Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Αντιφασιστική διδασκαλία



του Παναγιώτη Γαβάνα

Η επιρροή του νεοφασισμού στην Ευρώπη, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, είναι ανησυχητική. Η χώρα μας δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι αιτίες αυτής της επιρροής είναι πολλές και δε σχετίζονται όλες με τη σημερινή κρίση του καπιταλισμού. Είμαστε της άποψης ότι ένα σημαντικό μέρος του δυναμικού αυτού υπήρχε σε λανθάνουσα κατάσταση, η κρίση όμως συνετέλεσε στο να βγει στην επιφάνεια. Πως μπορεί όμως να μειωθεί όσο το δυνατό περισσότερο η επιρροή της φαιάς πανούκλας; (Δε κάνουμε εδώ συνειδητά λόγο για εξάλειψη του (νεο)φασιστικού φαινομένου, διότι οι αντιλήψεις που πρεσβεύει γεννιούνται και αναπαράγονται διαρκώς από το εκμεταλλευτικό σύστημα που φέρει το όνομα καπιταλισμός). Ένας ουσιαστικός, -ίσως ο πιο ουσιαστικός- παράγοντας, είναι η Παιδεία. Στο κείμενο που ακολουθεί θα επικεντρώσουμε την ανάλυση σε μια ιδιαίτερα σημαντική -κατά την άποψή μας- πλευρά της: στο ζήτημα της αντιφασιστικής διδασκαλίας.


Η διδασκαλία σχετικά με το φασισμό, πρέπει σήμερα να υπολογίζει με μερικές αντιφάσεις: Αφενός, δεν υπάρχει βασικά κανένα πεδίο προβληματισμού στο οποίο να μην υπάρχουν τόσα πολλά τεκμηριωμένα στοιχεία όπως ο φασισμός, αφετέρου όμως η πράξη δείχνει, ότι η γενική ιστορική συνείδηση όπως και πριν, χαρακτηρίζεται από στερεότυπα και ανησυχητικές ενδείξεις άγνοιας, που πραγματικά τρομάζουν. Αφενός, το ζήτημα του φασισμού είναι ένα από τα λίγα πεδία στο οποίο έχουν γραφεί τόσες πολλές επιστημονικές αναλύσεις και μελέτες, αφετέρου όμως η ιστορική επιστήμη και η διδακτική της ιστορίας, αναγκάζονται να συμβιβαστούν με το γεγονός, ότι τα αποτελέσματα της έρευνας για το φασισμό παραμένουν περιορισμένα σ΄ ένα σχετικά μικρό κύκλο επιστημόνων. Αφενός, αποτελεί σήμερα κοινοτυπία να γίνεται λόγος περί αναγκαιότητας για αντιφασιστική διαφώτιση στα σχολεία, αφετέρου διαπιστώνεται, ότι ακόμη και η διδασκαλία εκείνη που καταγίνεται πραγματικά με αυτόν, παραμένει περιορισμένη στα αποτελέσματά της. Αν όντως είναι έτσι, τότε πρέπει να εξεταστούν οι αιτίες και να συζητηθούν οι αντιστρατηγικές.


Για μια κριτική ιστορικο-πολιτική συνείδηση

Το ζήτημα που τίθεται διαρκώς σχετικά με τις αιτίες της μη αποδοτικότητας της διδασκαλίας στο πεδίο της αντιφασιστικής διαφώτισης, μπορεί να απαντηθεί (φυσικά αυτό δε σημαίνει ότι έτσι θα έχει λυθεί) τότε μόνο, όταν συνειδητοποιηθεί με όλες τις συνέπειες, ότι η αποτελεσματικότητα μετάδοσης της ιστορίας, δεν εξαρτάται μόνο από το περιεχόμενο μετάδοσης της ιστορικής γνώσης, αλλά ουσιαστικά και από τον τρόπο της μετάδοσης. Θα ήταν ασφαλώς αυταπάτη να αναμένεται, ότι η ιστορία –παρουσιαζόμενη ως μια συσσώρευση δεδομένων, πληροφοριών, αριθμών και ξεχωριστών γεγονότων- θα προκαλούσε ιδιαίτερο ενθουσιασμό στους μαθητές, οι οποίοι οφείλουν να μάθουν αυτή τη συγκεκριμένη ύλη της ιστορίας.

Μολαταύτα –οφείλουμε να συμπληρώσουμε- ότι δε πρέπει να αποκλειστεί το γεγονός, ότι οι μαθητές ασκούμενοι στην απόκτηση γνώσεων, πολλές φορές είναι σε θέση να πραγματευθούν ένα θέμα στο οποίο παρουσιάζονται ασύνδετα και ατεκμηρίωτα μέχρι σ΄ ένα βαθμό μεταξύ τους γεγονότα, τα οποία μαθαίνουν στο γνωστό στιλ «παπαγαλίας» προκειμένου να γράψουν καλά σε μια εξέταση, στη συνέχεια όμως τα ξεχνούν. Το ερώτημα που εδώ τίθεται είναι: τι μαθαίνει ο μαθητής και ποια ιστορία παρουσιάζεται.

Η διδασκαλία στο θέμα φασισμός, πρέπει να λαμβάνει συνειδητά υπόψη, ότι ο φασισμός δε μπορεί να συρρικνωθεί σ΄ ένα θεωρητικό κατασκεύασμα μιας κοσμοαντίληψης ή απλώς μιας ιδέας ή ιδεολογίας. Η ιστορική επιστήμη στις θεωρητικές συζητήσεις που αφορούν στην έννοια του φασισμού, φαίνεται να έχει ξεχάσει πολλές φορές, ότι ο φασισμός πολύ συγκεκριμένα, έχει να κάνει σχέση με ανθρώπους. Αυτό προφανώς δε σημαίνει ότι στη διδασκαλία, κατά κάποιο τρόπο, θα πρέπει ως αντίδραση να προβληθεί απλώς ένας κοινότυπος ορισμός μιας συγκεκριμένης ιστορικής πράξης ή μια απερίσκεπτη προσωποποίηση των ιστορικών γεγονότων. Μπορεί όμως –αν κατανοηθεί σωστά- να σημαίνει, ότι η διδασκαλία της ιστορίας γίνεται συνειδητά, ότι η Ιστορία είναι πάντα Ιστορία των ανθρώπων και επομένως μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως «ανθρώπινη Ιστορία».

Αυτό σημαίνει ότι η αντιφασιστική διδασκαλία δε πρέπει να είναι ευχαριστημένη απλά μόνο με τη μετάδοση γνωστικού υλικού. Είναι μεν αναμφισβήτητο, ότι (και ακριβώς) στη σφαίρα της σύγχρονης ιστορίας, θα έπρεπε να μαθαίνονται συνειδητά πληροφορίες και δεδομένα και να συγκρατούνται στη μνήμη. Μολαταύτα, πρέπει να αναρωτιέται κάποιος πάντα, ποια είναι η αλληλοσυσχέτιση που προκαλείται από τα προσφερόμενα δεδομένα και ποια πρόσβαση στο παρελθόν δημιουργείται από αυτά. Αυτό είναι ακόμη πιο αναγκαίο, όταν φαίνεται καθαρά, ότι η προβληματική της αντιφασιστικής διδασκαλίας δε μπορεί να περιοριστεί στο ζήτημα της γνώσης ή της μη γνώσης δεδομένων ενόψει του νεοφασισμού, ο οποίος έχει επηρεάσει ένα τμήμα της νεολαίας. Απ΄ την άλλη μεριά μπορεί ασφαλώς να καταγραφεί η συχνά διατυπωμένη άποψη, ότι η αμυντική στάση που κρατούν οι νέοι απέναντι στην σχολικά επιβαλλόμενη διδασκαλία, οφείλεται σε έναν κορεσμό με το θέμα, και ότι επομένως πρέπει να σχετικοποιηθεί, ότι σημαντικό ρόλο δε παίζει τόσο η αποδοχή ή η απόρριψη της προσφερόμενης ποσότητας γνώσεων, αλλά πολύ περισσότερο, η ποιότητα της μετάδοσής τους.

Είναι γεγονός ότι οι νέοι ασφαλώς κάτι «ξέρουν» για το φασισμό –αν και η γνώση αυτή δε μπορεί να συγκριθεί με τη σχολική γνώση. Ο μαθητής ως φορέας ιστορικών εμπειρικών πεδίων, στα οποία ο ίδιος συμμετέχει –επειδή στο πρόσωπό του τέμνονται διάφορες γνώσεις από την παράδοση- είναι ο ίδιος κατασκευαστής μιας ατομικής εκδοχής της «Ιστορίας», δίνοντας στις ιστορικές γνώσεις που του προσφέρει το σχολείο το δικό του τόνο. Επομένως, η καθημερινή συνείδηση περί Ιστορίας εμπεριέχει αρκετή μη συνειδητή και ασυλλόγιστη γνώση, η οποία κατά κάποιο τρόπο «βασίζεται» στην προδιάθεση και υπό συγκεκριμένες συνθήκες ανασύρεται από τη μνήμη για να ερμηνευτεί το παρελθόν, αλλά και –αυτό κάνει αυτή τη συνολικά κοινωνική γνώση ενδιαφέρουσα- να αντιμετωπιστεί το παρόν. Το να γίνει αποδεκτή αυτή η αποσπασμένη γνώση και να ληφθεί υπόψη ως προϋπόθεση στο περαιτέρω προτσές της διδασκαλίας, φαίνεται ότι αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αφετηρίες για μια χρήσιμη και επιτυχημένη αντιφασιστική διδασκαλία, στην οποία σημαντικό είναι, ότι αυτή η συγκεχυμένη, μη δομημένη καθημερινή συνείδηση των μαθητών, πρέπει να μετασχηματιστεί σε μια κριτική ιστορικο-πολιτική συνείδηση. Οι συζητήσεις για το φασισμό και στη διδασκαλία, θα πρέπει επομένως να στοχεύουν στην τεκμηρίωση της αντιφασιστικής δράσης ορθολογιστικά και συναισθηματικά.

Στη προβληματική που σχετίζεται με την εξέταση του φασισμού κατά τη σχολική διδασκαλία, πρέπει να σημειώσουμε ότι η ελπίδα της σχολικής γραφειοκρατίας, της κοινής γνώμης και των γονιών, καθώς και των αστών πολιτικών, να εξαλειφθούν τα ελλείμματα της συνηθισμένης διδασκαλίας για το φασισμό με προσφορά περισσότερης γνώσης, δεν οδηγεί στα επιθυμητά αποτελέσματα. Επικεντρώνοντας η διδασκαλία του μαθήματος της ιστορίας αποκλειστικά στις τυπικές και υλικές συνθήκες, ξεχνά ότι πρέπει και η ίδια να αλλάξει τις μεθόδους της.


Η διδασκαλία στην αμοιβαία σχέση της με τα βιώματα των νέων

Κατά την εξέταση του φασισμού στο σχολείο, τίθενται μεταξύ άλλων σε κίνηση προτσές μάθησης, τα οποία μπορούν δίχως άλλο να ταξινομηθούν στην κανονική ροή της διδασκαλίας. Αυτό ίσως να οφείλεται επίσης στο ότι η θεματολογία της διδασκαλίας που αφορά στο φασισμό, αναφέρεται (και) στις εμπειρίες της καθημερινής ιστορικής συνείδησης, οι οποίες εκφράζονται προς έκπληξη των δασκάλων με τρόπο εκρηκτικό. Παρά τον επίσημο εκτοπισμό των συναισθημάτων και του ψυχικού αναβρασμού από τα επίσημα διδακτικά προγράμματα, είναι δυνατό σε θέματα ταμπού, όπως αυτό του φασισμού, η «γραμματική των συναισθημάτων» να εκφραστεί σε μια γλώσσα, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις επίσημες εκδοχές και τους στόχους της εκπαίδευσης.

Αφετηριακό σημείο κάθε αντιπαράθεσης με το φασισμό κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας, είναι ασφαλώς η αναγνώριση του γεγονότος, ότι οι μαθητές καταπιάνονται με το ιστορικό περιεχόμενο, έχοντας εκ των προτέρων εντελώς διαφορετικές απόψεις, εντελώς διαφορετικές επιθυμίες, όνειρα, ελπίδες και εμπειρίες. Η προεπιστημονική τους ιστορική συνείδηση, την οποία μεταφέρουν στο μάθημα, αποτελεί ταυτόχρονα έκφραση περίπλοκων αναγκών, επιθυμιών και ενδιαφερόντων, που κανονικά όλα αυτά στη σχολική καθημερινότητα απαξιώνονται ως εξωσχολικά και επομένως θεωρούνται ότι δεν ανήκουν στη διδασκαλία. Τα προβλήματα που σχετίζονται με τον αντιφασιστικό διαφωτισμό στη διδασκαλία, τα οποία σε τελική ανάλυση βρίσκουν την έκφρασή τους σε μια δυσαρέσκεια για την ιστορία, τόσο για τους μαθητές όσο και για τους δασκάλους, οφείλονται επίσης και σ΄ αυτό. Οι μαθητές συχνά εκφράζουν μια έντονη δυσαρέσκεια με τη διδασκαλία της ιστορίας η οποία προσανατολίζεται κυρίως στα ιστορικά συμβάντα και μια προτίμηση σε κοινωνικο-ιστορικά και οικονομικο-ιστορικά ζητήματα. Μεγάλο ενδιαφέρον δείχνουν επίσης στην ενασχόληση με ιστορικά θέματα της καθημερινότητας καθώς και με ιστορικά ζητήματα που αφορούν στον τόπο που ζουν.

Η αντιφασιστική διδασκαλία που περιορίζεται στο επίπεδο μιας απλής αγανάκτησης για μια αδικία που συνέβη, ή σε μια απλή ηθικολογία, πρέπει να υπολογίζει ότι έτσι γίνεται κατανοητό μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας του φασισμού και ότι μπορεί να φτάσει το ακροατήριό της μόνο σε επιμέρους τμήματα της ικανότητας τού να γίνει αυτή αντιληπτή. Κυρίως στους δραστήριους δασκάλους θα πρέπει να είναι συνειδητό, ότι ο δικός τους συγκλονισμός για διάφορα γεγονότα δεν αντιστοιχεί πάντα σε αυτό των μαθητών τους και ότι οι μαθητές κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες αισθάνονται απλά ότι ο συγκλονισμός και η στράτευση των δασκάλων τους είναι υπερβολικά.

Οι δάσκαλοι θα πρέπει επίσης (ακόμη κι αν αυτό δεν είναι πάντα εύκολο στη πράξη) να είναι ανεκτικοί απέναντι στο υποκειμενικό περιεχόμενο που δίνουν οι μαθητές τους στο περιεχόμενο της μάθησης, όταν η στάση αυτή αντιφάσκει στους δικούς τους διδακτικούς στόχους και δε μπορεί να συμβιβαστεί με το πώς αυτοί κατανοούν το φασισμό. Για να μην καταλήξει η αρχή της «μαθητοκεντρικής διδασκαλίας» σε κενό γράμμα, οι δάσκαλοι πρέπει να μάθουν να ζουν με τη σχέση έντασης ανάμεσα σ΄ αυτό που εκείνοι ορίζουν ως ενδιαφέρον των μαθητών και σ΄ εκείνο που οι μαθητές διατυπώνουν ή εφαρμόζουν ως δικό τους ενδιαφέρον. Λαμβάνω υπόψη στα σοβαρά, δε σημαίνει ασφαλώς ότι οι τρόποι συμπεριφοράς και οι τοποθετήσεις των μαθητών απέναντι στο φασισμό γίνονται αποδεκτές χωρίς σχολιασμό και κριτική, μπορεί όμως να σημαίνει, ότι αυτές οι ανεπεξέργαστες και ασυλλόγιστες αντιλήψεις θα γίνονται αποδεκτές ως αφετηριακή βάση για μια σοβαρή ανάλυση / συζήτηση. Μαθητές εφηβικής ηλικίας που επηρεάζονται από νεοφασιστικές αντιλήψεις έχουν ανάγκη για συνομιλία στο ζήτημα της αναζήτησης της ταυτότητάς τους, εκεί όπου αναζητούν το σκοπό της ζωής και τα πρότυπά τους. Ο δάσκαλος δε μπορεί φυσικά να εξαλείψει τις πηγές της φασιστικής ιδεολογίας και τις αυταπάτες που βασίζονται πάνω στις αντικειμενικές σχέσεις, όπως ο φόβος για τη θέση εργασίας, η δύστυχη ζωή, τα οικογενειακά προβλήματα που προκύπτουν από τη φτώχεια και μια σειρά ακόμη ζητήματα. Αυτά μπορούν το πολύ να τεθούν ανοιχτά ή κάποια από αυτά να συζητηθούν με το μαθητή ξεχωριστά. Ιδιαίτερη πλευρά όμως της εφηβικής ηλικίας αποτελεί η επιθυμία για επικοινωνία, ο ρομαντισμός, η στοχοθέτηση, η αντίληψη για το στόχο, και, ανεξάρτητα απ΄ το αν πρόκειται για τη πατρίδα ή έναν φύρερ ή οτιδήποτε άλλες ελπίδες και ιδεώδη στροβιλίζουν στο μυαλό των μαθητών, οι δάσκαλοι οφείλουν να μάθουν να συζητούν μαζί τους. Πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι αποτροπή από τις δεξιές εξτρεμιστικές, φασιστοειδείς αντιλήψεις και τρόπους συμπεριφοράς, μπορεί μέχρι σ΄ ένα βαθμό να επιτευχθεί με την παροχή «συναισθηματικής ασφάλειας».

Για το δάσκαλο, ο οποίος δεν κατανοεί τη διδασκαλία που αφορά στο φασισμό απλά ως απόκτηση γνώσεων που θα ζητήσει σε μια εξέταση, αυτό σημαίνει, ότι –και ακριβώς επειδή η αντίληψή του περί ιστορίας μπορεί ουσιαστικά να είναι διαφορετική απ΄ ό,τι αυτή του ακροατηρίου του- πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη στη διδασκαλία του, τους μαθητές του με τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντά τους και στη συνέχεια να ανέβει μια βαθμίδα, αναλύοντας την κυρίαρχη πρακτική του φασιστικού συστήματος κυριαρχίας. Η πορεία της αντιφασιστικής διαφώτισης στο σχολείο δείχνει διαρκώς, ότι κατά την πραγμάτευση αυτής της προβληματικής είναι αναγκαία η αποκωδικοποίηση της υποκειμενικής βιογραφίας και της διάθεσης για απόκτηση ιστορικής γνώσης των μαθητών. Αυτό, στο σημερινό σχολείο δεν είναι πάντα εύκολο, σε μερικές περιπτώσεις είναι και αδύνατο. Οι δάσκαλοι θα έπρεπε παρ΄ όλα αυτά να μάθουν να οξύνουν την ευαισθησία τους για καταστάσεις φορτισμένες από ψυχικό αναβρασμό και να αναλογίζονται τουλάχιστον εάν μπορούν να τα καταφέρουν σε τέτοιου είδους καταστάσεις καλύτερα με άλλου είδους μέτρα απ΄ ό,τι με τα συνηθισμένα πειθαρχικά. 

Η διδασκαλία που αφορά στο φασισμό πρέπει να συνδεθεί με συγκεκριμένες εμπειρίες, αν θέλει να πάει κάποιος πέρα από αυτά που έχουν μάθει οι μαθητές (και σύντομα θα ξεχάσουν τα περισσότερα). Για το δάσκαλο αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος πρέπει να μεταβεί από τον κανόνα των ιστορικών δεδομένων και γεγονότων που τον εμπιστεύεται (και του είναι οικείος) σε μια παρουσίαση της ιστορίας η οποία θα προσανατολίζεται στα προβλήματα και στις ανάγκες των μαθητών, λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό πλαίσιο της ζωής που αφορά στην εφηβική ηλικία. Για το μαθητή είναι για παράδειγμα σχετικά ασήμαντο, το πώς η ιστορική επιστήμη εκτιμά το φαινόμενο Χίτλερ. Σημαντικότερο είναι αντιθέτως, το πώς ο ίδιος ο δάσκαλος ερμηνεύει στους μαθητές το Τρίτο Ράιχ. Αυτό δε μπορεί (και δε θα πρέπει ασφαλώς) να σημαίνει, ότι η ιστορική επιστήμη τόσο για τους μαθητές όσο και για τους δασκάλους είναι ασήμαντη και ότι εξαρτάται απλά και μόνο από την πρακτική της διδασκαλίας, καθώς και από την ώθηση και τα ερεθίσματα που ξεκινούν από αυτήν.

Η συνάντηση με τις εμπειρίες του παρελθόντος –για να ορίσουμε την ιστορική μάθηση κάπως διαφορετικά- πρέπει επίσης να εξασκηθεί, και να «μαθευτεί», το πώς πρέπει να «ξεμαθευτεί» αυτό που μέχρι τώρα αποτελούσε συστατικό στοιχείο κάθε διδασκαλίας: εξουδετέρωση κάθε υποκειμενικού συγκλονισμού των αισθημάτων και συμμετοχή, που όταν συντάρασσε τους μαθητές, ερμηνευόταν ως παράβαση υποταγής ή σαν κάτι που δεν ανήκει στη διδασκαλία, ενώ σε ό,τι αφορούσε τους δασκάλους, ερμηνευόταν ως παράβαση της υποχρέωσης να εξετάζεται λεπτομερώς ένα ζήτημα αντικειμενικά. Ένα ουσιαστικό καθήκον της αντιφασιστικής διδασκαλίας (το οποίο καθορίζει επίσης τις μεθόδους και την πρακτική της εφαρμογή) είναι, να κάνει δυνατό στους μαθητές μέσω της διδασκαλίας, να συνειδητοποιήσουν επίσης τη δική τους προσωπική ιστορία και να μάθουν να χειρίζονται τις δικές τους αναμνήσεις. Μόνο τότε θα είναι σε θέση να κατανοήσουν την Ιστορία της ζωής των άλλων και να την ενσωματώσουν επίσης ως ένα τμήμα στη δική τους προσωπική Ιστορία, στη δική τους ιστορική συνείδηση.

Η διδασκαλία στο θέμα «φασισμός», είναι ένα διδακτικό παράδειγμα σχετικά με τη βασική διδακτική αρχή, ότι το περιεχόμενο και η μορφή, ο τρόπος παρουσίασης και οι γνώσεις που προσφέρονται, δε μπορούν να βλέπονται μεταξύ τους απομονωμένα. Διαφορετικά ειπωμένο: αυτό σημαίνει ότι η αντιφασιστική διδασκαλία, η οποία δε θέλει να είναι απλά μια σύγχρονη συλλογή στολισμένη με απολιθώματα, πρέπει να βγει έξω από την απλή μετάδοση επιστημονικών γνώσεων και να θέσει επίσης συγκεκριμένα το ζήτημα της σχέσης της με την πολιτικο-κοινωνική πράξη. Αντιφασισμός, δεν είναι για παράδειγμα μόνο η αντίσταση των Ελλήνων ή άλλων λαών ενάντια στο φασισμό, αλλά αυτός εμπεριέχει επίσης τις θέσεις, τις αντιλήψεις περί αξιών, την αποστροφή. Ο αντιφασισμός κατανοείται επομένως σαν αρχή, κάτι που σημαίνει συνδετικός κρίκος μεταξύ γνώσης και ικανοτήτων, αντιλήψεων και κατηγοριών της ηθικής.

Η ιστορική μάθηση, νοούμενη ως προτσές, στο οποίο βρίσκονται σε μια στενή σχέση μεταξύ τους δάσκαλοι, μαθητές και γνωστικό υλικό, κατανοεί τους μαθητές με τις δυνατότητες και τα όριά τους ως σημαντικό στοιχείο του προτσές μάθησης. Μόνο όταν τα παρελθόν ως (υποτιθέμενη) νεκρή γνώση και το παρόν ως ζωντανή εμπειρία ζωής τεθούν σε μια στενή σχέση μεταξύ τους, αποκτά η διαδικασία της μάθησης μια νέα ποιότητα. Η σύνδεση της ιδίας προσωπικής ιστορίας με τον «Άλλο» του ιστορικού αντικειμένου, προκαλεί ώθηση στη σκέψη, η οποία οξύνει τη συνείδηση και κατευθύνει την «αυτοαντανάκλαση» στην εκάστοτε παροντική κατάσταση, στην οποία ο μαθητής αναζητά λύσεις και προσανατολισμό δράσης. Για τη συγκεκριμένη διαμόρφωση των προτσές διδασκαλίας στο θέμα φασισμός αυτό σημαίνει, ότι η αντιφασιστική διδασκαλία πρέπει να εφαρμόσει αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στο «αντικείμενο» ιστορία και στο «υποκείμενο» μαθητής / δάσκαλος. Το αντικείμενο της διδασκαλίας δε θα είναι τότε πλέον αποκλειστικά ο τομέας ύλης «ιστορία», αλλά οι πολλαπλές σχέσεις ανάμεσα στο πεδίο ιστορία και στο υποκείμενο, το οποίο σχετίζεται με την κατανοητή αφομοίωση της ιστορίας. Αντικείμενο της ιστορίας είναι επομένως το προτσές μεσολάβησης μεταξύ αντικειμένου και υποκειμένου, γι΄ αυτό και σχετίζεται στον ίδιο βαθμό και με τους δυό πόλους, όπως και με το κοινωνικό πεδίο, στο οποίο λαμβάνει χώρα αυτό το προτσές μεσολάβησης.

Για το σχολείο, μέχρι αυτού του σημείου, αυτό σημαίνει αλλαγή σκέψης, ότι το σχολείο δεν είναι απλά ένας θεσμός που παρέχει ιστορική γνώση και ότι πρέπει να ανταγωνιστεί με άλλα εμπειρικά πεδία της ιστορίας. Οι μαθητές δεν έρχονται στη διδασκαλία απλά ως «άδεια δοχεία» για να γεμιστούν εκεί με γνώσεις. Κουβαλάν μαζί τους μια μεγάλη ποσότητα σχηματισμένων εκ των προτέρων απόψεις, θέσεις, τρόπους συμπεριφοράς και εμπειρίες. Αυτές οι εξωσχολικές εμπειρίες πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Αυτό μπορεί αφενός να σημαίνει, ότι στη διδασκαλία που αφορά στο φασισμό εκφράζονται προκαταλήψεις και ειδικά αποτυπωμένες αντιλήψεις, λαμβάνοντας ως αφετηρία την αντιπαράθεση με το ιστορικό φαινόμενο φασισμός και τις εμπειρίες με το σημερινό φασισμό. Αφετέρου όμως μπορεί επίσης να σημαίνει, ότι κατά τη διαμόρφωση των προτσές μάθησης δεν πρέπει να συμπεριληφθεί σ΄ αυτά μόνο η εξωσχολική συνείδηση (για να το διατυπώσουμε κάπως απλοποιημένα), αλλά και όλοι οι συγκεκριμένοι εξωσχολικοί χώροι, στους οποίους διαδραματίστηκε η Ιστορία και στους οποίους σχηματίστηκε η ιστορική συνείδηση –με την έννοια των καθημερινών εμπειριών.

Για να διασωθεί η σχολική διδασκαλία από εξομοίωση των σχολικών διαδικασιών, είναι ανάγκη να συμπεριλάβει αυτή νέους τόπους μάθησης, να εγκαταλείψει τη σχολική σφαίρα και να συμπληρώσει τη σχολική με την εξωσχολική μάθηση. Αυτό μπορεί να συμβεί με διάφορους τρόπους: για παράδειγμα, όταν εξωσχολικά πρόσωπα εκθέτουν τις εμπειρίες που είχαν με το φασιστικό σύστημα κυριαρχίας, όταν μαθητές φέρνουν στο σχολείο ιστορικό υλικό από τη ζωή της οικογένειάς τους (φωτογραφίες, ντοκουμέντα, βιβλία κτλ) ως συμπλήρωμα του διδακτικού βιβλίου και των σχολικών μέσων διδασκαλίας, όταν στα πλαίσια των σχολικών εκδηλώσεων γίνονται εκπαιδευτικές εκδρομές σε μουσεία εθνικής αντίστασης και εκθέσεων ιστορικού υλικού, σε τόπους εκτελέσεων, βασανιστηρίων και εξορίας. Αυτό όμως μπορεί επίσης να συμβεί όταν επίσης μαθητές και δάσκαλοι εγκαταλείψουν συνειδητά το σχολείο ως την αποκλειστικά εγκεκριμένη σφαίρα διδασκαλίας, κάνοντας το περιβάλλον της καθημερινότητας αντικείμενο της ιστορικής τους εξερεύνησης. Οι αντιφασιστικές διερευνητικές εργασίες (project) αποτελούν ένα παράδειγμα εξέτασης του φασισμού κατά τη διδασκαλία: με σκηνοθετημένες παρουσιάσεις, με ταινίες που έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι οι μαθητές, στη προσπάθεια να παρουσιαστούν καταστάσεις της καθημερινότητας και της Ιστορίας, με συνεργατικές εργασίες από μαθητές μεγαλύτερης και μικρότερης ηλικίας. Έτσι γίνεται μια προσπάθεια να απελευθερωθεί εν μέρει η αντιφασιστική διδασκαλία από τον κορσέ μιας συνηθισμένης σχολικής διδασκαλίας, η επίδραση της οποίας σε τελική ανάλυση μπορεί να είναι και αμφίβολη. Στις δραστηριότητες αυτές παρατηρείται συνήθως μια υψηλή συμμετοχή δασκάλων και μαθητών, η επικέντρωση σ΄ ένα θέμα με σχετικά μεγάλη διάρκεια, μια αυτόνομη ανακάλυψη αλληλουχιών καθώς και μια συχνά επιτυχημένη παρουσίαση των αποτελεσμάτων της ερευνητικής εργασίας.


Η καθημερινότητα ως πλευρά της ιστορικής μάθησης

Η ιστορική μάθηση μετακινείται σ΄ αυτές τις ερευνητικές εργασίες από τη «μακριά από τη ζωή» σφαίρα του σχολείου στη σφαίρα των άμεσων από τη ζωή εμπειριών και μπορεί να λάβει χώρα εκεί όπου ζουν οι ίδιοι οι μαθητές. Για την αντιφασιστική διδασκαλία προσφέρεται εδώ η δυνατότητα να καταπιαστεί με την αποκάλυψη και την εξέταση του φασισμού, για να ειπωθεί αλλιώς, μέσα στη «ζωή», αρχίζοντας από τις εμπειρίες της ζωής των μαθητών, ακολουθώντας τα ίχνη του στο παρελθόν και το παρόν. Στόχος αυτής της ιχνηλάτησης είναι να ιδιοποιηθούν οι μαθητές τούς τόπους διαμονής ως τόπους μάθησης, να δοκιμάσουν νέες μορφές ιστορικο-πολιτικής μάθησης στη καθημερινότητα, να βρουν πρόσβαση στον υλικό κόσμο του παρελθόντος και να θέσουν σε κίνηση εμπειρίες μάθησης.

Ο φασισμός αποσπάται έτσι από τη σφαίρα της «μεγάλης», απόμακρης και μη κατανοητής ιστορίας. Αυτό που μέχρι τώρα θεωρούνταν ασήμαντο γίνεται σημαντικό, το μέχρι τώρα «άναυδο» αποκτά γλώσσα. Ο επιτόπιος εντοπισμός του φασιστικού παρελθόντος είναι μια δυνατότητα, να ανοίξουν κατά κάποιο τρόπο οι μαθητές ένα δρόμο στο παρελθόν και να κατανοήσουν ότι η αφηρημένη έννοια «φασισμός» είναι ένα πολύ συγκεκριμένο (περασμένο) παρόν. Η διδασκαλία εγκαταλείπει έτσι τη σφαίρα της γραμμένης στα χαρτιά Ιστορίας και μεταβαίνει σ΄ ένα εγχείρημα, στο οποίο –μέσω, για παράδειγμα, «ερωτήσεων σε μάρτυρες αυτής της εποχής»- έχουμε να κάνουμε κυρίως για συνάντηση με ανθρώπους. Ένα τέτοιου είδους εγχείρημα δεν απαιτεί μόνο αρκετή εμπειρική εργασία και φαντασία, αλλά και μια διείσδυση στο τρόπο ζωής των ίδιων των μαθητών, ώστε να είναι γενικά σε θέση να θέσουν τα σχετικά ερωτήματα.

Η καθημερινή Ιστορία δεν αποτελεί μόνο μια ουσιαστική καινοτομία για την ιστορική έρευνα, αλλά προϋπόθεση για μια επικοινωνιακή επιστήμη, η οποία υπερβαίνει τα όρια ανάμεσα στο Χθες και στο Σήμερα (που για πολλούς μαθητές κατά την ιδιοποίηση της ιστορικής γνώσης προκαλεί προβλήματα) και μέσω της απλής «μάθησης» της Ιστορίας οδηγεί σε μια αυτόνομη επεξεργασία της. Έτσι, το δίλημμα της συνηθισμένης διδασκαλίας της ιστορίας, αν όχι εξαλείφεται, τουλάχιστον σχετικοποιείται, ένα δίλημμα το οποίο οφειλόταν, στο ότι μέχρι τώρα η διδασκαλία της ιστορίας αποτελούνταν από μια εξίσωση με δυό αγνώστους. Μια αξιόλογη ερευνητική εργασία χρειάζεται μολαταύτα και την ανάπτυξη μιας αντίστοιχης συνειδητοποίησης του προβλήματος και της δόμησης τής αυτόνομα αποκτημένης ιστορικής εμπειρίας.


Μάθηση μέσω της δραστηριότητας

Μια διδασκαλία που αφορά στο φασισμό, η οποία εξαντλείται αποκλειστικά στην ομιλία σχετικά με το φασισμό και δε προσπαθεί να συμπεριλάβει επίσης τους μαθητές στο προτσές της εξέτασης του παρελθόντος, χάνει μια σημαντική ευκαιρία, επειδή κατά κάποιο τρόπο μετατοπίζει το φασισμό στη σφαίρα του αφηρημένου και τον συρρικνώνει σε ένα απλό υλικό προς εκμάθηση. Αντιθέτως, οι μορφές μάθησης που σχετίζονται με την εμπειρία και τη δραστηριότητα, επιτρέπουν στους μαθητές ως συμμετέχοντες, να συμβάλλουν οι ίδιοι μέσω του προτσές μάθησης στην επεξεργασία του παρελθόντος. Ο δάσκαλος δεν περιορίζεται τώρα πλέον στο ρόλο τού να μεταδίδει απλώς λεκτικά τις ιστορικές εμπειρίες. Με τον έντονο προσανατολισμό στη πράξη, στη δραστηριότητα, ο δάσκαλος δεν απελευθερώνεται από την ευθύνη του για πειστική διδασκαλία, διδάσκει όμως, κατά κάποιο τρόπο, μέσω μιας αλλαγής ρόλων και με τις αντίστοιχες μορφές μάθησης προσανατολισμένες στις εμπειρίες. Διατυπωμένο σε συμπυκνωμένη μορφή: δεν πείθει ο δάσκαλος τους μαθητές, αλλά οι μαθητές πείθονται από μόνοι τους.

Για τους μαθητές, μια προσανατολισμένη προς την πράξη πρόσβαση στο φασισμό, σημαίνει ότι η ιστορική μάθηση, που μέχρι τώρα δεν παίρνονταν σε μεγάλο βαθμό σοβαρά υπόψη (επειδή μάθαιναν μόνο για το σχολείο ή για την εξέταση), μετατρέπεται σε ευκαιρία με «χαρακτήρα εκτάκτου ανάγκης», όπου μπορούν να δοκιμάσουν επίσης τις ικανότητές τους, οι οποίες δεν περιορίζονται στην απομνημόνευση αριθμών και στοιχείων. Στόχος αυτής της διδασκαλίας είναι οι μαθητές, σε μια προσανατολισμένη στη πράξη αντιπαράθεση με το «φασισμό», να γίνουν ικανοί για δράση και συζήτηση. Αποτέλεσμα μιας τέτοιου είδους διδασκαλία δεν είναι πλέον μια προς μάθηση εξεταστέα ύλη, αλλά ένα προϊόν, στο οποίο συμμετέχουν τόσο οι μαθητές όσο και οι δάσκαλοι, με διαφορετικές προθέσεις ο καθένας: Οργάνωση μιας έκθεσης βιβλίου, σχεδιασμός μιας έκθεσης με ιστορικό υλικό, απογευματινές εκδηλώσεις και συνομιλία με τους γονείς, σχεδίαση μιας αφίσας με αφορμή ένα επίκαιρο γεγονός κτλ. Κατά την εκτέλεση αυτής της «διδασκαλίας» τίθενται σε κίνηση προτσές επικοινωνίας, τα οποία απελευθερώνουν το μάθημα της ιστορίας από την απέχθεια της άκαμπτης διδασκαλίας η οποία δε συγκινεί. Οι μαθητές μαθαίνουν ότι η ατομική εμπειρία είναι η βάση της ιστορικής παρουσίασης. Βιώνουν κατά κάποιο τρόπο την παραγωγή της ιστορίας από τις καταγεγραμμένες αναμνήσεις. Κατά την αξιολόγηση της εξερεύνησης της Ιστορίας, ο μαθητής δεν στέκεται απέναντι σε μια τελειωμένη Ιστορία. Το υλικό του μπορεί να εισρεύσει σε μια κοινή παρουσίαση, στην κατασκευή της οποίας συμμετείχε και ο ίδιος. Αυτή, η μέσω της δραστηριότητας, της εξερεύνησης και της ανακάλυψης μάθηση (θυμίζουμε εδώ το αξιόλογο έργο των Λ. Βιγκότσκι, Α. Λεόντιεφ και Ζ. Πιαζέ) κάνει δυνατό στους μαθητές, μέσω της νέας συστηματοποίησης ή του μετασχηματισμού του υλικού, που ενδεχομένως ανακάλυψαν οι ίδιοι ή τους δόθηκε εκ των προτέρων στο θέμα φασισμός, να καταλήξουν σε γνώσεις, οι οποίες είναι αποτέλεσμα της δικής τους ενασχόλησης με το θέμα και που μέχρι τώρα σε μεγάλο βαθμό κρατούνταν διστακτικά από το δάσκαλο: Συλλογή και εύρεση πληροφοριών, χρήση των μέσων ενημέρωσης, συνεντεύξεις από μάρτυρες της εποχής εκείνης, ερμηνεία ιστορικού υλικού, επεξεργασία και εκπροσώπηση / υπεράσπιση θέσεων σε γραπτή και προφορική μορφή, ακύρωση στρατηγικών σκέψης και δράσης, αναγνώριση και διευθέτηση συγκρούσεων και συνεργασία σε κοινές ερευνητικές εργασίες.


Προβλήματα αντιφασιστικής διδασκαλίας

Η διδασκαλία σχετικά με το φασισμό περιλαμβάνει επίσης την κριτική αντανάκλαση για το αποτέλεσμα της διδασκαλίας, όπου εδώ η ευθύνη για την επιτυχία ή την αποτυχία της δε μπορεί να κατανεμηθεί μονόπλευρα μόνο πάνω στο δάσκαλο ή στους μαθητές. Θα ήταν άστοχο να αντιταχθεί, να υποτιμήσει ή να μη λάβει κάποιος υπόψη του τις πραγματικά νέες προοπτικές που ανοίγουν οι τάσεις στην ιστορική έρευνα και την ιστορία της διδακτικής, την πραγματικότητα της σχολικής καθημερινότητας και τις δυσκολίες. Γι΄ αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι η προσανατολιζόμενη στο παρόν διδασκαλία που αφορά στο φασισμό, στη πράξη είναι πολλαπλά δύσκολη και αντιφατική και μπορεί να αποτύχει όχι μόνο εξαιτίας δυσμενών (σχολικο-πολιτικών συνθηκών), αλλά και λόγω προβλημάτων που προκύπτουν κατά τη συγκεκριμένη εφαρμογή της. Μια από τις πιθανές αιτίες αποτυχίας μιας τέτοιου είδους προσπάθειας θα μπορούσε να είναι ο χρόνος που απαιτείται από τους μαθητές για μια ερευνητική εργασία (project) και η απογοήτευση που μπορεί να προκύψει για το αν είναι σε θέση να τα καταφέρουν. Αφετέρου, σημαντικό είναι το θέμα που επιλέγεται, διότι είναι δυνατό να προϋποθέτει ιδιαίτερα πολλές στοιχειώδεις γνώσεις. Σημαντική αιτία αποτυχίας θα μπορούσε να είναι ακόμη, η περίπτωση που ο δάσκαλος δεν κατορθώνει επαρκώς να βοηθήσει τους μαθητές στο ζήτημα της δημιουργίας συνδετικών κρίκων του παρελθόντος με το παρόν. Ο δάσκαλος μπορεί εδώ να «φτάσει» τους μαθητές μόνο όταν βγάλει (και ο ίδιος) συμπεράσματα για το παρόν. Όταν για παράδειγμα παρουσιάζεται ο ρόλος των μεγάλων βιομηχάνων στη νίκη του φασισμού, όπως και αυτός κατά τη διάρκεια του πολέμου, τότε πρέπει να συζητείται και ο ρόλος των μεγάλων βιομηχάνων σήμερα. Όταν εκφράζεται αγανάκτηση και θλίψη για το γεγονός ότι ένα μέρος του πληθυσμού –ανάλογα με την κάθε χώρα, μεγάλο ή μικρό- σιώπησε για τα εγκλήματα των φασιστών, τότε δε πρέπει να αποσιωπούνται τα εγκλήματα των βιομηχανικών χωρών / μεγάλων βιομηχάνων σήμερα απέναντι στις χώρες του Τρίτου Κόσμου κτλ.

Η γοητεία που σχετίζεται με το χειρισμό του πρωτογενούς υλικού (απ΄ την οποία δεν είναι σε θέση να ξεφύγει τόσο εύκολα ακόμη και η ιστορική επιστήμη) μπορεί –και αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ιδιαίτερα για τις σχολικές ερευνητικές εργασίες που είναι αρκετά προσανατολισμένες προς την έρευνα- να οδηγήσει, στο ότι η απασχόληση με τις πηγές αρκεί από μόνη της και η κριτική ανάλυση δεν αποδίδει –τουλάχιστον τα αναμενόμενα. Η μεταφορά πληροφοριών από το πιο κοντινό περιβάλλον, την καθημερινότητα, δεν οδηγεί πάντα στη σωστή τοποθέτηση των ζητημάτων. Το να λαμβάνεται υπόψη η διάσταση της «καθημερινότητας» στη σχολική διδασκαλία, αυτό, φέρει μεν πολύ «κοντά» τους μαθητές στο παρελθόν, αν όμως περιοριστεί σ΄ αυτό, είναι πιθανό να τους «παρασύρει», μένοντας σε μικρές λεπτομέρειες και ξεχνώντας τις μεγαλύτερες συνάφειες. Η Ιστορία που σχετίζεται με τη καθημερινότητα θα είναι τότε μόνο επιτυχημένη, όταν κατονομάζεται τί μπορεί να ερμηνευτεί, να αποδειχτεί ή να αντικρουστεί από όλο αυτό το υλικό που έχει συγκεντρωθεί. Η Ιστορία που αφορά στη καθημερινότητα αποτελεί μια αλλαγή στην οπτική γωνία (θεώρησης των πραγμάτων), όχι όμως άρνηση των εργασιών που θεμελιώνονται στη θεωρία.

Για το δάσκαλο, απ΄ αυτή τη νέα διδασκαλία προκύπτει, ότι πρέπει ο ίδιος να εισέλθει σ΄ ένα προτσές μάθησης και να συντελέσει σε μια αλλαγή της οπτικής γωνίας, η οποία –κι αυτό δεν πρέπει να αποσιωπάται- ακόμη και η επιστήμη της παιδαγωγικής στη χώρα μας δεν έχει κάνει ακόμη πολλά βήματα –αν βέβαια εξαιρεθούν κάποιες αξιόλογες μελέτες, που όμως παραμένουν σε μικρούς κύκλους επιστημόνων. Πρόσληψη μιας «νέας» ιστορίας σημαίνει επίσης ρήξη με τις μέχρι τώρα προσφιλείς στάσεις και θέσεις, σημαίνει αυτοκριτική και αντιπαράθεση με την ίδια προσωπική Ιστορία. Για τη πράξη της σχολικής διδασκαλίας, η διδασκαλία που αφορά στο φασισμό δε θα πρέπει να περιορίζεται στη περαιτέρω μετάδοση μικρών «πακέτων» γνώσης στους μαθητές από ένα προσαρμοσμένο βιβλίο με κείμενα γύρω από το φασισμό, αλλά ότι ο δάσκαλος πρέπει επίσης να «μάθει» κάτι, να ιδιοποιηθεί και ο ίδιος νέες πληροφορίες, δηλαδή να αποκτήσει νέες εμπειρίες. Αυτό σημαίνει όμως επίσης, ότι στη διδασκαλία κατά την πραγμάτευση του θέματος φασισμός πρέπει ενδεχομένως να λάβει υπόψη, ότι το υλικό που βρίσκεται στη διάθεσή του δεν επαρκεί απλά για την πραγμάτευση ενός ζητήματος και ότι ο ίδιος είναι αναγκασμένος να προμηθευτεί το απαραίτητο υλικό. Ο φιλόδοξος δάσκαλος που αναζητά υλικό έχει ουσιαστικά δυό δυνατότητες: 1. Να επιλέξει και να αξιολογήσει τις υπάρχουσες, ετερογενείς και εν μέρει σκόρπιες δημοσιεύσεις, περιορίζοντάς τες σε ειδικά ζητήματα, όπου εδώ ούτως ή άλλως προκύπτουν τις περισσότερες φορές θέματα από τον ίδιο το σχεδιασμό της διδασκαλίας. 2. Οι απειράριθμες, σε μεγάλο βαθμό ελλιπείς πληροφορίες και τα υλικά από τις υπάρχουσες δημοσιεύσεις, να συμπληρωθούν από επιπρόσθετα και εν μέρει παρατημένα υλικά, και μ΄ αυτό τον τρόπο, συγκεντρώνοντας όσο το δυνατό μεγάλη ποικιλία απόψεων / πλευρών για το θέμα να αντισταθμιστούν / «εξαλειφθούν» τα εκάστοτε ελλείμματα μέσα από την υπάρχουσα βιβλιογραφία.


Το σχολείο ως βιωματικός χώρος δημοκρατίας

Πραγμάτευση του θέματος φασισμός στο σχολικό μάθημα, δε μπορεί να σημαίνει, ότι αυτός πρέπει να κατανοείται απλά ως ένα «ενδιαφέρον» φαινόμενο του παρελθόντος. Η στοχοθέτηση της αντιπαράθεσης με τον ιστορικό φασισμό δε βρίσκεται μόνο στο να αποκαλυφθούν οι παραλληλισμοί ανάμεσα στο Τότε και στο Σήμερα, ή να γίνει ορατή η συνέχεια. Στόχος της είναι ουσιαστικά να δείξει, ότι εκείνοι που ασχολούνται με την καθημερινότητα του φασισμού, βλέπουν μια ιστορική κοινωνία, της οποίας οι τρόποι συμπεριφοράς και ζωής επιδρούν πολύ οικεία, πολύ εμπιστευτικά, ότι σε πολλά ζητήματα διαφέρουν πολύ λίγο από τον κόσμο στον οποίο ζει ο παρατηρητής. Ότι απ΄ τη μήτρα αυτής της κοινωνίας γεννήθηκε ο φασισμός, ότι οι μαζικοί δολοφόνοι, οι συνοδοιπόροι τους, οι δράστες και τα θύματα, φαίνονταν, συμπεριφέρονταν, ζούσαν «όπως οι κανονικοί άνθρωποι». Αυτή είναι η σχέση με το παρόν, μια σχέση η οποία επιβάλλεται στους μαθητές από τις ίδιες τις αναλύσεις: Ο συνήθης αυτός μέσος όρος φοβίζει, ακριβώς επειδή δείχνει πόσο κοντά μας είναι ο φασισμός.

Μια διδασκαλία, η οποία παίρνει στα σοβαρά τα συχνά διατυπωμένα αιτήματα με βάση τη συσχέτιση του παρελθόντος με το παρόν, θα παραμείνει μολαταύτα ατελέσφορη και αναξιόπιστη, όσο διάστημα περιορίζει αυτή τη συσχέτιση στην εξωσχολική σφαίρα. Στην ίδια τη διδασκαλία πρέπει να δημιουργηθούν εκείνες οι συνθήκες σχολικής μάθησης, οι οποίες επιτρέπουν τόσο στους μαθητές όσο και στους δασκάλους να αισθανθούν, ότι το σχολείο είναι περισσότερα από ένα ίδρυμα για την απόκτηση γνώσεων και τυπικών δεξιοτήτων. Μια ουσιαστική αντιπαράθεση με τη φασιστική κυριαρχία μπορεί επομένως να λάβει χώρα τότε μόνο, όταν το ίδιο το προτσές μάθησης πείθει μέσω της δημοκρατικής του μορφής. Μόνο στη διαφορά μεταξύ του δημοκρατικού στιλ προσφοράς γνώσης και του παρουσιαζόμενου ιστορικού υλικού που αφορά στο φασισμό, θα γίνει δυνατό να τεθεί σε κίνηση ένα προτσές αυτόνομης αντιπαράθεσης με το παρελθόν. Ένα μάθημα ιστορίας, το οποίο μεταδίδει γνώσεις από καθέδρας, δεν είναι σε θέση να αποδώσει. Η αντίληψη ότι το δημοκρατικό περιεχόμενο και οι δημοκρατικές μέθοδοι πρέπει να αλληλο-ενισχύονται, είναι εδώ ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη. Η αντιφασιστική δουλειά με τους μαθητές στα πλαίσια της σχολικής διδασκαλίας, θα έχει τότε μόνο επιτυχία, όταν παρουσιάζει σ΄ αυτούς μια ελκτική, δημοκρατική καθημερινότητα, στην οποία η αυτοδιάθεση και η αλληλεγγύη, ο προσανατολισμός της ομάδας στις ανάγκες και η προσανατολισμένη στην πράξη μάθηση, μπορούν να βιωθούν ως πραγματικότητα. Το σχολείο πρέπει να μετατραπεί από ένα χώρο δασκαλέματος σ΄ ένα ζωτικό χώρο εμπειριών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.