Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Ο λενινισμός στη σκέψη και στη δράση του Αντόνιο Γκράμσι



Σημειώσεις για μια συνεισφορά σε μια Διάσκεψη για τον Αντόνιο Γκράμσι στη Ρώμη από τις 11 έως τις 13 Ιανουαρίου 1958

του Παλμίρο Τολιάτι

1

Το θέμα αυτής της διάλεξης έχει ένα τέτοιου είδους χαρακτήρα, που από διαφορετική άποψη απαιτεί μια άλλη αντιμετώπιση απ΄ ό,τι τα άλλα θέματα της Διάσκεψης. Επειδή, το να εξεταστεί η σχέση του Γκράμσι προς τον λενινισμό, σημαίνει, ότι πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο μελέτης όχι μόνο οι θέσεις που επεξεργάστηκε αυτός και που εκπροσωπούσε στη φιλοσοφική και θεωρητική συζήτηση, αλλά και η πρακτική του δραστηριότητα ως πολιτικού, ιδρυτή και καθοδηγητή του πρωτοπόρου κόμματος της ιταλικής εργατικής τάξης. Κατά τη γνώμη μου αυτός είναι ο μοναδικά σωστός τρόπος να πλησιάσει κανείς το έργο του Γκράμσι και να συλλάβει εμπεριστατωμένα τη σημασία του. 

Ο Γκράμσι ήταν ένας θεωρητικός της πολιτικής, κυρίως όμως ήταν ένας πρακτικός πολιτικός, δηλαδή, ένας αγωνιστής. Η αντίληψή του για την πολιτική απορρίπτει τόσο την εργαλειοκρατεία όσο και τον αφηρημένο ηθικισμό ή την αφηρημένη επεξεργασία θεωριών. Το να κάνει κανείς πολιτική, σημαίνει, να επιδρά για την αναδιοργάνωση του κόσμου. Στην πολιτική συνεπώς, εμπεριέχεται όλη η πραγματική φιλοσοφία τού κάθε ατόμου ξεχωριστά, στη πολιτική βρίσκεται η ουσία της Ιστορίας και στην πολιτική βρίσκεται επίσης για το άτομο η ουσία της ηθικής του ζωής που αποκτά στη πάλη για την αλλαγή της πραγματικότητας, την οποία απέκτησε, με σκοπό την κριτική γνώση της πραγματικότητας και την κριτική γνώση του καθήκοντος. Στην πολιτική πρέπει να αναζητηθεί η ενότητα της ζωής του Αντόνιο Γκράμσι: Η αφετηρία και το τέρμα. Η αναζήτηση, η πάλη, η θυσία, είναι στοιχεία αυτής της ενότητας.

Δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία, ότι η με αυτό τον τρόπο νοούμενη πολιτική, αποκορύφωμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, αποκτά έναν χαρακτήρα ως επιστήμη. Δεν αποτελεί πλέον στιγμή του πάθους, αλλά ούτε και μίζερη επίδειξη ικανοτήτων. Αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας εμπεριστατωμένης έρευνας των συνθηκών, κάτω από τις οποίες οι ομάδες και τα ξεχωριστά όντα που συγκροτούν τις ανθρώπινες κοινωνίες, επιδρούν σ΄ αυτές. Αυτή κάνει δυνατή την κατανόηση της προέλασης όπως και της οπισθοχώρησης ή της στασιμότητας, της νίκης όπως και της ήττας και επομένως την ιστορική της δικαίωση. Στη βάση αυτής της κατανόησης υπάρχει μια κριτική στον ίδιο της τον εαυτό και στους άλλους, κάτι που αποτελεί μια στιγμή της παραπέρα δράσης.

Θα ήταν λάθος να σκέφτεται κανείς, ότι η πολιτική, νοούμενη μ΄ αυτό τον τρόπο, θα μπορούσε να κλειστεί σ΄ ένα πλέγμα κανόνων, οι οποίοι ισχύουν πάντα και παντού. Μου φαίνεται, ότι θα πρέπει συνεπώς να κάνει κανείς κριτική σ΄ αυτούς που πραγματεύονται μ΄ αυτό τον τρόπο το έργο του Γκράμσι και ιδιαίτερα το περιεχόμενο των Quaderni [ΠΓ: Τετράδια της Φυλακής] [1] προσπαθώντας ταυτόχρονα να κολλήσουν τεχνητά ένα κομμάτι δίπλα στο άλλο, ώστε κατά κάποιο τρόπο, να κατασκευάσουν, αν όχι ένα ευαγγέλιο, αλλά τουλάχιστον ένα εγχειρίδιο ενός, στη σκέψη και στη δράση, τέλειου κομμουνιστή. Είναι βέβαιο, ότι σ΄ αυτό το έργο υπάρχει μια κατευθυντήρια γραμμή, αλλά δεν μπορεί κάποιος να την βρει και δεν θα τη βρει, αν [δεν μελετήσει] την πραγματική δραστηριότητα, η οποία ξεκινά στα νεανικά του χρόνια και σταδιακά εκτυλίσσεται μέχρι την περίοδο κατάκτησης τής εξουσίας από τον φασισμό, έως την σύλληψή του [όπως] επίσης και αργότερα.

Όλο το γραπτό έργο τού Γκράμσι θα πρεπε να πραγματευθεί, ξεκινώντας απ΄ αυτή την τελευταία σκέψη. Αλλά αυτό είναι ένα πρόβλημα, το οποίο μπορεί να λυθεί μόνο από εκείνον που γνωρίζει τόσο λεπτομερώς τα συγκεκριμένα στοιχεία του έργου του Γκράμσι, που να κατανοεί/αντιλαμβάνεται, με ποιο τρόπο, σε ποια από αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεία ανταποκρίνεται κάθε γενική θεωρητική διατύπωση και δήλωση, και ο οποίος να είναι τόσο αμερόληπτος, που να αντισταθεί στον πειρασμό, να δώσει προτεραιότητα σε εσφαλμένες θεωρητικές γενικεύσεις σε σχέση με την σαφή ορατή συνάφεια, ο οποίος να συνδέει την σκέψη με τις πράξεις και τα πραγματικά κινήματα.

Μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια των διασπαρμένων σημειώσεων για παράδειγμα, οι οποίες συνοψίστηκαν με τον τίτλο «Παρελθόν και Παρόν» (Passato e Presente), πρέπει χωρίς άλλο να ειδωθούν ως μια βασική επεξεργασία των αρχών της στρατηγικής, της τακτικής και της οργάνωσης του κόμματος της εργατικής τάξης. Αυτές υποστηρίχτηκαν από τον Γκράμσι από το 1922 στη πολεμική και στη πάλη ενάντια στις τάσεις ενός παιδιάστικου σεχταρισμού, οι οποίες [τάσεις] επικρατούσαν κάποτε στην Ιταλία, στην καθοδήγηση αυτού του κόμματος. Αυτό αφορά στις παρατηρήσεις για τη σχέση αυθορμητισμού και συνειδητής καθοδήγησης, για τον οργανικό συγκεντρωτισμό, για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό[2] και την πειθαρχία, για τις σχέσεις, οι οποίες ρυθμίζονταν μέσω της καθοδηγητικής δραστηριότητας τής οργάνωσης και μέσω εντολών, για τη σχέση ανάμεσα στη στρατιωτική επιστήμη και την πολιτική επιστήμη κτλ. Δεν αποκλείω, ότι κάποτε μερικές από αυτές τις σημειώσεις –για τις οποίες ο Γκράμσι κατά τα άλλα δεν ήξερε, αν και πως μπορούσαν να φτάσουν στους συντρόφους του και τους παλιότερους μαθητές του- υπαγορεύτηκαν από ανησυχίες, οι οποίες ξύπνησαν μέσα του μέσα από αποσπασματικά μηνύματα που αφορούσαν στον προσανατολισμό και τη δράση του κομμουνιστικού κόμματος μετά τη σύλληψή του, από το φόβο για μια επιστροφή στα παλιά σεχταριστικά σχήματα. Απ΄ τον προσεκτικό αναγνώστη δεν μπορεί να διαφύγει, ότι ο Γκράμσι σε μερικά σημεία μάλιστα διατυπώνει ακριβείς συμβουλές για τον τρόπο που πρέπει να οργανωθεί η καθοδηγητική δραστηριότητα του κόμματος, η διεξαγωγή της αγκιτάτσιας και της προπαγάνδας, και ακόμη για τα διάφορα τμήματα του κόμματος στα οποία θα πρεπε να μοιραστεί ένα «πληροφοριακό δελτίο», το οποίο –με το να εξηγείται σ΄ αυτό η πολιτική του κόμματος- θα καταπιάνεται, μέσω της διαρκούς κριτικής αξιολόγησης, με σκοπό να εξασφαλίζει τη συνέχεια του παρελθόντος. Οι σημειώσεις στο «Παρελθόν και Παρόν» συνδέονται κατά τα άλλα σχεδόν όλες άμεσα μ΄ αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί τρέχων, επίκαιρο πολιτικό σχόλιο. Μερικές από αυτές διατηρούν το χαρακτήρα ενός κύριου άρθρου μιας καθημερινής εφημερίδας, το οποίο εμφανίζεται σε μια άμεση πολεμική με τα ρεύματα και τους ανθρώπους που επέδρασαν κάποια στιγμή στην εθνική σκηνή.

Αλλά και τα άλλα τμήματα του έργου [του] της φυλακής δεν μπορούν να κατανοηθούν από την πολιτική τους σκοπιά, αν αυτά δεν συνδεθούν με την επικαιρότητα της εποχής. Τι συνέβαινε στην Ιταλία και στον κόσμο όταν ο Γκράμσι στη φυλακή συλλογιζόταν και έγραφε; Για να χρησιμοποιηθεί η ορολογία του, έγινε η μετάβαση από τον πόλεμο κινήσεων στον πόλεμο θέσεων, από τη δραματική κρίση της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου και την πρώτη νικηφόρα επαναστατική προέλαση, στις προσπάθειες σταθεροποίησης των αστικών καθεστώτων αφενός, και την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας αφετέρου. Η μεγάλη νίκη της Σοσιαλιστικής Οκτωβριανής Επανάστασης το 1917 προέκυψε από τις αντικειμενικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού κόσμου, οι οποίες συνέχιζαν να υπάρχουν και να αναπτύσσονται παραπέρα. Εκείνη όμως την περίοδο επιδρούσαν με άλλο τρόπο από ότι οι αστικές προσπάθειες που βρίσκονταν σε εξέλιξη, για τη διεξαγωγή μιας ρεφορμιστικής παλινόρθωσης αφενός, και αφετέρου η εργατική τάξη, της οποίας η εξουσία είχε σταθεροποιηθεί στο σοβιετικό κράτος, έτεινε με πολύμορφες δραστηριότητες να επιβάλει τη δική της ηγεμονία σε μια παγκόσμια διαμάχη, η οποία ήταν ήδη παγκόσμιας σημασίας. Ο πόλεμος θέσεων, στον οποίο έγινε έτσι η μετάβαση, ήταν σύμφωνα με τον Γκράμσι η αποφασιστική φάση της πάλης, ταυτόχρονα όμως η πιο δύσκολη. «Ο πόλεμος θέσεων απαιτεί από τις ιδιαίτερα μεγάλες λαϊκές μάζες τεράστιες θυσίες. Γι΄ αυτό είναι αναγκαία μια ιδιαίτερα μεγάλη συγκέντρωση της ηγεμονίας και επομένως μια ισχυρότερη “παρεμβατική” μορφή κυβέρνησης, η οποία θα περάσει ανοιχτά στην επίθεση ενάντια στους αντιπάλους και θα οργανώνει διαρκώς την “μη-δυνατότητα” μιας εσωτερικής αποσύνθεσης»[3]. Μ΄ αυτό το γενικό ορισμό του ιστορικού στοιχείου συνδέονται, αν κανείς σκεφτεί σωστά, όλες οι εν μέρει αναλύσεις, τόσο εκείνες που αφορούν στη φύση της εξουσίας σε μια νέα κοινωνία, η οποία οδηγείται από την εργατική τάξη, όσο και εκείνες που αφορούν στα είδη διατήρησης και υπεράσπισης της εξουσίας σε μια νοούμενη κοινωνία που βρίσκεται σε αποσύνθεση και κατάρρευση, η οποία οδηγείται από την καπιταλιστική αστική τάξη. Η κριτική στα πολιτικά κόμματα και τις ιδεολογίες –κυρίως στον κροτσεανισμό σαν μορφή της συντηρητικής συμμαχίας για την στήριξη μιας αντιδραστικής κατάστασης πραγμάτων- αποτελεί ουσιαστικό συστατικό στοιχείο αυτών των αναλύσεων.

Δεν μου φαίνεται ότι αυτή η παραπομπή, που συσχετίζεται με την επικαιρότητα τής εποχής τής πολιτικής σκέψης του Γκράμσι, μειώνει την επιστημονική της αξία. Η πολιτική γίνεται επιστήμη, όταν οι βάσεις της βρίσκονται στη συγκεκριμένη ανάλυση των αντικειμενικών σχέσεων σε διαφορετικά επίπεδα δομής της κοινωνίας, καθώς και στη συγκεκριμένη ανάλυση της συνάφειας ανάμεσα σ΄ αυτές τις αντικειμενικές σχέσεις και τις πνευματικές και θεσμικές μορφές του εποικοδομήματος, καθώς και στην αλληλεπίδραση, η οποία σχηματίζεται ανάμεσα στη μια και την άλλη και προκύπτει απ΄ την πορεία των ιστορικών γεγονότων. Το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της σχέσης και όλου του κινήματος φαίνεται όμως μόνο μέσω της δράσης, στην αντίθεση ανάμεσα στις τάξεις, στη πάλη των κυρίαρχων ομάδων για τη διατήρηση της δικτατορίας τους και στη πάλη των επαναστατικών τάξεων για την κατάκτηση της εξουσίας, δηλαδή στη πάλη να κατακτηθεί η εξουσία μέσω ενός συστήματος πολιτικών συμμαχιών, οι προϋποθέσεις των οποίων βρίσκονται στη δομή και την ιστορία κάθε κοινωνίας, να διατηρηθεί και να σταθεροποιηθεί με την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας. Η επιστημονική γνώση στην οποία μάς οδηγεί το έργο του Γκράμσι, δεν είναι επομένως αυτό μιας επιστήμης, με τη βοήθεια της οποίας μπορεί κανείς να χειριστεί τα καθήκοντα της άμεσης πάλης, με το να παραιτείται από αυτά, να τα μετατοπίζει ή να τα κοιτάζει αφ΄ υψηλού, αλλά [η γνώση] αυτή αποτελεί ενσωμάτωση και συνέχεια μιας πολιτικής στράτευσης, η οποία λαμβάνει υπόψη όλο τον άνθρωπο, τις ικανότητές του, την ελευθερία του, την ίδια του την ύπαρξη.

Στα γραπτά της φυλακής δεν βρίσκεται επομένως μόνο η ηχώ των αγώνων των περασμένων ετών ή ο διαφοροποιημένος συλλογισμός για αυτά, όπως θα μπορούσε να φανεί με την πρώτη ματιά, αλλά βρίσκεται μια συνέχεια αυτών των αγώνων, με την εμβάθυνση όλων των θεμάτων τους και της παραπέρα ανάπτυξής τους, η οποία προσανατολίζεται στην προσαρμογή των νέων συνθηκών. Έτσι, η πολιτική σκέψη του Γκράμσι φέρει την απόδειξη για τη ζωτική του δύναμη και την αλήθεια. Η σκέψη αυτή δεν είναι δεσμευμένη με μια συγκεκριμένη πολιτική πλατφόρμα, για παράδειγμα με εκείνη από την οποία ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα το 1921. Δεν είναι επίσης δεσμευμένη με μια συγκεκριμένη σειρά στρατηγικών και τακτικών δράσεων, οι οποίες υπαγορεύτηκαν από μια ιδιαίτερη κατάσταση[4]. Η αλήθεια αυτής της σκέψης βρίσκεται στη μέθοδο και αυτή η μέθοδος συνδέεται άμεσα με το περιεχόμενο, επειδή είναι μια μαρξιστική και λενινιστική μέθοδος, δηλαδή ένας οδηγός για επαναστατική δράση σε συνθήκες κάτω απ΄ τις οποίες λαμβάνει χώρα η μετάβαση απ΄ τον αστικό στο σοσιαλιστικό κόσμο. Εδώ βρίσκεται η σύνδεσή της με τον λενινισμό, ο οποίος είναι η επαναστατική διδασκαλία της μετάβασης.


2

Η φιλολογική έρευνα της γνώσης, την οποία είχε ο Γκράμσι από το έργο του Λένιν, παρουσιάζει μερικές δυσκολίες. Δηλαδή, δεν είναι πάντα δυνατό να διαπιστωθεί ακριβώς, πότε μπόρεσε να γνωρίσει και να μελετήσει συγκεκριμένα έργα του Λένιν και επομένως, ποια από αυτά επέδρασαν κάθε φορά άμεσα πάνω του σε συγκεκριμένες περιόδους.

Βέβαιο είναι ότι από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, ακόμη και το όνομα του μεγάλου ρώσου ηγέτη στο εργατικό κίνημα δεν ήταν γνωστό ή ήταν ελάχιστα. Ο Λένιν άρχισε να γίνεται γνωστός μετά την συνάντηση του Λουγκάνο το 1914 και μετά τις διεθνείς Διασκέψεις του Τσίμερβαλντ (1915) και του Κίενταλ (1916). Αλλά ακόμη και τότε ούτε απ΄ αυτή την περίοδο και από τα αμέσως επόμενα χρόνια, δεν γνώριζε κανείς τα γραπτά του Λένιν, τα οποία ήταν μεταφρασμένα ή ακόμη έφταναν στην Ιταλία στο πρωτότυπο. Αντιθέτως, στην πάροδο του έτους 1917 άρχισαν να γίνονται γνωστά αποσπάσματα από τα γραπτά του, ιδιαίτερα από εφημερίδες και περιοδικά στη γαλλική γλώσσα και από ένα αμερικανικό περιοδικό: τον «Φιλελεύθερο», που διευθύνονταν από τον Max Eastman. Από αυτό το περιοδικό πάρθηκε το 1919 μια εκτενής μελέτη για τον Λένιν σαν «κυβερνητικό παράγοντα της νέας τάξης» και δημοσιεύτηκε υπό τη σύνταξη του Γκράμσι. Η μελέτη αυτή όμως προσφέρει μόνο μερικές πλευρές του προφίλ του Λένιν σαν στοχαστή και πολιτικού. Τα βασικότερα στοιχεία της σκέψης, εκείνα τα οποία αφορούν στην ανάλυση του ιμπεριαλισμού και επομένως τον ορισμός της ιστορικής περιόδου και τις προοπτικές της, παραμελήθηκαν, ενόσω η προσοχή συγκεντρώνεται στα καινούργια χαρακτηριστικά του σοβιετικού συστήματος και στα θεμέλια, που έχει αυτό στη σφαίρα της παραγωγής. Γιατί η γραφή δεν είναι τίποτα άλλο παρά η απόδοση και το σχόλιο μερικών εργασιών του Λένιν, τα οποία χρησίμευσαν μετά την επανάσταση και στα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας, στο να τονιστεί η αποφασιστική σημασία της οικονομικής οικοδόμησης και της ανάπτυξης τής παραγωγής για τη σταθεροποίηση της εξουσίας των σοβιέτ. Στην ικανότητα να αντιμετωπιστούν και να λυθούν τα προβλήματα της οικονομίας με νέο τρόπο, με την πρωτοβουλία των μαζών, βλέπεται η ανωτερότητα και η πρωτοτυπία της σοβιετικής τάξης πραγμάτων. Εδώ έχει κανείς χωρίς αμφιβολία ένα σημείο αναφοράς, για μια ασφαλή παραπέρα εξέλιξη της σκέψης και της δράσης του Γκράμσι, στην περίοδο, η οποία συνηθίζεται να ονομάζεται ως περίοδος της Ordine Nuovo. Αρχικά, από το 1918, ξεκινά ο Λένιν να γίνεται γνωστός στην Ιταλία, με δημοσιεύσεις, να διαβάζεται σε μετάφραση, από ευρείς κύκλους. Εδώ όμως υπερίσχυσαν τα γραπτά που ήταν αφιερωμένα στην άμεση πάλη των χρόνων εκείνων, στην πάλη ενάντια στο σοσιαλσοβινισμό και τον κεντρισμό, για τη δημιουργία κομμουνιστικών κομμάτων σε όλες τις χώρες, για τον σχηματισμό  και την οργάνωση της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Από τις μεγάλες θεωρητικές εργασίες έγιναν τότε γνωστές ο «Ιμπεριαλισμός», το «Κράτος και επανάσταση», «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», οι εκθέσεις και οι θέσεις για το 1ο και το 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, καθώς και «Ο αριστερισμός» και οι ομιλίες στο 3ο Συνέδριο, οι οποίες αποτελούνται σχεδόν από λίγα σχόλια. Λιγότερο γνωστά παρέμειναν το «Τι να κάνουμε;», οι «Δυό τακτικές» και το «Ένα βήμα μπρος, δυό βήματα πίσω». Πολύ δύσκολα να βρεθούν και επομένως σχεδόν άγνωστα ήταν «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία» και ο «Εμπειριοκριτικισμός»[5]. Μπορεί κανείς να υποθέσει, ότι ο Γκράμσι το 1922, όταν πήγε στη Σοβιετική Ένωση, γνώριζε ήδη όλα αυτά τα γραπτά. Αυτά περιείχαν τις βασικές θέσεις του λενινισμού για την ανάλυση του ιμπεριαλισμού και τον χαρακτήρα αυτής της ιστορικής περιόδου που αφορούσε στην εισαγωγή της μετάβασης στην υψηλότερη φάση της καπιταλιστικής οικονομίας, για τη φύση του αστικού κράτους και τη δικτατορία του προλεταριάτου, τον χαρακτήρα της Οκτωβριανής επανάστασης και του σοβιετικού κράτους και τα θεμελιακά ζητήματα της επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής του κόμματος της εργατικής τάξης. Το 1922, όταν ο Γκράμσι έφτασε στη Σοβιετική Ένωση και έμεινε εκεί για μερικούς μήνες, είχε λάβει χώρα ένα περίπου χρόνο πριν το 10ο Συνέδριο του ΚΚΡ (Μπ.), η συζήτηση για τα συνδικάτα είχε τελειώσει και είχε τελεστεί η μετάβαση στη Νέα Οικονομική Πολιτική. Ήταν μια πολλή σημαντική φάση, στην οποία είχαν συζητηθεί ουσιαστικά μερικά σημαντικά ζητήματα για την εξέλιξη της επανάστασης. Από αυτή την περίοδο προέρχονται μερικές από τις πιο σημαντικές εργασίες του Λένιν για τα προβλήματα οικοδόμησης της σοσιαλιστικής οικονομίας και κοινωνίας. Στη συζήτηση για το ρόλο των συνδικάτων, ο Τρότσκι με τον Μπουχάριν και μια αναρχοσυνδικαλιστικά προσανατολισμένη ομάδα, επεξεργάστηκαν πολεμικά το ζήτημα που αφορά στη σχέση πολιτικής και οικονομίας κατά την σοσιαλιστική οικοδόμηση. Ο Γκράμσι υποστήριξε την άποψη, ότι η πολιτική είναι απλά η «συγκεντρωμένη έκφραση της οικονομίας». Αυτή η θέση στη λενινιστική αντίληψη για το κράτος είναι αποφασιστικής σημασίας. Επειδή από αυτήν συνεπάγεται, ότι η εργατική τάξη μόνο πάνω στη βάση μιας σωστής πολιτικής σχέσης με τις άλλες ομάδες της κοινωνίας, μπορούν να παραμείνουν στην εξουσία και επομένως είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον της στο πεδίο της οικονομίας (ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων). Από δω ξεκινούσε η απόκλιση ανάμεσα στη λενινική αντίληψη για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και τις προτάσεις του Τρότσκι, οι οποίες δεν λάμβαναν υπόψη τη σχέση προς τις μη προλεταριακές τάξεις, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ίδια την δικτατορία του προλεταριάτου.

Από την περίοδο εκείνη, η αντίθεση ανάμεσα στο μπολσεβίκικο κόμμα και τον Τρότσκι, προοδευτικά βαθαίνει. Από το 1923/24 παίρνει σάρκα και οστά η προσπάθεια, η οποία περιέχονταν ήδη σε εμβρυακή μορφή στις συζητήσεις που προηγήθηκαν, να καταστραφεί η ιδεολογική και οργανωτική διαμόρφωση του κόμματος, όπως αυτό είχε δημιουργηθεί στους αγώνες ενάντια στα μη λενινιστικά ρεύματα. Είναι επομένως βέβαιο, ότι ο Γκράμσι σ΄ αυτή την περίοδο, κατέληξε σε μια ουσιαστική κατανόηση αυτών των αγώνων. Σ΄ αυτό βοήθησε η δημοσίευση της πρώτης έκδοσης των γραπτών του Λένιν, η οποία επιτεύχθηκε αυτή την περίοδο, καθώς και η γνώση της ρωσικής γλώσσας. Αμέσως μετά την επανάσταση, στην τρέχουσα πολιτική αγκιτάτσια, τα ονόματα του Λένιν και του Τρότσκι ήταν πάντα ενωμένα, επειδή η τεράστια διαφορά και απόσταση, τόσο στη σκέψη όσο και στη δράση, οι οποίες ήταν πάντα χωριστές, ήταν άγνωστες. Ο Piero Gobetti, ο οποίος προσπάθησε να επεξεργαστεί τις διαφορές, το έκανε πολύ επιφανειακά, επειδή παράβλεψε την ιστορική εξέταση των γεγονότων, γι΄ αυτό και έσφαλε στα συμπεράσματα. Στο τέλος παρουσίασε τον Τρότσκι σαν «Ευρωπαίο», ενώ απ΄ τους δυό περισσότερο Ευρωπαίος ήταν ο Λένιν, το πολιτικό έργο του οποίου προσέλαβε μια καθολική σημασία, η οποία ισχύει για το σύνολο του σύγχρονου κόσμου. Στον Γκράμσι, η διαφορά τού φαινόταν τόσο μεγάλη, που –στο βαθμό που του ήταν δυνατό να ασχοληθεί μ΄ αυτήν στα Τετράδια της Φυλακής- την εισήγαγε στο συνολικό σύστημα της πολιτικής του σκέψης. Ο Τρότσκι μετατρέπεται σε «πολιτικό θεωρητικό της μετωπικής επίθεσης, σε μια περίοδο, στην οποία αυτή μπορεί να οδηγήσει μόνο σε ήττες»[6]. Στις πολιτικές του διατυπώσεις –κατά τον Γκράμσι- λείπει ο δεσμός «με την τωρινή, συγκεκριμένη, ζωντανή Ιστορία», αυτές [οι διατυπώσεις] δεν προκύπτουν «από όλους τους πόρους της συγκεκριμένης κοινωνίας, η οποία πρέπει να μετασχηματιστεί», ο διεθνισμός του –κατά τον Γκράμσι πάντα- είναι μια αφαίρεση, η οποία αρνείται τα αναγκαία εθνικά μέσα.

Το 1926, όταν η πάλη στη σοβιετική ηγετική ομάδα έφτασε μέχρι τη ρήξη, ο Γκράμσι φυσικά ανησυχούσε για τις ενδεχόμενες αρνητικές επιδράσεις, τις οποίες θα μπορούσε να είχε αυτή η ρήξη στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν εξέφρασε αμφιβολία για την ορθότητα της πολιτικής γραμμής, την οποία εκπροσωπούσε η μεγάλη πλειοψηφία του μπολσεβίκικου κόμματος ενάντια στη μικρή ομάδα της αντιπολίτευσης. Στα Τετράδια της Φυλακής δεν υπάρχει μια ιδιαίτερα καθαρή επιδοκιμαστική σημείωση για την έκθεση των βασικών αρχών του λενινισμού από τον Στάλιν[7], και αργότερα, όταν η ρήξη έγινε ολοκληρωτική και η πάλη του Τρότσκι ενάντια στο μπολσεβίκικο κόμμα επεκτάθηκε σε άλλα πεδία, ο Γκράμσι εξέφρασε στη φυλακή την αποφασιστική καταδίκη του στον Τρότσκι.

Αναφορικά με τον εκχυδαϊσμό των διδαγμάτων του διαλεκτικού υλισμού από τον Μπουχάριν, ο οποίος αποκρούστηκε από τον Γκράμσι στα Κριτικά Σημειώματα για μια «Εκλαϊκευτική Σύνοψη της Κοινωνιολογίας», μπορεί κανείς, έτσι πιστεύω, να αποκλείσει, ότι ο Γκράμσι γνώριζε τις ιδιαίτερα κριτικές σημειώσεις του Λένιν στο έργο του Μπουχάριν για την Οικονομία της Μεταβατικής Περιόδου ή εκείνα των Φιλοσοφικών Τετραδίων (δημοσιευμένα αρχικά το 1936), από τα επιχειρήματα των οποίων πολλά θα αποτελούσαν μεγάλη βοήθεια κατά την ανάπτυξη όλων των φιλοσοφικών του αναζητήσεων. Αντιθέτως, δεν θα τού ήταν σίγουρα άγνωστη η επιμονή με την οποία ο Λένιν κατηγορούσε τον Μπουχάριν, ότι δεν γνωρίζει τον διαλεκτικό τρόπο θεώρησης, αλλά μόνο την αφηρημένη λογική.

Σ΄ εμάς δεν είναι γνωστό, αν ο Γκράμσι είχε στη διάθεσή του στη φυλακή κάποιο έργο του Λένιν, ενώ τού ήταν κατορθωτό να προμηθευτεί μερικά έργα των Μαρξ και Ένγκελς. Οι αναφορές στα έργα του Λένιν, τις οποίες βρίσκει κανείς στα Τετράδια της Φυλακής, έχουν επομένως κατασκευαστεί από μνήμης, ή είναι από δεύτερο χέρι, παρμένες από παραθέσεις που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά και βιβλία, παρμένα από τα γραπτά του Λένιν. Η αγορά των βιβλίων του Λένιν ποτέ δεν τού επιτράπηκε από την Διεύθυνση των φυλακών.


3

Ο Γκράμσι παρέλαβε άμεσα, το πρώτο, το βασικό στοιχείο του λενινισμού, την επαναστατική θεωρία, η οποία διατυπώθηκε από τον Λένιν με τέτοιο τρόπο, που όλες οι σχολαστικότητες που διέδιδαν οι ρεφορμιστές ως μαρξισμό, απομακρύνθηκαν. Η προλεταριακή και σοσιαλιστική επανάσταση θα μπορούσε σύμφωνα με αυτούς να λάβει χώρα μόνο  κατά τη χρονική στιγμή και στις χώρες, στις οποίες η καπιταλιστική οικονομία είχε φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο ανάπτυξής της. Ο Λένιν απέκρουσε αυτό τον ισχυρισμό και άνοιξε σε όλο το μαρξισμό τον δρόμο μιας νέας δημιουργικής ανάπτυξης, τονίζοντας, ότι η συνθήκη για επαναστατικό ρήγμα βρίσκεται στην ανάπτυξη και στο ξέσπασμα των αντιφάσεων του καπιταλισμού, ο οποίος έφτασε στην ιμπεριαλιστική του φάση. Σ΄ αυτή τη θέση, η οποία βρήκε την επιβεβαίωσή της τον Οκτώβριο του 1917, κατέληξε για τους ρώσους μπολσεβίκους, ο συνολικός πολιτικός και ιδεολογικός αγώνας, ο οποίος καθοδηγήθηκε από αυτούς απ΄ τις αρχές του αιώνα ενάντια στην τσαρική κυριαρχία και στις διάφορες παραλλαγές του οπορτουνισμού στο εργατικό κίνημα. Για το υπόλοιπο σοσιαλιστικό και εργατικό κίνημα αυτό ήταν μια αποκάλυψη, μια ανακάλυψη ιδιαίτερα μεγάλης σημασίας, τα αποτελέσματα της οποίας ίσως μόλις σήμερα τα εκτιμούμε πλήρως. Καταλαβαίνει κανείς την κραυγή που μοιάζει με λύτρωση, από το άρθρο του Γκράμσι που έγραψε στις 5 Ιανουαρίου 1918, το οποίο έχει τον παράξενο, αλλά πολύ χαρακτηριστικό τίτλο «Η επανάσταση ενάντια στο κεφάλαιο». Το άρθρο αυτό δεν είχε γραφτεί ως επίθεση ενάντια στις θεμελιακές αρχές του μαρξισμού, ενάντια στην ταξική πάλη και την μορφολογική αναγκαιότητα της προλεταριακής επανάστασης, αλλά σαν επίθεση, αποκαλύπτοντας την θετικιστική ερμηνεία του κεφαλαίου από τον Καρλ Μαρξ και τον μαρξισμό, σαν επίθεση ενάντια στον επιφανειακό οικονομισμό, στη σχολαστικότητα των ρεφορμιστών και τους ιδεολογικούς κακόβουλους καταλογισμούς των αντιπάλων.

Με την επαναστατική του θεωρία ο Λένιν ανασκεύασε την επαναστατική διαλεκτική, και μάλιστα ενάντια στην αφηρημένη φορμαλιστική επιχειρηματολογία των σχολαστικών, των μασκαράδων και αυτών που παρέκλιναν. Από αυτήν δεν συνήγαγε μόνο τη δυνατότητα νίκης της επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε μια χώρα, η οποία δεν είχε ακόμη φτάσει στο ανώτατο καπιταλιστικό επίπεδο ανάπτυξης, αλλά έδωσε στην έρευνα και στη πάλη ένα γερό θεμέλιο, ιδιαίτερα στη πάλη, η οποία μπορεί να διεξαχθεί, ώστε η πάλη της εργατικής τάξης να ενταχτεί στις αντιθέσεις της αστικής κοινωνίας με τέτοιο τρόπο, που η πάλη αυτή ν΄ ανοίξει έναν επαναστατικό δρόμο, ένα δρόμο προς το σοσιαλισμό, ο οποίος θα αντιστοιχεί στις συνθήκες κάθε χώρας. Ο ίδιος ο Λένιν έκανε λόγο για τις παραλλαγές της πορείας τής Ιστορίας των ξεχωριστών χωρών στα πλαίσια μιας γενικής γραμμής εξέλιξης της παγκόσμιας Ιστορίας, και μπόρεσε να προβλέψει μεταξύ των άλλων, πόσος πλούτος σε νέες επαναστατικές δημιουργίες θα υπήρχε, αν ο τεράστιος πληθυσμός της ασιατικής ηπείρου πάρει το δρόμο της επανάστασης. Αυτό είναι στην ουσία το διεθνές πολιτικό σκηνικό τού σήμερα. Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι και σήμερα δεν φαίνεται ο σχολαστικισμός του ρεφορμισμού και του οικονομικού φετιχισμού. Πολύ περισσότερο, αυτό τροφοδοτεί ένα σημαντικό τμήμα της πολιτικής πολεμικής και της πάλης των τάσεων στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί, ότι εδώ ανήκει επίσης η αναμονή για μια «επανάσταση», η οποία πρέπει απλά να προκύψει απ΄ το ξεδίπλωμα προτσές, τα οποία στη βιομηχανική παραγωγή έχουν μια αυτόματη πορεία, και ότι δεν προκύπτουν από τις αλλαγές του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις, και μάλιστα τέτοιου είδους προτσές, τα οποία όσον αφορά απομονωμένες οργανικές διαδικασίες, όσο και της ύπαρξης της οργάνωσης, της συνείδησης και της οικονομικής δραστηριότητας, είναι σχετικά. Σ΄ αυτή τη σχέση θα μπορούσε κανείς να θυμηθεί την πολεμική του Γκράμσι ενάντια «στη διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία η οικονομική και ιστορική εξέλιξη, τίθεται σε μια άμεση εξάρτηση με τις αλλαγές σε κάποιο σημαντικό στοιχείο της παραγωγής, από την ανάπτυξη μιας νέας πρώτης ύλης, μιας καύσιμης ύλης κτλ, που συνεπάγονται τη χρήση νέων μεθόδων στην κατασκευή και τη λειτουργία των μηχανών»[8]. Στις περιπτώσεις αυτές μεταβαίνει κανείς απ΄ τον ιστορικό υλισμό στον ιστορικό οικονομισμό, ο οποίος δεν είναι πλέον δική μας διδασκαλία.

Στο μεγάλο ρεύμα της λενινιστικής πολιτικής σκέψης ανήκουν επομένως αφενός, η επίμονη πολεμική του Γκράμσι ενάντια στον οικονομισμό και στις οικονομικές ερμηνείες του μαρξισμού (αυτές μπορεί να τις συναντήσει κανείς γενικά στα Τετράδια της Φυλακής), αφετέρου η περιεκτική εξέταση, η οποία, μέσω της ανάλυσης τής οικονομικής βάσης και της σχέσης αλληλεπίδρασής της, φτάνει στο ιδεολογικό, κοινωνικό, πολιτικό εποικοδόμημα, στις επαναστατικές πολιτικές προοπτικές. Οδηγημένος από τα συμπεράσματα του Λένιν για την ουσία του ιμπεριαλισμού, μπόρεσε ο Γκράμσι να υπερβεί το νεκρό σημείο στο οποίο έφταναν οι πολιτικές έρευνες του Αντόνιο Λαμπριόλα στις αρχές του [ΠΓ: 20ου] αιώνα και που στην ουσία ανταποκρινόταν στο γεγονός, ότι δεν ήταν δυνατό στο ιταλικό εργατικό κίνημα να απελευθερωθεί, τόσο από τον ρεφορμισμό όσο και από τον λεκτικό εξτρεμισμό. Η λενινική θεωρία της επανάστασης και η ακολουθούμενη, όλο και πιο βαθιά πείρα που αποκτούσε ο Γκράμσι κατά την εφαρμογή της λενινικής στρατηγικής και τακτικής, τον βοηθούσαν όλο και περισσότερο κατά την εξέταση των συνθηκών ανάπτυξης της επανάστασης στην Ιταλία. Εδώ βρίσκεται, τόσο με άμεσο (στα γραπτά από το 1919 έως το 1926) όσο και με έμμεσο τρόπο καθώς και μέσω της αναλογίας (στις ιστορικές αναλύσεις στα Τετράδια της Φυλακής, στις νέες ερμηνείες των διάφορων περιόδων της ιταλικής Ιστορίας), το αφετηριακό σημείο όλων των αναφορών για την πολιτική στρατηγική και τακτική, οι οποίες [αναφορές] αποτελούν την ουσία της δράσης και της σκέψης του Γκράμσι, και κυρίως το αφετηριακό σημείο των συμπερασμάτων του για τη δομή της σύγχρονης Ιταλίας και επομένως για το σύστημα των πολιτικών συμμαχιών, οι οποίες κάνουν δυνατό στο προλεταριάτο να ασκήσει τον ηγεμονικό του ρόλο και να φτάσει στην κατάκτηση της εξουσίας.

Στο πεδίο της μεθόδου, μού φαίνεται ότι πρέπει να υπογραμμιστούν, σε στενή σύνδεση με το συνολικό περιεχόμενο των αναλύσεων και των συμπερασμάτων, μερικά μεγάλα θετικά επιτεύγματα. Η οικονομική βάση δεν βλέπεται κυρίως ποτέ ως εκείνη η μυστηριώδης κρυμμένη δύναμη, απ΄ την οποία θα πρεπε να προκύψει μηχανικά η συνολική εξέλιξη της κατάστασης. Αυτή βλέπεται σαν μια σφαίρα, στην οποία δρουν φυσικές δυνάμεις, αλλά και ανθρώπινες δυνάμεις και πάνω στην οποία ασκεί επίσης το εποικοδόμημα επιρροή. Ήδη σ΄ αυτή τη σφαίρα λαμβάνει χώρα μια ιστορική εξέλιξη, η οποία πρέπει να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής ανάλυσης, που δεν επιτρέπεται να αρνείται τα στοιχεία του εποικοδομήματος. Αναλόγως, τα πολιτικά και ιδεολογικά φαινόμενα του εποικοδομήματος δεν αποτελούν μπλοκ, αλλά διακρίνονται σε διάφορες βαθμίδες μιας αμοιβαίας αυτοτέλειας και μάλιστα παρόμοια, όπως διακρίνονται τα διάφορα στοιχεία της βάσης. Πολύτιμες αναφορές του Λένιν, οι οποίες θα πρεπε να παρακινήσουν σε μια μεθοδολογική εξέταση προς αυτή την κατεύθυνση, δεν βρίσκονται μόνο στην καταπληκτική λενινική πολεμική για την ουσία του κράτους, αλλά και στα τελευταία γραπτά, άμεσα από την περίοδο της μετάβασης στη Νέα Οικονομική Πολιτική ή απ΄ την αμέσως επόμενη περίοδο, τα οποία αφορούν στα καθήκοντα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, τα προβλήματα, τις αντιθέσεις και τις δυσκολίες που προκύπτουν στην πορεία αυτής της οικοδόμησης, καθώς και τις λειτουργίες του κράτους και της πολιτικής σ΄ αυτή τη νέα ιστορική περίοδο. Εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με την επιβεβαίωση της απόλυτης ιστορικότητας της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, η οποία βρίσκεται στο κέντρο της συνολικής σκέψης του Γκράμσι, καθώς και (συνεπώς) με τον ορισμό του μαρξισμού ως έναν απόλυτο ιστορισμό [Historismus], επειδή είναι η μοναδική διδασκαλία, η οποία μπορεί να οδηγήσει στη γνώση της συνολικής εξέλιξης από τους οργανωμένους ανθρώπους. Σ΄ αυτό το πλαίσιο λύνονται τα θέματα της ελευθερίας και της αναγκαιότητας, αναπτύσσεται ένα κριτήριο, ώστε να μπορεί να κρίνει κάποιος, ποια είναι ιστορικά τα συγκεκριμένα προβλήματα, δηλαδή αυτά, που μπορούν να λυθούν από μια αλλαγή των κοινωνικών δομών, καθώς και εκείνα τα προβλήματα που είναι δυνατό να λυθούν στο πλαίσιο των υπαρχόντων δομών, που η λύση τους όμως προετοιμάζει τη ριζοσπαστική αλλαγή και την κάνει αναπόφευκτη. Η αναζήτηση επίσης για το όριο της πρωτοβουλίας, το οποίο έχει τεθεί στην προσπάθεια να γίνει κατανοητός ο κόσμος, παίρνει τον χαρακτήρα μιας αντικειμενικής, επιστημονικής ανάλυσης. Ο παρεκτροπές και οι ονειροπολήσεις, η αφηρημένη διακήρυξη, ότι ο κόσμος πηγαίνει προς αυτή ή εκείνη την κατεύθυνση, καταδικάζονται. Οι προοπτικές πρέπει να εξακριβωθούν από μια νηφάλια ανάλυση. Η πραγματικότητα, το παρόν, μετατρέπεται σε ένα επίπονο πράγμα, πάνω στο οποίο κατ΄ αναγκαίο τρόπο πρέπει να κατευθυνθεί η προσοχή, αν θέλει κανείς να το αλλάξει. Η λογική είναι απαισιόδοξη. Η αισιοδοξία αρχίζει με την βούληση.


4

Ουσιαστικό συστατικό στοιχείο της συνολικής λενινικής επαναστατικής θεωρίας και της σκέψης του Γκράμσι είναι σ΄ αυτό το γενικό πλαίσιο ο καθορισμός της νέας θέσης, την οποία παίρνει η εργατική τάξη –διεθνώς ή σε κάθε χώρα- στο χρονικό εκείνο σημείο, στο οποίο, μέσω της αντικειμενικής ωρίμανσης του ίδιου του αστικού κόσμου (καπιταλισμός, ιμπεριαλισμός, αποικιοκρατία), αρχίζει η φάση της μετάβασης σε μια νέα δομή και σε μια νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων. Η εργατική τάξη μετατρέπεται σε εθνική τάξη, επειδή υπάρχουν οι συνθήκες για ένα νέο ιστορικό μπλοκ, δηλαδή οι συνθήκες για μια νέα σχέση μεταξύ βάσης και εποικοδομήματος. Αυτή η νέα σχέση γίνεται η ίδια αναγκαία μέσω της ανάπτυξης των ίδιων των παραγωγικών δυνάμεων, και επομένως συγκροτείται ένα κίνημα, μέσω του οποίου η νέα τάξη οργανώνει τη δική της ηγεμονία και τη δική της πρόσβαση στην εξουσία.

Ποια σχέση προκύπτει επομένως ανάμεσα στη διεθνή κατάσταση και τις εθνικές σχέσεις; Μεγάλη σημασία έχει η παρατήρηση περί «διεθνισμού και εθνικής πολιτικής»[9]. Η εξέλιξη πηγαίνει προς το διεθνισμό, αλλά το αφετηριακό σημείο είναι το εθνικό, και από αυτό πρέπει να ξεκινούν τα κινήματα. Η προοπτική είναι και μπορεί να είναι μόνο διεθνική, όμως η «”εθνική” σχέση είναι το αποτέλεσμα ενός “πρωτότυπου” συνδυασμού, ο οποίος (κατά κάποιο τρόπο) είναι μοναδικός και ο οποίος πρέπει να κατανοηθεί και να μελετηθεί σ΄ αυτή την πρωτοτυπία και μοναδικότητα, αν θέλει κανείς να τον κατέχει και να τον διευθύνει». Η εργατική τάξη επομένως μετατρέπεται τότε [μόνο] σε διευθύνουσα, «όταν ερμηνεύει με ακρίβεια αυτό το συνδυασμό, του οποίου συστατικό στοιχείο είναι και η ίδια, και δυνάμει του οποίου ακριβώς και αυτή μπορεί να δώσει στο κίνημα μια συγκεκριμένη κατεύθυνση με συγκεκριμένες προοπτικές». Στις εκτιμήσεις της Οκτωβριανής επανάστασης και στην αξιολόγηση του μεγαλοφυούς έργου του Λένιν ως ηγέτη της ρωσικής εργατικής τάξης και του νέου προλεταριακού κράτους, ο Γκράμσι επιμένει διαρκώς σ΄ αυτό το στοιχείο –από τα πρώτα σχόλια, τα οποία από πολλές απόψεις είναι ανακριβή και αποσπασματικά, μέχρι τις τελευταίες σημειώσεις στα Τετράδια της Φυλακής. Η δημιουργία του πρώτου προλεταριακού κράτους από τον Λένιν ήταν «ένα μεγάλο μεταφυσικό γεγονός». Αυτή μετέφερε τη φιλοσοφία στη πράξη, την συνήγαγε σε μια «Ιστορία στη δράση», η οποία αποτελεί τη μοναδική φιλοσοφία[10]. Αυτή άλλαξε τις προοπτικές της παγκόσμιας Ιστορίας. Όμως τα κατόρθωσε όλα αυτά, επειδή ήταν το αναγκαίο σημείο προσανατολισμού της εθνικής ιστορίας του ρωσικού λαού, επειδή «οι μπολσεβίκοι έδωσαν μια κρατική μορφή στις ιστορικές και κοινωνικές εμπειρίες του ρωσικού προλεταριάτου, οι οποίες αποτελούν εμπειρίες της διεθνούς εργατικής και αγροτικής τάξης»[11]. Το κράτος των σοβιέτ, η διαλεκτική άρνηση της τσαρικής κατάστασης πραγμάτων, «δείχνει…, ότι αυτό είναι μια αναπόφευκτη και αμετάκλητη στιγμή του αναπόφευκτου προτσές του ανθρώπινου πολιτισμού, το πρώτο ξεκίνημα για μια νέα κοινωνία»[12].

Ο εθνικός ρόλος της εργατικής τάξης πραγματοποιείται στη θέση που κατέχει αυτή η τάξη στην άμεση πάλη και στις σχέσεις με τις άλλες κοινωνικές ομάδες, σε εκείνες, τις οποίες καταπολεμά, και σε εκείνες, των οποίων θέλει να πετύχει τη συνεργασία μαζί τους ή την ουδετερότητά τους. Πρέπει επομένως να γίνει υπέρβαση του κορπορατιβικού πνεύματος, το οποίο έχει η ταξική πάλη του προλεταριάτου στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, και πρέπει να υπάρχει αυτό που σήμερα συνήθως το χαρακτηρίζουμε ως πολιτική συμμαχιών. Η κορπορατιβική στενότητα είναι για τον Γκράμσι χαρακτηριστικό στοιχείο και όριο όλων εκείνων των κοινωνικών ομάδων, οι οποίες δεν είναι ικανές να παίξουν ένα εθνικό ρόλο, όπως η αστική τάξη των πόλεων στο Μεσαίωνα, ή αυτών που το επιτυγχάνουν απλά κοπιαστικά, μόνο και μόνο λόγω του ότι επωφελούνται από τις εξωτερικές συνθήκες, χωρίς όμως τη διεξαγωγή ενός έργου ριζοσπαστικής ανανέωσης, όπως οι διευθύνουσες ιταλικές τάξεις στο Risorgimento.

Πως πραγματοποιήθηκαν αυτές οι κατευθυντήριες αρχές από τον Γκράμσι στη πράξη; Η επεξεργασμένη και προταθείσα πολιτική συμμαχιών από αυτόν, η οποία βασίζεται στη λύση του ζητήματος της νότιας Ιταλίας μέσω της πολιτικής ενότητας των αγροτικών και λαϊκών μαζών του Νότου με την εργατική τάξη ενάντια στον καπιταλισμό και το αστικό κράτος, συνάχθηκε άμεσα από τον Λένιν, [δηλαδή] το πως πρέπει να εξετάζεται συνολικά το αγροτικό ζήτημα. Εδώ δεν υπάρχει κανένα ίχνος μιας στενά κορπορατιβικής εργαλειοκρατίας, μιας απλά αμοιβαίας βοήθειας ανάμεσα σε δυό κοινωνικές ομάδες, με σκοπό, να πραγματοποιήσει κάθε μια από αυτές το δικό της πρόγραμμα διεκδικήσεων. Η συμμαχία προκύπτει από τη δομή της συνολικής ιταλικής κοινωνίας και δημιουργεί τις συνθήκες για ένα νέο ηγεμονικό ιστορικό μπλοκ. Αναγνωρίζεται, ότι η διαμόρφωση μιας συλλογικής βούλησης του έθνους και του λαού είναι αδύνατη «αν δεν εισέλθουν ταυτόχρονα οι μεγάλες μάζες των αγροτών στην πολιτική ζωή»[13]. Με τον τρόπο αυτό διορθώνεται εκείνο το έλλειμμα σε συμφωνία, μάλιστα, η έλλειψη ενός συγχρονισμού στην ανάπτυξη του εργατικού και αγροτικού κινήματος, που αποκαλύφθηκε στις θέσεις του Συνεδρίου του Κόμματος στη Λυών (1926), οι οποίες προετοιμάστηκαν από τον Γκράμσι και ήταν το αποτέλεσμα μιας ελλιπούς πολιτικής προετοιμασίας του εργατικού κόμματος.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον στη σημερινή συζήτηση φαίνεται να έχει αντιθέτως το πρόβλημα, το οποίο μολαταύτα κατά τη γνώμη μας είναι λιγότερο σημαντικό και που εξηγήθηκε περισσότερες από μία φορές –το πρόβλημα δηλαδή της λειτουργίας, που αποδόθηκε στην εργατική τάξη στο κίνημα των εργοστασιακών συμβουλίων του Τουρίνου. Είναι άνευ αξίας και απλά σημάδι μιας άμεσης άγνοιας του γεγονότος, όταν χαρακτηρίζει κανείς ως συνδικαλιστικές τις τότε θέσεις που υπερασπίστηκε ο Γκράμσι. Από την πολεμική μερικών συνδικαλιστών μπόρεσε ο Γκράμσι να συμπεράνει την κριτική στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, τον ξεκομμένο της κορπορατισμό, τη μη κατανόηση της ουσίας των πολιτικών προβλημάτων και κυρίως το πρόβλημα της εξουσίας. Όλα αυτά τα βρίσκει κανείς στον Λένιν πολύ πιο καθαρά απ΄ ό,τι στη συνολική βιβλιογραφία για τον συνδικαλισμό. Από τον Γκράμσι αποκρούεται διαρκώς ενεργητικά, το ίδιο χρονικό διάστημα, ο πολιτικός ερασιτεχνισμός που κυριαρχεί σε αυτή τη βιβλιογραφία. Το κίνημα των εργοστασιακών συμβουλίων ήταν –ιδιαίτερα από την αρχή μέχρι την απεργία τον Απρίλιο του 1920, ακόμη και αργότερα- ένα όργανο για την ανοιχτή πάλη ενάντια στη ρεφορμιστική συνδικαλιστική γραφειοκρατία, για τον περιορισμό των εξουσιοδοτήσεων αυτής της γραφειοκρατίας καθώς και για την ανανέωση των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Ο Γκράμσι επέμενε όμως διαρκώς, να υπογραμμίζεται η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο εργοστασιακό συμβούλιο και στο συνδικάτο, και στη πράξη έπρεπε να γίνει αυτή σε όλους καθαρή, ότι [δηλαδή] η εκλογή του συμβουλίου γίνεται από όλους τους εργάτες και όχι μόνο απ΄ τους οργανωμένους. Υπήρχε όμως στον Γκράμσι, από το 1919 έως το 1920, η τάση, να είχε πιστέψει, ότι το συμβούλιο σαν τέτοιο, σαν μορφή οργάνωσης των εργατών, οι οποίοι είναι άμεσα συνδεδεμένοι με το προτσές παραγωγής, να κουβαλούσε μέσα του τη λύση του ζητήματος της εξουσίας, δηλαδή το πρόβλημα της κατάκτησής της και τη δημιουργία ενός νέου κράτους; Όπως πιστεύω, μπορεί κανείς, για να υποστηρίξει μια τέτοια θέση, να παραθέσει μόνο μερικές δηλώσεις απ΄ τα γραπτά του το 1919, αποσπώντας τα όμως απ΄ το σύνολο και κυρίως, αποσπώντας τα απ΄ την κατανόηση της συνολικής δράσης τού Γκράμσι αυτό το χρονικό διάστημα. Η δράση αυτή προσανατολιζόταν ουσιαστικά και πρωτίστως στην απόδειξη, ότι η εργατική τάξη σαν ομοιογενής κοινωνική ομάδα, ήταν σε θέση να προσκομίσει τα αναγκαία στοιχεία για την υπέρβαση της κρίσης, της αταξίας, του χάους, που ταλαιπωρούσαν τότε την ιταλική κοινωνία, και ως άμεση και αναγκαία συνέπεια, ήταν επομένως προσανατολισμένος, να κάνει συνειδητό αυτό το γεγονός στους εργάτες της πρωτοπορίας. Ήταν αναπόφευκτο, ότι μπορεί να γίνει υπέρβαση της κατάστασης, αν δεν ξεκινούσε κανείς απ΄ το προτσές παραγωγής. Έτσι έκανε κατά τα άλλα και η αστική τάξη, η οποία το πρώτο [που επεδίωξε] στη σφαίρα της παραγωγής, ήταν να επιβάλλει ξανά την απόλυτη εξουσία της στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τον φασισμό. Το προλεταριάτο έπρεπε να επιβάλλει την εξουσία του στο εργοστάσιο, ασκώντας την δική του οργανωτική επιρροή στο προτσές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Μ΄ αυτό τον τρόπο το προλεταριάτο θα έδειχνε σε όλη την κοινωνία την ικανότητά του να εγείρει το δικό του κράτος. Η πρώτη μορφή της επέμβασης στην παραγωγή θα ήταν ο έλεγχος, και γύρω απ΄ το πρόβλημα του ελέγχου θα λάμβανε χώρα η αποφασιστική μάχη για το κέρδισμα της πλειοψηφίας και την κατάκτηση της εξουσίας.

Σε ποιο βαθμό δεν υπήρχε στη διάθεση και στην ανάπτυξη αυτού του κινήματος το πολιτικό στοιχείο με τη στενή έννοια, το οποίο έπρεπε να οδηγήσει σε μια γενική δράση που να καθοδηγείται απ΄ την εργατική τάξη, σε μια αντιπαράθεση με τα άλλα κόμματα, στη σύγκρουση με τα όργανα εξουσίας του κράτους; Δεν υπήρχε στο βαθμό που το συνολικό κίνημα του Τουρίνου από το 1919 έως το 1920, δεν κατόρθωσε να ανυψωθεί στο εθνικό επίπεδο, και μάλιστα εξαιτίας των λαθών, τα οποία αναφέρθηκαν ήδη μερικές φορές, και αυτά, έτσι πιστεύω, τα οποία πρέπει να αναζητηθούν όχι στη γενική στάση, αλλά στα όρια, στον περιορισμό κατά την περίοδο της επιβολής τους, που με βάση το επίπεδό τους, δεν θα έπρεπε να βρίσκονται μόνο στην πόλη ή στην περιφέρεια. Τελικά, και το πρόβλημα της συμμαχίας ανάμεσα στην προλεταριακή πρωτοπορία του Βορρά και τις μεγάλες αγροτικές μάζες του Νότου, το οποίο έθετε σωστά ο Γκράμσι από τότε (βλέπε το παρατιθέμενο από αυτόν παράδειγμα της δράσης σε σχέση με τους Σαρδήνιους της ταξιαρχίας Sassari)[14], δεν βρήκε καμιά πρακτική λύση από τη δράση της ομάδας του Τουρίνου, που να είχε μεγάλη σημασία. Έγινε υπέρβαση λαθεμένων ρεφορμιστικών ή μαξιμαλιστικών προσανατολισμών του Σοσιαλιστικού Κόμματος μέσω της κριτικής, όχι όμως μέσω της δράσης που να έχει εθνική επιτυχία. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν κάποτε το μοναδικό κόμμα, δηλαδή, η μοναδική πολιτική οργάνωση σε εθνικό επίπεδο, την οποία είχε η εργατική τάξη. Γι΄ αυτό το κίνημα του Τουρίνου τέλειωσε, με τρόπο που επιβλήθηκε η αναγκαιότητα να ιδρυθεί ένα νέο κόμμα της πρωτοπορίας του προλεταριάτου: το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Η διαρκής πολεμική στα Τετράδια της Φυλακής των σκέψεων του Γκράμσι ενάντια σε κάθε μορφή οικονομισμού, δίνει τη χαριστική βολή στις λαθεμένες ερμηνείες ή τις συνειδητές θέσεις, οι οποίες αφορούν στη σχέση ανάμεσα στη θέση που έχει η εργατική τάξη στο προτσές παραγωγής αφενός, και στην πολιτική της δράση αφετέρου. Επίσης, και κατά την εξέταση των δομικών σχέσεων και των σχέσεων παραγωγής, πρέπει να κάνει κανείς τις αναγκαίες διαφοροποιήσεις. Παραγωγική δύναμη, τεχνική και εργασία είναι διαφορετικές έννοιες, και η διαφορά βρίσκεται στη μεγαλύτερη ή τη μικρότερη ύπαρξη στοιχείων, τα οποία προέρχονται από το εποικοδόμημα. Η τάξη σαν τέτοια βρίσκεται σε ένα υψηλότερο επίπεδο, και δεν μπορεί να υπάρξει μια ταξική πολιτική αν δεν επιδράσει το συνειδητό στοιχείο. Σαν παράδειγμα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η μελέτη του Γκράμσι για τον Φορντισμό, ο οποίος ξεκινά από τις αλλαγές της τεχνικής, όμως παριστάνει την προσπάθεια να αναλυθεί η κοινωνική δομή των ΗΠΑ σε μια στιγμή της εξέλιξής της.


5

Επίσης, η περιεκτική, περίπλοκη και κοπιαστική εξέταση του ρόλου των διανοουμένων, την οποία άρχισε ο Γκράμσι πριν τη σύλληψή του, όπως προκύπτει όχι μόνο από τις αναμνήσεις σε συζητήσεις μ΄ αυτόν, αλλά και απ΄ το σύγγραμμα για τα ίδια τα Questione meridionale [ΠΓ: ζητήματα του Νότου] τα οποία τέλειωσε στα χρόνια της φυλακής, έχει μια λενινιστική βάση, η οποία, όπως μου φαίνεται, μέχρι σήμερα δεν τονίστηκε αρκετά, κάτι που όμως πρέπει να γίνει.

Δεν υπαινίσσομαι, ότι αυτή η εξέταση αποτελεί ένα μέρος των γενικών αναλύσεων της δομής της κοινωνίας, αλλά πολύ περισσότερο, την ιστορική απόδειξη και την εμβάθυνση της θέσης της πολιτικής και κοινωνικής (ταξικής) στράτευσης των διανοουμένων, κάτι που αποτελεί ένα ουσιαστικό μέρος της διδασκαλίας του Λένιν. Και αυτή τη στράτευση μπορεί κανείς να την ερμηνεύσει με εκχυδαϊσμένο, οικονομίστικο τρόπο ή μάλιστα να την συρρικνώσει σ΄ ένα ζήτημα επαγγελματικής λειτουργίας και εισοδήματος. Αυτή η άποψη υπάρχει επίσης, αλλά είναι εκείνη, την οποία μπορεί κανείς να την αναγνωρίσει πολύ εύκολα, σχεδόν πάντα, και που απαιτεί μια ειδική μελέτη, την οποία μεν ο Γκράμσι δεν αποφεύγει, όταν αυτό είναι αναγκαίο, όμως δεν πρέπει να την συγχέει με τα άλλα τμήματα/μέρη των αναλύσεών του. Δεν είναι όμως αυτή η πλευρά του ζητήματος με την οποία συσχετίζεται η θέση του Λένιν, όπως προκύπτει απλά από τα γραπτά, τα οποία αυτός αφιέρωσε στην κριτική ανάλυση των διανοητικών και λογοτεχνικών ρευμάτων της εποχής του. Το πρόβλημα των διανοουμένων και του ρόλου τους τίθεται αντιθέτως σ΄ ένα επίπεδο, το οποίο είναι ανάλογο μ΄ εκείνο που αφορά στη διαμόρφωση των ιδεολογιών και των φαινομένων του εποικοδομήματος. Το σφάλμα του ιδεαλισμού και της χυδαίας κοινωνιολογίας βρίσκεται, στο ότι, παρατηρούν τις ιδεολογίες σαν απλά όργανα της πολιτικής κυριαρχίας, δηλαδή με άλλα λόγια, «για τους κυβερνούμενους απλές αυταπάτες, μια υφιστάμενη εξαπάτηση…, για τους κυβερνήτες μια ηθελημένη και συνειδητή πλάνη»[15]. Οι ιδεολογίες είναι, πολύ περισσότερο, μια πραγματικότητα, ένα ενσωματωμένο συστατικό στοιχείο της συνολικής κοινωνικής εξέλιξης, είναι η «αληθινή» φιλοσοφία, γιατί «θα γίνουν εκείνοι οι φιλοσοφικοί “εκχυδαϊσμοί”, οι οποίοι θα οδηγήσουν τις μάζες σε συγκεκριμένη δράση, στην αλλαγή της πραγματικότητας»[16]. Κάθε ιδεολογία είναι ταυτόχρονα εφήμερη και ιστορικά περιορισμένης ισχύος. Το εφήμερο είναι έκφραση ενός παρελθόντος, αλλά η ίδια η πάλη των εργαζομένων μαζών, αποφασίζει τι θα πρέπει να καταστραφεί από το παρελθόν. Απ΄ την μήτρα της ιδεολογίας προκύπτει διαρκώς μια τάση προς την επιστήμη, στην απόκτηση μιας απόλυτης αλήθειας, με τον ίδιο τρόπο, τού πως υπάρχει στον κόσμο των ιδεολογικών φαινομένων του εποικοδομήματος διαρκώς και παντού η τάση για αυτόνομη ανάπτυξη και δημιουργία. Αν δεν ήταν έτσι, η ανθρωπότητα δεν θα γεννούσε επιστήμονες, στοχαστές, καλλιτέχνες, αλλά μόνο μαριονέττες. Δεν θα υπήρχε επιστημονική πρόοδος, και δεν θα δημιουργούνταν έργα τέχνης καθολικής αξίας κτλ. Η υπεροχή του μαρξισμού βρίσκεται στο ότι, -επειδή είναι ικανός να διεξάγει αυτή την ανάλυση και να κάνει αυτές τις διακρίσεις- μπορεί να γίνει πραγματική επιστήμη της ιστορικής εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας σε όλες τις πλευρές της ζωής του. Η ανάλυση του Γκράμσι δεν συρρικνώνει επομένως τον ρόλο των διανοουμένων στο να είναι ένα όργανο ή μια παροχή υπηρεσιών, τούς μελετά στην πραγματικότητά τους, με το να κάνει τη στράτευση των διανοουμένων ένα πραγματικό γεγονός της Ιστορίας, το οποίο τείνει να αναδιοργανώσει την ανθρώπινη δραστηριότητα. Το πεδίο της κουλτούρας, στο οποίο δραστηριοποιούνται οι ομάδες των διανοουμένων, αποτελεί τη σκηνή μιας διαρκούς πάλης ανάμεσα στο παλιό και το νέο, ανάμεσα στον συντηρητισμό και την επανάσταση. Οι διανοούμενοι είναι τμήμα ενός ιστορικού μπλοκ, είναι ένας ενοποιητικός παράγοντας βάσης και εποικοδομήματος. Οι επαναστατικές κρίσεις τσακίζουν αυτό το ιστορικό μπλοκ. Και η κουλτούρα έχει επομένως τις ολοκληρωτικές κρίσεις της. Και η προέλαση μιας νέας διευθύνουσας τάξης πάνω στη βάση μιας νέας οργανικής βάσης απαιτεί μια βαθιά διανοητική και ηθική μεταρρύθμιση. Η μαρξιστική φιλοσοφία είναι συνθήκη και προϋπόθεση αυτής της μεταρρύθμισης. Δίνει στους διανοούμενους την συνείδηση της λειτουργίας τους, τους κάνει συνειδητούς παράγοντες της κοινωνικής εξέλιξης.


6

Σημείο αφετηρίας και στόχος της συνολικής σκέψης του Λένιν είναι η διδασκαλία για το κόμμα και, παράλληλα μ΄ αυτήν, η διδασκαλία για τη δικτατορία της εργατικής τάξης σαν η συνθήκη για τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας: Χωρίς την καθοδήγηση του κόμματος δεν φτάνει κανείς στην εξουσία και δεν οργανώνει τη νέα εξουσία. Η ίδια η αναγκαιότητα προκύπτει απ΄ τη γενική σκέψη και δράση του Γκράμσι. Η ίδρυση και στη συνέχεια η καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος είναι οι αποφασιστικές πράξεις της πολιτικής του δραστηριότητας και της ζωής του. Μ΄ αυτές είναι συνδεδεμένη η θυσία της ύπαρξής του. Όλες οι ιστορικές, πολιτικές και φιλοσοφικές του αναλύσεις καταλήγουν στη διδασκαλία για το κόμμα, έναν συλλογικό διανοούμενο, ο οποίος καθοδηγεί την πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας και κάνει χρήση της πολιτικής εξουσίας για να οργανώσει μια νέα κοινωνία. Η μεγάλη καινοτομία του βρίσκεται στο ότι έχει δώσει μια μορφή σ΄ αυτή τη διδασκαλία, την οποία εισάγει στην ιταλική πραγματικότητα, κάνοντάς την ένα στοιχείο εξέλιξης των πολιτικών θεωριών τής χώρας μας, συνδέοντάς την με τα σημαντικά σημεία της Ιστορίας μας και απ΄ την οποία προκύπτει μια εντυπωσιακά δραστική απόδειξη για την αλήθεια της. Δεν μπορεί επομένως να είναι διαφορετικά, απ΄ ο ότι ακριβώς αυτό το σημείο είναι, που πάνω του συγκεντρώνουν τα χτυπήματά τους όλες οι κριτικές, όλες οι επιθέσεις, όλες οι αρνήσεις των αντιπάλων, ξεπέφτοντας συχνά σε μια χυδαία αγκιτάτσια, η οποία δεν βασίζεται πλέον σε επιχειρήματα, αλλά στην καλύτερη περίπτωση, σε ανοιχτές διαστρεβλώσεις. Μ΄ αυτές όμως δεν θα καταπιαστούμε. Είναι μια πολλή παλιά ιστορία, να μπορεί ν΄ ανοίξει μάλιστα κανείς μια πόρτα στη μαρξιστική αντίληψη της Ιστορίας, να μπορεί να την δεχτεί σαν μια μέθοδο, σαν μια κοινωνιολογική ανάλυση της ταξικής πάλης ή κάτι παρόμοιο, να την απορρίπτει όμως, όταν αυτή εμφανίζεται ως μια ολοκληρωμένη πολιτική διδασκαλία ή όταν θέλει να την αναγνωρίσει, δηλαδή ως οδηγό για επαναστατική δράση. Τη διδασκαλία για το κόμμα και τη δικτατορία της εργατικής τάξης τα επεξεργάστηκε κατά τα άλλα ο μαρξισμός με τέτοιο τρόπο, που λογικά αντιστοιχούν περισσότερο στην πραγματικότητα.

Ο Λένιν επεξεργάστηκε τη διδασκαλία για το κόμμα, έχοντας ως αφετηρία κυρίως τις μεγάλες εμπειρίες της Γαλλικής Επανάστασης και της επαναστατικής Ιστορίας του 19ου αιώνα, ενόσω η διδασκαλία του για τη δικτατορία του προλεταριάτου βασίζεται στην ανάλυση του ταξικού περιεχομένου της συνολικής αστικής ιδεολογίας, η οποία αποδίδει μια απόλυτη αξία στις μορφές της πολιτικής οργάνωσης που δόθηκαν στο κράτος από την αστική τάξη. Η συνάφεια είναι ολοφάνερη. Η επαναστατική τάξη οργανώνεται σε ένα κόμμα, ώστε να μπορέσει να κάνει το κράτος ένα όργανο της δικής της επαναστατικής δράσης και επομένως, να επιβάλλει τη δική της κυριαρχία πάνω στην συνολική κοινωνική ζωή. Το κράτος όμως που δημιουργεί, είναι στην Ιστορία ένα ολοκληρωτικά νέο δημιούργημα, επειδή ως βάση του έχει μια οικονομική δομή, η οποία εξαλείφει την εκμετάλλευση και την αναρχία της παραγωγής. Γι΄ αυτό, η ίδια η έννοια «δημοκρατία» αποκτά ένα νέο περιεχόμενο, επειδή εδώ έχει γίνει υπέρβαση της βασικής αντίφασης των τάξεων, η οποία υπάρχει στην αστική δομή της κοινωνίας. Τόσο πριν τη σύλληψη όσο και στα Τετράδια της Φυλακής, η σκέψη του Γκράμσι βαδίζει αντίστοιχα μ΄ αυτή τη μεγάλη γραμμή. Γι΄ αυτό είναι ουσιαστικό για αυτόν, η διαφοροποίηση ανάμεσα στη φιλοσοφική έννοια «ελευθερία» και τις μορφές κυβέρνησης και στους συγκεκριμένους πολιτικούς θεσμούς του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας. Αυτό αποτελεί εξάλλου ένα από τα πιο αποτελεσματικά κεφάλαια της πολεμικής του. Η ελευθερία ως πρωτοβουλία και ως ενεργητική ανθρώπινη δημιουργικότητα, δεν είναι ένα αγαθό που θα αποτελούσε χαρακτηριστικό του αστικού καθεστώτος. Η Ιστορία είναι πάντα μια Ιστορία της ελευθερίας. Η αστική ανατροπή είναι μια επιβεβαίωση της ελευθερίας, αλλά μέσα της φέρει ήδη το αρνητικό στοιχείο, δηλαδή το σχηματισμό και επομένως τη συντήρηση των οικονομικών και πολιτικών θεσμών, στους οποίους πραγματοποιείται η αστική κυριαρχία. Το να συγχέει κανείς τον φιλελευθερισμό, τη δημοκρατική-κοινοβουλευτική τάξη πραγμάτων, το σύστημα της διάκρισης των εξουσιών κτλ με τη φιλοσοφική ελευθερία, σημαίνει, ότι συγχέει την ιδεολογία με τη φιλοσοφία. Η κροτσεανική θρησκεία περί ελευθερίας, μετατρέπεται έτσι σε ένα διφορούμενο, σε μια πρόληψη. Μάλιστα οι κληρικοί έχουν γίνει παρεμπιπτόντως σήμερα οπαδοί αυτής της θρησκείας.

Όλη αυτή η επιχειρηματολογία συνδέεται με τις παρατηρήσεις για τη φύση του ανθρώπου, ο οποίος βλέπεται ως ένα πλέγμα σχέσεων, οι οποίες εκτείνονται σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής και με την εσωτερική τους σύνδεση καθηλώνουν τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας. Η κατοχή του κόσμου της οικονομίας, που αποτελεί το περιεχόμενο της σοσιαλιστικής κοινωνίας, τσακίζει τα πιο σκληρά από αυτά τα όρια, δηλαδή εκείνα, που αρνούνται στην πλειοψηφία των ανθρώπων την πλήρη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, κι αυτό είναι το πρώτο βήμα στην κατεύθυνση του κόσμου της ελευθερίας. Αλλά αυτή η προέλαση προς αυτή την κατεύθυνση είναι ένα καθήκον, το οποίο τίθεται και λύνεται μόνο από ένα κίνημα, το οποίο ξεκινά από τη βάση, και εδώ εντάσσεται η διατύπωση και η ανάπτυξη μιας συλλογικής βούλησης. Το κήρυγμα περί της ίδιας της θρησκείας της ελευθερίας, το οποίο αλλάζουν οι θεσμοί της αστικής κυριαρχίας σε απόλυτες μορφές της ελευθερίας, είναι χαρακτηριστικό μιας εποχής, στην οποία σχηματίζεται στις κυρίαρχες τάξεις μια κριτική συνείδηση της ιστορικής τους λειτουργίας, που δεν υπήρχε παλιότερα[17]. Απ΄ την ίδια εποχή όμως προέρχεται εκείνη η συνείδηση, η οποία στην πάροδο του χρόνου γίνεται σταδιακά όλο και πιο ισχυρή και που ο Γκράμσι ονόμασε «τυποποίηση μεγάλων μαζών του λαού», εκείνη η συνείδηση, η οποία είναι επομένως ένα ξύπνημα, μια πρόοδος της λογικής, η οποία επιταχύνει το σχηματισμό ενός ιστορικού κινήματος και μιας συλλογικής βούλησης[18]. Το καθεστώς των κομμάτων μετατρέπεται σε μια αναγκαιότητα της Ιστορίας, και η αυτοδυναμία της εργατικής τάξης είναι αυτοδυναμία και προέλαση του πολιτικού κόμματος, το οποίο την εκφράζει. Ήδη για τον Χέγκελ, το κόμμα ήταν μια «ιδιωτική» σύνδεση συμφερόντων στο εσωτερικό του κράτους, και η αντίληψη αυτή αποσκοπεί στο κοινοβουλευτικό κράτος[19]. Ο μαρξισμός-λενινισμός δεν διευρύνει απλά αυτή ην αντίληψη, αλλά την ανανεώνει. Τόσο απ΄ την πείρα των αστικών επαναστάσεων όσο και απ΄ τον ίδιο τον κοινοβουλευτισμό, συνάγει την έννοια του κόμματος σαν ένα όργανο της εξουσίας και ένα όργανο για την κατάκτησή της. Για να πραγματοποιήσει και να διατηρήσει την κυριαρχία της η αστική τάξη, δεν κάνει χρήση μόνο αυτού του οργάνου, το οποίο γι΄ αυτήν αποτελεί ένα βοηθητικό μέσο. Η κυριαρχία της έχει ως αφετηρία τον κόσμο της παραγωγής. Και η εργατική τάξη, όταν ο καπιταλισμός έχει φτάσει σ΄ ένα σχετικό βαθμό της ανάπτυξής του, δεν κάνει χρήση μόνο του πολιτικού κόμματος για να αντιμετωπίσει την αστική κυριαρχία και να προετοιμάσει την πτώση της, ακόμη ούτε και για το λόγο επειδή επιδρά στο πλαίσιο των αστικών θεσμών. Το κόμμα όμως γίνεται για αυτήν το κύριο όργανο. Η συνείδηση της δικής της ιστορικής λειτουργίας, να είναι ο αναδιοργανωτής του κόσμου και ο δημιουργός της ελευθερίας, φτάνει δηλαδή στην εργατική τάξη στο υψηλότερο σημείο, επειδή με την κατοχή της μαρξιστικής διδασκαλίας, είναι ακριβώς σε θέση να γνωρίζει, ως ποιο σημείο είναι ανθεκτικό και αξιοσέβαστο, αυτό που δημιούργησαν οι παλιότερες ανατροπές, ή πολύ περισσότερο, αν αυτό είναι εφήμερο σαν ένα απλό όργανο μιας ταξικής κυριαρχίας. Υπάρχει για τον Γκράμσι κατά την ανάπτυξη αυτών των εννοιών κάποια διαφορά –και αν ναι, ποια- ανάμεσα στην έννοια της ηγεμονίας και αυτή της δικτατορίας; Μια διαφορά υπάρχει, όχι όμως ουσιαστική. Μπορεί να πει κανείς, ότι η πρώτη έννοια αφορά κυρίως στις σχέσεις, οι οποίες προκύπτουν στην αστική κοινωνία, και επομένως είναι πολύ πιο ευρεία. Αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσει κανείς, ότι για τον Γκράμσι, η διαφορά ανάμεσα στην αστική κοινωνία και την πολιτική κοινωνία είναι μόνο μεθοδολογική, όχι οργανική[20]. Κάθε κράτος είναι μια δικτατορία, και κάθε δικτατορία δεν προϋποθέτει μόνο την εξουσία μιας τάξης, αλλά και ένα σύστημα συμμαχιών και ενδιάμεσων κρίκων, μέσω των οποίων φτάνει στην κατοχή του συνολικού κοινωνικού μηχανισμού και του ίδιου του κόσμου της κουλτούρας, έτσι όπως και κάθε κράτος, για τους στόχους των τάξεων, οι οποίες κυριαρχούν, είναι ένας διαπαιδαγωγικός οργανισμός της κοινωνίας. Η πολιτική κοινωνία όμως μπορεί να πάρει τη μορφή μιας ακραίας δικτατορικής σκληρότητας, αν μέσω των αντιθέσεων ανάμεσα στη βάση και στο εποικοδόμημα σχηματίζεται ή ανοίγει ένα χάσμα μεταξύ της κοινωνίας των ιδιωτών και της πολιτικής κοινωνίας, δηλαδή μια από τις μεγάλες επαναστατικές κρίσεις της Ιστορίας. Τότε «έχει κάποιος μια ακραία μορφή της πολιτικής κοινωνίας: ή θα αγωνιστεί ενάντια στο καινούργιο διατηρώντας το κλονιζόμενο, σταθεροποιώντας το μέσω του εξαναγκασμού, ή σαν έκφραση του καινούργιου, τσακίζοντας την αντίσταση, που συναντά στην εξέλιξή της, κτλ»[21]. Αυτή η θεώρηση, η οποία φαίνεται να είναι φευγαλέα, είναι αντιθέτως μια από τις πιο σημαντικές. Αφενός, συνδέεται μ΄ αυτήν η εκτίμηση για το χαρακτήρα των αστικών κρατών σε σχέση με την εξέλιξή τους, της προόδου τους και της κατάρρευσής τους, αφετέρου ανοίγει το δρόμο για την ανάλυση των διάφορων μορφών, τις οποίες παίρνει η ίδια η δικτατορία της εργατικής τάξης στις διάφορες φάσεις της και που μπορεί να πάρει στις διάφορες χώρες.

Αυτό είναι ένα νέο κεφάλαιο του λενινισμού, το οποίο συζητά και με την πλήρη επεξεργασία του είναι σήμερα απασχολημένο το διεθνές εργατικό κίνημα. Η πολιτική κυριαρχία της εργατικής τάξης δεν προσπαθεί να δημιουργήσει πλέον μια κοινωνία χωρισμένη σε τάξεις, αλλά μια «ρυθμισμένη». Τι σημαίνει όμως ρυθμισμένη κοινωνία και πως μπορεί να επιτευχθεί; Ο Γκράμσι λέει ότι για αυτό θα χρειαστούν μερικές εκατοντάδες χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η κατάκτηση της εξουσίας και η δημιουργία του σοσιαλιστικού κράτους δεν οδηγούν στη λύση όλων των αντιφάσεων. Εκτός από τις αντιφάσεις, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με το μερικό χαρακτήρα των πρώτων νικών, προκύπτουν επίσης άλλες, και αυτές πρέπει να λυθούν. Μια από τις πολεμικές κραυγές ενάντια στη μαρξιστική κοσμοθεωρία και την αντίληψη της ιστορίας βρισκόταν στο ερώτημα, πως μπορεί να συμφωνεί η διαλεκτική μας άποψη για την πραγματικότητα με την πάλη μας για μια ρυθμισμένη κοινωνία; Ποια διαλεκτική εξέλιξη μπορεί επομένως να υπάρχει σε μια τέτοιου είδους κοινωνία; Ο Γκράμσι μάς διδάσκει να απαντήσουμε σ΄ αυτό, ότι ο μαρξισμός δεν είναι μια διδασκαλία αποτελούμενη από προφητείες, αλλά μια διδασκαλία της πραγματικότητας. Γνωρίζουμε τις αντιφάσεις του κόσμου μας, ενός κόσμου χωρισμένου σε τάξεις, και παλεύουμε γα την υπέρβαση αυτών των αντιφάσεων. Το να κάνουμε προφητείες για την εξέλιξη των μελλοντικών, αταξικών κοινωνιών, δεν είναι δική μας υπόθεση. Δική μας υπόθεση είναι, πολύ περισσότερο, να αναγνωρίζουμε τις αντιφάσεις, ακόμη κι εκείνες, οι οποίες εξακολουθούν να υπάρχουν στην πρώτη φάση των σοσιαλιστικών κοινωνιών, και να επιδρούμε, ώστε να τις λύνουμε με νέες μεθόδους. Δεν μπορούσε να είναι καθήκον του Γκράμσι, να εξετάσει αυτό το πεδίο.

Σημείωση: Το κείμενο αποτελεί μέρος μιας συλλογής (7 συνολικά), που εξετάζουν πλευρές από το έργο του Αντόνιο Γκράμσι και εκδόθηκαν στο βιβλίο: Hans Heinz Holz, Guiseppe Prestipino (Hg.): Antonio Gramsci heute: aktuelle Perspektiven seiner Philosophie, Köln 1992.

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Εδώ εννοούνται τα «Quaderni del cacere», τα ημερολόγια του Αντόνιο Γκράμσι που γράφτηκαν στη φυλακή. (Σημ. των εκδοτών) (Οι σημειώσεις των εκδοτών πάρθηκαν από τη γερμανική έκδοση του κειμένου της Ακαδημίας για τις Κοινωνικές Επιστήμες της ΚΕ του ΕΣΚΓ [Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας]).

[2] Ο Γκράμσι διέκρινε τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και τον οργανικό συγκεντρωτισμό, τους οποίους έβλεπε ως μια ενότητα. Την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού την συσχέτιζε με τη σχέση της πρωτοπορίας των μαζών. Τον οργανικό συγκεντρωτισμό τον συνέδεε με ένα συγκεκριμένο κίνημα, με μια συγκεκριμένη οργάνωση (Σημ. των εκδοτών).

[3] Antonio Gramsci: Passato e Presente, Turin, Einaudi 1951, σ. 71. (Σημ. του Τολιάτι)

[4] Ο Παλμίρο Τολιάτι θέλει εδώ να διερμηνεύσει, ότι ο Γκράμσι είχε ξεπεράσει εκείνο το σεχταρισμό, ο οποίος συνόδευσε την ιδρυτική ιστορία και τα πρώτα χρόνια του Κόμματος. (Σημ. των εκδοτών)

[5] Άγνωστη ήταν η ιδιαίτερα σημαντική εργασία «Τι είναι οι “οι φίλοι του λαού”», η οποία αναδημοσιεύτηκε επίσης στη Ρωσία το 1923. (Σημ. του Τολιάτι)

[6] Passato e Presente, σ. 71. (Σημ. του Τολιάτι)

[7] Note sul Machiavelli, sulla politica e sullo Stato moderno, Turin, Einaudi 1949, σ. 114. (Σημ. του Τολιάτι)

[8] Note sul Machiavelli, sulla politica e sullo Stato moderno, Turin, Einaudi 1949, σ. 32. (Σημ. του Τολιάτι)

[9] Note sul Machiavelli, sulla politica e sullo Stato moderno, σ. 114/115. (Σημ. του Τολιάτι)

[10] Antonio Gramsci: Il materialismo storico e la filosofia di Benedetto Croce, Turin, Einaudi 1948, σ. 32. (Σημ. του Τολιάτι)

[11] Antonio Gramsci: L’ Ordine Nuovo, 1919 – 1920, Turin 1954, σ. 7. (Σημ. του Τολιάτι)

[12] ό. π. (Σημ. του Τολιάτι)

[13] Note sul Machiavelli, sulla politica e sullo Stato moderno, σ. 7. (Σημ. του Τολιάτι)

[14] Τον Αύγουστο του 1917 η ιταλική κυβέρνηση έστειλε στρατιώτες της ταξιαρχίας Sassari, οι οποίοι προέρχονταν από τη Σαρδηνία, ενάντια στην εξέγερση των εργατών στο Τουρίνο. Ο Γκράμσι, που ήταν και ο ίδιος Σαρδηνός, έκανε μεγάλη διαφωτιστική δουλειά, ώστε να επιτύχει μια συμφιλίωση των σαρδηνών στρατιωτών με τους απεργούς βιομηχανικούς εργάτες του Τουρίνου. Η κυβέρνηση έπρεπε να αποτραβήξει την ταξιαρχία Sassari. (Σημ. των εκδοτών)

[15] Il materialismo storico e la filosofia di Benedetto Croce, σ. 236. (Σημ. του Τολιάτι)

[16] ό. π., σ. 217 (Σημ. του Τολιάτι)

[17] Il materialismo storico e la filosofia di Benedetto Croce, σ. 195. (Σημ. του Τολιάτι)

[18] Note sul Machiavelli, sulla politica e sullo Stato moderno, Turin, Einaudi 1949, σ.82/83. (Σημ. του Τολιάτι)

[19] ό. π. σ. 128. (Σημ. του Τολιάτι)

[20] Κατά τους Α. Γκράμσι και Π. Τολιάτι: «Societa civile» και «Societa politica». Η διάκριση μεταξύ αστικής και πολιτικής κοινωνίας στηρίζεται στον Χέγκελ. Ο Α. Γκράμσι με την έννοια «αστική κοινωνία» κατανοεί τόσο τη βάση όσο και τις ιδεολογικές συνιστώσες του εποικοδομήματος, τις οποίες ξεχωρίσει από την «πολιτική κοινωνία», δηλαδή, τα κρατικά, πολιτικά, νομικά και στρατιωτικά οργανωμένα όργανα εξουσίας, τα οποία τα διακρίνει από την θεσμική πλευρά του εποικοδομήματος. (Σημ. των εκδοτών)

[ΠΓ: Εδώ οι εκδότες αντί του όρου «κοινωνία των πολιτών» (Societa civile) χρησιμοποιούν τον όρο «αστική κοινωνία». Επισημαίνουμε ότι το βιβλίο εκδόθηκε το 1992. Μελέτες στη Γερμανία μετέπειτα, συνέβαλαν στην αλλαγή του όρου. Στο ζήτημα όμως αυτό θα επανέλθουμε].

[21] Note sul Machiavelli, sulla politica e sullo Stato moderno, Turin, Einaudi 1949, σ. 161. (Σημ. του Τολιάτι)
Palmiro Togliatti: Gramsci, Editori Riuniti, Rom 1967, σ. 135 – 155.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.