Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Δώδεκα θέσεις στη συζήτηση για το σοσιαλισμό



του Lucas Zeise

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο θεωρητικό περιοδικό «Marxistische Blätter» [Μαρξιστικά Φύλλα], τεύχος 5, 2013, στο οποίο δημοσιεύτηκαν επίσης μια σειρά από αναλύσεις που παρουσιάστηκαν στη Διάσκεψη με θέμα «Οικονομία του Σοσιαλισμού» που διοργάνωσε το Marx-Engels-Stiftung [Ίδρυμα-Μαρξ-Ένγκελς].

Αυτό που χαρακτηρίζει τους κομμουνιστές και βασικά κατά μια έννοια και τους σοσιαλιστές[1*], είναι, ότι θέλουν την υπέρβαση του καπιταλισμού. Είναι βασικά εκπληκτικό, ότι καταπιανόμαστε θεωρητικά τόσο σπάνια, υποθετικά και/ή επιστημονικά, για το τι είδους σοσιαλισμός είναι αυτός, πως μπορεί ή πως πρέπει να λειτουργεί.

Δεν μας μένει όμως τίποτα άλλο απ΄ το να καταπιαστούμε απ΄ την αρχή μ΄ αυτό το θέμα. Αυτό δεν σημαίνει τίποτα άλλο απ΄ το να υποβάλλουμε σε εξέταση, κάτω από τις νέες ιστορικές συνθήκες, τις παλιές απαντήσεις, που μας παρέδωσε η σοσιαλιστική θεωρία και πράξη. Θα ήταν εκπληκτικό αν εδώ μπορούσαμε αμέσως να επιτύχουμε ενότητα χωρίς περιστροφές. Επίμαχα είναι τα ζητήματα, για το πώς λειτούργησαν οι σοσιαλιστικά οργανωμένες κοινωνίες, τι αποτέλεσε την επιτυχία τους και τι την αποτυχία τους. Αυτονόητα, επίμαχο ζήτημα είναι επίσης, το τι μπορεί να διδαχτεί κάποιος από δω.

Ο τίτλος αυτής της Διάσκεψης είναι «Οικονομία του Σοσιαλισμού». Θέλουμε να εξετάσουμε το σοσιαλισμό σαν τρόπο παραγωγής. Η έννοια του τρόπου παραγωγής περιλαμβάνει την έννοια της μορφής κυριαρχίας. Συγκεκριμένες μορφές κυριαρχίας είναι κατάλληλες για συγκεκριμένους τρόπους παραγωγής και συνδέονται στενά μ΄ ένα συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής. 

Ποια μορφή κυριαρχίας είναι κατάλληλη για το σοσιαλισμό σαν τρόπο παραγωγής; Δεν ξέρουμε ακριβώς. Υποθέτουμε όμως, ότι αυτή είναι η πραγματική δημοκρατία. Υποθέτουμε, ότι η σοσιαλιστική μορφή για να παράξει κάποιος, δεν είναι δυνατή χωρίς τη συμμετοχή και την εξάσκηση της εξουσίας από τις μάζες. Ξέρουμε μολαταύτα, ότι η μετάβαση προς το σοσιαλισμό και η φάση στην οποία ο σοσιαλισμός είναι ακόμη αδύναμος, ανώριμος και εκτεθειμένος στις επιθέσεις των αντιπάλων του, θα χαρακτηρίζεται από τη δικτατορία των εργαζόμενων τάξεων. Αυτά τα ζητήματα που αφορούν στη μορφή κυριαρχίας, όσο σημαντικά κι αν είναι και όσο στενά και να συνδέονται με τα οικονομικά ζητήματα με την στενή έννοια, θα τα αφήσουμε κατ΄ αρχή από τη συζήτηση στην άκρη, όσο αυτό είναι δυνατό. Έτσι σχεδιάστηκε αυτή η Διάσκεψη.

Με τόσο πολλά επίμαχα ζητήματα μου φαίνεται λογικό, να εξετάσουμε κατ΄ αρχή, ποια δεν είναι επίμαχα. Γι΄ αυτό προσπάθησα να τα διατυπώσω, ώστε να δοθεί η δυνατότητα να επικεντρωθούμε στα επίμαχα ζητήματα. Το μειονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι η έλλειψη συστηματικής. Αυτό οφείλεται στο ότι έχουμε να κάνουμε με την Ιστορία, η οποία παράγει διαρκώς εμβόλιμες ερωτήσεις. Το ότι η καταγραφή των θέσεων που έχω κάνει δεν είναι πλήρης, θα το δείξει η συζήτηση[2]. Στις οκτώ μη-επίμαχες και στις τέσσερις επίμαχες θέσεις μου θέλω να κάνω στη συνέχεια πολύ διαφορετικές λεπτομερείς παρατηρήσεις, προσπαθώντας να τις τεκμηριώσω.

Πολύ σύντομα θα σταθώ στη Θέση 1: Ο σοσιαλισμός αντικαθιστά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
Αυτή είναι μια βασική θέση που μας ενώνει. Απ΄ τη μεριά της κοινωνίας είναι ιδιαίτερα επίμαχη και (δυστυχώς) όλα τα άλλα εκτός από το να γίνει αποδεκτή. Έχουμε καλούς λόγους που είμαστε υπέρ αυτής της θέσης. Σχετικά μ΄ αυτό ιδιαίτερα σημαντικοί άνθρωποι έγραψαν πολύ έξυπνα και σωστά βιβλία. Εδώ περιοριζόμαστε στη διαπίστωση, ότι καταπιανόμαστε με το θέμα «Οικονομία του Σοσιαλισμού», επειδή θεωρούμε το σοσιαλισμό ως τον τρόπο παραγωγής του μέλλοντος.

Επίσης και η Θέση 2, ότι στη Σοβιετική Ένωση και σε μερικές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες έγινε προσωρινά πράξη αυτός ο τρόπος παραγωγής στον 20ο αιώνα, δεν χρειάζεται πραγματικά να τεκμηριωθεί. Η θέση αυτή παρατίθεται απλά, για να γίνει καθαρό, ότι συζητούμε πάνω σ΄ αυτή τη βάση. Δεν είμαστε τροτσκιστές, μαοϊκοί ή «ιδανικοί» σοσιαλιστές, για τους οποίους ο σοσιαλισμός είναι απλά κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως τέλεια μορφή σοσιαλισμού. Σ΄ αυτή τη συσχέτιση θα πρεπε επομένως να διατυπωθεί πιο αναλυτικά: υπάρχουν πολλές διαφορετικές αναπτυγμένες μορφές σοσιαλισμού. Υπάρχουν πιθανώς και μεταβατικές κοινωνίες –για να χρησιμοποιήσουμε την τροτσκιστική έκφραση- από τον καπιταλισμό προς το σοσιαλισμό.[3].

Θέση 3. Αυτή η απόπειρα ήταν επιτυχημένη επειδή επιχειρήθηκε και επειδή έλαβε χώρα για 70 ή 40 χρόνια κάτω από δύσκολες συνθήκες. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε επίσης, επειδή δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει μακροπρόθεσμα τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η θέση αυτή εκφράζει το γεγονός, ότι η σχέση του σοσιαλισμού με την ιστορική πραγματικότητα πρέπει να είναι αναγκαστικά αμφίρροπη. Αφενός αποτελεί τη μεγαλύτερη κοινωνική κατάκτηση της ανθρώπινης Ιστορίας, αφετέρου η αποτυχία του αποδεικνύει τα καταστροφικά του ελλείμματα. Και απ΄ τα δυό πρέπει να βγουν διδάγματα.

Θέση 4. Ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής αντικαθιστά τον καπιταλισμό τότε μόνο, όταν αποδεικνύεται οικονομικά ανώτερος από αυτόν. Η θέση αυτή χρησιμεύει ως υπενθύμιση της βασικής θέσης του ιστορικού υλισμού που αφορά στην προτεραιότητα των υλικών σχέσεων. Χρησιμεύει επίσης ως διορθωτική υπόδειξη για μια αντίληψη, η οποία είναι επίσης διαδεδομένη ανάμεσα στους κομμουνιστές, ότι οι σοσιαλιστικές κοινωνίες θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να αποχαιρετήσουν τον ανταγωνισμό συστημάτων. Αυτό δεν είναι δυνατό ούτε πολιτικά, ούτε ιδεολογικά, αλλά ούτε και στρατιωτικά και φυσικά κατ΄ ουδένα τρόπο οικονομικά. Διαφορετικά ειπωμένο: Η οικονομική υπεροχή του σοσιαλισμού είναι η αιτία για του ότι αυτός αντικαθιστά διαρκώς τον καπιταλισμό. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά η διαπίστωση του Λένιν, σύμφωνα με την οποία η τελειωτική νίκη ενός νέου κοινωνικού συστήματος, είναι τότε μόνο εγγυημένη, όταν επιτύχει μια υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας απ΄ ό,τι το προηγούμενο κοινωνικό σύστημα. Αυτή η βασική θέση του ιστορικού υλισμού διατηρεί και σήμερα την ισχύ της, όχι μόνο επειδή προέρχεται από τον Λένιν.

Θέση 5. Ο σοσιαλισμός της Σοβιετικής Ένωσης και της Ανατολικής Ευρώπης οικονομικά απέτυχε. Η θέση αυτή είναι παρόλα αυτά ένα συμπέρασμα που προκύπτει από τα προηγούμενα. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός αποδείχτηκε ιστορικά συγκεκριμένα ως κατώτερος απ΄ τον ιμπεριαλισμό, τις υψηλά αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες και συστήματα κυριαρχίας. Η παραγωγικότητα (παραγωγή ανά εργατοώρα) στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, όχι μόνο ήταν χαμηλότερη από τις καπιταλιστικές χώρες του πυρήνα, αλλά ακόμη και η αύξησή της παρέμεινε (το λιγότερο στο τέλος) πίσω από την πρόοδο της παραγωγικότητας στη Δύση.

Μ΄ αυτή τη θέση απορρίπτουμε μια πληθώρα ερμηνευτικών προσεγγίσεων για την αποτυχία του σοσιαλισμού, οι οποίες επιλέγουν μια πτυχή, ένα γεγονός ή ένα μέρος της προϊστορίας των σοσιαλιστικών κοινωνιών και το κηρύσσουν ως την βασική αιτία της αποτυχίας. Παραδειγματικά αναφέρουμε εδώ τον Peter Hacks[4*], ο οποίος στιλιζάρει έντονα μια συγκεκριμένη απόφαση του Winston Churchill ως αιτία για την ήττα του σοσιαλισμού (βλ. junge welt στις 20.4.2013). Για μερικούς συντρόφους οι οποίοι ασχολήθηκαν με το οικονομικό σύστημα διεύθυνσης της Λαϊκής Δημοκρατίας Γερμανίας / ΛΔΓ (DDR), είναι ιδιαίτερα γνωστή η διαπίστωση, ότι η σοσιαλιστική οικονομία (της ΛΔΓ) δεν κατέρρευσε όταν η ΛΔΓ βρισκόταν ήδη πολιτικά στο τέλος της, και καταλήγουν στο υποδηλούμενο συμπέρασμα, ότι ο σοσιαλισμός είχε εγκαταλειφθεί πολιτικά, όμως δεν απέτυχε οικονομικά. Ένα τέτοιου είδους συμπέρασμα είναι ανεπίτρεπτο. Αυτονόητα, η αντεπανάσταση είναι, όπως και η επανάσταση, ένα πολιτικό γεγονός. Οι συνθήκες όμως, για το ότι μπόρεσε να νικήσει η αντεπανάσταση, τέθηκαν οικονομικά, συνολικά-κοινωνικά.

***

Οι Θέσεις 4 και 5 εφαρμόζουν τη βασική αρχή του ιστορικού υλισμού. Οικονομία είναι το σύνολο της κοινωνικής εργασίας, δηλαδή μια πολλή ευρύτερη έννοια. Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι το αποφασιστικό μέτρο για την «ικανότητα απόδοσης» και του νέου τρόπου παραγωγής, αν όχι το μοναδικό. Με την έννοια της παραγωγικότητας της εργασίας κατανοούνται εκείνες οι ποσότητες (υλικών και όχι μόνο άμεσα υλικών) αγαθών, που παράγει μια κοινωνία, ένα εργοστάσιο, ένας ατομικός εργάτης μέσα σε μια εργατοώρα. Τώρα, μια ποσότητα αγαθών, φυσικά [γίνεται λόγος] μόνο για μια κοινωνία που παράγει και ανταλλάσσει εμπορεύματα, είναι ποσοτικά συγκρίσιμη με μια άλλη. Το να συγκριθούν οι ποσότητες αγαθών που παράγει μια κοινωνία παραγωγής εμπορευμάτων, με μια άλλη που δεν παράγει εμπορεύματα, θα ήταν επομένως κάτι αδύνατο. Γι΄ αυτό σε ό,τι αφορά τη συγκρισιμότητα των παραγωγικοτήτων δυό κοινωνικών σχηματισμών, οι οποίοι υπάρχουν ιστορικά ταυτόχρονα ο ένας δίπλα στον άλλο, μπορεί να καταφύγει κανείς πολύ λίγο στα αποτελέσματα των υπολογισθέντων σε χρηματικές ή εμπορευματικές μονάδες αριθμών του ακαθάριστου συνολικού προϊόντος ή του καθαρού συνολικού προϊόντος. Τέτοιου είδους αριθμοί μπορούν να παριστάνουν μόνο μια ένδειξη για την ανάπτυξη και το επίπεδο της παραγωγικότητας –μια ένδειξη φυσικά. 

Όπως ο άνθρωπος δημιουργείται ο ίδιος σαν είδος/ον με την εργασία, έτσι δημιουργεί και μια κοινωνία της (κοινωνικής) εργασίας για τον ίδιο. Το συνολικό προϊόν μιας κοινωνίας δεν αποτελείται φυσικά μόνο από την υλική παραγωγή αγαθών, αλλά περιλαμβάνει τη συνολική διαδικασία της ανταλλαγής ύλης με τη φύση, το σύνολο των συνθηκών διαβίωσης και των εργασιακών σχέσεων των μελών της κοινωνίας. Και στην πράξη ένα τέτοιου είδους περιεκτικά διατυπωμένο «συνολικό προϊόν», είναι συγκρίσιμο με το «συνολικό προϊόν» μιας άλλης κοινωνίας που έχει διαφορετικές σχέσεις παραγωγής, μόνο ως το εκάστοτε σύνολο και επομένως μόνο ποιοτικά. Το να συγκρίνεται η δυναμική της παραγωγικότητας της εργασίας δυό ποιοτικά διαφορετικών κοινωνιών, θα σήμαινε ότι γίνεται αντιπαραβολή της χρονικής αναπτυξιακής τους ταχύτητας. Αυτή θα ήταν η πιο περιεκτική σύγκριση ανάμεσα σε δυό διαφορετικούς και χωριστούς (αν και συνδεδεμένους επίσης ποσοτικά μέσω της παγκόσμιας αγοράς) κοινωνικούς σχηματισμούς. Η έκφραση, ότι ένας κοινωνικός σχηματισμός παραμένει, αναφορικά με την παραγωγικότητα της εργασίας του, πίσω από κάποιον άλλο, είναι επομένως, σε ότι αφορά στη διαφορετική δυναμική της ανάπτυξης του εργασιακού προτσές των κοινωνιών, μια ποσοτική κρίση/άποψη –που αφορά στον πιο πλήρη «νόμο» της «οικονομίας του χρόνου»- παρόλο που συγκρίνονται δυό διαφορετικές ποιότητες. 

Το να διαπιστώνεται ότι η δυναμική της ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας στις μέχρι τώρα γνωστές σε εμάς σοσιαλιστικές κοινωνίες έμεινε πίσω από αυτή των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, δεν σημαίνει όμως ακόμη ότι έχει ειπωθεί κάτι αναφορικά με τις αιτίες αυτής της υστέρησης. Αν όμως γίνεται συζήτηση για αυτές τις αιτίες, τότε για κάποιους είναι εύκολο να κατονομάσουν ως βασικές αιτίες ξεχωριστά πολιτικά λάθη ή τις αστοχίες. Το να δίνονται τέτοιου είδους απαντήσεις για την αποτυχία του σοσιαλισμού, παρόλο που συγκεκριμένα, ασφαλώς ιστορικά, ακούγονται εύλογες, αποφεύγουν όμως να απαντήσουν στο ερώτημα για το τι είδους βασικά ελλείμματα θα μπορούσε να έχει ο πολιτικο-οικονομικός νέος κοινωνικός σχηματισμός, ο σοσιαλισμός, τα οποία (ελλείμματα) δεν θα μπορούσαν ας πούμε να λυθούν μέσω μιας διαφορετικής πολιτικο-ιστορικής συμπεριφοράς. Έχουμε αποκτήσει ήδη πρακτικές εμπειρίες, ότι ναι μεν οικοδομήθηκαν σοσιαλιστικές κοινωνίες, όμως αυτές αποδείχτηκαν οικονομικά κατώτερες απ΄ τις περισσότερες προχωρημένες καπιταλιστικές κοινωνίες. Η απόδειξη ότι αυτό δεν πρέπει να συμβαίνει οπωσδήποτε έτσι, πρέπει να τεκμηριωθεί επομένως σήμερα ξανά από εμάς. Αυτό σημαίνει, ότι θα πρεπε να αναπτυχθεί μια θεωρία του σοσιαλισμού, η οποία δεν θα είναι μόνο άρνηση –που αναπτύσσεται απ΄ την κριτική της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού- αλλά θα υποδεικνύει τουλάχιστον τη θεωρητική δυνατότητα για σοσιαλιστική οικονομική διαχείριση και τη δυναμική ανωτερότητά της σε σχέση με τον αναπτυγμένο καπιταλισμό.

Έτσι κατονομάστηκε μια αιτία για τη Θέση 6. Ο σοσιαλισμός, διαφορετικός απ΄ ό,τι άλλοι τρόποι παραγωγής, δεν θα προκύψει αυθόρμητα, αλλά θα οικοδομηθεί σχεδιασμένα. Γι΄ αυτό είναι αναγκαία μια θεωρία του σοσιαλισμού. Μια τέτοιου είδους θεωρία πρέπει να είναι σε θέση να δώσει σε βασικές γραμμές, με ποιο τρόπο λύνονται οι αντιφάσεις συμφερόντων, και μάλιστα με τέτοιο τρόπο, που να προκύπτουν αποτελεσματικές αποφάσεις (με την έννοια της οικονομίας του χρόνου).

Χωρίς ένα σχέδιο (Konzeption) για το σοσιαλισμό, το οποίο θα είναι τεκμηριωμένο, δεν θα είναι σε θέση κάποιος να πείσει εκείνους που θέλουν να δράσουν και μάλιστα που είναι έτοιμοι να αφήσουν πίσω τους και να ανατρέψουν τις καπιταλιστικές σχέσεις. Μόνο ένα τεκμηριωμένο σχέδιο μπορεί να είναι μαζικά αποτελεσματικό, γιατί θα τους πείθει και γιατί θα αποτελεί οδηγό για δράση. Όταν προτείνει κανείς στους ανθρώπους μια εναλλακτική δράση, δηλαδή ένα νέο στόχο για κοινή και ατομική δράση, πρέπει αυτή η εναλλακτική να εμφανίζεται τουλάχιστον ρεαλιστική και εφικτή. Δεν μπορεί κανείς, ό,τι δυνατό επιθυμεί στη κοινωνική ζωή, να το αξιώνει ως στοχοαντίληψη (δημοκρατία, μη-αποξενωμένη εργασία, ευημερία, λογική συμπεριφορά απέναντι στη φύση κτλ). Πρέπει επίσης να δείχνει και να είναι σε θέση να πείσει με επιχειρήματα, ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία αυτού του είδους.

Μια θεωρία του σοσιαλισμού είναι αναγκαία, επειδή ακριβώς ανήκει στη βασική σκέψη αυτού του νέου κοινωνικού σχηματισμού, ότι θα την οικοδομήσουν συνειδητά οι εργαζόμενοι. Ο σοσιαλισμός, αν κάποτε δημιουργηθεί, δεν προκύπτει αυθόρμητα –πίσω από τις πλάτες των παραγωγών- όπως οι παλιότεροι κοινωνικοί σχηματισμοί πριν από αυτόν. Δεν θα αναλυθεί εκ των υστέρων –αυτό θα γίνει σίγουρα. Πολύ περισσότερο, το δρών υποκείμενο (άνθρωπος) για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού χρειάζεται ένα «σχέδιο», μια θεωρία, για αυτό που θέλει να οικοδομήσει.

Στην αυτογνωσία των μαρξιστών ανήκει, να πιστεύουν, ότι, οι νομοτέλειες της κοινωνικής εξέλιξης είναι ευδιάκριτες. Αυτό σχετίζεται κατά πρώτο λόγο με τις νομοτέλειες, οι οποίες ίσχυαν στους μέχρι τώρα κοινωνικούς σχηματισμούς. Μέχρι αυτού του σημείου μια θεωρία για το σοσιαλισμό θα εδράζεται σε μια ακριβή ανάλυση της ιστορικής πραγματικότητας του σύγχρονου παγκόσμιου καπιταλισμού. Αλλά επιπλέον, τι πλεονέκτημα είναι για εμάς σε σύγκριση με τους σοσιαλιστές/κομμουνιστές των ετών πριν το 1917! Μπορούμε επίσης να οικοδομήσουμε πάνω σε μια ανάλυση της πρώτης μεγάλης σοσιαλιστικής προσπάθειας. Όταν έχουμε αναγνωρίσει τις ουσιαστικές αιτίες της αποτυχίας αυτής της προσπάθειας, τότε θα ξέρουμε ακριβέστερα, ποια προβλήματα πρέπει να λύσουμε. 

Διαφορετικά απ΄ ό,τι περίμενα, στη Διάσκεψη αποδείχτηκε η Θέση μου 7 ως επίμαχη, δηλαδή ότι: Οι οικονομικοί νόμοι (όπως ο νόμος της αξίας) στον καπιταλισμό διαφέρουν βασικά απ΄ τους οικονομικούς νόμους στο σοσιαλισμό. Οι πρώτοι επιβάλλονται, όπως βλέπω το ζήτημα, παρόμοια όπως και οι φυσικοί νόμοι από τη συμπεριφορά των ανθρώπων χωρίς την πρόθεση ή το σχέδιό τους. Οι τελευταίοι είναι κανόνες συνύπαρξης και συνεργασίας, που εφαρμόζονται ή παραβιάζονται συνειδητά.

Οι [οικονομικές] κατηγορίες περί αξίας και εμπορεύματος είναι στην ανάλυση του Μαρξ κατηγορίες της οικονομίας ανταλλαγής/αγοράς, όπου η κοινωνικοποίηση της παραγωγής λαμβάνει χώρα πίσω από την πλάτη των παραγωγών. Αυτή η κοινωνικοποίηση γίνεται σύμφωνα με τους υπαρκτούς νόμους της ανταλλακτικής οικονομίας αντικειμενικά και ανεξάρτητα απ΄ τη συνείδηση των παραγωγών. Ο καθορισμός των τιμών εδράζεται στη βάση της εμπορευματικής ανταλλαγής προς ισοδύναμες αξίες. Στον καπιταλισμό (ή σε κάθε εμπορευματική οικονομία) λαμβάνει χώρα μέσω του εξαναγκασμού της αγοράς.

Στον προσδιορισμό των εννοιών της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού (τουλάχιστον για τα συνήθη γερμανικά διδακτικά βιβλία της Λαϊκής Δημοκρατίας Γερμανίας), οι κατηγορίες εμπόρευμα και αξία αποκτούν έναν άλλο χαρακτήρα. Τα εμπορεύματα που παράχθηκαν σε σοσιαλιστικές συνθήκες δεν ανταλλάσσονται στη βάση του ισοδύναμου της αξίας, επειδή έτσι εξαναγκάζει νομοτελειακά η κοινωνικοποιημένη αγορά, αλλά επειδή το υποκείμενο που σχεδιάζει (στην περίπτωσή μας εδώ το κράτος ή η κρατική υπηρεσία σχεδιασμού) προσπαθεί να καθορίσει τις τιμές με βάση την κοινωνικά αναγκαία εργασία που περιέχεται στα «εμπορεύματα». Εδώ πρόκειται επομένως για μια απομίμηση των επιδράσεων της αγοράς στη μη-σχεδιοποιημένη οικονομία ανταλλαγής. Οι τιμές δεν υπάρχουν εκ των προτέρων, αλλά υπολογίζονται με βάση τις πληροφορίες [που λαμβάνονται] από τους παραγωγούς, ώστε με τη βοήθειά τους να πετύχει το σοσιαλιστικό προτσές κοινωνικοποίησης. «Ο νόμος της αξίας είναι ένας αντικειμενικός οικονομικός νόμος και στο σοσιαλισμό» λέγεται –ή καλύτερα, λεγόταν- στα διδακτικά βιβλία. Οι υποτιθέμενες ή οι υπολογισθείσες αξίες ανταλλάσσονταν επομένως στο σοσιαλισμό, ώστε να ανταποκρίνονται σε άλλες οικονομικές απαιτήσεις, οι οποίες κατά παράλογο τρόπο χαρακτηρίστηκαν επίσης ως «νόμοι». Ένας από αυτούς τους «νόμους» είναι η διανομή του κοινωνικού προϊόντος με βάση την απόδοση. Φυσικά, και αυτός δεν είναι νόμος, αλλά περισσότερο ένα αξίωμα. Στο σοσιαλισμό θα πρεπε να ισχύει, ότι καθένας συμμετέχει στο κοινωνικό προϊόν σύμφωνα με την απόδοσή του.

Μια τέτοιου είδους κατάσταση –ό,τι και να σημαίνει αυτή συγκεκριμένα- στο σοσιαλισμό πρέπει να γίνει συνειδητά. Δεν ρυθμίζεται από μόνη της, για παράδειγμα με την ύπαρξη σοσιαλιστικών μορφών ιδιοκτησίας. Με λίγα λόγια: οι υποτιθέμενοι οικονομικοί νόμοι, όπως για παράδειγμα ο νόμος της αξίας ή η αρχή με βάση την απόδοση, δεν είναι επομένως –τουλάχιστον για τον μέχρι σήμερα υπαρκτό σοσιαλισμό- νόμοι αντικειμενικού είδους, αλλά αρχές/αξιώματα, σύμφωνα με τα οποία θα πρεπε να γίνει η διαχείριση της οικονομίας –επομένως περισσότερο μοιάζουν με νομικούς νόμους. Δηλαδή, -στην καλύτερη περίπτωση- είναι μορφές κοινωνικοποίησης της παραγωγής, που εφαρμόζονται συνειδητά από την κοινωνία.

Το να γίνεται λόγος για οικονομικούς νόμους στο σοσιαλισμό, όπως σωστά γίνεται λόγος για το νόμο της αξίας ως βασικό νόμο του καπιταλισμού, φαίνεται έτσι απ΄ την αρχή, ότι πρόκειται για έναν λαθεμένο τρόπο θεώρησης. Στον καπιταλισμό ο νόμος της αξίας έχει τον οιονεί χαρακτήρα ενός φυσικού νόμου. Ο νόμος αυτός ρυθμίζει την εμπορευματική ανταλλαγή, τη διανομή του προϊόντος της εργασίας και τη διανομή της εργασίας, χωρίς οι παραγωγοί να έχουν αποφασίσει εκ των προτέρων το χαρακτήρα αυτής της διανομής. Ο νόμος αυτός λειτουργεί εδώ χωρίς μια τέτοιου είδους συμφωνία. Η σχεδιασμένη δραστηριότητα του καπιταλιστή, των βοηθών του και των επιτελείων του, λαμβάνει χώρα πάνω στη βάση και την προϋπόθεση του λειτουργικού νόμου της αξίας. Πάνω σ΄ αυτόν πρέπει να προσαρμόσει το σχέδιό του, αν δεν θέλει να καταρρεύσει. Η ύπαρξη ενός τέτοιου είδους βασικού νόμου στο σοσιαλισμό (χωρίς τη συνειδητότητα και τη συμφωνία των παραγωγών) δεν είναι δυνατή. Η ανατροπή των σχέσεων παραγωγής [στην πορεία] από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό συμβαίνει –αν κάποτε ξανασυμβεί- ακριβώς επειδή η συνειδητή δράση των εργαζομένων αντιτίθεται στον τυφλά δρώντα νόμο της αξίας (και τα παιδιά του, στο νόμο της υπεραξίας και στη λογική του κέρδους). Ο σοσιαλισμός είναι σοσιαλισμός τότε μόνο, όταν οι άνθρωποι είναι υποταγμένοι στους «φυσικούς» νόμους μόνο στη σχέση τους με τη φύση, όχι όμως τότε, όταν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Οι άνθρωποι στο σοσιαλισμό πρέπει να δημιουργούν οι ίδιοι τούς οικονομικούς νόμους τους (ή καλύτερα τους κανόνες τους). Οι κανόνες αυτοί ίσως όταν έχουν αποκτήσει «ισχύ», όταν έχουν ιδιοποιηθεί και εσωτερικευθεί από τους παραγωγούς, να μοιάζουν όπως οι νομικοί νόμοι και οι κανόνες του καπιταλιστικού προτσές εργασίας. Δεν θα μετατρέπονται ωστόσο σε αντικειμενικούς νόμους, αλλά θα παραμένουν (μέσω πολιτικών αποφάσεων) κανόνες συμπεριφοράς εν εξελίξει, στους οποίους θα υποτάσσονται οι παραγωγοί, επειδή είναι λογικοί. Οι κανόνες αυτοί αντιστοιχούν στους κανόνες της οδικής κυκλοφορίας. Είναι κανόνες της οικονομικής κυκλοφορίας/επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους.

Θέση 8. Οι σοσιαλιστικά οργανωμένες κοινωνίες διαφέρουν από τις καπιταλιστικές, στο ότι το καθοριστικό οικονομικό στοιχείο δεν είναι (πλέον) το κεφάλαιο. Η θέση αυτή πιθανώς να μην είναι τόσο επίμαχη, επειδή έχει διατυπωθεί κάπως αόριστα. Χρησιμεύει ως ενθύμηση για το γεγονός ότι δεν είναι πάντα καθαρό που κυριαρχεί ο σοσιαλισμός και που ο καπιταλισμός. Χρησιμεύει επομένως σαν ένα είδος ορισμού του σοσιαλισμού. Δεν είναι ένας θετικός ορισμός, αλλά η διατύπωση αυτή οριοθετεί το σοσιαλισμό από τον καπιταλισμό, όχι όμως σε σχέση με άλλους τρόπους παραγωγής. Η θέση αυτή, πρέπει να χρησιμεύσει, στο πως αναγνωρίζει κανείς μια κοινωνία, η οποία είναι οργανωμένη σοσιαλιστικά. Η κεφαλαιακή σχέση ως καθοριστική οικονομική δυναμική εμφανίζεται σαν το κατάλληλο κριτήριο, ώστε να μπορεί κάποιος να κάνει αυτή τη διάκριση.

***

Οι επίμαχες Θέσεις

Μεταξύ των επίμαχων Θέσεων είναι η Θέση 1: Οι λαϊκές οικονομίες της Σοβιετικής Ένωσης και αυτές των περισσότερων χωρών του Συμβουλίου Οικονομικής Αλληλοβοήθειας και της Κίνας, μέχρι την αλλαγή υπό τον Ντεγκ Σιαοπίνγκ, δεν ήταν κοινωνίες παραγωγής εμπορευμάτων. Ο νόμος της αξίας δεν ίσχυε και γι΄ αυτό είναι επίμαχος, επειδή υπήρχε αντίφαση στην αυτογνωσία των οικονομολόγων των σοσιαλιστικών χωρών της Ευρώπης, επομένως και της Λαϊκής Δημοκρατίας Γερμανίας. Με σκοπό μια σύντομη τεκμηρίωση της θέσης μου, διαπιστώνω, ότι στον υπαρκτό σοσιαλισμό δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής. Δεν υπήρχε ιδιωτικό κεφάλαιο, γι΄ αυτό και δεν υπήρχε καπιταλιστική αγορά. Όπως ξέρουμε (Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τομ. 3) ο νόμος της αξίας επιβάλλεται μέσω της ροής κεφαλαίου προς την κατεύθυνση μιας εξισορρόπησης των ποσοστών κέρδους. Αυτή η αγορά δεν υπάρχει στο σοσιαλισμό. Θα ήταν φυσικά δυνατό, η υπηρεσία σχεδιασμού να προσομοιώνει μια τέτοιου είδους εξισορρόπηση των ποσοστών κέρδους και ανάλογα να καθορίζει τις τιμές σύμφωνα με τις με αυτό τον τρόπο καθοριζόμενες ή καλύτερα τις υποτιθέμενες «αξίες». Μέσω της κεφαλαιακής αγοράς ρυθμίζεται στον καπιταλισμό, σε ποια κατεύθυνση θα αναπτυχθεί αυτός, ποιοι κλάδοι θα αυξηθούν, ποιοι θα μείνουν στάσιμοι και ποιοι θα συρρικνωθούν. Στο σοσιαλισμό οι αποφάσεις αυτές είναι πολιτικές. Το που θα γίνουν επενδύσεις, αυτό είναι ένα ζήτημα που στο σοσιαλισμό δεν αποφασίζεται απ΄ τις κινήσεις της κεφαλαιακής αγοράς και την αναζήτηση του μέγιστου ποσοστού κέρδους. Και έτσι ακριβώς συνέβαινε. Στο σοσιαλισμό έλλειπαν επομένως όλες οι προϋποθέσεις, που να μπορεί να λειτουργήσει ο νόμος της αξίας. Οι τιμές (και οι ποσότητες που θα παράγονταν) καθορίζονταν πολιτικά από την υπηρεσία σχεδιασμού.

Σε όλες τις σοσιαλιστικές κοινωνίες (ίσως με την εξαίρεση της Αλβανίας) υπήρξαν προσπάθειες, να χρησιμοποιηθούν στοιχεία, τα οποία αρχικά ίσχυαν ως δυσμενή/αντίθετα προς το σύστημα της μορφής κοινωνικοποίησης της αγοράς αναφορικά με την αποτελεσματικότητα ή καλύτερα την παραγωγικότητα της εργασίας, που θεωρούνταν ανεπαρκής. Αναφορά γίνεται εδώ για μια πληθώρα συζητήσεων περί οικονομικών μεταρρυθμίσεων, όπως αυτές έλαβαν χώρα στα 70 περίπου χρόνια της προσπάθειας για οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Μεταρρυθμιστές από διαφορετικές γενιές επιχειρούσαν από δω και από κει με το πρόβλημα, να εισάγουν στοιχεία της αγοράς στο σοσιαλισμό, τα οποία συνοδεύτηκαν, υποστηρίχτηκαν ή (παρ)εμποδίστηκαν από πολιτικές εξελίξεις στη κρατική και κομματική καθοδήγηση.

Σαν απαίτηση παρουσιάστηκαν/απαγγέλθηκαν εδώ για παράδειγμα «περισσότερα κίνητρα για τους παραγωγούς», «δίκαια αμοιβή με βάση την απόδοση», «μεγαλύτερος χώρος δράσης για τα εργοστάσια ή τα κομπινάτ σε σχέση με το κεντρικό σχέδιο», «δημιουργία νησίδων για την (αγροτική) μικρή παραγωγή και εμπορευματοποίησή της», «ευελιξία των τιμών» κτλ. Στη μαρξιστική ορολογία οι συζητήσεις αυτές έλαβαν χώρα υπό τον γενικό όρο, ότι και στο σοσιαλισμό «πρέπει να ισχύει ο νόμος της αξίας».

Η επίμαχη Θέση 2: Οι «μεταρρυθμίσεις» σ΄ αυτές τις χώρες οι οποίες όπως αναφέρθηκε, είχαν ως στόχο να δώσουν μεγαλύτερη ισχύ στο νόμο της αξίας, δεν το κατόρθωσαν, δημιούργησαν όμως μερικές κοινωνικές ομάδες, οι οποίες ζούσαν σε βάρος άλλων, έχοντας περισσότερο πολιτικό και οικονομικό χώρο δράσης. Η Θέση αυτή συνοψίζει, ότι ο στόχος των μεταρρυθμιστών δεν επιτεύχθηκε και δεν μπορούσε να επιτευχτεί. Οι οικονομικές «μεταρρυθμίσεις» στο σοσιαλισμό υποστηρίχτηκαν και έλαβαν επίσης χώρα κάτω απ΄ το λάβαρο της αποκέντρωσης. Εδώ συγκεντροποίηση versus αποκέντρωση αποτελεί μόνο μια διάσταση της πιθανής αλλαγής για την εύρεση αποφάσεων. Σημαντικότερο απ΄ ό,τι η ίδια η αποκέντρωση κατά τις μεταρρυθμίσεις φαίνεται να είναι το ποιος κερδίζει απ΄ την ελευθερία αποφάσεων στη θέση της κεντρικής υπηρεσίας/κυβέρνησης. Κατά κανόνα αυτοί ήταν οι διευθύνσεις των εργοστασίων και των κομπινάτ. Σ΄ αυτούς δόθηκαν περισσότερες αρμοδιότητες να αποφασίζουν για επενδύσεις από αποκτημένα στο εργοστάσιο/κομπινάτ οικονομικά μέσα (πλεονάσματα), όχι όμως η ελευθερία να καθορίζουν τις τιμές. Αυτό πιθανώς στη μια ή την άλλη περίπτωση να είχε ως αποτέλεσμα μια υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας. Ο νόμος της αξίας όμως δεν επιβλήθηκε έτσι εν μέρει. Πολύ περισσότερο, δόθηκε σε μια ομάδα στελεχών περισσότερη εξουσία, ώστε να αποκτηθούν πλεονεκτήματα για τον ένα ή τον άλλο θεσμό ή κλάδους στο πεδίο του σχεδιασμού και της κεντρικής διεύθυνσης σχεδιασμού.

Για την επίμαχη Θέση 3. Αν οι μεταρρυθμίσεις μολαταύτα πάνε τόσο μακριά όπως αυτές του Ντεγκ Σιαοπίνγκ στη Κίνα, τότε το αποτέλεσμα είναι η επιστροφή στον καπιταλισμό. Μερικές παρατηρήσεις: Η ανάπτυξη της Κίνας από φτωχή αναπτυσσόμενη χώρα, αν μετρηθεί με βάση την οικονομική της απόδοση, δεύτερη σε μέγεθος βιομηχανική χώρα της Γης, είναι μια σημαντική και πολλή θετική εξέλιξη. Σ΄ αυτό δεν αντιφάσκει η θέση, ότι η Λ Δ Κίνας στο μεταξύ μέσω του ΚΚ Κίνας εξελίχτηκε μέσω των μεταρρυθμίσεων σε μια καπιταλιστική χώρα, σε μια χώρα, σύμφωνα με την πιο πάνω θέση 8, όπου το κεφάλαιο επικρατεί οικονομικά (και στο βαθμό που μπορεί να κρίνει κανείς απ΄ έξω, και πολιτικά).

Αναμφισβήτητο παραμένει, ότι οι μεταρρυθμίσεις του Ντεγκ είχαν ως στόχο να δημιουργήσουν ιδιωτικό κεφάλαιο. Ο Lars Mörking περιγράφει αυτή την εξέλιξη χαριτωμένα ως «Αγορά αντί της φτώχειας» (junge welt, 27.3.2013)[5*]. Αυτή η πρωταρχική συσσώρευση (κατά τον Mörking διατυπωμένη κωμικά ως «απελευθέρωση κεφαλαίου», ακολουθώντας πιθανώς την κινέζικη γλώσσα) επιτυγχάνεται από την «εισαγωγή ενός πιστωτικού συστήματος» (Mörking) και την απελευθέρωση του εμπορεύματος εργατική δύναμη. (Στη περίπτωση της εργατικής δύναμης η έννοια απελευθέρωση έχει μια νόμιμη παράδοση). Η πρωταρχική συσσώρευση κινεζικού είδους προέκυψε από την απλόχερη χορήγηση πιστώσεων από τις κρατικές τράπεζες. Πιστώσεις με επιτόκια που βρίσκονταν κάτω από το ποσοστό πληθωρισμού και το ποσοστό ανάπτυξης, εγγυήθηκαν στις μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις μια καλή απόδοση κεφαλαίου, ακόμη κι όταν οι συναλλαγές δεν πήγαιναν καλά. Οι πολλαπλές ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών από το κράτος δείχνουν, ότι και οι πιστωτικοί κίνδυνοι υπομένονται από τις τράπεζες (το κράτος), όχι όμως από τους καπιταλιστές της βιομηχανίας και του εμπορίου, οι οποίοι γεννιούνται παντού. Γενναιόδωρες πιστώσεις και φτηνές διαθέσιμες εργατικές δυνάμεις είναι οι βασικές προϋποθέσεις για την οικοδόμηση του καπιταλισμού στην Κίνα. Έτσι προέκυψε μια αγορά εργασίας, μια λειτουργική κεφαλαιακή αγορά και κυρίως μια καπιταλιστική τάξη, η οποία αναπτύχθηκε και πλούτισε γρήγορα. Όλα αυτά στον υπαρκτό σοσιαλισμό της Ευρώπης και στη Κίνα πριν τον Ντεγκ έλλειπαν εντελώς.

Η επίμαχη Θέση 4, ότι η αγορά μπορεί ως μέθοδος κοινωνικοποίησης της εργασίας στο σοσιαλισμό να εφαρμοστεί αποτελεσματικά πολύ περιορισμένα, μπορεί να διατυπωθεί και διαφορετικά: Περίπου έτσι: Παραμένει ασαφές και επίμαχο, το πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η αγορά στο σοσιαλισμό, έτσι ώστε να αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας, χωρίς όμως να υπονομεύεται η σοσιαλιστική κοινωνικοποίηση της εργασίας.

Σαν μορφές, μέσω των οποίων λαμβάνει χώρα η αναγκαία κοινωνικοποίηση της εργασίας και στο σοσιαλισμό, προσφέρονται οι συνηθισμένες μορφές κοινωνικοποίησης που υπάρχουν επίσης στο καπιταλισμό, δηλαδή η αγορά (ή διαφορετικά ειπωμένο, η εμπορευματική παραγωγή) και το σχέδιο (ή διαφορετικά ειπωμένο, η συνεργασία). Η σημείωση ότι το σχέδιο και η αγορά δεν θα πρεπε να είναι αλληλοαποκλειόμενες μορφές κοινωνικοποίησης, επειδή συνυπάρχουν και στο καπιταλισμό, έχει, σε ό,τι αφορά τον καπιταλισμό, τη δικαιολόγησή του. Το εάν μπορεί στο σοσιαλισμό να βρεθεί μια αλληλοσυμπλήρωση αυτών των δυό μορφών, με βάση τις εμπειρίες των ετών απ΄ το 1917, αυτό πρέπει τουλάχιστον να αμφισβητηθεί.

Συνεργασία είναι «η μορφή της εργασίας όπου πολλά άτομα εργάζονται σχεδιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο και το ένα μαζί με το άλλο στο ίδιο προτσές παραγωγής ή σε διάφορα, συναφή όμως προτσές παραγωγής» (MEW 23, σ. 344)[6*]. Συνεργασία στον καπιταλισμό σημαίνει ότι ένα κεφάλαιο χρησιμοποιεί ταυτόχρονα τις εργατικές δυνάμεις που έχει αγοράσει (MEW 23, σ. 349)[7*] με σκοπό την παραγωγή μιας όσο το δυνατό μεγαλύτερης ποσότητας προϊόντων. Αυτή η μορφή κοινωνικοποίησης υποτάσσει τον μισθωτό εργάτη (αφού πρώτα έχει πουλήσει την εργατική του δύναμη) στο σχέδιο του καπιταλιστή. Το άτομο υποτάσσεται στη βούληση του καπιταλιστή και οδηγείται σε μια συντονισμένη, σκόπιμη, παραγωγική δραστηριότητα, η οποία δημιουργεί αξία στο εργοστάσιο ή στο κοντσέρν. Όταν έχει αγοραστεί από το κεφάλαιο η εργατική δύναμη, δεν κυριαρχούν πλέον η ψευδαίσθηση περί ισότητας της αγοράς και περί δημοκρατικής ισότητας. Ο συντονισμός μπορεί να επιτευχθεί μέσω άμεσου ιεραρχικού εξαναγκασμού, μπορεί όμως να επιτευχθεί και μέσω μιας πληθώρας ψυχολογικών, νομικών, κοινωνικών κινήτρων και κυρώσεων, τους οποίους ανέπτυξε το κεφάλαιο για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος στην πολλών εκατοντάδων ετών Ιστορία του μέχρι σήμερα. Το ποιες μορφές χρησιμοποιεί συγκεκριμένα για να εκθλίψει από την αγορασμένη εργατική δύναμη τη μέγιστη δυνατή μάζα προϊόντων και έτσι κατά κανόνα και τη μέγιστη δυνατή μάζα της αξίας, δεν είναι σημαντικό σ΄ αυτή την αλληλοσυσχέτιση. Αποφασιστικό είναι, ότι το ξεχωριστό κεφάλαιο εμφανίζεται ως υποκείμενο που σχεδιάζει, ενόσω η εργασία των μισθωτών εργατών κοινωνικοποιείται παθητικά από αυτό το υποκείμενο. Αυτή η μορφή κοινωνικοποίησης συντονίζει σχεδιασμένα διαφορετικές συγκεκριμένες εργασίες, τις συνενώνει, [εργατικές] δυνάμεις που αγοράστηκαν για την ανάλωση αφηρημένης εργασίας.

Με τη γέννηση των πολυεθνικών κοντσέρν, η προκύπτουσα μέσω σχεδίου και εξαναγκασμού των κεφαλαίων κοινωνικοποίηση της παραγωγής, πήρε επίσης πολυεθνικές ή καλύτερα παγκόσμιες διαστάσεις. Σήμερα εντελώς διαφορετικές παραγωγικές μονάδες, διαφορετικές εργατικές δυνάμεις που έχουν αγοραστεί και κάτω από εντελώς διαφορετικές φυσικές και κοινωνικές περιβαλλοντικές συνθήκες, εξαναγκάζονται από τα Διοικητικά Συμβούλια των πολυεθνικών με ενιαίο στόχο το μέγιστο ποσοστό κέρδους. Οι τεχνικές σχεδιασμού συμπεριλαμβάνουν όλες τις τεχνικές των κοινωνικών επιστημών. Οι μεγαλύτεροι εμπορευματοπαραγωγοί κυριαρχούν σήμερα πάνω σ΄ ένα πλέγμα συνεργαζόμενων μεταξύ τους εργατικών δυνάμεων, το οποίο (πλέγμα) σε μέγεθος και πολυπλοκότητα δεν πάει πίσω από αυτό των μικρών σοσιαλιστικών χωρών (όπως παλιότερα τη Λαϊκή Δημοκρατία Γερμανίας ή σήμερα ίσως την Κούβα), στο μέγεθος όμως των αξιών που δημιουργούν μερικές φορές τις υπερβαίνει. Ο χρονικός ορίζοντας του σχεδίου μεγάλων και μεσαίων κοντσέρν υπερβαίνει επίσης το πολλαπλάσιο των συνηθισμένων πεντάχρονων πλάνων που [θέταμε] εμείς παλιότερα.

Η έκταση της κοινωνικοποίησης της εργασίας στον καπιταλισμό μέσω της εξαναγκασμένης συνεργασίας μερικές φορές έχει υποτιμηθεί, επειδή αναμφίβολα δεν είναι η καθοριστική μορφή κοινωνικοποίησης. Το σχέδιο/πλάνο ακόμη και των μεγαλύτερων κοντσέρν δεν προσανατολίζεται σε τίποτα άλλο παρά στο μέγιστο κέρδος, το οποίο επιτυγχάνεται μόνο μέσω της εμπορευματικής παραγωγής. Το ξεχωριστό κεφάλαιο πρέπει να αποφέρει εισόδημα και σ΄ αυτό το στόχο κατευθύνεται το σχέδιο. Η αγορά –καλύτερα οι μεταξύ τους συνδεόμενες αγορές για καταναλωτικά αγαθά και μέσα παραγωγής, για εργατικές δυνάμεις, για χρήμα και για το ίδιο το κεφάλαιο- είναι ο αποφασιστικός χώρος κοινωνικοποίησης της εργασίας, γι΄ αυτό και αποτελεί το βασικό θέμα της πολιτικής οικονομίας όπως επίσης και της αστικής οικονομίας. Το «αόρατο χέρι» της αγοράς διαμορφώνει «πίσω απ΄ τη πλάτη των παραγωγών» την ξεχωριστή εργασία, η οποία συντονίζεται από τα ξεχωριστά κεφάλαια, σε μια συνολικά –σήμερα βεβαίως σε μια συνολικά-κοινωνική σε παγκόσμιο επίπεδο- εργασιακή αλληλοσυσχέτιση [Arbeitszusammenhang]. Η αγορά, ή μαρξιστικά διατυπωμένο ο νόμος της αξίας, είναι ο αντικειμενικός ρυθμιστής, ο οποίος θέτει σε μια αλληλοσυσχέτιση τις προσωπικές εργασίες.

Η συνεργασία αυτών που παράγουν είναι αντιθέτως η καθοριστική μορφή κοινωνικοποίησης της εργασίας στο σοσιαλισμό. Η συνεργασία εδώ δεν είναι συνεργασία εξαναγκασμένη από το κεφάλαιο. Πολύ περισσότερο, λαμβάνει χώρα μέσω των ίδιων των παραγωγών. Οι παραγωγοί δεν χρησιμοποιούνται από το κεφάλαιο συνεργατικά για να αποφέρουν μια κοινή εργασιακή απόδοση, αλλά χρησιμοποιούν την ίδια την εργατική τους δύναμη –επομένως δεν είναι αποξενωμένη. Το όργανο της κοινής ιδίας κατοχής των παραγωγών πάνω στην εργατική τους δύναμη είναι το σχέδιο. Αυτό μολαταύτα είναι μόνο η θεωρητική θεώρηση των πραγμάτων, των στόχων του πλάνου, επειδή αφενός τίθεται το ζήτημα του καθορισμού. (Για το κεφάλαιο ως υποκείμενο που σχεδιάζει, ο στόχος του πλάνου είναι καθαρός και σαφής: η αυτοαξιοποίησή του με τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία). Παραπέρα, τίθεται το ζήτημα της βέλτιστης εφαρμογής των στόχων του σχεδίου/πλάνου, δηλαδή ο τεχνικός και κοινωνικός σχεδιασμός των συγκεκριμένων εν δυνάμει εργασιών προς την κοινωνική συνολική εργασία. Και αυτό είναι ένα πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζει το κεφάλαιο κατά την χρήση της εργατικής δύναμης που έχει αγοράσει, προσπαθώντας να το λύσει με τη βοήθεια των τεχνικών επιστημών, των επιστημών της οργάνωσης, της οικονομίας επιχειρήσεων κτλ (αλλά και με τις εμπειρίες από την ταξική πάλη).

Ο Μαρξ ως γνωστό συνήγαγε το κεφάλαιο ιστορικά και λογικά-εννοιολογικά από την εμπορευματική παραγωγή και την εμπορευματική ανταλλαγή (δηλαδή την αγορά) και αποκωδικοποίησε το μυστικό του κέρδους της υπεραξίας σαν εμπορευματική παραγωγή μέσω των εμπορευμάτων (εργατική δύναμη). Το κυνήγι για το μέγιστο δυνατό κέρδος είναι η κινητήρια δύναμη και η οδηγητική αρχή της οικονομίας της αγοράς, η οποία μετατράπηκε σε καπιταλισμό. Αυτό όμως μπορεί να λειτουργήσει τότε μόνο, όταν η περισσότερη ή η λιγότερη ροή κεφαλαίου κατευθύνεται στην πιο κερδοφόρα τοποθέτηση (κεφαλαίου), με τάση για εξισορρόπηση των ποσοστών κέρδους, ώστε η υπεραξία η οποία έχει εκθλιβεί να διανεμηθεί ανάλογα με το κεφάλαιο που έχει τοποθετηθεί (όχι για παράδειγμα σύμφωνα με τον αριθμό των εργατικών δυνάμεων που έχουν αγοραστεί από τους καπιταλιστές) και μέσω αυτού του κύκλου βοηθά το νόμο της αξίας να ανοίξει το δρόμο προς την εμπορευματική ανταλλαγή ανάλογα με την προκαταβεβλημένη στα εμπορεύματα αξία. Το ότι το κεφάλαιο μπορεί να ρέει στην πιο κερδοφόρα εναπόθεση ή κλάδο, αποτελεί επομένως προϋπόθεση, ότι η αγορά συνολικά μπορεί να αναπτύξει την απόδοσή της δίνοντάς της αποτελεσματικότητα. Γι΄ αυτό και η «οικονομία της αγοράς» συνδέεται στενά με την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής. Μόνο όταν ιδιώτες κατέχουν τα μέσα παραγωγής, μπορεί το δεσμευμένο κεφάλαιο –τις περισσότερες φορές με τη χρηματική ή την πιστωτική μορφή- να ρέει από έναν κλάδο της κοινωνικής εργασίας σε έναν άλλο. Η οικονομία της αγοράς με το σημερινό επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων και το βαθμό κοινωνικοποίησης της εργασίας που έχουν επιτευχθεί (επειδή μετά την εμφάνιση του καπιταλισμού η εμπορευματική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή επειδή το καθοριστικό στοιχείο είναι τα εμπορεύματα) είναι και ονομάζεται καπιταλισμός.

Οι προσπάθειες να εισαχθούν στο σοσιαλισμό (δηλαδή στις κοινωνίες, στις οποίες δεν επικρατούν ατομικές μορφές ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής) στοιχεία της οικονομίας της αγοράς, παρέμειναν πάντα ένα έργο μισοτελειωμένο. Νησίδες οι οποίες εντάχθηκαν στο κοινωνικό σχέδιο/πλάνο, στο έδαφος των οποίων μπορούν να συμφωνηθούν «ελεύθερα» τιμές για το χοιρινό κρέας ή χρήματα για το κόψιμο μαλλιών, πιθανώς να έχουν το δικαίωμα. Όμως αυτές προϋποθέτουν μια λειτουργική οικονομία (μέσω σχεδίου) και μόλις που μπορούν να δώσουν κατευθυντήρια ώθηση. Χωρίς μια κεφαλαιακή αγορά (= ελεύθερη κατοχή των ιδιωτών πάνω στα μέσα παραγωγής) ο νόμος της αξίας μετά δυσκολίας μπορεί να επιβληθεί στις αγορές εμπορευμάτων- σε κάθε περίπτωση χωρίς να δείξει σημάδια προσβολής του.

Η παράλληλη ύπαρξη των μορφών κοινωνικοποίησης, συνεργασίας και εμπορευματικής παραγωγής (αγορά), που στον καπιταλισμό –με σαφή επικράτηση της τελευταίας- λειτουργεί τόσο εξαιρετικά, στο σοσιαλισμό –με αξιωματικά επικράτηση της συνεργασίας- δεν λειτουργεί ούτε πρακτικά ούτε θεωρητικά. Αυτό ακούγεται ίσως δραστικά διατυπωμένο. Δεν μπορεί βεβαίως να αμφισβητηθεί, ότι τόσο στον καπιταλισμό όσο και στο σοσιαλισμό μπορούν να υπάρχουν παράλληλα σχέδιο και αγορά. Όμως η κατάταξη των δυό μορφών κοινωνικοποίησης της εργασίας μεταξύ τους, αυτονόητα, διαφέρει ουσιαστικά. Ενόσω στον καπιταλισμό η εμπορευματική παραγωγή είναι το στοιχείο που επικρατεί και τα σχέδια/πλάνα των ξεχωριστών κεφαλαίων (όπως και αυτά του κράτους) είναι ευθυγραμμισμένα στους κατευθυντήριους στόχους της αγοράς, στους εξαναγκασμούς του νόμου της αξίας, μια αντίστροφη ένταξη στοιχείων της αγοράς στη σοσιαλιστική σχεδιομετρική οικονομία, δεν λειτουργεί.

Ο Lucas Zeise είναι οικονομικός δημοσιογράφος, συνεκδότης του περιοδικού «Marxistische Blätter» [Μαρξιστικά Φύλλα].

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Οι σημειώσεις και παραπομπές με την ένδειξη [*] είναι του μεταφραστή.

[1*] Προς αποφυγή συγχύσεων σημειώνουμε εδώ, ότι στη Γερμανία όταν οι κομμουνιστές αναφέρονται στην έννοια «σοσιαλιστές», εννοούν συνήθως τους αριστερούς ρεφορμιστές, ένα τμήμα των οποίων θέτει αντιιμπεριαλιστικούς αντιμονοπωλιακούς στόχους.

[2] Πράγματι, στη πορεία της Διάσκεψης αποδείχτηκε, ότι τουλάχιστον οι Θέσεις μου 7 και 8 που δεν τις θεώρησα αμφισβητήσιμες, υπήρξαν ασφαλώς επίμαχες.

[3] Αυτό μολαταύτα είναι εξαιρετικά επίμαχο. Άποψή μου είναι, ότι τέτοιου είδους μεταβάσεις μπορούν να υπάρξουν για πολύ μικρές χρονικές περιόδους, επειδή πιέζει προς επίλυση το ζήτημα της εξουσίας ανάμεσα στις δυό βασικές τάξεις.

[4*] Ο Peter Hacks (1928 – 2003) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους γερμανούς συγγραφείς (δραματουργός, λυρικός, διηγηματογράφος, ποιητής και δοκιμιογράφος), ιδιαίτερα της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας Γερμανίας.

[5*] Ο Lars Mörking είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Marx-Engels-Stiftung [Ιδρύματος Μαρξ-Ένγκελς]. Το άρθρο για το οποίο κάνει λόγο ο συγγραφέας έχει αναδημοσιευτεί επίσης στην ιστοσελίδα Theorie & Praxis (http://theoriepraxis.wordpress.com/2013/04/04/china-markt-statt-armut/)

[6*] Στην ελληνική γλώσσα βλέπε: Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 1ος , σ. 340.

[7*] Στην ελληνική γλώσσα βλέπε: Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 1ος , σ. 345.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.