Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Επιστήμη, τεχνολογία και πόλεμος (Μέρος Α΄)



του Παναγιώτη Γαβάνα

Από πρώτη ματιά φαίνεται να υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα στη «καταστροφική δύναμη» των εξοπλισμών και στη «παραγωγική δύναμη» επιστήμη και τεχνολογία, η πρόοδος της οποίας πρέπει να συνεισφέρει στο καλό της ανθρωπότητας. Η φυσικο-επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος όμως χρησιμοποιήθηκε σε πολλές περιπτώσεις για τους εξοπλισμούς και τους πολέμους, και οι επαναστάσεις στις φυσικές επιστήμες και την τεχνολογία είχαν ως συνέπεια ριζικές αλλαγές στα στρατιωτικά και στη τεχνική των όπλων.

Στο Πρώτο Μέρος αυτής της μικρής μελέτης εξετάζεται συμπυκνωμένα η εξέλιξη και η αλληλεπίδραση επιστήμης, τεχνολογίας και πολέμου, από τις απαρχές τους μέχρι σήμερα


Οι απαρχές της τεχνολογίας του πολέμου

Στη προϊστορία του πολέμου η επιστήμη και η τεχνική δεν έπαιζαν κανένα ρόλο, ή αυτός ήταν απλά πολύ μικρός. Τα συμβάντα του πολέμου καθορίζονταν από τη μονομαχία. Η «τεχνική» εδώ βρισκόταν κυρίως στο να κυριαρχεί κανείς στο σώμα του και στην επιδεξιότητα κατά τον χειρισμό των όπλων που χρησιμοποιούνταν. Συχνά υπήρχαν μόνο ελάχιστες διαφορές οι οποίες ήταν αποφασιστικές για τη ζωή ή το θάνατο. Ο άνθρωπος ήταν ο κύριος φορέας και ο στόχος της ενέργειας που χρησιμοποιούνταν στο πόλεμο, η επίδραση της οποίας ενισχυόταν με τεχνικά μέσα (σπαθί, τσεκούρι) ή εξασθενούσε (ασπίδα, κράνος, πανοπλία).

Κατά τη σύγκρουση των στρατών η συντονισμένη σύμπραξη των ατόμων έπαιζε αποφασιστικό ρόλο. Η οργανωμένη ενέργεια που χρησιμοποιούνταν έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο. Αποφασιστική δεν ήταν μόνο η μάζα, αλλά και η τακτική επιδεξιότητα καθώς και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά στοιχεία του εξοπλισμού και της κινητικότητας, ενώ η εκπαίδευση και η πειθαρχία μπορούν να επιφέρουν πλεονεκτήματα. Για τον Σωκράτη ένας δομημένος στρατός είχε μεγαλύτερη αξία από έναν άτακτο, και ο Πλάτωνας στο σχηματισμό ενός στρατού που βρισκόταν σε παράταξη έβλεπε την πρακτική χρήση της γεωμετρίας. Για να γίνει δυνατή η επικοινωνία στη μάχη ήταν απαραίτητο ένα επεξεργασμένο σύστημα πληροφοριών. Για να γεφυρωθεί η απόσταση με τον αντίπαλο και να κρατηθεί αυτός σε απόσταση, γινόταν όλο και πιο σημαντικά τα όπλα από απόσταση.

Μια δυναμική συνιστώσα ήρθε στο προσκήνιο με τη χρήση του αλόγου κατά τη διεξαγωγή του πολέμου, επειδή η δύναμη, η ευκινησία και η αντοχή του, ήταν ανώτερη από αυτές του ανθρώπου. Τα άλογα μετατράπηκαν επίσης σε σημαντική πηγή ενέργειας κατά τις μεταφορές στρατιωτικών αγαθών και όπλων. Με την άριστη γνώση της τέχνης της ιππασίας οι Ούννοι και οι Μογγόλοι μπόρεσαν να μετατραπούν σε ένα σημαντικό κίνδυνο για τα τεχνικά προηγμένα ευρωπαϊκά έθνη.

Η «τέχνη του πολέμου» για έναν στρατηγό βρισκόταν στο να γνωρίζει επαρκώς τα στοιχεία της διεξαγωγής του πολέμου, και μ΄ αυτά, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη το έδαφος, το χρόνο και τον αντίπαλο, να επιχειρεί. Οι επιστημονικο-τεχνικές γνώσεις έφεραν εδώ πλεονεκτήματα. Έτσι για παράδειγμα, ο Μέγας Αλέξανδρος ένα μέρος των επιτυχιών του το όφειλε στην εκπαίδευση και στην προπαιδεία από τον Αριστοτέλη. Δεν υπήρχε όμως καμιά συστηματική έρευνα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον πόλεμο, μάλλον υπήρξε μια απρογραμμάτιστη συλλογή από καθημερινές εμπειρίες οι οποίες αποθηκεύτηκαν με τη μορφή της παράδοσης ή στη δομή των ίδιων των όπλων.

Η αρχαιότητα έφερε τις απαρχές της φυσικής (μηχανική), των μαθηματικών (δεκαδικό σύστημα, γεωμετρία, χωρομέτρηση, άλγεβρα), της αστρονομίας (αστερισμοί, μέτρηση του χρόνου) και της χημείας (μεταλλικές κατασκευές, οικοδομικά υλικά). Οι επιστημονικές έννοιες (θεωρία και πείραμα, αιτία και αποτέλεσμα, απαγωγή και επαγωγή) αποτέλεσαν αντικείμενο της αρχαίας φιλοσοφίας, δε συνδέονταν όμως με μια ενιαία μεθοδολογία.

Η γνώση που ήταν χρήσιμη για τον πόλεμο χρησιμοποιήθηκε χωρίς δισταγμό, ο ίδιος ο πόλεμος μετατράπηκε σε αντικείμενο της επιστήμης. Ιδιαίτερα η χρήση των μετάλλων απαιτούσε μεγάλες τεχνολογικές δεξιότητες (τήξη, χύτευση, μοντελοποίηση), κάτι που συνέβαλλε στην εξειδίκευση και στη δημιουργία νέων επαγγελμάτων (οπλοποιός).

Μια ιδιαίτερη κοινωνική οργάνωση απαιτούσε ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών ανάμεσα στην οικοδόμηση οχυρών και την τεχνική της πολιορκίας. Μόνο οι τεράστιες μάζες υλικού για την κατασκευή χοντρών τειχών ή το σκάψιμο βαθιών χαρακωμάτων, απαιτούσαν ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων και την αλληλεπίδραση διάφορων εμπειρογνωμόνων που υποστηρίζονταν από τεχνικούς μηχανικούς και υποζύγια. Για να ξεπεραστεί η δεσμευμένη στις επάλξεις ενέργεια, ήταν αναγκαία για την κατάκτηση του οχυρού η χρήση ενέργειας και υλικού, σε περίπτωση που δε μπορούσε να υπάρξει πρόσβαση με δόλο ή με κάποια παγίδα. Οι πολιορκημένοι άνθρωποι συμμετείχαν ενεργά στο πόλεμο και ήταν αποκομμένοι από τον έξω κόσμο, ακόμη και από τις εξωτερικές πηγές τροφίμων και νερού, κάτι που έκανε αναγκαία την αυτάρκεια για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι πολιορκητές έπρεπε να προμηθευτούν τα τρόφιμα από τη γύρω περιοχή. Το ποιος τελικά είχε τη μεγαλύτερη αντοχή, αυτό ήταν επίσης ένα ζήτημα οικονομίας.

Με την ισχύ του οχυρώματος αυξήθηκε και το μέγεθος της ισχύος των μηχανισμών για τη πολιορκία και την κατάκτηση, οι οποίοι έπρεπε να μεταφέρουν μεγάλες μάζες και ταυτόχρονα να είναι φορητοί. Στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία υπό τον Βιτρούβιο υπήρχαν εργαστήρια και εκπαιδευτικά έργα για την κατασκευή πολεμικών μηχανών. Οι καταπέλτες μετέτρεπαν την αποθηκευμένη μηχανική ενέργεια σε κινητική και εκσφενδόνιζαν βαριά μπλοκ ενάντια στα τείχη των οχυρών ή πύρινες σφαίρες πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Η κατασκευή των καταπελτών προϋπόθετε για την εποχή εκείνη ένα υψηλό επίπεδο επιστημονικο-τεχνικής οργάνωσης. Απαιτούσε γνώσεις από το πεδίο των μαθηματικών (αριθμητική, γεωμετρία), της μηχανικής (νόμοι για τους μοχλούς, δυνάμεις επιτάχυνσης, βαλλιστική, αεροδυναμική, ελαστικότητα), της χημείας (κατάλληλα υλικά). Υπήρχαν σχολές (π.χ. στην Αλεξάνδρεια) που έκαναν συστηματικές παρατηρήσεις και πειράματα. Έτσι, ο Αρχιμήδης κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της γενέτειράς του, των Συρακουσών, από τους Ρωμαίους (214 - 212 π. Χ.), παρακινήθηκε στη κατασκευή πολλών αμυντικών όπλων, μεταξύ αυτών και τεράστιων καταπελτών οι οποίοι κατέστρεφαν τα ρωμαϊκά πλοία. Παρ΄ όλα αυτά οι Συρακούσες κατακτήθηκαν με προδοσία, όπου σκοτώθηκε και ο ίδιος ο Αρχιμήδης.

Στον κλάδο της ναυτιλίας και στο ναυτικό πόλεμο χρήσιμες ήταν αρχικά η μυϊκή δύναμη (των σκλάβων) και η αιολική ενέργεια ως κινητήρια δύναμη. Η τελευταία ήταν επίσης κατάλληλη για να ξεπεραστούν διηπειρωτικές αποστάσεις. Έτσι έγινε δυνατό να μεταφέρονται σε μεγάλες αποστάσεις σημαντικές πρώτες ύλες, χρηματικά μέσα (χρυσός) και οπλικά συστήματα για τη διεξαγωγή του πολέμου στη ξηρά. Αυτό το επίπεδο της τεχνικής των εξοπλισμών παρέμεινε ουσιαστικά μέχρι τα τέλη του Μεσαίωνα.


Η περίπτωση Λεονάρντο ντα Βίντσι

Στο κατώφλι της νεότερης εποχής και πριν την εμφάνιση της σύγχρονης επιστήμης, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452 – 1519) βρισκόταν στο επίκεντρο των ριζικών αλλαγών της Αναγέννησης. Δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα που να μην το εξετάσει εξονυχιστικά και να το καταγράψει σε αμέτρητα χαρτιά.

Για να μπορεί να ασχοληθεί με τις έρευνές του, ο ντα Βίντσι εξαρτιόνταν από την εύνοια και την υποστήριξη των ισχυρών, και οι πιο ελπιδοφόρες πηγές εισοδήματος την εποχή εκείνη ήταν οι τέχνες και ο πόλεμος. Ωθούμενος από τις ανασφαλείς σχέσεις της βόρειας Ιταλίας στα τέλη του 15ου αιώνα, αναγκασμένος εν μέρει και λόγω των νέων πυροβόλων όπλων, αναζήτησε τη σωτηρία του στη τεχνολογία των όπλων. Σχεδίασε το υποβρύχιο και το κινούμενο με τα χέρια τεθωρακισμένο, το αυτόματο όπλο και τα κανόνια ατμού, βλήματα πυροβολικού και βλήματα με πολλαπλούς πυροκροτητές. Στο ρεπερτόριό του περιλαμβανόταν ακόμη βελτιωμένες οχυρώσεις και μια μηχανή παραγωγής πολεμικού υλικού. Ζύγιζε τις δυνατότητες της οικολογικής διεξαγωγής πολέμου (καταστροφή της σοδειάς, αντίξοες καιρικές συνθήκες, σαν όπλο) και σχεδίασε εμπρηστικές βόμβες και βόμβες δηλητηριωδών αερίων που να ρίχνονται στον εχθρό για να εισπνέει τα αέρια και να πνίγεται.

Ο ντα Βίντσι εφάρμοσε τις γνώσεις στις «παραγωγικές» του έρευνες για σκοπούς «καταστροφικούς» και αντίστροφα. Ανέπτυξε και τα δυό σε μια αλληλεπίδραση, χωρίς να κάνει διαχωρισμό μεταξύ ειρηνικής και στρατιωτικής χρήσης. Για τη στρατιωτική εκτροπή ποταμών χρησιμοποίησε γνώσεις από τη γεωγραφία και τη γεωλογία, στην κατασκευή καταπελτών τη μηχανική, στην κατασκευή εκρηκτικών τη χημεία. Από την άλλη μεριά, από την πείρα που αποκόμισε από την κατασκευή και τη χρήση των όπλων, απέκτησε γενικές γνώσεις. Κατά την εξέταση της τροχιάς των βλημάτων έφτασε στο πρόβλημα της αντίστασης του αέρα, η οποία διαισθητικά στη σωστή σε μεγάλο βαθμό παραβολική τροχιά που σχεδίασε, αντέφασκε στο μέχρι τότε ισχυρισμό που ίσχυε, δηλαδή για μια συνθετική τροχιά που αποτελείται από δυό μικρά ευθύγραμμα τμήματα. Κατά τα πειράματα με τα όπλα προσδιόρισε ένα μέσο όρο του συντελεστή τριβής. Για την αποτελεσματική παραγωγή κανονιών και όπλων διάβηκε το δρόμο της εκμηχάνισης και της τυποποίησης και τη χρήση της υδραυλικής ισχύος.

Η υλοποίηση των σχεδίων του ντα Βίντσι την εποχή εκείνη θα μπορούσε να θέσει σε κίνηση μια επιστημονικο-τεχνική επανάσταση. Δεν του έλειπε η φαντασία, αλλά κυρίως η πρακτική υλοποίηση. Πολλά από αυτά στην υλοποίησή τους ήταν πολύ ακριβά, όπως η εκτροπή ποταμών, άλλα πάλι ήταν μη πραγματοποιήσιμα, όπως η μηχανική ιπτάμενη μηχανή. Χωρίς την ποσοτική γνώση της στατικής και της δυναμικής, και χωρίς τη δυνατότητα χρήσης μιας πηγής ενέργειας, όπως για παράδειγμα η ατμομηχανή, ο μηχανικός της Αναγέννησης δε μπορούσε να υπερβεί πραγματικά ποτέ τα όρια που έμπαιναν από την παραδοσιακή πράξη. Παρ΄ όλα αυτά ο ντα Βίντσι κατόρθωσε διαισθητικά –εκατοντάδες χρόνια πριν την πραγματική τους ανακάλυψη- να μαντέψει μερικές βασικές αρχές, για τις οποίες ο ίδιος καθιέρωσε την έννοια του «φυσικού νόμου», μεταξύ αυτών την αρχή Χόιχενς για τη διάδοση των κυμάτων και την αρχή διατήρησης της ενέργειας. Για να διατυπώσει όμως τους φυσικούς νόμους τού έλειπαν τα όργανα μέτρησης. Ο ντα Βίντσι όμως είδε και την αντίφαση ανάμεσα στην αξίωσή του να διευκολύνει με την τεχνολογία την ανθρώπινη ύπαρξη από τα βάσανα, και τη συνεισφορά του στην καταστροφή που επιφέρει ο πόλεμος, τον οποίο χαρακτήρισε ως «κτηνώδη τρέλα».


Σκοπός και μέσο: Πυροβόλα όπλα και σύγχρονη επιστήμη

Ριζικές αλλαγές στην επιστήμη όπως και στη τεχνική του πολέμου, προέκυψαν ως συνέπεια της Αναγέννησης. Ο ντα Βίντσι συνδέει εδώ την αρχαία παράδοση και τη σύγχρονη εποχή. Ενόσω ο ντα Βίντσι ενσωμάτωνε ακόμη διάφορες πλευρές της τεχνικής, στην παραπέρα εξέλιξη εμφανίστηκε αρχικά το καλλιτεχνικό στοιχείο στο παρασκήνιο προς όφελος των τεχνητών αντικειμένων τα οποία έπρεπε να λειτουργούν σαν μέσο για το σκοπό. Για τον Βάκωνα η επιστήμη είναι το νέο εργαλείο (novum organum) και ένα μέσο για την πρόοδο, με σκοπό να αυξηθεί η ευημερία της ανθρωπότητας με την ορθολογική χρήση της νέας επιστημονικής μεθοδολογίας που στρέφεται στην αύξηση του αποτελέσματος. Με το να χρησιμεύει η γνώση στην τεχνική εξέλιξη, η οποία με τη σειρά της παράγει γνώση, ο Βάκωνας προκαταλαμβάνει την εκρηκτική επιστημονικο-τεχνική δυναμική της εξέλιξης.

Η αναλογία του μέσου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό αντιστοιχεί κατά τη νευτώνεια μηχανική στη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Η επίδραση της ενέργειας και η ενέργεια που έχει δαπανηθεί για αυτό, μετατρέπεται σε μέσο για να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη επιτάχυνση της μάζας. Αν είναι δεδομένες οι δυνάμεις και η γνώση της μάζας, του χώρου και του χρόνου, τότε σύμφωνα με το μηχανιστικό τρόπο σκέψης, «ουσιαστικά» μπορεί να υπολογιστεί η δυναμική του συστήματος για κάθε χρονικό διάστημα. Τα όρια βρίσκονται στην ελλιπή διαθεσιμότητα ύλης και ενέργειας για την επίτευξη του σκοπού και στην ελλιπή γνώση των σχετικών φυσικών μεγεθών και της αλληλεπίδρασής τους.

Η αξίωση να εφαρμοστούν οι νόμοι της φύσης που μετρήθηκαν και υπολογίστηκαν για την κυριαρχία πάνω στη φύση και την κατάλληλη χρήση της, είχε τεράστιες επιτυχίες. Η αλληλεπίδραση εμπειρίας και θεωρίας οδήγησε στη βελτιστοποίηση των τεχνικών μέσων τα οποία μετασχηματίζουν την εισροή των πόρων (ύλη, ενέργεια, πληροφορία) σε αποτελεσματική επίτευξη των στόχων και την εκπλήρωση των σκοπών.

Μόλις γεννήθηκε η νέα επιστήμη τραβήχτηκε αμέσως στο στρόβιλο του πολέμου. Τα αναλυτικά εργαλεία επέτρεψαν τον καλύτερο έλεγχο του χώρου, του χρόνου, της μάζας, της δύναμης και της ενέργειας, και η επιστημονική αναζήτηση για το νέο και το άγνωστο ήταν επίκαιρη την εποχή της αποικιοκρατίας.

Η αρχική ώθηση προήλθε από την ανακάλυψη της πυρίτιδας και την εξάπλωση των πυροβόλων όπλων, τη σημασία των οποίων είχε αναγνωρίσει ήδη τον 13ο αιώνα ο συνονόματος του Βάκωνα, Ρότζερ Βάκωνας. Η βροντή του κανονιού προέτρεψε πολλούς να θέσουν το έργο τους στην υπηρεσία του πολέμου. Έτσι, ο Γαλιλαίος το 1609 σε μια επιστολή του προς το δόγη Λεονάρντο Ντανάτο επαινούσε την ανεκτίμητη αξία του τηλεσκοπίου για την ανακάλυψη του εχθρού, και ο μαθηματικός Νικολό Ταρτάλια που έζησε στις αρχές του 16ου αιώνα προσπάθησε να υπολογίσει το μέγιστο βεληνεκές των πυροβόλων. Ενδοιασμοί τον ώθησαν να καταστρέψει το έργο του επειδή σ΄ αυτό έβλεπε να τελειοποιείται μια βάρβαρη επιχείρηση η οποία θα ήταν καταστροφική για τις επόμενες γενιές και την ανθρωπότητα. Λαμβάνοντας όμως υπόψη την επικείμενη απειλητική εισβολή στην Ιταλία από τους Τούρκους άλλαξε και πάλι τη γνώμη του.

Η επανάσταση της «μαύρης σκόνης» (πυρίτιδα) ώθησε στην ανάπτυξη της τεχνικής και της επιστήμης του πολέμου. Η βελτίωση των πυροβόλων όπλων και η έρευνα της διαδικασίας του πυροβολισμού οδήγησε στα ζητήματα της μηχανικής (δράση και αντίδραση, τριβή και αντίσταση του αέρα, βαλλιστική) και της χημείας (διαστολή των αερίων, σύνθεση του αέρα). Η ενασχόληση με την ολοένα και πιο πολύπλοκη τεχνολογία των εξοπλισμών απαιτούσε τον επαγγελματισμό και την εξειδίκευση του προσωπικού που ασχολούνταν με αυτήν, κάτι που αντικατοπτρίστηκε στην ίδρυση στρατιωτικών ακαδημιών και σχολών για μηχανικούς. Η τεχνολογία των εξοπλισμών απαιτούσε ένα αυξανόμενο μερίδιο από τις καινοτομίες στις φυσικές επιστήμες και την τεχνολογία και ωθούσε μπροστά την ανάπτυξή τους. Ο επιστημονικός ανταγωνισμός γινόταν ολοένα και περισσότερο αποφασιστικός και χρηματοδοτούνταν από το κράτος. Συνδεδεμένη με την ανάπτυξη της επιστήμης ήταν η μεγάλη βιομηχανική παραγωγή στα εργοστάσια της πυρίτιδας, στα χυτήρια που κατασκεύαζαν κανόνια και πυροβόλα όπλα, κάτι που ώθησε στην εκμηχάνιση και στην τυποποίηση του προτσές παραγωγής.

Η διεξαγωγή του πολέμου άλλαξε ενόψει της παραγωγής ολοένα και νέων τύπων όπλων. Εδώ περιλαμβάνονται τα κανόνια που χρησίμευαν στην πολιορκία και στις μάχες, τα τουφέκια με διαφορετική μέθοδο ανάφλεξης, οι ξιφολόγχες, τα πιστόλια, οι χειροβομβίδες, τα κοίλα βλήματα, τα μικρά βλήματα, τα βαρελότα, οι ρουκέτες. Η αρχαία τεχνική των οχυρώσεων δε μπορούσε πλέον να αντέξει στην επίθεση του πυροβολικού, οι οχυρώσεις των πόλεων αντικαθιστούνταν ολοένα και περισσότερο από μεγάλης κλίμακας χερσαίες οχυρώσεις και από μια ενεργητική άμυνα, με τη χρήση πυροβολικού, μικρά οχυρωματικά έργα και χαρακώματα.

Ο αριθμός των θυμάτων με την τελειοποίηση των πυροβόλων όπλων αυξανόταν αλματωδώς. Η χρήση του φλογοβόλου και του πυροβόλου όπλου έκανε δυνατή την αυτοματοποιημένη σφαγή και δυσκόλευε τους ελιγμούς στα πεδία των μαχών. Με τα νέα εκρηκτικά (νιτρογλυκερίνη, δυναμίτης, τρινιτροτολουόλη), τις βαριές σφαίρες του πυροβολικού, τις βόμβες θραυσμάτων και τις εμπρηστικές βόμβες, έγιναν δυνατοί οι βομβαρδισμοί μεγάλων εκτάσεων.

Με την αύξηση της αποτελεσματικότητας δεν αυξήθηκε μόνο η χρήση της ενέργειας, αλλά και το βεληνεκές. Η εικόνα του πολέμου άλλαξε, οι μικρές χωρικές δομές του Μεσαίωνα διαλύθηκαν. Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού νέων τύπων όπλων και της υπεροχής της επίθεσης, η διεξαγωγή του πολέμου και η στρατιωτική στρατηγική έγιναν ολοένα και πιο περίπλοκες. Για τη συγκέντρωση των πυρών ήταν αναγκαίοι μαζικοί στρατοί και γυμνασμένοι στρατιώτες. Η ναπολεόντεια στρατηγική της κινητικότητας και της συγκέντρωσης των μέσων, διέλυσε τις άκαμπτες γραμμές στις μάχες κατά τη διάρκεια της απολυταρχίας, και έκανε δυνατή την κυριαρχία πάνω στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ο σιδηρόδρομος επέτρεψε τη μεταφορά των στρατευμάτων και των εγκαταστάσεων τροφοδοσίας σε μεγάλο αριθμό και την κίνηση με πολλή υψηλότερη ταχύτητα. Ο πολεμικός στόλος με τα κανόνια απέκτησε αποφασιστική σημασία στη πάλη για την κατάκτηση των αποικιών.

Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο πυροβολικό και στην οικοδόμηση οχυρών ήταν γενικά ισόπαλος. Η κατάκτηση ενός οχυρού μετατράπηκε σε ένα διαρκή δαπανηρό βομβαρδισμό (Σεβαστούπολη) και η μάχη σ΄ ένα πόλεμο χαρακωμάτων με πολλά θύματα, για παράδειγμα ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος του 1904/05, κυρίως όμως ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος. Εδώ ήταν ακριβώς η ευπάθεια απέναντι στα υφιστάμενα επιθετικά μέσα και στις δυό πλευρές, η οποία εμπόδιζε την κίνηση.


Ολοκληρωτικός επιστημονικός πόλεμος και εξοπλισμοί

Στο έργο του «Περί του πολέμου» ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς γράφει: «Ο πόλεμος είναι μια πράξη βίας, και στη χρήση του ίδιου δεν υπάρχουν όρια. Έτσι, καθένας δίνει το νόμο στον άλλο, προκύπτει μια αλληλεπίδραση η οποία σύμφωνα με την εικόνα πρέπει αναγκαστικά να οδηγήσει στο ακραίο». Η τάση αυτή του πολέμου την οποία αναγνώρισε ο Κλαούζεβιτς, να περιλάβει όλους τους τομείς της κοινωνίας και επομένως να μετατραπεί σε ολοκληρωτικό πόλεμο, αναπτύχθηκε τον 20ο αιώνα σε όλη της την έκταση.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος παρά τις διάφορες καινοτομίες (υποβρύχιο, πολυβόλο, εκτεταμένη χρήση μηχανών), ουσιαστικά διεξήχθη με οπλικά συστήματα και στρατηγικές του 19ου αιώνα. Η σχετική ισορροπία δυνάμεων και η αδυναμία των αντίπαλων οπλικών συστημάτων, οδήγησε στη παγίωση όλων των μετώπων. Πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου αναπτύχθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή νέοι τύποι όπλων όπως το τεθωρακισμένο, το στρατιωτικό αεροσκάφος, ή αέριες πολεμικές ουσίες, δε μπορούσαν όμως να επηρεάσουν αποφασιστικά τον πόλεμο. Η πολύχρονη μάχη για την κατοχή υλικών κόστισε τη ζωή σε εκατομμύρια στρατιώτες και τελικά υπήρξε αποφασιστική λόγω των οικονομικών πόρων. Η μαζική παραγωγή σε όπλα και πυρομαχικά έφτασε στα όρια της βιομηχανικής παραγωγικής ικανότητας.

Παρά τις ειρηνευτικές προσπάθειες παγκοσμίως που έγιναν μετά τον πόλεμο, την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών και της αποκήρυξης των χημικών όπλων, η αναβάθμιση και η παραπέρα ανάπτυξη των οπλικών συστημάτων δεν είχε τέλος. Οι στρατηγικές για τη διεξαγωγή του πολέμου προσαρμόστηκαν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, στη ξηρά, στη θάλασσα και στον αέρα:

-- Με την ανάπτυξη και τη βελτίωση των πολεμικών αεροσκαφών η πολεμική αεροπορία μετατράπηκε σε ένα νέο όπλο. Στρατηγοί της πολεμικής αεροπορίας (ο Giulio Douhet στην Ιταλία, ο Billy Mitchell στις ΗΠΑ, ο Hermann Göring στη Γερμανία) έβλεπαν το αεροσκάφος ως ένα επιθετικό όπλο για υπεροχή και για την τρομοκράτηση του πληθυσμού.

-- Στα νέα επιθετικά όπλα και στις επιθετικές στρατηγικές, οι στρατηγικές για τη συνολική άμυνα που προέρχονταν από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο δε μπορούσαν να αντιτάξουν πολλά πράγματα. Τόσο η γαλλική γραμμή Μαζινό όσο και το γερμανικό Δυτικό Τείχος στο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, άντεξαν λίγο.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος έδειξε ήδη στοιχεία μιας επιστημονικής διεξαγωγής του πολέμου, όμως ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος πήγε πολύ πιο πέρα. Η περίοδος του μεσοπολέμου, μια από τις πιο γόνιμες περιόδους για τις φυσικές επιστήμες και την τεχνική, έθεσε για αυτό τη βάση. Οι επιτυχίες κάτω από την επίδραση των αυξανόμενων διεθνών και εθνικών εντάσεων της δεκαετίας του ΄30, έκαναν μια στροφή προς το καταστρεπτικό. Η κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί οδήγησε στην ολοκληρωτική κινητοποίηση της έρευνας για πολεμικούς σκοπούς, με αποτέλεσμα να υπάρχουν τριβές. Ταυτόχρονα η γερμανική έρευνα αποδυναμώθηκε εξαιτίας της μετανάστευσης επιστημόνων καθώς επίσης και από την ιδεολογική πίεση για μια «άρεια επιστήμη». Η μακροπρόθεσμη βασική έρευνα παραμελήθηκε σε σχέση με τη βραχυπρόθεσμη εφαρμοσμένη έρευνα. Η διεθνής ανταλλαγή πείρας μεταξύ των επιστημόνων περιορίστηκε.

Αυτό αρχικά δεν είχε καμιά επίδραση στη πορεία του πολέμου. Οι επιτυχίες της γερμανικής στρατηγικής του κεραυνοβόλου πολέμου εξέπληξαν τους αμυνόμενους, οι αντίπαλες αλυσίδες άμυνας ξεπεράστηκαν γρήγορα. Μόνο μετά από γρήγορες προσπάθειες για εξοπλισμούς οι σύμμαχοι δημιούργησαν μια αντίρροπη δύναμη και η γερμανική προέλαση στην Ανατολή ακινητοποιήθηκε και έγινε δυνατό να απωθηθεί η γερμανική επίθεση σε όλα τα μέτωπα. Εδώ, η συνολική κινητοποίηση των ανθρώπινων και των υλικών πόρων υπήρξε καθοριστικός παράγοντας, ιδιαίτερα η βιομηχανική μαζική παραγωγή πολεμικού υλικού. Μόνο οι ΗΠΑ μεταξύ 1939 και 1945 κατασκεύασαν 100.000 τεθωρακισμένα, 800.000 πυροβόλα, 36 δισεκατομμύρια οβίδες, 41 δισεκατομμύρια φυσίγγια και 500.000 πολεμικά αεροσκάφη. Ανάλογη ήταν και η παραγωγή οπλισμού από τη Σοβιετική Ένωση, κυρίως κατά τα τελευταία χρόνια του πολέμου. Καθοριστικές για την πορεία του πολέμου ήταν επίσης οι νέες τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της παραγωγής (γραμμή συναρμολόγησης), της τεχνολογίας τηλεπικοινωνιών (ασύρματη επικοινωνία) και των μεταφορών (κινητήρας εσωτερικής καύσης). Με τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών, εξαιτίας των παγκόσμιων πολέμων προέκυψαν νέες εξελίξεις στα τρία όπλα που αφορούσαν στα μέσα καταστροφής, υποστήριξης και στελέχωσης:

-- Με την ανάπτυξη των χημικών και βιολογικών όπλων κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και μετά από αυτόν, τέθηκε η βάση για όλα τα όπλα μαζικής καταστροφής. Ο γερμανός χημικός Φριτς Χάμπερ ανέπτυξε το όπλο αερίου για πολεμικούς σκοπούς. Το κοντσέρν IG Farben δεν ήταν υπεύθυνο μόνο για την παραγωγή πυρομαχικών και πλαστικών για τον πόλεμο, αλλά και για τη παραγωγή του αερίου Κυκλωνίου-Β που χρησιμοποιήθηκε για την εξόντωση ανθρώπων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης καθώς και του τοξικού αερίου ταμπούν. Ο βιολογικός πόλεμος έπαιξε ένα άδοξο ρόλο όταν η Ιαπωνία τη δεκαετία του 1930 ανέπτυξε και δοκίμασε στη κατεχόμενη Μαντζουρία μικρόβια ως ένα «φθηνό και αποτελεσματικό όπλο», καθώς και σε απαίσια πειράματα. Η ατομική βόμβα στη συνδυασμένη καταστροφική της επίδραση (ωστικό κύμα, πύρινη λαίλαπα, ραδιενέργεια) ξεπέρασε σε δραστικότητα τις χημικές εκρηκτικές ύλες περίπου κατά 10.000 φορές. Το Σχέδιο Μανχάταν ήταν ένα επιστημονικο-τεχνικό πείραμα μεγάλης κλίμακας με τη συμμετοχή χιλιάδων επιστημόνων. Η χρήση της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι έδειξε την επίδραση του νέου όπλου.

-- Το Γερμανικό Ράιχ επένδυσε δισεκατομμύρια στο πρόγραμμα για τους πυραύλους. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 μια ομάδα υπό τον Βέρνερ φον Μπράουν με την υποστήριξη της Υπηρεσίας Όπλων του Στρατού, ανέπτυξε τις βάσεις της τεχνικής των πυραύλων. Από τον Ιούνιο του 1944 εκτοξεύτηκαν ενάντια στην Αγγλία 9.300 γερμανικοί πύραυλοι V1 και 3.000 πύραυλοι V2, όμως εξαιτίας της ανακρίβειας και της αναξιοπιστίας τους δεν είχαν καμιά αποφασιστική σημασία στην έκβαση του πολέμου. Το ίδιο ισχύει επίσης για τα 1.400 αεροσκάφη με κινητήρα τζετ τα οποία παρήχθησαν μέχρι το 1945

-- Η χρήση των ραδιοκυμάτων καθόρισε την επικοινωνία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Με την εφεύρεση του ραντάρ και την αποκρυπτογράφηση του γερμανικού μυστικού κώδικα η Αγγλία μπόρεσε να εξασφαλίσει την κυριαρχία της στον αέρα και στη θάλασσα. Για να μετατραπεί το ραντάρ από ένα πείραμα στο εργαστήριο σ΄ ένα στρατιωτικό χρήσιμο μηχανισμό, γεννήθηκε η επιχειρησιακή έρευνα (Operations Research), η οποία περιλαμβάνει διάφορες μαθηματικές μεθόδους για την αποτελεσματική χρήση των πόρων και την υποστήριξη της διαδικασίας λήψης των αποφάσεων. Συνδεδεμένη με τα παραπάνω ήταν η ανάπτυξη της επεξεργασίας πληροφοριών και ο πρώτος ηλεκτρονικός υπολογιστής.


Η κλιμάκωση των εξοπλισμών στο ψυχρό πόλεμο

Με τον κατευθυνόμενο πυρηνικό πύραυλο γεννήθηκε ένα όπλο ενάντια στο οποίο μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμιά αποτελεσματική προστασία. Η καταστροφή του πλανήτη έγινε δυνατή με το πάτημα ενός κουμπιού. Η τάση προς το ακραίο, που είναι εγγενής στις αλληλεπιδράσεις του πολέμου, έφτασε στο αποκορύφωμα. Το τεράστιο απειλητικό δυναμικό στα χέρια ενός επιτιθέμενου αύξησε ταυτόχρονα την τρωτότητα, αν είχε και ο αντίπαλος τα ίδια όπλα. Παραδοσιακές νομοτέλειες της διεξαγωγής του πολέμου έχασαν τη σημασία τους εν όψει της πυρηνικής υπεροχής. Ο όρος της άμυνας με τη στρατιωτική έννοια έχασε το νόημά της. Εν όψει της σίγουρης αμοιβαίας καταστροφής προέκυψε η παράδοξη κατάσταση, ότι οι δυό υπερδυνάμεις είχαν μεν στη κατοχή τους χιλιάδες πανίσχυρα όπλα, δε μπορούσαν όμως να τα χρησιμοποιήσουν ως μέσα βίας. Η παντοδυναμία και η αδυναμία εδώ συνέπιπταν άμεσα.

Για να αποφευχθεί η ολοκληρωτική καταστροφή έπρεπε να εμποδιστεί ο επόμενος μεγάλος πόλεμος. Οι δυνάμεις όμως που πίεζαν για πόλεμο δεν αποδυναμώθηκαν αλλά ήταν ισχυρότερες από ποτέ μέσα στο Στρατιωτικο-Βιομηχανικό Σύμπλεγμα. Η αξίωση να θέλει κανείς τη δημιουργία της ασφάλειας με νέα μέσα απειλής, ώθησε τον φαύλο κύκλο της απειλής και της καταπολέμησης της απειλής. Ο ψυχρός πόλεμος μετατράπηκε σε «ολοκληρωτική κούρσα εξοπλισμών», έμοιαζε με μια πολιορκία που διαρκούσε δεκαετίες, η οποία έφτασε μέχρι τα άκρα και έφερε την ανθρωπότητα στο χείλος μιας πυρηνικής καταστροφής.


Κούρσα των εξοπλισμών και πόλεμος δικτύων

Ακόμη και μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου γίνονται προσπάθειες για τη διατήρηση και την τεχνική τελειοποίηση των οπλικών συστημάτων και των δομών της βίας, ώστε ανά πάσα στιγμή να γίνεται δυνατή οπουδήποτε η διεξαγωγή πολέμου. Ο συνεχιζόμενος εκσυγχρονισμός εδώ και μεγάλο διάστημα δεν αφορά πλέον μόνο στους παράγοντες που συνδέονται μ΄ ένα οπλικό σύστημα (μέσα βίας, μέσα στήριξης, μέσα διεξαγωγής), αλλά και την κοινωνικο-οικονομική υποδομή στην οποία έχει ενταχθεί ένα οπλικό σύστημα στο οποίο αυτό επινοήθηκε, σχεδιάστηκε, αναπτύχθηκε, χρησιμοποιήθηκε και ξανακαταστράφηκε. Ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών διαιωνίζει τη δυναμική των εξοπλισμών επ΄ άπειρον. Οι επιστήμονες επινοούν νέες δυνατότητες για την ανάπτυξη όπλων και αναζητούν πολιτικούς σκοπούς για τη δικαιολόγησή τους. Τα μέσα του πολέμου αυτονομούνται, χρειάζονται τον εχθρό, ανεξάρτητα απ΄ το αν αυτός υπάρχει πραγματικά ή απλά στη φαντασία. Το πεδίο μάχης μετατρέπεται σε πεδίο παρατήρησης για τη δοκιμή νέων όπλων, ο πόλεμος συνολικά μετατρέπεται σε επιστημονικό πείραμα.

Η αμφιταλάντευση, η οποία μπορούσε να αναγνωριστεί ήδη στον ντα Βίντσι, μετατρέπεται σε ένα δομικό χαρακτηριστικό στοιχείο των σύγχρονων εξοπλισμών υψηλής τεχνολογίας. Η επιστημονικο-τεχνική  ανάπτυξη των εξοπλισμών εδώ και πολύ καιρό είναι πολλή ακριβή για να προωθηθεί αποκλειστικά από το στρατό. Η επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις περιλαμβάνει σχεδόν το σύνολο του τομέα της υψηλής τεχνολογίας (νανοτεχνολογία, βιοτεχνολογία και γενετική μηχανική, συστήματα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και επικοινωνιών, τεχνητή νοημοσύνη, αισθητήρες, πυρηνικά συστήματα, συστήματα υποστήριξης, διαστημική τεχνολογία, λέιζερ, επιστήμες των υλικών), βρίσκει την έκφρασή της στα νέα οπλικά συστήματα και στις μορφές διεξαγωγής του πολέμου (κυβερνοπόλεμος, βιολογικός πόλεμος, ασύμμετρη διεξαγωγή πολέμου). Στο τομέα της μικροκλίμακας και της νανοκλίμακας συγχωνεύονται η φυσική, η χημεία και η βιολογία. Η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίζεται από την παγκόσμια χωρική επέκταση της χρήσης των όπλων, των μεταφορών και των επικοινωνιών, τη συντόμευση του χρόνου λήψης των αποφάσεων, τη βελτίωση της ακρίβειας του στόχου, τον περιορισμό των ζημιών κατά τη χρήση των όπλων, την αύξηση της ροής πληροφοριών και της πολυπλοκότητας, την κομπιουτεροποίηση και την αυτοματοποίηση της διεξαγωγής του πολέμου, την αυξανόμενη «νοημοσύνη» των οπλικών συστημάτων.

Από τον ψυχρό πόλεμο, η προσπάθεια που γίνεται βρίσκεται στο να ξεπεραστεί στρατιωτικά η ευπάθεια που προέκυψε από τα πυρηνικά όπλα και να γίνουν ξανά εφικτοί οι στρατηγικοί πόλεμοι. Ενόσω η αεράμυνα ενάντια στα αεροσκάφη έκανε σημαντικά βήματα, η ανάπτυξη των συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας παρέμεινε στάσιμη εξαιτίας των φυσικών ορίων και των υπέργειων τεχνικών απαιτήσεων. Το όραμα του Ρέιγκαν που ανέπτυξε στην ομιλία του για τον πόλεμο των άστρων το 1983, εξακολουθεί να παραμένει όμως και σήμερα ζωντανό. Με τους βαλλιστικούς πυραύλους, την πυραυλική άμυνα και τον εξοπλισμό του διαστήματος, αυτό μετατρέπεται σε ένα δυνητικό θέατρο πολέμου και η κυριαρχία του σε στρατηγικό στόχο. Το όνειρο της κατάκτησης και του ελέγχου του διαστήματος που διακατέχει την Διοίκηση Διαστήματος (Space Command) των ΗΠΑ, είναι ένα όνειρο για παγκόσμια κυριαρχία, η οποία καταλήγει σε μια νέα μορφή ολοκληρωτικού πολέμου.

Η επιστήμη και η τεχνολογία διαδραματίζουν ένα ρόλο-κλειδί στο δίκτυο της παγκοσμιοποιημένης βίας, το οποίο βρίσκει την στρατιωτική του έκφραση σε ένα παγκόσμιο δίκτυο αποτελούμενο από αισθητήρες, καλώδια, κεραίες και ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Το σύστημα C3I (command, control, communication and intelligence) χρησιμεύει ως πολλαπλασιαστής δύναμης (Force Multiplier) και επιτρέπει τον έλεγχο όλων των στοιχείων καθώς και την εκτεταμένη παρακολούθηση των δυνητικών αντιπάλων. Επειδή τα δίκτυα φτάνουν παντού, συνδέουν την παγκοσμιοποιημένη βία με την μινιατουροποίηση της βίας, κάτι που εκφράζεται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές μας όπως και στα νανοσυστήματα, στις μίνι-πολεμικές-μηχανές και στα μικρόβια-δολοφόνους. Μέσω αυτών, ο πόλεμος έχει πρόσβαση στη κοντινή μας περιοχή, στην ίδια τη κατοικία μας. Η αξίωση για κυριαρχία του εξωτερικού χώρου (outer space) βρίσκει το αντίστοιχό του στη κυριαρχία του εσωτερικού χώρου (inner space), στο εσωτερικό των κοινωνιών.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.