστές ιστορικούς, οι οποίοι ερευνούσαν το φασισμό και τον πόλεμο. Όμως και αυτό δεν είναι σωστό. Οι μαρξιστικές αναλύσεις προχώρησαν πολύ πιο πέρα απ΄ το επίπεδο γνώσης που υπήρχε το 1935. Όμως αυτοί που συνέχισαν δεν είδαν κανένα λόγο να εγκαταλείψουν εκείνες τις διατυπώσεις που αποδείχτηκαν σωστές. Το ότι ο ορισμός έμεινε ανέπαφος, οφειλόταν λιγότερο στη δογματοποίησή του παρά στη σκέψη, ότι με προσθήκες ο ορισμός αυτός θα παραφορτωνόταν και ο πυρήνας του περιεχομένου του θα έχανε την οξύτητά του. Πάνω σ΄ αυτό μπορεί κανείς να διαφωνήσει. 

16. Τα φασιστικά καθεστώτα που προέκυψαν από τη δεκαετία του 1920 έως τη δεκαετία του 1940 στην Ευρώπη, μοιάζουν το ένα στο άλλο όπως ένα αβγό. Έχουν πολλά πρόσωπα και διαφορετικές εκχαράξεις, γι΄ αυτό διαφοροποιούνται μεταξύ τους και γλωσσικά. Έννοιες όπως χιτλεροφασισμός, ναζιστικός φασισμός, φασισμός του Μουσολίνι, μοναρχοφασισμός, κληρικοφασισμός, χρησιμοποιούνται στη βιβλιογραφία. Καθένας απ΄ αυτούς τους φασισμούς, ανεξάρτητα απ΄ το αν πρόκειται για πολιτικό κίνημα, ιδεολογία ή κρατική εξουσία, έχει τις ιδιαιτερότητές του από χώρα σε χώρα. Αυτές αποτυπώθηκαν αφενός μέσα από την παράδοση που προηγήθηκε, η οποία εισήλθε στην εθνική Ιστορία και αφετέρου, από τις συγκεκριμένες συνθήκες κάτω απ΄ τις οποίες οι φασίστες έφτασαν στην εξουσία, κυρίως απ΄ το αν η νίκη τους πάνω στους εχθρούς και τους ανταγωνιστές τους ήταν ολοκληρωτική ή αν κατέκτησαν την επιτυχία τους μαζί με τους κοντινούς συγγενείς τους και έτσι μέχρι σ΄ ένα βαθμό ήταν αναγκασμένοι να μοιραστούν μαζί τους την εξουσία. Οι δρόμοι αυτοί προς την εξουσία διαφέρουν αρκετά, όπως αυτός που πήραν οι ναζί στη Γερμανία απ΄ τους φασίστες του Φράνκο στην Ισπανία, οι οποίοι κατόρθωσαν να φτάσουν στο τιμόνι του κράτους μόνο με τη γερμανο-ιταλική στρατιωτική βοήθεια, και αυτός πάλι από τους κληρικοφασίστες στο κράτος των Ουστάσα στην Κροατία, το οποίο μετά το τσάκισμα της Γιουγκοσλαβίας δόθηκε χάρη απ΄ τους Γερμανούς. Ο συσχετισμός δυνάμεων των κυρίαρχων δυνάμεων σ΄ αυτά τα κράτη –αστική τάξη, γαιοκτήμονες, στρατιωτικοί, εκκλησιαστική εξουσία- ήταν διαφορετικός και συνεισέφερε επίσης, στο να αποκτήσουν οι φασιστικοί κρατικοί σχηματισμοί το ιδιαίτερό τους πρόσωπο. Αυτό έγινε δυνατό να συγκαθοριστεί επιπλέον από τις προτιμήσεις, ακόμη και από τις ιδιοτροπίες των εκάστοτε φύρερ. Γι΄ αυτό είναι εσφαλμένο να θέλει κανείς να απορρίψει/αγνοήσει την «φόρμουλα-Δημητρώφ» με την επίπληξη, ότι αυτή δεν «ταιριάζει» με τη μια ή την άλλη διαμόρφωση του φασισμού. Επιθετικά, σωβινιστικά, επεκτατικά, πολεμικά ήταν όλα αυτά τα καθεστώτα. Όπως στο γερμανικό ναζιστικό κράτος παρουσιάστηκε το σύνθημα για μια Μεγάλη Γερμανία, το ίδιο παρουσιάστηκε –και αυτό ήδη από πριν- για τη Μεσόγειο Θάλασσα απ΄ τους φασίστες στη Ρώμη σαν το mare italiano (mare nostrum) [ΠΓ: η θάλασσά μας, στη λατινική γλώσσα εννοείται η Μεσόγειος Θάλασσα], η Μεγάλη Ουγγαρία στη Βουδαπέστη, η Μεγάλη Ρουμανία στο Βουκουρέστι. Οι προϋποθέσεις όμως για να επιδιωχθούν και να κατακτηθούν αυτοί οι στόχοι ήταν πολύ διαφορετικές, ξεκινώντας από το μέγεθος του πληθυσμού και φτάνοντας μέχρι το τεχνικό-βιομηχανικό επίπεδο.

17. Ο γερμανικός φασισμός στην εξουσία ήταν ο πρωτεργάτης της καταδίωξης των Εβραίων, η οποία μέσω της εκδίωξης εκατοντάδων χιλιάδων γερμανών Εβραίων από την πατρίδα τους, έφτασε μέχρι την καταστροφή όλων των Εβραίων που ήταν δυνατό να συλληφθούν στη γερμανικά κατεχόμενη Ευρώπη. Αυτό το έγκλημα, το οποίο συνήθως αποκαλείται «Ολοκαύτωμα», κηρύσσεται σε πυρήνα της πολιτικής του γερμανικού φασισμού, και επειδή συμμετείχαν σ΄ αυτό οι φασίστες όλων των χωρών, που όμως δεν ήταν οι σχεδιαστές και οργανωτές του, χαρακτηρίζεται στη συνέχεια ο «εθνικοσοσιαλισμός» ως μια εντελώς ιδία πολιτική κυριαρχία και ο χαρακτηρισμός του ως φασισμός βλέπεται ως μειωτικός της σημασίας του. Όσο φοβερές, αφάνταστες, μοναδικές στην όλη μέχρι τώρα παγκόσμια Ιστορία ήταν οι μαζικές δολοφονίες στους Εβραίους, τις οποίες σκηνοθέτησαν οι γερμανοί φασίστες οδηγώντας τους κοντά στο στόχο τους –τον άξονα του καθεστώτος και τον τελικό στόχο του δεν αποτελούσαν αυτές, αλλά οι μέσω των πολέμων και κατακτήσεων επιδιωκόμενη θέση του γερμανικού ιμπεριαλισμού για παγκόσμια κυριαρχία. Από το 1933 μέχρι το Άουσβιτς, φροντίδα ήταν, η καταδίωξη, η εκδίωξη και η καταστροφή των Εβραίων να υποτάσσεται σ΄ αυτό το βασικό συμφέρον και ποτέ δεν ανατίναξε το πλαίσιό του.

18. Όσο διαφορετικά κι αν φαίνονται αυτά τα φασιστικά κράτη από πρώτη ματιά, όπως και [κάποιες] εξαιρέσεις, τα κοινά τους στοιχεία επικρατούσαν: ο δικτατορικός τους χαρακτήρας και η χρήση τρομοκρατικών μεθόδων ενάντια σε όλους τους πραγματικούς ή τους υποτιθέμενούς τους εχθρούς, οι προσπάθειές τους μέσω της τρομοκρατίας, της δημαγωγίας και της επιτυχημένης διαφθοράς στον πληθυσμό, να δημιουργήσουν μια σταθερή βάση, η αντιδιαφωτιστική προπαγάνδα με σκοπό την αποβλάκωση και τον έλεγχο των μαζών, η διάδοση εικόνων περί εχθρών στο εσωτερικό των χωρών και πέραν των συνόρων με σκοπό τη στρατιωτικοποίηση των μαζών και το ξύπνημα μιας πολεμικής επεκτατικής διείσδυσης. Στα κοινά στοιχεία των φασιστικών καθεστώτων ανήκε –last but not least [ΠΓ: τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό]- και η απόλυτη παραμόρφωση της σχέσης με την Ιστορία του ιδίου έθνους, η άρνηση κάθε κριτικής θεώρησης της Ιστορίας που στρέφεται προς τα μέσα και η ηρωοποίηση του παρελθόντος, ως στόχο τους –και αποκορύφωμα- και τελικό σημείο, που θεωρούσαν για τον εαυτό τους οι φασίστες.

Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2010

Σημείωση: Το αρχικό κείμενο είχε τον τίτλο «Αντεπανάσταση» και υπότιτλο «Θέσεις για την ανάλυση του ιστορικού φασισμού» και πάρθηκε από την ιστοσελίδα της Ένωσης των Καταδιωχθέντων από το Ναζιστικό Καθεστώς / Σύνδεσμος των Αντιφασιστών (Vereinigung der Verfolgten des Naziregimes / Bund der Antifaschisten).

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

[1] Ο συγγραφέας αναφέρεται εδώ στην απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ που έγινε στις 20 Ιουλίου 1944, κυρίως από αξιωματικούς της Βέρμαχτ, σε έναν από τους βασικούς στρατώνες του Χίτλερ κοντά στο χωριό Γκέρλιτς στην Ανατολική Πρωσία, σημερινή Πολωνία. Η απόπειρα απέτυχε, ο Χίτλερ τραυματίστηκε ελαφρά. Στη συνέχεια ακολούθησε η δολοφονία πάνω από 200 ατόμων, μεταξύ αυτών 19 στρατηγοί, 26 συνταγματάρχες, 2 πρεσβευτές, 7 διπλωμάτες, ένας υπουργός, 3 υφυπουργοί, καθώς και ο διευθυντής της μυστικής αστυνομίας του Ράιχ.

[2] Όντως, υπήρξε κάποια μικρή χρονική περίοδος που η φασιστική τρομοκρατία είχε κάπως χαλαρώσει. Αν ερμηνεύουμε σωστά τον Pätzold, τότε πρόκειται για το χρονικό διάστημα λίγο πριν λάβουν χώρα οι Ολυμπιακοί Αγώνες στη Γερμανία, το 1936. Είναι προφανές ότι οι ναζί ήθελαν να αποσπάσουν την προσοχή από τις προθέσεις τους και να βελτιώσουν την εικόνα της ναζιστικής Γερμανίας στο εξωτερικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.