Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Ζητήματα γεωστρατηγικής



Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται στο ζήτημα της «Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης» η οποία προωθήθηκε κυρίως με πρωτοβουλία της Γερμανίας, με βασικό στόχο, κάτω από την ηγεμονία της στην ΕΕ, να επεκταθεί «ειρηνικά», κυρίως ο γερμανικός ιμπεριαλισμός, στη περιοχή της ανατολικής Ευρώπης, της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, της κεντρικής Ασίας και της βόρειας Αφρικής. Βασικό εμπόδιο σ΄ αυτή την επέκταση στέκεται η Ρωσία, ενώ γίνεται ταυτόχρονα προσπάθεια να εμποδιστεί η διείσδυση των ΗΠΑ σ΄ αυτές τις περιοχές. Πρόκειται για μια ιμπεριαλιστική επιθετική πολιτική που απειλεί να κλιμακωθεί σε μια παγκόσμια πυρκαγιά.

του Anton Latzo

Πρώτη διαπίστωση: Η Ανατολική Εταιρική Σχέση είναι ένα συστατική στοιχείο και εργαλείο πολιτικής της επέκτασης προς την Ανατολή του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Με την «επέκταση» του ΝΑΤΟ και της ΕΕ ξεκίνησε μια νέα φάση διάλυσης του εδαφικού status quo στην Ευρώπη το οποίο προέκυψε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο!

Χαρακτηριστική είναι ήδη η ονομασία: Οι διαδικασίες αυτές κατονομάζονται από τους ίδιους τους φορείς ως διεύρυνση και όχι ως ένταξη ισότιμων εταίρων σε μια συμμαχία μεταξύ ίσων! Πρόκειται επομένως για την επέκταση της κυριαρχίας του κεφαλαίου της μιας πλευράς, της ΕΕ, και όχι για την από κοινού δημιουργία μιας «ενωμένης Ευρώπης», όχι για τη δημιουργία μιας ένωσης, αλλά για τη δημιουργία ενός οργανωτικού πλαισίου του κεφαλαίου! Βασικό χαρακτηριστικό είναι η απεριόριστη οικονομική και πολιτική κυριαρχία του μονοπωλίου για την απόκτηση και εξασφάλιση του μονοπωλιακού κέρδους!

Για τον καπιταλισμό σήμερα ισχύει επίσης, ότι: «Οι καπιταλιστές μοιράζουν τον κόσμο όχι από κάποια ιδιαίτερη κακία τους, αλλά γιατί ο βαθμός συγκέντρωσης που επιτεύχθηκε τους αναγκάζει να πάρουν αυτό το δρόμο για να βγάλουν κέρδος. Συγκεκριμένα τον μοιράζουν “ανάλογα με τα κεφάλαιά τους”, “ανάλογα με τη δύναμή τους” –άλλος τρόπος μοιράσματος δεν μπορεί να υπάρχει μέσα στο σύστημα… του καπιταλισμού»[1].

Δεύτερο: Η Ανατολική Εταιρική Σχέση δεν είναι απλά μια κενή προπαγανδιστική φρασεολογία, αλλά κυρίως στρατηγική!

Έχουμε να κάνουμε κυρίως με δυό πεδία δράσης της ΕΕ:

1. Τη διεύρυνση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ με νέα μέλη (πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας των σοσιαλιστικών κρατών της Ευρώπης!).

2. Την Πολιτική Γειτονίας (στην ΕΕ).

Η Πολιτική Γειτονίας (ΕΝΡ) παρουσιάστηκε στις 12 Μαΐου 2004 (σε συνδυασμό με την τότε νέα ένταξη) από την Κομισιόν της ΕΕ σαν έγγραφο στρατηγικής. Στρατηγικός στόχος της Πολιτικής Γειτονίας είναι να καθιερωθεί ένας «δακτύλιος σταθερών, φιλικών χωρών» (Φόρχοφ) γύρω από την ΕΕ. Να εξασφαλιστεί η περιφέρεια! Αυτή θα πρέπει να προσδέσει χώρες που δεν έχουν προοπτική ένταξης στην ΕΕ!

Η Πολιτική Γειτονίας περιλαμβάνει στην ΕΕ την Ουκρανία, τη Λευκορωσία και τη Μολδαβία, στο νότιο Καύκασο την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν και τη Γεωργία και στην περιοχή της Μεσογείου το Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία, τη Λιβύη, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τα αυτόνομα παλαιστινιακά εδάφη, την Ιορδανία, το Λίβανο και τη Συρία.

Στο πλαίσιο της Πολιτικής Γειτονίας ιδρύθηκε το 2008 η Ένωση για τη Μεσόγειο και το 2009 η Ανατολική Εταιρική Σχέση.

Η Ανατολική Εταιρική Σχέση (ΑΕΣ) είναι μέρος της Πολιτικής Γειτονίας. Αυτή αναπτύχθηκε κυρίως με πρωτοβουλία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γερμανίας, προκειμένου να είναι σε θέση να επιδιώξει τους δικούς της στόχους κάτω από τη σημαία της ΕΕ καθώς και των μελών της ΕΕ. «Ο κύριος στόχος της ΑΕΣ βρίσκεται στο να δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την επιτάχυνση της πολιτικής σύνδεσης και της οικονομικής ολοκλήρωσης μεταξύ…» (Δήλωση της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ στις 7.5.2009).

Σε αντίθεση με την Ένωση για τη Μεσόγειο, οι χώρες που περιλαμβάνονται στην ΑΕΣ ισχύουν ως πιθανές υποψήφιες προς ένταξη (2009). Ο πρώην επίτροπος της ΕΕ Γκ. Φερχόιγκεν δήλωσε για αυτό: «Η εμπειρία της διεύρυνσης προς την Ανατολή έχει διδάξει, ότι μια ρεαλιστική προοπτική ένταξης διευκολύνει και επιταχύνει το προτσές μεταρρυθμίσεων».

«Η ΕΕ μ΄ αυτό το σχέδιο στοχεύει στη διάδοση των πολιτικών, νομικών καθώς και των οικονομικών της κανόνων του παιχνιδιού και έτσι στη σταδιακή πρόσδεση της περιοχής» (Έγγραφο θέσεων της DGAP[2]). Συνεργασία σημαίνει επομένως για τους μεγάλους της ΕΕ: Παραίτηση των «εταίρων» της ΕΕ από τις θέσεις τους στην ανατολική Ευρώπη, παραίτηση από την εθνική κυριαρχία αυτών των κρατών.

Η ΑΕΣ οικοδομεί πάνω στη Πολιτική Γειτονίας, πηγαίνει όμως πολύ παραπέρα. Αυτή αποτελεί ένα σχέδιο παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις των συνδεδεμένων με την ΕΕ κρατών ως «εταίρων» και όχι ως εταιρική σχέση για την εσωτερική τους ανάπτυξη και την εθνική και διεθνή ειρήνη. Η ΑΕΣ αντιφάσκει στο σχέδιο της συλλογικής ασφάλειας καθώς και στη λογική και το σκοπό του ΟΑΣΕ! Κατά την ΑΕΣ πρόκειται για μια παραπέρα μέθοδο «ειρηνικής» κατάκτησης αυτών των κρατών. Αποτελεί μια επικαιροποιημένη παραλλαγή της «νέας ανατολικής πολιτικής», μια νέα έκδοση της στρατηγικής περί «αλλαγής μέσω προσέγγισης» κάτω απ΄ τα νέες συνθήκες.

Η κοινοβουλευτική ομάδα της CDU/CSU [Χριστιανοδημοκρατική Ένωση / Χριστιανοκοινωνική Ένωση], δήλωσε απ΄ αφορμή της κυβερνητικής δήλωσης στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ «Ανατολική Εταιρική Σχέση» στις 28/29 Νοεμβρίου του 2013 στο Βίλνιους: «Η εταιρική σχέση είναι προς το ζωτικό συμφέρον της ευρωπαϊκής και της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής». Τίθεται τουλάχιστον το ερώτημα: Μια «εταιρική σχέση» δεν είναι τουλάχιστον ένα ζήτημα [που αφορά] δυό πλευρές;

Αναφέρεται επίσης στη δήλωση της ομάδας της CDU/CSU: «Αυτή (η ΑΕΣ – A. L.) παρέχει μια ευκαιρία να υποστηρίξουμε τους γείτονές μας, στη βάση των κοινών αξιών, στο δρόμο τους προς τις δημοκρατικές και συνταγματικές κοινωνίες. Προωθούμε μεταρρυθμίσεις και παρέχουμε υποστήριξη κατά την πολιτική, οικονομική και κοινωνική αλλαγή». Αποκρύπτεται όμως ότι πρόκειται για «βοήθεια» στην εισαγωγή και εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων!

Το SPD [Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας] συμπαραστέκεται με τη δήλωση, ότι πρόκειται για την «ανάπτυξη που στοχεύει σε δημοκρατικές σταθερές και στην οικονομίας της αγοράς» (Γκέρνοτ Έρλερ).

Στη συνέχεια ήρθαν οι Συμφωνίες Σύνδεσης με την Ουκρανία, τη Μολδαβία και τη Γεωργία! Τα αναμενόμενα αποτελέσματα είναι σήμερα ορατά στα πρώην σοσιαλιστικά κράτη της ανατολικής Ευρώπης! Ένα μέρος από αυτά μπορούν να ειδωθούν στη σημερινή Ουκρανία.

Ως εκ τούτου, η σημερινή κατάσταση στην Ουκρανία και στη περιοχή δεν προέκυψε τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα μιας συνειδητής πολιτικής που διαμορφώθηκε από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτή δεν αποσκοπεί μόνο στις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Στοχεύει επίσης στη διεύρυνση του γεωπολιτικού χώρου προς την Ανατολή υπό τον έλεγχό της (ΕΕ).

Η ΕΕ, που ηγεμονεύεται από την Γερμανία, με την πολιτική της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης, στοχεύει
α) στην ασφάλεια της ανατολικής περιφέρειας της ΕΕ και

β) στη διαμόρφωσή της σαν βάση στη πάλη για την αποδυνάμωση και τη διάλυση της Ρωσίας ως γεωπολιτικό ανταγωνιστή.

Πρόκειται για την ολοκλήρωση της αντεπανάστασης και την εξασφάλισή της κάτω απ΄ την «ευρωπαϊκή σημαία».

Τρίτο: Παράλληλα με την αντιδραστική διαμόρφωση των εσωτερικών σχέσεων στην Ουκρανία τίθενται διαρκώς για τους «Ευρωπαίους» τα ερωτήματα:

1. Που θα πρέπει να βρίσκονται τα ανατολικά σύνορα της ΕΕ;

2. Πως μπορεί να βαθαίνει ο διαχωρισμός ανάμεσα στη Ρωσία και τα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη, που στο παρελθόν ήταν μέλη στο Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοήθειας και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας;

3. Πως μπορεί να καθιερωθεί αυτός ο χώρος σαν «μεγάλος χώρος» και να εξασφαλιστεί σαν περιφέρεια της ΕΕ;

4. Πως μπορεί να εμποδιστεί, ώστε οι ΗΠΑ, να μην είναι σε θέση να ωφεληθούν από αυτές τις περιοχές που συνορεύουν με τη Ρωσία για την επιβολή των δικών τους στόχων εκτοπίζοντας ή ελέγχοντας τις ευρωπαϊκές μεγάλες δυνάμεις του κεφαλαίου;

5. Πως μπορεί να αλλαχτεί, να εμποδιστεί ή να ελεγχθεί μια επάνοδος της Ρωσίας σε μεγάλη δύναμη, η οποία στις νέες συμμαχίες είναι σε θέση να αλλάξει το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων σε βάρος των ΗΠΑ και των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων;

Το πρώτο ερώτημα απαντήθηκε ως εξής από τη γερμανική πολιτική, από τους πολιτικούς τής CDU/CSU Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και Καρλ Λάμερς (στρατηγικό στοχαστή της Ένωσης [CDU]) στις «Σχέσεις για την ευρωπαϊκή πολιτική» τους το 1994:

«Δεν πρέπει να υπάρξει ξανά ένα νέο κενό που να θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα, μια Ενδιάμεση-Ευρώπη. Χωρίς μια τέτοιου είδους παραπέρα εξέλιξη της (δυτικο)ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η Γερμανία θα μπορούσε να προκληθεί ή να μπει στο πειρασμό, για δικούς της [λόγους] εξαναγκασμένης ασφάλειας, να φέρει σε πέρας τη σταθεροποίηση της ανατολικής Ευρώπης από μόνη της και με τον παραδοσιακό τρόπο»(www.cdu/csu.de). Το γερμανικό κεφάλαιο επομένως, αμέσως μετά το 1990, προχώρησε πολύ στοχευμένα και σχεδιασμένα. Ούτε «ωθήθηκε» ούτε «ωθείται»!

Με βάση αυτή την αντίληψη (Konzept) έγινε η επίθεση ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, η διπλωματική αναγνώριση της Κροατίας και της Σλοβενίας από τη Γερμανία. Οι ΗΠΑ προώθησαν την αναζωογόνηση του ΝΑΤΟ και ο καγκελάριος της Γερμανίας από το SPD Σρέντερ, πραγματοποίησε «την αποκήρυξη του Στρατιωτικού ως ταμπού» στη γερμανική εξωτερική πολιτική. Όλα αυτά για να εμποδιστεί ένα «κενό»!

Το ερώτημα, πού θα έπρεπε να βρίσκονται τα ανατολικά σύνορα της ΕΕ, απαντήθηκε εννοιολογικά από το SPD σ΄ ένα υπόμνημα της Κομισιόν για τις Θεμελιώδεις Αξίες στο προεδρείο του SPD στις αρχές του 2003:

Τα συμφέροντα του Βερολίνου βρίσκονται σ΄ έναν «οικονομικά και πολιτικά αποτελεσματικό μεγάλο χώρο»[ΠΓ: ο Χίτλερ παλιότερα τον ονόμαζε «ζωτικό χώρο»], ο οποίος έχει επίσης μια αντίστοιχη «πίσω αυλή», η οποία φτάνει μέχρι την Εγγύς Ανατολή και την κεντρική Ασία. Η Γερμανία έχει ένα «νόμιμο συμφέρον για μια διαρκή και σταθερή συμμετοχή σ΄ έναν οικονομικά και πολιτικά αποτελεσματικό μεγάλο χώρο, ο οποίος είναι συγκρίσιμος με άλλες περιοχές του κόσμου».

Σ΄ αυτό το «μεγάλο χώρο» δεν ανήκουν μόνο τα κράτη της ανατολικής και νότιας Ευρώπης που έγιναν μέλη της ΕΕ το 2004 και το 2007. «Γύρω από τη δυτική και κεντρική Ευρώπη, η οποία καθιερώνεται ως ενσωματωμένη παγκόσμια περιοχή, βρίσκονται σ΄ ένα ημικύκλιο από την Ανατολή προς το Νότο της Ρωσίας, οι πρώην συνδεδεμένες με τη Σοβιετική Ένωση δημοκρατίες Λευκορωσία, Ουκρανία και Μολδαβία, όπως επίσης η Υπερκαυκασία και η κεντρική Ασία, η Τουρκία και οι χώρες της Εγγύς και Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου».

Έτσι περιγράφηκε με ακριβή σαφήνεια ο χώρος και ο στόχος για την προωθούμενη επέκταση του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Είναι καιρός πλέον να γίνει αυτό κατανοητό κυρίως από τις αριστερές και ειρηνόφιλες δυνάμεις και να το εφαρμόσουν στη στρατηγική τους. Στη παρούσα διεθνή κατάσταση η Ουκρανία αποτελεί ένα σημαντικό κόμβο, από τον έλεγχο του οποίου εξαρτάται η παραπέρα επέκταση «μέχρι τα Ουράλια» (Στράους). Η πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου στοχεύει άμεσα ενάντια στην κυριαρχία και την ύπαρξη της ανεξάρτητης και αυτόνομης Ουκρανίας και αποτελεί μια άμεση απειλή για τα συμφέροντα της Ρωσίας.

Ο στόχος της Ο. Δ. Γερμανίας και των σύμμαχων με αυτήν δυνάμεων, βρίσκεται στο να αποσπάσει μακροπρόθεσμα την Ουκρανία από τη ρωσική σφαίρα επιρροής και να την ενσωματώσει στο ηγεμονικό σύστημα του Βερολίνου. Εδώ, στη πολιτική του γερμανικού κεφαλαίου βγαίνει σε καλό, το ότι κατόρθωσε να βγει ενισχυμένο από τη σημερινή κρίση τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά και να επεκτείνει την ηγεμονική θέση του μέσα στην ΕΕ.

Στη πολιτική-του-«μεγάλου χώρου» ανήκει επίσης, ότι το γερμανικό κεφάλαιο στη συμμαχία με τους διεθνείς εταίρους του, δεν επιδρά μόνο στην Ουκρανία, αλλά ενδιαφέρεται επίσης να επηρεάσει την εσωτερική κατάσταση στη Ρωσία, [ώστε] αυτή να μην εμποδίσει τουλάχιστον την επίτευξη των στόχων των ιμπεριαλιστικών μεγάλων δυνάμεων στην Ουκρανία και στις άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.

Οικοδομώντας πάνω στην οικονομική της ισχύ και το τεχνικό προβάδισμά της, η γερμανική μεγαλοαστική τάξη δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη συμμαχία της με τη νεο-αναδυόμενη ρωσική αστική τάξη, με τους «νέους Ρώσους», ώστε 

α) να κατακτήσει θέσεις-κλειδιά στη ρωσική οικονομία,

β) να ανοικοδομήσει την επιρροή και τις πλατφόρμες επιρροής της στους θεσμούς του ρωσικού κράτους,

γ) μέσα από το τοπίο των μέσων ενημέρωσης, των ιδρυμάτων κτλ, να διεισδύσει στη πνευματική ζωή της Ρωσίας μέσω της «δυτικής κουλτούρας» καθώς και

δ) να προωθήσει την «κοινωνία των πολιτών» στοχευμένα στην επιθυμητή κατεύθυνση.

Όλα αυτά είναι στόχοι και απαιτήσεις της ΕΕ, των ΗΠΑ και της Γερμανίας, που αντιφάσκουν στα συμφέροντα της Ρωσίας. Μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω ανάμιξης στις εσωτερικές υποθέσεις της Ρωσίας.

Έτσι όμως η Ρωσία και οι ρεαλιστικοί πολιτικοί της τίθενται μπροστά στην επιλογή: ή θα [πρέπει] να εγκαταλείψουν τα εθνικά της συμφέροντα ή τις αντιιμπεριαλιστικές θέσεις και μια παρόμοια πολιτική και στο ουκρανικό-ζήτημα, όπως επίσης και στην ανάμειξη των ιμπεριαλιστικών κρατών στις υποθέσεις των άλλων πρώην σοβιετικών δημοκρατιών.

Στη περίπτωση που η Ρωσία υπέκυπτε στη πίεση της «Δύσης» και στους όρους της, η Ρωσία θα παύσει να υφίσταται. Η σημερινή πολιτική της Ρωσίας απαντά επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα αντικειμενικά εθνικά, ζωτικά της συμφέροντα, και δεν οφείλεται αποκλειστικά σε υποκειμενικούς παράγοντες! Το πόσο συνεπής είναι αυτή η αντιιμπεριαλιστική πολιτική σε μακροπρόθεσμη βάση, αυτό δεν εξαρτάται μόνο από τον υποκειμενικό παράγοντα, αλλά από τις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις στη Ρωσίας και την ανάπτυξή της.

Στις αρχές αυτού του αιώνα εμφανίστηκε στο προσκήνιο μια περαιτέρω ενίσχυση της θέσης της Ο. Δ. Γερμανίας, η οποία διαμορφώνει τη συνολική στρατηγική της στην εξωτερική πολιτική και η οποία ήταν δραστική και στην Ανατολική Εταιρική Σχέση: «Σαν το μεγαλύτερο και οικονομικά ισχυρότερο κράτος στην Ευρώπη» η Γερμανία πρέπει, έτσι λέγεται στο υπόμνημα του SPD, που ήδη αναφέρθηκε, να υποστηρίζει μια Ευρώπη που να είναι σε θέση να «υπερασπίσει τον εαυτό της από τις εξωτερικές οικονομικές, πολιτικές, και, εάν είναι απαραίτητο, και τις στρατιωτικές πιέσεις». Από το μεγάλο χώρο θα έπρεπε να εκτοπιστούν οι ΗΠΑ. «Η Γερμανία πρέπει να υποστηρίζει, ώστε η Ευρώπη να οικοδομήσει με τους γείτονές της μια ιδιαίτερα εντατική, εποικοδομητική και μόνιμη εταιρική σχέση (Ανατολική Εταιρική Σχέση – A. L.), η οποία δεν θα αφήσει τη λύση των προβλημάτων που αφορούν στην πολιτική της ασφάλειας (σε πρώτη θέση – A. L.) την οικονομία και την πολιτική της ευρωπαϊκής γειτονίας (έμφαση - A. L.) όπως συνέβαινε μέχρι τώρα –κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Το ότι πρέπει να υπολογίζεται με μια διατήρηση αυτής της θέσης και στη πολιτική της ΕΕ, αυτό δείχνει όχι τελευταία, η δήλωση της Φεντερίκα Μογκερίνι, της νέας επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, κατά τη διάρκεια μιας γερμανο-ιταλικής οικονομικής Διάσκεψης τον Μάιο του 2014, στην οποία ανέφερε την Ατζέντα 2010 του Σρέντερ [ως] «μια μεγάλη πηγή έμπνευσης». Δήλωσε: «Χρειαζόμαστε στην εξωτερική πολιτική περισσότερη Ευρώπη –περισσότερη Ευρώπη και απέναντι στις ΗΠΑ» (newsletter@newsletterversand.zeit.de, 2.09.2014).

Συνολικά προέκυψε και αναπτύσσεται μια ολόκληρη δέσμη αντιφάσεων ανάμεσα στα κράτη και ιδιαίτερα ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, οι οποίες ολοένα και περισσότερο γίνονται αποτελεσματικές στη πρακτική πολιτική και στις μεταξύ τους σχέσεις.

Ο κόσμος σήμερα συνταράσσεται από περισσότερες κρίσεις ταυτόχρονα, από ό,τι έχουμε ζήσει εδώ και πολύ καιρό. (Εγγύς Ανατολή, Γάζα, Συρία, Ιράκ, Άπω Ανατολή, Λιβύη, Αφρική, Ουκρανία).

Από ποια αντίληψη καθορίζεται η γερμανική θέση;

Για το γερμανικό ιμπεριαλισμό ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Κλάους Κίνκελ εξήγγειλε ήδη από το 1993, τις «προκλήσεις» της γερμανικής εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής:

«Δυό ζητήματα πρέπει να χειριστούμε παράλληλα με επιτυχία: Στο εσωτερικό πρέπει να γίνουμε ξανά ένας λαός, προς τα έξω πρέπει να φέρουμε σε πέρας κάτι που στο παρελθόν αποτύχαμε δυό φορές: Σε εναρμονισμό με τους γείτονές μας (Ανατολική Εταιρική Σχέση – A. L.), να βρούμε έναν ρόλο που να αντιστοιχεί στις επιθυμίες μας (μεγάλος χώρος; – A. L.) και στο δυναμικό μας (η πιο ισχυρή δύναμη στην Ευρώπη – A. L.). Η επιστροφή στην ομαλότητα (έμφαση – A. L.) στο εσωτερικό όπως και στο εξωτερικό αντιστοιχεί στη βαθιά επιθυμία του πληθυσμού μας από το τέλος του πολέμου. Τώρα είναι επίσης αναγκαίο, αν θέλουμε να παραμείνουμε σεβαστοί στη διεθνή κοινότητα. (…) Οι πολίτες μας έχουν αντιληφθεί ότι η περίοδος της εκτάκτου ανάγκης έχει τελειώσει» (Frankfurter Allgemeine Zeitung, 19 Μαρτίου 1993).

Και ο ΄Εγκον Μπαρ αποσαφηνίζει: «Η γερμανική δύναμη σαν ομαλότητα» (Γερμανικά Συμφέροντα, σ. 18).

Αν παρατηρήσει κανείς την σύντομη σκιαγράφηση του προγράμματος και της πολιτικής που βασίζεται πάνω σ΄ αυτά, τότε προκύπτει το ερώτημα: Την «διπλή αποτυχία» θα την ακολουθήσει μια τρίτη προσπάθεια για [την επιβολή] μιας Νέας Τάξης Πραγμάτων; Ή μήπως βρισκόμαστε ήδη μέσα σ΄ αυτήν;

Αποδεικνύεται:

1. Η αυξανόμενη διαφορά συμφερόντων μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ –μεγάλες δυνάμεις στη περιοχή, που η διαφορά αυτή γίνεται όλο και πιο φανερή μεταξύ τους και στη σχέση τους απέναντι στη Ρωσία. Η διαφορά συμφερόντων εμπεριέχει την τάση, να εξελιχτεί αυτή σε πολιτικό ανταγωνισμό.

2. Οι νέοι συσχετισμοί δυνάμεων μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων τα τελευταία χρόνια δεν αναπτύχθηκαν μόνο πολύ γρήγορα, αλλά, -κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό- αναπτύχθηκαν εξαιρετικά ανισόμετρα.

3. Η πάλη για το ξαναμοίρασμα των αγορών, των πρώτων υλών, των οδών μεταφοράς και κυρίως η πάλη για τις πολιτικές σφαίρες επιρροής, μαίνεται και πάλι ανοιχτά.

4. Δεν πρόκειται απλά για θεωρία και σχέδιο. Η πάλη αυτή έχει γίνει πρακτική πολιτική και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ημερήσια διάταξη της διεθνούς πολιτικής. Δεν βρίσκονται σήμερα πλέον στο επίκεντρο των διεθνών σχέσεων η ειρήνη, η ασφάλεια και η ειρηνική διεθνής συνεργασία.

Δεν πρόκειται για έναν δεύτερο «ψυχρό πόλεμο». Η έννοια του «ψυχρού πολέμου» στόχο έχει την πραγματική κατάσταση, τις αιτίες αυτής της κατάστασης και τις κύριες δυνάμεις (κινητήριες δυνάμεις) να τις σκεπάσει με μια αδιαφανή ομίχλη. [Αλλά] πρόκειται για μια νέα, για μια «τρίτη» προσπάθεια [επιβολής] μιας Νέας Τάξης Πραγμάτων, η οποία απειλεί να κλιμακωθεί σε μια απειλητική παγκόσμια πυρκαγιά!

Εδώ ανήκει και η Ανατολική Εταιρική Σχέση, η οποία πρέπει συνεπώς να κατονομαστεί ως επέκταση!

Σημείωση: Το αρχικό κείμενο έχει τον τίτλο: «ΝΑΤΟ και ΕΕ: Ανατολική Εταιρική Σχέση ή επέκταση προς την Ανατολή;»

Πηγή: Ιστοσελίδα του Γερμανικού ΚΚ, 21/09/2014

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] W. I. Lenin, Werke, Bd. 22, S. 257 (ελλ: Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, σ. 88, εκδ. Σύγχρονη Εποχή 2009)

[2] DGAP = Deutsche Gesellschaft für Auswärtige Politik (Γερμανική Εταιρία για την Εξωτερική Πολιτική). Πρόκειται για ένα δίκτυο και think tank που ασχολείται με την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας, διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό το σχηματισμό άποψης της κοινής γνώμης, κυρίως σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, με καθαρά αντιδραστική κατεύθυνση. Χρηματοδοτείται μεταξύ των άλλων από το υπουργείο Εξωτερικών, τη Γερμανική Τράπεζα και τη μετοχική εταιρία Airbus Group. Πρόεδρός της από το 2005 είναι ο μεγαλοβιομήχανος και αντιπρόεδρος του Συνδέσμου της Γερμανικής Βιομηχανίας, καθώς και μέλος της CDU, Arend Oetker (ΣτΜ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.