Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Σοσιαλισμός: εμπειρίες και σύγχρονη αντίληψη



Στο κείμενο που ακολουθεί ο συγγραφέας διαπραγματεύεται εν συντομία μια σειρά ζητήματα του σοσιαλισμού, μεταφέροντας εμπειρίες από τον υπαρκτό σοσιαλισμό χωρίς να τον εκθειάζει, αλλά ούτε και να μηδενίζει τα όσα αυτός πέτυχε. Παράλληλα, οι σκέψεις και τα γενικά συμπεράσματά του, που λαμβάνουν υπόψη τον πρώην υπαρκτό σοσιαλισμό καθώς και τον σύγχρονο καπιταλισμό και αφορούν στη μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία, αποτελούν κατά τη γνώμη μας μια σημαντική συμβολή στη συζήτηση ανάμεσα στους μαρξιστές/κομμουνιστές για το καίριο αυτό ζήτημα.

του Ekkehard Lieberam

Πρώτο: Μια σύντομη, παραστατική θετική αξιολόγηση των εμπειριών του υπαρκτού σοσιαλισμού για το μέλλον του σοσιαλισμού, συγκρινόμενη με τη δήλωση του Μαρξ μετά την Παρισινή Κομμούνα (από τη σημερινή οπτική γωνία σίγουρα μια υπερβολική ερμηνεία αυτών των εμπειριών), ότι αυτή είναι «η τελευταία πολιτική μορφή που ανακαλύφθηκε, υπό την οποία» μπορεί «να λάβει χώρα η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας» ή «η πολιτική μορφή της κοινωνικής χειραφέτησης της εργασίας από τον σφετερισμό (της σκλαβιάς) των μονοπωλιστών των μέσων εργασίας»[1], δεν είναι δυνατή. Όμως τουλάχιστον αυτές οι εμπειρίες εκφράζουν, ότι μια σοσιαλιστική κοινωνία είναι βιώσιμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, μεταξύ των άλλων, ότι στο πεδίο της κοινωνικής, της εκπαιδευτικής και της οικονομικής πολιτικής μπόρεσαν οι εργαζόμενοι να επιτύχουν αξιοσημείωτα πράγματα προς το συμφέρον τους και ότι είχαν ως αποτέλεσμα έναν ιδιαίτερα ευνοϊκό διεθνή συσχετισμό δυνάμεων για την πάλη της εργατικής τάξης στις καπιταλιστικές χώρες, για τις κοινωνικές βελτιώσεις και την πάλη των καταπιεσμένων λαών για την εθνική απελευθέρωση.

Το να θέλει κανείς να πραγματοποιήσει τον σοσιαλισμό μέσα στον καπιταλισμό, αυτό αντιθέτως λένε οι ανάλογες προσπάθειες των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, δεν είναι δυνατό. Οι περαιτέρω προσπάθειες αυτού του είδους παρόλα αυτά, συνοδεύονται στον αριστερό διάλογο πάντα με την απόρριψη του ορισμού του σοσιαλισμού ως μια κοινοτική-οικονομική κοινωνική τάξη πραγμάτων και με έναν υποβιβασμό της έννοιας του σοσιαλισμού σε έναν απλό τύπο-δημοσίων-σχέσεων.

Σαν γενικές υποθέσεις εργασίας, που αφορούν σε σημαντικές γνώσεις και εμπειρίες για το μέλλον αναφορικά με τον σοσιαλισμό, προσφέρονται:

- Ο σοσιαλισμός δεν είναι μια βραχυπρόθεσμη μεταβατική κοινωνία προς τον κομμουνισμό, αλλά προφανώς μια μεγάλης διάρκειας σχετικά αυτόνομη κοινωνική τάξη πραγμάτων με τις δικές της οικονομικές νομοτέλειες, τις κοινωνικές και πολιτικές αντιφάσεις, με μια δική της ταξική δομή και τις ειδικές πολιτικές απαιτήσεις και προκλήσεις. Ο σοσιαλισμός ή η σοσιαλιστική διαμόρφωση της κοινωνίας προϋποθέτει την πολιτική κατάκτηση της εξουσίας από τις εργαζόμενες τάξεις.

- Μαζί με το ζήτημα της ιδιοκτησίας ή της ιδιοποίησης και το ζήτημα της εξουσίας, η λύση του ζητήματος της δημοκρατίας είναι εξαιρετικής σημασίας: σαν ζήτημα δημοκρατικής κατοχής πάνω στην ιδιοκτησία καθώς και της άμεσης άσκησης εξουσίας των εργαζόμενων τάξεων, του δημοκρατικού ελέγχου των κρατικών και κοινωνικών θεσμών και γενικά σαν ένα ζωτικό ζήτημα της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

- Ο υπαρκτός σοσιαλισμός συνοδευόταν από τις εξωτερικές συνθήκες και τις από δω προκύπτουσες εσωπολιτικές συνέπειες (όπως η προστασία του περιβάλλοντος και η άμυνα του αναπτυσσόμενου σοσιαλισμού), οι οποίες τον δυσκόλευαν στο να μπορέσει να επιδράσει με τρόπο που να παρουσιάσει τα πλεονεκτήματα και τις κινητήριες δυνάμεις του. Κάθε περαιτέρω προσπάθεια απόδρασης ενός μόνο μέρους της ανθρωπότητας απ΄ το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, θα βρεθεί αντιμέτωπη με παρόμοια προβλήματα. Θα συνοδεύεται με τον πειρασμό να επαναλάβει τα στρατηγικά λάθη του υπαρκτού σοσιαλισμού, να αντικαταστήσει την πολιτική κυριαρχία των παραγωγών από την κυριαρχία μιας διοικητικής/διαχειριστικής «πρωτοπορίας».

Δεύτερο: Ένας νέος σοσιαλισμός δεν θα προκύψει ως βελτιωμένος υπαρκτός σοσιαλισμός. Αυτή η ευκαιρία στις χώρες του αναπτυσσόμενου σοσιαλισμού χάθηκε στις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Σε ποιο βαθμό εξακολουθεί να υπάρχει μια τέτοια ευκαιρία στις υπόλοιπες χώρες του πρώην σοσιαλιστικού συστήματος, κυρίως στην Κίνα και στην Κούβα, αλλά και στη Βόρειο Κορέα και το Βιετνάμ, ενδεχομένως, θα μπορούσε μάλιστα να αποκτήσει παγκόσμια ιστορική σημασία, αυτό είναι ένα ζήτημα που απαιτεί διεξοδικές αναλύσεις και συζητήσεις. Ένας νέος σοσιαλισμός θα προκύψει από τους μελλοντικούς ταξικούς αγώνες, από τις εννοιολογικές συζητήσεις που θα διεξαχθούν σ΄ αυτή τη συνάφεια καθώς γενικά και από τις μελλοντικές πολιτικές προκλήσεις στην πάλη για μια ουμανιστική διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων. Όπως οι μέχρι τώρα σοσιαλιστικές προσπάθειες, έτσι και αυτός θα είναι ένα μονοπάτι αναζήτησης. Το νόημα μιας συζήτησης σε ό,τι αφορά τις μέχρι τώρα εμπειρίες για τον σοσιαλισμό είναι, να επιτευχθεί μια θεωρητική πρόοδος αναφορικά με τα μεθοδολογικά προβλήματα της διαμόρφωσης του κράτους και της δημοκρατίας, ώστε να προχωρήσουμε καλύτερα σ΄ αυτό το μονοπάτι της αναζήτησης και να αποφύγουμε όσο το δυνατό τα αδιέξοδα και τις αποτυχίες.

Στους τωρινούς αγώνες για έναν μελλοντικό σοσιαλισμό στη Λατινική Αμερική, φαίνεται ήδη, ότι αποδίδεται μεγάλη σημασία στις εμπειρίες των σοσιαλιστικών χωρών. Κυρίως, ζητούνται συμβουλές από επαγγελματίες οικονομολόγους, π.χ. και από προέδρους αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών, από θεωρητικούς της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού καθώς και από θεωρητικούς σε ζητήματα κράτους και δημοκρατίας. Από δω προκύπτει μια υψηλή ευθύνη των επιστημόνων, των επαγγελματιών και των πολιτικών των πρώην σοσιαλιστικών χωρών να θέσουν στη συζήτηση τις απόψεις τους, που αφορούν στις θετικές και τις αρνητικές εμπειρίες για τις μορφές και μεθόδους της οικονομικής διεύθυνσης, της οικονομικής δημοκρατίας, της άσκησης εξουσίας και του πολιτικού συστήματος.

Τρίτο: Μια ανάλυση της αποτυχίας του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν πρέπει να εξαντλείται στο να κατονομάζονται απλά οι «εσωτερικές και εξωτερικές αιτίες», οι «υποκειμενικοί και οι αντικειμενικοί παράγοντες» ή οι «κύριες και οι δευτερεύουσες αιτίες» και όλα αυτά στη συνέχεια να παρουσιάζονται ως σύνθετη ανάλυση. Μια ανάλυση η οποία θα προσανατολίζεται στην επεξεργασία των (θετικών, αρνητικών αλλά και αυτών που αξίζει να αναλογιστεί κανείς και βεβαίως τραγικών) εμπειριών, πρέπει να ξεκινά από την συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, η οποία αναπτύσσεται κάτω από δύσκολες εξωτερικές και εσωτερικές συνθήκες, από τις εξωτερικές και τις εσωτερικές της, τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές αντιφάσεις της, από τις δικές της κινητήριες δυνάμεις και τα εμπόδια. Με βάση αυτή την ανάλυση πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα, γιατί δεν έγινε δυνατό, απλώς προσωρινά ή εν μέρει, να δοθούν σ΄ αυτές τις αντιφάσεις οι κατάλληλες πολιτικές μορφές κίνησης, τρόπου ζωής και ανάπτυξης, ποια ελλείμματα αλλά και ποιες πετυχημένες πολιτικές μορφές υπήρχαν εδώ.

Απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα μπορούν να βρεθούν μόνο αν ακολουθήσει κανείς το μαρξικό αφετηριακό σημείο, να κατανοήσει το κράτος και τη δημοκρατία ως μορφές τρόπου ζωής και εξέλιξης στη συγκεκριμένη αντιφατικότητά τους. Ως εκ τούτου, η εύρεση μιας «πέρα για πέρα ευλύγιστης πολιτικής μορφής»[2] ήταν για τις κοινωνίες του υπαρκτού σοσιαλισμού αντικειμενικά τόσο δύσκολη, επειδή βασικές κοινωνικές αντιφάσεις απειλούσαν να μπλοκάρουν η μια την άλλη μ΄ έναν μάλιστα δραματικό τρόπο: Απέναντι στο στόχο της αυτοκυβέρνησης του λαού έστεκαν εμπόδιο οι απαιτήσεις για αμυντική πάλη ενάντια στην αντεπανάσταση. Το για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων απόλυτα αναγκαίο αλλά «αυθόρμητα» γραφειοκρατικά αναπτυσσόμενο κράτος-ιδιοκτήτης, απειλούσε να συντρίψει το κράτος-κομμούνα. Η ασφάλιση της εργατικής τάξης «απέναντι στους δικούς της βουλευτές και δημοσίους υπαλλήλους»[3] απέτυχε ενόψει της αύξησης του κρατικού μηχανισμού και της αντικατάστασης της ανακλητότητας από την προνομία. Η δημοκρατία από τα κάτω έθιγε μια πολιτική ηγεσία, η οποία όλο και λιγότερο ήθελε να γνωρίζει περί «ευέλικτων μηχανισμών διαβούλευσης» (Λένιν) μεταξύ αυτής και των λαϊκών μαζών.

Οι πολιτικές και κρατικές δομές του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα (με ασφαλώς όχι λίγους εκφυλισμούς και δυσλειτουργίες, ενόψει της οικονομικής υπανάπτυξης και μιας κατάστασης, επειδή ένα μεγάλο μέρος του οικονομικού δυναμικού έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την άμυνα και επομένως υπήρχε απώλεια στην αύξηση της λαϊκής ευημερίας) σε θέση, να αποτελούν μορφή ανάπτυξης του σοσιαλιστικού πειράματος. Τελικά δεν μπόρεσαν μακροπρόθεσμα να ανταγωνιστούν επιτυχημένα στην παγκόσμια αντιπαράθεση συστημάτων με τον καπιταλισμό από την άποψη της παραγωγικότητας της εργασίας και το βιοτικό επίπεδο και να δημιουργήσουν ένα κοινωνικό σύστημα, που από την άποψη της κοινωνικής, κυρίως όμως της δημοκρατικής του ποιότητας, να εμφανίζεται στις μάζες των ανθρώπων ως άξιο προς υπεράσπιση.

Τέταρτο: Σήμερα πρόκειται περί ιδία κατάλληλα σοσιαλιστικά μέτρα για τον 21ο αιώνα κατά την ανάλυση και τη συζήτηση που αφορούν στις εμπειρίες του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Η αποδοχή αστικών εκτιμήσεων και αποδοκιμασιών, οδηγεί αναπόφευκτα στην παραπλάνηση, εμποδίζει μια διαφοροποιημένη και δίκαιη αξιολόγηση αυτών των εμπειριών. Το ρόπαλο του σταλινισμού αποδεικνύεται εδώ ως μια αριστερά δοσμένη παραλλαγή της θεωρίας περί ολοκληρωτισμού, η οποία επιδιώκει να αντικαταστήσει τη συγκεκριμένη ανάλυση από ένα αδύναμο καλούπι ενός σχήματος-καλού-κακού.

Ιδίοι, σύγχρονοι κανόνες είναι:

- Η πραγματική κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, δηλαδή η πραγματική τους ιδιοποίηση από τους συνεταιρισμένους παραγωγούς.

- Η άσκηση της πολιτικής εξουσίας από τις ίδιες τις εργαζόμενες τάξεις και όχι απλά από τους υπεύθυνους για τον εαυτό τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, μια ανάλογη εγγύηση των πολιτικών δικαιωμάτων, ο έλεγχος των κρατικών διοικητικών μηχανισμών από τα κάτω.

- Ο δημοκρατικός έλεγχος της οικονομίας ως την αποφασιστική σφαίρα της κοινωνίας, η δημοκρατική λήψη αποφάσεων σχετικά με τη χρήση του υπερπροϊόντος στα πλαίσια ενός δημοκρατικού σχεδιασμού. Αποφασιστική σημασία έχει ο καθορισμός των κατάλληλων μορφών άμεσης και έμμεσης δημοκρατίας από τα κάτω και από τα πάνω.

- Η διασφάλιση των κοινωνικών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα του δικαιώματος στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην κοινωνική ασφάλεια και την πραγματική ισότητα των φύλων.

- Μια πολιτική καταδίκη του πολέμου και της επιβολής τού δημοκρατικού διεθνούς δικαίου στις διεθνείς σχέσεις.

- Μια πολιτική οικολογικής βιωσιμότητας, της απόκρουσης των απειλών μιας μη αναστρέψιμης καταστροφής του περιβάλλοντος και μιας απειλούμενης κλιματικής καταστροφής.

Πέμπτο: Τουλάχιστον αναφορικά με την Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (ΓΛΔ) υπάρχει η εμπειρία, ότι το κράτος-ιδιοκτήτης λειτούργησε ασφαλώς σ΄ έναν σημαντικό βαθμό. Η ΓΛΔ πάντως αναφορικά με την βιομηχανική παραγωγή βρισκόταν στη 10η θέση παγκοσμίως. Το γραφειοκρατικό κράτος-ιδιοκτήτης όμως σε μεγάλο βαθμό κάλυψε και εκτόπισε το κράτος-κομμούνα. Η συγκεκριμένη ανάλυση της αντίφασης ανάμεσα στο κράτος-ιδιοκτήτη και στο κράτος-κομμούνα είναι το αποφασιστικό αφετηριακό σημείο, ώστε για το μέλλον «η πολιτική μορφή κάτω απ΄ την οποία» μπορεί «να πραγματοποιηθεί η απελευθέρωση της εργασίας», να καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό ακριβέστερα απ΄ ό,τι ήταν αυτό δυνατό μετά από 72 ημέρες Παρισινής Κομμούνας.

Εδώ πρόκειται το για το ότι πρέπει να δειχτούν τα περίπλοκα, αντικειμενικά υφιστάμενα προβλήματα της σοσιαλιστικής διαμόρφωσης της δημοκρατίας και της κοινωνικής ανάπτυξης και να διατυπωθούν θεωρίες για το πώς μπορούν να λυθούν αυτά τα προβλήματα καλύτερα απ΄ ό,τι στον υπαρκτό σοσιαλισμό.

Ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο απέδωσαν ήδη στο μελλοντικό σοσιαλιστικό κράτος το ρόλο ενός οικονομικού κέντρου της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Στη συνέχεια θα πρεπε[4] το σοσιαλιστικό κράτος, δηλαδή το «προλεταριάτο ως κυρίαρχη τάξη» (και όχι το προλεταριάτο άμεσα), να εισέλθει/λάβει μέρος στις σχέσεις παραγωγής. Η θέση αυτή όπως έδειξε αργότερα η πολιτική πρακτική, βρισκόταν σε μια ασφαλώς δραματική σχέση έντασης απέναντι στην αντίληψη περί κράτους-κομμούνας, όπως αυτή αναπτύχθηκε από τον Μαρξ και τον Ένγκελς στην αξιολόγηση των εμπειριών της Παρισινής Κομμούνας. Η αντίληψη περί Κομμούνας προσανατολίστηκε στην «ανάκληση [Rücknahme] της κρατικής εξουσίας από την κοινωνία ως δική της ζωντανή εξουσία»[5], στην αυτοκυβέρνηση του λαού, στη μείωση και τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού, στην κατάργηση των προνομίων των κρατικών υπαλλήλων, στην εκλογή, την εναλλαγή και την ανακλητότητα των βουλευτών και των δημοσίων υπαλλήλων καθώς γενικά και στην απονέκρωση του κράτους[6].

Ο Λένιν επανέλαβε στην παραμονή της Οκτωβριανής επανάστασης στο «Κράτος και επανάσταση» το σχέδιο της Κομμούνας περί «μισο-κράτους», το οποίο με βάση τη θέση του που συμφωνούσε με αυτή των Μαρξ και Ένγκελς, δεν ήταν πλέον «πραγματικό» κράτος[7], μολαταύτα ήδη ένα εξάμηνο αργότερα έγινε μια σαφής αλλαγή πορείας από ένα κράτος χωρίς στρατό, αστυνομία και υπαλληλικό μηχανισμό προς την κατεύθυνση για μια σαφή ενίσχυση του κράτους-ιδιοκτήτη, μέσω του οποίου έπρεπε να επιβληθεί μια «υψηλότερη οργάνωση της εργασίας» και η «πιο αυστηρή λογιστική και ο έλεγχος πάνω στην παραγωγή και τη διανομή των προϊόντων». Η περαιτέρω εξέλιξη έδειξε ότι το κράτος-ιδιοκτήτης επικρατούσε όλο και περισσότερο του κράτους-κομμούνα. Η απαίτηση του Λένιν στο «Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας» να επεκταθούν συγχρόνως «οι μορφές και οι μέθοδοι του ελέγχου από τα κάτω» ώστε «να ξεριζώνονται διαρκώς και ακούραστα τα ζιζάνια της γραφειοκρατίας»[8], απέτυχε ή δεν ελήφθη υπόψη. Στο κόμμα επιβλήθηκε μια ιεραρχική δομή και η παντοδυναμία του Γενικού Γραμματέα Στάλιν. Η τάση για ένα «εργατικό κράτος με γραφειοκρατικές παραφυάδες»[9], την οποία είχε κριτικάρει ο Λένιν στις αρχές του 1921, ενισχύθηκε σημαντικά. Μετά από μια δημοκρατική φάση σε μια σειρά λαϊκοδημοκρατικές χώρες, μετά το 1945, επιβλήθηκε και εκεί περισσότερο ή λιγότερο τροποποιημένα το μοντέλο του πολιτικού συστήματος της Σοβιετικής Ένωσης. Με την ανάπτυξη μιας κρατικής και κομματικής γραφειοκρατίας, αλλά επίσης του στρατού και της γραφειοκρατίας των υπαλλήλων για την ασφάλεια, που ήταν απαραίτητοι για λόγους άμυνας, αναπτύχθηκε ένα κοινωνικό στρώμα με ιδία συμφέροντα, το οποίο επειδή βρισκόταν πλησίον στους μηχανισμούς εξουσίας μπόρεσε να προβάλλει αυτά τα συμφέροντα στην κρατική πολιτική.

Στην ιστορία του υπαρκτού σοσιαλισμού υπήρξαν ασφαλώς θετικές εμπειρίες όπως η υποχρέωση των κρατικών θεσμών να βρίσκονται κοντά στους πολίτες μέσω του δικαιώματος των αναφορών, η μεταβίβαση δυνατοτήτων που είχε παλιότερα το κράτος για κυρώσεις στις επιτροπές διευθέτησης διαφορών/συγκρούσεων στα εργοστάσια ή η συνολικά επιτευχθείσα σύνδεση της κρατικής διεύθυνσης και της δημοκρατικής αυτοτέλειας των παραγωγών στους γεωργικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς. Στις θετικές εμπειρίες περιλαμβάνεται επίσης η προσπάθεια στην ΓΛΔ της δεκαετίας του 1960 υπό τον Βάλτερ Ούλμπριχτ, με το Νέο Οικονομικό Σύστημα (ΝΟΣ) να δοθούν στην σοσιαλιστική ιδιοκτησία και στις απαιτήσεις της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων κατάλληλες μορφές σχεδιασμού και διεύθυνσης. Αυτή η επιδιωχθείσα αλλαγή στο οικονομικό σύστημα κατανοήθηκε και ως ανάπτυξη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας.

Επίσης, σε έναν μελλοντικό σοσιαλισμό, το κράτος θα αποτελεί ένα σημαντικό όργανο της διαμόρφωσης της κοινωνίας και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Μια απονέκρωση του κράτους ως συρρίκνωση των λειτουργιών και των μηχανισμών του, ως απώλεια του πολιτικού του χαρακτήρα (συνεπεία της επιτευχθείσας κοινωνικής ομοιογένειας), δεν φαίνεται στον ορίζοντα ακόμη κι αν γίνει κατορθωτό να καταπολεμηθεί ή να ελεγχθεί επιτυχημένα η γραφειοκρατία [ΠΓ: προφανώς εδώ εννοείται ως στρώμα] και ο γραφειοκρατισμός. Η κρατική διεύθυνση και η διοίκηση ως μορφή του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας και ως μέθοδοι για την επιβολή των γενικών κοινωνικών συμφερόντων, θα παραμείνουν [και] στο άμεσο μέλλον. Τα κράτη δεν μπορούν να κυβερνηθούν εθελοντικά στον ελεύθερο χρόνο. Αυτό όμως που μπορεί και πρέπει να εξασφαλιστεί είναι ένας ολόπλευρος εκδημοκρατισμός αυτού του σοσιαλιστικού κράτους, ο οποίος θα είναι ανώτερος της αστικής δημοκρατίας: ασφαλώς με την έννοια της αυτοκυβέρνησης του λαού και την ανάκληση [Rücknahme] της κρατικής εξουσίας από την κοινωνία, όπως την διακήρυξε ο Μαρξ. Μέχρι αυτού του σημείου δεν είναι φυσικά λάθος (αλλά βεβαίως ανεπαρκές), να απαιτείται στον μελλοντικό σοσιαλισμό και το δικαίωμα για αντιπολίτευση και για διάκριση των εξουσιών. Πρόκειται, πολύ παραπέρα, για μια νέα ποιότητα δημοκρατίας στο σοσιαλισμό σε σχέση με τον καπιταλισμό, όχι μόνο (όπως υλοποιήθηκε συχνά στον υπαρκτό σοσιαλισμό) αναφορικά με τη σοσιαλιστική δημοκρατία. Το σχέδιο [Konzept] περί κράτους-κομμούνας ή μισο-κράτους ως διαρκές καθήκον της μελλοντικής σοσιαλιστικής διαμόρφωσης του κράτους και της κοινωνίας, αποκτά εδώ μια καίρια εννοιολογική σημασία.

Έκτο: Το ζήτημα της δημοκρατίας αποδείχτηκε συνολικά ένα αυτόνομο ζήτημα της σοσιαλιστικής διαμόρφωσης της κοινωνίας, το οποίο δεν ταυτίζεται ούτε με το ζήτημα της εξουσίας ούτε με την κρατικοποίηση ή την κοινωνικοποίηση των τραπεζών και των εργοστασίων. Ενόσω υπό τον Λένιν ήταν ακόμη σύνηθες, οι περιορισμοί της δημοκρατίας στον σοσιαλισμό συνεπεία της σφοδρότητας του εμφυλίου πολέμου ή της ταξικής πάλης, να χαρακτηρίζονται επίσης ως περιορισμοί, αργότερα έγινε σύνηθες τέτοιου είδους περιορισμοί να παρουσιάζονται ως βασικά χαρακτηριστικά της σοσιαλιστικής δημοκρατίας ή ακόμη και ως έκφραση υψηλότερης ανάπτυξης της δημοκρατίας.

Όσον αφορά το ζήτημα της δημοκρατίας υπάρχει μια αφθονία τόσο αρνητικών όσο και θετικών εμπειριών του υπαρκτού σοσιαλισμού.

- Η διαμόρφωση της δημοκρατίας στον σοσιαλισμό χρειάζεται ένα γενικό μέτρο και μέχρι αυτού του σημείου επίσης μια γενική έννοια της δημοκρατίας. Ως τέτοια προσφέρεται ο ορισμός περί δημοκρατίας, ο οποίος κατανοεί την δημοκρατία ως την «ατομική και συλλογική αυτοδιάθεση [Selbstbestimmung] του λαού» η οποία βρίσκεται κάθε φορά σε στενή σύνδεση με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, εξουσίας και κυριαρχίας[10].

- Σοσιαλιστική δημοκρατία είναι η δημοκρατική διαμόρφωση του πολιτικού προτσές, δηλαδή ο συντονισμός και η εφαρμογή των αντιφατικών συμφερόντων των τάξεων και των κοινωνικών καθώς και των δημογραφικών ομάδων ή στρωμάτων της αναπτυσσόμενης σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η σοσιαλιστική δημοκρατία είναι συγχρόνως η πολιτική και κοινωνική μορφή, το δημοκρατικό προτσές, αυτού του προτσές σχηματισμού βούλησης και λήψης αποφάσεων στη βάση της συλλογικής διάνοιας των μαζών. Η σοσιαλιστική κοινωνία δεν έχει έναν «εγκέφαλο», ακόμη ούτε και με τη μορφή μιας κομματικής ηγεσίας (κατά τον Uwe-Jens Heuer των αρχών της δεκαετίας του 1980), ο οποίος θα μπορούσε στη θέση της κοινωνίας να διατυπώσει τη γενική-συλλογική βούληση.

- Η πλατιά διαδεδομένη αντίληψη στον υπαρκτό σοσιαλισμό, ότι η κρατική πολιτική και η άσκηση εξουσίας είναι καθήκον του Πολιτικού Γραφείου και των κυβερνητικών θεσμών, νομιμοποιήθηκε με την ιδιαίτερη ικανότητα αυτών των θεσμών σε μαρξιστική ανάλυση των κοινωνικών σχέσεων. Στην πραγματικότητα, αυτό ήταν κυρίως μια δήλωση υπεράσπισης για να δικαιολογήσει τις γραφειοκρατικές δομές κυριαρχίας και λήψης αποφάσεων. Θετικές εμπειρίες με δημοκρατικές δομές λήψης αποφάσεων, με σοσιαλιστική συναινετική δημοκρατία υπήρχε στη βάση, στα εργοστάσια στους δήμους.

- Βασικά δομικά ελαττώματα του πολιτικού συστήματος του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν στενά συνδεδεμένα με μια εσφαλμένη άποψη για τη σχέση μεταξύ αυθορμητισμού και συνειδητότητας. Ο αυθορμητισμός κατανοήθηκε ως αντίθεση απέναντι στη συνειδητότητα (και όχι επίσης ως η εμβρυακή μορφή του). Αυτό είχε συνέπειες για τη νομική και την πρακτικά-πολιτική απομόνωση του πολιτικού συστήματος από τις αυθόρμητες πολιτικές δραστηριότητες, ειδικά επίσης ενάντια στους πολίτες που ασκούσαν κριτική. Το εκλογικό δικαίωμα, η ανακλητότητα και η διαδικασία των εκλογών, διαμορφώθηκαν με τέτοιο τρόπο, ώστε έπρεπε να μείνουν «όλα υπό έλεγχο». Έτσι όμως έλειπε μια κατάλληλη μορφή για την κίνηση της αντίφασης μεταξύ της πολιτικής ηγεσίας και των λαϊκών μαζών.

- Ένα βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο του σοσιαλιστικού τύπου δημοκρατίας και της υπεροχής του σε σχέση με την αστική δημοκρατία, πρέπει να είναι η ιδιοποίηση των συνθηκών παραγωγής και η απόφαση για το υπερπροϊόν πάνω στα διαφορετικά επίπεδα της κοινωνίας από τους συνεταιρισμένους παραγωγούς. Αυτοί θα αισθανθούν ότι είναι ιδιοκτήτες τότε μόνο, όταν είναι και στην πραγματικότητα, όταν έχουν τα ανάλογα δικαιώματα συμμετοχής. Το ότι αυτό δεν συνέβαινε σε μεγάλο βαθμό στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, αυτό έγινε επίσης ιδιαίτερα σαφές, όταν υπήρξε απροθυμία των εργαζομένων «μετά την πτώση» να υπερασπιστούν τις επιχειρήσεις τους.

Πηγή: Marx-Engels-Stiftung [Ίδρυμα-Μαρξ-Ένγκελς]

Σημείωση: Ο αρχικός τίτλος του κειμένου είναι «Εμπειρίες από τον σοσιαλισμό και σύγχρονη αντίληψη περί σοσιαλισμού»

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

MEW = Marx-Engels Werke [Έργα των Μαρξ-Ένγκελς] (γερμανική έκδοση)

LW = Lenin Werke [Έργα του Λένιν] (γερμανική έκδοση)

[1] MEW, τομ. 17, σ. 342 και 545

[2] Karl Marx, MEW, τομ. 17, σ. 342

[3] Friedrich Engels, MEW, τομ. 19, σ. 197 

[ΠΓ: Αναζητήσαμε αυτά τα λόγια του Ένγκελς στον συγκεκριμένο τόμο και στην αντίστοιχη σελίδα, αλλά δεν υπάρχουν. Εικάζουμε ότι πρόκειται για παραδρομή του συγγραφέα]

[4] MEW, τομ. 4, σ 481

[5] Karl Marx, MEW, τομ. 17, σ. 543

[6] Βλ. τις Θέσεις στις 22 Νοεμβρίου 1987 του Uwe-Jens Heuer, «Οικονομία, δημοκρατία και δίκαιο στην αναπτυγμένη σοσιαλιστική κοινωνία», γράφτηκε για μια ιδιαίτερα έντονη συζήτηση στον τομέα των Κοινωνικών Επιστημών της Ακαδημίας Επιστημών της ΓΛΔ στις αρχές του 1988.

[7] LW, τομ. 25, σ. 409

[8] LW, τομ. 27, σ. 266

[9] LW, τομ. 32, σ. 32

[10] Βλ. Uwe-Jens Heuer, στο: Z. Αρ. 30, Ιούνιος 1997, σ. 106

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.