Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Κόμμα της Αριστεράς: Συστηματική αναθεώρηση θέσεων



Η ηγεσία του κόμματος «Die Linke» [«Η Αριστερά», (Γερμανία)] η οποία θεωρείται ως αντιπολεμική, προσπαθεί να συνδεθεί με την επίσημη γερμανική εξωτερική και στρατιωτική πολιτική. Ήδη πρόσφατα, ηγετικά στελέχη της Οργάνωσης δήλωσαν ότι μια μελλοντική συμμαχία με το SPD [Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας], που αυτό το διάστημα συμμετέχει στην κυβέρνηση, «δεν θα αποτύχει εξαιτίας της εξωτερικής πολιτικής». Προηγήθηκε μια συνάντηση της ηγεσίας του Κόμματος με τον πρόεδρο του SPD Sigmar Gabriel [Ζίγκμαρ Γκάμπριελ], η οποία κρατήθηκε αρχικά μυστική. 

Τακτικά συμμετέχει επίσης ο υπεύθυνος του Κόμματος της Αριστεράς στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Ομοσπονδιακής Βουλής, Stefan Liebich [Στέφαν Λίμπιχ], στις λεγόμενες κόκκινο-κόκκινο-πράσινες συζητήσεις, οι οποίες στοχεύουν στην προσέγγιση του SPD και των Bündnis 90/Die Grünen [Συμμαχία 90/Οι Πράσινοι]. Με την ευκαιρία αυτή ο Λίμπιχ δήλωσε μεταξύ των άλλων, ότι «δεν αποκλείω επεμβάσεις της Μπούντεσβερ [γερμανικός στρατός] στο εξωτερικό». Τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους η κοινοβουλευτική ομάδα της «Αριστεράς» δεν ψήφισε για πρώτη φορά ομόφωνα ενάντια σε μια επιχείρηση στο εξωτερικό των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. Το ίδιο διάστημα, ένα χωρίο στο Πρόγραμμα του Κόμματος για τις ευρωεκλογές, στο οποίο η ΕΕ χαρακτηρίζεται ως «στρατιωτική δύναμη», διαγράφτηκε. Αντιθέτως, οι αντίπαλοι του πολέμου πρέπει να υπολογίζουν ότι η ηγεσία της Οργάνωσης θα αποστασιοποιηθεί δημόσια από αυτούς.

«Πιο ενεργητική εξωτερική πολιτική»

Πριν λίγες μέρες, σε μια συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε στο γερμανικό Τύπο, ο αναπληρωτής πρόεδρος του Κόμματος της Αριστεράς στην Ομοσπονδιακή Βουλή, Dietmar Bartsch [Ντίτμαρ Μπαρτς], τάχθηκε υπέρ μιας «πιο ενεργητικής γερμανικής εξωτερικής πολιτικής». Και ο Μπαρτς δήλωσε ότι θέλει να αναλάβει «μεγαλύτερη ευθύνη» στο παγκόσμιο επίπεδο –συμφωνώντας έτσι άμεσα με τις προγραμματικές δηλώσεις του γερμανού προέδρου Joachim Gauck [Γιόαχιμ Γκάουκ], της Ομοσπονδιακής Υπουργού Άμυνας Ursula von der Leyen [Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (CDU / Χριστιανοδημοκρατική Ένωση) και του επικεφαλής του Υπουργείου Εξωτερικών Frank-Walter Steinmeier [Φρανκ-Βάλτερ Στάινμαγιερ] (SPD). Αυτοί, κατά την πιο σημαντική γερμανική στρατιωτικο-πολιτική Συνεδρίαση, την Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, χρησιμοποίησαν παρόμοιες διατυπώσεις για να τεκμηριώσουν μια γρήγορη πολεμική στράτευση της Γερμανίας. Ναι μεν ο Μπαρτς δηλώνει επίσης ότι είναι «ενάντια [στο να σταλούν] περισσότεροι γερμανοί στρατιώτες στον κόσμο», ταυτόχρονα όμως τονίζει ότι «καμιά κυβέρνηση» της Ο. Δ. Γερμανίας δεν μπορεί να «διακόψει» τις «συμφωνηθείσες αποστολές στο πλαίσιο των εντολών του ΟΗΕ»: «Θα αποφασίσουμε όταν στην Ομοσπονδιακή Βουλή τεθεί ζήτημα παράτασης τέτοιου είδους επεμβάσεων. Πρόκειται πάντα για την [κάθε] ξεχωριστή περίπτωση». Μ΄ αυτά τα λόγια συνοδευόμενος, ζητά δημόσια το ηγετικό στέλεχος του Κόμματος της Αριστεράς τη συμμαχία με την σοσιαλδημοκρατία: «Μια συμμαχία του SPD και του Κόμματος της Αριστεράς το 2017 δεν θα αποτύχει εξαιτίας της εξωτερικής πολιτικής»[1].

«Κατανόηση στην πολιτική άμυνας»

Παρόμοια εκφράστηκε στις αρχές του περασμένου μήνα και ο πρόεδρος του Κόμματος της Αριστεράς στην Ομοσπονδιακή Βουλή Gregor Gysi [Γκρέγκορ Γκίζι]. Σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη, ο πολιτικός ισχυρίστηκε ψευδώς, ότι το SPD έχει «κατανοήσει» ότι οι μέχρι σήμερα πόλεμοι ενάντια στην Γιουγκοσλαβία και το Αφγανιστάν, που νομιμοποιήθηκαν και υποστηρίχτηκαν από αυτό, «δεν έλυσαν τα προβλήματα της ανθρωπότητας, αλλά τα όξυναν». Και ο Γκίζι έδειξε ότι είναι πεπεισμένος για τη δυνατότητα κυβερνητικού σχηματισμού με την γερμανική σοσιαλδημοκρατία. «Θα καταφέρναμε να συνεννοηθούμε στην εξωτερική πολιτική, όπως επίσης και στην πολιτική άμυνας»[2].

Τα νήματα των συνομιλιών συνδέθηκαν

Πριν ειπωθούν αυτά τα λόγια από τον Γκίζι, είχε προηγηθεί μια συνάντηση των [δυό] προέδρων του Κόμματος της Αριστεράς Katja Kipping [Κάτια Κίπινγκ] και Bernd Riexinger [Μπερντ Ρίξινγκερ] με τον πρόεδρο του SPD Ζίγκμαρ Γκάμπριελ στις 2 Ιουνίου, η οποία αρχικά κρατήθηκε μυστική. Όπως δήλωσαν τα [δυό] Κόμματα σχεδόν ένα μήνα αργότερα, σκοπός ήταν να τελειώσει η «σιγή ασυρμάτου» και να συνδεθούν μακροπρόθεσμα μ΄ ένα «νήμα συνομιλιών»[3] –τονίζοντας την ίδια στιγμή ότι για το περιεχόμενο των συνομιλιών θα τηρήσουν σιωπή. Παρόλα αυτά ο αναπληρωτής του Γκάμπριελ, Ralf Stegner [Ραλφ Στέγκνερ], άφησε να εννοηθεί ότι οι Σοσιαλδημοκράτες ενοχλούνται κυρίως από την αντίθεσή τους στον πόλεμο του Κόμματος της Αριστεράς: «Στην εξωτερική πολιτική πολλά πράγματα [που υποστηρίζει] το Κόμμα της Αριστεράς είναι εξωπραγματικά»[4].

Ιμπεριαλιστικός φιλελευθερισμός

Στις σελίδες της καθημερινής εφημερίδας «taz» που εκδίδεται στο Βερολίνο, λαμβάνουν χώρα στο μεταξύ δημόσιες συζητήσεις μεταξύ των εκπροσώπων του Κόμματος της Αριστεράς, του SPD και των Πρασίνων. Ο υπεύθυνος της «Αριστεράς» στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Ομοσπονδιακής Βουλής, Στέφαν Λίμπιχ, έκανε παραπέρα δηλώσεις παραδοχής, ήδη στα τέλη του περασμένου μήνα, στα ζητήματα που αφορούν την γερμανική εξωτερική και στρατιωτική πολιτική. Όπως δήλωσε ο πολιτικός, το Κόμμα της Αριστεράς «δεν αποκλείει επεμβάσεις της Μπούντεσβερ στο εξωτερικό» αν πρόκειται για παράδειγμα για την προστασία σε μια «γραμμή κατάπαυσης του πυρός», την «προστασία από καταστροφές» ή την αποτροπή μιας «γενοκτονίας»[5]. Ο Λίμπιχ έχει συγγράψει με άλλους ένα έγγραφο το οποίο δημοσιεύτηκε από το φιλικό προς την κυβέρνηση Ίδρυμα Επιστήμη και Πολιτική (SWP) και το German Marshall Fund of the United States (GMF), στο οποίο περιγράφονται «Στοιχεία μιας στρατηγικής για την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας». Προκειμένου να επιβληθούν τα πολιτικά και οικονομικά της συμφέροντα παγκοσμίως, η Ο. Δ. Γερμανίας πρέπει «να κάνει χρήση όλου του φάσματος των μέσων της εξωτερικής πολιτικής, από την διπλωματία, την αναπτυξιακή και πολιτιστική πολιτική μέχρι και την χρήση στρατιωτικής βίας», αναφέρεται εδώ[6]. Παρόμοιες δηλώσεις υπάρχουν και στο βιβλίο «Αριστερή εξωτερική πολιτική» που εκδόθηκε από τον Λίμπιχ. Στο βιβλίο αυτό μια συγγραφέας υποστηρίζει ρητά την στρατηγική του «ιμπεριαλιστικού φιλελευθερισμού». Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει, ότι «οι φιλελεύθεροι πολιτικοί στόχοι επιδιώκονται επίσης με τη χρήση στρατιωτικών μέσων βίας ή με την ανάπτυξη ηγεμονικών δομών»[7].

Η κριτική προς την ΕΕ διαγράφτηκε

Η με αυτό τον τρόπο συστηματικά προωθούμενη αναθεώρηση των αντιμιλιταριστικών θέσεων του Κόμματος της Αριστεράς είχε ήδη πρακτικές συνέπειες. Όταν τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους αποφάσισε η Ομοσπονδιακή Βουλή, εάν η Μπούντεσβερ θα συμμετέχει στην καταστροφή του συριακού χημικού οπλοστασίου στη Μεσόγειο Θάλασσα με την αποστολή μιας φρεγάτας, η κοινοβουλευτική ομάδα του Κόμματος της Αριστεράς για πρώτη φορά δεν ψήφισε ομόφωνα ενάντια στη γερμανική στρατιωτική επιχείρηση: 19 βουλευτές απείχαν, πέντε ψήφισαν υπέρ. Σχεδόν ταυτόχρονα η ηγεσία του Κόμματος επέβαλε την απομάκρυνση ενός κεντρικού χωρίου από το Πρόγραμμα των ευρωεκλογών της «Αριστεράς»: Ο χαρακτηρισμός της ΕΕ ως «νεοφιλελεύθερης, στρατιωτικής και σε μεγάλο βαθμό αντιδημοκρατικής δύναμης», διαγράφτηκε[8].

Το τίμημα για μια συμμετοχή στην κυβέρνηση

Στο μεταξύ οι αντιμιλιταριστές μέσα στο Κόμμα της Αριστεράς πρέπει να λάβουν υπόψη τους το γεγονός, ότι η ηγεσία του Κόμματος στην περίπτωση που δεν γίνεται αρεστή η συμπεριφορά τους, θα κρατά αποστάσεις. Τελευταία, παθών, ήταν ο βουλευτής του ομοσπονδιακού κρατιδίου του Βρανδεμβούργου, Norbert Müller [Νόρμπερτ Μύλλερ], ο οποίος χαρακτήρισε τον πρόεδρο της Γερμανίας Γκάουκ ως έναν «αηδιαστικό πολεμοχαρή»[9]. Το μέλος της Ομοσπονδιακής Βουλής Sevim Dagdelen [Σέβιμ Ντάγκντελεν] δέχτηκε επίσης πρόσφατα μια μομφή από την ηγεσία του Κόμματος. Όταν η πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας των Πρασίνων Katrin Göring-Eckardt [Κάτριν Γκέρινγκ-Έκαρτ], την παραπομπή που αφορούσε στη συμμετοχή των νεοφασιστικών οργανώσεων στην ουκρανική κυβέρνηση την απαξίωσε [με τη φράση] ως τον «φθηνότερο λαϊκισμό», η Ντάγκντελεν της ανταπάντησε με ένα απόσπασμα του ποιητή Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Όποιος δεν ξέρει την αλήθεια, είναι απλώς ένας ανόητος. Όποιος όμως την ξέρει και την ονομάζει ψέμα, αυτός είναι ένας εγκληματίας!»[10]. Η ηγεσία του Κόμματος της Αριστεράς βρίσκεται προφανώς τώρα στο δρόμο να θυσιάσει τον αντιμιλιταρισμό στην πολιτική σύνδεσης μιας επίσημης γερμανικής εξωτερικής και στρατιωτικής εξωτερικής πολιτικής –σαν τίμημα για μια μελλοντική συμμετοχή στην κυβέρνηση.

Πηγή: «german-foreign-policy.com», 04/07/2014

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] «Dieses Pferd ist tot». www.tagesspiegel.de 27.06.2014

[2] «Wir brauchen Deeskalation». www.deutschlandfunk.de 08.06.2014.

[3] Unter sechs Augen. Junge Welt 25.06.2014.

[4] Rot-rotes Treffen: Gabriels linke Nummer. www.spiegel.de 24.06.2014.

[5] Παρατίθεται σύμφωνα με: Rot-rot-grüne Kriegspolitik. www.scharf-links.de 26.06.2014.

[6] Βλ.: Die Neuvermessung der deutschen Weltpolitik. (german-foreign-policy.com, 25.10.2013)

[7] Gabriele Kickut: Linke zwischen Antiamerikanismus und Bündnisfrage. Στο: Stefan Liebich/Gerry Woop (επιμ.): Linke Außenpolitik. Reformperspektiven. Potsdam 2013. Βλέπε επίσης: Peer Heinelt: Linke Krieger. Στο: Konkret 1/2014.

[8] Η πλήρης πρόταση έχει ως εξής: «Το αργότερο από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ η ΕΕ μετατράπηκε σε μια νεοφιλελεύθερη, μιλιταριστική και σε μεγάλο βαθμό αντιδημοκρατική δύναμη, η οποία μετά το 2008 προκάλεσε μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις των τελευταίων ετών». Το απόσπασμα αυτό υπάρχει στην κατευθυντήρια πρόταση του Προεδρείου του Κόμματος «Η Αριστερά» στις εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο, δεν περιέχεται όμως πλέον στο επίσημο Πρόγραμμα για το ευρωκοινοβούλιο του Κόμματος της Αριστεράς.

[9] Oppermann prangert «unglaubliche Entgleisungen» an. www.sueddeutsche.de 25.06.2014.

[10] Mit Brecht gegen Faschisten-Versteher. Junge Welt 05.06.2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.