Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Τα Λαϊκά Μέτωπα και ο Δεκέμβρης του 44 (Μέρος Β΄)



του Βασίλη Λιόση

Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ

Σε αυτό το σημείο θα αναφερθώ τόσο στην επιχειρηματολογία που υποτίθεται ότι αποδομεί τη γραμμή του κομμουνιστικού κινήματος την περίοδο του πολέμου και λίγο πριν από αυτόν, όσο και σε μερικές σκέψεις που επιχειρούν να ερμηνεύσουν την ήττα.


Ποια ήταν τα λάθη;

Πριν να διατυπώσω μερικές σκέψεις για τα αίτια της ήττας, είναι απολύτως αναγκαίο να καταγράψω, έστω και με τίτλους τα λάθη που έγιναν, σημειώνοντας ότι τα λάθη δεν είναι οι πρωτογενείς αιτίες της ήττας. Τα κυριότερα λάθη που διαπράχτηκαν ήταν η συμμετοχή με δυσμενείς όρους του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με πρωθυπουργό το Γ. Παπανδρέου, η συμφωνία για υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο στρατηγείο της Μ. Ανατολής, η υπογραφή της συμφωνίας του Λιβάνου και της Καζέρτας, η μη ενεργοποίηση τμημάτων του ΕΛΑΣ στη σύγκρουση των Δεκεμβριανών, η ελλιπής ιδεολογική και πολιτική προετοιμασία για το ρόλο των Άγγλων, της ελληνικής αστικής τάξης και την ανάγκη της τελικής σύγκρουσης, η απουσία σύνδεσης στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα με τον ταξικό, η υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας αργότερα. Τόνισα, λίγο πριν, πως δεν πρέπει να συγχέουμε τα λάθη με τα αίτια του προβλήματος, γιατί συχνά στο ερώτημα «γιατί χάσαμε» η απάντηση είναι η απαρίθμηση των λαθών. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι γιατί προέκυψαν αυτά τα λάθη και σε αυτό θα επιχειρήσω μία πρώτη προσέγγιση. 


Το 7ο συνέδριο της ΚΔ η πηγή των κακών;

Στα αλήθεια, η γραμμή του 7ου συνεδρίου της ΚΔ ήταν αυτή που έφταιξε; Έχω, ήδη, αναφέρει κάποιες από τις ασφαλιστικές δικλείδες που εμπεριείχαν οι αποφάσεις. Παράλληλα πρέπει να τονιστεί κάτι που είναι αυτονόητο, αλλά μάλλον δεν είναι για όλους αυτονόητο. Η τακτική από τη φύση της έχει το στοιχείο της ευελιξίας, των ελιγμών, των συμβιβασμών και των υποχωρήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ευελιξίας της τακτικής αποτελεί η στάση των Μπολσεβίκων απέναντι στα Σοβιέτ. Τα Σοβιέτ δεν ήταν μια μπολσεβίκικη κατασκευή, αλλά μια μισοαυθόρμητη-μισοσυνειδητή πράξη των μαζών. Οι Μπολσεβίκοι ήταν σε πρώτη φάση επιφυλακτικοί απέναντί τους και κράτησαν τις σχετικές αποστάσεις. Στη συνέχεια η στάση τους για τη σχέση Σοβιέτ-εξουσίας άλλαξε επανειλημμένως. Αν κάποιος θεωρεί ότι όλα αυτά είναι στοιχεία οπορτουνισμού, τότε απλώς δεν επιθυμεί να έχει τακτική ή διαφορετικά μετατρέπει τη στρατηγική σε τακτική. Τα ντοκουμέντα που ακολούθησαν το 7ο συνέδριο, μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες του φασισμού και του προεργασίας του πολέμου, έθεσαν ως έναν από τους πρωταρχικούς στόχους, τη σωτηρία της Σοβιετικής Ένωσης και την απόκρουση του φασισμού. Αυτό όποιος δεν το βλέπει εθελοτυφλεί και μένει κλεισμένος στο δωμάτιο της ιδεολογικής καθαρότητας. Ούτε στο 7ο συνέδριο, ούτε στα ντοκουμέντα του ΚΚΕ, απουσίαζε η διαλεκτική σύνδεση τακτικής με τη στρατηγική. Για παράδειγμα στη 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ του Δεκέμβριο του 1942, ο Σιάντος τοποθετείται ως εξής: «Μήπως έτσι ξεχνάμε (σ.σ. με το σχηματισμό μιας Προσωρινής Κυβέρνησης από τις αντιστασιακές δυνάμεις) τον τελικό στρατηγικό σκοπό του Κόμματος; Όχι μόνο δεν τον ξεχνάμε αυτόν το σκοπό, μα αντίθετα η σημερινή μας πολιτική έναντι του ξένου κατακτητή ίσα-ίσα μας ανοίγει το δρόμο και για την πραγματοποίηση και των παραπέρα σκοπών του ΚΚΕ…». 

Η γραμμή του 7ου συνεδρίου ήταν αυτή που γιγάντωσε ΚΚΕ και ΕΑΜ. Το ΕΑΜ προσανατολίστηκε αρχικά στο σαμποτάρισμα της παραγωγής των εργοστασίων που λειτουργούσαν για λογαριασμό των Γερμανών, οργάνωσε συσσίτια για την αντιμετώπιση της πείνας, νοηματοδότησε τον πατριωτισμό σε αντιδιαστολή με τον πατριωτισμό των αστών που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν φιέστες και ανιστόρητες αφηγήσεις, δημιούργησε φροντιστήρια και φοιτητικές λέσχες, οργάνωσε την πρώτη μέσα στην κατοχή εργατική απεργία το 1942, οργάνωσε την πρώτη πολιτική διαδήλωση επίσης το 1942 με αιτήματα για τον επισιτισμό, κατά των συλλήψεων, των βασανιστηρίων και των εκτελέσεων, ενώ το 1943 ματαίωσε την πολιτική επιστράτευση για να σταλούν εργάτες στη Γερμανία, καίγοντας τα σχετικά έγγραφα στο Υπουργείο Εργασίας. Και τι κατάφερε από την άλλη η καθαρή ταξική φόρμουλα του τροτσκισμού που απέρριπτε την πατριωτική διάσταση του αγώνα και καταφερόταν ενάντια στο 7ο συνέδριο της ΚΔ; Απολύτως τίποτα ή για να είμαι πιο ακριβής στην ακραία της εκδοχή συντάχτηκε με τους Γερμανούς κατηγορώντας το ΕΑΜ ότι σκότωνε τα ταξικά μας αδέλφια τους Γερμανούς κι ότι εξαιτίας αυτού υπήρχαν τα γερμανικά αντίποινα. Η πρώτη πολιτική, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ έφτασε το ΕΑΜ στο 1.500.000 μέλη και το ΚΚΕ στα 400.000 μέλη, ενώ η δεύτερη δημιούργησε μικρές ομάδες των δεκάδων ατόμων.

Δεύτερο, τα όποια λάθη δεν ήταν παρά στρέβλωση της γραμμής του 7ου. Τα αδύνατα στοιχεία των ντοκουμέντων, μπορεί να έπαιξαν το ρόλο τους, αλλά η γενική κατεύθυνση του 7ου ήταν πέρα για πέρα επαναστατική και μια δημιουργική εφαρμογή των αποφάσεων του 4ου συνεδρίου. Για τις εκτροπές μιας γραμμής δε φταίνε οπωσδήποτε τα ντοκουμέντα, αλλά αυτός που την εκτρέπει. Το γιατί συμβαίνει αυτό, είναι μια άλλη συζήτηση. Η κυβέρνηση Λέον Μπλουμ, η συμμετοχή των κομμουνιστικών κομμάτων Γαλλίας και Ιταλίας στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις των χωρών τους, δεν ήταν απότοκα των ντοκουμέντων του 7ου. Αν ήταν έτσι, πώς μπορεί να εξηγηθεί η επιτυχής κατάληξη των Κινέζων κομμουνιστών; Το γεγονός ότι η έκβαση στην Τσεχοσλοβακία ήταν επίσης επιτυχής; Να σημειώσω συμπληρωματικά πως η κινεζική επανάσταση πέτυχε, δίχως τη βοήθεια του Κόκκινου Στρατού και αυτό το αναφέρω γιατί τελευταία είναι πολύ της μόδας από την ηγεσία του ΚΚΕ αυτού του είδους η ανάλυση. Δηλαδή, ότι η εξουσία κερδήθηκε από την εργατική τάξη σε σειρά ευρωπαϊκών χωρών εξαιτίας της παρουσίας του Κόκκινου Στρατού, υπονοώντας ότι δεν ήταν απότοκο της συγκεκριμένης πολιτικής γραμμής που είχε υιοθετηθεί τότε από τα κομμουνιστικά κόμματα. Αυτή η άποψη παραβλέπει περιπτώσεις όπως αυτές της Κίνας, συγγενεύει επικίνδυνα με τη θεωρία μοιράσματος του κόσμου, ενώ θεωρεί νομοτελειακή την ήττα, λόγω γραμμής, στην περίπτωση που δεν υπήρχε η συνδρομή του Κόκκινου Στρατού. Παράλληλα, δε θα πρέπει να ξεχάσουμε με ποια αιτήματα κατάφερε το ΚΚ Κίνας να ηγηθεί της επανάστασης. Το ΚΚ μετά την ήττα του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού, καθορίζει ως άμεσα προβλήματα για λύση την εθνική ανεξαρτησία, την πολιτική δημοκρατία, την κοινωνική απελευθέρωση και καλεί το λαό να συσπειρωθεί στη βάση της εσωτερικής ειρήνευσης και της δημοκρατίας. Ο Μάο ήρθε σε συνεννόηση με το Κουομιντάγκ και οι συνομιλίες κρατάνε 40 ολόκληρες ημέρες. Στο τέλος βγαίνει κοινό ανακοινωθέν όπου τα δυο μέρη συμφωνούνε στην αποφυγή του εμφυλίου, για ανεξάρτητη κι ελεύθερη Κίνα, για ειρήνευση, δημοκρατία και ενότητα. Η στάση των αστικών δυνάμεων, η σωστή σύνδεση τακτικής και στρατηγικής και η αποφασιστικότητα των κομμουνιστών, ήταν οι παράμετροι που στη συνέχεια οδήγησαν σε νίκη το λαό, παρά το γεγονός ότι το Κουομιντάγκ είχε και στρατιωτική υπεροχή και την πολύπλευρη βοήθεια των Αμερικανών. Κι ας μη ξεχνάμε την ελληνική εμπειρία, από τις πλέον σημαντικές σε όλο τον κόσμο. Το ότι στην Ελλάδα σχηματίστηκε η κυβέρνηση του βουνού, μια μορφή εργατοαγροτικής κυβέρνησης και ότι υπήρξε ένοπλη σύγκρουση. Ας θυμηθούμε με ποιο τρόπο και με ποια αιτήματα γιγαντώθηκε το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Ας θυμηθούμε ακόμη πως στη 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1944, διαπιστώθηκε μια νέα φάση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα με τη γέννηση της λαϊκής αυτοδιοίκησης, ότι ως εχθρός δεν καταγράφεται μόνο ο ξένος κατακτητής, αλλά και η ντόπια αντίδραση που στέκεται στο πλευρό του κατακτητή το κόμμα και ότι η πρώτη φάση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα τελείωσε και ξεκίνησε μια νέα.


Περί σταδιοποίησης της επανάστασης

Τι σημαίνει άραγε σταδιοποίηση της επανάστασης; Στο λενινιστικό έργο υπάρχουν χωρία που καταφέρονται κατά των σταδίων και άλλα που τάσσονται υπέρ. Ήταν άραγε ο Λένιν αντιφατικός; Απαντώ κατηγορηματικά πως όχι. Όταν καταφερόταν κατά της σταδιοποίησης, κριτίκαρε τη μενσεβίκικη άποψη με βάση την οποία το πρώτο στάδιο της επανάστασης στη Ρωσία όφειλε να έχει αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα υπό την ηγεμονία της αστικής τάξης. Ο Λένιν δεν αρνούνταν τον αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα, αλλά η ένστασή του ήταν σχετικά με το ποιος θα ηγεμονεύσει. Ο ίδιος σε ένα από τα κορυφαία του έργα, Τις δυο τακτικές, μιλά απερίφραστα για την ανάγκη των δυο σταδίων. Ακόμη και στις Θέσεις τ’ Απρίλη, όταν μέσα στον πυρετό της επαναστατικής διαδικασίας λέει πως η παλιά στρατηγική πάλιωσε, δεν υπονοεί ότι ήταν λανθασμένη, αλλά ότι υποσκελίστηκε από τις νέες συνθήκες κι έτσι απαιτούνταν η αναπροσαρμογή της. Παρόλα αυτά είναι κατηγορηματικός στο ότι δεν προτείνει κυβέρνηση των εργατών, αλλά εξουσία μέσω των Σοβιέτ των εργατών, αγροτών και στρατιωτών, ενώ τα αιτήματα που θέτει είναι δήμευση των γαιών των τσιφλικάδων, άμεση συγχώνευση των τραπεζών σε μια κεντρική τράπεζα, έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής, και υπογραμμίζει εμφατικά ότι δεν τίθεται ζήτημα εισαγωγής του σοσιαλισμού ως άμεσο καθήκον.


Για το χαρακτήρα του Β΄ παγκόσμιου πολέμου

Θεωρώ επιεικώς επιπόλαιη τη θεώρηση με βάση την οποία ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος ήταν από την αρχή μέχρι τέλους ιμπεριαλιστικός. Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος ήταν κατά βάση ιμπεριαλιστικός, αλλά δεν ήταν μόνο τέτοιος. Είχε πολλαπλό χαρακτήρα. Η ερώτηση είναι απλή: από την πλευρά της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ιμπεριαλιστικός πόλεμος; Από την πλευρά της ελληνικής, της γιουγκοσλαβικής κλπ. αντίστασης τι ήταν; Δεν είχε εθνικοαπελευθερωτικό, πατριωτικό, αντιφασιστικό χαρακτήρα; Για τους λαούς της Αγγλίας και των ΗΠΑ δεν είχε αντιφασιστικό χαρακτήρα; Μπορεί κάποιος να εικάσει ότι ο διπλός χαρακτήρας του πολέμου δημιούργησε τις αυταπάτες στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ, για το ρόλο των Άγγλων. Πιθανώς η ιδεολογική και πολιτική δουλειά στις γραμμές του ΕΑΜ και του ΚΚΕ δεν ήταν η ενδεδειγμένη, πιθανώς το ίδιο να συνέβαινε και στην πλευρά της ΣΕ. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με μια συνέντευξη του Χαρίλαου Φλωράκη, το ζήτημα των Άγγλων συζητιόταν στις γραμμές του κινήματος πριν το Δεκέμβρη του 1944. Αρκετοί αναρωτιόνταν τι θα συμβεί αν οι Άγγλοι ακολουθούσαν μια επιθετική τακτική ενάντια στο ΕΑΜ και η απάντηση ήταν πως θα υπάρξει ένοπλη αντίδραση από την πλευρά των λαϊκών δυνάμεων. Επομένως τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα από αυτό που φαίνεται. Σε κάθε περίπτωση ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος δεν αποτέλεσε μια απλή επανάληψη του Α΄. 


Ο φόβος για το σπάσιμο της αντιφασιστικής συμμαχίας

Ο φόβος για τη διασάλευση της αντιφασιστικής συμμαχίας σε διακρατικό επίπεδο, είναι μια αιτία των δισταγμών της ηγεσίας του ΚΚΕ. Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος δεν είχε τελειώσει και υπήρχε ακόμη μακρύς δρόμος. Ας μην ξεχνάμε πως η λήξη του Β΄ παγκόσμιου πολέμου ήρθε το Σεπτέμβριο του 1945. Από τις απαρχές του Β΄ παγκόσμιου πολέμου μέχρι και τη λήξη του η αντιφασιστική συμμαχία όχι μόνο δεν ήταν δεδομένη, αλλά είναι γνωστό πως σε πρώτη φάση οι ΗΠΑ και Αγγλία ενήργησαν με στόχο την ήττα της ΣΕ, ενώ και στη συνέχεια βρίσκονταν σε μυστικές συνεννοήσεις σχεδιάζοντας το μελλοντικό κόσμο στα μέτρα τους και ασφαλώς δίχως τη συμμετοχή της ΣΕ. Το ΚΚΕ αντιλαμβανόταν πως δεν έπρεπε να δημιουργηθούν ρήγματα στην εύθραυστη συμμαχία που είχε συναφθεί ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση, την Αγγλία και στους υπόλοιπους συμμάχους. Δεν υποστηρίζω πως η άποψη αυτή ήταν ορθή, αλλά επιχειρώ να δώσω μια εξήγηση για την έλλειψη αποφασιστικότητας που υπήρξε απέναντι στον αγγλικό παράγοντα. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά πως υπήρξε ξεπούλημα της ταξικής πάλης ή να κατηγορήσει τους κομμουνιστές ως ριψάσπιδες. Η σύγκρουση και μάλιστα η ένοπλη είναι ένα αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός.


Ο σοβιετικός παράγοντας

Αυτός ο φόβος να μη σπάσει η αντιφασιστική συμμαχία σε διακρατικό επίπεδο, μπορεί να δώσει στη συνέχεια και μια εξήγηση για τη μη ανάμειξη του σοβιετικού παράγοντα, ένα ζήτημα που θίγω ευθύς αμέσως, καταγράφοντας την έκτη αιτία. Για να απαντήσει κανείς τεκμηριωμένα σε αυτό το ζήτημα χρειάζεται το σύνολο των ιστορικών γεγονότων καθώς και να είναι σε γνώση του μια σωρεία αρχειακών υλικών. Να ξεκινήσω με το περίφημο χαρτάκι που δόθηκε από τον Τσόρτσιλ στο Στάλιν. Κατ΄ αρχάς, χωρίς καμία διάθεση υπεράσπισης του Στάλιν στον οποίο θα μπορούσε κάποιος πολλά να προσάψει, πρέπει να πω πως αν υπήρχε τέτοιο χαρτάκι, θα είχε ήδη παρουσιαστεί. Κατά δεύτερο ό,τι κι αν ήταν ο Στάλιν δεν ήταν τόσο ανόητος ώστε να δει ένα χαρτάκι και να συμφωνήσει σε μερικά δευτερόλεπτα για τη μοιρασιά της Ευρώπης. Με τα λίγα υλικά που έχω υπόψη μου σημειώνω επιπλέον τα εξής. Υπάρχει σοβιετική έκθεση για την ελληνική κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει κάποια εκτίμηση ότι το ελληνικό κίνημα δεν πρέπει για κάποιο λόγο να μη νικήσει. Όσον αφορά στη συμφωνία του Λιβάνου σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πέτρου Ρούσσου, επιφανούς στελέχους του ΚΚΕ, η υπόδειξη του σοβιετικού πρέσβη προκειμένου να υπογραφεί η συμφωνία από την πλευρά του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, δεν ήταν κατόπιν εντολής της σοβιετικής κυβέρνησης, αλλά προσωπική του άποψη. Ωστόσο, θα πρέπει να θίξω και το εξής: ποια ήταν η σχέση ανάμεσα στο ΚΚ της ΣΕ και τα υπόλοιπα κόμματα που ήταν μέλη της ΚΔ; Υπήρχε δημοκρατική λειτουργία και σε τι βαθμό; Αυτά είναι ερωτήματα προς ιστορική εξέταση. Υπάρχει, όμως ένα κομβικό σημείο και αυτό είναι η αυτοδιάλυση της ΚΔ. Δεν είναι της παρούσης να εξετάσουμε το θέμα στο σύνολό του, αλλά με την αυτοδιάλυσή της υπάρχει μια νέα πραγματικότητα. Υπήρχαν κόμματα που συνήθιζαν απλώς να παίρνουν και να αναπαράγουν την κεντρική γραμμή, ανεξάρτητα από την ορθότητά της, δίχως να τη μελετάνε σε βάθος ή δίχως να έχουν συμβολή στη διαμόρφωσή της; Η αυτοδιάλυση αποφασίστηκε το Μάιο του 1943 και πιθανώς να σήμανε μια νέα κατάσταση για το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ έπρεπε πλέον μόνο του να αποφασίσει τι πρέπει να κάνει στις νέες πολύ δύσκολες και σύνθετες συνθήκες.

Τώρα, όσον αφορά στη συμφωνία του Λιβάνου, είναι πράγματι δυσεξήγητη η στάση της αντιπροσωπείας της ΠΕΕΑ, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Ενώ, υπήρχαν συγκεκριμένες εντολές για το πώς θα κινηθούν, παραβιάζοντάς τες, έβαλαν την υπογραφή τους σε ένα απαράδεκτο κείμενο. Κατόπιν τούτου, δημιουργήθηκε αναστάτωση στους κόλπους του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, ενώ το ΠΓ του ΚΚΕ δεν επικύρωσε τη συμφωνία του Λιβάνου σε πρώτη φάση. Στη συνέχεια βεβαίως επικυρώθηκε από την ΚΕ.


Ο παράγοντας εμπειρία

Σοβαρό παράγοντα της ήττας θεωρώ ότι αποτέλεσε και η εμπειρία του ελληνικού κινήματος. Η εμπειρία αυτή δε σχετίζεται μόνο με το χρονικό εύρος ζωής ενός κινήματος, αλλά και με την πύκνωση ή την αραίωση του ιστορικού χρόνου. Για παράδειγμα οι Μπολσεβίκοι, πριν τη νικηφόρα έκβαση της οκτωβριανής επανάστασης, είχαν βιώσει μια αποτυχημένη επανάσταση το 1905, είχε παρεμβληθεί ένα μεσοδιάστημα 12 ετών πλούσιο σε γεγονότα καθώς και η αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη. Όσον αφορά στην ελληνική πραγματικότητα δε θα πρέπει να ξεχνάμε πως η γιγάντωση του ΕΑΜ και του ΚΚΕ έγιναν απότομα. Στην πραγματικότητα μέσα σε ένα χρόνο. Δηλαδή στη μεν περίπτωση της Ρωσίας είχαμε μια σχετικά μακρόχρονη εμπειρία ταξικής πάλης, με τρεις επαναστάσεις, στη μεν ελληνική μια πιο σύντομη εμπειρία που είχε, λόγω των ιδιομορφιών της εποχής έντονα τα χαρακτηριστικά του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, όχι βεβαίως αδικαιολόγητα. 


Για τον παράγοντα εσωκομματική δημοκρατία

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε και το ζήτημα της εσωκομματικής λειτουργίας. Στις κρίσιμες αποφάσεις είχαν λόγο και σε τι βαθμό τα κομματικά μέλη; Βεβαίως, θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει πως οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολες και η εσωκομματική δημοκρατική λειτουργία ήταν μια πολυτέλεια. Μπορεί πράγματι να υπάρξουν κρίσιμες στιγμές όπου απαιτούνται γρήγορες αποφάσεις και συγκεντρωτική λειτουργία. Από την άλλη, όμως, ας διδαχτούμε από την εμπειρία των Μπολσεβίκων θετική και αρνητική. Επί Λένιν η διεξαγωγή των συνεδρίων ήταν με πολύ συχνούς ρυθμούς ακόμη κι όταν οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά πιεστικές.

Τέλος, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ καλώς επέμεναν σε μία λογική που υπογράμμιζε έμμεσα ότι ο εμφύλιος δεν είναι αυτοσκοπός. Στόχος αυτής της πολιτικής ήταν να μη χαθούν οι μάζες, να μη δώσουν περιθώρια στον ταξικό εχθρό και στον αγγλικό παράγοντα να παρουσιάσουν τις λαϊκές δυνάμεις ως δυνάμεις του χάους και υφαρπαγής της εξουσίας. Η κούραση του λαού μετά από μια πολύ σκληρή κατοχή, οι τεράστιες απώλειες ανθρώπινου δυναμικού που προσέγγιζαν το 1.000.000 νεκρούς, η λαϊκή θέληση για ειρήνευση, δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να υποτιμηθούν. Όμως, ενώ σωστά κινήθηκαν σε αυτή την κατεύθυνση, τελικά κυριάρχησε ο δισταγμός κι έγιναν οι απαράδεκτες υποχωρήσεις που έχουμε αναφέρει.


ΜΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Τι μας διδάσκει η ιστορική εμπειρία; α) ότι δεν μπορούμε να παραβλέπουμε τις ιδιαιτερότητες της εποχής που ζούμε, β) ότι δεν πρέπει να υποτιμάμε τη θέση μιας χώρας στον παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό, γ) ότι πρέπει να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη το επίπεδο συνείδησης του κόσμου, δ) ότι αν η τακτική αποκοπεί από τη στρατηγική τότε κανένας αγώνας δεν μπορεί να είναι νικηφόρος, ε) ότι απαιτείται προσεκτική μελέτη των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, αλλά και ότι αυτές είναι πέρα για πέρα απαραίτητες, στ) ότι ο ταξικός εχθρός δεν έχει αυταπάτες, είναι πεπειραμένος κι ότι την κρίσιμη στιγμή δε θα μας χαριστεί, ζ) ότι για την κοινωνική ανατροπή είναι ατελέσφοροι τόσο οι κοινοβουλευτικοί δρόμοι, όσο και οι δρόμοι της ιδεολογικής καθαρότητας, η) ότι κάθε φορά πρέπει να εντοπίζονται αιτήματα, συνθήματα και πολιτικοί στόχοι που είναι επίκαιρα, συνεγείρουν το λαό και αποτελούν εφαλτήρια για το μελλοντικό ξεδίπλωμα όλης της στρατηγικής.

Όσον αφορά στους ατελέσφορους δρόμους, ας δούμε τι πέτυχε η στρατηγική του ευρωκομμουνισμού, ας δούμε την ιστορική κατάληξη της σοσιαλδημοκρατίας, ας δούμε τις αυταπάτες του ηρωικού κατά τα άλλα Αλιέντε, ας δούμε πώς κατάντησαν τα κομμουνιστικά κόμματα της Γαλλίας και της Ιταλίας. Από την άλλη να μην ξεχάσουμε και την πορεία του ευρωπαϊκού αριστερισμού σε όλες του τις εκφάνσεις. Είτε ενσωματώθηκε πλήρως κι έγινε απόλυτα συστημικός (βλέπε Κον Μπετίτ), είτε έσβησε μέσα στους επαναστατικούς του βερμπαλισμούς μη καταφέρνοντας να αποκτήσει ρίζες στο λαό και το λαϊκό κίνημα (Μαοϊσμός, Τροτσκισμός).

Τι σημασία έχουν όλα αυτά για το σήμερα, είναι ένα κλασικό και συνάμα ρητορικό ερώτημα. Θεωρώ πως σήμερα υπάρχουν σε όλους τους χώρους, αλλού λιγότερο κι αλλού περισσότερο οι παθογένειες που ανέφερα εισαγωγικά. Για παράδειγμα κάποιοι που ονειρεύονται μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ή μια συμμαχία με το ΣΥΡΙΖΑ, επικαλούνται τα ντοκουμέντα της ΚΔ και τη θετική εμπειρία του κομμουνιστικού κινήματος ελληνικού και διεθνούς, προκειμένου να τη νομιμοποιήσουν (την κυβέρνηση). Άλλοι πάλι, εμφορούμενοι από σεχταριστικό πνεύμα, επικυρώνουν την ιδεολογική και πολιτική τους στενότητα, θεωρώντας στο σύνολό τους το ΕΜ και το ΛΜ ρεφορμιστικά ή εντελώς άχρηστη την μεταφορά των ιστορικών εμπειριών στο σήμερα. Και οι δυο θεωρήσεις είναι απολύτως προβληματικές και αδιέξοδες, αλλά κυρίως καταστροφικές για το κίνημα. Ας γίνω περισσότερο συγκεκριμένος.

Όσον αφορά στο ΚΚΕ, στην πιο κρίσιμη περίοδο για το λαό και το λαϊκό κίνημα αποφάσισε να πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων την ιστορική του εμπειρία αλλά και το στόχο που είχε θέσει παλαιοτέρα για τη δημιουργία ενός ΑΑΔΜ, απόλυτα αναγκαίου για το σήμερα. Υιοθέτησε παλιές τροτσκιστικές και αναρχικές θέσεις περί ιμπεριαλιστικής Ελλάδας, απεφάνθη πως όλη του η ιστορία είναι μια πορεία αδιάκοπου οπορτουνισμού, κι έτσι κατ΄ επέκταση σήμερα αρνείται κάθε μορφή συμμαχίας. Αρκείται στο να μιλάει για λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία, δηλαδή για δικτατορία του προλεταριάτου που μάλιστα δεν την κατονομάζει ως τέτοια, ενώ το μισό κόμμα (ΠΑΜΕ), καλεί το άλλο μισό (ΜΑΣ, ΠΑΣΥ) σε συντονισμό. Βέβαια αναγκασμένο από τα πράγματα καταφεύγει σε καιροσκοπικές κινήσεις αυτοσυντήρησης. Για παράδειγμα στο τελευταίο συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ που ομολογουμένως ήταν μεγάλο, ελαχιστοποίησε το πακέτο των αιτημάτων, ενώ η κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ ήταν σχεδόν απούσα. Αυτό που κρατάει σήμερα ακόμη ζωντανό το ΚΚΕ είναι οι ιστορικοί του δεσμοί με το λαό, οι ρίζες του στο εργατικό κίνημα που δε διαθέτει κανείς άλλος, αυταπάρνηση των μελών του και το οργανωτικό του μοντέλο. Ωστόσο, τα πράγματα μπορεί κάποια στιγμή να γίνου οριακά αν δεν έχουν γίνει ήδη. Ο παλιός δικομματισμός από το 85% με το ζόρι φτάνει πλέον στο 30% και το ΚΚΕ δεν έχει καρπωθεί τίποτα ούτε εκλογικά, ούτε κινηματικά, ούτε ιδεολογικά. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις παρουσιάζει τάσεις υποχώρησης, με κάποιες βέβαια εξαιρέσεις. 

Για το ΣΥΡΙΖΑ δεν το συζητάμε. Ο στόχος για κυβέρνηση της αριστεράς μετατράπηκε σε κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, ενώ γραμμή χαράζει το πιο δεξιό κομμάτι του. Ας θυμηθούμε τις δηλώσεις Σταθάκη ότι το χρέος είναι επαχθές στο 5%, ότι χρειάζονται ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί ή τη δήλωση Δραγασάκη ότι η κρίση είναι δική μας. Ας θυμηθούμε την εμμονή για παραμονή στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, την καλλιέργεια αυταπατών ότι μπορεί η ΕΕ να εκδημοκρατιστεί, το ουτοπικό μοντέλο μιας νέας διαχείρισης κεϋνσιανού τύπου καθώς και το γεγονός ότι ο Τσίπρας έχει επισκεφτεί όλα τα κέντρα εξουσίας κάμνοντας απίστευτες δηλώσεις, ειδικά στις ΗΠΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ενδιαφέρεται ούτε για πολιτικές συμμαχίες που θα εξασφάλιζαν μιαν άλλη πορεία για το λαό και τον τόπο, ούτε για τέτοιες κοινωνικές συμμαχίες που θα απαντούσαν στο μαύρο μπλοκ κυβέρνησης-ΔΝΤ-ΕΕ. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η συγκρότηση πολιτικών συμμαχικών με τους ΑΝΕΛ, τη ΔΗΜΑΡ, ίσως ακόμη με το ΠΟΤΑΜΙ και το ΠΑΣΟΚ.

Αντιφάσεις και αμφισημίες υπάρχουν και στο μεταβατικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Πρώτα από όλα πρέπει να είμαι δίκαιος διευκρινίζοντας πως η υιοθέτηση της έννοιας του Μεταβατικού προγράμματος, είναι μια κατάκτηση για σχήματα που στο παρελθόν δεν τη δέχονταν. Ωστόσο, ένα Μεταβατικό Πρόγραμμα έχει πολλαπλό χαρακτήρα: α) πρέπει να λειτουργεί προπαγανδιστικά ως μία εναλλακτική λύση στη υπάρχουσα βαρβαρότητα και να απαντά άμεσα στις τρέχουσες ανάγκες και τα προβλήματα του λαού και του τόπου, β) πρέπει να είναι ένα συνεκτικό πακέτο αιτημάτων που θα μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερα λαϊκά τμήματα στους κοινωνικούς αγώνες, γ) πρέπει να είναι πρόταση κυβερνητικής εξουσίας, δ) πρέπει να είναι διαυγές τουλάχιστον στις πιο ριζοσπαστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ότι αποτελεί μόνο την «πρώτη πράξη του έργου» και τυχόν εφαρμογή του θα είναι βραχυπρόθεσμη ενώ αναγκαστικά πρέπει να εντείνει την ταξική πάλη και να οδηγήσει στο ποιος ποιον. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει σαφής «μετάφραση» του Μεταβατικού Προγράμματος από την πλευρά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και αυτό λειτουργεί ανασταλτικά για την ελκτική της δύναμη, την κινηματική της αποτελεσματικότητα και την εκλογική της επιρροή. 

Ποιες παραμέτρους πρέπει σήμερα να πάρουμε υπόψη προκειμένου να αποφανθούμε για το τι Μέτωπο απαιτείται; Πρώτο, το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνο υπερχρεωμένη για τις επόμενες δεκαετίες, αλλά και το ότι ισχυρά κεφάλαια του παγκόσμιου καπιταλισμού έχουν πέσει πάνω της και την απομυζούν δίχως έλεος. Δεύτερο, ότι ο κόσμος της εργασίας έχει δεχτεί μιαν άνευ προηγουμένου επίθεση στο εισόδημά του κι εν γένει στα δικαιώματά του που μας γύρισε πολλές δεκαετίες πίσω. Τρίτο, ότι ορισμένοι δείκτες είναι πρωτόφαντοι. Αναφέρομαι στην απώλεια του 25% του ΑΕΠ, στο 30% της ανεργίας, στις δεκάδες χιλιάδες νέων επιστημόνων κι εργαζομένων που επέλεξαν να ξενιτευτούν, στα τεράστια ποσά που διοχετεύονται προς τους δανειστές. Τέταρτο, ότι η δημοκρατία –η αστική δημοκρατία– έχει στραπατσαριστεί από τους ίδιους τους αστούς: κυβερνητικά πραξικοπήματα τύπου Λουκά Παπαδήμου, δεκάδες ΠΝΠ και προεδρικά διατάγματα, απαγορεύσεις διαδηλώσεων, βία σε όλο το φάσμα του κράτους και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε την άνοδο της ΧΑ. Πέμπτο, τίθεται πολύ σοβαρά το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας. Ασφαλώς, η σημερινή πολιτική είναι επιλογή του ελληνικού αστικού πολιτικού συστήματος, αλλά το ΔΝΤ και η ΕΕ χαράζουν σε σημαντικό βαθμό τα οικονομικά και πολιτικά δρώμενα στην Ελλάδα. Το ξένο κεφάλαιο αποκομίζει τεράστια κέρδη από τις αξίες και υπεραξίες, υποβάλλοντας την ελληνική εργατική τάξη σε διπλή εκμετάλλευση. Έκτο, στην περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ σχηματίσει κυβέρνηση, τότε όλοι καταλαβαίνουμε ότι αρχίζει μια πολύ δύσκολη περίοδος για το κίνημα. Η διάψευση των ελπίδων εκατομμυρίων Ελλήνων, που είναι δεδομένη, είναι άγνωστο σε τι ατραπούς θα μας οδηγήσει και τι νέες μορφές συντηρητικοποίησης και υποταγής θα επιφέρει. Μαζί με όλα αυτά πρέπει να συνεκτιμήσουμε την υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος των τελευταίων δεκαετιών και την κατάσταση της συνείδησης που βρίσκεται ο λαός. Έτσι, σήμερα ένα κοινωνικοπολιτικό Μέτωπο: 

Δεν μπορεί να λέγεται αριστερό και με την έννοια του ακριβούς προσδιορισμού και με την έννοια ότι ένα Μέτωπο πρέπει να έχει πλατιά απεύθυνση στον κόσμο και σε αυτόν που δεν αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός. 

Επιπλέον, δεν είναι σωστό να χαρακτηρίζεται ως αντικαπιταλιστικό με την έννοια ότι δεν μπορεί, σήμερα τουλάχιστον, να μιλά για αντικαπιταλιστική ανατροπή και να υιοθετεί μαξιμαλιστικά αιτήματα. Αν είναι τέτοιο, τότε το Μέτωπο δεν έχει καμία διαφορά από το Κόμμα. Πολύ περισσότερο, ένα Μέτωπο δεν έχει νόημα αν είναι κομμουνιστικό. 

Παράλληλα, ανεξάρτητα από τους προσδιορισμούς που θα του αποδοθούν πρέπει να έχει αντιιμπεριαλιστικά, αντιμονοπωλιακά και δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Αντιιμπεριαλιστικά με την έννοια ότι ένας βασικός εχθρός σήμερα είναι η ΕΕ και το ΔΝΤ. Αντιμονοπωλιακά με την έννοια ότι πολώνεται η αντίθεση ανάμεσα στα μονοπώλια και το λαό και στο στόχαστρο δεν είναι μόνο η εργατική τάξη αλλά και ευρεία μεσαία στρώματα που συμπιέζονται, εξαθλιώνονται και προλεταριοποιούνται. Δημοκρατικά με την έννοια ότι μια σωρεία αστικοδημοκρατικών θεσμών υποχωρούν και τη θέση τους παίρνουν αυταρχικοί θεσμοί, ενώ το βαθύ κράτος γίνεται ακόμη πιο σκληρό. 

Το Μέτωπο πρέπει να συγκροτηθεί σε δυο επίπεδα: ένα κοινωνικό όπου μπορούν να υπάρξουν πλατιές συμμαχίες και συσσωματώσεις, με το βάρος να πέφτει στο εργατικό κίνημα. Αν στο επόμενο χρονικό διάστημα δεν πραγματοποιηθούν συντονισμοί, κοινοί αγώνες, στοιχειώδης συνεννόηση στις γενικές συνελεύσεις των σωματείων, κοινοί βηματισμοί στο δρόμο, τότε δεν ξέρω το θα απομείνει ως κατάκτηση από τον 20ο αιώνα. Ελάχιστο αίτημα μπορεί να αποτελέσει η επιστροφή στην προ μνημονίου κατάσταση καθώς και η απόκρουση ό,τι νέου αντιλαϊκού έρχεται. Το άλλο, το πολιτικό επίπεδο, είναι μια πιο δύσκολη υπόθεση, αλλά τουλάχιστον ας υπάρξουν συζητήσεις, αναζητήσεις, αντιπαραθέσεις. Ας κουβεντιάσουμε για τα χαρακτηριστικά του Μετώπου δίχως ιδεοληψίες, αλλά και για την ανάγκη της ανάταξης του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος.

Όπως και να έχει, στις σημερινές πολύ ιδιαίτερες συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης και της ελληνικής πραγματικότητας, απαιτείται μια διαλεκτική ανάγνωση της ιστορικής εμπειρίας των ΛΜ. Αν αυτό δε γίνει από τις δυνάμεις που αγωνίζονται για την κοινωνική ανατροπή, αν ο καθένας μείνει στην ασφάλεια του δικού του μικροσύμπαντος, αν δεν τινάξουμε από πάνω μας τις «σκουριές» κάθε είδους που κουβαλάμε για δεκαετίες, τότε η ευθύνη για την τελμάτωση του κινήματος θα βαραίνει αποκλειστικά τις πλάτες μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.