Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Ο Γκράμσι, η παθητική επανάσταση, η εποχή μας



του Andea Catone

Η κατηγορία της παθητικής επανάστασης παίζει συνολικά στη σκέψη του Γκράμσι ένα σημαντικό ρόλο. Η κατηγορία αυτή μπορεί να μας βοηθήσει να χαρακτηρίσουμε επίσης την ιστορική φάση του παρόντος, και μάλιστα σαν ιστορική φάση του εκσυγχρονισμού χωρίς ουσιαστική αλλαγή των ταξικών σχέσεων και των σχέσεων κυριαρχίας

Ο Cuoco και η ναπολιτάνικη επανάσταση

Ο Γκράμσι παίρνει την έκφραση «παθητική επανάσταση» από το έργο του Vincenzo Cuoco «Ιστορική μελέτη για την ναπολιτάνικη επανάσταση» [που γράφτηκε] μετά την κατάρρευση της ναπολιτάνικης δημοκρατίας (1799). Συνεπώς, η ναπολιτάνικη επανάσταση προέκυψε ως αντίδραση στην επίδραση εξωτερικών παραγόντων. Πρέπει δηλαδή να ειδωθεί περισσότερο σαν μια απήχηση της Γαλλικής Επανάστασης παρά σαν μια θεληματική και συνειδητή πρωτοβουλία του λαού. «Ο Vincenzo χαρακτηρίζει σαν παθητική επανάσταση εκείνη, η οποία έλαβε χώρα στην Ιταλία ως συνέπεια των ναπολεόντειων πολέμων» (Q 504).

Ο Cuoco καθιερώνει την έννοια «παθητική επανάσταση», ώστε με τη βοήθειά της να μπορεί να παρατηρεί διαφοροποιημένα τα γεγονότα για τη ναπολιτάνικη δημοκρατία και να την βάλει στην άκρη με πολεμική πρόθεση, σε σχέση με την επανάσταση με την πραγματική σημασία της λέξης, την «ενεργητική επανάσταση» στη Γαλλία. «Οι ενεργητικές επαναστάσεις είναι πάντα πιο αποτελεσματικές επειδή ο λαός στρέφεται άμεσα σ΄ αυτό που βρίσκεται στην καρδιά του. Κατά την παθητική επανάσταση αντιθέτως, είναι αναγκαίο για την αρχικά δρώσα κατευθυνόμενη δύναμη, να μαντέψει κανείς το νόημα ή αντίστοιχα την ψυχική κατάσταση του λαού και να τού το παρουσιάσει ως στόχο, κάτι που λαχταρά, όμως δεν φροντίζει να βγει ο ίδιος απ΄ την κατάσταση που βρίσκεται» [§ 19]. Για τον Cuoco επομένως η παθητική επανάσταση χαρακτηρίζει πολιτικο-κοινωνικές αναταραχές και κινήματα, στα οποία δεν συμμετέχει άμεσα και ενεργητικά ο λαός (και από δω προκύπτουν οι δυσκολίες να καθοδηγηθεί ένα τέτοιου είδους κίνημα και να του εξασφαλιστεί η επιτυχία).

Εκσυγχρονισμός χωρίς επανάσταση σαν στρατηγική κίνηση ώστε να μην αλλάξουν οι ταξικές σχέσεις

Όταν ο Γκράμσι χρησιμοποιεί την έννοια «παθητική επανάσταση», τότε συνειδητά και ρητά έχει μια διαφορετική πρόθεση απ΄ ό,τι ο Cuoco: «Η έννοια του Cuoco σε σχέση με τη ναπολιτάνικη επανάσταση είναι εδώ πλήρως τροποποιημένη και στο περιεχόμενό της ορισμένη εκ νέου» (Q 4 § 57, Q 1775).

Το ίδιο, στην § 57 του τέταρτου Τετραδίου, η έννοια αποκτά μια πρώτη γενίκευση και διεύρυνση όσον αφορά το περιεχόμενό της. Η έννοια δεν έχει πλέον τη σύστασή της σε μια περιορισμένη ιστορική περίοδο ή σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή: αλλά –και αυτό είναι πολύ σημαντικό, επειδή μια «έκφραση» μετατρέπεται τώρα σε μια ερμηνευτική κατηγορία- ο Γκράμσι περιλαμβάνει γενικά όλα εκείνα τα προτσές εκσυγχρονισμού στο κράτος, τα οποία δεν οφείλονται σε μια πολιτική επανάσταση: Η έννοια δεν παραπέμπει επομένως μόνο στην παθητικότητα των μαζών, αλλά και στην ιστορική μορφή του εκσυγχρονισμού χωρίς επανάσταση γενικά: «Η έννοια της παθητικής επανάστασης μού φαίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται μόνο σε ό,τι αφορά την Ιταλία, αλλά και όλες εκείνες τις χώρες, οι οποίες ανανέωσαν το κράτος μετά από μια σειρά μεταρρυθμίσεων ή εθνικών πολέμων, χωρίς την εμπειρία μιας πολιτικής επανάστασης ριζοσπαστικού-γιακωβίνικου είδους» (Q 504).

Με αυτό τον ορισμό του εκσυγχρονισμού στο κράτος απλά χωρίς επανάσταση, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η ευρηματική αποτελεσματικότητα αυτής της γκραμσιανής κατηγορίας. Χαρακτηρίζονται μεν ονομαστικά οι μάζες, οι οποίες υποφέρουν από τα εκσυγχρονιστικά μέτρα, ως παθητικό στοιχείο, το προφίλ όμως των υποκειμένων, των τάξεων ή των ταξικών ομάδων, οι οποίες δρουν ως φορείς των εκσυγχρονιστικών μέτρων, παραμένει ασαφές.

Ο Γκράμσι δεν έχει εδώ καθόλου στη σκέψη του ένα ιστορικό προτσές χωρίς υποκείμενα: η παθητικότητα των μαζών υποδηλώνει την συνειδητή δραστηριότητα των άλλων, οι οποίοι θέτουν σε κίνηση τον εκσυγχρονισμό. Διαφορετικά απ΄ ό,τι ο Cuoco, ο Γκράμσι ισχυρίζεται ότι η παθητική επανάσταση σε μια συγκεκριμένη ιστορική φάση μπορεί να είναι λειτουργική για συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις: Αυτή δεν παριστάνει ένα ατύχημα ή ένα σφάλμα. Πολύ περισσότερο, η παθητική επανάσταση μετατρέπεται σε ένα στοιχείο της στρατηγικής, η οποία τελείται συνειδητά από μια τάξη –ή από ένα τμήμα μιας τάξης-, αναλαμβάνοντας έτσι τον καθοδηγητικό ρόλο στο προτσές της παθητικής επανάστασης.

Παθητική επανάσταση σημαίνει επομένως εκσυγχρονισμό χωρίς επανάσταση, με στόχο όμως να αφήσει ανέπαφες τις ταξικές σχέσεις. Πρόκειται εδώ για μια συνειδητή στρατηγική διατήρησης της εξουσίας εν όψει της αναγκαιότητας ότι πρέπει να ξεκινήσουν προτσές αλλαγής, τα οποία οφείλουν να παραμείνουν στα πλαίσια της δοσμένης πολιτικο-θεσμικής δομής, μολαταύτα μόνο μέχρι του σημείου που είδαμε έως τώρα. 

Η στρατηγική της παθητικής επανάστασης σαν αντίδοτο στον κίνδυνο μιας «ενεργητικής επανάστασης»

Κατά την ανάλυση του ιταλικού Risorgimento ο Γκράμσι σημειώνει ότι τα μετριοπαθή ρεύματα των Risorgimentisti εισήγαγαν συνειδητά ένα πρόγραμμα για την παθητική επανάσταση από φόβο ότι το εθνικό προτσές για την ένωση, μπορούσε να αφήσει ελεύθερο χώρο για γιακωβίνικες προσπάθειες –με τις αναπόφευκτες ανατροπές που προκύπτουν από δω:

«Πρέπει να δει κανείς ακριβώς, με ποιο τρόπο ο κριτικός λόγος των “παθητικών επαναστάσεων”, που διατύπωσε ο Vincenzo Cuoco μετά το τραγικό πείραμα της ναπολιτάνικης δημοκρατίας το έτος 1799, πως αυτός ο λόγος λοιπόν, είχε την αξία μιας ειδοποίησης και ως τέτοιος θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα ενεργητικό εθνικό φρόνημα και μια επαναστατική πρωτοβουλία απ΄ τη μεριά του λαού, μετατράπηκε τώρα συνεπεία του κοινωνικού πανικού στο κεφάλι των Neoguelfen-Μετριοπαθών σε ένα θετικό σχέδιο, σε ένα πολιτικό πρόγραμμα και ένα φρόνημα, το οποίο έκρυψε πίσω από την εθνική αίγλη και το εκτυφλωτικό έργο ρητορικών τύπων –όπως αυτό περί “υπεροχής”, περί  “ιταλικής πρωτοβουλίας”, περί “Η Ιταλία θα τα καταφέρει”- τη φροντίδα του “μαθητευόμενου μάγου” και ταυτόχρονα την πρόθεσή του να παραιτηθεί απ΄ τον καθοδηγητικό ρόλο και με το πρώτο σοβαρό σημάδι μιας ιταλικής επανάστασης, φορέας της οποίας είναι ο λαός και επομένως μπορεί να θεωρηθεί ως ριζοσπαστική εθνική, να συνθηκολογήσει» (Q 1220). «Τόσο ο λόγος περί “επανάστασης-παλινόρθωσης” του Quinet όσο και αυτός περί “παθητικής επανάστασης” του Cuoco, εκφράζουν βασικά το ιστορικό γεγονός, ότι α) στην πορεία της ιταλικής Ιστορίας έλειπε μια πρωτοβουλία του λαού και β) το γεγονός, ότι η “πρόοδος” αποδεικνύεται ως παλινορθωτική απάντηση ή αντίδραση των κυρίαρχων τάξεων στο σποραδικό και μη-μεθοδικό ανατρεπτισμό των λαϊκών μαζών, όπου όμως ένα μέρος των απαιτήσεων του λαού εκπληρώνεται. Πρόκειται επομένως για “προοδευτικά βήματα παλινόρθωσης” ή “επαναστάσεις-παλινορθώσεις” ή ακόμη για “παθητικές επαναστάσεις” (Q 957, παράθεση του A.C.)

Η στρατηγική της παθητικής επανάστασης αποδεικνύεται σαν μια συνειδητή απάντηση απέναντι στον κίνδυνο μιας «ενεργητικής επανάστασης». Η έννοια της παθητικής επανάστασης ορίζεται κατά τον Γκράμσι όχι ex negativo (στη βάση του ότι δεν υπάρχει συμμετοχή των λαϊκών μαζών) –όπως είναι η περίπτωση με τον Cuoco- αλλά θετικά: σαν μια στρατηγική, ένα πρόγραμμα μιας τάξης ή ενός τμήματος μιας τάξης που ασκεί μια κοινωνική διευθυντική λειτουργία και ηγεμονική εξουσία, η οποία επιτρέπει σ΄ αυτήν να ξεκινήσει προτσές αλλαγής, τα οποία (επειδή ικανοποιούν εν μέρει και τις ανάγκες του λαού) δεν μπορεί κανείς πλέον να υποφέρει, διαφορετικά η κατάσταση θα γίνει εκρηκτική. Με την παθητική επανάσταση εμποδίζεται η συμμετοχή όλων των λαϊκών μαζών στο προτσές του εκσυγχρονισμού σαν ενεργών και συνειδητών πρωταγωνιστών.

Όταν λέμε ότι στο Γκράμσι η έννοια της παθητικής επανάστασης αποκτά ένα θετικό προσδιορισμό, όσον αφορά το περιεχόμενο, τότε αυτό δεν σημαίνει ότι η παθητική επανάσταση για τις ίδιες τις λαϊκές μάζες είναι θετική. Είναι θετική στο βαθμό που η απουσία των μαζών σαν υποκείμενο οδηγεί στη συνειδητή προγραμματική μιας τάξης, την οποία όμως καταλαμβάνει η κοινωνική αντι-θετική θέση απέναντι στις λαϊκές μάζες, προς τους παθητικούς παθόντες των μετασχηματισμών. Η αστική τάξη μετά την τραυματική εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης, στηρίχτηκε στην πάλη ενάντια στα φεουδαρχικά στοιχεία στην ενεργητική συμμετοχή των λαϊκών μαζών και απελευθερώνοντας τον γιακωβίνικο ριζοσπαστισμό, συνειδητοποίησε ότι πρέπει να επεξεργαστεί την προγραμματική μιας παθητικής επανάστασης. Η παθητική επανάσταση πρέπει επομένως να κατανοηθεί μόνο με φόντο την «ενεργητική επανάσταση».

Παρομοίως, όπως ο «πόλεμος κινήσεων (guerra manovrata)» και ο «πόλεμος θέσεων (guerra di positione» έτσι και οι έννοιες «ενεργητική επανάσταση» και «παθητική επανάσταση» σχηματίζουν έναν κατηγορηματικό δυαδισμό στη σκέψη του Γκράμσι.

Το να καλύπτεται ή να εκτοπίζεται το δεύτερο στοιχείο –η «ενεργητική επανάσταση»- όπως κάνει ο Croce στα δυό του έργα που αφορούν στην Ιστορία της Ιταλίας και της Ευρώπης, αυτό υποδηλώνει μια συνειδητή ιδεολογική απόφαση, η οποία δεν είναι σε καμιά περίπτωση ελεύθερη από κακή πρόθεση και επί πλέον πρέπει να ειδωθεί ως λειτουργική για τη διατήρηση της ηγεμονίας των κυριάρχων.

«Με το βλέμμα στραμμένο στις δυό αυτές μελέτες (του Croce) τίθενται τα παρακάτω ερωτήματα: είναι δυνατό να γραφτεί μια Ιστορία της Ευρώπης του 19ου αιώνα (χωρίς να σχεδιαστεί), χωρίς να εκτεθεί η Γαλλική Επανάσταση και οι ναπολεόντειοι πόλεμοι σαν ενσωματωμένο ουσιαστικό στοιχείο (οργανικά); Μπορεί να γράψει κανείς μια Ιστορία της Ιταλίας στη νεότερη εποχή, χωρίς να εξεταστούν οι αγώνες στο Risorgimento;» (Q 1227).

«Το βιβλίο του Croce είναι μια πραγματεία για τις παθητικές επαναστάσεις, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Cuoco, οι οποίες δεν μπορούν να κατανοηθούν ή να εξηγηθούν, αν δεν ληφθεί υπόψη η Γαλλική Επανάσταση, η οποία όμως είναι ένα ευρωπαϊκό γεγονός, ένα παγκόσμιο γεγονός, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν περιορίστηκε μόνο στη Γαλλία…» (Q 1088).

Ο Croce πιστεύει ότι το να μπορεί να γραφεί μια Ιστορία της Ευρώπης στο 19ο αιώνα χωρίς να ληφθεί υπόψη η Γαλλική Επανάσταση, παραιτούμενος από «την πάλη, το στοιχείο στο οποίο δημιουργούνται αντιπαρατιθέμενες δυνάμεις, μαζεύονται και σχηματίζουν τα μέτωπα… με το να αποσπάται ένα ηθικό-πολιτικό σύστημα από ένα άλλο, το οποίο σφυρηλατείται στη φωτιά και τα όπλα» (Q 1227). Η κομματικότητα της εργασίας του Croce έχει έναν καθαρά προσδιορισμένο στόχο. Έχει δηλαδή 

«ένα επίκαιρο και άμεσο σημείο προσανατολισμού, (…) το στόχο να προκαλέσει ένα ιδεολογικό κίνημα, το οποίο … αντιστοιχεί σ΄ εκείνο της παλινόρθωσης-επανάστασης, που έλαβε χώρα στην εξεταζόμενη ιστορική περίοδο και οδήγησε στην ικανοποίηση των αναγκών, που βρήκαν αντιθέτως στη Γαλλία μια γιακωβίνικη-ναπολεόντεια έκφραση. Αυτές ικανοποιήθηκαν σε μικρά βήματα, νόμιμα, με μεταρρυθμίσεις, έτσι που έγινε δυνατό να διασωθεί η πολιτική και οικονομική θέση των παλιών φεουδαρχικών τάξεων και να αποφευχθούν αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Έτσι όμως έγινε επίσης κατορθωτό να μην αποκτήσουν οι λαϊκές μάζες τις πολιτικές εμπειρίες, οι οποίες βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη στη Γαλλία στα χρόνια του γιακωβινισμού καθώς και το 1831 και το 1848» (Q 1227).

Κατά το Γκράμσι η παθητική επανάσταση είναι το παιδί του φόβου μπροστά σε μια ενεργητική επανάσταση: Αυτή είναι το αντισώμα, το οποίο γεννούν οι μετριοπαθείς για να αποτρέψουν τον κίνδυνο μιας επανάστασης με τη συμμετοχή των μαζών. Αυτό σημαίνει ότι μια μετριοπαθής ομάδα –όχι όμως συντηρητική- αναγνωρίζει την αναγκαιότητα μιας αλλαγής και τώρα δεν την σταματά, αλλά μάλλον την προωθεί η ίδια, ώστε να μπορέσει να την ελέγξει, για να χαλιναγωγήσει τις δυνάμεις που θα ήθελαν να δρομολογήσουν μια ριζοσπαστική επανάσταση. Εδώ ταξινομείται και ο ρεφορμισμός.

Αν κατανοηθεί έτσι το ζήτημα, τότε η κατηγορία της παθητικής επανάστασης αποτελεί μια πρωτότυπη συνεισφορά του Γκράμσι στη μαρξιστική θεωρία. Ο Γκράμσι μπορεί να μας βοηθήσει στην κατανόηση της ιστορίας του καπιταλισμού, ο οποίος ήταν σε θέση να επιφέρει αλλαγές και ταυτόχρονα να διατηρεί την ηγεμονία και την κυριαρχία του κεφαλαίου. Να επαναστατικοποιεί διαρκώς την υλική του βάση και να εμποδίζει, ώστε «να μαζεύονται μόρια στοιχείων, τα οποία είναι καθορισμένα να πυροδοτούν μια “έκρηξη”» (Q 2149) και να οδηγούν το ιστορικό προτσές σ΄ ένα επαναστατικό σπάσιμο. Αν αυτή είναι η σημασία της έννοιας της παθητικής επανάστασης, τότε ο συλλογισμός του Γκράμσι είναι κατάλληλος για να κατανοηθεί η κατάσταση που προέκυψε μετά την αποτυχία των επαναστατικών δοκιμών στη Δύση. Το κόκκινο νήμα στα «Τετράδια» παρασταίνει η προσπάθεια να βρεθεί για αυτό μια ερμηνεία και να δοθεί παραπέρα μια απάντηση, ώστε να οργανωθεί η αντεπίθεση μετά την αποτυχία εκ νέου: Εδώ πρόκειται για έναν συλλογισμό που αντανακλά την ιταλική περίπτωση, ο οποίος όμως έχει γενική ισχύ.

Η παθητική επανάσταση σαν μορφή, η οποία αντιστοιχεί στην καπιταλιστική ανάπτυξη

Η κατηγορία της παθητικής επανάστασης προσφέρεται επίσης σαν κλειδί για την κατανόηση των ιστορικών και κοινωνικών προτσές του 20ου αιώνα. Ο Γκράμσι βλέπει στο φασισμό μια μορφή παθητικής επανάστασης.

«Μια παθητική επανάσταση υφίσταται, λόγω του ότι μέσω της νομοθετικής παρέμβασης του κράτους και μέσω των κορπορατιστικών οργανώσεων, εισάγονται λίγο ή πολύ βαθιές αλλαγές στην οικονομική δομή της χώρας, για να δοθεί βάρος στο στοιχείο “σχέδιο της παραγωγής”, δηλαδή ότι ενισχύονται ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής και οι συλλογικές του δομές, χωρίς εδώ, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα ελέγχου πάνω στο κέρδος από ξεχωριστά άτομα ή τη μικρή ομάδα, να θιγεί η ιδιοποίηση του κέρδους. Στο πραγματικό πλαίσιο των ιταλικών κοινωνικών σχέσεων θα μπορούσε να αφορά στη μοναδική δυνατότητα, να αφεθεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της βιομηχανίας υπό τη διεύθυνση των παραδοσιακά ηγεμονικών τάξεων και να μπορέσουν να απορροφήσουν την ανταγωνιστική πάλη με τα πιο προοδευτικά βιομηχανικά έθνη, τα οποία κατέχουν το μονοπώλιο πάνω στις πρώτες ύλες και έχοντας συσσωρεύσει ένα τεράστιο ποσό κεφαλαίου» (Q 1228, βλ. επίσης Q 8 § 237).

Η θέση που παρατέθηκε κάνει αρκετά σαφές: ο φασιστικός κορπορατισμός έκανε δυνατό έναν εκσυγχρονισμό –και μάλιστα την εισαγωγή ενός διευθυνόμενου τρόπου οικονομίας-, χωρίς να αλλάξουν οι ταξικές σχέσεις. Η παθητική επανάσταση είναι μια επανάσταση του μηχανισμού της παραγωγής χωρίς επανάσταση στις σχέσεις παραγωγής. Και ο Αμερικανισμός, όπως τον περιγράφει ο Γκράμσι στην ανάλυση του Τετραδίου 22, θα μπορούσε να ταιριάξει αναμφίβολα στην τυπολογία της παθητικής επανάστασης (βλ. Q 2149). Πολύ περισσότερο, επειδή ο Αμερικανισμός στα μάτια του Γκράμσι παριστάνει την πιο καθαρή και σύγχρονη, πλησιέστερη προς την καπιταλιστική μορφή παθητική επανάσταση, διαφορετικά απ΄ ό,τι ο φασισμός, αυτή η αντίστοιχη ευρωπαϊκή παραλλαγή του εκσυγχρονισμού σε μια καπιταλιστική χώρα, η οποία είναι λιγότερο προοδευτική απ΄ ό,τι οι ΗΠΑ, όπου το κυρίαρχο «ιστορικό μπλοκ» είναι ριζωμένο σ΄ ένα πλέγμα μιας κουλτούρας πόλης και υπαίθρου, και όπου χάρη στην «ορθολογική δομή του πληθυσμού» είναι κανείς ελεύθερος από τα υπολείμματα των παλιών κυρίαρχων τάξεων, των οποίων η υπεράσπιση των προνομίων και των θέσεων εξουσίας τους πρέπει να είναι διαφορετική. «Μου φαίνεται ότι η θεωρία της παθητικής επανάστασης παριστάνει ένα κριτικό πόρισμα για την “Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας”» (Q 1827).

Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι με την κατηγορία της παθητικής επανάστασης –κατά τη στιγμή που ο Γκράμσι την ενστερνίζεται, ώστε μέσω αυτής να διαβάσει την Ιστορία του 19ου αιώνα- δεν κατανοούνται πλέον μόνο από μακριά τα πολιτικο-θεσμικά φαινόμενα, αλλά ότι μέσω αυτής πρέπει τώρα να χτυπηθεί η ίδια η καρδιά της οικονομικής δομής. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε αφήσει το έδαφος της ανάλυσης του πολιτικο-θεσμικού εποικοδομήματος. Πολύ περισσότερο, στρεφόμαστε ακριβώς στο περίπλοκο πλέγμα σχέσεων μεταξύ του εποικοδομήματος και των προτσές μετασχηματισμού στη σφαίρα των παραγωγικών δυνάμεων. Πρόκειται για μετασχηματισμούς, οι οποίοι είναι αναγκαίοι και αναπόφευκτοι, επειδή είναι στενά συνδεδεμένοι με τη φύση του καπιταλιστικού τρόπου οικονομίας.

Όπως ήδη είπε ο Μαρξ, ο καπιταλισμός είναι ο μοναδικός μέχρι τώρα γνωστός τρόπος παραγωγής, ο οποίος –εξαιτίας του νόμου της μεγιστοποίησης του κέρδους- παρουσιάζει την ενυπάρχουσα αναγκαιότητα, να αναγκάζεται διαρκώς να επαναστατικοποιεί την τεχνική του βάση και επομένως τον υλικό τρόπο παραγωγής του. Ο Γκράμσι αυτό το είχε συνειδητοποιήσει όταν παρατηρούσε για τον Φορντισμό: «Η συνολική βιομηχανική δραστηριότητα του Χένρυ Φορντ μπορεί να ειδωθεί απ΄ τη σκοπιά μιας διαρκούς, αδιάκοπης πάλης, για να διαφύγει απ΄ το νόμο του πτωτικού ποσοστού κέρδους» (Q 1281)

Από δω προκύπτει μια πολλή στενή εσωτερική σχέση ανάμεσα στην κατηγορία της παθητικής επανάστασης και την ανάλυση της κοινωνικο-οικονομικής δομής μέσω της μεθόδου που αναπτύχθηκε στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Ο Γκράμσι θεωρεί αναγκαίο να επιστήσει κατηγορηματικά την προσοχή σ΄ αυτή την εσωτερική σχέση:

«Η έννοια της παθητικής επανάστασης πρέπει να αναχθεί αυστηρά από τις δυό βασικές αρχές της πολιτικής επιστήμης: Πρώτο, ότι κανένας κοινωνικός οργανισμός δεν διαλύεται, όσο διάστημα οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται σ΄ αυτόν έχουν ακόμη περιθώρια για την παραπέρα προοδευτική τους κίνηση, δεύτερο, ότι η εκάστοτε μορφή κοινωνίας δεν θέτει καθήκοντα, για τη λύση των οποίων δεν έχει ήδη δημιουργήσει τις αναγκαίες υλικές συνθήκες (…)» (Q 1774).

Ο Γκράμσι αναφέρεται εδώ στο γνωστό χωρίο απ΄ τον «Πρόλογο» (1859) για την «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας». Παρόλο που δεν είναι ο τρόπος του να χρησιμοποιεί ανώφελες λέξεις, κάνει εδώ σαφές τις επιπτώσεις ενός τέτοιου είδους «κριτικού πορίσματος» ή μιας «αυστηρής απαγωγής» της κατηγορίας της παθητικής επανάστασης, όχι απ΄ τις δυό μαρξικές βασικές αρχές. Στο βάθος αυτού που ειπώθηκε ως τώρα, μου φαίνεται όμως επιτρεπτό να ισχυριστώ, ότι για το Γκράμσι οι δυό μαρξιστικές αρχές δείχνουν την παρουσία μιας διαλεκτικής, η οποία ενυπάρχει στο ιστορικό προτσές της εξέλιξης: Μετά το δεύτερο σημείο («Γι΄ αυτό η ανθρωπότητα βάζει πάντα μπροστά της μόνο τα καθήκοντα εκείνα που μπορεί να λύσει, γιατί… το ίδιο το καθήκον ξεπηδάει τότε μόνο όταν οι υλικοί όροι για τη λύση υπάρχουν κιόλας ή τουλάχιστον βρίσκονται στη πορεία του γίγνεσθαι») είναι εύλογο, ότι το πρόβλημα της σοσιαλιστικής επανάστασης τίθεται και πιέζει για τη λύση του τότε, όταν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έχει κυριαρχήσει. Αλλά το πρώτο σημείο («ένας κοινωνικός σχηματισμός ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις, που μπορεί να χωρέσει,…») υποδηλώνει τη δυνατότητα, ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε να διαρκεί, όσο διάστημα οι παραγωγικές δυνάμεις που καταχωρούνται σ΄ αυτόν παρουσιάζουν μια δύναμη για ανάπτυξη.

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής με τη γέννησή του θέτει ταυτόχρονα το πρόβλημα της επανάστασης. Αυτός δημιουργεί το επαναστατικό υποκείμενο, το προλεταριάτο. Όμως επειδή είναι και ένας τρόπος παραγωγής, ο οποίος αναγεννιέται από τις διαρκώς επαναστατικοποιημένες, νέες παραγωγικές δυνάμεις, είναι επίσης σε θέση να μεταμορφώνεται και να έχει μια διάρκεια ζωής, την οποία κάποιος δεν θα μπορούσε να υποτιμήσει. Ακόμη είναι σε θέση, τις επαναστατικές δυνάμεις που ο ίδιος γέννησε, να τις ουδετεροποιήσει και μάλιστα πάνω στο έδαφος της ίδιας της οικονομικής δομής.

Αυτή η ουδετεροποίηση παίρνει τη μορφή της παθητικής επανάστασης, η οποία για τον καπιταλισμό είναι η πιο κατάλληλη μορφή ουδετεροποίησης: Οι τεχνικές καινοτομίες, στις οποίες εξαναγκάζεται ο καπιταλισμός, για να μεγιστοποιήσει το κέρδος και να αντιδράσει στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, δημιουργούν διαρκώς και το εύφορο έδαφος για κοινωνικές ανατροπές, οι οποίες τροφοδοτούν δυναμικά το επαναστατικό υποκείμενο και έτσι θα μπορούσαν να προκαλέσουν τον κίνδυνο για μια επανάσταση. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, στο βαθμό που είναι τρόπος παραγωγής ο οποίος –διαφορετικά απ΄ ό,τι οι τρόποι παραγωγής πριν από αυτόν- επαναστατικοποιεί διαρκώς την τεχνική του βάση, έχει γραμμένο στον ίδιο τον γενετικό του κώδικα τη δυνατότητα της ενεργητικής επανάστασης μέσω των εκμεταλλευομένων. Από δω προκύπτει, ότι, για να εξασφαλιστεί η επιβίωση του καπιταλιστικού συστήματος, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, να οικοδομήσει έναν αρκετά ισχυρό μηχανισμό, ο οποίος θα κάνει δυνατή την ηγεμονία και τον έλεγχο πάνω στο επαναστατικό υποκείμενο ή την ουδετεροποίησή του.

Η προληπτική αντεπανάσταση είναι μια ενυπάρχουσα στο καπιταλιστικό σύστημα αναγκαιότητα. Αυτή όμως δεν μπορεί να πάρει τη μορφή μιας απλής αντίδρασης-παλινόρθωσης, επειδή θα εμπόδιζε το κεφάλαιο στην κίνησή του. Παίρνει περισσότερο τη μορφή μιας επανάστασης-παλινόρθωσης, δηλαδή ενός νεωτερισμού με ταυτόχρονη αποδυνάμωση του επαναστατικού υποκειμένου. Η θέση (το κεφάλαιο) πρέπει να επιδράσει με τέτοιο τρόπο, που η αντί-θεση (το προλεταριάτο) να ουδετεροποιείται, αδυνατώντας να επιδράσει σαν τέτοιο, και έτσι στερείται της αντι-θετικής του ουσίας φτωχαίνοντας στις δυνατότητές του.

Η κατηγορία της παθητικής επανάστασης φέρει επομένως μέσα της τη βάση και το εποικοδόμημα σαν δομικά στοιχεία για την ανάπτυξη και τη συγχώνευση. Δεν πρέπει κανείς να ξεχνά στη πράξη, ότι η παθητική επανάσταση αποτελεί τη συνειδητή απάντηση στον επαναστατικό κίνδυνο που είναι ενυπάρχων του καπιταλιστικού συστήματος και ότι η πολιτική και πολιτιστική πλευρά της ηγεμονίας αντιδρά στα στοιχεία του εποικοδομήματος.

Τώρα είναι καθαρό, για ποιο λόγο ο Γκράμσι συσχετίζει την παθητική επανάσταση και τον πόλεμο θέσεων (guerra di positioni) [βλ. π.χ. Q 15, § 11, § 15]: Ο μηχανισμός ελέγχου και ηγεμονίας, τον οποίο το καπιταλιστικό σύστημα περισσότερο από κάθε άλλο σύστημα –ακριβώς επειδή το κεφάλαιο επαναστατικοποιεί διαρκώς την τεχνική του βάση προετοιμάζοντας έτσι το γόνιμο έδαφος για τη σοσιαλιστική επανάσταση- πρέπει να σχηματιστεί στη μορφή της παθητικής επανάστασης για να προστατευτεί, δεν μπορεί να ηττηθεί με ένα χτύπημα, με έναν «πόλεμο κινήσεων». Χρειάζεται μια μακρά πολιορκία, και σ΄ αυτή την πολιορκία –κατά το Γκράμσι- υποτάσσονται και οι δυό πλευρές. Εξαιτίας της διάρκειας και της έκτασής του, με διαρκή αλλαγή του κεφαλαίου, η κατάσταση πολιορκίας προκαλεί αλλαγές και στην πλευρά του ανταγωνιστικού υποκειμένου, του προλεταριάτου. Από δω προκύπτει, ότι όσο διάστημα ισχύει η πρώτη συνθήκη του μαρξικού Προλόγου (οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν ακόμη ελεύθερο χώρο για την προοδευτική τους κίνηση), η πολιορκία των καπιταλιστικών κάστρων από το προλεταριάτο μετατρέπεται σε μια δύσκολη και επίπονη επιχείρηση, όπως δείχνει επαρκώς η Ιστορία του 20ου αιώνα.

«Το σχέδιο διατηρεί το διαλεκτικό του χαρακτήρα… αυτό απαιτεί την αναγκαιότητα μιας ισχυρής αντί-θεσης»

Κατά το Γκράμσι δεν προκύπτει μολαταύτα από δω κάποιος λόγος για μοιρολατρία σε σχέση με τη δυνατότητα επαναστατικής δράσης κατά τη διάρκεια μιας φάσης παθητικής επανάστασης και επίπονης πολιορκίας. Επίσης, αποδέχεται τη δυνατότητα, όχι ως τελευταία πιθανότητα, να προσαρμοστεί στη δυναμική των επαναστάσεων του κεφαλαίου (όπως αποφάσισε κατά τα φαινόμενα ένα μεγάλο μέρος των ιταλών αριστερών).

Σ΄ αυτό το σημείο τώρα, ο παράγοντας ηγεμονία παίζει ένα θεμελιακό ρόλο. Αξίζει τον κόπο να επιστρέψουμε στους συλλογισμούς του Γκράμσι για το Risorgimento, όταν οι μετριοπαθείς το κόμμα του Cavour, ασκούσαν την ηγεμονία, πάνω στους δημοκράτες, το κόμμα του Mazzini. Την ηγεμονία την απέκτησαν οι μετριοπαθείς χάρη στην ικανότητά τους να επεξεργαστούν κατάλληλες και ασφαλείς στρατηγικές:

«Στη πάλη ανάμεσα στον Cavour και τον Mazzini (…), ο Cavour είναι ο εκπρόσωπος της παθητικής επανάστασης και του πολέμου θέσεων, ενόσω ο Mazzini βρισκόταν στη μεριά της λαϊκής πρωτοβουλίας και του πολέμου κινήσεων (…). Πρέπει να αναλογιστεί κανείς, ότι ο Cavour είχε συνειδητοποιήσει το καθήκον του (…), επειδή είχε κατανοήσει και αυτό του Mazzini, ενόσω ο Mazzini δεν φαίνεται να είχε συνειδητοποιήσει το δικό του και αυτό του Cavour (…).

Το ζήτημα αυτό απεικονίζει απλά μια ερμηνεία του θεωρητικού προβλήματος, το πώς κατανοείται η διαλεκτική στο φόντο της αθλιότητας της φιλοσοφίας: και μάλιστα, ότι κάθε στοιχείο της διαλεκτικής αντίθεσης, πρέπει το ίδιο να αποτελεί το όλο και να χρησιμοποιήσει στη πάλη όλους τους πολιτικούς και ηθικούς “πόρους”, και ότι μόνο έτσι μπορεί να λάβει χώρα μια πραγματική υπέρβαση της δοσμένης κατάστασης. Όλα αυτά δεν τα κατάλαβαν ούτε ο Προυντόν ούτε ο Mazzini.

Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι αυτό δεν κατανοήθηκε ούτε καν από τον Gioberti και τους θεωρητικούς της παθητικής επανάστασης και της “επανάστασης-παλινόρθωσης”, αλλά το ζήτημα είναι τώρα διαφορετικό: Για τους τελευταίους, η θεωρητική “έλλειψη κατανόησής” τους ήταν η πρακτική έκφραση αυτού, που για τη θέση, υπάρχει η αναγκαιότητα να ξεδιπλώνεται ολοκληρωτικά η ίδια από μόνη της, έως ότου κατορθώσει να προσαρτήσει ένα μέρος της ίδιας της αντί-θεσης, ώστε να μην γίνει “υπέρβαση” της αντί-θεσης, δηλαδή μπορούν να ξεδιπλωθούν όλες οι δυνατότητες πάλης της, έως ότου αυτή κατορθώσει να εξασφαλίσει για τον εαυτό της, και τους δήθεν αντιπροσώπους τής αντί-θεσης: εδώ ακριβώς βρίσκεται η παθητική επανάσταση ή η επανάσταση-παλινόρθωση» (Q 1767).

Η αναφορά για μια ορθή ερμηνεία της διαλεκτικής στα μέσα της συζήτησης για την παθητική επανάσταση δεν είναι εδώ τυχαία. Ο Γκράμσι δίνει επίσης έμφαση και σε άλλα σημεία, βλ. π.χ. στο Τετράδιο 15, § 62 (Παρελθόν και Παρόν. Πρώτος επίλογος): 

«Το επιχείρημα της “παθητικής επανάστασης” σαν κλειδί για την ερμηνεία της εποχής του Risorgimento και κάθε περίπλοκης εποχής ιστορικών ανατροπών. Η ωφέλεια και οι κίνδυνοι μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας, ο κίνδυνος της ιστορικής ηττοπάθειας, αυτό είναι αδιαφορία, επειδή ο τρόπος με το πώς τίθεται το πρόβλημα, θα μπορούσε να οδηγήσει στη μοιρολατρία, κτλ. Αλλά το σχέδιο δεν χάνει το διαλεκτικό του χαρακτήρα, δηλαδή προϋποθέτει, ακόμη καλύτερα, αξιώνει την αναγκαιότητα μιας ισχυρής αντί-θεσης, η οποία προβάλλει αδιάλλακτα όλες τις δυνατότητές της για την αυτο-ανάπτυξή της. Γι΄ αυτό δεν [είναι] η θεωρία της “παθητικής επανάστασης” σαν πρόγραμμα, όπως έγινε αποδεκτό από τους ιταλούς φιλελεύθερους του Risorgimento, αλλά ως κριτήριο ερμηνείας, με την απουσία άλλων ενεργητικών στοιχείων που επικρατούν. (Γι΄ αυτό και η πάλη ενάντια στον πολιτικό μορφισμό, που έρχεται προς τα δω από τον Croce και τον ιστορικισμό του)».

Στο πιο πάνω χωρίο ο Γκράμσι αποδίδει στην κατηγορία τις παθητικής επανάστασης τη λειτουργία μιας ερμηνευτικής κατηγορίας για την κατανόηση των ιστορικών προτσές σαφέστερα από οπουδήποτε. Σαν ιστορική κατηγορία η κατηγορία αυτή μολαταύτα δεν πραγματοποιείται ανεξάρτητα από τη βούληση και τις αποφάσεις των ανθρώπων. Αυτή χρησιμεύει για την κατανόηση περίπλοκων εποχών των ιστορικών ριζοσπαστικών αλλαγών. Είναι όμως επίσης γνωστό, ότι το αποτέλεσμα είναι ανοιχτό – στην Ιστορία δεν μπορεί κάποιος «να φορέσει παντελόνια»- και ότι γι΄ αυτό η συγκεκριμένη δράση και οι πολιτικές αποφάσεις των πλευρών που συμμετέχουν είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Επομένως, έχει μεγάλη σημασία να επιστήσει κανείς την προσοχή στο συμπέρασμα του Γκράμσι –όπου στρέφεται ενάντια σε κάθε μοιρολατρική ερμηνεία αυτής της κατηγορίας-, [και] όπου το σχέδιο δεν χάνει το διαλεκτικό του χαρακτήρα, πολύ περισσότερο, αξιώνει μια ισχυρή αντί-θεση. Αυτό μου φαίνεται να επιβεβαιώνει τα παρακάτω:

α) ότι η παθητική επανάσταση μπορεί να κατανοηθεί μόνο σε σχέση με την ενεργητική (ενάντια στον πολιτικό μορφισμό του Croce, ο οποίος αυτό το παραμερίζει),

β) ότι η παθητική επανάσταση πρέπει να κατανοηθεί σαν μια φάση της ταξικής πάλης κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες –όπου είναι καθαρό, ότι διεξάγεται η πάλη και από τις δυό πλευρές, την αστική τάξη και το προλεταριάτο. Σε περίπτωση που το προλεταριάτο δεν είναι σε θέση να αρθρωθεί σε «ισχυρή αντί-θεση», «δεν προβάλλει αδιάλλακτα όλες τις δυνατότητές (του) για την αυτοανάπτυξή (του)», τότε αφήνει στην αστική τάξη την επιλογή να συνεχίσει την ταξική πάλη.

«Μια ιδεολογία, η οποία στοχεύει στην αποδυνάμωση της αντί-θεσης»

«Μια ιδεολογία, η οποία στοχεύει στην αποδυνάμωση της αντί-θεσης, στο θρυμμάτισμά της σε μια μακρά σειρά από στιγμές, και μ΄ αυτό τον τρόπο στην εξουδετέρωση της διαλεκτικής σ΄ ένα εξελικτικό προτσές μεταρρυθμιστικών “επαναστάσεων-παλινορθώσεων”, όπου μόνο η δεύτερη έννοια διατηρεί την ισχύ της…» (Q 1328).

Ο Γκράμσι θέτει εδώ ένα αποφασιστικό ζήτημα, το οποίο έχει μεγαλύτερη σημασία και για την εποχή μας, μάλιστα ενδεχομένως ίσως είναι σημαντικότερο από την εποχή του Γκράμσι. Όταν οι εκπρόσωποι της αντί-θεσης καταλαμβάνονται από τη θέση (κεφάλαιο) και αφήνονται να ενσωματωθούν σ΄ αυτήν, όταν ξεδιπλώνεται πλήρως μόνο η θέση ενόσω η αντί-θεση ξεπέφτει σε ακαμψία, τότε δεν θα υπάρξει «πραγματική υπέρβαση», τότε το προτσές γέννησης των συνθηκών για την υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής θα καθυστερήσει παραπέρα, τότε η περίοδος για τη μετάβαση σε μια φάση «ενεργητικής επανάστασης» θα τραβήξει ακόμη πιο πολύ σε μήκος.

Ο μετασχηματισμός ενός ατόμου ή ενός πολιτικού κόμματος είναι η ιστορικά γνωστή μορφή, στην οποία η κεφάλαιο-θέση ενσωματώνει τους εκπροσώπους τής προλεταριάτο-αντί-θεσης. Αλλά και με τη μορφή της θεωρητικής και πολιτιστικής ηγεμονίας του κεφαλαίου η θέση καταλαμβάνει για τον εαυτό της την αντί-θεση τόσο πιο ριζοσπαστικά, όσο περισσότερο η αντί-θεση παραιτείται να είναι ο εαυτός της ή να αναπτύσσει τη δική της ταυτότητα.

Μια ιδία ταυτότητα σχηματίζεται στη βάση της ιδίας ιστορίας, της ιδίας παράδοσης, στη βάση της ιστορικής μνήμης: Αν γίνει παραίτηση από αυτά βιαστικά και μη κριτικά, τότε αυτό έχει ως συνέπεια την απώλεια ταυτότητας και επομένως την απώλεια δύναμης της αντί-θεσης, η οποία (αντί-θεση) υποκύπτει κάτω απ΄ την ηγεμονία της θέσης. Αυτό είναι με λίγα λόγια που συμβαίνει την τελευταία δεκαετία –και με ανεπιφύλακτο τρόπο το τελευταίο διάστημα. Σ΄ αυτό το πλαίσιο είμαστε μάρτυρες μιας συζήτησης για την ιστορική σημασία της Οκτωβριανής επανάστασης και τα προτσές που προκλήθηκαν απ΄ αυτή. Η επίθεση ενάντια στην ταυτότητα του προλεταριάτου λαμβάνει χώρα μεταξύ των άλλων και με την προσπάθεια να μειωθεί η ρωσική επανάσταση σ΄ ένα δευτερεύον γεγονός της Ιστορίας του 20ου αιώνα, σε μια παρένθεση ή σ΄ ένα παράρτημα της Ιστορίας του μοναδικού υποκειμένου, το οποίο πρέπει να αναγνωριστεί ως τέτοιο (η κεφάλαιο-θέση). Σχετικά μ΄ αυτό, είμαι της άποψης, ότι θα μπορούσε η μπολσεβίκικη επανάσταση και οι συνέπειές της (συμπεριλαμβανομένου όλων των αντιφάσεων και των λαθών, τα οποία προέκυψαν στη μακροχρόνια κατάσταση πολιορκίας κατά τη διάρκεια του πολέμου θέσεων μετά την ήττα της επανάστασης στη Δύση) να χαρακτηριστούν με τη γκραμσιανή κατηγορία της παθητικής επανάστασης. Στο φόντο των όσων έχουν λεχθεί μέχρι τώρα, η κατηγορία αυτή υποδηλώνει –με την έννοια του Γκράμσι και όχι με την έννοια του Cuoco-, ότι η αστική τάξη επιλέγει συνειδητά να διαβεί το δρόμο του εκσυγχρονισμού, ώστε να εμποδίσει την ενεργητική συμμετοχή των μαζών στα προτσές εκσυγχρονισμού, και έτσι να αποδυναμώσει και να εξουδετερώσει επίσης την αντί-θεση.

Η κατηγορία αυτή δεν ταυτίζεται σε καμιά περίπτωση με την «επανάσταση από τα πάνω». Εκτός αυτού, μου φαίνεται ότι δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες και ασφαλείς ενδείξεις για τον ισχυρισμό, ότι ο Γκράμσι ήθελε να υπολογίσει την ΕΣΣΔ του Στάλιν στις παθητικές επαναστάσεις, όπως πριν από λίγο καιρό ισχυρίστηκαν κάποιοι.

Μια κριτική άποψη για εκείνη την επανάσταση και τις συνέπειές της, όπου η επανάσταση με την μαρξική έννοια κατανοείται ως ένα αντιφατικό προτσές και όχι ως η παλιγγενεσία και η άμεση σύσταση του εντελώς-άλλου, προϋποθέτει την αναγνώριση εκείνης της «ενεργητικής επανάστασης» σαν ενός

α) απαραίτητου στοιχείου για την κατανόηση της μορφής της παθητικής επανάστασης στον 20ο αιώνα και σαν

β) βασικού στοιχείου μιας ισχυρής επαναστατικής υποκειμενικότητας και κομμουνιστικής ταυτότητας.

Αυτός που υποβαθμίζει το προτσές το οποίο προκλήθηκε από την Οκτωβριανή επανάσταση στο επίπεδο μιας δευτερεύουσας παρένθεσης στην Ιστορία του κεφαλαίου-υποκειμένου ή μιας «παθητικής επανάστασης»- δεν ενεργεί σε τελική ανάλυση με βάση το «ιδεολογικό» πρότυπο του «πολιτικού μορφισμού», για το οποίο κατηγόρησε ο Γκράμσι τον Croce (και αυτός ήταν πραγματικά δηλωμένος αντίπαλος του εργατικού κινήματος); Για ποιο λόγο τότε να ενισχύεται ακόμη περισσότερο το αστικό μέτωπο, το οποίο κατέχει στην παθητική επανάσταση την ηγεμονία; Για ποιο λόγο τελικά να εγείρονται εμπόδια για το σχηματισμό συνθηκών για τη μετάβαση προς τη φάση της «ενεργητικής επανάστασης»;

Σημείωση:Το κείμενο αποτελεί μέρος μιας συλλογής (7 συνολικά), που εξετάζουν πλευρές από το έργο του Αντόνιο Γκράμσι και εκδόθηκαν στο βιβλίο: Hans Heinz Holz, Guiseppe Prestipino (Hg.): Antonio Gramsci heute: aktuelle Perspektiven seiner Philosophie, Köln 1992.

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

Risorgimento (ιταλ: «Αναβίωση/Αναγέννηση». Με την έννοια αυτή χαρακτηρίζεται τόσο μια εποχή της ιταλικής Ιστορίας μεταξύ 1815 και 1870 όσο και ετερογενή πολιτικά και κοινωνικά κινήματα, τα οποία μετά το Συνέδριο της Βιέννης το 1814/15, επεδίωκαν την ένωση των τότε πριγκιπάτων και περιοχών της χερσονήσου των Απεννίνων, σε ένα ανεξάρτητο εθνικό κράτος, την Ιταλία. Το κράτος αυτό επιβλήθηκε το 1861 ως συνταγματική μοναρχία μετά από πολλές επαναστατικές εξεγέρσεις και ιταλικούς απελευθερωτικούς πολέμους και τέλειωσε το 1870 με την κατάκτηση του εκκλησιαστικού κράτους και της πρωτεύουσάς του, της Ρώμης, από τις ιταλικές στρατιωτικές μονάδες.

Αντίφαση - Αντίθεση – Αντί-θεση (γερμ: Widerspruch - GegensatzAntithese). Από τη γερμανική στην ελληνική γλώσσα οι λέξεις «Widerspruch» και «Gegensatz» μεταφράζονται ως «αντίφαση» και «αντίθεση» αντιστοίχως. Στην υλιστική διαλεκτική οι δυό αυτοί όροι δεν είναι ταυτόσημοι, παρόλο που στα Ελληνικά χρησιμοποιούνται ως τέτοιοι. Για την ακρίβεια, στο «νόμο της ενότητας και της “πάλης” των αντιθέτων» η φιλοσοφική έννοια της αντίφασης αντανακλά γενικά την αναγκαία συνάφεια των αντιθέτων, την ενότητα πλευρών και τάσεων, οι οποίες μεταξύ τους ταυτόχρονα «πολεμιούνται» και αλληλοαποκλείονται (π.χ. πρωτόνια και ηλεκτρόνια στο άτομο, παραγωγή και κατανάλωση στην υλική ζωή της κοινωνίας, απόλυτος και σχετικός χαρακτήρας της αλήθειας). Αντιθέσεις είναι εκείνα τα πράγματα, οι πλευρές, τα προτσές, οι τάσεις, που δεν διαφέρουν απλά μεταξύ τους, αλλά ταυτόχρονα αλληλοαποκλείονται, «πολεμιούνται» και επομένως προϋποθέτει η μια πλευρά την άλλη, βρίσκονται σε μια εσωτερική συνάφεια. Επομένως, οι αντιθέσεις αποτελούν μέρος της αντίφασης.

Όπως αναφέραμε πιο πάνω, τη γερμανική λέξη «Gegensatz» την μεταφράσαμε ως «αντίθεση». Προς αποφυγή τυχόν συγχύσεων, τη λέξη «Antithese» την μεταφράσαμε ως «αντί-θεση». Η έννοια «αντί-θεση» χαρακτηρίζει γενικά έναν αντίθετο ισχυρισμό απέναντι σε έναν αρχικό ισχυρισμό (την θέση). Εδώ δυό λέξεις, έννοιες, προτάσεις, τίθενται η μια απέναντι στην άλλη, οι οποίες αντιφάσκουν στο περιεχόμενό τους. Η έννοια αυτή είναι που χρησιμοποιείται και στην καθημερινότητα. Σημειώνουμε εδώ ότι πρόκειται για τη «λογική αντίφαση» ως βασική αρχή της τυπικής λογικής, την οποία ανέπτυξε πρώτος ο Αριστοτέλης. Στο παρών κείμενο όμως οι έννοιες «θέση» και «αντί-θεση» εννοούνται ως οι δυό πλευρές της διαλεκτικής αντίφασης, οι οποίες, αν αφορά στις δυό βασικές τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας, την αστική τάξη (θέση) και το προλεταριάτο (αντί-θεση) τότε κάνουμε λόγο για ανταγωνιστική διαλεκτική αντίφαση. 

Επειδή το ζήτημα της διαλεκτικής αντίφασης είναι ιδιαίτερα περίπλοκο, μελλοντικά, θα αφιερώσουμε σ΄ αυτό δυό μελέτες, οι οποίες θα προχωρούν πολύ πιο πέρα από τις τετριμμένες αναλύσεις των γνωστών εγχειριδίων. Προς το παρόν αρκούμαστε στην πιο πάνω σύντομη ερμηνεία.
_________________

ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ προσώπων που αναφέρονται σ΄ αυτό το κείμενο

Cavour, Camillo Graf Benso di (1810 – 1861), ιταλός κυβερνητικός παράγοντας του 19ου αιώνα. Από το 1852 πρωθυπουργός του βασιλείου Σαρδηνίας-Πεδεμοντίου, υπήρξε ο δημιουργός της συμμαχίας ανάμεσα στο βασιλικό οίκο Σαβογιέν και Ναπολέοντα ΙΙΙ με τη στρατιωτική βοήθεια του οποίου επέβαλε την ενότητα της Ιταλίας (1859). Σε αντίθεση με τον Giuseppe Mazzini ο οποίος πρέσβευε έναν αστικό ρεφορμισμό, ο Cavour εκπροσωπούσε ένα φιλοβασιλικό αστικό Κέντρο που αντιπροσώπευε τα συμφέροντα της μεγαλοαστικής τάξης, τα οποία είχαν την αφετηρία τους στον καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό και τη βιομηχανοποίηση της Ιταλίας.

Croce, Benendetto (1866 – 1952), ιταλός φιλόσοφος του νεοχεγγελιανού ιδεαλισμού με επίδραση στην Ευρώπη, κυρίως με τη θεωρία του για το πνεύμα και τα γραπτά του περί αισθητικής. Ο Croce ήταν η διανοητική κεφαλή ενός κληρικαλισμού στην Ιταλία, ο οποίος προσανατολιζόταν στον αυστηρό διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, μιας αστικής-φιλελεύθερης κουλτούρας, την οποία υποστήριζε στο περιοδικό του «La Critica» (Η Κριτική). Ο Croce ήταν επηρεασμένος αφενός από κάποιες αντιλήψεις του μαρξισμού, αφετέρου όμως στράφηκε με δριμύτητα ενάντια στον ιστορικό υλισμό και την ενότητα φιλοσοφίας και πολιτικής που διατυπώνεται σ΄ αυτόν. Μπορεί να ειπωθεί ότι όλα τα πνευματικά ρεύματα της Ιταλίας στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, έπρεπε να έρθουν σε αντιπαράθεση με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τον Croce και μέχρι σ΄ ένα βαθμό επηρεάστηκαν επίσης απ΄ αυτόν. Στα «Τετράδια της Φυλακής» ο Γκράμσι ζητά μια κοσμοθεωρητική αντιπαράθεση από τους ιταλούς μαρξιστές, έναν «Αντι- Croce».

Cuoco, Vincenzo (1770 – 1823), ιταλός ιστορικός, ο οποίος στο έργο του «Μελέτη για τη ναπολιτάνικη επανάσταση του 1799», αμέσως, μετά τα επαναστατικά γεγονότα, αναφέρεται στα λάθη και τις δόξες της βραχύβιας δημοκρατίας με μια ιδιαίτερη οξύνοια, η οποία βασιζόταν στην πολιτική του πείρα. Από αυτόν ο Γκράμσι πήρε την έννοια της «παθητικής επανάστασης».

Gioberti, Vincenzo (1801 – 1852), φιλόσοφος της ιταλικής εθνικής κουλτούρας του 19ου αιώνα, ο οποίος ήθελε να μετατρέψει τον φιλελεύθερο και προοδευτικό καθολικισμό σε ένα ιδεολογικό όργανο της κοινωνίας και του κράτους και σε ένα θεμέλιο για την εθνική ένωση της Ιταλίας. Έτσι έγινε ένας από τους πρωτοπόρους του Risorgimento, της αναγέννησης της Ιταλίας, μετά από αιώνες κατάπτωσης και ξένης κυριαρχίας. Προσωρινά ο Gioberti υπήρξε επίσης πρωθυπουργός της Σαρδηνίας-Πεδεμοντίου ως προγενέστερος του Cavour και προετοίμασε το έδαφος της πολιτικής του.

Mazzini, Giuseppe (1805 – 1872), ηγετική κεφαλή των ιταλών ρεπουμπλικάνων του 19ου αιώνα και αντίπαλος του Cavour. Οι αστικές-ουμανιστικές αντιλήψεις του παραγνώριζαν τα συμφέροντα της τάξης, για τα οποία έκανε λόγο.

Quinet, Edgar (1803 – 1875), γάλλος ιστορικός, ο οποίος συνδέει τις ιδέες του φιλελευθερισμού με μια έντονη αντικληρικαλική στάση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.