Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Ο ιμπεριαλισμός (Γ΄)



του Παναγιώτη Γαβάνα

Στην παρούσα μπροσούρα εξετάζεται ένα από τα καίρια ζητήματα γύρω από το οποίο διεξάγονται τα τελευταία χρόνια μια σειρά από αντιπαραθέσεις μέσα στο μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα: το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Η οξύτητα την οποία παίρνουν κάποτε αυτές οι αντιπαραθέσεις, δεν οφείλεται μόνο σε παλιές υπαρκτές διαφορές απόψεων ή αντιλήψεων, αλλά και στο ότι προκύπτουν διαρκώς νέα ερωτήματα που ζητούν απάντηση, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε διαρκές προτσές αλλαγής. Η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό, αποτελεί σ΄ αυτό το πεδίο ένα όπλο αναντικατάστατο.


Μέρος Γ΄


7. ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΙΕΘΝΗ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ

Η εξαγωγή κεφαλαίου οδηγεί σε ένα έμμεσο οικονομικό μοίρασμα του καπιταλιστικού κόσμου. Δεν σταματά όμως σ΄ αυτό: «Οι χώρες που εξάγουν κεφάλαιο μοίρασαν τον κόσμο ανάμεσά τους, με τη μεταφορική έννοια της λέξης. Όμως το χρηματιστικό κεφάλαιο οδήγησε και στο πραγματικό μοίρασμα του κόσμου»[72]

Το έμμεσο και το άμεσο οικονομικό μοίρασμα του κόσμου έχουν την ίδια βάση: Και τα δυό προκύπτουν από την ουσία του μονοπωλίου το οποίο προκαλεί πάντα την τάση για κυριαρχία πάνω στις πηγές πρώτων υλών, στις αγορές και στις σφαίρες εναπόθεσης κεφαλαίων. Η εξαγωγή κεφαλαίου αποτελεί για το χρηματιστικό κεφάλαιο ένα αποφασιστικό μέσο για να επιβάλει αυτές τις προσπάθειες στο διεθνές επίπεδο. Πάνω σ΄ αυτό συναντιούνται τα μονοπώλια των διάφορων ιμπεριαλιστικών χωρών. Εδώ ξεσπά μια σκληρή πάλη για την κυρίαρχη θέση στον καπιταλιστικό κόσμο. Για το διεθνές επίπεδο όμως ισχύει το ίδιο όπως και για τις ξεχωριστές καπιταλιστικές χώρες: Απ΄ τον ανταγωνισμό γεννιέται το μονοπώλιο. «Οι μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών, τα καρτέλ, τα συνδικάτα, τα τραστ, μοιράζουν μεταξύ τους, πριν απ΄ όλα, την εσωτερική αγορά, κατακτώντας περισσότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένα την παραγωγή της δοσμένης χώρας. Στις συνθήκες όμως του καπιταλισμού, η εσωτερική αγορά συνδέεται αναπόφευκτα με την εξωτερική. […]. Και στο μέτρο που αναπτυσσόταν η εξαγωγή κεφαλαίου και απλωνόταν με κάθε τρόπο οι εξωτερικές και οι αποικιακές σχέσεις και οι “σφαίρες επιρροής” των πιο μεγάλων μονοπωλιακών ενώσεων “φυσιολογικά” προς την παγκόσμια συνεννόηση ανάμεσά τους, προς τη δημιουργία διεθνών καρτέλ»[73]

Πάνω στο διεθνές επίπεδο το μονοπώλιο αναπτύσσεται σαν διεθνής ιμπεριαλιστική σχέση εξουσίας και κυριαρχίας. Οι συμφωνίες ανάμεσα στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις δεν αποκλείουν σε καμιά περίπτωση τον ανταγωνισμό, αλλά τον οξύνουν παραπέρα. Αυτές ωθούν σε διεθνείς συγκρούσεις, επειδή το κριτήριο με βάση το οποίο λαμβάνει χώρα το οικονομικό μοίρασμα του κόσμου, μπορεί να είναι μόνο η ισχύς των χρηματιστικών ομάδων που συμμετέχουν. Οι πιο αδύναμοι χάνουν θέσεις. «Οι καπιταλιστές μοιράζουν τον κόσμο […] “ανάλογα με τα κεφάλαιά τους”, “ανάλογα με τη δύναμή τους” –άλλος τρόπος μοιράσματος δεν μπορεί να υπάρχει μέσα στο σύστημα της εμπορευματικής παραγωγής και του καπιταλισμού»[74]. Εδώ ο Λένιν επισημαίνει ξανά, με ποιο τρόπο η οικονομία και η βία από μόνες τους δεν αλληλοαποκλείονται, αλλά ότι η μια προϋποθέτει την άλλη. Οι οικονομικές θέσεις εξουσίας όμως, εξαιτίας της άναρχης και αυθόρμητης επίδρασης των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού καθώς και της αβεβαιότητας στην ανταγωνιστική πάλη, δεν είναι σταθερές. Αυτό οδηγεί νομοτελειακά στη δυσαναλογία και την αστάθεια της εξέλιξης των ξεχωριστών μονοπωλίων, των κλάδων και τελικά και των ξεχωριστών καπιταλιστικών χωρών.

Η πάλη για το οικονομικό μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου συνδέεται επομένως στενά με τον νόμο της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης του καπιταλισμού. Η πάλη όμως αυτή διεξάγεται πάντα με τα μέσα της βίας, επειδή οι παλιοί κάτοχοι δεν παραιτούνται εθελοντικά.

Το οικονομικό μοίρασμα του κόσμου, το οποίο σχεδιάζεται μέσω του διεθνούς ανταγωνισμού του χρηματιστικού κεφαλαίου, ο Λένιν το χαρακτηρίζει σαν «μια νέα βαθμίδα της παγκόσμιας συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της παραγωγής»[75]. Σ΄ αυτήν αντανακλάται η διεθνής ανάπτυξη του μονοπωλίου σαν μια παραπέρα ανάπτυξη της κεφαλαιακής σχέσης και σαν αντιδραστική σχέση εξουσίας και κυριαρχίας. Μέσω του οικονομικού μοιράσματος του κόσμου, το χρηματιστικό κεφάλαιο επηρεάζει τη διεθνή κατανομή των στοιχείων που αφορούν στο προσωπικό και τα μέσα παραγωγής, τα οποία προσαρμόζονται στα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Οι μορφές του διεθνούς σχηματισμού μονοπωλίων αποτελούν με βάση την ουσία τους την αναγκαία συνέχιση του προτσές συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου έξω από τα εθνικά σύνορα. Σ΄ αυτό το προτσές βρισκόταν αρχικά στο προσκήνιο η σφαίρα της κυκλοφορίας. Εδώ, επρόκειτο ιδιαίτερα για το μοίρασμα της αγοράς στο εξωτερικό, δηλαδή για συμφωνίες στη σφαίρα του εμπορίου και των τραπεζών, αλλά επίσης και για αποθέματα πρώτων υλών στη μορφή των καρτέλ. 

Σχετικά νωρίς υπήρξαν διεθνείς συγχωνεύσεις κεφαλαίου για την ίδρυση θυγατρικών εταιριών και υποκαταστημάτων καθώς και συμμετοχές κεφαλαίου στη σφαίρα παραγωγής. Αυτή η εξέλιξη είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του μοιράσματος της αγοράς που έγινε κατ΄ αρχή από τις εθνικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις και χρηματιστικές ομάδες. Ένα σημαντικό όργανο ανάπτυξης της διεθνούς σύμπλεξης του κεφαλαίου είναι πριν απ΄ όλα το διεθνές σύστημα συμμετοχής. Με την απόκτηση πακέτων μετοχών αλλοδαπών επιχειρήσεων, την αγορά, συγχώνευση ή την από κοινού ίδρυση, επιτυγχάνεται μια οδόντωση των σφαιρών κυριαρχίας των εθνικών μονοπωλιακών και χρηματιστικών ομάδων. Η βασική μορφή στην οποία λαμβάνει χώρα σήμερα ο διεθνής σχηματισμός μονοπωλίων, είναι το υπερεθνικό και το πολυεθνικό κοντσέρν.

Ένα υπερεθνικό κοντσέρν σαν βασική μορφή του διεθνούς σχηματισμού μονοπωλίων υφίσταται, όταν μια μονοπωλιακή επιχείρηση βασιζόμενη πάνω σε μια σταθερή ολοκλήρωση στη χρηματιστικο-καπιταλιστική δομή εξουσίας της χώρας προέλευσης, ωθεί μπροστά τη διεθνή του επέκταση, όπως επίσης και μέσω των θυγατρικών εταιριών ή συμμετοχών κεφαλαίου, σε άλλες χώρες. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το υπερεθνικό κοντσέρν είναι ένα διεθνές κοντσέρν το οποίο κυριαρχείται από το μονοπωλιακό κεφάλαιο μιας χώρας, ενώ το πολυεθνικό κοντσέρν κυριαρχείται από το μονοπωλιακό κεφάλαιο περισσότερων χωρών.

Σαν αντιδραστική μορφή προσαρμογής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην αυξανόμενη διεθνοποίηση της παραγωγής, της επιστήμης και της τεχνικής, τα υπερεθνικά και τα πολυεθνικά μονοπώλια επηρεάζουν ιδιαίτερα αντιφατικά την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αφενός, ωθούν μπροστά την επιστήμη και την τεχνική βασιζόμενα πάνω σ΄ ένα τεράστιο οικονομικό και επιστημονικο-τεχνικό δυναμικό, αφετέρου, σε αυτά συγκεντρώνεται η καπιταλιστική ανικανότητα να κυριαρχήσουν κοινωνικά πάνω στην επιστήμη και την τεχνική, να καταστήσουν συμβατή την ανάπτυξη της παραγωγής και της τεχνικής με τη διατήρηση και την προώθηση των φυσικών τους προϋποθέσεων (φύση, άνθρωπος).

Μέσω των διεθνών μονοπωλιακών επιχειρήσεων οι οποίες εμφανίζονται με διάφορες μορφές, προκύπτουν συνθήκες κάτω απ΄ τις οποίες το μονοπωλιακό κέρδος μετατρέπεται σε φόρο υποτελείας όλων των λαών των καπιταλιστικών χωρών.

Το μονοπωλιακό κέρδος σ΄ αυτή τη συνάφεια αποτελεί:

Πρώτο: Αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης των εργατικών δυνάμεων πολλών χωρών μέσω των θυγατρικών εταιριών των διεθνών μονοπωλιακών επιχειρήσεων.

Δεύτερο: Κέρδος που προκύπτει από τη διαφορά στο επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας ανάμεσα στις διάφορες χώρες. Ήδη, κατά την ανταλλαγή σε διεθνείς αξίες, δηλαδή κατά την ανταλλαγή ισοδυνάμων, λαμβάνει χώρα μια ανταλλαγή από διαφορετικά μεγέθη αξιών. Η χώρα με την υψηλότερη παραγωγικότητα πραγματοποιεί ένα μεγαλύτερο άθροισμα αξιών απ΄ ό,τι έχει προκαταβάλει η ίδια. Μέχρι αυτού του σημείου το κεφάλαιο των ιμπεριαλιστικών χωρών κερδίζει από το διαφορετικό επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας που υπάρχει ανάμεσα στις υψηλά αναπτυγμένες και τις λιγότερο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Τρίτο: Κέρδος από την ανταλλαγή μη ισοδυνάμων, το οποίο πραγματοποιείται κυρίως από την υπαγόρευση στις τιμές από τις μονοπωλιακές επιχειρήσεις.

Τέταρτο: Κέρδος από τις μεγάλες διεθνείς χρηματιστικές συναλλαγές, την κερδοσκοπία κτλ.

Για την πραγματοποίηση αυτού του μονοπωλιακού κέρδους, εξαιτίας των μονοπωλιακών θέσεων εξουσίας, τίθενται σε εφαρμογή, όπως επίσης και πάνω στο εθνικό επίπεδο, όλα τα μέσα της οικονομικής και εξωοικονομικής βίας τα οποία έχουν στη διάθεσή τους οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις.

Σαν συνέπεια αυτής της αναδιανομής των συστατικών στοιχείων της αξίας προς όφελος των ιμπεριαλιστικών χωρών, αυξάνει ιδιαίτερα η απόσταση στο επιστημονικο-τεχνικό και οικονομικό πεδίο μεταξύ των αναπτυσσόμενων χωρών και των καπιταλιστικών βιομηχανικών χωρών. Στη σχέση του ΑΕΠ ανά κάτοικο στα καπιταλιστικά βιομηχανικά κράτη απέναντι στις αναπτυσσόμενες χώρες, φαίνεται η ακόλουθη τάση: [76]

Έως το 1850 η σχέση αυτή ήταν 2:1, μεταξύ 1850 – 1950 ήταν 10:1, μεταξύ 1950 – 1965 ήταν 15:1 και μεταξύ 1965 – 2000 (εκτίμηση) 30:1.

Μια τέτοιου είδους τάση εξέλιξης έχει αναγκαστικά ως αποτέλεσμα τεράστιες αντιφάσεις στις σχέσεις ανάμεσα στις καπιταλιστικές βιομηχανικές χώρες και τις αναπτυσσόμενες χώρες.


8. ΤΟ ΕΔΑΦΙΚΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ 

Ανάμεσα στο οικονομικό μοίρασμα του κόσμου μεταξύ των ενώσεων των κεφαλαιοκρατών και το εδαφικό μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών υπάρχει μια αναπόσπαστη σχέση: «Η εποχή του νεότατου καπιταλισμού μάς δείχνει ότι ανάμεσα στις ενώσεις των καπιταλιστών διαμορφώνονται ορισμένες σχέσεις πάνω στη βάση του οικονομικού μοιράσματος του κόσμου, και παράλληλα και σε σχέση μ΄ αυτό ανάμεσα στις πολιτικές ενώσεις, ανάμεσα στα κράτη, διαμορφώνονται ορισμένες σχέσεις πάνω στη βάση του εδαφικού μοιράσματος του κόσμου, της πάλης για τις αποικίες, της “πάλης για οικονομικό χώρο”»[77]

Το οικονομικό μοίρασμα του κόσμου πιέζει ώστε να χρησιμοποιηθεί εξωοικονομική βία για την εξασφάλιση και επέκταση των οικονομικών σφαιρών της κυριαρχίας των μονοπωλίων που έχουν προκύψει, ιδιαίτερα των πρώτων υλών που έχουν ιδιοποιηθεί. Το εδαφικό μοίρασμα του κόσμου που σε μεγάλο βαθμό περατώθηκε έως τα τέλη του 19ου αιώνα, είναι το αποτέλεσμα της εξαναγκασμένης από τον ανταγωνισμό ανάπτυξης του μονοπωλίου σε ολότητα. «Όσο υψηλότερη είναι η ανάπτυξη του καπιταλισμού, όσο εντονότερα γίνεται αισθητή η έλλειψη πρώτων υλών, όσο πιο οξύς είναι ο ανταγωνισμός και το κυνήγι για πηγές πρώτων υλών σ΄ όλο τον κόσμο τόσο πιο απεγνωσμένος είναι ο αγώνας για την απόκτηση αποικιών»[78]

Ο βασικός εκπρόσωπος της εξωοικονομικής βίας, το ιμπεριαλιστικό κράτος, αναλαμβάνει με τον κρατικό μηχανισμό το καθήκον να εξασφαλίσει στα μονοπώλια τη μονοπωλιακή τους θέση όσο το δυνατό με μεγαλύτερη ασφάλεια. Προστατεύει τις πηγές πρώτων υλών, τα εδάφη εναπόθεσης της τωρινής και της μελλοντικής εξαγωγής κεφαλαίου καθώς και τις αγορές εναπόθεσης απέναντι στον ανταγωνισμό. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό, πολιτικά, νομικά, οικονομικά και στρατιωτικά μέσα. Μ΄ αυτό τον τρόπο φτάσαμε στη γέννηση του ιμπεριαλιστικού αποικιοκρατικού συστήματος σαν μορφή εμφάνισης και ενσάρκωσης του μονοπωλίου που δρα σε συνθήκες αποικιοκρατίας.

Με την έννοια αποικιοκρατία (ανεξάρτητα από το αν έχει μερκαντιλική, προμονοπωλιακή ή ιμπεριαλιστική μορφή) κατανοούμε την κρατικά θωρακισμένη καταλήστευση και την υποταγή μιας κοινωνικο-οικονομικά πιο αδύναμης αναπτυγμένης χώρας κάτω από τα οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας.

Το μονοπώλιο που δρα σε συνθήκες αποικιοκρατίας ενσαρκώνει τον πιο υψηλό βαθμό εκτατικού μονοπωλισμού μέσω του χρηματιστικού κεφαλαίου, την απεριόριστη κατοχή εξουσίας πάνω στους οικονομικούς πόρους των υποταγμένων αποικιών.

Στην αποικία το ξένο έδαφος κυριαρχείται ολοκληρωτικά και άμεσα από τα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια. Η αποικία είναι ολοκληρωτικά υποταγμένη σε αυτά, οικονομικά, πολιτικά, εδαφικά, νομικά και στρατιωτικά. Δεν έχει καμιά κρατική αυτονομία και κυριαρχία. Η άμεση κατοχή των αποικιών από τις ιμπεριαλιστικές χώρες την περίοδο που βρισκόταν στην πιο υψηλή βαθμίδα ανάπτυξής της, περιλάμβανε πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο 74,9 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα και έναν πληθυσμό 588,7 εκατομμυρίων ανθρώπων. Μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις ήταν η Μ. Βρετανία (με 45% των αποικιακών εδαφών και 69% του αποικιακού πληθυσμού) και η Γαλλία (14% και 9,8% αντίστοιχα). Παραπέρα, αποικίες κατείχαν κυρίως οι χώρες Ρωσία, Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία και Ιαπωνία.

Το ιμπεριαλιστικό αποικιοκρατικό σύστημα ανάγκαζε τους λαούς των αποικιών να ζουν κάτω από απίστευτα δύσκολες συνθήκες. Στις συνέπειες της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας στις αποικίες συγκαταλέγονται:
  • Τα μονοπώλια εμποδίζουν την ολόπλευρη οικονομική ανάπτυξη αυτών των χωρών με τη μετατροπή τους σε εξαρτήματα των ιμπεριαλιστικών χωρών προμηθεύοντάς τους πρώτες ύλες και αγροτικά προϊόντα, με μια μονόπλευρη και στρεβλή οικονομική δομή. Τα τεράστια κέρδη που απομυζούσαν τα μονοπώλια από αυτές τις χώρες, στο μεγαλύτερό τους μέρος μεταφέρονταν στις ιμπεριαλιστικές χώρες και έτσι πήγαιναν χαμένα για την οικονομική ανάπτυξη των αποικιοκρατούμενων υπόδουλων χωρών.
  • Οι επιχειρήσεις που διατηρούσαν τα μονοπώλια στις αποικίες, δεν ήταν εθνική ιδιοκτησία αυτών των χωρών. Υπηρετούσαν ξένα συμφέροντα και όχι την εγχώρια ανάπτυξη και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων μαζών. Η πείνα, ο υποσιτισμός, η υψηλή παιδική θνησιμότητα, ο αναλφαβητισμός, αποτελούν κληρονομικό βάρος της αποικιοκρατίας.
  • Τα εισοδήματα του πληθυσμού στις αποικίες ήταν εξαιρετικά χαμηλά. Η ανεργία ως συνέπεια της υπανάπτυξης πολλών οικονομικών τομέων ήταν ιδιαίτερα υψηλή.
  • Η πολιτική κυριαρχία ασκούνταν από έναν κρατικό μηχανισμό, ο οποίος δεν παρείχε στη μάζα του πληθυσμού ούτε το ελάχιστο δικαίωμα συναπόφασης για τις δικές του υποθέσεις. Για να εμποδίσουν ένα αυτοδύναμο πολιτικό κίνημα στις αποικίες και μ΄ αυτό τον τρόπο να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους, τα μονοπώλια στις αποικίες έρχονταν σε συμφωνία με τα πιο αντιδραστικά στρώματα της κοινωνίας, με τους κυρίαρχους φεουδάρχες και μισοφεουδάρχες, με τους διεφθαρμένους κρατικούς υπαλλήλους και αξιωματικούς.
Σαν αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης και καταλήστευσης του πληθυσμού των αποικιών οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις ιδιοποιούνταν υψηλά μονοπωλιακά κέρδη.

Το κέρδος που οφείλεται στην αποικιοκρατία αποτελεί μια από τις συγκεκριμένες μορφές ύπαρξης του μονοπωλιακού κέρδους. Είναι μια οικονομική μορφή πραγματοποίησης του ιμπεριαλιστικού μονοπωλίου που δρα σε συνθήκες αποικιοκρατίας. Το κέρδος αυτό πραγματοποιείται λόγω του ότι η τιμή κόστους στις αποικίες διατηρείται ιδιαίτερα σε χαμηλά επίπεδα, ενώ οι τιμές πώλησης κατά τις προμήθειες στις αποικίες διατηρούνται υψηλές. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στοιχείο αυτού του μονοπωλιακού κέρδους βρίσκεται στο ότι εξασφαλίζεται με τη βοήθεια της χρήσης κρατικής εξωοικονομικής βίας στις αποικίες.

Το μονοπωλιακό κέρδος που οφείλεται στην αποικιοκρατία είναι ένα «γιγάντιο υπερκέρδος (γιατί είναι πάνω από το κέρδος που απομυζούν οι καπιταλιστές από τους εργάτες της χώρας “τους”)»[79]. Με τον εκτενή σχηματισμό του ιμπεριαλιστικού αποικιοκρατικού συστήματος έφτασε στην αποκορύφωσή του.

Ο σημερινός ιμπεριαλισμός είναι ένας ιμπεριαλισμός χωρίς το κλασικό αποικιοκρατικό σύστημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ιμπεριαλισμός έχει παραιτηθεί απ΄ το να βρίσκει νέες μορφές μοιράσματος του κόσμου, όπως για παράδειγμα με τη μορφή του νεοαποικισμού και το μοίρασμα των παγκόσμιων θαλασσών. Στις αλλαγές σε παγκόσμιο επίπεδο ανήκει, το ότι ο ιμπεριαλισμός σε μεγάλο βαθμό χρησιμοποιεί μορφές έμμεσης αποικιοκρατίας απέναντι στις αναπτυσσόμενες χώρες. «Το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι μια τόσο μεγάλη, μπορούμε να πούμε, αποφασιστική δύναμη σ΄ όλες τις οικονομικές και σ΄ όλες τις διεθνείς σχέσεις, που είναι σε θέση να υποτάξει, και υποτάσσει πραγματικά, ακόμη και τα κράτη που απολαμβάνουν την πιο πλήρη πολιτική ανεξαρτησία»[80]

Μορφές έμμεσης αποικιοκρατίας όπου μια ξένη χώρα έχει συγκεκριμένα αυτόνομα δικαιώματα, βρίσκουμε στη μορφή των μισοαποικιών και των εξαρτημένων χωρών. Η αυτονομία όμως περιορίζεται τις περισσότερες φορές σε μια περισσότερο ή λιγότερο τυπική ανεξαρτησία. Στην πραγματικότητα και αυτές οι χώρες είναι σταθερά προσδεμένες στις ιμπεριαλιστικές χώρες μ΄ ένα ολόκληρο δίκτυο από οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές υποχρεώσεις. Αυτή η μορφή πρόσδεσης στα ιμπεριαλιστικά κράτη είναι για τα μονοπώλια σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα πιο αποτελεσματική απ΄ ό,τι αυτή της άμμεσης αποικιοκρατίας. Εδώ η εκμετάλλευση και καταπίεση εμφανίζονται καλυμμένα. Αυτή η μορφή αποικιοκρατίας χρησιμοποιήθηκε για παράδειγμα επανειλημμένα από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό στη Λατινική Αμερική, φέροντας πολλές από αυτές τις χώρες σε μια ισχυρή οικονομική εξάρτηση, διαφθείροντας παράλληλα τα κυρίαρχα στρώματα και τους πολιτικούς σε μερικά από αυτά τα κράτη.

Ανεξάρτητα απ΄ όλες τις μεταβολές στη μορφή του συγκεκριμένου τρόπου της ιμπεριαλιστικής εξασφάλισης της κυριαρχίας και του επεκτατισμού, οι οποίες έλαβαν χώρα από την περίοδο που ο Λένιν ανάλυσε τον ιμπεριαλισμό, η προσπάθεια για εδαφικό μοίρασμα του κόσμου παραμένει και χωρίς το κλασικό αποικιοκρατικό σύστημα, ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του σημερινού ιμπεριαλισμού.


9. ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ

9.1. Επιθετικότητα του μονοπωλίου και ιμπεριαλιστικός πόλεμος

Η ανάπτυξη του μονοπωλίου στις διάφορες μορφές του σχηματίζει τη βάση και την αιτία του επιθετικού χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού. Το μονοπώλιο με βάση την ουσία του αποτελεί μια επεκτατική σχέση εξουσίας και κυριαρχίας. Το μονοπωλιακό κέρδος δεν μπορεί να επιτυγχάνεται διαρκώς, αν το μονοπώλιο δεν εξασφαλίζει τις θέσεις εξουσίας του στην οικονομία με τη διαρκή τάση του για επεκτατισμό. Μονοπωλιακές θέσεις οι οποίες έχουν κατακτηθεί μια φορά, θα πρέπει να κρατηθούν και να κατακτούνται διαρκώς νέες. Διαφορετικά το μονοπώλιο δεν μπορεί να επικρατήσει στην πάλη του ενάντια στα άλλα κεφάλαια. Για την εξασφάλιση του κέρδους του τείνει στην ολοκληρωτική κυριαρχία του. Χρησιμοποιεί όλες τις μεθόδους που έχει στη διάθεσή του, συμπεριλαμβανομένου της οικονομικής και εξωοικονομικής βίας. Στην περίπτωση που οι «συνηθισμένες» μέθοδοι της χρήσης βίας δεν αρκούν, τότε οι πιο επιθετικές δυνάμεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου συνυπολογίζουν και τις πολεμικές αντιπαραθέσεις.

Τα πιο αντιδραστικά τμήματα του μονοπωλιακού κεφαλαίου στη πάλη για να επιτύχουν υψηλότερα μονοπωλιακά κέρδη και θέσεις εξουσίας, καταφεύγουν επίσης στην πολιτική και στρατιωτική βία ενάντια σε άλλους λαούς και κράτη. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος προκύπτει από την τάση για επεκτατισμό του μονοπωλίου και της επιθετικότητας που αποτελεί ίδιον χαρακτηριστικό της φύσης του. 

Στη πάλη για το μοίρασμα και το νέο μοίρασμα του κόσμου οξύνθηκαν οι αντιθέσεις ανάμεσα στις χρηματιστικο-καπιταλιστικές ομάδες, έτσι που μεταξύ τους ξεσπούσαν πόλεμοι. Οι πόλεμοι αυτοί γεννιούνταν κυρίως από μια σημαντική αντίφαση: Από τη μια μεριά φάνηκε ότι ο κόσμος στις αρχές του 20ου αιώνα είναι μοιρασμένος. Εδώ το μοίρασμα επιτεύχθηκε σύμφωνα με τη δύναμη των μεγαλύτερων καπιταλιστικών δυνάμεων όπως είχαν αυτές διαμορφωθεί στα τέλη του 19ου αιώνα. Από την άλλη μεριά όμως ο συσχετισμός ανάμεσα στους μεγάλους ιμπεριαλιστές αντιπάλους είχε αλλάξει ριζικά. Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα πολλές φορές υπήρξαν εκρηκτικές καταστάσεις απ΄ τις συσσωρευμένες αντιφάσεις. «Και γεννιέται το ερώτημα: στα πλαίσια του καπιταλισμού ποιο άλλο μέσο μπορεί να υπάρχει, εκτός από τον πόλεμο για την εξάλειψη της αναντιστοιχίας ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη συσσώρευση του κεφαλαίου, από τη μια μεριά, και το μοίρασμα των αποικιών και των “σφαιρών επιρροής” του χρηματιστικού κεφαλαίου, από την άλλη;»[81].

Η επιθετικότητα είναι μια βασική ιδιότητα του μονοπωλίου, η οποία ριζώνει στην ανάπτυξή του σε ολότητα, και αποκαλύπτεται βίαια στην άμεση στρατιωτική απειλή και δράση προς τα έξω. Βγαίνει όμως έξω από την καθαρά στρατιωτική σφαίρα και περιλαμβάνει επίσης τον οικονομικό πόλεμο, τον οικονομικό εκβιασμό των άλλων χωρών.

Στη συνάφεια με το κυνήγι για μονοπωλιακό κέρδος, ο νόμος της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών παίζει κατά τον Λένιν ένα ιδιαίτερο ρόλο στην αιτιατή αναγωγή της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας. 

Η παγκόσμια Ιστορία δεν γνωρίζει την ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη ξεχωριστών περιοχών και χωρών απ΄ τις απαρχές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Με τον καπιταλισμό αλλάζει μολαταύτα ποιοτικά, ότι τώρα, –στη συνάφεια με τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, το κυνήγι για μονοπωλιακό κέρδος, την πάλη για εξουσία και την ύπαρξη μιας παγκόσμιας αγοράς-, η εξάρτηση και ο παράγοντας χρόνος αποκτούν μια νέα αξία. Οι εκάστοτε ιστορικά οικονομικές και πολιτικές δομές τίθενται σε ιστορικά μικρά χρονικά διαστήματα υπό αμφισβήτηση. Συγκριτικά, αν ειδωθεί διεθνώς, οι κάποτε κατακτηθείσες οικονομικές θέσεις (μερίδιο στο παγκόσμιο εμπόριο, έκταση της βιομηχανικής παραγωγής) έχουν μικρότερη χρονική διάρκεια. Αυτό οδήγησε τον Λένιν στο συμπέρασμα: «Η άνιση οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι ένας απόλυτος νόμος του καπιταλισμού»[82]

Χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός, ότι μπορούσε να υπάρξει ακόμη «μια εποχή συγκριτικά “ειρηνικού καπιταλισμού”», μια περίοδος στην οποία αυτός είχε «εξαπλωθεί “ειρηνικά” σε τρομερά τεράστιες εκτάσεις που δεν είχαν καταληφθεί ακόμη, και σε χώρες που δεν είχαν ακόμη τελικά περιέλθει στην καπιταλιστική δίνη»[83]. Η κατάσταση όμως άλλαξε στο βαθμό που το οικονομικό και εδαφικό μοίρασμα του κόσμου προχώρησε και τελικά ο καπιταλισμός του ελεύθερου ανταγωνισμού αντικαταστάθηκε από τον ιμπεριαλισμό. Τώρα, στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, συγκρούονται με όλη την οξύτητα δυό αντιτιθέμενες τάσεις οι οποίες παράγουν συγκρουσιακό υλικό. Αφενός το επίπεδο ανάπτυξης των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών εναρμονίζεται περισσότερο μέσω της μονοπωλιακής διεθνοποίησης. Αλλά ακριβώς γι΄ αυτό, μπορεί μέσω του χρηματιστικού κεφαλαίου, η έντονη αστάθεια της ανισόμετρης ανάπτυξης να οδηγήσει γρηγορότερα σε μια αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Σε εξισορροπημένο επίπεδο ανάπτυξης μπορούν κάποιες χώρες να ξεπεράσουν κάποιες άλλες σχετικά γρήγορα. Αλλά και η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής ασκεί μια διαρκή επιρροή πάνω στις οικονομικές σχέσεις ανάπτυξης των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών: Δίπλα στις τάσεις προσέγγισης έχουμε ταυτόχρονα και παραπέρα ανισορροπίες και προτσές διαφοροποίησης. Μ΄ αυτό τον τρόπο συνδέεται η διαρκής αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη. Σαν ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρουμε εδώ την αλματώδη ανάπτυξη του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Αφετέρου ο κόσμος μοιράστηκε ανάμεσα στις ενώσεις των κεφαλαιοκρατών και των μεγάλων δυνάμεων μ΄ έναν ιστορικά εφάμιλλο τρόπο. Δυναμική στην ανάπτυξη του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, εμφανίζεται έτσι σε δομές, οι οποίες δεν μπορούν να αλλάξουν χωρίς συγκρούσεις. «Το χρηματιστικό κεφάλαιο και τα τραστ δεν αδυνατίζουν, μα δυναμώνουν τις διαφορές στην ταχύτητα με την οποία αναπτύσσονται τα διάφορα τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας. Και μια και άλλαξαν οι συσχετισμοί των δυνάμεων, τότε που βρίσκεται η δυνατότητα στις συνθήκες του καπιταλισμού να λυθούν διαφορετικά οι αντιθέσεις, αν όχι με τη βία[84]. Έτσι εμφανίζεται η σχέση ανάμεσα στο νόμο της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης και την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα.

Ο νόμος της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών περιλαμβάνει όμως ακόμη δυό σημαντικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά στην οικονομική διαφοροποίηση των αναπτυσσόμενων χωρών, οι οποίες στη συντριπτική πλειοψηφία τους μετά την αποσάθρωση του αποικιοκρατικού συστήματος επέλεξαν τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης. Έτσι, ήταν νομοτελειακό, ότι οι διαφορές στην οικονομική και πολιτική τους ανάπτυξη διευρύνθηκαν σημαντικά. Χώρες οι οποίες απ΄ την άποψη των βασικών οικονομικών δεικτών πλησίασαν τις βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες και στις οποίες επιβλήθηκαν οι οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού, βρίσκονται δίπλα σ΄ εκείνες, στις οποίες τώρα σχηματίζονται οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και η βιομηχανοποίηση έκανε μικρές προόδους. Τέλος, ο νόμος της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης περιλαμβάνει επίσης μια ουσιαστική επαναστατική-θεωρητική συνάφεια. Οι Μαρξ και Ένγκελς στην ανάλυσή τους για τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού, ξεκινούσαν από τη θέση ότι η προλεταριακή επανάσταση θα νικούσε λίγο ή πολύ ταυτόχρονα σε μια μεγάλη ομάδα αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Ο Λένιν –αναλύοντας το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού- κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε συνθήκες ιμπεριαλισμού «είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα»[85]

Η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα προκύπτει επομένως απ΄ το μονοπώλιο, είναι μια στιγμή της επίδρασης του νόμου του μονοπωλιακού κέρδους. Η επιθετικότητα αυτή αναπτύχθηκε ιστορικά στις νέες συνάφειες του νόμου της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης οι οποίες σφραγίστηκαν απ΄ το μονοπώλιο.

Μια άλλη σημαντική αιτία της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας είναι η προσπάθεια να πιεστεί προς τα κάτω η πάλη των αναπτυσσόμενων χωρών για οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία και για ισότιμη θέση στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, αν κριθεί αναγκαίο και με τη χρήση της κτηνώδους ένοπλης βίας.

Από το σύνολο των αιτιών της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας γίνεται σαφές, ότι μόνο αυτή, δεν αποτελεί βάση για τα συμφέροντα της βιομηχανίας οπλισμού. Παρ΄ όλα αυτά οι μονοπωλιακές δυνάμεις που έχουν ομαδοποιηθεί γύρω από το εξοπλιστικό κεφάλαιο, αποτελούν τους κύριους φορείς αυτής της επιθετικότητας. Το συμφέρον για κέρδη από τους εξοπλισμούς κάνει ώστε η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα να αναπτυχθεί πλήρως και έτσι μετατρέπεται σε μια επιπλέον αιτία της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, η οποία ωθείται κυρίως από το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα.

Το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα ενσαρκώνει τη σύμπλεξη της εξουσίας των μονοπωλίων που παράγουν οπλισμό, με την εξουσία των πολιτικών και στρατιωτικών κέντρων ηγεμονίας, οργάνων και θεσμών. Το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα είναι ο κύριος φορέας της επεκτατικής πολιτικής και στρατηγικής των πιο επιθετικών κύκλων του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Η κύρια απειλή για την ειρήνη σήμερα προέρχεται από το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα των ΗΠΑ και τις μονοπωλιακές ομάδες γύρω από αυτό. Την τελευταία όμως δεκαετία οι ιμπεριαλιστές ανταγωνιστές της όπως η Ιαπωνία, κυρίως όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση, κερδίζουν έδαφος.

Από την ανάλυση της διεθνούς ανάπτυξης του χρηματιστικο-καπιταλιστικού μονοπωλίου και των μέσων που θέτει σε εφαρμογή για την πραγματοποίηση του μονοπωλιακού κέρδους, γίνεται ακόμη πιο εμφανής η ουσία του μονοπωλίου. Γίνεται σαφές ότι το μονοπώλιο σαν μια αναπτυγμένη κεφαλαιακή σχέση, παριστάνει μια ιδιαίτερα αντιδραστική και επιθετική σχέση εξουσίας και κυριαρχίας. Το μονοπώλιο επιβάλει στη μορφή του μονοπωλιακού κέρδους ένα φόρο υποτελείας πάνω στους λαούς του καπιταλιστικού κόσμου και δεν φοβάται –αν δεν το σταματήσει κανείς- να χρησιμοποιήσει βίαιες μεθόδους για να διατηρήσει αυτή την κατάσταση. Κάτω από την κυρίαρχη θέση των μονοπωλίων, το προτσές διεθνοποίησης της παραγωγής που προκύπτει αντικειμενικά από το υψηλό επίπεδο κοινωνικοποίησης της παραγωγής και τον σύγχρονο χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων, δεν εξελίσσεται σύμφωνα με τις ανάγκες των λαών, αλλά σε βάρος τους.


9.2. Μεταβολές στην κλασική εικόνα του πολέμου

Τις τελευταίες δυό δεκαετίες παρατηρούνται νέες εξελίξεις, οι οποίες τείνουν να αλλάξουν την κλασική εικόνα που είχαμε για τον πόλεμο. Κάνουμε λόγο για φαινόμενα, όπως η «ιδιωτικοποίηση» του πολέμου από πολέμαρχους (πρόκειται για επιχειρηματίες, στρατιωτικούς και πολιτικούς διοικητές που ενσωματώνονται σε ένα πρόσωπο), η αποσάθρωση κρατικών δομών και η αυτάρκεια των αντιμαχόμενων μερών με χρήματα που προέρχονται από το εμπόριο ναρκωτικών και διαμαντιών, από χρήματα έναντι προστασίας ή ροή χρημάτων από τη διασπορά και φυσικά η υποστήριξη σε χρήματα, όπλα και εκπαίδευση που παρέχουν οι ιμπεριαλιστικές χώρες σε τέτοιου είδους ιδιωτικούς στρατούς. Σημαντική είναι η αυξανόμενη σημασία που παίζουν τα μικρά όπλα (το παλιό αυτόματο όπλο, πολυβόλα και άλλα μικρά όπλα, νάρκες), τα οποία επιδρούν όπως τα όπλα μαζικής καταστροφής.

Το ΝΑΤΟ με τη φιλοσοφία του των επεμβάσεων έξω από την περιοχή του, έχει δημιουργήσει νέους χώρους δράσης. Οι στρατιωτικές αντιπαραθέσεις έχουν μετατοπιστεί στην περιφέρεια των ιμπεριαλιστικών κρατών, και ως νέου είδους πολεμικές επεμβάσεις έχουν αποκτήσει νέα χαρακτηριστικά στοιχεία. 

Σαν ουσιαστικές αλλαγές μπορούμε να αναφέρουμε τις παρακάτω:

1. Στους νέους πολέμους, όπου συμμετείχαν το ΝΑΤΟ ή μεμονωμένα κράτη-μέλη του, επρόκειτο σε πολλές περιπτώσεις για ασύμμετρους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Από τη μια πλευρά πολεμούσαν στρατοί, εξοπλισμένοι με την πιο σύγχρονη στρατιωτική τεχνική όλων των εποχών, από την άλλη πλευρά πολεμούσαν άνδρες αποκλεισμένοι από τη δυτική ευημερία και πολλοί από αυτούς ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν για τα πιστεύω τους. Η πρακτική τέτοιου είδους πολέμων αποδεικνύει επίσης ότι η τεχνολογική υπεροχή δεν οδηγεί αναγκαστικά σε μια στρατιωτική νίκη.

2. Οι ασύμμετροι πόλεμοι είναι σήμερα, με βάση τη μορφή της εμφάνισής τους, συχνά, εμφύλιοι πόλεμοι ή πόλεμοι για την απόσχιση εδαφών, με ένα υψηλό ποσοστό θυμάτων σε αμάχους, όπου οι ένοπλες δυνάμεις του ΝΑΤΟ ή της ΕΕ τάσσονται στο πλευρό κάποιου ενισχύοντάς τον προς ίδιον όφελος, δηλαδή, πρόκειται για «πολέμους διά αντιπροσώπων» (πόλεμοι στους οποίους η στρατιωτική αντιπαράθεση διεξάγεται σε ένα ή σε περισσότερα τρίτα κράτη, τα οποία δρουν σαν αντιπρόσωποι των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων οι οποίες συμμετέχουν «μόνο» στο παρασκήνιο). Σε αυτούς τους πολέμους εμπλέκονται τα καθήκοντα της αστυνομίας και των ενόπλων δυνάμεων. Συχνά η αστυνομία αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας στρατιωτικά καθήκοντα. Έτσι, προέκυψαν πολλά νομικά προβλήματα που αφορούν στο διεθνές δίκαιο του πολέμου.

3. Δεν πολεμούν πλέον μόνο στρατιώτες εναντίον στρατιωτών, αλλά και στρατιώτες εναντίον εξεγερμένων, ιδιωτικών στρατών, ένοπλων πολιτοφυλακών κτλ. Δηλαδή, οι κλασικοί στρατοί πρέπει να εκπληρώνουν καθήκοντα για τα οποία δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι. Το ιστορικό μοντέλο των ενόπλων δυνάμεων, που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει ακόμη σήμερα τη δομή των ευρωπαϊκών στρατών, έχει σε μεγάλο βαθμό ξεπεραστεί.

4. Ταυτόχρονα, με την εξέλιξη της στρατιωτικής τεχνολογίας (μη επανδρωμένα αεροσκάφη, όπλα λέιζερ, υπερηχητικά όπλα, πολεμικά ρομπότ, αντιπυραυλική άμυνα κτλ) δημιουργούνται εντελώς νέες συνθήκες και δυνατότητες για τις στρατιωτικές συγκρούσεις. Ειδικότερα, με τη συμπερίληψη της διαστημικής τεχνολογίας και του διαδικτύου ενισχύεται η τάση για μια οριοθέτηση του πολέμου με την κυριολεκτική σημασία της λέξης.

5. Με τις μεταβολές αυτές η κλασική εικόνα του πολέμου έχει αλλάξει. Η εποχή των μαζικών στρατών και των μαχών με βαριά τεθωρακισμένα φαίνεται να παίρνει τέλος. Από τις ένοπλες δυνάμεις του ΝΑΤΟ προκύπτουν στρατοί ευέλικτοι και έτοιμοι ανά πάσα στιγμή για στρατιωτικές επεμβάσεις. Δεν πρόκειται για υπεράσπιση μιας χώρας από επίθεση, αλλά για επιθετική υπεράσπιση συμφερόντων. Ανάλογα έχουν αλλάξει επίσης οι απαιτήσεις για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας καθώς και η αποστολή των ενόπλων δυνάμεων.


Ένα ερώτημα που τίθεται συχνά, αφορά στο ζήτημα, το κατά πόσο είναι σήμερα πιθανός ένας Τρίτος Παγκόσμιος πόλεμος ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Κατά την άποψή μας, στο άμεσο μέλλον δεν πρέπει να υπολογίζεται ένας τέτοιος πόλεμος. Αναφέρουμε για αυτό τρεις λόγους: Πρώτο, η υπάρχουσα ακόμη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ σε σχέση με τις άλλες μητροπόλεις και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Δεύτερο, ο κίνδυνος ότι ένας τέτοιος πόλεμος θα μπορούσε να εξελιχτεί σ΄ έναν καταστροφικό πυρηνικό πόλεμο. Τρίτο, το γεγονός ότι τα υπερεθνικά κοντσέρν, σε ό,τι αφορά τα συμφέροντά τους, είναι σήμερα συνδεδεμένα με πολλά κράτη και ομάδες κρατών, κάτι που επιδρά ανασχετικά, μέχρι σ΄ ένα βαθμό, στη διεξαγωγή πολεμικών αντιπαραθέσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. 

Εντούτοις, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι στο απώτερο μέλλον με την αλλαγή στον οικονομικό και στρατιωτικό συσχετισμό δυνάμεων, με την όξυνση της πάλης για την κατοχή πρώτων υλών που περιορίζονται διαρκώς και με την πάλη για κυριαρχία στο κόσμο, δεν μπορεί να καταστεί ξανά επίκαιρος ο κίνδυνος ενός πολέμου ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις.

Αναφορικά με τα παραπάνω: Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια μετατόπιση από τη «Δύση» της παγκόσμιας οικονομίας, όπου βρίσκεται το ιστορικό της κέντρο, προς την Ασία –κυρίως την ανατολική και νοτιοανατολική-, μια διαδικασία η οποία ακόμη και σε «κανονικές» εποχές θα μπορούσε να συμβάλει σε εκρηκτικές καταστάσεις. Μελλοντικά, θεωρούμε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ένας πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, ο οποίος κάτω από προϋποθέσεις είναι δυνατό να εξελιχτεί και σε παγκόσμιο.


10. Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

10.1. Ο ιμπεριαλισμός σαν ιδιαίτερο στάδιο του καπιταλισμού

Επειδή κάθε κοινωνικό φαινόμενο είναι ορισμένο ιστορικά, ένα από τα βασικά καθήκοντα της επιστήμης κατά την αποκάλυψη της ουσίας του είναι να καθορίσει την ιστορική του θέση. Έτσι ενήργησε και ο Λένιν όταν ανάλυσε τον ιμπεριαλισμό. Ο Λένιν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ιμπεριαλισμός αποτελεί ένα ιδιαίτερο στάδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, από τις ιδιότητες του οποίου πρέπει να βγουν τα αναγκαία συμπεράσματα για την επαναστατική στρατηγική και τακτική του εργατικού κινήματος και να ερμηνευτούν οι αιτίες και η φύση του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.

Η ανάλυση του νέου σταδίου του καπιταλισμού έγινε ακόμη πιο αναγκαία όταν αστοί ιδεολόγοι και σημαντικοί θεωρητικοί της Δεύτερης Διεθνούς, όπως ο Καρλ Κάουτσκι, ερμήνευσαν τα νέα φαινόμενα του καπιταλισμού με έναν τρόπο που αποπροσανατόλιζε το εργατικό κίνημα στη πάλη για ειρήνη και σοσιαλισμό. Οι θεωρητικοί αυτοί ανήγαγαν τον ιμπεριαλισμό μονόπλευρα από μια βίαιη, πολιτική προσάρτησης απέναντι στους άλλους λαούς και δυνάμεις και δεν αναγνώρισαν ότι οι βαθιές ρίζες αυτής της πολιτικής πρέπει να αναζητηθούν στην κυριαρχία των μονοπωλίων στην οικονομία και την κοινωνία των καπιταλιστικών χωρών. Γι΄ αυτό διέδιναν την αντίληψη ότι μπορεί να γίνει υπέρβαση του ιμπεριαλισμού μέσω μιας μεταρρύθμισης των διεθνών σχέσεων και μιας «καλύτερης» πολιτικής. Ο Λένιν άσκησε κριτική σ΄ αυτή την άποψη και απέδειξε ότι ο ιμπεριαλισμός, πάνω στη βάση μιας προοδευτικής καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης της παραγωγής, είναι αποτέλεσμα σημαντικών μεταβολών της ίδιας της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου καθώς και μιας νέας σχέσης μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, ότι οι λαοί μπορούν να εκμηδενίσουν τον ιμπεριαλισμό μόνο όταν «σπάσουν» οριστικά την εξουσία των μονοπωλίων, επειδή το μονοπώλιο είναι μια παραπέρα εξελιγμένη κεφαλαιακή σχέση, στις βασικές ιδιότητες του οποίου ανήκουν η χρήση βίας και επιθετικότητας.

Οι οπορτουνιστικές ιδέες περί μεταρρυθμίσεων δεν λαμβάνουν υπόψη τους αυτό τον χαρακτήρα του μονοπωλίου και γεννούν την αυταπάτη ότι είναι δυνατό να συνυπάρχουν μονοπωλιακή κυριαρχία και αρμονικές σχέσεις ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες. Ο Κάουτσκι μάλιστα, -τις αντιλήψεις του οποίου εξετάζουμε αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο-, ήταν της άποψης ότι ο ιμπεριαλισμός θα δώσει τη θέση του σ΄ έναν «υπεριμπεριαλισμό», ότι η περίοδος της αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές θα αντικατασταθεί από μια «ειρηνική» ένωση των ιμπεριαλιστών όλου του κόσμου, από μια φάση της «από κοινού εκμετάλλευσης του κόσμου από το διεθνικά-ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο»[86]. Αυτή την πρόγνωση ο Λένιν την χαρακτηρίζει ως μικροαστική και απατηλή, που σκοπό έχει να αποκρύψει τις αντιφάσεις του μονοπωλιακού καπιταλισμού από την εργατική τάξη.

Ο Κάουτσκι απολυτοποίησε την τάση του καπιταλισμού για το σχηματισμό ενός παγκόσμιου μονοπωλίου. Μια τέτοια τάση μπορεί μεν να παρατηρηθεί, «σπάζεται» όμως νομοτελειακά διαρκώς από την πάλη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μεταξύ τους, από τις οξυνόμενες αντιθέσεις. Προσωρινές συμμαχίες μεταξύ τους δεν πρέπει να αποκλείονται. Αυτές βασίζονται στον εκάστοτε συγκεκριμένο συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στους συμμάχους, η αλλαγή του οποίου δεν μπορεί να αποφευχθεί και οδηγεί διαρκώς στην πάλη για ένα νέο μοίρασμα των σφαιρών επιρροής.

Η ανάλυση του Λένιν δείχνει, σε αντίθεση με όλες τις αστικές και μικροαστικές αυταπάτες, ότι σε ό,τι αφορά τον ιμπεριαλισμό, πρόκειται για ένα στάδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, στο οποίο εμφανίζονται νομοτελειακά οικονομικές και πολιτικές δονήσεις στην πιο μεγάλη τους έκταση. Οι αιτίες για αυτό βρίσκονται στο ότι το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού είναι ταυτόχρονα το ανώτατο και το τελευταίο του, το στάδιο της παρακμής του, στο οποίο η διατήρηση της κεφαλαιακής σχέσης φρενάρει την παραπέρα πρόοδο της κοινωνικής εξέλιξης. Ταυτόχρονα ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός μολονότι μερικές βασικές ιδιότητές του καπιταλισμού αρχίζουν να μετατρέπονται στο αντίθετό τους. Γι΄ αυτό οξύνονται όλες οι αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οξύνονται όλα τα προτσές τα οποία πιέζουν για την αντικατάσταση του καπιταλισμού. Η αντικατάσταση αποδεικνύεται σαν ένα μακροχρόνιο ιστορικό προτσές.

Το γιατί ο ιμπεριαλισμός είναι το ανώτατο και τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, ο Λένιν το τεκμηριώνει με τις τρεις ιστορικές ιδιαιτερότητες αυτού του σταδίου της καπιταλιστικής ανάπτυξης: «Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα ιδιόμορφο ιστορικό στάδιο του καπιταλισμού. Η ιδιομορφία του αυτή είναι τριπλή: ο ιμπεριαλισμός είναι: (1) μονοπωλιακός καπιταλισμός, (2) παρασιτικός ή σάπιος καπιταλισμός, (3) καπιταλισμός που πεθαίνει»[87].

Αυτές οι τρεις ιδιαιτερότητες καθορίζουν εκτενώς στην αλληλοδιείσδυση και σύμπλεξή τους, τη θέση που παίρνει ο ιμπεριαλισμός στην Ιστορία.


10.2. Ο ιμπεριαλισμός σαν μονοπωλιακός καπιταλισμός

10.2.1. Το μονοπώλιο στην ολότητά του. Μεταβολές στο μηχανισμό της επίδρασης των οικονομικών νόμων

Από την μέχρι τώρα ανάλυση, που αφορά στα βασικά χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού, γίνεται σαφές ότι: Η κυριαρχία του μονοπωλίου στην οικονομική καθώς και σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, είναι το πιο σημαντικό και αποφασιστικό χαρακτηριστικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού, που αποκαλύπτει σε συμπυκνωμένη μορφή την εσωτερική του φύση. Ο Λένιν γράφει: «Αν θα χρειαζόταν να δοθεί ένας όσο το δυνατό πιο σύντομος ορισμός του ιμπεριαλισμού, θα έπρεπε να πούμε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού»[88]. Η διαπίστωση αυτή δεν σχετίζεται με μια στενή αντίληψη περί μονοπωλίου, για παράδειγμα με το βιομηχανικό μονοπώλιο, αλλά με την ολότητα του μονοπωλίου όπως δείχνει η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου τόσο στο εσωτερικό των αναπτυγμένων βιομηχανικών χωρών όσο και στις οικονομικά αδύναμα αναπτυγμένες χώρες που ήταν εξαρτημένες από αυτές. Ο Λένιν όμως στην ανάλυσή του συμπληρώνει στην αμέσως επόμενη παράγραφο του έργου του κάτι πολύ ουσιαστικό, που φαίνεται να «ξεχνούν» κάποια τμήματα της Αριστεράς στη χώρα μας, όπως η ηγεσία του ΚΚΕ, τα οποία υποστηρίζουν τη θέση ότι «η Ελλάδα είναι χώρα ιμπεριαλιστική», αναφέροντας μόνο τον παραπάνω σύντομο ορισμό περί ιμπεριαλισμού: «Οι πολύ σύντομοι όμως ορισμοί, αν και είναι βολικοί, γιατί συνοψίζουν το κυριότερο, είναι ωστόσο ανεπαρκείς, όταν πρόκειται να συναγάγουμε ιδιαίτερα απ΄ αυτούς τα πιο ουσιαστικά γνωρίσματα του φαινομένου που έχουμε να καθορίσουμε. Γι΄ αυτό, χωρίς να ξεχνάμε τη συμβατική και σχετική σημασία όλων των ορισμών γενικά, που ποτέ δεν μπορούν να αγκαλιάσουν τις ολόπλευρες σχέσεις του φαινομένου στην πλήρη ανάπτυξή του, πρέπει να δώσουμε έναν τέτοιο ορισμό του ιμπεριαλισμού, που θα περιέκλειε τα παρακάτω πέντε βασικά του γνωρίσματα»[89]. Στη συνέχεια δίνονται τα πέντε βασικά γνωρίσματα στα οποία έχουμε ήδη αναφερθεί.

Λαμβάνοντας υπόψη την μέχρι τώρα ανάλυση, ένας ορισμός του μονοπωλίου, ο οποίος παίρνει υπόψη όλες τις πλευρές και τα βασικά χαρακτηριστικά του, είναι ο παρακάτω:

Το μονοπώλιο είναι η τυπική παραπέρα αναπτυγμένη κεφαλαιακή σχέση για τον ιμπεριαλισμό. Το μονοπώλιο είναι η κύρια σχέση παραγωγής, η οποία γεννήθηκε σε μια υψηλή βαθμίδα της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου, διαπερνά όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής των καπιταλιστικών χωρών και επεκτείνεται πάνω σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο. Το μονοπώλιο πραγματοποιείται πάνω στη βάση του οικονομικού εξαναγκασμού των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού καθώς και της οικονομικής και εξωοικονομικής βίας με σκοπό το μονοπωλιακό κέρδος, το βασικό κριτήριο του μονοπωλίου. Το μονοπώλιο είναι μια ιδιαίτερα αντιδραστική και επιθετική καπιταλιστική σχέση εξουσίας και κυριαρχίας. Αυτό γεννήθηκε πάνω σε μια υλική βάση, η οποία κάνει ήδη δυνατή την εκμηδένιση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Για το συμφέρον της παραπέρα εξέλιξης της ανθρωπότητας είναι άμεσα αναγκαία η αντικατάσταση του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Η μονοπωλιακή κυριαρχία δεν εκμηδενίζει τους νόμους εκείνους που διαμορφώνονται απ΄ την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, και στη σύμπραξή τους ρυθμίζουν την αναπαραγωγή του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου και τα ξεχωριστά του στοιχεία. Οι οικονομικοί νόμοι που αναλύθηκαν απ΄ τους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν παραμένουν σε ισχύ και επιδρούν παραπέρα. Έχουμε όμως μεταβολές και τροποποιήσεις στο μηχανισμό επίδρασης αυτών των νόμων. Λαμβάνοντας υπόψη τη μετάβαση του μονοπωλιακού καπιταλισμού προς τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, ο οποίος οδηγεί σε παραπέρα αλλαγές, είναι ανάγκη σ΄ αυτό το σημείο να εξεταστεί το πρόβλημα της τροποποίησης των συνθηκών και του μηχανισμού επίδρασης των οικονομικών νόμων στον ιμπεριαλισμό. Σε μερικές από αυτές τις αλλαγές έχουμε ήδη αναφερθεί.

Ο νόμος του μονοπωλιακού κέρδους επιδρά σήμερα σε ολόκληρο το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Το χρηματιστικό κεφάλαιο των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων εκμεταλλεύεται τη μάζα του πληθυσμού των δικών του χωρών όσο και τους λαούς ιδιαίτερα του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου. Η εκμετάλλευση και καταλήστευση αυτών των λαών, της εθνικής τους περιουσίας και του ορυκτού πλούτου τους έχει γίνει αντικείμενο σκληρής αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές αντιπάλους.

Ο μηχανισμός της επίθεσης και της βίας, ο οποίος ανήκει στο μηχανισμό επίδρασης του νόμου του μονοπωλιακού κέρδους, αποτελεί έκφραση της έντονης διαμάχης στην οποία βρίσκονται σήμερα οι ήδη αναχρονιστικές καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής απέναντι στις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις που γέννησε ο ίδιος ο καπιταλισμός. Μέσω της επίδρασης του νόμου του μονοπωλιακού κέρδους αλλάζουν οι συνθήκες και ο μηχανισμός επίδρασης των άλλων οικονομικών νόμων του καπιταλισμού. Έτσι, αλλάζουν για παράδειγμα οι συνθήκες επίδρασης, ο μηχανισμός επίδρασης και τα αποτελέσματα της επίδρασης του γενικού νόμου της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Συσσώρευση πλούτου σημαίνει υπό αυτές τις συνθήκες κυρίως συσσώρευση τεράστιου υλικού πλούτου στα χέρια του χρηματιστικού κεφαλαίου. Το μικρό και μεσαίο κεφάλαιο αντιθέτως, δεν μπορεί συχνά να βρει αρκετά μέσα για μια διευρυμένη αναπαραγωγή, έτσι που πολλές επιχειρήσεις, παρ΄ όλο που σε συγκεκριμένες περιόδους αυξάνεται σημαντικά, καταστρέφεται.

Η εργατική τάξη των ιμπεριαλιστικών κρατών προσδένεται μέσω του νόμου της συσσώρευσης στο κεφάλαιο, και η υλική θέση της χειροτερεύει σε σχέση με τη θέση της μονοπωλιακής αστικής τάξης. Ο μηχανισμός αυτού του νόμου τροποποιείται με τέτοιο τρόπο, που η θέση της εργατικής τάξης σε αυξανόμενο βαθμό επηρεάζεται απ΄ τη συνειδητή και οργανωμένη πάλη των δυό βασικών τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μια άλλη αλλαγή στο μηχανισμό αυτού του νόμου εμφανίζεται απ΄ την άποψη τού ότι ένα ανώτερο στρώμα της εργατικής τάξης αποκτά προνόμια απ΄ την μονοπωλιακή αστική τάξη, έτσι που μπορεί να βελτιώσει αισθητά την υλική του θέση. Η συσσώρευση της φυσικής φτώχειας, της άμεσης πείνας, κατά μια σχετική έννοια μετατοπίζεται. Δίπλα στα μη προνομιούχα στρώματα της εργατικής τάξης των ιμπεριαλιστικών χωρών (ανειδίκευτες γυναικείες, νεολαιίστικες, έγχρωμες και αλλοδαπές εργατικές δυνάμεις) είναι εκτεθειμένοι απέναντι στη κοινωνική και συχνά στη φυσική εξαθλίωση, κυρίως οι εργάτες στις εξαρτημένες και οικονομικά καθυστερημένες χώρες. Εκεί, ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού μετατρέπεται σε ένα χαμηλόμισθο ενεργό στρατό εργατών και σ΄ ένα βιομηχανικό εφεδρικό στρατό του χρηματιστικού κεφαλαίου των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων. Ήδη το 1899 ο Λένιν γράφει ότι «η αύξηση της αθλιότητας –και επί πλέον όχι μόνο της “κοινωνικής” αθλιότητας, αλλά και της πιο φοβερής φυσικής αθλιότητας, συμπεριλαμβανομένου μέχρι την πείνα και τη λιμοκτονία-, παίρνει μαζικές διαστάσεις “στις παραμεθόριες περιοχές” του καπιταλισμού…»[90]. Σαν αποτέλεσμα κυρίως της χρόνιας μαζικής ανεργίας, τη στασιμότητα και/ή τη μείωση των μισθών, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, έχει σχηματιστεί ήδη και στις ιμπεριαλιστικές χώρες μια «νέα φτώχεια». Στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους η συσσώρευση του πλούτου στο χρηματιστικό κεφάλαιο των «κρατών-νικητών» επιταχύνεται σημαντικά, και μάλιστα σε βάρος των εκμεταλλευομένων και καταληστευμένων νικημένων. Η συσσώρευση της εξαθλίωσης λαμβάνει χώρα στις πιο κτηνώδεις μορφές που μπορεί κανείς να φανταστεί.

Αλλάζουν επίσης και οι συνθήκες επίδρασης του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Ενόσω τα μονοπώλια επιτυγχάνουν πολλαπλά μέσω του μηχανισμού των τιμών και τη βοήθεια του κράτους να εναντιώνονται στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους –το μονοπώλιο είναι ακριβώς μια μορφή που επιδρά ενάντια σ΄ αυτό το νόμο-, η μάζα των εργαζομένων πρέπει να υπομένει όλη την πίεση αυτού του νόμου. Το χρηματιστικό κεφάλαιο μετακυλά πάνω τους όλες τις απώλειες.


10.2.2. Από τον μονοπωλιακό στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό

Η ρύθμιση της παραγωγής συνολικά, κάτω από την επίδραση του νόμου του μονοπωλιακού κέρδους, αποδεικνύεται μονόπλευρη και κρισιακή. Διαρκώς προκαλεί δυσαναλογίες ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της παραγωγής στις ιμπεριαλιστικές χώρες, καθώς και μεταξύ των ιμπεριαλιστικών και των εξαρτημένων χωρών.

Σ΄ αυτές τις αντιφάσεις και διαμάχες γίνονται σαφή τα όρια, τα οποία έχουν τεθεί ιστορικά στο σύστημα του κέρδους κατά τη ρύθμιση της παραγωγής. Σε αντίθεση με το μηχανισμό ρύθμισης του προμονοπωλιακού καπιταλισμού, όπου υπάρχει αντιπαράθεση μιας πληθώρας κεφαλαίων και μια σύγκρουση ταξικών δυνάμεων, απ΄ όπου πραγματοποιούνται οι οικονομικοί νόμοι, στο μονοπωλιακό καπιταλισμό δεν υπάρχει ούτε μια τέτοιου είδους λειτουργία του προτσές αναπαραγωγής του συνολικού κεφαλαίου, το οποίο να επιτρέπει στη μάζα του εργαζόμενου πληθυσμού μια ασφαλή κοινωνική ύπαρξη ούτε κάτι που να εγγυάται στα μονοπώλια μια διαρκή υψηλή αξιοποίηση του κεφαλαίου. Για την παραπέρα διατήρηση του κοινωνικού προτσές αναπαραγωγής είναι αναγκαία η ένωση της εξουσίας των μονοπωλίων με αυτή του κράτους. Αυτό εκφράζεται στην τάση για κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό (ΚΜΚ).
 
Αυτή η τάση προκύπτει αναπόφευκτα από την άρση του ελεύθερου ανταγωνισμού, η οποία επιτυγχάνεται με το σχηματισμό και τη σταθεροποίηση της μονοπωλιακής κυριαρχίας και που έχει ως τελική συνέπεια την συμπερίληψη του κράτους στο μηχανισμό ρύθμισης της παραγωγής. Τελικά, εξαναγκάζεται απ΄ τον υψηλό βαθμό κοινωνικοποίησης της παραγωγής που προκύπτει απ΄ το χαρακτήρα των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων. Η ιδιωτική-μονοπωλιακή μορφή ρύθμισης της παραγωγής βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα χτυπητή αντίθεση με τον κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων και πρέπει να αντικατασταθεί από μια υψηλότερη μορφή.

Τις πρώτες τάσεις για τον σχηματισμό του ΚΜΚ μπόρεσε να τις παρατηρήσει ήδη και ο Ένγκελς. Στη συνάφεια με τη θυελλώδη ανάπτυξη των μετοχικών εταιριών και των τραστ στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, ο Ένγκελς διαπιστώνει: «Μερικά απ΄ αυτά τα μέσα παραγωγής και συγκοινωνίας είναι εκ των προτέρων τόσο τεράστια, ώστε να αποκλείουν κάθε άλλη μορφή καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, όπως οι σιδηρόδρομοι. Σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης, δεν αρκεί ούτε πια αυτή η μορφή: Ο επίσημος αντιπρόσωπος της καπιταλιστικής κοινωνίας, το κράτος, αναγκάζεται να αναλάβει τη διεύθυνσή τους. Η αναγκαιότητα αυτή του περάσματός τους σε κρατική ιδιοκτησία εμφανίζεται πρώτα στους μεγάλους οργανισμούς επικοινωνίας: Ταχυδρομείο, τηλέγραφοι, σιδηρόδρομοι»[91]


Στη σύγχρονη βιβλιογραφία συχνά γίνεται προσπάθεια μιας «θεωρητικής παρουσίασης» του σημερινού καπιταλισμού, η οποία παραιτείται απ΄ τη μεθοδολογική ανάλυση του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, δηλαδή την ανάλυση του προτσές της συσσώρευσης, της συγκέντρωσης και του μονοπωλισμού του κεφαλαίου. Ακόμη περισσότερο, στις μέρες μας είναι συχνή η προσπάθεια να παρουσιάζεται μια θεωρητική εικόνα του καπιταλισμού, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη της το κεφάλαιο ή το λιγότερο τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας, όχι σαν μια οικονομική βασική σχέση, η οποία θα πρέπει να λαμβάνεται ως αφετηριακή βάση και απ΄ την οποία ανάγονται οι άλλες σχέσεις, οι νόμοι και τα χαρακτηριστικά στοιχεία της καπιταλιστικής κοινωνίας. Έτσι, γίνεται λόγος για «παγκοσμιοποίηση», «παγκόσμιο χωριό», για έναν «κόσμο χωρίς σύνορα» και άλλες παρόμοιες έννοιες, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ιμπεριαλιστική ουσία των πραγματικών προτσές της διεθνοποίησης του κεφαλαίου και της εξουσίας του. Φυσικά θα ήταν αφελές να ταυτιστεί ο σημερινός καπιταλισμός με την ειδική του μορφή, την οποία είχε πάρει στη φάση της ανάπτυξης του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, σε μια εποχή, στην οποία ο σχηματισμός και η εδραίωση των μονοπωλίων έλαβε χώρα κυρίως πάνω στο εθνικό επίπεδο και στην οποία αυτός δεν είχε ακόμη αρκετές δυνάμεις για τη συγκέντρωση της οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής εξουσίας, ώστε να είναι σε θέση να αλλάξει ουσιαστικά τους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού πάνω σε διεθνές επίπεδο. Στη στατική θεώρηση του ιμπεριαλισμού, η οποία δέχεται ότι ο ιμπεριαλισμός γεννήθηκε ξαφνικά στον κόσμο με όλα του τα χαρακτηριστικά, δεν αξίζει να γίνει κριτική: Στη περίπτωση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη η στοιχειώδης θέση ότι ο καπιταλιστικός κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός στην ολότητά του, παριστάνει έναν οργανισμό στην ιστορική του εξέλιξη και σ΄ έναν διαρκή μετασχηματισμό, ο οποίος μπορεί να υπάρχει μόνο μέσω του διαρκούς μετασχηματισμού όλων των συνθηκών ύπαρξής του.

Η θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό δεν μπορεί να ειδωθεί σαν μια θεωρητική έκφραση του αρχικού σταδίου της ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού, αλλά αποτελεί τη βασική αντίληψη των ουσιαστικών στοιχείων του ιμπεριαλισμού γενικά, όπως και η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό δεν τέλειωσε στο προμονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, αλλά εκφράζει την ουσία της κίνησης του κεφαλαίου γενικά, τη σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας σε όλη τη λογική και ιστορική διαφορετικότητα των μορφών ύπαρξής του, ανεξάρτητα απ΄ τις συγκεκριμένες μορφές εμφάνισής του. Ο Λένιν διαπίστωσε ότι το χαρακτηριστικό στοιχείο του σύγχρονου καπιταλισμού είναι η προοδευτική άρνηση του ελεύθερου ανταγωνισμού προς όφελος της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας και της εξουσίας, ένα γεγονός το οποίο παρμένο μαζί με τον παρασιτικό και σηπτικό του χαρακτήρα, δημιουργεί τις αναγκαίες αντικειμενικές συνθήκες για την επαναστατική δράση, η οποία κατευθύνεται προς την ιστορική επαναστατική υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Στο αρχικό στάδιο ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού δεν υπάρχει ακόμη η συνύφανση της εξουσίας των μονοπωλίων με αυτήν του αστικού κράτους, παρ΄ όλο που οι διάφορες χρηματιστικές ομάδες οι οποίες εδραιώνονται, επιδιώκουν την προστασία από τα εκάστοτε εθνικά κράτη και αγωνίζονται έντονα μεταξύ τους για την κατάκτηση συγκεκριμένων ποσοστών επιρροής. Παραπέρα, στο προτσές γέννησης και σταθεροποίησης των μονοπωλίων μπορεί να διαπιστωθεί μια στιγμή, στην οποία η χρηματιστική ολιγαρχία έχει ήδη φτάσει σε μια ουσιαστική άρνηση του ελεύθερου ανταγωνισμού στα εθνικά πλαίσια και όπου δεν έχει ακόμη συγχωνευτεί ολοκληρωτικά με το κράτος: ο μονοπωλιακός καπιταλισμός δεν είναι ακόμη ΚΜΚ.

Στην πάροδο ενός έτους –μεταξύ 1916 και 1917- ο Λένιν, ο οποίος συγκέντρωνε την προσοχή του στη ζωντανή Ιστορία και όχι σε νεκρούς τύπους, ήταν σε θέση να διαπιστώσει ότι ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος επέδρασε σαν καταλύτης για μια συνολική μεταμόρφωση στην ανάπτυξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Σ΄ αυτή τη βάση ο μονοπωλιακός καπιταλισμός ωθούμενος απ΄ τις ιδίες αντιφάσεις της εξέλιξής του, μετατρέπεται σε ΚΜΚ. Αν μελετήσει κανείς προσεκτικά το έργο του Λένιν θα διαπιστώσει, ότι η έννοια «κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός» από το 1917 συναντάται συχνά στα κείμενά του. Παρ΄ όλα αυτά στο κλασικό έργο του «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» δεν χρησιμοποιείται. Για ποιο λόγο; Εδώ, δεν πρόκειται για το ότι δεν υπάρχει ακόμη η κατάλληλη έννοια που να συλλαμβάνει την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά για το ότι ο ειδικά ΚΜΚ, ο οποίος κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα βρισκόταν σ΄ ένα προτσές σχηματισμού, δεν είχε φτάσει ακόμη στην αναγκαία ωρίμανση ώστε να κατανοηθεί εννοιολογικά. Την ωρίμανση όμως αυτή την προσέδωσε ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος. «Ο πόλεμος έφερε στα ηγεμονικά-πολεμικά κράτη μια τόσο ανήκουστη εξαθλίωση, και ταυτόχρονα, μετατρέποντας το μονοπωλιακό καπιταλισμό σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, που δεν μπορούν να περιοριστούν στα πλαίσια του καπιταλισμού ούτε το προλεταριάτο ούτε η επαναστατική μικροαστική δημοκρατία»[92]. Στο έργο του «Κράτος και επανάσταση», στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης αναφέρει: «Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος επιτάχυνε και όξυνε το προτσές της μετατροπής του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό»[93]

Η σκέψη αυτή πρέπει να τονιστεί, επειδή στη διαφορά ανάμεσα στα δυό βασικά στάδια της ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού, δεν δίνεται η απαραίτητη προσοχή στην επιστημονική βιβλιογραφία, ή ακόμη δέχεται συχνά και επίθεση. Αυτή όμως είναι η θέση του Λένιν, ο οποίος, για να ειπωθεί γενικά, συνδέει τη γέννηση του ΚΜΚ με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τις οικονομικές κρίσεις, ανεξάρτητα απ΄ το αν αυτές προκλήθηκαν απ΄ τον πόλεμο ή όχι.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος έδειξε πειστικά, ότι το προτσές συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου, το οποίο οδήγησε στη μορφοποίηση του μονοπωλιακού καπιταλισμού, είχε ήδη αρχίσει να διαπερνά τα εθνικά, πολιτικά και ιδεολογικά σύνορα, που είχαν σχηματιστεί στην εποχή των μεγάλων αστικών επαναστάσεων και «διορθώθηκαν» περιοδικά με την ένοπλη βία. Αυτό που μέχρι τώρα δεν ήταν τίποτα άλλο από μια λανθάνουσα τάση στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, μετασχηματίστηκε με τη σταθεροποίηση της εξουσίας των χρηματιστικών μονοπωλίων σε μια απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση της υπεραξίας και την πολιτική ασφάλεια της χρηματιστικής ολιγαρχίας: Ο ιστορικός χώρος του έθνους, ο οποίος είχε ευνοήσει την πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τη μετατροπή του κοινωνικού πλούτου σ΄ ένα «τεράστιο χώρο (εναπόθεσης) εμπορευμάτων», παρίστανε τώρα έναν ζουρλομανδύα για το σχιζοφρενικό κυνήγι μιας όλο και μεγαλύτερης συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας και της εξουσίας.

Μια σιδερένια αναγκαιότητα ώθησε τα μονοπώλια να προωθήσουν την ένωσή τους με τα μέσα εξαναγκασμού του εθνικού κράτους. Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου και η με αυτό τον τρόπο προκληθείσα τάση για μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση, έθεταν ανυπέρβλητα όρια στον αυθορμητισμό της αγοράς. Από κει και πέρα κάθε συσχετισμός με την «ελεύθερη αγορά» δεν αποτελεί πλέον παρά μια ιστορική αφήγηση ή μια αστική ιδεολογική δοξασία. Η εσωτερική λογική της ανάπτυξης των μονοπωλίων γέννησε την αναγκαιότητα να αναδιαμορφωθεί και να αλλάξει η λειτουργία των σχέσεων της αγοράς σε συμφωνία με τις απαιτήσεις της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, η οποία απαιτούσε ασφάλεια σε όλες τις φάσεις του, πιέζοντας για τον καθορισμό μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής που θα αντιστοιχούσε στις μορφές, τις αναλογίες και τους ρυθμούς της οικονομικής ανάπτυξης.

Η αναγκαία αναδιαμόρφωση του καπιταλιστικού συστήματος μπορούσε να επιβληθεί μόνο με τη βοήθεια ενός μηχανισμού οργανωμένης βίας μέσω της εξάσκησης της αστικής κυριαρχίας. Σύμφωνα με έναν ακριβή χαρακτηρισμό που έδωσε ο Λένιν, η ανάπτυξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού οδηγεί στη «συνένωση της γιγαντιαίας δύναμης του καπιταλισμού με τη γιγαντιαία δύναμη του κράτους σε έναν ενιαίο μηχανισμό, ο οποίος περιλαμβάνει πολλά εκατομμύρια ανθρώπους σε μια μοναδική οργάνωση του κρατικού καπιταλισμού»[94]. Με άλλα λόγια, σε μια καπιταλιστική κοινωνία, η οποία κυριαρχείται από τα μονοπώλια, ή στην οποία οι κύριοι κλάδοι της παραγωγής βρίσκονται στα χέρια της, η χρηματιστική ολιγαρχία σφετερίζεται το κράτος για να εξασφαλίσει την οικονομική και πολιτική της αναπαραγωγή, ιδιαίτερα να προστατεύσει το σύστημα της παραγωγής από τις καταστρεπτικές επιδράσεις των οικονομικών κρίσεων και να διευθετήσει τις απαιτήσεις του πολέμου. Κάτω από τις νέες ιστορικές συνθήκες ο κρατικός μηχανισμός αναλαμβάνει έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό οικονομικών λειτουργιών και επεμβαίνει άμεσα ή έμμεσα στο προτσές αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Το κράτος κάθε ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης μετατρέπεται σ΄ έναν κοινωνικό ρυθμιστή της παραγωγής και της διανομής πάνω σε εθνικό επίπεδο και σε μια οικονομική δύναμη με τεράστιο προϋπολογισμό και με μια επιχειρηματική και πιστωτική δραστηριότητα, η οποία όχι μόνο του επιτρέπει να βγαίνει έξω από τα παραδοσιακά πλαίσια των λειτουργιών καταπίεσης, τις μεμονωμένες οικονομικές περιπέτειες, αλλά και να μετατρέπεται και σε μια ισχυρή πολεμική μηχανή, η οποία στοχεύει ενάντια στην αστική τάξη των άλλων ιμπεριαλιστικών εθνών και τα κράτη τους. Μέσω της προσωπικής ένωσης των χρηματιστών μεγιστάνων με τους γραφειοκράτες του κρατικού μηχανισμού, το κράτος αναλαμβάνει προς συμφέρον των μονοπωλίων ολόκληρους κλάδους παραγωγής. Η κρατικοποίηση πιάνει αφενός τις καταστραμμένες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, εξασφαλίζει τα κέρδη και διασώζει τα μεγάλα μονοπώλια από την καταστροφή, και αφετέρου λαμβάνει υπόψη της την αναγκαιότητα να χρησιμοποιηθούν οι πόροι του κράτους για να συγχρηματοδοτηθούν οι γιγάντιες επενδύσεις στη σφαίρα της παραγωγής, στην ανάπτυξη των υποδομών. 

Αυτό το προτσές, το οποίο συνοδεύεται από την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων μαζών, οξύνει το μιλιταριστικό δεσποτισμό και τη χρήση της πολεμικής μηχανής του κράτους για την εξασφάλιση του αποκλειστικού ελέγχου πάνω τους φυσικούς πόρους, τις πρώτες ύλες και τις αγορές στις αποικιακές, μισοαποικιακές και νεοαποικιακά εξαρτημένες χώρες, και οδηγεί ταυτόχρονα σε μια γρηγορότερη ανάπτυξη των κερδών των μεγάλων κεφαλαιοκρατών σε βάρος των άλλων στρωμάτων του πληθυσμού. Οι διάφοροι τρόποι χρηματοδότησης και οι φορολογικές απαλλαγές, η εγγύηση των εξαγωγών και οι αγορές από την κυβέρνηση, παριστάνουν σημαντικές μορφές στις οποίες λειτουργεί η συνύφανση μεταξύ κράτους και ιδιωτικού μονοπωλίου προς όφελος του τελευταίου. Ανακεφαλαιώνοντας: Το κράτος γίνεται εγγυητής των γενικών συνθηκών της διευρυμένης αναπαραγωγής του χρηματιστικού κεφαλαίου στην εθνική οικονομία και τον οικονομικό επεκτατισμό των μονοπωλίων προς τα έξω. 

Πρέπει να επισημανθεί ότι ο Λένιν με την έννοια κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός δεν κατανοεί το προτσές της κρατικοποίησης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Δεν πρόκειται απλά για το ότι η συγκέντρωση της παραγωγής γεννά τη συνύφανση με την άμεση έννοια μεταξύ μονοπωλίου και αστικού κράτους, μέσω της οποίας το κράτος γίνεται ιδιοκτήτης. Αυτή είναι μια από τις μορφές του ΚΜΚ, το ειδικό βάρος της οποίας μεταβάλλεται στην Ιστορία. Ο ΚΜΚ παριστάνει μια φάση στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της οποίας αποτελεί η ιδιοποίηση του καπιταλιστικού κράτους από τη χρηματιστική ολιγαρχία –την εθνική χρηματιστική ολιγαρχία ή μετέπειτα την υπερεθνική χρηματιστική ολιγαρχία- ή διαφορετικά ειπωμένο, τη μετατροπή αυτού του κράτους σε εγγυητή της ανάπτυξης της χρηματιστικής ολιγαρχίας, της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της οικονομίας, της ιδιοκτησίας και της εξουσίας. Μ΄ αυτή την έννοια ο μονοπωλιακός καπιταλισμός νοούμενος σαν μια ιστορική ολότητα οικονομικών, πολιτικών, κοινωνικών και ιδεολογικών σχέσεων, μεταβαίνει από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, από μια φάση, στην οποία ανάμεσα στις διάφορες μερίδες της χρηματιστικής ολιγαρχίας υπάρχει ελεύθερος ανταγωνισμός κατά την ιδιοποίηση του κράτους, σε μια φάση, στην οποία το κράτος παριστάνει μια λειτουργία της ανάπτυξης του συνόλου αυτής της ολιγαρχίας, η οποία (φάση) πρέπει να αρνηθεί προοδευτικά τον ελεύθερο ανταγωνισμό στα εθνικά πλαίσια.

Είναι σημαντικό να τονιστεί το γεγονός, ότι στην εποχή του Λένιν ο ΚΜΚ μπορούσε να σχηματιστεί μόνο σαν εθνικός ΚΜΚ.

Ανακεφαλαιώνοντας: Ο ΚΜΚ δεν αποτελεί ένα ιδιαίτερο στάδιο μετά τον ιμπεριαλισμό. Είναι μια βαθμίδα / φάση στην ανάπτυξη του καπιταλισμού πάνω στη οποία ο μονοπωλισμός της οικονομίας και όλων των άλλων τομέων της κοινωνίας, η οποία άρχισε με την αντικατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού από το μονοπώλιο, ωθείται στη κορυφή.
 
Ο ΚΜΚ είναι η συνύφανση της εξουσίας των μονοπωλίων με την εξουσία του αστικού κράτους σε μια ενιαία εξουσία με σκοπό τα πιο υψηλά μονοπωλιακά κέρδη και την εξασφάλιση της αστικής / ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και του επεκτατισμού. Ο ΚΜΚ αποτελεί μια παραπέρα μορφή και βαθμίδα στην ανάπτυξη του μονοπωλίου.

Το κράτος μέσω αυτής της συνύφανσης μετατρέπεται σε έναν παράγοντα, ο οποίος μέσω των δραστηριοτήτων του δημιουργεί συγκεκριμένα πλαίσια συνθηκών για τη μεγιστοποίηση του κέρδους των μονοπωλιακών επιχειρήσεων, τους ανοίγει νέες σφαίρες εκμετάλλευσης και αφαιρεί από αυτές τέτοιου είδους τομείς, οι οποίοι θέτουν υπό αμφισβήτηση την κερδοφορία τους. Τα κρατικά μέτρα ρύθμισης και οι ιδιωτικές-καπιταλιστικές δραστηριότητες συμπλέκονται αδιαχώριστα μεταξύ τους με σκοπό την κρατικομονοπωλιακή ρύθμιση.


10.3. Ο παρασιτισμός και η σήψη του ιμπεριαλισμού

Σε συνθήκες προμονοπωλιακού καπιταλισμού, συγκεκριμένες τάσεις σπατάλης των παραγωγικών δυνάμεων καθώς και ο παρασιτισμός, αποτελούν εγγενή χαρακτηριστικά του καπιταλισμού. Στον ιμπεριαλισμό τα χαρακτηριστικά αυτά ενισχύονται. Ταυτόχρονα εμφανίζονται νέα φαινόμενα αυτού του είδους. Αυτό μάς δίνει το δικαίωμα να κάνουμε λόγο για μια μετατροπή του καπιταλισμού από ένα προοδευτικό κοινωνικό σύστημα (κατά την περίοδο της ανόδου της αστικής τάξης) σε ένα σύστημα που σαπίζει. Οι αιτίες για αυτές τις ποιοτικές αλλαγές βρίσκονται ουσιαστικά στο ότι ο ιμπεριαλισμός αποτελεί ένα στάδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, στο οποίο οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής σαν ατομικές σχέσεις ιδιοκτησίας «αποτελούν ένα περίβλημα, που δεν αντιστοιχεί στο περιεχόμενο» -δηλαδή στις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις οι οποίες εκφράζουν ένα υψηλό επίπεδο «χειρισμού» της φύσης από τον άνθρωπο –«περίβλημα που αναπόφευκτα δεν μπορεί παρά να σαπίσει, αν αναβληθεί τεχνητά ο παραμερισμός του»[95]

Η σήψη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αφήνει να μετατραπούν αυτές σε φρένο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Το μονοπώλιο δημιουργεί μεν στον καπιταλισμό νέο χώρο για να αναπτυχθεί, με το τίμημα όμως μιας αυξανόμενης σήψης και ενός αυξανόμενου παρασιτισμού. Τα φαινόμενα εκδήλωσής τους είναι πολλαπλά. Έχουμε ήδη αναφερθεί σε κάποια από αυτά κατά την εξέταση των αντιφάσεων, οι οποίες συνυπάρχουν στη ρύθμιση μέσω του μονοπωλιακού κέρδους και της μονοπωλιακής τιμής. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε μερικά ακόμη –κάπως αναλυτικότερα.


10.3.1. Ο παρασιτισμός της αστικής τάξης

Η σήψη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής φαίνεται κυρίως στην ενίσχυση της τάσης να αναπτύσσεται η αστική τάξη σε μια τάξη παρασιτική, η οποία δεν είναι πλέον συνδεδεμένη με την παραγωγή. Στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό οι ιδιοκτήτες κεφαλαίου ήταν μέχρι σ΄ ένα βαθμό διευθυντές και οργανωτές της παραγωγής. Στον ιμπεριαλισμό όμως η ιδιότητα αυτή της αστικής τάξης χάνεται όλο και περισσότερο. Η μεγάλη αύξηση των μετοχικών εταιριών και άλλων μορφών εταιρικού κεφαλαίου οδηγεί στην αύξηση του αριθμού των κεφαλαιοκρατών που περιορίζονται στο «κόψιμο κουπονιών» και είναι αποσπασμένοι από την παραγωγή. 

Στο χρηματιστικό κεφάλαιο επομένως, ο διαχωρισμός του κεφαλαίου ως ιδιοκτησία από το κεφάλαιο ως λειτουργία έχει ήδη τελεστεί. Οι χρηματιστές καπιταλιστές, ιδιαίτερα η κορυφή του χρηματιστικού κεφαλαίου, η χρηματιστική ολιγαρχία, ιδιοποιούνται μέσω της κατοχής του μεγαλύτερου μέρους της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου, χωρίς να ασκούν μια οποιαδήποτε παραγωγική λειτουργία, τη μάζα της υπεραξίας που εκθλίβεται από τους εργάτες στη μορφή του μονοπωλιακού κέρδους. Το στρώμα αυτό των κεφαλαιοκρατών αυξάνεται επίσης με την εξαγωγή κεφαλαίου. Ο Λένιν στο έργο του «Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού» το χαρακτηρίζει σαν «παρασιτισμό υψωμένο στο τετράγωνο», επειδή αφενός αυξάνεται από το σχετικό πλεόνασμα κεφαλαίου, που το ίδιο αποτελεί ήδη μια ένδειξη παρασιτισμού, και επειδή αφετέρου δυναμώνει ο παρασιτισμός στις χώρες εξαγωγής κεφαλαίου με το να αυξάνει σημαντικά το στρώμα των εισοδηματιών που ζουν απ΄ το «κόψιμο κουπονιών». Ένας αυξανόμενος αριθμός κεφαλαιοκρατών ζει από τα κέρδη που παράγονται στις ξένες χώρες χωρίς οι ίδιοι να προσθέτουν τίποτα.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο που έχει προκύψει από τη συγχώνευση του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο έχει (σε μεγάλο βαθμό) τον έλεγχο μέσω των τραπεζών, των μετοχών και το «σύστημα συμμετοχής» πάνω στο συνολικό κεφάλαιο όλων των κεφαλαιοκρατών και των μικρών επιχειρήσεων καθώς και πάνω στο μεγαλύτερο μέρος των μέσων παραγωγής και των πρώτων υλών σε μια σειρά χώρες. Τα βασικά του κέρδη δεν σχετίζονται μόνο άμεσα με την παραγωγή, αλλά κυρίως με δραστηριότητες που σχετίζονται με χρεόγραφα, πιστώσεις και το νόμισμα, στη πορεία για την τοποθέτηση κεφαλαίων στο εσωτερικό των χωρών «τους» όσο και στο εξωτερικό, δηλαδή στις εξαρτημένες καθώς και στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Με την επέκταση των εκδόσεων μετοχών, ομολόγων και άλλων αξιόγραφων, αυξάνονται τα μονοπωλιακά κέρδη του χρηματιστικού κεφαλαίου από αυτές τις συναλλαγές. Έτσι, αυξάνει επίσης η οικονομική του εξουσία όπως μια γάγγραινα, εκμεταλλεύοντας τις οικονομίες των «ιδίων» και των ξένων χωρών, ιδιαίτερα των εξαρτημένων, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα.

Μπορούμε επομένως να διαπιστώσουμε: Ο παρασιτισμός της χρηματιστικής ολιγαρχίας δεν είναι παθητικός, δεν είναι παρασιτισμός προσανατολισμένος (αποκλειστικά) στην κατανάλωση. Η χρηματιστική ολιγαρχία είναι πολύ περισσότερα από μια επικίνδυνη δραστηριότητα. Κινητήρια δύναμή της είναι η ιδιοποίηση όσο το δυνατό υψηλών μονοπωλιακών κερδών με τη χρήση οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας και βίας. Αυτή η αντικειμενική νομοτέλεια, η οποία προκύπτει από τις μονοπωλιακές-καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, προσωποποιείται στην τάση για εξουσία και βία των μονοπωλίων, που σήμερα έχουν αναπτυχθεί σε διεθνή υπερεθνικά και πολυεθνικά κοντσέρν. Η ιδιοποίηση όσο το δυνατό υψηλότερων μονοπωλιακών κερδών μέσω της καταπίεσης και εκμετάλλευσης του «ιδίου» καθώς και ξένων λαών, για τη χρηματιστική ολιγαρχία δεν αποτελεί ζήτημα προσωπικής εκτίμησης, αλλά ζήτημα υπαρξιακό. Το χρηματιστικό κεφάλαιο υποτάσσεται στην τάση για κυριαρχία και βία τόσο στις τοπικές διοικήσεις όσο και στις κυβερνήσεις των χωρών, και εκεί, όπου τα μέσα της δωροδοκίας και της διαφθοράς δεν φτάνουν το στόχο τους επιβάλλει την ανοιχτή, κτηνώδη αστυνομική και στρατιωτική βία ενάντια στο δικό «του» λαό και ενάντια στις «σκληροτράχηλες» χώρες και τους λαούς τους.

Ο παρασιτισμός της χρηματιστικής ολιγαρχίας οφείλεται επομένως πρώτο, στο ότι ένα μικρό στρώμα των μονοπωλιακών ιδιοκτητών κεφαλαίου, το οποίο έχει αποσπαστεί από κάθε παραγωγική λειτουργία, ιδιοποιείται το μεγαλύτερο μέρος του εθνικού εισοδήματος της χώρας «του» καθώς και μεγάλα τμήματα του εισοδήματος άλλων λαών και υπερασπίζεται το υπερώριμο καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης με όλα τα μέσα της βίας ενάντια στην εργατική τάξη, τις δημοκρατικές δυνάμεις και τους καταπιεσμένους λαούς. «Τα μονοπώλια, η ολιγαρχία, η τάση προς την κυριαρχία στη θέση των τάσεων προς την ελευθερία, η εκμετάλλευση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού μικρών ή αδύνατων εθνών από μια μικρή χούφτα πλουσιότατα ή ισχυρότατα έθνη –όλα αυτά γέννησαν τα διακριτικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού, που μάς αναγκάζουν να τον χαρακτηρίσουμε σαν παρασιτικό καπιταλισμό ή καπιταλισμό που σαπίζει»[96]

Η χρηματιστική ολιγαρχία δεν εξασφαλίζει όμως την κυριαρχίας της μόνο με τα μέσα της βίας. Ταυτόχρονα διευρύνει τον δικό της παρασιτισμό και την σήψη που προέρχεται από την ίδια, παράγει παρασιτικά στρώματα μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία ή μεταφέρει τον παρασιτισμό σε άλλα στρώματα ακόμη και μέσα στην εργατική τάξη. Και αυτό υπηρετεί την εξασφάλιση της κυριαρχίας της. Έτσι, η μαζική έκδοση ομολόγων, μετοχών και άλλων αξιόγραφων, όπως ήδη αναφέρθηκε, παράγει ένα στρώμα από κατόχους αξιόγραφων οι οποίοι ζουν αποκλειστικά από μερίσματα και τόκους, από χρήματα που έχουν τοποθετήσει σ΄ αυτά τα αξιόγραφα χωρίς να κάνουν απολύτως κάτι για την παραγωγή του υλικού πλούτου. Ο παρασιτισμός του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο εκφράζεται επομένως κατά δεύτερο λόγο στο σχηματισμό ενός πλατιού στρώματος αποτελούμενο από κατόχους αξιόγραφων, οι οποίοι σαν εισοδηματίες ζουν από τα έσοδα τοποθέτησης των κεφαλαίων τους. «Η εξαγωγή κεφαλαίου, που είναι μια από τις πιο ουσιαστικές οικονομικές βάσεις του ιμπεριαλισμού, δυναμώνει ακόμη περισσότερο αυτή την ολοκληρωτική απόσπαση του στρώματος των εισοδηματιών από την παραγωγή, βάζει τη σφραγίδα του παρασιτισμού σ΄ όλη τη χώρα που ζει με την εκμετάλλευση της δουλειάς μερικών υπερπόντιων χωρών και αποικιών»[97]

Ο παρασιτισμός της αστικής τάξης αφορά επίσης στους μεγαλομετόχους, οι οποίοι δεν περιορίζονται στο «κόψιμο κουπονιών», αλλά ασκούν επίσης αποφασιστική επιρροή στην ανάπτυξη των κεφαλαιουχικών εταιριών. Η επιρροή αυτή στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη διεύθυνση του κοινωνικού προτσές αναπαραγωγής. Η «διευθυντική δραστηριότητα» εκείνων που διευθύνουν τις ομάδες οικονομίας σχετίζεται μόνο μ΄ ένα μέρος της αντικειμενικά αναγκαίας διεύθυνσης στη παραγωγή και την κυκλοφορία. Σε μεγάλο βαθμό στοχεύει στις οικονομικές συναλλαγές πάνω στις διεθνείς καπιταλιστικές αγορές κτλ. Μ΄ αυτό τον τρόπο το χρηματιστικό κεφάλαιο ιδιοποιείται παρασιτικά μεγάλα τμήματα της υπεραξίας και άλλων συστατικών στοιχείων του κοινωνικού προϊόντος. Η βασική διεύθυνση της παραγωγής μεταβιβάζεται όλο και περισσότερο πάνω σε υπαλλήλους, οι οποίοι παίρνουν εντολές από τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου, αλλά ενδιαφέρονται επίσης και μέσω της συμμετοχής τους στα κέρδη της επιχείρησης, να ασκήσουν τη διευθυντική τους δραστηριότητα με την έννοια τής όσο το δυνατό μεγαλύτερης αξιοποίησης του κεφαλαίου.


10.3.2. Χρηματιστική κερδοσκοπία και καπιταλιστική κρίση

Η κερδοσκοπία είναι ένα φαινόμενο που υπάρχει σχεδόν σε όλη την Ιστορία της ανθρωπότητας. Στον ιμπεριαλισμό όμως παίρνει τεράστιες διαστάσεις. Έχουμε ήδη αναφερθεί στον παρασιτισμό της αστικής τάξης. Επειδή όμως το ζήτημα της κερδοσκοπίας, επομένως και του παρασιτισμού, από τη δεκαετία του 1970 ενισχύεται ιδιαίτερα, είναι ανάγκη να σταθούμε κάπως αναλυτικότερα γιατί συνδέεται άμεσα με τη σημερινή κρίση του καπιταλισμού. 

Από τη δεκαετία του 1970 η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους στη βιομηχανία και η τάση του κεφαλαίου να κινείται από την παραγωγική και εμπορευματική στη χρηματική μορφή έχει δυναμώσει, οδηγώντας στη συσσώρευση μιας τεράστιας ποσότητας χρημάτων χωρίς να βρεθεί ένα διέξοδο στη σφαίρα της παραγωγής αγαθών και στον τομέα της παροχής υπηρεσιών. Η δυναμική ανάπτυξη της παραγωγής υπερβαίνει κατά πολύ την ικανότητα απορρόφησης της αγοράς. Με την επιτάχυνση της κυκλοφορίας του χρήματος, την χωρίς μέτρο επέκταση της πίστωσης για μη παραγωγικές λειτουργίες, της έκδοσης μετοχών, ομολόγων και άλλων αξιόγραφων, της υπερεθνικής σύνδεσης των χρηματιστηρίων μέσω της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου και την τεράστια αύξηση του χρέους των κρατών και των οικονομικών τους ελλειμμάτων, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για έναν οριστικό μετασχηματισμό της ιστορικά υπάρχουσας σχέσης ανάμεσα στο προτσές παραγωγής και τη χρηματιστική κερδοσκοπία. Στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε, η τύχη του ιμπεριαλισμού παρέμεινε συνδεδεμένη με την κυριαρχία του πλασματικού κεφαλαίου –ένας απλός τίτλος για την είσπραξη χρημάτων- και το στραγγαλισμό του παραγωγικού κεφαλαίου. Η κερδοσκοπία μετατρέπεται σε κυρίαρχη μορφή αναπαραγωγής του υπερεθνικού κεφαλαίου, κάτι που προκαλεί διαρκή κίνδυνο για πιστωτικές καταρρεύσεις, υφέσεις και αποσταθεροποιητικές διακυμάνσεις που συνοδεύουν τις τιμές για πρώτες ύλες, για αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα, για τα νομίσματα, καθώς και το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού και της πολιτικής σταθερότητας των κρατών.

Η τάση για κερδοσκοπία είναι εγγενής στο χρηματιστικό κεφάλαιο, παριστάνεται σαν η μοναδική δυνατότητα, η οποία προσφέρεται σ΄ αυτό το κεφάλαιο να φέρει σε πέρας τη διευρυμένη του αναπαραγωγή. Η σφαίρα παραγωγής συρρικνώνεται σε σχέση με αυτήν της κυκλοφορίας, και η αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στις δυό χάνεται. Οι συνταγές της άμεσης κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης, που εφαρμόζονταν έως τώρα, οι οποίες κατευθύνονταν στη διατήρηση μιας ισορροπίας μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, ήταν πλέον περιορισμένες, εξαντλήθηκαν. Παραπέρα, η χρηματιστική κερδοσκοπία μετατράπηκε σε πυξίδα της οικονομίας και αποτυπώθηκε εντονότερα ο υπερεθνικός της χαρακτήρας. Δεν πρόκειται πλέον όπως σε παλιότερες εποχές της καπιταλιστικής ανάπτυξης για μια απλή διείσδυση στο προτσές παραγωγής μέσω συναλλαγών της αγοράς μετοχών, ομολόγων και χρεογράφων. Το κεφάλαιο ποτέ δεν το διακινδύνευσε τόσο όσο τώρα, εγκαταλείποντας το οδυνηρό μονοπάτι της παραγωγής. Ποτέ μέχρι σήμερα το προτσές παραγωγής δεν υπήρξε για αυτό μια τόσο μεγάλη κατάρα. Το μεθύσι του να αποκτήσει χρήματα χωρίς τη διαμεσολάβηση του προτσές παραγωγής μετατράπηκε για το κεφάλαιο σε μια συνθήκη ζωής και θανάτου.

Δεν είναι οι μονεταριστικές πολιτικές, όπως συχνά ισχυρίζονται κάποιοι, αυτές που παροτρύνουν στην έξοδο κεφαλαίων από τη σφαίρα της παραγωγής. Στην πραγματικότητα οι πολιτικές αυτές ανάγονται από την οργανική αναγκαιότητα της χρηματιστικής κερδοσκοπίας για το υπερεθνικό κεφάλαιο. Η πραγματική αξιοποίηση λαμβάνει χώρα μόνο στο προτσές παραγωγής. Πρόκειται για μια κατάρα που κρέμεται πάνω από το κεφάλαιο και που τείνει περισσότερο να αυξάνει χωρίς αυτό να λερώνει τα χέρια του με σκόνη και χωρίς να έρχεται σε αντιπαράθεση με την οργανωμένη εργατική δύναμη. Η επίδραση του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους δρα ως αντικίνητρο για τις παραγωγικές επενδύσεις και την αύξηση της παραγωγικότητας, επειδή και τα δυό μέσα για την αξιοποίηση του κεφαλαίου, προκαλούν μια μείωση των σχετικών κερδών μιας δοσμένης ποσότητας κεφαλαίου. 

Τα δυναμικά του κεφαλαίου τα οποία δεν πραγματοποιούνται στην παραγωγή, απαιτούν μια παρασιτική μορφή πραγματοποίησης: την καταβρόχθιση μέσω της κερδοσκοπικής αναδιανομής των κερδών ενός όλο και μεγαλύτερου τμήματος από αυτό που έχει παραχθεί. Ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός ενισχύει την τάση του κεφαλαίου να διατηρείται με αυτοκαταβρόχθιση, η οποία έχει μετατραπεί για αυτόν σταδιακά σε μια από τις προϋποθέσεις επιβίωσής του. Η αναπαραγωγή του λαμβάνει χώρα πάνω στη βάση της απορρόφησης της οικονομίας η οποία παράγει αξίες, μέσω της οικονομίας που δεν τις παράγει. Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν πραγματοποιείται μόνο μέσω της άμεσης εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας, αλλά σε αυξανόμενο βαθμό μέσω και της αναδιανομής της αντικειμενοποιημένης εργασίας, η οποία μ΄ αυτό τον τρόπο ενισχύει την κυριαρχίας της πάνω στην πρώτη. Δεν γίνεται ιδιοποίηση μόνο καινούριας υπεραξίας, νέας αξίας, αλλά και του συσσωρευμένου πλούτου. Η λαιμαργία του χρηματιστικού κεφαλαίου δεν κατευθύνεται μόνο στη σφαίρα παραγωγής, αλλά και πάνω στη μάζα των αξιών που δημιουργήθηκαν από την ανθρωπότητα καθ΄ όλη τη διάρκεια της Ιστορίας της. Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο: Η χρηματιστική κερδοσκοπία καταβροχθίζει τις παραγωγικές δυνατότητες αναπαραγωγής του κεφαλαίου, κι αυτό με τη σειρά του συνεισφέρει σε μια αύξηση της χρηματιστικής κερδοσκοπίας.

Η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου πάνω στην παγκόσμια οικονομία, ολοκληρώνεται στο βαθμό που ο κοινωνικός πλούτος εγκαταλείπει τον παραγωγικό και εμπορευματικό του μανδύα και παρουσιάζεται περισσότερο στη φανταχτερή του στολή σαν παγκόσμιος πλούτος, σαν χρήμα. Αυτό διευκολύνει το χρηματιστικό κεφάλαιο να συγκεντροποιήσει όλες τις χρηματικές αποταμιεύσεις της κοινωνίας. Μολαταύτα, η κυρίαρχη θέση της χρηματικής μορφής κάνει τον καπιταλισμό περισσότερο τρωτό, με το να διεγείρει τις ανατροπές στις αξίες και τις χρηματικές κρίσεις (τις λεγόμενες «νομισματικές κρίσεις»). «Όσον καιρό», γράφει ο Μαρξ «ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας εμφανίζεται σαν η χρηματική ύπαρξη του εμπορεύματος, και, επομένως, σαν ένα πράγμα έξω από την πραγματική παραγωγή, είναι αναπόφευκτες οι χρηματικές κρίσεις, είτε ανεξάρτητα από τις πραγματικές κρίσεις, είτε σαν όξυνση πραγματικών κρίσεων»[98]. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες ενισχύεται η περιοδική απαξίωση του υπάρχοντος κεφαλαίου, η οποία σύμφωνα με τον Μαρξ παριστάνει μια αναγκαιότητα για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Στην εξάπλωση της χρηματιστικής κερδοσκοπίας συμβάλλει η επέκταση της πίστωσης, με την οποία κατά τον Μαρξ αναπτύσσεται ο πλουτισμός «στο πιο καθαρό και κολοσσιαίο σύστημα παιχνιδιού και αγυρτείας» επειδή «οι επιστροφές επί πιστώσει αντιπροσωπεύουν τις πραγματικές»[99]. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη τα οποία συνεχίζουν να αποφέρουν κέρδος, και αυτά που παίρνονται για να πληρωθούν χρέη, όπως και η κερδοσκοπία με χρέη στα χρηματιστήρια αγορών, είναι μόνο μερικές χειροπιαστές μορφές εμφάνισης αυτής της πρόβλεψης του Μαρξ. Η πίστωση από κίνητρο για την ανάπτυξη της παραγωγής εξελίχτηκε σ΄ ένα όργανο για την έκθλιψη του ήδη παραχθέντος πλούτου.

Στις σημερινές συνθήκες του ιμπεριαλισμού, η τάση του χρηματιστηρίου, στην οποία αναφέρθηκε ο Ένγκελς, «να συγκεντρώσει στα χέρια των χρηματιστών όλη την κυκλοφορία, τα μέσα επικοινωνίας, καθώς και τη λειτουργία ανταλλαγής»[100], παίρνει τη μορφή ενός σιδερένιου οικονομικού νόμου. Η χρηματιστική κερδοσκοπία στο χρηματιστήριο δεν αυξάνει μόνο την ύπαρξη τεράστιων μαζών ανεκμετάλλευτου κεφαλαίου, αλλά και αξιόγραφων, τα οποία επιδρούν σαν τεκμήρια του λειτουργικού κεφαλαίου (του κεφαλαίου που διατίθεται στην πραγματική αναπαραγωγή), και μέσω ενός άλλου, πραγματικά απεριόριστου συνόλου κίβδηλων αξιών, που έχουν συμπεριληφθεί στη σταθερή τροφή της αναδιανομής του υλικού και πνευματικού πλούτου, λειτουργούν σαν ένα είδος «χρηματιστηριακού χρήματος», δηλαδή σαν ισοδύναμο αξιών μόνο στο χρηματιστήριο. Για τον αυξανόμενο διαχωρισμό ανάμεσα στην παραγωγή και την κερδοσκοπία μαρτυρεί η απεριόριστη διάδοση διάφορων μορφών πλασματικού κεφαλαίου, ιδιαίτερα η ανάπτυξη της λεγόμενης αγοράς «παραγώγων», με τα οποία («παράγωγα») κατανοούνται τα στοιχεία ενεργητικού ή τα χρηματοδοτικά μέσα, τα οποία με μια σειρά ενδιάμεσων βαθμίδων εκπροσωπούν άλλα στοιχεία ενεργητικού ή χρηματοδοτικά μέσα (μετοχές, ομόλογα, τόκοι κτλ). Τα παράγωγα πλημμυρίζουν όλο και περισσότερο τους διάφορους τομείς της οικονομίας.

Οι αγορές παραγώγων είναι σήμερα μεγαλύτερες απ΄ ό,τι οι κλασικές αγορές. Αυτή όμως η νέα μορφή της οικονομίας δεν επενδύει, αλλά απλά παίζει τζόγο. Το πεδίο δράσης της είναι τα στοιχήματα στα οποία δεν παίζει τόσο με τις υλικές αξίες, ή ακόμη και με τις συμβολικές οικονομικές συναλλαγές (για τις οποίες με βάση πάντα την πηγή –ανεξάρτητα απ΄ το πόσο μακριά είναι αυτή- τίθενται δείκτες σύμφωνα με τα στοιχεία ενεργητικού), αλλά με εικονικές αξίες, που εφευρέθηκαν με μοναδικό σκοπό να δώσουν τροφή στο εκάστοτε ίδιον παιχνίδι. Αυτή η μορφή της οικονομίας αποτελείται από στοιχήματα τα οποία αποφασίζονται στην πορεία των συναλλαγών, οι οποίες δεν υπάρχουν ακόμη, ή που ίσως δεν υπάρξουν και ποτέ. Πάνω σ΄ αυτή τη βάση παίζονται στοιχήματα με αξιόγραφα, χρέη, τόκους και ισοτιμίες, που στο μεταξύ έχουν χάσει την ιδία αξία τους και αφορούν σε εντελώς αυθαίρετα σχέδια, τα οποία πλησιάζουν την κίνηση μιας αχαλίνωτης φαντασίας και παραψυχολογικών προφητειών. Πρόκειται για μια κυκλική κίνηση στην οποία κάποιος αγοράζει και πουλά κάτι που στη πραγματικότητα δεν υπάρχει. Αποφασίζει για παράδειγμα για συμβόλαια, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά «αέρας κοπανιστός», για εικονικές αξίες οι οποίες δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί, αλλά είναι ήδη εγγυημένες, οδηγώντας στη συνέχεια σε άλλα συμβόλαια που αποφασίζονται, το περιεχόμενο των οποίων αποτελούν οι διαπραγματεύσεις εκείνων των πρώτων συμβολαίων! Πρόκειται για φανταστικές, ανύπαρκτες συμφωνίες, για κερδοσκοπίες, οι οποίες σχηματίζουν μια τεχνητή αγορά, η οποία δεν βασίζεται πουθενά αλλού παρά μόνο πάνω στον εαυτό της. Μια αγορά απομακρυσμένη από την πραγματικότητα με μια πλασματική, ανύπαρκτη κυκλική κίνηση, η οποία περιπλέκεται με αχαλίνωτες υποθέσεις, στη βάση των οποίων κλείνονται συμφωνίες. Εν κατακλείδι: Αυτή η νέα οικονομία αποτελείται κυρίως από στοιχήματα, τα οποία αποφασίζονται στη βάση των αποτελεσμάτων άλλων στοιχημάτων, και στη συνέχεια στοιχηματίζεται πάνω στα αποτελέσματα των στοιχημάτων, τα οποία αποφασίζονται στη βάση αυτών των αποτελεσμάτων κτλ.

Αυτές οι «αξίες» δεν είναι τίποτα άλλο παρά χαρτιά, που όμως καθημερινά αποτυπώνουν την κυριαρχία τους πάνω στα προτσές παραγωγής και πάνω στους ανθρώπους. Οι στροβιλισμοί στα χρηματιστήρια είναι το θερμόμετρο που μάς δείχνει την κατάσταση πυρετού που βρίσκεται ο καπιταλιστικός οργανισμός, αποτελούν μια βασική ένδειξη για μια ρεαλιστική διάγνωση της κατάστασης υγείας του κεφαλαίου. Η πτώση στον πίνακα τιμών του χρηματιστηρίου των πιο διαφορετικών μορφών του πλασματικού κεφαλαίου, δηλώνει κυρίως τη γενική απαξίωση του πραγματικού κεφαλαίου.

Έτσι χάνεται κάθε αναλογία ανάμεσα στη πραγματική οικονομία και την φανταστική, ψευδή ή πλασματική οικονομία. Αυτή η τελευταία αρχίζει να μεγεθύνει σχετικά ανεξάρτητα απ΄ τους νόμους της παραγωγής υπεραξίας. Μ΄ αυτό τον τρόπο χάνεται η δυνατότητα να ανακαλυφτεί πίσω από κάθε μορφή της κερδοσκοπικής οικονομίας η πραγματική οικονομική μορφή. Οι ψευδείς αξίες αυτής της οικονομίας λειτουργούν μόνο σαν κεφάλαιο, καθ΄ όσον προϋποθέτουν την αναδιανομή της παγκόσμιας υπεραξίας και την συσσώρευση του κεφαλαίου, όχι επειδή κατά οποιονδήποτε τρόπο συμβάλλουν στη δημιουργία πλούτου, αλλά ούτε ακόμη και στο καπιταλιστικό κέρδος. «Η διπλή ύπαρξη για δυό πρόσωπα του ίδιου χρηματικού ποσού σαν κεφαλαίου», γράφει ο Μαρξ σε σχέση με το τοκοφόρο κεφάλαιο, «δεν διπλασιάζει το κέρδος. Μπορεί να λειτουργήσει σαν κεφάλαιο και για τους δυό με το μοίρασμα του κέρδους»[101]. Σε αντίθεση με το κλασικό τοκοφόρο κεφάλαιο, το κερδοσκοπικό κεφάλαιο δεν ενισχύει την παραγωγή νέας αξίας για την μετέπειτα διανομή της, αλλά παρασιτεί απ΄ το κέρδος και το κεφάλαιο που ήδη υπάρχουν. «Η αυτοτελής κίνηση της αξίας αυτών των τίτλων ιδιοκτησίας, όχι μόνο των κρατικών χρεογράφων, αλλά και των μετοχών, ενισχύει την επίφαση ότι αποτελούν πραγματικό κεφάλαιο…»[102]. Μόλις παρατηρήσουμε το ζήτημα απ΄ τη σκοπιά του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου, γίνεται φανερό ότι αυτές οι αξίες, οι οποίες δεν παράγουν καθόλου υπεραξία, παριστάνουν την αντί-θεση του κεφαλαίου. Το κερδοσκοπικό κεφάλαιο τρέφεται απ΄ το λειτουργικό κεφάλαιο χωρίς να παράγει υπεραξία, και επομένως δεν αντιπαρατίθεται ο πλούτος στη δημιουργική εργασία. 

Οι παρακάτω παρατηρήσεις του Μαρξ που αφορούν στο τοκοφόρο κεφάλαιο σε σχέση με το κερδοσκοπικό κεφάλαιο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν εδώ αναφορικά με αυτά που αναφέραμε: «Από την άλλη μεριά, όμως, στη μορφή του τόκου έχει σβήσει αυτή η αντίθεση προς τη μισθωτή εργασία, γιατί το τοκοφόρο κεφάλαιο σαν τέτοιο έχει σαν αντίθεσή του όχι τη μισθωτή εργασία, αλλά το λειτουργούν κεφάλαιο. Ο κεφαλαιοκράτης που δανείζει αντιμετωπίζει σαν τέτοιος άμεσα τον κεφαλαιοκράτη που δρα πραγματικά στο προτσές αναπαραγωγής και όχι του μισθωτού εργάτη, που συγκεκριμένα πάνω στη βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, είναι απαλλοτριωμένος από τα μέσα παραγωγής. Το τοκοφόρο κεφάλαιο είναι το κεφάλαιο σαν ιδιοκτησία, σε αντίθεση προς το κεφάλαιο σαν λειτουργία. Όσο όμως το κεφάλαιο δεν λειτουργεί, δεν εκμεταλλεύεται τους εργάτες και δεν έρχεται σε κανενός είδους αντίθεση προς την εργασία»[103]

Αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι η παραγωγή υλικών αγαθών θα είχε χάσει το ρόλο της σαν βάση του συνολικού συστήματος της κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής. Πρόκειται για το ότι η προσοχή πρέπει να στραφεί στην αντικειμενική μη κατανόηση ενός τρόπου παραγωγής, του οποίου οι δευτερεύουσες μορφές πνίγουν και υποσκάπτουν τα δικά του θεμέλια και ο οποίος τώρα είναι αναγκασμένος να υφάνει το μεγάλο ιστό αράχνης της χρηματιστικής κερδοσκοπίας σαν κύρια μορφή ύπαρξής του.

Η βασική αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων βρίσκεται στην ανικανότητα του καπιταλισμού να κρατήσει τις παραγωγικές δυνάμεις, τις οποίες απελευθερώνει στην ιστορική του εξέλιξη, μέσα στα πλαίσια των σχέσεων παραγωγής του. Με το νομοτελειακό περιορισμό της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, το χρηματιστικό μονοπώλιο μειώνει το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί σύμφωνα με τις συνθήκες παραγωγής. Η αύξηση του κεφαλαίου σε μεγάλο βαθμό δεν πραγματοποιείται μέσω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά μέσω της χρηματιστικής κερδοσκοπίας, και η οικονομική άνοδος δεν βασίζεται πλέον άμεσα ή αναλογικά στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Η αντίφαση ανάμεσα στις δυνάμεις του κεφαλαίου και τη μορφή της πραγματοποίησής του στη παραγωγή, έχει ως συνέπεια να παραμένει μια σημαντική ποσότητα κεφαλαίου στη σφαίρα της κυκλοφορίας και να μην μετατρέπεται σε όρους παραγωγής. Επειδή όμως ο δεσποτικός νόμος του κεφαλαίου απαιτεί αυτό να αυξάνεται διαρκώς, είναι αναγκασμένο να καταφύγει στο άγριο κυνήγι της κερδοσκοπίας. Γι΄ αυτό οι κρίσεις παρουσιάζονται κυρίως σαν χρηματοπιστωτικές και ιδιαίτερα σαν κρίσεις υπερκερδοσκοπίας. Αυτό σημαίνει ότι οι κρίσεις υπερπαραγωγής δεν συνοδεύονται αναπόφευκτα μόνο από τις κρίσεις υπερκερδοσκοπίας, αλλά και η προσπάθεια να αποφευχθούν οι κρίσεις υπερπαραγωγής οδηγεί επίσης αναπόφευκτα στις κρίσεις υπερκερδοσκοπίας. Όπως επίσης οι κρίσεις υπερπαραγωγής έτσι και οι κρίσεις υπερκερδοσκοπίας δεν μπορούν να εξουδετερωθούν με διοικητικά μέτρα από το κράτος. Και οι δυό κρίσεις πηγαίνουν χέρι χέρι, είναι πλευρές του ίδιου νομίσματος, δυό κλωστές ενός μαστιγίου που έχει το χρηματιστικό κεφάλαιο στο λαιμό του. Αυτό δείχνει την σήψη του καπιταλιστικού συστήματος, τη στασιμότητά του. Υπό αυτές τις συνθήκες οι ιθύνουσες δυνάμεις είναι όλο και λιγότερο σε θέση να περιορίσουν τις αναταράξεις που παρουσιάζονται σε ό,τι αφορά στα νομίσματα, στις μετοχές, στις πιστώσεις και στα χρεόγραφα κάθε είδους.

Η κρίση του καπιταλισμού που προκαλείται από τα μονοπώλια, δεν είναι ένα τοπικό ή προσωρινό φαινόμενο. Το θεμέλιο της καπιταλιστικής παραγωγής είναι η παραγωγή υπεραξίας. Τώρα όμως το θεμέλιο αυτό, κάτω από το τεράστιο βάρος της κερδοσκοπίας, –αρχικά γεννημένο σαν μια μορφή για τη λύση των αντιφάσεών της-, αρχίζει να τρίζει. Η χρηματιστική κερδοσκοπία σαν παρασιτική αξιοποίηση ατομικών κεφαλαίων στη σφαίρα της κυκλοφορίας, είναι εντελώς ανίκανη να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του γενικού νόμου της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η κυριαρχία της συνδέεται με το ιστορικό όριο του καπιταλισμού.

«Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι μόνο παραγωγή για το κεφάλαιο και όχι αντίστροφα, ότι δηλαδή τα μέσα παραγωγής είναι απλά μέσα για μια διαρκώς διευρυνόμενη διαμόρφωση του προτσές της ζωής για την κοινωνία των παραγωγών»[104]


10.3.3. Επιβράδυνση της επιστημονικο-τεχνικής προόδου

Μια αποφασιστική επίδραση του μονοπωλιακού καπιταλισμού πάνω στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι η επιτάχυνση της επιστημονικο-τεχνικής προόδου. Ο ρυθμός πραγματοποίησης νέων εφευρέσεων και της εισαγωγής τους στην παραγωγή αυξάνει σημαντικά σε σχέση με τον προμονοπωλιακό καπιταλισμό. Ταυτόχρονα όμως με την κυριαρχία των μονοπωλίων ενισχύονται οι τάσεις επιβράδυνσης της επιστημονικο-τεχνικής προόδου σε σύγκριση με τις μεγάλες δυνατότητες της ανάπτυξής της κατά την υπέρβαση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Μια βάση εδώ αποτελεί η ύπαρξη μονοπωλιακών τιμών της αγοράς. Στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό ο ανταγωνισμός στις τιμές ανάμεσα σε αυτούς που πρόσφεραν το ίδιο εμπόρευμα αποτελούσε μια ουσιαστική κινητήρια δύναμη για την παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Διαφορετική είναι η κατάσταση στον ιμπεριαλισμό. «Στο βαθμό που καθορίζονται, έστω και προσωρινά, μονοπωλιακές τιμές, στον ίδιο βαθμό εξαφανίζονται ως ένα ορισμένο σημείο τα κίνητρα για την τεχνική και συνεπώς και για κάθε άλλη πρόοδο και κίνηση προς τα μπρος, στον ίδιο βαθμό παρουσιάζεται σε συνέχεια και η οικονομική δυνατότητα να συγκρατηθεί τεχνητά η τεχνική πρόοδος»[105]

Το μονοπώλιο έχει την τάση να επιβραδύνει την επιστημονικο-τεχνική πρόοδο όταν φοβάται μια επίθεση στα κέρδη του. Τα μονοπώλια κρατούν σε μεγάλο βαθμό τα αποτελέσματα της έρευνάς τους για τον εαυτό τους, και εμποδίζουν, ανάλογα με τη δυνατότητα που έχουν, να αποκτήσουν και τα άλλα κεφάλαια πλεονεκτήματα από τις εφευρέσεις. Τυπική, σε σχέση με τα παραπάνω, είναι η συμπεριφορά των διεθνών μονοπωλίων των ΗΠΑ. Στην αρχή χρησιμοποιούν νέες εφευρέσεις στις μητρικές εταιρίες, ακόμη κι αν αυτές προέρχονται από τα δυτικοευρωπαϊκά τους παραρτήματα. Απαγορεύουν στις θυγατρικές τους εταιρίες, το λιγότερο για ένα σχετικό χρονικό διάστημα, να χρησιμοποιήσουν τις εφευρέσεις κρατώντας τες μυστικές απ΄ τους δυτικοευρωπαίους ανταγωνιστές.

Το αποτέλεσμα της επιβραδυντικής επίδρασης του μονοπωλιακού κεφαλαίου πάνω στην ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής βρίσκεται στο ότι, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων συνολικά είναι πίσω από τις δυνατότητες, οι οποίες ανοίγονται γενικά από την επιστήμη και την τεχνική. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν αποκλείει την τάση για μια επιταχυνόμενη ανάπτυξη της τεχνικής προόδου, εκφράζει όμως την αντιφατική ανάπτυξη. Οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις σημειώνουν κατά κανόνα μια γρήγορη πρόοδο στην τεχνική. Οι μη μονοπωλιακοί τομείς δεν μπορούν έτσι κατά κανόνα να διατηρήσουν το βηματισμό τους. Επίσης, ανάμεσα στις αναπτυγμένες και τις αναπτυσσόμενες χώρες οι διαφορές στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μεγαλώνουν. Οικονομικά λιγότερο αναπτυγμένες χώρες παραμένουν πίσω από τις ιμπεριαλιστικές. Έτσι προκύπτουν τεράστιες δυσαναλογίες στην υλικοτεχνική βάση τόσο στο εσωτερικό των χωρών όσο και μεταξύ τους.

Η κρίση και τα φαινόμενα της αστάθειας του σημερινού καπιταλισμού πείθουν για την σήψη του συστήματος και επιβεβαιώνουν, ότι κάτω απ΄ την επιρροή και με φόντο την επιστημονικο-τεχνική πρόοδο οξύνεται παραπέρα η αντίφαση ανάμεσα στη γιγαντιαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της εργασίας. Αυτό φαίνεται στην αύξηση της ανεργίας, στην όξυνση του συνολικού πλέγματος των κοινωνικών προβλημάτων, στον μιλιταρισμό, στην αυξανόμενη κρίση των πολιτικών θεσμών, της πνευματικής ζωής, στην καταστροφή του περιβάλλοντος, στην πίεση για αντίδραση σε όλη τη γραμμή: στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική, στην οικονομία, στον πολιτισμό.


10.3.4. Η ανάπτυξη της προσωπικότητας

Περίπλοκη και αντιφατική είναι επίσης η διαλεκτική ανάμεσα στην ανάπτυξη και την επιβράδυνση των παραγωγικών δυνάμεων που σχετίζεται με τη βασική παραγωγική δύναμη, την ανθρώπινη εργατική δύναμη. Χωρίς αμφιβολία, η σύγχρονη τεχνική συμβάλλει στην άνοδο του επιπέδου εξειδίκευσης του συνολικού κοινωνικού εργάτη. Προκύπτουν νέα υψηλά εξειδικευμένα επαγγέλματα. Καθοριστική παραμένει όμως η εξάρτηση του εργάτη από το κεφάλαιο. Παρ΄ όλες τις αλλαγές, το προνόμιο στην εκπαίδευση για την αστική τάξη εξακολουθεί να παραμένει. Απ΄ το μονοπωλιακό κεφάλαιο και τους θεσμούς του γίνεται το παν, ώστε η άνοδος του επιπέδου εκπαίδευσης των εργατών να μη μετατραπεί σε μια αύξηση της γνώσης για τις νομοτέλειες της κοινωνικής εξέλιξης. Ο εργάτης παραμένει εξάρτημα της μηχανής. Μ΄ αυτή την ιδιότητα δεν μπορεί να αξιοποιήσει ούτε όλα τα δυναμικά για την ανάπτυξή του, που βρίσκονται στη σύγχρονη τεχνική, αλλά δεν μπορεί ούτε και να χρησιμοποιήσει τις νεοαποκτηθείσες εξειδικεύσεις για την ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων. Ακόμη και σ΄ αυτή τη σχέση η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων παραμένει πολύ πίσω από τις δυνατότητες που προσφέρουν η επιστήμη και η τεχνική. Ιδιαίτερα καθαρά κάνει επίσης την εμφάνισή της η ασυμφωνία μεταξύ δυνατότητας και πραγματικότητας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στον ιμπεριαλισμό, στο γεγονός ότι ένα μέρος των δυναμικά υπαρκτών παραγωγικών δυνάμεων δεν χρησιμοποιείται για την αύξηση του κοινωνικού πλούτου.


10.3.5. Ιμπεριαλιστικός πόλεμος και εξοπλισμοί

Η πιο ακραία μορφή επιβράδυνσης και καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων είναι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, η συνέχιση του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού με τα πιο βίαια μέσα που υπάρχουν. Οι μαζικές δολοφονίες, η καταστροφή τεράστιων υλικών αξιών, η καταλήστευση ξένων χωρών, η σε μεγάλο βαθμό προσαρμογή της παραγωγής στην παραγωγή όπλων καθώς και άλλων φαινομένων του πολέμου, όλα αυτά μετατρέπονται από τα μονοπώλια σε κέρδη. Η εξέλιξη της ανθρωπότητας όμως γυρίζει έτσι χρόνια πίσω, μάλιστα ακόμη και δεκαετίες.

Ο έντονος προσανατολισμός του μονοπωλιακού κεφαλαίου στους εξοπλισμούς, οδήγησε στο σχηματισμό ενός κρατικομονοπωλιακού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος. Αυτό περιλαμβάνει την οικονομία εξοπλισμού και τη συνύφανσή της με τον ιμπεριαλιστικό κρατικό μηχανισμό. Σ΄ αυτόν αντιστοιχεί ένα σημαντικό τμήμα του κοινωνικού προϊόντος και των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού. Το κρατικομονοπωλιακό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα σχηματίζει την υλική βάση για την έντονη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας. Οι ομάδες μονοπωλίων που συνδέονται με το σύμπλεγμα των εξοπλισμών ανήκουν στους κύριους αντίπαλους της ύφεσης.

Είναι ιδιαίτερα παραπλανητικό, όταν αστοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν τη θέση, ότι η παραγωγή όπλων και η έρευνα για τους εξοπλισμούς υπηρετούν επίσης την ανάπτυξη της ειρηνικής παραγωγής και έρευνας. Όταν τα αποτελέσματα αυτά εμφανίζονται ως παραπροϊόν τους για ειρηνικούς σκοπούς, τότε αυτό συμβαίνει μετά από χρόνια, όταν πλέον η προστασία των στρατιωτικών μυστικών έχει εξαλειφθεί. Επιπλέον, από τον προσανατολισμό των ιμπεριαλιστικών κρατών που δίνουν προτεραιότητα στους εξοπλισμούς σε μια σειρά τομείς, πηγάζει ένας ουσιαστικά εσφαλμένος προσανατολισμός για την επιστημονική έρευνα. Κατ΄ αρχή γίνονται έρευνες για σκοπούς οι οποίοι είναι χρήσιμοι στρατιωτικά άμεσα ή έμμεσα, και κατά δεύτερο λόγο γίνονται έρευνες για άλλους σκοπούς. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των αστών οικονομολόγων και πολιτικών αποδεικνύεται ότι η πορεία των ιμπεριαλιστικών εξοπλισμών δεν αποτελεί παράγοντα ο οποίος μπορεί να διεγείρει διαρκώς την οικονομική ανάπτυξη. Οι «εξοπλιστικές ενέσεις» μπορούν μεν κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες να επιδράσουν βραχυπρόθεσμα αναζωογονητικά σε μια δοσμένη συγκυρία, μακροπρόθεσμα όμως επιβραδύνουν την ανάπτυξη με αποκοπή των πηγών συσσώρευσης και κατανάλωσης και μετατρέπονται σ΄ ένα σημαντικό βάρος για τους εργαζόμενους στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές χώρες.


10.3.6. Εργατική αριστοκρατία και εργατική γραφειοκρατία

Ο παρασιτισμός και η σήψη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στο ιμπεριαλιστικό τους στάδιο επιδρούν όμως ακόμη, όπως δείχνει ο Λένιν, και με έναν άλλο ολέθριο τρόπο πάνω στην εργατική τάξη. Τα τεράστια μονοπωλιακά κέρδη δίνουν στη μονοπωλιακή αστική τάξη των ιμπεριαλιστικών χωρών την οικονομική δυνατότητα να δωροδοκήσει ένα τμήμα της εργατικής τάξης, ένα «ανώτερο στρώμα», και μ΄ αυτό τον τρόπο να το κερδίσει για την κυρίαρχη πολιτική της. Σ΄ αυτό το συμπέρασμα, όπως σημειώνει ο Λένιν, είχε καταλήξει ήδη ο άγγλος οικονομολόγος Χόμπσον.

Να σημειώσουμε κατ΄ αρχή ότι η έννοια «εργατική αριστοκρατία» χρησιμοποιήθηκε από τον Μαρξ στο «Κεφάλαιο». Με την έννοια αυτή κατανοούσε «το καλύτερα πληρωνόμενο τμήμα της εργατικής τάξης»[106]. Ήδη το 1858 ο Ένγκελς σε ένα γράμμα του στις 10 Οκτωβρίου προς τον Μαρξ, γράφει ότι «το αγγλικό προλεταριάτο αστικοποιείται πρακτικά όλο και περισσότερο, έτσι που αυτό, το πιο αστικό απ΄ όλα τα έθνη [σ.σ.: το αγγλικό] τελικά φαίνεται ότι θέλει να φέρει μια αστική αριστοκρατία και ένα αστικό προλεταριάτο που να υπάρχει δίπλα στην αστική τάξη»[107]. Το 1892 χρησιμοποιεί επίσης τον όρο «εργατική αριστοκρατία» στον πρόλογο της δεύτερης γερμανικής έκδοσης του έργου του «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», στο οποίο γράφει για τους εργάτες των μεγάλων συνδικάτων: «Αυτοί σχηματίζουν μια αριστοκρατία μέσα στην εργατική τάξη. Κατόρθωσαν να επιτύχουν μια σχετικά άνετη θέση για τον εαυτό τους, και τη θέση αυτή την αποδέχονται σαν οριστική»[108]

Ο Λένιν όμως ήταν αυτός, που στο βασικό έργο του για τον ιμπεριαλισμό, συγκεκριμενοποίησε με λίγα λόγια τις αιτίες και τις επιδράσεις αυτής της αστικοποίησης ενός τμήματος του αγγλικού προλεταριάτου, για την οποία έκανε λόγο ο Ένγκελς στο γράμμα του προς τον Μαρξ: «Αιτίες: 1) η εκμετάλλευση όλου του κόσμου από τη δοσμένη χώρα, 2) η μονοπωλιακή της θέση στην παγκόσμια αγορά, 3) το αποικιακό της μονοπώλιο. Αποτελέσματα: 1) αστικοποίηση ενός μέρους του αγγλικού προλεταριάτου, 2) ένα μέρος του επιτρέπει να το καθοδηγούν άνθρωποι εξαγορασμένοι από την αστική τάξη, ή το λιγότερο που πληρώνονται απ΄ αυτήν»[109]

Ο Λένιν ανακαλύπτει σ΄ αυτό το φαινόμενο την οικονομική βάση του οπορτουνισμού, ο οποίος εξαπλώθηκε στην εργατική τάξη των ιμπεριαλιστικών χωρών. Αυτό σημαίνει ότι ο οπορτουνισμός σαν ιδεολογία και πολιτική της συνεργασίας της εργατικής με την αστική τάξη δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο, δεν είναι ένα υποκειμενικό σφάλμα συγκεκριμένων ηγετών της εργατικής τάξης, αλλά έχει αντικειμενική βάση. 

Ο ιμπεριαλισμός έχει την τάση να δημιουργεί μεταξύ των εργατών προνομιούχες κατηγορίες και να τις αποκόπτει από τη μεγάλη μάζα των εργατών. Ο Λένιν χαρακτηρίζει αυτά τα προνομιούχα στρώματα της εργατικής τάξης σαν «εργατική αριστοκρατία» και «εργατική γραφειοκρατία». Τι κατανοούμε μ΄ αυτές τις έννοιες;

Η εργατική αριστοκρατία σχηματίζεται από στρώματα της εργατικής τάξης συγκεκριμένων κλάδων παραγωγής, στα οποία η μονοπωλιακή αστική τάξη μέσω υψηλότερων μισθών, ευνοϊκότερων συνθηκών εργασίας κτλ κάνει κάποιες κοινωνικές παραχωρήσεις και μ΄ αυτό τον τρόπο αποσπά, με βάση την οικονομική τους θέση, τα στρώματα αυτά από τη μάζα των άλλων εργατών. Στην εργατική αριστοκρατία ανήκει επίσης ένα τμήμα των λεγόμενων παραδοσιακών εργατών μεγάλων κοντσέρν και τραστ, το οποίο προσδένεται στα κοντσέρν μέσω εργοστασιακών εγκαταστάσεων κοινωνικού χαρακτήρα (λ.χ. παιδότοποι), κατοικιών που ανήκουν στα κοντσέρν στις οποίες οι εργάτες πληρώνουν χαμηλότερα νοίκια, «τιμητικών διακρίσεων» λόγω μακρόχρονης εργασίας στο εργοστάσιο, μετοχών, συμμετοχή στα κέρδη, διάφορα πριμ, διάδοση της «ιδεολογίας της επιχείρησης» κ.α. Στη χειρότερου είδους διαφθορά ανήκει αυτή που διαχωρίζει τους «λευκούς» εργάτες από τους έγχρωμους και τους ντόπιους εργάτες από τους μετανάστες. «Τα υψηλά μονοπωλιακά κέρδη που βγάζουν οι καπιταλιστές ενός από τους πολλούς κλάδους της βιομηχανίας, μιας από τις πολλές χώρες κτλ τους δίνουν την οικονομική δυνατότητα να εξαγοράζουν ορισμένα στρώματα των εργατών, προσωρινά μάλιστα και μια αρκετά σημαντική μειοψηφία τους, τραβώντας τους με το μέρος της αστικής τάξης του δοσμένου κλάδου ή του δοσμένου έθνους ενάντια σ΄ όλους τους υπόλοιπους»[110]

Σε ό,τι συνεπώς αφορά την αντικειμενική της θέση, η εργατική αριστοκρατία ανήκει στην εργατική τάξη. Η θέση της στο προτσές παραγωγής και η σχέση της με τα μέσα παραγωγής είναι σαφείς. Ένα τμήμα όμως του κοινωνικού προϊόντος που αποκτά, συντίθεται αντιφατικά επειδή αυτό απορρέει εν μέρει μέσω των μηχανισμών αναδιανομής της υπεραξίας. Η ταξική της συνείδηση είναι φενακισμένη, όπως και αυτή του λούμπεν προλεταριάτου, για το οποίο έκανε λόγο ο Μαρξ. Σύμφωνα με το έργο του Λένιν «Τι να κάνουμε», στο οποίο προτείνεται ο διαχωρισμός μεταξύ οικονομικής και πολιτικής συνείδησης, εδώ πρόκειται για μια «οικονομική» συνείδηση η οποία αναγκαστικά οδηγεί στον πολιτικό οπορτουνισμό και την ενίσχυση της αστικής ιδεολογίας πάνω στους εργάτες.

Στην εργατική γραφειοκρατία ανήκουν κυρίως ηγετικά στελέχη συνδικάτων και εταιριών, τα οποία εκπροσωπούν μια στενά συνδικαλιστική «συντεχνιακή» αντίληψη, μπορεί να είναι επίσης βουλευτές ή να εξαγοράζονται με διάφορους τρόπους σε «θεσούλες» που κατέχουν σε επιτροπές, διοικήσεις, συμβούλια επιτήρησης σε μετοχικές εταιρίες κτλ. Για όλους τους εκπροσώπους της εργατικής γραφειοκρατίας το βιοτικό επίπεδο είναι συχνά υψηλότερο απ΄ ό,τι αυτό ενός εργάτη. Σ΄ αυτό θα πρέπει ακόμη να προστεθούν η ασφάλεια της θέσης εργασίας, η απαλλαγή από τη βαριά σωματική εργασία, μια υψηλή σύνταξη κ.α. Παράλληλα, η εργατική γραφειοκρατία είναι κυρίως αυτή που διαπραγματεύεται τις Συμβάσεις Εργασίας για όλη την εργατική τάξη, και η επιρροή των εργατών εδώ είναι μικρή. Η επιρροή της εργατικής γραφειοκρατίας επίσης μέσα στην εργατική αριστοκρατία είναι ιδιαίτερα υψηλή επειδή συνεργάζεται μαζί της μέσα στα εργοστάσια.

Η εργατική αριστοκρατία και η εργατική γραφειοκρατία αποτελούν τους κοινωνικούς βασικούς φορείς του οπορτουνισμού. Η δύναμη της επιρροής του στην εργατική τάξη, βρισκόταν και βρίσκεται κυρίως στο ότι η πολιτική του προωθείται και υποστηρίζεται από τα περισσότερα όργανα της μονοπωλιακής αστικής τάξης. Αυτό έγινε φανερό για παράδειγμα κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, όταν δόθηκαν στους δεξιούς σοσιαλδημοκράτες ηγέτες όλες οι νόμιμες δυνατότητες για να διεξάγουν τη πολιτική τους, με την οποία φυσικά υποστήριξαν τον ιμπεριαλισμό, ενόσω απ΄ την άλλη μεριά η επαναστατική αριστερά καταδιώχτηκε με όλα τα κρατικά μέσα, έγιναν διακρίσεις σε βάρος της τόσο πολιτικά όσο και ηθικά, και μπόρεσε να διεξάγει την πολιτική της δουλειά για την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο μέσα στις μάζες, μόνο σε συνθήκες παρανομίας. Ο οπορτουνισμός σαν σοσιαλσοβινισμός, όπως διαπιστώνει ο Λένιν, συγχωνεύτηκε ολοκληρωτικά με την αστική πολιτική. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο οι οπορτουνιστές ηγέτες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων άσκησαν τον προδοτικό ρόλο τους και κατά τους επαναστατικούς αγώνες την περίοδο 1918-1923. 

Ένας σημαντικός παράγοντας για την επιρροή του οπορτουνισμού πάνω στις εργατικές μάζες ήταν η κοινωνική δημαγωγία του. Με τη βοήθεια ψευτοσοσιαλιστικών συνθημάτων οι δεξιοί ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας κατάφεραν να εξαπατήσουν τις μάζες. Η κοινωνική βάση αυτού του οπορτουνισμού βρίσκεται στη σύμπλεξη του καπιταλιστικού κρατικού μηχανισμού και των μονοπωλίων με την εργατική γραφειοκρατία, η οποία δωροδοκήθηκε με αμέτρητες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Η πολιτική της ανοιχτής απροκάλυπτης συνεργασίας με τη μονοπωλιακή αστική τάξη και το κράτος της, τράβηξε σε μεγάλο βαθμό πολλά μικροαστικά στοιχεία. Αυτά, όχι μόνο έγιναν δεκτά στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αλλά ανέλαβαν και καθοδηγητικές θέσεις σ΄ αυτά, και μέσα από τις κοινοβουλευτικές ομάδες και επιτροπές καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό με τον οπορτουνισμό και τον καριερισμό τους την πολιτική των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Η πολιτική της συνεργασίας με τη μονοπωλιακή αστική τάξη ενίσχυσε την πολιτική της διατήρησης και του βαθέματος της διάσπασης της εργατικής τάξης. Και αυτή η πολιτική της διάσπασης ευνόησε τελικά την εγκαθίδρυση της φασιστικής, ανοιχτής τρομοκρατικής δικτατορίας του μονοπωλιακού και χρηματιστικού κεφαλαίου.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο η επιρροή των μικροαστικών στοιχείων στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ενισχύθηκε, κυρίως εξαιτίας μιας σχετικής φάσης οικονομικής ανόδου. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ο δεξιός οπορτουνισμός αύξησε την επιρροή του κυρίως μέσω του «ευρωκομμουνισμού», στα ίδια πλέον τα κομμουνιστικά κόμματα. Τα ολέθρια αποτελέσματά του είναι σήμερα περισσότερο από ορατά: διάλυση και αποδιοργάνωση κομμουνιστικών κομμάτων και ενσωμάτωσή τους στο καπιταλιστικό σύστημα. 

Ο Λένιν στο έργο του για τον ιμπεριαλισμό, γράφει ότι: «Ο οπορτουνισμός δεν μπορεί τώρα να γίνει απόλυτος νικητής για πολλές δεκαετίες μέσα στο εργατικό κίνημα σε οποιαδήποτε χώρα, όπως είχε νικήσει ο οπορτουνισμός στην Αγγλία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όμως σε μια σειρά χώρες έχει οριστικά ωριμάσει, παραωριμάσει και σαπίσει και έχει συγχωνευτεί απόλυτα με την αστική πολιτική, σαν σοσιαλσοβινισμός»[111]

Η διαπίστωση ότι ο οπορτουνισμός έχει συγχωνευτεί απόλυτα με την αστική πολιτική στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, αυτό, όπως αναφέρθηκε, εξακολουθεί να ισχύει. Μπορούμε ακόμη να προσθέσουμε την αντεργατική πολιτική που ακολουθούν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, όσο και τη στάση τους στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους του ΝΑΤΟ, όπως στο βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας, στην υποστήριξη της αμερικανικής επίθεσης στο Ιράκ και το ρόλο τους στον πόλεμο του Αφγανιστάν κ.α. Τα παλιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν πλέον μετατραπεί σε αστικά.

Η διαπίστωση όμως του Λένιν ότι ο οπορτουνισμός δεν μπορεί να παραμείνει στο εργατικό κίνημα για δεκαετίες απόλυτος νικητής, δεν επιβεβαιώθηκε από την Ιστορία. Αυτό είναι μια σημαντική αιτία, για το ότι η θέση του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό σαν παραμονή της προλεταριακής επανάστασης, κατανοήθηκε με την έννοια ότι επίκειται η προλεταριακή επανάσταση σαν παγκόσμια επανάσταση σε σύντομο χρονικό διάστημα –και έτσι την κατανόησαν τότε οι κομμουνιστές-, δεν επιβεβαιώθηκε. Κάποτε νίκησε η ρωσική Οκτωβριανή επανάσταση. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο προστέθηκαν μερικές χώρες της Ευρώπης και της Ασίας και αργότερα η κουβανική επανάσταση. Η παγκόσμια επανάσταση όμως δεν έλαβε χώρα. Παράλληλα με τη νίκη του οπορτουνισμού έπαιξε ρόλο επίσης τόσο το γεγονός ότι οι επαναστάσεις αυτές ανάγκασαν τις αστικές τάξεις των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων σε κοινωνικές παραχωρήσεις στην εργατική τάξη, όσο επίσης και η καταπίεση των επαναστατικών κινημάτων με τη στρατιωτική βία ή την απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας απ΄ τον ιμπεριαλισμό.


11. ΚΑΡΛ ΚΑΟΥΤΣΚΙ ΚΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ

11.1. Εισαγωγικές σημειώσεις

Στην παρούσα μελέτη αφιερώνεται ένα επιπρόσθετο κεφάλαιο για τις αντιλήψεις του Καρλ Κάουτσκι (1854 – 1938) που αφορούν στον ιμπεριαλισμό. Πριν όμως περάσουμε στην εξέτασή τους είναι αναγκαίο να επισημανθούν κάποιοι σταθμοί από το έργο αυτού του θεωρητικού, ώστε να υπάρχει μια γενικότερη εικόνα της όλης πορείας του, μέσα στην οποία εντάσσονται φυσικά και αυτές οι αντιλήψεις. 

Πρώτο: Η πολιτική και θεωρητική επίδραση του Κάουτσκι περιλαμβάνει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που ξεκινά από τα μέσα της δεκαετίας του 1870 και φτάνει μέχρι το 1938. Ο Κάουτσκι επέδρασε επομένως στο γερμανικό και διεθνές εργατικό κίνημα την περίοδο που αναπτυσσόταν πλήρως ο προμονοπωλιακός καπιταλισμός, στη συνέχεια μετέβηκε στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο και με την Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία άρχιζε η μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. 

Δεύτερο: Ο Κάουτσκι ήταν ένας από τους καθοδηγητές θεωρητικούς της Δεύτερης Διεθνούς. Πρόσφερε πάρα πολλά στην εκλαΐκευση του μαρξισμού, στη δημιουργική εφαρμογή του και στην υπεράσπιση της επιστημονικής θεωρίας της εργατικής τάξης. Το μεγάλο θεωρητικό κύρος που απέκτησε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, εκφράστηκε στην επιρροή του πάνω στην πολιτική δουλειά του γερμανικού και του διεθνούς εργατικού κινήματος. 

Με το σχηματισμό του μονοπωλιακού σταδίου του καπιταλισμού, τέθηκαν μπροστά στο εργατικό κίνημα μια σειρά ζητήματα τα οποία απαιτούσαν απαντήσεις. Μερικά από τα ιδιαίτερα σημαντικά: Το ζήτημα της νομοτελειακής πορείας της Ιστορίας και των κινητήριων δυνάμεών της, τα γενικά χαρακτηριστικά στοιχεία του ιμπεριαλισμού και των τάσεων εξέλιξής του, η σχέση αντικειμενικού-υποκειμενικού στο ιστορικό προτσές, η αλληλεπίδραση και η συνάφεια της οικονομίας, της πολιτικής και της ιδεολογίας, η αναγκαιότητα να ξεκαθαριστεί η σχέση μεταρρύθμισης και επανάστασης, η στρατηγική και η τακτική των μαρξιστικών κομμάτων, ο καθορισμός του δρόμου για την εξουσία της εργατικής τάξης καθώς και η αναγκαιότητα να ληφθεί θέση σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο και τη μορφή της εξουσίας της. 

Με την τοποθέτηση που αναγκάστηκε να κάνει ο Κάουτσκι στα ζητήματα αυτά ως θεωρητικός, από τις αρχές του 20ου αιώνα, αρχίζει σταδιακά και η μετάβασή του σε κεντριστικές θέσεις, δηλαδή, η ταλάντευση ανάμεσα στη σοσιαλρεφορμιστική πτέρυγα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD), που άρχισε πλέον να αποκρυσταλλώνεται, και στην επαναστατική του πτέρυγα. Και οι δυό συνυπήρχαν στο ίδιο κόμμα (SPD). Ως σημείο τομής –αν μπορούμε να εκφραστούμε με όρους υλιστικής διαλεκτικής, διότι εδώ πρόκειται για ένα προτσές- αποτελεί το έργο του Κάουτσκι «Ο δρόμος για την εξουσία» (1909). Το αργότερο από το 1910, έχει επέλθει πλέον ανοιχτά η μετάβασή του σε κεντριστικές θέσεις. Το ίδιο έτος (1910) εκδίδεται το βιβλίο του Χίλφερντιγκ «Το χρηματιστικό κεφάλαιο», το οποίο προκάλεσε έντονες συζητήσεις στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, και όχι μόνο. Ο Κάουτσκι χαρακτήρισε το έργο αυτό ως τη συνέχεια του 2ου και του 3ου τόμου του «Κεφάλαιο» του Μαρξ. Με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής επανάστασης ο Κάουτσκι κάνει ακόμη ένα βήμα προς τα δεξιά, περνώντας στη συκοφαντία της επανάστασης και στη δυσφήμιση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η εγκατάλειψη της μαρξιστικής θεωρίας της ταξικής πάλης είναι πλέον γεγονός. Παράλληλα, προσπαθεί να ερμηνεύσει την υλιστική αντίληψη της Ιστορίας ντετερμινιστικά, κυρίως με βάση τη βιολογία, επιστρέφοντας σε παλιότερες εσφαλμένες αντιλήψεις που ανέπτυξε στις αρχές του 20ου αιώνα.

Τρίτο: Τα θεωρητικά και πολιτικά-πρακτικά συμπεράσματα, στα οποία κατέληξε ο Κάουτσκι από την ανάλυσή του για τις αιτίες των οξυνόμενων αντιφάσεων στα εθνικά και διεθνή πλαίσια, αποδείχτηκαν –παρά τις αξιόλογες προσεγγίσεις του- ανεπαρκή και ακατάλληλα. Αυτές συνεισέφεραν, κυρίως από τα τέλη του 19ου αιώνα, σε μεγάλο βαθμό, στο θεωρητικό και πολιτικό αποπροσανατολισμό τμημάτων του εργατικού κινήματος στις αντιπαραθέσεις αυτής της περιόδου. 

Τέταρτο: Αστοί και σοσιαλρεφορμιστές ιδεολόγοι χρησιμοποιούν την αμφίρροπη θέση του Κάουτσκι στο γερμανικό και διεθνές εργατικό κίνημα για να παραποιήσουν την ιστορία της θεωρίας και της πράξης του επαναστατικού εργατικού κινήματος. Για το σκοπό αυτό στηρίζονται επίσης και στο γεγονός, ότι ο Κάουτσκι σαν ένας απ΄ τους πρώτους σοσιαλδημοκράτες θεωρητικούς ανάπτυξε επιχειρήματα ενάντια στην επιστημονική αντίληψη περί δικτατορίας του προλεταριάτου. Ακόμη και σήμερα οι αντιλήψεις του αυτές παρουσιάζονται σαν μια «πρωτότυπη μαρξιστική κριτική» ενάντια στο λενινισμό.

Στην παρούσα μελέτη, όπως ήδη αναφέρθηκε, θα εξετάσουμε μόνο τις αντιλήψεις του Κάουτσκι που αφορούν στη θεωρία για τον ιμπεριαλισμό. Οι λόγοι που συνέτειναν σ΄ αυτή την ανάλυση, είναι νομίζουμε προφανείς: Πρόκειται για έναν θεωρητικό με μεγάλη επιρροή μέσα στο γερμανικό και διεθνές εργατικό κίνημα της εποχής του, ενώ πολλές από αυτές τις αντιλήψεις επηρεάζουν μέχρι σήμερα τα σοσιαλρεφορμιστικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένου και του «μαρξιστικού-λενινιστικού» ΚΚΕ.


11.2. Μια «νέα» κατανόηση της πολιτικής οικονομίας

Ο Κάουτσκι επηρεαζόμενος από το βιβλίο του Χίλφερντιγκ ανέπτυξε παραπέρα μια θέση που είχε ήδη διατυπώσει στις αρχές του 20ου αιώνα, ότι η όξυνση στη διεθνή ανταγωνιστική πάλη, όπως επίσης στην εσωτερική ταξική πάλη, οφείλεται στο χρηματιστικό κεφάλαιο –το οποίο ταύτιζε με το τραπεζικό και το εμπορικό κεφάλαιο-, επειδή αυτό κατά τη γνώμη του είναι η πιο βίαιη μορφή του κεφαλαίου[112]. Κατά την άποψή του αυτό οφειλόταν στο ότι τη βάση για το σχηματισμό του χρηματιστικού κεφαλαίου αποτελεί το προτσές της κυκλοφορίας, η επιδίωξη των καπιταλιστών να αυξήσουν τα κέρδη τους μέσω της κυκλοφορίας, επειδή οι μορφές του κεφαλαίου αλλάζουν με την επίδραση του προτσές κυκλοφορίας γρηγορότερα απ΄ ό,τι μέσω του προτσές παραγωγής[113]. Έτσι, για τον Κάουτσκι, μια μορφή του κεφαλαίου ήταν υπεύθυνη για τις «ιμπεριαλιστικές τάσεις» του καπιταλισμού, για τη θεωρητική τεκμηρίωση της οποίας διαστρεβλώθηκε η μαρξική θεωρία της αναπαραγωγής. Αυτό ταυτόχρονα έγινε και το όριο της γνώσης του για την πραγματική συγχώνευση του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο και το σχηματισμό του χρηματιστικού κεφαλαίου. 

Ο Κάουτσκι πλησίασε έτσι ταυτόχρονα τις πολιτικο-οικονομικές αντιλήψεις των αστών ιδεολόγων, οι οποίοι ταύτιζαν την πραγματοποίηση της υπεραξίας στο προτσές της κυκλοφορίας με την παραγωγή της υπεραξίας γενικά, για να αρνηθούν τον καθοριστικό ρόλο της παραγωγής. Στον Κάουτσκι αυτό οδήγησε στο συμπέρασμα, ότι οι «ιμπεριαλιστικές τάσεις» δεν είναι αναγκαίο, δηλαδή νομοτελειακό στοιχείο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, αλλά έκφραση των πολιτικών επιδιώξεων συγκεκριμένων μορφών κεφαλαίου. Ο Κάουτσκι πολλά χρόνια πριν, αναγνώρισε την επέκταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τη γέννηση της παγκόσμιας αγοράς, την κατάκτηση όλο και περισσότερων νέων πηγών πρώτων υλών και τις αγορές εναπόθεσης στον ενυπάρχων νόμο αυτού του τρόπου παραγωγής, τώρα όμως τόνιζε μονόπλευρα την «ενίσχυση της τάσης για διεύρυνση με αγροτικές εκτάσεις», και την βίαιη λύση που προέκυπτε από δω την παρίστανε ως την ουσία του ιμπεριαλισμού. 

Από την πραγματική αύξηση των αστικών στρωμάτων του πληθυσμού και τη μείωση του αγροτικού πληθυσμού, τα αυξανόμενα όρια αποδοτικότητας, μέσω της εκτατικής ανάπτυξης της αγροτικής εκμεταλλεύσιμης επιφάνειας και της δυσαναλογίας στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας που συνδέονται μ΄ αυτές, κατέληξε στη θέση περί αναγκαιότητας της διεύρυνσης των αγροτικών περιοχών των βιομηχανικών καπιταλιστικών χωρών: Κατά την άποψή του, για να μπορέσει να αυξηθεί η βιομηχανική παραγωγή πρέπει να διευρυνθεί η αγορά για τα βιομηχανικά προϊόντα καθώς και ο τομέας προμηθειών πρώτων υλών και τροφίμων[114].

Μ΄ αυτό τον τρόπο, ο Κάουτσκι συρρίκνωσε τις μορφές εμφάνισης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, σε μια γενική αντίφαση μεταξύ φύσης και κοινωνίας. Η συρρικνωμένη αποδοχή της μαρξικής θεωρίας της υπεραξίας και της συσσώρευσης και η εγκατάλειψη της θέσης, ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποτελεί ταυτόχρονα ανάπτυξη και καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, τον εμπόδισαν να διακρίνει το γεγονός, ότι ο καπιταλισμός θα ήταν ασφαλώς σε θέση να αναπτύξει την αγροτική οικονομία, όμως η ανισομετρία που χαρακτηρίζει την ανάπτυξή του έχει ως αιτία να αναζητεί το κεφάλαιο εκείνες τις συνθήκες αξιοποίησης, οι οποίες του εξασφαλίζουν το μεγαλύτερο κέρδος[115]

Η θέση ότι οι αγροτικές περιοχές θα έπρεπε αναγκαστικά να επεκταθούν, οδήγησε τον Κάουτσκι σε αντιφατικά συμπεράσματα: Αφενός, απέρριπτε μια βίαιη λύση, την χαρακτήριζε ως την ουσία του ιμπεριαλισμού, σαν πηγή του μιλιταρισμού και του κινδύνου για πόλεμο, αφετέρου όμως συνέδεε τη θέση αυτή με την αντίληψη, ότι –όπως στην εποχή του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού- μια υπερπαραγωγή στην αγροτική οικονομία θα οδηγούσε στη μείωση της τιμής των τροφίμων και επομένως στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης[116]. Το συμπέρασμα-αυταπάτη που κατέληγε επομένως ήταν το ακόλουθο: Η αναγκαία επέκταση των αγροτικών περιοχών μπορεί να επιτευχθεί και με ειρηνικά μέσα. Δυό χρόνια αργότερα κατασκεύασε για αυτό την ακόλουθη θεωρητική αιτιολόγηση: «Ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών βασίζεται πάνω σε οικονομικές αιτίες, όχι όμως σε μια οικονομική αναγκαιότητα. Η θέση του δεν είναι ούτε στο ελάχιστο μια οικονομική αδυναμία [Unmöglichkeit[117]

Αναφορικά με την ανάλυση του ιμπεριαλισμού, αυτή η γενικά σωστή θέση ότι ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών δεν είναι «οικονομική αναγκαιότητα», μετατρέπεται σε κενή φράση επειδή ο Κάουτσκι αγνόησε ότι «η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού» (Λένιν). Σ΄ αντίθεση μ΄ αυτό, δεν συρρίκνωσε μόνο τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών στην ενίσχυση της τάσης του κεφαλαίου για κατάκτηση αποικιών, αλλά και στην ενίσχυση αυτής της τάσης σε μια μέθοδο επέκτασης της αγοράς. Από δω προέκυψε η αυταπάτη του, ότι αν εμποδιζόταν η εφαρμογή αυτής της μεθόδου, τότε ο καπιταλισμός θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει άλλες μεθόδους[118]. Αν η αντίληψη αυτή συνδεθεί με την αυστηρή απόρριψη της πολιτικής μαζικής πάλης, μια αντίληψη την οποία είχε ο Κάουτσκι το ίδιο χρονικό διάστημα, τότε γίνεται καθαρό, γιατί ήταν για αυτόν ο κοινοβουλευτικός δρόμος, ο μοναδικός για την επικράτηση της «ειρηνικής» μεθόδου, και για ποιο λόγο είχε την αντίληψη ότι αυτό ήταν εφικτό μέσα στην αστική κοινωνία. Αυτή την επικίνδυνη για το εργατικό κίνημα αυταπάτη, η οποία ταυτόχρονα ήταν και εγκατάλειψη των αντιλήψεών του, μέχρι λίγο πριν το 1910, την «θεμελίωσε» ο Κάουτσκι με τη «θεωρία περί δυό μορφών παραγωγής της υπεραξίας». Σύμφωνα μ΄ αυτήν, όπως η παραγωγή της απόλυτης και σχετικής υπεραξίας αποτελεί δυό μορφές της καπιταλιστικής παραγωγής, έτσι υπάρχει και η μέθοδος της επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, καθώς και η μέθοδος της εντατικοποίησης χωρίς επέκταση.

Μ΄ αυτή την κατασκευή μιας μηχανιστικής αντιπαράθεσης των δυό μορφών της παραγωγής της υπεραξίας, ο Κάουτσκι εγκατέλειψε τη μαρξική θέση, σύμφωνα με την οποία «η παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας αποτελεί τη γενική βάση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και την αφετηρία της παραγωγής της σχετικής υπεραξίας»[119], ότι και οι δυό μορφές της παραγωγής συμπλέκονται μεταξύ τους, και ότι το κεφάλαιο ωθεί την παραγωγή της σχετικής υπεραξίας εκεί, όπου αυτή κάνει δυνατό ένα υψηλότερο κέρδος. Ο Κάουτσκι αρνήθηκε επίσης, ότι η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας οδηγεί στην εντατικοποίηση της εργασίας, στην εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, στην όξυνση των αντιφάσεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Πάνω στη βάση αυτής της διαστρέβλωσης της μαρξικής θεωρίας για την παραγωγή και αναπαραγωγή της υπεραξίας, ο Κάουτσκι παραδέχτηκε, ότι ναι μεν το κεφάλαιο επιδιώκει αναγκαστικά την επέκτασή του, την κατάκτηση νέων αγορών και τη διεύρυνση των δυνατοτήτων για εναπόθεση[120], ταυτόχρονα όμως ισχυρίστηκε ότι ο ιμπεριαλισμός αποτελεί μόνο μια από τις πολλές μεθόδους, δηλαδή αυτή της βίας[121].

Πάνω στη βάση αυτής της θεωρητικά αβάσιμης, αντιφατικής κατασκευής, ο Κάουτσκι ανέπτυξε τη ρεφορμιστική, απατηλή αντίληψη, ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε να εξαναγκαστεί να παραιτηθεί από αυτή τη μέθοδο. Εδώ, ξεκινούσε από την προσδοκία, ότι όσο πιο πολύ μειωνόταν η προοπτική για μονοπώλιο, τόσο πιο νωρίς τα κράτη θα παραιτούνταν από την ανταγωνιστική πάλη και θα έκαναν μεταξύ τους ένα καρτέλ. Και αυτό θα ήταν η ακίνδυνη μέθοδος του καπιταλισμού. Έτσι, παραδέχτηκε ο Κάουτσκι, δεν θα άρονταν μεν οι οικονομικές αντιφάσεις ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη, όμως θα ειρηνεύονταν[122]

Για τον καθορισμό της στρατηγικής και τακτικής της ταξικής πάλης, όλα αυτά είχαν ολέθριες και αντιφατικές συνέπειες: Διαχωρισμός της πάλης ενάντια στον μιλιταρισμό και τον κίνδυνο ενός πολέμου από την πάλη ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία γενικά. Ο Κάουτσκι ήθελε συγκεκριμένα, ξεκινώντας από τις δυό διαφορετικές μορφές του κεφαλαίου –στην αντίληψή του το ειρηνικό και το πολεμικό χρηματιστικό κεφάλαιο-, να συγκεντρώσει τις επιθέσεις πάνω στις επικίνδυνες δυνάμεις της αστικής τάξης και να κερδίσει για αυτό τα νέα μεσαία στρώματα, τα οποία ναι μεν ήθελαν τον καπιταλισμό, όχι όμως τις πιο επικίνδυνες συνέπειές του[123]. Παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιο εγείρει τη δικτατορία του πάνω στην κοινωνία, πίστευε ότι η ενότητα των μη σοσιαλιστικών δυνάμεων μπορεί να διαρραγεί στη πάλη ενάντια στις «ιμπεριαλιστικές τάσεις», επειδή δεν θα έπρεπε να πάρουν το πάνω χέρι με αναγκαιότητα. Στη μεγάλη εκλογική νίκη του SPD το 1912, έβλεπε όχι μόνο να επιβεβαιώνονται οι αντιλήψεις του[124], αλλά ότι το κέντρο βάρους της πολιτικής δουλειάς του κόμματος βρίσκεται στο Ράιχστακ [Γερμανική Βουλή].

Ο Κάουτσκι συρρίκνωσε έτσι την πάλη του προλεταριάτου ενάντια στον μιλιταρισμό και τον πόλεμο, στην αξιοποίηση των κοινοβουλευτικών μέσων, και ήλπιζε στο σχηματισμό ενός αντιιμπεριαλιστικού μπλοκ όλων των κομμάτων. Δημαγωγικά, προειδοποιούσε για την εξωκοινοβουλευτική πάλη, τόνιζε ότι η πάλη αυτή, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν διεξάγονταν στα σοβαρά από τις οπορτουνιστικές δυνάμεις, δεν πρόκειται να ανατρέψει την κυβέρνηση, ότι οι πολιτικές απεργίες δεν έχουν νόημα κατά το ξέσπασμα του πολέμου[125].

Όσο σωστή είναι η αντίληψη του Κάουτσκι αναφορικά με τη συγκέντρωση όλων των δυνάμεων ενάντια στο πόλεμο και τον μιλιταρισμό, άλλο τόσο επικίνδυνες ήταν για το εργατικό κίνημα οι αντιλήψεις που συνδέονταν μ΄ αυτή την επιτυχία. Υπό τις συγκεκριμένες-ιστορικές συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού στη Γερμανία, ο Κάουτσκι δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να αναγνωρίσει, ότι βάσει της πολιτικής συγκυρίας των δυνάμεων στη Γερμανία, ο περιορισμός στη κοινοβουλευτική πάλη του προλεταριάτου ήταν καταδικασμένος σε αποτυχία. Η συνύφανση κράτους και κεφαλαίου, που την περίοδο αυτή εξελισσόταν γρήγορα, συνέβαλε ώστε οι «ιμπεριαλιστικές τάσεις» να μην πιάνουν μόνο την αστική τάξη, αλλά και τα πλατιά τμήματα άλλων τάξεων και στρωμάτων, και όχι τελευταία, με τη βοήθεια του οπορτουνισμού, έπιαναν ακόμη και τμήματα του ίδιου του εργατικού κινήματος. Την παραίτηση από την αναγκαιότητα για επαναστατική μαζική πάλη, την οποία τεκμηρίωνε με το «οικονομικό του κατασκεύασμα», την συνέδεσε με την υποταγή μπροστά στις σοβινιστικές δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, διαπιστώνοντας υποκριτικά: Στην περίπτωση μιας επίθεσης, το προλεταριάτο δεν πρέπει να σταθεί αδιάφορο απέναντι στην τύχη του έθνους του.


11.3. Ιμπεριαλισμός και «υπεριμπεριαλισμός»

Η αναγκαιότητα μιας επιστημονικής ανάλυσης του ιμπεριαλισμού την παραμονή του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου έγινε το αποφασιστικό ζήτημα για τον καθορισμό της επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής του εργατικού κινήματος. Οι οξυνόμενες εθνικές και διεθνείς αντιφάσεις οδήγησαν στο εσωτερικό της σοσιαλδημοκρατίας στην ενίσχυση των αντιπαραθέσεων. Ενόσω οι αριστεροί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, την Κλάρα Τσέτκιν, τον Καρλ Λήμπκνεχτ και τον Φραντς Μέρινγκ απαιτούσαν μια ασυμβίβαστη πάλη ενάντια στον μιλιταρισμό και τον κίνδυνο ενός πολέμου, οι δεξιοί έβλεπαν στη στάση αυτή έναν κίνδυνο για τη διατήρηση των εργατικών οργανώσεων, για την πολιτική τους τού ταξικού συμβιβασμού και αρνούνταν την όξυνση των αντιφάσεων στο καπιταλιστικό κοινωνικό σύστημα, έβλεπαν τον ιμπεριαλισμό ως ένα φαινόμενο το οποίο δεν είναι νομοτελειακό αποτέλεσμα του καπιταλισμού. Η θέση την οποία είχε ο Κάουτσκι σ΄ αυτή την αντιπαράθεση, όχι μόνο αντιστοιχούσε στην πολιτικο-οικονομική τεκμηρίωση του «κεντρισμού» του, αλλά ταυτόχρονα ήταν το θεωρητικό αφετηριακό σημείο για τη δικαιολόγηση τής όλο και πιο φανερής μετάβασής του στον οπορτουνισμό από την αρχή του παγκοσμίου πολέμου.

Στο πιο πάνω κατασκεύασμά του, το οποίο συνέχισε να επεξεργάζεται, όρισε στην αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου τον ιμπεριαλισμό σαν ένα «προϊόν του πιο υψηλά αναπτυγμένου καπιταλισμού». Ο ιμπεριαλισμός, κατά την άποψή του, συνίσταται «στην ενίσχυση της τάσης κάθε βιομηχανικού καπιταλιστικού έθνους, να υποτάσσει μια όλο και μεγαλύτερη αγροτική περιοχή και να την προσαρτά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη από ποια έθνη κατοικείται»[126]

Ο Λένιν απέδειξε αυτή τη μονομέρεια, επομένως και την ακαταλληλότητα αυτού του ορισμού, ο οποίος συνδέει τον ιμπεριαλισμό εσφαλμένα μόνο με το βιομηχανικό κεφάλαιο των άλλων εθνών, τα οποία προσαρτούν άλλες χώρες. Αυθαίρετα και λαθεμένα έρχεται εδώ σε πρώτο πλάνο η προσάρτηση αγροτικών περιοχών[127], κάτι που χρησιμοποίησε ο Κάουτσκι για να απορρίψει τις αντιλήψεις των αριστερών, οι οποίες στην έννοια του ιμπεριαλισμού συνόψιζαν όλα τα φαινόμενα του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Ένας τέτοιου είδους ορισμός, ο οποίος κατανοούσε τον ιμπεριαλισμό ως νομοτελειακό προϊόν εξέλιξης του καπιταλισμού, αποστερούσε από την αντίληψή του τη βάση περί ιμπεριαλισμού ως πολιτική μέθοδο του κεφαλαίου. Γι΄ αυτό και την στιγμάτιζε ως επιφανειακή ταυτολογία, η οποία δεν λέει τίποτα άλλο «απ΄ το ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς καπιταλισμό», επειδή αν ειδωθεί έτσι, φυσικά ο ιμπεριαλισμός είναι απαραίτητος για τον ιμπεριαλισμό. Ο Κάουτσκι ζητούσε δημαγωγικά, η λέξη ιμπεριαλισμός να μην κατανοείται σ΄ αυτή τη γενικότητα, αλλά στον ιστορικό του καθορισμό. Κατά τον Κάουτσκι ο ιμπεριαλισμός έχει τις ρίζες του στην Αγγλία και χαρακτηρίζει ένα ιδιαίτερο είδος πολιτικών προσπαθειών, οι οποίες προκαλούνται μεν από τον καπιταλισμό, σε καμιά περίπτωση όμως δεν συμπίπτουν με αυτόν.

Σαν αιτία επιδίωξης για επέκταση των αγροτικών περιοχών, ο Κάουτσκι αναφέρει τη θέση που επεξεργάστηκε παλιότερα, δηλαδή την αντίφαση μεταξύ βιομηχανίας και αγροτικής οικονομίας. Η τεκμηρίωσή του τέλειωνε με μια επικύρωση αυτής της προσπάθειας, με τη διαπίστωση: «Η καπιταλιστική συσσώρευση μπορεί να προχωρήσει ανεμπόδιστα και να αναπτυχθεί ελεύθερα τότε μόνο, όταν αυτή επεκταθεί σταθερά σε αγροτικές περιοχές, οι οποίες χρησιμεύουν σ΄ αυτήν ως προμηθευτές και αγοραστές…»[128]. Αυτό που ο Κάουτσκι μολαταύτα δεν ήθελε να παραδεχτεί, ήταν, ότι η προσπάθεια αυτή συνδέεται αναγκαστικά με «ιμπεριαλιστικές τάσεις». Η προσπάθειά του να συρρικνώσει τον ιμπεριαλισμό στην επιδίωξη για επέκταση μέσω αγροτικών περιοχών και να το παρουσιάσει αυτό ως νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ο οποίος μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, κατέληγε στη θέση: «Μια ιδιαίτερη μορφή πιθανής επιδίωξης είναι ο ιμπεριαλισμός. Από αυτόν προηγήθηκε μια άλλη μορφή, αυτή του ελεύθερου εμπορίου»[129]. Και ερμηνεύοντας λαθεμένα την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τεκμηρίωσε την αντίληψή του για τον ιμπεριαλισμό σαν μια πολιτική μέθοδο με τη «σταθερή πεποίθηση»: «Πριν από μισό αιώνα αυτό [σ.σ.: το ελεύθερο εμπόριο] θεωρήθηκε ως η τελευταία λέξη του καπιταλισμού, όπως σήμερα ο ιμπεριαλισμός» [130].

Η λογική συνέπεια αυτής της αντιδιαλεκτικής θεώρησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ήταν για τον Κάουτσκι το ζήτημα, το εάν ο ιμπεριαλισμός είναι η μοναδικά δυνατή μορφή για να επεκταθεί το εμπόριο συναλλαγών μεταξύ βιομηχανίας και γεωργίας μέσα στον καπιταλισμό. Η απάντηση σ΄ αυτό το ζήτημα, το οποίο χαρακτήρισε ως το ζήτημα γενικά, δόθηκε με βάση τον κεντρισμό που τον χαρακτήριζε αυτή την περίοδο. Κατά τον Κάουτσκι ο ιμπεριαλισμός έχει δυό πλευρές: Η μια πλευρά είναι η υποδούλωση των αγροτικών περιοχών, η υπέρβαση της οποίας μπορεί να γίνει μέσω του σοσιαλισμού[131]. Η άλλη πλευρά του ιμπεριαλισμού είναι αυτή, η οποία έχει προκαλέσει έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στα καπιταλιστικά βιομηχανικά κράτη λόγω της επιδίωξής τους να κατακτήσουν αγροτικές περιοχές, οδηγώντας έτσι στον ανταγωνισμό των εξοπλισμών και στον πόλεμο. Κατά τον Κάουτσκι μπορεί να γίνει υπέρβαση αυτής της πλευράς ενόσω ακόμη συνεχίζει να υπάρχει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Εδώ ο Κάουτσκι πρόβαλε μεταξύ των άλλων τη θέση, ότι «δεν υπάρχει οικονομική αναγκαιότητα για τη συνέχιση των εξοπλισμών μετά τον παγκόσμιο πόλεμο, ακόμη ούτε από τη σκοπιά της κεφαλαιοκρατικής τάξης, αλλά το πολύ από τη σκοπιά μερικών που έχουν συμφέρον για τους εξοπλισμούς». Και συνεχίζει: «Αντίστροφα, ακριβώς, η καπιταλιστική οικονομία απειλείται ιδιαίτερα από τις αντιθέσεις των κρατών της» [132]. Παρομοίως, η αυξανόμενη αντιπολίτευση στις ιδιαίτερα αναπτυγμένες αγροτικές χώρες και η αυξανόμενη αντίσταση του βιομηχανικού προλεταριάτου απειλείται από τους νέους φόρους μέσω του ανταγωνισμού των εξοπλισμών και της αποικιοκρατίας.

Η επιχειρηματολογία αυτή του Κάουτσκι –η οποία σήμαινε ταυτόχρονα βαυκαλισμό για το τι μέλει γενέσθαι μετά τον πόλεμο- δεν αποκάλυπτε μόνο το πόσο βαθιά είχε πέσει στη διαστρέβλωση της μαρξικής πολιτικής οικονομίας, αλλά και πόσο αντιφατικά ήταν τα επιχειρήματά του. Από το κεφάλαιο και το εργατικό κίνημα ανέμενε ταυτόχρονα την υπέρβαση του ιμπεριαλισμού, όχι μέσω της προλεταριακής επανάστασης, αλλά να δείξει η αστική τάξη κατανόηση. Για την υποστήριξη αυτού του υποκειμενισμού ο Κάουτσκι κατέληξε μάλιστα σε αντίφαση με τη δική του θέση περί αναγκαιότητας για επέκταση των αγροτικών εδαφών, ότι ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών και η αποικιακή επέκταση θέτουν σε κίνδυνο τη συνέχιση της συσσώρευσης του κεφαλαίου και την εξαγωγή κεφαλαίου, απειλώντας την ίδια την οικονομική βάση του ιμπεριαλισμού. Από όλα αυτά ο Κάουτσκι κατέληξε στο συμπέρασμα: «Από καθαρά οικονομική άποψη δεν αποκλείεται ο καπιταλισμός να βιώσει ακόμη μια νέα φάση: τη φάση της μεταφοράς της πολιτικής των καρτέλ στην εξωτερική πολιτική, τη φάση του ούλτραιμπεριαλισμου, την οποία θα έπρεπε φυσικά να καταπολεμήσουμε τόσο ενεργητικά όσο και τον ιμπεριαλισμό, του οποίου όμως οι κίνδυνοι βρίσκονται σε άλλη κατεύθυνση, όχι σε αυτήν του ανταγωνισμού των εξοπλισμών και της απειλής της παγκόσμιας ειρήνης»[133]. Και σε ένα άλλο σημείο: «Καθαρά οικονομικά αν ειδωθεί, δεν υπάρχει πλέον κανένα εμπόδιο, αυτή η τεράστια εκφόρτωση [σ.σ.: εδώ εννοείται ο παγκόσμιος πόλεμος] να αντικαταστήσει τον ιμπεριαλισμό από μια ιερή συμμαχία των ιμπεριαλιστών»[134].

Με τη θεωρία περί ούλτραιμπεριαλισμού ο Κάουτσκι έθεσε ήδη το 1914 τη βάση για την απομάκρυνσή του από μια άλλη θέση του που υποστήριζε μέχρι το 1909: αντί την προλεταριακή επανάσταση στο τέλος του πολέμου –ούλτραιμπεριαλισμός.

 
11.4. Η κριτική του Λένιν

Ο Κάουτσκι, ο άνθρωπος του κέντρου, έβλεπε μέσα στη σοσιαλδημοκρατία να αντιπαρατίθεται σε δυό διαφορετικές αντιλήψεις αναφορικά με τον ιμπεριαλισμό. Οι αριστεροί στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία θεωρούσαν δικαιολογημένα τον ιμπεριαλισμό και τους πολέμους που γεννά αυτός, όχι ως σύμπτωση, αλλά ως αναγκαίο προϊόν εξέλιξης του καπιταλισμού. Από δω κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι πρέπει να γίνει μετάβαση στη μαζική επαναστατική πάλη, επειδή η εποχή της ειρηνικής εξέλιξης έχει φτάσει στο τέλος της. Απέναντι σ΄ αυτή τη θέση οι «δεξιοί» σοσιαλδημοκράτες δήλωναν: Αν ο ιμπεριαλισμός είναι αναγκαίος, τότε κι εμείς πρέπει να είμαστε ιμπεριαλιστές. Ενόσω ο Κάουτσκι έριξε μια γέφυρα στους δεξιούς με τη θέση περί ιμπεριαλισμού αυτό το χρονικό διάστημα, σαν μια πολιτική η οποία προτιμάται από το κεφάλαιο, από την άλλη διαστρέβλωνε τη θέση των αριστερών, ώστε να είναι σε θέση με τον κεντριστικό του ελιγμό να μεσολαβήσει ανάμεσα στις δυό πλευρές: «Η άκρα Αριστερά θέλει να αντιτάξει στον αναπόφευκτο ιμπεριαλισμό τον σοσιαλισμό, δηλαδή, όχι απλά την προπαγάνδισή του, την οποία αντιτάσσουμε εδώ και μισό αιώνα σε όλες τις μορφές της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά την άμεση εφαρμογή του. Αυτό φαίνεται πολύ ριζοσπαστικό, όμως είναι κατάλληλο να ωθήσει στο στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού όλους εκείνους που δεν πιστεύουν στην άμεση πρακτική πραγματοποίηση του σοσιαλισμού»[135]

Ο Λένιν ξεσκέπασε αυτό τον καταλογισμό του Κάουτσκι, ότι δηλαδή οι αριστεροί ήθελαν δήθεν την άμεση πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, σαν παγίδα, για την οποία ο Κάουτσκι αξιοποιούσε το γεγονός, ότι στη Γερμανία υπήρχε στρατιωτική λογοκρισία και επομένως δεν επιτρεπόταν να γίνει λόγος για επαναστατικές δραστηριότητες. «Ο Κάουτσκι ξέρει πολύ καλά ότι οι αριστεροί απαιτούν από το κόμμα την άμεση προπαγάνδιση και την προετοιμασία της επαναστατικής δράσης και καθόλου την “άμεση πρακτική πραγματοποίηση του σοσιαλισμού”»[136]. Τα λόγια τούτα του Λένιν αποτελούν συνάμα κι ένα χαστούκι στη σημερινή αριστερίστικη ηγετική ομάδα του ΚΚΕ.

Τη θεωρητική ανεπάρκεια του Κάουτσκι σε ό,τι αφορά τον ορισμό που έδωσε για τον ιμπεριαλισμό, ο Λένιν την χαρακτήρισε με τα ακόλουθα λόγια: «Αυτός ο ορισμός δεν αξίζει απολύτως τίποτε, γιατί είναι μονόπλευρος, δηλαδή ξεχωρίζει αυθαίρετα μονάχα το εθνικό ζήτημα (παρ΄ όλο που το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικά σπουδαίο, τόσο αυτό καθαυτό όσο και στη σχέση του με τον ιμπεριαλισμό) και το συνδέει αυθαίρετα όχι σωστά μόνο με το βιομηχανικό κεφάλαιο των χωρών που προσαρτούν άλλα έθνη, βάζοντας στην πρώτη μοίρα εξίσου αυθαίρετα και όχι σωστά την προσάρτηση αγροτικών περιοχών. Ο ιμπεριαλισμός είναι η τάση για προσαρτήσεις –να που καταλήγει το πολιτικό μέρος του ορισμού του Κάουτσκι. Είναι σωστό, αλλά στο έπακρο ατελές, γιατί πολιτικά ο ιμπεριαλισμός είναι γενικά η τάση προς τη βία και την αντίδραση. Εδώ όμως μάς απασχολεί η οικονομική πλευρά της υπόθεσης, που την έμπασε στον ορισμό του ο ίδιος ο Κάουτκι. Τα λάθη του ορισμού του Κάουτσκι χτυπούν στα μάτια. Για τον ιμπεριαλισμό είναι χαρακτηριστικό ίσα-ίσα όχι το βιομηχανικό, μα το χρηματιστικό κεφάλαιο»[137].

Η προσπάθεια του Κάουτσκι να ορίσει τον ιμπεριαλισμό απλά ως ένα είδος που αντικαθιστά ένα άλλο είδος πολιτικής, ο Λένιν το χαρακτήρισε με τα ακόλουθα λόγια: «Ο Κάουτσκι αποσπά την πολιτική του ιμπεριαλισμού από την οικονομία του, αποσπά το μονοπωλισμό στην πολιτική από το μονοπωλισμό στην οικονομία…»[138]. Και: «Βγαίνει έτσι ότι τα μονοπώλια στην οικονομία μπορούν να συνυπάρχουν με ένα όχι μονοπωλιακό, όχι βίαιο, όχι αρπακτικό τρόπο δράσης στην πολιτική. Βγαίνει έτσι ότι το εδαφικό μοίρασμα της γης, που τέλειωσε ακριβώς στην εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου και που αποτελεί τη βάση της ιδιομορφίας των σημερινών μορφών ανταγωνισμού ανάμεσα στα μεγαλύτερα καπιταλιστικά κράτη, μπορεί να συνυπάρχει με μια μη ιμπεριαλιστική πολιτική»[139]. Ακριβώς, αυτό όμως δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να αναγνωρίσει ο Κάουτσκι. Παρόμοια, όπως όριζε τον ιμπεριαλισμό σαν επιθετική εξωτερική πολιτική, την οποία διαχώριζε κατ΄ εξοχήν από την πολιτική, έτσι ακριβώς αντιπαρέθετε την εξωτερική στην εσωτερική πολιτική. Ο Λένιν χαρακτήριζε αυτή την πρακτική σαν λαθεμένη, αντιμαρξιστική, αντιεπιστημονική. «Το να ξεχωρίζει κανείς την “εξωτερική πολιτική” από την πολιτική γενικά, ή πολύ περισσότερο να αντιπαραθέτει την εξωτερική πολιτική στην εσωτερική, είναι σκέψη ριζικά λαθεμένη, όχι μαρξιστική, όχι επιστημονική. Ο ιμπεριαλισμός τείνει στον ίδιο βαθμό και στην εξωτερική πολιτική και στην εσωτερική, προς την παραβίαση της δημοκρατίας, προς την αντίδραση»[140]. Κατά τον Λένιν αυτό συνιστά θεωρητική καλπιά που «σκοπός της δεν είναι άλλος από την απόκρυψη των πιο βαθιών αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού και τη δικαιολόγηση, μ΄ αυτό τον τρόπο, της θεωρίας της “ενότητας” με τους απολογητές του ιμπεριαλισμού, με τους απροκάλυπτους σοσιαλσοβινιστές και οπορτουνιστές»[141].

Στην αντίληψη του Κάουτσκι ότι ο καπιταλισμός θα είχε αναπτυχθεί γρηγορότερα στον ελεύθερο ανταγωνισμό, χωρίς μονοπώλιο, ο Λένιν απαντά: «Ας παραδεχτούμε ότι είναι έτσι, ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός, χωρίς οποιοδήποτε μονοπώλιο, θα ανάπτυσσε πιο γρήγορα τον καπιταλισμό και το εμπόριο. Όσο όμως πιο γρήγορα γίνεται η ανάπτυξη του εμπορίου και του καπιταλισμού τόσο ισχυρότερη είναι η συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου, συγκέντρωση που γεννάει το μονοπώλιο»[142].

Και ο Λένιν προέβλεψε επίσης τη δυνατότητα μιας διεθνούς ένωσης του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Όχι όμως όπως ο Κάουτσκι με την έννοια της άρσης των αντιθέσεων ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη και την εγγύηση μιας «αιώνιας ειρήνης». Όπως εδώ –τόνιζε ο Λένιν- ο Κάουτσκι παρέβλεψε στην αντίληψή του τη δυνατότητα σχηματισμού των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης το πιο ουσιαστικό: το ταξικό περιεχόμενο. Ο Λένιν διαπιστώνει: Η ένωση του μονοπωλιακού κεφαλαίου είναι επίσης δυνατή με τη μορφή συμφωνιών ολόκληρων κρατών: «Μ΄ αυτή την έννοια μπορεί να δημιουργηθούν και οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, σαν συμφωνία των ευρωπαίων καπιταλιστών… με ποιο σκοπό; Μόνο με το σκοπό να πνίξουν από κοινού το σοσιαλισμό στην Ευρώπη, να περιφρουρήσουν από κοινού τις ληστεμένες αποικίες…»[143]

Σε αντίθεση με τον Κάουτσκι, ο οποίος όριζε τον ιμπεριαλισμό σαν επιθετική εξωτερική πολιτική, ο Λένιν ανάπτυξε τη σημαντική θέση ότι στο μονοπωλιακό αναπτυγμένο στάδιο του καπιταλισμού αυξάνεται η αντίδραση σε όλη τη γραμμή. Αυτό σημαίνει ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιο εγείρει τη δικτατορία του πάνω σε όλη την κοινωνία, όχι μόνο πάνω στο εργατικό κίνημα, αλλά πνίγει και το δημοκρατικό απελευθερωτικό κίνημα, καθώς και τα ήδη περιορισμένα αστικοδημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες, ενώ προς τα έξω οξύνεται η ενίσχυση της τάσης των μονοπωλίων για προσαρτήσεις, για παραβίαση της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας. Παραπέρα, ο Λένιν εφιστούσε την προσοχή, ότι ο ιμπεριαλισμός κατά τη διάρκεια του πολέμου έκανε ένα ακόμη βήμα μπροστά, ενισχύοντας τη συγκέντρωση του χρηματιστικού κεφαλαίου, ολοκληρώνοντας την μετάβαση του μονοπωλιακού στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. Ακριβώς, το ζήτημα αυτό ο Κάουτσκι δεν μπορούσε να το αντιληφτεί. Το αντίθετο, ξεκινούσε όπως και παλιότερα από την αυταπάτη, ότι με τη βοήθεια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας θα ήταν δυνατή η αντικατάσταση της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής του καπιταλισμού από μια ειρηνική.


12. ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1. Για τον Μαρξ αφετηριακή βάση για την ανάλυση του καπιταλισμού ήταν το εμπόρευμα. Για τον Λένιν, ο οποίος ερεύνησε τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, σημείο αφετηρίας ήταν το μονοπώλιο, τη γέννηση του οποίου σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού την είχαν ήδη παρατηρήσει ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Το μονοπώλιο είναι η οικονομική βάση του ιμπεριαλισμού, τα βασικά χαρακτηριστικά του οποίου δεν επεκτείνονται μόνο στη μονοπωλιακή οικονομία, αλλά διεισδύουν σε όλη την κοινωνία. Με την έννοια του μονοπωλιακού καπιταλισμού κατανοείται ένα στάδιο στην ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το οποίο έχει ιστορικά παροδικό χαρακτήρα. Η παραπέρα ανάπτυξη από τον Λένιν της θεωρίας για τον καπιταλισμό που τεκμηριώθηκε από τον Μαρξ, βρίσκεται στον χαρακτηρισμό του μονοπωλιακού καπιταλισμού ως μεταβατικού καπιταλισμού, στην επεξεργασία των μεταβατικών στοιχείων και στην αντίληψη της μετάβασης. Η επεξεργασία αυτή εξακολουθεί να παραμένει και σήμερα επίκαιρη.

Η επιστημονική ανάλυση του καπιταλισμού δεν μπορεί να αρκείται στην ανάλυση των υποτιθέμενα «καθαρών» νόμων του καπιταλισμού, οι οποίοι –ανεξάρτητα από την κάθε ιστορική εξέλιξη- ισχύουν απ΄ την αρχή μέχρι το τέλος του καπιταλισμού. Πολύ περισσότερο, η ανάλυση αυτή πρέπει να ερμηνεύει την εξέλιξη του καπιταλισμού απ΄ την αρχή μέχρι το τέλος του, και μάλιστα στο ξεδίπλωμα εκείνων των βασικών νόμων, οι οποίοι οι ίδιοι αλλάζουν και εξελίσσονται, ή διαφορετικά ειπωμένο: το όλο και πιο προχωρημένο και περιεκτικότερο ξεδίπλωμα των νόμων της καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι η παρουσίαση της ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού.

Το ζήτημα επομένως που πρέπει να κατευθυνθεί η θεωρία για το μονοπώλιο, είναι, εάν και πως η θεωρία αυτή παριστάνει μια πρόοδο στην ανάπτυξη της προοπτικής της εξέλιξης του καπιταλισμού πάνω στη βάση και στο ξεδίπλωμα των εσωτερικών του νόμων, δηλαδή εάν και πως κατανοεί και επεξεργάζεται τα στοιχεία εκείνα σαν νομοτελειακά βήματα στη (λογική και ιστορική) ανάπτυξη της κεφαλαιακής σχέσης, τα οποία προετοιμάζουν τη μετάβαση σε μια νέα, τη σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων.

2. Το ειδικό ιστορικό επίτευγμα του καπιταλισμού είναι η ευρεία ανάπτυξη και κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων του ανθρώπου με την εισαγωγή της μεγάλης βιομηχανίας, το σχεδιομετρικό καταμερισμό της εργασίας και την επιστημονικοποίηση της παραγωγής στο εργοστάσιο, καθώς και την επέκταση της αγοράς σε παγκόσμια αγορά. Αυτή η ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων σαν υλικό υπόστρωμα της ιστορικής εξέλιξης γενικά και σαν βάση κάθε ολοκληρωμένης κοινωνικής χειραφέτησης, λαμβάνει χώρα βεβαίως σε καπιταλιστική μορφή, σαν αξιοποίηση του κεφαλαίου, μεσολαβημένη μέσω του ανταγωνισμού και του εξαναγκασμού για κέρδος, δηλαδή, σε μια μορφή που κατακρατεί τα αποτελέσματα του υλικού προτσές της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας και εγείρει ένα ειδικό σύστημα καπιταλιστικής κυριαρχίας. Απ΄ την άλλη μεριά είναι ακριβώς αυτή η αντεστραμμένη μορφή, η οποία γεννά τα ιστορικά μοναδικά εκτεταμένα, δυναμικά προτσές της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μετατρέποντάς τα σε νόμο εξαναγκασμού της ανάπτυξης. Παράλληλα όμως, είναι ακριβώς αυτή η καπιταλιστική μορφή, η οποία από ένα συγκεκριμένο σημείο δεν προωθεί οπωσδήποτε παραπέρα την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά εν μέρει τις φρενάρει. Ο εξαναγκασμός για αξιοποίηση του κεφαλαίου πραγματοποιείται σε αυξανόμενο βαθμό σε όλο και περισσότερους τομείς και επίσης με την καταστροφή αντί την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο καπιταλισμός προσκρούει στα όριά του, γίνεται αυξανόμενα παρασιτικός.

3. Το πρόβλημα, το οποίο λύνει κατάλληλα η θεωρία για τον ιμπεριαλισμό για μια συγκεκριμένη φάση του καπιταλισμού, βρίσκεται γενικά στη διάγνωση των πιο σημαντικών αλλαγών των τρόπων ύπαρξης του καπιταλισμού, στην αναγνώριση ξεχωριστών φάσεων από τα βασικά τους χαρακτηριστικά και στα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από δω για τη στρατηγική και την τακτική του εργατικού κινήματος. Μια τέτοιου είδους βασική φάση χαρακτηρίζεται απ΄ το ότι εξαιτίας των προτσές της καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν μπορεί πλέον να μην γίνει διάκριση στο κεφάλαιο εντελώς γενικά και αξιωματικά, αλλά η ειδική μορφή του μονοπωλιακού κεφαλαίου έχει μετατραπεί σε επικρατούσα δομή του καπιταλισμού, επομένως ο τρόπος ύπαρξης του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη και την οικονομική καθώς και την πολιτική επικράτηση του μεγάλου κεφαλαίου, δίπλα στο οποίο συνεχίζει να υπάρχει μια πληθώρα μικρών και μεσαίων κεφαλαίων. Όταν σήμερα ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής στις ιμπεριαλιστικές χώρες παράγεται από τις μεγάλες επιχειρήσεις και ένα άλλο μικρότερο μέρος αντιστοιχεί σε χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, και όταν οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι στενά συνδεδεμένες με το τραπεζικό και το χρηματικό κεφάλαιο, κατέχουν τις αγορές πρώτων υλών και είναι σχεδόν οι μοναδικοί φορείς της διεθνοποίησης του κεφαλαίου των ιμπεριαλιστικών χωρών, τότε αυτό αποτελεί ένα σημάδι για την ένωση των μέσων παραγωγής και των εργατικών δυνάμεων σε κοινωνικά σχετικά μεγάλες διαστάσεις, συγκεντρωμένα όλα αυτά σε λίγα ξεχωριστά κεφάλαια, αποτελώντας μια σημαντική αλλαγή στη δομή του καπιταλισμού σήμερα σε σχέση με τον καπιταλισμό πριν από 150 χρόνια. 

Και παλιότερα υπήρχαν φυσικά μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα κεφάλαια, όμως οι συνθήκες και ο τρόπος ύπαρξης του καπιταλισμού δεν ήταν αποτυπωμένες από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ο Λένιν αναφέρει για παράδειγμα στο έργο του, ότι το μονοπώλιο των ΗΠΑ General Electric το 1910 απασχολούσε περίπου 12.000 εργαζόμενους και ο τζίρος του ανερχόταν στα 298 εκατομμύρια RM (Μάρκα του Ράιχ). Το 2010, εκατό χρόνια μετά, η General Electric απασχολούσε περίπου 305.000 εργαζόμενους, ο τζίρος της βρισκόταν στα 156,7 δισ. δολάρια και το καθαρό κέρδος της στα 11,025 δισ. δολάρια. Το γεγονός αυτό –και θα μπορούσαμε να αναφέρουμε εδώ πολλά παραδείγματα- δείχνει ότι υπάρχει μια συνέχεια στις διαφορές μεγεθών, και ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιο δεν σχηματίστηκε ξαφνικά από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά πρόκειται για μια σταδιακή σώρευση αυτών των διαφορών στα μεγέθη. 

Η μετάβαση του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού προς τον μονοπωλιακό καπιταλισμό είναι ρευστή, δεν υπάρχει ένα σημείο μετάβασης που θα μπορούσε να χρονολογηθεί με ακρίβεια και δεν μπορούν επίσης να καθοριστούν τα καθαρά οικονομικά προτσές του μονοπωλισμού. Πολύ περισσότερο, αποφασιστικές για την ποιοτική μεταβολή είναι οι αλλαγές, οι οποίες έλαβαν χώρα στη πάροδο αυτού του σταδιακού οικονομικού μονοπωλισμού και μέσω των μορφών του (καρτέλ, τραστ, μοίρασμα του κόσμου σε ζώνες επιρροής, εξαγωγή κεφαλαίου) στο συνολικό καπιταλιστικό σύστημα, στο εθνικό και διεθνές πλαίσιο. Το κριτήριο όμως της δομικής επικράτησης μιας συγκεκριμένης ομάδας κεφαλαίων, μπορεί να ληφθεί ως βάση για αυτές τις αλλαγές ακόμη και χωρίς τον ακριβή καθορισμό του χρονικού σημείου, το οποίο μπορεί να ειδωθεί ότι εκπληρώνει τα παραπάνω, ώστε να καθοριστεί με ακρίβεια μια σχετική διάκριση των φάσεων του καπιταλισμού.

4. Ο σχηματισμός της μονοπωλιακής δομής που επικρατεί στον καπιταλισμό δεν είναι μια ιστορική σύμπτωση, αλλά προϊόν του ξεδιπλώματος των γενικών νόμων του καπιταλισμού γενικά. Είναι αποτέλεσμα των προτσές συσσώρευσης, τα οποία με την αναγκαιότητα οδηγούν στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση ή λαμβάνουν χώρα σαν συγκέντρωση και συγκεντροποίηση: Η επιταχυνόμενη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μέσω του εξαναγκασμού για αξιοποίηση περιλαμβάνει πάντα μια αλλαγή στην κοινωνική κλίμακα της παραγωγής, και αυτή μπορεί να επιτευχθεί κάτω απ΄ τις συνθήκες της εμπορευματικής παραγωγής και του ανταγωνισμού μόνο σαν αύξηση των ξεχωριστών κεφαλαίων. Η ανάπτυξη των επιχειρήσεων μπορεί να λάβει χώρα με μια διπλή μορφή: αφενός σαν επανατοποθέτηση της υπεραξίας ή του κέρδους, σαν συγκέντρωση ή εσωτερική ανάπτυξη της επιχείρησης, ή όμως –στην υπέρβαση των ορίων της συγκέντρωσης, τα οποία βρίσκονται στη μάζα της διαθέσιμης υπεραξίας- σαν ιδιοποίηση και ενσωμάτωση των ήδη υπαρχόντων κεφαλαίων, σαν συγκεντροποίηση. Και τα δυό παριστάνουν αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής, συνένωση όλο και περισσότερων κοινωνικών μέσων παραγωγής και εργατικών δυνάμεων κάτω από μια ενιαία διοίκηση, σχεδιομετρικό καταμερισμό εργασίας κάτω απ΄ αυτή τη διοίκηση και ανάπτυξη παραγωγικών συμπλεγμάτων σε κοινωνικές διαστάσεις. Η κοινωνικοποίηση επιτυγχάνεται σαν απαλλοτρίωση των καπιταλιστών –όχι μέσω της συνειδητής κοινωνίας, αλλά μέσω άλλων καπιταλιστών. Ταυτόχρονα υπάρχει και αναπαράγεται ένας μεγάλος αριθμός μικρών και μεσαίων κεφαλαιοκρατών, οι οποίοι βρίσκονται κάτω από την επιρροή του μεγάλου κεφαλαίου, καταστρέφονται διαρκώς από αυτό, ταυτόχρονα όμως γεννιούνται διαρκώς νέοι. Η ιδιοκτησία σ΄ αυτά τα κεφάλαια εμπεριέχει έναν όλο και περισσότερο τυπικό χαρακτήρα (όπως αυτό των μικρομετόχων), ενόσω υλικά όλο και περισσότερο, μπορεί να έχει πρόσβαση σ΄ αυτό, το μονοπωλιακό κεφάλαιο, και αυτό αποτελεί μια από τις πιο παραμορφωμένες μορφές κοινωνικοποίησης του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

5. Ο μονοπωλισμός δεν είναι ένα προτσές που έχει περατωθεί, και το οποίο αναπτύχθηκε ιστορικά σε μια συγκεκριμένη μορφή παραμένοντας έτσι μέχρι σήμερα. Πολύ περισσότερο, οι ιστορικές μορφές του μονοπωλιακού κεφαλαίου αναπτύχθηκαν και άλλαξαν οι ίδιες σταδιακά, και η εξέλιξη και η αλλαγή αυτή είναι αποτέλεσμα των αλλαγμένων συνθηκών ύπαρξης, των απαιτήσεων για αξιοποίηση και των δυνατοτήτων. Οι πιο γνωστές μορφές σχηματισμού μονοπωλίων, οι οποίες περιγράφτηκαν ήδη και από τον Λένιν, είναι τα καρτέλ, τα τραστ και τα κοντσέρν. Αν τα καρτέλ σαν παλιές μορφές μονοπωλισμού ήταν προσανατολισμένα κατά κύριο λόγο στο μοίρασμα των αγορών εναπόθεσης και σαν μια ρύθμιση μέσω συμβάσεων για συγκεκριμένους τρόπους συμπεριφοράς, και κατά τα άλλα οι οικονομικά και δικανικά αυτόνομες αυτές επιχειρήσεις ήταν ακόμη σχετικά ασταθείς, τα τραστ και τα κοντσέρν αντιθέτως, χαρακτηρίζονταν από μια ενιαία διοίκηση, από ομοιογένεια και σταθερότητα. Αν το συγκεντροποιημένο παραγωγικό κεφάλαιο αρχικά βρισκόταν απέναντι στο συγκεντροποιημένο τραπεζικό κεφάλαιο, το οποίο το χρηματοδοτούσε και μπορούσε να ασκήσει μια σχετική αντιεξουσία, στην πάροδο του χρόνου οι συνδέσεις των μεγάλων κεφαλαίων οδήγησαν λόγω των συμφερόντων τους, τις δυό λειτουργικές σφαίρες, στο χρηματιστικό κεφάλαιο και επομένως σε μια ενίσχυση της εξουσίας των μονοπωλιακών επιχειρήσεων γενικά. 

Τα καρτέλ, ιδιαίτερα όμως τα κοντσέρν, εξακολουθούν να παίζουν και σήμερα σημαντικό και αποφασιστικό ρόλο στον καπιταλισμό. Επιπλέον, σχηματίστηκαν νέες μορφές μονοπωλισμού, οι οποίες συνδιαμόρφωσαν την πραγματικότητα του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού. Εδώ ανήκουν οι μονοπωλιακές συνεργασίες στο πεδίο της παραγωγής, καθώς επίσης οι στρατηγικές διαφοροποίησης και τα τεράστια διαφοροποιημένα μικτά κοντσέρν, στα οποία υπάρχει αδιαφορία σε ό,τι αφορά την ειδική μορφή της αξίας χρήσης, η οποία είναι φορέας της αξιοποίησης. Εδώ ανήκει τέλος και η δημιουργία ενός πυκνού δικτύου εξαρτήσεων, στο οποίο εντάσσονται άλλες επιχειρήσεις σαν αγοραστές και προμηθευτές, σαν οφειλέτες και πιστωτές, σαν πάροχοι υπηρεσιών και παραγγελιοδόχοι κτλ. Μέσω αυτών των εξαρτήσεων, αυτές οι τυπικά αυτόνομες επιχειρήσεις μετατρέπονται σε μακρούς βραχίονες και δίκτυα ασφαλείας των μονοπωλίων κατά την ιδιοποίηση όσο το δυνατό μεγαλύτερων κερδών.

Αυτός ο πολλαπλός τρόπος επικράτησης του μεγάλου κεφαλαίου έχει φυσικές συνέπειες για τη σχετική θέση του ανταγωνισμού και της αξιοποίησής του απέναντι στα άλλα κεφάλαια. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προσπάθεια για ιδιοποίηση υπό όσο το δυνατό πιο ευνοϊκές συνθήκες των στοιχείων του κοινωνικού προτσές αναπαραγωγής και του καπιταλιστικού προτσές αξιοποίησης με σκοπό να βγει από δω μεγαλύτερο όφελος, δηλαδή κέρδος. 

Το προτσές αναπαραγωγής και αξιοποίησης του κοινωνικού προτσές αναπαραγωγής λαμβάνει χώρα ως: α) Προμήθεια χρήματος, β) προμήθεια των υλικών και αξιακών στοιχείων του προτσές παραγωγής (πρώτες ύλες, εργαλεία, εργατικές δυνάμεις), γ) χρήση των παραγωγικών στοιχείων στην παραγωγή, δ) πώληση εμπορευμάτων στην αγορά.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το μέγεθος του κεφαλαίου όχι μόνο σε ό,τι αφορά τον ποσοτικό, αλλά και τον ποιοτικό ρόλο που παίζει αυτό. Το μεγάλο κεφάλαιο έχει μεγαλύτερη πρόσβαση και δημιουργεί καλύτερες συνθήκες αναπαραγωγής, επομένως και αξιοποίησής του απ΄ ό,τι τα μικρότερα κεφάλαια.

6. Ενάντια στη θεωρία για το μονοπώλιο εκφράζεται συχνά η αντίρρηση, ότι θέτει εκτός ισχύος τους νόμους του καπιταλισμού, αντικαθιστώντας τους με την κατηγορία της εξουσίας και της κυριαρχίας, επομένως έτσι η ανάλυση και η επιστήμη αντικαθίσταται από τον βολονταρισμό. Σ΄ αυτή τη συνάφεια συχνά τίθεται το πρόβλημα της εξίσωσης των ποσοστών κέρδους και της δημιουργίας ενός μέσου ποσοστού κέρδους. Απέναντι σε μια καθαρά «λογική» επιχειρηματολογία, πρέπει κανείς να επιμένει στην ανάλυση του υλικού περιεχομένου αυτού του προτσές, των υλικών του συνθηκών και των ενδεχόμενων αλλαγών αυτών των συνθηκών, και ότι ακριβώς αυτή η ανάλυση αποτελεί τον ουσιαστικό πυρήνα της επιστήμης. Η κίνηση της εξίσωσης των ποσοστών κέρδους δεν είναι, όπως λίγο ή πολύ υποστηρίζεται, το «αόρατο χέρι» της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά η πραγματική κίνηση των ξεχωριστών κεφαλαίων ή το σημείο διαφυγής αυτής της κίνησης, η οποία είναι συνδεδεμένη στους πραγματικούς εξαναγκασμούς και τους συσχετισμούς δυνάμεων. Και εδώ πρέπει να διακρίνει κανείς τον εξαναγκασμό για κίνηση και το συσχετισμό δυνάμεων, ο οποίος καθορίζει το αποτέλεσμα της κίνησης: ο ανταγωνισμός δεν σταματά ακόμη και όταν το πραγματικό υλικό, στο οποίο αυτός κινείται, εξαιτίας της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης, μεταβάλλεται με τέτοιο τρόπο, που στην εξίσωση των ποσοστών κέρδους σε μέσο ποσοστό κέρδους, προκύπτουν ουσιαστικά εμπόδια. Ακόμη και τότε τα κεφάλαια συσχετίζονται μεταξύ τους μέσω του ανταγωνισμού, μολαταύτα δεν ισοπεδώνονται από τον ανταγωνισμό παραμένοντας σταθεροποιημένα στο ίδιο επίπεδο ποσοστού κέρδους. Η προϋπόθεση για μια τέτοιου είδους ποσοτική ισοπέδωση, η ουσιαστική ισότητα των θέσεων ανταγωνισμού, με την έννοια των δυνατοτήτων πρόσβασης στο κέρδος για όλα τα κεφάλαια, άρεται ακριβώς από τη συσσώρευση, τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση, και αντικαθίσταται από τη μονοπωλιακή δομή, στη βάση της οποίας συγκεκριμένα κεφάλαια είναι σε θέση, εξαιτίας της κατοχής τους σε σημαντικές συνθήκες αναπαραγωγής και συναφειών της αναπαραγωγής, να ιδιοποιούνται επιπρόσθετο κέρδος. Ακριβώς, αυτό αποτελεί μια από τις βασικές διαφορές ανάμεσα στη μη μονοπωλιακή και στη μονοπωλιακή φάση του καπιταλισμού. Δεν άρεται ο ανταγωνισμός σαν βασική μορφή κίνησης του κεφαλαίου, αλλά ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα του ανταγωνισμού, δηλαδή η εξίσωση των κεφαλαίων στο ίδιο ποσοστό κέρδους. Η προσπάθεια να μειωθούν τα ποσοστά κέρδους, συμβαίνει μεν, κατά κανόνα όμως δεν είναι αναγκαίο. Αυτό, με την υπόδειξη, ότι το να θέλει κανείς να αμφισβητήσει και τη νομοτελειακότητα του κεφαλαίου, θα σήμαινε ότι αρνείται τις πραγματικές δομικές αλλαγές του συνολικού κεφαλαίου, ή να τις ερμηνεύσει ως ασήμαντες και έτσι να κρατιέται γαντζωμένος σε μια έννοια για το νόμο, ο οποίος είναι όλο και λιγότερο σε θέση να ερμηνεύσει τα πραγματικά ιστορικά προτσές, που σημαίνει ότι θα είναι όλο και λιγότερο σε θέση να αιτιολογήσει και να ρίξει βάρος στην πρακτική πολιτική δράση.

Όσο αβάσιμη είναι η κατηγορία περί βολονταρισμού αναφορικά με την κίνηση εξίσωσης, τόσο αβάσιμη είναι και η κατηγορία που αναφέρεται στην καπιταλιστική κρίση: Η κατηγορία δηλαδή, ότι η νομοτελειακότητα της καπιταλιστικής κρίσης ή η κρισιακή ανάπτυξη του καπιταλισμού, άρεται δήθεν, αν τα μονοπώλια μπορούσαν συστηματικά να αξιοποιηθούν καλύτερα από τα άλλα κεφάλαια και μέχρι σ΄ ένα σχετικό βαθμό να ξεφύγουν από το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Εδώ βρίσκεται μια εσφαλμένη κατανόηση αυτού, που εμπεριέχει η κρισιακή τάση του κεφαλαίου, δηλαδή, ότι εξαιτίας της εγγενούς νομοτελειακότητας του κεφαλαίου, διαμεσολαβημένη μέσω του ανταγωνισμού, παράγονται διαρκώς καταστάσεις, στις οποίες η αξιοποίηση του συνολικού κεφαλαίου δεν είναι εγγυημένη, ότι παροδικά εμφανίζονται αναγκαστικά κρίσεις υπερσυσσώρευσης και υπερπαραγωγής και ότι η χειροτέρευση των συνθηκών αξιοποίησης αποτελεί επίσης την ιστορική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Δεν άλλαξε το γεγονός ότι οι κρίσεις του καπιταλισμού ευθύνονται στο μεγαλύτερό τους βαθμό από τη γέννηση και την επικράτηση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά η κατανομή των βαρών της κρίσης πάνω στα ξεχωριστά κεφάλαια και η εντατικότητα της μετακύλησής τους πάνω στις μη μονοπωλιακές τάξεις και στρώματα. Τα μονοπώλια δεν μπορούν να βγουν έξω από τα πλαίσια της γενικής καπιταλιστικής κρισιακής κατάστασης, μπορούν όμως μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια να κινηθούν διαφορετικά απ΄ ό,τι τα μη μονοπωλιακά κεφάλαια, δηλαδή να κατανέμουν τα βάρη της κρίσης τόσο άνισα, που να τη γλυτώσουν απόλυτα ή τουλάχιστον σχετικά καλύτερα απ΄ ό,τι άλλα κεφάλαια. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι η κερδοφορία των μονοπωλίων μπορεί να είναι απεριόριστη, τα όρια όμως βρίσκονται διαρκώς πολύ υψηλότερα απ΄ ό,τι για άλλα κεφάλαια, και ακριβώς αυτό είναι το ζήτημα.

7. Ακριβώς, το γεγονός ότι τα μονοπώλια δεν μπορούν να θέσουν εκτός ισχύος τη νομοτελειακότητα του καπιταλισμού να γεννά διαρκώς κρίσεις, και την ιστορική του τάση για χειροτέρευση των συνθηκών αξιοποίησης, να μπορεί όμως κατά κανόνα να εξασφαλίζεται μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο και μ΄ αυτές τις τάσεις τις συνθήκες αξιοποίησης, συντελεί τελικά σ΄ ένα επιπλέον χαρακτηριστικό του μονοπωλιακού καπιταλισμού, συγκεκριμένα, στον ουσιαστικά αντιδραστικό και επιθετικό του χαρακτήρα. Γιατί είναι ακριβώς τα στρατηγικά και τα ξεχωριστά μέτρα, με τα οποία τα μονοπώλια ξεφεύγουν ατομικά από τις συνέπειες των γενικών νόμων, ώστε να τις μετακυλήσουν σε άλλα μέλη της κοινωνίας, πάνω στους εργάτες ενισχύοντας την εκμετάλλευση και τον πληθωρισμό, και πάνω στους αγρότες, τους επαγγελματοβιοτέχνες μέσω του πληθωρισμού και με διάφορους τρόπους εξάρτησης και μεταβίβασης κέρδους. Απόκρουση της κρίσης από τα μονοπώλια σημαίνει ενίσχυση της πίεσης πάνω στην υπόλοιπη κοινωνία. Η τωρινή κρίση του καπιταλισμού δίνει ένα έξοχο παράδειγμα, για το ότι η θέση των μεγάλων επιχειρήσεων έμεινε σε μεγάλο βαθμό σταθερή, αυτή όμως του πληθυσμού και των μικρών επιχειρήσεων ήταν και παραμένει δραματικά άσχημη. Στις περιπτώσεις δε που η κρίση φαίνεται να θίγει τα μονοπώλια τότε τίθενται σε εφαρμογή μηχανισμοί, όπως η αύξηση των τιμών και η καταστροφή εργατικών θέσεων, καθώς και η εξαγωγή κεφαλαίου ή ακόμη και η μετακίνηση ολόκληρων επιχειρήσεων στο εξωτερικό. Η «εξυγίανση» των μεγάλων επιχειρήσεων απαιτεί σε τελική ανάλυση όλο και πιο αυξημένο μονοπωλισμό των κοινωνικών πόρων για τις μεγάλες επιχειρήσεις, θέτει στην υπόλοιπη κοινωνία έναν όλο και πιο μεγάλο φόρο αίματος και έτσι βαθαίνει την οικονομική και κοινωνική πόλωση. Για να μην ξεσπάσουν πολιτικές συγκρούσεις εξαιτίας αυτής της πόλωσης, το μονοπωλιακό κεφάλαιο και οι εκπρόσωποί του θέτουν σε εφαρμογή όλα τα μέσα του κρατικού μηχανισμού, και όσο λιγότερο αρκούν τα μέσα για μια ειρηνική ενσωμάτωση των μαζών στο σύστημα, τόσο πιο ανοιχτά το αστικό κράτος καταφεύγει στην ανοιχτή καταπίεση και τη βία. Έτσι, πολιτικές ελευθερίες και μορφές κίνησης, τις οποίες κατάκτησε η αστική τάξη κατά την περίοδο της φεουδαρχίας και πάνω στις οποίες ανέγειρε αρχικά το μονοπωλιακό κεφάλαιο την κυριαρχία του, τις περιόρισε και τις κατάργησε το ίδιο, επειδή σ΄ αυτές τις μορφές κίνησης θα μπορούσε επίσης να εκφραστεί η διαμαρτυρία και η αντίσταση ενάντια στην αυξανόμενη κυριαρχία και τον οικονομικά παρασιτικό ρόλο του μονοπωλιακού κεφαλαίου, μάλιστα, εκφράζεται επίσης. Μέχρι αυτού του σημείου το μονοπωλιακό κεφάλαιο και ο κρατικός μηχανισμός κυριαρχίας του, αποτελούν αντίπαλο των αστικών δημοκρατικών ελευθεριών ακόμη και με την τυπική έννοια, και βεβαίως αντίπαλο των συμφερόντων για χειραφέτηση.

8. Η ανάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας από τον Λένιν, χρησιμοποιεί την μεθοδολογική βασική αρχή του Μαρξ, ότι οι προηγούμενοι κοινωνικοί σχηματισμοί και τα στάδια ανάπτυξης περιλαμβάνονται στα επόμενα πιο αναπτυγμένα στάδια ανάπτυξης. Από δω προκύπτει ο χαρακτηρισμός του ιμπεριαλιστικού σταδίου ως «καπιταλισμός που πεθαίνει», ένα στάδιο στο οποίο έχουν ήδη αναπτυχθεί οι υλικές προϋποθέσεις για τον σοσιαλισμό και οι κοινωνικές δυνάμεις για την ανατροπή της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Μ΄ αυτή την έννοια η εποχή του ιμπεριαλισμού έχει μεταβατικό χαρακτήρα.

Η μεταβολή σημαντικών βασικών ιδιοτήτων της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας, η οποία είναι ολοφάνερη στις αρχές του 20ου αιώνα στη σφαίρα των φαινομένων, εκφράζει δομικές αλλαγές οι οποίες αναπτύχθηκαν με τον αυξανόμενο κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων κατά τις καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοποίησης. Η βασική αντίφαση αποκτά μια ειδική έκφραση στην αντίθεση μεταξύ αναρχίας και σχεδίου.

Η θεωρία για τον ιμπεριαλισμό επεξεργάστηκε εκείνα τα βασικά οικονομικά χαρακτηριστικά, τα οποία αποτελούν το ποιοτικά νέο αυτού του σταδίου (μονοπώλιο, χρηματιστικό κεφάλαιο, εξαγωγή κεφαλαίου) και τα οποία δεν καθορίζουν μόνο τις σχέσεις και τις τάσεις στο εσωτερικό μιας χώρας, αλλά τον ιμπεριαλισμό σαν παγκόσμιο σύστημα.

9. Οι οικονομικές κρίσεις εκφράζονται πάντα ως συμφόρηση ή διακοπές του προτσές αναπαραγωγής. Αυτές, μέσω της αναρχίας και του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής, αποτελούν τη βάση των σχετικών δυσαναλογιών.

Η απεριόριστη λειτουργία της αξιοποίησης του κεφαλαίου, η οποία πραγματοποιείται στη βάση των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων σαν τάση για απεριόριστη επέκταση της παραγωγής, στην πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης προσκρούει περιοδικά μέσω του προτσές αναπαραγωγής σε τιθέμενα όρια. Μια αποκάθαρση μπορεί να λάβει χώρα μόνο στο βαθμό, τού πως το κεφάλαιο απαξιώνεται και καταστρέφεται, όπου εδώ το κεφάλαιο επιδιώκει να βελτιώσει τις συνθήκες αξιοποίησής του με αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης.

Αν η κρίση αποτελεί πάντα ένα όχημα της συγκεντροποίησης και του μονοπωλισμού, τότε η μονοπωλιακή δομή –σε αυξανόμενο βαθμό οι κρατικομονοπωλιακές σχέσεις- γίνεται παράγοντας ο οποίος υπονομεύει την αυθόρμητη λειτουργία αποκάθαρσης της κρίσης, όπως ήταν αυτή αποτελεσματική στο στάδιο του ελεύθερου ανταγωνισμού, κυρίως μέσω της κίνησης των τιμών και τροποποιώντας την κυκλική ροή (επιμήκυνση και αλληλοδιείσδυση ξεχωριστών φάσεων).

Το προτσές της κρίσης σαν ιστορική τάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το οποίο φυσικά επιβάλλεται πραγματικά στην κίνηση του προτσές αναπαραγωγής, διατυπώνεται στο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Η κεφαλαιακή σχέση αποδεικνύεται ως όριο της ανάπτυξης και της χρήσης των παραγωγικών δυνάμεων. Η συνολική κίνηση του κεφαλαίου τελείται σε μια ιδιόρρυθμη σύγκρουση-στόχου-μέσου: Η πίεση του κεφαλαίου για μεγιστοποίηση της αξιοποίησης πραγματοποιείται –εδώ προϋποτίθενται ακόμη οι συνθήκες του ελεύθερου ανταγωνισμού- ουσιαστικά με το μέσο της παραγωγής της σχετικής υπεραξίας, και έτσι, της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Σαν αποτέλεσμα των αντιπαρατιθέμενων μεταξύ τους κεφαλαίων, παρά την αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης και υπεραξίας, φτάνουμε σε μια πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους, οι συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου χειροτερεύουν, προκύπτει ένα σχετικό πλεονάζον κεφάλαιο, μια υπερσυσσώρευση χρηματικού και λειτουργικού κεφαλαίου. 

Η τάση αυτή από ένα σχετικό επίπεδο ανάπτυξης της καπιταλιστικής παραγωγής και πέρα, είναι αποτελεσματική σε όλες τις φάσεις. Όμως ο καπιταλισμός κινητοποιεί ταυτόχρονα διαρκώς αντίρροπους παράγοντες του πιο διαφορετικού είδους. Εδώ ανήκουν κατά την άποψή μας και όλα τα δομικά φαινόμενα και οι τάσεις, που ο Λένιν κατονομάζει σαν οικονομικά χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού, κι εδώ ανήκει επίσης η ανάπτυξη του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού. Έτσι, η αποτελεσματικότητα αυτού του νόμου για το μονοπωλιακό κεφάλαιο περιλαμβάνει τη δυνατότητα, για συγκεκριμένες περιόδους να προκληθεί μια υπεροχή αντίρροπων τάσεων. Για τις αναπτυγμένες χώρες του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού η σύγκρουση-στόχου-μέσου ξεδιπλώνεται πάνω στη βάση αυτού του νόμου σε ειδική μορφή στην οικονομική πολιτική: η ανάπτυξη των γενικών υλικών βάσεων του καπιταλιστικού προτσές αξιοποίησης απορροφά αυξανόμενα, τμήματα του κοινωνικού υπερπροϊόντος, δηλαδή κάνει αναγκαία μια μείωση των κερδών και παρεμποδίζει τα ποσοστά συσσώρευσης του ιδιωτικού καπιταλισμού.

Από δω προκύπτει μια αντιφατική στάση του μονοπωλιακού κεφαλαίου σε σχέση με την επέκταση των κρατικών οικονομικών δραστηριοτήτων, οι οποίες θέτουν τη σφραγίδα τους στην οικονομική πολιτική.

10. Ο ρόλος του κρατικού τομέα στο προτσές αναπαραγωγής του συνολικού κεφαλαίου και οι τυχόν παραχωρήσεις του κράτους στην εργατική τάξη, στους εργαζόμενους γενικότερα, αποτελούν προϊόν σκληρής ταξικής πάλης. Η πραγματοποίηση κρατικών κοινωνικών προγραμμάτων, δεν μπορεί να οδηγήσει συνολικά στη σταθεροποίηση μιας σχεδιομετρικής ανάπτυξης στην καπιταλιστική οικονομία. Το κράτος σαν μέρος του εποικοδομήματος παραμένει ο κύριος συντελεστής της δικτατορίας του κεφαλαίου. Τα όρια της επίδρασής του στην οικονομία καθορίζονται κυρίως απ΄ το καθήκον να σταθεροποιήσει την ιδιωτικο-μονοπωλιακή του βάση.

11. Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου, η οποία προκαλείται απ΄ τους στοιχειώδεις νόμους του ανταγωνισμού, καθορίζει όπως και πριν τον κυρίαρχο ρόλο των μονοπωλίων στην οικονομία. Σήμερα όμως δεν επιδρά μόνο ο στοιχειώδης μονοπωλιακός ανταγωνισμός σ΄ αυτό το προτσές. Στις προηγούμενες δεκαετίες η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου επιταχύνθηκε τεχνητά από το κράτος. Το κράτος έδωσε ώθηση σ΄ ένα κύμα συγχωνεύσεων με φοροαπαλλαγές και χαμηλούς συντελεστές φορολογίας στα μονοπώλια. Το κράτος κατά κανόνα κλείνει συμφωνίες για την εκπλήρωση κρατικών συμβολαίων με τις μεγαλύτερες εταιρίες. Τα μονοπώλια απ΄ τη μεριά τους τραβούν κοντά τους άλλες μικρές εταιρίες μέσω ενός συστήματος ξεχωριστών συμβολαίων για την εκπλήρωση αυτών των καθηκόντων, και μ΄ αυτό τον τρόπο καταλήγουν να εξαρτώνται από τα μονοπώλια. Αυτό σημαίνει ότι στο δίχτυ των μονοπωλίων πέφτει ένας αυξανόμενος αριθμός μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

12. Η προοδευτική συγχώνευση του τραπεζικού με το βιομηχανικό κεφάλαιο και η δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας πάνω στη βάση του χρηματιστικού κεφαλαίου, επιδρά σαν πηγή της προοδευτικής παρασιτικής ανάπτυξης του καπιταλισμού στην περίοδο του ιμπεριαλισμού. Σήμερα οι θέσεις-κλειδιά της οικονομίας στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες βρίσκονται στα χέρια ενός μικρού αριθμού χρηματιστικών ομάδων στις οποίες αντιπροσωπεύονται μεγάλες τράπεζες και μετοχικές εταιρίες. Αυτές διεξάγουν από κοινού στρατηγικές επιχειρήσεις στη πάλη ενάντια στους ανταγωνιστές τους, τόσο στο εσωτερικό μιας δοσμένης χώρας όσο και έξω από αυτήν. Σ΄ αυτές τις χρηματιστικές ομάδες δίπλα στις οικογένειες της παλιάς αριστοκρατίας, σημαντικό ρόλο παίζουν οι μάνατζερ. Αυτοί διευθύνουν τα επιτελεία των χρηματιστικών αυτοκρατοριών, διεξάγοντας αυτές τις επιχειρήσεις μαζί με τους συναδέλφους τους απ΄ την κρατική διοίκηση, που εκπροσωπούν εκεί τα συμφέροντά τους. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να παρατηρηθεί ότι η συγχώνευση του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο επιδρά σαν ισχυρό εργαλείο της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης της παραγωγής, η οποία προωθεί την ανάπτυξη των υλικών και κοινωνικών προϋποθέσεων για τον σοσιαλισμό. Το γεγονός ότι τα πλεονεκτήματα της αυξανόμενης παραγωγικότητας της εργασίας και της αποτελεσματικότητας της κοινωνικής εργασίας τα σφετερίζεται μια παρασιτική ομάδα ολιγαρχικών οικογενειών, κάνει φανερό ότι η ομάδα αυτή πρέπει να απομακρυνθεί από την εξουσία.

13. Η ιδιαίτερη σημασία της εξαγωγής κεφαλαίου σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων παραμένει και σήμερα ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του ιμπεριαλισμού. Η εξαγωγή κεφαλαίου, η οποία χαρακτηρίστηκε από τον Λένιν ως παρασιτισμός υψωμένος στο τετράγωνο, εξυπηρετεί παραπέρα σαν πηγή της ανάπτυξης, το στρώμα των εισοδηματιών, ενός μη παραγωγικού κοινωνικού στρώματος, το οποίο αποτελείται από ανθρώπους που δεν εκπληρώνουν πλέον τη λειτουργία διαμεσολαβητών της παραγωγής, αλλά ζουν απλά από το «κόψιμο κουπονιών». Πρέπει όμως να είναι καθαρό, ότι ο Λένιν δεν περιέλαβε στο ίδιο το φαινόμενο του παρασιτισμού την εξαγωγή κεφαλαίου, υλικό αποτέλεσμα του οποίου αποτελεί η ανάπτυξη του καπιταλισμού στις χώρες με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων, εκεί όπου παλιότερα κυρίαρχη θέση είχαν οι φεουδαρχικές και δουλοκτητικές μορφές εκμετάλλευσης. Ο παρασιτισμός φάνηκε στην αύξηση του στρώματος των εισοδηματιών, δηλαδή των ληστών στις αποικίες, οι οποίοι καθόριζαν στις μητροπόλεις τις μορφές της επένδυσης κεφαλαίων και έπαιζαν τον αποφασιστικό ρόλο στην πραγματοποίηση μιας αντιδραστικής ιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτές οι μονοπωλιακές εταιρίες, ο πλούτος των οποίων ήταν αποτέλεσμα ληστρικών πολέμων, εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να αποτελούν τις πιο αντιδραστικές ομάδες της χρηματιστικής ολιγαρχίας και να αναπτύσσουν παραπέρα τις διεθνείς διασυνδέσεις τους. Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι η αποικιοκρατία μετέβηκε μετά την κατάρρευσή της σε ένα καθεστώς νεοαποικιοκρατίας.

Από την εποχή του Λένιν στο ζήτημα της εξαγωγής κεφαλαίου, πέρα από αυτά που αναφέρθηκαν, παρουσιάστηκαν επίσης νέες τάσεις. Πρόκειται για το γεγονός ότι ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων στο εξωτερικό δεν χρησιμεύει πλέον στην κατασκευή νέων παραγωγικών εγκαταστάσεων και την ανάπτυξη εταιριών στον τομέα των υπηρεσιών και του εμπορίου, αλλά στην αγορά ή την συμμετοχή στις ήδη υπάρχουσες. Μια άλλη νέα τάση αφορά στην κατεύθυνση των ροών κεφαλαίου. Το μεγαλύτερο μέρος τους δεν κατευθύνεται πλέον στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, αλλά στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, καθώς και στις αναδυόμενες.

Ιδιαίτερα σημαντικός είναι σήμερα ο ρόλος των χρηματαγορών. Καθημερινά διακινείται ένα τεράστιο ποσό, περίπου 1,5 έως 2 τρισεκατομμύρια δολάρια στις χρηματαγορές. Από τις συναλλαγές αυτές το πολύ 5% αφορούν το εμπόριο και τις υπηρεσίες. Όλες οι άλλες είναι κερδοσκοπικές. Εδώ δεν πρόκειται μόνο για κερδοσκοπίες με τα νομίσματα και τις μετοχές, αλλά κυρίως για ένα όλο και πιο ευρύ οπλοστάσιο, το οποίο προέκυψε αποκλειστικά από τα κερδοσκοπικά παιχνίδια, τα οποία εξυπηρετούν τα νέα χρηματιστικά προϊόντα. Το που οδήγησε αυτό, φάνηκε καθαρά στην τωρινή παγκόσμια καπιταλιστική κρίση. Ουσιαστικά, αυτή ξεκίνησε ως κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

14. Η εξαγωγή κεφαλαίου οδηγεί στη διεθνή σύμπλεξη των συμφερόντων της χρηματιστικής ολιγαρχίας στο σύνολο του καπιταλιστικού κόσμου. Στις σημερινές συνθήκες οι υπερεθνικές και πολυεθνικές εταιρίες, στις οποίες ενσωματώνεται η διεθνής σύμπλεξη του κεφαλαίου, δεν χρησιμοποιούν μόνο τις πιο επιθετικές μορφές της ανταγωνιστικής πάλης, δεν διεξάγουν μόνο ένα κυνήγι για αγορές και σφαίρες εναπόθεσης για το κεφάλαιο, αλλά παίζουν το ρόλο της πρωτοπορίας των αντιδραστικών δυνάμεων του ιμπεριαλισμού, διεξάγοντας μια επιθετική πολιτική ενάντια στο εργατικό κίνημα και στις χώρες με αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό. Συχνά, διεξάγουν οι ίδιες πιο αποτελεσματικά απ΄ ό,τι οι κυβερνήσεις των ιμπεριαλιστικών χωρών μεγάλες επιχειρήσεις για την υποστήριξη αντιδραστικών καθεστώτων, καθώς και για την πραγματοποίηση μέτρων αντιπερισπασμού ενάντια σε χώρες οι οποίες ακολουθούν μια συνεπή αντιιμπεριαλιστική πολιτική. Σήμερα δεν είναι οπωσδήποτε αναγκαία μια απόφαση του κράτους για να λάβει χώρα ένας οικονομικός αποκλεισμός. Αυτό μπορούν να το κάνουν τα διεθνή μονοπώλια για τον εαυτό τους χωρίς να προκαλέσουν θόρυβο. Η πείρα της Χιλής επί κυβέρνησης Αλλιέντε το δείχνει καθαρά. Οι διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις, οι οποίες μοιράζουν τον κόσμο, ένα θέμα που ανέλυσε ο Λένιν, στις σημερινές συνθήκες έχουν πάρει μια καλυμμένη, μασκαρεμένη μορφή. Οι υπερεθνικές κρατικομονοπωλιακές ενώσεις που δημιουργήθηκαν, αποτελούν στην ουσία εποικοδόμημα των διεθνών μονοπωλιακών ενώσεων, που στόχο έχει, κάτω από τη σημαία του εθνικού κράτους, τη δημιουργία οικονομικών αυτοκρατοριών καταλαμβάνοντας το έδαφος πολλών χωρών. Πρόκειται εδώ για οικονομικές και πολιτικές σχέσεις που πλησιάζουν αυτές ενός προτεκτοράτου. Ο Λένιν στην εποχή του έκανε λόγο για 100 τραστ τα οποία κυριαρχούν στον κόσμο. Σήμερα περίπου 500 μεγάλα κοντσέρν κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά. Αυτά αποτελούν και τις ατμομηχανές της παγκόσμιας ανάπτυξης σαν υπερεθνικά, πολυεθνικά ή και εθνικά κοντσέρν.

15. Και το πέμπτο χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού παραμένει σε ισχύ, σε μια τροποποιημένη μορφή. Η πάλη για το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, έγινε προσπάθεια να προετοιμαστεί ένα νέο μοίρασμα του κόσμου στη βάση του ψυχρού πολέμου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες αναπτύχθηκε για πρώτη φορά σε συνθήκες ειρήνης, μια στρατιωτικοποίηση της οικονομίας, η οποία στο σημερινό καπιταλισμό έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις και αποτελεί ένα πολύ σημαντικό παράγοντα ενίσχυσης του παρασιτισμού και της σήψης του. Το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα αποτελεί το κυριότερο στήριγμα των πιο επιθετικών κύκλων του ιμπεριαλισμού κυρίως για οικονομικούς λόγους. Η αιτία βρίσκεται στην παραγωγή εξοπλισμού, τον πιο κερδοφόρο κλάδο, που σπάνια γνωρίζει κρίσεις, γι΄ αυτό και αυξάνεται διαρκώς, έχοντας τη δυνατότητα να ιδιοποιείται όλο και μεγαλύτερα κέρδη.

Η πάλη για το μοίρασμα του κόσμου συνεχίστηκε και μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», με μια μετατόπιση του κέντρου βάρους, κυρίως με τη διείσδυση του γερμανικού ιμπεριαλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και την εμφάνιση των αναδυόμενων χωρών.
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

MEW = Marx-Engels Werke [Έργα των Μαρξ-Ένγκελς]

LW = Lenin Werke [Έργα του Λένιν]

7. Το οικονομικό μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στα διεθνή μονοπώλια

[72] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 78

[73] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 79

[74] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 79

[75] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 79

[76] Richard Owinnikow: Ausbeuter der Entwicklungsländer. Στο: Sozialismus: Theorie und
       Praxis, Moskau, 1979, Αρ. 3, σ. 106

8. Το εδαφικό μοίρασμα του κόσμου και το ιμπεριαλιστικό αποικιοκρατικό σύστημα

[77] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 88

[78] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 96

[79] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 14

[80] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 95

9. Ιμπεριαλιστική επιθετικότητα

[81] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 114/115

[82] Β. Ι. Λένιν: Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, σ. 8, εκδ. Προγκρές,
       Μόσχα 1985

[83] Β. Ι. Λένιν: Πρόλογος στο βιβλίο του Νικολάϊ Μπουχάριν «Ιμπεριαλισμός και παγκόσμια
       οικονομία», σ. 14, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο

[84] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 112

[85] Β. Ι. Λένιν: Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, σ. 8, εκδ. Προγκρές,
       Μόσχα 1985

10. Η ιστορική θέση του ιμπεριαλισμού

[86] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 109

[87] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού. Στο: Lenin Werke, τομ. 23, σ.
       102

[88] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 103

[89] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 103/104

[90] W. I. Lenin: Entwurf eines Programms unserer Partei.Στο: Lenin Werke, τομ. 4, σ. 228

[91] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντύριγκ, σ. 430, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006

[92] Επίλογος το 1917 στο «Das Agrarprogamm der Sozialdemokratie in der ersten russischen
       Revolution von 1905 bis 1907», στο: Lenin Werke, τομ. 13, σ. 438

[93] Του ίδιου: «Eine Wendung in der Weltpolitik», τομ. 23, σ. 274. Του ίδιου: «Siebente
       Gesamtrussische Konferenz der SDARP(B) (Arbeiterkonferenz)», τομ. 24, σ. 228-229

[94] W. I. Lenin: Krieg und Revolution. Στο: Lenin Werke, τομ. 24, σ. 401

[95] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 148

[96] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 144

[97] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 116

[98] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3, σ. 650

[99] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3, σ. 556/557, 565

[100] Βλ: Φ. Ένγκελς: «Συμπλήρωμα και επίλογος στο ΙΙΙ βιβλίο του Κεφαλαίου». Στο: Καρλ Μαρξ:
         Το Κεφάλαιο, τομ. 3, σ. 1115

[101] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3, σ. 446

[102] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3, σ. 590

[103] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3, σ. 479

[104] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3, σ. 316

[105] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 115

[106] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 1, σ. 692

[107] MEW 29, σ. 358

[108] MEW 22, σ. 274

[109] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 125

[110] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 146

[111] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 126

11. Καρλ Κάουτσκι και ιμπεριαλισμός

[112] Karl Kautsky: Finanzkapital und Krisen. Στο: NZ, 1910 – 1911, τομ. 1ος, σ. 769

[113] K. Kautsky, ό.π., σ.767

[114] K. Kautsky, ό.π., σ.838 - 845

[115] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 73

[116] Karl Kautsky: Finanzkapital und Krisen. Στο: NZ, 1910 – 1911, τομ. 1ος, σ. 839

[117] Karl Kautsky: Der erste Mai und der Kampf gegen den Militarismus. Στο: NZ, 1911 – 1912,
         τομ. 2ος, σ. 107

[118] K. Kautsky: ό.π., σ. 106

[119] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 1ος, σ. 525

[120] Karl Kautsky: Nochmals die Abrüstung. Στο: ΝΖ, 1911 – 1912, τομ. 2ος, σ. 850

[121] ό.π., σ. 851

[122] Karl Kautsky: Der erste Mai und der Kampf gegen den Militarismus. Στο: NZ, 1911 – 1912,
         τομ. 2ος, σ. 106 - 109

[123] Karl Kautsky: Zum Parteitag. Στο: NZ, 1910 – 1911, τομ. 2ος, σ. 798/799

[124] Karl Kautsky: Die Wurzeln des Sieges, Στο: NZ, 1911 – 1912, τομ. 1ος, σ. 577 – 581

[125] Karl Kautsky: Der Krieg und die Internationale. Στο: NZ, 1912 - 1923, τομ. 1ος, σ. 185 – 193

[126] Karl Kautsky: Die Imperialismus. Στο: ΝΖ, 1913 -1914, τομ. 2ος, σ. 909

[127] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 105/106

[128] Karl Kautsky: Die Imperialismus. Στο: ΝΖ, 1913 -1914, τομ. 2ος, σ. 916

[129] ό.π., σ. 917

[130] ό.π., σ. 917

[131] ό.π., σ. 920

[132] ό.π., σ. 920

[133] ό.π., σ. 921

[134] ό.π., σ. 922

[135] Karl Kautsky: Nationalstaat, imperialistischer Staat und Staatenbund, Nürnberg 1915, σ. 17

[136] Β. Ι. Λένιν: Η χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς, σ. 33, Αθήνα 2008

[137] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 105/106

[138] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού [σε μορφή pdf]

[139] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 108

[140] Β. Ι. Λένιν: Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό»,
         σ. 21, εκδ. Προγκρές, Μόσχα 1984

[141] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού

[142] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 132

[143] Β. Ι. Λένιν: Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, σ.8, εκδ. Προγκρές,
         Μόσχα 1985

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.