Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Η Αξιολόγηση ως αστικό ιδεολόγημα

του Μιχάλη Χονδροκούκη

Όταν ο κύριος Κόυνερ αγαπούσε έναν άνθρωπο:

«Τι κάνετε όταν αγαπάτε έναν άνθρωπο;» ρώτησαν τον κύριο Κόυνερ.

«Του φτιάχνω ένα σκίτσο…» είπε ο κύριος Κόυνερ «…και φροντίζω να του μοιάζει».

«Ποιο; Το σκίτσο;» «Όχι, ο άνθρωπος» είπε ο κύριος Κόυνερ.

(Μπ. Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόυνερ)

Στο άρθρο αυτό η αξιολόγηση αναλύεται ως αστικό ιδεολόγημα με στόχο να αναδειχθεί η βαθιά αντιδραστική ουσία της και να ξεκαθαριστεί ότι οι εργαζόμενοι, όπως πρέπει να αντιτίθενται συνειδητά στην εκμετάλλευσή τους, οφείλουν να είναι ενάντιοι σε κάθε μορφή αξιολόγησης. Όσο κι αν ακούγεται ακραίο, πρέπει να κατανοηθεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει προοδευτική αξιολόγηση. Η αξιολόγηση πηγάζει από τον πυρήνα της αστικής ιδεολογίας και παρά τις όποιες παραλλαγές της, πάντα διατηρεί την αντιδραστική και αντεργατική της ουσία. 

Η αξιολόγηση συνήθως αναλύεται από τη σκοπιά της λειτουργίας της, ως πρακτική, και το βάρος εύλογα πέφτει στην ανάλυση των επιδιώξεων της αστικής εξουσίας μέσω αυτής και στις επιπτώσεις από την εφαρμογή της στις ζωές των εργαζομένων. Επειδή αυτή η πλευρά δεν αποτελεί το αντικείμενο της ανάλυσης που επιχειρούμε εδώ, αλλά ταυτόχρονα είναι σημαντικότατη, περιοριζόμαστε σε μια συνοπτική παρατήρηση για τη λειτουργία της αξιολόγησης ως παρέκβαση και αμέσως μετά προχωρούμε στην ιδεολογική της ανάλυση:

Η αξιολόγηση είναι ένα εργαλείο της αστικής τάξης με το οποίο επιδιώκονται τέσσερεις βασικοί στόχοι: α) η κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων όπως η μονιμότητα, η ανεμπόδιστη μισθολογική ωρίμαση και η συλλογική σύμβαση, β) η καλλιέργεια κλίματος τρομοκρατίας γ) η προώθηση του ατομικισμού και του ανταγωνισμού και συνεπώς ο φραγμός στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης των εργαζομένων και δ) η εσωτερίκευση της ευθύνης για την επιδείνωση της ζωής του από τον ίδιο τον εργαζόμενο ως προσωπικής του αποτυχίας.

Ειδικότερα για το χώρο της εκπαίδευσης, πέρα από τα παραπάνω, η αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και η κατηγοριοποίησή τους σχετίζεται με την περαιτέρω ταξική διαφοροποίησή τους, την ακόλουθη άνιση χρηματοδότηση, τη σταδιακή μερική ή ολική ιδιωτικοποίησή τους και ως συνέπεια των παραπάνω την ακόμη μεγαλύτερη συντηρητικοποίηση της εκπαίδευσης και όξυνση των ταξικών φραγμών.

Λέγοντας αυτά παρενθετικά, ερχόμαστε αμέσως στο θέμα μας...

Η αξιολόγηση ως ιδεολογική έκφραση της κυριαρχίας της ποσότητας επί της ποιότητας στον αστικό τρόπο παραγωγής

Η αξιολόγηση ως ιδεολόγημα εδράζεται στον πυρήνα της αστικής ιδεολογίας, διότι αντανακλά την ουσία της κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας και βασίζεται σε ένα βασικό χαρακτηριστικό του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής: ότι όλα τα αγαθά μετατρέπονται σε εμπορεύματα και συνεπώς η ανταλλακτική τους αξία κυριαρχεί επί της αξίας χρήσης. Η αξία χρήσης, η ποιότητα-ωφελιμότητα ενός οποιουδήποτε εμπορεύματος (είτε πρόκειται για ένα αντικείμενο είτε για την εργατική δύναμη ενός ανθρώπου) ως μη μετρήσιμη παράμετρος παραμερίζεται –διότι είναι αδιάφορη για τον υπολογισμό της ανταλλαγής– και το προσκήνιο καταλαμβάνει η ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος, η ποσότητα του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του. Αυτό συμβαίνει διότι ο κεφαλαιοκράτης επιλέγει το παραγόμενο εμπόρευμα όχι με κριτήριο αν η κοινωνία έχει ανάγκη το συγκεκριμένο αγαθό (ποιότητα), αλλά εάν η παραγωγή του αποφέρει το επιθυμητό κέρδος (ποσότητα). Το κέρδος επίσης δεν εξαρτάται από το τι ανάγκες καλύπτει το παραγόμενο εμπόρευμα (ποιότητα), αλλά από το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, δηλαδή την ποσότητα απλήρωτης εργασίας που σφετερίζεται ο κεφαλαιοκράτης (ποσότητα). Συνεπώς, η ποιότητα υποχωρεί και όλη η προσοχή στρέφεται στην ποσότητα. Η αξιολόγηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν τη διαδικασία, παρά τις όποιες παραπλανητικές αντίθετες διακηρύξεις, καθώς περιλαμβάνει την αντιεπιστημονική ποσοτικοποίηση των δυνάμεων, των ικανοτήτων και των σχέσεων των εργαζομένων, την οποία διαδέχεται η εξίσου αντιεπιστημονική και αυθαίρετη σύγκριση αυτών των «ποσοτικά προσδιορισμένων» εργαζομένων, απαλείφοντας από την εξίσωση κάθε ποιοτικό χαρακτηριστικό και ιδιαιτερότητα στο όνομα των αντικειμενικών κριτηρίων, της ισότητας και του δικαίου. Όμως, αυτή η ισότητα και αυτό το δίκαιο δεν πρέπει να κατανοούνται αφηρημένα και ανιστορικά· πρόκειται για την ισότητα όπως υφίσταται στην κεφαλαιοκρατική εκμεταλλευτική κοινωνία και το δίκαιο σύμφωνα με τα συμφέροντα, τα μέτρα και τα σταθμά της αστικής εξουσίας.

Για να κατανοηθεί η ουσία της αξιολόγησης ως βασικού στοιχείου της αστικής ιδεολογίας, πρέπει να αναλυθούν:

Α) Η λογική των υποστηρικτών της αξιολόγησης

Β) Η λογική της ίδιας της έννοιας της αξιολόγησης στη σχέση της με τα άλλα σχετικά αστικά ιδεολογήματα.

Α) Η λογική των υποστηρικτών της Αξιολόγησης

Όσοι υποστηρίζουν την αξιολόγηση των εργαζομένων, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, δέχονται ως ισχύουσες τις εξής προτάσεις:

i) Οι άνθρωποι, οι δυνάμεις τους, οι ικανότητές τους, αλλά και η δυναμική των σχέσεών τους μπορούν να μετρηθούν-αξιολογηθούν και να εκφραστούν ποσοτικά.

ii) Οι άνθρωποι πρέπει να αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια, διότι αυτό είναι δίκαιο. Εάν αξιολογούνταν με διαφορετικά κριτήρια κατά περίπτωση, αυτό θα θεωρούνταν άνιση μεταχείριση και άδικο.

iii) Υπάρχει ανάγκη ποσοτικής κατηγοριοποίησης και ιεράρχησης των ανθρώπων για τη βελτίωση της κοινωνικής οργάνωσης και παραγωγής.

iv) Οι αξιολογημένοι ως «επαρκείς-άξιοι» έχουν εργασιακά δικαιώματα, ενώ οι «ανεπαρκείς-ανάξιοι» έχουν μειωμένα δικαιώματα ή κανένα.

Οι παραδοχές αυτές, που συνήθως ασυλλόγιστα υιοθετούνται από εργαζόμενους, αναιρούνται εάν εξεταστούν προσεκτικά και εάν θέσει κανείς ως βασικό ζητούμενο την ικανοποίηση των αναγκών του εργαζόμενου λαού, απορρίπτοντας τα ζητούμενα της αστικής τάξης και του κράτους της, δηλαδή τη διασφάλιση του κέρδους δια της εκμετάλλευσης και της υποταγής του λαού.

Ας πάρουμε αυτές τις προτάσεις με τη σειρά:

i) Οι άνθρωποι, οι δυνάμεις τους, οι ικανότητές τους, αλλά και η δυναμική των σχέσεών τους μπορούν να μετρηθούν-αξιολογηθούν και να εκφραστούν ποσοτικά.

Όλες οι ανθρώπινες εργασίες προκειμένου να τελεστούν απαιτούν τη συνδρομή μιας ποικιλίας δυνάμεων και ικανοτήτων του ανθρώπου: μυϊκή δύναμη, επιστημονική ή τεχνική γνώση, παρατηρητικότητα, προσαρμοστικότητα, επινοητικότητα, φαντασία κ.ά. Όταν, μάλιστα, η εργασία τους περιλαμβάνει και την αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους, τότε συρρέουν πέρα από τις επιστημονικές ή δεξιοτεχνικές και άλλες ικανότητες, όπως η αποτελεσματική επικοινωνία, η εναρμόνιση της προσωπικής εργασίας με εκείνη των συνεργαζομένων και πολλά άλλα. Ειδικότερα, π.χ. στην εργασία των εκπαιδευτικών η αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους δεν είναι συμπτωματικό, προαιρετικό ή συγκυριακό στοιχείο, αλλά ουσιαστικό και επειδή πρόκειται για παιδιά, απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες. Συγκεκριμένα, ένας εκπαιδευτικός, πέρα από το αντικείμενο διδασκαλίας του, πρέπει να μπορεί να επικοινωνεί με ανθρώπους πολύ μικρότερους ηλικιακά και με διαφορετικούς κώδικες· να οικοδομεί σχέσεις εμπιστοσύνης τόσο με το κάθε τμήμα ως σύνολο, όσο και προσωπικά με το κάθε ξεχωριστό παιδί, ώστε να κατορθώσει στη συνέχεια να το κινητοποιήσει και να το εμπνεύσει· να μπορεί να εντοπίζει τις κάθε λογής αδυναμίες και να παρεμβαίνει με διάφορους τρόπους που να βοηθούν το παιδί και να φροντίζει για την αρμονική συνύπαρξη των παιδιών ενός τμήματος, βοηθώντας στο ξεπέρασμα μαθητικών προστριβών ή και επιθετικών συμπεριφορών. Γενικά, οι διαφορετικές καταστάσεις εντός των οποίων καλείται ο εκπαιδευτικός να εργαστεί και οι αντίστοιχες ικανότητες που απαιτούνται για τη διδασκαλία και τη συνεργασία σε μια τάξη είναι τόσες, όσες και οι πτυχές της ανθρώπινης προσωπικότητας και συμπεριφοράς. Η ποσοτικοποίηση όλων αυτών των παραμέτρων είναι φύσει αδύνατη. Επομένως, όποιος το ισχυρίζεται είτε δεν αντιλαμβάνεται τη συνθετότητα του προβλήματος είτε, και αυτό συμβαίνει με την κυβέρνηση και τον κάθε εργοδότη, προσποιείται ότι δεν τη βλέπει, γιατί θέλει δια της αξιολόγησης να πετύχει κάτι άλλο (π.χ. εκφοβισμό των εργαζομένων, μειώσεις μισθών και απολύσεις).

ii) Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια, διότι αυτό είναι δίκαιο. Εάν αξιολογούνταν με διαφορετικά κριτήρια κατά περίπτωση, αυτό θα θεωρούνταν άνιση μεταχείριση και άδικο.

Εδώ πρέπει να επισημανθεί μια θεμελιώδης αντίφαση: το δίκαιο ως εφαρμογή του ίσου μέτρου για διαφορετικούς ανθρώπους είναι αναγκαστικά άνισο. Και αυτό διότι, όσον αφορά στην αξιολόγηση, ενώ οι διαφορετικοί άνθρωποι έχουν διαφορετικές δυνάμεις, ιδιότητες, κλίσεις και χαρακτηριστικά, παρόλ’ αυτά αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια, επειδή θεωρούνται τυπικά όμοιοι και ίσοι. Η ομοιότητα των υπό αξιολόγηση ανθρώπων είναι απαραίτητη προϋπόθεση κάθε σύγκρισης, διότι εάν δεν υπάρχει κάποια κοινή ουσία, κάποια ποιοτική ομοιότητα (π.χ. για τους εκπαιδευτικούς η ικανότητα να διδάσκουν, για τους μαθητές η ικανότητα να μαθαίνουν), τότε δεν υπάρχει βάση και δυνατότητα σύγκρισης. Η ισότητα των υπό αξιολόγηση ανθρώπων είναι επίσης απαραίτητη προϋπόθεση. Όμως, δεν εννοείται ως ισότητα ικανοτήτων, αλλά ως δικαίωμα ίσης μεταχείρισης, δηλαδή αξιολόγησης με τα ίδια κριτήρια. Μόνο που η αξιολόγηση με τα ίδια κριτήρια δε σημαίνει ίση, αλλά όμοια μεταχείριση. Άρα, αυτή η ισότητα σημαίνει στην ουσία ίσο δικαίωμα στην όμοια μεταχείριση. Και ενώ είναι αυταπόδεικτο και κοινά παραδεκτό ότι οι άνθρωποι που εκτελούν την ίδια εργασία είναι ταυτόχρονα και διαφορετικοί ως προς πάρα πολλές παραμέτρους της εργασίας αυτής, ωστόσο η σκοπίμως εσφαλμένη και μάλιστα εκβιαστική και ισοπεδωτική μεταχείρισή τους ως ομοίων, θεωρείται παραδόξως τεκμήριο αντικειμενικότητας, ισότητας και δικαίου. Συνοψίζοντας, οι διαφορετικοί άνθρωποι αντιμετωπίζονται από την αξιολόγηση εκβιαστικά ως όμοιοι, που έχουν ίσο δικαίωμα σε μια θνησιγόνο προκρούστεια μεταχείριση.

Όμως, εάν οι άνθρωποι δε θεωρούνταν σε επίπεδο διακήρυξης εκ προοιμίου όμοιοι και ίσοι από το αστικό σύστημα, και θεωρούνταν διαφορετικοί –όπως και πράγματι είναι– τότε η αξιολόγησή τους ως ομοίων θα στερούνταν νομιμοποίησης. Διότι, εάν οι άνθρωποι αναγνωρίζονταν ως διαφορετικοί, τότε η αξιολόγησή τους με τα ίδια κριτήρια θα ήταν προφανές ότι στοχεύει να ευνοήσει κάποιους και να καταδικάσει κάποιους άλλους. Όποιος έχει την εξουσία να επιβάλλει την αξιολόγηση, επιβάλλει και τα κριτήριά του, τα οποία προκαθορίζουν ποιοι θα ευνοηθούν και ποιοι θα καταδικαστούν. Δηλαδή θα γινόταν αντιληπτό από όλους ότι η ουσιαστική λειτουργία της αξιολόγησης είναι ακριβώς η επιβολή μιας κατηγοριοποίησης και ιεράρχησης των εργαζομένων με κριτήρια που περιγράφουν το πρότυπο εργαζομένου που απαιτεί η αστική τάξη· ενός εργαζομένου που ενστερνίζεται την αστική ιδεολογία και είναι πλήρως υποταγμένος στην αστική εξουσία. Πρόκειται για έναν εκβιασμό που δηλώνει ρητά ότι: Όποιος θέλει να επιβιώσει εργασιακά πρέπει, όσο μπορεί πιο πιστά, να προσαρμοστεί στις αστικές απαιτήσεις και να συμμορφωθεί «προς τας υποδείξεις».

iii) Υπάρχει ανάγκη ποσοτικής κατηγοριοποίησης και ιεράρχησης των ανθρώπων για τη βελτίωση της κοινωνικής οργάνωσης και παραγωγής.

Εάν η κοινωνία επιθυμεί να βοηθήσει τον κάθε άνθρωπο που ασκεί μια εργασία να βελτιωθεί ή χρειάζεται να αντιμετωπίσει περιπτώσεις εργαζομένων που είτε «λουφάρουν» φορτώνοντας τη δουλειά σε άλλους είτε προκαλούν εσκεμμένα ζημιά, τότε το ενδιαφέρον της πρέπει να στρέφεται στην ποιοτική διάγνωση των συγκεκριμένων αδυναμιών και προβλημάτων. Η επισήμανση αυτών των συγκεκριμένων ποιοτικών στοιχείων καθορίζει τη συγκεκριμένη προσπάθεια που πρέπει να καταβάλει ο κάθε άνθρωπος και τη συγκεκριμένη βοήθεια ή αντιμετώπιση που πρέπει να έχει από την κοινωνία. Αυτός είναι ο χαρακτήρας και η λειτουργία του κοινωνικού ελέγχου, όταν ο τελικός στόχος είναι να προστατευθεί μια κοινωνική παραγωγή που έχει σχεδιαστεί για να ωφεληθεί η κοινωνία στο σύνολό της. Επομένως, ο κοινωνικός έλεγχος θα μπορεί να έχει αυτό το χαρακτήρα, στο πλαίσιο μιας μεταβατικής σοσιαλιστικής κοινωνίας που στοχεύει στην εξάλειψη της εκμετάλλευσης. Αυτός ο έλεγχος από τους ίδιους τους εργαζόμενους, αλλά και τους αρμόδιους κοινωνικούς φορείς, δε θα σχετίζεται με κάποια αφηρημένη ποσοτικοποίηση ικανοτήτων τύπου αξιολόγησης και το σημαντικότερο, δε θα στοχεύει στην υπεράσπιση και αύξηση του κέρδους κάποιου κεφαλαιοκράτη ή στην υπηρεσία κάποιας αστικής κρατικής πολιτικής. Στη θέση του αφηρημένου υπολογισμού της αξίας ενός εργαζόμενου, θα μπαίνει ο συγκεκριμένος ποιοτικός προσδιορισμός της εργασίας του, από τον οποίο θα προκύπτει το περιεχόμενο της αναγκαίας παρέμβασης.

Άρα, το ερώτημα στο πλαίσιο της σημερινής αστικής κοινωνίας, που είναι ταξική και εκμεταλλευτική, είναι: Ποιος θέλει την αφηρημένη ποσοτικοποίηση και σε τί χρησιμεύει; Και η απάντηση είναι απλή: Όταν ο στόχος της αστικής εξουσίας είναι να διακρίνει τους ανθρώπους σε κατηγορίες, ώστε να αναπαράγει τον αστικό καταμερισμό εργασίας και την κοινωνική ανισότητα, τότε η ποσοτικοποίηση των ανθρώπινων ικανοτήτων είναι απαραίτητη στους αστούς για να κάνουν κοινωνικές διακρίσεις. Όταν η αξιολόγηση (μέσα από οποιαδήποτε παραλλαγή της διαδικασίας και των κριτηρίων) καταλήγει σε μια αφηρημένη περιγραφή της επίδοσης του εργαζόμενου, είτε πρόκειται για αριθμητική βαθμολογία είτε για κάποιο χαρακτηρισμό επάρκειας ή μη, τότε αυτή η αφηρημένη-ποσοτικοποιημένη διάγνωση δε δίνει καμία πληροφορία για τις συγκεκριμένες αδυναμίες ή δυνάμεις του κάθε εργαζόμενου. Αυτή η αφηρημένη διάγνωση είναι μονοσήμαντη και δηλώνει είτε τη θετική είτε την αρνητική επικείμενη μεταχείριση του εργαζόμενου από την εξουσία. Επομένως, πρόκειται ξεκάθαρα για ένα αντεργατικό εργαλείο της αστικής εξουσίας. Ανάγκη για ποσοτική κατηγοριοποίηση και ιεράρχηση των εργαζομένων έχει μόνο η αστική τάξη και το κράτος της.

iv) Οι αξιολογημένοι ως «επαρκείς-άξιοι» έχουν εργασιακά δικαιώματα, ενώ οι «ανεπαρκείς-ανάξιοι» έχουν μειωμένα δικαιώματα ή κανένα.

Για την ανάγκη βοήθειας του κάθε εργαζόμενου που έχει αδυναμίες ή την αντιμετώπιση αντικοινωνικών στάσεων δια ενός ποιοτικού ελέγχου αναφερθήκαμε λίγο παραπάνω. Από εκεί και πέρα, όμως, πάντα θα υπάρχουν ατομικές διαφορές στην απόδοση. Το ζήτημα είναι πώς αντιμετωπίζει αυτές τις διαφορές η κοινωνία. Η αντιμετώπιση της κοινωνίας καθορίζεται από τους στόχους της και επομένως από το χαρακτήρα της. Οι ταξικές κοινωνίες, άρα και η σύγχρονη κεφαλαιοκρατική, χαρακτηρίζονται από την ταξική εκμετάλλευση και καταπίεση. Η αστική τάξη παρασιτεί πάνω στους εργαζόμενους και απαιτεί από αυτούς τη μέγιστη δυνατή απόδοση. Άρα, στην πράξη η όποια διαφορετικότητα των εργαζομένων δε γίνεται σεβαστή από την αστική εξουσία.

Επειδή, όπως είπαμε παραπάνω, το δίκαιο είναι αναγκαία άνισο κατά την ίση-όμοια αντιμετώπιση των διαφορετικών ανθρώπων, δύο ενδεχόμενα υπάρχουν για την εφαρμογή του στις εργασιακές σχέσεις: α) Οι εργαζόμενοι θα αντιμετωπιστούν εκβιαστικά ως όμοιοι και παρά τις διαφορές τους θα αναμένεται-απαιτείται από τον καθένα τους ίση παραγωγικότητα και β) Οι εργαζόμενοι θα αντιμετωπιστούν ως διαφορετικοί και θα αναμένεται από τον καθένα τους η ανάλογη με τις δυνατότητές τους παραγωγικότητα. Στην πρώτη περίπτωση η ανισότητα του δικαίου βαραίνει τις πλάτες των πιο αδύναμων εργαζομένων, διότι ζητείται από αυτούς υψηλότερη απόδοση από αυτήν που μπορούν να πετύχουν. Κατά συνέπεια, αυτοί οι εργαζόμενοι εργάζονται πολύ περισσότερο από τους άλλους, προκειμένου να πετύχουν ένα αποτέλεσμα αντίστοιχο με των άλλων. Εδώ, η άνιση μεταχείριση των εργαζομένων εξυπηρετεί την εξίσωση ή μεγιστοποίηση της τελικής τους απόδοσης, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στις ζωές τους –αυτό είναι το ζητούμενο της αστικής τάξης. Στη δεύτερη περίπτωση η ανισότητα υπάρχει στην τελική απόδοση των εργαζομένων, διότι δεν επιβάλλεται να αποδώσουν όλοι το ίδιο, αλλά ζητείται από τον καθένα να αποδώσει ανάλογα με τις ικανότητές του. Κατά συνέπεια, όλοι οι εργαζόμενοι καταβάλλουν τον ίδιο μόχθο, προκειμένου να συνεισφέρουν ίσο μερίδιο εργασίας στο κοινωνικό σύνολο. Εδώ, η άνιση απόδοση εξυπηρετεί την κοινωνική ισότητα και σέβεται τη διαφορετικότητα των ανθρώπων –αυτό είναι το ζητούμενο των εργαζομένων και όλου του λαού.

Επομένως, το τι θα εξυπηρετήσει το αναγκαία άνισο δίκαιο και εάν η ανισότητά του θα πλήξει τελικά τους εργαζόμενους ή όχι, αυτό εξαρτάται από το χαρακτήρα της κοινωνίας, την κοινωνική τάξη που έχει την εξουσία και τα ταξικά συμφέροντα που ικανοποιεί. Η αστική κοινωνία της εκμετάλλευσης εφαρμόζει το άνισο δίκαιο δια της αξιολόγησης, για να αναπαραγάγει τον καταμερισμό εργασίας της εκμετάλλευσης και της ανισότητας, να επιβάλει πρότυπα υποταγμένων εργαζομένων, να εκβιάσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων και να καλλιεργήσει τον ατομικισμό έναντι της ταξικής συνείδησης.

Όσον αφορά στη λειτουργία του άνισου δικαίου σε μια μη εκμεταλλευτική κοινωνία που υπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες, η κοινωνία αυτή οφείλει να προεκτείνει την εφαρμογή του και λίγο πέρα από τον αυτονόητο σεβασμό των διαφορετικών δυνατοτήτων και ικανοτήτων των ανθρώπων και να το εφαρμόσει για να ικανοποιήσει τις πραγματικές, αλλά ταυτόχρονα και διαφορετικές ανάγκες των εργαζομένων. Π.χ. έστω δύο εργαζόμενοι στην ίδια εργασία με το ίδιο ωράριο στις ίδιες συνθήκες και με την ίδια εμπειρία, αλλά ο ένας χωρίς παιδιά και ο άλλος με δύο· προφανώς οι ανάγκες του δεύτερου είναι πολύ μεγαλύτερες από του πρώτου. Τι θα πρέπει να κάνει αυτός; Να εργαστεί τις διπλές ή τριπλές ώρες για να του δώσουν το διπλό ή τριπλό μισθό που χρειάζεται ή θα έπρεπε αυτός ο εργαζόμενος να αμείβεται ανάλογα με τις ανάγκες του; Στην πρώτη περίπτωση το δίκαιο, δηλαδή το αστικό εργασιακό δίκαιο διατηρεί τη νομιμοποίησή του, αφού εφαρμόζει την ίση μεταχείριση, αλλά ο εργαζόμενος με τα δύο παιδιά χάνει τη ζωή του δουλεύοντας ατελείωτες ώρες ή ζει αυτός και η οικογένειά του πολύ φτωχά. Βεβαίως, συμφέρον για τη διατήρηση της νομιμοποίησης αυτού του δικαίου έχει μόνο η αστική τάξη, διότι το νομιμοποιημένο δίκαιό της νομιμοποιεί και την εκμετάλλευση των εργαζομένων. Στη δεύτερη περίπτωση, το δίκαιο της ανταλλαγής και ο νόμος της αξίας «πλήττονται» ανεπανόρθωτα, διότι δύο διαφορετικοί εργαζόμενοι ανταλλάσσουν την ίδια εργατική δύναμη, αλλά αμείβονται διαφορετικά. Υπάρχει πράγματι άνιση μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων, αλλά ικανοποιούνται οι βασικές τους ανάγκες. Εδώ, συμφέρον από την εφαρμογή αυτού του άνισου δικαίου έχουν όλοι οι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους. Επομένως, εάν η διανομή του παραγόμενου πλούτου γίνεται από την ίδια την εργατική τάξη και δεν τίθεται ζήτημα ατομικής ιδιοκτησίας και κέρδους της παρασιτικής αστικής τάξης, τότε κανείς (εννοείται εργαζόμενος) δε χάνει.

Συμπερασματικά, τόσο οι «επαρκείς-άξιοι» όσο και οι «ανεπαρκείς-ανάξιοι» εργαζόμενοι, όλοι πρέπει να ζήσουν· και το κόστος της ζωής αυτής διαφέρει αντίστοιχα με τις διαφορετικές συνθήκες του κάθε εργαζόμενου: ένας μπορεί να ζει μόνος του, άλλος μπορεί να ζει με δύο παιδιά, άλλος μπορεί να ζει μόνος του αλλά έχει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας και τα φάρμακα κοστίζουν, άλλος πρέπει να συντηρήσει και τους γονείς του πέρα από τα παιδιά του και πάει λέγοντας… Στον καπιταλισμό, όπου δεν μπορούν να ζήσουν αλλιώς, παρά μόνο ανταλλάσσοντας την εργατική τους δύναμη με ένα μισθό, η απάντηση της αστικής εξουσίας είναι επί της ουσίας «κόψτε το λαιμό σας», διότι κάποιος πρέπει να πληρώσει τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, τις πολυτελείς βίλες, τα κότερα και να γεμίσει τους επταψήφιους και άνω τραπεζικούς λογαριασμούς! Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη από μια άλλη κοινωνία, μια κομμουνιστική κοινωνία, που θα γράψει στη σημαία της τα αθάνατα λόγια του Κ. Μαρξ: «Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» (Κριτική του προγράμματος της Γκότα).

Β) Η λογική της έννοιας της Αξιολόγησης και η σχέση με τα άλλα αστικά ιδεολογήματα

Τα βασικά αστικά ιδεολογήματα που σχετίζονται άμεσα και λειτουργούν το ένα ως προϋπόθεση και συνέπεια του άλλου είναι: η ισότητα, οι ίσες ευκαιρίες, ο ανταγωνισμός, η αξιολόγηση και η αξιοκρατία. Αυτά είναι απαραίτητο να αναλυθούν στις μεταξύ τους σχέσεις, διότι αποτελούν οργανικά μέρη της αστικής ιδεολογίας και δημιουργούν μια λογική αλυσίδα.

Αυτή η αλυσίδα των αστικών ιδεολογημάτων, όπως συνήθως εκφράζεται, έχει την εξής μορφή:

«Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Η κοινωνία, όμως, χαρακτηρίζεται από ανισότητα. Πού οφείλεται αυτή η παράδοξη αντίφαση; Οφείλεται στο ότι, ενώ το αστικό σύστημα εξασφαλίζει παντού (εκτός κάποιων συγκυριακών εξαιρέσεων) ίσες ευκαιρίες για όλους τους ανθρώπους δίνοντάς τους τη δυνατότητα να γίνουν ό,τι θέλουν, ωστόσο οι άνθρωποι κάνουν διαφορετικές επιλογές. Οι επιλογές αυτές είναι που καθορίζουν τη διαφορετική κοινωνική θέση στην οποία βρίσκεται ο κάθε άνθρωπος. Συνεπώς, αφού όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες, τότε ο κάθε άνθρωπος με τις επιλογές του έχει και την αποκλειστική ευθύνη για την κοινωνική του θέση. Και επειδή όλοι οι άνθρωποι θέλουν να προοδεύουν, πρέπει οι επιλογές και οι πράξεις τους να αξιολογούνται, ώστε να διακρίνονται οι άξιοι και να επιβραβεύονται, ενώ οι ανάξιοι να λαμβάνουν ό,τι τους αρμόζει (ενδεχομένως και τίποτε). Φυσικά, αυτή η συνθήκη γεννά τον ανταγωνισμό μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ο ανταγωνισμός είναι γόνιμο στοιχείο, διότι ενεργοποιεί την ανθρώπινη βούληση και πράξη. Η ισότητα και οι ίσες ευκαιρίες νομιμοποιούν τον ανταγωνισμό και η αξιολόγηση σταθμίζει και επικυρώνει το αποτέλεσμα του ανταγωνισμού. Έτσι, επιτυγχάνεται η αξιοκρατία, χάρη στην οποία η κοινωνία προοδεύει, διότι καθοδηγείται από τους πιο άξιους και ο καθένας βρίσκεται στην κοινωνική θέση που του αξίζει.»

Αυτό το αστικό παραλήρημα αναπαράγεται συστηματικά τόσο από το εκπαιδευτικό σύστημα όσο και από τα ΜΜΕ, με σκοπό να πετύχει η αστική εξουσία την επικράτηση της ιδεολογίας της στις συνειδήσεις των εργαζομένων. Χρέος των εργαζομένων απέναντι στον εαυτό μας ως τάξη είναι να αποβάλουμε την αστική ιδεολογία από τη συνείδησή μας, δηλαδή να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε με τις έννοιες, τα κριτήρια και τους στόχους των αφεντικών μας και να μη συμπεριφερόμαστε σαν ανδρείκελα. Η πράξη της χειραφέτησης των εργαζομένων δεν έχει ως μόνη προϋπόθεση την ύπαρξη εργατικής τάξης. Η αστική τάξη οργανώνει συνειδητά την κυριαρχία της και την υπεράσπιση των υλικών της συμφερόντων. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και οι εργαζόμενοι για τα δικά μας υλικά συμφέροντα, να γίνουμε μια συνειδητή τάξη.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, να σπάμε κρίκο κρίκο την αλυσίδα των αστικών ιδεολογημάτων σχετικά με την αξιολόγηση:

Η αστική Ισότητα

Ο πρώτος κρίκος που πρέπει να σπάσει είναι η έννοια της αστικής ισότητας. Ένα από τα βασικά συνθήματα της ανερχόμενης αστικής τάξης ήταν ότι: Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Αυτή η περίφημη αστική ισότητα έχει μία φαινομενική-παραπλανητική πλευρά, αλλά και μια πραγματική όψη. Και ενώ η παραπλανητική της όψη γίνεται εύκολα αντιληπτή με μια ματιά στην κοινωνία, η πραγματική της όψη απαιτεί ιδιαίτερη ανάλυση.

Εξετάζοντας την φαινομενική-παραπλανητική όψη της αστικής ισότητας, διαπιστώνεται ότι αυτή η ισότητα αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο αφηρημένα, απαλείφοντας κάθε ιστορικό και κοινωνικό προσδιορισμό και ειδικότερα αναφέρεται στους ανθρώπους ως πολίτες του κράτους· δηλαδή, αναφέρεται στη σφαίρα της πολιτικής και των πολιτικών δικαιωμάτων και όχι στη σφαίρα των σχέσεων παραγωγής. Έτσι, κατά την αστική ιδεολογία, οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στο κράτος και το νόμο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κοινωνία γίνεται αντιληπτή ως άθροισμα ατόμων και όχι ως ένα οργανικό όλο που εντός του αναπτύσσονται επιμέρους συστήματα που γεννούν ιστορικές νομοτέλειες. Οι κοινωνικές τάξεις και η εκμετάλλευση αποκρύπτονται, φτωχοί και πλούσιοι λογαριάζονται ως ίσοι πολίτες. Ίσοι ως προς το νόμο και τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει. Έτσι, ένας βιομήχανος και ένας εργαζόμενος εμφανίζονται ίσοι απέναντι στο νόμο και το κράτος, παρά το γεγονός ότι ο ένας εκμεταλλεύεται τον άλλο με την κάλυψη του νόμου, ότι ο ένας πλουτίζει και ο άλλος είτε απλώς επιβιώνει είτε φτωχαίνει μέχρι εξαθλίωσης ή ακόμη και πεθαίνει, ότι ο ένας κατέχει την κρατική εξουσία δια της χρηματοδότησης και διορισμού δικών του υποχειρίων στον κρατικό μηχανισμό, ενώ ο εργαζόμενος υφίσταται αυτήν τη νόμιμη πια εκμετάλλευση και όταν επιχειρεί να αντισταθεί, το κράτος σπεύδει να τον καταστείλει και να του υπενθυμίσει την πραγματική του κοινωνική θέση, παρά την τυπική απέναντι στο νόμο και το κράτος ισότητα.

Εξετάζοντας την πραγματική όψη της αστικής ισότητας, διαπιστώνεται ότι αυτή η ισότητα αναφέρεται σε δύο σύνολα, δύο κοινωνικές τάξεις, με διαφορετικό τρόπο. Από τη μία, αναφέρεται στην ισότητα των αστών ως ιδιοκτητών μέσων παραγωγής και σχετίζεται με τους κανόνες των μεταξύ τους οικονομικών συνδιαλλαγών και από την άλλη, στην ισότητα των εργαζομένων ως μη ιδιοκτητών μέσων παραγωγής και φορέων εργατικής δύναμης, που η μόνη οικονομική συνδιαλλαγή που μπορούν να έχουν είναι η πώληση του μοναδικού εμπορεύματος που κατέχουν, της εργατικής τους δύναμης. Και ενώ η τυπική ισότητα μεταξύ των αστών αποτελεί τη στοιχειώδη προσπάθεια ρύθμισης του ανταγωνισμού τους η οποία αργά ή γρήγορα παραμερίζεται από τον πραγματικό ρυθμιστή των μεταξύ τους σχέσεων, την υπεροχή σε κεφάλαιο, η τυπική ισότητα μεταξύ των εργαζομένων ως φορέων του εμπορεύματος της εργατικής δύναμης έχει ένα πιο σύνθετο περιεχόμενο και σημαντικότατες συνέπειες.

Κατά την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής όλα τα αγαθά μετατρέπονται σε εμπορεύματα. Έτσι, από την πλευρά του κεφαλαίου και της επιδίωξής του για κέρδος, η αξία χρήσης του κάθε εμπορεύματος δε λαμβάνεται υπόψη και είναι αδιάφορη κατά την ανταλλαγή, ενώ κυριαρχεί η ανταλλακτική του αξία. Η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας που εμπεριέχει. Και επειδή κατά την ανταλλαγή γίνεται αφαίρεση της αξίας χρήσης, δηλαδή του ωφέλιμου χαρακτήρα του προϊόντος, ταυτόχρονα γίνεται και αφαίρεση της συγκεκριμένης ωφέλιμης παραγωγικής εργασίας. Έτσι, η ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας που έχει αντικειμενικοποιηθεί σε αυτό. Η ποιότητα της συγκεκριμένης εργασίας που δαπανήθηκε για την παραγωγή του εμπορεύματος είναι αδιάφορη (εδώ η ποιότητα της εργασίας αναφέρεται στο είδος της εργασίας και όχι στο πόσο καλή είναι), ενώ αυτό που ενδιαφέρει είναι η ποσότητα της αφηρημένης εργασίας που δαπανήθηκε. Διότι δύο εμπορεύματα διαφορετικής ποιότητας και διαφορετικής ποσότητας μπορούν να ανταλλάσσονται, μόνο όταν συγκρίνονται και εξισώνονται ως προς κάτι που έχουν κοινό και στην ίδια ποσότητα, την αφηρημένη ανθρώπινη εργασία. Στον κεφαλαιοκρατικό κόσμο η ποιότητα εξαφανίζεται μπροστά στην ποσότητα και έτσι συγκρίνονται, εξισώνονται και ανταλλάσσονται εμπορεύματα που ως προς την ποιότητά τους είναι ανόμοια. Υπό αυτήν τη συνθήκη, λοιπόν, και καθώς οι εργαζόμενοι εμφανίζονται ελεύθερα και ταυτόχρονα εκβιαστικά στην αγορά εργασίας για να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη (το μοναδικό πράγμα που τους έχουν αφήσει οι αστοί να ανταλλάξουν για να επιβιώσουν), στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο διαφορετικοί και ανόμοιοι ως προς τα διάφορα χαρακτηριστικά τους, αλλά ίσοι και όμοιοι ως άνθρωποι που έχουν τη δύναμη να εργαστούν.

Άρα η μετατροπή όλων των αγαθών σε εμπορεύματα (συμπεριλαμβανομένης και της εργατικής δύναμης) και κατά συνέπεια η κυριαρχία της ανταλλακτικής αξίας επί της αξίας χρήσης, συνεπάγεται και την επισκίαση της συγκεκριμένης εργασίας από την αφηρημένη και κατ’ επέκταση την αντιμετώπιση των εργαζόμενων ανθρώπων, όχι ως συγκεκριμένων και διαφορετικών, αλλά ως αφηρημένων και ομοίων αναφορικά προς τη δυνατότητά τους για εργασία. Μόνο από αυτήν τη σκοπιά, υπό το πρίσμα της δια της αφαίρεσης ομοιότητας, λογαριάζονται οι εργαζόμενοι ως ίσοι στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Αυτή η ισότητα προϋποθέτει την αφαίρεση κάθε συγκεκριμένου χαρακτηριστικού του ανθρώπου και την αντιμετώπισή του μόνο ως δημιουργού αξίας. Άρα, η πραγματική όψη της αστικής ισότητας όσον αφορά στους εργαζομένους είναι ότι είναι ίσα όντα προς εκμετάλλευση και απομύζηση.

Από την Ισότητα στις Ίσες ευκαιρίες

Την εποχή που η αστική τάξη ανερχόταν στην εξουσία, αποτελούσε πράγματι μια επαναστατική τάξη έναντι των έως τότε κυρίαρχων φεουδαρχών. Όμως, τα συνθήματα των αστών για ελευθερία και ισότητα δεν ήταν και τόσο ειλικρινή όσον αφορά στο λαό και στην πράξη στόχευαν στην παραπλάνηση και τον προσεταιρισμό του. Όταν η αστική τάξη πήρε την εξουσία, αμέσως απεκάλυψε τις πραγματικές τις προθέσεις για το λαό και το περιεχόμενο που έδινε στην ελευθερία, την ισότητα και τη δικαιοσύνη με το σκληρότερο δυνατό τρόπο. Σήμερα, που η αστική τάξη εξακολουθεί να είναι η κυρίαρχη τάξη και ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής έχει επικρατήσει παγκόσμια, είναι επόμενο να επανανοηματοδοτεί και να τροποποιεί τα άλλοτε «επαναστατικά» της συνθήματα περί ισότητας. Κάποτε υποσχόταν Ελευθερία και Ισότητα, όμως τώρα που είναι στην εξουσία τα πράγματα άλλαξαν. Η Ελευθερία τους αφορά μόνο στην ελευθερία του κεφαλαίου και η Ισότητά τους μόνο στην ισότητα των εργαζομένων για εκμετάλλευση.

Οι αστοί πρέπει να κάνουν κάτι για να περισώσουν την πειστικότητα του ιδεολογήματός τους περί ισότητας, προκειμένου να πεισθούν οι εργαζόμενοι για το αντίθετο από αυτό βιώνουν καθημερινά, δηλαδή την ανισότητα. Όμως, επειδή δύσκολα παραβλέπει κάποιος την ανισότητα που αποτυπώνεται παντού γύρω μας, οι αστοί επιλέγουν να τη δικαιολογήσουν και να αποδώσουν την ευθύνη αλλού. Και επειδή δε μένει και κανένας άλλος, προσπαθούν να φορτώσουν την ευθύνη για την ανισότητα στους ίδιους τους εργαζόμενους, δηλαδή στους θιγόμενους από αυτήν! Πώς γίνεται αυτό; Πολύ απλά με το ιδεολόγημα των ίσων ευκαιριών. 

Το αστικό σύστημα διατυμπανίζει ότι εγγυάται παντού ίσες ευκαιρίες για όλους τους ανθρώπους και πως όπου παραβιάζονται, αυτό αποτελεί στρέβλωση και μη κανονικότητα που οφείλεται στον ανθρώπινο παράγοντα (δηλαδή σε μη δομικό παράγοντα, αλλά σε κάποια περίπτωση αθέμιτης εύνοιας ή εμπάθειας). Σύμφωνα με αυτό το ιδεολόγημα, η οικονομική και κοινωνική ανισότητα δεν αναιρεί την ισότητα στις ευκαιρίες. Σε όποια κοινωνική τάξη και στρώμα και αν ανήκει κάποιος, οι ίσες ευκαιρίες του εξασφαλίζουν τη δυνατότητα να κάνει ό,τι θέλει στη ζωή του, δηλαδή να βρεθεί σε οποιαδήποτε κοινωνική θέση. Επομένως, υπονοείται (ή δηλώνεται με θράσος) ότι αφού όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες, τότε έχουν και ίσες δυνατότητες. Διότι, εάν παραδέχονταν ότι δεν έχουν ίσες δυνατότητες, τότε οι ευκαιρίες τους δεν μπορεί ποτέ να είναι ίσες. Δηλαδή, προσπαθούν να μας πείσουν ότι π.χ. όλα τα παιδιά που εισάγονται στο τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, έχουν ίσες ευκαιρίες αποφοιτώντας να διοικήσουν μια επιχείρηση. Όμως, στην πράξη, αφού αποφοιτήσουν αυτά τα παιδιά, η πλειοψηφία τους θα εργάζεται για ένα ρημαδομισθό και το κύριο διοικητικό τους έργο θα περιορίζεται στο να βγάζουν φωτοτυπίες και να τις μετακινούν από γραφείο σε γραφείο φορώντας κουστούμια ή απλώς θα είναι άνεργοι· ενώ το παιδί του επιχειρηματία θα μπει με αυτές τις ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες στην επιχείρηση του πατέρα του, ώσπου θα την κληρονομήσει και θα απομυζεί αυτός τους υπαλλήλους του.

Έτσι, καθώς το ιδεολόγημα των ίσων ευκαιριών παίρνει τη θέση του δίπλα στις υπόλοιπες αστικές απάτες, στην πράξη παρουσιάζεται καθημερινά μπροστά μας το θαύμα της αναπαραγωγής των κοινωνικών τάξεων ή αλλιώς, «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του». Μόνο που τα παιδιά των εργαζομένων είναι αναγκασμένα από τον αστικό τρόπο παραγωγής κατά κανόνα και στη συντριπτική τους πλειοψηφία να μην κάθονται στον ίδιο πάγκο με τα παιδιά των κεφαλαιοκρατών.

Όμως, αφού το ιδεολόγημα των ίσων ευκαιριών καταρρέει μπροστά στην κοινωνική πραγματικότητα, ποιο είναι το πλεονέκτημά του σε σχέση με το παλαιό και αναποτελεσματικό ιδεολόγημα της ισότητας; Το πλεονέκτημά του είναι ότι από τη μία αποδέχεται και «νομιμοποιεί» την ύπαρξη της κοινωνικής ανισότητας και από την άλλη αποκρύπτει την αιτία της, διαστρεβλώνοντας το ποιος την προκαλεί και την αναπαράγει. Διότι, εάν πείσουν το λαό ότι όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες και ίσες δυνατότητες, τότε η μόνη λογική συνέπεια είναι ότι ο κάθε άνθρωπος με τις επιλογές του έχει και την αποκλειστική ευθύνη για την κοινωνική του θέση. Έτσι, η αστική πραγματικότητα εμφανίζεται αντεστραμμένη στα μάτια των εργαζομένων και οι αστοί φορτώνουν την ευθύνη για την ανισότητα στα ίδια τα θύματα της εκμετάλλευσης, στους ίδιους τους εργαζόμενους.

Από τις Ίσες ευκαιρίες στον Ανταγωνισμό

Το αστικό ιδεολόγημα των ίσων ευκαιριών είναι αναγκαίο για την ιδεολογική νομιμοποίηση του επιβαλλόμενου ανταγωνισμού μεταξύ των εργαζομένων. Διότι ο ανταγωνισμός μεταξύ άνισων ανθρώπων ή αλλιώς, μεταξύ ανθρώπων που δεν έχουν ίσες ευκαιρίες στη ζωή, είναι άδικος και «στημένος». Πώς θα μπορούσαν να υμνολογούν έναν άδικο ανταγωνισμό; Άρα, προκειμένου ο ανταγωνισμός να απεκδυθεί το μανδύα της αδικίας και της άνισης μεταχείρισης, πρέπει να πειστεί ο λαός ότι όλοι οι ανταγωνιζόμενοι έχουν ίσες ευκαιρίες επιτυχίας.

Όμως, πέραν της διαδικασίας της ιδεολογικής νομιμοποίησής του, πρέπει να εξηγηθεί το πώς και γιατί επιβάλλουν οι αστοί τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των αστών είναι ουσιαστικό στοιχείο του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και αποτελεί βασική και αναπόδραστη διαδικασία του, διότι η επέκταση ενός κεφαλαιοκράτη συνεπάγεται τον περιορισμό κάποιου άλλου· συνεπώς, είτε το θέλει είτε δεν το θέλει, ο αστός βρίσκεται πάντα εντός ενός ανταγωνισμού. Από την άλλη, ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργαζομένων είναι παράγωγο του ανταγωνισμού των αστών και ως τέτοιον πρέπει να τον αντιλαμβανόμαστε, όχι ως φυσική συνθήκη.

Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των αστών για μεγαλύτερο κέρδος και κυριαρχία στην αγορά, οι αστοί προσπαθούν πάντα να μειώνουν το κόστος και να εξασφαλίζουν την υποταγή των εργαζομένων τους. Έτσι, από τη μία μειώνουν τους μισθούς, μειώνουν τα εργατικά χέρια, αυξάνουν την εργάσιμη ημέρα και αυξάνουν την ένταση της εργασίας και από την άλλη, διασπούν την ενότητα των εργαζομένων καλλιεργώντας τον ατομικισμό και υπονομεύοντας την ταξική τους συνείδηση με διάφορους τρόπους: δημιουργούν στρώματα υψηλότερα αμειβόμενων που δένονται σφιχτά στο συμφέρον του εργοδότη και διαχωρίζουν τη θέση και τα συμφέροντά τους υπόλοιπους εργαζόμενους· καταργούν όπου μπορούν τις συλλογικές συμβάσεις και επιβάλλουν ατομικές, κάνοντας τον κάθε εργαζόμενο να διαπραγματεύεται από μειονεκτική θέση· διατηρούν έναν εφεδρικό στρατό ανέργων ως μόνιμη απειλή για τους εργαζόμενους· εναλλάσσουν τη συνθήκη εργασίας και ανεργίας για τον κάθε εργαζόμενο δια της ελαστικής εργασίας και της μερικής απασχόλησης, καλλιεργώντας την ανασφάλεια και τελικά την υποταγή στον όποιο εργοδοτικό εκβιασμό.

Σε αυτήν την κοινωνική πραγματικότητα οι αστοί κατευθύνουν τους εργαζόμενους να παλέψουν για «καλύτερους όρους ζωής», όχι φυσικά ως τάξη ενάντια στη γενεσιουργό συνθήκη της εκμετάλλευσής τους, δηλαδή ενάντια στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα και τους αστούς, αλλά ατομικά για μια ευνοϊκότερη μεταχείριση από τα αφεντικά τους και ανταγωνιζόμενοι ο ένας τον άλλο. Έτσι, μέσα από την ιδεολογική χειραγώγηση της αστικής εκπαίδευσης και συνολικά του αστικού πολιτισμικού πλαισίου, αυτός ο κανιβαλικός ανταγωνισμός μεταξύ των εργαζομένων παρουσιάζεται καθαγιασμένος από τους αστούς σαν κάτι φυσικό και θεμιτό.

Από τον Ανταγωνισμό στην Αξιολόγηση

Σε αυτό το επιβεβλημένο ανταγωνιστικό πλαίσιο για τους εργαζόμενους, το οποίο λειτουργεί ως τέτοιο είτε το συνειδητοποιεί κανείς είτε όχι, έρχεται το αστικό σύστημα να δώσει ένα επιστημονικοφανές άλλοθι στην όλη διαδικασία της αστικής αντεργατικής διαχείρισης. Έτσι, εισάγεται στη ζωή των εργαζομένων η περιβόητη αξιολόγηση. Όπως υποστηρίζουν οι αστοί με τα τσιράκια και τα παπαγαλάκια τους, η αξιολόγηση είναι η δήθεν επιστημονική διαδικασία μέτρησης της εργασιακής απόδοσης και σύγκρισης των ατομικών αποτελεσμάτων, η οποία στην ουσία επενδύει με το μανδύα του ορθολογισμού και του δικαίου όλα τα μέσα του εργοδοτικού ελέγχου και πειθάρχησης. Από τα «δώρα» παραγωγικότητας έως και τις απολύσεις, όλα δικαιολογούνται από την «ακλόνητη» εγκυρότητα της αξιολόγησης.

Οι αστοί σήμερα έχουν ανάγκη το άλλοθι του ορθολογισμού και του δικαίου, διότι τα διάφορα αντεργατικά μέτρα που παίρνουν για να πλουτίσουν φτωχαίνοντας τους εργαζόμενους, γίνονται πια σε μεγάλο βαθμό αντιληπτά ως τέτοια. Μπορεί να μη διστάζουν να καταστείλουν βίαια το εργατικό κίνημα, πράγμα που συχνά κάνουν, αλλά προτιμούν να χειραγωγούν ιδεολογικά τους εργαζόμενους και να τους αδρανοποιούν. Γι’ αυτό επινοούν μια διαδικασία που στοχεύει να πείσει ότι όσα συμβαίνουν είναι λογικά και απαραίτητα και ότι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι έχουν ανάγκη από κάτι τέτοιο, προκειμένου να βελτιωθούν και να ξεχωρίσουν οι «άξιοι» από τους «ανάξιους». Έτσι, ακούγονται φωνές υπέρ της αξιολόγησης και από τα δεξιά και από τα αριστερά, πράγμα που σημαίνει ότι το κομμάτι της αριστεράς που υποστηρίζει την αξιολόγηση λειτουργεί σαν δούρειος ίππος στις συνειδήσεις των εργαζομένων, υπονομεύοντας την ταξική τους χειραφέτηση. Τα επιχειρήματα του τύπου «η αξιολόγηση είναι ένα εργαλείο και η ευεργετική ή καταστρεπτική λειτουργία της εξαρτάται από εκείνον που την κρατάει», ρίχνουν στάχτη στα μάτια και διευκολύνουν την προώθηση της αστικής αντεργατικής πολιτικής. Διότι όποιος ισχυρίζεται ότι διαφωνεί με τον τρόπο αλλά συμφωνεί επί της αρχής στην ανάγκη της αξιολόγησης, συνεπάγεται ότι συμφωνεί και με το σκοπό της. Και ο σκοπός της είναι η κατηγοριοποίηση των εργαζομένων σε υποσύνολα δια της ποσοτικοποίησης της απόδοσής τους, ώστε η κάθε κατηγορία να αποδέχεται τη μεταχείρισή της από την εργοδοσία, όχι ως ταξική εκμεταλλευτική πολιτική, αλλά ως αντικειμενική και φυσική διαδικασία.

Ως προς τον ισχυρισμό του αντικειμενικού χαρακτήρα της αξιολόγησης και της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων της, πρέπει να επισημανθεί ότι η αξιολόγηση, από την ίδια τη διαδικασία που ακολουθεί, το σκοπό που εξυπηρετεί, έως και το ίδιο της το εννοιολογικό πλαίσιο, δείχνει αντίστοιχα: α) τον αντιεπιστημονικό, αυθαίρετο και αντιφατικό χαρακτήρα της, β) την αντεργατική λειτουργία της ως προώθηση των αστικών συμφερόντων και γ) το αστικό της εννοιολογικό περιεχόμενο.

α) Αντιεπιστημονικός, αυθαίρετος και αντιφατικός χαρακτήρας

Η κριτική ανάλυση της αξιολόγησης οφείλει πάντα να επισημαίνει την ενδογενή και θεμελιώδη αντίφασή της:

«Ενώ οι διαφορετικοί άνθρωποι έχουν διαφορετικές δυνάμεις, ιδιότητες, κλίσεις και χαρακτηριστικά, παρόλ’ αυτά αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια, επειδή θεωρούνται τυπικά όμοιοι και ίσοι. Η ομοιότητα των υπό αξιολόγηση εργαζομένων είναι απαραίτητη προϋπόθεση κάθε σύγκρισης, διότι εάν δεν υπάρχει κάποια κοινή ουσία, κάποια ποιοτική ομοιότητα, τότε δεν υπάρχει βάση και δυνατότητα σύγκρισης. Επίσης, απαραίτητη προϋπόθεση είναι και η ισότητα των υπό αξιολόγηση εργαζομένων, όμως αυτή δεν εννοείται ως ισότητα της ποσότητας των ποιοτικά όμοιων ικανοτήτων, αλλά ως δικαίωμα ίσης μεταχείρισης, δηλαδή αξιολόγησης με τα ίδια κριτήρια. Όμως, η αξιολόγηση με τα ίδια κριτήρια δε σημαίνει ίση, αλλά όμοια μεταχείριση. Άρα, αυτή η ισότητα σημαίνει στην ουσία ίσο δικαίωμα στην όμοια μεταχείριση.

Και ενώ είναι αυταπόδεικτο και κοινά παραδεκτό ότι οι άνθρωποι που εκτελούν την ίδια εργασία είναι ταυτόχρονα και διαφορετικοί ως προς πάρα πολλές παραμέτρους της εργασίας αυτής, ωστόσο η σκοπίμως εσφαλμένη, εκβιαστική και ισοπεδωτική μεταχείρισή τους ως ομοίων, θεωρείται τεκμήριο αντικειμενικότητας, ισότητας και δικαίου…» (βλ. κριτική της πρότασης ii στο Α).

β) Αντεργατική λειτουργία ως προώθηση των αστικών συμφερόντων

Το πραγματικό περιεχόμενο της αστικής έννοιας της ισότητας, ως ισότητας των εργαζομένων στην εκμετάλλευση, και ο άνισος χαρακτήρας του δικαίου, ως εφαρμογή του ίσου μέτρου για διαφορετικούς ανθρώπους, καταδεικνύουν ότι:

«Η αξιολόγηση των διαφορετικών ανθρώπων με τα ίδια κριτήρια επιδιώκει να ευνοήσει κάποιους και να καταδικάσει κάποιους άλλους. Όποιος έχει την εξουσία να επιβάλει την αξιολόγηση, επιβάλει και τα κριτήριά του, τα οποία προκαθορίζουν ποιοι θα ευνοηθούν και ποιοι θα καταδικαστούν […] η ουσιαστική λειτουργία της αξιολόγησης είναι ακριβώς η επιβολή μιας κατηγοριοποίησης και ιεράρχησης των εργαζομένων με κριτήρια που περιγράφουν το πρότυπο του εργαζομένου που απαιτεί η αστική τάξη. Όποιος θέλει να επιβιώσει εργασιακά πρέπει, όσο μπορεί πιο πιστά, να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της αστικής τάξης και να συμμορφωθεί «προς τας υποδείξεις»…» (ό.π.).

γ) Αστικό εννοιολογικό περιεχόμενο

Η έννοια «αξιολόγηση» έχει αστικό περιεχόμενο και είναι γέννημα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και της συνεπαγόμενης κυριαρχίας της αξίας των εμπορευμάτων (ανταλλακτική αξία) επί της ωφελιμότητάς τους (αξία χρήσης). Η κυριαρχία της αξίας ως ποσότητας έναντι της ωφελιμότητας ως ποιότητας καθορίζει όλες τις πτυχές της παραγωγικής διαδικασίας και αντανακλάται στις έννοιες και την ιδεολογία της αστικής τάξης. Και επειδή η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης γίνεται και κυρίαρχη ιδεολογία σε μια κοινωνία, οι αστικές έννοιες και ο αστικός τρόπος σκέψης διαμορφώνουν τις ψευδείς πλέον συνειδήσεις των εργαζομένων. Ενώ, λοιπόν, υποτίθεται ότι αντικείμενο της αξιολόγησης είναι η ποιοτική διάγνωση των ικανοτήτων και της απόδοσης του εργαζόμενου, παρόλ’ αυτά η εφαρμογή της στην πράξη, αλλά και η ετυμολογική ανάλυση του όρου προδίδουν το πραγματικό της αντικείμενο: αξιολόγηση = λόγος για την αξία ή υπολογισμός της αξίας· δηλαδή μέτρηση της αξίας του εργαζομένου, υπολογισμός του βαθμού στον οποίο είναι φορέας του εμπορεύματος της εργατικής δύναμης.

Εάν ζητούμενό μας είναι μια κοινωνία που η ατομική ιδιοκτησία, το κέρδος και τελικά η αξία δεν ρυθμίζουν την κοινωνική οργάνωση και τις ζωές των ανθρώπων, τότε οφείλουμε να αποβάλουμε και την αντανάκλαση αυτών των στοιχείων στις έννοιες και τη λογική που μεταχειριζόμαστε. Η διάγνωση των προβλημάτων σε έναν εργασιακό χώρο, το ενδιαφέρον για τον εντοπισμό αδυναμιών ή ελλείψεων, όχι προς όφελος κάποιου ατομικού κέρδους αλλά για το κοινωνικό σύνολο, όλα αυτά εμπίπτουν στον κοινωνικό έλεγχο της παραγωγής και όχι σε κάποια αξιολόγηση. Έλεγχος και όχι κατηγοριοποίηση των ανθρώπων, και μάλιστα εργατικός κοινωνικός έλεγχος με τη συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων και των μελών της κοινωνίας που επηρεάζονται άμεσα από τη συγκεκριμένη εργασία.

Από την Αξιολόγηση στην Αξιοκρατία

Μετά τη διαδικασία της αξιολόγησης εφαρμόζεται ο όποιος σχεδιασμός της εργοδοσίας περί προαγωγών, καθηλώσεων, υποβιβασμών, μισθολογικών μειώσεων και απολύσεων και επιτυγχάνεται η Αξιοκρατία. Έτσι, οι «άξιοι» βρίσκονται στις κατάλληλες θέσεις, οι «ανάξιοι» έχουν πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων και τελικά όλοι βρίσκονται «στη θέση που τους αξίζει». Αυτό που ξεχνούν συνήθως να αναφέρουν οι υποστηρικτές της αξιολόγησης και της αξιοκρατίας είναι ότι υπάρχουν κάποιοι που εξαιρούνται από αυτήν τη διαδικασία κοινωνικής διάκρισης. Και δεν είναι άλλοι από τους κεφαλαιοκράτες, οι οποίοι επιβάλλουν και ελέγχουν την αξιολόγηση, τα κριτήρια και τις συνέπειές της.

Συνεπώς, το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας και ο ισχυρισμός ότι «η κοινωνία προοδεύει», διότι «καθοδηγείται από τους πιο άξιους», υποκρύπτει μια σειρά από απάτες. Πρώτον, η κοινωνία δεν καθοδηγείται από τους «άξιους», αλλά εξουσιάζεται από τη μέχρι στιγμής κυρίαρχη τάξη των αστών. Δεύτερον, η κοινωνία δεν προοδεύει υπό την έννοια της βελτίωσης, αλλά της ιστορικής εξέλιξης. Η εξέλιξη αυτή δεν ταυτίζεται με τη βελτίωση των όρων ζωής των εργαζομένων και του λαού, αλλά αφορά στην ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η έννοια της «προόδου» αποτελεί άλλο ένα ιδεολόγημα, γιατί στη χρήση της από την αστική εξουσία πάντα υπονοείται ότι αφορά στη βελτίωση της κοινωνικής ζωής για όλους. Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει στο πλαίσιο του καπιταλισμού, διότι η αστική και η εργατική τάξη έχουν ανταγωνιστικά συμφέροντα. Για να υπάρχουν πλούσιοι πρέπει να υπάρχουν και φτωχοί. Η αστική κοινωνία είναι μια ταξική κοινωνία και όχι ένα αδιαφοροποίητο ταξικά σύνολο· στηρίζεται στην εκμετάλλευση και το ατομικό κέρδος και όχι στη συλλογικότητα, την αμοιβαιότητα, την ανιδιοτέλεια και την αλληλεγγύη. Επομένως, κάθε κοινωνική εξέλιξη ωφελεί τη μία και ταυτόχρονα βλάπτει την άλλη κοινωνική τάξη. Τι είδους εξέλιξη είναι η κατάργηση του οκταώρου και η μείωση των μισθών; Ποιον ωφελεί; Τους αστούς ή τους εργαζόμενους; Τι είδους κοινωνική πρόοδος πραγματοποιείται όταν η αστική εξουσία καταργεί τις κατακτήσεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων που κερδήθηκαν με αγώνες και αίμα γενεών; Ποιος ωφελείται όταν οι κεφαλαιοκράτες καταπιέζουν και απομυζούν όλο και περισσότερο τους εργαζόμενους;

Η αξιοκρατία δεν έχει καμία σχέση με το μηχανισμό της ιστορικής διαμόρφωσης και εξέλιξης της κοινωνίας. Η όποια ιστορική κίνηση και κοινωνική εξέλιξη καθορίζεται από την πάλη των τάξεων στην εκάστοτε συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη. Η διάκριση των εργαζομένων δια της αξιολόγησης σε «άξιους» και «ανάξιους» και η αμοιβή των πρώτων και η τιμωρία των δεύτερων στο όνομα της αξιοκρατίας, σχετίζεται αποκλειστικά με τη διαχείριση και τον έλεγχο των εργαζομένων από την αστική τάξη. Η αξιοκρατία είναι το ιδεολόγημα που αντανακλά πιο χαρακτηριστικά την περιφρόνηση των αστών για τις ανάγκες των εργαζομένων και την αντιμετώπισή τους αποκλειστικά ως δημιουργών αξίας, ως όντων προς εκμετάλλευση και απομύζηση.

Έτσι, από την Ισότητα των εργαζομένων στην εκμετάλλευση, τις Ίσες ευκαιρίες που δικαιολογούν την κοινωνική ανισότητα και καθαγιάζουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων, τον Ανταγωνισμό που καλλιεργεί τον ατομικισμό και υπονομεύει την ταξική συνείδηση και την ταξική πάλη, την Αξιολόγηση που ρυθμίζει και ελέγχει τα αποτελέσματα του ανταγωνισμού προωθώντας το πρότυπο του υποταγμένου εργαζόμενου, έως και την Αξιοκρατία που πετά τις ζωτικές ανάγκες των εργαζομένων στα σκουπίδια, γίνεται σαφές ότι αυτά τα αστικά ιδεολογήματα:

α) βασίζονται σε μια κοινή και ανομολόγητη αστική παραδοχή η οποία τα διαπερνά σαν ένα αόρατο νήμα: ο εργαζόμενος είναι αποκλειστικά ένα ον προς εκμετάλλευση.

β) συγκροτούν μια ιδεολογική αλυσίδα με την οποία η αστική τάξη έχει στόχο να δέσει τους εργαζόμενους, το νου και τα χέρια τους, τη συνείδηση και την πράξη τους, και να τους κρατήσει υποταγμένους στην κεφαλαιοκρατική εκμετάλλευση.
____________

Αυτή η ανάλυση δεν έχει στόχο απλώς να αναδείξει την αστική ουσία της αξιολόγησης και τον αντιδραστικό και αντεργατικό της χαρακτήρα, δηλαδή να αποκαλυφθεί η αστική απάτη στις συνειδήσεις των εργαζομένων, ώστε να υφιστάμεθα την αξιολόγηση χωρίς αυταπάτες. Στόχος μας είναι η συμβολή στον ιδεολογικό εξοπλισμό των εργαζομένων, προκειμένου να αντικρούσουμε την επίθεση της αξιολόγησης όσο καλύτερα μπορούμε, με όποια μέσα διαθέτει ο καθένας, ανάλογα κάθε φορά με τις συνθήκες που επικρατούν στον κάθε εργασιακό χώρο. Η κριτική δε γίνεται για να παραμένουμε υποδουλωμένοι χωρίς αυταπάτες. Η κριτική στοχεύει να μας εφοδιάσει με όπλα για να αγωνιστούμε ενάντια στην αστική καταπίεση. Η κριτική των αστικών ιδεολογημάτων ως μιας ιδεολογικής αλυσίδας δε γίνεται για να βλέπουμε απλώς την αλυσίδα ως τέτοια, αλλά για να τη σπάσουμε. Όπως γράφει ο Μαρξ χαρακτηριστικά: «Η κριτική απογύμνωσε τις αλυσίδες από τα φανταστικά λουλούδια που τις σκέπαζαν, όχι για να κουβαλά ο άνθρωπος τις αλυσίδες χωρίς φαντασία, απελπισμένα, αλλά για να πετάξει τις αλυσίδες και να περισυλλέξει το ζωντανό ανθό.» (Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου)

Πρέπει να είναι σαφές σε κάθε εργαζόμενο ότι η αξιολόγηση είναι άλλο ένα καμουφλαρισμένο επιθετικό όπλο της αστικής τάξης και του κράτους της, το οποίο πρέπει να εξουδετερωθεί. Όσοι μιλούν υπέρ μιας δήθεν προοδευτικής αξιολόγησης, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, μιλούν για λογαριασμό της αστικής τάξης.

Και για άλλη μια φορά η απάντηση των εργαζομένων σε όλα τα ιδεολογήματα της αστικής τάξης που δικαιολογούν την ταξική εκμετάλλευση:

 «Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του,
στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του»

                                                                                      Καρλ Μαρξ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.