Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Η γερμανο-βρετανική αντιπαλότητα


Για να κατανοηθούν οι αιτίες που οδήγησαν στο Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο –όπως και σε κάθε ιμπεριαλιστικό πόλεμο- είναι αναγκαία η σύνδεση οικονομίας και πολιτικής. Πίσω από τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών, τις «κινήσεις» των διάφορων αντιπάλων ή συμμάχων στη διεθνή σκηνή, πρέπει να μελετώνται τα βαθύτερα οικονομικά και ταξικά συμφέροντα. Στο ενδιαφέρον κείμενο που ακολουθεί εξετάζεται η γερμανο-βρετανική αντιπαλότητα που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτός ο διϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός ήταν μια από τις σημαντικότερες αιτίες για το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.

του Alexander Bahar

«Το ξέσπασμα του πολέμου τον Αύγουστο του 1914 έγινε αισθητό σε όλες τις εμπλεκόμενες δυνάμεις, στη Πετρούπολη, στο Λονδίνο και το Παρίσι, όπως επίσης στη Βιέννη και το Βερολίνο ως λύση μιας αφόρητης έντασης. Ήταν μια ένταση που ξεσπούσε επανειλημμένα σε επιφανειακές διακρατικές συγκρούσεις, όμως είχε βαθύτερες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αιτίες». Αυτή η άποψη του δυτικογερμανού ιστορικού Karl Dietrich Erdmann χαρακτηρίζει τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, που είχε οξυνθεί σταδιακά στις δεκαετίες πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Η αντιπαλότητα αυτή μεταξύ της Μ. Βρετανίας και του γερμανικού Ράιχ είχε ιδιαίτερη, αν όχι αποφασιστική σημασία.

Με την ίδρυση του γερμανικού Ράιχ το 1871 δημιουργήθηκε ένας οικονομικός χώρος με σημαντική δυναμική. Ο πληθυσμός αυξήθηκε –εντός αυτών των συνόρων από 24,8 εκατομμύρια το 1816 στα 66,9 εκατομμύρια το 1913. Στη Μ. Βρετανία και την Ιρλανδία το ίδιο χρονικό διάστημα ο πληθυσμός τετραπλασιάστηκε, από 10 περίπου εκατομμύρια στα 40 εκατομμύρια. Ειδικότερα, για τη Μ. Βρετανία και τη Γερμανία προέκυψε από τη δημογραφική εξέλιξη η ανάγκη οικονομικής επέκτασης, όπου η αύξηση του πληθυσμού και η επέκταση της βιομηχανίας και του εμπορίου επηρεάζονταν αμοιβαία. Η Μ. Βρετανία είχε κατά τη βιομηχανική ανάπτυξη στο 19ο αιώνα αρχικά ένα μεγάλο προβάδισμα. Όμως αργότερα, από τα μέσα του αιώνα η Γερμανία την έφτασε πολύ γρήγορα. Από το 1880 έως το 1907 το γερμανικό Ράιχ τετραπλασίασε την εξόρυξη λιθάνθρακα, καλύπτοντας σχεδόν την απόσταση απέναντι στη Μ. Βρετανία, για να την φτάσει περίπου έως το 1914. Η γερμανική παραγωγή χάλυβα και σιδήρου είχε ήδη φτάσει το 1907 τη διπλάσια από αυτή της Μ. Βρετανίας. Αναφορικά με τη συνολική παραγωγή, η Γερμανία σκαρφάλωσε μεταξύ 1880 και 1900 στην τρίτη θέση πίσω από τις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία, για να εκτοπίσει το 1913 τη Μ. Βρετανία από τη δεύτερη θέση. Στα χρόνια πριν από το 1913 τετραπλασιάστηκε το γερμανικό μερίδιο στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή, ενόσω το βρετανικό μειώθηκε κατά ένα τρίτο. Ακόμη πιο δραματικά αναπτύχθηκε το εξωτερικό εμπόριο του γερμανικού Ράιχ. Το 1880 η Μ. Βρετανία έλεγχε το 22,4% του παγκόσμιου εμπορίου, το γερμανικό Ράιχ ακολουθούσε με 10,3% και με μεγάλη απόσταση. Το 1913, αντιθέτως, η Γερμανία με 12,3% , σχεδόν έφτασε τη Μ. Βρετανία, το μερίδιο της οποίας υποχώρησε στα 14,2%. Το γερμανικό Ράιχ ανήλθε έτσι σε δεύτερη εμπορική δύναμη στο κόσμο, ακόμη και τότε που το Λονδίνο επιχείρησε το 1887 με την «Merchandise marks act»[1] να περιορίσει τις γερμανικές εξαγωγές με την προειδοποίηση «Made in Germany». Για το οικονομικό θαύμα μαρτυρούσε επίσης η δραματική αύξηση των ενεργειακών αναγκών στη γερμανική βιομηχανία, η οποία το 1913 παρήγαγε και κατανάλωνε περίπου 20% περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια απ΄ ό,τι η Μ. Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία μαζί. Όπως η (βρετανική) αυτοκρατορία, έτσι και η Γερμανία, παρά το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο, ανάπτυξε ένα θετικό ισοζύγιο πληρωμών λόγω των επενδύσεων κεφαλαίου και των υπηρεσιών της παγκοσμίως, μεταξύ των άλλων, από τα κέρδη της θαλάσσιας ναυσιπλοΐας. Ναι μεν ο ηγετικός ρόλος της Μ. Βρετανίας ως πιστωτής και παγκόσμιος χρηματιστής παρέμεινε όπως και πριν αδιαμφισβήτητος, όμως η ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας προκάλεσε μια έντονη οικονομική ανταγωνιστική πάλη. Και αυτή δεν έμεινε χωρίς συνέπειες στην κυρίαρχη γνώμη στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν και επέδρασε καταπραϋντικά [με την έννοια] ότι η Γερμανία καταλάμβανε την πρώτη θέση στη λίστα πελατών των Βρετανών και το κέντρο βάρους του γερμανικού εμπορίου βρίσκονταν στην Ευρώπη, ενώ αντιθέτως του βρετανικού εμπορίου στις υπερπόντιες χώρες. Η εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας έγινε αντιληπτή στη Μ. Βρετανία ως απειλή, επειδή έδειξε τα όρια της βρετανικής παγκόσμιας κυριαρχίας.

Ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών στο ναυτικό

Η αυξανόμενη οικονομική σημασία του γερμανικού Ράιχ οδήγησε, στο ότι, στους κυρίαρχους κύκλους του έγιναν έντονες οι φωνές για την ύπαρξη ενός αντίστοιχου πολιτικού και στρατιωτικού βάρος του κράτους. Έτσι, ενισχύθηκαν ιδιαίτερα οι ναυτικές δυνάμεις, κάτι που επιβάρυνε στη συνέχεια τις γερμανο-βρετανικές σχέσεις πολύ περισσότερο απ΄ ό,τι ο άμεσος οικονομικός ανταγωνισμός. Η οικοδόμηση του στόλου από το 1898 με διαταγή του κάιζερ Wilhelm II, όφειλε να βγει έξω από τα όρια τής έως τότε παράκτιας άμυνας και να προστατέψει τις γερμανικές εμπορικές και υπερπόντιες συνδέσεις κατά τις διεθνείς κρίσεις ή σε περίπτωση πολέμου από διακοπές. Έτσι, η Γερμανία δεν έπρεπε να είναι μόνο ικανή να διατηρήσει το βηματισμό της στην ανταγωνιστική πάλη για αγορές και παγκόσμια επιρροή, αλλά και να έρθει σε μια νέα θέση ισχύος απέναντι στη Μ. Βρετανία. Από τη σκοπιά του Βερολίνου η οικοδόμηση του στόλου ήταν η αναγκαία συνέπεια της επέκτασης του εμπορίου και της βιομηχανίας. Έγινε προσπάθεια για αυτό, έτσι που πολλοί πίστεψαν ότι για τη Γερμανία είναι δυνατό, μέσω της απλής ύπαρξης και του βάρους τού στόλου, χωρίς πόλεμο, αν και περιλαμβανόταν ο κίνδυνος του πολέμου, να ανέλθει στο κύκλο των παγκόσμιων δυνάμεων και να πιάσει μια «θέση στον ήλιο». Η τεράστια αύξηση των γερμανικών ναυτικών δυνάμεων οδήγησε τους Βρετανούς, ιδιαίτερα σαν απάντηση του τρίτου γερμανικού νόμου για την οικοδόμηση του στόλου το 1908, σε μια δαπανηρή κούρσα των θαλάσσιων εξοπλισμών. Παρ΄ όλα αυτά η Μ. Βρετανία αναγκάστηκε να παραιτηθεί πρακτικά από τα «πρότυπα των δυό δυνάμεων»[2], πάνω στα οποία βασιζόταν η ηγεμονία της. Την απώλεια αυτή προσπάθησε να την αντισταθμίσει με μια Σύμβαση για το στόλο με τη σύμμαχό της στην Αντάντ, τη Γαλλία.

Με βάση τη Συμφωνία, η Γαλλία συγκέντρωσε τα πολεμικά της πλοία στη Μεσόγειο Θάλασσα, έτσι που η Μ. Βρετανία μπόρεσε να μετατοπίσει ένα μέρος των δυνάμεών της και να ενισχύσει σημαντικά τις μονάδες της στα λιμάνια της. Σαν αντάλλαγμα ανέλαβε την υποχρέωση να προστατέψει τη γαλλική βόρεια ακτή σε περίπτωση πολέμου. Αν και η συμμαχία δεν ήταν επίσημη, η Σύμβαση αυτή περιόριζε αισθητά την ελευθερία της απόφασης της βρετανικής κυβέρνησης ανάμεσα στους ανταγωνιστές της ηπείρου, της Γερμανίας και της Γαλλίας.

Ο υπολογισμός του αρχιναύαρχου Alfred von Tirpilz, ο οποίος ισχύει ως ο ιδρυτής του στόλου της ανοιχτής θάλασσας, δεν ήταν τόσο πολύ να εκτοπίσει την Αγγλία μέσω μιας στρατιωτικής επίθεσης από τη θέση της ως κυρίαρχης των θαλασσών. Για το σκοπό αυτό, η γερμανική αρμάδα ακόμη και με βάση τη σχεδιαζόμενη ανάπτυξή της ήταν πολλή αδύναμη. Ο στόλος θα έπρεπε μάλλον να είναι τόσο ισχυρός, που μια επίθεση σ΄ αυτόν να παριστάνει έναν κίνδυνο, ώστε να παρακινήσει το Λονδίνο σε μια συμμαχία με το Βερολίνο, ή τουλάχιστον στη περίπτωση ενός ηπειρωτικού διμέτωπου πολέμου ενάντια στη Γαλλία και τη Ρωσία, να κρατηθεί σε μια ουδέτερη θέση. Ο υπολογισμός όμως αυτός δεν λειτούργησε. Όπως έδειξαν αργότερα η είσοδος στο πόλεμο της Μ. Βρετανίας και η πορεία του βρετανικού αποκλεισμού που στρεφόταν ενάντια στην αυτοκρατορία του κάιζερ, ο υπολογισμός αυτός δεν ήταν μόνο στρατιωτικά ανώριμος, αλλά και πολιτικά καταστροφικός. Ήδη πριν το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου η κοινή γνώμη της Μ. Βρετανίας θεωρούσε την οικοδόμηση του στόλου ως δείκτη για την επιδίωξη της Γερμανίας να αναδειχτεί σε παγκόσμια δύναμη.

Πρότυπο η Πρωσία

Η επιθυμία των κυρίαρχων κύκλων της Γερμανίας να καθορίσουν την παγκόσμια πολιτική, βρήκε την ιδεολογική της έκφραση κυρίως στην ιστοριογραφία εκείνης της περιόδου. Κατά την αντίληψη του Leopold Ranke και της σχολής του φαινόταν να βρίσκεται στη λογική της Ιστορίας, ότι η Γερμανία μετά την εθνική της ενοποίηση και την άνοδό της σε ευρωπαϊκή ηπειρωτική δύναμη, θα αμφισβητούνταν τώρα στους Βρετανούς η κυριαρχία τους στη θάλασσα. Σε αντίθεση με τις παγκόσμιες δυνάμεις Μ. Βρετανία και Ρωσία, η Γερμανία έπρεπε με τον εξοπλισμό του ναυτικού να αντισταθμίσει αυτό που της έλλειπε σε φυσική βαρύτητα. Για το σκοπό αυτό ανακλήθηκε στη μνήμη το πρότυπο της Πρωσίας. Η παλιά μοναρχία των Hohenzollern [σύμφωνα μ΄ αυτή την αντίληψη] εργάστηκε ιδιαίτερα τον 18ο αιώνα με θέληση, πειθαρχία και μεγάλη στρατιωτική προσπάθεια για να ανέβει [η Πρωσία] από το status ενός μικρού ασήμαντου κράτους σε μια αξιοσέβαστη ευρωπαϊκή δύναμη. Ο κοινωνιολόγος Max Weber στην εναρκτήρια διάλεξή του στο Φράιμπουργκ το 1895, εξέφρασε με ακρίβεια την παγκόσμια άποψη του αστικού-φολελεύθερου ιμπεριαλισμού: «Πρέπει να καταλάβουμε ότι η ενοποίηση της Γερμανίας ήταν απλά μια νεανική φάρσα την οποία διέπραξε το έθνος στις παλιές του μέρες, και χάρη της δαπανηρότητάς της καλύτερα να την απέφευγε, αν θα πρεπε να αποτελέσει την κατάληξη και όχι το σημείο αφετηρίας μιας γερμανικής παγκόσμιας πολιτικής δύναμης». Αυτά τα λόγια βρήκαν ζωηρή απήχηση, μεταξύ άλλων, στο συντηρητικό ιστορικό και πολιτικό Hans Delbrück, ο οποίος τον Αύγουστο του 1912 έγραψε στα αντιπροσωπευτικά για το πολιτικό φρόνημα της εθνικής αστικής τάξης Πρωσικά Χρονικά: «Αποτελεί χθεσινή αλήθεια ότι ο στόλος μας δημιουργήθηκε για να προστατέψει το εμπόριό μας, σήμερα πήγαμε τόσο μακριά, που έχουμε το δικαίωμα να θέσουμε έναν υψηλότερο στόχο: Ο στόλος μας δεν πρέπει απλά να προστατεύει το υπερπόντιο εμπόριό μας, αλλά και να μάς δώσει το οφειλόμενο μερίδιο εκείνης της παγκόσμιας κυριαρχίας, η οποία αποδίδει την ουσία της ανθρωπότητας και τον υψηλότερό της προορισμό στα πολιτισμένα έθνη».

Ακόμη κι αν ο Tirpitz δεν είχε δημιουργήσει το πολεμικό ναυτικό αρχικά ως εργαλείο επίθεσης και οι αστοί ιδεολόγοι δεν επιθυμούσαν οπωσδήποτε τον πόλεμο ενάντια στο Ηνωμένο Βασίλειο, στους γερμανικούς ηγετικούς κύκλους κέρδισε σε μεγάλο βαθμό χώρο η πεποίθηση, ότι η «ειρηνική» άνοδος σε παγκόσμια δύναμη δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί σχεδόν καθόλου από την απλή ύπαρξη του στόλου, επειδή η Αγγλία δεν θα εγκατέλειπε ποτέ αμαχητί την ηγεμονία της στους ωκεανούς. Ο ισχυρισμός τους όμως δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη θέση της Μ. Βρετανίας σαν παγκόσμιας δύναμης, παράλληλα με την ολοένα αυξανόμενη εκείνης των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Την υπεροχή του στη θάλασσα όμως το Λονδίνο μπορούσε να την υπερασπιστεί μόνο αν διατηρούνταν η ευρωπαϊκή ισορροπία. Η προσπάθεια της Γερμανίας να τοποθετηθεί δίπλα στη Μ. Βρετανία, εμφανίστηκε απ΄ τη σκοπιά του Λονδίνου ως απειλή για την κυρίαρχη θέση της. Σε περίπτωση που έχανε από την άνοδο της Γερμανίας, τότε η αυτοκρατορία απειλούνταν να υποβιβαστεί σε μια απλή ευρωπαϊκή δύναμη. Αυτό ενίσχυσε στους κυρίαρχους κύκλους της Μ. Βρετανίας την πεποίθηση ότι μια στρατιωτική σύγκρουση με το γερμανικό Ράιχ θα είναι αναπόφευκτη. Οι όλο και πιο πολεμοχαρείς δηλώσεις του κάιζερ και της γερμανικής κυβέρνησης τροφοδοτούσαν την υποψία ότι το Βερολίνο επιδιώκει να κυριαρχήσει σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η οικονομική άνοδος της Γερμανίας και οι φιλοδοξίες της να γίνει μεγάλη δύναμη, γίνονταν επομένως αντιληπτές όλο και περισσότερο, ως απειλή. Ως αποτέλεσμα, οι βρετανικές κυβερνήσεις από το 1904 προσπαθούσαν να απομονώσουν στην εξωτερική πολιτική το γερμανικό Ράιχ.

«German Peril»

Τον Απρίλιο του 1904 η Μ. Βρετανία και η Γαλλία έκλεισαν μια «Entete cordinale» (γαλλ: εγκάρδια συνεννόηση), με την οποία συντόνιζαν αρχικά μόνο τα αποικιακά τους συμφέροντα. Όμως ήδη το 1906 οι υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών των δυό κρατών συμφώνησαν μεταξύ τους να συντονίσουν τη μελλοντική στρατιωτική δράση τους.

Η καθαρή θέση του Λονδίνου να ταχθεί στη πλευρά του Παρισιού –και έτσι ενάντια στη Γερμανία- φάνηκε μεταξύ των άλλων στις δυό κρίσεις του Μαρόκου το 1904-1906 και το 1911. Με τη χώρα του Μαγκρέμπ η Γαλλία προσπάθησε να ενσωματώσει ένα μέχρι τότε κυρίαρχο κράτος στην αποικιακή αυτοκρατορία της, κάτι που έθεσε σε κίνδυνο τις γερμανικές εμπορικές παραχωρήσεις και τα μεταλλευτικά δικαιώματα στο Μαρόκο. Με την αποστολή ενός κανονιοφόρου της Αυτοκρατορίας του κάιζερ στο Αγκαντίρ, η Αγγλία απάντησε απειλώντας να κινηθεί σε πόλεμο εάν κριθεί απαραίτητο μαζί με τη Γαλλία κατά της Γερμανίας. Το 1911 ο βρετανός αρχηγός του Επιτελείου υποσχέθηκε στο γάλλο συνάδελφό του έξι μεραρχίες σε περίπτωση πολέμου με τη Γερμανία. Ήδη τον Αύγουστο του 1907 η Μ. Βρετανία σύναψε μια Συνθήκη με τη Ρωσία, στην οποία τα δυό κράτη οριοθέτησαν τις «ζώνες επιρροής» τους στο Αφγανιστάν και την Περσία. Τον Νοέμβριο του 1907 ο αρχηγός του βρετανικού στρατού ταξίδεψε στην Αγία Πετρούπολη. Σε συνομιλίες με τους Ρώσους στρατηγούς και τους υπουργούς πρότεινε στη Ρωσία να ενισχύσει τα στρατεύματά της στα δυτικά σύνορα.

Ήδη στις 30 Οκτωβρίου 1906 ο Sir Charles Hardinge, υφυπουργός στο υπουργείο Εξωτερικών, επισήμανε σ΄ ένα υπόμνημα: «Πρέπει σε γενικές γραμμές να ληφθεί υπόψη ότι η Γερμανία ως συνέπεια των φιλόδοξων σχεδίων της για μια παγκόσμια πολιτική, για μια ναυτική ηγεμονία και στρατιωτική υπεροχή στην Ευρώπη, είναι ο μοναδικός ενοχλητικός παράγοντας». Και δυό μήνες αργότερα, συνέταξε την 1η Ιανουαρίου 1907, ο Sir Eyre Crow, την περίοδο εκείνη διευθυντής των δυτικών τμημάτων στο υπουργείο Εξωτερικών, ένα υπόμνημα, το οποίο αντανακλούσε την εκτίμηση του «German Peril» (της γερμανικής απειλής) από κορυφαίους πολιτικούς κύκλους στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο απώτερος στόχος της διοίκησης του Ράιχ είναι –κατά την άποψή του- μια «γερμανική ηγεμονία, πρώτα στην Ευρώπη και αργότερα σε ολόκληρο τον κόσμο». Οι δηλώσεις του κάιζερ και όλου του γερμανικού Τύπου απέδειξαν ότι μια γερμανική ηγεμονία ισοδυναμεί με «πολιτική δικτατορία», η οποία είναι η «καταστροφή των ελευθεριών της Ευρώπης». Η Γερμανία, κατά τον Crow, είναι τώρα και στο μέλλον ο μοναδικός ισχυρός αντίπαλος της Αγγλίας. Οι Γερμανοί επεδίωκαν με συνέπεια την κυριαρχία στην Ευρώπη και θα διέλυαν τελικά τη Μ. Βρετανία για να πάρουν τη θέση της.

Επίσης, στη γερμανική πλευρά ήταν όλο και πιο πεπεισμένοι για το αναπόφευκτο ενός πολέμου. Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Hellmuth von Moltke, ο οποίος πίεζε για μια σημαντική αύξηση του στρατού, δήλωσε ωμά απέναντι στον καγκελάριο του Ράιχ von Bethmann Hollweg: «Όλες οι πλευρές προετοιμάζονται για έναν πόλεμο στην Ευρώπη, με τον οποίο υπολογίζουν όλοι αργά ή γρήγορα».

Η γερμανο-βρετανική αποξένωση μπορεί να αναγνωριστεί επίσης από την αλλαγή της εικόνας, την οποία σκίτσαραν οι ιστορικοί στην Αγγλία την ιστορία των ηπειρωτικών τους αντιπάλων, ειδικά εκείνων της Πρωσίας. Από το 1910 περίπου, η άποψη για την Πρωσία αντιστράφηκε. Τώρα παρουσιαζόταν σαν ένα προπύργιο της ανελευθερίας, της δουλοπρέπειας απέναντι στην εξουσία, του μιλιταρισμού και της βίας. Αυτή η Πρωσία ταυτίστηκε από πολλούς ιστορικούς τώρα pars pro toto [ένα μέρος που χαρακτηρίζει το όλο] με όλη τη Γερμανία.

Η σιδηροδρομική γραμμή Βαγδάτης

Στην Εγγύς Ανατολή η Γερμανία μπήκε επίσης σε ανταγωνισμό με τη Μ. Βρετανία. Από το 1888 οι γερμανοί επιχειρηματίες προσπαθούσαν να αξιοποιήσουν την οθωμανική αυτοκρατορία και ειδικότερα τη Μικρά Ασία σαν οικονομικό χώρο. Ένα χρόνο αργότερα μια ομάδα βιομηχάνων και τραπεζιτών με επικεφαλής τη Γερμανική Τράπεζα απέκτησε τη Σύμβαση παραχώρησης για την κατασκευή μιας σιδηροδρομικής γραμμής από την πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη (σημερινή Ισταμπούλ) προς την Άγκυρα, τη λεγόμενη σιδηροδρομική γραμμή της Ανατολίας. Το 1890 η γερμανική και η οθωμανική κυβέρνηση έκλεισαν μια Συνθήκη Φιλίας, Εμπορίου και Ναυσιπλοΐας. Αυτή οδήγησε τρία χρόνια αργότερα, στο να προσφέρει ο σουλτάνος Abdul Hamid II στη Γερμανική Τράπεζα την κατασκευή μιας επιπλέον γραμμής από το Εσκισεχίρ προς το Ικόνιο, η οποία ολοκληρώθηκε το 1896. Το 1898 η Σύμβαση παρατάθηκε. Ο Abdul Hamid II συμφώνησε για την κατασκευή της γραμμής από το Ικόνιο στη Βαγδάτη και ο κάιζερ Wilhelm II έκανε επιπλέον την προσφορά ότι οι γερμανικές εταιρίες θα μπορούσαν να κατασκευάσουν τη σιδηροδρομική γραμμή μέχρι τη Βασόρα και τον Περσικό Κόλπο. Με το έργο μεγάλης κλίμακας που έγινε γνωστό ως «σιδηροδρομική γραμμή Βαγδάτης», η Γερμανία ήταν έτοιμη να διεισδύσει και στο Ιράκ (που τότε ανήκε ακόμη στην οθωμανική αυτοκρατορία) και να συνδέσει την Εγγύς Ανατολή με την Ευρώπη.

Η γερμανική κυβέρνηση του Ράιχ αναγνώρισε από νωρίς ότι το σχέδιο σιδηροδρομική γραμμή Βαγδάτης, χωρίς την έγκριση των κυβερνήσεων στο Λονδίνο και το Παρίσι θα οδηγούσε σε δυσκολίες. Εκτός αυτού, ήταν δύσκολο να χρηματοδοτηθεί χωρίς τη βρετανική και τη γαλλική συμμετοχή κεφαλαίου. Παρά τις προσπάθειες του Wilhelm II η οικονομική στήριξη από το Λονδίνο και το Παρίσι παρέμεινε πολλή μικρή. Αντ΄ αυτού, το 1903 ο βρετανικός Τύπος ξεκίνησε μια έντονη καμπάνια ενάντια στο γερμανο-οθωμανικό σχέδιο. Γεωλόγοι ανακάλυψαν μεταξύ Μοσούλης και Βαγδάτης πετρέλαιο. Η πορεία που είχε σχεδιαστεί για την τελευταία γραμμή θα έπρεπε να περνούσε μέσα από μια περιοχή, στην οποία εικαζόταν ότι υπήρχαν τεράστια αποθέματα. Η Μ. Βρετανία –τότε ακόμη χωρίς ιδίους πόρους πετρελαίου- προσπάθησε να αποκτήσει πρόσβαση στο Ιράκ και την Περσία και να εξασφαλίσει τα νέα κοιτάσματα που είχαν ανακαλυφθεί. Μέχρι το τέλος του αιώνα μόνο οι ΗΠΑ, το Μεξικό και η Ρωσία είχαν εξορύξει πετρέλαιο σε μεγάλες ποσότητες. Το νέο ενεργειακό προϊόν επαναστατικοποίησε γρήγορα την τεχνική. Από το 1870 τα πρώτα πλοία ταξίδευαν με πετρέλαιο αντί του κάρβουνου, τετραπλασιάζοντας την ακτίνα δράσης τους. Το αργότερο με την εφεύρεση του βενζινοκινητήρα (1883) και του πετρελαιοκινητήρα (1893) η κατοχή πηγών πετρελαίου απέκτησε οικονομική ενδεχομένως και στρατιωτική σημασία. 

Όταν ξεκίνησε η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Βαγδάτης το 1903, οι βρετανοί στρατιωτικοί και οι εμπειρογνώμονες πετρελαίου βρίσκονταν ήδη επί δυό χρόνια στο Κουβέιτ (τότε επίσης τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας), μόλις 100 χιλιόμετρα νότια της Βασόρας, όπου θα έπρεπε να οδηγήσει η σιδηροδρομική γραμμή μετά την ολοκλήρωσή της. Το 1899 οι Βρετανοί υπέγραψαν με τον εμίρη του Κουβέιτ μια Σύμβαση. Σ΄ αυτήν ο εμίρης αποδέχτηκε ότι ούτε αυτός ούτε οι κληρονόμοι του θα υπέγραφαν ποτέ  Συμβάσεις για την εγκατάσταση τρίτων δυνάμεων στο Κουβέιτ. Το 1901 το Λονδίνο εξανάγκασε την οθωμανική κυβέρνηση με την αποστολή πολεμικών πλοίων στο Κουβέιτ να αποδεχτεί ένα βρετανικό «προτεκτοράτο» πάνω στο εμιράτο. Δώδεκα χρόνια αργότερα οι Βρετανοί άφησαν να μεταβιβαστούν από τον εμίρη του Κουβέιτ οι παραχωρήσεις πετρελαίου στο πριγκιπάτο. Το ίδιο έτος η κυβέρνηση του Λονδίνου απέκτησε την πλειοψηφία των μετοχών στην περσική εταιρία πετρελαίου. Στη συνέχεια η Μ. Βρετανία θεωρούσε την περιοχή του Κόλπου σαν ουσιαστική σφαίρα επιρροής και συμφερόντων της. Ήδη το προηγούμενο έτος η οθωμανική κυβέρνηση μεταβίβασε στη Γερμανική Τράπεζα τις παραχωρήσεις για όλα τα κοιτάσματα πετρελαίου και ορυκτών 20 χιλιομέτρων εκατέρωθεν της σιδηροδρομικής γραμμής μέχρι τη Μοσούλη ως αντιστάθμιση για τα κόστη της στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής. Με τη σιδηροδρομική γραμμή Βαγδάτης άνοιξε επομένως για τη γερμανική οικονομία όχι μόνο μια νέα αγορά, αλλά και η προοπτική στα πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου για ιδία χρήση. Ωστόσο, το γερμανικό Ράιχ έρχονταν έτσι όλο και περισσότερο σε σύγκρουση με τις βρετανικές φιλοδοξίες για τα πετρελαιοφόρα κοιτάσματα στην Περσία, στο Ιράκ και το Κουβέιτ. Όχι ως μεμονωμένος παράγοντας, όμως σε συνδυασμό με την ταχεία γερμανική οικονομική ανάπτυξη, το γερμανικό εμπορικό ανταγωνισμό στη στεριά και στις υπερπόντιες χώρες, τον τεράστιο γερμανικό ναυτικό εξοπλισμό και την πολεμοχαρή εμφάνιση της Γερμανίας στη παγκόσμια σκηνή, το σχέδιο σιδηροδρομική γραμμή Βαγδάτης σήμαινε έτσι μια επικίνδυνη όξυνση της γερμανο-βρετανικής αντιπαλότητας.

Μεταξύ 1908 και 1913, οι στρατιωτικές δαπάνες των έξι μεγαλύτερων ευρωπαϊκών κρατών αυξήθηκαν συνολικά κατά 50%. Σχεδόν όλες οι μεγάλες δυνάμεις ξόδευαν τώρα από 5% έως 6% του εθνικού εισοδήματος για τις ένοπλες δυνάμεις τους. Όμως «παρά την επιταχυνόμενη κούρσα των εξοπλισμών στα τελευταία πέντε ή έξι χρόνια, εμφανίστηκαν οι πρώτοι έξι μήνες του 1914 σαν ένα ασυνήθιστο διάλειμμα ηρεμίας και ειρήνης, το οποίο δεν διαταράχτηκε από καμιά διεθνή διαμάχη. … Οι ευρωπαϊκές μεγάλες δυνάμεις φαινόταν ότι τα πήγαιναν μεταξύ τους πολύ καλά…», γράφει ο Adam Hochschild στο αξιανάγνωστο βιβλίο του «Ο μεγάλος πόλεμος. Η παρακμή της παλιάς Ευρώπης στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο». Τα φαινόμενα απατούν, όπως ξέρουμε.

Πηγή: junge Welt, 04/06/2014

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Όταν στα τέλη του 19ου αιώνα άρχισε η εκβιομηχάνιση πολλών ευρωπαϊκών χωρών, η Μ. Βρετανία προσπάθησε να κάνει ευδιάκριτα τα εμπορεύματα που εισήγαγε μ΄ έναν χαρακτηρισμό, ότι αυτά είναι δήθεν κατώτερης ποιότητας (π.χ. απομιμήσεις προϊόντων). Στις 23 Αυγούστου 1887 ψηφίστηκε ο βρετανικός νόμος (Merchandise Marks Act), ο οποίος όριζε ότι τα εμπορεύματα θα πρέπει να φέρουν σαφώς ένδειξη με τη χώρα προέλευσης. Έτσι θα γινόταν δυνατή η αναγνώριση των εισαχθέντων εμπορευμάτων στους βρετανούς αγοραστές –ειδικά εκείνων που προέρχονταν από την Ευρώπη (ΣτΜ).

[2] Two-Power Standard: Αρχή του βρετανικού εξοπλισμού για το στόλο, που ίσχυσε από το 1889 έως το 1914, σύμφωνα με την οποία ο βρετανικός στόλος έπρεπε διαρκώς να είναι τουλάχιστον τόσο ισχυρός όσο οι δυό επόμενοι σε μέγεθος στόλοι μαζί.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.