Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Ο ιμπεριαλισμός (Α΄)





Ο ιμπεριαλισμός

«Η σημερινή κοινωνία δεν είναι στέρεο κρύσταλλο, μα ένας οργανισμός που είναι ικανός για αλλαγές και βρίσκεται διαρκώς σε προτσές αλλαγής». Μαρξ

«Χωρίς τη μελέτη του βασικού οικονομικού προβλήματος, δεν μπορεί να καταλάβει κανείς τίποτα από την εκτίμηση του σύγχρονου πολέμου και της σύγχρονης πολιτικής, και συγκεκριμένα: το πρόβλημα της οικονομικής ουσίας του ιμπεριαλισμού». Λένιν

του Παναγιώτη Γαβάνα

Στην παρούσα μπροσούρα εξετάζεται ένα από τα καίρια ζητήματα γύρω από το οποίο διεξάγονται τα τελευταία χρόνια μια σειρά από αντιπαραθέσεις μέσα στο μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα: το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Η οξύτητα την οποία παίρνουν κάποτε αυτές οι αντιπαραθέσεις, δεν οφείλεται μόνο σε παλιές υπαρκτές διαφορές απόψεων ή αντιλήψεων, αλλά και στο ότι προκύπτουν διαρκώς νέα ερωτήματα που ζητούν απάντηση, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε διαρκές προτσές αλλαγής. Η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό, αποτελεί σ΄ αυτό το πεδίο ένα όπλο αναντικατάστατο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Περιεχόμενα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

1. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ

2. ΤΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ (ΓΕΝΙΚΑ)

2.1. Εισαγωγή

2.2. Ο νομοτελειακός σχηματισμός του μονοπωλίου στη παραγωγή

2.3. Η μονοπωλιακή-καπιταλιστική ιδιοκτησία

2.4. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο ως επικρατούσα κεφαλαιακή σχέση

3. ΤΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ

3.1. Γέννηση και βασικά χαρακτηριστικά του βιομηχανικού μονοπωλίου

3.2. Η αντικατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού από το μονοπώλιο

3.3. Ο ρόλος της βίας στις οικονομικές σχέσεις

3.4. Σχεδιομετρική ανάπτυξη και αναρχία στη παραγωγή υπό συνθήκες μονοπωλιακής
       κυριαρχίας

3.5. Αλλαγές στο μηχανισμό επίδρασης πάνω στους μισθούς

3.6. Μονοπώλιο και ανταγωνισμός

3.7. Μονοπώλιο και μέσο ποσοστό κέρδους

3.8. Ο νόμος του μονοπωλιακού κέρδους

3.9. Μπορεί να καθοριστεί το μονοπώλιο εννοιολογικά μέσω του μονοπωλιακού κέρδους;

3.10. Η έννοια της μονοπωλιακής τιμής κατά Μαρξ

3.11. Η μονοπωλιακή τιμή σε συνθήκες ιμπεριαλισμού

3.12. Οι μορφές μονοπωλίου κατά Μαρξ 

3.13. Μορφές οργάνωσης του βιομηχανικού μονοπωλίου στον ιμπεριαλισμό

3.14. Πολυεθνικό και υπερεθνικό μονοπώλιο

4. ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ ΚΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

4.1. Ο σχηματισμός των τραπεζικών μονοπωλίων

4.2. Ο νέος ρόλος των τραπεζών

5. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΗ ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ

5.1. Ο σχηματισμός του χρηματιστικού κεφαλαίου

5.2. Σχετικά με την έννοια «χρηματιστικό κεφάλαιο»

5.3. Η σχέση βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου

5.4. Σχετικά με την έννοια «χρηματιστική ολιγαρχία»

5.5. Η κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας

6. Η ΕΞΑΓΩΓΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

6.1. Από το εθνικό στο διεθνές πλαίσιο

6.2. Αιτίες του αυξανόμενου ρόλου της εξαγωγής κεφαλαίου

6.3. Κατεύθυνση της εξαγωγής κεφαλαίου

6.4. Μορφές εξαγωγής κεφαλαίου (γενική τοποθέτηση)

6.5. Ζητήματα της εξαγωγής κεφαλαίου (ειδική προσέγγιση)

6.6. Διαφυγή κεφαλαίου

6.7. Παρέκβαση: Το ΚΚΕ περί εξαγωγής κεφαλαίου (και όχι μόνο)

6.8. Εξαγωγή κεφαλαίου και αναπτυσσόμενες χώρες

6.9. Συμμετέχει η εργατική τάξη των ιμπεριαλιστικών χωρών στην εκμετάλλευση του Τρίτου
       Κόσμου;

7. ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΙΕΘΝΗ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ

8. ΤΟ ΕΔΑΦΙΚΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ 

9. ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ

9.1. Επιθετικότητα του μονοπωλίου και ιμπεριαλιστικός πόλεμος

9.2. Μεταβολές στην κλασική εικόνα του πολέμου

10. Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

10.1. Ο ιμπεριαλισμός σαν ιδιαίτερο στάδιο του καπιταλισμού

10.2. Ο ιμπεριαλισμός σαν μονοπωλιακός καπιταλισμός

10.2.1. Το μονοπώλιο στην ολότητά του. Μεταβολές στο μηχανισμό της επίδρασης των
            οικονομικών νόμων

10.2.2. Από τον μονοπωλιακό στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό

10.3. Ο παρασιτισμός και η σήψη του ιμπεριαλισμού

10.3.1. Ο παρασιτισμός της αστικής τάξης

10.3.2. Χρηματιστική κερδοσκοπία και καπιταλιστική κρίση

10.3.3. Επιβράδυνση της επιστημονικο-τεχνικής προόδου

10.3.4. Η ανάπτυξη της προσωπικότητας

10.3.5. Ιμπεριαλιστικός πόλεμος και εξοπλισμοί

10.3.6. Εργατική αριστοκρατία και εργατική γραφειοκρατία

11. ΚΑΡΛ ΚΑΟΥΤΣΚΙ ΚΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ

11.1. Εισαγωγικές σημειώσεις

11.2. Μια «νέα» κατανόηση της πολιτικής οικονομίας

11.3. Ιμπεριαλισμός και «υπεριμπεριαλισμός»

11.4. Η κριτική του Λένιν

12. ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1. Οικονομικές έννοιες και μεθοδολογικές παρατηρήσεις

2. Στοιχεία που αφορούν στο διεθνές επίπεδο

2.1. Υπερεθνικά Κοντσέρν (ΥΕ)

2.2. Παγκόσμιο ΑΕΠ (Μερίδιο κρατών/συμμαχιών κρατών)

2.3. Ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου

2.4. Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) παγκοσμίως

2.5. Στρατιωτικοπολιτική κατάσταση

2.6. Κατανομή πλούτου

3. Στοιχεία που αφορούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση

3.1. Ζητήματα οικονομικής ολοκλήρωσης

3.2. Η δύναμη των κοντσέρν σε θέσεις-κλειδιά της οικονομίας

3.3. Ανάπτυξη του εμπορίου και άμεσες επενδύσεις στην αλλοδαπή

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σημείωση: Εξαιτίας της μεγάλης έκτασης που καταλαμβάνει αυτή η μελέτη θα δημοσιευτεί σε έξι μέρη -για καθαρά τεχνικούς λόγους. (Εδώ ισχύουν οι στοίχοι του Μπρεχτ: «Γλύτωσα απ’ τους κροκόδειλους, πάλεψα με τίγρεις και λιοντάρια και μ΄ έφαγαν οι κοριοί»).


Μέρος Α΄


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η συγγραφή τούτης της μπροσούρας ξεκίνησε πριν από ένα περίπου χρόνο στην ιδιαίτερή μου πατρίδα, τη Μυτιλήνη, και για διάφορους λόγους η όλη προσπάθεια διακόπηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τελικά έμελε να ολοκληρωθεί στο μικρό και φιλόξενο νησί των Κυκλάδων Κέα (Τζια). Αρχική μου πρόθεση ήταν να γράψω μια μικρή εκλαϊκευτική ανάλυση-εισαγωγή στο έργο του Λένιν «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Αφορμή για αυτό αποτέλεσε η παραμόρφωση της λενινιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό από τη σημερινή αριστερίστικη ηγετική ομάδα του ΚΚΕ.

Σε αρκετά όμως κείμενα που δόθηκαν στη δημοσιότητα αναφορικά με το ζήτημα του ιμπεριαλισμού, κυρίως μέσα από το διαδίκτυο, επικρατεί μια σύγχυση, που φτάνει μέχρι την πλήρη άρνηση της λενινιστικής θεωρίας, ακόμη και στο όνομα του Λένιν. Ακριβώς, αυτό ήταν το κίνητρο που με ώθησε να ξεφύγω απ΄ το πλαίσιο μιας απλής εισαγωγής, διευρύνοντάς την παράλληλα και με ζητήματα που αφορούν στο παρόν. Στη διεύρυνση αυτή, αρχική μου πρόθεση ήταν να περιληφθεί και μια σύντομη ανάλυση θεωριών για τον ιμπεριαλισμό που διατυπώθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Συγκεκριμένα, εδώ αναφέρομαι στις αντιλήψεις του Χόμπσον, της Ρ. Λούξεμπουργκ, του Ρ. Χίλφερντιγκ, του Κ. Κάουτσκι και του Ν. Μπουχάριν. Δυστυχώς, αυτό δεν κατόρθωσα να το πετύχω παρά μόνο σε ό,τι αφορά τον Κάουτσκι και εν μέρει τον Χίλφερντιγκ. Αφενός, διότι ο χρόνος πίεζε και δεν μπορούσαν να υπάρξουν πλέον άλλες αναβολές, αφετέρου όμως γιατί η απροσδόκητη αλλαγή τόπου, συνέβαλλε στο να ξεκοπώ από μια πλούσια βιβλιογραφία που μου ήταν απαραίτητη για να φέρω σε πέρας αυτή την εργασία. Αυτός είναι και ο λόγος που στο τέλος της μπροσούρας δεν δίνεται η σχετική βιβλιογραφία. Είναι δυνατό όμως ένα μέρος αυτής να παρθεί από τις «Σημειώσεις και Παραπομπές». Για αυτό ελπίζω στην κατανόηση του αναγνώστη.

Το κέντρο βάρους της ανάλυσης αποτελούν οι οικονομικές βάσεις του ιμπεριαλισμού, επειδή χωρίς τη βαθιά γνώση τους, αυτός είναι αδύνατο να κατανοηθεί. Είναι προφανές, ότι εδώ δεν γίνεται λόγος για την αστική αντίληψη περί ιμπεριαλισμού, η οποία τον ταυτίζει ή τον συρρικνώνει σε μια επιθετική εξωτερική και μιλιταριστική πολιτική, σε στρατιωτικές επεμβάσεις, διότι μ΄ αυτή την έννοια, ιμπεριαλισμός υπάρχει από αρχαιοτάτων χρόνων. Εδώ εννοούμε τον ιμπεριαλισμό σαν ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Επομένως, η κατανόησή του προϋποθέτει ένα μίνιμουμ γνώσεων της μαρξιστικής οικονομίας, το οποίο στην παρούσα μελέτη θεωρείται ως δεδομένο. Μ΄ αυτή την έννοια είναι δυνατό ένα μέρος των αναγνωστών να έχει κάποιες δυσκολίες κατανόησης. Αυτό όμως δεν μπορεί να σημαίνει παραίτηση απ΄ τη μελέτη, αλλά προσπάθεια εμβάθυνσης των μαρξιστικών οικονομικών εννοιών. Ένα σημαντικό μέρος της μπροσούρας αποτελεί το Παράρτημα με ένα πλούσιο στατιστικό υλικό, για το οποίο θα έλεγα ότι δεν απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις. Σ΄ αυτό βοηθά επίσης η επεξήγηση μιας σειράς εννοιών, καθώς και διάφορες κριτικές παρατηρήσεις.

Ένα ζήτημα που είναι αναγκαίο να τονιστεί, αφορά στο ζήτημα, ότι ο σημερινός ιμπεριαλισμός από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 έχει εισέλθει σε μια νέα φάση. Ως σημαντικά χαρακτηριστικά αυτής της φάσης μπορούν να αναφερθούν: Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, η διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας, η ευρεία χρήση των νέων τεχνολογιών (ιδιαίτερα της μικροηλεκτρονικής), η ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου, η αύξηση του βαθμού διεθνοποίησης του κεφαλαίου, η κυριαρχία των υπερεθνικών κοντσέρν ως μορφής μονοπωλίων, ο αυξανόμενος ρόλος ιμπεριαλιστικών υπερεθνικών οργανισμών (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΕΕ κτλ), η κατακρεούργηση ακόμη και των πιο στοιχειωδών αστικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τα χαρακτηριστικά όμως αυτά από μόνα τους, δεν στοιχειοθετούν κατά την άποψή μου ένα νέο στάδιο μετά τον ιμπεριαλισμό, όπως υποστηρίζει για παράδειγμα το ΝΑΡ (βλ: «ολοκληρωτικός καπιταλισμός» -μια έννοια κατά τη γνώμη μου ατυχής), αλλά μια φάση στα πλαίσια του ίδιου του ιμπεριαλισμού! 

Η προσωπική μου εκτίμησή για το ζήτημα τούτο είναι σαφής: Παρά τις αλλαγές που έχει υποστεί ο ιμπεριαλισμός από τότε που εκδόθηκε το έργο του Λένιν «Ο ιμπεριαλισμός» –και δεν ήταν το μοναδικό- μέχρι σήμερα η λενινιστική θεωρία για αυτόν εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα θα παραμείνει στα ήδη γνωστά. Ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μια διαρκή μεταβολή, επομένως τα νέα φαινόμενα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο μελέτης και θεωρητικών επεξεργασιών, διαφορετικά το κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα θα βαδίζει στα τυφλά χωρίς πυξίδα.

Η παρούσα μελέτη δεν αποτελεί φυσικά ούτε «ευαγγέλιο» ούτε και την «τελική πράξη», αλλά την αφετηριακή βάση για μια σειρά αναλύσεις που θα ακολουθήσουν και θα αφορούν σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής, μιλιταρισμού, καθώς και μορφών ιμπεριαλισμού και νεοαποικιοκρατίας, που τα τελευταία χρόνια έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία (όπως: η ιμπεριαλιστική πάλη για την κατοχή πρώτων υλών, η νέα υφαρπαγή γης, τα αγροκαύσιμα σε σχέση με το διατροφικό πρόβλημα, καθώς και το ζήτημα των κλιματικών αλλαγών). Η μελέτη όμως στην οποία θα δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα, είναι εκείνη που αφορά στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό (ΚΜΚ).

Καταθέτω την μελέτη στην κρίση του αναγνώστη, με την ελπίδα ότι θα βοηθήσει στις συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα στο καίριο αυτό θέμα, συμβάλλοντας με τον τρόπο της στη διαλεύκανση αρκετών ζητημάτων.

Ο συγγραφέας
Μυτιλήνη / Κέα (Τζια), Οκτώβρης 2014




1. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ

Την περίοδο που ο Λένιν έγραφε το βασικό του έργο για τον ιμπεριαλισμό, το πρώτο εξάμηνο του 1916, ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος τον οποίο προκάλεσε ο ιμπεριαλισμός, βρισκόταν ήδη στην κορύφωσή του. Ήταν επομένως μια χρονική περίοδος στην οποία, όχι μόνο το ρωσικό, αλλά και το συνολικό διεθνές εργατικό κίνημα, χρειαζόταν άμεσα μια ολόπλευρη ερμηνεία για τα περίπλοκα ζητήματα, τα οποία το απασχολούσαν ήδη σε μεγάλο βαθμό κατά την καμπή από τον 19ο προς τον 20ο αιώνα. Τα ζητήματα αυτά προέκυψαν απ΄ το ότι ο καπιταλισμός, ο βασικός εχθρός της εργατικής τάξης, παρουσίαζε μια σειρά από νέα φαινόμενα. Τα φαινόμενα αυτά χαρακτηρίστηκαν με τον γενικό όρο «ιμπεριαλισμός». Στο οικονομικό πεδίο ήταν τα μονοπώλια και το χρηματιστικό κεφάλαιο, στο πολιτικό η νεοαποικιοκρατία και ο μιλιταρισμός, η οξυμένη αντιπαλότητα των μεγάλων δυνάμεων, ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών και ο κατ΄ αρχή αυξανόμενος κίνδυνος για πόλεμο, ο οποίος τελικά οδήγησε στο ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Τα φαινόμενα αυτά έκαναν πλέον φανερό, ότι ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός είχε υποστεί αλλαγές. Σαν συνέπεια των αλλαγών αυτών, η εργατική τάξη στην πάλη της, βρισκόταν μπροστά σε νέες συνθήκες, απ΄ τις οποίες θα έπρεπε να βγάλει τα αντίστοιχα συμπεράσματα για την στρατηγική και τακτική αυτής της πάλης. Για να γίνει όμως αυτό, ήταν κατ΄ αρχή αναγκαίο, να αναλυθούν με ακρίβεια οι ίδιες οι νέες συνθήκες επιστημονικά. Και τα δυό ζητήματα –η ανάλυση και τα συμπεράσματα που προέκυπταν απ΄ αυτήν- τα έθεσε ο Λένιν. Για το σκοπό αυτό μπορούσε ήδη να βρει και να επεξεργαστεί σημαντικές υποδείξεις των Μαρξ και Ένγκελς που αφορούσαν στις αλλαγές του καπιταλισμού, αλλά να λάβει υπόψη του και δικές του ήδη δημοσιεύσεις από τα προηγούμενα χρόνια. Από τα μέσα όμως του 1915 ασχολήθηκε με τη μελέτη ενός ειδικού ογκώδους υλικού από διάφορες πηγές.

Ήδη, οι Μαρξ και Ένγκελς στα τελευταία χρόνια της δράσης τους, είχαν διαπιστώσει ότι η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου έχουν προκαλέσει αλλαγές στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, οι οποίες οδήγησαν στον σχηματισμό μονοπωλίων. Ο Ένγκελς για παράδειγμα, στις συμπληρώσεις που έκανε στο έργο του «Αντι-Ντίριγκ», καθώς και σε προσθήκες στον τρίτο τόμο στο «Κεφάλαιο», υποδείκνυε ότι το τραστ στον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταβάλλεται σε μονοπώλιο[1]. Από τις αλλαγές αυτές οι Μαρξ και Ένγκελς κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι οι καπιταλιστικές αντιθέσεις οξύνονται και ότι θα αναπτύσσονταν ταυτόχρονα και οι υλικές προϋποθέσεις για την μετάβαση προς τον σοσιαλισμό.

Μετά τον θάνατο των Μαρξ και Ένγκελς, οι αναθεωρητές, και κυρίως ο Μπέρνσταϊν, από την επέκταση της μονοπωλιακής κυριαρχίας, καταλήγουν στα ακριβώς αντίθετα συμπεράσματα. Συγκεκριμένα, υποστήριζαν ότι οι αντιφάσεις μεταξύ της εργατικής και της αστικής τάξης εξασθενούν και ότι έτσι θα μπορούσε ο καπιταλισμός να μετεξελιχτεί ειρηνικά σε σοσιαλισμό. Έτσι ο Μπέρνσταϊν πρόσφερε στον οπορτουνισμό, ο οποίος άρχισε να ξαπλώνεται στο εργατικό κίνημα, τη θεωρητική δικαιολογία για την πολιτική της συνεργασίας, της εκεχειρίας με την αστική τάξη. Στην πραγματικότητα όμως αυτό σήμαινε παραίτηση της εργατικής τάξης απ΄ τα ταξικά της συμφέροντα και υποταγή της κάτω απ΄ την κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Οι επαναστατικές δυνάμεις στο εργατικό κίνημα είχαν ήδη αρχίσει την πάλη τους ενάντια σ΄ αυτές τις ολέθριες επιθέσεις των οπορτουνιστών στην επαναστατική θεωρία του μαρξισμού και στα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου και την οδηγούσαν με την μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Αλλά όπως φάνηκε αυτό δεν αρκούσε. Το ζήτημα που τέθηκε ήταν: παραπέρα ανάπτυξη του μαρξισμού σαν θεωρία της πάλης για την απελευθέρωση του προλεταριάτου, η οποία θα έπρεπε να αντιστοιχεί στις νέες συνθήκες.

Στο καθήκον αυτό αφοσιώθηκε ήδη ο Λένιν με την επιστημονική του δουλειά και την επαναστατική του πάλη μέσα στο ρωσικό και το διεθνές εργατικό κίνημα. Το βιβλίο του «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», καταλαμβάνει μια σημαντική θέση για την λύση των νέων προβλημάτων που εμφανίστηκαν. Τις άμεσες προεργασίες για αυτό το σκοπό τις ξεκίνησε ήδη το 1915 στη Βέρνη (Ελβετία). Ήταν η περίοδος μετά την κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς, στην οποία το διεθνές κίνημα της εργατικής τάξης κάτω απ΄ την καθοδήγηση του Λένιν και του κόμματος των μπολσεβίκων, άρχισε να μορφοποιείται ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, και κατά την οποία η πάλη για την σωστή τακτική και στρατηγική ενάντια στον πόλεμο, βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. 

Την περίοδο αυτή ο Λένιν γράφει μια σειρά εργασίες, στις οποίες προσπαθεί να απαντήσει στα ζητήματα τακτικής και στρατηγικής που έμπαιναν τότε μπροστά στο εργατικό κίνημα. Έτσι, το 1915 δημοσιεύονται οι εργασίες του, «Η χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς», «Σοσιαλισμός και πόλεμος» και «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Στο βιβλίο του «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» περνά σε μια εκτεταμένη ανάλυση των βασικών αλλαγών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οι οποίες μετέτρεψαν τον καπιταλισμό στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο.

Ο Λένιν θέτει έτσι το καθήκον, όπως αναφέρεται σ΄ αυτό το έργο του, με τα παρακάτω λόγια: «Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να εκθέσουμε σύντομα και με όσο το δυνατό πιο εκλαϊκευμένη μορφή τη συνάφεια και την αμοιβαία σχέση των βασικών οικονομικών ιδιομορφιών του ιμπεριαλισμού»[2]. Και το 1920 όταν η τσαρική λογοκρισία δεν μπορούσε πλέον να τον περιορίσει, συμπληρώνει στον πρόλογο της γαλλικής και της γερμανικής έκδοσης: «Σ΄ αυτό το μικρό βιβλίο αποδείχτηκε ότι ο πόλεμος του 1914-1918 ήταν και από τις δυό πλευρές ιμπεριαλιστικός (δηλαδή κατακτητικός, αρπακτικός, ληστρικός) πόλεμος, πόλεμος για το μοίρασμα του κόσμου και το ξαναμοίρασμα των αποικιών, των “σφαιρών επιρροής” του χρηματιστικού κεφαλαίου κτλ.

Γιατί η απόδειξη του αληθινού κοινωνικού ή πιο σωστά: του αληθινού ταξικού χαρακτήρα του πολέμου, δεν περιέχεται φυσικά στη διπλωματική ιστορία του πολέμου, αλλά στην ανάλυση της αντικειμενικής κατάστασης των κυρίαρχων τάξεων σ΄ όλες τις εμπόλεμες δυνάμεις. Για να περιγράψει κανείς αυτή την αντικειμενική κατάσταση, δεν πρέπει να πάρει παραδείγματα και ξεχωριστά στοιχεία (…), αλλά οπωσδήποτε το σύνολο των στοιχείων για τις βάσεις της οικονομικής ζωής όλων των εμπόλεμων δυνάμεων όλου του κόσμου»[3].

Ο Λένιν χρησιμοποιεί επομένως με συνέπεια την μέθοδο του Μαρξ για την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων, εξετάζει τις οικονομικές βάσεις του ιμπεριαλισμού. Επειδή για να καθοδηγηθεί σωστά το επαναστατικό κίνημα και για να είναι σε θέση να καταπολεμήσει με επιτυχία την ιδεολογία της ιμπεριαλιστικής αντίδρασης, όπως και την ρεφορμιστική πολιτική, είναι αναγκαίο «να γίνει κατανοητό το βασικό οικονομικό πρόβλημα, που, χωρίς τη μελέτη του, δεν μπορεί να καταλάβει κανείς τίποτε από την εκτίμηση του σύγχρονου πολέμου και της σύγχρονης πολιτικής, και συγκεκριμένα: το πρόβλημα της οικονομικής ουσίας του ιμπεριαλισμού»[4].

Ποια ήταν όμως τα βασικά συμπεράσματα της ανάλυσης του ιμπεριαλισμού στα οποία κατέληξε ο Λένιν «με βάση τα συνοψισμένα στοιχεία μιας αναντίρρητης αστικής στατιστικής και τις ομολογίες των αστών επιστημόνων όλων των χωρών»»;[5].Αυτά θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα παρακάτω:

1. Ο πόλεμος δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο, το οποίο προκύπτει απλά από την πολιτική, αλλά το αντικειμενικό αποτέλεσμα της μετατροπής του ελεύθερου ανταγωνισμού σε μονοπωλιακό καπιταλισμό. Αυτός είναι έκφραση της κρισιακής κατάστασης του καπιταλισμού, της υπερωρίμανσής του, της όξυνσης όλων των αντιφάσεών του. Οι ιμπεριαλιστές αναζητούν να λύσουν αυτές τις αντιφάσεις με τα μέσα του πολέμου, δεν μπορούν όμως να επιτύχουν καμιά λύση. Επειδή ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος διεξάγεται πάνω στην πλάτη της εργατικής τάξης, χειροτερεύει τη θέση της, μέχρι που γίνεται αφόρητη, υπονομεύοντας με τις καταστροφές του και την πολεμική του οικονομία ακόμη και τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, προκαλώντας νέες αντιθέσεις ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές.

2. Το υψηλό επίπεδο κοινωνικοποίησης της παραγωγής, η όξυνση όλων των αντιφάσεων του καπιταλισμού, η εξαθλίωση των μαζών που προκαλείται από τον πόλεμο, δείχνουν ότι ο καπιταλισμός με το ιμπεριαλιστικό του στάδιο έχει φτάσει σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο ανάπτυξής του, ότι στην επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, αυτός μπορεί και πρέπει να αντικατασταθεί: «Ο ιμπεριαλισμός είναι η παραμονή της κοινωνικής επανάστασης του προλεταριάτου»[6].

3. Ο βασικός αντίπαλος της εργατικής τάξης είναι ξεκάθαρα το μονοπωλιακό και χρηματιστικό κεφάλαιο, επειδή κατέχει τις βασικές θέσεις στην οικονομία, στηριζόμενο πάνω στην οικονομική εξουσία του και στο κράτος, καθορίζει την πολιτική του. Επομένως, άμεσος στόχος της εργατικής τάξης δεν μπορεί παρά να είναι το γκρέμισμα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας της μονοπωλιακής αστικής τάξης.
 
4. Βασικό εμπόδιο στην πάλη κατά του ιμπεριαλισμού αποτελεί ο οπορτουνισμός. Την πιο σημαντική οικονομική βάση του, την δημιούργησε το μονοπωλιακό κεφάλαιο, εξαγοράζοντας ένα ανώτερο στρώμα της εργατικής τάξης μ΄ ένα μέρος του μονοπωλιακού κέρδους. Ο οπορτουνισμός σαν πολιτική συνεργασίας με την μονοπωλιακή αστική τάξη και την υποταγή των συμφερόντων της εργατικής τάξης κάτω από αυτά του μονοπωλιακού κεφαλαίου, διέσπασε την εργατική τάξη παραλύοντας έτσι την αγωνιστική της δύναμη. Για να «σπάσει» επομένως η εξουσία της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης και να πάρει ένα τέλος ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, πρέπει να «σπάσει» και ο οπορτουνισμός και να δημιουργηθεί ένα αυτόνομο εργατικό κόμμα.

Αυτά είναι τα βασικά συμπεράσματα που κατέληξε ο Λένιν στη βάση της ανάλυσής του και τα οποία κατέθεσε τόσο στο βιβλίο του για τον ιμπεριαλισμό όσο και σε άλλα έργα του.

Είναι ακόμη σημαντικό να επισημάνουμε, ότι προτού ο Λένιν γράψει το βιβλίο του για τον ιμπεριαλισμό, είχε κάνει ήδη μια προεργασία με σημειώσεις που καταλαμβάνουν περίπου 900 σελίδες[7] και φέρουν τον τίτλο «Τετράδια για τον ιμπεριαλισμό», επειδή σ΄ αυτά περιλαμβάνονται 21 σημειωματάρια, τα οποία περιέχουν υλικό από μελέτες που έκανε σε διάφορα ζητήματα της οικονομίας και της πολιτικής του ιμπεριαλισμού. Πρόκειται για προπαρασκευαστικό υλικό το οποίο περιέχει αποσπάσματα, δεδομένα και στατιστικές από 148 βιβλία, μπροσούρες, διατριβές και στατιστικά ανθολόγια, καθώς και άρθρα που δημοσιεύτηκαν σε 49 περιοδικά και εφημερίδες. Σημαντικός ήταν επίσης και ο τρόπος που χαρακτήριζε την επιστημονική δουλειά του Λένιν: Από τα βιβλία αυτά μόνο δύο διάβασε σε μετάφραση από τα Ρωσικά, ενώ όλα τα άλλα στις διάφορες γλώσσες που εκδόθηκαν και παράλληλα τα αποσπάσματα που έγραψε ήταν επίσης σ΄ αυτές τις γλώσσες. Εδώ πρόκειται για 106 βιβλία στα Γερμανικά, 23 στα Γαλλικά και 12 στα Αγγλικά.


2. ΤΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ (ΓΕΝΙΚΑ)

2.1. Εισαγωγή

Στην οικονομική του ουσία ο ιμπεριαλισμός είναι μονοπωλιακός καπιταλισμός, ο οποίος αντικατέστησε τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού. Το προτσές αυτό άρχισε στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα.

Τις απαρχές του μπόρεσε να παρατηρήσει ήδη ο Μαρξ με βάση την ανάπτυξη των μετοχικών εταιριών. Ο Ένγκελς στις συμπληρώσεις του στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου» και στο έργο του «Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από ουτοπία σε επιστήμη», έκανε σημαντικές αναφορές σχετικά με την μεταβολή της κεφαλαιακής σχέσης, μέσω του αυξανόμενου σχηματισμού των μονοπωλίων, που ήταν δυνατό να παρατηρηθούν στις δεκαετίες του 1880 και 1890. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανέλυσαν τις γενικές νομοτέλειες και την ουσία του καπιταλισμού στις μορφές του καπιταλισμού της εποχής τους και τεκμηρίωσαν τις ιστορικές τάσεις ανάπτυξής του. Ο Λένιν συνέχισε το έργο τους, συγκεντρώνοντας την προσοχή του στα νέα προτσές που εμφανίστηκαν υπό την κυρίαρχη θέση των μονοπωλίων και παρουσίαζαν έναν αλλαγμένο μηχανισμό επίδρασης των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού.

Το σημαντικότερο έργο στο οποίο ο Λένιν τεκμηριώνει την ουσία και την εσωτερική συνάφεια των νέων φαινομένων του καπιταλισμού καθώς και την ιστορική θέση του ιμπεριαλισμού, είναι –όπως ήδη αναφέρθηκε- το βιβλίο «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Το βιβλίο αυτό, όπως και το «Κεφάλαιο» του Μαρξ, ανήκει στα βασικά έργα της μαρξιστικής οικονομίας του καπιταλισμού.

Η ανάλυση του Λένιν, η οποία καταπιάνεται με τη μετάβαση από τον προμονοπωλιακό στον μονοπωλιακό καπιταλισμό και τα νέα προτσές στην οικονομία και την πολιτική που συνδέονται μ΄ αυτή τη μετάβαση, είναι θεμελιώδους σημασίας για το διεθνές εργατικό κίνημα. Σε αυτό που έπρεπε να επικεντρωθεί η ανάλυση ήταν, να αποκαλυφθούν οι νέες μορφές κίνησης του κεφαλαίου που χαρακτηρίζουν τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, αυτές να αναχθούν από την ουσία τους και να βγουν τα αναγκαία συμπεράσματα για την επαναστατική στρατηγική και τακτική του εργατικού κινήματος. Εδώ ανήκει επίσης και η σωστή εκτίμηση για τις αιτίες και το χαρακτήρα του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Αναφορικά μ΄ αυτό, ο Λένιν επισημαίνει ότι αυτός ο πόλεμος μπορεί να εξηγηθεί απ΄ την κυριαρχία του ιμπεριαλιστικού μονοπωλίου καθώς και την νέα σχέση μεταξύ οικονομίας και πολιτικής που συνδέονται μ΄ αυτό, ότι οι λαοί μπορούν να τσακίσουν τον ιμπεριαλισμό αν «σπάσουν» την εξουσία των μονοπωλίων.

Το μονοπώλιο αποτελεί την χαρακτηριστική μορφή της βασικής κεφαλαιακής σχέσης για τον ιμπεριαλισμό. Αυτό γεννιέται ως αποτέλεσμα της δράσης του βασικού οικονομικού νόμου του καπιταλισμού πάνω σε μια υψηλή βαθμίδα συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου. Στόχος του είναι η πραγματοποίηση ενός όσο το δυνατό υψηλότερου μονοπωλιακού κέρδους. Στις βασικές ιδιότητές του ανήκουν η χρήση βίας και επιθετικότητας.

Η κυρίαρχη θέση του μονοπωλίου στην οικονομία των καπιταλιστικών χωρών προκαλεί σημαντικές μεταβολές στο μηχανισμό επίδρασης των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός, ο οποίος εκφράζεται σ΄ ένα «ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς», στις μεταβαλλόμενες τιμές, στους μισθούς, στα ποσοστά τόκου κτλ, παραβιάζεται από το μονοπώλιο, το οποίο οδηγεί σε μια σχετική επιβολή τιμών, μισθών, ποσοστών τόκου κτλ προς όφελος του μονοπωλιακού κέρδους. Αλλά και στις σχέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών και κυρίως μεταξύ των ιμπεριαλιστικών ανταγωνιστών, εμφανίζονται εντονότερα μέθοδοι βίας, όπως ο εκβιασμός, η υπαγόρευση και η προσάρτηση. Η «εποχή του ελεύθερου εμπορίου» τελειώνει οριστικά.

Ο Λένιν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ιμπεριαλισμός σαν μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, χαρακτηρίζεται από πέντε βασικά οικονομικά στοιχεία:
  1. Η συγκέντρωση της παραγωγής έφτασε σε μια τόσο υψηλή βαθμίδα, που γεννιούνται βιομηχανικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις, οι οποίες στην οικονομική ζωή των καπιταλιστικών χωρών παίζουν τον αποφασιστικό ρόλο.
  2. Το βιομηχανικό κεφάλαιο συγχωνεύεται με το τραπεζικό κεφάλαιο απ΄ όπου προκύπτει το χρηματιστικό κεφάλαιο και η χρηματιστική ολιγαρχία.
  3. Η εξαγωγή κεφαλαίου αποκτά σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων μια ιδιαίτερα μεγάλη σημασία.
  4. Σχηματίζονται διεθνή μονοπώλια τα οποία μοιράζουν οικονομικά μεταξύ τους τον καπιταλιστικό κόσμο.
  5. Το εδαφικό μοίρασμα του κόσμου μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων έχει τελειώσει, ενώ η πάλη για ένα νέο μοίρασμα έχει αρχίσει.

 2.2. Ο νομοτελειακός σχηματισμός του μονοπωλίου στην παραγωγή

Η γέννηση του βιομηχανικού μονοπωλίου είναι το αναγκαίο αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Το βιομηχανικό μονοπώλιο αποτελεί αφενός αποτέλεσμα της όξυνσης της βασικής αντίφασης του καπιταλισμού και αφετέρου στοιχείο της παραπέρα όξυνσής της. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδήγησε σε μια αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής, δηλαδή σε ένα όλο και μεγαλύτερο εξαναγκασμό, να πραγματεύονται οι παραγωγικές δυνάμεις ως κοινωνικές. Στον καπιταλισμό αυτό είναι δυνατό μόνο μέσω της ανάπτυξης νέων μορφών κίνησης του κεφαλαίου. Αυτές οι μορφές προέκυψαν στην πορεία της συσσώρευσης, συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, όπως τις ανέλυσε ήδη ο Μαρξ, οι οποίες αυξάνουν νομοτελειακά την συγκέντρωση της παραγωγής. Πάνω σ΄ αυτή τη βάση σχηματίζεται, όπως τονίζει ο Λένιν, το μονοπώλιο. Σε σημαντικούς κλάδους της βιομηχανίας γεννιούνται μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες συνενώνονται διαδοχικά σε καρτέλ, συνδικάτα κτλ για να αποκτήσουν κυρίαρχες θέσεις σε ολόκληρο τον κλάδο, να δημιουργήσουν μονοπωλιακές θέσεις απέναντι στους προμηθευτές και τους αγοραστές και έτσι να αυξήσουν τις πηγές των κερδών τους. Η κυρίαρχη θέση των μονοπωλιακών μεγάλων επιχειρήσεων που καθιερώνεται έτσι, δεν προέρχεται απλά από αυθαίρετα μέτρα των μεγάλων καπιταλιστών. Πολύ περισσότερο, είναι ένας εξαναγκασμός μέσω της οικονομικής ανάπτυξης. Αποτελεί την καπιταλιστική αντίδραση πάνω σε μια νέα βαθμίδα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και την νέα βαθμίδα κοινωνικοποίησης της παραγωγής που αντιστοιχεί σ΄ αυτήν στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Νέες μέθοδοι τήξης του χάλυβα οδήγησαν στην ίδρυση μεγάλων μεταλλουργικών επιχειρήσεων. Εφευρέθηκαν ο ατμοστρόβιλος και η μηχανή εσωτερικής καύσης, ενώ πολλές ανακαλύψεις έκαναν δυνατή μια γρήγορη επέκταση της χημικής βιομηχανίας. Η χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας επαναστατικοποίησε την παραγωγή σε παραδοσιακούς κλάδους, ενώ γεννήθηκαν νέοι, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η μηχανολογία.

Έτσι προέκυψαν σημαντικές μεταβολές στην υλικοτεχνική βάση του καπιταλισμού. Έλαβαν χώρα αλλαγές στο εσωτερικό της δομής της μεγάλης βιομηχανίας, ο ρόλος πολλών κλάδων της βιομηχανίας άλλαξε. Ιδιαίτερα αυξήθηκε η σημασία της βαριάς σε σχέση με την ελαφριά βιομηχανία. Το κεφάλαιο των βιομηχανιών πρώτων υλών (σίδηρος και χάλυβας, βασική χημεία κτλ) είχε την τάση για συνένωση με σκοπό να φέρει σε εξάρτηση άλλα κεφάλαια από αυτό και μ΄ αυτό τον τρόπο να αυξήσει τα κέρδη του. Η νέα υλικοτεχνική βάση πρόσφερε απ΄ τη σκοπιά των τεχνικών και οικονομικών της δομών τη δυνατότητα να ιδρύονται διαρκώς μονοπώλια και να τσεπώνεται μονοπωλιακό κέρδος. Η κοινωνικοποίηση της παραγωγής έφθασε σε μια νέα υψηλότερη βαθμίδα, η οποία εκφράζεται στην ύπαρξη και στην κυρίαρχη θέση των μονοπωλίων. Ο εξαναγκασμός για συνένωση και συγκέντρωση της παραγωγής, η οποία είχε ως αφετηρία τη νέα υλικοτεχνική βάση, επικράτησε σε σχέση με τη μάζα του υπόλοιπου κεφαλαίου. Η χρήση των νέων τεχνολογιών ήταν κερδοφόρα μόνο στη μαζική παραγωγή καθώς και στην παραγωγή εν σειρά. Τα μικρά εργοστάσια δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν, με αποτέλεσμα πολλά από αυτά να αναλαμβάνουν απλά συμπληρωματικές εργασίες ή να «συνεργάζονται» με τις μεγάλες επιχειρήσεις. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των προτσές ήταν μια αυξανόμενη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.

Οι υψηλές απαιτήσεις που έθεταν οι νέες παραγωγικές δυνάμεις στη συσσώρευση του κεφαλαίου, έγιναν αισθητές στους κεφαλαιοκράτες κυρίως μέσω της χειροτέρευσης των συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου και της ισχυροποίησης της επίδρασης του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Ήδη ο Ένγκελς είχε εκφράσει τη θέση, «ότι οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις που μεγεθύνονται γρήγορα και παίρνουν γιγάντιες διαστάσεις, μέρα με τη μέρα ξεπερνούν τους νόμους της κεφαλαιοκρατικής ανταλλαγής εμπορευμάτων, μέσα στους οποίους οφείλουν να κινούνται»[8]. Αυτό ενίσχυσε την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Οι αιτίες για αυτό πρέπει να ειδωθούν κυρίως, στο ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων προκαλεί μια μεγάλη αύξηση του σταθερού (κυρίως του πάγιου) κεφαλαίου και επομένως της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Η περιστροφή του κεφαλαίου επιβραδύνεται, και το ελάχιστο κεφάλαιο για την λειτουργία μιας επιχείρησης αυξάνεται.

Σημαντική ώθηση για το σχηματισμό μονοπωλίων έδωσαν και οι οικονομικές κρίσεις, οι οποίες επιτάχυναν ιδιαίτερα το καπιταλιστικό προτσές συγκεντροποίησης. Στις κρίσεις ενισχύεται ιδιαίτερα η επίδραση του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Έτσι για παράδειγμα, η οικονομική κρίση του 1873 ώθησε ιδιαίτερα στη γέννηση πολλών μονοπωλιακών επιχειρήσεων. Και στην τωρινή κρίση του καπιταλισμού επιταχύνεται επίσης το προτσές γέννησης μεγάλων επιχειρήσεων. Ο σχηματισμός τους τελείται με πολλούς τρόπους. Αυτός επιτυγχάνεται τόσο με το ότι οικονομικά ισχυρές επιχειρήσεις ρίχνουν μέσω του ανταγωνισμού τις μικρότερες και στη συνέχεια τις εξαγοράζουν, όσο και με τη μετατροπή πολλών ιδιωτικών ξεχωριστών κεφαλαίων σε ολιγάριθμα μεγαλύτερα, εταιρικά κεφάλαια. Εδώ το ιδιωτικό ξεχωριστό κεφάλαιο, με βάση τη μορφή του, μετατρέπεται σε κοινωνικό κεφάλαιο, κυρίως στη μορφή μετοχικών εταιριών και σε εταιρίες περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ).

Πάνω στη βάση μιας υψηλής συγκέντρωσης της παραγωγής και του κεφαλαίου, φτάνουμε στο σχηματισμό μονοπωλιακών επιχειρήσεων. Οι λίγες μεγάλες επιχειρήσεις που προέκυψαν σε σημαντικούς κλάδους της βιομηχανίας, συνενώνονται βαθμιαία σε μονοπωλιακές επιχειρήσεις για να κυριαρχήσουν μονοπωλιακά στην παραγωγή και την αγορά και μ΄ αυτό τον τρόπο να αυξήσουν το κέρδος τους. Ο σχηματισμός εδώ των μονοπωλιακών επιχειρήσεων λαμβάνει χώρα μέσω της διαλεκτικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων, τις οποίες γεννά το κεφάλαιο, και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Το κεφάλαιο πρέπει να πάρει νέες μορφές ώστε να υπάρχει αντιστοιχία στην αυξανόμενη απαίτηση για κοινωνικοποίηση της παραγωγής, η οποία αναπτύσσεται με τις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις. Μολαταύτα, η ανταπόκριση σ΄ αυτή την απαίτηση γίνεται πάντα με αντιφατικό τρόπο.

Ένας τέτοιου είδους εξαναγκασμός, δεν έχει μόνο ως αφετηριακή βάση τις αντικειμενικές παραγωγικές δυνάμεις, αλλά και την αυξανόμενη εξέγερση της ανθρώπινης παραγωγικής δύναμης ενάντια στον εμπορευματικό και κεφαλαιοκρατικό της χαρακτήρα. Το θεμέλιο αυτής της εξέγερσης βρίσκεται στην ουσία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και βασίζεται πάνω στον ταξικό ανταγωνισμό κεφαλαίου και εργασίας. Στο προτσές της αυξανόμενης κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της εργασίας, προκύπτουν στιγμές οι οποίες αφενός ενισχύουν την υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο και αφετέρου απαιτούν την άρση αυτής της υποταγής.

Στη πορεία της μετάβασης προς το μονοπωλιακό καπιταλισμό, οξύνθηκε ιδιαίτερα η αντίφαση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στο κεφάλαιο έγινε πιο οργανωμένη και πιο ολοκληρωμένη. Οι αιτίες για αυτή την εξέλιξη ήταν πολλές. Μερικές όμως εξαρτιόνταν στενά από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την συγκέντρωση της παραγωγής.

Πρώτο: Μέσω της τεράστιας συσσώρευσης του κεφαλαίου, στο μεγάλο κεφάλαιο έγινε πιο ορατή η ταξική πόλωση και αναγνωρίστηκε καλύτερα από την εργατική τάξη.

Δεύτερο: Η χρήση των νέων δυνατοτήτων αξιοποίησης του κεφαλαίου από τις μεγάλες επιχειρήσεις και η τάση τους να αυξήσουν την εκμετάλλευση με νέες μεθόδους, ανάγκασαν την εργατική τάξη να πολλαπλασιάσει τις προσπάθειές της στην πάλη της ενάντια στο κεφάλαιο.

Τρίτο: Με την αύξηση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής αυξήθηκε επίσης και η εργατική τάξη. Έτσι βελτιώθηκαν οι προϋποθέσεις για την μορφοποίησή της σαν τάξης στην πάλη της ενάντια στο κεφάλαιο.

Τέταρτο: Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων γέννησε έναν νέο τύπο παραγωγού, μια συγκεκριμένη αλλαγή στην ποιοτική δομή και στην επαγγελματική σύνθεση της εργατικής τάξης. Προέκυψε ο εξειδικευμένος εργάτης της σύγχρονης βιομηχανίας. Το ανέβασμα του μορφωτικού επιπέδου ενός τμήματος της εργατικής τάξης, έκανε δυνατό, σε συνάφεια με την γρήγορη εξάπλωση του μαρξισμού, μια βαθύτερη γνώση στο προτσές της κοινωνικής εξέλιξης. Οι εργάτες ήταν σε θέση να αντιληφθούν καλύτερα τα ταξικά τους συμφέροντα και να οργανώσουν με μεγαλύτερη επιτυχία την πάλη για την πραγματοποίησή τους.

Το κεφάλαιο πήρε μέτρα για να αντιπαρατεθεί στη πάλη της εργατικής τάξης. Αυτό συνέβηκε ιδιαίτερα με την ίδρυση Συνδέσμων Βιομηχάνων, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1870. Μεταξύ των Συνδέσμων των κεφαλαιοκρατών και των μονοπωλίων υπάρχει, από την αρχή ακόμη, μια στενή αλληλεπίδραση. Αν οι μονοπωλιακές μεγάλες επιχειρήσεις είναι τα βασικά στηρίγματα των Συνδέσμων των κεφαλαιοκρατών, οι Σύνδεσμοι αυτοί αποτελούν όργανα ώθησης για το σχηματισμό των μονοπωλίων και αναλαμβάνουν μάλιστα οι ίδιοι συγκεκριμένες λειτουργίες των μονοπωλίων, κυρίως στη πάλη ενάντια στην εργατική τάξη. 

Η εξέγερση των ανθρώπινων παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στον εξαναγκασμό να υποταχθούν στους νόμους της καπιταλιστικής παραγωγής, δείχνει, ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιο κατέκτησε την κυριαρχία όταν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής είχαν μετατραπεί ήδη σε φρένο των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτές έφτασαν σ΄ ένα τέτοιο επίπεδο, που ο καπιταλισμός είχε ήδη εκπληρώσει τον ιστορικό του ρόλο να δημιουργήσει τις υλικές προϋποθέσεις για αυτό, να εκμηδενίσει κάθε μορφή εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Η μετάβαση όμως στη νέα, προοδευτική τάξη πραγμάτων δεν επιτυγχάνεται αυθόρμητα. Πολύ περισσότερο, για αυτό είναι αναγκαίος ένας τέτοιου είδους συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις προς όφελος της εργατικής τάξης, που θα κάνει δυνατή την σοσιαλιστική επανάσταση. Όσο διάστημα δεν είναι αυτό δεδομένο, το κεφάλαιο θα γεννά νομοτελειακά νέες μορφές, οι οποίες θα τού επιτρέπουν να προσαρμόζεται στις νέες μεταβαλλόμενες συνθήκες ύπαρξής του με αντιδραστικό τρόπο. Το καπιταλιστικό μονοπώλιο είναι ακριβώς μια τέτοιου είδους μορφή προσαρμογής της κεφαλαιακής σχέσης. 


Και σήμερα, ο σχηματισμός μεγάλων καπιταλιστικών δομών οι οποίες επικρατούν (κοντσέρν), επιτυγχάνεται πάνω στη βάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η παραγωγή υπεραξίας στο ξεδίπλωμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, προσκρούει αναγκαστικά στο όριο της απόλυτης υπεραξίας και υπερβαίνει αυτό το όριο μέσω της παραγωγής της σχετικής υπεραξίας, επομένως για τον παραπέρα καταμερισμό της εργασίας, με την εισαγωγή επιστημονικών μεθόδων στην παραγωγή και την παραπέρα ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της ανθρώπινης εργασίας. Ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων όμως σημαίνει, διαρκή επέκταση της κλίμακας της παραγωγής, διεύρυνση της συνολικής παραγωγής αξιών χρήσης και της παραγωγής αξίας –κάτι, που υπό συνθήκες καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας, καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής και ανταγωνισμού, μπορεί να συμβεί μόνο σαν ανάπτυξη ξεχωριστών επιχειρήσεων. Και εδώ υπάρχουν επίσης διάφορες βαθμίδες: Η πρώτη είναι η ανάπτυξη, η οποία πραγματοποιείται μέσω της επανατοποθέτησης του κέρδους σε μια επιχείρηση, η διεύρυνση της επιχείρησης από τις δικές της εσωτερικές πηγές, στις οποίες φυσικά δεν ανήκουν μόνο τα αποδεικνυόμενα κέρδη της, αλλά και διάφορες μορφές που έχουν χρησιμοποιηθεί για την χρηματοδότηση τού κρυμμένου κέρδους. Αυτή όμως η εσωτερική ανάπτυξη μιας επιχείρησης από το συσσωρευμένο κέρδος, περιορίζεται από τη μάζα του συνολικού κέρδους που έχει επιτευχθεί από την επιχείρηση ή –σε σχέση με την συνολική οικονομία- από άλλες επιχειρήσεις. Αυτό δεν μπορεί συνολικά να είναι μεγαλύτερο από το κέρδος που έχει ιδιοποιηθεί το κεφάλαιο στο σύνολό του την προηγούμενη περίοδο –αν εδώ δεν λάβουμε κατ΄ αρχή υπόψη τις πιστώσεις. Το όριο αυτό όμως υπερβαίνεται, όταν ένα κεφάλαιο δεν τοποθετεί απλά εκ νέου το κέρδος του, δημιουργώντας έτσι παραγωγικές εγκαταστάσεις, αλλά προσαρτά τα ήδη υπάρχοντα κεφάλαια, δηλαδή τις εργατικές δυνάμεις και τις παραγωγικές εγκαταστάσεις, που μέχρι τώρα βρίσκονταν υπό ξένη, ανταγωνιστική επιρροή, κάτω από το δικό του έλεγχο. Το όριο αυτού του προτσές της συγκεντροποίησης δεν είναι πλέον η συνολικά παραχθείσα υπεραξία σε μια περίοδο, αλλά η συνολικά υπάρχουσα κεφαλαιακή αξία, αν και το όριο αυτό για το ξεχωριστό κεφάλαιο είναι απλά μόνο μαθηματικό. Το όριο αυτό, εξαιτίας του διαρκούς νέου σχηματισμού κεφαλαίων και εξαιτίας του ανταγωνισμού όλων των κεφαλαίων, δεν φτάνεται ποτέ, παριστάνει όμως παρ΄ όλα αυτά μια επικρατούσα τάση στην ανάπτυξη του καπιταλισμού και της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Και τα δυό, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση, είναι στοιχεία της νομοτελειακής ανάπτυξης του κεφαλαίου: Και τα δυό, σημαίνουν αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής, συνένωση όλο και περισσότερων κοινωνικών εργατικών δυνάμεων και μέσων παραγωγής κάτω από μια ενιαία διοίκηση, σχεδιομετρικό καταμερισμό εργασίας σε όλο και μεγαλύτερες κοινωνικές διαστάσεις. Αυτό είναι το προοδευτικό στοιχείο της ανάπτυξης. Απ΄ την άλλη μεριά συγκέντρωση και συγκεντροποίηση σημαίνουν επίσης την ειδικά-καπιταλιστική αντίδραση και μορφή προσαρμογής σ΄ αυτή την προοδευτική κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, η οποία θα απαιτούσε επίσης μια κοινωνικοποίηση της κατοχής και της σχεδιοποίησης. Αυτή όμως επιβάλλεται μόνο με στρεβλωμένη μορφή: Η μορφή της κοινωνικοποίησης είναι η απαλλοτρίωση του ατομικού κεφαλαίου από άλλο ατομικό κεφάλαιο, η απαλλοτρίωση κεφαλαιοκράτη από κεφαλαιοκράτη. «Κάθε κεφαλαιοκράτης σκοτώνει πολλούς άλλους κεφαλαιοκράτες», λέει ο Μαρξ[9]. Μέχρι αυτού του σημείου, αυτό σημαίνει αναπαραγωγή των καπιταλιστικών μορφών κίνησης σε μια υψηλότερη κλίμακα. Το προτσές απαλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει διαρκώς τον καπιταλισμό, το οποίο ξεκίνησε με τον χωρισμό των μέσων παραγωγής από τους παραγωγούς, συνεχίζεται με τον μονοπωλισμό, την μονοπωλιακή απαλλοτρίωση. Σχηματίζονται δομικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, οι οποίες οδηγούν στη συστηματική επικράτηση μιας ομάδας κεφαλαίων πάνω στο συνολικό προτσές αναπαραγωγής και έτσι πάνω στο υπόλοιπο, στη μάζα των μη-μονοπωλιακών κεφαλαίων.

Με το σχηματισμό του μονοπωλίου και την ανάπτυξή του επέρχεται μια σημαντική μεταβολή στις καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας.


2.3. Η μονοπωλιακή-καπιταλιστική ιδιοκτησία

Στα αρχικά στάδια της καπιταλιστικής κυριαρχίας, η καπιταλιστική ιδιοκτησία εμφανίστηκε ως ιδιωτική κατοχή μανιφατούρας, εργοστασιαρχών. Σε κάθε χώρα υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός μικρών και μεσαίων ξεχωριστών κεφαλαίων αυτού του είδους. Μετά δυσκολίας ένα από τα κεφάλαια υπερέβαινε τον αριθμό των 100 μισθωτών και υπαλλήλων. Κατά την περίοδο του προμονοπωλιακού καπιταλισμού, άρχισε ήδη μια θυελλώδης ανάπτυξη του εταιρικού κεφαλαίου, δηλαδή κεφαλαίου, το οποίο αποτελεί κοινή ιδιοκτησία μιας ομάδας κεφαλαιοκρατών. Κατά τις μετοχικές εταιρίες, τις Εταιρίες Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ) και τις ετερόρρυθμες εταιρίες, επρόκειτο για σημαντικά αποτελέσματα της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, που πρόσφεραν μεγαλύτερες δυνατότητες για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων απ΄ ό,τι τα ξεχωριστά ατομικά κεφάλαια. Έτσι έγινε δυνατό να απασχολούνται εκατοντάδες και χιλιάδες εργάτες και ιδιωτικοί υπάλληλοι στις εγκαταστάσεις της παραγωγής και των μεταφορών. Θυμίζουμε εδώ μόνο την ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, η οποία θα ήταν αδύνατη χωρίς την αξιοποίηση των μορφών του κοινωνικού κεφαλαίου. Όπως έδειξε ο Μαρξ για αυτές τις μορφές του κοινωνικού κεφαλαίου, πρόκειται ήδη για μια άρνηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα πλαίσια του ίδιου του καπιταλισμού. Οι κεφαλαιοκράτες χωρίζονται σταδιακά σε δυό διαφορετικές ομάδες. Ένα αυξανόμενο τμήμα της κεφαλαιοκρατικής τάξης μετατρέπεται σε ένα παρασιτικό στρώμα, το οποίο δεν έχει πλέον καμιά σχέση με την παραγωγή της υπεραξίας. Το στρώμα αυτό ασκεί την ιδιόρρυθμη λειτουργία του με το να προκαταβάλλει το χρηματικό του κεφάλαιο και να ιδιοποιείται τα αποτελέσματα του προτσές εκμετάλλευσης. Η λειτουργία του κεφαλαίου, δηλαδή η άσκηση διοικητικής εξουσίας πάνω στα μέσα παραγωγής, τις εργατικές δυνάμεις και την οργάνωση της εκμετάλλευσης, αποτελεί όμως φροντίδα ενός μικρού κύκλου λειτουργικών κεφαλαιοκρατών, εν μέρει μερικών μεγαλομετόχων στις μετοχικές εταιρίες. Σε αυτούς, οι λειτουργίες τους ως ιδιοκτητών και οι λειτουργίες του κεφαλαίου συμπίπτουν. Όταν όμως τα πληρωμένα διευθυντικά στελέχη αναλαμβάνουν την οργάνωση του συνολικού προτσές παραγωγής και κυκλοφορίας, τότε το κεφάλαιο ως ιδιοκτησία διαχωρίζεται όλο και περισσότερο από το κεφάλαιο ως λειτουργία.

Με τον σχηματισμό των μονοπωλίων συνεχίζεται η τάση αντικατάστασης του κεφαλαίου των ατομικών ξεχωριστών επιχειρηματιών από το εταιρικό κεφάλαιο και ενισχύεται ακόμη περισσότερο. Οι διάφορες μορφές της εταιρικής ιδιοκτησίας του κεφαλαίου αποτελούν πρώτο, μια σημαντική βάση για το σχηματισμό των μονοπωλίων. Σήμερα, μετά δυσκολίας μπορούν να βρεθούν ακόμη βιομηχανικά μονοπώλια που να μην θεμελιώνεται ο πυρήνας τους από κεφαλαιουχικές εταιρίες. Ακόμη και οι θυγατρικές εταιρίες και τα παραρτήματα των μονοπωλίων σχηματίζονται από την ίδρυση νέων κεφαλαιουχικών εταιριών. Δεύτερο, τα ίδια τα μονοπώλια αποτελούν μορφές ύπαρξης του κεφαλαίου, μέσω των οποίων η διαφοροποίηση της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου και ο χωρισμός του κεφαλαίου ως λειτουργία από το κεφάλαιο ως ιδιοκτησία, ανυψώνεται σε μια νέα βαθμίδα. Κάθε μονοπώλιο αποτελείται από ένα μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων, οι οποίες βρίσκονται σε μια εντελώς διαφορετική θέση σύμφωνα με το νομικό τους status. Η οικονομική τους θέση όμως καθορίζεται ξεκάθαρα μέσω της εξάρτησής τους από την κεντρική διεύθυνση του μονοπωλίου. Μικρότερες κεφαλαιουχικές επιχειρήσεις και ατομικοί ξεχωριστοί επιχειρηματίες, που λειτουργούν σαν προμηθευτές ή αποθηκευτές των αρχικών εταιριών των κοντσέρν, είναι αυτόνομες/οι μόνο στο νομικό τους status, η οικονομική τους όμως στάση καθορίζεται από την μικρή ομάδα κεφαλαιοκρατών, οι οποίοι βρίσκονται στην κορυφή των αρχικών εταιριών. Οι άλλοι λειτουργικοί κεφαλαιοκράτες που βρίσκονται υπό την κεντρική διεύθυνση των κοντσέρν, είναι αντιθέτως ιδιαίτερα περιορισμένοι σε ό,τι αφορά την οικονομική τους ελευθερία κινήσεων. Η αχρηστία της κεφαλαιοκρατικής τάξης για την παραγωγή αγαθών, είναι επομένως σήμερα καθαρότερη από ποτέ. Τα μονοπώλια, που κατά τον Ένγκελς παριστάνουν τη δεύτερη και τρίτη δύναμη της μετοχικής εταιρίας, αποδεικνύονται ακόμη περισσότερο απ΄ ό,τι η ίδια η μετοχική εταιρία σαν «αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών, αλλά σαν ιδιοκτησία συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία»[10].

Μέσω του σχηματισμού των μονοπωλίων και της κυρίαρχης θέσης τους στην οικονομία των καπιταλιστικών χωρών, γεννιέται πάνω στη βάση της καπιταλιστικής σχέσης ιδιοκτησίας και σαν παραπέρα εξέλιξη αυτής, η μονοπωλιακή καπιταλιστική ιδιοκτησία.

Η μονοπωλιακή καπιταλιστική ιδιοκτησία είναι η σχέση της μονοπωλιακής αστικής τάξης απέναντι σε όλες τις τάξεις και στρώματα, τις οποίες εκμεταλλεύεται και λεηλατεί σε σχέση με τα μέσα παραγωγής. Η κατοχή εξουσίας πάνω στα μέσα παραγωγής της κοινωνίας, βρίσκεται εδώ κατά κύριο λόγο στα χέρια μιας αριθμητικά μικρής ομάδας κεφαλαιοκρατών, η οποία υπάρχει στην κορυφή των πιο ισχυρών μονοπωλιακών επιχειρήσεων. Η ομάδα αυτή αποφασίζει για την κινητοποίηση και την χρήση των σημαντικότερων μέσων παραγωγής της κοινωνίας. Η μονοπωλιακή καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκεται σε μια βαθιά αντίφαση με τον χαρακτήρα των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, οι οποίες απαιτούν μια ολοκληρωμένη κοινωνικοποίηση της παραγωγής, δηλαδή την άρση της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου.


2.4. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο ως επικρατούσα κεφαλαιακή σχέση

Τα ζητήματα ιδιοκτησίας είναι ζητήματα εξουσίας και συσχετισμού δυνάμεων. Όλη η περιπλοκότητα του ζητήματος της ιδιοκτησίας γίνεται σαφής, όταν λαμβάνεται υπόψη, ότι η ιδιοκτησία, και φυσικά η ιδιοκτησία του κεφαλαίου πάνω στα μέσα παραγωγής, δεν είναι μια άκαμπτη οικονομική κατηγορία. Με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, της επιστήμης, της τεχνικής και της εκπαίδευσης καθώς και τα μέσα της κατοχής της, τής πρόσβασης και της κατοχής πάνω στους πόρους, υπόκειται σε προτσές μεταβολής.

Έχουμε ήδη αναφερθεί στην έννοια «κεφαλαιακή σχέση». Εδώ είναι ανάγκη να σταθούμε κάπως σ΄ αυτήν, έστω και συνοπτικά, γιατί θα βοηθήσει στην παραπέρα ανάλυση που ακολουθεί. Με την έννοια κεφαλαιακή σχέση δεν εννοούμε την ειδική μορφή την οποία έχει αποκτήσει η σχέση εκμετάλλευσης σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης της καπιταλιστικής παραγωγής.

Το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα, αισθητά χειροπιαστό και αμετάβλητο, αλλά μια κοινωνική σχέση, η οποία υλοποιείται εμπράγματα και πραγματοποιείται μέσω της υλικής του μορφής[11]. Είναι μια σχέση εκμετάλλευσης, η οποία πραγματοποιείται μέσω της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής σαν βάση της ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος, δηλαδή του προϊόντος που δημιουργεί ο εργάτης επιπρόσθετα από αυτό που χρειάζεται για τη διατήρησή του στη ζωή, δηλαδή το αναγκαίο προϊόν. Η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται από την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής και τη μισθωτή εργασία.

Στη μαρξιστική θεωρία η ιδιοκτησία δεν βλέπεται απλά ως δίκαιο κατοχής πάνω στα πράγματα, αλλά σαν κοινωνική σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους, σε σχέση με τις αντικειμενικές συνθήκες της παραγωγής. Η ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής ως προϋπόθεση των κοινωνικών σχέσεων, εμπεριέχει τις σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις, στα κοινωνικά στρώματα και στα άτομα αναφορικά με τους οικονομικούς και τους φυσικούς πόρους, όπως και αυτούς της γνώσης, την ιδιοποίηση αυτών των προϋποθέσεων της παραγωγής, την κατοχή πάνω στη διαμόρφωση και οργάνωσή τους, καθώς και την ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων. Κάθε αλλαγή μιας μορφής ιδιοκτησίας λαμβάνει χώρα πάνω στη βάση μιας νέας διανομής των συνθηκών παραγωγής ανάμεσα στα άτομα. Έτσι, οικοδομείται ταυτόχρονα διαρκώς μια συγκεκριμένη μορφή της κοινωνικής παραγωγής. Οι ιδιοκτήτες εντάσσονται σε σημαντικές αλληλοσχέσεις, ενώ οι μη-ιδιοκτήτες είναι από αυτές αποκλεισμένοι.

Με το μονοπώλιο προστίθεται ένα νέο στοιχείο στο προτσές εκμετάλλευσης. Ο οικονομικός εξαναγκασμός, πάνω στον οποίο βασιζόταν μέχρι τώρα, διευρύνεται με την οικονομική εξουσία. Όταν μια ομάδα από κεφάλαια συνενώνονται σε ένα μονοπώλιο, τότε η δύναμή τους να αποσπάσουν υπεραξία, είναι μεγαλύτερη απ΄ ό,τι απλά το άθροισμα που αντιστοιχεί στα ξεχωριστά κεφάλαια. Η δύναμη αυτή βασίζεται μεν όπως και πριν στην ιδιοκτησία των κεφαλαίων πάνω στα μέσα παραγωγής, τα οποία έχουν συνενωθεί σε μονοπώλιο, όμως ταυτόχρονα βασίζεται και πάνω στην κυριαρχία ολόκληρων κλάδων της κοινωνικής παραγωγής. Σε μια υψηλού βαθμού κοινωνική παραγωγή, στην οποία οι διάφοροι κλάδοι της συμπλέκονται στενά μεταξύ τους με βάση τον καταμερισμό εργασίας και είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους, αυτό σημαίνει κυριαρχία συγκεκριμένων συναφειών του κοινωνικού προτσές αναπαραγωγής. Όποιος για παράδειγμα χρειάζεται χάλυβα, δεν μπορεί να προσπεράσει το μονοπώλιο χάλυβα, υποτάσσεται στους όρους που αυτό θέτει, όποιος καταναλώνει ενέργεια, υποτάσσεται στους όρους που θέτει το μονοπώλιο ενέργειας, όποιος παράγει εμπορεύματα μαζικά, τότε υποτάσσεται στα μονοπώλια των συγκοινωνιών, των επικοινωνιών ή των εμπορικών κτλ. Η δύναμη για ιδιοποίηση υπεραξίας από το μονοπώλιο, ενισχύεται επομένως μέσω της ιδιοκτησίας που του παρέχεται.

Αν παλιότερα με τον ανταγωνισμό μειωνόταν για το ξεχωριστό κεφάλαιο το μερίδιο του κέρδους του στο συνολικό κέρδος, τώρα το μονοπώλιο, δυνάμει της οικονομικής του ισχύος, «σπάζει» αυτή τη νομοτέλεια και ιδιοποιείται ένα επιπρόσθετο κέρδος. Το μονοπώλιο όμως διευρύνει και το προτσές εκμετάλλευσης επειδή για τον ίδιο λόγο αποσπά επιπρόσθετα κομμάτια αξίας από τομείς στους οποίους η εργατική δύναμη και η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής δεν έχουν ακόμη συνενωθεί και που πριν δεν υπόκεινταν στην εκμετάλλευση, π.χ. από την αγροτική οικονομία.

Η μονοπωλιακή ιδιοκτησία είναι επομένως μια ιδιαίτερη μορφή ιδιοκτησίας του κεφαλαίου. Η ιδιοκτησία αυτή βρίσκεται σε συνάφεια με το σχηματισμό του οικονομικού μονοπωλίου σαν μια πιο αναπτυγμένη κεφαλαιακή σχέση και ως νέα μορφή κίνησης του κεφαλαίου σ΄ ένα υψηλότερο επίπεδο συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου. Για να κατανοηθεί αυτή η μορφή ιδιοκτησίας, είναι αναγκαία η διαφοροποίηση ανάμεσα στο μονοπώλιο σαν ιστορική κατηγορία στην εξέλιξη του καπιταλισμού και στο μονοπώλιο σαν μορφή αγοράς ή οργάνωσης του κεφαλαίου. Σαν εξελιγμένη κεφαλαιακή σχέση το μονοπώλιο αντιστοιχεί στη λογική της αξιοποίησης του κεφαλαίου και αποτελεί κινητήρια δύναμη της εξέλιξης. Έτσι καθορίζει την κοινωνικο-οικονομική βασική δομή του καπιταλισμού στις αλλαγές της και στην επίδρασή της πάνω στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στις ταξικές σχέσεις, στην πολιτική, πάνω στις διεθνείς σχέσεις και την κοινωνική θέση των ανθρώπων.

Σαν μορφή κίνησης το μονοπωλιακό κεφάλαιο μέσω της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου, μέσω της διαρκούς ανάπτυξης και εμβάθυνσης του καταμερισμού εργασίας και μιας όλο και πιο ευρείας σύμπλεξης της παραγωγής στο εθνικό και διεθνές επίπεδο, βαθαίνει την κοινωνικοποίηση της παραγωγής σε καπιταλιστική βάση, μετατρέποντας έτσι το ατομικό κεφάλαιο σε κοινωνικό κεφάλαιο. Μ΄ έναν συγκεκριμένο τρόπο συνεισφέρει έτσι στη λύση των αντιθέσεων ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την ατομική ιδιοποίηση. Έτσι αλλάζουν οι κεφαλαιακές σχέσεις και οι σχέσεις ανταγωνισμού. Το μονοπώλιο μέσω της οικονομικής και εξωοικονομικής βίας υπερβαίνει τα εμπόδια για κερδοφόρες επενδύσεις και επιβάλλει μια αναδιανομή του υπερπροϊόντος της κοινωνίας προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου. Η αυξανόμενη εξουσία του μονοπωλίου πάνω στα κοινωνικά κεφάλαια επιτρέπει έτσι αφενός την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αφετέρου όμως προκαλεί μια διαρκή μεταβολή στις συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Η εξέλιξη αυτή επιτυγχάνεται σε συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης και αγοράς, οι οποίες σχηματίζονται ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου, έχουν ύπαρξη ή χάνουν σε σημασία. Στα πλαίσια μεταβαλλόμενων μορφών οργάνωσης και αγοράς, λαμβάνουν χώρα μεταβάσεις σε νέους κοινωνικούς τρόπους λειτουργίας του κεφαλαίου π.χ. ευέλικτη παραγωγή, επιτυγχάνεται η σχετική αυτονόμηση των χρηματοπιστωτικών θεσμικών οργάνων ή η διάλυση χρηματοπιστωτικών καπιταλιστικών συμμαχιών –οι οποίες αντιστοιχούν διαρκώς στην επιβολή των συμφερόντων αξιοποίησης του κεφαλαίου υπό τις μεταβαλλόμενες συνθήκες αξιοποίησης. Στις διάφορες μορφές οργάνωσης συγκεντροποιείται η σχετικά αποσπασμένη καπιταλιστική ιδιοκτησία από την παραγωγή κέρδους: Σαν κοντσέρν και τράπεζες, υπερεθνικές επιχειρήσεις, καρτέλ, οικονομικές ενώσεις, ασφαλιστικές εταιρίες, επενδυτικά κεφάλαια, ΜΜΕ-κοντσέρν. Οι ακολουθούμενες στρατηγικές κέρδους των ξεχωριστών μονοπωλίων, παίζουν έναν αποφασιστικό ρόλο στη σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, συσσώρευσης και ανάπτυξης, διαμόρφωσης των οικονομικών δομών και καπιταλιστικοποίησης όλων των τομέων –και αυτά όλα στα πλαίσια σκληρού ανταγωνισμού και αγώνων για τη διανομή.

Τα κοινά στοιχεία και οι ιδιαιτερότητες που έχει η μονοπωλιακή καπιταλιστική ιδιοκτησία σε σύγκριση με την ιδιοκτησία του κεφαλαίου γενικά, φαίνονται στα βασικά χαρακτηριστικά του βιομηχανικού μονοπωλίου. 


3. ΤΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ

3.1. Γέννηση και βασικά χαρακτηριστικά του βιομηχανικού μονοπωλίου

Το βιομηχανικό μονοπώλιο αποτελεί μια παραπέρα ανάπτυξη της κεφαλαιακής σχέσης. Αυτή προκύπτει απ΄ το βιομηχανικό κεφάλαιο, βασίζεται πάνω σ΄ έναν υψηλό βαθμό συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου και παριστάνεται στη συνένωση των μεγάλων επιχειρήσεων ή σε μεγάλες ξεχωριστές επιχειρήσεις που κυριαρχούν σ΄ ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής και της αγοράς των καπιταλιστικών χωρών με οικονομικά μέσα καθώς και με την χρήση βίας.

Το βιομηχανικό μονοπώλιο γεννήθηκε πάνω σε μια υψηλή βαθμίδα κοινωνικοποίησης της παραγωγής, στην οποία γίνεται ήδη αντικειμενικά αναγκαία μια νέα μορφή της κοινωνικής συνάφειας των παραγωγών και ένας κοινωνικός έλεγχος πάνω στην κοινωνική παραγωγή. Το κεφάλαιο αναγκάστηκε κάτω απ΄ την πίεση της κατάστασης να ανταποκριθεί τυπικά σ΄ αυτές τις απαιτήσεις. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί, σύμφωνα με την ουσία του, μόνο με τρόπο αντιφατικό.

Ο ιμπεριαλισμός είναι επομένως ένας «μεταβατικός καπιταλισμός», ένας καπιταλισμός που στη μορφή φέρει ήδη πάνω του σαφή στοιχεία του επόμενου υψηλότερου τρόπου παραγωγής, στο περιεχόμενό του όμως κυριαρχείται παραπέρα απ΄ τους νόμους του καπιταλισμού. Την αντίφαση αυτή την υπογραμμίζει ο Λένιν: «… η πιο σημαντική οικονομική βάση του ιμπεριαλισμού είναι το μονοπώλιο. Το μονοπώλιο αυτό είναι καπιταλιστικό, δηλαδή αναπτύχθηκε μέσα από τον καπιταλισμό και βρίσκεται μέσα στις γενικές συνθήκες του καπιταλισμού, της εμπορευματικής παραγωγής, του ανταγωνισμού, σε μόνιμη και αδιέξοδη αντίθεση μ΄ αυτές τις γενικές συνθήκες»[12].

Αυτό σημαίνει πρώτο, ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιο, όπως το κεφάλαιο γενικά, βασίζεται πάνω στην ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής και στην καπιταλιστική εκμετάλλευση. Επομένως, ο νόμος της υπεραξίας όπως και οι άλλοι οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού συνεχίζουν την επίδρασή τους.

Δεύτερο, αυτό σημαίνει ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιο παρουσιάζει, σε σχέση με το κεφάλαιο του προμονοπωλιακού καπιταλισμού, μια σειρά από ιδιαιτερότητες, μέσω των οποίων αλλάζει ο μηχανισμός επίδρασης των οικονομικών νόμων. Ο Λένιν σ΄ αυτή τη συνάφεια κάνει λόγο για την αρχή της μετατροπής μερικών βασικών ιδιοτήτων του καπιταλισμού στο αντίθετό τους[13].Αυτό εκφράζεται στην αλλαγή μερικών πλευρών των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής σε σύγκριση με τον προμονοπωλιακό καπιταλισμό.

Κατά κύριο λόγο λαμβάνουν χώρα οι παρακάτω στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους αλλαγές:
  • Ο ελεύθερος ανταγωνισμός μετατρέπεται σε μονοπωλιακό ανταγωνισμό και έτσι αποκτά μια νέα ποιότητα. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός όμως συνεχίζει παραπέρα την ύπαρξή του και μάλιστα οξύνεται.
  • Οι οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού επιδρούν παραπέρα αυθόρμητα. Όμως αλλάζουν οι συνθήκες καθώς και ο μηχανισμός της επίδρασής τους. Η βία, που συνδέεται με το μονοπώλιο, μετατρέπεται σ΄ ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του μηχανισμού επίδρασης των οικονομικών νόμων.
  • Η επίτευξη του κέρδους γίνεται οικονομικότερη και διαμορφώνεται μεθοδικότερα, αυξάνει όμως η αναρχία στο επίπεδο της κοινωνίας.
  • Οι συνθήκες εκμετάλλευσης διαμορφώνονται πιο περίπλοκα και οι μισθοί παίρνουν νέες μορφές. Συνολικά οξύνεται παραπέρα η εκμετάλλευση.
  • Ο νόμος της υπεραξίας παραμένει ο βασικός οικονομικός νόμος του καπιταλισμού, όμως λαμβάνουν χώρα αλλαγές στο μηχανισμό της επιβολής του. Ο νόμος του μέσου ποσοστού κέρδους άρεται μ΄ έναν διαλεκτικό τρόπο στο νόμο του μονοπωλιακού κέρδους.
Αυτές και άλλες μεταβολές εκφράζουν τη γενική μη-συμφωνία της κεφαλαιακής σχέσης με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που επιτεύχθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα. Οι μεταβολές αυτές συνδέθηκαν με μια οξυμένη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και τη ληστεία των άλλων εργαζόμενων στρωμάτων.


3.2. Η αντικατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού από το μονοπώλιο

Η πιο βασική μεταβολή που επήλθε κατά την είσοδο του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, είναι η αντικατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού από το μονοπώλιο και ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός. Από αυτήν προκύπτουν πολλές παραπέρα αλλαγές στον καπιταλισμό.

Για το κεφάλαιο η τάση προς το μονοπώλιο, η αντικειμενική τάση να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές του απ΄ το πεδίο της οικονομίας και να παραμείνει ο μοναδικός νικητής, αποτελεί εγγενή ιδιότητά του. Στον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού όμως δεν μπορούσε, αν εξαιρεθεί το μονοπώλιο πάνω στις συνθήκες παραγωγής (για παράδειγμα, το μονοπώλιο πάνω στη γη), να επιβληθεί σαν κυρίαρχο φαινόμενο, έτσι που δεν μπορούσαν να σχηματιστούν διαρκή μονοπώλια. Μονοπώλια που γεννιούνταν καταστρέφονταν διαρκώς μέσω του ανταγωνισμού. Στον ιμπεριαλισμό αντιθέτως, το μονοπώλιο γίνεται η καθοριστική σχέση παραγωγής.

Οι έρευνες του Λένιν τον οδήγησαν στο συμπέρασμα «ότι η συγκέντρωση σε ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής της οδηγεί από μόνη της, μπορεί να πει κανείς, άμεσα στο μονοπώλιο. Γιατί μερικές δεκάδες γιγάντιες επιχειρήσεις μπορούν εύκολα να έλθουν σε συνεννόηση μεταξύ τους, ενώ, από την άλλη μεριά, οι μεγάλες ακριβώς διαστάσεις των επιχειρήσεων δυσκολεύουν τον ανταγωνισμό και γεννούν την τάση προς το μονοπώλιο. Αυτή η μετατροπή του ανταγωνισμού σε μονοπώλιο αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα φαινόμενα –αν όχι το σπουδαιότερο- της οικονομίας του νεότατου καπιταλισμού…»[14].

Το μονοπώλιο, που στον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού αποτελούσε προφανώς ένα φαινόμενο εξαίρεσης, αποκτά μέσω της σταθεροποίησής του μια νέα ποιότητα και γίνεται η επικρατούσα μορφή της κεφαλαιακής σχέσης. «Στο οικονομικό μονοπώλιο βρίσκεται όλη η υπόθεση»[15].

Σε αντίθεση μ΄ αυτό, για πολλούς αστούς οικονομολόγους τα μονοπώλια αποτελούν περιπτώσεις εξαίρεσης. Αυτοί παρατηρούν το ζήτημα του μονοπωλίου μόνο απ΄ τη σκοπιά της σφαίρας κυκλοφορίας και κάνουν λόγο για μονοπώλιο μόνο όταν αυτό είναι ο μοναδικός πωλητής (μονοπώλιο προσφοράς) ή ο μοναδικός που «ζητά» (μονοπώλιο ζήτησης)[16]. Διαφορετικά πρόκειται –όπως λένε- για ολιγοπώλια. Η κυριαρχία ενός βιομηχανικού κλάδου από μια μονοπωλιακή μεγάλη επιχείρηση αποτελεί μόνο μια μορφή μονοπωλίου, η οποία εμφανίζεται σπάνια. Μονοπωλιακή κυριαρχία και πραγματοποίηση του μονοπωλιακού κέρδους, όπως δείχνει η πράξη στις ιμπεριαλιστικές χώρες, πραγματοποιούνται και κατά την ύπαρξη μιας σειράς μεγάλων μονοπωλιακών επιχειρήσεων σ΄ έναν βιομηχανικό κλάδο. Επομένως, ακόμη και τα ολιγοπώλια στην ουσία τους αποτελούν μονοπώλια. Πολλές αστικές θεωρήσεις περί μονοπωλίου δεν διεισδύουν στις συνθήκες της παραγωγής, αλλά παραμένουν στην επιφανειακή περιγραφή της σχέσης-προσφοράς-ζήτησης. Αυτό αφορά για παράδειγμα τη θεωρία περί μορφών αγοράς, η οποία προφανώς γνωρίζει μόνο βέβαιους περιορισμούς του ανταγωνισμού. Το απολογητικό της περιεχόμενο βρίσκεται στο ότι αποσπά την προσοχή από την ουσία της υπόθεσης και αρνείται την κυριαρχία του μονοπωλίου.

Το μονοπώλιο προκαλεί ένα είδος ρύθμισης στο εσωτερικό των κλάδων που κυριαρχεί. Ο Ένγκελς γράφει: «… Οι εγχώριοι μεγάλοι παραγωγοί ενός και του αυτού βιομηχανικού κλάδου ενώνονται σ΄ ένα “τραστ”, μιας ένωσης με σκοπό την ρύθμιση της παραγωγής. Αυτοί καθορίζουν το συνολικό ποσό που πρέπει να παραχθεί, το μοιράζονται μεταξύ τους και έτσι εξαναγκάζουν εκ των προτέρων σε μια σταθερά τιθέμενη τιμή πώλησης»[17]

Μ΄ αυτό τον τρόπο περιορίζεται παραπέρα ο ανταγωνισμός των τιμών στους κλάδους που μονοπωλούνται. Μονοπωλιακές συμφωνίες για τις τιμές και υπαγόρευση των τιμών, εμφανίζονται στη θέση του ελεύθερου σχηματισμού των τιμών. Η κυριαρχία των μονοπωλίων γίνεται επίσης αισθητή στις διακλαδικές σχέσεις των κεφαλαίων. Εδώ, με την έγερση μονοπωλιακών φραγμών, εμποδίζεται έντονα η ροή κεφαλαίου από κλάδο σε κλάδο. Οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις δίνουν όλες τους τις δυνάμεις για να δυσκολέψουν την πρόσβαση του νέου κεφαλαίου στον κλάδο που κυριαρχούν. Οι ίδιες δεν μετακινούνται απ΄ τον κλάδο ανάλογα με τις δυνατότητες ακόμη και τότε, όταν αυτός είναι κατειλημμένος.

Η κυριαρχία των μονοπωλίων δεν σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός εξαφανίζεται. Ο ανταγωνισμός αυτός αποτελεί ένα βασικό στοιχείο της καπιταλιστικής παραγωγής και εμφανίζεται τώρα πλέον ως μονοπωλιακός ανταγωνισμός. Ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός υφίσταται με τις παρακάτω μορφές:

Πρώτο, σαν ανταγωνιστική πάλη στο εσωτερικό των ίδιων των μονοπωλίων. Οι συμφωνίες μεταξύ συμμετεχόντων σ΄ ένα καρτέλ για τη σταθεροποίηση των τιμών, τμημάτων της αγοράς και ποσοστών στην παραγωγή, λαμβάνουν χώρα μέσα σε σκληρές αντιπαραθέσεις. Ακόμη και σε άλλους τομείς η ανταγωνιστική πάλη μεταξύ των μονοπωλίων συνεχίζεται, για παράδειγμα σε ό,τι αφορά στον ανταγωνισμό για την ποιότητα των εμπορευμάτων, δηλαδή τις ιδιότητες των αξιών χρήσης τους.

Δεύτερο, διαδραματίζεται μια ανταγωνιστική πάλη μεταξύ των διάφορων μονοπωλιακών επιχειρήσεων στο εσωτερικό ενός κλάδου καθώς και μεταξύ των μονοπωλιακών επιχειρήσεων διάφορων κλάδων και μεταξύ των χωρών. Κάθε ομάδα μονοπωλίων προσπαθεί να βελτιώσει τις θέσεις της σε σχέση με τις άλλες. Άπειρα παραδείγματα ανταγωνιστικής πάλης θα μπορούσαν εδώ να αναφερθούν μεταξύ των μονοπωλιακών ομάδων των τριών βασικών ιμπεριαλιστικών κέντρων των ΗΠΑ, της Δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας.

Τρίτο, μια άλλη ανταγωνιστική πάλη λυσσομανά μεταξύ των μονοπωλιακών και των μη μονοπωλιακών επιχειρήσεων, η οποία κατά κανόνα καταλήγει προς όφελος των μονοπωλιακών επιχειρήσεων. Αυτές οι τελευταίες εκτοπίζουν ανηλεώς τους «αουτσάιντερ» από τους κλάδους που κυριαρχούν οι ίδιες. Υπάρχουν όμως παραδείγματα, που οι «αουτσάιντερ» «παραβιάζουν» τις ήδη υπάρχουσες μονοπωλιακές επιχειρήσεις εξαναγκάζοντάς τες, ώστε να κατακτήσουν οι ίδιες μια μονοπωλιακή θέση.

Παράλληλα με τους μη μονοπωλιακούς τομείς, υπάρχουν επίσης στον ιμπεριαλισμό και σημαντικοί τομείς στους οποίους μπορεί να συναντήσει κανείς έναν μη μονοπωλιακό ανταγωνισμό. Εδώ όμως δεν πρόκειται για ελεύθερο ανταγωνισμό με την έννοια του προμονοπωλιακού ανταγωνισμού, επειδή η κυριαρχία του μονοπωλίου είναι αισθητή και σ΄ αυτούς τους τομείς, για παράδειγμα με τη μορφή των υψηλότερων τιμών, τις οποίες πρέπει να πληρώσουν οι επιχειρήσεις αυτές στα μονοπώλια για την αγορά μέσων παραγωγής, ή την εξάρτησή τους σαν προμηθευτές των μονοπωλίων. Σημαντικό είναι επίσης ότι το κεφάλαιο αυτών των κλάδων δεν μπορεί να μετακινηθεί ελεύθερα σε κλάδους οι οποίοι κυριαρχούνται από τα μονοπώλια. Η ανταγωνιστική πάλη στους μη μονοπωλιακούς κλάδους διεξάγεται κυρίως για το μεγαλύτερο μέρος του κέρδους, το οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί στον εκάστοτε κλάδο.

Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα παραπάνω χαρακτηριστικά, τα οποία διαφοροποιούν το μονοπωλιακό από τον ελεύθερο ανταγωνισμό:

Πρώτο: Κατά τον μονοπωλιακό ανταγωνισμό πρόκειται για ένα περιορισμένο, για να ειπωθεί έτσι, συγκρατημένο ανταγωνισμό. Στο εσωτερικό του μονοπωλίου κρατούνται συγκεκριμένες οικονομικές σχέσεις έξω από τον ανταγωνισμό. Μεταξύ των κλάδων δυσκολεύεται η μετανάστευση κεφαλαίου.

Δεύτερο: Η ανταγωνιστική πάλη οξύνεται. Οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις στη μεταξύ τους ανταγωνιστική πάλη, καθώς στη πάλη με τις μη μονοπωλιακές επιχειρήσεις, χρησιμοποιούν, πέρα από τις παλιές μεθόδους ανταγωνισμού, σε μεγάλο βαθμό και μεθόδους βίας. «Δεν έχουμε πια μπροστά μας την πάλη του ανταγωνισμού των μικρών και των μεγάλων, των τεχνικά καθυστερημένων και των τεχνικά προοδευμένων επιχειρήσεων. Έχουμε μπροστά μας το πνίξιμο από τους μονοπωλητές εκείνων που δεν υποτάσσονται στα μονοπώλια, στο ζυγό τους, στην αυθαιρεσία τους»[18]

Τρίτο: Έτσι, τα αποτελέσματα της ανταγωνιστικής πάλης είναι πιο καταστρεπτικά απ΄ ό,τι παλιότερα. Οι δυνατότητες που έχουν οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις για να «πνίξουν» τους ανταγωνιστές τους, επιταχύνουν κυρίως το προτσές της καταστροφής των μικρών και μεσαίων κεφαλαίων καθώς και των απλών εμπορευματοπαραγωγών. Βία στις διάφορες μορφές της χρησιμοποιείται επίσης για να εξουδετερωθούν μεγάλοι και μικροί ανταγωνιστές. Επομένως, είναι εντελώς λανθασμένο να πλασάρεται η αντικατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού από τα μονοπώλια σαν μετάβαση προς έναν «οργανωμένο» ή «σχεδιασμένο» καπιταλισμό όπως κάνουν οι αναθεωρητές ιδεολόγοι. Η αστάθεια του προτσές αναπαραγωγής του κεφαλαίου αυξάνει πάνω στο κοινωνικό επίπεδο. Οι χρεωκοπίες και οι πτωχεύσεις μετατρέπονται σ΄ ένα σημαντικό βάρος των εργαζομένων μαζών. Αυτές προκαλούν μαζική ανεργία και αυξανόμενη υπαρξιακή ανασφάλεια.


3.3. Ο ρόλος της βίας στις οικονομικές σχέσεις

«Η σχέση κυριαρχίας και η βία που συνεπάγεται –αυτό είναι το χαρακτηριστικό της “νεότατης φάσης στην ανάπτυξη του καπιταλισμού”, αυτό έπρεπε αναπόφευκτα να προκύψει και προέκυψε από τη δημιουργία των παντοδύναμων οικονομικών μονοπωλίων»[19]. Παρόλο που οι οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού συνεχίζουν να επιδρούν αυθόρμητα, η επιβολή τους επιτυγχάνεται τώρα πλέον μέσω της σύμπλεξης του οικονομικού εξαναγκασμού με την οικονομική και εξωοικονομική βία. Ο Λένιν ορίζει το μονοπώλιο σ΄ αυτή τη συνάφεια, σαν μια σχέση κυριαρχίας συνδεδεμένη με τη βία. Η βία μετατρέπεται σε μια σημαντική οικονομική δύναμη. Τι σημαίνει αυτό; Που βρίσκεται το καινούριο σε σχέση με τα παλιότερα στάδια ανάπτυξης του καπιταλισμού;

Ο οικονομικός εξαναγκασμός είναι εσωτερικές αναγκαιότητες στις οποίες πρέπει να υποταχθούν οι παραγωγοί σε κάθε τρόπο παραγωγής. Στον καπιταλισμό επιβάλλεται ο οικονομικός εξαναγκασμός απέναντι στους παραγωγούς, κυρίως με τη μορφή των νόμων εξαναγκασμού του ανταγωνισμού. Μέσω της ανταγωνιστικής πάλης επιβάλλονται στους κεφαλαιοκράτες τρόποι συμπεριφοράς που προκύπτουν απ΄ τις οικονομικές νομοτέλειες του τρόπου παραγωγής. Για αυτό ο Μαρξ χαρακτήρισε τον οικονομικό εξαναγκασμό σαν «βουβό εξαναγκασμό των οικονομικών σχέσεων». Η βία αντιθέτως, είναι κατ΄ αρχή ένα εξωοικονομικό φαινόμενο. Αυτή, είναι η χρήση πολιτικών και ιδιαίτερα κρατικών μέσων εξουσίας απ΄ την πλευρά συγκεκριμένων ταξικών δυνάμεων για να επιβάλλουν τη βούλησή τους πάνω στις άλλες ταξικές δυνάμεις, επιβάλλοντας έτσι τα δικά τους συμφέροντα. Από την εκάστοτε κυρίαρχη τάξη η βία εφαρμόζεται για την ανάπτυξη, τη βελτίωση και τη διατήρηση των υπαρκτών σχέσεων παραγωγής.

Η καπιταλιστική ιδιοκτησία εξασφαλίζεται επομένως πάντα με νομικά, πολιτικά και ιδεολογικά μέσα, κυρίως μέσω του αστικού κράτους. Ο οικονομικός εξαναγκασμός και η χρήση εξωοικονομικής βίας για την εξασφάλιση της κυριαρχίας, υπάρχουν στον καπιταλισμό ο ένας δίπλα στην άλλη. Το νέο στοιχείο στο ρόλο της κυριαρχίας και της βίας στον ιμπεριαλισμό, είναι οι αλλαγμένες σχέσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ οικονομικού εξαναγκασμού και εξωοικονομικής βίας καθώς και η χαρακτηριστική εμφάνιση της οικονομικής βίας.

Οικονομικός εξαναγκασμός μέσω της επίδρασης των οικονομικών νόμων, υπάρχει, όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικές πρακτικές συναλλαγής, κατά τις οποίες οι αντίπαλοι συμπεριφέρονται μεταξύ τους σαν ισότιμοι εταίροι, για παράδειγμα όταν η αγορά και η πώληση εμπορευμάτων τελείται πάνω στη βάση των τιμών της παραγωγής, ή κατά τις τιμές της παραγωγής, οι οποίες κυμαίνονται γύρω απ΄ τις αγοραίες τιμές. Το μονοπώλιο όμως δεν περιορίζεται στην πρακτική των συναλλαγών, πολύ περισσότερο, εισάγει σε μεγάλο βαθμό μεθόδους βίας στην οικονομία για να διατηρήσει τις ήδη κατακτημένες θέσεις του και να οικοδομήσει νέες. Η τάση για βία και επιθετικότητα, οι οποίες είναι εγγενείς στο μονοπώλιο, ωθεί στη χρήση μεθόδων εκβιασμού. Αυτές εφαρμόζονται όταν τα μονοπώλια με τη βοήθεια των διασυνδέσεών τους με τις τράπεζες, αποκλείουν τους ανταγωνιστές τους από πιστώσεις, όταν επιβάλλουν φραγμούς σε υλικό απέναντι σε αγοραστές κτλ. Μέσω αυτών των πρακτικών οι ανταγωνιστές εκτοπίζονται ή εξαναγκάζονται σε συνθήκες που είναι αρεστές στα μονοπώλια. Τα μονοπώλια κατά την χρήση βίας χρησιμοποιούν συχνά μορφές της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής. Για το λόγο αυτό μπορεί να γίνει λόγος περί οικονομικής βίας ή οικονομικής εξουσίας των μονοπωλίων. Οι εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις εδώ αναπτύσσονται και παραβιάζονται ταυτόχρονα απ΄ τα μονοπώλια. Σχέσεις ισοτιμίας και ανεξαρτησίας των κεφαλαιοκρατών μεταξύ τους κατά την αγορά και πώληση εμπορευμάτων, αντικαθίστανται από αυτές της ανισοτιμίας και της εξάρτησης. Αν ένας συνέταιρος βρίσκεται σε οικονομική εξάρτηση από έναν άλλο, τότε ο εξαρτώμενος είναι εκτεθειμένος στην πίεση του μεγαλύτερου και ισχυρότερου. Σ΄ αυτόν μπορούν να υπαγορευτούν συνθήκες, στις οποίες, όταν τιμωρηθεί με καταστροφή πρέπει να παραμείνει ως ανεξάρτητος παραγωγός. Η οικονομική βία των μονοπωλίων, η οποία θεμελιώνεται στις θέσεις που κατέχουν ως μονοπώλια, εξαναγκάζει σε ένα νέο τρόπο διανομής μεταξύ των κεφαλαιοκρατών της υπεραξίας που παράγεται απ΄ την εργατική τάξη προς όφελος του μονοπωλίου.

Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση της μονοπωλιακής θέσης με τη βία, αποκτούν κατά τον μονοπωλισμό των πρώτων υλών μια ιδιαίτερη σημασία. Η θέση αυτή χρησιμεύει στην εξασφάλιση και διεύρυνση του μονοπωλίου, το οποίο αναπτύχθηκε απ΄ τη συγκέντρωση της παραγωγής. Η κατοχή περιοχών στις οποίες υπάρχουν άνθρακας, μεταλλεύματα σιδήρου, χαλκός, κάλιο, ουράνιο, πετρέλαιο κτλ, σταθεροποιεί τη μονοπωλιακή θέση εκείνων των μονοπωλιακών επιχειρήσεων που αποκτούν και επεξεργάζονται αυτές τις πρώτες ύλες. Με την ιδιοποίηση της βάσης των πρώτων υλών γεννιούνται κάθετα δομημένα κοντσέρν, όπως τα κοντσέρν χάλυβα στη Δυτική Ευρώπη. Η παραγωγή σιδήρου και χάλυβα σχηματίζει το κέντρο τους, ταυτόχρονα όμως μονοπωλούν και την εξόρυξη άνθρακα και σιδήρου. Η μονοπωλιακή κυριαρχία πάνω στις πρώτες ύλες εξασφαλίζει ώστε να μην διεισδύσουν νέοι ανταγωνιστές στην παραγωγή σιδήρου και χάλυβα. Κατά την ιδιοποίηση των πρώτων υλών χρησιμοποιούνται όλα τα μέσα που έχουν στα χέρια τους τα μονοπώλια, ξεκινώντας από την αγορά γης και τα ορυχεία και φτάνοντας μέχρι τις εξωοικονομικές μεθόδους βίας, όπως αυτές εκφράστηκαν κατά την εγκαθίδρυση αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. 

Έναν αυξανόμενο ρόλο παίζει στο σημερινό καπιταλισμό επίσης ο μονοπωλισμός των αποτελεσμάτων της επιστημονικο-τεχνικής προόδου. Ο βαθμός μονοπωλισμού της έρευνας και της τεχνολογίας είναι σήμερα σημαντικότερος ακόμη και από την παραγωγή. Σαν συνέπεια της τεράστιας δύναμης η οποία έχει συγκεντρωθεί στα μονοπώλια, αυτά είναι σε θέση να επιταχύνουν σημαντικά την επιστημονική και τεχνική ανάπτυξη. Τα μονοπώλια διατηρούν μεγάλους χώρους στους οποίους καταγίνονται με έρευνες και δοκιμάζουν νέα προϊόντα και μεθόδους. Στο μη μονοπωλιακό κεφάλαιο κατά κανόνα δεν είναι δοσμένες ούτε οι δυνατότητες που έχουν τα μονοπώλια, ούτε μπορούν να κερδοφορήσουν από την έρευνα και τη δοκιμή, επειδή τα μονοπώλια κρατούν τα αποτελέσματά τους μυστικά, μεταξύ των άλλων με το μέσο της προστασίας χρήσης. Αυτή η προστασία των μυστικών επιδρά αρνητικά πάνω στην κατάσταση του μη μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Η οικονομική βία ή εξουσία αποτελεί στον ιμπεριαλισμό το μονοπωλισμό των ιδιαίτερα ευνοϊκών οικονομικών συνθηκών της παραγωγής υπεραξίας και/ή της πραγματοποίησης κέρδους στα χέρια ενός τμήματος των ανταγωνιστών με την εκμηδένιση του ελεύθερου ανταγωνισμού και της ελεύθερης μετανάστευσης κεφαλαίου. Αυτή αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο του καπιταλιστικού μονοπωλίου.

Ταυτόχρονα το μονοπώλιο σαν επιθετική σχέση κυριαρχίας, είναι συνδεδεμένο με την εξωοικονομική χρήση βίας. Η ένοπλη επιθετικότητα η οποία χρησιμοποιείται για παράδειγμα στη πάλη για την κατάκτηση των πηγών πρώτων υλών, αποτελεί στην ουσία μόνο την φανερή και οξυμένη μορφή έκφρασης, την υψηλότερη βαθμίδα χρήσης βίας στην οποία καταφεύγει το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Έτσι, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος σύμφωνα με την οικονομική του βάση αποτελεί τη συνέχιση του μονοπωλιακού ανταγωνισμού με τη χρήση βίαιων μεθόδων. Ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός ξεκινώντας απ΄ τον ανταγωνισμό στις τιμές, φτάνει μέσω του μονοπωλισμού πάνω στις πρώτες ύλες και τις πιστώσεις και τον οικονομικό αποκλεισμό μέχρι τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Υπενθυμίζουμε εδώ την εισβολή των ιμπεριαλιστών στο Ιράκ, που στόχο είχε το πετρέλαιο καθώς και την τελευταία ιμπεριαλιστική επέμβαση της Γαλλίας στο Μαλί, η οποία αφορούσε στην κατοχή εδαφών πλούσιων σε ουράνιο που έχουν ανάγκη τα γαλλικά πυρηνικά εργοστάσια.

Η έντονη χρήση μεθόδων της εξωοικονομικής βίας στην οικονομία, θέτει το ερώτημα, με ποιο τρόπο επιδρούν όλα αυτά πάνω στην επιβολή των οικονομικών νόμων. Σε καμιά περίπτωση δεν τίθενται εκτός ισχύος οι οικονομικές νομοτέλειες του καπιταλισμού. Τα μονοπώλια αποκτούν μεν μέσω της εξουσίας που έχουν στη διάθεσή τους επιπλέον δυνάμεις για να κατακτήσουν τους στόχους τους, γενικά όμως κινούνται στα πλαίσια των οικονομικών νόμων. Η βία αυτή δεν δύναται να καταστήσει τα μονοπώλια ανεξάρτητα απέναντι στον αντικειμενικό οικονομικό μηχανισμό επίδρασης. Πολύ περισσότερο, αυτή, στην κατεύθυνση της επίδρασής της καθορίζεται απ΄ το σύστημα των οικονομικών νόμων. Η επιρροή της πάνω στις νομοτέλειες και τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, αποτελεί σε σχέση με τη χρήση μεθόδων βίας του ελεύθερου οικονομικού μηχανισμού του προμονοπωλιακού καπιταλισμού, ένα αλλαγμένο είδος επιβολής της κεφαλαιακής σχέσης. Η βία εμφανίζεται κυρίως σαν στοιχείο το οποίο μεσολαβεί την επιβολή των οικονομικών νόμων και ενισχύει την επίδρασή τους. Ήδη ο Ένγκελς σημείωνε ότι το αστικό κράτος δεν μπορεί να δημιουργήσει ούτε να εξουδετερώσει τους οικονομικούς νόμους, όμως είναι σε θέση να επιδράσει πάνω στη συγκεκριμένη επιβολή τους. «Η επενέργεια της κρατικής εξουσίας πάνω στην οικονομική ανάπτυξη είναι τριών ειδών: Αυτή μπορεί να προχωρήσει στην ίδια κατεύθυνση. Τότε πηγαίνει γρήγορα. Μπορεί να προχωρήσει αντίθετα. Τότε κάθε μεγάλος λαός σήμερα, με την πάροδο του χρόνου θα καταστραφεί. Ή μπορεί να μπλοκάρει συγκεκριμένες κατευθύνσεις της οικονομικής ανάπτυξης και να προδιαγράψει άλλες –αυτή η περίπτωση ανάγεται τελικά σε μια απ΄ τις δυό προηγούμενες»[20].

Το γεγονός ότι η βία σαν οικονομική δύναμη στον ιμπεριαλισμό παίζει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, φαίνεται στην επιβίωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Στο προστάδιο του καπιταλισμού, στη φάση της «πρωταρχικής συσσώρευσης» του κεφαλαίου, η βία λειτουργούσε σαν «μαμή» κατά το ξεκίνημα ενός ιστορικά προοδευτικού τρόπου παραγωγής. Κατά την περίοδο του προμονοπωλιακού καπιταλισμού ο ρόλος της βίας στον οικονομικό μηχανισμό οπισθοχώρησε, στον ιμπεριαλισμό αντιθέτως αποκτά στην οικονομία μια αυξανόμενη σημασία. Αυτό προκύπτει απ΄ το γεγονός ότι η βία πρέπει να εξασφαλίσει τη λειτουργική ικανότητα ενός οικονομικού μηχανισμού, ο οποίος δεν είναι πλέον ολοκληρωτικά αποτελεσματικός. Χωρίς αυτήν το μονοπωλιακό κεφάλαιο δεν μπορεί να υπάρξει, επειδή η κυριαρχία των μονοπωλίων δεν είναι σε θέση να διατηρηθεί ενάντια στη πίεση που ασκούν οι παραγωγικές δυνάμεις.


3.4. Σχεδιομετρική ανάπτυξη και αναρχία στη παραγωγή υπό συνθήκες μονοπωλιακής κυριαρχίας

Ο Ένγκελς επέστησε την προσοχή σε μια σημαντική τάση η οποία βρίσκεται σε συνάφεια με τον σχηματισμό του μονοπωλίου: «Στα τραστ ο ελεύθερος ανταγωνισμός μετατρέπεται σε μονοπώλιο, η μη σχεδιομετρική παραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνίας συνθηκολογεί μπροστά στη σχεδιομετρική παραγωγή της σοσιαλιστικής κοινωνίας που πλησιάζει. Φυσικά, στην αρχή αυτό γίνεται προς όφελος των καπιταλιστών»[21].

Ο Λένιν λαμβάνοντας υπόψη το παραπάνω, έδειξε ότι το εσωτερικό οικονομικό προτσές, που επέδρασε σ΄ αυτή τη μετατροπή, προκάλεσε «μια τεράστια πρόοδο στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής» η οποία εμφανίζεται με το μονοπώλιο. Σαν αποτέλεσμα της μετατροπής του ανταγωνισμού σε μονοπώλιο «κοινωνικοποιείται ιδιαίτερα και η διαδικασία των τεχνικών εφευρέσεων και τελειοποιήσεων. Αυτό πια δεν είναι καθόλου ο ελεύθερος ανταγωνισμός των σκόρπιων και άγνωστων μεταξύ τους εργοστασιαρχών, που παράγουν για την κατανάλωση σε μια άγνωστη αγορά. Η συγκέντρωση έφτασε στο σημείο που μπορεί να γίνει ένας κατά προσέγγιση υπολογισμός όλων των πρώτων υλών […] σ΄ όλο τον κόσμο»[22].

Με την καπιταλιστική κοινωνικοποίηση της παραγωγής αυξάνουν σε μεγάλο βαθμό τα στοιχεία για μια σχεδιομετρική παραγωγή, στα οποία προαναγγέλλεται ήδη ο άμεσος επόμενος υψηλότερος τρόπος παραγωγής. Εδώ δεν μπορεί φυσικά να γίνει λόγος για μια σχεδιομετρική ανάπτυξη της οικονομίας –όπως συμβαίνει στον σοσιαλισμό. Η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής εμποδίζει κάτι τέτοιο. Μέσα σε σχετικά όρια μπορεί όμως το μονοπωλιακό κεφάλαιο να αντιδράσει στο αυθόρμητο της αγοράς. Πάνω στη βάση της εξέγερσης της τεράστιας ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στην καπιταλιστική κυριαρχία τους, πρέπει το μονοπώλιο να προχωρήσει στην ανάπτυξη μιας συνειδητής οργάνωσης της παραγωγής και διανομής στα πλαίσια ολόκληρων χωρών. Έτσι προκύπτει μια οργάνωση των σχέσεων παραγωγής, η οποία συνενώνει σταθερά τις ξεχωριστές επιχειρήσεις μέσα στις μονοπωλιακές ενώσεις, διευθύνοντάς τες κεντρικά. Σαν έκφραση μιας τέτοιου είδους σχεδιομετρικής ανάπτυξης, επιτυγχάνεται για παράδειγμα μεταξύ των ξεχωριστών μερών του μονοπωλίου, ένας στενός συντονισμός των καθηκόντων, η εκπλήρωση των οποίων ρυθμίζεται μέσω μιας κεντρικής διεύθυνσης του μονοπωλίου. Αυτές οι κεντρικές διευθύνσεις των μονοπωλίων αποφασίζουν από πριν για τις τιμές των εμπορευμάτων που πρέπει να επιτευχθούν, οι οποίες καλύπτουν τις δαπάνες και εγγυώνται ένα κέρδος που αντιστοιχεί στους στόχους του μονοπωλίου. Η ρύθμιση των τιμών στα πλαίσια του μονοπωλίου δεν πραγματοποιείται πλέον κατά κύριο λόγο σαν αποτέλεσμα των διακυμάνσεων μεταξύ αγοράς και ζήτησης, αλλά γίνεται προσπάθεια να χειραγωγηθεί η αγορά με βάση τους στόχους που έχουν θέσει τα μονοπώλια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έτσι εξαφανίζεται η ρύθμιση μέσω του νόμου της αξίας, αλλά ότι η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται με νέες τροποποιημένες μορφές. Οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ των ξεχωριστών επιχειρήσεων μέσα στο μονοπώλιο δεν λαμβάνουν πλέον χώρα μέσω των εμπορευματικο-χρηματικών σχέσεων της αγοράς, αλλά μέσω ενός συστήματος συμψηφισμού των τιμών μέσα στο κοντσέρν.

Ο μηχανισμός διεύθυνσης των κοντσέρν μοιάζει συχνά με μια πολυεπίπεδη πυραμίδα, η οποία εγείρεται πάνω από την πραγματική παραγωγή. Τα καθήκοντα αυτού του μηχανισμού είναι να οργανώσει ενιαία την παραγωγή, τις πωλήσεις, τις επενδύσεις κεφαλαίου, τις επιστημονικο-τεχνικές εφαρμογές, να δομήσει μια ενιαία λογιστική και καταγραφή των υλικών και των χρηματοδοτικών προτσές, να φροντίσει για το νορμάρισμα εξαρτημάτων, γενικών διατάξεων (= σύνολο συναρμολογημένων εξαρτημάτων) και εξοπλισμού κτλ. Ενόψει αυτής της τεράστιας έκτασης καθηκόντων που πρέπει να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια πολλών κοντσέρν, δεν πρέπει να εκπλήσσει, ότι αναπτύχθηκε μια ιδία επιστήμη η οποία ασχολείται με την προβληματική της διεύθυνσης τέτοιου είδους κολοσσιαίων σχηματισμών. Έτσι, με βάση την πρακτική τέτοιου είδους κοντσέρν όπως η General Motors και η Du Pont de Nemours, αναπτύχθηκε ήδη στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1920 μια γενική θεωρία για το μάνατζμεντ. Η θεωρία αυτή γενίκευσε τις εμπειρίες αυτών των κοντσέρν και έτσι ανέπτυξε τη δυνατότητα να επωφεληθούν απ΄ αυτές τις εμπειρίες και άλλα κοντσέρν.

Η κατάρτιση βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προγνώσεων, η επεξεργασία τεχνικών διαφήμισης και μάρκετινγκ καθώς και μιας στρατηγικής καινοτομιών, επιτρέπουν στα κοντσέρν την ανάπτυξη στρατηγικών για την παραγωγή και την αγορά, οι οποίες επιβάλλονται από τις διοικήσεις των κοντσέρν και τα παραρτήματά τους. Ιδιαίτερη προσοχή δίνουν οι κεντρικές διευθύνσεις των μονοπωλίων στην ανάπτυξη της «επιστήμης της εργασίας», δηλαδή στην επεξεργασία και χρήση «επιστημονικών μεθόδων για την έκθλιψη υπεραξίας». Ταυτόχρονα τα μονοπώλια αναπτύσσουν ολόκληρα συστήματα τα οποία χρησιμεύουν για το θόλωμα του μυαλού των εργατών ώστε να μην αναγνωρίζουν τον τεράστιο βαθμό εκμετάλλευσής τους. Η ιδεολογία της συνιδιοκτησίας και πολλά συστήματα μιας υποτιθέμενης συμμετοχής στις επιτυχίες και στα κέρδη, έχουν σαν σκοπό να δώσουν την εντύπωση, ότι κεφαλαιοκράτες και εργάτες βρίσκονται στην ίδια βάρκα, και ότι οι εργάτες θα είναι σε καλύτερη θέση αν ο κεφαλαιοκράτης έχει υψηλά κέρδη.

Η αύξηση των στοιχείων της σχεδιομετρικής ανάπτυξης που επιτυγχάνεται με το σχηματισμό του μονοπωλίου, δεν πρέπει να παραβλεφθεί. Εδώ πρόκειται για μια σχεδιομετρική ανάπτυξη, η οποία είναι υποταγμένη στην τάση για κέρδος των ατομικών ιδιοκτητών πάνω στα μέσα παραγωγής. Επομένως, η αυξανόμενη χρήση των στοιχείων του σχεδίου και του προγραμματισμού στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις δεν άρει το αυθόρμητο και την αναρχία που κυριαρχεί σε ολόκληρη την καπιταλιστική οικονομία. Μάλιστα οξύνουν ακόμη περισσότερο αυτές τις βασικές ιδιότητες του καπιταλισμού. Απ΄ την άλλη μεριά, αυξανόμενη σχεδιομετρική ανάπτυξη στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις σημαίνει αυξανόμενη σχεδιομετρική ανάπτυξη κατά την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και την καταλήστευση των άλλων εργαζόμενων τάξεων και στρωμάτων. Με την αύξηση της εκμετάλλευσης οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις και αναπτύσσεται η ταξική πάλη. Αυτό σημαίνει, ότι τα σχέδια της μονοπωλιακής αστικής τάξης σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς τριβές. Μεγάλες αγωνιστικές δραστηριότητες της εργατικής τάξης συχνά διασταυρώνονται με τα σχέδια στο εσωτερικό των κοντσέρν και τα εκμηδενίζουν. Η πάλη των μονοπωλίων μεταξύ τους γεννά διαρκώς αναρχία μέσα στη κοινωνία. Ο τρόπος κίνησης της αντίφασης ανάμεσα στην οργάνωση της παραγωγής στο καπιταλιστικό εργοστάσιο και την αναρχία στη κοινωνία, αποτελεί έκφραση της βασικής αντίφασης του καπιταλισμού, μεταβάλλεται μεν, όμως δεν άρεται, μάλιστα οξύνεται παραπέρα, όπου εδώ, οι συνέπειες της ανταγωνιστικής πάλης μεταξύ των κοντσέρν είναι πιο οξυμένες και ολέθριες απ΄ ό,τι οι επιδράσεις του ανταγωνισμού στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό. Μάλιστα η έκταση της αναρχίας αυξάνεται αντιστοίχως. Απόδειξη για αυτό αποτελούν οι τεράστιες δυσαναλογίες που εμφανίζονται διαρκώς μεταξύ των διάφορων τομέων της καπιταλιστικής οικονομίας και εκφράζονται σε δομικές κρίσεις. Αυτές οι δομικές κρίσεις ταρακουνούν ολόκληρο το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα.

«Τα τραστ δεν μας έδωσαν, και πραγματικά δεν μπορούν να μας δώσουν μια πλήρη και τέλεια τάξη στο σύστημα της παραγωγής. Αλλά, αφού οπωσδήποτε φέρνουν μια σχετική τάξη και μπορούν έτσι οι κεφαλαιούχοι να υπολογίζουν από πριν την απαιτούμενη παραγωγή εθνικώς και διεθνώς, αν εννοείται ενεργούν σύμφωνα με κάποιο μεθοδικό σύστημα, θα εξακολουθούμε να είμαστε κάτω από τον καπιταλισμό –έναν καπιταλισμό βέβαια που βρίσκεται στην τελευταία του φάση, αλλά που ακόμη είναι καπιταλισμός»[23]


3.5. Αλλαγές στο μηχανισμό επίδρασης πάνω στους μισθούς

Όπως τα μονοπώλια πάνω στο πεδίο των τιμών γεννούν την τάση να αντικαθιστούν τον καθορισμό των τιμών μέσω της υπαγόρευσης στην ανταγωνιστική πάλη, έτσι γεννούν επίσης μια παρόμοια τάση πάνω στο πεδίο των μισθών (σ.σ. στο σημείο αυτό εξετάζουμε ουσιαστικά μόνο μια από τις τάσεις, η οποία στον ιμπεριαλισμό επιδρά τροποποιητικά πάνω στο προτσές καθορισμού της αξίας του εμπορεύματος εργατική δύναμη και πάνω στο σχηματισμό του μισθού εργασίας). Τα μονοπώλια προσπαθούν να θέσουν κάτω απ΄ τη πίεση το εργατικό δυναμικό των κοντσέρν και τις ταξικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, οι οποίες προέκυψαν απ΄ τη πάλη ενάντια στην αυξανόμενη εκμετάλλευση και καταπίεση. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται πολλά μέσα και μέθοδοι. Η μονοπωλιακή αστική τάξη τοποθετήθηκε κατ΄ αρχή κάθετα ενάντια στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και προσπάθησε με όλους τους τρόπους να τσακίσει τις εργατικές οργανώσεις. Απαγορεύσεις και άλλα ανοιχτά ή καλυμμένα μέτρα καταπίεσης χρησιμοποιήθηκαν για να εμποδίσουν την αλληλεγγύη μεταξύ των εργατών. Σε μεγάλο βαθμό γίνονται προσπάθειες να διαβρωθούν οι οργανώσεις της εργατικής τάξης από τα μέσα, να περιορίσουν το χώρο δράσης τους και να τις κατευθύνουν σε ρεφορμιστικές θέσεις που συμμορφώνονται προς το σύστημα. Η μονοπωλιακή αστική τάξη υπολογίζει σήμερα την ύπαρξη της αντιβίας και χρησιμοποιεί νέα μέσα και μεθόδους για να επιβάλλει τους στόχους της. Σ΄ αυτές τις μεθόδους ανήκει, το ότι οργανώσεις των κεφαλαιοκρατών και της εργατικής τάξης κάθονται στο ίδιο τραπέζι με τη συμμετοχή κυβερνητικών εκπροσώπων για να διαπραγματευτούν και να καθορίσουν τους μισθούς, το χρόνο εργασίας, τις ετήσιες διακοπές κτλ. Από τα (ταξικά) συνδικάτα και τα κόμματα της εργατικής τάξης απαιτείται να δείξουν «οικονομική σύνεση». Στο όνομα αυτής της σύνεσης οι εκπρόσωποι των συνδικάτων οφείλουν να παραιτηθούν απ΄ τις απαιτήσεις τους για πιο υψηλούς μισθούς, μείωση του χρόνου εργασίας, παράταση των ετήσιων διακοπών κτλ. Όσο διάστημα τα μονοπώλια μ΄ αυτή τη στρατηγική και τακτική τους έχουν επιτυχίες, θα αποδυναμώνουν τις θέσεις της εργατικής τάξης στην ταξική αντιπαράθεση, κάτι που για τα μονοπώλια μεταφράζεται σε υψηλότερα κέρδη. Μολαταύτα, τα μονοπώλια συχνά πρέπει να κάνουν συμβιβασμούς για να διατηρήσουν την «κοινωνική ειρήνη» και η δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης να μην επεκταθεί επικίνδυνα, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την παραπέρα ύπαρξη του συστήματος.

Μέσω των μεταβαλλόμενων συνθηκών της πώλησης του εμπορεύματος εργατική δύναμη επιφέρονται αλλαγές στο μηχανισμό επίδρασης των μισθών και συγκεκριμένων πλευρών του γενικού νόμου της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αυτές αποτελούν επίσης έκφραση μιας μεταβαλλόμενης σχέσης μεταξύ των οικονομικών προτσές και του ρόλου της βίας στο μονοπωλιακό καπιταλισμό. Αλλά και η εργατική τάξη, η οποία αντιτίθεται με τις οργανώσεις της στην τάση ενίσχυσης της εκμετάλλευσης και της καταλήστευσής της, κάνει χρήση βίας. Με την αντίστασή της ενάντια στην εκμετάλλευση γίνεται επέμβαση στο μηχανισμό επίδρασης των οικονομικών νόμων: Μολαταύτα, εδώ δεν άρεται το αλυσόδεμα της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο ως αποτέλεσμα της επίδρασης του νόμου της συσσώρευσης.

Οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις και το κράτος τους, φροντίζουν στη βάση του αλυσοδέματος της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο, ώστε η βία της εργατικής τάξης να μην ανατινάξει το σύστημα αλλά να κινείται στα πλαίσια του μονοπωλιακού συστήματος. Έτσι, ναι μεν γίνεται κατορθωτό η δράση της εργατικής τάξης να αποδυναμώνει μέχρι σ΄ ένα βαθμό τις συγκεκριμένες επιδράσεις των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού πάνω στην εργατική τάξη, όμως αυτές δεν οδηγούν στην εκμηδένιση του συστήματος εκμετάλλευσης όσο διάστημα η εργατική τάξη δεν βρίσκει τη δύναμη να θέσει τέλος στον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αλλάζει μόνο ο μηχανισμός μέσω του οποίου επιβάλλονται οι οικονομικοί νόμοι. Οι ίδιοι οι νόμοι όμως συνεχίζουν να επιδρούν όπως και πριν και εξασφαλίζουν, ώστε το κεφάλαιο και κυρίως τα μονοπώλια, θα συνεχίσουν να αυξάνουν παραπέρα τα κέρδη τους.

Πίσω απ΄ τις πλάτες των συνδικάτων εκμηδενίζονται διαρκώς οι αποφάσεις που πάρθηκαν κατά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, επειδή τα μονοπώλια τις περισσότερες φορές τηρούν επίσημα τις αποφάσεις για το ύψος του ονομαστικού μισθού, μέσω όμως της προώθησης υψηλότερων τιμών κόβουν την ανάπτυξη των πραγματικών μισθών, ενώ ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης και ύφεσης τούς μειώνουν. Η σταθεροποίηση του χρόνου εργασίας που αποφασίζεται κατά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις ή με νόμους, ενισχύει επίσης την προσπάθεια του κεφαλαίου να εφαρμόσει μεθόδους αύξησης της σχετικής υπεραξίας στην παραγωγή και να απελευθερώσει εργατικές δυνάμεις, ώστε μέσω αυτής της παρακαμπτήριας οδού να αυξηθεί η ανεργία επομένως και η αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, για παράδειγμα μέσω μιας υψηλότερης εντατικότητας της εργασίας και πληρωμής τμημάτων της εργατικής τάξης κάτω απ΄ την αξία της εργατικής τους δύναμης.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι αλλάζουν οι μορφές με τις οποίες τελείται η αύξηση της εκμετάλλευσης, η ίδια όμως δεν μπορεί να εμποδιστεί ή αυτό γίνεται σε πολύ μικρό βαθμό.


3.6. Μονοπώλιο και ανταγωνισμός

Υπάρχει μια αντίληψη, η οποία λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του Λένιν ότι το μονοπώλιο προκύπτει απ΄ το προτσές συγκέντρωσης, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η άρση του ανταγωνισμού εξαρτάται από τη βούληση του υποκειμένου αντί ως μορφή επιβολής του νόμου της αξίας. Βεβαίως, οι οικονομικοί νόμοι επιβάλλονται μέσω της δράσης των ανθρώπων. Αυτό είναι σημαντικό να ειπωθεί, επειδή μόνο έτσι μπορεί να κατανοηθεί η επιρροή της ταξικής πάλης, του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις κτλ πάνω στην επιβολή των οικονομικών νόμων, π.χ. αναφορικά με τον καπιταλιστικό νόμο για τους μισθούς, την κατάρρευση της αποικιοκρατίας κτλ. Αν όμως η άρση του ανταγωνισμού κατανοηθεί αποκλειστικά ότι εξαρτάται από τη βούληση του υποκειμένου, τότε κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα καταλήξει κανείς αναγκαστικά στο συμπέρασμα, ότι με την ενίσχυση του μονοπωλίου χάνει διαρκώς έδαφος και ο ανταγωνισμός, μέχρι τελικά να αρθεί εντελώς. Επειδή όμως οι οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού επιβάλλονται μέσω του ανταγωνισμού, τότε προκύπτει το συμπέρασμα, ότι το μονοπώλιο άρει και αυτούς τους οικονομικούς νόμους. Αυτό όμως θεωρητικά είναι λάθος και η πραγματικότητα αποδεικνύει το αντίθετο.

Ασφαλώς το μονοπώλιο (ως κεφαλαιακή σχέση) προκύπτει απ΄ τον ανταγωνισμό και εκμηδενίζει τον ανταγωνισμό. Μόνο μέσω της εξουδετέρωσης του ανταγωνισμού μπορεί να «σπάει» το νόμο του μέσου ποσοστού κέρδους και να εξασφαλίζει ένα υψηλότερο κέρδος. Το μονοπώλιο όμως δεν προκύπτει μόνο απ΄ τον ανταγωνισμό με σκοπό να τον εκμηδενίσει, αλλά ταυτόχρονα γεννιέται και ως όργανο του ανταγωνισμού, στρέφεται ενάντια σε άλλα κεφάλαια. Το μονοπώλιο γεννιέται και λειτουργεί ως όργανο διανομής του κέρδους. Το μονοπώλιο επομένως δεν εκμηδενίζει απλά τον ανταγωνισμό, αλλά εκμηδενίζοντάς τον μετατρέπεται ταυτόχρονα σε ένα όπλο, στη πάλη για το κέρδος, δηλαδή στην ανταγωνιστική πάλη. Το κεφάλαιο άρει, κατά μια σχετική έννοια, τον ανταγωνισμό, ώστε να εξοπλιστεί καλύτερα για τον ανταγωνισμό. Ανταγωνισμός και μονοπώλιο δεν αλληλοαποκλείονται αλλά συνυπάρχουν: Ο ανταγωνισμός αποτελεί το νομοτελειακό περιβάλλον της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τα κεφάλαια, και τα μονοπωλιακά κεφάλαια, δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς να επιδρούν το ένα πάνω στο άλλο, δηλαδή χωρίς να παλεύουν μεταξύ τους για να πάρουν μερίδιο απ΄ το κοινωνικό συνολικό κέρδος.

Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, είναι ανάγκη να γίνει διαφοροποίηση μεταξύ μονοπωλίου σαν γενική μορφή της κεφαλαιακής σχέσης, και ξεχωριστού μονοπωλίου στη συγκεκριμένη του μορφή, ακριβώς όπως πρέπει να γίνει και διαφοροποίηση μεταξύ κεφαλαίου σαν τέτοιο, σαν σχέση εκμετάλλευσης, και ξεχωριστού κεφαλαίου, δηλαδή της μορφής στην οποία υλοποιείται συγκεκριμένα η κεφαλαιακή σχέση. Σαν κεφαλαιακή σχέση το μονοπώλιο σφραγίζεται από τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά και τις κινητήριες δυνάμεις αυτής της σχέσης. Στόχος του είναι η αύξηση της αξιοποίησης και σ΄ αυτή τη συνάφεια ο εκμηδενισμός των παραγόντων οι οποίοι παρεμποδίζουν αυτό το στόχο –ακριβώς τον ανταγωνισμό. Ο ιμάντας που συγκρατεί το μονοπώλιο, που το καθορίζει στη γέννησή του, στη σταθερότητά του, στη θέση του απέναντι στα άλλα μονοπώλια και στη διάλυσή του, είναι η αξιοποίηση του κεφαλαίου. Αν θέλει κανείς να προσδιορίσει τη σχέση του μονοπωλίου απέναντι στον ανταγωνισμό, πρέπει να δει το μονοπώλιο από αυτή την οπτική γωνία. Το μονοπώλιο, για να μιλήσουμε με τα λόγια του Λένιν, άρει τον ανταγωνισμό σε ένα υψηλότερο επίπεδο. Στη θέση του ελεύθερου ανταγωνισμού θέτει τον μονοπωλιακό ανταγωνισμό. Πρόκειται για μια τεράστια διαφορά. Στη Γερμανία για παράδειγμα, το πρώτο μονοπώλιο ήταν αυτό του σιδήρου, το οποίο προέκυψε αφενός απ΄ το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής και την όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλισμού, αφετέρου ήταν απ΄ την αρχή τόσο επιθετικό, που πίεζε τον αγγλικό ανταγωνισμό, μάλιστα μέσα στην ίδια την εγχώρια αγορά του. Πως θα μπορούσε να αμυνθεί αυτή, αν όχι επίσης μέσω του μονοπωλίου; Το αποτέλεσμα ήταν στην αρχή ένα προσωρινό διεθνές καρτέλ σιδήρου. Δηλαδή, μέσω του ίδιου του μονοπωλιακού ανταγωνισμού το μονοπώλιο εγείρεται σε αναγκαστικό νόμο, απ΄ τον οποίο το κεφάλαιο δεν μπορεί να ξεφύγει μόλις δημιουργηθούν οι συνθήκες για το σχηματισμό του μονοπωλίου. Αυτή είναι η μια πλευρά της τελικής γενικής σταθεροποίησης σαν μορφή της κεφαλαιακής σχέσης. Η άλλη πλευρά είναι ότι μετατρέπεται σε αναγκαία βάση για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων πάνω σε καπιταλιστικά θεμέλια.

Πρέπει να ειδωθεί η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το κεφάλαιο όταν υπάρχει υψηλός βαθμός κοινωνικοποίησης της παραγωγής. Όσο περισσότερο προχωρά το προτσές κοινωνικοποίησης της παραγωγής, τόσο πιο πολυέξοδες γίνονται οι εγκαταστάσεις. Ο όγκος του προκαταβαλλόμενου ελάχιστου κεφαλαίου αυξάνει. Ο εξαναγκασμός για μαζική παραγωγή αυξάνει και ταυτόχρονα αυξάνει η ασυμφωνία ανάμεσα στην αλματώδη επέκταση για μέσα παραγωγής και εργατικές δυνάμεις, και σε σύγκριση μ΄ αυτήν, η αργή ανάπτυξη της αγοράς. Χρειάζονται περισσότερα μέσα και περισσότερος χρόνος για να ανεγερθούν οι τεράστιες εγκαταστάσεις και περισσότερος χρόνος προτού αυτές να είναι σε θέση να αξιοποιηθούν πλήρως. Όταν για παράδειγμα δέκα κεφάλαια αποτελούν το 60% της παραγωγής ενός κλάδου, τότε υπάρχει ήδη η βάση και το κίνητρο για το σχηματισμό μονοπωλίου. Ο νόμος του μέσου ποσοστού κέρδους μπορεί να «σπάσει», να αντληθεί περισσότερο κέρδος απ΄ το μονοπώλιο. Η πλήρης όμως πραγματοποίηση του δυναμικού αύξησης του κέρδους που βρίσκεται στις σύγχρονες εγκαταστάσεις, επιτυγχάνεται μόνο όταν εξαντληθεί το παραγωγικό του δυναμικό. Έτσι εξηγείται ότι τα μονοπώλια ήδη απ΄ την πρώτη φάση του σχηματισμού τους, δεν αποτελούσαν απλά όργανο μιας επιπρόσθετης ιδιοποίησης του κέρδους, αλλά ταυτόχρονα ήταν και όργανο για τον εκτοπισμό των μικρών κεφαλαίων τα οποία έστεκαν εμπόδιο στο σύμπλεγμα της μονοπωλιακής άντλησης κέρδους και ταυτόχρονα στη χρήση τού υψηλού βαθμού κοινωνικοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων. Σ΄ αυτό το χρονικό σημείο το μονοπώλιο ήταν ακόμη ασταθές. Στην ουσία του κεφαλαίου βρίσκεται ότι κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο που έχει συνενωθεί με άλλα κεφάλαια για το σχηματισμό μονοπωλίου, να ανατινάζει το μονοπώλιο μόλις στενεύει το πλαίσιο για την ανάπτυξη της δικής του αξιοποίησης και όταν το πλαίσιο αυτό γίνεται φρένο για τη δική του επέκταση. Η προβληματική μπροστά στην οποία τίθεται το κεφάλαιο στην ανάπτυξή του μέσω του προτσές κοινωνικοποίησης της παραγωγής, οξύνεται όσο προχωρά αυτό το προτσές. Εάν για παράδειγμα έχουμε δέκα κεφάλαια τα οποία αποτελούν το 60% της παραγωγής ενός κλάδου, τότε κάθε ένα από αυτά έχει κατά μέσο όρο ένα μερίδιο 6%. Το μερίδιο των βέλτιστων εγκαταστάσεων είναι φυσικά μεγαλύτερο απ΄ αυτό τον μέσο όρο. Είναι πιθανό, και σίγουρα αυτό αντιστοιχεί και στην πραγματικότητα, ότι το μονοπώλιο σ΄ αυτό το στάδιο της ανάπτυξής του δεν άλλαξε ακόμη το πλαίσιο του καπιταλισμού τού ελεύθερου ανταγωνισμού, αφού η μονοπωλιακή σφαίρα της κοινωνικής συνολικής παραγωγής είναι περιορισμένη στους κλάδους όπου η παραγωγή είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένη, και στην πάροδο του χρόνου διευρύνθηκε παραπέρα το προτσές κοινωνικοποίησης. Μπορεί όμως να φανταστεί κανείς στη βάση αυτών των μεγεθών, πόσο έπρεπε να επιταχυνθεί ο ρυθμός της παραπέρα προόδου της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της προβληματικής που ξεπήδησε από αυτήν, αν δει την αφετηριακή βάση του βαθμού κοινωνικοποίησης που ήδη έχει επιτευχθεί. Όταν διαβάζει κάποιος σήμερα ότι ένα κοντσέρν αύξησε την παραγωγή ενός προϊόντος κατά 60% ή 100%, -και αυτά τα ποσοστά αύξησης είναι δυνατά μέσω της χρήσης των σύγχρονων τεχνολογιών-, τότε αυτό συχνά σημαίνει μια αύξηση της κοινωνικής συνολικής παραγωγής αυτού του προϊόντος κατά 20%, 30% ή ακόμη και κατά 50%, και τέτοιου είδους ποσοστιαίες αυξήσεις ξεπερνούν κατά πολύ τη δυνατή κανονική ανάπτυξη της αγοράς. Αυτό σημαίνει, ότι στη πάροδο του χρόνου το προτσές της κοινωνικοποίησης πρέπει να ωριμάσει αναγκαστικά, επειδή μόνο το μονοπώλιο είναι σε θέση να κινητοποιήσει τόσο τις τεράστιες μάζες κεφαλαίου, οι οποίες απαιτούν την ανάπτυξη της παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, όσο και να εξασφαλιστεί η αξιοποίησή τους έως ότου οι εγκαταστάσεις αυτές να ενσωματωθούν πλήρως στην κοινωνική παραγωγή και στην αγορά. Με την πρόοδο της κοινωνικοποίησης της παραγωγής το μονοπώλιο μετατράπηκε σε αναγκαίο θεμέλιο για την ανάπτυξη της παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων πάνω σε καπιταλιστική βάση. Όσο πιο πολύ προχωρούσε το προτσές κοινωνικοποίησης της παραγωγής, τόσο περισσότερο μετατρεπόταν το μονοπώλιο σε μοναδική βάση μέσω της οποίας το κεφάλαιο μπορούσε να τελέσει την ανάπτυξή του. Και τόσο περισσότερο σταθεροποιούνταν όμως και το μονοπώλιο. Για αυτό το μονοπώλιο κέρδιζε έδαφος και για αυτό μετατράπηκε αναπόφευκτα, νομοτελειακά, σε κυρίαρχη μορφή, στην οποία παριστάνεται η κεφαλαιακή σχέση, σε ένα ουσιαστικό στοιχείο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Η σταθεροποίηση του κεφαλαίου όμως δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αυξανόμενη εξουδετέρωση του ανταγωνισμού, για το κεφάλαιο όμως σημαίνει εξαναγκασμό να μεταβεί σε τέτοιες μορφές ανταγωνισμού, οι οποίες δεν θα υπονομεύουν το μονοπώλιο σαν βάση της επέκτασής του. Σταθεροποίηση του μονοπωλίου δεν σημαίνει ότι άρεται η οξεία αντιφατικότητα των συμφερόντων των μονοπωλιακών κεφαλαίων, ακόμη και των συμφερόντων των κοντσέρν στο εσωτερικό μιας ομάδας μονοπωλίων. Το αντίθετο. Το προτσές κοινωνικοποίησης, το οποίο έχει οδηγήσει στη συγκέντρωση μαζών κεφαλαίου και στη σταθεροποίηση του μονοπωλίου, σταθεροποίησε επίσης και τις δομές της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου. Σήμερα σπάνια συναντά κανείς μορφές ανταγωνισμού, οι οποίες ανατινάζουν το μονοπώλιο. Ακόμη και κοντσέρν που βρίσκονται ήδη στα πρόθυρα της κατάρρευσης δεν καταστράφηκαν σε ανοιχτή πάλη. Οι συσχετισμοί δυνάμεων ανάμεσα στα κοντσέρν αλλάζουν σήμερα στη πάροδο του προτσές επέκτασης του κεφαλαίου. Στο προτσές επέκτασης μετατοπίζονται ξεχωριστά κοντσέρν μπροστά, αλλάζουν τα μεγέθη τους, τις δομές τους, προωθούνται σε νέους τομείς κτλ. Άλλα κοντσέρν παραμένουν αντιθέτως πίσω, έως ότου τελικά λείπει από αυτά ο ελεύθερος χώρος για την παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή μέχρι αυτά να υπονομευτούν στις συνθήκες αξιοποίησής τους, επομένως και στην επεκτατική τους δύναμη τόσο πολύ, ώστε να μπορούν να απορροφηθούν με τη μια ή την άλλη μορφή, ή πρέπει να ενωθούν με άλλα κοντσέρν, αν δεν θέλουν να καταρρεύσουν. Με τον τρόπο αυτό λαμβάνει χώρα, μέσω της αλληλεπίδρασης πολλών συνθηκών και εξελίξεων, το προτσές συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, το οποίο δίνει νέες δυνατότητες για την χρήση σύγχρονων, υψηλού επιπέδου κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων. Το προτσές αυτό λαμβάνει χώρα διαρκώς υπό την εξαναγκασμένη πίεση του ανταγωνισμού, χωρίς όμως να υπονομεύει το μονοπώλιο σαν καθοριστικό στοιχείο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Τα προτσές, τα οποία λαμβάνουν χώρα σ΄ αυτή τη συνάφεια, είναι εξαιρετικά ποικίλα και περιλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό την οξεία αντίθεση των συμφερόντων των κοντσέρν στο εσωτερικό μιας μονοπωλιακής σφαίρας. 


3.7. Μονοπώλιο και μέσο ποσοστό κέρδους

Ας εξετάσουμε τώρα το ζήτημα του μονοπωλίου απ΄ τη σκοπιά των οικονομικών νόμων, και συγκεκριμένα το νόμο του μέσου ποσοστού κέρδους. Σε ό,τι αφορά γενικά τους οικονομικούς νόμους, μπορεί να ειπωθεί, ότι όσο πιο πολύ έχει μετατραπεί το μονοπώλιο σε καθοριστικό στοιχείο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, τόσο πιο μεγάλη είναι η επιρροή του στον τρόπο επιβολής των οικονομικών νόμων. Το μονοπώλιο δεν άρει αυτούς τους νόμους, αλλά τροποποιεί τις μορφές επίδρασής τους. Ας πάρουμε το νόμο του μέσου ποσοστού κέρδους. Επιβάλλεται σήμερα ο νόμος αυτός ακόμη; Στο ζήτημα αυτό ανάμεσα στους μαρξιστές οικονομολόγους υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Κατά μια σχετική έννοια μπορεί να πει κανείς, ότι ο νόμος αυτός επιβάλλεται, αλλά σε καμιά περίπτωση πλέον με τις παλιές μορφές: Το ουσιαστικό πρόβλημα για το οποίο γίνεται εδώ λόγος, είναι η κατανομή της κοινωνικής συνολικής εργασίας πάνω στους διάφορους κλάδους της κοινωνικής παραγωγής. Ο νόμος του μέσου ποσοστού κέρδους δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η έκφραση των εσωτερικών αναγκαίων συναφειών, μέσω των οποίων επιβάλλεται ο νόμος της αξίας κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και μάλιστα κάτω από συνθήκες, όπως αυτές είχαν δοθεί στην περίοδο του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ακριβώς, οι συνθήκες όμως αυτές της επιβολής του, σ΄ ένα μεγάλο βαθμό άλλαξαν μέσω του αυξανόμενου κοινωνικού χαρακτήρα των μέσων παραγωγής, την υψηλή δέσμευση του κεφαλαίου κτλ, και την αναγκαιότητα του μονοπωλίου που πηγάζει από δω για την ανάπτυξη της αναγκαίας μορφής της κεφαλαιακής σχέσης. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την εσωτερική φύση του κεφαλαίου. Αυτή παραμένει η ίδια –παρόλο που είναι εξοπλισμένη με ασύγκριτα μεγαλύτερη δύναμη επιβολής-, αν και η κεφαλαιακή σχέση παριστάνεται σε μονοπωλιακή μορφή. Γι΄ αυτό αμετάβλητο παρέμεινε και το γενικό μέτρο της καπιταλιστικής ρύθμισης της παραγωγής, το κέρδος. Μπορεί όμως ο νόμος του μέσου ποσοστού κέρδους να επιβάλλεται γενικά ακόμη με τις παλιές μορφές; Ο νόμος αυτός λαμβάνει χώρα όταν το κεφάλαιο μεταναστεύει από κλάδους με χαμηλό σε κλάδους με υψηλό ποσοστό κέρδους. Τι σημαίνει όμως υπό τις σημερινές συνθήκες χαμηλό ποσοστό κέρδους, και τι υψηλό; Πρώτο, το ποσοστό κέρδους δεν καθορίζεται πλέον μόνο μέσω της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, αλλά σε μεγάλο βαθμό από τη σταθερότητα του μονοπωλίου και τη σημασία των κοινωνικών συναφειών της παραγωγής που ελέγχει. Δεύτερο, η μετανάστευση κεφαλαίου δυσχεραίνεται. Το κεφάλαιο είναι δεσμευμένο σε τεράστιες εγκαταστάσεις. Στους κλάδους που έχει ήδη εγκατασταθεί, δεν μπορεί πλέον να τους εγκαταλείψει εύκολα. Ακριβώς, οι τεράστιες εγκαταστάσεις, το μέγεθος των μέσων που έχουν τεθεί σε λειτουργία και η περιπλοκότητα των κοινωνικών συναφειών της παραγωγής, οι οποίες πρέπει να ελέγχονται απ΄ το κεφάλαιο, εάν θέλει να λειτουργεί αυτές τις εγκαταστάσεις κερδοφόρα, προστατεύει επίσης και τους κλάδους με το μέγιστο κέρδος από τη διείσδυση ξένων κεφαλαίων. Αν διεισδύσει ξένο κεφάλαιο σε κλάδους με υψηλό βαθμό κοινωνικής οργάνωσης, τότε αυτό μέσω αυτής της διαδικασίας, αλλάζει τις συνθήκες της αγοράς και επιδρά άμεσα με μια πτώση του ποσοστού κέρδους. Αυτό μπορεί να προβλεφτεί και περιορίζει εξ΄ αρχής τη διείσδυσή του. Αν όμως παραμείνει έξω, τότε και το ποσοστό κέρδους παραμένει υψηλό. Ασφαλώς, μπορούν να υπάρξουν επίσης δυνατότητες, να γίνει αργή διείσδυση σε κλάδους με υψηλό κέρδος. Αυτό όμως δεν αποτελεί πλέον κανόνα. Επομένως, όλος ο μηχανισμός δεν μπορεί να γίνει δραστικός με τον παλιό τρόπο. Δεν είναι πια το ζήτημα, ότι τα κεφάλαια μπορούν να αναζητήσουν την αξιοποίησή τους παντού όπου έχουν σχηματιστεί ευνοϊκές συνθήκες για αυτό. Ασφαλώς, δεν είναι επομένως το ζήτημα, ότι τα ποσοστά κέρδους για τη μάζα του κεφαλαίου σταθεροποιούνται λίγο ή πολύ στο μέσο επίπεδο. Αλλά αυτό, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην κατανομή της κοινωνικής συνολικής εργασίας, δεν είναι και το κεντρικό ζήτημα. Η ουσιαστική προβληματική βρίσκεται εδώ, ακριβώς, στη διαφοροποίηση των ποσοστών κέρδους. Είναι τα υψηλά ποσοστά κέρδους που παροτρύνουν το κεφάλαιο για συσσώρευση και μετατοπίζουν έτσι την κοινωνική εργασία στους αντίστοιχους κλάδους, και είναι τα χαμηλά ποσοστά κέρδους, τα οποία επιδρούν για το αντίθετο, στην ατονία της συσσώρευσης. Για την κατανομή της κοινωνικής εργασίας είναι εδώ δευτερεύον ζήτημα, το εάν μέσω της συσσώρευσης των κεφαλαίων που εναποτέθηκαν εκεί, τα οποία δυνάμει του μονοπωλίου τους έλκουν τα αναγκαία μέσα συσσώρευσης, ή το αν αυτό συμβαίνει μέσω μετανάστευσης ξένου κεφαλαίου. Για το σχηματισμό όμως ενός μέσου ποσοστού κέρδους, αυτό δεν είναι δευτερεύον. Αυτό προκύπτει ως συνέπεια αυτού του προτσές μετανάστευσης. Αν λαμβάνει χώρα η αναδιανομή ως συνέπεια του ανταγωνισμού των κεφαλαίων, τότε η πτώση του ποσοστού κέρδους είναι αναπόφευκτη, και πρώτα μέσω της αντίστοιχης καταστροφής κεφαλαίου, της προσαρμογής των μέσων παραγωγής και των εργατικών δυνάμεων στις συνθήκες της αγοράς, μπορεί ξανά να ανέβει σ΄ ένα μέσο επίπεδο. Αν λάβει χώρα η αναδιανομή μέσω της συσσώρευσης στον κλάδο που κυριαρχεί το μονοπωλιακό κεφάλαιο, τότε θα πρεπε αυτό να ανταγωνιστεί τον εαυτό του, ώστε να προκαλέσει μια συγκρίσιμη κίνηση των ποσοστών κέρδους. Και αυτό συμβαίνει. Κάθε κοντσέρν μέσα σε μια ομάδα μονοπωλίων, επιδιώκει να εξασφαλίσει αυξανόμενα μερίδια σε μια κερδοφόρα αγορά. Το να αναγορεύεται όμως αυτό το προτσές σε κανόνα, σημαίνει ότι αναγορεύεται ο παραλογισμός σε κανόνα. Εκτός αυτού, σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, η πτώση του ποσοστού κέρδους δεν λέει σε καμιά περίπτωση τίποτα, για το εάν η πτώση αυτή τα πίεζε σ΄ ένα μέσο επίπεδο ή ακόμη και κάτω απ΄ το μέσο επίπεδο.

Οι συνθήκες, οι οποίες σήμερα αποτελούν τη βάση για την κίνηση των ποσοστών κέρδους, είναι επομένως ουσιαστικά διαφορετικές από αυτές του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού. Εντούτοις, η αναδιανομή της κοινωνικής εργασίας επιδρά φυσικά αναπόφευκτα πάνω στο επίπεδο των ποσοστών κέρδους στους διάφορους κλάδους της κοινωνικής παραγωγής. Οι συνθήκες αξιοποίησης για το κεφάλαιο στους διάφορους κλάδους είναι διαφορετικές και αν σχηματίσει κανείς καθαρά μαθηματικά ένα μέσο ποσοστό κέρδους για το κοινωνικό συνολικό κεφάλαιο, τότε τα ατομικά ποσοστά κέρδους κυμαίνονται γύρω από αυτό το μέσο επίπεδο. Στους κλάδους, οι οποίοι είναι συνδεδεμένοι με την τεχνική πρόοδο, τα ποσοστά αυτά κέρδους αυξάνουν πάνω απ΄ το μέσο όρο, σε άλλους πέφτουν κάτω απ΄ το μέσο επίπεδο. Μ΄ αυτή την έννοια μπορεί ασφαλώς να γίνει ακόμη λόγος περί επιβολής του νόμου του μέσου ποσοστού κέρδους, όμως απλά σε σχέση με παλιότερα, οι μορφές είναι εντελώς διαφορετικές.

Αυτή η αλλαγή των κλαδικά-εξειδικευμένων συνθηκών αξιοποίησης για το κεφάλαιο, από τις οποίες δεν μπορεί να διαφύγει ακόμη και το μονοπωλιακό κεφάλαιο, είναι επίσης αποτέλεσμα της αναδιανομής της κοινωνικής εργασίας στην πορεία της τεχνικής προόδου, όπως παλιότερα ο ίδιος ο σχηματισμός του μέσου ποσοστού κέρδους. Οι κοινωνικές δομές της παραγωγής αλλάζουν, μάλιστα σήμερα με γρηγορότερο ρυθμό απ΄ ό,τι παλιότερα στην ιστορία του καπιταλισμού. Είναι ακριβώς η μονοπωλιακή παγίωση των δομών της παραγωγής και του κεφαλαίου, η οποία αναγκάζει το κεφάλαιο να κάνει χρήση της τεχνικής προόδου σαν μέσο για την αύξηση του κέρδους και σαν όπλο στον ανταγωνισμό για τη μέγιστη αξιοποίησή του και των ποικίλων δυνατοτήτων του, ώστε να ανοιχτούν προοπτικές για νέες σφαίρες εναπόθεσης. Νέα προϊόντα εμφανίζονται στη θέση των παλιών, πρώτες ύλες και εξαρτήματα συμπληρώνονται ή αντικαθιστούνται π.χ. το πλαστικό αντικαθιστά σε μεγάλο βαθμό το μέταλλο κτλ και με τον τρόπο αυτό αλλάζουν επίσης οι κοινωνικές συνάφειες της παραγωγής. Από δω όμως προκύπτει, ότι συγκεκριμένες συνάφειες της παραγωγής, οι οποίες στο μονοπωλιακό έλεγχό τους αποτελούσαν τη βάση της θέσης εξουσίας συγκεκριμένων ομάδων μονοπωλίων, στα πλαίσια της συνολικής συνάφειας της παραγωγής χάνουν έδαφος. Η εξουσία του μονοπωλίου που βασίζεται εδώ, διαβρώνεται, η δύναμη, να αξιοποιείται το κεφάλαιο του μονοπωλίου αδυνατίζει και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες καταστρέφεται. Αυτό φαίνεται καθαρά στη μετατόπιση των σχέσεων εξουσίας στο εσωτερικό των χρηματιστικών ολιγαρχιών στην πάροδο της εξέλιξης. Τα ειδικά βάρη μετατοπίζονται, π.χ. από το κάρβουνο στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο, από τον χάλυβα στα προϊόντα της χημείας, στη βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών κτλ. Αυτό σημαίνει επίσης, ότι με την δύναμη αξιοποίησης υπονομεύεται και η εξουσία ξεχωριστών μονοπωλίων και ομάδων μονοπωλίων και στη θέση τους εμφανίζονται άλλα.

Τα προτσές όμως εξελίσσονται με άλλες μορφές απ΄ ό,τι στον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού. Το μονοπώλιο εξασφαλίζει ακόμη την αξιοποίηση, κάτω από συνθήκες, υπό τις οποίες το απλό κεφάλαιο έχει πεταχτεί προ πολλού έξω από την παραγωγή. Τα νέα δομικά στοιχεία καλύπτουν για μεγάλο διάστημα τα παλιά, χωρίς να τα καταστρέφουν. Από δω και οι υποβόσκουσες κρίσεις συσσώρευσης και οι δομικές κρίσεις. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο γίνεται βάρος για την κοινωνία.

Σημειώνουμε εδώ, ότι το μονοπώλιο δεν πρέπει να ειδωθεί μόνο απ΄ τη σκοπιά του μέγιστου κέρδους. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το ζήτημα της εξασφάλισης της αναπαραγωγής του κεφαλαίου και της αξιοποίησής του γενικά. Το μονοπώλιο εξασφαλίζει το προτσές προσαρμογής του κεφαλαίου στα νέα δεδομένα της παραγωγής απ΄ την άποψη του χρόνου και της αξιοποίησης. Η καταστροφή κεφαλαίου δεν εμποδίζεται, αλλά μεταβιβάζεται μέσω του μονοπωλίου πάνω στην κοινωνία. Σήμερα, προστίθενται εδώ και οι τιθέμενες από το κράτος συνθήκες για το μονοπώλιο (βλέπε: κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός).


3.8. Ο νόμος του μονοπωλιακού κέρδους

Οι μεταβολές σε μερικές σημαντικές ιδιότητες του κεφαλαίου που εμφανίζονται με το σχηματισμό και τη σταθεροποίηση της εξουσίας των μονοπωλίων, όπως ήδη αναφέραμε, προκαλούν μια βαθιά αλλαγή στο μηχανισμό του κέρδους και των τιμών στο καπιταλισμό. Σ΄ αυτήν, αντανακλώνται σε τελική ανάλυση οι απαιτήσεις των παραγωγικών δυνάμεων απέναντι στη παραγωγή και την κατανομή της υπεραξίας. Ο καπιταλιστικός νόμος της ρύθμισης, ο οποίος επιδρούσε μέσω του μέσου ποσοστού κέρδους και της τιμής της παραγωγής, δεν ήταν πλέον σε θέση να προμηθεύσει τα τεράστια μέσα συσσώρευσης, τα οποία ήταν αναγκαία συνεπεία του υψηλού βαθμού δέσμευσης του κεφαλαίου και του αυξανόμενου ελάχιστου κεφαλαίου για τη λειτουργία της καπιταλιστικής παραγωγής στους σύγχρονους κλάδους της βιομηχανίας. Έτσι, προέκυψε μια σύγκρουση μεταξύ των υπαρκτών συνθηκών πραγματοποίησης της υπεραξίας και της αναγκαιότητας που προέκυψε για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Στο καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού ο νόμος του μέσου ποσοστού κέρδους μπορούσε λιγότερο ή περισσότερο να επιβληθεί. Επρόκειτο για έναν από τους πιο σημαντικούς νόμους μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν ο νόμος της υπεραξίας. Ο νόμος του μέσου ποσοστού κέρδους φρόντιζε –αν όχι με τεράστια σπατάλη παραγωγικών δυνάμεων- για την εξίσωση της κοινωνικής παραγωγής στις καπιταλιστικές ανάγκες. Τις απαιτήσεις που έθεταν οι παραγωγικές δυνάμεις από τα τέλη ακόμη του 19ου αιώνα, ο νόμος αυτός δεν ήταν πλέον σε θέση να τις εκπληρώσει. Δεν μπορούσε πλέον να δημιουργήσει την αναλογία η οποία ήταν αναγκαία, ώστε οι νέες παραγωγικές δυνάμεις να έχουν αρκετό ελεύθερο χώρο κίνησης και ανάπτυξης. Για αυτό ο νόμος του μέσου ποσοστού κέρδους άρθηκε διαλεκτικά στο νόμο του μονοπωλιακού κέρδους. Κάθε κεφάλαιο τείνει μεν να αυξάνει παραπέρα το ποσοστό κέρδους του με την εφαρμογή νέων μεθόδων εκμετάλλευσης και να μεταναστεύει εκεί που βρίσκονται οι πιο ευνοϊκές συνθήκες αξιοποίησης, οι προσπάθειες όμως αυτές προσκρούουν στα όρια τα οποία θέτει η εξουσία των μονοπωλίων. Για το λόγο αυτό δεν είναι πλέον δυνατή μια παραπέρα εξίσωση με βάση το μέσο ποσοστό κέρδους και το σχηματισμό των τιμών της παραγωγής. Στον ιμπεριαλισμό εμφανίζεται ο νόμος του μονοπωλιακού κέρδους σαν νόμος ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο της ρύθμισης πάνω στη βάση των νόμων της αξίας και της υπεραξίας. Ο νόμος αυτός στο μονοπωλιακό καπιταλισμό αποτελεί την πιο βασική μορφή μέσω της οποίας πραγματοποιείται ο νόμος της υπεραξίας.

Ο νόμος του μονοπωλιακού κέρδους έχει ως περιεχόμενο, ότι στον ιμπεριαλισμό το μονοπωλιακό κέρδος παριστάνει τον αντικειμενικό στόχο για την κίνηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και έτσι αποτελεί ταυτόχρονα το αποφασιστικό όριο για την παραπέρα ανάπτυξή του. Η τάση για μονοπωλιακό κέρδος, η οποία προωθείται με όλα τα οικονομικά και εξωοικονομικά μέσα που βρίσκονται στη διάθεση και που διαπερνά όλους τους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας, οδηγεί σε μια σημαντική όξυνση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων στρωμάτων του πληθυσμού από το μονοπωλιακό κεφάλαιο και σε μια μεταβαλλόμενη κατανομή της παραγόμενης υπεραξίας ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες. Η κατανομή της υπεραξίας ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες δεν επιτυγχάνεται πλέον με βάση το μέτρο «τα ίδια μεγέθη κεφαλαίων αποφέρουν τα ίδια μεγέθη κέρδους», αλλά με βάση την εξουσία των κεφαλαίων.

Το μεγάλο και ισχυρό κεφάλαιο επιτυγχάνει στην τάση του ένα υψηλότερο ποσοστό κέρδους απ΄ ό,τι το μικρό και κατακερματισμένο κεφάλαιο, παρόλο που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες της μονοπωλιακής εξουσίας εκφράζεται ακριβώς, το ότι μόνο τα μονοπώλια είναι σε θέση να δράσουν σε τομείς με ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους και να το αντισταθμίσουν μέσω μιας μεγάλης μάζας κέρδους. Στη θέση παρόμοιων ή παραπλήσιων συνθηκών κέρδους και ποσοστών κέρδους, οι οποίες παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα της δράσης των οικονομικών νόμων στο καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού, στο μονοπωλιακό καπιταλισμό έχουμε ανισότιμες συνθήκες κέρδους και ποσοστών κέρδους.

Το μονοπωλιακό κέρδος αποτελεί επομένως τη μορφή της οικονομικής πραγματοποίησης του καπιταλιστικού μονοπωλίου. Πηγές του είναι η υπερεργασία καθώς και ένα μέρος της αναγκαίας εργασίας της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων στρωμάτων. Μέσω του μονοπωλιακού κέρδους τα μονοπώλια ιδιοποιούνται τη μάζα της υπεραξίας καθώς και τμημάτων τής νέας αξίας, όπως επίσης του αναγκαίου προϊόντος των απλών εμπορευματοπαραγωγών της δικής «τους» χώρας και των ξένων χωρών. Το μονοπωλιακό κέρδος ιδιοποιείται πάνω στη βάση της επίδρασης του οικονομικού εξαναγκασμού καθώς και μέσω της χρήσης της οικονομικής και εξωοικονομικής βίας που ασκούν τα μονοπώλια. Η κατανομή του επιτυγχάνεται σύμφωνα με την εξουσία των μονοπωλίων.


3.9. Μπορεί να καθοριστεί το μονοπώλιο εννοιολογικά μέσω του μονοπωλιακού κέρδους;

Εδώ είναι ανάγκη να γίνει αντιπαράθεση σ΄ εκείνους που προσπαθούν να καθορίσουν το μονοπώλιο εννοιολογικά μέσω της ύπαρξης του μονοπωλιακού κέρδους, επειδή αυτός είναι ένας ορισμός, που δεν ερμηνεύει τίποτα. Ο σχηματισμός και η επικράτηση της μονοπωλιακής δομής αποτελεί νομοτελειακό αποτέλεσμα της καπιταλιστικής συσσώρευσης, επομένως πρέπει να ερμηνευτεί μέσω αυτής, όπως επίσης το μονοπωλιακό κέρδος ερμηνεύεται από τη γέννηση και την επικράτηση της μονοπωλιακής δομής. Το μονοπωλιακό κέρδος αποτελεί αναγκαίο συνοδευτικό φαινόμενο των διαφοροποιημένων δυνατοτήτων πρόσβασης στις κοινωνικές συνθήκες αξιοποίησης, δεν αποτελεί όμως συνθήκη σχηματισμού για το μονοπώλιο. Μπορούν τα μονοπώλια να ορισθούν μέσω του μονοπωλιακού κέρδους, μπορούν ενδεχομένως να ταυτοποιηθούν μέσω του μονοπωλιακού κέρδους, δεν μπορούν όμως σε καμιά περίπτωση να ερμηνευτούν μέσω της ύπαρξης του μονοπωλιακού κέρδους. Μια εντελώς ανεπίτρεπτη μέθοδος είναι όμως, σε ένα πρώτο βήμα να ορίσει κάποιος τα μονοπώλια σαν κεφάλαια τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα πάνω από το μέσο όρο ποσοστό κέρδους, στο δεύτερο βήμα, εξαιτίας λογικών αιτιών, να απορρίψει τη δυνατότητα ύπαρξης ενός διαρκούς πάνω από το μέσο όρο ποσοστού κέρδους και σ΄ ένα τρίτο βήμα να καταλήξει από δω στο συμπέρασμα, ότι δεν μπορούν να υπάρξουν μονοπώλια. Ανεξάρτητα από την ορθότητα της επιχειρηματολογίας αναφορικά με τη δυνατότητα της διαρκούς απόκλισης από το μέσο ποσοστό κέρδους, θεωρούμε ότι η επιχειρηματολογία αυτή είναι εσφαλμένη και αντιδιαλεκτική. Μια τέτοιου είδους μέθοδος παριστάνει απλά την παραμόρφωση ενός ορισμού που έχει κατασκευαστεί: Ορίζω ένα πράγμα Χ μέσω μιας ιδιότητας Α, στη συνέχεια δείχνω ότι η ιδιότητα Α δεν μπορεί να υπάρξει, και από δω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να υπάρξει και το πράγμα Χ. Με αυτή την επιχειρηματολογία εκφράζεται κάτι αποκλειστικά για τον ορισμό, όχι όμως για τα πραγματικά φαινόμενα και προτσές.

Το μονοπωλιακό κέρδος δεν είναι το στοιχείο με βάση το οποίο συντάσσεται το μονοπώλιο, αλλά αποτελεί ένα αναγκαίο και διαρκές συνοδευτικό φαινόμενο. Αυτό σημαίνει παραπέρα, ότι η κατανομή της κοινωνικής εργασίας δεν επιτυγχάνεται σύμφωνα με την αρχή του μέσου ποσοστού κέρδους, επειδή οι μεταναστεύσεις κεφαλαίων, οι οποίες θα προξενούσαν την εξισορρόπηση των ποσοστών κέρδους μέσω προσαρμογών στις ποσότητες και στις τιμές, δεν λαμβάνουν χώρα ή εμποδίζονται από τις διάφορες μονοπωλιακές θέσεις κυριαρχίας πάνω στις σφαίρες της αναπαραγωγής. Οι σχέσεις πάνω στις αγορές, οι κινήσεις των ποσοτήτων και των τιμών, και αυτό δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την κατανομή της συνολικής κοινωνικής εργασίας πάνω στις ξεχωριστές σφαίρες, δεν ρυθμίζονται πλέον –σε κάθε περίπτωση όχι πλέον καθολικά και ουσιαστικά- από την τιμή της παραγωγής και το μέσο ποσοστό κέρδους, αλλά από τις μονοπωλιακές τιμές και τα μονοπωλιακά κέρδη. Οι αλλαγές αυτές σε έκταση και σε αναλογίες της υλικής παραγωγής, δεν σημαίνουν όμως κατάρρευση της κοινωνικής αναπαραγωγής γενικά. Μια τέτοιου είδους άποψη λαμβάνει ως προϋπόθεση ότι οι κοινωνικές ανάγκες στον καπιταλισμό εκφράζονται ουσιαστικά αυθεντικά σε μια ακολουθία βάσει της αγοραστικής δύναμης, ότι η αρχή του κέρδους, η οποία ούτως ή άλλως δεν αποκλίνει από τις υλικές δομές αναπαραγωγής, μορφοποιείται ή καλύτερα παραμορφώνεται από τις κοινωνικές ανάγκες. 

Αυτός ο κακόβουλος καταλογισμός στον πυρήνα του δεν είναι παρά μια ιδιαίτερη παραλλαγή της νεοκλασικής θεωρίας περί ισορροπίας, επειδή προϋποθέτει την προτεραιότητα και την αυτόματη επιβολή των κοινωνικών αναγκών σε σχέση με τις ανάγκες του κεφαλαίου. Το ότι αυτό δεν ισχύει αποδείχτηκε από τον Μαρξ: Η έκταση και οι αναλογίες της κοινωνικής αναπαραγωγής καθορίζονται και κάτω από τις συνθήκες του ελεύθερου ανταγωνισμού πρωταρχικά από τις συνθήκες του κέρδους του κεφαλαίου και δευτερευόντως από τις ανάγκες των μελών της κοινωνίας. Ήδη, η ρύθμιση της παραγωγής μέσω της αρχής του μέσου κέρδους αποτελεί απόκλιση από την ρύθμιση μέσω των κοινωνικών αναγκών, χωρίς να καταρρέει έτσι η κοινωνική αναπαραγωγή γενικά. Και μια άλλη απόκλιση είναι η ρύθμιση της αναπαραγωγής πρωταρχικά μέσω των αναγκών του μονοπωλιακού κεφαλαίου, μέσω των μονοπωλιακών τιμών και των μονοπωλιακών κερδών, και η ρύθμιση αυτή δεν αποτελεί επίσης βάση για τη θέση περί κατάρρευση της αναπαραγωγής γενικά. Είναι πιθανό, οι αποκλίσεις της έκτασης και των δομών της αναπαραγωγής από τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες να είναι πιο βαρυσήμαντες με τη ρύθμιση μέσω του μονοπωλιακού κεφαλαίου απ΄ ό,τι σε συνθήκες προμονοπωλιακού καπιταλισμού και να προκαλούν έτσι αντίρροπες δυνάμεις, οι οποίες με τη δράση και την αντίστασή τους να θέτουν υπό αμφισβήτηση γενικά την ικανότητα αναπαραγωγής του συστήματος, όμως αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. Η ύπαρξη και η επικράτηση του μονοπωλιακού κεφαλαίου σαν τέτοιες δεν οδηγούν στην κατάρρευση των οικονομικών και κοινωνικών δυνατοτήτων αναπαραγωγής, αλλά αλλάζουν τις δομές αναπαραγωγής.


3.10. Η έννοια της μονοπωλιακής τιμής κατά Μαρξ

Στη θεωρία του Μαρξ η μονοπωλιακή τιμή δεν αποτελεί σε κανένα σημείο βασικό αντικείμενο της ανάλυσης, αλλά χρησιμοποιείται για τη διαλεύκανση άλλων κατηγοριών, οι οποίες οριοθετούνται από αυτόν και παριστάνουν το πραγματικό αντικείμενο της ανάλυσης.

Ο Μαρξ ορίζει την μονοπωλιακή τιμή σαν μια τιμή, η οποία βρίσκεται σε ένα οποιοδήποτε ύψος πάνω από την τιμή της παραγωγής. Αυτό διαφοροποιεί πρώτο, το κέρδος που έχει επιτευχθεί μέσω της μονοπωλιακής τιμής από το πρόσθετο κέρδος (Surplusprofit): Το πρόσθετο κέρδος πραγματοποιείται ακριβώς στη βάση τού ότι τα προϊόντα πουλιούνται σε μονοπωλιακή τιμή, αυτά όμως έχουν παραχθεί με τα μικρότερα κόστη απ΄ ότι τα άλλα προϊόντα του ίδιου είδους εμπορεύματος. Το ύψος του πρόσθετου κέρδους καθορίζεται επομένως με ακρίβεια οικονομικά από τους νόμους κίνησης και ρύθμισης: προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ ατομικής και γενικής τιμής της παραγωγής.

Δεύτερο. Η μονοπωλιακή τιμή διαφοροποιείται από την τιμή των αγροτικών προϊόντων, τα οποία βρίσκονται επίσης πάνω από την τιμή της παραγωγής. Και σ΄ αυτή την περίπτωση υπάρχει ένα σαφές οικονομικά συγκεκριμένο ύψος των τιμών: Ο περιορισμός του εδάφους εμποδίζει την παραγόμενη στον αγροτικό τομέα υπεραξία –η οποία εξαιτίας της χαμηλής οργανικής σύνθεσης βρίσκεται πάνω απ΄ την παραγόμενη υπεραξία στον βιομηχανικό τομέα- να εξισορροπήσει με τους άλλους κλάδους της παραγωγής σ΄ ένα γενικό μέσο κέρδος. Η αξία των αγροτικών προϊόντων βρίσκεται πάνω από την τιμή της παραγωγής και η ιδιοκτησία στη γαιοκτησία επιδρά ώστε η διαφορά μεταξύ αξίας και τιμής της παραγωγής να μετατρέπεται σε απόλυτη γαιοπρόσοδο.

Γενική βάση για τον καθορισμό της κίνησης των τιμών είναι ο νόμος της αξίας, όμως αυτό αποτελεί κοινό στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με τους άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς της εμπορευματικής παραγωγής. Αυτό που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό από τους άλλους τρόπους παραγωγής, είναι ότι ο νόμος της αξίας επιδρά μόνο σαν «εσωτερικός νόμος»[24], ότι η παραγωγή υπεραξίας είναι το καθοριστικό κίνητρο και η υπεραξία, αντίστοιχη στην έννοια του κεφαλαίου, μετατρέπεται σε κέρδος.

Η ρύθμιση της καπιταλιστικής παραγωγής καθώς και η κατανομή του κεφαλαίου και της εργασίας πάνω στις σφαίρες παραγωγής, επιτυγχάνεται επομένως μέσω του νόμου της τιμής της παραγωγής και της εξισορρόπησης των ποσοστών κέρδους. Το ύψος και η διακύμανση τόσο του πρόσθετου κέρδους όσο και της γαιοπροσόδου και της διαφορικής προσόδου, καθορίζονται από αυτούς τους νόμους ρύθμισης, όχι όμως το ύψος και τα όρια της μονοπωλιακής τιμής. Αυτά τα τελευταία είναι δοσμένα μόνο μέσω του νόμου της αξίας: Αυτό που περιέχεται στη μονοπωλιακή τιμή σαν πλεόνασμα πάνω από την τιμή της παραγωγής, λείπει σε ένα άλλο σημείο σαν αφαίρεση από το κέρδος, ή πραγματοποιείται μέσω της πώλησης της εργατικής δύναμης κάτω από την αξία της. Αυτή η μονοπωλιακή τιμή σημαίνει επομένως μια αναδιανομή της αξίας στο εσωτερικό του κεφαλαίου ή μεταξύ κεφαλαίου και εργατικής δύναμης. Το πρόσθετο κέρδος αντιθέτως δεν επηρεάζει την κατανομή της αξίας, αλλά προϋποθέτει το γενικό ποσοστό κέρδους, και την παρεμπόδιση της μεταφοράς αξίας ανάμεσα στον αγροτικό τομέα και την υπόλοιπη βιομηχανία.

Οι αιτίες τόσο για τη γέννηση πρόσθετων κερδών όσο και για την ύπαρξη της γαιοπροσόδου βρίσκονται στην παραγωγή: Προϋπόθεση για το πρόσθετο κέρδος είναι μια πάνω από το μέσο όρο παραγωγικότητα της χρησιμοποιηθείσας από το κεφάλαιο εργασίας και το προκύπτον από δω υψηλότερο ατομικό ποσοστό υπεραξίας, προϋπόθεση για την ύπαρξη της γαιοπροσόδου είναι η υψηλότερη οργανική σύνθεση του τοποθετημένου στον αγροτικό τομέα κεφαλαίου και το γεγονός ότι η εδώ παραχθείσα υπεραξία δεν εξισορροπεί με την υπόλοιπη παραγωγή. Αντιθέτως, η μονοπωλιακή τιμή με την πραγματική σημασία των σχέσεων κυκλοφορίας, οφείλεται σε μια συγκεκριμένη κατάσταση της αγοράς, σε μια συγκεκριμένη τυχαία σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.

Το γεγονός ότι η προϋπόθεση για τη μονοπωλιακή τιμή βρίσκεται στη σφαίρα της κυκλοφορίας, αποτελεί ένα παραπέρα κριτήριο διαφοροποίησης της χρησιμοποιηθείσας από τον Μαρξ έννοιας της μονοπωλιακής τιμής. Το πρόσθετο κέρδος και η γαιοπρόσοδος προκύπτουν νομοτελειακά απ΄ τους νόμους κίνησης και ρύθμισης, ενόσω οι σχέσεις προσφοράς και ζήτησης μεταβάλλονται διαρκώς και εξισορροπούν την τάση προς το μηδέν, γι΄ αυτό και η παρουσίαση της ίδιας της μονοπωλιακής τιμής δεν ανήκει στο «Κεφάλαιο», αλλά «η εξέτασή της ανήκει στη διδασκαλία για το συναγωνισμό, όπου θα εξεταστεί η πραγματική κίνηση των τιμών της αγοράς»[25]

Ανακεφαλαιώνοντας, μπορούν να καταγραφούν τα παρακάτω κριτήρια τα οποία καθορίζουν τη μονοπωλιακή τιμή και την οριοθετούν από τις άλλες κατηγορίες:

1.    Το ύψος της μονοπωλιακής τιμής είναι δοσμένο τυχαία μέσα στα πλαίσια του νόμου της αξίας.
2.    Οι προϋποθέσεις της βρίσκονται στην κυκλοφορία και όχι στην παραγωγή.
3.    Η πραγματοποίησή της έχει τυχαίο και όχι νομοτελειακό χαρακτήρα.
4.    Αυτή περιλαμβάνει μια αναδιανομή της αξίας και της υπεραξίας μέσα στο κεφάλαιο και/ή ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.

Μ΄ αυτό τον σαφή και αποκλειστικό ορισμό χρησιμοποιεί ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» την έννοια της μονοπωλιακής τιμής.


3.11. Η μονοπωλιακή τιμή σε συνθήκες ιμπεριαλισμού

Για να γίνουν καλύτερα κατανοητές οι συνθήκες κάτω απ΄ τις οποίες πραγματοποιείται το μονοπωλιακό κέρδος, είναι αναγκαία κυρίως η διείσδυση στο μηχανισμό της μονοπωλιακής τιμής. Η μονοπωλιακή τιμή με την οποία κατανοούμε εδώ κατ΄ αρχή την τιμή πώλησης από τα μονοπώλια, είναι μια αγοραία τιμή. Στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό ο καθορισμός της αγοραίας τιμής βασιζόταν πάνω στην τιμή της παραγωγής, πάνω απ΄ αυτήν η αγοραία τιμή ήταν συνδεδεμένη με την αγοραία αξία και έπρεπε να ακολουθήσει την κίνησή της. Στο μονοπωλιακό καπιταλισμό η διαμόρφωση της τιμής της παραγωγής διαταράσσεται και εμποδίζεται. Που βασίζεται ο σχηματισμός και η κίνηση των μονοπωλιακών αγοραίων τιμών από δω και πέρα πλέον; Δεν πρόκειται απλά για αυθαίρετες τιμές, και αυτές σε τελευταία ανάλυση είναι συνδεδεμένες με την αξία. Με ποιο τρόπο όμως επιτυγχάνεται αυτή η σύνδεση; Συνδέονται οι αγοραίες τιμές άμεσα με την αγοραία αξία, την οποία ο Μαρξ παρουσίασε πάνω στο επίπεδο του ανταγωνισμού στο εσωτερικό ενός βιομηχανικού κλάδου; Ξεκινάμε απ΄ τη θέση ότι έξω απ΄ τα πλαίσια του σχηματισμού της αγοραίας αξίας επιτυγχάνεται μια ανακατανομή της αξίας και της υπεραξίας μέσω της κίνησης του χρηματιστικού κεφαλαίου. Το βιομηχανικό μονοπώλιο με την πολιτική των τιμών του προκαλεί μια ανακατανομή της υπεραξίας και της αξίας ανάμεσα στους βιομηχανικούς κλάδους. Ναι μεν συνεπεία της πολυκλαδικής δομής των περισσότερων σημαντικών μονοπωλίων λαμβάνει χώρα ήδη μια μονοπωλιακή σημειακή ανακατανομή της υπεραξίας και του κέρδους και μια αντίστοιχη μετανάστευση κεφαλαίου ανάμεσα στους κλάδους στους οποίους το μονοπώλιο έχει καθορίσει, η επιβολή όμως νέων αναλογιών μόνο σ΄ αυτό το πλαίσιο δεν είναι δυνατή, αλλά απαιτούνται νέα προτσές ανακατανομής έξω απ΄ τους τομείς κυριαρχίας ακόμη και των μονοπωλίων με μικτή δομή (κονγκλομεράτ). Εκτός αυτού, ακόμη και για αυτά τα μονοπώλια ισχύει, ότι αυτά παράγουν εμπορεύματα τα οποία δεν μπορούν να πουληθούν σε τιμές που είναι συνδεδεμένες με την εκάστοτε αγοραία αξία, επειδή οι διάφοροι κλάδοι στους οποίους επιχειρούν οι πολυκλαδικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβάνονται συνολικά στην ανακατανομή της υπεραξίας. Πέρα από αυτό, λαμβάνει χώρα επίσης μια ανακατανομή αξίας και υπεραξίας μέσω ειδικών μεθόδων του μονοπωλιακού τραπεζικού κεφαλαίου.

Παρ΄ όλο που η αγοραία αξία δεν αρκεί για να ερμηνευτεί η κατανομή της υπεραξίας μέσω του μονοπωλιακού μηχανισμού των τιμών, πρέπει να την επιλέξουμε για μεθοδολογικούς λόγους σαν αφετηριακή βάση για την εξέταση της αξιακής βάσης της μονοπωλιακής τιμής. Από ποιοτική σκοπιά στην αγοραία αξία αντανακλούνται μ΄ έναν συγκεκριμένο τρόπο οι μεταβολές οι οποίες λαμβάνουν χώρα μέσω της κυριαρχίας των μονοπωλίων. Στους μονοπωλιακούς κλάδους της παραγωγής προκύπτει η αγοραία αξία, συγκεκριμένα σαν μονοπωλιακή αγοραία αξία. Μέχρι αυτού του σημείου, αυτή αποτελεί μια παραπέρα εξέλιξη σε σχέση με την αγοραία αξία στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό, και που δεν ήταν αποτέλεσμα του ελεύθερου ανταγωνισμού των κεφαλαίων πάνω στην αγορά. Πολύ περισσότερο, σ΄ αυτήν εκφράζεται η οικονομική και η εξωοικονομική εξουσία των μονοπωλίων, που εμποδίζει και υπονομεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό των τιμών. Σε αντίθεση με παλιότερα, η αγοραία αξία είναι το αποτέλεσμα της σύνδεσης μονοπωλίου και ανταγωνισμού (μονοπωλιακός ανταγωνισμός).

Από ποσοτική σκοπιά το προτσές λαμβάνει χώρα όπως το παρουσίασε ο Μαρξ. Ο Μαρξ χαρακτήρισε την πραγματοποίηση της αγοραίας αξίας με την υπόθεση, ότι υπάρχει μια αντιστοίχηση μεταξύ εφοδιασμού (προσφοράς) και ζήτησης για ένα συγκεκριμένο είδος εμπορεύματος και συνεπώς κάθε εμπόρευμα βρίσκει αμέσως αγοραστή, ως εξής: «Η αγοραία αξία θα πρέπει να θεωρείται, από τη μια μεριά, σαν η μέση αξία των εμπορευμάτων, που έχουν παραχθεί σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής, και, από την άλλη μεριά, σαν η ατομική αξία των εμπορευμάτων, που παράγονται κάτω από τους μέσους όρους αυτής της σφαίρας και που αποτελούν τη μεγάλη μάζα των προϊόντων της»[26]. Και κάτω από συνθήκες μονοπωλιακού καπιταλισμού, η αγοραία αξία παραμένει το αριθμητικό μέσο διακύμανσης των ατομικών αξιών όλων των εμπορευμάτων, που έχουν παραχθεί και πουληθεί στον κλάδο. Σε συνθήκες όμως μονοπωλιακού καπιταλισμού, αυτό σημαίνει ταυτόχρονα, ότι η αγοραία αξία επηρεάζεται αποφασιστικά στο μέγεθός της από το βάρος των μονοπωλίων στον εκάστοτε κλάδο, επομένως και από τις συνθήκες παραγωγής που υπάρχουν στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις. Αν 40%, 60% ή 80% της παραγωγής του αντίστοιχου εμπορεύματος αναλογούν στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις στα πλαίσια του κλάδου, τότε οι αγοραίες αξίες καθορίζονται περίπου στο ίδιο μέτρο από τις υπάρχουσες στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις συνθήκες.

Η μονοπωλιακή αγοραία αξία δεν πρέπει εδώ να τίθεται ως ίση με την ατομική αξία των εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί από τα μονοπώλια. Οι ατομικές αγοραίες αξίες των μονοπωλίων αποκλίνουν το λιγότερο απ΄ τη μονοπωλιακή αγοραία αξία που έχει σχηματιστεί, όταν τα μονοπώλια κατέχουν λιγότερο από το 80% έως 90% της παραγωγής ενός είδους εμπορεύματος. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, εξαιτίας της εξουσίας των μονοπωλίων, πρόκειται για το ότι τα μονοπώλια έχουν καλύτερες συνθήκες παραγωγής απ΄ ό,τι οι μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις στον κλάδο τους. (Κατά τον ανταγωνισμό των κοντσέρν στο εσωτερικό των κλάδων, ισχύει το ίδιο για τα μεγάλα και ισχυρά κοντσέρν σε σχέση με τα μικρότερα κοντσέρν). Τα κόστη των μονοπωλίων κατά κανόνα είναι χαμηλότερα απ΄ ό,τι τα κόστη των μη μονοπωλιακών και μικρότερων επιχειρήσεων, η εκμετάλλευση αντιθέτως είναι μεγαλύτερη. Η μονοπωλιακή τιμή κόστους, δηλαδή η τιμή κόστους των μονοπωλίων, συμπιέζεται κάτω από το επίπεδο των μη μονοπωλιακών επιχειρήσεων, εξαιτίας της μονοπωλιακής θέσης στον τομέα των προμηθειών με ιδιαίτερα προσοδοφόρες και φθηνές πρώτες ύλες, στον τομέα των επιστημονικών και τεχνικών εφευρέσεων και των τεχνολογιών, στον τομέα των προμηθειών με ιδιαίτερα υψηλά εξειδικευμένες και παραγωγικές, αλλά και σχετικά φθηνές εργατικές δυνάμεις (για τη μαζική παραγωγή). Η μάζα της υπεραξίας, δηλαδή η ποσότητα του μονοπωλιακού κέρδους που έχει παραχθεί, η οποία εκθλίβεται από τους εργάτες και τους υπαλλήλους που εργάζονται στη μονοπωλιακή επιχείρηση, είναι αντιθέτως, κατά κανόνα, μεγαλύτερη από τη μάζα της υπεραξίας ή του κέρδους που εκθλίβεται ανά εργάτη σε μια μικρή επιχείρηση. Η μεγαλύτερη μάζα υπεραξίας στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις προκύπτει κυρίως από την εκμετάλλευση της μονοπωλιακής θέσης, όπως αναφέραμε πιο πάνω, αλλά επίσης και από την υψηλότερη παραγωγικότητα και εντατικότητα της εργασίας σ΄ αυτές τις επιχειρήσεις, οι οποίες αποδίδουν μια διαρκή επιπρόσθετη υπεραξία.

Η μονοπωλιακή αγοραία αξία είναι μια αγοραία αξία, η οποία σχηματίζεται πάνω στη βάση των διαφορετικών συνθηκών μονοπωλισμού στους διάφορους κλάδους του βιομηχανικού κεφαλαίου. Σε ό,τι αφορά το ύψος της, δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ατομική αξία των εμπορευμάτων, τα οποία παράγονται από τα μονοπώλια του κλάδου. Η μονοπωλιακή αγοραία αξία είναι κατά κανόνα μεγαλύτερη από το άθροισμα της μονοπωλιακής τιμής κόστους και την υπεραξία που έχει παραχθεί, η οποία εμπεριέχεται στα ξεχωριστά εμπορεύματα των μονοπωλιακών επιχειρήσεων. Η μονοπωλιακή αγοραία αξία περιλαμβάνει κάτω από αυτές τις συνθήκες μια κατανομή της υπεραξίας προς όφελος των μονοπωλιακών επιχειρήσεων.

Σε μικρούς κλάδους που μονοπωλούνται, η μονοπωλιακή αγοραία αξία επιτρέπει επίσης και στον κλάδο των μικρών και μεσαίων κεφαλαίων ένα ποσοστό κέρδους για μια διευρυμένη αναπαραγωγή κατά την περίοδο μιας ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας. Μολαταύτα, ο μονοπωλισμός, ο οποίος νομοτελειακά αυξάνει, στενεύει το πεδίο δράσης του μικρού και μεσαίου κεφαλαίου και περιορίζει τις δυνατότητες ύπαρξής του.

Η μονοπωλιακή αγοραία αξία αποτελεί μεν το αφετηριακό σημείο για την εξέταση των συνθηκών της παραγωγής της αξίας και της πραγματοποίησης της αξίας στον ιμπεριαλισμό, στην παρούσα όμως μελέτη δεν θεωρείται ως η κατηγορία εκείνη που πλησιάζει στην τιμή της παραγωγής όπως αυτή διαμορφώνεται στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό. Η μονοπωλιακή αγοραία αξία σχηματίζεται μόνο πάνω στη βάση των υπαρχόντων ανταγωνιστικών σχέσεων μέσα στους ξεχωριστούς κλάδους της παραγωγής, δεν λαμβάνουμε όμως υπόψη την κατανομή των συνθετικών στοιχείων της υπεραξίας ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της παραγωγής.

Ακριβώς, όπως στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό, έτσι και στον ιμπεριαλισμό, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των συνθηκών πραγματοποίησης της αξίας με αυτές της παραγωγής της αξίας. Αν το αντιστάθμισμα ανάμεσα στα δυό προτσές, που είναι αναγκαίο ώστε να γίνει κατορθωτή και απαραίτητη η αναλογία μεταξύ των κλάδων της παραγωγής δεν επιτυγχάνεται πλέον πάνω από το μέσο κέρδος και την τιμή της παραγωγής, τότε θα πρέπει αυτό να γίνει με έναν άλλο τρόπο. Επομένως, είναι αναγκαία μια συγκεκριμένη παραπέρα κατανομή και ανακατανομή της υπεραξίας. Υπάρχουν οι παρακάτω όροι τους οποίους πρέπει να ακολουθήσει το κεφάλαιο.

Πρώτο. Υπάρχει η αναγκαιότητα να αντισταθμιστούν οι επιδράσεις των διαφορών στην οργανική σύνθεση των διάφορων κεφαλαίων πάνω στο ύψος του ποσοστού κέρδους. Οι κλάδοι με υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας, που ανήκουν στους πιο σημαντικούς και τεχνολογικά αναπτυγμένους, έχουν υψηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου και επομένως θα είχαν ένα χαμηλό ποσοστό κέρδους αν τα εμπορεύματα πουλιούνταν στην αξία τους. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η επεξεργασία ορυκτέλαιων, η βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, η ηλεκτρονική, ανήκουν για παράδειγμα σ΄ αυτούς τους κλάδους. Οι κλάδοι αυτοί πρέπει να πάρουν συγκεκριμένες ποσότητες υπεραξίας από κλάδους με χαμηλή οργανική σύνθεση, ώστε να είναι δυνατή η ύπαρξή τους και να επεκταθούν ανάλογα.

Δεύτερο. Είναι αναγκαίο να αντισταθμιστούν οι διαφορές που υπάρχουν στην ταχύτητα περιστροφής των διάφορων κεφαλαίων, επειδή και αυτές επιδρούν αισθητά πάνω στο ύψος του ποσοστού κέρδους. Οι κλάδοι που αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα είχαν επίσης σημαντικά μειονεκτήματα σε σχέση με τους περισσότερους υπόλοιπους κλάδους, αν τα εμπορεύματα πουλιούνταν στην αξία τους. Το υψηλό ποσοστό πάγιου κεφαλαίου αυτών των κλάδων επιμηκύνει τη διάρκεια περιστροφής του κεφαλαίου, επιβραδύνει την επιστροφή ροής προσαύξησης του κεφαλαίου (υπεραξία) και δυσκολεύει την αξιοποίηση του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου.

Τρίτο. Πρέπει να γίνει μια κατανομή και ανακατανομή τμημάτων της υπεραξίας, τα οποία θα αποκλίνουν από την υπεραξία που έχει παραχθεί, ώστε να υπάρχει αντιστοίχηση στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θέτει συνεχώς δομικά προβλήματα για το κεφάλαιο, απαιτεί να αναπτυχθεί γρήγορα αυτός ή εκείνος ο κλάδος και να δημιουργούνται νέοι κλάδοι. Άλλοι, παραδοσιακοί κλάδοι, χάνουν αντιθέτως σε σημασία, σ΄ αυτούς δημιουργείται υπερσυσσώρευση η οποία πρέπει να εκμηδενιστεί. Νεοδημιουργούμενοι κλάδοι έχουν κατά κανόνα υψηλές δαπάνες για την επιστημονική και τεχνική-τεχνολογική έρευνα και ανάπτυξη. Και αυτοί οι κλάδοι πρέπει να πάρουν συγκεκριμένες ποσότητες απ΄ την υπεραξία από κλάδους με χαμηλή οργανική σύνθεση του κεφαλαίου.

Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το τρίτο σημείο (απαιτούμενο) για την κατανομή και ανακατανομή της υπεραξίας, πρόκειται για την αντανάκλαση του χαρακτηριστικά κοινωνικού χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων που προσέλαβαν αυτές κατά τον 20ο και 21ο αιώνα. Η ύπαρξη τέτοιου είδους παραγωγικών δυνάμεων απαιτεί ουσιαστικά μια σχεδιομετρική, αναλογική κατανομή της κοινωνικής εργασίας στο σύνολο της οικονομίας. Όμως ακριβώς σ΄ αυτή την απαίτηση δεν μπορεί να ανταποκριθεί το μονοπώλιο. Σ΄ αυτή την ιδιαίτερα αντιφατική κατάσταση αντιστοιχεί, το ότι ο σχηματισμός της μονοπωλιακής αγοραίας τιμής, αποτελεί μεν τη βάση για τις αντικειμενικές αναγκαιότητες της κατανομής και ανακατανομής της υπεραξίας, ταυτόχρονα όμως αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν σε μεγάλο βαθμό με έναν περιορισμένο, παραμορφωμένο τρόπο συνεχών δυσαναλογιών. Από αυτά που παραθέσαμε μέχρι τώρα προκύπτουν τα παρακάτω:

Οι μονοπωλιακές αγοραίες τιμές δεν μπορούν να αποσπαστούν από την αξία. Μεταξύ αυτών και της αξίας επιδρά μεσολαβητικά η αναγκαιότητα να επιβληθεί μια τέτοιου είδους κατανομή της υπεραξίας, η οποία οδηγεί σε μια αναλογική αναπαραγωγή. Επειδή όμως πρόκειται για μια μονοπωλιακή αναπαραγωγή των αναλογιών, αυτές δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν παρά μόνο διαταραγμένα και με μεγάλες απώλειες. Αυτές τις συνάφειες μπορούμε να τις εκφράσουμε αν χαρακτηρίσουμε την μονοπωλιακά μεταβληθείσα μορφή της αξίας στον ιμπεριαλισμό σαν μονοπωλιακή τιμή αναπαραγωγής

Αυτή περιλαμβάνει δυό βασικά συστατικά στοιχεία:

Πρώτο, την τιμή κόστους των μονοπωλιακών επιχειρήσεων και δεύτερο, εκείνη την ποσότητα υπεραξίας –αν και ιδιαίτερα παραμορφωτικά επιβαλλόμενη-, η οποία είναι αναγκαία ώστε να είναι δυνατή μια αναλογική συσσώρευση του κλάδου στα πλαίσια της εθνικής οικονομίας της χώρας.

Μέσω της μονοπωλιακής τιμής αναπαραγωγής καθορίζονται, αντίστοιχα με τις ανάγκες της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, διαφορετικά υψηλά μονοπωλιακά ποσοστά κέρδους και έτσι μια γρήγορη διεύρυνση της παραγωγής των κεφαλαίων ενός κλάδου, όπως επίσης η απλή ή ακόμη και η μειωμένη αναπαραγωγή και η απονέκρωση κεφαλαίων άλλων κλάδων. Η επιβολή των όρων για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων επιτυγχάνεται εδώ με πολλές απώλειες και δυσαναλογίες επειδή ασκείται απ΄ το μονοπωλιακό κεφάλαιο.

Οι αναγκαίες αναλογίες στον καπιταλισμό καθορίζονται πάντα μ΄ έναν διπλό τρόπο: Αφενός, προσδιορίζονται απ΄ τη σκοπιά του προτσές εργασίας. Απ΄ αυτή τη σκοπιά αναγκαίες αναλογίες είναι εκείνες οι οποίες οδηγούν τη συνολική οικονομία σε μια εξοικονόμηση του χρόνου εργασίας και έτσι στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Μια τέτοιου είδους ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων περιλαμβάνει την καλύτερα δυνατή ανάπτυξη της εργασιακής δυνατότητας του ανθρώπου. Απ΄ αυτή τη σκοπιά, τόσο η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων όσο και αυτή του ανθρώπου, περιλαμβάνονται στην επιβολή των αντικειμενικά αναγκαίων αναλογιών. Αφετέρου, οι αναγκαίες αναλογίες προσδιορίζονται πάντα απ΄ τη σκοπιά του προτσές αξιοποίησης του κεφαλαίου, απ΄ την τάση για μεγιστοποίηση του κέρδους. Οι αναγκαίες αναλογίες με τον πρώτο τρόπο που προαναφέραμε, πραγματοποιούνται απ΄ το κεφάλαιο μόνο σε τέτοιο βαθμό και με τέτοιες μορφές, που να εναρμονίζονται με την αξιοποίηση του κεφαλαίου. Η αξιοποίηση του κεφαλαίου οδηγεί επομένως πάντα στη σπατάλη των παραγωγικών δυνάμεων και αντιτίθεται στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας. Η αξιοποίηση του κεφαλαίου αποβαίνει σε βάρος των μισθωτών εργατών, των μικροπαραγωγών και της φύσης. Οι αναλογίες στην καπιταλιστική οικονομία περικλείουν επομένως μέσα τους μια βαθιά αντίφαση, η οποία αποτελεί μια αντανάκλαση της αντίφασης μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης. Στον ιμπεριαλισμό, κάτω απ΄ την κυριαρχία των μονοπωλίων, η αντίφαση αυτή, όπως επίσης και η οικονομική βασική αντίφαση του τρόπου παραγωγής, παίρνει ποιοτικά νέα χαρακτηριστικά.

Σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, η ανάπτυξη των οικονομικών αναλογιών σφραγισμένη απ΄ την αξιοποίηση του κεφαλαίου, περιλάμβανε μια σχετική λύση αυτής της αντίφασης, γιατί ταυτόχρονα ήταν η καλύτερα δυνατή για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένου της ανθρώπινης εργασιακής ικανότητας, επειδή δεν ήταν δοσμένη, τουλάχιστον ιστορικά, μια άλλη δυνατότητα της ανθρώπινης ανάπτυξης από αυτή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Στο σημερινό καπιταλισμό η μονοπωλιακή αστική τάξη προσπαθεί να λύσει την αντίφαση μεταξύ της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της αξιοποίησης του κεφαλαίου με τέτοιο τρόπο, που η επιστήμη και η τεχνική να ωθούνται μπροστά προς όφελος του κέρδους, ενώ έχουμε μια πολλαπλή αντιστροφή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε ανάπτυξη καταστροφής τους.

Η αξιοποίηση του κεφαλαίου δεν μπορεί πλέον να αντιστοιχηθεί αναφορικά με τις πραγματικές απαιτήσεις της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Για να επιβληθούν αυτές, η αξιοποίηση του κεφαλαίου σαν μέτρο αναλογίας, θα πρέπει να εκτοπιστεί και τελικά να γίνει υπέρβασή της.

Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες η μονοπωλιακή τιμή αναπαραγωγής αντανακλά μέσα της την βαθιά αντιφατικότητα του καπιταλισμού σε μετάβαση ο οποίος σαπίζει. Αυτή αποτελεί μια μεσολαβητική κατηγορία μεταξύ αξίας και τιμής, μέσω της οποίας επιβάλλονται οι αναγκαίες αναλογίες της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, με έναν τρόπο παραμορφωτικό και στρεβλωμένο, εξαιτίας της μονοπωλιακής αξιοποίησης του κεφαλαίου. Εδώ είναι ανάγκη να σταθούμε σε δυό σημαντικά στοιχεία.

Το πρώτο βρίσκεται στην πολιτική τιμών των μονοπωλίων. Το βιομηχανικό μονοπώλιο εκμεταλλεύεται όλα τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από τη μονοπωλιακή κυριαρχία της παραγωγής, της αγοράς, των εργατικών δυνάμεων, των πηγών πρώτων υλών και των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας, για να αυξήσει το κέρδος του.

Το πραγματικό ύψος του μονοπωλιακού κέρδους αφενός είναι συνάρτηση των αναγκαίων απαιτήσεων της αναπαραγωγής με μια διπλή έννοια. Εξαιτίας της ζήτησης νέων τεχνολογιών και προϊόντων προκύπτει η αντικειμενική αναγκαιότητα για τα μονοπώλια που δρουν σ΄ αυτούς τους τομείς, να επιβάλλουν μια κατανομή της υπεραξίας προς όφελος της επέκτασης των αντίστοιχων σφαιρών. Αφετέρου όμως, το προτσές κατανομής δεν περιορίζεται απ΄ αυτές τις ανάγκες της αναπαραγωγής, αλλά υπερβαίνει αυτό το μέτρο.

Το μονοπώλιο, μέσω του μονοπωλιακού συστήματος των τιμών, προωθεί μια ανακατανομή της υπεραξίας και άλλων συστατικών στοιχείων της αξίας, η οποία σε μεγάλο βαθμό δεν παραμένει στα όρια του οικονομικά αναγκαίου και ενδεδειγμένου, αλλά φέρει πάνω του παρασιτικά στοιχεία. Αποσπά προς το μέρος του πολλά συστατικά στοιχεία της αξίας, τα οποία κατά κάποιο τρόπο μπορεί να αρπάξει για να εξασφαλίσει το κέρδος του. Τα μη μονοπωλιακά κεφάλαια «πνίγονται» αν το μονοπωλιακό κεφάλαιο θεωρήσει ότι δεν είναι αναγκαία εξαιτίας της μικρής κερδοφορίας, ή τα αφήνει παραπέρα να επιβιώσουν προς την ιδία «ανακούφιση ρίσκου». Οι απλοί εμπορευματοπαραγωγοί στην πόλη και την ύπαιθρο καταληστεύονται αλύπητα μέσω του μονοπωλιακού συστήματος των τιμών, από αυτούς αποσπάται το υπερπροϊόν, ακόμη και τμήματα του αναγκαίου προϊόντος. Τμήματα της εργατικής τάξης, που δεν είναι αρκετά ισχυρά, τα εκμεταλλεύονται με μισθό κάτω από την αξία του εμπορεύματος εργατική δύναμη. Μέσω της πληθωριστικής ανόδου των τιμών γίνεται επίθεση στους πραγματικούς μισθούς της εργατικής τάξης και στο πραγματικό εισόδημα όλων των εργαζομένων. Έτσι, λαμβάνει χώρα μια σημαντική ανακατανομή του εθνικού εισοδήματος προς όφελος των μονοπωλίων. Η πολιτική τιμών των μονοπωλίων προκαλεί, σαν αυθόρμητο αντανακλαστικό πίσω από τις πλάτες της κοινωνίας, μια χρόνια «απαξίωση» του χρήματος, με την έννοια ότι αυτό αντιπροσωπεύει μια όλο και λιγότερη αξία. Η πληθωριστική άνοδος των τιμών που εμφανίζεται μ΄ αυτό τον τρόπο γίνεται αποδεκτή ως μη αναστρέψιμη συνέπεια, ή ακόμη επιδιώκεται και συνειδητά. Από όλες αυτές τις διαδικασίες, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με την μονοπωλιακή κατανομή και ανακατανομή της αξίας και της υπεραξίας, προκύπτουν τεράστιες δυσαναλογίες και διαταράξεις στο κοινωνικό προτσές αναπαραγωγής.

Μολαταύτα, θα ήταν λάθος να βλέπεται η συνολική μονοπωλιακή κατανομή της αξίας απ΄ την αρχή σαν παρασιτική και δυσανάλογη, και οι μονοπωλιακές τιμές να γίνονται αντιληπτές ως βολουνταριστικές τιμές. Ο σχηματισμός τους παραμένει συνδεδεμένος με τη βάση της αξίας. Η μονοπωλιακή τιμή αναπαραγωγής, σαν μεσολαβητής μεταξύ της αξίας και της τιμής, κατά την επιβολή της, επιδρά παρά τα προβλήματα και τις παραμορφώσεις.

Ένα δεύτερο ουσιαστικό στοιχείο, το οποίο οδηγεί σε ένα πραγματικό τρόπο λειτουργίας της μονοπωλιακής τιμής αναπαραγωγής, οφείλεται στη χρηματιστικο-καπιταλιστική δομή την οποία δημιουργεί η κυριαρχία των μονοπωλίων πάνω στη βάση του επιπέδου των παραγωγικών δυνάμεων που έχει επιτευχθεί. Συνεπεία του υψηλού επιπέδου κοινωνικοποίησης της παραγωγής στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, δεν είναι πλέον γενικά δυνατό, η κατανομή και ανακατανομή της αξίας που προκαλείται από το βιομηχανικό μονοπώλιο, να δημιουργήσει τις αναγκαίες δομές της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Έτσι, πραγματοποιούνται παραπέρα διαδικασίες της αναγκαίας ανακατανομής της υπεραξίας μέσω της σύμπραξης του μονοπωλιακού τραπεζικού κεφαλαίου με τα βιομηχανικά μονοπώλια, επομένως με τρόπο χρηματιστικο-καπιταλιστικό. Αλλά και η χρηματιστικο-καπιταλιστική ανακατανομή της αξίας αποτελεί μια σύνδεση των αναγκαίων προτσές ανακατανομής με την έννοια των μονοπωλιακά-καπιταλιστικά μεσολαβητικών παραγωγικών δυνάμεων με αυτές που κατά κύριο λόγο είναι παρασιτικού χαρακτήρα.

Μέχρι σε ποιο βαθμό οι τάσεις για το σχηματισμό μιας μονοπωλιακής τιμής αναπαραγωγής επιδρούν πραγματικά σαν μια αντικειμενική βάση για το σχηματισμό των μονοπωλιακών αγοραίων τιμών, μέχρι σε ποιο βαθμό όμως αυτές οι τάσεις εμποδίζονται ή καλύπτονται, αυτό φαίνεται αν προσέξουμε από κοντά το σύστημα των μονοπωλιακών αγοραίων τιμών, μέσω του οποίου λαμβάνει χώρα στην επιφάνεια η μονοπωλιακή ρύθμιση της αξίας:

Η μονοπωλιακή τιμή πώλησης παριστάνει τη σημαντικότερη μορφή της μονοπωλιακής αγοραίας τιμής. Αυτή είναι το βασικότερο μέσο για τη διανομή της αξίας και της υπεραξίας στο σημερινό καπιταλισμό. Η μονοπωλιακή τιμή πώλησης αποτελείται κατά κανόνα από τα παρακάτω συστατικά στοιχεία:

- τη μονοπωλιακή τιμή κόστους, η οποία γενικά βρίσκεται κάτω από την τιμή κόστους του μη μονοπωλιακού κεφαλαίου. Εδώ, η θέση που κατέχουν τα μονοπώλια, τα καθιστά ικανά να υπαγορεύουν τις συνθήκες της αγοράς στους προμηθευτές τους.

- την υπεραξία που παράγεται στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις, το ύψος της οποίας καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Αυτή βασίζεται πάνω σε μια υψηλή μάζα υπεραξίας, η οποία εκθλίβεται από τον κάθε ξεχωριστό εργάτη, εμπεριέχει στο μεγαλύτερο μέρος ποσότητες επιπλέον υπεραξίας και κατά κανόνα προκύπτει από ένα υψηλό ποσοστό υπεραξίας.

- την υπεραξία και επιπλέον συστατικά στοιχεία της αξίας, τα οποία προέρχονται από τη μονοπωλιακή ανακατανομή. Στις περισσότερες περιπτώσεις η μονοπωλιακή τιμή πώλησης εμπεριέχει, εκτός από την αναγκαία για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αναπαραγωγή, επίσης και στοιχεία της παρασιτικής αναδιανομής, επειδή κατά την μονοπωλιακή τιμή πώλησης πρόκειται για μια τιμή η οποία χρησιμοποιείται σαν όπλο για την καταλήστευση των εξαρτημένων εμπορευματοπαραγωγών.

Μολαταύτα, υπάρχουν επίσης περιπτώσεις, στις οποίες οι μονοπωλιακές τιμές πώλησης σχηματίζονται χωρίς αυτό το παρασιτικό στοιχείο και μάλιστα με εν μέρει παραίτηση από επί πλέον συστατικά στοιχεία της υπεραξίας. Εδώ πρόκειται πρώτο, για μονοπωλιακές τιμές, οι οποίες χρησιμοποιούνται προσωρινά για την κατάκτηση ενός μεγαλύτερου τμήματος της αγοράς και την εκτόπιση του ανταγωνισμού. Μετά την επίτευξη του στόχου, οι αγοραίες τιμές επανέρχονται στο ύψος που είχαν παλιότερα ή αυξάνονται ακόμη περισσότερο για την αποκόμιση ακόμη μεγαλύτερου κέρδους. Δεύτερο, μια μερική παραίτηση από παρασιτικές αναδιανομές εμφανίζεται στις περιπτώσεις, στις οποίες ισοδύναμα κοντσέρν συναλλάσσονται μεταξύ τους. Κατά κανόνα η απόκτηση πλεονεκτημάτων ενός κοντσέρν σε βάρος του άλλου, πρέπει να αποκλειστεί εξαιτίας της ισοδυναμίας τους. Λαμβάνοντας υπόψη τον υψηλό βαθμό μονοπωλισμού της σημερινής καπιταλιστικής οικονομίας, τέτοιου είδους σχέσεις δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση εξαίρεση. Αν για παράδειγμα δυό κοντσέρν που κατασκευάζουν ελαστικά αυτοκινήτων και μια εταιρία που κατασκευάζει το ηλεκτρικό σύστημα των αυτοκινήτων εμφανίζονται ως προμηθευτές της βιομηχανίας αυτοκινήτων, τότε αυτό γίνεται στα πλαίσια ισότιμων σχέσεων μεταξύ τους. Τρίτο, αυξάνει ο αριθμός των κλάδων οι οποίοι σε συνθήκες επιστημονικο-τεχνικής προόδου και οξυμένης διεθνούς ανταγωνιστικής πάλης, χάνουν την προνομιούχα θέση που είχαν παλιότερα. Εδώ έχουμε για παράδειγμα περιπτώσεις όπως της παραγωγής σιδήρου και χάλυβα καθώς και των ναυπηγείων των χωρών-μελών της ΕΕ. Οι κλάδοι αυτοί με πολύ υψηλό βαθμό μονοπωλισμού σ΄ ένα μεγάλο μέρος τους δεν είναι πλέον σε θέση να επιτύχουν αγοραίες τιμές για τα προϊόντα τους που να τους επιτρέπουν να διατηρηθούν. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις επεμβαίνει το κράτος με τα μέσα του, ώστε να κάνει παραπέρα δυνατή την ύπαρξη αυτών των κοντσέρν, δηλαδή το λιγότερο μια μικρή διευρυμένη αναπαραγωγή και/ή την μετανάστευσή τους σε άλλους τομείς της οικονομίας.

Όπως φαίνεται από τις συνάφειες που παραθέσαμε, τα μονοπώλια ασκούν μέσα σε σχετικά όρια μια συνειδητή πολιτική τιμών. Αυτά καθορίζουν μεθοδικά τις αγοραίες τιμές, δηλαδή είναι προσανατολισμένα από πριν σε συγκεκριμένους στόχους. Στο βαθμό που είναι σε θέση να σχηματίσουν ελεύθερα τις τιμές πώλησης, η μονοπωλιακή τιμή αναπαραγωγής σχηματίζει ένα ορισμένο κατώτατο όριο. Με εξαίρεση την περίπτωση του ντάμπιγκ των τιμών, η μονοπωλιακή τιμή αναπαραγωγής στην κυκλοφορία διατηρείται σε μεγάλο βαθμό για ισοδύναμα μονοπώλια. Για τα μονοπώλια αυτά προκύπτει ένα ποσοστό κέρδους στη βάση του οποίου μπορούν να προωθούν τη διευρυμένη αναπαραγωγή.

Η σημασία ενός κατώτατου ορίου για το σχηματισμό των τιμών των μονοπωλίων, γίνεται επίσης φανερή, όταν εμφανίζονται δομικές αλλαγές στα πλαίσια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, οι οποίες προκαλούν αρνητικές τάσεις για την επέκταση τμημάτων του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Σε μακροπρόθεσμες αλλαγές, στη σχέση προσφοράς και ζήτησης (δομικές υπερσυσσωρεύσεις), οι μονοπωλιακές τιμές αντιδρούν συχνά με οπισθοχώρηση ή με μια μέτρια αύξηση (κατά τον πληθωρισμό). Στην περίπτωση αυτή οι μονοπωλιακές τιμές αναπαραγωγής σχηματίζουν ένα όριο, του οποίου δεν μπορεί να γίνει υπέρβαση προς τα κάτω –χωρίς κρατικά αντισταθμιστικά μέτρα-, επειδή έτσι θα τίθετο υπό αμφισβήτηση η αναπαραγωγή του κεφαλαίου. 

Αντιθέτως, σε σχέση με το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο και τη μάζα των εργαζόμενων μικροεμπορευματοπαραγωγών, η μονοπωλιακή τιμή αναπαραγωγής δεν παίζει το ρόλο ενός ορίου. Οι μονοπωλιακές τιμές πώλησης, όσο διάστημα το επιτρέπουν τα όρια της αγοράς, διατηρούνται προς τα πάνω σε κίνηση για να μεγιστοποιείται το μονοπωλιακό κέρδος. Για τις πληθωριστικές αυξήσεις των τιμών, διατηρείται σε κίνηση μια αναδιανομή της υπεραξίας των μικρών και μεσαίων κεφαλαίων, όπως επίσης του υπερπροϊόντος και του αναγκαίου προϊόντος των εργαζόμενων παραγωγών.

Στη στρατηγική τιμών των μονοπωλίων συμπεριλαμβάνεται επίσης η συνειδητή διαμόρφωση της τιμής αγοράς (προϊόντων) των μονοπωλίων (π.χ. πρώτων υλών, ημικατεργασμένου υλικού κ.α.). Η τιμή αυτή, η οποία έχει χαρακτήρα αγοραίας τιμής, χρησιμοποιείται σκόπιμα για την επίτευξη κέρδους από τα μονοπώλια. Στο βαθμό που η μονοπωλιακή τιμή αγοράς προϊόντων σχετίζεται με προμήθειες του ενός κοντσέρν προς τα άλλα, η μονοπωλιακή τιμή αγοράς προϊόντων (του ενός μονοπωλίου) είναι ίση με την μονοπωλιακή τιμή πώλησης του άλλου μονοπωλίου. Μια αναδιανομή υπεραξίας λαμβάνει χώρα εδώ γενικά, μόνο στις περιπτώσεις, που πάνω στην αγορά συναντώνται ανισοδύναμα μονοπώλια. Έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο παίζει η μονοπωλιακή τιμή αγοράς προϊόντων η οποία χρησιμοποιείται για τη διαμόρφωση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των μεγάλων μονοπωλιακών επιχειρήσεων και της μάζας των προμηθευτών του μικρού και μεσαίου κεφαλαίου, καθώς επίσης και των απλών εμπορευματοπαραγωγών στην πόλη και την ύπαιθρο. Αυτές οι μονοπωλιακές τιμές αποσπούν απ΄ το μικρό και μεσαίο κεφάλαιο και τους απλούς εμπορευματοπαραγωγούς μεγάλες ποσότητες της παραχθείσας στις επιχειρήσεις τους υπεραξίας, αφήνοντάς τους τόση, όση ακριβώς χρειάζονται, ώστε να μπορέσουν να υπάρξουν και να επεκταθούν, στο βαθμό που τα μονοπώλια το θεωρούν αναγκαίο. Αυτοί οι εμπορευματοπαραγωγοί εξαρτώνται ολοκληρωτικά από τα μονοπώλια. Κοντσέρν για παράδειγμα όπως η Siemens κυριαρχούν μέχρι και σε 35.000 εταιρίες τέτοιου είδους. 

Οι τιμές που πληρώνονται οι προμηθευτές για τα εμπορεύματά τους από τα μονοπώλια, εμφανίζονται προς τα έξω σαν μη μονοπωλιακές τιμές. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για τιμές οι οποίες καθορίζονται από τα μονοπώλια, επειδή όλο το κεφάλαιο των προμηθειών είναι ολοκληρωτικά ενσωματωμένο στο προτσές αναπαραγωγής των μονοπωλίων. Η νομική αυτονομία την οποία έχουν οι κάτοχοι αυτών των εταιριών, εξαπατά για την πραγματική ανελευθερία που έχουν. Μολαταύτα, αυτή η σύνδεσή τους με τα μονοπώλια, όχι σπανίως τούς εξασφαλίζει την επιβίωσή τους σε σχέση με άλλες μη μονοπωλιακές επιχειρήσεις.

Παράλληλα με τους περισσότερο ή λιγότερο μονοπωλιακούς τομείς της παραγωγής, υπάρχει σε όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες ένας μεγάλος αριθμός μη μονοπωλιακών εταιριών και μεγάλοι ή μικροί τομείς, στους οποίους τα μονοπώλια δεν κυριαρχούν άμεσα. Στους τομείς αυτούς υπάρχει ένας οξύς ανταγωνισμός ανάμεσα στα μικρά και μεσαία κεφάλαια όπου διεισδύει η εξουσία των μονοπωλίων. Η πάλη αφορά στην πραγματοποίηση της υπεραξίας που παράγεται εκεί. Παρ΄ όλη την τάση για εξισορρόπηση των μη μονοπωλιακών ποσοστών κέρδους, δεν μπορεί σ΄ αυτά τα τμήματα της οικονομίας να σχηματιστεί ένα μέσο ποσοστό κέρδους, επειδή υπάρχουν ανισοδύναμες συνδέσεις των μη μονοπωλιακών κεφαλαίων με τις μονοπωλιακές επιχειρήσεις, διαφορετικά συμφέροντα των μονοπωλίων με τις διάφορες μη μονοπωλιακές σφαίρες της οικονομίας και τις επιχειρήσεις καθώς και επειδή δεν το επιτρέπουν οι σχέσεις της αγοράς που ρυθμίζονται μονοπωλιακά.

Και αυτή η σφαίρα της οικονομίας –στην οποία οι κεφαλαιοκράτες δεν πραγματοποιούν μονοπωλιακό κέρδος- υποτάσσεται στη ρυθμιστική επίδραση του νόμου του μονοπωλιακού κέρδους, επειδή οι αναπτυξιακές δυνατότητες και τα όρια εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις μονοπωλιακές επιχειρήσεις και τα επεκτατικά τους συμφέροντα. Οι κεφαλαιοκράτες στη μη μονοπωλιακή σφαίρα υποτάσσονται πολλαπλά σαν προμηθευτές των μονοπωλίων μέσω των μονοπωλιακών τιμών αγοράς εμπορευμάτων και της ρύθμισης με διακανονισμούς της παραγωγής τους, με αναδιανομή της υπεραξίας προς όφελος του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Έτσι, ο χώρος δράσης τους περιορίζεται μονοπωλιακά. Άλλες «αυτόνομες» επιχειρήσεις κυριαρχούνται από τα μονοπώλια σαν αγοραστές μονοπωλιακών εμπορευμάτων και με έναν άλλο τρόπο, για παράδειγμα μέσω της πίστωσης. Οι υψηλές μονοπωλιακές τιμές κατά την πώληση εμπορευμάτων στους βιομηχανικούς καταναλωτές, δεν μπορούν επίσης να εξασφαλίσουν μια σταθερή αξιοποίηση του κεφαλαίου, επειδή δεν έχουν μόνο υψηλότερα κόστη απ΄ ό,τι στις δυνατότητες εναπόθεσής τους απ΄ τον μονοπωλιακό ανταγωνισμό (διαφήμιση, κυριαρχία στις διασυνδέσεις πώλησης κ.α.).

Οι μικρότεροι κεφαλαιοκράτες σπάνια μπορούν να επενδύσουν το κεφάλαιό τους στους κλάδους που κυριαρχούνται μονοπωλιακά. Έτσι τούς διαφεύγουν ευκαιρίες για πραγματοποίηση κέρδους, που προκύπτουν σ΄ αυτούς τους κλάδους. Κεφάλαια, τα οποία κυριαρχούνται σε μικρό βαθμό από τα μονοπώλια, μπορούν κατά κανόνα να μετατρέψουν περισσότερη υπεραξία που παράγεται σ΄ αυτές τις επιχειρήσεις, σε κέρδος, από αυτήν που εκθλίβεται από τις επιχειρήσεις που βρίσκονται σε άμεση εξάρτηση από τα μονοπώλια, όμως θα πρέπει επίσης να πληρώνουν «φόρο υποτελείας» στο μονοπωλιακό κεφάλαιο.

Ανακεφαλαιώνοντας στο ζήτημα, σε ποια σχέση βρίσκεται η μονοπωλιακή ρύθμιση του κέρδους και των τιμών με το νόμο της αξίας, εάν αυτή κινείται στα όριά του ή αν συνολικά παραβαίνει το νόμο της αξίας, διαπιστώνεται, ότι η ρύθμιση αυτή, παρ΄ όλες τις τάσεις για υπονόμευση της εμπορευματικής παραγωγής, κινείται γενικά στα πλαίσια του νόμου της αξίας. Κάθε φορά που υπάρχει ξεχωριστά υπονόμευση του νόμου της αξίας, λαμβάνει χώρα ex post (εκ των υστέρων) πάντα μια αντιστάθμιση, αυθόρμητα και πίσω από τις πλάτες των οικονομικά δρώντων, στην περίπτωση της διαμόρφωσης των τιμών από τα μονοπώλια, για παράδειγμα με τη μορφή απαξίωσης του χρήματος που προκύπτει από αυτήν. Η ενότητα της κίνησης τιμής και αξίας διαμορφώνεται πάντα σ΄ ένα υψηλότερο επίπεδο τιμών. Η κοινωνία, δηλαδή η μάζα των εργαζόμενων παραγωγών και οι μικροί και μεσαίοι ιδιοκτήτες κεφαλαίου, πρέπει για αυτό το είδος της αντιστάθμισης να πληρώνει την τιμή.

Συνολικά, μπορεί κανείς να εκτιμήσει την μονοπωλιακή ρύθμιση του κέρδους και της τιμής, ως εξής: Απ΄ τη μια πλευρά φαίνεται ότι αυτή η ρύθμιση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ανοίγει νέα πεδία. Οι μονοπωλιακοί τομείς της οικονομίας που τεχνικά βρίσκονται πολύ μπροστά, παρουσιάζουν γενικά έναν γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης. Η παραγωγικότητα της εργασίας σ΄ αυτούς τους τομείς αυξάνει γρήγορα. Απ΄ την άλλη πλευρά όμως η μονοπωλιακή ρύθμιση του κέρδους και της τιμής βαθαίνει σημαντικά την ιδιάζουσα στον καπιταλισμό εσωτερική αντιφατικότητα.

Η αυθαιρεσία των μονοπωλίων γεννά τεράστιες δυσαναλογίες και συγκρούσεις στην οικονομική ανάπτυξη. Ολόκληρες ομάδες, στρώματα και τάξεις του πληθυσμού εγκαταλείπονται στα ερείπια και την εξαθλίωση. Τα εμπόδια για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που έχουν ως αφετηρία το κεφάλαιο γενικά, πολλαπλασιάζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Οι αλλαγές που προκαλούνται απ΄ το μονοπώλιο στη διανομή της υπεραξίας και των άλλων συστατικών στοιχείων της αξίας, δημιουργούν συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να αναπτυχθεί επιταχυνόμενα η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, γεννώντας την τάση για μια τεράστια υπερσυσσώρευση (συγκέντρωση μεγάλης, μη κερδοφόρας εναπόθεσης μαζών υπεραξίας) στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα όμως πολλά μη μονοπωλιακά κεφάλαια παλεύουν για την απλή αναπαραγωγή. Έτσι, αναπτύσσονται μεγάλες δυσαναλογίες μεταξύ των διάφορων κλάδων στη βιομηχανία και γενικότερα στην οικονομία καθώς και μεταξύ αυτών και των γενικών συνθηκών της παραγωγής (υποδομή). Είναι φανερό: Το βιομηχανικό μονοπώλιο υπονομεύει τον αυθόρμητο μηχανισμό της κατανομής των μέσων παραγωγής και των εργατικών δυνάμεων, μέσω της κίνησης των τιμών και της μετανάστευσης του κεφαλαίου. Το μονοπώλιο όμως δεν μπορεί να εξασφαλίσει στα κοινωνικά πλαίσια κανένα από τα απαιτούμενα των υψηλά κοινωνικοποιημένων παραγωγικών δυνάμεων, που αντιστοιχούν στη σχεδιοποίηση σε συνθήκες αναπαραγωγής και αναλογικότητας. Τα μονοπωλιακά φράγματα που ορθώνονται ενάντια στην ελεύθερη κίνηση των τιμών και του κεφαλαίου, ενισχύουν την αναρχία της κοινωνικής κίνησης. Για να περιορίσουν την αυξανόμενη αναρχία και τους κινδύνους που συνδέονται με αυτήν για την ύπαρξη του συστήματος, πρέπει τα μονοπώλια, εκτός απ΄ τις μεθόδους ρύθμισης που ήδη αναφέρθηκαν, να χρησιμοποιήσουν επιπρόσθετες μεθόδους πάνω σε άλλα επίπεδα της κοινωνίας, για παράδειγμα στο πεδίο των τραπεζών και της Πίστης, καθώς και κρατικά μέτρα οικονομικής πολιτικής. Σε αντίθεση με τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού, το παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, δεν μπορεί πλέον να εξασφαλίσει έναν αποτελεσματικό λειτουργικό μηχανισμό και την ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος. Σε τελική ανάλυση η εξέλιξη αυτή πιέζει μέσω της εγκαθίδρυσης της κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου για την ανάπτυξη του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, τα σπέρματα του οποίου υπάρχουν ήδη απ΄ την αρχή στον μονοπωλιακό καπιταλισμό.


3.12. Οι μορφές μονοπωλίου κατά Μαρξ

Δεν βρισκόταν στο πνεύμα του Μαρξ να εξετάζει αναλυτικά ζητήματα, τα οποία δεν υπήρχαν ακόμη ή δεν ήταν γενικής σημασίας. Στον Μαρξ βρίσκουμε μεν σκέψεις που αναπτύσσει για το μέλλον, όμως τις βρίσκουμε ως υποδείξεις ή θέσεις, συχνά μόνο ως υποθέσεις, ποτέ όμως ως επεξεργασμένες θέσεις προβλημάτων ή ως λύσεις προβλημάτων. Για παράδειγμα, στον Μαρξ βρίσκουμε την υπόδειξη, ότι με την κοινωνικοποίηση της παραγωγής, τη συγκέντρωση και την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου που συνδέονται μ΄ αυτήν, διευρύνεται επίσης το ελάχιστο μέγεθος του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου και η λειτουργία του βιομήχανου κεφαλαιοκράτη μετατρέπεται όλο και περισσότερο σ΄ ένα μονοπώλιο μεγάλων κεφαλαιοκρατών[27]. Ο Μαρξ επομένως εφιστά εδώ την προσοχή, στο ότι από το προτσές συσσώρευσης του κεφαλαίου μπορούν να προκύψουν τεχνητές συνθήκες για μονοπώλια (σ.σ. τις χαρακτηρίζουμε εδώ ως τεχνητές, ώστε να τις διαχωρίσουμε από τα φυσικά μονοπώλια), ότι εδώ τίθενται συνθήκες, οι οποίες οδηγούν στον περιορισμό του ανταγωνισμού και στο μονοπωλισμό αυτών των σφαιρών εναπόθεσης από το μεγάλο κεφάλαιο. Ο Μαρξ δεν προχώρησε παραπέρα αυτή την ανάλυση. Δεν υπήρχε για αυτό η αφορμή, επειδή η συγκέντρωση της παραγωγής δεν είχε προχωρήσει σε τόσο μεγάλο βαθμό, που τα αυξανόμενα όρια για τον ανταγωνισμό, να μπορούσαν να οδηγήσουν σ΄ ένα αξιόλογο μέγεθος σχηματισμού μονοπωλίων. Το μονοπώλιο που είχε πραγματική σημασία την εποχή του Μαρξ ήταν το μονοπώλιο στην ιδιοκτησία της γης. Για αυτό και το αναλύει σε βάθος. Αφιερώνει σ΄ αυτό περισσότερες από διακόσιες σελίδες από το βασικό έργο του[28]. Η σημασία του μονοπωλίου της γαιοκτησίας γίνεται σαφής, όταν αναλογιστεί κανείς το σχετικό μέγεθος της αγροτικής παραγωγής: Στα μέσα του 19ου αιώνα, σε χώρες όπως η Γαλλία ή η Γερμανία, περίπου το 60% - 70% του πληθυσμού ζούσε από τη γεωργία. Αποτελούσε επομένως έναν πολύ σημαντικό τομέα, ο οποίος στην ανάπτυξή του ήταν υποταγμένος στις συνθήκες που ήταν αποτυπωμένες από το μονοπώλιο στην ιδιοκτησία της γης.

Στα έργα του Μαρξ βρίσκουμε γενικά τις παρακάτω μορφές μονοπωλίου: φεουδαρχικό μονοπώλιο, τυχαίο μονοπώλιο, φυσικό μονοπώλιο, τεχνητό μονοπώλιο, σύγχρονο μονοπώλιο και το μονοπώλιο γαιοκτησίας. Ας τα εξετάσουμε εν συντομία.


Φεουδαρχικό μονοπώλιο

Με την έννοια αυτή κατανοούνται μονοπωλιακές θέσεις στην προκαπιταλιστική κοινωνία. Παράλληλα με τις εταιρίες εμπορίου, το μονοπώλιο των οποίων στο εμπόριο αποτελούνταν από συγκεκριμένα είδη εμπορευμάτων, που όμως μονοπωλούσαν επίσης συγκεκριμένα τμήματα της παραγωγής, ανήκουν επίσης οι συντεχνίες της βιοτεχνίας και οι συντεχνίες/επαγγελματικά σωματεία των εμπόρων, που δεν απέκλειαν μη-μέλη από την αντίστοιχη παραγωγή ή το αντίστοιχο εμπόριο[29].

Από αυτό το φεουδαρχικό μονοπώλιο προκύπτει ο ελεύθερος ανταγωνισμός, και με την ανάπτυξή του το κεφάλαιο εξουδετερώνει τους φραγμούς των παλιότερων σχέσεων παραγωγής: Το φεουδαρχικό μονοπώλιο παράγει τον ελεύθερο ανταγωνισμό και εξουδετερώνεται από αυτόν[30].

Από τα μονοπώλια, τα οποία προηγούνται του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, πρέπει να ξεχωριστούν αυτά τα οποία ξεπηδούν απ΄ τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αυτά τα τελευταία ο Μαρξ τα χαρακτηρίζει ως τυχαίο μονοπώλιο, φυσικό και τεχνητό μονοπώλιο, σύγχρονο μονοπώλιο και σύγχρονη γαιοκτησία.


Τυχαίο μονοπώλιο

Ένα τυχαίο μονοπώλιο υπάρχει όταν εξαιτίας τυχαίων, ιδιαίτερα ευνοϊκών συνθηκών στην αγορά, μπορεί να επιτευχθεί μια τιμή, η οποία βρίσκεται πάνω από την τιμή της παραγωγής. Αυτό το τυχαίο μονοπώλιο έχει όπως και η μονοπωλιακή τιμή έναν παροδικό και όχι νομοτελειακό χαρακτήρα. Με τα λόγια του Μαρξ: «Όταν μιλάμε για τυχαίο μονοπώλιο, εννοούμε το μονοπώλιο που προκύπτει για τον αγοραστή ή πουλητή από την τυχαία σχέση μεταξύ ζήτησης και προσφοράς»[31].


Φυσικό μονοπώλιο

Η έννοια του φυσικού μονοπωλίου αντιπαρατίθεται σε αυτή του τεχνητού μονοπωλίου. Και οι δυό μορφές μονοπωλίου περιέχονται με τη σειρά τους στην έννοια του σύγχρονου μονοπωλίου. Το τελευταίο είναι η πιο διευρυμένη έννοια που χαρακτηρίζει κάθε μονοπώλιο, το οποίο αντιστοιχεί στην καπιταλιστική κοινωνία και γεννιέται από αυτή.

Οι έννοιες του φυσικού και τεχνητού μονοπωλίου σχετίζονται με το μονοπωλισμό του πρόσθετου κέρδους, των πλεονεκτημάτων της παραγωγής. Αν η πάνω από μέσο όρο παραγωγική δύναμη καθιστά δυνατή σ΄ ένα κεφάλαιο ένα πρόσθετο κέρδος, το οποίο οφείλεται στη χρήση μιας φυσικής δύναμης (ο Μαρξ αναφέρει την υδατόπτωση), τότε έχουμε ένα φυσικό μονοπώλιο. Αν το πρόσθετο κέρδος οφείλεται σ΄ έναν μονοπωλισμό φυσικών δυνάμεων, τότε αυτό δεν μπορεί να εξισορροπηθεί μέσω του ανταγωνισμού, επειδή οι φυσικές δυνάμεις είναι περιορισμένες σε διαθεσιμότητα και επομένως δεν είναι δυνατό σε κάθε κεφάλαιο να παράγει με τον ίδιο τρόπο. Όταν όμως η ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων ξεπεράσει τα παραγωγικά δυναμικά μιας τέτοιου είδους φυσικής δύναμης, τότε αυτό το πρόσθετο κέρδος εξαφανίζεται. Αυτό το φυσικό μονοπώλιο πηγάζει απ΄ τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής[32] επειδή οι φυσικές δυνάμεις μονοπωλούνται και κάνουν δυνατό ένα επιπρόσθετο κέρδος τότε μόνο, όταν η παραγωγική τους δύναμη μπορεί να προσαρτηθεί στο κεφάλαιο. (Σ΄ αυτή την περίπτωση το πρόσθετο κέρδος μετατρέπεται σε γαιοπρόσοδο).


Τεχνητό μονοπώλιο

Αν ένα πρόσθετο κέρδος πηγάζει απ΄ «το μονοπώλιο του βελτιωμένου τρόπου παραγωγής»[33], δηλαδή αν η κάτω από το μέσο όρο τιμή κόστους οφείλεται στις «κοινωνικές φυσικές δυνάμεις της εργασίας που προκύπτουν από τη συνεργασία, από τον καταμερισμό εργασίας, κτλ»[34], δηλαδή σε μια ιδιαίτερη τοποθέτηση κεφαλαίου, τότε αυτό το τεχνητό μονοπώλιο μπορεί να εξαλειφτεί απ΄ τον ανταγωνισμό μόλις γενικευτεί αυτός ο ιδιαίτερος τρόπος παραγωγής. Ένα τεχνητό μονοπώλιο γεννιέται όταν «σε ένα χέρι είναι συγκεντρωμένες εξαιρετικά μεγάλες μάζες» κεφαλαίου[35] ή όταν χρησιμοποιούνται «νέα βελτιωμένα μέσα παραγωγής και μέθοδες παραγωγής, που βρίσκονται πάνω από το μέσο επίπεδο»[36], ανεβάζοντας σημαντικά την παραγωγικότητα της εργασίας και/ή την εντατικότητα της εργασίας. Σε αντίθεση με την περιορισμένη διάθεση των φυσικών δυνάμεων, αξιωματικά, για κάθε κεφάλαιο είναι ελεύθερο το να χρησιμοποιηθεί με τον ίδιο παραγωγικό τρόπο ή στην ίδια έκταση.


Σύγχρονο μονοπώλιο

Η έννοια του σύγχρονου μονοπωλίου χρησιμοποιείται σπάνια στο «Κεφάλαιο». Γενικά όμως πρέπει να ξεκινήσει κανείς απ΄ τη θέση ότι αυτό περιλαμβάνει κάθε μονοπώλιο που αντιστοιχεί στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Διεξοδικά ο Μαρξ αφιερώνει τις επεξεργασίες του στο σύγχρονο μονοπώλιο, το οποίο γεννιέται μέσω του ανταγωνισμού, στην «Αθλιότητα της φιλοσοφίας». Εκεί χαρακτηρίζεται σαν πραγματική σύνθεση του φεουδαρχικού μονοπωλίου και του ελεύθερου ανταγωνισμού, όχι απλά σαν αντίθεση, σαν το αντίθετο του ανταγωνισμού: Αυτή η σύνθεση είναι «το σύγχρονο μονοπώλιο, που είναι η άρνηση του μονοπωλίου του φεουδαρχικού συστήματος, στο βαθμό που προϋποθέτει το καθεστώς του ανταγωνισμού και που είναι η άρνηση του ανταγωνισμού, στο βαθμό που είναι μονοπώλιο. Έτσι, το σύγχρονο μονοπώλιο, το αστικό μονοπώλιο, είναι το συνθετικό μονοπώλιο, η άρνηση της άρνησης, η ενότητα των αντιθέτων. […]. Στην πρακτική ζωή, βρίσκει κανείς όχι μονάχα τον ανταγωνισμό, το μονοπώλιο και την αντιπαράθεσή τους [Widerstreit], μα και τη σύνθεσή τους, που δεν είναι φόρμουλα (τύπος-καλούπι), μα κίνηση. Το μονοπώλιο δημιουργεί τον ανταγωνισμό, ο ανταγωνισμός δημιουργεί το μονοπώλιο. Οι μονοπωλητές κάνουν ανταγωνισμό, οι ανταγωνιστές γίνονται μονοπωλητές»[37]

Σ΄ αυτό το σημείο είναι σημαντικό να μελετηθούν ακόμη οι συμπληρωματικές παραθέσεις του Φ. Ένγκελς στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου» (βλ: σ. 552 – 553), όπου γίνεται λόγος για τον αναγκαίο σχηματισμό του μονοπωλίου, αλλά και για το ότι «η ανέκαθεν περιβόητη ελευθερία του συναγωνισμού βρίσκεται στα τελευταία της και υποχρεώνεται να αναγγείλει η ίδια την ολοφάνερη σκανδαλώδη χρεωκοπία της». Το να επιμένουν επομένως κάποιοι από το χώρο της Αριστεράς να παρουσιάζουν ως κυρίαρχα στο σημερινό καπιταλισμό, ιδιαίτερα, το φυσικό και τεχνητό μονοπώλιο, σημαίνει ότι βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου.


Μονοπώλιο στην ιδιοκτησία της γης

Το μονοπώλιο στην ιδιοκτησία της γης (γαιοκτησία) αποτελεί γενική προϋπόθεση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, επειδή απελευθερώνει εργατικές δυνάμεις για το καπιταλιστικό προτσές παραγωγής. Η μορφή όμως της σύγχρονης γαιοκτησίας που αντιστοιχεί στον καπιταλισμό, δημιουργείται πρώτα μέσω της υποταγής της γεωργίας στο κεφάλαιο. Η φεουδαρχική γαιοκτησία δεν αντιστοιχεί σ΄ αυτόν. Μέσω του μονοπωλίου στη γαιοκτησία συλλέγεται απ΄ το κεφάλαιο ένα μέρος της παραχθείσας υπεραξίας και ιδιοποιείται απ΄ τη γαιοκτησία, επομένως «η ιδιοκτησία της γης διακρίνεται από τα άλλα είδη γαιοκτησίας με το ότι, σε ένα ορισμένο επίπεδο της ανάπτυξης εμφανίζεται σαν περιττή και επιβλαβής, ακόμα και από την άποψη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής»[38].


Όλες αυτές οι μορφές του μονοπωλίου παίρνουν σαν βάση το ότι οι κεφαλαιουχικές εταιρίες ή τα ξεχωριστά κεφάλαια, κυριαρχούν σε συγκεκριμένες συνάφειες στη παραγωγή και αναπαραγωγή –ανεξάρτητα από το αν αυτό συμβαίνει πρόσκαιρα ή μακροπρόθεσμα- αποκλείοντας άλλα κεφάλαια από αυτές τις προϋποθέσεις μονοπώλησης της παραγωγής. Αυτός ο ορισμός του μονοπωλίου σαν κυριαρχία πάνω σε βασικές καπιταλιστικές συνάφειες στη παραγωγή και αναπαραγωγή, λαμβάνεται επίσης και ως βάση από τη θεωρία του ιμπεριαλισμού που ανάπτυξε ο Λένιν. Η διαφορά ανάμεσα στο «Κεφάλαιο» και τη θεωρία του Λένιν βρίσκεται, στο ότι για τον Μαρξ οι τέτοιου είδους μονοπωλιακές θέσεις παίζουν έναν υποδεέστερο ρόλο, επειδή –ανεξάρτητα από την ύπαρξη των μονοπωλίων στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό-, οι μονοπωλιακές θέσεις δεν μπορούν να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαιτίας του ανταγωνισμού των κεφαλαίων.

Το ότι ο ίδιος ο Μαρξ αναλύει, με ποιο τρόπο οι νόμοι της συσσώρευσης οδηγούν στο να γίνεται όλο και πιο δύσκολο το προτσές εξισορρόπησης στο εσωτερικό του κεφαλαίου, νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται να το επαναλάβουμε. Λογικό είναι επίσης, ότι η κυριαρχία ξεχωριστών κεφαλαίων πάνω σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις της παραγωγής και αναπαραγωγής γίνεται όλο και πιο σταθερή, ότι τυχαία πλεονεκτήματα της παραγωγής γίνονται συστηματικά πλεονεκτήματα της παραγωγής.


3.13. Μορφές οργάνωσης του βιομηχανικού μονοπωλίου στον ιμπεριαλισμό

Μέχρι τώρα εξετάσαμε το μονοπώλιο στον ιμπεριαλισμό κυρίως σαν μια νέα βαθμίδα της κεφαλαιακής σχέσης –με εξαίρεση την προηγούμενη ενότητα. Ταυτόχρονα είναι αναγκαία μια παρουσίαση των νέων μορφών οργάνωσης στις οποίες εμφανίζεται αυτή η νέα ποιότητα. Το βιομηχανικό μονοπώλιο αναπτύσσεται στις πιο διαφορετικές μορφές. Οι πιο σημαντικές μορφές είναι το καρτέλ, το συνδικάτο, το τραστ και το κοντσέρν. Αυτές οι μορφές μονοπωλίων είχαν κατονομαστεί ήδη και από τον Λένιν. Στο μεταξύ, στις μορφές αυτές έχουν συντελεστεί συγκεκριμένες μεταβολές.


Καρτέλ

Το καρτέλ είναι μια μονοπωλιακή ένωση διάφορων κεφαλαιοκρατών ενός βιομηχανικού κλάδου. Ανάλογα με το σκοπό, τη λειτουργία και τον τρόπο οργάνωσης διακρίνονται διάφοροι τύποι καρτέλ. Οι πιο σημαντικοί είναι:

- Καρτέλ τιμών: Πρόκειται για συμφωνίες που συνάπτονται ώστε να κρατηθούν οι τιμές ενιαίες με στόχο να διατηρηθεί η τιμή των εμπορευμάτων σε υψηλά επίπεδα (για αυτούς που προσφέρουν) ή σε χαμηλά επίπεδα (για αυτούς που «ζητούν»).

- Εδαφικό καρτέλ: Οι επιχειρήσεις συμφωνούν μεταξύ τους στο εδαφικό μοίρασμα της αγοράς.

- Καρτέλ ποσοστών: Καθορίζονται από κοινού τα ποσοστά της παραγωγής των ξεχωριστών επιχειρήσεων του καρτέλ από τη συνολική παραγωγή.

- Καρτέλ κοστολόγησης: Πρόκειται για μια πρώτη βαθμίδα προς το καρτέλ τιμών. Οι επιχειρήσεις του καρτέλ τα κοστολογούν όλα στην ίδια βάση.

- Καρτέλ παραγωγής: Οι επιχειρήσεις του καρτέλ διευθύνουν από κοινού την παραγωγή και την προσφορά ώστε να μην προκύπτουν πλεονάσματα.

- Καρτέλ συνθηκών: Κάθε μέλος του καρτέλ παρέχει τις ίδιες συνθήκες συναλλαγών, π.χ. παράδοση εμπορευμάτων χωρίς να πληρώνονται από τον αγοραστή τα έξοδα μεταφοράς.

- Καρτέλ διαγωνισμού: Εταιρίες που συμμετέχουν σε διαγωνισμούς για ένα έργο (project), καθορίζουν εκ των προτέρων ποιος θα πάρει την παραγγελία. Η εταιρία που «κερδίζει την παραγγελία» υπολογίζει την τιμή της, οι άλλες επιχειρήσεις προσφέρουν υψηλότερες τιμές. Παράδειγμα: Καρτέλ στον τομέα των οικοδομικών κατασκευών.

- Καρτέλ εξαγωγών: Οι εταιρίες του καρτέλ συμφωνούν σε ό,τι αφορά την εναπόθεση στην αλλοδαπή.

- Καρτέλ εισαγωγών: Οι εταιρίες συμφωνούν σε σχέση με τις εισαγωγές στην ημεδαπή.

- Καρτέλ προμηθειών: Συμφωνία για τις συνθήκες προμηθειών των μελών του καρτέλ.

- Καρτέλ πατεντών: Συμφωνία για τη χρήση πατεντών των μελών του καρτέλ.

Το καρτέλ είναι η πιο χαλαρή μορφή μονοπωλιακής ένωσης. Οι ξεχωριστές επιχειρήσεις διατηρούν τυπικά την αυτονομία τους. Τα καρτέλ υπάρχουν τόσο ως επίσημα αναγνωρισμένα και καταχωρημένα, όσο επίσης και σαν μυστικά. Αυτό το τελευταίο ισχύει κυρίως για τις ΗΠΑ, στις οποίες τα καρτέλ επίσημα είναι απαγορευμένα. Η πραγματική ύπαρξη όμως καρτέλ στις ΗΠΑ εκφράζεται για παράδειγμα, όταν από συγκεκριμένες μεγάλες επιχειρήσεις ασκείται μια ηγεμονία μέσω των τιμών, την οποία ακολουθούν οι άλλες επιχειρήσεις του κλάδου. Σε σχέση με παλιότερα εμφανίστηκε μια μεταβολή στο χαρακτήρα των καρτέλ: αυτά δεν υπάρχουν μόνο σαν απλές ενώσεις αποτελούμενες από πολλές ξεχωριστές εταιρίες. Συμμετέχοντες ενός καρτέλ είναι σήμερα σε μεγάλο βαθμό υψηλότερες μορφές μονοπωλίων όπως τα τραστ και τα κοντσέρν.


Συνδικάτο

Μια υψηλότερη μορφή μονοπωλιακής ένωσης είναι το συνδικάτο. Σ΄ αυτό οι κεφαλαιοκράτες συνενώνουν κυρίως τις πωλήσεις, στις οποίες η εναπόθεση εμπορευμάτων συγκεντρώνεται στα χέρια μιας ενιαίας οργάνωσης πωλήσεων. Κατά διαφορετικό τρόπο συγκεντρώνονται επίσης οι αγορές πρώτων υλών.


Τραστ

Στο τραστ συνενώνονται επιχειρήσεις ενός κλάδου ή περισσότερων κλάδων. Μια ενιαία κεντρική διεύθυνση ρυθμίζει την παραγωγή, την εναπόθεση και τη χρηματική δραστηριότητα. Ο κάποτε αυτόνομος κεφαλαιοκράτης μετατρέπεται σε μέτοχο του τραστ. Το τραστ μπορεί με τη σειρά του να εμφανιστεί με διάφορες μορφές. Στην πιο τυπική περίπτωση το τραστ παριστάνει την ολοκληρωτική διάχυση της ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων που συμμετέχουν, τα οποία έτσι χάνουν τη νομική τους αυτονομία. Παράλληλα υπάρχει το τραστ σε μια μορφή, η οποία επιτρέπει στις επιχειρήσεις τυπικά να δρουν αυτόνομα, τις υπάγει όμως στη λεγόμενη εταιρία Holding, η οποία ελέγχει το πακέτο μετοχών. Αυτή η μορφή του τραστ μόλις που ξεχωρίζει από το κοντσέρν. 

Η διαφορά μεταξύ καρτέλ και τραστ είναι, ότι το τραστ αποτελεί συνένωση πολλών επιχειρήσεων σε μία, ενώ το καρτέλ αποτελεί στενή συνεργασία μεταξύ δυό ή περισσότερων επιχειρήσεων.


Κοντσέρν

Το κοντσέρν είναι η πιο αναπτυγμένη μορφή της ένωσης των μονοπωλίων. Το κοντσέρν περιλαμβάνει κατά κανόνα μια πληθώρα καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Τα μέλη του κοντσέρν μπορούν να είναι ξεχωριστές επιχειρήσεις, μετοχικές εταιρίες, ακόμη και τραστ. Τα μέλη του κοντσέρν παραμένουν νομικά αυτόνομα, υποτάσσονται όμως στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις που κυριαρχούν στο κοντσέρν μέσω του ελέγχου των μετοχών, των συμβολαίων, των συμφωνιών για τις πατέντες, των προσωπικών διασυνδέσεων κτλ. Στην κορυφή του κοντσέρν βρίσκεται κατά κανόνα μια εταιρία-Holding

Η εταιρία-Holding σε γενικές γραμμές, αποτελεί μια ειδική μορφή μητρικής εταιρίας, μια οικονομική και εταιρία χαρτοφυλακίου, η οποία όμως δεν ασκεί κάποια εργοστασιακή δραστηριότητα ούτε έχει και επαφές με πελάτες. Τα βασικά πλεονεκτήματα της εταιρίας-Holding για το κεφάλαιο, είναι, η απλούστερη διαχείριση του κοντσέρν και το προνόμιο της φορολογικής εκμετάλλευσης, επειδή δεν πρέπει να πληρώνονται φόροι εισοδήματος.

Σημειώνουμε εδώ, ότι τέσσερις κλασικές μορφές μονοπωλίων εμφανίζονται επίσης στον τομέα των μεταφορών, των οικοδομών, του εμπορίου, των τραπεζών και της ασφάλισης, σε κλάδους τους οποίους εδώ δεν εξετάζουμε.

Τα κοντσέρν διακρίνονται στους παρακάτω τύπους:

- Κάθετο κοντσέρν: Κάθετα κοντσέρν είναι εκείνα στα οποία η δομή τους είναι κλιμακωτή, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα εργασιών και δεν σχετίζονται με εξωγενείς επιχειρήσεις. Στο κάθετο κοντσέρν συχνά συνενώνονται ολόκληρες γραμμές παραγωγής από το αρχικό μέχρι το τελικό στάδιο κατεργασίας. 

Ένα υποθετικό παράδειγμα. Κοντσέρν Αναγνώστου: Μεταλλευτική Βιομηχανία Αναγνώστου (Αθήνα) → Εξόρυξη και Κατεργασία Αλουμινίου Αναγνώστου (Θήβα) → Διάθεση Μεταλλευτικών Προϊόντων Αλουμινίου Αναγνώστου (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Πάτρα, Βόλος, Μυτιλήνη). 

Το κοντσέρν αυτού του είδους έχει σήμερα εν μέρει υποσκελιστεί, διότι από τους κεφαλαιοκράτες κρίνεται συχνά ως μη οικονομικό. Οι πρώτες ύλες για την παραπέρα κατεργασία, ακατέργαστα ή ημικατεργασμένα κομμάτια κτλ, σήμερα δεν τα παράγουν πολλά κοντσέρν, αλλά τα αγοράζουν από διάφορους προμηθευτές σε πολύ χαμηλές τιμές. Τυπικά παραδείγματα κάθετου κοντσέρν είναι τα κοντσέρν μετάλλου, που κατά κανόνα κατέχουν από μεταλλωρυχεία μέχρι βιομηχανίες σιδήρου και χάλυβα όσο και επιχειρήσεις κατεργασίας μετάλλου.

- Οριζόντιο κοντσέρν: Αυτή η μορφή κοντσέρν είναι παλιά, αλλά εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ. Εδώ πρόκειται για επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν στο ίδιο επίπεδο παραγωγής ή εμπορίου. 

Ένα υποθετικό παράδειγμα. Κοντσέρν Αναγνώστου: Ζυθοποιία Αναγνώστου & Υιοί (Θεσσαλονίκη) → Εταιρία Ζυθοποιίας Κωνσταντινίδης (Λάρισα) → Μπύρα Βόλου (Βόλος).

Ένα τυπικό παράδειγμα οριζόντιου κοντσέρν είναι η βιομηχανία αυτοκινήτων Volkswagen, η οποία παράγει από μικρά αυτοκίνητα μέχρι και λιμουζίνες. Η προσπάθεια που γίνεται εδώ από το κοντσέρν είναι, να επιτευχθεί μια μονοπωλιακή θέση στην αγορά μέσω ενσωμάτωσης ή εκτοπισμού των ανταγωνιστών.

- Μικτό κοντσέρν ή κονγκλομεράτ: Τις τελευταίες δεκαετίες αναπτύχθηκαν τα μικτά κοντσέρν σαν μια ειδική μορφή κοντσέρν ιδιαίτερα αναπτυγμένου. Το κοντσέρν αυτό γεννιέται από τη συνένωση επιχειρήσεων διαφορετικών τομέων της οικονομίας, όπου οι συνδέσεις των επιχειρήσεων μεταξύ τους απ΄ τη σκοπιά της παραγωγής και της λειτουργίας, είναι πολύ μικρή. Ένα τυπικό παράδειγμα εδώ είναι το κοντσέρν International and Telegraph Corp (ITT), από τα πιο επιθετικά στον ιμπεριαλιστικό κόσμο, γνωστό επίσης για το βρώμικο ρόλο που έπαιξε στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Πινοσέτ (Χιλή). Σ΄ αυτό ανήκουν δεκάδες εταιρίες διαφορετικών βιομηχανικών κλάδων, ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων, εστιατορίων και ασφαλιστικές εταιρίες. Μερικά άλλα τυπικά παραδείγματα μικτών κοντσέρν: General Electric, Hyundai, Samsung, Siemens, Yamaha Corporation. Σήμερα τα μικτά κοντσέρν έχουν μεγάλη σημασία κυρίως στον ασιατικό οικονομικό χώρο.

Οι υποστηρικτές των μικτών κοντσέρν παρουσιάζουν τα ακόλουθα πλεονεκτήματα για την ύπαρξή τους: α) Με τη διασπορά των κινδύνων ενός πλήθους επιχειρήσεων μπορούν να αποφευχθούν μονομερείς εξαρτήσεις ξεχωριστών κλάδων. β) Μέσω της συγκέντρωσης της εξουσίας μπορεί να επενδυθεί γρήγορα το ιδίο κεφάλαιο. γ) Χωρίς μακρές συζητήσεις με τις/τους τράπεζες/επενδυτές μπορούν να «εξυγιανθούν» προβληματικά τμήματα των επιχειρήσεων, να πουληθούν ή ακόμη και να αξιοποιηθούν γρήγορα νέοι επιχειρηματικοί κλάδοι. δ) Επιπλέον, μέσω της ενιαίας χρήσης επαγγελματικού μάνατζμεντ μπορεί να επιτευχθεί μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της διεύθυνσης των επιχειρήσεων.

Ο σχηματισμός των μικτών κοντσέρν σχετίζεται άμεσα με την αυξανόμενη ανισομετρία της οικονομικής ανάπτυξης και τη συνδεόμενη με αυτήν διαφορετική αξιοποίηση του κεφαλαίου στους ξεχωριστούς κλάδους της οικονομίας. Αυτό το προτσές έχει ως βάση αφενός, να εναποτίθεται περίσσευμα κεφαλαίου σε κλάδους της οικονομίας με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά κέρδους αφετέρου, την ύπαρξη μιας σχετικά μικρής αξιοποίησης του κεφαλαίου κατά τη διάρκεια δομικών αλλαγών σε μερικούς τομείς της οικονομίας.


3.14. Πολυεθνικό και υπερεθνικό μονοπώλιο

Μια άλλη διαφοροποίηση που γίνεται σε ό,τι αφορά τα κοντσέρν, είναι αυτή μεταξύ υπερεθνικού και πολυεθνικού κοντσέρν. Το υπερεθνικό κεφάλαιο είναι το βασικό υποκείμενο της εκτεταμένης μεταμόρφωσης η οποία διατρέχει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Κάνουμε λόγο για υπερεθνικό και όχι για πολυεθνικό επειδή αυτή η τελευταία έννοια συγκαλύπτει την ουσία της μεταμόρφωσης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού που λαμβάνει χώρα. Στη βιβλιογραφία παραδοσιακά γινόταν διαχωρισμός μεταξύ υπερεθνικών και πολυεθνικών μονοπωλίων. Με την έννοια υπερεθνικό μονοπώλιο κατανοείται γενικά το μονοπώλιο εκείνο, που σύμφωνα με το κεφάλαιό του είναι εθνικό, ο χώρος δράσης του όμως μέσω της εξαγωγής κεφαλαίου είναι διεθνής. Τυπικά παραδείγματα: General Motors (ΗΠΑ), Siemens (Γερμανία), Toyota (Ιαπωνία). Αντιθέτως, με την έννοια πολυεθνικό μονοπώλιο κατανοείται το μονοπώλιο εκείνο, που τόσο με βάση το κεφάλαιό του όσο και με βάση τη σφαίρα δράσης του, είναι διεθνές. Διαφορετικά ειπωμένο: Το πολυεθνικό μονοπώλιο κατέχεται ταυτόχρονα από μονοπωλιακά κεφάλαια περισσότερων των δυό χωρών και δρα διεθνώς. Τυπικό παράδειγμα: Unilever (Μ. Βρετανία / Ολλανδία). Τα πολυεθνικά μονοπώλια γεννιούνται μέσω ολοκληρωτικής και άμεσης συγχώνευσης των περιουσιακών στοιχείων των εταιριών διαφόρων χωρών, ή μέσω συμφωνιών μεταξύ τους, οι οποίες τούς επιτρέπουν να διατηρήσουν την τυπική τους αυτονομία, ανήκουν όμως σ΄ ένα κοινό κέντρο. Ένας άλλος τρόπος είναι η δημιουργία μονοπωλίων διαφόρων χωρών από εταιρίες που υπάρχουν ανεξάρτητα σαν κονσόρτσιουμ (κοινοπραξία) και αποτελούν ιδιοκτησία των ιδρυτών τους.

Αντιθέτως, οι υπερεθνικές εταιρίες είναι τα μονοπώλια εκείνα, που έχοντας ως αφετηριακή βάση ένα κέντρο σε μια συγκεκριμένη χώρα, επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους σε άλλες χώρες, στις οποίες ιδρύουν εταιρίες ή διευρύνουν τις υπάρχουσες και κλείνουν συμφωνίες με τους τοπικούς κεφαλαιοκράτες για κοινή συμμετοχή, αυξάνοντας μ΄ αυτό τον τρόπο την οικονομική τους εξουσία. Στον σημερινό ιμπεριαλισμό, τα μονοπώλια που κυριαρχούν παγκοσμίως είναι τα υπερεθνικά και όχι τα πολυεθνικά, όπως λαθεμένα προβάλλεται από πολλούς στη χώρα μας.

Δυό βασικά χαρακτηριστικά των διεθνών κοντσέρν, που πρέπει να επισημανθούν, είναι: α) Ο τζίρος των εταιριών των κοντσέρν που προκύπτει από την ιδία παραγωγή αυξάνεται γρηγορότερα από την εξαγωγή της ντόπιας παραγωγής. β) Ο συνολικός τζίρος στην αλλοδαπή (δηλαδή το σύνολο της εξαγωγής από την ντόπια παραγωγή και την παραγωγή των εταιριών στην αλλοδαπή) είναι κατά κανόνα πολύ υψηλότερος απ΄ ό,τι ο τζίρος στην ημεδαπή και έχει μια παραπέρα αυξανόμενη τάση. 

Για να γίνει κατανοητή η ουσία και η θέση την οποία καταλαμβάνουν αυτοί οι καπιταλιστικοί γίγαντες στην παγκόσμια οικονομία, είναι αναγκαία μια σύντομη ιστορική προσέγγιση. Χωρίς αμφιβολία, είναι σωστό να γίνεται διαχωρισμός των πολυεθνικών μονοπωλίων από τα υπερεθνικά στο προτσές της μορφοποίησης και της εδραίωσης του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Παλιότερα, το έθνος ήταν μια σταθερά δομημένη πραγματικότητα, ακόμη κι αν «κλονιζόταν» από πολέμους και οικονομικές κρίσεις. Τα συγκεντροποιημένα κεφάλαια παριστάνονταν σαν εθνικά, υπερεθνικά ή πολυεθνικά και δυνάμει της εξαγωγής κεφαλαίου ήταν όλα με την πραγματική σημασία του όρου διεθνή. Παρά το γεγονός αυτό, οι παραπάνω ορισμοί, οι οποίοι αφορούσαν την εποχή στην οποία το εθνικό μονοπώλιο ήταν η επικρατούσα οικονομική σχέση της παγκόσμιας οικονομίας, έπρεπε να διορθωθούν στη βάση της ιστορικής μορφής κατά την οποία έλαβε χώρα το προτσές της οικονομικής συγκέντρωσης, κυρίως μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Για να κατανοηθεί η σημερινή μορφή στην οποία λαμβάνει χώρα η ανάπτυξη των μονοπωλίων, το ζήτημα δεν είναι απλά ότι πρέπει να καθοριστεί η εθνική ή η πολυεθνική προέλευση του κεφαλαίου με βάση τις συνηθισμένες πολιτικές διαφοροποιήσεις, αλλά πολύ περισσότερο, να διαπιστωθεί το αναμφισβήτητο γεγονός, ότι η επεκτατική δύναμη του μονοπωλίου το οδηγεί στο να υπερβεί τα σύνορα του έθνους, να υποτάξει το Εθνικό στην κίνησή του. Η εκπλήρωση αυτού του στόχου επιβεβαιώνει, ότι η δραστηριότητα αυτών των μονοπωλίων έχει διεθνή χαρακτήρα, όμως ενισχύεται εκ νέου και το Εθνικό. Η βασική τάση του σημερινού ιμπεριαλισμού είναι η καταστροφή, η τροποποίηση και η μεταρρύθμιση όλων εκείνων των ρυθμίσεων, οι οποίες μπαίνουν εμπόδιο στην αναπαραγωγή του.


Η παραπάνω εξέταση που αφορά στα διεθνή μονοπώλια, έγινε απ΄ τη σκοπιά της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας. Είναι όμως αναγκαίο να εξεταστεί εν συντομία το ζήτημα όπως αυτό παρουσιάζεται και από την αστική οικονομία. Αναφερόμαστε εδώ συγκεκριμένα στον ορισμό της UNCTAD (United Nations Conference on Trade Development = Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη) για τα υπερεθνικά μονοπώλια. 

Κάθε έτος η UNCTAD δημοσιεύει στοιχεία (βλ. World Investment Report) που αφορούν στις άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) και σχετίζονται με αυτό τον ορισμό. Σύμφωνα με την UNCTAD, ένα υπερεθνικό κοντσέρν αποτελείται από μια μητρική εταιρία και τις αντίστοιχες θυγατρικές εταιρίες του στην αλλοδαπή. Βασικά, τα στοιχεία της UNCTAD δίνονται σύμφωνα με τα στοιχεία των ξεχωριστών κρατών. Κατά την ταξινόμηση των υπερεθνικών κοντσέρν των ξεχωριστών κρατών, σημαντική είναι η βασική έδρα της μητρικής εταιρίας. Η UNCTAD ορίζει την μητρική εταιρία ως μια εταιρία η οποία ελέγχει τμήματα μιας εταιρίας στην αλλοδαπή. Εδώ λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας, ότι για τον έλεγχο αυτό –ανάλογα με τη μορφή της επιχείρησης- είναι αναγκαία η κατοχή τουλάχιστον 10% των αρχικών μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου ή συγκρίσιμα δικαιώματα ιδιοκτησίας σε επιχειρήσεις εκτός της οικονομίας της χώρας «του».

Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι: Κάθε υπερεθνικό κοντσέρν, σύμφωνα τον ορισμό της UNCTAD, δεν ισοδυναμεί με μονοπώλιο, έτσι όπως αυτό ορίζεται από τη μαρξιστική οικονομία. Διαφορετικά ειπωμένο: Η έννοια «υπερεθνικό κοντσέρν» όπως ορίζεται από την UNCTAD, είναι πιο ευρεία από την έννοια «υπερεθνικό κοντσέρν» (ή γενικότερα «κοντσέρν») όπως την ορίζει ο μαρξισμός. Από τα 82.000 υπερεθνικά κοντσέρν που δίνει για παράδειγμα η UNCTAD για το έτος 2008 (85.000 με νεότερα στοιχεία για το 2012), δεν είναι όλα μονοπώλια, διότι μέχρι σ΄ ένα βαθμό οι προμηθευτές καθώς και πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δρουν σήμερα πλέον υπερεθνικά. 

Επομένως, τα υπερεθνικά κοντσέρν καθορίζουν τη δομή, αναφορικά με το μοίρασμα της παγκόσμιας αγοράς, μόνο στο βαθμό που αφορούν σε μονοπώλια. Τούτο είναι σημαντικό να τονιστεί γιατί μπορούν να προκληθούν, -και έχουν προκληθεί-, συγχύσεις, ακόμη και μεταξύ οικονομολόγων από το χώρο της Αριστεράς. Αν πάρουμε για παράδειγμα μια χώρα με μέσο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών της δυνάμεων όπως η Ελλάδα, κινδυνεύουμε να καταλήξουμε στο ουτοπικό συμπέρασμα ότι είναι χώρα ιμπεριαλιστική, όχι μόνο λόγω του ότι πολλές ελληνικές -μεσαίες κυρίως- επιχειρήσεις, εντάσσονται στα υπερεθνικά κοντσέρν, με βάση τον ορισμό της UNCTAD, αλλά και επειδή κάποιοι συν τοις άλλοις, αθροίζουν εσφαλμένα τα εξαχθέντα κεφάλαια των επιχειρήσεων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο μαρξιστικός ορισμός περί μονοπωλίου, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το μερίδιο της κάθε επιχείρησης ξεχωριστά στην παγκόσμια αγορά, επομένως και η ισχύς της, η οποία δεν είναι μόνο οικονομική. 

Εκτός αυτού, σύμφωνα με τον ορισμό της UNCTAD, ο βαθμός διεθνοποίησης του κεφαλαίου εμφανίζεται πολύ μεγαλύτερος απ΄ ό,τι είναι στη πραγματικότητα.
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

MEW = Marx-Engels Werke [Έργα των Μαρξ-Ένγκελς]

LW = Lenin Werke [Έργα του Λένιν]

1. Σχετικά με τις ιστορικές συνθήκες γέννησης του έργου του Λένιν

[1] MEW, τομ. 20, σ. 617 και τομ. 25, σ. 454 και 506

[2] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, σ.17/18, εκδ. Σύγχρονη Εποχή,
     Αθήνα 2009

[3] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ.9/10

[4] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ.8

[5] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ.9

[6] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ.15

[7] Στη γερμανική γλώσσα τομ. 39

2. Το καπιταλιστικό μονοπώλιο (Γενικά)

[8] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3ος, σ. 156, υποσημείωση 16

[9] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 1ος, σ. 787

[10] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3ος, σ. 551

[11] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ. 3ος, σ. 1000/1001

3. Το βιομηχανικό μονοπώλιο

[12] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 115

[13] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 102

[14] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 20

[15] Β. Ι. Λένιν: Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό»,
       σ. 21, εκδ. Προγκρές 1984

[16] Αναλυτικότερα, βλέπε σ΄ αυτό το ιστολόγιο: Γαβάνας Π.: Μονοπώλια και καπιταλιστική κρίση

[17] MEW, τομ. 20, σ. 617

[18] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 30/31

[19] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 32

[20] MEW, τομ. 37, σ. 490/491

[21] MEW, τομ. 19, σ. 220/221

[22] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός…, σ. 29

[23] Β. Ι. Λένιν: Κράτος και επανάσταση, σ. 39 [σε μορφή pdf]. Ή, στο: LW, τομ. 25, σ. 456

[24] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 1081

[25] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 940

[26] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 225

[27] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 2ος, σ. 105

[28] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 765-999

[29] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 388/389, σ. 1109/1110

[30] Καρλ Μαρξ: Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, τομ. Β΄, σ. 476, εκδ.
       Στοχαστής

[31] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 224

[32] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 247/248

[33] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 397

[34] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 800

[35] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 801

[36] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 801

[37] Καρλ Μαρξ: Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, σ.150, εκδ. Αναγνωστίδη (σ.σ. Στην ελληνική
       μετάφραση υπήρχαν κάποια λάθη, τα οποία διορθώσαμε βάσει του γερμανικού κειμένου, βλ:
      MEW, τομ. 4, σ. 163).

[38] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τομ 3ος, σ. 775

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.