Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Ο Ένγκελς και η διαλεκτική της φύσης



της Nina Hager

Ασφαλώς, ο Ένγκελς με τις φυσικο-επιστημονικές του μελέτες συμμετείχε στο αντιφατικό προτσές της γνώσης του 19ου αιώνα και πάνω σ΄ αυτό είναι απαραίτητο να αξιολογηθούν και σήμερα πολλά από τα λεγόμενά του. Όμως οι έρευνες του Ένγκελς και οι φιλοσοφικοί, θεωρητικοί και μεθοδολογικοί συλλογισμοί που προέκυψαν από δω, έπαιξαν έναν ουσιαστικό ρόλο στην ιστορία της μαρξιστικής σκέψης και στην ανάπτυξη της διαλεκτικής-υλιστικής κοσμοαντίληψής μας.

Μέχρι σήμερα σημαντικές συζητήσεις για τον επιστημονικό χαρακτήρα της κοσμοαντίληψής μας και για φιλοσοφικά βασικά ζητήματα συνδέονται με τους συλλογισμούς αυτούς. Εδώ περιλαμβάνεται αναγκαστικά και η διαλεκτική της φύσης. Δεν είναι επίσης ξεπερασμένη και η μέθοδος της ανάλυσής του, η απαίτηση για κριτική επιχειρηματολογική αντιπαράθεση με τις μονομερείς και δογματικές αντιλήψεις και οι υποδείξεις για τον ευρετικό, γνωστικό-υποστηρητικό ρόλο της φυσικο-επιστημονικής σκέψης στις κοινωνικές αναλύσεις.

Ωστόσο, τα φιλοσοφικά προβλήματα των φυσικών επιστημών παίζουν σήμερα στους μη επιστημονικούς κύκλους, δυστυχώς και στην μαρξιστική Αριστερά –σε αντίθεση με όλη την παράδοση του εργατικού κινήματος-, έναν πολύ μικρό ρόλο. Αυτό είναι εμφανές σε πολλές συζητήσεις.

Η διαλεκτική συνολικά, σαν θεωρία και μέθοδος κατανόησης και αλλαγής του κόσμου, τίθεται στο παρασκήνιο. Πολλές γνώσεις μαρξιστριών και μαρξιστών φιλοσόφων με δεκαετίες γόνιμης έρευνας, που βρίσκονται στην παράδοση του Ένγκελς, όπως εκείνες που αφορούν στην προβληματική περί νόμου, στη διαλεκτική-υλιστική θεωρία της εξέλιξης και άλλα, καταλήγουν να ξεχαστούν.

Στη συνέχεια θα περιοριστώ σε μερικές σκέψεις που αφορούν στην κοινωνικο-ιστορική καθώς και στην επιστημονικο-ιστορική αφετηρία των θέσεων του Ένγκελς και σε παρατηρήσεις που αφορούν στην επίκαιρη σημασία των έργων του.

Βιομηχανική επανάσταση και επανάσταση στη σκέψη

Η βιομηχανική επανάσταση επηρέασε και έκανε δυνατές τις κοινωνικές αλλαγές στα τέλη του 18ου και του 19ου αιώνα. Έγινε δυνατή μέσω νέων φυσικο-επιστημονικών ανακαλύψεων και τεχνικών εξελίξεων, και από την άλλη πλευρά προώθησε την εξέλιξή τους. Η δύναμη του ατμού και ο σιδηρόδρομος –μια εντελώς νέα κινητικότητα- ήταν οι αρχικές «τεχνολογίες-κλειδιά» του 19ου αιώνα. Αλλά, ήδη, περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα, προέκυψαν σε μια περαιτέρω φάση της βιομηχανικής επανάστασης με τις εταιρίες στη χημεία και την ηλεκτροτεχνική, νέοι βιομηχανικοί κλάδοι.

Αυτό το διάστημα άλλαξε επίσης ο τρόπος με τον οποίο μελετούνταν οι επιστήμες. Από τα τεχνικά σχολεία για εργαζόμενους στα ορυχεία των γερμανικών κρατιδίων, προέκυψαν για παράδειγμα κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, ιδιωτικές ανώτερες σχολές για τεχνικούς υπαλλήλους που δούλευαν στα ορυχεία, πρόδρομοι των μετέπειτα πολυτεχνείων, αποστολή των οποίων ήταν και είναι, μεταξύ των άλλων, η γρήγορη μετατροπή των επιστημονικών γνώσεων στη βιομηχανική πράξη. Ναι μεν αρχικά μερικά πανεπιστήμια προσπάθησαν στη δεκαετία του ΄70 του 18ου αιώνα να καθιερώσουν τεχνικούς κλάδους, δεν μπόρεσαν όμως τελικά, στην αρχή, να δημιουργήσουν μια σχέση για την πρακτική εφαρμογή της θεωρητικής γνώσης. Το 1974 προέκυψε στο Παρίσι –αρχικά υπό άλλη ονομασία- το École Polytechnique, που υπάρχει μέχρι σήμερα, και το 1825 το πρώτο πολυτεχνείο στην Καρλσρούη της Γερμανίας. Ολοένα και περισσότερο ιδρύονταν επίσης πανεπιστημιακές έδρες και ερευνητικά ιδρύματα για τις  φυσικές επιστήμες στα παλιά πανεπιστήμια.

Πολλές φυσικές και τεχνικές επιστήμες μετατράπηκαν ήδη από τότε σε άμεση παραγωγική δύναμη.

Όποιος ήθελε να κατανοήσει πραγματικά τις νέες κοινωνικές εξελίξεις, έπρεπε να ασχοληθεί επίσης άμεσα με τις επιστημονικές ανακαλύψεις και τις τεχνικά-τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής. Και γι΄ αυτό επίσης οι δημοσιεύσεις στα πλαίσια των MEGA [= Marx-Engels-Gesamtausgabe / Συνολική Έκδοση (Έργων) των Μαρξ-Ένγκελς] δείχνουν, ότι ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς πολλές δεκαετίες –και όχι μόνο στα πλαίσια των παλιότερων αντιπαραθέσεων με τον Χέγκελ και τον Φόιερμπαχ στο ζήτημα της φύσης του ανθρώπου και στη πάλη για μια νέα κοσμοθεωρία, ή αργότερα η εργασία με το Κεφάλαιο, ή κατά τη δεκαετία του ΄70 του 19ου αιώνα, όταν κατέστησαν αναγκαίο οι φιλοσοφικές-κοσμοθεωρητικές αντιπαραθέσεις στο εργατικό κίνημα- ασχολήθηκαν όλο και πιο εκτεταμένα με τις νέες επιστημονικές γνώσεις. Εδώ, ο νεαρός Ένγκελς στράφηκε ήδη –ανεξάρτητα από τον Μαρξ- στις φυσικές επιστήμες. Ταυτόχρονα οι φυσικές επιστήμες, ξεκινώντας με την Αναγέννηση στην Ευρώπη, εισήγαγαν μια μεταβολή στις αντιλήψεις για τον κόσμο. Αυτό ασφαλώς έχει να κάνει επίσης με το γεγονός, ότι αυτές τώρα έπρεπε να ανταποκριθούν πολύ πιο άμεσα στις αυξανόμενες πρακτικές ανάγκες.

Η αντίληψη για τη φύση της αρχαίας φιλοσοφίας και της επιστήμης, ήταν –όπως τόνισε ο Ένγκελς- ένας πρωτογενής υλισμός. Η διαλεκτική σκέψη εμφανίστηκε εκεί ακόμη με σχεδόν φυσική απλότητα. Η φύση θεωρήθηκε ακόμη σαν όλο και η «γενική συνάφεια των φυσικών φαινομένων» δεν ανιχνεύτηκε λεπτομερώς.

Ήδη, όμως, φάνηκε εκεί με όλες τις ανεπάρκειές της η «εικόνα μιας άπειρης εμπλοκής αλληλουχιών και αλληλεπιδράσεων, στην οποία δε μένει τίποτα, τι, που και πως ήταν, αλλά όλα κινούνται, αλλάζουν, γεννιούνται και φθείρονται»[1]. Αυτή η σημαντική, αλλά ακόμη ανεπαρκής προσέγγιση, εμφανίστηκε στο παρασκήνιο τις επόμενες εκατονταετίες, κυρίως στην Ευρώπη.

Αρχικά, από το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα ακολούθησε η μετάβαση στην επιστήμη που παρατηρεί, πειραματίζεται, συλλέγει και συστηματοποιεί, έγινε υπέρβαση της μονομέρειας και των ορίων των αντιλήψεων του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα βήμα το βήμα. Ο Ένγκελς βρήκε λόγια με τον υψηλότερο θαυμασμό για τους «γίγαντες της ευρυμάθειας, του πνεύματος και του χαρακτήρα», οι οποίοι σφράγισαν την επιστήμη της Αναγέννησης, για την επαναστατική τους τοποθέτηση με την οποία κατάκτησαν το δικαίωμα της ύπαρξης. Στη «Διαλεκτική της Φύσης» όμως ο Ένγκελς, γράφει επίσης: «Στην περίπτωση των διασωθέντων από το Βυζάντιο χειρογράφων, στα αρχαία αγάλματα που ξεθάφτηκαν από τα ερείπια της Ρώμης, αναδύθηκε στην έκπληκτη Δύση ένας νέος κόσμος, η ελληνική αρχαιότητα. Μπροστά στις φωτεινές της μορφές εξαφανίστηκαν τα φαντάσματα του Μεσαίωνα»[2].

Αλλά οι φυσικές επιστήμες μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα ήταν παρ΄ όλα αυτά ακόμη βαθιά εμπλεκόμενες με τη θεολογία. Φυσικοί επιστήμονες, όπως ο Γαλιλαίος και άλλοι, ήρθαν σε σύγκρουση με την εκκλησία και διώχτηκαν. Οι φυσικές επιστήμες χρειάζονταν ακόμη την ώθηση από έξω. Και αυτή επιτεύχθηκε κυρίως από τις απαιτήσεις της ανάπτυξης της παραγωγής και του εμπορίου. Προκειμένου όμως να εφαρμοστούν οι απαραίτητες τεχνικές εξελίξεις, έπρεπε αρχικά τα περίπλοκα προτσές να χωριστούν σε απλές αλληλουχίες και να παρατηρηθούν ξεχωριστά. Στο κέντρο της σκέψης βρισκόταν εδώ, αρχικά, κυρίως η αντίληψη περί απόλυτης μη μεταβλητότητας της φύσης.

Ο θρίαμβος της κλασικής μηχανικής που ακολούθησε, έδειξε όμως απ΄ την άλλη μεριά επίσης, ότι ο κόσμος είναι επιστημονικά ερμηνεύσιμος. Η εφαρμογή της μηχανικής πάνω σε άλλους τομείς της φυσικής, αλλά και πάνω στη βιολογία ή ακόμη και της ερμηνείας του ανθρώπου, απέδειξε όμως πολύ σύντομα τα όρια της εφαρμογής αυτής της θεωρίας και την ποιοτική ανομοιότητα των διάφορων μορφών κίνησης της ύλης.

Η επιστήμη έκανε στη συνέχεια, επιπλέον, όλο και πιο σαφές, ότι ο κόσμος έχει μια μακρά ιστορία και ότι είναι εσφαλμένη η αντίληψη ότι ο θεός δημιούργησε τον κόσμο περίπου πριν 4000 χρόνια π.Χ. ή ότι η φύση είναι απολύτως αμετάβλητη. Έκανε επιπλέον σαφές, ότι όχι μόνο η ανόργανη φύση, αλλά όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί, όπως επίσης ο άνθρωπος και η ανθρώπινη κοινωνία, έχουν μια ιστορία καταγωγής, ότι υπάρχουν αλληλουχίες και μεταβάσεις, ότι οι νόμοι μπορούν να αναγνωριστούν, δηλαδή γενικά-αναγκαίες και ουσιαστικές, δηλαδή αναπαραγόμενες αλληλουχίες, που καθορίζουν την ουσία των πραγμάτων και των φαινομένων. Οι φυσικές επιστήμες αποκάλυπταν όλο και περισσότερο την αντικειμενική διαλεκτική της φύσης.

Σ΄ αυτό συνεισέφερε αρχικά, ιδιαίτερα η εισαχθείσα τον 17ο αιώνα ανάπτυξη της γεωλογίας από τον Nicolaus Steno (1638 – 1686). Από αυτόν προέρχεται ότι τα απολιθώματα παριστάνουν τα απομεινάρια των κάποτε ζώντων οργανισμών. Ο Steno ήταν επίσης ο πρώτος, που πάνω σε επιστημονική βάση ανάπτυξε τη θεωρία για την προέλευση των ιζηματογενών πετρωμάτων, τα οποία κατά την άποψή του σχηματίστηκαν σαν οριζόντια στρώματα, από υλικό που κατακάθισε στο νερό. Τα στρώματα αποτίθενται το ένα πάνω στο άλλο. Ο Steno αναγνώρισε έτσι ότι η ηλικία ενός ιζηματογενούς στρώματος μειώνεται όσο αυτό ανεβαίνει προς τα πάνω, επειδή όλο και νεώτερα στρώματα εναποτίθενται πάνω στα παλιά. Την ύπαρξη ιζηματογενών πετρωμάτων μέχρι και την κάθετα εκτεινόμενη στρωμάτωση καθώς και τις έντονες ρηγματώσεις, ο Steno τις ερμήνευσε σωστά μέσω των παραμορφώσεων, οι οποίες έπρεπε να είχαν λάβει χώρα μετά τον σχηματισμό των στρωμάτων. Η στρωματική δομή της επιφάνειας της Γης επέτρεψε για πρώτη φορά μια ανεξάρτητη εκτίμηση για την ηλικία της Γης.

Ο Immanuel Kant δημοσίευσε το 1755 τη «Γενική φυσική ιστορία και θεωρία του ουρανού». Στην κοσμολογική και κοσμογονική του θεωρία επεξεργάστηκε αντιλήψεις για το γίγνεσθαι της υπάρχουσας δομής του ηλιακού και γαλαξιακού συστήματος. Πυρήνας των αντιλήψεών του ήταν ότι ο ήλιος, οι πλανήτες και οι δορυφόροι τους δημιουργήθηκαν σ΄ ένα φυσικό προτσές. Όταν όμως ο Ένγκελς στη «Διαλεκτική της Φύσης» επεσήμανε ότι το πρώτο ρήγμα είχε κλείσει στη μακρόχρονη κυρίαρχη μεταφυσική θεώρηση της φύσης με την εργασία αυτή του Kant, αυτό αληθεύει μόνο εν μέρει. Επειδή επίσης το καντιανό σύστημα την εποχή του παρέμεινε απαρατήρητο και μόνο μέσω των μετέπειτα έργων του Pierre Simon Laplace (1749-1827), ο οποίος αρχικά δεν γνώριζε το έργο του Kant, απέκτησε ισχύ.

Ο Ένγκελς επέστησε κυρίως την προσοχή, στο ότι η γνώση, ότι η φύση δεν είναι αμετάβλητη, αλλά έχει μια ιστορία, ότι αυτή γίνεται και παρέρχεται, [αυτό] αποτέλεσε «το σημείο εκκίνησης της παραπέρα προόδου». Η γνώση αυτή οδήγησε τη φυσική επιστήμη ξανά –όπως παρατήρησε ο Ένγκελς στη «Διαλεκτική της Φύσης»- «πίσω στον τρόπο θέασης των μεγάλων ιδρυτών της ελληνικής φιλοσοφίας, ότι όλη η φύση, από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο, απ΄ τους κόκκους της άμμου μέχρι τους ήλιους, από τα πρώτιστα μέχρι τον άνθρωπο, η ύπαρξή τους έχει μια διαρκή δημιουργία και φθορά, μια αδιάκοπη ροή, μια συνεχή κίνηση και αλλαγή».

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ένγκελς, υπήρχε η ουσιαστική διαφορά, «ότι αυτό που στους Έλληνες ήταν μια μεγαλοφυής διαίσθηση, σε εμάς είναι αποτέλεσμα αυστηρής επιστημονικής εμπειρικής έρευνας και επομένως εμφανίζεται επίσης σε πολύ πιο συγκεκριμένη και σαφή μορφή»[3].

Η επιστημονική αντίληψη περί εξέλιξης βρήκε την πρώτη κορύφωσή της τον 19ο αιώνα στα έργα του Charles Darwin.

Τον 18ο και 19ο αιώνα όμως, στέκονταν ακόμη απέναντι διαφορετικές αντιλήψεις για την εξέλιξη, για τις οποίες επέστησε την προσοχή ο Rolf Löther στη διάλεξή του «Ο Kant και η βιολογική θεωρία της εξέλιξης» στο Σύλλογο- Leibniz. Οι αντιλήψεις αυτές για την εξέλιξη ήταν: 

«1. Στο παρελθόν συνέβησαν μεν πολλά, τα συμβάντα όμως αυτά, ουσιαστικά, δεν ήταν διαφορετικά απ΄ ό,τι αυτά στο παρόν. Αυτή είναι π.χ. η θέση του ομοιομορφισμού (uniformitarianism) του James Hutton (1726-1797) και του Charles Lyell (1797-1875).

2. Στο παρελθόν έλαβαν χώρα διαδικασίες και γεγονότα, τα οποία ήταν ουσιαστικά διαφορετικά από τα σημερινά. Σχετικά μ΄ αυτό έλαβε χώρα μια προοδευτική προσέγγιση στη σημερινή παγκόσμια κατάσταση. Αυτή η διαδοχή δεν ήταν καταστάσεις η μια ξεχωριστή από την άλλη. Πολύ περισσότερο, άγνωστες αιτίες ή θεϊκές παρεμβάσεις διατυπώθηκαν για τη διαδοχή των καταστάσεων. Αυτή είναι π.χ. η θέση των θεωρητικών περί καταστροφισμού, οι οποίοι συμφωνούν με τον Georges Cuvier (1769-1832). Η φύση έχει μια ιστορία η οποία έχει κατακερματιστεί από ξαφνικές ασυνέχειες.

3. Η σημερινή παγκόσμια κατάσταση προέκυψε μέσω διαδοχικών αλλαγών, από αρχικές αρχέγονες καταστάσεις, δηλαδή μέσω της εξέλιξης. Η κατάσταση αυτή προέκυψε ιστορικά-γενετικά»[4].

Στην επιστήμη επικράτησε σήμερα η τρίτη αντίληψη, αν και υπάρχουν διαρκώς προσπάθειες –όπως ο δημιουργισμός, ο οποίος είναι συνδεδεμένος μ΄ ένα αντιδραστικό κοσμοείδωλο και με αντιδραστικές αντιλήψεις για την κοινωνία-, να ανατρέψουν αυτή την επιστημονική αντίληψη περί εξέλιξης. Οι σύγχρονες αντιλήψεις περί εξέλιξης είναι σήμερα ασφαλώς πολύ πιο σύνθετες, είναι δυνατές προγνώσεις, οι οποίες για παράδειγμα κάνουν δυνατά διάφορα πιθανά σενάρια της μελλοντικής εξέλιξης του κλίματος στη Γη λαμβάνοντας υπόψη τις ανάλογες συνθήκες.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς κατά την επεξεργασία της υλιστικής διαλεκτικής, ήταν σε θέση να προσεγγίσουν τις αντιλήψεις για την εξέλιξη της θεωρίας του Kant και του Laplace όπως και του Darwin –αλλά και άλλες φυσικο-επιστημονικές ανακαλύψεις της εποχής τους, όπως αυτή για το κύτταρο και την αρχή διατήρησης της ενέργειας- και έτσι να συνδεθούν με τις σημαντικές επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους.

Ήταν επομένως οι αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες της εξέλιξης, όπως η θυελλώδης ανάπτυξη των επιστημών και οι συνδεόμενες με αυτήν αλλαγές στο επιστημονικό κοσμοείδωλο, κυρίως αυτό για την κοινωνία, που πίεσαν τον Μαρξ και τον Ένγκελς να ασχοληθούν με τις φυσικές επιστήμες της εποχής τους και την ιστορία της επιστήμης.

Σχετικά με την εργασία στη «Διαλεκτική της Φύσης» και στο «Αντι-Ντίρινγκ»

Ταυτόχρονα υπήρχαν πολύ πρακτικές απαιτήσεις της ανάπτυξης του εργατικού κινήματος κάτω από αυτές τις συνθήκες, και η συνδεόμενη με αυτές αναγκαιότητα, να γίνει συστηματική επεξεργασία της διαλεκτικής-υλιστικής κοσμοθεωρίας και θεωρίας, κάτι που παρακίνησε τον Μαρξ και κυρίως τον Ένγκελς, να ασχοληθούν συστηματικά με τις φυσικές επιστήμες.

Ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς στράφηκαν, –όπως αργότερα και ο Λένιν-, επανειλημμένα και με μεγάλη αποφασιστικότητα ενάντια στην παραμέληση και την υποτίμηση της θεωρίας και ενάντια σε κάθε στενόμυαλο πρακτικισμό στο εργατικό κίνημα, κυρίως στο επαναστατικό κόμμα. Μετά το 1875 υπήρχε όλο και περισσότερο η ανάγκη, να γίνει αντιπαράθεση στις δυνάμεις εκείνες που ήρθαν στο εργατικό κίνημα με μικροαστικές θέσεις.

Ο Ένγκελς όμως βρήκε επαρκή χρόνο να ασχοληθεί ξανά με τις φυσικές επιστήμες, όταν σταμάτησε την εμπορική του δραστηριότητα στο Μάντσεστερ και μπόρεσε να μετακομίσει το 1870 στο Λονδίνο.

Η γνώση των πιο σημαντικών πορισμάτων των φυσικών επιστημών της εποχής του, ήταν μόνο η μια πλευρά των ερευνών του. Ταυτόχρονα ο Ένγκελς ασχολήθηκε με την ιστορία των φυσικών επιστημών και της φιλοσοφίας της φύσης, με το γαλλικό και τον αγγλικό υλισμό και με την εκ νέου κριτική μελέτη της χεγκελιανής διαλεκτικής.

Στις 30 Μαΐου του 1873 ο Ένγκελς γράφει από το Λονδίνο στον φίλο και σύντροφό του στο Μάντσεστερ: «Αγαπητέ Μορ (Mohr)[5]. Σήμερα το πρωί στο κρεβάτι, μού ήρθε στο κεφάλι το ακόλουθο διαλεκτικό για τις φυσικές επιστήμες: Αντικείμενο της φυσικής επιστήμης –η αυτο-κινούμενη ύλη, τα σώματα. Τα σώματα δεν μπορούν να χωριστούν από την κίνηση, οι μορφές τους και τα είδη τους μπορούν να αναγνωριστούν μόνο σ΄ αυτήν. Για σώματα έξω από την κίνηση, έξω από κάθε σχέση με τα άλλα σώματα, δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα. Πρώτα, στην κίνηση δείχνει το σώμα, τι είναι. Η φυσική επιστήμη αναγνωρίζει επομένως τα σώματα, με το να τα συσχετίζει μεταξύ τους, να τα παρατηρεί στην κίνηση. Η γνώση των διαφορετικών μορφών κίνησης είναι η γνώση των σωμάτων. Η εξέταση αυτών των διάφορων μορφών κίνησης [είναι] επομένως το κύριο αντικείμενο της φυσικής επιστήμης».

Ο Ένγκελς στη συνέχεια αναφέρθηκε στις διάφορες μορφές κίνησης και στο τέλος της επιστολής του παρατηρεί: «Επειδή βρίσκεσαι εκεί, στο κέντρο των φυσικών επιστημών, θα είσαι έτσι σε θέση να κρίνεις καλύτερα περί τίνος πρόκειται»[6].

Η επιστολή αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί σαν αναγγελία γέννησης της «Διαλεκτικής της Φύσης». Ο Μαρξ συμβουλεύτηκε τους φίλους του, τον χημικό Carl Schorlemmer και τον νομικό Samuel Moore. Ο Schorlemmer, τα σχόλια του οποίου, όπως, «πολύ καλό, αυτή είναι και η δική μου άποψη» κτλ, που διατηρήθηκαν αρκετά καλά πάνω στην επιστολή του Ένγκελς[7], [έδειχναν ότι] ουσιαστικά συμφωνούσε.

Ο Ένγκελς ξεκίνησε τον Μάιο του 1873 με τις προπαρασκευαστικές εργασίες για το έργο του σχετικά με τη διαλεκτική στις φυσικές επιστήμες. Μέχρι το Μάιο του 1876 και από το καλοκαίρι του 1878 μέχρι το θάνατο του Καρλ Μαρξ, εργάστηκε για τη «Διαλεκτική της Φύσης».

Για δυό χρόνια αναγκάστηκε να διακόψει τις μελέτες του εξαιτίας της επεξεργασίας του «Αντι-Ντίρινγκ». 

Στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας, παράλληλα με τις ιδέες του επιστημονικού σοσιαλισμού των Μαρξ και Ένγκελς, εξαπλώνονταν όλο και περισσότερο μικροαστικές ρεφορμιστικές αυταπάτες και σοσιαλιστικά συγκεκαλυμμένες αστικές θεωρίες. Ο Eugen Dühring –από το 1864 καθηγητής στο πανεπιστήμιο Φρίντριχ-Βίλχελμ στο Βερολίνο, από το 1877 καθηγητής χωρίς πανεπιστημιακή έδρα στο ίδιο πανεπιστήμιο- υποστήριζε ένα σύστημα της φιλοσοφίας, της οικονομίας και του σοσιαλισμού ενάντια στη διδασκαλία των Μαρξ και Ένγκελς, η φιλοσοφική βάση του οποίου αποτελούνταν από ιδεαλιστικά, χυδαία-υλιστικά και θετικιστικά στοιχεία.

Η πολεμική στο «Αντι-Ντίρινγκ», όπως διαπίστωσε ο Ένγκελς, «μετατράπηκε σε μια λίγο-πολύ συνεκτική παρουσίαση της διαλεκτικής μεθόδου και της κομμουνιστικής θεωρίας, όπως την αντιπροσωπεύουμε ο Μαρξ και εγώ, και αυτό, μάλιστα, σε πολλούς τομείς»[8].

Ο Ένγκελς σημειώνει επιπλέον: «Ο Μαρξ κι εγώ ήμασταν μάλλον οι μόνοι οι οποίοι διέσωσαν από τη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία τη συνειδητή διαλεκτική και τη μεταβίβασαν στην υλιστική αντίληψη της φύσης και της ιστορίας»[9].

Ωστόσο, το καλύτερο κομμάτι από τα οκτώ χρόνια το χρησιμοποίησε, σύμφωνα με δική του έκθεση, για τη «Διαλεκτική της Φύσης».

Ο Ένγκελς δεν μπόρεσε να τελειώσει αυτό το έργο. Μετά το θάνατο του Καρλ Μαρξ είδε σαν κύριο καθήκον του, να τελειώσει, ώστε να εκδοθεί ο δεύτερος και τρίτος τόμος του «Κεφαλαίου». Σ΄ αυτό το καθήκον αφιέρωσε προς το συμφέρον του επαναστατικού εργατικού κινήματος συνολικά έντεκα χρόνια εντατικής εργασίας. Ωστόσο, σ΄ αυτά τα χρόνια ασχολήθηκε επίσης με τα φυσικο-επιστημονικά προβλήματα. Κυρίως σε σχέση με τη νέα έκδοση του «Αντι-Ντίρινγκ» (1885) και την εργασία στο γραπτό του «Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας» (1886)[10]. Ο Ένγκελς ποτέ όμως δεν εγκατέλειψε την ελπίδα να ολοκληρώσει τη «Διαλεκτική της Φύσης». Αυτό δεν έγινε κατορθωτό, το έργο παρέμεινε ανολοκλήρωτο, εν μέρει πρόχειρα σχεδιασμένο.

Επιπλέον, κατά πάσα πιθανότητα η εργασία στο «Κεφάλαιο» επηρέασε ουσιαστικά τις παραστάσεις του Ένγκελς για το πώς θα έπρεπε να είναι δομημένη η «Διαλεκτική της Φύσης». Το σχέδιο του συνολικού πλάνου του βιβλίου που προσχεδιάστηκε απ΄ τον Ένγκελς αποδεικνύει τουλάχιστον, ότι –σε αντίθεση με παλιότερη πρόθεσή του- ήθελε τώρα να συμπεριλάβει και τις βιολογικές επιστήμες, και τη συνολική παρουσίαση να την φτάσει μέχρι σ΄ εκείνο το σημείο, στο οποίο ο άνθρωπος –μέσω της εργασίας- αναδύεται από το ζωικό βασίλειο και αρχίζει η ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας. Και αυτό το σχέδιο μπόρεσε να το εφαρμόσει μόνο εν μέρει.

Μετά το θάνατό του, το χειρόγραφο που παρέμεινε ανολοκλήρωτο, παραδόθηκε στον August Bebel και τον Eduard Bernstein. Ο Bernstein δημοσίευσε μόνο δυό επί μέρους χειρόγραφα, και συγκεκριμένα, το, «Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου» και «Η φυσική έρευνα στον πνευματικό κόσμο». Για να δικαιολογήσει την απόφασή του να μην δημοσιεύσει όλο το χειρόγραφο, ο Bernstein στηρίχτηκε σε μια γνωμοδότηση, σύμφωνα με την οποία το φυσικο-επιστημονικό υλικό που χρησιμοποίησε ο Ένγκελς έχει εν μέρει παλιώσει, –ένα επιχείρημα το οποίο δεν είναι εσφαλμένο, παραγνωρίζει όμως το πραγματικό θεωρητικό και το ευρετικό περιεχόμενο των ερευνών του Ένγκελς, όπως επίσης τους συλλογισμούς και το Νέο στις εργασίες του.

Το 1925 δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Μόσχα το χειρόγραφο του Ένγκελς στο δεύτερο τόμο του «Αρχείου Μαρξ-Ένγκελς», στη μορφή που το άφησε ο Ένγκελς, σε τέσσερις συλλεκτικούς τόμους.

Το διάστημα αυτό υπήρχε ακόμη στη νεαρή Σοβιετική Ένωση μια ζωντανή και επίμαχη συζήτηση σχετικά με τα τελευταία πορίσματα των φυσικών επιστημών –που υποστηριζόταν κυρίως από τον Λένιν[11].

Το ζωντανό πνεύμα κατ΄ αρχή χάθηκε. Στα τέλη της δεκαετίας του ΄30, στη δεκαετία του ΄40 και στις αρχές της δεκαετίας του ΄50, επικρατούσε στη Σοβιετική Ένωση, κυρίως σ΄ αυτό τον τομέα, επιστημονικός δογματισμός ολοένα και περισσότερο, για παράδειγμα, οι συζητήσεις για τη θεωρία της σχετικότητας και την κβαντική μηχανική, για τις χημικές θεωρίες και τη γενετική, δυσφημίστηκαν σαν αστικές ή ιδεαλιστικές. Η υπέρβαση του δογματισμού, η επιστροφή στις θέσεις του Ένγκελς και του Λένιν και η παραπέρα ανάπτυξή τους ήταν ένα μακρό περίπλοκο και αντιφατικό προτσές.

Τι είναι, τι μπορεί γενικά η υλιστική διαλεκτική;

Η απλοϊκή και όμως σωστή θεώρηση του κόσμου κατά τον Ένγκελς, έχει εκφραστεί από τον Ηράκλειτο, με το «τα πάντα ρει». Ωστόσο, αυτό δεν είναι αρκετό για να συλλάβει κανείς τις λεπτομέρειες που συνιστούν τη συνολική εικόνα. Για το σκοπό αυτό πρέπει να αποσπαστούν κατ΄ αρχή από τη γενική συνολική εικόνα. Αυτό «μάς άφησε όμως και τη συνήθεια να αντιλαμβανόμαστε τα δεδομένα και τις διαδικασίες της φύσης στην απομόνωσή τους, έξω από τη μεγάλη συνολική συνοχή τους. Επομένως, όχι στην κίνησή τους, αλλά στην ακινησία τους. Όχι σαν μεταβλητά στην ουσία τους, αλλά σαν πάγιες καταστάσεις. Όχι στη ζωή τους, αλλά στο θάνατό τους […]

Για τον μεταφυσικό, τα πράγματα και οι απεικονίσεις τους στη σκέψη, οι έννοιες, είναι μεμονωμένα, πάγια, άκαμπτα, μια για πάντα δοσμένα αντικείμενα της έρευνας, που πρέπει να θεωρηθούν το ένα μετά το άλλο και χωρίς το άλλο. Αυτός σκέφτεται σε καθαρές ξαφνικές αντιθέσεις: Λέει ναι, ναι, όχι, όχι και ό,τι πάει πιο πέρα του κακοφαίνεται. Για αυτόν, ένα πράγμα υπάρχει ή δεν υπάρχει: ένα πράγμα δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα ο εαυτός του και κάτι άλλο. Το θετικό και το αρνητικό αλληλοαποκλείονται απόλυτα. Επίσης, η αιτία και το αποτέλεσμα βρίσκονται αντιμέτωπα σε μια άκαμπτη αντίθεση»[12].

«Αντιθέτως, για τη διαλεκτική», κατά τον Ένγκελς, «η οποία αντιλαμβάνεται ουσιαστικά τα πράγματα, καθώς και τις εννοιολογικές απεικονίσεις τους στην αλληλουχία τους, στην αλληλοπλοκή τους, στην κίνησή τους καθώς και στο γίγνεσθαι και στη φθορά τους, οι παραπάνω διαδικασίες είναι οι ισάριθμες επιβεβαιώσεις του δικού της τρόπου δουλειάς. Η φύση είναι η δοκιμή της διαλεκτικής και πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες έδωσαν για τη δοκιμή αυτή ένα εξαιρετικά πλούσιο υλικό, το οποίο συσσωρεύεται καθημερινά, και έχει αποδείξει μ΄ αυτό τον τρόπο ότι στη φύση, σε τελική ανάλυση, οι διαδικασίες είναι διαλεκτικές και όχι μεταφυσικές»[13].

Η διαλεκτική θεώρηση της φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης διέλυσε ξανά τις άκαμπτες αντιθέσεις, επέστρεψε σ΄ ένα υψηλότερο επίπεδο γνώσης, στις απαρχές, περιέλαβε όλο και περισσότερο και τη θεωρία της εξέλιξης.

Ο Ένγκελς επεσήμανε: «Η διαλεκτική δεν είναι όμως παραπέρα τίποτα άλλο παρά η επιστήμη των γενικών νόμων κίνησης και εξέλιξης της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας και της σκέψης»[14].

Στο σχέδιό του για τη «Διαλεκτική της Φύσης» εξήγησε εν συντομία τι εννοεί μ΄ αυτό: «Διαλεκτική σαν επιστήμη της συνολικής συνάφειας. Βασικοί νόμοι: Μεταβολή της ποσότητας και της ποιότητας – Αμοιβαία διείσδυση των πολικών αντιθέτων και αλλαγή του ενός στο άλλο όταν ωθούνται στη κορυφή – Εξέλιξη μέσω της αντίφασης ή άρνηση της άρνησης – Σπειροειδής μορφή της εξέλιξης»[15].

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς χρησιμοποίησαν τη διαλεκτική για την ερμηνεία των αντιθετικών σχέσεων στη φύση, την κοινωνία και την σκέψη, αποκάλυψαν τους νόμους κίνησης και εφιστούσαν διαρκώς την προσοχή για τα όρια της γνώσης μας.

Ο Ένγκελς συνέδεσε με την υπογράμμιση του αντικειμενικού περιεχομένου της διαλεκτικής-υλιστικής φιλοσοφίας τη σημαντική προειδοποίηση, ότι αυτή μπορεί να απολυτοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο –επομένως και στη πολιτική- ή να την χειριστεί κανείς σαν ένα τελειωμένο και πάγιο σχήμα κατασκευής και δράσης. Εφιστούσε διαρκώς τη προσοχή, ότι ο Μαρξ και ο ίδιος κατά τη διάρκεια της εργασίας τους τίθενται διαρκώς μπροστά στις νέες γνώσεις, όπως κοινωνικές εξελίξεις, ότι όχι σπάνια έπρεπε να διορθώνουν το θεωρητικό τους νόημα και ότι συνεχώς προσπαθούσαν να αναπτύξουν παραπέρα τις θεωρητικές θέσεις τους.

Ο Ένγκελς αντιτίθονταν διαρκώς αποφασιστικά ενάντια σε μια δογματική ερμηνεία της κοσμοθεωρίας που τεκμηριώθηκε από τον Μαρξ και τον ίδιο.

Αυτό ισχύει με ιδιαίτερο τρόπο και για την υλιστική διαλεκτική. Αυτή αποτελεί ενότητα θεωρίας, μεθόδου και μεθοδολογίας, είναι ουσιαστικά ένα σύγχρονο εργαλείο σκέψης για τη θεωρητική σύλληψη των προτσές στη φύση, την κοινωνία και τη σκέψη. Η θεωρία της διαλεκτικής και της διαλεκτικής μεθόδου είναι εδώ, όπως λέγεται στη «Διαλεκτική της Φύσης», αποτέλεσμα μιας συνεπούς υλιστικής επιστημονικής προσέγγισης, που ο Ένγκελς καθόρισε παραπέρα, ότι πρέπει να ξεκινά κανείς πάντα απ΄ τα δεδομένα γεγονότα και να ανακαλύπτει τις αλληλουχίες από τα γεγονότα.

Εδώ ο Ένγκελς τόνισε το αντικειμενικό περιεχόμενο της διαλεκτικής. Στη «Διαλεκτική της Φύσης» απέδειξε ότι η διαλεκτική δεν είναι απλά μια θεωρία, αλλά ότι στην ύλη υπάρχει πραγματικά ένα ίδιο εσωτερικό προτσές της αυτο-κίνησης, της αυτο-εξέλιξης, της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων. Η συνείδηση του ανθρώπου είναι το προϊόν ενός μεγάλου προτσές της εξέλιξης και αντανακλά τον υλικό κόσμο. Η διαλεκτική στο προτσές της γνώσης, που λαμβάνει χώρα στα διαλεκτικά προτσές, είναι μια αντανάκλαση του περίπλοκου διαλεκτικού προτσές της γνώσης και της αντικειμενικής διαλεκτικής της εξωτερικής υλικής πραγματικότητας.

Οι αλληλεπιδράσεις που έχουν διαπιστωθεί από την υλιστική διαλεκτική, οι ουσιαστικές αλληλουχίες, οι αλλαγές και οι εξελίξεις, επιπλέον, δεν υπάρχουν δίπλα στους ξεχωριστούς νόμους των φυσικών και κοινωνικών επιστημών που έχουν ερευνηθεί. Αυτό σημαίνει ότι η θεωρία για τη διαλεκτική δεν έχει να κάνει μ΄ έναν αυτόνομο τομέα της πραγματικότητας, αλλά ότι η βάση της βρίσκεται στα αποτελέσματα τής επί μέρους επιστημονικής και διεπιστημονικής έρευνας, καθώς και στις εμπειρίες της κοινωνικής εξέλιξης και των αγώνων.

Τα νοήματά της είναι γενικεύσεις επί μέρους επιστημονικών γνώσεων και κοινωνικών εμπειριών. Αυτά συνοψίζουν σε ένα υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης το γενικό περιεχόμενο των αλληλουχιών της κίνησης και της εξέλιξης της αντικειμενικής πραγματικότητας και της σκέψης.

«Είναι επομένως», σημειώνει ο Ένγκελς, «η ιστορία της φύσης όπως και της ανθρώπινης κοινωνίας, από την οποία εξάγονται οι νόμοι της διαλεκτικής. Αυτοί φυσικά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι πιο γενικοί νόμοι αυτών των δυό φάσεων της ιστορικής εξέλιξης καθώς και της ίδιας της σκέψης»[16].

Γι΄ αυτό και η ανάλυση των νέων αποτελεσμάτων τής επί μέρους επιστημονικής και διεπιστημονικής έρευνας, καθώς και των μεθόδων της είναι ένα διαρκές καθήκον: Δεν υπάρχει μια για πάντα τελειωμένη διαλεκτική θεωρία και μέθοδος.

Ταυτόχρονα όμως είναι ακριβώς, κατά τον Ένγκελς, η διαλεκτική «για τη σημερινή επιστήμη της φύσης, η πιο σημαντική μορφή σκέψης, επειδή αυτή μόνη της προσφέρει το ανάλογο, και συνεπώς τη μέθοδο ερμηνείας, για προτσές εξέλιξης που εμφανίζονται στη φύση, για τις αλληλουχίες γενικά, για τις μεταβάσεις από το ένα πεδίο έρευνας στο άλλο»[17].

Η διαλεκτική έχει για τις επί μέρους επιστήμες ουσιαστικά μια κοσμοθεωρητική και μεθοδολογική προσανατολιστική λειτουργία κατά την έρευνα της φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης. Δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει τις μεθόδους με τις οποίες ενεργούν αυτές οι επί μέρους επιστήμες. Δεν μπορεί και δεν θα αντικαταστήσει την εξέταση των ιδιαίτερων νόμων των διάφορων τομέων της πραγματικότητας.

Από την άλλη πλευρά όμως η διαλεκτική σκέψη είναι επίσης σε θέση να δώσει ερεθίσματα –δηλαδή να επιδράσει ευρετικά- όπως για παράδειγμα η παρακίνηση του Ένγκελς στη «Διαλεκτική της Φύσης» σε σχέση με τη θεωρία για το θερμικό θάνατο του σύμπαντος, ότι η μελλοντική επιστήμη πιθανώς να δείξει το δρόμο στον οποίο «η θερμότητα που εκπέμπεται στο σύμπαν πρέπει να έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε μια άλλη μορφή κίνησης, στην οποία μπορεί να φτάσει σε μια εκ νέου συγκέντρωση και δραστηριότητα»[18].

Τι απαιτεί η διαλεκτική σκέψη απ΄ τη σκοπιά του Ένγκελς; Τι μάς προκαλεί σήμερα για διαλεκτική σκέψη;

Στο πρώτο ερώτημα αναφέρθηκα ήδη αποσπασματικά. Οι κοινωνικές εξελίξεις, ο σχηματισμός και η επιβολή των νέων καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και ιδιοκτησίας –συνδεδεμένων με μια οικονομική αλλαγή, και κυρίως με την εξέλιξη των φυσικών και τεχνικών επιστημών που συνδέονται με τη βιομηχανική επανάσταση-, η γέννηση της εργατικής τάξης και του κινήματός της, προκάλεσαν επίσης τη θεωρητική σκέψη εκ νέου και απαίτησαν –αναφορικά με τα προηγούμενα αποτελέσματα και τις παλιότερες μορφές της διαλεκτικής σκέψης- την επεξεργασία της υλιστικής διαλεκτικής.

Με ποια προσέγγιση μπορούσαν να περιγραφούν κατάλληλα οι νέες εξελίξεις; Ο Μαρξ και ο Ένγκελς επαναστατικοποίησαν τις μέχρι τώρα φιλοσοφικές, οικονομικές και πολιτικές αντιλήψεις. Οι έρευνες για τη διαλεκτική της φύσης και τις νέες γνώσεις των επιστημών της φύσης συνεισέφεραν σ΄ αυτό ουσιαστικά.

Σήμερα βιώνουμε έναν κόσμο που έγινε φαινομενικά πιο διακριτός και πιο μικρός. Με τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας αυξήθηκε η δυνατότητα της κινητικότητας. Πληροφορίες για όλους τους δυνατούς τομείς της γνώσης ή για διαδικασίες σ΄ όλο τον κόσμο φαίνονται ανά πάσα στιγμή προσβάσιμες: Μόνο ο αριθμός των μόνιμων χρηστών του διαδικτύου ξεπέρασε στα τέλη του 2009 το όριο του ενός δισεκατομμυρίου.

Ταυτόχρονα σήμερα βιώνουμε ότι οι φυσικές επιστήμες προσφέρουν ένα τεράστιο υλικό για τη γνώση των προτσές της φύσης και τις φυσικές βάσεις της δικής μας ύπαρξης. Αυτές κερδίζουν σήμερα έδαφος σε τομείς οι οποίοι μέχρι τώρα ήταν απρόσιτοι, όπως για παράδειγμα με το LHC στο CERN ή σε σχέση με την παρατήρηση των γαλαξιών στο πρώιμο σύμπαν μας. Αυτό ισχύει επίσης και για άλλους φυσικο-επιστημονικούς τομείς.

Επιπλέον, αναπτύσσονται νέα υλικά, τα οποία θα επαναστατικοποιήσουν παραπέρα τις τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας, όπως τις μεταφορές.

Και ο άνθρωπος από μιμητής μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε σχεδιαστή της φύσης. Με τη γενετική μηχανική και τη συνθετική βιολογία αυτό ισχύει και για τα έμβια όντα. Όταν πρόκειται για ανθρώπους, τότε πρέπει να απαντηθούν καυτά ηθικά και νομικά ερωτήματα.

Ταυτόχρονα αυξάνει η περιπλοκότητα και η αντιφατικότητα των κοινωνικών προτσές και η ταχύτητα των αλλαγών στην επιστήμη, την τεχνική, την κοινωνία. Με τις νέες εξελίξεις στις επιστήμες προκύπτουν νέα ρίσκα και κίνδυνοι. Οι αλλαγές του περιβάλλοντος και του κλίματος αυξάνονται σε δραματικές διαστάσεις. Οι κοινωνικές αντιφάσεις και η κοινωνική διαίρεση βαθαίνουν. Αυξάνεται η περιπλοκότητα των καθηκόντων και των αποφασιστικών καταστάσεων[19].

Και την ίδια στιγμή δεν αποκρύφτηκαν ποτέ τόσο συστηματικά και αποτελεσματικά ως τώρα, μέσω των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων καθώς και των παλιών και νέων μέσων επικοινωνίας, οι κοινωνικές αντιφάσεις και η συγκάλυψη των πραγματικών γεγονότων. Το διαδίκτυο προωθεί μεν την απόκτηση γνώσεων, ταυτόχρονα όμως εγκαινιάζει νέες δυνατότητες χειραγώγησης.

Η διαλεκτική σκέψη μπορεί –συνδεδεμένη με τη γνώση- να βοηθήσει σήμερα ώστε να αναλυθούν αυτές οι περίπλοκες και αντιφατικές διαδικασίες, να συνεισφέρει στις γνώσεις για τις αλληλουχίες και τις εξελίξεις, και κυρίως επίσης να προσανατολίσει στην αναγκαία δράση για την αλλαγή του κόσμου[20].

Ο Herbert Hörz, απ΄ τη φιλοσοφική σχολή του οποίου προέρχομαι, έγραψε στο βιβλίο του «Υλιστική διαλεκτική. Σύγχρονο εργαλείο σκέψης για τη διαμόρφωση του μέλλοντος»: «Η διαλεκτική σκέψη μάς βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τις αλληλουχίες, να εκτιμήσουμε τις τάσεις της εξέλιξης και να αναγνωρίσουμε τους κινδύνους. Η διαλεκτική σαν φιλοσοφικό σύστημα θεωρίας και εξέλιξης είναι κατάλληλο να μάς ξεδιαλύνει νοητικά τη μπερδεμένη πολυμορφία για να κατανοηθεί καλύτερα το παρελθόν, ώστε να διαμορφώσουμε το μέλλον στο παρόν και να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε τις διαφορές ανάμεσα στα προγράμματα δράσης και τα αποτελέσματά τους»[21].

Θα ανταποκριθούμε όμως οι μαρξίστριες και οι μαρξιστές στην επιστήμη και την πολιτική, και αυτό είναι το ακόλουθο ερώτημά μου, σ΄ αυτό το καθήκον, επομένως και στην αξίωση του Ένγκελς για διαλεκτική-υλιστική σκέψη σήμερα –στις νέα συνθήκες;


Η Nina Hager είναι καθηγήτρια, Δρ., Βερολίνο / Έσσεν, αντιπρόεδρος του DKP [Γερμανικό Κ. Κ.], συνεκδότρια των Marxistische Blätter [Μαρξιστικά Φύλλα]

(Το κείμενο ήταν διάλεξη στη Διάσκεψη για τον Ένγκελς του Ιδρύματος Μαρξ-Ένγκελς)

Πηγή: Marxistische Blätter, τεύχ. 3, 2011

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_________________

Σημειώσεις

MEW = Marx-Engels Werke (Έργα των Μαρξ-Ένγκελς)

[1] MEW, τομ. 20, Berlin 1975, σ. 458

[2] ό.π., σ. 457

[3] MEW, τομ. 20, σ. 320

[4] Vgl. Rolf Löther: Kant und die biologische Evolutionstheorie, Sitzungsberichte der Leibniz-Sozietät 69 (2004). σ. 111-118

[5] Η λέξη Μορ (Mohr) είναι ένας χαρακτηρισμός στη γερμανική γλώσσα για ανθρώπους με σκούρο χρώμα δέρματος και χρησιμοποιούνταν στην αρχή για τους κατοίκους της Μαυριτανίας. Στο Μεσαίωνα είχε γενικευτεί και σήμαινε «άνθρωπος με σκούρο χρώμα δέρματος». Από το 16ο αιώνα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά μ΄ αυτή τη διευρυμένη έννοια. Σήμερα η έννοια αυτή χρησιμοποιείται σπάνια (ΣτΜ).

[6] MEW, τομ. 33, σ. 80-81

[7] ό.π.

[8] Vorwort von 1885, MEW, τομ. 20, σ. 8

[9] ό.π., σ. 10

[10] Βλ. επίσης MEGA

[11] Βλ. για παράδειγμα K. Ch. Delokarow. Relativitätstheorie und Marxismus, Berlin 1977

[12] MEW, τομ. 20, σ. 20

[13] ό.π., σ. 22

[14] ό.π., σ. 131

[15] ό.π., σ. 307

[16] ό.π., σ. 348

[17] ό.π., σ. 330 f.

[18] ό.π., σ. 327

[19] Βλ.. Herbert Hörz, Materialistische Dialektik: Aktuelles Denkinstrument zur Zukunftsgestaltung, trafo Verlagsgruppe, Berlin 2009

[20] ό.π.

[21] ό.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.