Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Ο ιμπεριαλισμός (Β΄)



του Παναγιώτη Γαβάνα

Στην παρούσα μπροσούρα εξετάζεται ένα από τα καίρια ζητήματα γύρω από το οποίο διεξάγονται τα τελευταία χρόνια μια σειρά από αντιπαραθέσεις μέσα στο μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα: το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Η οξύτητα την οποία παίρνουν κάποτε αυτές οι αντιπαραθέσεις, δεν οφείλεται μόνο σε παλιές υπαρκτές διαφορές απόψεων ή αντιλήψεων, αλλά και στο ότι προκύπτουν διαρκώς νέα ερωτήματα που ζητούν απάντηση, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε διαρκές προτσές αλλαγής. Η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό, αποτελεί σ΄ αυτό το πεδίο ένα όπλο αναντικατάστατο.



Μέρος Β΄


4. ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ ΚΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

4.1. Ο σχηματισμός των τραπεζικών μονοπωλίων

Η ανάπτυξη του βιομηχανικού μονοπωλίου είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αντικατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού από το μονοπώλιο στις τράπεζες. Σε στενή αλληλεξάρτηση με τα προτσές στην υλική παραγωγή, έλαβε χώρα με τη μετάβαση του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο και μια τεράστια συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του τραπεζικού κεφαλαίου. Αυτή αποτέλεσε τη βάση για το σχηματισμό των τραπεζικών μονοπωλίων. Ο Λένιν γράφει: «Μονοπώλιο – να η τελευταία λέξη της “νεότατης φάσης ανάπτυξης του καπιταλισμού”. Οι παραστάσεις μας όμως για την πραγματική δύναμη και σημασία των σύγχρονων μονοπωλίων θα ήταν πολύ ανεπαρκείς, ατελείς και μειωμένες, αν δεν παίρναμε υπόψη το ρόλο των τραπεζών»[39].

Η τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η επικράτηση των μονοπωλίων στη βιομηχανία αύξησαν σημαντικά τις απαιτήσεις για συσσώρευση του κεφαλαίου. Στο βαθμό τού πως κατέληγε σε αντίφαση η ανάγκη για συσσώρευση του κεφαλαίου στους μονοπωλιακούς κλάδους με τις περιορισμένες δυνατότητες της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, έπρεπε να εξασφαλιστεί η αναγκαία προκαταβολή κεφαλαίου σε όλο και μεγαλύτερη έκταση μέσω της συγκεντροποίησης. Η πίστωση και το πλασματικό κεφάλαιο (μετοχικό κεφάλαιο) έγιναν οι ισχυρότεροι μοχλοί αυτής της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, πάνω στη βάση των οποίων έγινε δυνατό να τελεστεί μια τεράστια ανακατανομή της κοινωνικής εργασίας πάνω στους νέους κλάδους.

Για να ανταπεξέλθει στις νέες απαιτήσεις η κινητικότητα του κεφαλαίου, ήταν αναγκαία νέα μεγέθη στο τραπεζικό κεφάλαιο. Από τις τράπεζες για παράδειγμα υπήρχε ζήτηση μεγαλύτερων πιστώσεων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι τράπεζες που έδιναν πιστώσεις στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν σε τέτοιου είδους απαιτήσεις. Η ώθηση για την επιτάχυνση της συγκεντροποίησης των τραπεζών μέσω του μονοπωλισμού στην υλική παραγωγή, επιτεύχθηκε με τέτοιο τρόπο, που οι μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις κατέθεταν το προσωρινά ελεύθερο χρηματικό τους κεφάλαιο σε συγκεκριμένες τράπεζες που τις είχαν σε προτίμηση, κάτι που ενίσχυσε τη θέση τους σε σχέση με τις υπόλοιπες τράπεζες και τις έφερε στη θέση να αποφασίζουν προς όφελός τους στην ανταγωνιστική πάλη μέσα στον κόσμο των τραπεζών.

Πως εκφράζεται όμως η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του τραπεζικού κεφαλαίου, σαν βάση της μετατροπής του ελεύθερου ανταγωνισμού σε μονοπώλιο, στις τράπεζες; Η συγκέντρωση του τραπεζικού κεφαλαίου εκφράζεται με το ότι στις ξεχωριστές τράπεζες αυξάνει τόσο το ιδίον κεφάλαιο όσο και οι καταθέσεις. Η αύξηση της συρροής των καταθέσεων εξηγείται από πολλούς λόγους. Πρώτο: Με τη συγκέντρωση της παραγωγής αυξάνει και η μάζα του κέρδους που παίρνεται απ΄ όλη την κοινωνία. Δεύτερο: Η αύξηση της παραγωγής συνοδεύεται από άνοδο στο ειδικό βάρος του σταθερού κεφαλαίου. Συνεπώς, μέσα στο σύμπλεγμα των μέσων πού διαθέτουν οι επιχειρήσεις αυξάνει το μερίδιο και ο όγκος των κεφαλαίων απόσβεσης, που ένα σημαντικό τους μέρος, πριν ακόμη φτάσει η προθεσμία χρήσης τους, πηγαίνει στις τράπεζες με τη μορφή καταθέσεων. Τρίτο: Όσο πιο μεγάλη είναι η παραγωγή, τόσο περισσότερο παρεμποδίζεται η χρησιμοποίηση σ΄ αυτή μικρών κεφαλαίων. Απ΄ αυτή την αιτία πολλοί μικροί επιχειρηματίες μετατρέπονται σε τοκοσυντήρητους, καταθέτοντας τα κεφάλαιά τους στις τράπεζες[40]

Το μονοπώλιο των τραπεζών προέρχεται έτσι απ΄ την ανταγωνιστική πάλη και τις καταθέσεις. Και μάλιστα αποτελεί ένα διπλό μονοπώλιο: Αφενός, εξαιτίας του μονοπωλισμού των τραπεζικών καταθέσεων, μέσω της εξέτασης των τραπεζικών λογαριασμών, οι τράπεζες αποκτούν μια ακριβή εικόνα της κατάστασης των συναλλαγών των πελατών τους και μ΄ αυτό τον τρόπο αποκτούν μια ελεγκτική, και στην παραπέρα πορεία, μια κυρίαρχη θέση πάνω τους. Αφετέρου, η μονοπώληση της πίστωσης, μετατρέποντας το μονοπώλιο των τραπεζών σε ένα διπλό μονοπώλιο.

Για τις τράπεζες οι καταθέσεις αποτελούν την αποφασιστική βάση των πιστωτικών τους συναλλαγών. Οι τράπεζες «εργάζονται» κυρίως με ξένα χρήματα και χρηματικό κεφάλαιο. Εξαιτίας της ανταγωνιστικής πάλης το δάνειο αναπτύσσεται σε μια συνθήκη ύπαρξης των βιομήχανων κεφαλαιοκρατών. Η κατοχή αυτών των πιστωτικών μέσων από τις μεγάλες τράπεζες μετατρέπεται έτσι σε οικονομική βάση της μονοπωλιακής τους θέσης και αναπτύσσεται σε μια θέση κυριαρχίας πάνω στους πιστολήπτες. Επομένως, ακόμη κι εδώ το μονοπώλιο σαν μια παραπέρα αναπτυγμένη κεφαλαιακή σχέση, αποτελεί σχέση κυριαρχίας. Οι τράπεζες αποκτούν, όπως επισημαίνει ο Λένιν, τη δυνατότητα «στην αρχή να ξέρουν με ακρίβεια την κατάσταση των διαφόρων καπιταλιστών, ύστερα να τους ελέγχουν, να τους επηρεάζουν με την επέκταση ή τον περιορισμό, τη διευκόλυνση ή το δυσκόλεμα της πίστωσης, και τέλος να καθορίζουν απόλυτα την τύχη τους, να καθορίζουν τα εισοδήματά τους, να τους στερούν το κεφάλαιο ή να τους δίνουν τη δυνατότητα ν΄ αυξάνουν το κεφάλαιό τους γρήγορα και σε τεράστιες διαστάσεις κτλ»[41].

Η συγκεντροποίηση του τραπεζικού κεφαλαίου αντιθέτως, επιτυγχάνεται με τον εκτοπισμό των μικρότερων από τις μεγαλύτερες τράπεζες καθώς και με τη συνένωση των μεγάλων τραπεζών και το σχηματισμό τραπεζικών μονοπωλίων. Ο Λένιν υπογραμμίζει ότι στη βάση της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του τραπεζικού κεφαλαίου, ανάμεσα στις τράπεζες αυτές, «που εξαιτίας της διαδικασίας συγκέντρωσης παραμένουν επικεφαλής όλης της καπιταλιστικής οικονομίας, παρατηρείται και δυναμώνει φυσικά όλο και περισσότερο η τάση προς μια μονοπωλιακή συμφωνία, προς ένα τραστ των τραπεζών»[42].

Το τραπεζικό μονοπώλιο αποτελεί μαζί με το βιομηχανικό μονοπώλιο ένα σημαντικό τρόπο ύπαρξης του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Αυτό γεννιέται στη συνάφεια με το μονοπωλισμό της βιομηχανίας πάνω στη βάση της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο τραπεζικό σύστημα. Τον πυρήνα του τραπεζικού μονοπωλίου σχηματίζουν κυρίως οι μονοπωλιακές τράπεζες συναλλαγών και εμπορίου, οι οποίες λειτουργούν σαν κεντρικά ταμεία, σαν μεσολαβητές πληρωμών και πιστωτές των βιομηχανικών επιχειρήσεων, καλύπτοντας ολόκληρη τη χώρα με ένα πυκνό δίκτυο με υποκαταστήματα.

Το προτσές μονοπωλισμού των τραπεζών έφθασε σ΄ ένα σημείο, που το σύνολο των χρημάτων και της καπιταλιστικής αγοράς να κυριαρχείται από μερικά τραπεζικά μονοπώλια και τα υποκαταστήματά τους. Από την εποχή του Λένιν μέχρι σήμερα η συγκεντροποίηση στη σφαίρα των τραπεζών έκανε πολλά βήματα μπροστά, έτσι που σήμερα τα τραπεζικά μονοπώλια είναι λιγότερα και συγκεντρώνουν μεγαλύτερα ποσοστά καταθέσεων. Στις αρχές του 20ου αιώνα στη Γερμανία κυριαρχούσαν 6 έως 8 τράπεζες. Αντιθέτως, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στη παλιά Δυτική Γερμανία, ενώθηκαν οι τρεις μεγάλες τράπεζες, Deutsche Bank, Dresdner Bank και Commerzbank με πάνω από 120.000 εργαζόμενους –ενώ ταυτόχρονα υπήρχαν ακόμη 317 πιστωτικές τράπεζες- έχοντας το 48% των συνολικών περιουσιακών στοιχείων όλων των πιστωτικών τραπεζών. Αν συμπεριληφθούν και οι θυγατρικές τους εταιρίες, τότε το μερίδιό τους αυξήθηκε μεταξύ 55% - 58%, ενώ συγκέντρωναν πάνω από το 65% των τραπεζικών καταθέσεων. Έτσι κατείχαν μια μονοπωλιακή θέση, κυρίως στο πεδίο της μακροπρόθεσμης πιστωτικής παροχής. Ανάλογα προτσές έλαβαν χώρα και στις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Όπως στη βιομηχανία έτσι και στο τραπεζικό σύστημα η μετάβαση στο μεγάλο κεφάλαιο έγινε κυρίως με τη μορφή της μετοχικής εταιρίας, η οποία πρόσφερε τις καλύτερες δυνατότητες να βρεθεί η μάζα εκείνων των μέσων, τα οποία ήταν αναγκαία για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των βιομηχανικών και τραπεζικών μονοπωλίων.


4.2. Ο νέος ρόλος των τραπεζών

Ο εκτοπισμός του ελεύθερου ανταγωνισμού από το μονοπώλιο στο τραπεζικό σύστημα προκάλεσε αλλαγές στο ρόλο των τραπεζών. «Στο βαθμό που αναπτύσσεται η τραπεζική δραστηριότητα και συγκεντρώνεται σε λίγα ιδρύματα, οι τράπεζες μετεξελίσσονται από το μετριόφρονα ρόλο των μεσολαβητών σε πανίσχυρους μονοπωλητές, που διαθέτουν σχεδόν όλο το χρηματικό κεφάλαιο των καπιταλιστών και των μικρονοικοκυραίων, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των μέσων παραγωγής και των πηγών πρώτων υλών σε μια δοσμένη χώρα ή σε μια ολόκληρη σειρά χωρών»[43].

Στο βαθμό, που το υψηλά συγκεντροποιημένο τραπεζικό κεφάλαιο αποκτά το μονοπώλιο μέσω των προσωρινά ελεύθερων χρηματικών μέσων της κοινωνίας και του πιστωτικού κεφαλαίου, μετατρέπεται ο ρόλος των τραπεζών από απλούς μεσολαβητές πληρωμών, σε μια λειτουργία από ελεγκτές των συναφειών της παραγωγής και αναπαραγωγής, παίρνοντας μεγάλες διαστάσεις στο σύνολο της οικονομίας. 

«Βλέπουμε πόσο γρήγορα αναπτύσσεται το πυκνό δίχτυ των καναλιών που αγκαλιάζουν όλη τη χώρα, συγκεντροποιούν όλα τα κεφάλαια και τα χρηματικά έσοδα, μετατρέπουν χιλιάδες και χιλιάδες σκόρπια νοικοκυριά σε μια ενιαία, πανεθνική καπιταλιστική και ύστερα σε παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία»[44]. Τα τραπεζικά μονοπώλια, τα οποία αποτελούν τα πιο σημαντικά νεύρα του συνολικού καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, συνενώνουν μέσα τους πολλές κατηγορίες των τραπεζικών συναλλαγών (πιστωτικές συναλλαγές, διαχείριση λογαριασμών, καταθέσεις, εκδόσεις αξιόγραφων, διαπραγματεύσεις για αξιόγραφα, διαχείριση περιουσιακών στοιχείων κτλ). Σε αυξανόμενο βαθμό αναλαμβάνουν επίσης καθήκοντα των χρηματιστηρίων με το να εκδίδουν μετοχές (και άλλα αξιόγραφα). Επιπλέον, αναλαμβάνουν αυξητικά το ρόλο της φύλαξης μετοχών. Οι τράπεζες ασκούν έτσι το λεγόμενο δικαίωμα απόφασης στη φύλαξη, κάτι που τους παρέχει μια ισχυρή επιρροή στις μετοχικές εταιρίες. Ταυτόχρονα οι τράπεζες αποκτούν δικές τους μετοχές μέσω της συμμετοχής σε άλλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις, κυρίως στη βιομηχανία, και με τον τρόπο αυτό μετατρέπονται σε άμεσους μεσολαβητές στη παραγωγή.

Ο μονοπωλισμός της παραγωγής ωθείται αποφασιστικά μέσω των τραπεζικών μονοπωλίων. Αυτό συμβαίνει μέσω της διαμόρφωσης των όρων πίστωσης και την προτίμηση των μεγάλων επιχειρήσεων κατά την χορήγηση πιστώσεων όσο επίσης και κατά την απόκτηση πακέτων μετοχών από τις βιομηχανικές εταιρίες ή αντίστοιχα τη συμμετοχή κεφαλαίων. Τα τραπεζικά μονοπώλια τα εκπροσωπούν επίσης οι αντιπρόσωποί τους στα συμβούλια επιτήρησης των βιομηχανικών επιχειρήσεων και απαιτούν ή εξαναγκάζουν σε συμφωνίες μεταξύ των μεγάλων επιχειρήσεων, ώστε να αυξήσουν την ασφάλεια των πιστώσεών τους και τον τοκισμό τους. Μέσω αυτής της επιρροής των τραπεζών σχηματίζεται ένας νέος τύπος σχέσεων μεταξύ βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου.

Στον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού, όπου οι συναλλαγές των τραπεζών κατά κανόνα ήταν κατακερματισμένες σε πολλούς μικρούς πελάτες, οι οποίοι συχνά άλλαζαν, επικρατούσε η βραχυπρόθεσμη πίστωση. Στον ιμπεριαλισμό προέκυψε μια νέα κατάσταση: Η μετατόπιση του κέντρου βάρους σε μακροπρόθεσμη πίστωση κεφαλαίου σταθεροποίησε τις σχέσεις μεταξύ τράπεζας και βιομηχανίας. Οι μεγάλες τράπεζες δημιούργησαν ένα σταθερό κύκλο πελατών μεταξύ των μεγαλύτερων και ικανών προς επέκταση βιομηχανικών επιχειρήσεων. Σε συμφωνίες, είδους καρτέλ, μεταξύ των λίγων ανταγωνιστριών μεγάλων τραπεζών, εξασφαλίστηκε από αυτές κάθε συγκεκριμένη βιομηχανική σφαίρα επιρροής. Περισσότερες μεγάλες τράπεζες συνενώθηκαν προσωρινά σε κοινοπραξίες για την αντιμετώπιση οικονομικών συναλλαγών, οι οποίες ξεπέρασαν και τις δυνατότητες ακόμη και των μεγαλύτερων τραπεζών. Ο Λένιν εκτιμά αυτές τις διαδικασίες σαν ενδείξεις για το ότι «μαζί με τη συγκέντρωση του κεφαλαίου και την ανάπτυξη του κύκλου εργασιών των τραπεζών αλλάζει ριζικά και η σημασία τους. […]. Η τράπεζα, όταν κρατά τον τρέχοντα λογαριασμό μερικών καπιταλιστών, φαίνεται σαν να εκπληρώνει μια καθαρά τεχνική, αποκλειστικά βοηθητική πράξη. Όταν όμως η πράξη αυτή αναπτύσσεται σε γιγάντιες διαστάσεις, τότε αποδείχνεται ότι μια χούφτα μονοπωλητές υποτάσσουν τις εμπορικές και βιομηχανικές πράξεις όλης της καπιταλιστικής κοινωνίας…»[45]

Οι μεγάλες τράπεζες παίζουν ένα ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ίδρυση μετοχικών εταιριών, και όπως προαναφέρθηκε, στην εγγύηση πιστώσεων. Εδώ πρόκειται για μεσολάβηση από κοινοπραξίες τραπεζών, δηλαδή από μια ομάδα μεγάλων τραπεζών. Οι κοινοπραξίες τραπεζών προκαταβάλλουν το αρχικό (ιδρυτικό) κεφάλαιο και οργανώνουν την πώληση των μετοχών. Μ΄ αυτό τον τρόπο κινητοποιούν ελεύθερο χρηματικό κεφάλαιο, που οι ίδιοι οι κάτοχοι σαν ξεχωριστοί βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες δεν θέλουν ή δεν μπορούν να αξιοποιήσουν, επειδή με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων το ελάχιστο κεφάλαιο για μια νέα βιομηχανική επιχείρηση έχει αυξηθεί σημαντικά. Η ίδρυση των μετοχικών εταιριών αντιθέτως, το κάνει αυτό δυνατό, δηλαδή, τον εξοπλισμό των μεγάλων επιχειρήσεων με την πιο σύγχρονη τεχνική, για τον οποίο ένας ξεχωριστός κεφαλαιοκράτης δεν θα μπορούσε να βρει το αναγκαίο κεφάλαιο.

Για τις μεγάλες τράπεζες με τη σειρά τους, η ίδρυση των μετοχικών εταιριών, η έκδοση και η πώληση μετοχών απ΄ τη μεριά τους, αποτελούν μια συναλλαγή που αποφέρει ιδιαίτερα μεγάλα κέρδη. Όπως συμβαίνει και με τις πιστώσεις, οι τράπεζες δεν προκαταβάλουν δικό τους χρηματικό κεφάλαιο, αλλά τα χρήματα των καταθετών τους, τα οποία μετατρέπονται έτσι για αυτές σε χρηματικό κεφάλαιο. Το ιδίον κεφάλαιο των τραπεζών ανέρχεται σε σχέση με τις καταθέσεις, με τις οποίες κάνουν τις πιστωτικές και τις χρηματικές τους συναλλαγές, κατά κανόνα μόνο σε 4% - 5%. Και οι μετοχές, όπως έχει ήδη διαπιστώσει ο Μαρξ, δεν είναι πραγματικό αλλά πλασματικό κεφάλαιο. Το πραγματικό κεφάλαιο τοποθετείται κατά την ίδρυση των μετοχικών εταιριών στις εγκαταστάσεις στη παραγωγή και χρησιμοποιείται επίσης για την αγορά των εργατικών δυνάμεων. Οι τράπεζες μετατρέπουν επομένως το χρηματικό κεφάλαιο σε παραγωγικό κεφάλαιο. Το προτσές παραγωγής και αξιοποίησης τίθεται σε κίνηση κάτω απ΄ τη διεύθυνση των τεχνικών και εμπορικών διευθυντών.

Μέσω της πώλησης των μετοχών οι τράπεζες αποκτούν ξανά πίσω το χρηματικό κεφάλαιο. Οι αγοραστές των μετοχών, οι μέτοχοι, δίνουν σ΄ αυτές τα χρήματά τους ώστε αυτά να αξιοποιηθούν σαν κεφάλαιο, και προς αντάλλαγμα αποκτούν τις μετοχές. Τα χρήματά τους αξιοποιούνται σαν κεφάλαιο, αποκτώντας ένα μέρος από τα κέρδη των μετοχικών εταιριών με τη μορφή του μερίσματος. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι, οι μετοχές δεν είναι ένα μέρος του κεφαλαίου το οποίο τοποθετείται στη παραγωγή, αλλά απλά το δικαίωμα σε ένα μέρος του κέρδους, το οποίο εκθλίβει το βιομηχανικό κεφάλαιο από τους εργάτες. 

Η τιμή των μετοχών καθορίζεται από το ύψος του μερίσματος σε σχέση με τον πιστωτικό τόκο που κυριαρχεί (στη δεδομένη χρονική περίοδο) για τις αποταμιεύσεις ή τις τραπεζικές καταθέσεις και για μακροπρόθεσμες πιστώσεις. Στη γλώσσα της οικονομίας αυτό ονομάζεται κεφαλαιοποίηση του μερίσματος. Αυτό σημαίνει, ότι η τρέχουσα τιμή των μετοχών (δηλαδή η τιμή πώλησης και αγοράς των μετοχών στην αγορά χρεογράφων) αυξάνεται με βάση τον τύπο

                                    Τρέχουσα τιμή μετοχής = (μέρισμα / πιστωτικός τόκος) x 100


πάνω από την ονομαστική τους αξία (δηλαδή το χρηματικό ποσό που αναγράφεται στη μετοχή), όταν το μέρισμα είναι υψηλότερο από τον πιστωτικό τόκο, και πέφτει κάτω από την ονομαστική τους αξία όταν αυτό είναι χαμηλότερο από τον πιστωτικό τόκο. Ώστε, λοιπόν, η τρέχουσα τιμή των μετοχών είναι κατά μέσο όρο ίση με το μέρισμα συν το μέσο επίπεδο του τόκου κεφαλαιοποιημένο. Το κεφάλαιο που έχει τοποθετηθεί στις μετοχές, υπάρχει επομένως μόνο στο κεφάλι των μετόχων, επειδή τα χρήματα που δόθηκαν από αυτούς για την αγορά των μετοχών βρίσκονται πάλι στα χέρια των τραπεζών οι οποίες έχουν εκδώσει τις μετοχές. Οι μετοχές που εκδίδονται από μια μετοχική εταιρία χωρίζονται σε προνομιούχες και κανονικές. Οι προνομιούχες μετοχές εγγυούνται ένα ετήσιο συγκεκριμένο μέρισμα, ενώ στις κανονικές μετοχές το ύψος του μερίσματος είναι ακαθόριστο.

Η μεγάλη συναλλαγή κερδών των τραπεζών κατά την έκδοση των μετοχών, βασίζεται, στο ότι αυτές πουλούν τις μετοχές όταν οι νεοϊδρυθείσες βιομηχανικές επιχειρήσεις έχουν τεθεί σε λειτουργία και επομένως αποφέρουν επίσης μερίσματα ή τουλάχιστον αναμένεται ότι θα αποφέρουν, επειδή τότε πουλούν αυτές τις μετοχές σε μια τιμή η οποία βρίσκεται πάνω από την ονομαστική τους αξία. Έτσι, δεν αποκτούν πίσω μόνο το χρηματικό κεφάλαιο που έχουν προκαταβάλλει, αλλά ένα σημαντικά υψηλότερο, συχνά το διπλάσιο ή τριπλάσιο. Ο Ρούντολφ Χίλφερντινγκ ονόμασε αυτό το κέρδος των τραπεζών ιδρυτικό κέρδος. Ο Λένιν επισημαίνει τώρα ότι με τον τρόπο αυτό οι μεγάλες τράπεζες κατόρθωσαν να αποκτήσουν δισεκατομμύρια κέρδη και έτσι μπόρεσαν να βελτιώσουν τη μονοπωλιακή τους θέση[45]

Βασιζόμενος πάνω σ΄ αυτά τα αποτελέσματα της ανάλυσής του, ο Λένιν καταλήγει σε ένα από τα πιο σημαντικά συμπεράσματά του: Οι συναλλαγές έκδοσης μετοχών και αξιόγραφων των μεγάλων τραπεζών σχηματίζουν τη βάση για την ανάπτυξη του μονοπωλίου σαν παραπέρα αναπτυγμένη καπιταλιστική σχέση παραγωγής. Αυτή οδηγεί στη συγχώνευση του βιομηχανικού και τραπεζικού μονοπωλίου σε χρηματιστικό κεφάλαιο. Πως φτάνουμε όμως σ΄ αυτή τη συγχώνευση;


5. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΗ ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ

5.1. Ο σχηματισμός του χρηματιστικού κεφαλαίου

Οι μονοπωλιακές τράπεζες για να επιτύχουν υψηλά μονοπωλιακά κέρδη δεν καταγίνονται μόνο με την πώληση αξιόγραφων κτλ, αλλά κατά την ίδρυση των μετοχικών εταιριών κρατούν και οι ίδιες ένα σημαντικό μέρος των μετοχών στην κατοχή τους. Κατά την αντίστοιχη τιμή οι μετοχές αυτές δεν κοστίζουν τίποτα, η κατοχή τους όμως εξασφαλίζει σ΄ αυτές ένα μεγάλο βαθμό επιρροής πάνω στις επιχειρήσεις. Έτσι, το ιδρυτικό τους κέρδος παίρνει τη μορφή μιας συμμετοχής. Τις εταιρίες που έχουν υψηλά κέρδη, οι τράπεζες-μονοπώλια τις εξαναγκάζουν να συμμετέχουν και οι ίδιες με έναν άλλο τρόπο: Οι τράπεζες εγγυώνται πιστώσεις μόνο με την προϋπόθεση να αφεθεί σ΄ αυτές ένα «πακέτο μετοχών» με το οποίο μπορούν να καθορίζουν αποφασιστικά τη διεύθυνση των συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Απ΄ την άλλη μεριά οι κάτοχοι των μονοπωλιακών βιομηχανικών επιχειρήσεων ενδιαφέρονται να αποκτήσουν αυξημένη συμμετοχή στις μεγάλες τράπεζες επειδή έτσι μπορούν να πάρουν υψηλές πιστώσεις και να επιτύχουν μια υψηλότερη μονοπωλιακή θέση, επομένως να πραγματοποιήσουν υψηλά μονοπωλιακά κέρδη. 

Η κυρίαρχη θέση των τραπεζικών μονοπωλίων δεν επιτρέπεται μολαταύτα να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στον ιμπεριαλισμό το βιομηχανικό κεφάλαιο είναι έρμαιο των τραπεζών και ότι αυτές ασκούν μια υπαγόρευση πάνω στα βιομηχανικά μονοπώλια. Όπως τα τραπεζικά μονοπώλια διεισδύουν στα βιομηχανικά κοντσέρν για να ιδιοποιήσουν ένα μεγάλο μέρος από τα κέρδη τους, έτσι και τα βιομηχανικά μονοπώλια απ΄ τη μεριά τους διεισδύουν στο τραπεζικό κεφάλαιο, ώστε να εκμεταλλευτούν τα μέσα της πολιτικής των τραπεζών στο μέγιστο για την εξασφάλιση των θέσεων, που έχουν ήδη κατακτηθεί και την παραπέρα κατάκτηση νέων καθώς και τη συμμετοχή τους στα κέρδη τα οποία τραβούν οι τράπεζες από όλες τις δυνατές συναλλαγές, για παράδειγμα από την κερδοσκοπία. Τα βιομηχανικά κοντσέρν αγοράζουν πακέτα μετοχών των τραπεζικών μονοπωλίων, στέλνουν τους διευθυντές τους στα συμβούλια επιτήρησης των τραπεζών και μ΄ αυτό τον τρόπο συναποφασίζουν την στρατηγική τους προς ιδίον όφελος. Οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις της βιομηχανίας διεκπεραιώνουν τις οικονομικές συναλλαγές τους μέσω, συνήθως, μιας τράπεζας που αυτές προτιμούν, στην οποία κατά κανόνα έχουν επίσης συμμετοχή στα κεφάλαια.

Η αλληλοδιείσδυση του μονοπωλιακού και τραπεζικού κεφαλαίου, έχει ως αποτέλεσμα τη γέννηση ενός νέου τύπου κεφαλαίου:

Σαν αποτέλεσμα της σύμπλεξης του κεφαλαίου και της ένωσης προσώπων, τα κεφάλαια των βιομηχανικών και των τραπεζικών μονοπωλίων συγχωνεύονται μεταξύ τους, προκύπτοντας έτσι το χρηματιστικό κεφάλαιο. Στη πάροδο αυτής της συγχώνευσης, ο διαχωρισμός μεταξύ λειτουργικού κεφαλαίου και του κεφαλαίου των χρηματικών καπιταλιστών, σε μεγάλο βαθμό άρεται. Το μονοπωλιακό βιομηχανικό και τραπεζικό κεφάλαιο δεν συγχωνεύονται με την έννοια ότι εξαφανίζεται το ένα ή το άλλο. Αυτή η ένωση δεν σημαίνει επίσης την υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη. Πολύ περισσότερο, προκύπτει μια ενότητα σ΄ ένα υψηλότερο επίπεδο.

Σύμφωνα με τον Λένιν, «το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι το τραπεζικό κεφάλαιο μερικών πάρα πολύ μεγάλων μονοπωλιακών τραπεζών, που έχει συγχωνευτεί με το κεφάλαιο των μονοπωλιακών ενώσεων των βιομηχάνων […]. Η συγκέντρωση της παραγωγής, τα μονοπώλια που ξεπηδούν απ΄ αυτήν, η συγχώνευση ή η σύμφυση των τραπεζών με τη βιομηχανία –αυτή είναι η ιστορία της γέννησης του χρηματιστικού κεφαλαίου και του περιεχομένου αυτής της έννοιας»[47]

Ας δούμε όμως, πως ορίζει το χρηματιστικό κεφάλαιο ο Χίλφερντινγκ στο ομώνυμο βιβλίο του, που εκδόθηκε το 1910, στο οποίο αναφέρεται συχνά ο Λένιν στη θεωρία του για τον ιμπεριαλισμό. «Ένα όλο και αυξανόμενο μέρος του βιομηχανικού κεφαλαίου δεν ανήκει στους βιομήχανους που το χρησιμοποιούν. Αυτοί αποκτούν το δικαίωμα να διαθέτουν το κεφάλαιο μόνο μέσω της τράπεζας, που αντιπροσωπεύει απέναντί τους τον ιδιοκτήτη του κεφαλαίου. Από το άλλο μέρος, και η τράπεζα είναι αναγκασμένη ένα διαρκώς αυξανόμενο μέρος των κεφαλαίων της να το κατοχυρώνει στη βιομηχανία. Χάρη σ΄ αυτό, η τράπεζα γίνεται σε διαρκώς μεγαλύτερο βαθμό ένας βιομήχανος καπιταλιστής. Ονομάζω το τραπεζικό κεφάλαιο, δηλαδή το κεφάλαιο σε χρηματική μορφή, που μ΄ αυτό τον τρόπο έχει μετατραπεί στην πραγματικότητα σε βιομηχανικό κεφάλαιο, χρηματιστικό κεφάλαιο. […]. Χρηματιστικό κεφάλαιο είναι το κεφάλαιο που βρίσκεται στη διάθεση των τραπεζών και που χρησιμοποιείται από τους βιομήχανους […]. Η κινητοποίηση του κεφαλαίου και η διαρκώς εντονότερη επέκταση της πίστωσης, αλλάζει σταδιακά τη θέση των μεγάλων καπιταλιστών ολοκληρωτικά. Η δύναμη των τραπεζών αυξάνει. Αυτές γίνονται οι ιδρυτές και τελικά οι κυρίαρχοι της βιομηχανίας, αποσπώντας τα κέρδη της για τον εαυτό τους σαν χρηματιστικό κεφάλαιο, ακριβώς όπως κάποτε ο τοκογλύφος αποσπούσε στον ”τόκο” του τα έσοδα από την εργασία του αγρότη και την πρόσοδο του φεουδάρχη»[48]. (σ.σ: Οι υπογραμμίσεις του Χίλφερντιγκ). 

Ο Λένιν, παρόλο που εκτιμούσε τον Χίλφερντιγκ ως οικονομολόγο –όχι ως ρεφορμιστή πολιτικό-, χαρακτήρισε τον ορισμό αυτό ως «ελλιπή και επιφανειακό», επειδή δεν συλλαμβάνεται σ΄ αυτόν όλη η ουσία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ο Λένιν γράφει: «Ο ορισμός αυτός δεν είναι πλήρης, εφόσον μέσα σ΄ αυτόν δεν αναφέρεται ένα από τα σπουδαιότερα στοιχεία και συγκεκριμένα: η ανάπτυξη της συγκέντρωσης της παραγωγής και του κεφαλαίου σε τόσο υψηλό βαθμό, που η συγκέντρωση αυτή οδηγεί και έχει οδηγήσει στο μονοπώλιο»[49]

Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι σύμφωνα με τον ορισμό του Χίλφερντιγκ, η σχέση προς το ιμπεριαλιστικό μονοπώλιο δεν εξηγείται. Ναι μεν ο Χίλφερντιγκ τόνισε επίσης το ρόλο των καπιταλιστικών μονοπωλίων, αυτά όμως κατά την άποψή του, δεν προέκυψαν από την ανάπτυξη της συγκέντρωσης της παραγωγής. Η αντίληψή του περί χρηματιστικού κεφαλαίου, η οποία ξεκινά μονόπλευρα από τις αλλαγές στη σφαίρα της κυκλοφορίας, εμπεριέχει στην ουσία την ταύτιση χρηματιστικού και τραπεζικού κεφαλαίου. Ερμηνεύει το χρηματιστικό κεφάλαιο σαν ενυπάρχων γενικά στον καπιταλισμό, επειδή κεφάλαιο που βρίσκεται στη διάθεση των τραπεζών και που χρησιμοποιείται από τους βιομήχανους, υπήρχε επίσης ήδη πριν τον ιμπεριαλισμό. Σε σχέση με τη μετάβαση που έλαβε χώρα προς τους βιομήχανους κεφαλαιοκράτες, στις τράπεζες το συγκεντροποιημένο τοκοφόρο κεφάλαιο δεν μπορεί να αξιοποιηθεί αν δεν επενδυθεί στη παραγωγή.

Ο Χίλφερντιγκ βλέπει στις διαταράξεις της ισορροπίας και στις δυσαναλογίες, στη σφαίρα της κυκλοφορίας, τη βασική αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων. Για το λόγο αυτό ανέπτυξε αργότερα τη θεωρία περί «οργανωμένου καπιταλισμού», πιστεύοντας ότι έτσι μπορούν να εξαλειφθούν οι αιτίες των κρίσεων. Αυτό οδήγησε το SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας) την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (σ.σ.: ο Χίλφερτινγκ υπήρξε κατά τη διάρκειά της δυό φορές υπουργός Οικονομικών, το 1923 και το 1928) σε σοσιαλρεφορμιστικά μοντέλα, στα οποία, το μοντέλο περί «οικονομικής δημοκρατίας» που ανέπτυξε στη συνέχεια, το έβλεπε ως μοχλό για τη σταδιακή μετατροπή του καπιταλισμού σε έναν «δημοκρατικό σοσιαλισμό» -μια έννοια που διατυπώθηκε εκείνη την περίοδο. Επισημαίνουμε ακόμη εδώ, ότι το ρεφορμιστικό μοντέλο περί «οικονομικής δημοκρατίας» κατοχυρώθηκε ήδη και στο νέο Πρόγραμμα του κόμματος Die Linke (Η Αριστερά) –το αδελφό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ.

Σε τελική ανάλυση, ο μονόπλευρος ρόλος του χρηματιστικού κεφαλαίου, η τάση να αξιολογείται αυτός περισσότερο σε σχέση με το προτσές παραγωγής, οδήγησε σε ρεφορμιστικές αντιλήψεις για μονόπλευρες ρυθμίσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, υποτιμώντας το «επαναστατικό σπάσιμο» με τις σχέσεις ιδιοκτησίας στη σφαίρα της παραγωγής.

Αν επομένως κάποιος κάνει κριτική στην οικονομία του καπιταλισμού, πρέπει να έχει στο οπτικό του πεδίο το σύστημα, με τη λογική της αξιοποίησης και του κέρδους του, σαν σύνολο. Δεν μπορεί απλά να μιλά για την κορυφή του παγόβουνου, αλλά πρέπει να προσεγγίσει τη σφαίρα εκείνη του κεφαλαίου, η οποία αποτελεί το κέντρο του συνολικού προτσές αξιοποίησης. Αυτή είναι η σφαίρα της άμεσης εμπορευματικής παραγωγής, η οποία καθορίζεται απ΄ τη βασική αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής και τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής.

Πρόκειται για το ζήτημα που συνδέει την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής και τη λύση του προς όφελος των εργαζομένων, για το οποίο (ζήτημα) οι μαρξιστές πρέπει να βγουν έξω από τα αναγκαία πλαίσια περί ελέγχου και ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αυτή ακριβώς είναι και η πιο ουσιαστική διαφορά σήμερα ανάμεσα στους μαρξιστές και εκείνους που υποστηρίζουν κεϋνσιανές, -και κυρίως-, μετα-κεϋνσιανές αντιλήψεις, οι οποίες στηρίζονται στη ρεφορμιστική θεωρία περί «χρηματιστικοποίησης», προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την κρίση του καπιταλισμού –επομένως, ανάλογα είναι και τα μέτρα που προτείνουν για την έξοδο από αυτή την κρίση. Αν λοιπόν επιμένουμε ιδιαίτερα στη κατανόηση της έννοιας του χρηματιστικού κεφαλαίου, είναι γιατί δεν πρόκειται για ένα «παιχνίδι με τις λέξεις», για ένα ακαδημαϊκό θέμα, αλλά για ζήτημα ουσίας. 


Το χρηματιστικό κεφάλαιο προέκυψε με τη γέννηση του ιμπεριαλισμού σαν ένα ποιοτικά νέο φαινόμενο στις σχέσεις παραγωγής. Σαν μια ειδική κατηγορία του μονοπωλιακού καπιταλισμού εκφράζει εκτενώς την ποιοτικά νέα βαθμίδα στην ανάπτυξη της κεφαλαιακής σχέσης. Το χρηματιστικό κεφάλαιο αντανακλά με καπιταλιστικό τρόπο τον υψηλό βαθμό που έχει φτάσει η κοινωνικοποίηση της παραγωγής στον ιμπεριαλισμό. Αυτός χαρακτηρίζεται απ΄ το ότι είναι αναγκαία μια κατεύθυνση και διεύθυνση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε μια υψηλότερη βαθμίδα όλης της κοινωνίας. Σ΄ αυτή την απαίτηση ανταποκρίνεται το χρηματιστικό κεφάλαιο σαν αποτέλεσμα της συγχώνευσης του λειτουργικού και του χρηματικού κεφαλαίου με μια στρεβλωμένη μορφή. Οικοδόμηση και ανάπτυξη σταθερών και εκτενών σχέσεων μεταξύ των μεγάλων τραπεζών και των άλλων οικονομικών επιχειρήσεων, όπως κοντσέρν στον τομέα της ασφάλισης, τράπεζες υποθηκών, τραστ επένδυσης κεφαλαίων αφενός, καθώς και βιομηχανικά κοντσέρν, μεγάλες επιχειρήσεις εμπορίου και μεταφορών, εταιρίες ακινήτων, κοντσέρν του Τύπου κτλ αφετέρου, σχηματίζουν τη μορφή με βάση την αναγκαία κοινωνική συνάφεια ανάμεσα στους διάφορους κρίκους της εθνικής οικονομίας των καπιταλιστικών χωρών. Με βάση το περιεχόμενο, αυτό το είδος κοινωνικοποίησης της παραγωγής σημαίνει μολαταύτα μια διαρκώς αυξανόμενη υποταγή επιπλέον σφαιρών της οικονομίας και της κοινωνίας κάτω απ΄ τον υπολογισμό του κέρδους ιδιωτικών ομάδων εξουσίας, οι οποίες διεξάγουν μεταξύ τους μια ανηλεή ανταγωνιστική πάλη.

Η σχέση κυριαρχίας επομένως, δεν παραμένει περιορισμένη πάνω στις ξεχωριστές μεγάλες τράπεζες και τις μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, αλλά αναπτύσσεται πάνω στη βάση του χρηματιστικού-καπιταλιστικού «συστήματος συμμετοχής» σε μια τεράστια οικονομική εξουσία. Πως όμως γίνεται αυτό; Ξεκινώντας από μια «μητρική εταιρία», ιδρύονται με ένα μέρος του κεφαλαίου αυτής της εταιρίας ή με τη βοήθεια τραπεζικών πιστώσεων, «θυγατρικές εταιρίες» ή αγοράζεται το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών άλλων εταιριών. Με ένα μέρος του κεφαλαίου αυτών των εταιριών ιδρύονται ξανά «εταιρίες-εγγονές» ή αγοράζεται το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών τρίτων εταιριών κτλ. Μ΄ αυτό τον τρόπο προκύπτουν τεράστιες μονοπωλιακές επιχειρήσεις στη μορφή των τραστ και των κοντσέρν. Ο σχηματισμός τέτοιου είδους μονοπωλιακών γιγάντων διευκολύνεται, με το ότι η κατοχή των μετοχών κατά κανόνα είναι έντονα διασπαρμένη και με ένα πολύ μικρό μέρος μετοχών, μερικές μάλιστα φορές αρκεί και το 4%, για να κατέχει κάποιος μια συγκεκριμένη μετοχική εταιρία.

Το προτσές αυτό του σχηματισμού των βιομηχανικών και τραπεζικών μονοπωλίων, το οποίο ανέλυσε ήδη ο Λένιν το 1916 στη βάση της συγκέντρωσης της παραγωγής και του κεφαλαίου και της συγχώνευσης του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο, βρίσκεται και σήμερα σε πλήρη εξέλιξη, και μάλιστα σε ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο. Σήμερα στην ανταγωνιστική πάλη δεν καταστρέφονται και απορροφούνται μόνο μικρές και μεγαλύτερες επιχειρήσεις από τις πολύ μεγάλες, αλλά η συγκέντρωση αυτή λαμβάνει χώρα σαν αποτέλεσμα σκληρής ανταγωνιστικής πάλης κυρίως σαν ένωση τεράστιων μονοπωλιακών επιχειρήσεων, γνωστές και ως «γάμοι ελεφάντων».

Σ΄ αυτό το προτσές σύμπλεξης των μονοπωλιακών επιχειρήσεων σχηματίζονται συγκεκριμένες χρηματιστικές ομάδες. Σε αντίθεση με τα καρτέλ και τα κοντσέρν, αυτές αποτελούν ένα ετερογενές είδος σύμπλεξης κεφαλαίου, όπου οι ξεχωριστοί κρίκοι κατέχουν ένα υψηλό βαθμό αυτονομίας. Στην ουσία παριστάνουν ένα υψηλότερο επίπεδο στην ανάπτυξη του μονοπωλίου και ασκούν τη λειτουργία των ενώσεων του κεφαλαίου, με σκοπό την εξασφάλιση της μονοπωλιακής αξιοποίησης του κεφαλαίου για τα μέλη τους. Η συνοχή επιτυγχάνεται μέσω της σύμπλεξης του κεφαλαίου και της προσωπικής ένωσης. Τον πυρήνα σχηματίζουν εδώ ισχυρά μονοπώλια στη βιομηχανία και στις τράπεζες. Από τα παραπάνω προκύπτει μια αναγκαία διεύρυνση της έννοιας του μονοπωλίου:

Το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι μια αναπτυγμένη μορφή μονοπωλίου. Το μονοπώλιο δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτό μόνο σαν βιομηχανικό μονοπώλιο, σαν ένα φαινόμενο της παραγωγής. Πολύ περισσότερο, πρέπει να κατανοείται σαν ένα μονοπώλιο, το οποίο μέσω της συγχώνευσης του βιομηχανικού και του τραπεζικού κεφαλαίου σε χρηματιστικό κεφάλαιο, έχει υποτάξει τόσο τη σφαίρα της παραγωγής όσο επίσης και τις σφαίρες της κυκλοφορίας, της διανομής και της κατανάλωσης. Το χρηματιστικό κεφάλαιο κυριαρχεί στη βάση της οικονομικής κυρίαρχης θέσης του στη παραγωγή και την κυκλοφορία πάνω σε όλες τις φάσεις του προτσές αναπαραγωγής.

Ένα «καθαρό» βιομηχανικό κεφάλαιο στον ιμπεριαλισμό δεν μπορεί να υπάρξει και δεν υπήρξε ποτέ. Σε ό,τι αφορά αυτή την κατηγορία, πρόκειται για μια επιστημονική αφαίρεση. Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση είναι ανάγκη εδώ να εξηγήσουμε δυό έννοιες. Κατ΄ αρχή με την έννοια «κατηγορία» στη πολιτική οικονομία, εννοούνται θεωρητικοί όροι ή αφαιρέσεις των πραγματικών σχέσεων παραγωγής και η σχέση τους με τις παραγωγικές δυνάμεις, τις οικονομικές συνάφειες και τα προτσές (μερικές από τις οικονομικές κατηγορίες: εμπόρευμα, αξία, χρήμα, κεφάλαιο, ημερομίσθιο, κέρδος, πρόσοδος). Σε αυτές τις κατηγορίες φτάνουμε μέσω των επιστημονικών προτσές αφαίρεσης. Η μέθοδος της επιστημονικής αφαίρεσης στη πολιτική οικονομία, σε μεγάλο βαθμό παίζει το ρόλο του πειράματος που χρησιμοποιείται στις θετικές επιστήμες καθώς και στην ιατρική. Ο Λένιν –όπως και ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο»- κάνει χρήση αυτής της μεθόδου. Δηλαδή, αναλύει αρχικά το προτσές μονοπωλισμού για τη βιομηχανία χωριστά και στη συνέχεια για τις τράπεζες, ο χωρισμός όμως αυτός γίνεται για μεθοδολογικούς λόγους. Ταυτόχρονα δεν αφήνει καμιά αμφιβολία, ότι εδώ δεν πρόκειται για δυό προτσές ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, αλλά για δυό προτσές τα οποία διεισδύουν και ενισχύουν το ένα το άλλο, οδηγώντας τελικά στη μεταξύ τους συγχώνευση και επομένως στο σχηματισμό του χρηματιστικού κεφαλαίου. 

Το καπιταλιστικό μονοπώλιο επομένως, υπάρχει από την αρχή σαν χρηματιστικό κεφάλαιο, σαν συγχώνευση βιομηχανικού και τραπεζικού μονοπωλίου, στο οποίο, στην πάροδο της εξέλιξης συμπεριλήφθηκαν και τα κοντσέρν στο εμπόριο και την ασφάλιση (ασφαλιστικές εταιρίες) καθώς και τα μονοπώλια άλλων τομέων της οικονομίας. Το χρηματιστικό κεφάλαιο ασκεί μέσω της οικονομικής και της εξωοικονομικής εξουσίας την κυριαρχία του πάνω στο συνολικό προτσές της αναπαραγωγής του καπιταλισμού. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι κάθε μεγάλη μονοπωλιακή επιχείρηση της βιομηχανίας έχει τη «δική της τράπεζα», μια μεγάλη τράπεζα με την οποία διατηρεί ιδιαίτερα έντονες σχέσεις, αλλά και οι μορφές του μονοπωλίου οι οποίες γεννιούνται πάνω στη βάση του τοκοφόρου κεφαλαίου, δείχνουν ότι το μονοπώλιο υπάρχει μόνο σαν χρηματιστικό-καπιταλιστικό μονοπώλιο. Έτσι, τα τραστ και τα κοντσέρν αποτελούν μορφές ύπαρξης του μονοπωλίου, οι οποίες στηρίζονται πάνω στη βάση των συμπλέξεων που λαμβάνουν χώρα με συγκεκριμένες μορφές του πλασματικού κεφαλαίου (μετοχές, συμμετοχές κεφαλαίου). Η εταιρία Holding, η οποία συναντάται στη κορυφή των τραστ και των κοντσέρν, αποτελεί η ίδια μια μορφή κεφαλαίου που γεννιέται στη χρηματιστική και πιστωτική σφαίρα. Είναι μια μορφή ύπαρξης του κεφαλαίου, που βασίζεται στην ανάπτυξη ιδιαίτερων μορφών του τοκοφόρου κεφαλαίου. Η σύμπλεξη του κεφαλαίου μέσα στα τραστ και στα κοντσέρν επιτυγχάνεται μέσω του συστήματος της συμμετοχής.

Η επέκταση της κυριαρχίας του μονοπωλίου πάνω σε όλους τους τομείς του προτσές αναπαραγωγής, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της ένωσης του λειτουργικού και του χρηματικού κεφαλαίου, δηλαδή μέσω της χρηματιστικο-καπιταλιστικής μορφής του μονοπωλίου, έχει ως αποτέλεσμα μια ολόκληρη σειρά παραπέρα αλλαγών πάνω στις συνθήκες επίδρασης και στο μηχανισμό επίδρασης των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού.

Έτσι γίνονται εμφανείς νέες πλευρές του νόμου του μονοπωλιακού κέρδους, οι οποίες δεν μπορούσαν να παρατηρηθούν ακόμη πάνω στη βάση του βιομηχανικού μονοπωλίου. Τα σημαντικότερα μέσα που θέτει σε εφαρμογή το βιομηχανικό μονοπώλιο για την εξασφάλιση του κέρδους, ήταν και παραμένουν ο μονοπωλισμός της παραγωγής, των πρώτων υλών, των αγορών, των εργατικών δυνάμεων, των αποτελεσμάτων της επιστήμης και της έρευνας, καθώς και η πολιτική των υψηλών και χαμηλών μονοπωλιακών τιμών.

Αυτά τα όργανα συμπληρώνονται, και στην επίδρασή τους υποστηρίζονται και προωθούνται επιπλέον με μια σειρά ακόμη επιπρόσθετα όργανα. Στα επιπρόσθετα όργανα, τα οποία πρέπει να ειδωθούν σ΄ αυτή τη συνάφεια, ανήκει κυρίως η χρήση διάφορων μορφών του τοκοφόρου κεφαλαίου σαν μέσο για την εξασφάλιση των μονοπωλιακών κερδών. Εδώ πρέπει να αναφερθούν κυρίως οι παρακάτω παράγοντες:

  • Οι πηγές της πίστωσης που έχουν στη διάθεσή τους τα μονοπώλια, εμπλουτίζονται σε μεγάλο βαθμό. Μέσω του μονοπωλιακού τραπεζικού συστήματος μπορούν πρακτικά τα προσωρινά ελεύθερα χρηματικά μέσα (μέσα θησαυρισμού και αποταμίευσης) όλων των στρωμάτων του πληθυσμού, που βρίσκονται ως καταθέσεις στις τράπεζες, να χρησιμοποιηθούν σαν πηγές για τη χρηματοδότηση της επέκτασης των μονοπωλίων, σαν πηγές συσσώρευσης.
  • Επιπρόσθετη πηγή συσσώρευσης για τα μονοπώλια αποτελεί η έκδοση μετοχών και άλλων αξιόγραφων (μορφές του πλασματικού κεφαλαίου) από τα τραπεζικά μονοπώλια. Εδώ πρόκειται κυρίως για προσωρινά ελεύθερα χρηματικά μέσα των μεσαίων στρωμάτων και τις μικροκαταθέσεις των εργαζομένων. Οι τράπεζες κατακτούν τα χρηματιστήρια αξιών, αποσπούν ένα μεγάλο μέρος των συναλλαγών προς όφελός τους και με τον τρόπο αυτό ανοίγονται επιπρόσθετες πηγές κέρδους. Η συναλλαγή χρεογράφων λαμβάνει χώρα στα εθνικά και διεθνή πλαίσια. Αυτή συνδέεται επίσης με την κερδοσκοπία και τα κέρδη που ρέουν από δω. Οι μεγαλύτεροι κερδοσκόποι (τα τραπεζικά μονοπώλια) πλουτίζουν σε βάρος των μικρών αποταμιευτών από αξιόγραφα.
  • Το μονοπωλιακό τραπεζικό σύστημα επιτρέπει πρακτικά στους διευθυντές των μεγάλων τραστ και των κοντσέρν να πάρουν πληροφορίες, επομένως να έχουν γνώση της συμπεριφοράς σε ό,τι αφορά στις συναλλαγές όλων των επιχειρήσεων. Αυτό κάνει δυνατό στα μονοπώλια, να συντάσσουν και να οικοδομούν τη δική τους στρατηγική. Εδώ, η πιστωτική πολιτική τελειοποιείται σε ένα σημαντικό μέσο κατεύθυνσης και ελέγχου. Μακροπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα δάνεια δίνονται μόνο όταν οι πιστολήπτες δεχτούν συγκεκριμένους όρους, τους οποίους υπαγορεύει το χρηματιστικό κεφάλαιο. Το χρηματιστικό κεφάλαιο ασκεί επίσης εδώ μια επιλεκτική πιστωτική πολιτική. Η εγγύηση ή η άρνηση πιστώσεων καθορίζονται από τους στόχους του χρηματιστικού κεφαλαίου. Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις σε βάρος των μικρών και μεσαίων κεφαλαίων.
  • Τα τραπεζικά μονοπώλια ασκούν προς το συμφέρον της εξασφάλισης του μονοπωλιακού κέρδους, με τη βοήθεια του κράτους, μια στοχευμένη πολιτική σε ό,τι αφορά τους τόκους. Ο πιστωτικός τόκος στο καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού ακολουθούσε τη πορεία του βιομηχανικού κύκλου. Αντίστοιχα με τις διακυμάνσεις στην προσφορά δανειακού κεφαλαίου και στη ζήτηση για αυτό το κεφάλαιο, αυτός αυξανόταν στη κρίση σε ένα μέγιστο, σε περίοδο ύφεσης έφτανε στο ελάχιστο επίπεδό του και αυξανόταν πάλι κατά τη φάση της ανόδου, φτάνοντας στη συνέχεια σε ένα μέσο επίπεδο μεταξύ μέγιστου και ελάχιστου. Το χρηματιστικό κεφάλαιο περιορίζει αυτή την αυθόρμητη κίνηση του επιτοκίου και χειραγωγεί τα επιτόκια (πρόκειται για επιτόκια σύμφωνα με τα οποία μπορεί να πουλήσει μια τράπεζα αξιόγραφα στην κεντρική τράπεζα καθώς και επιτόκια που καθορίζονται απ΄ την κεντρική τράπεζα, μέσω των οποίων οι τράπεζες μπορούν με υποθήκευση αξιόγραφων στην κεντρική τράπεζα να εξασφαλίσουν βραχυπρόθεσμη ρευστότητα) καθώς και τον πιστωτικό τόκο για μακροπρόθεσμες πιστώσεις ανάλογα με τους στόχους του. Για τη μείωση των ποσοστών του πληθωρισμού ασκείται για παράδειγμα μια πολιτική υψηλών επιτοκίων, σε περιόδους αντιθέτως μιας μικρής συσσώρευσης στη βιομηχανία, τις περισσότερες φορές τα επιτόκια πέφτουν ώστε να γίνει πιο φθηνή η πίστωση. Μέσω αυτής της ρύθμισης γίνεται προσπάθεια να επιτευχθεί μια αντικυκλική επίδραση, η οποία συνολικά ωφελεί τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου.
  • Μια ιδιαίτερου είδους συναλλαγή την οποία κάνουν τα τραπεζικά μονοπώλια, είναι αυτή που αφορά στη γαιοκτησία. Προκύπτει μια ολόκληρη σειρά από ειδικές τράπεζες σαν υποκαταστήματα των μεγάλων τραπεζικών μονοπωλίων, οι οποίες ασχολούνται με την ενυπόθηκη πίστωση και άλλες πιστώσεις, που δίνονται σε αγρότες ή και σε άλλους χρήστες γης. Με την εγγραφή στο κτηματολόγιο, η οποία συνδέεται με την ενυπόθηκη πίστωση, αυτές οι ειδικές τράπεζες του χρηματιστικού κεφαλαίου επεκτείνονται σαν de-facto-ιδιοκτήτες πάνω στα αγροκτήματα καθώς και σε οικοδομήσιμες επιφάνειες στις πόλεις. Οι ενυπόθηκοι χρεώστες, οι οποίοι έχουν περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό στα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα από την εγγραφή τους στο κτηματολόγιο, δηλαδή οι αγρότες, οι φάρμερ και οι ελεύθεροι επαγγελματίες στις πόλεις, καταληστεύονται σε μεγάλο βαθμό από τους de-facto-ιδιοκτήτες της γαιοκτησίας. Η συναλλαγή γαιοκτησίας συνδέεται πάντα με την κερδοσκοπία, η οποία ανθεί ιδιαίτερα στις πόλεις, αποφέρει υψηλά κέρδη και συνεισφέρει στο να ακριβαίνουν τα οικοδομήσιμα οικόπεδα στις πόλεις. Η κερδοσκοπία με τα οικόπεδα αποτελεί μια απ΄ τις βασικές αιτίες για την κερδοσκοπία με τα νοίκια και τα αυξανόμενα κόστη που είναι αναγκαία για τη διατήρηση στη ζωή πλατιών εργαζόμενων στρωμάτων.

Παράλληλα με το μονοπωλιακό τραπεζικό κεφάλαιο, το μονοπωλιακό εμπορικό κεφάλαιο παίζει επίσης ένα σημαντικό ρόλο στο σύστημα της χρηματιστικο-καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και καταλήστευσης στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Αυτό ισχύει κυρίως για το χοντρεμπόριο των μέσων παραγωγής. Σήμερα αυτό ασκείται σ΄ ένα μεγάλο μέρος απ΄ τα ίδια τα βιομηχανικά κοντσέρν, τα οποία προσάρτησαν τις εταιρίες του χοντρεμπορίου. Στα πλαίσια των χρηματιστικών ομάδων βρίσκονται κατά κανόνα δίπλα σε μια ολόκληρη σειρά βιομηχανικών κοντσέρν (με τις εταιρίες του χοντρεμπορίου) και τα τραπεζικά μονοπώλια, καθώς και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (ασφαλιστικές εταιρίες, ειδικές τράπεζες κτλ), συχνά επίσης και μονοπώλια του λιανεμπορίου όπως αλυσίδες καταστημάτων και εμπορίου, κοντσέρν πωλήσεων κτλ. Όλα αυτά τα τμήματα του μονοπωλιακού εμπορικού κεφαλαίου ιδιοποιούνται μέσω της πολιτικής των τιμών καθώς και μέσω άλλων οδών, με τη μορφή του εμπορικού κέρδους, υπεραξία και άλλα συστατικά στοιχεία της αξίας, τα οποία μετατρέπονται σε συστατικά στοιχεία του μονοπωλιακού κέρδους.

Η χρηματιστικο-καπιταλιστική μορφή της ιδιοποίησής της ενισχύει τον χαρακτήρα του μονοπωλιακού κέρδους σαν φόρο υποτελείας, ο οποίος πηγάζει πάνω σε μια υψηλότερη κοινωνική βαθμίδα του οργανωμένου προτσές εκμετάλλευσης και καταλήστευσης, στο οποίο υποτάσσεται η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού των ιμπεριαλιστικών χωρών και των κυριαρχούμενων από αυτές χωρών.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο οργανώνει στη σφαίρα κυκλοφορίας μια μεγάλη αναδιανομή της υπεραξίας και επιπρόσθετων συστατικών στοιχείων της αξίας προς όφελός του. Δεν περιορίζεται μόνο στην ιδιοποίηση του μονοπωλιακού κέρδους, το οποίο δημιουργείται στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις και στη διανομή και αναδιανομή συστατικών στοιχείων της αξίας και της υπεραξίας μέσω της μονοπωλιακής τιμής, αλλά: «Το χρηματιστικό κεφάλαιο, που είναι συγκεντρωμένο σε λίγα χέρια και ασκεί πραγματικό μονοπώλιο, βγάζει τεράστια και διαρκώς αυξανόμενα κέρδη από την ίδρυση εταιριών, από την έκδοση χρεογράφων, από κρατικά δάνεια κτλ, σταθεροποιώντας την κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας, επιβάλλοντας σ΄ όλη την κοινωνία ένα φόρο υποτέλειας προς τους μονοπωλητές»[50]. Αυτό σημαίνει, ότι το μονοπωλιακό κέρδος που πραγματοποιείται από το χρηματιστικό κεφάλαιο, αποκτά και επιπρόσθετα σύνθετα στοιχεία από αυτά που ήδη παρουσιάσαμε.

Με τη γέννηση του χρηματιστικού κεφαλαίου άρεται ο διαχωρισμός των διάφορων ομάδων ιδιοκτητών κεφαλαίου, οι οποίοι μοιράζονται την υπεραξία που έχει παραχθεί από τους εργάτες. Αποτέλεσμα όλων των ειδών της εκμετάλλευσης και καταλήστευσης από το χρηματιστικό κεφάλαιο, είναι, ότι τσεπώνει κέρδος τόσο απ΄ τις λειτουργίες του σαν βιομηχανικός και εμπορικός κεφαλαιοκράτης όσο και σαν χρηματικός κεφαλαιοκράτης καθώς και σαν μονοπωλιακός ιδιοκτήτης πάνω στη γαιοκτησία. Επιπλέον, διατηρεί στενές σχέσεις με τον ιμπεριαλιστικό κρατικό μηχανισμό, αποκτώντας έτσι επιπρόσθετες δυνατότητες για υψηλά κέρδη, για παράδειγμα μέσω κερδοφόρων κρατικών παραγγελιών, με επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα, με αξιώσεις για επιχορηγήσεις και φοροαπαλλαγές κτλ.

Η διανομή και αναδιανομή της υπεραξίας και επιπρόσθετων στοιχείων της αξίας μέσω του μηχανισμού της χρηματιστικο-καπιταλιστικής άσκησης εξουσίας, ενισχύει τις πηγές απ΄ τις οποίες ρέει το μονοπωλιακό κέρδος. Έτσι προκύπτει μια εκτεταμένη δραστηριοποίηση και κινητικότητα όλων των δυναμικών της κοινωνίας για την παραγωγή και ιδιοποίηση μονοπωλιακού κέρδους.

Όπως κατά τη διανομή και αναδιανομή της υπεραξίας και των επιπρόσθετων συστατικών στοιχείων της αξίας, που προκαλούνται απ΄ τη μονοπωλιακή πολιτική τιμών, πρέπει επίσης να διαχωριστούν τα αναγκαία από τα παρασιτικά στοιχεία, στα οποία προβαίνει το χρηματιστικό κεφάλαιο στη σφαίρα της κυκλοφορίας για την επιπρόσθετη αναδιανομή. Σ΄ ένα συγκεκριμένο βαθμό, μια αναδιάταξη τμημάτων του κέρδους μεταξύ των διάφορων κλάδων της υλικής παραγωγής και η μεταφορά από αυτούς πάνω σε κλάδους που δεν παράγουν υπεραξία, αποτελεί αναγκαία συνθήκη για το προτσές αναπαραγωγής του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου. Χωρίς μια τέτοιου είδους αναδιανομή δεν είναι δυνατή η διατήρηση και η παραπέρα ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγής, αν θέλει κανείς να εξασφαλίσει την αναγκαία αναλογικότητα στην ανάπτυξη των κλάδων. Η διαρκής προσαρμογή των δομών του κεφαλαίου στις συνθήκες της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, κάνει αναγκαία μια υψηλή κινητικότητα του κεφαλαίου, μια διαρκή μετανάστευση κεφαλαίου από τους υπερπλήρεις κλάδους προς αυτούς που υπάρχει έλλειψη κεφαλαίου. Στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό αυτό επιτυγχανόταν με την αντιστάθμιση των διαφορετικών ποσοστών κέρδους στους κλάδους, σε ένα μέσο ποσοστό κέρδους. Στον ιμπεριαλισμό δεν υπάρχει ελεύθερη μετανάστευση κεφαλαίου, την εμποδίζουν μονοπωλιακοί φραγμοί. Παρ΄ όλα αυτά πρέπει να λάβει χώρα μια κίνηση κεφαλαίου ανάμεσα στους κλάδους. Αυτή τελείται τώρα πλέον με τρόπο μονοπωλιακά-καπιταλιστικό και ειδικότερα χρηματιστικο-καπιταλιστικό. Όπως επισήμανε ο Μαρξ, οι μορφές του τοκοφόρου κεφαλαίου έπαιζαν ήδη ένα μεγάλο ρόλο στον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού για την μετανάστευση κεφαλαίου[51]. Σήμερα όμως, στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, η κίνηση του κεφαλαίου μεταξύ των κλάδων συνεπεία του ιδιαίτερα αυξημένου ελάχιστου κεφαλαίου που είναι αναγκαίο καθώς και της μεγάλης χρονικής διάρκειας προθεσμιών επιστροφής της ροής κεφαλαίου, δεν είναι πλέον δυνατή η κινητικότητα του κεφαλαίου χωρίς την πίστωση και το πλασματικό κεφάλαιο.

Σαν συνέπεια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε συνθήκες μονοπωλιακού καπιταλισμού, δεν μπορεί ούτε να υπολογιστεί η έκταση της πραγματικά αναγκαίας αναδιανομής του κέρδους, ούτε και το χρηματιστικό κεφάλαιο απ΄ τη φύση του επαναπαύεται με τα οικονομικά αναγκαία. Αυτό αποσπά τόσο πολλή αξία όση μπορεί να κρατήσει με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, ένα αυξανόμενο τμήμα αναδιανομής της αξίας είναι παρασιτικό, μη αναγκαίο, εμποδίζει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, παράγει αφόρητα δεινά για την εργαζόμενη μάζα του πληθυσμού των ιμπεριαλιστικών χωρών. Το μικρό και μεσαίο κεφάλαιο χρεοκοπεί, οι απλοί εμπορευματοπαραγωγοί στις πόλεις και στην ύπαιθρο συχνά μόλις που μπορούν να εξασφαλίσουν την απλή αναπαραγωγή. Η ανεργία αυξάνει συνεπεία της πτώχευσης και του κλεισίματος των εταιριών. Η τάση για διαρκή υπερσυσσώρευση που προκαλεί το μονοπώλιο, ενισχύει ακόμη περισσότερο την παρασιτική αναδιανομή πάνω στη σφαίρα της κυκλοφορίας.

Η υψηλή βαθμίδα στην ανάπτυξη του μονοπωλίου, η οποία παριστάνεται στο χρηματιστικό κεφάλαιο και στην κυριαρχία του, ως συνέπεια των τάσεων που ήδη αναφέρθηκαν, οδηγεί  σε μια παραπέρα όξυνση της οικονομικής βασικής αντίφασης του καπιταλισμού και όλων των αντιφάσεων που ανάγονται από αυτήν. 

Η γέννηση του χρηματιστικού κεφαλαίου, σημαίνει, με βάση τη μορφή, εγκαθίδρυση ενός κοινωνικού ελέγχου πάνω στο σύνολο της οικονομίας. Αυτός όμως ο κοινωνικός έλεγχος παριστάνει, με βάση το περιεχόμενό του, έλεγχο μέσω των ιδιωτικών, καπιταλιστικών ομάδων εξουσίας, οι οποίες καθοδηγούνται απ΄ τα στενά συμφέροντά τους για εξουσία και κέρδος. Τα αποτελέσματα αυτής της αντίφασης τα υφίσταται η μεγάλη μάζα του πληθυσμού των χωρών τις οποίες εκμεταλλεύεται το χρηματιστικό κεφάλαιο.

Οι καταστροφικές πλευρές, οι οποίες είναι εγγενείς στο νόμο του μονοπωλιακού κέρδους, ενισχύονται ακόμη περισσότερο από τις ειδικές μορφές της χρηματιστικο-καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και καταλήστευσης.

Στα ζητήματα όμως που αφορούν στο χρηματιστικό κεφάλαιο, θα σταθούμε κάπως αναλυτικότερα –στις επόμενες δυό ενότητες-, επειδή κατά καιρούς έχουν αποτελέσει ένα από τα πεδία θεωρητικής αντιπαράθεσης γύρω από τη λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό.


5.2. Σχετικά με την έννοια «χρηματιστικό κεφάλαιο»

Η έννοια χρηματιστικό κεφάλαιο σαν κεντρική κατηγορία για την ανάλυση του καπιταλισμού, όπως ειπώθηκε, αναπτύχθηκε από τον Χίλφερντιγκ το 1910, στη συνέχεια την «συνέλαβε» ο Λένιν και την ανάλυσε, έτσι που σήμερα αποτελεί μέρος της μαρξιστικής θεωρίας. Την αναφέρουμε ακόμη μια φορά: «Η συγκέντρωση της παραγωγής, τα μονοπώλια που ξεπηδούν απ΄ αυτήν, η συγχώνευση ή η σύμφυση των τραπεζών με τη βιομηχανία –αυτή είναι η ιστορία της γέννησης του χρηματιστικού κεφαλαίου και του περιεχομένου αυτής της έννοιας»[52].

Στον ορισμό αυτό εμπεριέχονται τρία χαρακτηριστικά στοιχεία σαν συστατικά για το χρηματιστικό κεφάλαιο:

1. Συγχώνευση τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου[53].

2. Διαχωρισμός του κεφαλαίου σαν λειτουργία από το κεφάλαιο σαν ιδιοκτησία[54].

3. «Μοίρασμα του κόσμου» ανάμεσα στη χρηματιστική ολιγαρχία λίγων κρατών[55].

Και τα τρία στοιχεία αποτελούν έκφραση και μορφές του αυξανόμενου προτσές κοινωνικοποίησης και μονοπωλισμού και επομένως είναι αναγκαία για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Δεν πρόκειται για τυχαία φαινόμενα, για πολιτικά γεγονότα που είναι εμφανή, για συνομωσίες κεφαλαιοκρατών τις οποίες στηλιτεύει ο Λένιν με την έννοια του χρηματιστικού κεφαλαίου, αλλά για μορφές ανάπτυξης του κεφαλαίου σαν σχέση εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Αυτές αντιστοιχούν στην ανάπτυξη των συνθηκών αξιοποίησης και υπάρχουν ήδη σε εμβρυακή μορφή στην κεφαλαιακή σχέση: «Χαρακτηριστικό του καπιταλισμού γενικά είναι ότι χωρίζει την ιδιοκτησία του κεφαλαίου από τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου στην παραγωγή, ότι χωρίζει το χρηματικό κεφάλαιο από το βιομηχανικό ή το παραγωγικό, ότι χωρίζει τον εισοδηματία, που ζει μόνο από το εισόδημα του χρηματικού κεφαλαίου, από τον επιχειρηματία και απ΄ όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν άμεσα στη διαχείριση του κεφαλαίου. Ο ιμπεριαλισμός ή η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι η ανώτατη εκείνη βαθμίδα του καπιταλισμού, όπου ο χωρισμός αυτός παίρνει πελώριες διαστάσεις. Η υπεροχή του χρηματιστικού κεφαλαίου πάνω σ΄ όλες τις υπόλοιπες μορφές του κεφαλαίου σημαίνει κυρίαρχη θέση του εισοδηματία και της χρηματιστικής ολιγαρχίας, σημαίνει ξεχώρισμα μερικών κρατών, που κατέχουν τη χρηματιστική “δύναμη”, απ΄ όλα τα υπόλοιπα»[56].

Η ανάπτυξη της εγγενούς-συστημικής αντίφασης ανάμεσα στη χωρίς όρια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και των στενών ορίων που τίθενται σ΄ αυτήν από το στόχο της αξιοποίησης, οδηγεί σε όλο και νέες μορφές επέκτασης αυτών των ορίων. Εδώ το κεφάλαιο δεν μπορεί να επιλέξει αυθαίρετα τη μορφή της υπέρβασης αυτής της σύγκρουσης, αλλά έχει πάντα μόνο τη δυνατότητα –για να ειπωθεί πολύ γενικά- να αντιδράσει με την εμβάθυνση και τη διεύρυνση της εκμεταλλευτικής βάσης. Ο μονοπωλισμός της οικονομίας, η επέκταση πάνω στην παγκόσμια αγορά, η προσπάθεια να γίνει χρήση του κράτους για τα ιδία συμφέροντα, δεν αποτελούν παρά μορφές επέκτασης του προτσές απαλλοτρίωσης των άμεσων παραγωγών έξω από τα εθνικά πλαίσια, πάνω στην ίδια τη κεφαλαιοκρατική τάξη και επομένως επέκταση του πεδίου εκμετάλλευσης πάνω σε ολόκληρη την κοινωνία.

Ο σχηματισμός του χρηματιστικού κεφαλαίου σημαίνει κατά κύριο λόγο τη διεύρυνση των μαζών του κεφαλαίου «σε ένα χέρι», σε μια ομάδα κεφαλαιοκρατών μέσω της κατοχής πάνω στο ξένο κεφάλαιο. Επομένως, αποτελεί απάντηση στα προβλήματα της αύξησης της κινητικότητας του κεφαλαίου, της ανάπτυξης της τεχνικής προόδου.

Η έννοια της «συγχώνευσης» του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο δεν εξαντλείται στην περιγραφή της ένωσης προσώπων από αντιπροσώπους των βιομηχανικών και τραπεζικών μονοπωλίων, τα οποία δρουν από κοινού κατά την οργάνωση του προτσές εκμετάλλευσης και διευρύνονται μέσω των εκάστοτε πεδίων δράσης τους από αυτή τη σύνδεση. Η ανάπτυξη του συμμετοχικού συστήματος από τα βιομηχανικά και τα τραπεζικά μονοπώλια –ένα από τα βασικά όργανα της χρηματιστικής-καπιταλιστικής κυριαρχίας- σημαίνει επιβολή της αρχής, σύμφωνα με την οποία με ένα μικρό ίδιο κεφάλαιο μπορεί κάποιος να καθορίσει ένα ουσιαστικά μεγαλύτερο μερίδιο του κοινωνικού κεφαλαίου. Εδώ, η σχέση ανάμεσα στα δυό, δεν αποτελεί μια μονόπλευρη υποταγή «παράδοσης» των βιομηχανικών μονοπωλίων στα τραπεζικά, αλλά τη σύνδεση των βιομηχανικών και χρηματικών δραστηριοτήτων τόσο των κοντσέρν στο βιομηχανικό τομέα όσο και στο τραπεζικό κεφάλαιο. Είναι ακριβώς αυτό το σημείο που τονίζει ο Λένιν σε σχέση με τον Χίλφερντινγκ[57].

Αυξανόμενη κατοχή πάνω στο ξένο κεφάλαιο σημαίνει ταυτόχρονα, αυξανόμενο διαχωρισμό ανάμεσα στο κεφάλαιο σαν ιδιοκτησία από το κεφάλαιο σαν λειτουργία. Ο Μαρξ αναφέρεται σ΄ αυτή την εξέλιξη όταν διαπραγματεύεται το ρόλο της πίστωσης στο παράδειγμα του σχηματισμού των μετοχικών εταιριών, οι οποίες ιδρύονται ώστε να μπορέσουν να αυξήσουν την κλίμακα της παραγωγής. Οι μετοχικές εταιρίες παριστάνουν για τον Μαρξ μια μορφή «κοινωνικού κεφαλαίου», το οποίο μετατρέπει τους ουσιαστικούς λειτουργικούς κεφαλαιοκράτες σε «διαχειριστές ξένου κεφαλαίου», τους ιδιοκτήτες κεφαλαίου αντιθέτως σε «απλούς χρηματικούς κεφαλαιοκράτες». Ο Μαρξ γράφει: «Είναι η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, και γι΄ αυτό είναι μια αυτοαναιρούμενη αντίφαση, που πριν απ΄ όλα παρουσιάζεται σαν απλό μεταβατικό σημείο προς μια νέα μορφή παραγωγής. Σαν τέτοια αντίφαση παρουσιάζεται επίσης στην εμφάνιση. Αποκαθιστά σε ορισμένες σφαίρες το μονοπώλιο και προκαλεί γι΄ αυτό την ανάμιξη του κράτους. Αναπαράγει μια νέα οικονομική αριστοκρατία, παράσιτα νέου είδους, με τη μορφή σχεδιαστών, ιδρυτών και απλώς ονομαστικών διευθυντών. Ένα ολόκληρο σύστημα αγυρτείας και απάτης σχετικά με τις ιδρύσεις, την έκδοση μετοχών και το εμπόριο μετοχών. Πρόκειται για ατομική παραγωγή χωρίς τον έλεγχο της ατομικής ιδιοκτησίας»[58].

Το προτσές κοινωνικοποίησης της παραγωγής οδηγεί επομένως σε «κοινωνικές» μορφές της καπιταλιστικής κατοχής εξουσίας πάνω στο προτσές παραγωγής, στην αποστέρηση ξεχωριστών ιδιοκτητών κεφαλαίου από τον καθορισμό πάνω στην ιδιοκτησία τους προς όφελος της συγκέντρωσης, της εξουσίας που πηγάζει από την ιδιοκτησία, σε λίγους μεγάλους κεφαλαιοκράτες.

Στη σφαίρα του παραγωγικού κεφαλαίου προκύπτουν μορφές οργάνωσης του κεφαλαίου, στις οποίες ενσωματώνεται ο διαχωρισμός του κεφαλαίου ως ιδιοκτησία από το κεφάλαιο ως λειτουργία. Ομοίως, το προτσές αυτό αναπτύσσεται μέσω της αυξανόμενης αμοιβαίας αυτονόμησης του παραγωγικού και του τοκοφόρου κεφαλαίου, η οποία προκύπτει από την αυξανόμενη σημασία της πίστωσης για τη διαμεσολάβηση του προτσές αναπαραγωγής. Η πίστωση δεν διευρύνει μόνο το κεφάλαιο που βρίσκεται στη διάθεση των παραγωγικών κεφαλαιοκρατών, αλλά «με την ανάπτυξη του τοκοφόρου κεφαλαίου και του πιστωτικού συστήματος φαίνεται να διπλασιάζεται όλο το κεφάλαιο και, που και που, να τριπλασιάζεται από τον διαφορετικό τρόπο, με τον οποίο το ίδιο κεφάλαιο ή ακόμα η ίδια μόνο χρεωστική απαίτηση εμφανίζεται σε διάφορα χέρια με διάφορες μορφές. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του “χρηματικού κεφαλαίου” είναι καθαρά πλασματικό»[59]. Με τη βοήθεια όμως αυτού του «πλασματικού» κεφαλαίου, μέσω της συγκέντρωσής του, ασκείται κυριαρχία πάνω στα προτσές παραγωγής, ιδιοποιείται κέρδος μέσω των χρηματικών συναλλαγών.

Τελικά, η επέκταση πάνω στην παγκόσμια αγορά αποτελεί έκφραση και συνέπεια της κοινωνικοποίησης του προτσές παραγωγής σε καπιταλιστική μορφή. Το εξωτερικό πεδίο της εκμετάλλευσης καθίσταται προσιτό μέσω της εξαγωγής κεφαλαίου, ανοίγει νέες δυνατότητες πραγματοποίησης.


5.3. Η σχέση βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου

Όπως αναφέρθηκε ήδη, η έννοια χρηματιστικό κεφάλαιο δεν σημαίνει την υποταγή του βιομηχανικού κεφαλαίου στις τράπεζες, αλλά ότι τα βιομηχανικά και τραπεζικά μονοπώλια σχηματίζουν από κοινού το χρηματιστικό κεφάλαιο, το οποίο διατρέχει εγκάρσια το κεφάλαιο «από πάνω μέχρι κάτω». 

Τα βιομηχανικά μονοπώλια είναι οργανωμένα τυπικά ως κοντσέρν, δηλαδή σαν σύνδεση μιας ανώτερης επιχείρησης με νομικά αυτόνομες θυγατρικές εταιρίες και άλλες συμμετοχές, οι οποίες ενώνονται οικονομικά, και αν χρειαστεί διευθύνονται κεντρικά. Οι συμμετοχές στην ουσία τους είναι οικονομικές δραστηριότητες, η εναπόθεση δανειακού κεφαλαίου γίνεται με την αξίωση για ένα μερίδιο ή του συνολικού κέρδους. Οι συμμετοχές τις τελευταίες δεκαετίες αυξήθηκαν ιδιαίτερα. Μεταξύ αυτών μερικές είναι μεγάλες συγχωνεύσεις, κυρίως με κοντσέρν άλλων χωρών καθώς και η ίδρυση νέων κοινών επιχειρήσεων ανάμεσα στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις. Με τη βοήθεια των συμμετοχών γίνονται πολλές κερδοφόρες συναλλαγές, οι οποίες αυξάνουν το κέρδος της κεντρικής επιχείρησης, π.χ. η χειραγώγηση του συμψηφισμού των τιμών στην αμοιβαία διακίνηση εμπορευμάτων, η εκμετάλλευση εθνικών φορολογικών πλεονεκτημάτων, η μείωση ή η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, που όμως λίγη σχέση έχουν με την χρηματοδότηση της παραγωγής για τη θυγατρική εταιρία. Ο αυξανόμενος αριθμός των συμμετοχών, το οικονομικό ειδικό βάρος τους στην πραγματοποίηση του κέρδους και η δομή τους κατά κλάδο, κάνουν σαφές, ότι το μερίδιο των οικονομικών δραστηριοτήτων των κοντσέρν έχει αυξηθεί σημαντικά. Παράλληλα, με αυτή την τάση αυξήθηκε επίσης και η αυτοχρηματοδότηση των βιομηχανικών μονοπωλίων. Αυτή οφείλεται στα πάνω από το μέσο όρο κέρδη των μονοπωλιακών επιχειρήσεων, τα οποία προκύπτουν μεταξύ των άλλων από την εκμετάλλευση φορολογικών πλεονεκτημάτων, ιδιαίτερα της πολιτικής των αποσβέσεων, και από άμεσες κεφαλαιακές βοήθειες, κέρδη, τα οποία οι μεγάλες επιχειρήσεις μπορούν να διατηρήσουν παραπέρα ακόμη και κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Εμπεριέχουν οι αυξανόμενες οικονομικές δραστηριότητες, η «αναδιάρθρωση» των χρηματικών συναλλαγών στα βιομηχανικά κοντσέρν και η αύξηση των δραστηριοτήτων αυτοχρηματοδότησης των βιομηχανικών μονοπωλίων, μια αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στα βιομηχανικά και τα τραπεζικά μονοπώλια, μια αποσύνθεση της σύμπλεξης ανάμεσα στα δυό προς όφελος του βιομηχανικού κεφαλαίου;

Για να μπορέσει να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, πρέπει να εκτιμηθεί, με ποιο τρόπο επιδρά η ανάπτυξη αυτή, που αναφέραμε εδώ, πάνω στα τραπεζικά μονοπώλια. Αυτό που παριστάνεται απ΄ τη μια μεριά σαν ενίσχυση των οικονομικών δραστηριοτήτων των κοντσέρν, σημαίνει απ΄ την άλλη, ότι και οι τράπεζες αυξητικά συμπεριλαμβάνονται στα κοντσέρν, μάλιστα εντάσσονται και αντιμετωπίζουν νέες απαιτήσεις, κυρίως στα πλαίσια των υπερεθνικών και πολυεθνικών κοντσέρν. Εδώ μετρά για παράδειγμα η μετάδοση πληροφοριών για τους ανταγωνιστές, προγνώσεις για την ανάπτυξη του κλάδου, παροχή συμβουλών για φορολογικά πλεονεκτήματα σε διάφορες χώρες, -άρα συμβουλές για τοποθέτηση κεφαλαίου με την ευρεία έννοια, και επομένως καθήκοντα, τα οποία μπορούν να ειδωθούν ως «βιομηχανικές λειτουργίες» επειδή βγαίνουν σε μεγάλο βαθμό έξω από τα πλαίσια μιας απλής προμήθειας με χρηματικό κεφάλαιο στη βιομηχανική επιχείρηση. Η αμοιβαία λειτουργική αλλαγή μεταξύ βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου γίνεται ιδιαίτερα σημαντική κατά την ανάλυση των διεθνών μονοπωλίων: Η ένωση επιχειρήσεων διαφορετικών κλάδων και διαφορετικής εθνικής «ταυτότητας» μέσα σ΄ ένα διαφοροποιημένο υπερεθνικό κοντσέρν, πραγματοποιείται, όπως ήδη αναφέρθηκε, μέσω των οικονομικών σχέσεων. Σ΄ ένα τέτοιο κοντσέρν εισέρχεται κατά κανόνα μια τράπεζα, η οποία αναλαμβάνει τις μεταξύ τους συνδεδεμένες πληρωμές των πολυάριθμων παραρτημάτων του κοντσέρν. Αποτέλεσμα αυτών είναι ότι το παραγωγικό κεφάλαιο μετατρέπεται στα πλαίσια μιας τέτοιου είδους επιχείρησης προσωρινά σε πηγή μέσων για μεγάλες κερδοσκοπίες, και το δανειακό κεφάλαιο δεν εκπληρώνει αρκετές φορές τις λειτουργίες του παραγωγικού κεφαλαίου.

Επίσης, η αυξανόμενη τάση για αυτοχρηματοδότηση δεν μπορεί να ερμηνευτεί μονόπλευρα ως μείωση της επιρροής των τραπεζών. Το αντίθετο, πρώτο, αυτή σ΄ ένα μεγάλο μέρος είναι αποτέλεσμα κοινών χρηματιστικο-καπιταλιστικών δραστηριοτήτων των κοντσέρν και των τραπεζών. Η σχέση τραπεζικών και βιομηχανικών μονοπωλίων δεν περιορίζεται στο δανεισμό χρήματος, αλλά υπάρχουν συνδέσεις οργανωτικού, οικονομικού είδους, τις οποίες καθορίζει στις αποφάσεις της η διεύθυνση της επιχείρησης των βιομηχανικών μονοπωλίων –ένα τμήμα της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Δεύτερο, υψηλός βαθμός αυτοχρηματοδότησης κατά τη περίοδο μιας κρίσης, δε σημαίνει ακόμη ότι τα βιομηχανικά μονοπώλια θα μπορούσαν να παραιτηθούν γενικά από τραπεζικές πιστώσεις. Το αντίθετο, οι τράπεζες παίζουν ένα αυξανόμενο ρόλο για την επέκταση των κοντσέρν.

Το μερίδιο της αυτοχρηματοδότησης εξαρτάται ιδιαίτερα από τη συγκυρία και τις εκάστοτε στρατηγικές των επιχειρήσεων, όμως δεν μπορεί να διαπιστωθεί ως γενικός κανόνας μια μείωση της χρηματοδότησης από έξω.

Μια άλλη άποψη υποστηρίζει ότι οι τράπεζες ανάπτυξαν μια τέτοια κεντρική θέση-κλειδί, που κάθε φορά τα βιομηχανικά μονοπώλια ομαδοποιούνται γύρω από αυτήν. Ακόμη κι αν τονίζεται η αύξηση της σημασίας των μονοπωλιακών τραπεζών, αυτό δεν σημαίνει την κυριαρχία των τραπεζικών κοντσέρν πάνω στα βιομηχανικά και εμπορικά κοντσέρν. Ο σχηματισμός των χρηματιστικών ομάδων με τα τραπεζικά μονοπώλια στο κέντρο, όπως γίνεται αποδεκτός, δεν σημαίνει πρακτικά έναν τέτοιου είδους ηγεμονικό ρόλο. Εδώ, πρώτο, δεν εξακριβώνεται η διαφοροποιημένη επιρροή των τραπεζών. Σε αρκετά όργανα ελέγχου των βιομηχανικών και εμπορικών μονοπωλίων δεν αντιπροσωπεύονται οι μεγάλες τράπεζες. Δεύτερο, η θέση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη την μερική λειτουργική μεταβολή της οικονομικής δραστηριότητας των τραπεζών. Τρίτο, η θέση αυτή δεν εξετάζει τις υλικές διαφορές στους διάφορους κλάδους της βιομηχανίας σαν βάση των διαφορετικών συνθηκών αξιοποίησης, τις οποίες μπορούν να προκαλέσουν οι διάφορες ομάδες του κεφαλαίου.

Η σχέση μεταξύ βιομηχανικών και τραπεζικών μονοπωλίων μπορεί να χαρακτηριστεί καλύτερα μέσω μιας αυξανόμενης σύμπλεξης, η οποία αποτελεί έκφραση της αυξανόμενης σημασίας των οικονομικών δραστηριοτήτων για τις μονοπωλιακές στρατηγικές της αξιοποίησης.


5.4. Σχετικά με την έννοια «χρηματιστική ολιγαρχία»

Η έννοια «χρηματιστική ολιγαρχία» δεν αποτελεί μεν την ουσιαστική κατηγορία στην ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό από τον Λένιν, όμως είναι τόσο σημαντική, που σήμερα κατά την εφαρμογή και την παραπέρα ανάπτυξη αυτής της θεωρίας δεν μπορεί κάποιος απλά να την αρνηθεί. Μερικοί φτάνουν στον πειρασμό να «μυρίζονται» εδώ θεωρίες συνομωσίας, για μια ομάδα αποτελούμενη από σκοτεινούς κακοποιούς, η οποία –διψασμένη για εξουσία κατά το μακιαβελικό πρότυπο- τραβά όλα τα σημαντικά νήματα μέσα απ΄ το σκοτάδι.

Πραγματικά, αν κατανοούνταν έτσι η έννοια «χρηματιστική ολιγαρχία», τότε αυτό δεν θα είχε καμιά σχέση με το μαρξισμό. Για το μαρξισμό είναι ξένη η μέθοδος εκείνη που αναζητά την αιτία των κοινωνικών προτσές στην υποκειμενική δράση των ανθρώπων –όσο ισχυροί κι αν είναι αυτοί. Όταν επομένως τέτοιου είδους αντιλήψεις συνδέονται με την έννοια «χρηματιστική ολιγαρχία» από τους αστούς νεκροθάφτες του Λένιν όσο και από θεωρητικούς που αξιώνουν να ονομάζονται μαρξιστές, τότε είναι αναγκαίο να τεθούν κάποια ζητήματα.

Κατά τον Λένιν η χρηματιστική ολιγαρχία αποτελεί την προσωπική ενσάρκωση του χρηματιστικού κεφαλαίου. Μέχρι σ΄ αυτό το σημείο δεν μπορεί να υπάρξει κάποια ουσιαστική αντίρρηση. Είναι αυτονόητο ότι οι κοινωνικές κατηγορίες, -όπως το κεφάλαιο ή το χρηματιστικό κεφάλαιο-, μπορούν να εμφανιστούν μόνο στη μορφή των δρώντων ανθρώπων. Ο ιμπεριαλισμός είναι για τον Λένιν η εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου, και αυτό δρα στη μορφή της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Το ότι εδώ παίζει επίσης ρόλο και το υποκειμενικό στοιχείο, είναι και αυτό προφανές. Οι αντικειμενικοί νόμοι δεν επιβάλλονται πάνω στη δράση των ανθρώπων με τρόπο ρομποτικό, αλλά σαν τελικό αποτέλεσμα της κοινής τους δράσης.

Εδώ εμφανίζεται μολαταύτα το ερώτημα: Γιατί δεν γίνεται λόγος περί χρηματιστών καπιταλιστών, γιατί καθιερώνεται μια καινούρια έννοια; Και σ΄ αυτό το ερώτημα βρίσκεται ουσιαστικά ο πυρήνας όλου του προβλήματος, επειδή η έννοια «χρηματιστική ολιγαρχία» πρέπει να εκφράσει, ότι και στη μορφή της προσωπικής ενσάρκωσης του κεφαλαίου έχει υπεισέλθει μια ποιοτική μεταβολή από τότε που υπάρχει ο ιμπεριαλισμός. Ο Λένιν ως γνωστό –σε αντίθεση με τον Χίλφερντιγκ- όρισε το περιεχόμενο της έννοιας «χρηματιστικό κεφάλαιο» ως συγχώνευση του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο.

Και μάλιστα δεν το εννοούσε φαινομενολογικά, αλλά λειτουργικά (ακόμη και όταν εκφράζεται στα εμπειρικά διαπιστωμένα γεγονότα). Ο συνολικός ιμπεριαλισμός είναι σε τελική ανάλυση η αντίδραση του καπιταλισμού σ΄ ένα επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ο οποίος τείνει να ανατινάξει το περίβλημα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Η τεράστια κοινωνικοποίηση της παραγωγής, η οποία τις συνοδεύει, απαιτεί την κινητοποίηση όλο και πιο τεράστιων μαζών κεφαλαίου, την αυξανόμενη διείσδυση στην παραγωγή φάσεων πριν και μετά το προτσές παραγωγής.

Από αυτή την κατάσταση, σχηματίζεται μεταξύ των άλλων, ο νέος ρόλος των τραπεζών, οι οποίες δεν είναι πλέον μόνο πιστωτές, αλλά επεμβαίνουν όλο και περισσότερο στο προτσές παραγωγής των επιχειρήσεων, ελέγχουν συνάφειες της παραγωγής, συγκεντροποιούν όλες τις εφικτές μάζες κεφαλαίου κτλ. Αναγκαστικά οι τράπεζες –ακριβέστερα: οι λίγες μονοπωλιακές τράπεζες-, χάνουν τον χαρακτήρα τους σαν καθαρά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και φροντίζουν να αντιπροσωπευτούν άμεσα στην παραγωγή. Αυτό φτάνει μέχρι του σημείου, που σήμερα μέχρι σ΄ ένα βαθμό μετά δυσκολίας μπορεί να απαντηθεί το ερώτημα, εάν π.χ. μια μεγάλη τράπεζα είναι κατά κύριο λόγο τραπεζικό ή βιομηχανικό κοντσέρν.

Η εξέλιξη αυτή –όπως ειπώθηκε- δεν ήταν αυθαίρετη αλλά νομοτελειακή. Ακριβώς, όπως ο σχηματισμός του χρηματιστικού κεφαλαίου οφείλεται γενικά στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, έτσι συμβαίνει και με την εκάστοτε κυρίαρχη μορφή οργάνωσης του χρηματιστικού κεφαλαίου. Σήμερα επιβλήθηκε καθαρά το κοντσέρν σαν βάση της χρηματιστικο-καπιταλιστικής κυριαρχίας.


Τα σημερινά όμως κοντσέρν δεν είναι πλέον μόνο βιομηχανικό κεφάλαιο. Εκτός του ότι τα περισσότερα από αυτά έχουν ήδη τη δική τους τράπεζα ή ασκούν παρόμοιες τραπεζικές συναλλαγές, το συνολικό σύστημα συμμετοχής βασίζεται επίσης σε καθαρές χρηματικές δραστηριότητες. Η απόκτηση ή η πώληση μιας εταιρίας από ένα κοντσέρν δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση παραγωγική δραστηριότητα, αλλά πρόκειται για μια καθαρά οικονομική συναλλαγή. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα το κοντσέρν έχει ενσωματώσει μέσα του την συγχώνευση του βιομηχανικού και του τραπεζικού κεφαλαίου, ενόσω για τις τράπεζες το ίδιο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται απ΄ την άλλη κατεύθυνση. Και μόνο αυτό το γεγονός αφήνει να εννοηθεί ότι η συγχώνευση ανάμεσα στα δυό έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις σε σχέση με την εποχή του Λένιν.

Το γεγονός της συνύφανσης των βιομηχανικών και των τραπεζικών μονοπωλίων σε ένα σύμπλεγμα, αποδίδει επίσης στην έννοια της «χρηματιστικής ολιγαρχίας» μια ιδιαίτερη επικαιρότητα. Εδώ δεν εννοούνται φυσικά –όπως πιστεύουν κάποιοι- οι μέτοχοι αυτών των μονοπωλίων. Η ιδιοκτησία σε ένα κοντσέρν και σε ένα τραπεζικό μονοπώλιο βρίσκεται κατά εκατό τοις εκατό διασκορπισμένη. Τα μερίδιά τους σε σχέση με την χρηματιστική ολιγαρχία δεν είναι φυσικά αυτοί οι ανίσχυροι μικρομέτοχοι, αλλά, πολύ περισσότερο, είναι εκείνα τα άτομα τα οποία λαμβάνονται υπόψη ως φορείς της λειτουργίας του κεφαλαίου αυτών των κοντσέρν. Πως δικαιολογείται όμως τώρα να γίνεται λόγος περί «χρηματιστικής ολιγαρχίας»;

Ξεκινάμε απ΄ το ότι η συγχώνευση βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου είναι μια αναγκαία και μη αναστρέψιμη διαδικασία. Αυτή βρίσκει τη μορφή εμφάνισής της στο ότι τα μεγαλύτερα μονοπώλια συμπλέκονται μεταξύ τους μέσω μιας πληθώρας πιστωτικών και άλλων οικονομικών σχέσεων –εν μέρει επίσης μέσω συμμετοχών κεφαλαίου. Είναι προφανές ότι το γεγονός αυτό αντανακλάται επίσης αναγκαστικά στον τρόπο που αυτό το χρηματιστικό κεφάλαιο εμφανίζεται σε επίπεδο προσώπων. Σχηματίζεται –παράλληλα με τα άμεσα διοικητικά στελέχη των κοντσέρν- από τους προσωπικούς φορείς της προαναφερόμενης συγχώνευσης, δηλαδή τους ιδιαίτερα γνωστούς μεγάλους εκπροσώπους στα διοικητικά και τα εποπτικά συμβούλια.


Δεν είναι μόνο η λογική του πολύ μικρού αριθμού των κοντσέρν που συμμετέχουν, τα οποία συγκεντρώνουν τις ουσιαστικές λειτουργίες πάνω σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων. Πολύ περισσότερο, είναι επίσης η λογική της ανάπτυξης, η διαρκής γιγαντιαία συγκέντρωση της οικονομικής και πολιτικής δύναμης στα μεγάλα κοντσέρν. Το ποια μορφή παίρνει, αυτό κρατείται επιμελώς μακριά απ΄ τη κοινή γνώμη.

Ασφαλώς, μέσω των καταστάσεων σύμπλεξης προσώπων δεν σχηματίζεται κάποιο καθολικό μονοπωλιακό καρτέλ. Ο ανταγωνισμός κυριαρχεί και ανάμεσα στα μονοπώλια. Αλλά αναμφίβολα, η συγκεντροποίηση της μονοπωλιακής εξουσίας σε πολύ λίγα πρόσωπα, έχει βεβαίως μια ιδιαίτερη αξία. Η εξουσία αυτή προκαλείται από τα αντικειμενικά προτσές της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, σχηματίζοντας τεράστια μονοπώλια και τη συγχώνευση του βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου σε χρηματιστικό κεφάλαιο. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί και έναν παράγοντα, ο οποίος ευνοεί και ενισχύει αυτά τα προτσές, με το να δημιουργεί θεσμικές προϋποθέσεις για την παραπέρα εξέλιξή τους.

Μια τέτοιου είδους κατάσταση διαφέρει ποιοτικά από αυτήν του προμονοπωλιακού καπιταλισμού. Ναι μεν υπήρχαν και παλιότερα ισχυρά και λιγότερο ισχυρά κεφάλαια, των οποίων οι χαρακτηριστικές μάσκες συνδέονταν μεταξύ τους μέσω προσώπων, όμως εδώ πρόκειται για μια κλειστή, αλληλοεμπλεκόμενη εξουσιαστική ελίτ, η οποία εμφανίζεται επίσης στο εσωτερικό της κεφαλαιοκρατικής τάξης σαν δεσπότης, έχοντας καταλάβει την πραγματική εξουσία μέσα στην κοινωνία.

Αν ειδωθεί έτσι το ζήτημα, τότε η έννοια «χρηματιστική ολιγαρχία» είναι ιδεατή για να χαρακτηρίσει τις παραπάνω καταστάσεις. Δεν είναι απλά μόνο η οικονομική δομή, δηλαδή ένας μικρός αριθμός μονοπωλίων, ο οποίος κατέχει τα υψηλότερα πόστα της οικονομίας. Είναι επίσης και μια πολλή μικρή κλίκα ατόμων, τα οποία χειρίζονται αυτή την εξουσία με σκοπό το κέρδος. Αυτό δεν αλλάζει τίποτα σε ό,τι αφορά στις βασικές νομοτέλειες του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Όμως για την κατανόηση των ουσιαστικών προτσές στις ιμπεριαλιστικές χώρες, αυτό είναι αναγκαίο. Και διασαφηνίζει ιδιαίτερα παραστατικά, ότι συγκεκριμένες θεωρητικές προσεγγίσεις, οι οποίες κάνουν ακόμη λόγο περί δομών του προμονοπωλιακού καπιταλισμού (χαρακτηριστική είναι εδώ η περίπτωση του Γιάννη Μηλιού), βρίσκονται εκτός πραγματικότητας.


5.5. Η κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας

Ας δούμε όμως κάπως πιο λεπτομερειακά το ζήτημα της κυριαρχίας της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Όπως αναφέρθηκε, ο ιμπεριαλισμός χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Οι ηγετικοί του εκπρόσωποι σχηματίζουν την χρηματιστική ολιγαρχία. Αυτή παριστάνει μια σχετικά μικρή ομάδα των πιο ισχυρών χρηματιστών μεγιστάνων, οι οποίοι κυριαρχούν στην οικονομία και στη πολιτική των ιμπεριαλιστικών χωρών. Η χρηματιστική ολιγαρχία σαν τέτοια είναι χωρισμένη σε ανταγωνιστικές ομάδες, οι οποίες διεξάγουν έναν ανελέητο αγώνα για το μεγαλύτερο μέρος της εξουσίας και για το κέρδος πάνω σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, τα κόστη των οποίων φορτώνονται πάνω στους λαούς.

Σε κάθε βαθμίδα της ανάπτυξής του το κεφάλαιο γεννά και τον αντίστοιχο τύπο του κεφαλαιοκράτη. Ο ξεχωριστός επιχειρηματίας ήταν για τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού τυπικός. Το αυξανόμενο κέντρο βάρους του μονοπωλιακού κοινωνικού κεφαλαίου στον ιμπεριαλισμό αντιθέτως, φέρνει στο επίκεντρο όλο και πιο έντονα δυό άλλες ομάδες κεφαλαιοκρατών.

Πρώτο: Ο σχηματισμός του χρηματιστικού κεφαλαίου ενισχύει την ανάπτυξη ενός ευρέως στρώματος κεφαλαιοκρατών εισοδηματιών (εισοδηματίες που ζουν με το «κόψιμο κουπονιών») οι οποίοι περιορίζονται σ΄ αυτό το εισόδημα, όμως δεν ασκούν άμεσα την εξουσία του κεφαλαίου.

Δεύτερο: Με το χρηματιστικό κεφάλαιο γεννιέται η χρηματιστική ολιγαρχία. Αυτή είναι σήμερα (με την έννοια της ιδιοποίησης των συνθηκών παραγωγής, των αποτελεσμάτων αυτής και του ελέγχου πάνω στο ίδιο το προτσές παραγωγής) ο πραγματικός ιδιοκτήτης του υψηλά κοινωνικοποιημένου καπιταλιστικού προτσές παραγωγής. Στη χρηματιστική ολιγαρχία ανήκουν κυρίως οι παρακάτω ομάδες ατόμων:

  • Μεγαλομέτοχοι και μέλη οικογενειών ίδρυσης των αρχικών επιχειρήσεων και των κοντσέρν. Αυτοί κατέχουν ένα μεγάλο μέρος των μετοχών των αντίστοιχων κοντσέρν και επηρεάζουν διαρκώς την πολιτική συναλλαγών της εκάστοτε χρηματιστικής ομάδας.
  • Γενικοί διευθυντές, πρόεδροι συμβουλίων επιτήρησης και πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων των βιομηχανικών κοντσέρν και των μεγάλων τραπεζών, καθώς και άλλοι «μισθωτοί» που ανήκουν στο «τοπ μάνατζμεντ». Στα χέρια τους βρίσκεται η εκτελεστική εξουσία των κοντσέρν, που πάνω της φέρει τη μάσκα του χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Επιπλέον, τις περισσότερες φορές οι ίδιοι μετατρέπονται σε μεγάλους κεφαλαιοκράτες μέσω της συμμετοχής τους στα κέρδη, με ιδία κατοχή μετοχών ή μέσω γάμων που λαμβάνουν χώρα μεταξύ τους. Η σημασία του τμήματος αυτού της χρηματιστικής ολιγαρχίας αυξήθηκε ιδιαίτερα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο.

Τα μέλη της χρηματιστικής ολιγαρχίας, οι προϊστάμενοι των χρηματιστικών ομάδων, ασκούν μια τεράστια οικονομική εξουσία. Το βασικό μέσο τους είναι το σύστημα συμμετοχής, η ουσία του οποίου βρίσκεται στο ότι ξεχωριστοί μεγάλοι κεφαλαιοκράτες ή καπιταλιστικές επιχειρήσεις με τη μορφή κατάθεσης κεφαλαίων ή πακέτων μετοχών, συμμετέχουν στο ιδρυτικό κεφάλαιο των κεφαλαιουχικών εταιριών (μετοχικές εταιρίες, Εταιρίες Περιορισμένης Ευθύνης) ή σε εταιρίες προσωπικού (ετερόρρυθμες εταιρίες, εμπορικές εταιρίες). Μέσω της συμμετοχής του κεφαλαίου μπορούν να επηρεάζουν την πολιτική συναλλαγών της επιχείρησης και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες να κυριαρχήσουν πάνω της ολοκληρωτικά. Για «συμμετοχή πακέτου» γίνεται λόγος, όταν υπάρχουν ολόκληρες αλυσίδες συμμετοχής, στις οποίες μια εκάστοτε βασική ή μητρική εταιρία, έχει τον έλεγχο, μέσω της συμμετοχής κεφαλαίων πάνω σε άλλες επιχειρήσεις (θυγατρικές εταιρίες), οι οποίες με τη σειρά τους μέσω της συμμετοχής κεφαλαίων ασκούν αποφασιστική επιρροή σε άλλες παραπέρα εταιρίες (ξεχωριστές εταιρίες). Η αλυσίδα συμμετοχής μπορεί να προχωρήσει ακόμη παραπέρα και να περιλάβει –όπως ήδη αναφέρθηκε- εταιρίες-δισέγγονες κτλ. Το σύστημα συμμετοχής επιτρέπει σ΄ έναν μικρό κύκλο χρηματιστών μεγιστάνων, μ΄ ένα σχετικά μικρό ίδιον κεφάλαιο σε μεγάλες κεφαλαιουχικές εταιρίες καθώς και με τις μητρικές εταιρίες και τις εταιρίες εγγονές τους, να κυριαρχούν πάνω σε ολόκληρες χρηματιστικές αυτοκρατορίες. Σήμερα το σύστημα συμμετοχής, για το οποίο ο Λένιν γράφει ότι αυτό χρησιμεύει «για να μεγαλώσει σε γιγάντιο βαθμό η εξουσία των μονοπωλίων»[60], είναι οργανωμένο με βάση την αρχή της μέγιστης κατοχής ξένου κεφαλαίου και με ελάχιστη δαπάνη σε ίδιον κεφάλαιο. Ο Λένιν αναφέρει ακόμη ένα ποσοστό μετοχών 40% σαν επαρκές «για να διευθύνει κανείς τις υποθέσεις μιας μετοχικής εταιρίας»[61]. Σήμερα η ψαλίδα μεταξύ χρησιμοποίησης ιδίων μέσων και κατεχόμενων ξένων μέσων έχει ανοίξει τόσο πολύ, που συχνά με ποσοστά μεταξύ 10% έως 20% δίνονται εκτεταμένες δυνατότητες ελέγχου, και, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που το ποσοστό αυτό φτάνει και στο 4%. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν η μάζα των μετοχών είναι κατανεμημένη σε χιλιάδες ή ακόμη και σε δεκάδες χιλιάδες μικρομετόχους, οι οποίοι έχουν απλώς μόνο ένα τυπικό δικαίωμα ψήφου. Η χρηματιστική ολιγαρχία δεν περιορίζεται στην άσκηση της οικονομικής εξουσίας. Αυτό προκύπτει ήδη απ΄ το ότι οι διευθυντές των χρηματιστικών ομάδων καθορίζουν με τις αποφάσεις τους μεγάλους τομείς της εθνικής οικονομίας των καπιταλιστικών χωρών.

Με τον έλεγχο πάνω στα κέντρα της οικονομικής εξουσίας, η χρηματιστική ολιγαρχία έχει στα χέρια της το κλειδί για την επιβολή των συμφερόντων της πάνω στο πεδίο της κρατικής πολιτικής και στα άλλα πεδία της δημόσιας ζωής. Εδώ ισχύουν τα λόγια του Λένιν: «Το μονοπώλιο, μια και έχει δημιουργηθεί και διαχειρίζεται δισεκατομμύρια, διεισδύει με απόλυτη αναγκαιότητα σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής, ανεξάρτητα από την πολιτική συγκρότηση και από οποιεσδήποτε άλλες “λεπτομέρειες”»[62]. Η χρηματιστική ολιγαρχία για την εξασφάλιση των θέσεων εξουσίας της καθιερώνει έναν αντίστοιχο πολιτικό μηχανισμό κυριαρχίας. Στα συστατικά στοιχεία ή πυλώνες που στηρίζουν τον πολιτικό μηχανισμό της κυριαρχίας της, ανήκουν κυρίως οι παρακάτω κρίκοι: ο αστικός κρατικός μηχανισμός, οι Ενώσεις/Σύνδεσμοι των επιχειρηματιών/βιομηχάνων, το αστικό κομματικό σύστημα και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Ο κρατικός μηχανισμός σαν πυλώνας στήριξης του μηχανισμού κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου χρησιμοποιείται με πολλαπλό τρόπο. Το ποιες μέθοδοι θα χρησιμοποιηθούν κατά προτίμηση, αυτό εξαρτάται κυρίως απ΄ την εκάστοτε ασκούμενη μορφή κυριαρχίας –μια ανοιχτά δικτατορική ή μια περισσότερο στολισμένη κοινοβουλευτικά. Σ΄ αυτά τα προτσές αντανακλάται έντονα μια αλλαγή στο ρόλο του κράτους. Αν στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό το κράτος ήταν αντιπρόσωπος της αστικής τάξης συνολικά, υπό ιμπεριαλιστικές σχέσεις αυτό αποτελεί αντιπρόσωπο συμφερόντων κυρίως του χρηματιστικού κεφαλαίου, της οικονομικά και πολιτικά ισχυρότερης ομάδας της αστικής τάξης.

Οι Ενώσεις των επιχειρηματιών ασκούν με διαφορετικό τρόπο πολιτική εξουσία. Απ΄ τη μια μεριά είναι αντίπαλοι των συνδικάτων στη πάλη για μισθούς και στις άλλες αντιπαραθέσεις που αφορούν στις υλικές και κοινωνικές συνθήκες της θέσης της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων. Απ΄ την άλλη μεριά ασκούν αποφασιστική επιρροή πάνω στη πολιτική του αστικού κράτους και των οργάνων του προς το συμφέρον των μονοπωλίων.

Σχετικά με το αστικό κομματικό σύστημα. Εδώ πρόκειται κατά κανόνα για μια σειρά από κόμματα τα οποία υπερασπίζονται ενωμένα το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα, μεταξύ αυτών όμως υπάρχει μια σχετική διαφοροποίηση στη στρατηγική και τακτική για την επίτευξη των στόχων τους. Η πληθώρα των αστικών κομμάτων κάνει δυνατή την εξαπάτηση της μάζας των εκλογέων για το δικτατορικό χαρακτήρα της κυριαρχίας των μονοπωλίων, οι αστοί αποτυχημένοι πολιτικοί αντικαθίστανται ανά πάσα στιγμή από άλλους χωρίς να κλυδωνίζεται σοβαρά το καπιταλιστικό σύστημα.

Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ραδιοφωνία, τηλεόραση, Τύπος) βρίσκονται στο μεγαλύτερο μέρος τους στα χέρια του μονοπωλιακά καπιταλιστικού κράτους, των κομμάτων υποστήριξης του συστήματος, των Ενώσεων των επιχειρηματιών και των κοντσέρν. Μέσω των ΜΜΕ η μονοπωλιακή αστική τάξη προσπαθεί να επηρεάζει διαρκώς τη συνείδηση των πολιτών με την έννοια της διατήρησης του υπάρχοντος ιμπεριαλιστικού συστήματος. Μ΄ αυτό τον τρόπο προσπαθεί να επιφέρει μια εκτεταμένη ιδεολογική και πνευματική χειραγώγηση των πολιτών.

Συνολικά, το πολιτικό σύστημα κυριαρχίας της χρηματιστικής ολιγαρχίας αποτελεί έναν περίπλοκο και πολυστρωματικό μηχανισμό, στον οποίο οι ξεχωριστοί κρίκοι του είναι στενά οδοντωμένοι μεταξύ τους. Το σύστημα αυτό έχει κυρίως σαν σκοπό να μετατρέψει την οικονομική εξουσία του χρηματιστικού κεφαλαίου σε μια σταθερά δομημένη πολιτική κυριαρχία, η οποία θα εξασφαλίζει τα κερδοσκοπικά συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου σε όλες τις ζωτικές σφαίρες της κοινωνίας, επιβάλλοντάς τα σαν καθοριστικά κριτήρια.

Σ΄ αυτό το επίπεδο ανάπτυξης της έννοιας του μονοπωλίου, το μονοπώλιο μπορεί να χαρακτηριστεί ως εξής:

Στο πλήρες ξεδίπλωμά του πάνω στο εθνικό επίπεδο, το μονοπώλιο είναι ένα πολυεπίπεδο και περίπλοκο σύστημα καπιταλιστικών σχέσεων. Βάση του είναι η κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου πάνω στην παραγωγή, διεισδύει όμως και στις σφαίρες της κυκλοφορίας, της διανομής και της κατανάλωσης καθώς και σε άλλες σφαίρες της κοινωνίας έξω απ΄ την οικονομία, κυρίως στο κράτος, στο Δίκαιο και στην κυρίαρχη ιδεολογία.

Στην κατανόηση αυτής της έννοιας περί μονοπωλίου καταλήγει κανείς τότε μόνο, όταν συλλάβει ολοκληρωτικά και κατανοήσει το ρόλο του χρηματιστικού κεφαλαίου κατά την κλιμάκωση της εξουσίας του μονοπωλίου, ξεκινώντας απ΄ την κυριαρχία πάνω στην παραγωγή και φτάνοντας στην κυριαρχία πάνω στο πεδίο της πολιτικής.

Σαν χρηματιστικό κεφάλαιο το μονοπώλιο αποτελεί τον οικονομικό πυρήνα του ιμπεριαλισμού. Στις ιδιότητες του χρηματιστικού κεφαλαίου θεμελιώνονται οι βάσεις για τον επιθετικό, ληστρικό και καταπιεστικό χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού σαν κοινωνικό σύστημα. Το πιο ολοκληρωμένο ξεδίπλωμα της υψηλής βαθμίδας του μονοπωλίου που κυριαρχεί στη πολιτική, είναι ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός. Αυτός οδηγεί σε παραπέρα σημαντικές μεταβολές στη σχέση οικονομίας και πολιτικής.


6. Η ΕΞΑΓΩΓΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

6.1. Από το εθνικό στο διεθνές πλαίσιο

Με την ανάπτυξη του καπιταλισμού αποτυπώνεται όλο και περισσότερο ο διεθνής χαρακτήρας του καπιταλιστικού συστήματος. Σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού το προτσές αυτό αποκαλύφθηκε κυρίως στην καταβρόχθιση λαών και χωρών στο «δίκτυο της παγκόσμιας αγοράς». Επιπρόσθετες χώρες του κόσμου, όπως οι αποικίες, είχαν μεν συμπεριληφθεί στην εμπορευματική ανταλλαγή, όχι όμως στην καπιταλιστική παραγωγή. Κυρίως μέσω της κυριαρχίας και της επέκτασης του καπιταλιστικού μονοπωλίου, η διεθνοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας αποκτά νέες διαστάσεις και χαρακτηριστικά. Αυτά εκδηλώνονται κατά το σχηματισμό της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας περίπου προς τα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα. Οι σημαντικές ποιοτικές διαφορές της διεθνοποίησης της καπιταλιστικής οικονομίας στον ιμπεριαλισμό σε σχέση με τον προμονοπωλιακό καπιταλισμό, βρίσκονται στο ότι το προτσές διεθνοποίησης δεν περιλαμβάνει πλέον μόνο τη σφαίρα κυκλοφορίας, αλλά σε αυξανόμενο βαθμό και τις σχέσεις παραγωγής, και ο ανταγωνισμός αντικαθίσταται από την κυριαρχία του μονοπωλίου και τον μονοπωλιακό ανταγωνισμό και στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις. «Το ελεύθερο εμπόριο και ο ανταγωνισμός έχουν αντικατασταθεί από την τάση προς το μονοπώλιο, προς την κατάκτηση εδαφών για επένδυση κεφαλαίων, για εξαγωγή πρώτων υλών κτλ»[63]

Η ανάπτυξη της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία λαμβάνει χώρα με την εγκαθίδρυση της διεθνούς κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, έχει επίσης ως αποτέλεσμα αλλαγές στις συνθήκες επίδρασης και στο μηχανισμό επίδρασης των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού, οι οποίες επηρεάζουν τις μορφές πραγματοποίησής τους. Ιδιαίτερα σημαντική όμως σημασία έχει, ότι με την επιβολή της διεθνούς κυριαρχίας του μονοπωλίου, αποκτούν μεγάλη σημασία οι νόμοι για την αξιοποίηση του κεφαλαίου στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία.

Η μονοπωλιακή εξαγωγή κεφαλαίου, το οικονομικό μοίρασμα του κόσμου μεταξύ των μονοπωλίων και το εδαφικό μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις, είναι τα πιο σημαντικά φαινόμενα στα οποία ο Λένιν συγκεφαλαιώνει τη διεθνή κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Υπό την πίεση του ανταγωνισμού και του αυξανόμενου ανταγωνισμού για κοινωνικοποίηση της παραγωγής, το μονοπώλιο αναπτύσσεται σ΄ αυτά τα προτσές σε μια πλήρη ολότητα.

Αυτά τα τρία προτσές της παραπέρα ανάπτυξης του μονοπωλίου, τα χαρακτήρισε ο Λένιν επίσης ως οικονομικά στοιχεία του ιμπεριαλισμού. Τα στοιχεία αυτά σχηματίζουν μαζί με τα άλλα δυό, που αναλύσαμε ήδη, τα πέντε βασικά οικονομικά χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού. Κάθε ξεχωριστό χαρακτηριστικό στοιχείο φωτίζει διάφορες πλευρές της ολότητας του μονοπωλίου ως βασική σχέση παραγωγής. Αυτά τα πέντε βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία οδηγούν στην πλήρη κατανόηση

  • του μονοπωλίου στο διεθνή επεκτατικό του κυνήγι για την απόκτηση μονοπωλιακού κέρδους,
  • του μονοπωλίου σαν παγκόσμια επεκτεινόμενη σχέση εξουσίας για την επιβολή και κυριαρχία σε όλα τα πεδία της δημόσιας ζωής,
  • του μονοπωλίου νοούμενο ως αντιδραστική προσαρμογή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στις συνθήκες ανάπτυξης των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, όχι απλά από εθνική, αλλά πρωταρχικά από διεθνή σκοπιά,
  • του μονοπωλίου σαν επιθετική σχέση εξουσίας και κυριαρχίας και τη συνάφειά του με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η ανάπτυξη του μονοπωλίου σε ολότητα είναι επομένως κατανοητή μόνο σε διεθνείς διαστάσεις.

Τη «νέα βαθμίδα της παγκόσμιας συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της παραγωγής» στον ιμπεριαλισμό, την ανήγαγε ο Λένιν υλιστικά από την επίδραση του γενικού νόμου της συμφωνίας των παραγωγικών δυνάμεων με το χαρακτήρα και το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η προκαλούμενη απ΄ τον καπιταλισμό ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η μεγάλη αύξηση του βαθμού κοινωνικοποίησης της παραγωγής, ωθούν το κεφάλαιο αυξητικά έξω από τα σύνορα της χώρας. Μέσω όμως της μονοπωλιακά αποτυπωμένης διεθνούς συνάφειας, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων λαμβάνει χώρα παραμορφωμένα, στρεβλά. Για να μπορέσει να κατανοηθεί και να ερμηνευτεί αυτό, είναι αναγκαία η ανάλυση του Λένιν για την ανάπτυξη του μονοπωλίου σε πλήρη ολότητα.


6.2. Αιτίες του αυξανόμενου ρόλου της εξαγωγής κεφαλαίου

Ο Λένιν για την εποχή του ελεύθερου ανταγωνισμού σημείωνε, ότι η εξαγωγή κεφαλαίου παίζει ένα αυξανόμενο ρόλο στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις των καπιταλιστικών χωρών. Εξαγωγή κεφαλαίου υπήρχε βεβαίως και σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού. Ήδη το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, ο Μαρξ στο βασικό του έργο έκανε λόγο για εξαγωγή κεφαλαίου ως ένα χαρακτηριστικό του καπιταλισμού. «Αν στέλνεται κεφάλαιο στο εξωτερικό, αυτό γίνεται, όχι γιατί δεν θα μπορούσε απολύτως καθόλου να χρησιμοποιηθεί στο εσωτερικό. Αυτό γίνεται γιατί μπορεί να απασχοληθεί στο εξωτερικό με μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους. Το κεφάλαιο, όμως, είναι απολύτως πλεονάζον κεφάλαιο για τον απασχολημένο εργατικό πληθυσμό και γενικά για τη δοσμένη χώρα. Υπάρχει σαν τέτοιο δίπλα στον σχετικά πλεονάζοντα πληθυσμό, και αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα για το πώς συνυπάρχουν το πλεονάζον κεφάλαιο και ο πλεονάζων πληθυσμός και πως αλληλοκαθορίζονται»[64]. Καθοριστική όμως για τη διαμόρφωση της διεθνούς οικονομίας ήταν την περίοδο εκείνη η εξαγωγή εμπορευμάτων. Αντιθέτως, για την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου τυπική είναι η εξαγωγή κεφαλαίου. 

Στο βιβλίο του για τον ιμπεριαλισμό ο Λένιν, στο τμήμα εκείνο που αναφέρεται στην εξαγωγή κεφαλαίου, ξεκινά με τη διαπίστωση: «Για τον παλιό καπιταλισμό, που κυριαρχούσε απόλυτα ο ελεύθερος ανταγωνισμός, χαρακτηριστική ήταν η εξαγωγή εμπορευμάτων. Για το νεότατο καπιταλισμό, όπου κυριαρχούν τα μονοπώλια, έγινε χαρακτηριστική η εξαγωγή κεφαλαίου»[65]. Ξεκινώντας από την ανισόμετρη ανάπτυξη των ξεχωριστών χωρών, ο Λένιν εξηγεί τη δημιουργία ενός «περισσεύματος κεφαλαίου» για το οποίο «δεν υπάρχει (στις συνθήκες της ανεξέλικτης γεωργίας και της εξαθλίωσης των μαζών) πεδίο για “επικερδή” τοποθέτηση» στην ιδία χώρα. Η εξαγωγή κεφαλαίου λαμβάνει χώρα ως αιτία του γεγονότος ότι στο αρχικό στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, περιλαμβάνονται ήδη μια σειρά καθυστερημένες χώρες στη κυκλοφορία του παγκόσμιου καπιταλισμού και ότι σ΄ αυτές τις χώρες υπήρχαν στοιχειώδεις προϋποθέσεις βιομηχανικής ανάπτυξης. Λένιν: «Η δυνατότητα εξαγωγής κεφαλαίου δημιουργείται από το γεγονός ότι μια σειρά καθυστερημένες χώρες έχουν πια τραβηχτεί στην τροχιά του παγκόσμιου καπιταλισμού, έχουν κατασκευαστεί ή άρχισαν να κατασκευάζονται οι κύριες σιδηροδρομικές γραμμές, έχουν εξασφαλιστεί οι στοιχειώδεις όροι για την ανάπτυξη της βιομηχανίας κτλ»[66]

Η εξαγωγή κεφαλαίου αποτελεί επομένως ένα οικονομικό φαινόμενο της καπιταλιστικής διεθνοποίησης της οικονομίας, η οποία βρίσκεται σε στενή συνάρτηση με το νόμο της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών, ιδιαίτερα όμως με το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, η επίδραση του οποίου προκαλεί ένα πλεόνασμα κεφαλαίου μέσω των ισχυρών τάσεων της αξιοποίησης του κεφαλαίου στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Η εξαγωγή κεφαλαίου είναι μορφή κίνησης του σχετικά πλεονάζοντος κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο. Αυτή καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη νέα ποιότητα της διεθνοποίησης της μονοπωλιακής κεφαλαιακής σχέσης. Με τη βοήθεια της εξαγωγής κεφαλαίου επιτυγχάνεται η επέκταση και η εξασφάλιση της μονοπωλιακής σχέσης εκμετάλλευσης πάνω σε μεγάλα τμήματα του κόσμου.

Σε αντίθεση με τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού, το σχετικό πλεόνασμα κεφαλαίου στον ιμπεριαλισμό γίνεται μολαταύτα ένα χρόνιο πρόβλημα, κάτι που παραπέμπει σε αλλαγές των συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου στο τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού. Δίπλα στη διεθνή ποικιλομορφία των ποσοστών κέρδους, η αντικειμενική τάση για ένα επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων που να αντιστοιχεί στη διεθνή κινητικότητα του κεφαλαίου, αποτελεί μια επιπλέον συνθήκη εξαγωγής κεφαλαίου.

Η αναγκαιότητα να αυξηθεί η εξαγωγή κεφαλαίου, προκλήθηκε ταυτόχρονα από μια τεράστια επιτάχυνση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η βιομηχανική παραγωγή μετατράπηκε σε μαζική παραγωγή βιομηχανικών εμπορευμάτων και έφτασε σε νέες διαστάσεις τόσο σε όγκο όσο και στην ποιότητά τους. Συνεπεία της υψηλής εντατικότητας του υλικού πολλών κλάδων, αυξήθηκε η ζήτηση για φτηνές, διαρκώς διαθέσιμες πρώτες ύλες. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο προσπαθούσε επομένως να εξάγει όλο και περισσότερο κεφάλαιο στην αλλοδαπή για να εξασφαλίσει με φθηνές πρώτες ύλες την παραπέρα αξιοποίηση του κεφαλαίου. Εδώ, η προσβασιμότητα στις πρώτες ύλες των αποικιών και των εξαρτημένων χωρών απέκτησε ιδιαίτερα μεγάλη σημασία. Για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες για κέρδος, ήταν αναγκαίο για τις μονοπωλιακές επιχειρήσεις να μετακυλιστεί εν μέρει η παραγωγή σ΄ αυτές τις χώρες. Αυτό αφορά ιδιαίτερα στη βιομηχανία εξόρυξης και σε μερικούς τομείς της βιομηχανίας μεταποίησης. Ο καπιταλιστικός μετασχηματισμός της παραγωγής πρώτων υλών συνεισέφερε στην παραγωγή πρώτων υλών σ΄ αυτές τις χώρες σε επαρκή έκταση και με φθηνά κόστη.

Η μαζική παραγωγή όμως, δεν θέτει μόνο νέες απαιτήσεις για προμήθεια πρώτων υλών, αλλά και το ζήτημα των αγορών γίνεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για την αξιοποίηση του κεφαλαίου. Σε συνθήκες μιας παραγωγής, η οποία δεν βασιζόταν στη μισθωτή εργασία σε έναν φεουδαρχικό ή μισο-φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής, οι αποικίες δεν αποτελούσαν σ΄ έναν επαρκή βαθμό χώρο εναπόθεσης (αγορά) για τα μονοπώλια. Η εξαγωγή κεφαλαίου όμως, μέσω μιας εν μέρει καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης των αποικιών, με αναπτυξιακά μέτρα υποδομών και με δανειακά κεφάλαια, δημιουργεί και σ΄ αυτές τις χώρες μια σχετική ζήτηση για τη μαζική παραγωγή των μονοπωλιακών επιχειρήσεων.

Η δυνατότητα πραγματοποίησης της εξαγωγής κεφαλαίου προκύπτει, επειδή οι παραγωγικές δυνάμεις, οι οποίες εμφανίζονται ως αιτία της αναγκαιότητάς του, μετατρέπονται ταυτόχρονα σε μέσα για την πραγματοποίησή του. Ιδιαίτερα οι σιδηρόδρομοι, η ατμοπλοΐα και οι νέοι φορείς ενέργειας και επικοινωνίας, κάνουν δυνατή την ακόμη μεγαλύτερη επέκταση του διεθνούς καταμερισμού εργασίας και της παγκόσμιας αγοράς, καθώς και μια υψηλή κινητικότητα του κεφαλαίου.


6.3. Κατεύθυνση της εξαγωγής κεφαλαίου

Στη πάροδο της εξέλιξης του ιμπεριαλισμού έλαβαν χώρα αξιοσημείωτες αλλαγές που αφορούν στην κατεύθυνση της εξαγωγής κεφαλαίου. Ο Λένιν στην εποχή του επισήμανε από ποιες χώρες γίνεται η εξαγωγή κεφαλαίου και σε ποιες περιοχές κατευθυνόταν: Από την Αγγλία προς τις αποικίες, από τη Γαλλία προς την Ευρώπη, κυρίως προς τη Ρωσία, από τη Γερμανία προς την Ευρώπη και την Αμερική. Γενικότερα, μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο ο κύριος όγκος της εξαγωγής κεφαλαίου από τις ιμπεριαλιστικές χώρες κατευθυνόταν προς τις αποικιοκρατικές και τις εξαρτημένες χώρες, κάτι που σχετιζόταν κυρίως με την εξασφάλιση πρώτων υλών. Εξαγωγές κεφαλαίου υπήρχαν επίσης μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών, όμως σε πολλή μικρότερη έκταση.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο η ροή κεφαλαίου μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών αυξάνει τόσο σε όγκο όσο και σε σημασία. Ο όγκος της εξαγωγής κεφαλαίου προς τις αναπτυσσόμενες χώρες έχει μεν αυξηθεί σημαντικά, μειώθηκε όμως σε ό,τι αφορά στο ποσοστό του στη συνολική εξαγωγή κεφαλαίου. Ανεξάρτητα από αυτό, οι αναπτυσσόμενες χώρες παραμένουν μια σημαντική σφαίρα τοποθέτησης κεφαλαίων.

Τα τελευταία 40 χρόνια οι διεθνείς ροές κεφαλαίου σε μεγάλο βαθμό έχουν αλλάξει κατεύθυνση, η δομή της κατανομής όμως του διεθνούς υπαρκτού πλεονάσματος κεφαλαίου όσο και οι μορφές τοποθέτησής του είναι σαφείς. Στη δεκαετία του 1970, ιδιαίτερα μετά την κρίση του 1974/75, υπήρξε μια περίοδος αλλαγής της κατεύθυνσης του κεφαλαίου: Για μερικά χρόνια το πλεόνασμα κεφαλαίου, που σε μεγάλο βαθμό ήταν πετροδολάρια, τα οποία χάρη στη λεγόμενη τιμή σοκ του πετρελαίου από τις χώρες του OPEC (Οργανισμός Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών) επέστρεφαν στις ευρωπαϊκές και αμερικάνικες χρηματαγορές, στη συνέχεια έρεαν από τις αναπτυγμένες χώρες της καπιταλιστικής Δύσης στις αναπτυσσόμενες χώρες. Όταν εκεί δημιουργήθηκε μια κατάσταση διαρκούς υπερ-χρέους, άλλαξε ξανά η ροή του διεθνούς κεφαλαίου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980: Σε μεγάλο βαθμό συγκεντρώθηκε το υπάρχων πλεόνασμα κεφαλαίου, που προοριζόταν για επενδύσεις στην αλλοδαπή, στις τρεις μεγάλες περιοχές της ιμπεριαλιστικής τριάδας (ΕΕ, νοτιοανατολική Ασία, βόρειος Αμερική). Το τμήμα του κεφαλαίου που έρεε στις φτωχιές ή αναπτυσσόμενες χώρες, πρακτικά έπεσε σχεδόν στο μηδέν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στη συνέχεια άρχισε πάλι να αυξάνεται, αλλά πολύ λίγο. Η μάζα του κεφαλαίου που εξάγεται παγκοσμίως, ιδιαίτερα το τμήμα του λέοντος (γύρω στο 80%) ρέει σήμερα από τις πλούσιες, υψηλά αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες της ιμπεριαλιστικής τριάδας, σε χώρες πάλι οικονομικά αναπτυγμένες και μάλιστα στο μεγαλύτερο μέρος του στο εσωτερικό της ίδιας της τριάδας.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι: Που επενδύεται αυτό το κεφάλαιο; Στο μεγαλύτερό του μέρος χρησιμεύει για την εξαγορά επιχειρήσεων και συγχωνεύσεων. Πάνω σ΄ αυτή την αγορά για κεφάλαιο, δηλαδή το κεφάλαιο των εταιριών, οι μετοχές εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα παίζουν το ρόλο του μέσου πληρωμής με το οποίο μερικοί κεφαλαιοκράτες εξαγοράζουν το κεφάλαιο άλλων κεφαλαιοκρατών. Τέτοιου είδους συγχωνεύσεις και εξαγορές έχουν το σημαντικό πλεονέκτημα ότι οι συμμετέχοντες (κατά κανόνα μεγάλα κοντσέρν) αποφεύγουν μια μακρά και δαπανηρή ανταγωνιστική πάλη, και έτσι μπορούν να αρχίσουν αμέσως με τη μείωση των μέσων παραγωγής και του εργατικού δυναμικού. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις όμως, ό,τι κινείται έξω από τα όρια, είναι μόνο χρήματα (κατά κανόνα πιστώσεις) και τίτλοι ιδιοκτησίας, και αυτό σε μεγάλο βαθμό με σκοπό την καταστροφή κεφαλαίου, τις περισσότερες φορές ταυτόχρονα σε πολλά μέρη.

Ενόσω η εξαγωγή κεφαλαίου παραμένει ένα σημαντικό όργανο για την εκμετάλλευση και καταλήστευση των αναπτυσσόμενων χωρών, σήμερα μετατράπηκε επιπλέον σε ένα μέσο της αμοιβαίας σύμπλεξης του κεφαλαίου των ιμπεριαλιστικών χωρών, σαν ένα κεντρικό στοιχείο στη μονοπωλιακή ανταγωνιστική πάλη. Για αυτή την κατεύθυνση της εξαγωγής κεφαλαίου είναι υπεύθυνοι οι παρακάτω παράγοντες:

Πρώτο. Η ταχύτατη ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής αναγκάζει τα μονοπώλια να βαθύνουν τον καπιταλιστικό διεθνή καταμερισμό εργασίας ανάμεσα στα κέντρα του ιμπεριαλισμού, τα οποία είναι πρωτοπόρα στο επίπεδο της επιστήμης και της τεχνικής. Σαν έκφραση των παραπάνω, οι άμεσες επενδύσεις, η συνεργασία στη παραγωγή, η μεταφορά τεχνολογίας και τεχνογνωσίας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Δεύτερο. Σ΄ αυτή την κατεύθυνση της εξαγωγής κεφαλαίου, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο παίζουν οι αντιθέσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες. Η απελευθερωτική και αντιιμπεριαλιστική πάλη, ιδιαίτερα  τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, και οι διάφορες εξεγέρσεις και εμφύλιοι πόλεμοι σήμερα, αυξάνουν σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό ρίσκο για επενδύσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες. Επενδύσεις στις «σταθερές» καπιταλιστικές χώρες ισχύουν ως πιο ασφαλείς.

Τρίτο. Στη συνάφεια με την αυξανόμενη σύμπλεξη των προτσές που σχετίζονται με τις οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού, αυξάνεται η σημασία των χρόνιων κρισιακών φαινομένων, τα οποία μολαταύτα εξελίσσονται διαφοροποιημένα στις ξεχωριστές ιμπεριαλιστικές χώρες. Για τη δημιουργία σχετικού πλεονάσματος κεφαλαίου ισχύει το ίδιο. Με την υπέρβαση των εθνικών συνόρων προς άλλες καπιταλιστικές βιομηχανικές χώρες, ιδιαίτερα το λειτουργικό κεφάλαιο αναζητά παρόμοιες κερδοφόρες αγορές τοποθέτησης κεφαλαίων και επομένως μια βελτίωση των συνθηκών αξιοποίησής του.

Τέταρτο. Συγκεκριμένες επίσης συνθήκες της διεθνούς ανταγωνιστικής πάλης οδηγούν σε αλλαγές στην κατεύθυνση της εξαγωγής κεφαλαίου. Εδώ υπολογίζονται μεταξύ των άλλων η καταστρατήγηση των περιορισμών στις εισαγωγές και οι φορολογικοί φραγμοί καθώς και η παράκαμψη της εθνικά διαφορετικής αυστηρής νομοθεσίας που αφορά στην προστασία του περιβάλλοντος, η προσπάθεια να γίνει εκμετάλλευση των διαφορών στο επίπεδο των τόκων και στα φορολογικά συστήματα των ιμπεριαλιστικών χωρών, καθώς και η προσπάθεια μέσω της εξαγωγής κεφαλαίου να επιτευχθεί μια καλύτερη πρόσβαση σε περιοχές εναπόθεσης με την ίδρυση παραρτημάτων / υποκαταστημάτων. 

Η εξαγωγή κεφαλαίου των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων οξύνει σημαντικά τις κοινωνικές αντιφάσεις στις χώρες που συμμετέχουν, επειδή μέσω της εξαγωγής κεφαλαίου εισάγονται δομικά προβλήματα αξιοποίησης του κεφαλαίου, απαιτήσεις για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και αντιφάσεις μεταξύ των ανταγωνιστικών διαφορετικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Έτσι προκύπτει μια επιτάχυνση των προτσές μονοπωλισμού και μια παραπέρα όξυνση της βασικής αντίφασης του καπιταλισμού. Με το να ωθείται μπροστά η καπιταλιστική διεθνοποίηση υπονομεύονται ταυτόχρονα εν μέρει οι προσπάθειες ρύθμισης σε εθνικό επίπεδο.

Η εξαγωγή κεφαλαίου συνδυασμένη με την εξαγωγή εμπορευμάτων, την αποστολή ειδικών, την πώληση πατεντών και αδειών χρήσης τους, συνετέλεσαν στο να αυξηθεί σημαντικά το βάρος της ιμπεριαλιστικής μεταφοράς τεχνολογίας. Η διεθνής μεταφορά τεχνικής και τεχνολογίας επιτυγχάνεται με τη μορφή μηχανών και εξοπλισμού, καθώς και την μεταβίβαση τεχνογνωσίας. Επειδή οι αναπτυσσόμενες χώρες παρουσιάζουν μια ιδιαίτερη τεχνολογική στασιμότητα, η ιμπεριαλιστική μεταφορά τεχνολογίας ακριβώς σ΄ αυτές τις χώρες παίζει έναν κεντρικό ρόλο στη προσπάθεια να αλυσοδεθούν παραπέρα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Σαν αποτέλεσμα αυτής της μεταφοράς βαθαίνει η οικονομική και τεχνολογική εξάρτηση των αναπτυσσόμενων χωρών.

Ένα νέο φαινόμενο, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1970, είναι η εξαγωγή κεφαλαίου μερικών αναπτυσσόμενων χωρών και χωρών με μέσο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων προς τις ιμπεριαλιστικές χώρες, το οποίο από τους αστούς οικονομολόγους χαρακτηρίζεται ως «Recycling» (ανακύκλωση). Σαν αποτέλεσμα του αυξανόμενου ελέγχου διάφορων χωρών πάνω στις πρώτες ύλες τους, μπορούν κάποιες από αυτές, λαμβάνοντας υπόψη την αύξηση στις τιμές, -κυρίως οι χώρες του OPEC-, να αποκτήσουν σημαντικά κέρδη. Η εξαγωγή κεφαλαίου που ρέει από τις χώρες αυτές δεν αποτελεί μολαταύτα ούτε συνέπεια σχηματισμού μονοπωλίων σ΄ αυτές τις χώρες ούτε αυτές αποτελούν έκφραση μιας ήδη υπερσυσσώρευσης του υψηλά αναπτυγμένου ντόπιου καπιταλισμού, πολύ περισσότερο, αυτές οι χώρες αποτελούν την έκφραση της βαθιάς αντιφατικότητας του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος στο οποίο εντάσσεται αυτή η καπιταλιστική ανάπτυξη και που οδηγεί στη ξαφνική γέννηση πλεονάσματος κεφαλαίου, που αναζητά χώρες προς επένδυση. Αυτή η εξαγωγή κεφαλαίου πείθει για τον παρασιτικό χαρακτήρα που έχει σήμερα ο καπιταλισμός σ΄ αυτές τις χώρες, ενόσω αυτός σαν τρόπος παραγωγής στο εθνικό επίπεδο πρακτικά βρίσκεται σε ένα μέσο επίπεδο ανάπτυξης. 


6.4. Μορφές εξαγωγής κεφαλαίου (γενική τοποθέτηση)

Οι βασικές μορφές της εξαγωγής κεφαλαίου με βάση το είδος της εναπόθεσης / επένδυσης του κεφαλαίου είναι το τοκοφόρο και το λειτουργικό (παραγωγικό) κεφάλαιο. Με βάση το είδος ιδιοκτήτη του κεφαλαίου γίνεται διάκριση μεταξύ ιδιωτικής εξαγωγής κεφαλαίου, κρατικής εξαγωγής κεφαλαίου και εξαγωγής κεφαλαίου των κρατικομονοπωλιακών οργανισμών και θεσμών (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ευρωπαϊκή Ένωση, Παγκόσμια Τράπεζα κ.α.).

Η εξαγωγή του τοκοφόρου κεφαλαίου λαμβάνει χώρα με τη μορφή χορήγησης ομολόγων και πιστώσεων στις αλλοδαπές κυβερνήσεις ή στις επιχειρήσεις, από τις μονοπωλιακές επιχειρήσεις και τα ιμπεριαλιστικά κράτη. Μια άλλη μορφή είναι η έκδοση και η αγορά μετοχών και άλλων μορφών πλασματικού κεφαλαίου, που υπάρχει στην αλλοδαπή, από το χρηματιστικό κεφάλαιο. Κατά την εξαγωγή του τοκοφόρου κεφαλαίου το μονοπωλιακό κέρδος πραγματοποιείται με τη μορφή τόκων ή μερισμάτων. Αυτή η μορφή της εξαγωγής κεφαλαίου επιτυγχάνεται κυρίως στις εξαρτημένες καπιταλιστικές χώρες, προσανατολίζεται όμως και στις διαφορές που υπάρχουν σε ό,τι αφορά το διεθνές επίπεδο του τόκου. Έτσι, για παράδειγμα, το επίπεδο των υψηλών τόκων στις ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 προσέλκυσε σε μεγάλο βαθμό ελεύθερο χρηματικό κεφάλαιο από τις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες.

Η εξαγωγή του τοκοφόρου κεφαλαίου αναπτύχθηκε ιδιαίτερα την περίοδο της γέννησης του ιμπεριαλισμού. Σήμερα συνεχίζει να παίζει σημαντικό ρόλο ιδιαίτερα σαν μέσο διατήρησης των υπαρχόντων και τη δημιουργία νέων σχέσεων εξάρτησης. Χαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια με τα δάνεια και τους όρους αποπληρωμής τους, τα οποία βάθαιναν παραπέρα την εξάρτησή της από τις ιμπεριαλιστικές χώρες, ιδιαίτερα την Γερμανία, και τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (ΔΝΤ, ΕΕ)  –για να μην αναφερθούμε και στα παλιότερα ληστρικά δάνεια. Ακριβώς, απέναντι στις αναπτυσσόμενες και εξαρτημένες χώρες τα ιμπεριαλιστικά κράτη χρησιμοποιούν αυτό το μέσο με τη μορφή της εγγύησης πιστώσεων, πολλαπλά, μέσω της λεγόμενης «αναπτυξιακής βοήθειας». Κατά την παροχή ομολόγων, πιστώσεων κτλ οι ιμπεριαλιστικές χώρες προσπαθούν κυρίως να επηρεάσουν τις εξαρτημένες χώρες με την αστική έννοια.

Ομόλογα και πιστώσεις δίνονται συχνά με τον όρο ότι με τα μέσα δανεισμού θα αγοράζονται αποκλειστικά ή στο μεγαλύτερο μέρος εμπορεύματα από τις χώρες εξαγωγής κεφαλαίου. Μ΄ αυτό τον τρόπο η εξαγωγή κεφαλαίου ενισχύει την εξαγωγή εμπορευμάτων. Η παροχή ομολόγων και πιστώσεων συνδέεται συχνά με πολιτικούς όρους. Αυτοί οδηγούν στο παραπέρα βάθεμα της πολιτικής εξάρτησης των χωρών-χρεωστών. Το υψηλά διατηρητέο επίπεδο των επιτοκίων δανεισμού στις καπιταλιστικές αγορές χρήματος, οι οικονομικές κρίσεις και γενικότερα τα μειωμένα ποσοστά ανάπτυξης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, μείωσαν τις ευκαιρίες των εξαρτημένων χωρών να εξάγουν τα προϊόντα τους, ο στοχευμένος προστατευτισμός των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και πολλά άλλα οδήγησαν σε μια γρήγορη αύξηση του εξωτερικού χρέους αυτών των χωρών.

Η αγορά μετοχών και οι συμμετοχές στην αλλοδαπή παίζουν όπως και παλιότερα μεγάλο ρόλο. Σήμερα αποτελούν ένα ευρέως διαδεδομένο μέσο για την πραγματοποίηση του μονοπωλιακού επεκτατισμού.

Κατά την εξαγωγή του λειτουργικού (παραγωγικού) κεφαλαίου ενσωματώνονται άμεσα από τα μονοπώλια τμήματα της υλικής σφαίρας από τις ξένες χώρες στο ίδιον προτσές αναπαραγωγής. Το μονοπωλιακό κέρδος για αυτή τη μορφή της εξαγωγής κεφαλαίου επιτυγχάνεται μέσω της άμεσης εκμετάλλευσης των εργαζομένων στις χώρες που εισάγουν κεφάλαια. Ιδιαίτερα υψηλά κέρδη καρπώνονται επομένως τα κοντσέρν στις χώρες με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων, πληρώνοντας ιδιαίτερα χαμηλούς μισθούς στις ντόπιες εργατικές δυνάμεις. Ταυτόχρονα, με πολύ χαμηλά κόστη αποσπούν πλούσια κοιτάσματα πρώτων υλών καταληστεύοντάς τες.

Η εξαγωγή του λειτουργικού κεφαλαίου επιταχύνει τον διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας, οδηγεί σε μια αυξανόμενα στενή οικονομική και πολιτική οδόντωση των καπιταλιστικών χωρών. Ταυτόχρονα ωθεί στη διάλυση των προκαπιταλιστικών μορφών παραγωγής στις υποανάπτυκτες χώρες. Στην πάροδο της εξέλιξης του ιμπεριαλισμού αυξήθηκε η σημασία του λειτουργικού κεφαλαίου, κάτι που γίνεται φανερό, κυρίως, στη μεγάλη αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων των μονοπωλιακών επιχειρήσεων στην αλλοδαπή.

Η εξαγωγή κεφαλαίου από τα ιμπεριαλιστικά κράτη είναι προσανατολισμένη στο να εξασφαλίζονται οι βάσεις της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας και να βελτιώνονται οι συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου για τα μονοπώλια. Η κρατική εξαγωγή κεφαλαίου επιτυγχάνεται κατ΄ εξοχή σαν τοκοφόρο κεφάλαιο με τη μορφή πιστώσεων και ρέει κυρίως στις αναπτυσσόμενες / εξαρτημένες χώρες. Κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες η κρατική εξαγωγή κεφαλαίου συμπλέκεται λειτουργικά με την εξαγωγή κεφαλαίου των μονοπωλίων.

Με την κατάρρευση του αποικιοκρατικού συστήματος και τη γέννηση πολλών νέων ανεξάρτητων κρατών, αναπτύχθηκαν αυξητικά κρατικομονοπωλιακοί θεσμοί και Οργανισμοί, που εξάγουν κεφάλαιο κατ΄ εντολή των ιμπεριαλιστικών κρατών. Εδώ ανήκουν για παράδειγμα η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Ένωση.


6.5. Ζητήματα της εξαγωγής κεφαλαίου (ειδική προσέγγιση)

Στην προηγούμενη ενότητα έγινε μια γενική τοποθέτηση σε ό,τι αφορά τις μορφές εξαγωγής κεφαλαίου, κατά την οποία δεν υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσα στους μαρξιστές. Η τοποθέτηση αυτή όμως δεν είναι πλήρης αν δεν γίνει προσπάθεια να απαντηθούν τρία σημαντικά και αλληλένδετα μεταξύ τους ερωτήματα: α) Ποια είναι τα κύρια προβλήματα που προκύπτουν για έναν ακριβή υπολογισμό της εξαγωγής κεφαλαίου; β) Ποιος είναι ο ορισμός της εξαγωγής κεφαλαίου; γ) Πως εξειδικεύονται παραπέρα οι βασικές μορφές της εξαγωγής κεφαλαίου;

Ο Λένιν τόνιζε ότι η εξαγωγή κεφαλαίου δεν λαμβάνει χώρα μόνο για την έκθλιψη επιπρόσθετων κερδών, αλλά ότι συχνά χρησιμεύει στις ξεχωριστές ιμπεριαλιστικές χώρες για την εξασφάλιση συγκεκριμένων πλεονεκτημάτων, που είτε αφορούν σε συνθήκες οι οποίες προτιμούνται για την ιδία εξαγωγή κεφαλαίου είτε για την κυριαρχία πάνω σε άλλες χώρες. «Οι χώρες που εξάγουν κεφάλαιο μοίρασαν τον κόσμο ανάμεσά τους, με τη μεταφορική έννοια της λέξης»[67]

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λένιν στα «Τετράδια για τον ιμπεριαλισμό» και συγκεκριμένα στο ζήτημα της εξαγωγής κεφαλαίου, είχε συλλέξει από τη βιβλιογραφία πάρα πολύ στατιστικό υλικό, από το οποίο όμως στο έργο του παραθέτει μόνο δυό πίνακες. Το ερώτημα είναι: Για ποιο λόγο; Από κάποιους Γερμανούς μαρξιστές υπάρχει η εκτίμηση, –σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τη Γερμανία-, ότι για τις γερμανικές τοποθετήσεις κεφαλαίου στην αλλοδαπή (για το 1913: 20 δισ. μάρκα), ο Λένιν σημειώνει μεν αυτό το ποσό στα «Τετράδια», δεν τον χρησιμοποιεί όμως στο έργο του για τον ιμπεριαλισμό, επειδή θεωρεί ότι αυτή η εξαγωγή κεφαλαίου είναι χαμηλή και δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές, ότι κατά την επεξεργασία του θέματος που αφορά στην εξαγωγή κεφαλαίου, πρέπει να ληφθούν υπόψη δυό ζητήματα: Πρώτο, στη βιβλιογραφία δεν υπάρχει ένας ενιαίος ορισμός για την έννοια της εξαγωγής κεφαλαίου. Δεύτερο, τα στατιστικά στοιχεία δεν είναι αξιόπιστα.

Έτσι, πολλοί αστοί οικονομολόγοι, όταν στις αρχές του 20ου αιώνα έκαναν λόγο για εξαγωγή κεφαλαίου, δεν συμπεριελάμβαναν οπωσδήποτε σ΄ αυτή, την κατοχή χρεογράφων στην αλλοδαπή. Η αστική στατιστική για τις κλασικές μορφές της εξαγωγής κεφαλαίου με τη μορφή της εξαγωγής του βιομηχανικού και του τοκοφόρου κεφαλαίου, χρησιμοποιεί τις έννοιες «άμεσες ξένες επενδύσεις στο εξωτερικό» και «επενδύσεις χαρτοφυλακίου».

Η έννοια της εξαγωγής κεφαλαίου χρησιμοποιείται ακόμη όταν μια χώρα εγγυάται σε μια κυβέρνηση στην αλλοδαπή ένα ομόλογο, το οποίο χρησιμοποιείται για την αγορά καταναλωτικών αγαθών ή όπλων. Στη περίπτωση αυτή το ομόλογο αποφέρει στην αλλοδαπή τόκο, δηλαδή έμμεσα, κέρδος. Όμως εδώ πρέπει επίσης να σημειώσουμε, ότι στην αλλοδαπή με αυτά τα χρήματα δεν παράγεται υπεραξία.

Ο Λένιν πάλι χρησιμοποιεί την έννοια «τοποθέτηση κεφαλαίου στην αλλοδαπή» ως συνώνυμη με την έννοια «εξαγωγή κεφαλαίου».

Επομένως, όλα αυτά τα ζητήματα θα πρέπει να αναλυθούν και μετά να χρησιμοποιηθεί το συγκεκριμένο στατιστικό υλικό, προτού καταλήξει κάποιος σε έναν επιστημονικό υπολογισμό και διαφοροποίηση της τοποθέτησης κεφαλαίων στην αλλοδαπή.

Επισημαίνουμε ακόμη ότι στην αστική βιβλιογραφία υπάρχει μερικές φορές η τάση, κάθε εξαγωγή χρήματος να υπολογίζεται ως εξαγωγή κεφαλαίου.

Γενικά, στο ζήτημα που αφορά στο περιεχόμενο της έννοιας «εξαγωγή κεφαλαίου», πρέπει να διαπιστώσουμε, ότι: Ανάλογα με το αν ξεκινά κανείς από τον τρόπο με τον οποίο εξάγεται το κεφάλαιο, ή από το είδος της τοποθέτησης κεφαλαίου, μπορεί να γίνει διαφοροποίηση των μορφών της εξαγωγής κεφαλαίου σαν εξαγωγή παραγωγικού (λειτουργικού) και τοκοφόρου κεφαλαίου ή σαν εξαγωγή βιομηχανικού κυκλοφοριακού κεφαλαίου και δανειακού κεφαλαίου.

Το «Λεξικό Πολιτικής Οικονομίας» της Οικονομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λομονόσωφ Μόσχας, στο λήμμα «εξαγωγή κεφαλαίων» αναφέρει: «Εξαγωγή κεφαλαίων είναι η χαρακτηριστική, για το μονοπωλιακό καπιταλισμό, μορφή τοποθέτησης κεφαλαίων στο εξωτερικό, που αποβλέπει στην πραγματοποίηση του υψηλότερου δυνατού κέρδους. […] Η εξαγωγή κεφαλαίων πραγματοποιείται είτε με την επιχειρηματική μορφή (το εξαγόμενο κεφάλαιο τοποθετείται σε επιχειρήσεις) είτε με τη μορφή δανείων (το εξαγόμενο κεφάλαιο παραχωρείται σαν δάνειο με τόκο).»[68]

Στο «Οικονομικό Λεξικό» της πρώην Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας δίνεται ο παρακάτω ορισμός για την εξαγωγή κεφαλαίου: «Μεταφορά κεφαλαίου (με τη μορφή παραγωγικού κεφαλαίου, ομολόγων, πιστώσεων) από τα ιμπεριαλιστικά κράτη στην αλλοδαπή, με σκοπό την επίτευξη μονοπωλιακού κέρδους και την οικονομική διείσδυση και οικονομική κυριαρχία στις ξένες οικονομίες καθώς και την επιβολή πολιτικών στόχων απέναντι στα κράτη που εισάγουν κεφάλαιο»[69]

Έτσι, το βασικό αυτό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού, σε μεγάλο βαθμό έχει νομίζουμε απαντηθεί. Εντούτοις, υπάρχουν ακόμη κάποια ερωτήματα, υποδεέστερης ίσως σημασίας, τα οποία παραμένουν ανοιχτά. Για παράδειγμα, μια μικρή εξαγωγή κεφαλαίου, είναι σε θέση, εκτός από την επίτευξη του μονοπωλιακού κέρδους, να υπηρετήσει τούς στόχους που αναφέρθηκαν;

Κατά τον Λένιν ο ιμπεριαλισμός αρχίζει περίπου στα τέλη του 19ου αιώνα. Με βάση τον παραπάνω ορισμό που παραθέσαμε –ιστορικά αν ειδωθεί- εκείνες οι τοποθετήσεις κεφαλαίου στο εξωτερικό, οι οποίες υπήρχαν ήδη πολλές δεκαετίες πριν, δεν περιλαμβάνονται στην έννοια της εξαγωγής κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα όμως, όλα τα χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού αναπτύχθηκαν ήδη τον 19ο αιώνα –στις ξεχωριστές χώρες ανισόμετρα και σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα-, και δεν θα ήταν σωστό να ερμηνευτούν ήδη εκείνο το χρονικό διάστημα σαν ιδιαιτερότητες του καπιταλισμού, ο οποίος έφτασε στην πιο υψηλή βαθμίδα ανάπτυξης, δηλαδή σαν χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού. Με όρους υλιστικής διαλεκτικής: Έχουμε ένα σύστημα το οποίο βρίσκεται σε ένα διαρκές προτσές αλλαγής, όπου τα χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού δεν έχουν ακόμη παγιωθεί ως ιδιαιτερότητες. Η εξαγωγή κεφαλαίου τον 19ο αιώνα χρησίμευε εν μέρει μόνο για την επίτευξη επιπρόσθετου κέρδους –κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες κατά χρονικά διαστήματα επίσης μόνο για κέρδος. Πρώτα η αυξανόμενη ποσότητα της εξαγωγής κεφαλαίου και η αυξανόμενη ποιότητα των με αυτό τον τρόπο επιτευχθέντων πλεονεκτημάτων, έδωσαν τη δυνατότητα, σε συνδυασμό με τα άλλα χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού, στις χώρες που εξήγαγαν κεφάλαιο, να διεισδύσουν οικονομικά και πολιτικά στα κράτη που εισήγαγαν κεφάλαιο. Για αυτούς τους λόγους θα πρεπε ο ορισμός της εξαγωγής κεφαλαίου να διευρυνθεί. Θα μπορούσε να είναι ο εξής:

Εξαγωγή κεφαλαίου είναι οι πιστώσεις που δόθηκαν στο εξωτερικό, οι τοποθετήσεις κεφαλαίου σε αξιόγραφα του εξωτερικού καθώς και οι επενδύσεις στο εξωτερικό, με σκοπό την ιδιοποίηση ξένης απλήρωτης εργασίας για την επίτευξη υπερκερδών καθώς και την επίτευξη οικονομικών και πολιτικών πλεονεκτημάτων, τα οποία στον ιμπεριαλισμό οδηγούν μέχρι και στην οικονομική διείσδυση και την οικονομική κυριαρχία πάνω στις ξένες οικονομίες καθώς και την επιβολή πολιτικών στόχων απέναντι στα κράτη που εισάγουν κεφάλαιο και με την προϋπόθεση της ανισόμετρης ανάπτυξης των χωρών, μέχρι και την πάλη για το νέο μοίρασμα του κόσμου.

Ο παραπάνω ορισμός λαμβάνει υπόψη τη διαπίστωση του Λένιν, ότι η εξαγωγή κεφαλαίου δεν γίνεται μόνο εξαιτίας των υπερκερδών. Από την άλλη μεριά, ο ορισμός αυτός της εξαγωγής κεφαλαίου περιλαμβάνει όλες τις τοποθετήσεις κεφαλαίου στο εξωτερικό, ακόμη και εκείνες που δεν εμπίπτουν στη στενή έννοια του όρου της εξαγωγής κεφαλαίου, όπως το τοποθετημένο στο εξωτερικό κέρδος από τις τοποθετήσεις κεφαλαίου.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η εξαγωγή κεφαλαίου επιτυγχάνεται με οκτώ βασικές μορφές:

  1. Απόκτηση αξιόγραφων στο εξωτερικό.
  2. Απόκτηση ή ίδρυση εταιριών ή υποκαταστημάτων και απόκτηση μετοχών στις οικονομικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό.
  3. Πιστώσεις ή ομόλογα σε οικονομικές επιχειρήσεις του εξωτερικού, σε κράτη και εταιρίες δημοσίου Δικαίου.
  4. Εγγύηση πιστώσεων σε προμηθευτές.
  5. Απόκτηση γης, κτιρίων και άλλων τίτλων ιδιοκτησίας στο εξωτερικό, στο βαθμό που το δαπανηθέν για αυτά κεφάλαιο προορίζεται να αποφέρει τόκους.
  6. Τραπεζικοί και αποταμιευτικοί λογαριασμοί σε ξένο νόμισμα στο εξωτερικό, στο βαθμό που αυτοί ανήκουν στον ημεδαπό πληθυσμό.
  7. Κάθε περιουσία που έχουν οι ημεδαποί στο εξωτερικό, στο βαθμό που αυτή χρησιμεύει σαν εξασφάλιση μιας πίστωσης που χρησιμοποιείται ως κεφάλαιο στο εξωτερικό.
  8. Τα έσοδα από την εξαγωγή κεφαλαίου καθώς και ο τζίρος από την εξαγωγή εμπορευμάτων και υπηρεσιών στο εξωτερικό στο νόμισμα του εξωτερικού, στο βαθμό που τοποθετούνται στο εξωτερικό σαν κεφάλαιο.
Δυστυχώς, η συζήτηση αναφορικά με τις μορφές εξαγωγής κεφαλαίου, δεν μπορεί να μάς πάει ούτε ένα βήμα παραπέρα ως προς τον υπολογισμό που αφορά στην αξία τους. Αυτό αποτελεί και το δεύτερο σημείο για το οποίο εφιστούμε τη προσοχή στο έργο του Λένιν: Πιθανώς ο Λένιν να περιορίστηκε στο βιβλίο του για τον «Ιμπεριαλισμό» σε δυό πίνακες –παρ΄ όλο που είχε συλλέξει πάρα πολύ στατιστικό υλικό-, επειδή θεώρησε ότι το υλικό αυτό δεν είναι αρκετά αξιόπιστο. Πραγματικά, αν κάπου οι υπολογισμοί δεν είναι τόσο ασφαλείς, είναι σε αυτό το πεδίο.


6.6. Διαφυγή κεφαλαίου

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να επισημάνουμε τη διαφορά μεταξύ εξαγωγής κεφαλαίου και διαφυγής κεφαλαίου. Διαφυγή κεφαλαίου είναι η (συχνά παράνομη) τοποθέτηση κεφαλαίου στο εξωτερικό, στο βαθμό που η ασφάλεια του κεφαλαίου φαίνεται να απειλείται στο εσωτερικό

Οι αιτίες για τη διαφυγή κεφαλαίου μπορεί να οφείλονται στο ξέσπασμα μιας καπιταλιστικής κρίσης, σε λόγους που σχετίζονται με τη φορολογία (φοροδιαφυγή, φοροαπαλλαγή), σε έναν αρκετά ισχυρό πληθωρισμό, σε μια απειλητική για την αστική τάξη πραγμάτων επανάσταση, σε αντιπαραθέσεις μεταξύ ομάδων κεφαλαιοκρατών στο εσωτερικό μιας χώρας κ.α. 

Τη διαφυγή κεφαλαίου σε μια άλλη χώρα που γίνεται για λόγους ανταγωνισμού, οι αστικές κυβερνήσεις την αντιμετωπίζουν κατά κανόνα με ένα λίγο ή πολύ διευρυμένο σύστημα ελέγχου στο συνάλλαγμα και στις εξαγωγές. 

Τα εν δυνάμει άτομα που διαφεύγουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό είναι συνήθως επιχειρηματίες (φοροδιαφυγή, φοροαπαλλαγή), άτομα που διαπράττουν παρανομίες (κλοπή, εμπόριο ναρκωτικών, παράνομο εμπόριο όπλων), κυβερνητικοί υπάλληλοι και άτομα που βρίσκονται κοντά στη κυβέρνηση, τράπεζες έκδοσης χαρτονομισμάτων (επενδύσεις στην αγορά συναλλάγματος), αποταμιευτές (κατανομή περιουσιακών στοιχείων σε περισσότερες χώρες, τράπεζες και άλλοι χρεώστες).


6.7. Παρέκβαση: Το ΚΚΕ περί εξαγωγής κεφαλαίου (και όχι μόνο)

Όπως ειπώθηκε, η αστική οικονομία για την εξαγωγή κεφαλαίου χρησιμοποιεί τις έννοιες «άμεσες ξένες επενδύσεις» και «επενδύσεις χαρτοφυλακίου». Ας δούμε πως τις ορίζει.

Άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) (Foreign direct investments) είναι οι επενδύσεις κατά τις οποίες επενδυτής κάτοικος μιας χώρας αποκτά 10% ή μεγαλύτερο ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου επιχείρησης σε άλλη χώρα ή ψήφων (για ανώνυμη εταιρεία) ή το ισοδύναμο (για μια μη ανώνυμη εταιρεία). Η απόκτηση από κάτοικο μιας χώρας ποσοστού μικρότερου του 10% του μετοχικού κεφαλαίου επιχείρησης σε άλλη χώρα χαρακτηρίζεται ως επένδυση χαρτοφυλακίου και δεν αποτελεί ΑΞΕ. 

Οι άμεσοι επενδυτές μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα (ή δημόσιες υπηρεσίες). Οι άμεσες επενδύσεις συνήθως πραγματοποιούνται με την ίδρυση υποκαταστήματος ή νέας θυγατρικής εταιρείας η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στον άμεσο επενδυτή, ή με τη μερική ή ολική αγορά υφιστάμενης επιχείρησης. Ο όρος άμεση επένδυση υπονοεί μακροπρόθεσμη σχέση μεταξύ του επενδυτή και της εταιρείας στην οποία γίνεται η επένδυση, και σημαντικό βαθμό επίδρασης ή συμμετοχής του επενδυτή στη διεύθυνση της εταιρείας.

Ως άμεσες επενδύσεις καταγράφονται όχι μόνο οι αρχικές μεταφορές κεφαλαίων για την απόκτηση τουλάχιστον 10% του μετοχικού κεφαλαίου, αλλά και άλλες κεφαλαιουχικές συναλλαγές μεταξύ των άμεσων επενδυτών και των συνδεόμενων προσώπων, συμπεριλαμβανομένης τυχόν μετέπειτα αύξησης της συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο, μερικής ή ολικής ρευστοποίησης της επένδυσης, και δανείων που χορηγούνται από τον άμεσο επενδυτή σε συγγενικό πρόσωπο ή αντιστρόφως. 

Παραπέρα, από τη σκοπιά της ημεδαπής γίνεται διάκριση ανάμεσα σε ενεργητικές άμεσες επενδύσεις (άμεσες επενδύσεις στην αλλοδαπή / εκροή) και παθητικές άμεσες επενδύσεις (αλλοδαπές άμεσες επενδύσεις στην ημεδαπή / εισροή). 

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι ο ορισμός περί υπερεθνικών κοντσέρν από την UNCTAD, όπως ήδη αναφέρθηκε (βλ. ενότητα 3.14, «Πολυεθνικό και υπερεθνικό μονοπώλιο»), συνδέεται άμεσα με τον ορισμό για τις ΑΞΕ. Ακριβώς, για αυτό το λόγο η Έκθεση για τις Παγκόσμιες Επενδύσεις (World Investment Report) που δημοσιεύει κάθε χρόνο η UNCTAD περιλαμβάνει συνδεδεμένα αυτά τα δυό στοιχεία.

Επενδύσεις χαρτοφυλακίου (Portfolio investments). Αυτές περιλαμβάνουν συναλλαγές μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών σε μετοχές, χρεόγραφα και μέσα της χρηματαγοράς (π.χ. γραμμάτια δημοσίου), που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένες χρηματαγορές ή χρηματιστήρια, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των άμεσων ξένων επενδύσεων. 

Η επένδυση σε μετοχές ή χρεόγραφα μιας εταιρείας κατατάσσεται ως επένδυση χαρτοφυλακίου όταν η συμμετοχή του επενδυτή στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας είναι μικρότερη του 10%. Αν η συμμετοχή του επενδυτή είναι 10% ή μεγαλύτερη, τότε η επένδυση θεωρείται άμεση επένδυση. 

Εξαιρούνται από τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου τα χρηματοοικονομικά παράγωγα, καθώς και οι συμφωνίες επαναγοράς και ο δανεισμός τίτλων. 

Είναι προφανές ότι κατά τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου δεν βρίσκεται σε πρώτο πλάνο το ζήτημα του ελέγχου των επιχειρήσεων. Αυτό που ενδιαφέρει τους επενδυτές είναι η συμμετοχή στα κέρδη των αλλοδαπών επιχειρήσεων με τη μορφή των αποδόσεων. 


Από τα παραπάνω γίνεται σαφές, ότι οι έννοιες της αστικής οικονομίας «άμεσες ξένες επενδύσεις» και «επενδύσεις χαρτοφυλακίου» δεν ταυτίζονται με την έννοια «εξαγωγή κεφαλαίου» όπως αυτή ορίζεται από τη μαρξιστική οικονομία. Η έννοια «εξαγωγή κεφαλαίου» είναι πολλή ευρύτερη(!), προϋποθέτει μεγάλη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου, δηλαδή την ύπαρξη μονοπωλίων τέτοιου μεγέθους, που να κατέχουν μεγάλα μερίδια στην παγκόσμια αγορά, συμμετέχοντας έτσι στο μοίρασμά της. Επομένως, εδώ γίνεται λόγος για χώρες ιμπεριαλιστικές. Αντιθέτως, άμεσες ξένες επενδύσεις στην αλλοδαπή θα μπορούσε να κάνει οποιοδήποτε κράτος και φυσικά μια μικρομεσαία επιχείρηση χωρίς δηλαδή να είναι μονοπώλιο. 

Η παραπάνω επισήμανση είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή η ηγεσία του ΚΚΕ στη προσπάθειά της να «αποδείξει» ότι η Ελλάδα είναι χώρα «ιμπεριαλιστική», ταυτίζει σκόπιμα –ή και από άγνοια- τις άμεσες ξένες επενδύσεις στην αλλοδαπή με την εξαγωγή κεφαλαίου, μάλιστα αθροίζοντας ακόμη και κεφάλαια μικρομεσαίων επιχειρήσεων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το μερίδιο τής κάθε επιχείρησης ξεχωριστά στον έλεγχο της παγκόσμιας αγοράς. Η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» έχει πρωτοστατήσει με αρθρογραφία αυτού του είδους. Και όχι μόνο αυτό: Μέσω της αρθρογραφίας αυτής, πέρα απ΄ το ότι υιοθετείται ο αστικός ορισμός περί εξαγωγής κεφαλαίου, δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε καν ο πλήρης ορισμός, αλλά μόνο ένα μέρος του, δηλαδή οι άμεσες ξένες επενδύσεις, όχι όμως και οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου. 

Ας δούμε κάποια αποσπάσματα από ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» και φέρει τον τίτλο «Αποκαλυπτικά…» και υπότιτλο «Η Ελλάδα εξάγει κεφάλαια» (30/01/2013). «Ένας από τους σημαντικότερους εξαγωγείς κεφαλαίου στην Αλβανία παραμένει η Ελλάδα, κατέχοντας την πρώτη θέση στις άμεσες ξένες επενδύσεις/stock (σώρευση όλων των ετών) […]». (σ.σ. οι υπογραμμίσεις του αρθρογράφου «Ι»). Είναι φανερό ότι εδώ η μαρξιστική έννοια «εξαγωγή κεφαλαίου» ταυτίζεται με την αστική έννοια «άμεσες ξένες επενδύσεις». Παρακάτω: «Οι εξαγωγές κεφαλαίων επεκτάθηκαν και σε Τουρκία, Αίγυπτο, Ουκρανία, Κίνα αλλά και Βρετανία, ΗΠΑ και σε άλλες χώρες. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι η ΦΑΓΕ έχει εργοστάσιο στις ΗΠΑ, υπάρχουν εφοπλιστικοί όμιλοι σε ΗΠΑ, Βρετανία, η πρώην ΕΤΜΑ έχει μεταφερθεί στην Κίνα, η Εθνική Τράπεζα δραστηριοποιείται στην Τουρκία μέσω εξαγοράς τουρκικής Τράπεζας κ.λπ.». 

Ανάλογη είναι η επιχειρηματολογία και τα στοιχεία που δίνονται σε ένα άλλο άρθρο με τίτλο «Τι δείχνουν οι ελληνικές επενδύσεις στα Βαλκάνια;» («Ριζοσπάστης», 10/05/2013), στο οποίο αναφέρονται μια σειρά από στατιστικά στοιχεία που αφορούν στις άμεσες ξένες επενδύσεις. Το ίδιο επιχείρημα περί άμεσων ξένων επενδύσεων επαναλαμβάνεται και στις «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο Συνέδριο» (βλ. «Θέση 21») όπως και στο νέο Πρόγραμμα του ΚΚΕ. Πέρα απ΄ το ότι η ταύτιση εξαγωγής κεφαλαίου και άμεσων ξένων επενδύσεων επαναλαμβάνεται διαρκώς και εσκεμμένα, δεν δίνεται κανένα απολύτως στοιχείο για το τι μερίδιο έχει η κάθε επιχείρηση ξεχωριστά –εξαγωγής κεφαλαίου και όχι άμεσων ξένων επενδύσεων-, όχι μόνο στην παγκόσμια αγορά, αλλά και στις χώρες που γίνεται αναφορά. Δεν δίνεται κανένα στοιχείο για τα μονοπώλια, στα οποία υπάρχει πλειοψηφία ελληνικών κεφαλαίων, που κυριαρχούν στην παγκόσμια οικονομία. Όσο για το τοκοφόρο κεφάλαιο, που αποτελεί και τη μερίδα του λέοντος στην εξαγωγή κεφαλαίου για μια ιμπεριαλιστική χώρα, ο «Ριζοσπάστης» το αποσιωπά εντελώς. Πως αλλιώς θα «αποδειχτεί» ότι η Ελλάδα είναι χώρα «ιμπεριαλιστική»; Είναι κατανοητές οι δυσκολίες ενός εγχειρήματος υπολογισμού της εξαγωγής κεφαλαίου, όχι όμως η διαστρέβλωση του μαρξισμού. 

Ας δούμε με δυό παραστατικά παραδείγματα, που οδηγεί η υιοθέτηση των αστικών οικονομικών εννοιών από το ΚΚΕ. 

Παράδειγμα πρώτο. Το έτος 2011 οι ΗΠΑ είχαν εξαγάγει εμπορεύματα ονομαστικής τιμής 1.480,646 δισ. δολαρίων, η Γερμανία εμπορεύματα ονομαστικής τιμής 1.473,889 δισ. δολαρίων και η Ιαπωνία εμπορεύματα ονομαστικής τιμής 822,674 δισ. δολαρίων (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 10. Πηγή: Παγκόσμια Οργάνωση Εμπορίου. Εδώ μετατρέψαμε τα εκατομμύρια σε δισεκατομμύρια ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση των δεδομένων που ακολουθεί). Ονομαστική τιμή σημαίνει ότι σε αυτήν δεν περιλαμβάνεται ο πληθωρισμός. Υποθέτουμε παραπέρα, ότι ο πληθωρισμός σε αυτές τις χώρες κυμαινόταν στο 2-4%. 

Το έτος 2012 το ύψος της εκροής άμεσων ξένων επενδύσεων από τις ΗΠΑ ανέρχονταν σε 367 δισ. δολάρια, από την Ιαπωνία σε 123 δισ. δολάρια και από τη Γερμανία σε 80 δισ. δολάρια (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 16. Πηγή: UNCTAD, World Investment Report 2014). 

Εάν στη συνέχεια συγκριθούν οι αντίστοιχες αριθμητικές τιμές, δηλαδή, αυτές που αντιστοιχούν στις εξαγωγές εμπορευμάτων με εκείνες των άμεσων ξένων επενδύσεων στην αλλοδαπή -οι οποίες είναι στην ίδια νομισματική μονάδα (δολάρια) και σε δισεκατομμύρια, ώστε να υπάρχει συγκρισιμότητα-, τότε προκύπτει, ότι τα κεφάλαια από την εξαγωγή εμπορευμάτων είναι πολλαπλάσια από αυτά των άμεσων ξένων επενδύσεων στην αλλοδαπή και για τις τρεις αυτές χώρες, ακόμη και αν αφαιρέσουμε τον πληθωρισμό. Αυτό όμως πολύ απλά σημαίνει, ότι «ανατρέπεται» ένα από τα βασικά οικονομικά χαρακτηριστικά που έδωσε ο Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, συγκεκριμένα, ότι «η εξαγωγή κεφαλαίου αποκτά εξαιρετικά σπουδαία σημασία, σε διάκριση από την εξαγωγή εμπορευμάτων». Με άλλα λόγια, η ταύτιση των εννοιών «άμεσες ξένες επενδύσεις στην αλλοδαπή» (αστική οικονομία) και «εξαγωγή κεφαλαίου» (μαρξιστική οικονομία) οδηγεί στην «ανατροπή» της λενινιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό και στο συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και η Γερμανία δεν είναι χώρες ιμπεριαλιστικές.

Παράδειγμα δεύτερο. Στα στοιχεία της UNCTAD που αφορούν στις άμεσες ξένες επενδύσεις στην αλλοδαπή (βλ. Παράρτημα, Πίνακας 16, World Investment Report 2014) για το έτος 2013, η Γαλλία δεν βρίσκεται στις 20 πρώτες χώρες παγκοσμίως, ενώ αντιθέτως στον πίνακα κατάταξης βρίσκουμε χώρες όπως η Ελβετία (6η θέση), η Σουηδία (10η θέση), η Ιρλανδία (15η θέση) ή η Νορβηγία (18η θέση). Ακόμη και η Μ. Βρετανία βρίσκεται στην 17η θέση. Τίθεται ευθέως το ερώτημα: Είναι οι χώρες αυτές «ιμπεριαλιστικές» αλλά δεν είναι η Γαλλία; Μήπως είναι «πιο ιμπεριαλιστικές» απ΄ ό,τι η Γαλλία; Το ιδεολόγημα περί «ιμπεριαλιστικής πυραμίδας» της ηγεσίας του ΚΚΕ, πως τα ερμηνεύει όλα αυτά;

Στο άρθρο που ήδη αναφέραμε, ο «Ι» συνεχίζει ακάθεκτος: «Από τα παραπάνω γίνεται επίσης φανερό ότι η συμμετοχή της Ελλάδας σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους έχει σχέση και με αυτήν την τάση επιχειρηματικών ομίλων να διευρύνουν τη δράση τους, εξάγοντας κεφάλαια σε άλλες χώρες. Γι' αυτό συμμετείχε ενεργά (σ.σ. η Ελλάδα) σε πολέμους όπως ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη, είναι σε ετοιμότητα για συμμετοχή και στη Συρία.». Κατ΄ αρχή να επισημάνουμε ότι όλα τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται στο συγκεκριμένο άρθρο, σε ό,τι αφορά τις άμεσες ξένες επενδύσεις, αφορούν αποκλειστικά την Αλβανία. Δεύτερο, για τις υπόλοιπες χώρες που κατονομάζονται, θα έπρεπε λογικά να αναφέρονται οι άμεσες ξένες επενδύσεις που έκαναν ελληνικά μονοπώλια στις χώρες που δέχτηκαν την ένοπλη ιμπεριαλιστική επίθεση, κάτι όμως που δεν γίνεται, διαφορετικά γιατί να συμμετέχει η Ελλάδα σ΄ αυτούς τους πολέμους; (Οι πραγματικές βέβαια αιτίες είναι άλλες και σχετίζονται με τη συμμετοχή της στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς). Στις περισσότερες από αυτές τις χώρες συμφέρον είχαν κυρίως τα μονοπώλια πετρελαίου και οπλικών συστημάτων, διότι όταν η κατάσταση είναι ασταθής σπανίως θα κάνουν άμεσες ξένες επενδύσεις άλλου είδους μονοπώλια. Ακόμη όμως κι αν υπάρχουν, όπως οικοδομικές επιχειρήσεις, η ηγεσία του ΚΚΕ οφείλει να κατονομάσει με συγκεκριμένα στοιχεία, ποια ελληνικά μονοπώλια –και όχι μικρομεσαίες επιχειρήσεις- συμμετείχαν στο μοίρασμα αυτών των αγορών και ποιο ήταν το μερίδιό τους; Απαντήσεις δεν δίνονται. 

Και επειδή δεν δίνονται, για να γίνει η επιχειρηματολογία πειστική ο αρθρογράφος προχωρά στο αμέσως επόμενο ατόπημα, το οποίο επαναλαμβάνεται, κάπως διαφορετικά διατυπωμένο, λίγο χρονικό διάστημα μετά και στο νέο Πρόγραμμα του ΚΚΕ. Να λοιπόν τι γράφει: «Βεβαίως, η συμμετοχή της Ελλάδας (σ.σ.: η υπογράμμιση του «Ι») σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους δεν είναι καινούριο ζήτημα. Η Ελλάδα έκανε τη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919 - 1922), για να επιβάλει το μέρος εκείνο της ιμπεριαλιστικής ειρήνης μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο που επέβαλε το διαμελισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας και το μοίρασμά της ανάμεσα στα τότε ισχυρά καπιταλιστικά κράτη - νικητές στον πόλεμο. Άλλωστε, συμμετείχε και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Συμμετείχε το 1919 στην εισβολή στη Σοβιετική Ρωσία. Συμμετείχε, επίσης, στον πόλεμο της Κορέας. Ιστορικά, λοιπόν, ο ελληνικός καπιταλισμός, αν και συμμετέχει από ενδιάμεση θέση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και με σχέσεις ανισόμετρης αλληλεξάρτησης, συμμετέχει ενεργά στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.». («Ριζοσπάστης», 30/01/2013). Και στο νέο Πρόγραμμα του ΚΚΕ: «[Η αστική τάξη της Ελλάδας] συμμετείχε ενεργά σε όλες τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους, όπως ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη κ.α.». 

Συμμετοχή όμως μιας χώρας σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις π.χ. με έναν λόχο στρατιωτών ή με ένα πολεμικό καράβι, δεν σημαίνει ότι αυτό την καθιστά χώρα ιμπεριαλιστική! Και η Αλβανία για παράδειγμα, μπορεί να συμμετέχει ως χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο, σημαίνει μήπως ότι είναι χώρα ιμπεριαλιστική; Εδώ παραβλέπονται πλήρως οι οικονομικές βάσεις του ιμπεριαλισμού και υιοθετείται η αστική αντίληψη περί ιμπεριαλισμού, σύμφωνα με την οποία ο ιμπεριαλισμός αποτελεί πολιτική επέκτασης του ελέγχου ή της εξουσίας που ασκείται σε ξένες οντότητες. Μ΄ αυτή την έννοια ο ιμπεριαλισμός υπάρχει από την αρχαιότητα. Με βάση αυτή τη λογική κάθε πόλη-κράτος στην αρχαία Ελλάδα ήταν «ιμπεριαλιστικό»: Η Αθήνα (θυμίζουμε εδώ μόνο το βιβλίο, της αξιόλογης κατά τα άλλα, Γαλλίδας ελληνίστριας Ζακλίν ντε Ρομιγί με τίτλο «Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός»), η Σπάρτη, η Θήβα κτλ, επειδή δεν υπήρξε σχεδόν καμιά από αυτές που να μην διεξήγαγε πόλεμο ενάντια σε άλλες, τις περισσότερες φορές μαζί με τους συμμάχους της. «Ιμπεριαλιστές» ήταν και αρκετοί από τους λαούς της Λατινικής Αμερικής γιατί πολέμησαν στο πλάι των Ισπανών κονκισταδόρες, όπως επίσης και Αφρικανοί γιατί πολέμησαν πλάι στους αποικιοκράτες, αλλά και αργότερα κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. 

Βεβαίως, σε όλη την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού υπήρξαν και υπάρχουν «σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης». Έτσι, αφρικανικές ή ασιατικές υπανάπτυκτες χώρες με βιομηχανική ανάπτυξη στο ναδίρ, αναλφαβητισμό που φτάνει και στο 95%, με ανύπαρκτες υποδομές κ.α., πουλούν στις ιμπεριαλιστικές χώρες τις μπανάνες και τα σιτηρά τους για δύο σεντς του ευρώ, και έτσι, σύμφωνα με τη λογική μιας ηγεσίας που εγκαταλείπει σταδιακά το έδαφος του μαρξισμού, υιοθετώντας ακόμη και αστικές αντιλήψεις, οι ιμπεριαλιστικές χώρες εξαρτώνται από τις αναπτυσσόμενες και εξαρτημένες, μάλιστα, κάθονται μαζί τους και «στο ίδιο τραπέζι» να διαπραγματευτούν, όπως υποστηρίζεται χωρίς ίχνος ντροπής.

Μέχρι σήμερα η ηγεσία του ΚΚΕ δεν παρουσίασε ούτε μια μελέτη –και ούτε πρόκειται να το πράξει, διότι δεν υπάρχουν στοιχεία-, που να τεκμηριώνει τις απόψεις της περί «ιμπεριαλιστικής Ελλάδας» τόσο πριν όσο και μετά το 19ο Συνέδριο, όταν ο Λένιν για να γράψει μια μικρή μπροσούρα για τον ιμπεριαλισμό αφιέρωσε 900 σελίδες με τη μορφή σημειώσεων –και δεν λαμβάνουμε εδώ υπόψη τις επιπρόσθετες εργασίες του για το ίδιο θέμα που δημοσιεύτηκαν τόσο πριν όσο και μετέπειτα. Η ηγεσία του ΚΚΕ μέσα από τις «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο Συνέδριο» μάς κουνά το δάκτυλο. Να τι γράφει μεταξύ των άλλων στη «Θέση 46» για «ορισμένα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την αντιπαράθεση μέσα στο Κομμουνιστικό Κίνημα»: Ένα από τα ζητήματα, που κατά την άποψή της πρέπει να προσεχτεί, είναι «η απομάκρυνση από τη λενινιστική αντίληψη για τον ιμπεριαλισμό». Αυτό το γράφουν οι ίδιοι άνθρωποι, που την έχουν εγκαταλείψει εδώ και χρόνια. 


6.8. Εξαγωγή κεφαλαίου και αναπτυσσόμενες χώρες

Έχει τονιστεί ήδη ότι η εξαγωγή κεφαλαίου των ιμπεριαλιστικών χωρών στις αναπτυσσόμενες χώρες εκφράζει με όλη τη σαφήνειά της την ιμπεριαλιστική ποιότητα της εξαγωγής κεφαλαίου. Αφενός δυναμώνει η εξουσία των μονοπωλιακών επιχειρήσεων οι οποίες εξάγουν κεφάλαιο. Μέσω της εξαγωγής κεφαλαίου ιδιοποιούνται επιπρόσθετα κέρδη.

Πηγή αυτών των κερδών αποτελεί η υπερεργασία εργατών των ξένων χωρών, η οποία είναι ιδιαίτερα υψηλή συνεπεία των χαμηλών μισθών. Ακόμη περισσότερο: Μέσω του τοκοφόρου κεφαλαίου η κοινωνία της χώρας που δέχεται αυτό το κεφάλαιο πληρώνει έναν φόρο υποτελείας. Κατά την ιδιοποίηση των πρώτων υλών ο φυσικός πλούτος των ξένων λαών μετατρέπεται σε πηγή του μονοπωλιακού κέρδους. Το κέρδος των ιμπεριαλιστικών χωρών, που προέρχονταν από την εξαγωγή κεφαλαίου στις αποικίες, αποτελούσε μέχρι την αποσάθρωση του αποικιοκρατικού συστήματος ένα συστατικό στοιχείο του υψηλού μονοπωλιακού κέρδους.

Εξαγωγή κεφαλαίου σημαίνει ενισχυμένη τάση για παρασιτισμό στη χώρα εξαγωγής κεφαλαίου. Η τοποθέτηση του σχετικού πλεονάσματος κεφαλαίου στο εξωτερικό δεν μειώνει μόνο τη δυναμική παραγωγή στην ιδία χώρα, αλλά υπονομεύει και την ανάπτυξη των γενικών συνθηκών της κοινωνικής παραγωγής. Ταυτόχρονα αυξάνει ο αριθμός των κεφαλαιοκρατών που ζουν από τόκους και μερίσματα και λαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό εισοδήματα από την εκμετάλλευση ξένων εθνών. Τα τμήματα του κεφαλαίου που καταγίνονται μόνο με ζητήματα στη σφαίρα της κυκλοφορίας καταλαμβάνουν μια ιδιαίτερα μεγάλη έκταση. Η Μ. Βρετανία αποτελεί για αυτή την τάση ένα τυπικό παράδειγμα.

Στο προτσές αυτό η εξαγωγή κεφαλαίου δεν πρέπει να κατανοηθεί μόνο σαν τάση για επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης και της δομικής παραμόρφωσης της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στη χώρα που εξάγεται κεφάλαιο. Υπάρχουν επίσης και αντίρροπες τάσεις. Αυτές εκφράζονται για παράδειγμα, με το ότι η εξαγωγή κεφαλαίου συνδέεται συχνά με την ιδιοποίηση των αλλοδαπών οικονομικών αποτελεσμάτων και με μια αυξημένη εξαγωγή εμπορευμάτων, η οποία απαιτεί την αύξηση της παραγωγής στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Τα υψηλά κέρδη που ρέουν από τις αναπτυσσόμενες χώρες στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις ενισχύουν με τη σειρά τους και τη δύναμη συσσώρευσής τους. Αυτή συγκεντρώνεται μολαταύτα μονόπλευρα στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις. 

Αφετέρου, οι συνέπειες της εξαγωγής κεφαλαίου για τις αναπτυσσόμενες χώρες δείχνουν επίσης την ιμπεριαλιστική του ποιότητα. Και αυτό ανεξάρτητα απ΄ το γεγονός ότι η εισαγωγή κεφαλαίου για τις αναπτυσσόμενες χώρες ωθεί εν μέρει την οικονομική πρόοδο. Μέσω αυτού εισάγεται στις οικονομικά αδύναμες χώρες με προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγής ένας υψηλότερος τρόπος παραγωγής. Αυτό συνδέεται με ένα υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και με μια σχετική πρόοδο στο πεδίο των υποδομών. Πολλοί αστοί ιδεολόγοι τονίζουν κυρίως αυτές τις επιδράσεις της εξαγωγής κεφαλαίου προσπαθώντας έτσι να αποσπάσουν τη προσοχή από τις αρνητικές συνέπειες.

Η βασική πλευρά της εξαγωγής κεφαλαίου, για τις αναπτυσσόμενες χώρες που εισάγουν κεφάλαιο, βρίσκεται στα ιδιαίτερα μεγάλα βάρη και τα εμπόδια που πρέπει να ξεπεράσουν.

Πρώτο. Η οικονομία των χωρών αυτών είναι προσανατολισμένη μονόπλευρα προς τα συμφέροντα της αξιοποίησης του κεφαλαίου των μονοπωλίων των χωρών που εξάγουν κεφάλαιο, γίνεται εξάρτημα της ιμπεριαλιστικής αναπαραγωγής κεφαλαίου. Σαν συνέπεια των παραπάνω, γεννιούνται δομές οι οποίες ναι μεν αντιστοιχούν στις ανάγκες των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων, αντιτίθενται όμως στην ανάγκη των αναπτυσσόμενων χωρών για μια ισόρροπη, αρμονική ανάπτυξη. Αυτό οδήγησε πολλές εξαρτημένες χώρες σε μια αρνητική μονοδομή της οικονομίας. Από δω προκύπτει ένα ολόκληρο σύστημα υπανάπτυξης, το οποίο σπρώχνει τη μάζα του πληθυσμού στην εξαθλίωση και υποσκάπτει την εθνική και πολιτισμική ταυτότητα των χωρών αυτών. Ο περιορισμός της εθνικής ακεραιότητας συμπλέκεται με τη βαθύτερη οικονομική εξάρτηση από τις χώρες εξαγωγής κεφαλαίου.

Δεύτερο. Μέσω της εξαγωγής κεφαλαίου μεταφέρονται στις αναπτυσσόμενες χώρες αντιφάσεις ενός υπερώριμου καπιταλισμού, πάνω σε κοινωνίες οι οποίες είναι πολύ λιγότερο ικανές να απορροφήσουν τις συνέπειες απ΄ ό,τι οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Αυτό αφορά ιδιαίτερα τον αντιφατικό καπιταλιστικό τρόπο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, για την οποία ο Μαρξ είχε ήδη διαπιστώσει: «… η κεφαλαιοκρατική παραγωγή αναπτύσσει μόνο την τεχνική και το συνδυασμό του κοινωνικού προτσές παραγωγής, υποσκάπτοντας ταυτόχρονα τις πηγές απ΄ όπου αναβρύζει κάθε πλούτος: τη γη και τον εργάτη»[70]. Στις αναπτυσσόμενες χώρες εξάγεται επομένως η τυπικά καπιταλιστική ανικανότητα να φέρει σε συμφωνία την ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγής και τη διατήρηση των φυσικών της προϋποθέσεων. Η ιμπεριαλιστική καταλήστευση των πόρων και του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν απτά τεκμήρια.

Τρίτο. Τέλος, μέσω της εξαγωγής κεφαλαίου λαμβάνει χώρα μια αναδιανομή συστατικών στοιχείων της αξίας προς όφελος των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων. Αυτό οδηγεί σε υψηλά μονοπωλιακά κέρδη, διευρύνει όμως το χάσμα μεταξύ φτωχών και πλούσιων χωρών στο κόσμο.


6.9. Συμμετέχει η εργατική τάξη των ιμπεριαλιστικών χωρών στην εκμετάλλευση του Τρίτου Κόσμου;

Θα «κλείσουμε» αυτό το κεφάλαιο με μια τοποθέτηση σε ένα ζήτημα που τίθεται κατά καιρούς σε διάφορες συζητήσεις. Συγκεκριμένα, το ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο των μισθών στις αναπτυσσόμενες χώρες προξενεί την εντύπωση για ένα σχετικά «αρκετά υψηλό» επίπεδο στους μισθούς των ιμπεριαλιστικών χωρών. Υπό την επίδραση των αντιλήψεων του Μάο Τσετούνγκ έγινε προσπάθεια να ερμηνευτεί αυτό θεωρητικά με μια γενικά νοούμενη εκμετάλλευση του «παγκόσμιου χωριού» από την «παγκόσμια πόλη». Το σχετικά υψηλό επίπεδο των μισθών στις ιμπεριαλιστικές χώρες αποδόθηκε στο ότι η εργατική τάξη αυτών των χωρών «συμμετέχει» κατά κάποιο τρόπο στην εκμετάλλευση των παλιότερα αποικιοκρατούμενων και τώρα αναπτυσσόμενων αυτών χωρών. Έτσι, υποστηρίζεται, ότι ένα μέρος της υπεραξίας που εκθλίβεται από τις αναπτυσσόμενες χώρες πηγαίνει στην εργατική τάξη των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Υποστηρικτές αυτής της αντίληψης επικαλούνται μάλιστα τον Λένιν. Επειδή το πρόβλημα αυτό συνεχίζει να υπάρχει, είναι ανάγκη να αναφέρουμε εδώ, πως έβλεπε ο Λένιν αυτό το ζήτημα. Ιδιαίτερα σαφής είναι στο έργο του «Ο οπορτουνισμός και η χρεοκοπία της 2ης Διεθνούς». Εκεί ο Λένιν αναφέρει:

«Η αστική τάξη όλων των μεγάλων Δυνάμεων κάνει τον πόλεμο για το μοίρασμα και την εκμετάλλευση του κόσμου, για την καταπίεση των λαών. Από τα μεγάλα κέρδη της αστικής τάξης μπορεί να πέφτουν λίγα ψίχουλα σ΄ ένα μικρό κύκλο της εργατικής γραφειοκρατίας και των μικροαστών συνοδοιπόρων. Το ταξικό υπόβαθρο του σοσιαλσοβινισμού και του οπορτουνισμού είναι το ίδιο: η συμμαχία ενός προνομιούχου στρώματος εργατών με την εθνική “τους” αστική τάξη ενάντια στις μάζες της εργατικής τάξης, η συμμαχία των λακέδων της αστικής τάξης με την ίδια της αστική τάξη ενάντια στην τάξη που αυτή εκμεταλλεύεται»[71].

Ο Λένιν κάνει λόγο για ένα μικρό τμήμα της εργατικής τάξης και χαρακτηρίζει την ίδια τη μάζα της εργατικής τάξης στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες σαν εκμεταλλευόμενη.

Το επίπεδο των μισθών στις ιμπεριαλιστικές χώρες είναι ιδιαίτερα υψηλότερο απ΄ ό,τι στις αναπτυσσόμενες, για έναν εντελώς διαφορετικό λόγο. Μάλιστα πρέπει να είναι υψηλότερο. Αυτό σχετίζεται με μια οικονομική αιτία, είναι προϋπόθεση για την παραπέρα αναπαραγωγή στον καπιταλισμό. Μόνο μια εργατική τάξη, στην οποία, μέσω των μισθών που πληρώνονται σ΄ αυτήν –ακόμη κι αν οι μισθοί αυτοί είναι ιδιαίτερα διαφοροποιημένοι μεταξύ τους- είναι σήμερα δυνατό, πέρα από μια επαρκή υλική φροντίδα, να έχει πρόσβαση και σε όλες τις πνευματικές και πολιτιστικές κατακτήσεις. Τότε μόνο μπορεί να χειριστεί με δεξιοτεχνία, επιτυχημένα, σαν «κοινωνικός συνολικός εργάτης», τις υλικές και πνευματικές παραγωγικές δυνάμεις, οι οποίες γίνονται όλο και πιο περίπλοκες. Αυτή είναι προϋπόθεση και συνοδευτικό φαινόμενο της επιστημονικο-τεχνικής επανάστασης. 

Στην εργατική τάξη και στα συνδικάτα σ΄ αυτές τις αναπτυγμένες χώρες δεν τούς χαρίζεται παρ΄ όλα αυτά τίποτα. Μετά την κατάρρευση του πρώιμου σοσιαλισμού η κατάστασή τους χειροτέρευσε. Μπορούν όμως να έχουν κατακτήσεις βελτιώνοντας τη θέση τους, επειδή τα αιτήματά τους αντιστοιχούν στην ανάπτυξη.

Το κεφάλαιο είναι αυτό που βγάζει επιπρόσθετο κέρδος. Μόνο οριακά μπορεί επίσης να επιδράσει έμμεσα. Δηλαδή, μέχρι του σημείου που το επιπρόσθετο κέρδος αυξάνει το περιθώριο για το κεφάλαιο να παρέχει στην εργατική τάξη των αναπτυγμένων χωρών ένα τέτοιο ύψος εισοδήματος, το οποίο θα αποτελεί προϋπόθεση για την παραπέρα ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων.
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

MEW = Marx-Engels Werke [Έργα των Μαρξ-Ένγκελς]

LW = Lenin Werke [Έργα του Λένιν]

4. Το τραπεζικό μονοπώλιο και ο νέος ρόλος των τραπεζών

[39] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 35

[40] Οικονομική Σχολή Πανεπιστημίου Λομονόσοφ Μόσχας: Πολιτική Οικονομία, τομ. 3ος, σ. 757,
       εκδ. Gutenberg

[41] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 41

[42] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 47

[43] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 35/36

[44] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 39

[45] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 41

[46] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 63

5. Χρηματιστικό κεφάλαιο και χρηματιστική ολιγαρχία

[47] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 55/56

[48] Rudolf Hilferding: Das Finanzkapital, σ. 283/284, Wien 1927

[49] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 55

[50] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 63

[51] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3ος, σ. 549/550

[52] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 55/56

[53] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 48

[54] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 57/58

[55] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 79

[56] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 70

[57] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 55

[58] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3ος, σ.553

[59] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ.594

[60] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 58

[61] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 57

[62] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 68

6. Η εξαγωγή κεφαλαίου

[63] Lenin Werke, τομ. 21, σ. 302

[64] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3ος, σ. 324

[65] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 72

[66] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 73/74

[67] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 78

[68] Οικονομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λομονόσωφ Μόσχας: Λεξικό Πολιτικής Οικονομίας,
       τομ. Α΄, σ. 148/149, Αθήνα 1983

[69] Ökonomisches Lexikon, A-K, σ. 1035, Berlin 1970

[70] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 1ος, σ. 523

[71] Β. Ι. Λένιν: Ο οπορτουνισμός και η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς, σ. 25, Αθήνα, 1985

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.