Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Ο τροτσκισμός χωρίς μύθους



του Robert Steigerwald

Στη δράση του Τρότσκι υπήρξαν, σε γενικές γραμμές, τρεις περίοδοι. Η πρώτη διαρκεί μέχρι το 1917, η δεύτερη μέχρι το 1924, η τελευταία μέχρι τη δολοφονία του. Όλες αυτές βασίζονται σε ένα σχέδιο, τη λεγόμενη διαρκή επανάσταση, για αυτό θα ξεκινήσουμε από δω.

Ο Τρότσκι ξεκινούσε απ΄ τις εμπειρίες του το 1905, όταν το σοβιέτ της Πετρούπολης αφέθηκε μόνο του, οι αγρότες συμπεριφέρονταν παθητικά. Δεν θεωρούσε ότι οι αγρότες είναι σε θέση να παίξουν έναν προοδευτικό ρόλο στην επανάσταση, ανέμενε μάλιστα, ότι στην πορεία της επανάστασης θα σταθούν απέναντι στην επανάσταση. Απ΄ την άλλη πλευρά, το σοβιέτ, ξεπερνούσε το επίπεδο μιας αστικής ανατροπής. Από αυτά τα δυό ο Τρότσκι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η «διαρκής» επανάσταση με την επίτευξη των αστικο-δημοκρατικών συνθηκών πρέπει να προχωρήσει άμεσα στη σοσιαλιστική [επανάσταση]. Ο καπιταλισμός αναπτυσσόταν σε ένα παγκόσμιο σύστημα. Οι εσωτερικές του συνθήκες τον οδηγούσαν στη σήψη και στην υποβάθμιση. Θα πρεπε να γίνει υπέρβασή του απ΄ τον σοσιαλισμό. Δεν επρόκειτο για το ζήτημα τού εάν μια συγκεκριμένη χώρα εμφάνιζε τις αναγκαίες αντικειμενικές συνθήκες, επειδή αυτό ισχύει για όλο το σύστημα –κατά τον Τρότσκι. Ωστόσο –υποστήριζε-, αν η επανάσταση ξεσπάσει σε μια χώρα πρέπει να κυριεύσει όλο το σύστημα, να εξελιχθεί προς την κατεύθυνση μιας παγκόσμιας επανάστασης. Μόνο τότε είναι εξασφαλισμένη η επανάσταση σε μια χώρα –πάντα κατά τον Τρότσκι.

Ο ίδιος ο Τρότσκι σχετικά μ΄ αυτό: Μεταξύ 22 Ιανουαρίου και της απεργίας του Οκτώβρη το 1905, είχαν «διαμορφωθεί οι απόψεις σχετικά με το χαρακτήρα της επαναστατικής εξέλιξης της Ρωσίας, οι οποίες απέκτησαν τον χαρακτηρισμό θεωρία της “διαρκούς επανάστασης”. Αυτός ο λόγιος χαρακτηρισμός έκφραζε την σκέψη, ότι η ρωσική επανάσταση βρίσκεται μπροστά στους άμεσα αστικούς στόχους, ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να παραμείνει σ΄ αυτούς. Η επανάσταση δεν μπορεί να λύσει διαφορετικά τα επόμενα, αστικά της καθήκοντα, απ΄ το να καταλάβει την εξουσία το προλεταριάτο. Αν όμως πάρει την εξουσία στα χέρια του, τότε δεν μπορεί να περιοριστεί στο αστικό πλαίσιο της επανάστασης. Το αντίθετο, για την εξασφάλιση της νίκης της πρέπει η προλεταριακή πρωτοπορία, ήδη απ΄ το πρώτο διάστημα της κυριαρχίας της, να επέμβει βαθιά όχι μόνο στη φεουδαρχική, αλλά και στην αστική ιδιοκτησία. Εδώ το προλεταριάτο δεν θα συγκρουστεί μόνο με όλες τις ομάδες της αστικής τάξης, τις οποίες είχε υποστηρίξει στην αρχή της επαναστατικής του πάλης, αλλά και με τις πλατιές μάζες της αγροτιάς, με τη βοήθεια της οποίας ήρθε στην εξουσία. Οι αντιφάσεις στη θέση της εργατικής κυβέρνησης σε μια καθυστερημένη χώρα με μια συντριπτική πλειοψηφία αγροτικού πληθυσμού, μπορούν να λυθούν μόνο σε διεθνές επίπεδο, στην αρένα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Αν το νικηφόρο προλεταριάτο δυνάμει της ιστορικής αναγκαιότητας ανατινάξει το στενό αστικο-δημοκρατικό πλαίσιο της ρωσικής επανάστασης, τότε θα είναι αναγκασμένο να διαρρήξει το εθνικο-κρατικό πλαίσιο, δηλαδή πρέπει να επιδιώξει συνειδητά να κάνει τη Ρωσική Επανάσταση προοίμιο της παγκόσμιας επανάστασης»[1].

Αυτό γράφτηκε το 1922, και από δω μπορεί να γίνει κατανοητό, ότι οι αγρότες ήταν δύσπιστοι απέναντι στον Τρότσκι, κάτι που έμελε να διαδραματίσει ακόμη [κάποιο] ρόλο στις κομματικές αντιπαραθέσεις.

Ας κοιτάξουμε τις τρεις αναφερθείσες περιόδους στη δράση του Τρότσκι

Στην πρώτη περίοδο κατανοεί τον εαυτό του ως ανένταχτο [σε ομάδα]. Αν και επέκρινε την στάση των μενσεβίκων απέναντι στην ως αντεπαναστατικά εκτιμηθείσα αστική τάξη, προσχώρησε προσωρινά σ΄ αυτούς. Παρόλο που επιτίθεται μερικές φορές έντονα ενάντια στον Λένιν, μερικές από τις αναλύσεις του πλησιάζουν περισσότερο τον Λένιν απ΄ ό,τι τους μενσεβίκους. Από αυτή τη θέση προσπαθεί να ενώσει τις δυό πλευρές, κάτι που ο Λένιν κριτικάρει ως έλλειψη αρχών.

Πως συμπεριφέρθηκε αυτό το διάστημα απέναντι στον Λένιν; Στο ζήτημα αυτό γράφει ο Ισαάκ Ντόϋτσερ στη βιογραφία που έγραψε για τον Τρότσκι[2].

Το 1904 επιτέθηκε στον Λένιν με ένα χαλάζι από σφαίρες βλαβερών ύβρεων, κάτι που αναγκαστικά οδηγούσε στο να αποκλειστεί μαζί του ένας συμβιβασμός. Στη μπροσούρα «Τα πολιτικά μας καθήκοντα» από το ίδιο έτος, υπήρχε το πιο οξυμένο κατηγορητήριο που γράφτηκε ποτέ από έναν σοσιαλιστή ενάντια στον Λένιν. «Από τα γραπτά, τα οποία προέρχονται από τη γόνιμη πένα του Τρότσκι στην πάροδο τεσσάρων δεκαετιών, αυτό είναι ίσως το πιο εκπληκτικό ντοκουμέντο, αν μη τι άλλο επειδή περιέχει μια τέτοια παράξενη συλλογή από μεγάλες σκέψεις και θυελλώδη πολεμικά χτυπήματα, συνδυάζοντας τόσο λεπτές ιστορικές γνώσεις με τέτοιου είδους πομπώδεις φράσεις. Σχεδόν κανένας από τους μενσεβίκους συγγραφείς δεν επιτέθηκε στον Λένιν με τέτοια προσωπική μανία. “Φρικτός”, “εκφυλισμένος”, “λασπωμένος δικηγόρος”, “κακοήθης και ηθικά αποκρουστικός”, αυτά ήταν τα διακοσμητικά επίθετα με τα οποία ο Τρότσκι φόρτωσε τον άνδρα που πριν λίγο καιρό τού έδωσε το χέρι φιλίας, τον έφερε στη δυτική Ευρώπη, τον προώθησε και τον πήρε υπό την προστασία του από τις χοντράδες του Πλεχάνωφ»[3]. Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη, ότι τώρα ακόμη και ο Λένιν δεν κρατήθηκε απέναντι στον Τρότσκι αποκαλώντας τον Ιούδα.

Πως κριτικάρει αυτή την περίοδο ο Τρότσκι τον Λένιν;

Τον κατηγορεί για υπερσυγκεντρωτισμό και ζητά την ανάπτυξη της εσωκομματικής δημοκρατίας. Του καταλογίζει ότι με τη θέση του που ανέπτυξε στο έργο του «Τι να κάνουμε;», δηλαδή ότι ο μαρξισμός πρέπει να εισαχθεί στην εργατική τάξη από έξω, υποτιμά τη σοσιαλιστική συνείδηση η οποία αναπτύσσεται από την πείρα (της συνδικαλιστικής πάλης). Πιστεύει ότι ο Λένιν στη θέση της εργατικής τάξης θέτει το Κόμμα. Ο ίδιος δεν αρνείται την αναγκαιότητα του Κόμματος, βλέπει όμως ότι καθήκον του είναι να μεσολαβεί ανάμεσα στη σοσιαλιστική συνείδηση, η οποία προκύπτει από τις εμπειρίες της οικονομικής πάλης και την ιδεολογική δουλειά του Κόμματος.

Σχετικά με αυτές τις κριτικές:

Η θεωρία του Λένιν για το Κόμμα κατά τη διάρκεια της πιο βαθιάς παρανομίας, στην πραγματικότητα δεν στοχεύει να ακολουθήσει την ψευδαίσθηση ότι υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να αναπτύξει κανείς πλατιά τη δημοκρατία. Αλλά όταν το 1905 το Κόμμα βγήκε από την παρανομία, άλλαξε η αντίληψή του αμέσως. Αυτό μπορεί κανείς να το μελετήσει στο δοκίμιό του το 1905 για την ανασυγκρότηση του Κόμματος. Σε ό,τι αφορά στον υποτιθέμενο υπερσυγκεντρωτισμό, η κατηγορία αυτή βασίζεται σε μια παρανόηση της διαφοράς μεταξύ σκληρής παρανομίας και νομιμότητας. Σ΄ αυτό το δοκίμιο ο Λένιν πηγαίνει τόσο μακριά, που δέχεται ακόμη και τις γενικές δημοσκοπήσεις των μελών.

Σε ό,τι αφορά την εισαγωγή της συνείδησης από τα έξω στην τάξη, στο «Τι να κάνουμε;» υπάρχουν δυό θέσεις. Η πρώτη ξεκινά απ΄ το ότι –και αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί- ο μαρξισμός έξω απ΄ την εργατική τάξη, δημιουργήθηκε από διανοούμενους και μέχρι αυτού του σημείου έπρεπε να εισαχθεί στην τάξη από έξω. Αυτό αναφέρθηκε ήδη στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Το δεύτερο ζήτημα με το οποίο δεν ασχολείται ο Τρότσκι, λέει ότι το Κόμμα –δηλαδή η ένωση της τάξης και του μαρξισμού- στους κοινωνικο-οικονομικούς αγώνες, πρέπει με μόνο-τον-συνδικαλιστικό του χαρακτήρα να εισάγει την πολιτική συνείδηση. Και ότι αυτό πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα του Κόμματος, μπορεί να φανεί πολύ καλά στη δική μας κατάσταση: Το εργατικό μας κίνημα χειραγωγείται από την αστική τάξη, επειδή το κόμμα που είναι περισσότερο δεμένο με την τάξη, η Σοσιαλδημοκρατία, εδώ και δεκαετίες δρα ως ιδεολογικός μηχανισμός εισαγωγής της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής μέσα στον εργαζόμενο λαό. (Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως υλικοί, συμπεριλαμβανομένου και αυτών που σχετίζονται με τα λάθη των κομμουνιστών, αλλά αυτοί είναι δευτερεύοντες).

Στη δεύτερή του περίοδο ο Τρότσκι, το καλοκαίρι του 1917, συνδέθηκε με τους μπολσεβίκους. «Στην αυτοβιογραφία του ο Τρότσκι παρουσιάζει την εξέλιξή του προς το μπολσεβικισμό με τέτοιο τρόπο, σαν να ήταν η κατάσταση τέτοια που πλησίαζε όλο και περισσότερο στον Λένιν, και ότι δεν ανταποκρινόταν στην επιρροή που ασκούσαν πάνω του μερικοί από τους συνεργάτες του. Η αλήθεια είναι, όπως προκύπτει από τις σελίδες της Nasche Slowo [ΠΓ: εφημερίδα των μενσεβίκων], ότι πιέστηκε και ωθήθηκε από τους φιλομπολσεβίκους της συντακτικής του επιτροπής προς αυτή την κατεύθυνση, από άνδρες, οι οποίοι ήταν μεν πολύ μικρότερου διαμετρήματος, που όμως κατανόησαν γρήγορα το στόχο του νέου προσανατολισμού, προτρέποντάς τον να εγκαταλείψει τους παλιούς δεσμούς του και να βγάλει διδάγματα από τη νέα κατάσταση»[4].

Από τη μεριά των τροτσκιστών προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι ο Λένιν, μέχρι τη δημοσίευση των Θέσεων του Απρίλη, το 1917, είχε δει σε αντίθεση με τον Τρότσκι, ότι ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και τη σοσιαλιστική επανάσταση υπάρχει ένα χρονικό διάλλειμα, ξεκινώντας [απ΄ τη θέση] μιας μη διαρκούς μετάβασης απ΄ την πρώτη στη δεύτερη φάση της επανάστασης, κάτι που προέβλεπε η θεωρία του Τρότσκι περί διαρκούς επανάστασης. Με τις Θέσεις του Απρίλη –όπως ισχυρίζονται- αυτό άλλαξε.

Αυτό καθιστά αναγκαίο να γίνει αναφορά στην αντίληψη περί επανάστασης από τον Λένιν στο έργο του «Δυό τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στην αστικοδημοκρατική επανάσταση». Στο φόντο της διαμάχης για την αντίληψη περί επανάστασης, επιδρά αρχικά η κοινή σε όλους τους μαρξιστές αντίληψη, ότι στην Ιστορία υπάρχουν αντικειμενικοί νόμοι, ότι αυτοί οδηγούν στην αντικατάσταση της κοινωνικής τάξης πραγμάτων, ότι τώρα ήρθε η περίοδος όπου ο καπιταλισμός μπορεί να μεταβεί στο σοσιαλισμό και ότι το ζήτημα είναι να διερευνηθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτό θα ήταν δυνατό [να γίνει] στη Ρωσία.

Οι διαφορές του Λένιν και του Τρότσκι στο αγροτικό ζήτημα

Ο Λένιν και ο Τρότσκι έπαιρναν ως αφετηρία τις τρεις τάξεις, την αστική, την εργατική και την αγροτιά. Η διαφορά ανάμεσα στους δυό δεν αφορούσε στην εκτίμηση για την αστική τάξη και το προλεταριάτο, αλλά την αγροτιά, την οποία ο Τρότσκι θεωρούσε ως ανίκανη προς δράση, δεν την υπολόγιζε στο επαναστατικό προτσές ή την θεωρούσε ακόμη και ως αντεπαναστατικό παράγοντα. Επειδή –κατά τον Τρότσκι- η επανάσταση δεν επιτρέπεται να σταματήσει στο αστικοδημοκρατικό της περιεχόμενο, αλλά πρέπει άμεσα να μεταβεί σε ριζοσπαστικές ανατροπές, γι΄ αυτό ήδη κατά την πραγματοποίηση του προγράμματος μίνιμουμ (μεταρρύθμιση στη γη) θα υπάρξει αστική αντίσταση. Πρέπει [επομένως η επανάσταση] να συνεχίσει με την απαλλοτρίωση της γης, με μέτρα ενάντια στο κεφάλαιο, που θα οδηγήσουν στη σοσιαλιστική επανάσταση. Εδώ, θα εμφανιστούν τουλάχιστον κάποια τμήματα της αγροτιάς ως αντιδραστικά.

Ο Λένιν συμπεριέλαβε τους αγρότες –με διαφορετικό τρόπο- στη θεωρία του για την επανάσταση.

Οι διαφορές επομένως μεταξύ Λένιν και Τρότσκι στο ζήτημα της διαρκούς επανάστασης είναι άλλες:

Ο Λένιν, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο –και όχι το χρόνο-, δεν διαχώριζε τις δυό στρατηγικές φάσεις της επανάστασης, δεν αποδεχόταν απλά ένα διαρκές προτσές, αλλά θεωρούσε αναγκαία μια αναδιάταξη των δυνάμεων που συμμετέχουν σ΄ αυτή την πάλη. Στην πρώτη φάση, την αστικοδημοκρατική, η εργατική τάξη και το σύνολο της αγροτιάς έπρεπε να παλέψουν ως σύμμαχοι, [ενώ] μετά την επίτευξη των αστικοδημοκρατικών στόχων, έπρεπε να λάβει χώρα μια αναδιάταξη, όπου τώρα δεν θα ήταν πλέον σύμμαχοι το σύνολο της αγροτιάς, αλλά μόνο οι φτωχοί αγρότες. Ο Λένιν προσανατολίστηκε επομένως ανάλογα με το στρατηγικό περιεχόμενο και σε διαφορετικές κατευθύνσεις και σε διαφορετική πολιτική συμμαχιών. Κατά τη διάρκεια των δυό φάσεων το προλεταριάτο έπρεπε να κατακτήσει την ηγεμονία, επειδή η αστική τάξη δεν ενδιαφερόταν για μια πλήρη νίκη της επανάστασης. Το ότι ο Λένιν αποδεχόταν ένα χρονικό διάλειμμα ανάμεσα στις δυό φάσεις της επανάστασης, αυτό διαψεύδεται απ΄ την ακόλουθη δήλωση: «… επειδή από τη δημοκρατική επανάσταση, θα ξεκινήσουμε αμέσως, και μάλιστα με βάση τη δύναμή μας, τη δύναμη του ταξικά συνειδητού και οργανωμένου προλεταριάτου, τη μετάβαση στη σοσιαλιστική επανάσταση. Είμαστε υπέρ της διαρκούς επανάστασης. Δεν θα μείνουμε στα μισά του δρόμου. Το ότι δεν υποσχόμαστε αμέσως και χωρίς αναβολή» (όπως ο Τρότσκι) «όλες τις δυνατές “κοινωνικοποιήσεις”, αυτό είναι επειδή γνωρίζουμε τις πραγματικές συνθήκες αυτού του καθήκοντος και δεν συγκαλύπτουμε τη νέα ταξική πάλη που ωριμάζει στους κόλπους της αγροτιάς, αλλά την αποκαλύπτουμε»[5].

Ο Τρότσκι –όπως ήδη έχει αναφερθεί- ήταν της άποψης, ότι η επανάσταση, εξαιτίας της καθυστέρησης της Ρωσίας, έπρεπε να βγει έξω απ΄ τα σύνορα της Ρωσίας. Εδώ μέσα βρισκόταν [κρυμμένος] ο προσανατολισμός, να εξαχθεί η επανάσταση, ένας προσανατολισμός, που ενδεχομένως θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια.

Ο Τρότσκι στη δεύτερη περίοδο της εξέλιξής του, ανήκε μαζί με τον Μπουχάριν στον θεωρητικά καθορισμένο πυρήνα των μπολσεβίκων γύρω από τον Λένιν. Η σοβιετική χώρα υπέστη μεγάλες ζημιές (εξαιτίας της επέμβασης και του εμφυλίου πολέμου, την εργατική τάξη αποδεκατισμένη από τις απώλειες του πολέμου, την φυγή από τις πόλεις λόγω της πείνας, την αναγκαία πρόσληψη των προλετάριων στον κρατικό μηχανισμό). Το Κόμμα τώρα έπρεπε να δράσει πραγματικά ως αντιπρόσωπος της τάξης, να αναλάβει απόλυτα την καθοδήγηση και τον κρατικό μηχανισμό. Ο καταμερισμός εργασίας ανάμεσα στο Κόμμα και στο κράτος δεν ήταν δυνατός. Έτσι το έβλεπε και ο Τρότσκι.

Αυτή η σχέση μεταξύ Κόμματος και κράτους δεν διορθώθηκε ποτέ, κάτι που στη συνέχεια φαίνεται να επέδρασε σε μεγάλο βαθμό βαριά στη θεωρία και την πράξη για το Κόμμα και το κράτος!

Ας πάρουμε το παράδειγμα των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό στο Μπρεστ-Λιτόφσκ. Ο Τρότσκι απέρριψε τους όρους που έθεταν οι Γερμανοί. Ταυτόχρονα τασσόταν ενάντια στη συνέχιση του πολέμου. Η θέση του ήταν: Ούτε ειρήνη ούτε πόλεμος. Ο Λένιν το εκτίμησε αυτό ως επικίνδυνο. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός θα συνέχιζε τον πόλεμο. Αυτό θα οδηγούσε αναγκαστικά σε ακόμη πιο σκληρούς όρους. Στη σοβιετική εξουσία δεν θα έμενε τίποτα άλλο απ΄ το να τους δεχτεί, αν δεν ήθελε να καταρρεύσει κάτω απ΄ την ορμή του πολέμου. Ο Τρότσκι ωστόσο ήλπιζε, ότι υπό αυτές τις συνθήκες αν εξεγειρόταν το γερμανικό προλεταριάτο θα εξαπλωνόταν η επανάσταση έξω από τα σύνορα της σοβιετικής χώρας. Η εκτίμηση του Λένιν αποδείχτηκε σωστή.

Το καλοκαίρι του 1918 άρχισαν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις, υποστηριζόμενες από την επέμβαση δεκατεσσάρων ιμπεριαλιστικών χωρών, την ένοπλη πάλη τους ενάντια στη σοβιετική εξουσία. Νικήθηκαν σε μια μακροχρόνια αιματηρή πάλη. Η νίκη της σοβιετικής εξουσίας προέκυψε επίσης απ΄ το γεγονός ότι οι αγροτικές μάζες, παρά τις αντίξοες συνθήκες της παράδοσης των προϊόντων τους στο κράτος, υπεράσπισαν την εξουσία ή τουλάχιστον συμπεριφέρθηκαν ουδέτερα, επειδή σ΄ αυτήν όφειλαν τη γη τους, και μόνο αυτή την υπεράσπιζε ενάντια στην αντεπανάσταση. Μετά τη νίκη αυτή, οι αγρότες αναπτύχθηκαν προβληματικά. Το να υπομένουν τα βάρη του πολεμικού κομμουνισμού, σ΄ αυτό δεν ήταν πλέον πρόθυμες. Η δυσαρέσκειά τους εκδηλώθηκε στην ανταρσία στην Κρονστάνδη, επειδή στα πλοία του Στόλου της Βαλτικής δεν βρίσκονταν πλέον οι ναύτες του Οκτώβρη του 1917 –αυτοί βρίσκονταν στα μέτωπα του εμφυλίου πολέμου-, αλλά νέοι αγρότες που φρόντιζαν ώστε τα πλοία να προμηθεύονται τουλάχιστον με τα αναγκαία. Αυτή η δυσαρέσκεια των αγροτών κατέστησε αναγκαία την αλλαγή του οικονομικού προσανατολισμού: Ξεκίνησε η περίοδος της ΝΕΠ, της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, μια σχετική επιστροφή στις εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις μεταξύ πόλεων και επαρχίας, ώστε να ησυχάσουν οι αγρότες, επειδή η συμμαχία με αυτούς αποτελούσε την κοινωνική βάση της σοβιετικής εξουσίας. Αυτό οδήγησε αναγκαστικά στο σχηματισμό των κουλάκων στο χωριό από τους μεσαίους αγρότες, καθώς και στο σχηματισμό ενός στρώματος εμπόρων στη σφαίρα των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων.

Σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα η ανάπτυξη της βιομηχανίας παρέμεινε πίσω. Εκτός αυτού, αυτή ήταν συγκεντρωμένη στη βαριά βιομηχανία. Για το λόγο αυτό η γεωργική οικονομία δεν μπορούσε να εξοπλιστεί με την απαραίτητη βιομηχανική βάση, κάτι που επέδρασε ανασταλτικά στην προμήθεια των πόλεων και αποτέλεσε την αιτία για συγκρούσεις μεταξύ πόλεων και επαρχίας. Ο Τρότσκι ήθελε να λύσει αυτά τα προβλήματα με ενίσχυση της εκβιομηχάνισης και το σχεδιασμό και τη στήριξη στη διεθνή βοήθεια.

Ο Στάλιν, ο Μπουχάριν και άλλοι, ήθελαν να υποχωρήσουν ακόμη πιο πολύ απέναντι στους αγρότες, να υπομένουν τον πλουτισμό τους (κύριο άρθρο του Μπουχάριν στην Πράβντα τον Δεκέμβριο του 1925: «Πλουτίστε!»). Ο Τρότσκι επικρίθηκε από αυτούς και από άλλους, ότι τάσσεται ενάντια στους αγρότες, που ούτως ή άλλως δυσπιστούν απέναντί του, έτσι που [όλα] αυτά συνεισφέρουν στην απομόνωσή του. Αυτό διευκολύνεται επίσης εξαιτίας του παρελθόντος του Τρότσκι και την ανεπαρκή του διασύνδεση στο Κόμμα.

Στην τρίτη περίοδο, και πάλι στον απόηχο της αντίληψης περί διαρκούς επανάστασης, που πίσω από αυτήν επιδρούν οι υποθέσεις σχετικά με την αδυναμία να οικοδομηθεί σε μια μόνο χώρα ο σοσιαλισμός, προκύπτουν οξείες πολιτικές και θεωρητικές αντιπαραθέσεις για την ανάπτυξη της σοβιετικής χώρας, μεταξύ του Τρότσκι αφενός και των Στάλιν και Μπουχάριν αφετέρου. Ο Τρότσκι ήθελε να γίνει υπέρβαση των αγροτών, ιδιαίτερα των κουλάκων και των νέων καπιταλιστών που προέκυψαν από την ΝΕΠ, με πολιτική και οικονομική πίεση, με ταξική πάλη και τα προβλήματα της οικονομίας να λυθούν με την ενίσχυση της εκβιομηχάνισης και του σχεδιασμού της οικονομίας. Στην ουσία αυτό σήμαινε απομάκρυνση από την ΝΕΠ. Ο Στάλιν και ο Μπουχάριν έβλεπαν σ΄ αυτό ότι απειλείται η κοινωνική βάση της σοβιετικής εξουσίας. Η ΝΕΠ έπρεπε να αναπτυχθεί παραπέρα και να συνεχιστεί το πλησίασμα με τους αγρότες. Το γεγονός ότι ο Στάλιν εγκατέλειψε ο ίδιος από το 1928 περίπου αυτή τη θέση και στράφηκε σε μεθόδους βίαιης κολεκτιβοποίησης των αγροτικών μαζών –ο λόγος που ο Μπουχάριν τον αντιπολιτεύτηκε-, ανήκει στις δραματικές στροφές της ιστορίας του Κόμματος και της χώρας, των οποίων οι συνέπειες πήγαιναν πολύ πιο πέρα.

Ο Τρότσκι σαν αριστερός κριτικός του Κόμματος

Στην περίοδο αυτή η θέση του Τρότσκι ήταν εκείνη ενός κριτικού του Κόμματος και της πορείας του. Υποστήριξε την πλατιά ανάπτυξη της εσωκομματικής δημοκρατίας, ήδη και για το λόγο ότι χωρίς αυτήν δεν μπορούσε να αναπτύξει την κριτική του μέσα στο Κόμμα.

Αυτή η σχεδιαζόμενη σχετικοποίηση της επιδίωξης για ανάπτυξη της σοσιαλιστικής ή εσωκομματικής δημοκρατίας, ήταν για τον Τρότσκι αναγκαία, επειδή για παράδειγμα, ήθελε να στείλει στρατιωτικά οργανωμένα στις βιομηχανικές επιχειρήσεις τούς στρατιώτες που επέστρεφαν στο σπίτι τους από τον εμφύλιο πόλεμο. Αυτό απέτυχε εξαιτίας της αντίστασης του Λένιν, ο οποίος προσανατολιζόταν στην οικοδόμηση κανονικών σχέσεων στη βιομηχανία και στην ανάπτυξη των συνδικάτων, τα οποία έπρεπε να φροντίζουν για τα κοινωνικά και εργοστασιακά συμφέροντα των εργατών.

Ο Τρότσκι υποστήριζε τελικά και τη θέση, ότι τόσο η Σοσιαλδημοκρατία όσο και η Κομιντέρν καθοδηγούνται από πράκτορες της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα, γι΄ αυτό θα πρεπε –κατά την άποψή του- η πάλη να στραφεί ενάντια και στις δυό αυτές ηγεσίες.

Σ΄ αυτή τη βάση ανάπτυξε την πολιτική και θεωρητική πάλη του στο Κόμμα. Η σοβιετική χώρα είχε αφεθεί μόνη με την επανάστασή της. Ανέκυψε το ερώτημα: Είναι δυνατός ο εθνικός δρόμος για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, ή αυτός πρέπει να ενταχθεί στο διεθνές πλαίσιο;

Εδώ εντασσόταν, ανεξάρτητα απ΄ το αν αυτό εκφραζόταν ανοιχτά ή όχι, η προβληματική περί εξαγωγής της επανάστασης (αυτή δεν ήταν απλά ένα θεωρητικό σχέδιο, στον Τρότσκι υπήρχαν και άμεσες προετοιμασίες για δράσεις αυτού του είδους), στην οποία με τη σειρά της, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, περιλαμβανόταν ο κίνδυνος καταστροφής της σοβιετικής χώρας και επομένως του κέντρου της αναμενόμενης παγκόσμιας επανάστασης.

Η θεωρία όμως της διαρκούς επανάστασης αποτελεί επίσης τη βάση για τις μετέπειτα αναλύσεις της σοβιετικής ανάπτυξης: Κατά την αντίληψη του Τρότσκι, ο εκφυλισμός, η γραφειοκρατικοποίηση κτλ που ξεκίνησαν, δεν οφείλονται μεν αποκλειστικά, πρωταρχικά όμως οφείλονται στο ότι η ανάπτυξη έλαβε χώρα σ΄ αυτήν την αφημένη μόνη της, καθυστερημένη χώρα.

Η Σοβιετική Ένωση, με τις δικές της αποκλειστικά δυνάμεις, αντέφασκε σ΄ αυτό που ήλπιζαν ο Λένιν και ο Τρότσκι. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα των ηττών της επανάστασης στη Γερμανία και σε άλλες χώρες, κάτι που σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στην αντεπαναστατική δράση της Σοσιαλδημοκρατίας. Ωστόσο, δεν υπήρξε νίκη της αντεπανάστασης στη Ρωσία, την οποία φοβόταν ο Τρότσκι. Μολαταύτα, αργότερα ξεκίνησαν γεγονότα, τα οποία εν μέρει επιβεβαίωσαν τους φόβους του Τρότσκι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξέλιξη αυτή ήταν αναπόφευκτη.

Σχετικά με τη θεωρία του Τρότσκι περί φασισμού

Ο Τρότσκι ξεκινά κατ΄ αρχή από τις αντιλήψεις του για τον χαρακτήρα σήψης του ιμπεριαλισμού, και επειδή τον είχε ήδη διαγνώσει κατά την περίοδο πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, η θεωρία του περί φασισμού επιστρέφει στις οικονομικές και ιστορικές ρίζες του φασισμού, τις οποίες έβλεπε ήδη ότι επιδρούσαν σ΄ αυτή την χρονική περίοδο. Εκτός αυτού, ήταν επίσης επιφυλακτικός σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα να γίνει υπέρβαση του φασισμού από μια επανάσταση. Απέρριψε το αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο, οσφράνθηκε ότι υπάρχει σ΄ αυτό ο κίνδυνος να κάνουν οι κομμουνιστές ανεπίτρεπτους συμβιβασμούς με την αστική τάξη. Αντ΄ αυτού, ζήτησε το σχηματισμό του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου. Σ΄ αυτό, με τη σειρά του, εμπεριέχονταν ο κίνδυνος του σεχταριστικού στενέματος για τις πιθανές δυνάμεις που ήταν έτοιμες να παλέψουν.

Η εκτίμηση του Τρότσκι για την σοβιετική κοινωνία

Ο Τρότσκι θεωρούσε την κοινωνική τάξη πραγμάτων της Σοβιετικής Ένωσης ως ένα μεταβατικό καθεστώς, ως ένα εργατικό κράτος με κρατική ιδιοκτησία, το οποίο όμως είναι εκτεθειμένο στον κίνδυνο της αντεπαναστατικής εξέλιξης μέσω της γραφειοκρατικοποίησης του Κόμματος και του κρατικού μηχανισμού. Γι΄ αυτό απαιτούσε μια πολιτική επανάσταση.

«Όλα δείχνουν ότι στην πορεία της εξέλιξης θα φτάσουν τα πράγματα αναπόφευκτα στη σύγκρουση των πολιτιστικά ανοδικών δυνάμεων του λαού με την γραφειοκρατική ολιγαρχία. Μια ειρηνική διέξοδος από την κρίση δεν υπάρχει. Κανένας διάβολος δεν έκοψε ποτέ οικειοθελώς τα νύχια του. Η σοβιετική γραφειοκρατία δεν θα εγκαταλείψει τη θέση της χωρίς μάχη. Η εξέλιξη οδηγεί σαφώς στο δρόμο της επανάστασης»[6].

Αυτά γράφτηκαν το 1936, κατά την εποχή της φασιστικής δικτατορίας στη Γερμανία –αυτό πρέπει να το λάβει κανείς υπόψη του ως ένα από τα στοιχεία, όταν πρόκειται για τις δίκες στη Μόσχα που λάμβαναν χώρα ταυτόχρονα. Το να γίνεται λόγος για μια επανάσταση υπό αυτές τις συνθήκες, μπορούσε ασφαλώς να παρουσιαστεί ως έκκληση για αντεπανάσταση!

Για την εξέλιξη στην οποία έκανε κριτική, ο Τρότσκι θεώρησε τώρα υπεύθυνο κυρίως τον Στάλιν. Και αυτός υπόκεινταν [έτσι] στη μέθοδο να προσωποποιεί τα κοινωνικά προτσές, στη θέση μιας θετικής έβαζε μια αρνητική προσωπολατρία περί Στάλιν. Εξάλλου αυτά περιείχαν μια αντίφαση, διότι απ΄ την άλλη πλευρά ανήγαγε τις αποτυχίες από την καθυστερημένη κατάσταση της χώρας και το ότι είχε μείνει μόνη της.

Ο τροτσκισμός σήμερα

Ο σημερινός τροτσκισμός προσανατολίζεται διεθνιστικά. Για αυτόν είναι σημαντικό να δημιουργηθεί ένα παγκόσμιο προλεταριακό κόμμα, κανένα κόμμα δεν πρέπει να ασκεί την ηγεμονία, αλλά και δεν επιτρέπεται επίσης να υπάρχει εθνική αυτονομία και πλουραλισμός. Η δυνατότητα –κατά τους τροτσκιστές - για ένα τέτοιου είδους παγκόσμιο κόμμα, προκύπτει απ΄ το ότι ο καπιταλισμός παγκοσμίως ενοποιεί την τάξη. Ο προσανατολισμός όμως αυτός είναι επίσης αναγκαίος επειδή ο σοσιαλισμός πάνω σε εθνική βάση κινδυνεύει διαρκώς από την γραφειοκρατικοποίηση ή την αντεπανάσταση και οι κίνδυνοι αυτοί μπορούν να αποφευχθούν μόνο με τη νίκη σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πως είναι δυνατό απ΄ τη μια μεριά να μην υπάρχει ηγεμονία, εθνική αυτονομία και πλουραλισμός, και απ΄ την άλλη να επιτρέπονται οι παρατάξεις/πολιτικές ομάδες; Η εργατική δημοκρατία είναι –για τους τροτσκιστές- αναγκαία, που σημαίνει: καθαρά διατυπωμένα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα, κοινή δράση μεταξύ των διαφορετικών δυνάμεων του εργατικού κινήματος. Οργανωτική αρχή είναι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός με δυνατότητα διαφορετικών μορφών οργάνωσης και πολιτικών ομάδων επειδή η τάξη δεν είναι ομοιογενής. Υπάρχει επιμονή στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης καθώς και ο ότι οι ηγεσίες της Σοσιαλδημοκρατίας και τα κόμματα της Κομιντέρν (ή οι διάδοχοί της) είναι πρακτορεία της αστικής τάξης ή της γραφειοκρατίας του Κρεμλίνου (ή των διαδόχων του) μέσα στην εργατική τάξη. Η γραφειοκρατικοποίηση του Κόμματος μπορεί να αποφευχθεί –κατά τους τροτσκιστές πάντα- μόνο με την πλατιά δημοκρατική συμπερίληψη της τάξης. Προσανατολισμός γίνεται προς το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο, αναπτύσσονται σχέδια μερικών και μεταβατικών αιτημάτων ως εναλλακτική απέναντι στο ρεφορμισμό, απέναντι στην πολιτική του Λαϊκού Μετώπου. Για αυτά εκφράζεται σε όλο τον τροτσκισμό μια τάση, που την συναντά κανείς διαρκώς, για αριστερίστικη εχθρότητα απέναντι στην πολιτική συμμαχιών. Η ενότητα της τάξης –κατά τους τροτσκιστές- υπηρετεί το πλησίασμα των μη-κομμουνιστιτών εργατών στο ζήτημα της εξουσίας. Παρά τις διαμάχες ο τροτσκισμός τάσσεται υπέρ της συνεργασίας με τις άλλες εργατικές οργανώσεις συμπεριλαμβανομένου των ηγετών τους για καθημερινά, μερικά και μεταβατικά αιτήματα. Αυτό –κατά τον τροτσκισμό- επιδρά ενωτικά και παιδαγωγικά. Οικονομικο-πολιτικά ζητούνται: Εργατικός έλεγχος στην παραγωγή, απαλλοτρίωση των τραπεζών και των βασικών βιομηχανιών χωρίς αποζημίωση, κινητές κλίμακες για μισθούς και χρόνους εργασίας. Οι εργατικές κυβερνήσεις, δηλαδή τέτοιες όπως των παραδοσιακών εργατικών κομμάτων χωρίς σύμμαχα αστικά κόμματα, βλέπονται ως πρώτα σκαλοπάτια για την προλεταριακή κατάκτηση της εξουσίας, όπου τα σοβιέτ πρέπει να αποτελούν τους θεσμικούς φορείς. Στον τροτσκισμό υπήρχαν πάντα βιαστικές προσδοκίες για επανάσταση και, ως εκ τούτου λαθεμένες εκτιμήσεις, για παράδειγμα αναφορικά με τις εξελίξεις στη Γαλλία και την Ισπανία το 1936, στη Γιουγκοσλαβία, την Κίνα, την Αλγερία, την Κίνα, σε σχέση με το αντάρτικο, [καθώς και] αναφορικά με το φοιτητικό κίνημα.

Οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι ελεύθερες από αντιφάσεις. Πως γίνεται απ΄ τη μια μεριά να είναι κανείς υπέρ των παρατάξεων [στο Κόμμα], απ΄ την άλλη όμως να απορρίπτει τον πλουραλισμό; Πόσο λογικό είναι να ζητείται συνεργασία και με τους ηγέτες των παραδοσιακών κομμάτων, όταν αυτοί είναι πράκτορες της αστικής τάξης ή της ολιγαρχίας του Κρεμλίνου; Στη συζήτηση σχετικά με την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, δεν απορρίφθηκε αυτό από ανησυχία ότι μπορεί να οδηγήσει τους κομμουνιστές σε ανεπίτρεπτους συμβιβασμούς με την αστική τάξη; Είναι λιγότερο δικαιολογημένες τέτοιου είδους ανησυχίες, όταν πρέπει να γίνει συνεργασία με τους «πράκτορες»;

Δεν θέλω, όπως έκανε κάποτε ο Πόντιος Πιλάτος, να νίψω τας χείρας μου. Ποια είναι επομένως η προσωπική μου θέση σ΄ αυτά τα ζητήματα;

Πολλά από τα προβλήματα που συζητήθηκαν εδώ εκτοπίστηκαν αρχικά τουλάχιστον στο παρασκήνιο εξαιτίας της ιστορικής ήττας το 1989/90 ή ακόμη έγιναν και ασήμαντα. Σε πολλούς από τους συγκεκριμένους προσανατολισμούς δεν πρέπει να υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στις κάποτε τόσο έντονα αντιμαχόμενες πλευρές. Παρόλα αυτά:

Είμαι μέλος του DKP [Γερμανικό ΚΚ], το οποίο προσανατολίζεται στην ενιαία θεωρία των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν. Ο Τρότσκι πρόσφερε πολλά στο πεδίο της ιστοριογραφίας, έγραψε καλά λογοτεχνικά-θεωρητικά και λογοτεχνικά-ιστορικά έργα. Στο πεδίο της φιλοσοφίας και της οικονομίας, σε αντίθεση με τον Λένιν, δεν είχε καμιά συνεισφορά στην παραπέρα ανάπτυξη του μαρξισμού. Η θεωρία του περί διαρκούς επανάστασης κατά τη γνώμη μου είναι ανεπαρκώς διαλεκτική και ανεπαρκώς θεμελιωμένη απ΄ την ταξική ανάλυση. Μέχρι αυτού του σημείου ο Τρότσκι, διαφορετικά απ΄ ότι ο Λένιν, επέδρασε μέσα στο φάσμα του μαρξισμού, ωστόσο δεν είχε ουσιαστική συμβολή στην παραπέρα ανάπτυξή του. Με τον Λένιν είναι διαφορετικά, γι΄ αυτό θεωρώ σωστό να μιλάμε για μια ενιαία θεωρία των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν και αυτή να λαμβάνεται ως σταθερό σημείο προσανατολισμού.

Σημείωση: Το παρών κείμενο παρουσιάστηκε ως Διάλεξη στις 24 Ιανουαρίου 2001 στη Φρανκφούρτη (Γερμανία)

Πηγή: Marxistische Blätter, Heft 6-01 [Μαρξιστικά Φύλλα, τεύχ. 6-01]

Ο Robert Steigerwald (*1925) είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του θεωρητικού περιοδικού «Marxistische Blätter» του Γερμανικού ΚΚ. 

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Lenin Werke [Έργα του Λένιν] (γερμανική έκδοση)

[1] Leo Trotzki, Die russische Revolution 1905, Berlin 1923, σ. 6.

[2] Kohlhammer Verlag 1972, τομ. 1, σ. 94.

[3] ό. π., σ. 99.

[4] ό. π., σ. 226.

[5] Lenin Werke τομ. 9, σ. 232.

[6] Trotzki, Die verratene Revolution, Frankfurt a. M. 1968, σ. 279.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.