Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Κεντροαφρικανική Δημοκρατία



Εμφύλιος πόλεμος και ιμπεριαλιστικά συμφέροντα

Στο κείμενο που ακολουθεί αναλύεται η σημερινή κατάσταση στην αφρικανική χώρα με το όνομα «Κεντροαφρικανική Δημοκρατία». Πρόκειται για έναν εμφύλιο πόλεμο που έχει ξεσπάσει από το 2004 με χιλιάδες νεκρούς και περίπου ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, έτσι που το θέμα έχει πάρει πλέον διεθνείς διαστάσεις. Σημαντική ακόμη για την κατανόηση του προβλήματος είναι η ιστορική αναδρομή που γίνεται, αλλά, και κυρίως, τα ζητήματα γεωστρατηγικής, ιδιαίτερα ο ρόλος του γαλλικού ιμπεριαλισμού στην Αφρική και η άνοδος της Γερμανίας σ΄ αυτή την ήπειρο.

Ο αρθρογράφος είναι ομότιμος καθηγητής για τη Διεθνή Πολιτική στο πανεπιστήμιο του Κάσσελ (Γερμανία).

του Werner Ruf

Πολύ λίγα πληροφορούμαστε από τα Μέσα Ενημέρωσης για αυτά που συμβαίνουν στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία εκτός από το ότι στέλνονται όλο και περισσότεροι στρατιώτες στη χώρα η οποία έχει εμφύλιο πόλεμο. Έτσι δίνεται η εντύπωση σαν να έχει επιστρέψει ξανά η σχετική ηρεμία και η ασφάλεια μετά την γαλλική επέμβαση και τελικά την στάθμευση των στρατευμάτων της Αποστολής της Αφρικανικής Ένωσης στην Κεντρική Αφρική που βρίσκονται υπό την εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και κυρίως εκείνων της Γαλλίας. Δεν πρόκειται όμως καθόλου για αυτή την περίπτωση και η εκλογή της προσωρινής προέδρου Catherine Samba-Panza στις 20 Ιανουαρίου 2014 δεν οδήγησε ούτε στο ελάχιστο στη δημιουργία λειτουργικών κρατικών δομών.

Αν δεν είναι ήδη προ πολλού αποδεδειγμένο ότι στις επεμβάσεις στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Λιβύη και στις άλλες χώρες ο στρατός είναι ακατάλληλος για την «ειρήνευση», τότε η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία προσκόμισε με αποτρόπαιο τρόπο μια ακόμη απόδειξη: Ο ανταποκριτής του πρακτορείου Reuters ανέφερε στις 5 Φεβρουαρίου από την πρωτεύουσα Μπανκουί, με ποιο τρόπο αυτοί που ανήκουν στην φιλοχριστιανική εθνοφρουρά «Αντι- Balaka» επιτέθηκαν σ΄ έναν άνδρα ο οποίος κατηγορείται ότι ανήκει στην μουσουλμανικά επικρατούσα συμμαχία εθνοφρουρών «Séléka». Ένας γάλλος στρατιώτης βρίσκεται σε απόσταση ορατότητας όταν ο άνδρας χτυπιέται με τούβλα. Μετά έρχεται μια ομάδα μπουρουντιανών «ειρηνευτικών στρατιωτών», τοποθετείται προστατευτικά γύρω από τον άνδρα που βρίσκεται ξαπλωμένος στο έδαφος. Ο όχλος γίνεται πιο επιθετικός –οι στρατιώτες εξαφανίζονται. Ο άνδρας δολοφονείται με τούβλα και μαχαίρια, το πτώμα του σέρνεται και τελικά περιχύνεται με βενζίνη και καίγεται. Αυτό συνέβηκε κοντά στο προεδρικό μέγαρο.

Ο δρόμος προς το χάος

Το 1960 η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία έγινε «ανεξάρτητη» μαζί με 15 ακόμη πρώην αποικίες της Γαλλίας. Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί εάν η ανεξαρτησία αυτή σήμαινε κάτι περισσότερο από ό,τι η ενθρόνιση από την Γαλλία ενός προέδρου με μαύρο δέρμα και η ανάρτηση μιας εθνικής σημαίας: Όπως όλες οι χώρες της πρώην γαλλικής δυτικής και κεντρικής Αφρικής που βρίσκονταν υπό την κατοχή της Γαλλίας, η Δημοκρατία αυτή είναι πλούσια σε πρώτες ύλες και μετρά ταυτόχρονα, όπως και οι γείτονες χώρες, στις είκοσι πιο φτωχές χώρες του κόσμου. Η Κεντρική Αφρική έχει χρυσό, διαμάντια, τροπική ξυλεία –και ουράνιο. Το κατά κεφαλήν εισόδημα βρίσκεται στα 350 δολάρια ΗΠΑ κατ΄ έτος, και η αγροτική οικονομία με τη μανιόκα, τις μπανάνες, τον αραβόσιτο, τον καφέ και τον καπνό συνεισφέρει στο 55% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος. Σε όλη τη χώρα δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου δρόμοι που να είναι αμαξιτοί (μόνο το 3% του δικτύου είναι ασφαλτοστρωμένο, το υπόλοιπο κατά την περίοδο κυρίως των βροχοπτώσεων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί). Επιπλέον υπάρχουν μόνο μερικά αεροδρόμια.

Όπως σε πολλά κράτη της περιοχής ο στρατός έπαιξε και στο παρελθόν έναν αποφασιστικό ρόλο, κυρίως σαν πρωταγωνιστής διάφορων πραξικοπημάτων στα οποία συμμετείχε πάντα η Γαλλία εν μέρει έμμεσα, εν μέρει άμεσα. Και ανέκαθεν –και μέσα στο στρατό- ο εθνικός δεσμός έπαιζε έναν σημαντικό ρόλο. Εξαιτίας της μη καταβολής μισθών στους στρατιώτες, εξαιτίας της προτίμησης υψηλόβαθμων αξιωματικών με βάση του ότι ανήκαν σε κάποια φυλή (η οποία εξαρτιόνταν από την περιοχή που κατάγονταν ο εκάστοτε πρόεδρος) το ένα πραξικόπημα διαδέχονταν το άλλο. Τμήματα από πρώην εξεγερμένους προσλήφθηκαν στο στρατό με σκοπό την ηρεμία, κάτι που μολαταύτα έθεσε υπό αμφισβήτηση την ενότητά του. Γι΄ αυτό οι διάφοροι εξουσιαστές πρόσθεσαν μερικούς εθνοφρουρούς, η πίστη των οποίων βασιζόταν στην εθνικότητά τους. Η μεταβίβαση της πολιτικής εξουσίας μετατράπηκε έτσι σε φέουδο των εκάστοτε προέδρων και των εθνικοτήτων τους. Μια πραγματική ενσωμάτωση των πολιτών στο κράτος τους δεν έλαβε χώρα, κυρίως στο Βορρά για δεκαετίες υπήρχαν ελάχιστες λειτουργικές δημόσιες δομές. Η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία από το 2000 περίπου ήταν de facto ένα διαιρεμένο κράτος.

Έτσι δεν εκπλήσσει που οι εξεγέρσεις ενάντια στην κεντρική κυβέρνηση τις περισσότερες φορές είχαν ως αφετηρία τους τον Βορρά. Εκεί η πλειοψηφία του πληθυσμού έχει μουσουλμανική πίστη. Το αργότερο το 2004 άρχισε ο πόλεμος που διαρκεί μέχρι σήμερα από μια συμμαχία που προέρχεται από το Βορρά, η οποία έδωσε στον εαυτό της το όνομα Séléka, υπό την ηγεσία του Michel Djotodia. Μια «Συνθήκη Ειρήνης» η οποία επιτεύχθηκε με την μεσολάβηση των κρατών της Αφρικανικής Ένωσης με τον τότε εν ενεργεία πρόεδρο François Boizizé κράτησε για λίγο καιρό, οι στασιαστές παρέλαυναν προς την πόλη. Μια επείγουσα έκκληση για βοήθεια η Γαλλία την άφησε αναπάντητη –σε πλήρη αντίθεση με τη συμπεριφορά της στο Μάλι. Τον Μάρτιο του 2013 ο Boizizé έφυγε, την εξουσία ανέλαβε για μικρό διάστημα ο Michel Djotodia με τη βοήθεια των στασιαστών της Séléka, ο οποίος μολαταύτα διέλυσε επίσημα τον συνασπισμό των εθνοφρουρών. Υπό την πίεση των γειτονικών κρατών, κυρίως του Τσαντ, το οποίο είναι στενά συνδεδεμένο με την Γαλλία, παραιτήθηκε στις αρχές Ιανουαρίου του 2014 από το αξίωμά του και πήγε εξορία.

Τα στρατεύματα όμως των στασιαστών της Séléka συνέχισαν να υπάρχουν. Οικοδόμησαν μια τρομοκρατική δεσποτεία. Δολοφονίες, βιασμοί, λεηλασίες βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Εκτός αυτού οι ένοπλες μονάδες στρατολογούσαν παιδιά-στρατιώτες. Ενάντια σ΄ αυτές τις συμμορίες οι οποίες στο μεγαλύτερο μέρος τους προέρχονται από τον μουσουλμανικό βορρά και τις μουσουλμανικές περιοχές που συνορεύουν με το Τσαντ και το Σουδάν, προέκυψε αντίσταση από άλλα τμήματα του πληθυσμού, τα οποία στα Μέσα Ενημέρωσης τις περισσότερες φορές χαρακτηρίζονται ως χριστιανοί. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι κάτι περισσότερο από θολός, επειδή πολλοί κάτοικοι στο Νότο είναι προσκολλημένοι σε ανιμιστικά, δηλαδή ανορθολογικά μοντέλα ερμηνείας του κόσμου, σύμφωνα με τα οποία η φύση κατέχεται από πνεύματα και οι μεταβάσεις μεταξύ χριστιανών και ανιμιστών είναι ρευστές. Οι εθνοφρουροί που προέκυψαν μ΄ αυτό τον τρόπο αυτο-ονομάζονται Αντι- Balaka. «Balaka» στη γλώσσα Σανγκό, που μαζί με τα Γαλλικά αποτελούν τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, σημαίνει «Ματσέτα» [ΠΓ: μεγάλο μαχαίρι]. Ο όρος θα μπορούσε να είναι ένας φωνητικός συνδυασμός από τη γαλλική λέξη «balle» (σφαίρα) και την ονομασία του πολυβόλου όπλου ΑΚ 47 (Καλάσνικωφ). Τα φυλαχτά που φορούν εκείνοι που ανήκουν σε αυτούς τους εθνοφρουρούς φέρεται να τους κάνουν άτρωτους, έτσι που ο όρος «Αντι- Balaka» αποκτά μια άλλη σημασία: προστασία από τις σφαίρες.

Η ονομασία αυτών των αντιμαχόμενων ομάδων υπονοεί ότι κατά τα συμβάντα πρόκειται για μια θρησκευτική σύγκρουση, ένα κλισέ που διατηρείται και καλλιεργείται από τότε που εφευρέθηκε η «σύγκρουση των πολιτισμών» το 2008 από τον νεκρό [πλέον] πολιτικό επιστήμονα και σύμβουλο του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ Samuel P. Huntington. Οι Αντι- Balaka όμως διεξάγουν λιγότερο την πάλη τους ενάντια στις συμμορίες Séléka, ενώ περισσότερο καταδιώκουν και δολοφονούν τους μουσουλμάνους και λεηλατούν την ιδιοκτησία τους. Στο μεταξύ η σύγκρουση έχει πάρει διεθνείς διαστάσεις: χιλιάδες άνθρωποι δολοφονήθηκαν. Σχεδόν ένα εκατομμύριο κάτοικοι της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας, περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού, έπρεπε από τότε που άρχισαν οι πολεμικές αντιπαραθέσεις να δραπετεύσουν από τα χωριά και τις πόλεις τους. Από αυτούς 600.000 άνθρωποι είναι φυγάδες μέσα στην ίδια τη χώρα τους, δηλαδή άνδρες, γυναίκες και παιδιά που δραπέτευσαν απ΄ το ένα τμήμα της χώρας σε ένα άλλο. Οι υπόλοιποι 400.000 δραπέτευσαν στα γειτονικά κράτη. Ανάμεσα σ΄ αυτούς βρίσκονται και μαχητές, εν μέρει «χριστιανοί» εν μέρει οπαδοί της Séléka, οι οποίοι μετακινήθηκαν προς το Καμερούν και τη Λαϊκή Δημοκρατία Κονγκό, όπου με τη βία των όπλων ιδιοποιούνται ό,τι χρειάζεται για να επιβιώσουν ή ό,τι θεωρούν πολύτιμο.

Το σύστημα των Françafrique

Η πραγματική κυριαρχία στη χώρα ασκείται μέσω ενός συστήματος στρατιωτικού ελέγχου, διαφθοράς, εγκληματικότητας και εκμετάλλευσης, το οποίο απέκτησε κακή φήμη με την ονομασία Françafrique, ένας νεολογισμός αποτελούμενος από τις λέξεις France και Afrique, γι΄ αυτό δεν είναι τυχαίο, ότι ο όρος αυτός –φωνητικά σωστός- έγινε γνωστός και ως France à Fric (Γαλλία του χρήματος). Παρά την αποαποικιοποίηση στη δεκαετία του ΄60 το «Grande Nation» [μεγάλο έθνος] δεν θέλησε να συμβιβαστεί εγκαταλείποντας τις σφαίρες επιρροής του. Η πρόσβαση στους ενεργειακούς πόρους στην πρώην αποικιακή σφαίρα επιρροής, η οποία είναι παραδειγματική για τα γαλλικά συμφέροντα στην Αφρική, ίσχυε ως εγγυητής για την ενεργειακά-πολιτική ανεξαρτησία και επομένως την πολιτική ισχύος της Γαλλίας στο διεθνές επίπεδο.

Σ΄ αυτό το σύστημα των Françafrique ανήκουν στρατιωτικές βάσεις στο Τσαντ, στην Ακτή του Ελεφαντοστού, στη Σενεγάλη, στη Γκαμπόν και στο Τζιμπουτί, οι οποίες ήταν ήδη κατοχυρωμένες γραπτώς στα πρωτόκολλα ανεξαρτησίας. Αυτές αποτέλεσαν την αφετηρία για περισσότερες από 50 γαλλικές στρατιωτικές επεμβάσεις στα τελευταία 50 χρόνια –σ΄ αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη οι καλυμμένες επιχειρήσεις για την πτώση αντιπαθών καθεστώτων. Μέρος αυτού του συστήματος είναι όμως και ένα πλέγμα αποτελούμενο από διαφθορά και εγκληματικότητα, το οποίο συνδέεται και τρέφεται από τα μεγάλα κοντσέρν και το οποίο περιλαμβάνει τις κορυφές του γαλλικού κράτους.

Σχετικά μ΄ αυτό και η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία προσφέρει αρκετό υλικό προς ερμηνεία: Μετά το θάνατο του πρώτου αρχηγού του κράτους, Barthélemy Boganda (ο οποίος ανακηρύχτηκε πρωθυπουργός πριν την ανεξαρτησία) σε ένα μυστηριώδες αεροπορικό δυστύχημα, η Γαλλία εγκατέστησε τον David Dacko. Αυτός ανατράπηκε από τον ξάδερφό του Jean-Bedel Bokassa το 1965 με τη βοήθεια γάλλων ξένων λεγεωνάριων. Ο Bokassa υπηρέτησε πιστά τη Γαλλία στους (αποικιακούς) της πολέμους (Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος, Ινδοκίνα, Αλγερία). Αυτός εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς φόβου στη χώρα, ανακήρυξε τελικά τη μοναρχία και στις 4 Δεκεμβρίου 1976 στέφθηκε πανηγυρικά σε «Κάιζερ Bokassa Ι της κεντροαφρικανικής αυτοκρατορίας».

Το σύστημα των Françafrique προωθήθηκε σε όλες τις περιόδους από τη γαλλική πολιτική: Θρυλικές είναι οι εκδρομές κυνηγιού του γάλλου προέδρου Valéry Giscard dEstaing στην αυτοκρατορία, καθώς και τα γεμάτα με διαμάντια τσουβάλια τα οποία δώρισε ο Bokassa στον γάλλο αρχηγό του κράτους. Ακόμη στοιχειώνουν οι φήμες μέσα απ΄ τη βιβλιογραφία, όπου αυτός ευχαρίστησε τον Bokassa για κείνους τους καταψύκτες στους οποίους ο τελευταίος διατηρούσε τους δολοφονημένους αντιπάλους του για να τους γευματίσει δοθείσης της ευκαιρίας.

Όμως το 1979 ο κάιζερ έχασε την εύνοια των υποστηρικτών του: Με τη βοήθεια γαλλικών στρατιωτικών μονάδων τέθηκε εκ νέου στην καρέκλα του προέδρου ο προκάτοχος και ξάδερφός του David Dacko και εισήχθηκε ξανά και η δημοκρατία. Ο ίδιος ο Bokassa πήγε στη –γαλλική- εξορία, όπου έμενε σ΄ έναν σχετικά ταπεινό πύργο κοντά στον ποταμό Λίγηρα. Τελικά ο Bokassa επέστρεψε εθελοντικά στην Κεντρική Αφρική, όπου καταδικάστηκε σε θάνατο για μαζικές δολοφονίες, βασανιστήρια και κανιβαλισμό, αργότερα όμως αφέθηκε ελεύθερος. Μετά από αυτό το επεισόδιο ακολούθησαν πραξικοπήματα, πάντα με τη γαλλική συμμετοχή, πάντα γρήγορα το ένα μετά το άλλο. Η αυξανόμενη εξαθλίωση οδήγησε στις ήδη αναφερθείσες εξεγέρσεις στο Βορρά. Σ΄ αυτές συμμετείχαν και οι συμμορίες που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της κρίσης στην δυτικοσουδανική επαρχία Νταρφούρ η οποία συνορεύει με την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, όπου από το 2003 εξεγερθέντες ξεσηκώθηκαν ενάντια στην κεντρική εξουσία στην πρωτεύουσα Χαρτούμ. Άμεσα και έμμεσα συμμετείχε στη σύγκρουση και ο Idriss Déby, πρόεδρος του Τσαντ ευνοούμενος της Γαλλίας, επειδή στο Βορρά της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας δρούσαν και ομάδες οι οποίες από εκεί ή απ΄ το ίδιο το Τσαντ πάλευαν ενάντια στον Déby.

Για την ευημερία και το που θα φυσήξει ο άνεμος στην πρώην γαλλική Αφρική αποφασίζουν κυρίως τα μεγάλα ημι-κρατικά γαλλικά κοντσέρν Total (πετρέλαιο και φυσικό αέριο) και Areva (ουράνιο). Ενόσω η Total ελέγχει μονοπωλιακά την εξόρυξη πετρελαίου στη Γκαμπόν, στην Ακτή του Ελεφαντοστού, στο Τσαντ κτλ, η Areva μεταφέρει το ουράνιο για τις 58 γαλλικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Ο πιο σημαντικός τόπος παραγωγής με απόσταση, είναι ο Νίγηρας, ο οποίος μολαταύτα συνεπεία των εξελίξεων στη Λιβύη και το Μάλι και την εκεί στρατιωτική επέμβαση από το «Grande Nation» γίνεται και αυτός αυξητικά όλο και πιο ασταθής: Σε μια τρομοκρατική επίθεση στα ορυχεία ουρανίου στις πόλεις Αγκαντέζ και Αρλίτ στις 22 Μαΐου 2013 πέθαναν  23 άνθρωποι. Εν όψει τέτοιου είδους κινδύνων εμφανίζεται βεβαίως ως επείγον να κρατηθούν υπό έλεγχο τα κοιτάσματα ουρανίου στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Ακόμη και για τη Γερμανία απομένουν [κάποια] ψίχουλα από τον πλούτο [του γαλλικού μονοπωλίου] Areva: Το κοντσέρν διασυνδέεται με τη Siemens Nuclear και μεταξύ των άλλων αποτελεί βασικό σπόνσορα του 1ου Ποδοσφαιρικού Συλλόγου Νυρεμβέργης.

Τα θεμέλια πάνω στα οποία βασίζεται το Françafrique τέθηκαν ήδη το 1945 με τη Συμφωνία του Bretton Woods: Τότε η Γαλλία κατοχύρωσε στις Συμβάσεις την «Αφρικανική Οικονομική Κοινότητα» (Communauté Financière dAfrique), εισάγοντας ένα ειδικό νόμισμα το οποίο έχει ισχύ μέχρι σήμερα σε 16 χώρες της ηπείρου –μεταξύ αυτών και της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας: Το «Franc CFA» είναι εγγυημένο από την γαλλική κρατική τράπεζα, η μεταφορά κεφαλαίου ανάμεσα στη ζώνη- CFA και την Γαλλία είναι πλήρως ελεύθερη. Έτσι η Γαλλία έχει τον έλεγχο πάνω στη νομισματική κίνηση αυτών των κρατών ενώ κάνει δυνατή στα γαλλικά κοντσέρν όπως και στους διεφθαρμένους εξουσιαστές την μετατόπιση των κερδών τους και την ποινικά προκύπτουσα περιουσία τους. Επενδύσεις δεν γίνονται προς όφελος μιας συστηματικής λεηλασίας: Η μεταβίβαση χρηματικών πόρων από τη ζώνη- CFA προς τη Γαλλία υπερβαίνει τις επενδύσεις στην αλλοδαπή σ΄ αυτό το νομισματικό χώρο ετησίως περί το διπλάσιο έως το τετραπλάσιο. Ο όχι τόσο ασήμαντος Omar Bongo, 41 χρόνια πρόεδρος της Γκαμπόν, μιας από τις πιο σημαντικές χώρες εξόρυξης πετρελαίου, περιέγραψε εύστοχα το σύστημα Françafrique, στο οποίο ο ίδιος έπαιζε πάντα ένα κεντρικό ρόλο, ως εξής: «Η Αφρική χωρίς τη Γαλλία είναι όπως ένα αυτοκίνητο χωρίς οδηγό, και η Γαλλία χωρίς την Αφρική είναι όπως ένα αυτοκίνητο χωρίς καύσιμα».

Διαβρωμένο μονοπώλιο της εξουσίας

Ο πρώην πρόεδρος Nicolas Sarkozy κατά τη διάρκεια της θητείας του μεταξύ 2007 και 2012 προσπάθησε να μειώσει αισθητά τη γαλλική στρατιωτική παρουσία στην Αφρική, ώστε με τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν να κατασκευαστεί μια στρατιωτική βάση στα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα και έτσι να καθιερωθεί η Γαλλία ως παγκόσμιος παίκτης στο κέντρο των παγκόσμιων αποθεμάτων ενέργειας. Αυτό οδήγησε σε μεγάλη δυσαρέσκεια μέσα στο γαλλικό στρατό. Υψηλά ιστάμενοι αξιωματικοί και αξιωματικοί του Γενικού Επιτελείου (χωρίς να αναφέρουν τα ονόματά τους) προώθησαν στη συντηρητική εφημερίδα Le Figaro ένα ανοιχτό γράμμα διαμαρτυρίας, στο οποίο γινόταν οξεία κριτική για την «οπισθοχώρηση» της Γαλλίας από τις αρχικές θέσεις στην Αφρική. Η στρατιωτική παρουσία της République Française [Γαλλικής Δημοκρατίας] στην ήπειρο παρέμενε αμετάβλητη.

Η πρώτη πρόκληση υπεροχής ήταν ο εμφύλιος πόλεμος στην Ακτή του Ελεφαντοστού από το 2002 έως το 2007, όπου ο πρόεδρος Laurent Gbagbo τράβηξε πάνω του την οργή των Françafrique, όταν διαπραγματεύτηκε με τα κοντσέρν των ΗΠΑ την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου στον κόλπο της Γουϊνέας. Σε μια σύγκρουση ανάμεσα στον (μουσουλμανικό) Βορρά και τον (χριστιανικό-ανιμιστικό) Νότο η Γαλλία υποστήριξε τους εξεγερθέντες του Βορρά. Ο Gbagbo τελικά ανατράπηκε, την εξουσία παρέλαβε ο Alassane Ouattara υποστηριζόμενος από τη Γαλλία. Ο παλιός εξουσιαστής παραδόθηκε στο Διεθνές Δικαστήριο. Η Γαλλία είχε (και έχει) στην Ακτή του Ελεφαντοστού μια [στρατιωτική] βάση και από την αρχή της σύγκρουσης (2002) ήταν στρατιωτικά παρούσα και συμμετείχε. Σ΄ αυτή τη συνάφεια σημαντικό είναι ότι δεν έπαιξαν μεσολαβητικό ρόλο μόνο η ECOWAS (Δυτικοαφρικανική Οικονομική Κοινότητα) και η Αφρικανική Ένωση, αλλά ότι με τις συγκρούσεις στην Ακτή του Ελεφαντοστού ασχολήθηκε και το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφασίζοντας τη δημιουργία μιας στρατιωτικής αποστολής (UNOCI) η οποία καταρτίστηκε από στρατιωτικές μονάδες των αφρικανικών κρατών. Σε διάφορα ψηφίσματά του το Συμβούλιο Ασφαλείας καθόρισε τη στενή συνεργασία ανάμεσα στην UNOCI (Επιχείρηση των Ηνωμένων Εθνών στην Ακτή του Ελεφαντοστού) και την γαλλική στρατιωτική επιχείρηση «Licorne» (ελλ: Μονόκερος) που ιδρύθηκε λίγο μετά το ξεκίνημα του εμφυλίου πολέμου: Το Παρίσι ζήτησε για πρώτη φορά διεθνή υποστήριξη προσπαθώντας όμως να ενσωματώσει τις στρατιωτικές μονάδες που είχαν την εντολή του ΟΗΕ με σκοπό να επιβάλλει τα συμφέροντά του. Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι η Γαλλία έχασε την ικανότητά της να επιβάλλει την πολιτική της για αλλαγή καθεστώτος μονομερώς.

Έτσι τώρα η παλιά αποικιακή δύναμη προσπαθεί, ώστε να εγκρίνεται και να υποστηρίζεται στρατιωτικά η νομιμότητα των επιχειρήσεών της από τον ΟΗΕ. Ιδεατός συνεργάτης για αυτό είναι η ΕΕ, όπως φάνηκε κατά την μετέπειτα επιχείρηση (από το 2008) τής EUFOR Τσαντ/Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας (European Union Force: χρονικά ορισμένες προθεσμιακά πολυεθνικές στρατιωτικές μονάδες), η οποία (επιχείρηση) είχε ως στόχο την σταθεροποίηση του δικτάτορα Déby φιλικά προσκείμενου προς τη Γαλλία. Το Παρίσι κατόρθωσε έτσι –τελευταία φορά στο  Μάλι- να κινητοποιήσει τους Ευρωπαίους και στρατιωτικά για τους στόχους του στην Αφρική και να διανέμει επίσης τα κόστη των επεμβάσεων στις πλάτες των άλλων. Το παλάτι των Ηλυσίων προσπαθούσε πάντα μέσα στην ΕΕ να καθορίζει σχεδόν μόνο του την πολιτική της ΕΕ που αφορούσε στην Αφρική. Τώρα, πρέπει στο μέλλον στο στρατιωτικό τομέα να ασκείται μια Burdensharing (κατανομή βαρών). Ωστόσο: Η αποκλειστική υπευθυνότητα της Γαλλίας για τις πρώην αφρικανικές αποικίες της μάλλον βαίνει προς το τέλος επειδή οι άλλες δυνάμεις που θέτουν προς διάθεση στρατιωτικές μονάδες τους απαιτούν να έχουν ένα δικαίωμα συναπόφασης.

Βάση για στρατιωτικές επεμβάσεις της ΕΕ είναι η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και η Πολιτική Ασφάλειας και η Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας που κατοχυρώθηκαν στη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Για την υλοποίησή τους οι Βρυξέλλες αποφάσισαν ήδη το 2003 την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας, στην οποία αναφέρεται: «Πρέπει να είμαστε ικανοί να δράσουμε προτού οι χώρες γύρω μας να έρθουν σε δύσκολη θέση (…) προτού προκύψουν καταστάσεις έκτακτης ανθρωπιστικής ανάγκης. Η προληπτική εμπλοκή μπορεί στο μέλλον [να έχει ως αποτέλεσμα] την αποφυγή δυσκολότερων προβλημάτων». Αυτή η διατύπωση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το άρθρο 2.4 της Χάρτας των Ηνωμένων Εθνών (απαγόρευση της βίας), αλλά αυτό δεν φαίνεται να νοιάζει τους κάτοχους του βραβείου Νόμπελ ειρήνης της ΕΕ. Η αξίωση για παγκόσμια τάξη της ΕΕ βρίσκεται στη διεθνή ημερήσια διάταξη.

Άνοδος της Γερμανίας

Ως εκ τούτου ζητά τώρα η Γερμανία, η οποία ήδη σε ό,τι αφορά την οικονομία και τα χρηματοοικονομικά ανέλαβε την ηγεμονία της Ευρώπης, να έχει και στο στρατιωτικό πεδίο ένα δικαίωμα συναπόφασης. Αυτό έδειξαν οι ομιλίες των πολιτικά υπεύθυνων στην «Διάσκεψη για την Ασφάλεια» στο Μόναχο, κυρίως αυτή του προέδρου της Γερμανίας: «Βήμα το βήμα η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία [Γερμανίας] μετατρέπεται από έναν ωφελημένο σε έναν εγγυητή της διεθνούς ασφάλειας και τάξης». Οι αυξανόμενες φιλοδοξίες της Γερμανίας σ΄ αυτή την περιοχή του κόσμου μπορούν να διαβαστούν στις πρόσφατα δημοσιευμένες από την κυβέρνηση της Γερμανίας «Κατευθυντήριες Γραμμές για την πολιτική στην Αφρική».

Ο αυξανόμενος αριθμός των στρατιωτικών επεμβάσεων της Γερμανίας ακριβώς στην Αφρική, οι οποίες τις περισσότερες φορές περιορίζονται ακόμη στη λογιστική και στην εκπαίδευση, επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα, ότι και το Βερολίνο με τους στρατιώτες «του» θέλει να συναποφασίζει την πορεία του κόσμου με βάση το σύνθημα: Μόνο όποιος πυροβολεί μαζί με τους άλλους επιτρέπεται να λέει τη γνώμη του. Αυτό είναι που κρύβεται πίσω από τη μεγαλόστομη φράση «να φέρουμε περισσότερη ευθύνη». Εδώ η Γερμανία μπορεί να μείνει πιστή χωρίς προβλήματα στις παλιές της αρχές, ότι απλά δρα «στη συμμαχία». Οι δυτικοί σύμμαχοι με την ένταξη της Ο. Δ. Γερμανίας στο ΝΑΤΟ επεδίωκαν επίσης να την κρατήσουν υπό έλεγχο. Όμως: η αυξανόμενη σημασία της Γερμανίας σε τέτοιου είδους στρατιωτικές επεμβάσεις χαλαρώνει επίσης τα δεσμά τα οποία τής είχαν επιβάλει αρχικά ως μέλος του ΝΑΤΟ και της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπενθυμίζουμε: Η βάση της στρατιωτικοποίησης της ΕΕ είναι εκείνη του Συμφώνου των Βρυξελλών το 1948, στο οποίο συμφώνησαν η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και τα κράτη Μπενελούξ (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο), ώστε εν όψει της αναγέννησης ενός παλινορθωτικού κράτους (ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γερμανίας το 1949) να δημιουργηθεί προληπτικά μια Συμμαχία ενάντια σε μια αναβίωση του γερμανικού μιλιταρισμού. Με την ένταξη στο ΝΑΤΟ (1954) η Συμμαχία αυτή φαινόταν ότι είναι απαρχαιωμένη. Στο εξής ατόνησε ως Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση και στη συνέχεια με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ απέκτησε καινούργια ζωή, η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε με την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, την Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας και την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας. Η μέχρι τώρα σχετική επιφυλακτικότητα του Βερολίνου μάλλον οφειλόταν στη δυσπιστία των συμμάχων η οποία δεν είχε εκλείψει, παρά σ΄ εκείνη την αυτό-επιβαλλόμενη στρατιωτική επιφυλακτικότητα, την οποία στηλίτευσε ο [πρόεδρος της Γερμανίας] Gauck στη «Διάσκεψη για την Ασφάλεια» στο Μόναχο. Στόχος της «Μεγάλης Συμμαχίας» φαίνεται ότι είναι τώρα να πάρει τέλος αυτή η επιφυλακτικότητα.

Το κράτος σ΄ αυτή τη χώρα είναι εδώ και πολύ καιρό σε αποσύνθεση, η ασφάλεια των ανθρώπων εδώ και δεκαετίες δεν είναι εγγυημένη. Χάος, βία και φτώχεια είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών εκμετάλλευσης από τα διεφθαρμένα δικτατορικά καθεστώτα [που βρίσκονται] υπό την κυριαρχία της Γαλλίας. Η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία κινήθηκε προς τα πάνω στη διεθνή ατζέντα από τότε που η ζώνη Σαχέλ ως αποτέλεσμα του πολέμου στη Λιβύη μετατράπηκε σε έναν νομικά αρρύθμιστο, κυριαρχούμενο από τη βία χώρο. Η εξασφάλιση των πηγών [πρώτων υλών] της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας και κυρίως τα αποθέματα ουρανίου που υπάρχουν εκεί απέκτησαν ύψιστη προτεραιότητα για τους Ευρωπαίους που χαράσσουν τη γεωστρατηγική.

Ενάντια σε όλους αυτούς που συνήθως προβάλλουν τις [γνωστές] ερμηνείες: Στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία δεν πρόκειται –[το επαναλαμβάνουμε] ακόμη μια φορά- για μια θρησκευτική σύγκρουση, αλλά για μια οικονομία της βίας, για πολέμους συμμοριών, που καθοριστικές στιγμές τους είναι η ληστεία, η λεηλασία, ο βιασμός και η υποδούλωση των παιδιών. Γι΄ αυτό χρειάζεται η κατασκευή της ταυτότητας και της συνοχής ώστε να γίνεται χρήση των εθνικών και θρησκευτικών πρότυπων ερμηνείας. Η ερμηνεία των ένοπλων αντιπαραθέσεων σύμφωνα με το πρότυπο της «σύγκρουσης των πολιτισμών» χρησιμεύει στο να συσκοτίζονται οι πραγματικές αιτίες της αλλαγής [από] δομική σε ακραία ανοιχτή βία –και να συγκαλύπτονται τα οικονομικά συμφέροντα που βρίσκονται πίσω τους.

Πηγή: junge Welt, 28/05/2014

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.