Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Η ιστορική προοπτική της σφαγής στη Γάζα το 2014



Για την «Επιχείρηση Protective Edge» του Ισραήλ ενάντια στη κατεχόμενη Λωρίδα της Γάζας

του Ilan Pappé

Οι άνθρωποι στη Γάζα και σε άλλα μέρη της Παλαιστίνης είναι απογοητευμένοι από την έλλειψη σαφών διεθνών αντιδράσεων για την αιματοχυσία και τις καταστροφές που προκλήθηκαν από τη νέα ισραηλινή επιδρομή στη Λωρίδα της Γάζας[1]. Η αδυναμία ή ακόμη και η απροθυμία να γίνει κάτι ώστε να εμποδιστεί αυτό, εξηγείται κατά κύριο λόγο απ΄ το γεγονός, ότι οι ισραηλινές αιτιολογήσεις για την κρίση στη Γάζα έχουν γίνει γενικά αποδεκτές. Το Ισραήλ παρουσίασε όντως τις αιτίες για την τωρινή σφαγή στη Γάζα πολύ πειστικά.

Η τραγωδία [παρουσιάστηκε ότι] προκλήθηκε από μια αναίτια επίθεση με πυραύλους από τη Χαμάς στο εβραϊκό κράτος, στην οποία το Ισραήλ έπρεπε να αντιδράσει για λόγους αυτοάμυνας. Τα δυτικά κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, ακαδημαϊκοί και πολιτικοί επικρίνουν το πολύ την έκταση της χρήσης βίας του Ισραήλ, δεν προβάλλουν όμως καμιά ουσιαστική αντίρρηση. Στο διαδίκτυο και στα εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης απορρίπτονται κατηγορηματικά οι ενέργειες του Ισραήλ και οι αιτιολογίες που δίνονται. Εκεί, η ισραηλινή επιδρομή χαρακτηρίζεται από τους περισσότερους ως έγκλημα πολέμου και γι΄ αυτό καταδικάζεται.

Οι διαφορετικοί τρόποι θεώρησης ερμηνεύονται κυρίως απ΄ το ότι (ειρηνικοί και άλλοι) ακτιβιστές ασχολούνται εντονότερα με το ιδεολογικό και το ιστορικό πλαίσιο της σημερινής ισραηλινής δράσης στη Γάζα. Η δική μου συνεισφορά αποτελεί μια μικρή προσπάθεια να γίνει μια παραπέρα εμβάθυνση της τάσης για μια ουσιαστική ανάλυση της σύγκρουσης (μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων).

Αυθόρμητη σφαγή;

Απ΄ την ιστορική ένταξη και αξιολόγηση της σημερινής καθώς και των τριών ισραηλινών επιθέσεων που προηγήθηκαν στη Γάζα, οι οποίες έλαβαν χώρα από το 2006, προκύπτει καθαρά, ότι το Ισραήλ ασκεί μια πολιτική γενοκτονίας. Αυτή η ακολουθούμενη βήμα το βήμα μαζική δολοφονία, είναι το λιγότερο, προϊόν μιας ανελέητης εκδίκησης παρά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της συνολικής στρατηγικής που επιδιώκει το Ισραήλ απέναντι σε όλους τους Παλαιστίνιους, και ειδικά σ΄ εκείνα τα εδάφη που κατέχει από το 1967.

Αυτή η σύνδεση πρέπει να γίνει και μάλιστα για το λόγο, ότι ο ισραηλινός μηχανισμός προπαγάνδας προσπαθεί διαρκώς να αποσυνδέσει την τρέχουσα πολιτική της ισραηλινής κυβέρνησης από αυτό το πλαίσιο και για κάθε νέο κύμα καταστροφής και θανάτωσης στα πεδία μάχης της Παλαιστίνης να προβάλλει νέα προσχήματα.

Η στρατηγική της ισραηλινής κυβέρνησης να παρουσιάζει πάντα την κτηνώδη πολιτική της σαν αυθόρμητη απάντηση σε οποιαδήποτε τρέχουσα δράση των Παλαιστινίων, είναι τόσο παλιά όσο και η σιωνιστική παρουσία στην Παλαιστίνη. Αυτή χρησιμεύει διαρκώς για να δικαιολογήσει το σιωνιστικό όραμα για ένα μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος, στο οποίο, ίσως να μπορούν να ζήσουν μόνο πολύ λίγοι Παλαιστίνιοι που γεννήθηκαν εδώ. Τα μέσα με τα οποία επιδιώκεται αυτός ο στόχος, άλλαξαν στη πάροδο των ετών, η πρόθεση όμως όχι: Ανεξάρτητα από το σιωνιστικό όραμα για ένα εβραϊκό κράτος, πρέπει να υπάρχουν σ΄ αυτό όσο το δυνατό λιγότεροι Παλαιστίνιοι. Η σημερινή κυβέρνηση οραματίζεται ένα (καθαρά εβραϊκό) Ισραήλ, το οποίο θα εκτείνεται σχεδόν σε ολόκληρη την ιστορική Παλαιστίνη, παρά το γεγονός ότι εκεί ζουν ακόμη εκατομμύρια Παλαιστίνιοι.

Το όραμα αυτό σκοντάφτει σε δυσκολίες, επειδή το Ισραήλ στην απληστία του για γη, από την κατοχή τον Ιούνιο του 1967, προσπαθεί επίσης να θέσει όλο και πιο έντονα υπό τον έλεγχό του τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας. Το Ισραήλ θέλει να αποκτήσει τα κατεχόμενα εδάφη, χωρίς να παρέχει στον παλαιστινιακό πληθυσμό τα δικαιώματα των ισραηλινών πολιτών. Η δήθεν «ειρηνευτική διαδικασία» που ξεκίνησε το 1967, χρησίμευσε μόνο για να κερδίσει χρόνο και να αποκρύψει το σκοπό, την απόκτηση γης.

Στη πάροδο των δεκαετιών το Ισραήλ διαφοροποιείται μεταξύ των περιοχών που απέκτησε αμέσως, και των περιοχών που ο παλαιστινιακός πληθυσμός αποδεκατίστηκε από τον οικονομικό και γεωγραφικό στραγγαλισμό, ώστε στη συνέχεια να μπορεί να πάρει και αυτά τα υπόλοιπα εδάφη –εθνικά καθαρά. Ως εκ τούτου η Δυτική Όχθη χωρίστηκε σε «εβραϊκές» και «παλαιστινιακές» ζώνες. Έτσι, δημιουργήθηκαν δεδομένα, με τα οποία οι περισσότεροι Ισραηλινοί μπορούν να ζουν καλά, όσο διάστημα οι Παλαιστίνιοι φαίνονται ικανοποιημένοι με τα Μπαντουστάν[2] τους (θυμίζοντας το απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική), στα οποία θα πρέπει να ζουν σαν σε μεγάλες φυλακές. Η γεωπολιτική κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Δυτική Όχθη άφησε να γεννηθεί η εντύπωση στο Ισραήλ, ότι μπορεί να κατακτά όλο και περισσότερη παλαιστινιακή γη, χωρίς να φοβάται μια τρίτη εξέγερση ή μια μεγαλύτερη διεθνή αντίσταση.

Η Λωρίδα της Γάζας δεν μπορεί να περιληφθεί τόσο εύκολα σ΄ αυτή την ισραηλινή στρατηγική εξαιτίας της μοναδικής γεωπολιτικής της θέσης. Από το 1994 και ιδιαίτερα στις αρχές του 21ου αιώνα υπό τον πρωθυπουργό Αριέλ Σαρόν, η ισραηλινή κυβέρνηση ασκεί την σταδιακή γκετοποίηση της Γάζας, με την ελπίδα ότι τα 1,8 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι που εξακολουθούν να ζουν εκεί, κάποτε θα ξεχαστούν.

Αλλά το γκέτο αποδείχτηκε ανυπότακτο, και οι άνθρωποι που ζουν σ΄ αυτό δεν ήταν διατεθειμένοι να στραγγαλιστούν, να απομονωθούν, να οδηγηθούν στο λιμό ή στην οικονομική καταστροφή. Η Αίγυπτος δεν ήθελε τη Λωρίδα της Γάζας ούτε το 1948 ούτε ήθελε να την προσαρτήσει το 2014. Το 1948 το Ισραήλ οδήγησε εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες στη περιοχή γύρω από τη Γάζα προτού αυτή να μετατραπεί σε Λωρίδα της Γάζας. Οι πρόσφυγες κατάγονταν απ΄ την πόλη Naqab[3] και από άλλες παράκτιες περιοχές, και υπήρχε η ελπίδα ότι θα βρίσκονται πιο μακριά απ΄ το Ισραήλ.

Στα πρώτα χρόνια μετά το 1967 ήθελαν να διατηρηθεί η Γάζα ως «κοινότητα» επειδή ήλπιζαν ότι από κει μπορούσαν να αποκτούν ανειδίκευτους εργάτες, στους οποίους θα μπορούσαν να αρνηθούν τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα. Όταν οι άνθρωποι στις κατεχόμενες περιοχές αντιστάθηκαν σε δυό «Ιντιφάντες» στην καταπίεση που προχωρούσε, τότε χώρισαν τη Δυτική Όχθη σε μικρά Μπαντουστάν, τα οποία περιέβαλαν με εβραϊκούς οικισμούς. Αυτό όμως δεν ήταν δυνατό να γίνει στη μικρή, πυκνοκατοικημένη Λωρίδα της Γάζας. Οι Ισραηλινοί δεν μπορούσαν να την διαμελίσουν όπως τη Δυτική Όχθη. Αυτός ήταν ο λόγος που την μετέτρεψαν σε γκέτο, αποκλεισμένη εντελώς από τον έξω κόσμο. Και όταν ο έγκλειστος (παλαιστινιακός) πληθυσμός εναντιώθηκε, ο ισραηλινός στρατός βομβάρδισε απλά την αντίσταση με τα τρομακτικά, θανατηφόρα όπλα του. Επειδή αυτή η ενέργεια επαναλαμβάνεται διαρκώς, πρέπει να χαρακτηριστεί ως γενοκτονία.

Σταδιακή γενοκτονία

Η δολοφονία τον Ιούνιο των τριών απαχθέντων έφηβων Ισραηλινών στη κατεχόμενη Δυτική Όχθη, από τους οποίους οι δυό ήταν ανήλικοι, ήταν κατά πάσα πιθανότητα μόνο ένα αντίποινο για τη δολοφονία παλαιστίνιων παιδιών, που έλαβε χώρα τον Μάιο. Αυτή όμως χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για την πρόσφατη επίθεση στη Γάζα. Για την ισραηλινή κυβέρνηση επρόκειτο εδώ κυρίως για τη συντριβή της (απροσδόκητης) ένωσης της Χαμάς και της Φατάχ, η οποία έλαβε χώρα λίγο καιρό πριν[4]. Η ένωση αυτή έγινε με απόφαση της Αυτόνομης Παλαιστινιακής Αρχής να διακόψει τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της «ειρηνευτικής διαδικασίας» και να κάνει έκκληση στους διεθνείς οργανισμούς, απ΄ τους οποίους ζητείται μια καταδίκη του Ισραήλ για παραβίαση των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων. Και οι δυό εξελίξεις θορύβησαν την ισραηλινή κυβέρνηση. Το πρόσχημα καθόρισε τη χρονική στιγμή –η επίθεση όμως ήταν τόσο δυσανάλογη, επειδή η ισραηλινή κυβέρνηση δεν είναι σε θέση, αναφορικά με τη Λωρίδα της Γάζας, η οποία δημιουργήθηκε το 1948 απ΄ το ίδιο το Ισραήλ, να αναπτύξει μια λογική πολιτική. Το μόνο σαφές χαρακτηριστικό της πολιτικής αυτής είναι η βαθιά πεποίθηση, ότι με την εκδίωξη της Χαμάς από τη Λωρίδα της Γάζας θα μπορέσει να αποδεκατίσει και αυτό το γκέτο.

Από το 1994, μάλιστα προτού η Χαμάς πάρει την εξουσία στη Λωρίδα της Γάζας, εξαιτίας της ιδιαίτερης γεωπολιτικής θέσης τής Λωρίδας της Γάζας ήταν καθαρό, ότι κάθε συλλογική επιβολή ποινών –ακόμη και αυτή που λαμβάνει χώρα τώρα- πρέπει να έχει ως στόχο μόνο την περαιτέρω ερήμωση της Λωρίδας της Γάζας και τον σταδιακό αποδεκατισμό του πληθυσμού της. Με άλλα λόγια: λαμβάνει χώρα μια (προγραμματισμένη) σταδιακή γενοκτονία.

Αυτή η διαπίστωση ποτέ δεν ενόχλησε τους στρατηγούς, οι οποίοι διατάζουν βομβαρδισμούς της Λωρίδας της Γάζας από τον αέρα, απ΄ τη στεριά και τη θάλασσα. Σαν σιωνιστές εξακολουθούν να οραματίζονται τον όσο το δυνατό μεγαλύτερο αποδεκατισμό των Παλαιστινίων που ζουν ακόμη στην ιστορική Παλαιστίνη. Ως εκ τούτου πρέπει να απανθρωποποιήσουν όλο και περισσότερο τους Παλαιστίνιους. Στη Γάζα αυτό συμβαίνει με τον πιο απάνθρωπο τρόπο.

Η χρονική στιγμή της πρόσφατης επίθεσης –όπως και αυτές που προηγήθηκαν- καθορίζεται ακόμη από επιπρόσθετα στοιχεία. Οι κοινωνικές αναταραχές που ξέσπασαν στο Ισραήλ το 2011, ακόμη σιγοκαίνε. Από την κοινή γνώμη ζητήθηκε μάλιστα ήδη κατά διαστήματα μια μείωση των στρατιωτικών δαπανών και τα χρήματα από το φουσκωμένο «αμυντικό προϋπολογισμό» να χρησιμοποιηθούν για κοινωνικούς σκοπούς. Ο ισραηλινός στρατός απέρριψε αυτό ο αίτημα άμεσα σαν αυτοκτονικό. Τίποτα δεν μπορεί να φιμώσει τις φωνές για μια μείωση των στρατιωτικών δαπανών απ΄ ό,τι μια τρέχουσα στρατιωτική επιχείρηση.

Χαρακτηριστικά στοιχεία των προηγούμενων επιθέσεων στα πλαίσια της σταδιακής γενοκτονίας χαρακτηρίζουν επίσης την πρόσφατη επίθεση στη Γάζα. Ήδη κατά την πρώτη στρατιωτική επιχείρηση, η οποία έλαβε χώρα με την κωδική ονομασία «First Rains» (Πρώτες Βροχοπτώσεις), όπως και το 2009 κατά τη δεύτερη επιχείρηση «Cast Lead» (Χυτός Μόλυβδος) καθώς και στην επόμενη επιχείρηση «Pillar of Smoke» (Στήλη Καπνού), δεν υπήρξε μεταξύ των εβραίων Ισραηλινών σχεδόν καμία διαμαρτυρία ενάντια στη σφαγή των Παλαιστινίων στη Λωρίδα της Γάζας. Σιώπησαν και οι ακαδημαϊκοί. Μάλιστα διάφορα πανεπιστήμια πρόσφεραν στην ισραηλινή κυβέρνηση, οι φοιτητές να διαδώσουν την ισραηλινή άποψη για τη σύγκρουση στο διαδίκτυο και στα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης.

Τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης ήταν και είναι επίσης πιστά στην κυβερνητική γραμμή. Δεν δείχνουν εικόνες για ανθρωπιστικές καταστροφές, που προκλήθηκαν και προκαλούνται από τον ισραηλινό στρατό, και ισχυρίζονται κάθε φορά: «Ο κόσμος μάς κατανοεί και βρίσκεται πίσω μας». Ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής, εφόσον οι πολιτικές ελίτ στη Δύση κάνουν κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση πολύ σπάνια, και αν το κάνουν τότε αυτό γίνεται πολύ συγκρατημένα. Η πρόσφατη απαίτηση στον κατήγορο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης να μην εξετάσει τα ισραηλινά εγκλήματα στη Γάζα, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στάσης. Τα δυτικά μέσα ενημέρωσης ακολουθούν τα ισραηλινά και σχεδόν όλα προσπαθούν να δικαιολογήσουν επίσης τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Αυτή η στρεβλή παρουσίαση πηγάζει απ΄ την τυπική για τους δυτικούς δημοσιογράφους θέση, ότι οι ωμότητες στη Γάζα είναι λιγότερο άσχημες απ΄ ό,τι αυτές στο Ιράκ ή στη Συρία. Εδώ, η ιστορική προοπτική των ισραηλινών εγκλημάτων, τις περισσότερες φορές δεν λαμβάνεται υπόψη. Μια μεγαλύτερη ματιά στην ιστορία των Παλαιστινίων θα έδειχνε πολύ καλύτερα όλη την έκταση της δυστυχίας τους και την πρόθεση που επιδιώκεται με τις σφαγές.

Συμπεράσματα: Σταματήστε να μετράτε με δυό μέτρα και σταθμά!

Μια ματιά στην ιστορία όμως δεν είναι αρκετή για μια καλύτερη εκτίμηση των σφαγών στη Γάζα. Αναγκαία είναι επίσης μια διαλεκτική προσέγγιση, η οποία θα ερευνά τις διαφορές ανάμεσα στην ασυλία που απολαμβάνει το Ισραήλ παρά τις φρικαλεότητες των στρατιωτικών του, και τον τρόμο αυτών των φρικαλεοτήτων που διαπράχτηκαν σε άλλα μέρη. Η απανθρωποποίηση στη Γάζα έχει προχωρήσει τόσο πολύ και είναι τόσο τρομακτική όσο στο Ιράκ και στη Συρία. Παρ΄ όλα αυτά, γίνεται μια σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στη κτηνωδία των τρομοκρατών και την κτηνωδία του ισραηλινού στρατού: Η κτηνωδία των τρομοκρατών καταδικάζεται διεθνώς ως βάρβαρη και απάνθρωπη, ενώ η κτηνωδία του ισραηλινού στρατού θεωρείται δικαιολογημένη και από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, από κορυφαίους πολιτικούς της ΕΕ και από άλλους φίλους του Ισραήλ σ΄ όλο τον κόσμο εγκρίνεται.

Η μοναδική ευκαιρία για μια επιτυχημένη πάλη ενάντια στο σιωνισμό στην Παλαιστίνη είναι η εφαρμογή των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων σ΄ όλες τις χώρες. Η παραβίασή της πρέπει επίσης να καταδικάζεται και να εξαλείφεται εξίσου σ΄ όλες τις χώρες. Εδώ, πρέπει να γίνεται παντού σαφής η διάκριση ανάμεσα στα θύματα και στους δράστες. Οι Ισραηλινοί που διαπράττουν εγκλήματα κατά των Παλαιστινίων, θα πρέπει να μετρούνται με τα ίδια ηθικά και δεοντολογικά μέτρα, όπως και εκείνοι στον αραβικό κόσμο που διαπράττουν ωμότητες ενάντια στις καταπιεσμένες μειονότητες και τις ανυπεράσπιστες κοινότητες. Και στις δυό περιπτώσεις, πρόκειται για εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν ενάντια στους Παλαιστίνιους, αλλά για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ΄ ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο λαό. Δεν έχει σημασία σε ποια θρησκεία ανήκουν οι δράστες και στο όνομα ποιών διαπράττουν τις φρικαλεότητές τους. Είτε αυτοί αποκαλούν τους εαυτούς τους τζιχαντιστές, ιουδαϊστές ή σιωνιστές, πρέπει όλοι να τιμωρούνται σαν εγκληματίες πολέμου.

Ένας κόσμος που στην επικοινωνία του με το Ισραήλ σταματούσε να μετρά με δυό μέτρα και σταθμά, θα μπορούσε να ήταν επίσης ένας κόσμος πολύ πιο αποτελεσματικός ενάντια στα εγκλήματα πολέμου τα οποία διαπράττονται σε άλλα μέρη του κόσμου. Μόνο με τον τερματισμό της προμελετημένης γενοκτονίας στη Γάζα και την εφαρμογή των θεμελιωδών ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων και για τους Παλαιστίνιους –όπου κι αν κατοικούν και συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της επιστροφής- μπορεί η διεθνής κοινότητα να παρέμβει κατάλληλα στη σύγκρουση μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων και να επηρεάσει θετικά και άλλες συγκρούσεις στην Εγγύς και Μέση Ανατολή.

Ο Ilan Pappé είναι Ισραηλινός ιστορικός, που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Exeter στη Μ. Βρετανία. Στα πιο σημαντικά βιβλία του ανήκουν «Η εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης» (2007) και «Το Ισραήλ σαν ιδέα» (2014).

Πηγή: Global Research, 21/08/2014

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

[1] Ο απολογισμός μετά από 50 ημέρες πολέμου: α) Από τη μεριά των Παλαιστινίων: 2145 νεκροί, περίπου οι 577 από αυτούς είναι παιδιά, οι 263 γυναίκες και 102 γέροι. 11230 τραυματίες, από αυτούς 3374 παιδιά. 10800 κτίρια εντελώς κατεστραμμένα, 7600 εν μέρει κατεστραμμένα. Περίπου 40000 κατοικίες κατεστραμμένες, 8000 εν μέρει κατεστραμμένες. Μεταξύ των κατεστραμμένων οικοδομημάτων: 277 σχολεία, 10 νοσοκομεία, 70 τζαμιά, 2 εκκλησίες. 4750 πρόσφυγες πολέμου. Επίσης δολοφονήθηκαν 12 διαδηλωτές στη Δυτική Όχθη, οι περισσότεροι παιδιά. β) Από τη μεριά των Ισραηλινών: 70 νεκροί, από αυτούς οι 64 στρατιώτες και ένα παιδί.

[2] Σαν Μπαντουστάν χαρακτηρίστηκαν στη Νότια Αφρική γεωγραφικά προσδιορισμένες περιοχές των «μαύρων» (Αφρικανών), στις οποίες ζούσε και ζει ακόμη ένα παραδοσιακά περιορισμένο και κατά κύριο λόγο υψηλό ποσοστό του αφρικάνικου πληθυσμού. Η ρατσιστική ιδεολογία του απαρτχάιντ συνόψισε τα εδάφη αυτά με τον όρο «Μπαντουστάν». Με το σχηματισμό αυτών των περιοχών ο κατακερματισμός και η απομόνωση του μαύρου πληθυσμού απέκτησε μια χωρικά-διοικητική δομή. Έτσι επιτεύχθηκε ο οικονομικός, διοικητικός, χρηματοδοτικός και πολιτικός τους έλεγχος. Στη πάροδο του χρόνου οι κάτοικοι των Μπαντουστάν μετατράπηκαν σε ξένους στη Νότια Αφρική. Δεν είχαν πλέον ούτε το διαρκές δικαίωμα στη κατοικία ούτε και άλλα πολιτικά δικαιώματα. Το 1994 όλα τα Μπαντουστάν καταργήθηκαν και ενσωματώθηκαν στις νεοδημιουργηθείσες νοτιοαφρικανικές επαρχίες.

[3] Η πόλη Naqab (η πλήρης ονομασία της Ararat an-Naqab) βρίσκεται στο Ισραήλ, νοτιοανατολικά της Λωρίδας της Γάζας. Ο πληθυσμός της το 2011 ανερχόταν στους 13.623 κατοίκους.

[4] Ο Ilan Pappé αναφέρεται εδώ στο σχηματισμό ενιαίας κυβέρνησης από τις Οργανώσεις Φατάχ (η οποία κυβερνά στη Δυτική Όχθη) και Χαμάς (που κυβερνά στη Λωρίδα της Γάζας). Η συμφωνία που επιτεύχθηκε στα τέλη Απριλίου 2014 προέβλεπε μεταξύ των άλλων, το σχηματισμό μιας κοινής μεταβατικής κυβέρνησης μέσα σε πέντε βδομάδες, ενώ θα λάμβαναν χώρα μέσα σε έξι μήνες εκλογές για την ανάδειξη προέδρου και κοινοβουλίου, κάτι που θορύβησε την κυβέρνηση του Ισραήλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.