Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Σοσιαλισμός και κράτος (Θέσεις)



του Robert Steigerwald

1. Επειδή το καπιταλιστικό προτσές αναπαραγωγής αναπαράγει διαρκώς την κεφαλαιακή σχέση, δηλαδή δε μπορεί να υπάρξει ένα τέλος του καπιταλισμού από τα εσωκαπιταλιστικά προτσές, επειδή ο καπιταλισμός δεν θα εξελιχτεί αυτόματα σε σοσιαλισμό ούτε θα καταρρεύσει, ο μοναδικός δρόμος που μένει είναι η επανάσταση, όμως μ΄ αυτό δε λέγεται τίποτα για τον τρόπο [που θα λάβει χώρα] αυτή η επανάσταση. Όποιος εγκαταλείπει αυτή τη θέση μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από μαρξιστής. 

Στα κλασικά σχέδια της θεωρίας έχει επεξεργαστεί, ότι η επανάσταση αυτή πρέπει να οδηγήσει στην αντικατάσταση του καπιταλιστικού κράτους –αυτή τη δικτατορία της αστικής τάξης- με το σοσιαλιστικό κράτος –τη δικτατορία του προλεταριάτου. Στο ζήτημα αυτό υπάρχουν θεωρητικές θέσεις και μια εμπειρία δεκαετιών. Και τα δυό πρέπει να συμπεριληφθούν στη συζήτησή μας, αν θέλουμε να αποφύγουμε το σφάλμα του δογματισμού ή του πραγματισμού.

Υπό εξέταση βρίσκονται επομένως τα θεωρητικά περιεχόμενα των κλασικών του μαρξισμού για τη δικτατορία του προλεταριάτου και η εβδομηκονταετής πείρα της πάλης για το σοσιαλισμό.

Στα ζητήματα αυτά υπήρξαν ήδη εισηγήσεις στους τρεις «Διαλόγους του Λεβερκούζεν»[1], τα υλικά όμως αυτά μέχρι σήμερα δεν έχουν πραγματικά αξιολογηθεί[2].

Η μαρξιστική θεωρία για το κράτος ξεκινά απ΄ το ότι στη ταξική κοινωνία μια τάξη ασκεί την εξουσία για να εξασφαλίσει την ιδιοκτησία της. Στα γνωστά έργα του Μαρξ για την Παρισινή Κομμούνα αφέθηκε στην άκρη το ζήτημα της ιδιοκτησίας επειδή στους προσανατολισμούς του «Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος» στο ζήτημα αυτό δε μπορούσε να γίνει καμιά διόρθωση. Αυτό προϋποθέτει –από τον Μαρξ η Κομμούνα εκτιμήθηκε σαν η πρώτη δικτατορία του προλεταριάτου-, ότι σαν κράτος, αυτό παριστάνει μια μεταβατική βαθμίδα στη πορεία για την κατάργηση των τάξεων, της ταξικής πάλης και του κράτους. Τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά αυτής της ενδιάμεσης βαθμίδας είναι: Εξάλειψη της γραφειοκρατίας και του μόνιμου στρατού, τη θέση του οποίου παίρνει ο ένοπλος λαός. Κατάργηση όλων των προνομίων των βουλευτών και των διοικητικών υπαλλήλων, οι μισθοί των οποίων πρέπει να βρίσκονται στο επίπεδο των μισθών των εργατών. Εκλογιμότητα και ανά πάσα στιγμή ανακλητότητα των βουλευτών από τους εκλογείς τους. Αντικατάσταση του κοινοβουλευτικού συστήματος από την Κομμούνα σαν ένα σώμα που αποφασίζει, ελέγχει και εργάζεται, δηλαδή άρση της διάκρισης των τριών εξουσιών.

2. Η Παρισινή Κομμούνα, από την ανάλυση της οποίας ξεκινά η αντίληψη του Μαρξ για το κράτος, προέκυψε κάτω από εξαιρετικές συνθήκες. Και η Οκτωβριανή επανάσταση έλαβε επίσης χώρα κάτω από πολύ εξαιρετικές συνθήκες. Ήταν αρχικά πεποίθηση του Λένιν, ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα κράτος τύπου Παρισινής Κομμούνας. Αυτό πρέπει [κατά τον Λένιν] να βασίζεται πάνω στην άμεση βία των ένοπλων και οργανωμένων εργατών. Η αστυνομία, ο στρατός, η υπαλληλοκρατία, πρέπει να καταργηθούν. Όλοι οι υπάλληλοι πρέπει να εκλέγονται και να μπορούν να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή. Η πληρωμή τους πρέπει να ακολουθεί αντίστοιχα το μέσο όρο ενός καλού εργατικού μισθού. Παραπέρα, [κατά τον Λένιν πάντα] πρόκειται για την εθνικοποίηση της γης, τη συγχώνευση των τραπεζών σε μια εθνική τράπεζα, τον έλεγχο της συνολικής παραγωγής. Ο Λένιν το σχέδιο [Konzeption] αυτό το ανάπτυξε συστηματικά στο βιβλίο του «Κράτος και επανάσταση».

Η πραγματική Ιστορία ανάγκασε τον Λένιν να κάνει διορθώσεις σ΄ αυτό το σχέδιο[3]. Μερικές από αυτές τις διορθώσεις μπορούν να κατανοηθούν, εκτός από την πραγματική Ιστορία, επίσης και με την προσφυγή στη Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, που γράφηκε από τον Μαρξ το 1875. Θέσεις αυτής της κριτικής, του έτους 1875, αφήνουν να φανεί μια σχετική απόσταση από τις αναλύσεις τού 1871. Ήδη, αυτό δείχνει η διάκριση [που γίνεται] ανάμεσα στις δυό φάσεις της κομμουνιστικής κοινωνίας. Στη πρώτη, τη σοσιαλιστική φάση, υπάρχουν ακόμη σημάδια της γέννας του καπιταλισμού, οι αντιλήψεις περί δικαίου δεν είναι ακόμη σοσιαλιστικές. Το σύστημα απόδοσης της διανομής, δεδομένης της αναπόφευκτης διάκρισης μεταξύ απλής και σύνθετης, απλής και πολύπλοκης εργασίας, δε συμβαδίζει με τον καθορισμό του μισθού σ΄ ένα σταθερό όριο. Όταν ο Μπουχάριν ζήτησε να τουφεκίζονται οι άνθρωποι που κερδίζουν 4.000 ρούβλια, ο Λένιν απάντησε: Τέτοιου είδους άνθρωποι πρέπει να αναζητηθούν (επειδή χρειάζονται). Αν η αντίληψη του 1871 ήταν σφραγισμένη απ΄ το ότι η Κομμούνα δεν είναι πλέον κράτος με την παλιά έννοια, στη κριτική του Προγράμματος του 1875 γινόταν αποδεκτό, ότι στη πρώτη φάση εξακολουθεί να υφίσταται το αστικό δίκαιο. Αυτό σήμαινε αναγκαστικά την ύπαρξη εργαλείων για τη διατήρηση αυτού του δικαίου. Εκτός αυτού, η ίδια η επανάσταση εξανάγκασε –ας σκεφτεί κανείς τα προβλήματα του εμφυλίου πολέμου και την επέμβαση ως αιτίες- στα ζητήματα της εξουσίας που δεν είχαν προβλεφτεί: Δημιουργία ενός στρατού αντί της πολιτοφυλακής, σιδερένια συγκεντροποίηση και πειθάρχηση όλων των οικονομικών, όλων των κοινωνικών τομέων με όλη την οξύτητα. Αυτό δεν συμβάδιζε με τις ελεύθερες-δημοκρατικές προσδοκίες. «Αποκλίσεις από τις αρχές της Κομμούνας» ήταν αναπότρεπτες.

3. Επιβεβαίωσε η Ιστορία την αντίληψη ότι μετά τη νικηφόρα επανάσταση θα επιτευχθεί η κατάργηση του κράτους; Ότι θα προκύψει ο σχηματισμός ενός κράτους όχι με την πραγματική σημασία; Αυτό δε συνέβηκε σε καμιά από τις σοσιαλιστικές χώρες. Προβλήματα τα οποία σχετίζονται με την επιστημονικο-τεχνική επανάσταση, με τις τεράστιες υλικές και διανοητικές παραγωγικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν από αυτήν, όπως η σχέση οικονομίας και οικολογίας, δε θα μπορούν να ρυθμιστούν και στο μέλλον χωρίς σχετικούς κανόνες και τον έλεγχό τους –και αυτά πρέπει να είναι όργανα και του εξαναγκασμού, ανεξάρτητα απ΄ το αν θα τα ονομάσει κανείς κράτος ή κάτι άλλο.

4. Όλοι μας ξέρουμε ότι στη Σοβιετική Ένωση, και όχι μόνο εκεί, υπήρξαν σοβαρά εγκλήματα. Πρέπει να ασχοληθούμε διεξοδικά για το τι [ήταν αυτό που] έκανε δυνατές τέτοιου είδους ακρότητες, για το ποιες διασφαλίσεις θα μπορούσαν προηγουμένως να είναι δυνατές. Εδώ δε μπορούμε να προσπεράσουμε το ζήτημα του κράτους, το πώς θα μπορούσε να είναι η οικοδόμηση μιας μελλοντικής σοσιαλιστικής κρατικής εξουσίας. Πρόκειται επομένως για σοβαρά διδάγματα από την ιστορία μας.

Είμαι πεπεισμένος ότι μια από τις συνθήκες που έκαναν δυνατά τα εγκλήματα, ήταν η παραίτηση από τη διάκριση των τριών εξουσιών σε μια χώρα, με αναπόφευκτη ιεράρχηση του σοβιετικού συστήματος. Όταν στο σοβιέτ υπάρχει ενότητα των εξουσιών, δηλαδή η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία βρίσκονται στα χέρια της ίδιας συλλογικότητας (στη περίπτωση του Στάλιν μάλιστα βρίσκονταν σε ένα και μόνο άτομο!), τότε η αυτοκρατική[4] κρατική δομή και ο δεσποτισμός γίνονται «κανονικές»! Για να αντιμετωπιστεί αυτό, είναι αναγκαία η αυστηρή τήρηση των σοσιαλιστικών νόμων, η δημιουργία κατάλληλων συστημάτων ελέγχου (ενδεχομένως ένα Συνταγματικό Δικαστήριο το οποίο θα δεσμεύεται από το σοσιαλιστικό Σύνταγμα, από μια διοικητική δικαιοδοσία –έτσι που τα άτομα και οι συλλογικότητες να έχουν το δικαίωμα να μπορούν να ελέγξουν τις νομικές και πολιτικές αποφάσεις). Πρέπει να υπάρχουν εγγυήσεις από πράξεις αυθαιρεσίας, όπως υπήρξαν κατά τις παρεμβάσεις της πολιτικής καθοδήγησης στους τομείς της νομοθεσίας και του δικαίου και κατέστησαν δυνατά τα τρομοκρατικά μέτρα. Αυτό οδηγεί στη διάκριση των εξουσιών, της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής σε ένα σοσιαλιστικό κράτος.

Υποστηρίζεται ότι αυτές είναι προσεγγίσεις στις αστικές αντιλήψεις περί κράτους. Πρώτο, εδώ χρησιμοποιείται το αστικό με τον ίδιο τρόπο, σαν θανατηφόρο επιχείρημα, όπως η λέξη «σταλινισμός» -για να πάρουμε ένα παράδειγμα. Αν κατατάξει κανείς κάτι στο αστικό ή στο σταλινικό, τότε δεν υπάρχει πλέον ανάγκη για περαιτέρω εξέταση. Δεύτερο, η καταστροφή της διάκρισης των εξουσιών στο φασισμό υπηρέτησε ακριβώς την τρομοκράτηση της εργατικής τάξης, επομένως η διάκριση των εξουσιών έχει επίσης τη σημασία της για την εργατική τάξη και στο αστικό κράτος. Τι σημαίνει λοιπόν για το θανατηφόρο-επιχείρημα, ότι αυτό είναι αστικό; Αστικό είναι όταν αξιολογείται σε σχέση με τις συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες, όχι όμως σαν τέτοιο!

5. Στο περίγυρο του DKP [Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα] υπάρχει ανησυχία ότι διολισθαίνει κανείς στον αναθεωρητισμό όταν θεωρεί αναγκαίο το διαχωρισμό των εξουσιών στο σοσιαλιστικό κράτος. Πρώτο, εδώ συχνά συγχέεται η διάκριση των εξουσιών με το μοίρασμα της εξουσίας. Το μοίρασμα(!) της εξουσίας ανάμεσα στις διάφορες τάξεις εμφανίζεται, αν συμβεί γενικά κάτι τέτοιο, μόνο σε πολύ σπάνιες καταστάσεις σύγκρουσης. Είναι φυσιολογικό ότι μια τάξη που βρίσκεται στην εξουσία δεν μοιράζει την εξουσία με μια άλλη τάξη. Όταν μια τάξη βρίσκεται στην αντιπολίτευση και κάνει λόγο παρ΄ όλα αυτά για μοίρασμα της εξουσίας, όπως για παράδειγμα τον 18ο αιώνα στη Γαλλία που η πρώιμη αστική τάξη πίεζε για εξουσία, το έπραξε αυτό επειδή δεν ήταν σε θέση να κατακτήσει για τον εαυτό της όλη την εξουσία. Σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, για παράδειγμα τη περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου και Οκτωβρίου του 1917, στη Ρωσία υπήρχαν δυό διαφορετικές ταξικές εξουσίες, και μέχρι αυτού του σημείου υπήρχε «μοίρασμα» της εξουσίας: Η προσωρινή-επαναστατική κυβέρνηση ήταν αυτή της αστικής τάξης, τα ένοπλα συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών ήταν πυρηνικές μορφές μιας προλεταριακής ταξικής δικτατορίας. Αυτή η αφύσικη κατάσταση τερματίστηκε τον Οκτώβρη.

Διαφορετικό είναι το ζήτημα που σχετίζεται με τη διάκριση των εξουσιών, δηλαδή το διαχωρισμό της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας, μιας και της ίδιας τάξης, που βρίσκεται στην εξουσία. Ο ταξικός χαρακτήρας ενός κράτους, μιας δικτατορίας, προκύπτει, απ΄ το σε ποιον ανήκουν οι αποφασιστικές πηγές ύπαρξης για τη ζωή ενός λαού, τα μέσα παραγωγής, όχι όμως απ΄ το εάν υπάρχει ή όχι σ΄ αυτό διάκριση των εξουσιών. Αυτή είναι ένα εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται για την άσκηση της ταξικής δικτατορίας ή και δεν χρησιμοποιείται. Η σημασία της προκύπτει, αποτελώντας αυτή ένα «ενοχλητικό συνοδευτικό φαινόμενο», απ΄ το εάν [χρησιμοποιείται] από την αστική ή την προλεταριακή ταξική εξουσία, στη βάση της καπιταλιστικής ή της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής. Από μια αστική ταξική δικτατορία με διάκριση εξουσιών, προκύπτει μια αστική δημοκρατία (ανεξάρτητα απ΄ το πόσο καλή ή κακή είναι αυτή). Μια αστική ταξική δικτατορία χωρίς αυτή τη διάκριση των εξουσιών είναι μια αυτοκρατική ή φασιστική δικτατορία. Ο φασισμός και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης διέφεραν σε ό,τι αφορά τη διάκριση των εξουσιών, αλλά και στις δυό περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με ένα αστικό, καπιταλιστικό κράτος, με μια δικτατορία της αστικής τάξης.

Όταν στο σοσιαλιστικό κράτος δεν υπάρχει διάκριση των εξουσιών, αυτό παραμένει παρ΄ όλα αυτά σοσιαλιστικό κράτος, επειδή σ΄ αυτό οι πηγές ύπαρξης του λαού δεν είναι πια καπιταλιστική ιδιοκτησία και ως εκ τούτου το κοινωνικό υπερπροϊόν που έχει αποκτηθεί δεν ιδιοποιείται πλέον ιδιωτικά, αλλά κοινωνικά. Έτσι, ήδη απ΄ την αρχή εκμηδενίζονται δυνατότητες, συνηθισμένες σε κάθε καπιταλιστικό κράτος, ανεξάρτητα απ΄ το αν υπάρχει ή όχι διάκριση εξουσιών, για παράδειγμα, ο λομπισμός με τη διαφθορά του. Ασφαλώς, άλλες μορφές διαφθοράς μπορούν να αποφευχθούν όταν υπάρχει αυστηρός έλεγχος στη παραγωγή, τη διανομή και την κοινωνική πολιτική. Αυτό και μόνο δείχνει τη σημασία του ζητήματος της ιδιοκτησίας στο θέμα της διάκρισης των εξουσιών. Αυτό δεν καθιστά το ζήτημα της διάκρισης των εξουσιών ασήμαντο, επειδή χωρίς αυτήν υπάρχει ο κίνδυνος η λαϊκή ιδιοκτησία να μετατραπεί σε μια καθαρή κρατική ιδιοκτησία –με το ενδεχόμενο οι μάζες να αποξενωθούν από αυτή την ιδιοκτησία. Τις συνέπειες τις έχουμε βιώσει.

6. Στο DKP έχουμε ένα είδος «διάκρισης των εξουσιών». Το Συνέδριο του Κόμματος ή η Κεντρική Επιτροπή είναι η «νομοθετική εξουσία». Το Προεδρείο ή η Γραμματεία είναι η «εκτελεστική εξουσία», και η Κεντρική Επιτροπή Διαιτησίας [Zentrale Schiedskommission] που έχει εκλεγεί από το ίδιο το Συνέδριο (εξοπλισμένη επομένως με κυριαρχία) είναι η «δικαστική εξουσία». Αυτό γίνεται επίσης για να μπαίνει φραγμός σε πιθανές αυθαίρετες αποφάσεις των καθοδηγήσεων του Κόμματος. Και τόσο στο Κόμμα όσο και στο (σοσιαλιστικό) κράτος πρέπει να υπάρχει ένας «κανονισμός», ένα Σύνταγμα ή ένα καταστατικό, στο οποίο οι ενέργειες των ξεχωριστών εξουσιών πρέπει να είναι δεσμευτικές. Αυτό έχει κάποια σχέση με την αστική δημοκρατία μόνο στο βαθμό που η Ιστορία, και αυτή της αστικής κοινωνίας, ήταν αναγκαία, έως ότου σε τέτοιου είδους τομείς, τα δρώντα άτομα κατάλαβαν, ότι τέτοιες θεσμικές εξασφαλίσεις, που έχουν ταξικό χαρακτήρα, είναι απαραίτητες, αν θέλει κανείς να αποφύγει πράγματα τα οποία έμαθαν οι άνθρωποι με το ζόρι σε επώδυνα ιστορικά προτσές.

7. Πρέπει να σημειωθεί ότι σ΄ εμάς, μια νέα προσπάθεια για σοσιαλισμό θα ήταν δυνατή, μόνο αν σ΄ αυτή τη προσπάθεια πάρουν μέρος οι πλατιές μάζες του λαού. Ένα τέτοιο λαϊκό κίνημα δεν θα είναι ομοιογενές απ΄ την κοινωνική, πολιτική και κοσμοθεωρητική σκοπιά. Αυτό όμως θα είχε συνέπειες για την κρατική εξουσία που θα προκύψει από ένα τέτοιο κίνημα. Είναι πιθανές κυβερνήσεις συνασπισμού και πολιτικών-κοινοβουλευτικών παρατάξεων. Αυτό θα ήταν ένας τύπος κράτους λαϊκής δημοκρατίας. Θα ήταν αυτή ταυτόσημη με τον τύπο κράτους της λαϊκής δημοκρατίας που προτάθηκε από τον Ένγκελς στο Σχέδιο Προγράμματος της Ερφούρτης;

Ο Ένγκελς σύγκρινε το τότε κρατικό Σύνταγμα της Γαλλίας, των ΗΠΑ, της Αγγλίας: «Μπορεί να φανταστεί κανείς ότι η παλιά κοινωνία θα μπορούσε να μετεξελιχτεί σε μια νέα, σε χώρες όπου η λαϊκή αντιπροσωπεία έχει συγκεντρώσει πάνω της όλη την εξουσία και όπου μπορεί κανείς συνταγματικά να κάνει ό,τι θέλει μόλις έχει πίσω του την πλειοψηφία του λαού. Στις λαϊκές δημοκρατίες [demokratische Republiken] όπως στη Γαλλία και στην Αμερική, στις μοναρχίες όπως στην Αγγλία, όπου η επικείμενη ανάκληση της δυναστείας συζητείται καθημερινά στον Τύπο και όπου η δυναστεία αυτή είναι αδύναμη απέναντι στη λαϊκή βούληση»[5]. Στα κράτη αυτά επομένως η πολιτική εξουσία, κατά την εκτίμηση του Ένγκελς, ήταν συγκεντρωμένη στη λαϊκή αντιπροσωπεία. «Συγκέντρωση όλης της πολιτικής εξουσίας στα χέρια της λαϊκής αντιπροσωπείας»[6]. Αυτό κάνει το κοινοβούλιο συγκρίσιμο με την Κομμούνα, στα χέρια της οποίας ήταν συγκεντρωμένη όλη η εξουσία. Γι΄ αυτό ο Ένγκελς μπόρεσε να κατανοήσει αυτό τον τύπο κράτους της λαϊκής δημοκρατίας ως την πιθανή μορφή για τη δικτατορία του προλεταριάτου: «… ότι το Κόμμα μας και η εργατική τάξη μπορεί να έρθει στην εξουσία [ΠΓ: εδώ: Herrschaft = κυριαρχία] υπό τη μορφή της λαϊκής δημοκρατίας. Αυτή είναι μάλιστα η ειδική μορφή για τη δικτατορία του προλεταριάτου»[7].

(Παρένθεση): Υποθέτω ότι ο Ένγκελς σήμερα, σε ό,τι αφορά τις λεγόμενες λαϊκές δημοκρατίες, θα ήταν επιφυλακτικός, επειδή στα κοινοβούλιά τους, ασφαλώς δεν ήταν συγκεντρωμένη η πολιτική εξουσία.

Ο τύπος κράτους της λαϊκής δημοκρατίας, το πώς αυτός θα προέκυπτε από ένα ευρύ λαϊκό κίνημα, όπως παρουσιάστηκε πιο πάνω, δε θα ήταν αυτό μια άμεση μετάβαση στο σοσιαλισμό, αλλά ένα είδος ενδιάμεσου σταδίου. Θα μπορούσε μάλλον να συγκριθεί με τις επιδιωκόμενες αντιλήψεις και που αργότερα προέκυψαν ως συνέπεια του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν περί Νέας Δημοκρατίας, Λαϊκής Δημοκρατίας, αντιφασιστικής Δημοκρατίας. Η παραποίηση αυτής της αντίληψης [Konzeption] από την πραγματική πολιτική, πρέπει να διερευνηθεί για το συμφέρον του μελλοντικού κινήματος. Κατά τη γνώμη μου αυτή η παραποίηση προέκυψε απ΄ την προσπάθεια να παραληφθεί αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, διατηρώντας την ονομασία τού κράτους ως Νέα Δημοκρατία κτλ και να οικοδομηθεί ένα σοσιαλιστικό κράτος. Για τα επιπλέον λάθη που έγιναν εδώ θα ήταν αναγκαία μια ειδική έρευνα.

Από τις εξελίξεις που αναφέρθηκαν θα έπρεπε να προκύψουν συμπεράσματα αναφορικά με το χαρακτήρα του Κόμματος, της σχέσης Κόμματος και μαζών, Κόμματος και κράτους, του ρόλου και της σημασίας των συνδικάτων και άλλων κοινωνικών θεσμών.

8. Στην εξέταση του ζητήματος του κράτους, δηλαδή της πολιτικής πλευράς του ζητήματος της εξουσίας, ανήκει επίσης στον ίδιο βαθμό, στο πλαίσιο των εμπειριών που έχουν αποκτηθεί, η διερεύνηση των τομέων της κοινωνίας των πολιτών. Πρόκειται για το ζήτημα, το πώς μπορεί να γίνει ο σοσιαλισμός μια κοινωνία, στη διαμόρφωση της οποίας θα συμβάλλει με όλη της τη δύναμη η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, έτσι που αυτοί οι ίδιοι θα είναι οι πρωτεργάτες, οι διαμορφωτές, και δε θα βιώνουν απλά ως «προστατευόμενα» αντικείμενα τις αποφάσεις και τις ενέργειες των άλλων. Στα δυνατά και ταυτόχρονα στα πολύ αδύνατα σημεία της πρώτης προσπάθειας, για παράδειγμα στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (DDR), ανήκαν, το ότι σημαντικές προσεγγίσεις σ΄ αυτό το πεδίο δεν αναπτύχθηκαν παραπέρα ή τουλάχιστον δεν διατηρήθηκαν με συνέπεια, αλλά παραμελήθηκαν ή αγνοήθηκαν. Τέτοιου είδους θετικές προσεγγίσεις αφορούσαν στις μορφές της άμεσης δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένου των μισο-κρατικών, μισο-δικανικών στοιχείων στη μορφή των επιτροπών εργατών ή πολιτών, οι οποίες πάλευαν τοπικά και περιφερειακά για λύσεις (οι οποίες ανήκουν εκεί, και δεν αποτελούν αποφασιστική αρμοδιότητα της περιφέρειας, της περιοχής, της κυβέρνησης), στη μορφή εργατο-αγροτικών-επιθεωρήσεων ή παρόμοιων μορφών οργάνωσης (κοινωνικού ελέγχου), επιτροπών διαιτησίας ή επιτροπών λύσης συγκρούσεων ή κάπως έτσι (μισο-κρατική επίλυση συγκρούσεων). Ένα σοσιαλιστικό κράτος θα αντέξει μόνο όταν τηρείται αυστηρά τόσο η διάκριση των εξουσιών όσο επίσης και όταν ανανεώνεται διαρκώς η δημοκρατική βάση αυτού του κράτους.

9. Θα κατείχαν τα συμβούλια σ΄ αυτό το σύστημα μια ξεχωριστή θέση; Τα συμβούλια προέκυψαν στη Πετρούπολη αρχικά σαν ταξικά όργανα του προλεταριάτου, το οποίο δεν είχε δικαίωμα ψήφου, δεν διέθετε συνδικάτα, και υπήρχαν συμβούλια για την εκπροσώπηση όλου του προλεταριάτου σ΄ ένα εργοστάσιο, χωρίς να υπάρχει διαφοροποίηση κατά κλάδους και άλλες εργοστασιακές ή παραγωγικές δομές. Τα συμβούλια μέχρι αυτού του σημείου ήταν, αρχικά, υποκατάστατα για τα συνδικάτα και τους εκλογικούς συλλόγους, μόνο αργότερα μετατράπηκαν σε οργανώσεις και φορείς της προλεταριακής εξουσίας. Μπορούν στην επιδιωκόμενη λαϊκή δημοκρατία να ασκήσουν λειτουργία; Σαν πρώτο στάδιο, σαν σύνδεσμος της βάσης των εργαζομένων προς τις κοινωνικές οργανώσεις, όπως το συνδικάτο, τα κόμματα, τον κρατικό μηχανισμό, δηλαδή δημοκρατικό-στη-βάση διορθωτικό [Korrektiv] και αποτελεσματική δομή για την εκπροσώπηση των υλικών συμφερόντων της εργατικής τάξης απέναντι στις/στα αναπόφευκτες/κτα κεντρικά δομημένες/να κοινωνικές/κά κρατικές/κά οργανώσεις και όργανα, σαν ένα δημοκρατικό-στη-βάση αντίβαρο απέναντι στον υπερβολικό συγκεντρωτισμό (π.χ. Κίνα). Παράλληλα και εκτός από αυτά, θα υπήρχαν επίσης και άλλα τέτοιου είδους όργανα της βάσης, για παράδειγμα, πρωτοβουλίες πολιτών, οι οποίες σχηματίζονται σποραδικά και επιδιώκουν ένα συγκεκριμένο στόχο.

10. Η αντίληψη αυτή δε διαφέρει από το σύστημα των συμβουλίων, εφόσον όλη η πολιτική εξουσία είναι συγκεντρωμένη στα χέρια της λαϊκής αντιπροσωπείας. Τα κράτη όμως που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ένγκελς ως παραδείγματα, έχουν όλα, πέρα από τη συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια της λαϊκής αντιπροσωπείας, ένα ξεχωριστό νομικό σύστημα, το οποίο αποκτά μεν το κύρος του από τη λαϊκή αντιπροσωπεία, δεν ταυτίζεται όμως με αυτή. Γι΄ αυτό εκεί, διαφορετικά απ΄ ό,τι κατά την αρχική αντίληψη περί συμβουλίων, η διάκριση των εξουσιών δεν έχει απλά αρθεί. Όταν όμως η διάκριση των εξουσιών έχει αρθεί, όταν τα συμβούλια είναι ταυτόχρονα όργανα που αποφασίζουν και εκτελούν, τότε προκύπτουν προβλήματα, όταν είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένα σύστημα συμβουλίων σε μια μεγαλύτερη περιοχή. Αυτό, χωρίς ιεραρχική δομή δεν είναι δυνατό. Χωρίς διάκριση των εξουσιών υπάρχει ο κίνδυνος (και αυτός εμφανίστηκε!), τα συστήματα που βρίσκονται πιο πάνω, να παρεμβαίνουν σαν ανώτερα στα συμβούλια, και έτσι να υπονομεύεται το σύστημα των συμβουλίων, έτσι που τώρα το κατώτερο συμβούλιο δε μπορεί να αποφασίζει και να υλοποιεί πλέον με τη δική του «αρμοδιότητα». Στην έσχατη περίπτωση υπάρχει εδώ ο κίνδυνος να προκύψει μια αυτοκρατική εξουσία. Η διάκριση των εξουσιών, η εξασφάλιση ενός διαφανούς συστήματος το οποίο θα καθορίζει τόσο τα κρατικά, τα συλλογικά, όσο και τα ατομικά δικαιώματα, και θα εγγυάται την τήρησή τους, το οποίο με τη σειρά του κάνει αναγκαία τη δημιουργία μιας διοικητικής δικαιοδοσίας, είναι τότε απαραίτητες.

Πηγή: Marxistische Blätter, τεύχ. 6, 2007

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

Σημειώσεις

[1] Ο Γερμανός μαρξιστής ιστορικός καθηγητής Δρ. Hans-Joachim Krusch (1935-2004), είχε κάποτε την ιδέα να απευθυνθεί σε κομμουνιστές και οργανώσεις που κατανοούσαν τον εαυτό τους ως μαρξιστές/κομμουνιστές, να κάθονται στο ίδιο τραπέζι και να συζητούν για θέματα θεωρίας. Ο πρώτος «Διάλογος» έλαβε χώρα στη πόλη Λεβερκούζεν –από δω και η ονομασία «Διάλογοι του Λεβερκούζεν»- που διοργανώθηκε από την κομματική Σχολή Καρλ Λήμπκνεχτ του DKP. Ο τέταρτος «Διάλογος» που διοργανώθηκε τον Οκτώβρη του 2012, είχε ως κεντρικά θέματα, ζητήματα που αφορούν στη μεταρρύθμιση και επανάσταση, το επαναστατικό υποκείμενο και το σοσιαλισμό (ΣτΜ).

[2] Leverkusener Dialog, Generalthema: Marxismus und Staat, 15,/ 16. Juli 2006

[3] Βλ. Referat Uwe-Jens Heuers im 3. Leverkusener Dialog zum Thema: Kommunekonzept und die Erfahrungen des Realsozialismus.

[4] Ως «αυτοκρατία» χαρακτηρίζεται στη πολιτική επιστήμη μια μορφή κυριαρχίας, στην οποία ένα ξεχωριστό πρόσωπο ή μια ομάδα προσώπων ασκεί ανεξέλεγκτα την πολιτική εξουσία και δεν υποτάσσεται σε κανένα συνταγματικό περιορισμό (ΣτΜ).

[5] Karl Marx/ Friedrich Engels: Zu den sozialdemokratischen Programmentwürfen von Gotha und Erfurt, Neue Impulse Verlag, Essen 1999, σ. 50.

[6] ό.π., σ. 52

[7] ό.π., σ. 51

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.