Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Αντόνιο Γκράμσι



Με το κείμενο που ακολουθεί (το οποίο είχε δημοσιευτεί σε δυό μέρη, εδώ όμως το παρουσιάζουμε στο σύνολό του) συνεχίζουμε τη παρουσίαση σημαντικών εργασιών γύρω από τη ζωή και το έργο του Αντόνιο Γκράμσι. Όπως είχαμε σημειώσει και παλιότερα, στόχος μας είναι να γίνει ακόμη πιο προσβάσιμο στο ευρύτερο ελληνικό αναγνωστικό κοινό -πέρα από αυτά που έχουν δημοσιευτεί μέχρι σήμερα στην ελληνική γλώσσα- το έργο αυτού του μεγάλου επαναστάτη. 

του Luciano Canfora

 Μέρος Ι

Η Ιστορία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΙΚΚ) και αυτή της ζωής του Αντόνιο Γκράμσι και στη συνέχεια η «αποδοχή» του post mortem [μετά θάνατον], είναι με τέτοιο τρόπο συνυφασμένες, που μπορεί να ειπωθεί, ότι πραγματικά συμπίπτουν και εννοιολογικά. Η Ιστορία του ΙΚΚ περιστρέφεται γύρω από τη σχέση με τον Γκράμσι: ιδεολογικά, πολιτικά, προσωπικά. Από την ίδρυση του Κόμματος μέχρι το συνέδριο του Κόμματος της Λυών τον Ιανουάριο του 1926, λαμβάνει χώρα η άνοδος του Γκράμσι σε ηγέτη του νέου Κόμματος. Ο Γκράμσι κερδίζει την ηγετική ομάδα για την υποστήριξη των θέσεών του. Η ηγεσία του όμως διαρκεί λιγότερο από ένα έτος, επειδή, ήδη στις 8 Νοεμβρίου του 1926 ο Γκράμσι συνελήφθη: Εξορίζεται στην Ούστικα. Από τον Ιανουάριο του 1927 μέχρι τη δίκη του στη Ρώμη (στις 4 Ιουνίου 1928) βρίσκεται προφυλακισμένος στο Μιλάνο. Στη συνέχεια φυλακίζεται. Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης φυλάκισής του επικρατεί «έξω» η σταλινοποίηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος: εδώ, κεντρικά γεγονότα είναι η «στροφή» του 6ου Συνεδρίου της Κομιντέρν (η γραμμή του «σοσιαλφασισμού») και η –κατ΄ αρχήν πολιτική- εκκαθάριση της μπολσεβίκικης αντιπολίτευσης, αλλά επίσης (και σ΄ αυτή την απόφαση το ιταλικό Κόμμα παίζει έναν σημαντικό ρόλο) η αποφασιστική αλλαγή πορείας του 7ου Συνεδρίου [της Κομμουνιστικής Διεθνούς]. Ο Γκράμσι δεν συμφωνούσε με τη «στροφή» του 1929. Αυτό ήταν γνωστό στην ηγεσία του Κόμματος, κυρίως στον Παλμίρο Τολιάτι, ο οποίος βρισκόταν μπροστά στο δύσκολο καθήκον, να εναρμονίσει την πειθαρχία απέναντι στη Κομιντέρν με τη φροντίδα τής –πάντα δύσκολης- σχέσης προς τον μεγάλο φυλακισμένο.


Επικαιρότητα του σοσιαλισμού

Μετά το θάνατο του Γκράμσι, μπορούν να διακριθούν δυό φάσεις. Στη πρώτη επρόκειτο για το ότι έπρεπε να τονιστεί η συμβατικότητα των διδασκαλιών του Γκράμσι με τον «Μαρξισμό-Λενινισμό». Αυτό αναγκαστικά προκαλούσε μια απρόσεκτη φιλολογική ασχολία με τα γράμματα και τα Τετράδια της Φυλακής του Γκράμσι. Ωστόσο, η δημοσίευση του Τετραδίου 11, στο επίκεντρο του οποίου βρισκόταν η ριζοσπαστική κριτική του Γκράμσι στον σχολαστικό σοβιετικό μαρξισμό («Εκλαϊκευτικό διδακτικό βιβλίο» του Μπουχάριν), ήταν ήδη και τότε ένα πολύ σημαντικό εγχείρημα. Ας μη ξεχνάμε τις κριτικές στο μαρξισμό του Γκράμσι, τις οποίες αποκρούει ο Τολιάτι στην επιστολή προς τον Ambrogio Donini, την οποία δημοσίευσε η Albertina Vittoria το 1990. Στη δεύτερη φάση, αντιθέτως, τονιζόταν όλο και περισσότερο η ιδιαιτερότητα της διδασκαλίας του Γκράμσι (κάτι που ωφέλησε στην επανάκτηση των κειμένων στη φιλολογική τους ολότητα). Στο ΙΚΚ μπορεί επομένως να πιστοποιηθεί, ότι ακόμη και στις πιο άσχημες εποχές του, μπόρεσε να αποφύγει την απώλεια της σύνδεσής του με αυτή τη διδασκαλία. Κεντρική μορφή αυτού του συμβάντος είναι ο Παλμίρο Τολιάτι: Ο Τολιάτι ήξερε πάντα την ανεπανόρθωτη ζημιά, που θα είχε μια ρήξη με την Κομιντέρν και τον Στάλιν (στην Ιταλία και αλλού) για το απαγορευμένο και διωκόμενο από τον φασισμό Κόμμα, απ΄ την άλλη όμως ήξερε και την ανωτερότητα της γκραμσιανής ανάλυσης –ακόμη και τότε, πιστεύω, όταν αποδέχτηκε τη «στροφή» εξαιτίας της πειθαρχίας, και, σε καμιά περίπτωση εσωτερικά (innerlich).

Το πολιτιστικό όριο της ρωσικής επανάστασης, το οποίο αναπόφευκτα μετατράπηκε επίσης σε πρακτικό, βρισκόταν στο ότι καθοδηγήθηκε από ανθρώπους οι οποίοι ήταν σταθερά πεπεισμένοι, ότι η κοσμοϊστορική στροφή είχε ήδη λάβει χώρα [οδηγώντας] στο τέλος του καπιταλισμού. Όλες οι ενέργειές τους ερμηνεύονται και αναπτύσσονται στο φως αυτής της πεποίθησης. Σαν να μην ήταν η τραγική και αποφασιστική περίοδος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου –το φθινόπωρο του 1917, όταν με εξαίρεση την Αμερική, αδιακρίτως όλα τα μεγάλα κράτη που συμμετείχαν στο πόλεμο, βρίσκονταν σε μια ακραία στρατιωτική, κοινωνική κρίση-, σαν να μην έλλειπαν οι, εκείνη την από πολλές απόψεις μοναδική στιγμή της ευρωπαϊκής Ιστορίας, συνθήκες, που μπορούσαν να οδηγήσουν σ΄ αυτή τη πεποίθηση. Από δω προέκυπτε η εκ νέου ένταση (η οποία παρέλαβε ξανά την αντιπαράθεση του 1914) μέσα στα εργατικά και σοσιαλιστικά κινήματα των κρατών που συμμετείχαν στο πόλεμο –και η διαμάχη ανάμεσα σ΄ αυτά, που, παρά του ότι ο ατέλειωτος πόλεμος κλόνισε την [υπάρχουσα] τάξη πραγμάτων αρκετά, δεν έβλεπαν την κρίση ως οριστική, και σ΄ εκείνα, που έβλεπαν ότι ήρθε η ώρα για ριζικές αλλαγές. Η αποφασιστική διαμάχη αφορούσε έτσι στο ζήτημα της επικαιρότητας του σοσιαλισμού στη Δύση και τον τρόπο, για το πώς θα μπορούσε να φθάσει κάποιος σ΄ αυτόν. Ο Γκράμσι ανήκε σ΄ εκείνους που είχαν πειστεί για αυτή την επικαιρότητα και την ορθότητα του δρόμου που επέλεξαν οι μπολσεβίκοι. Η ζωή του σφραγίστηκε μέχρι το τέλος από την αυξανόμενη επανεξέταση αυτής της διάγνωσης.


Δυό είδη τακτικής

Με την παγίωση του χάσματος μεταξύ της ΕΣΣΔ και της Δύσης, με το αρκετά πρώιμο τέλος των ελπίδων για μια γρήγορη ανατροπή στη Γερμανία και την Ιταλία, ενισχύεται και βαθαίνει ο συλλογισμός του Γκράμσι για τους δύσκολους δρόμους της επανάστασης στη Δύση, ιδιαίτερα στην Ιταλία[1]. Σ΄ αυτή τη συνάφεια, ο Γκράμσι αναφέρεται σε μια από τις «Σημειώσεις [του] για τον Μακιαβέλι» με μεγάλο ενδιαφέρον σ΄ ένα σχετικό κείμενο του Τρότσκι: «Οι ίδιοι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες, που, όπως πριν είχαν ταχθεί υπέρ του πολέμου κινήσεων, τώρα τάχθηκαν υπέρ του πολέμου θέσεων, δεν ισχυρίζονται ασφαλώς, ότι ο προηγούμενος τύπος θα έπρεπε να απορριφθεί από την επιστήμη. Στους πολέμους όμως μεταξύ των βιομηχανικά και των πολιτικά [zivil] πιο προοδευμένων κρατών πρέπει να εκτιμηθεί, ότι έχει γίνει μια αναγωγή, μάλλον ως τακτική απ΄ ό,τι ως στρατηγική λειτουργία, και απ΄ την ίδια θέση πρέπει να ειδωθεί όπως πριν ο πόλεμος χαρακωμάτων σε σύγκριση με τον πόλεμο κινήσεων. Η ίδια αναγωγή πρέπει να επιτευχθεί στις τέχνες και στην επιστήμη της πολιτικής, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα πιο προοδευμένα κράτη, όπου η “κοινωνία των ιδιωτών” έχει γίνει μια ιδιαίτερα περίπλοκη, και σε σύγκριση με τα καταστροφικά “ρήγματα” του άμεσου οικονομικού στοιχείου (κρίσεις, υφέσεις κτλ), ανθεκτική δομή. Οι υπερδομές της κοινωνίας των ιδιωτών είναι το σύστημα χαρακωμάτων στο σύγχρονο πόλεμο […]. Η προσπάθεια να τεθεί σε κίνηση μια αναθεώρηση των μεθόδων τακτικής, θα έπρεπε να παρουσιαστεί από τον Λ. Νταβίνοβιτς Μπρόνσταϊν στην τέταρτη συνέλευση, όταν έθεσε [το ζήτημα] μεταξύ ανατολικού και δυτικού μετώπου. Αυτό δεν έγινε αμέσως, όμως ακολούθησαν απίστευτοι αγώνες: Σ΄ αυτήν θα ξεκινούσαν “αρχικά” οι αγώνες. Θα επρόκειτο επομένως για το αν η κοινωνία των ιδιωτών αντιστέκεται πριν ή μετά την επίθεση, πού λαμβάνει αυτή χώρα κτλ. Αλλά το ζήτημα παρουσιάστηκε μόνο με λαμπρή λογοτεχνική μορφή, χωρίς όμως υποδείξεις πρακτικής φύσης»[2].

Η ομιλία του Τρότσκι, την οποία υπαινίχτηκε ο Γκράμσι, έγινε στις 4 Νοεμβρίου 1922 στο 4ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς[3]. Ο Γκράμσι την άκουσε ο ίδιος ως συμμετέχων της ιταλικής αντιπροσωπείας, και μάλιστα σε μια στιγμή, η οποία για αυτόν και τους άλλους ιταλούς αντιπροσώπους, ήταν ιδιαίτερα σημαντική –λίγες μέρες μετά την «Πορεία προς τη Ρώμη» [27 – 31 Οκτωβρίου 1922]: «Γιατί ήρθαν έτσι [τα πράγματα]», ρώτησε ο Τρότσκι, «που σε μάς ο εμφύλιος πόλεμος άρχισε μετά τις 7 Νοεμβρίου [1917] και αργότερα έπρεπε να τον διεξάγουμε στο βορρά, στο νότο, στη δύση και την ανατολή για πέντε συνεχή χρόνια χωρίς διακοπή; […] ο συνεχής εμφύλιος πόλεμος [είναι] η ιστορική ρεβάνς για την ευκολία με την οποία έπεσε σε μάς η εξουσία. Αλλά –τέλος καλό όλα καλά! Υπερασπιστήκαμε όμως την εξουσία κατά τη διάρκεια αυτών των πέντε ετών. Για το εργατικό κίνημα σε όλο τον κόσμο μπορεί σήμερα κάποιος να διαπιστώσει με μια σχετική βεβαιότητα, ότι τα κομουνιστικά κόμματα σ΄ εσάς θα δυσκολευτούν περισσότερο πριν την κατάκτηση της εξουσίας και θα είναι πολύ πιο εύκολο για αυτά μετά την κατάκτησή της. […] . Όμως σ΄ αυτό το θέμα δε θέλω να εμβαθύνω περισσότερο, επειδή αποτελεί δουλειά μιας άλλης διάλεξης»[4].


«Η Ευρώπη δε μπορεί να περιμένει»

Όπως μπορεί να δει κάποιος, ο Τρότσκι υποσχέθηκε μια σε μεγαλύτερο βάθος συνεισφορά σ΄ αυτό το ζήτημα. Αυτό αφήνει να φανεί ως αδικαιολόγητη η κριτική του Γκράμσι περί «λογοτεχνικής» επιφανειακότητας. Η σε βάθος «διάλεξη» την οποία υπαινίσσεται ο Τρότσκι, είναι πιθανώς η έκθεση σχετικά με το 4ο Παγκόσμιο Συνέδριο [της Κομιντέρν], την οποία έθεσε ο Τρότσκι στη συνάντηση της κομμουνιστικής κοινοβουλευτικής ομάδας του 10ου Συνεδρίου των Σοβιέτ στις 28 Δεκεμβρίου 1922. Σ΄ αυτή την εισήγηση ο Τρότσκι ασχολήθηκε αναλυτικά με τη βασική διαφορά των τριών «βασικών τμημάτων» -όπως τα ονόμαζε-, την ιδιαιτερότητα των οποίων δεν έπρεπε «να χάσει κάποιος από το οπτικό του πεδίο», αν έκανε προσπάθεια να αξιολογήσει τα «επαναστατικά δυναμικά» του εργατικού κινήματος: Την Ευρώπη, την Αμερική, τις αποικιοκρατούμενες χώρες (κυρίως την Ασία και την Αφρική). Ιδιαίτερα οξυδερκής είναι η εκτίμηση της κατάστασης στην Ευρώπη, για την οποία ο Τρότσκι παρατήρησε μεταξύ άλλων: «Η Ευρώπη δε μπορεί να περιμένει. Διαφορετικά ειπωμένο: αν η επανάσταση στην Ευρώπη καθυστερήσει για πολλές δεκαετίες, αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει κυρίως στην εξάλειψη της Ευρώπης ως πολιτιστικής δύναμης. Ξέρετε όλοι, ότι η επίκαιρη φιλοσοφία της μόδας στην Ευρώπη είναι η φιλοσοφία του Σπένγκλερ: η φιλοσοφία για την παρακμή της Ευρώπης. Απ΄ την πλευρά της αστικής τάξης πρόκειται για μια, με το δικό της τρόπο δικαιολογημένη, ταξική προειδοποίηση. Επειδή αγνοούν το προλεταριάτο, το οποίο θα αντικαταστήσει την ευρωπαϊκή αστική τάξη και θα πάρει την εξουσία, κάνουν λόγο για παρακμή της Ευρώπης. Βέβαια, αν τα πράγματα εξελιχτούν πραγματικά έτσι, αυτό θα ήταν αναπόφευκτο αποτέλεσμα, αν όχι, η κατάρρευση, μια οικονομική και πολιτιστική παρακμή όμως της Ευρώπης, και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα θα εμφανιζόταν η αμερικανική επανάσταση σέρνοντας μαζί της την Ευρώπη».

Ο Τρότσκι είναι ένας από τους λίγους ηγέτες που προαισθάνονταν την τεράστια σημασία των ΗΠΑ για το μέλλον και την τύχη του αιώνα που μόλις άρχιζε. Στην αναφερόμενη ομιλία, ο Τρότσκι προβλέπει καθαρά μια μακρά φάση ύφεσης για το ευρωπαϊκό κομμουνιστικό κίνημα: Φοβάται πραγματικά, ότι η δυτική Ευρώπη –χωρίς ένα κίνητρο απ΄ το σοβιετικό μοντέλο- είναι έτοιμη να αποκοπεί μια για πάντα από το επαναστατικό προτσές. Και σε κάθε περίπτωση θεωρεί ως αδιανόητη μια ραγδαία αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στη Δύση, μάλλον αναμένει, όπως είδαμε, μια σταδιακή απόκτηση εδάφους από το εργατικό κίνημα, την αυξανόμενη επιρροή του στη «κοινωνία των ιδιωτών» («Η δουλειά θα είναι πολύ πιο δύσκολη πριν και πολύ πιο εύκολη μετά την κατάκτηση της εξουσίας»).


Βία και συναίνεση

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, και σ΄ αυτή τη προβληματική, αναπτύσσεται η σκέψη του Γκράμσι περί βίας και συναίνεσης, για το ζήτημα της κατάκτησης της «πλειοψηφίας» (και μεταξύ άλλων για τη σημασία και την αξία των εκλογών στην επαναστατική πάλη). Αυτό δεν ήταν ένα καινούργιο θέμα, πάνω σ΄ αυτό υπήρξαν συζητήσεις ήδη στη Δεύτερη Διεθνή, ακόμη και τη περίοδο που ζούσε ο Ένγκελς. Στη δυναμική αυτού του συλλογισμού βρισκόταν, ότι ο Γκράμσι ασχολήθηκε με τις εθνικές ιδιαιτερότητες της κατάστασης στην Ιταλία, με το αδιέξοδο στο οποίο είχε φτάσει η ιταλική επανάσταση, και με τη δυσκολία να δειχτούν νέοι δρόμοι. Γι΄ αυτό –είναι κατανοητό- ότι τον είχαν έλξει οι διατυπώσεις του Στάλιν για το «εθνικό ζήτημα», σε αντίθεση με την επιμονή του Τρότσκι για τη φόρμουλα περί «διαρκούς επανάστασης» (στην οποία βλέπει ένα είδος «βοναπαρτισμού»)[5]. Στις σημειώσεις του Στάλιν για το εθνικό ζήτημα ο Γκράμσι ανακαλύπτει τα κοινά στοιχεία με τη δική του κατανόηση περί «ηγεμονίας», περί κοινωνικών συμμαχιών κτλ. Το γραπτό του Στάλιν, στο οποίο κάνει το συσχετισμό –αυτό, είναι γνωστό σ΄ αυτόν από μια περίληψη στην Rassegna settimanale della stampa estera-, είναι η «συνομιλία με την πρώτη αμερικανική αντιπροσωπεία των εργατών» στις 9 Σεπτεμβρίου 1927: «Το γραπτό του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς (με τη μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων), τον Σεπτέμβριο του 1927 για μερικά βασικά σημεία της πολιτικής επιστήμης και τέχνης. Το σημείο που κατά τη γνώμη μου πρέπει να αναπτυχθεί, είναι το ακόλουθο: πώς πρέπει να ειδωθεί η φιλοσοφία της πράξης […] η διεθνής κατάσταση από την εθνική της πλευρά […]. Βεβαίως, η εξέλιξη τείνει προς το διεθνισμό, το αφετηριακό όμως σημείο είναι “εθνικό”. […] Γι΄ αυτό πρέπει να μελετήσει κάποιος ακριβώς το συνδυασμό των εθνικών δυνάμεων, οι οποίες πρέπει να οδηγήσουν και να αναπτύξουν τη διεθνή τάξη [Klasse] με βάση τη διεθνή προοπτική και τις κατευθυντήριες γραμμές της. Η ιθύνουσα τάξη είναι τέτοια μόνο αν ερμηνεύει με ακρίβεια αυτό το συνδυασμό, συνιστώσα του οποίου είναι και η ίδια, και ακριβώς σαν τέτοια μπορεί να δώσει στο κίνημα μια συγκεκριμένη κατεύθυνση με συγκεκριμένες προοπτικές. Σ΄ αυτό το σημείο μου φαίνεται ότι βρίσκεται η βασική διαφορά απόψεων ανάμεσα στον Λέο Νταβίνοβιτς και στον Βησσαρίωνα ως τον ερμηνευτή του κινήματος της πλειοψηφίας. Οι κατηγορίες περί εθνικισμού είναι ανάρμοστες, όταν σχετίζονται με τον πυρήνα του ζητήματος. Όταν αναλύσει κάποιος την προσπάθεια της πλειοψηφίας από το 1902 έως το 1917, θα δει ότι η πρωτοτυπία της βρίσκεται, στο να καθαρίσει το διεθνισμό από εκείνο το ασαφή και καθαρά ιδεολογικό στοιχείο (με την κακή έννοια), για να του δώσει ένα περιεχόμενο ρεαλιστικής πολιτικής. Η έννοια της ηγεμονίας είναι εκείνη, στην οποία συμπλέκονται οι εθνικές απαιτήσεις, και κατανοεί κάποιος, ότι ορισμένες τάσεις από αυτή την έννοια δε μιλούν ή την θίγουν μόνο. Μια τάξη διεθνούς χαρακτήρα, στο βαθμό που καθοδηγεί αυστηρά τα εθνικά στρώματα της κοινωνίας (διανοούμενοι), και συχνά μάλιστα ακόμη λιγότερο απ΄ ότι τα εθνικά, τα κομματιασμένα και τα τοπικά-πολιτικά (οι αγρότες), πρέπει κατά μια σχετική έννοια να «εθνικοποιηθεί» […]» (Τετράδιο 14, § 68, σ. 1692).


Ηγεμονία και δημοκρατία

Η βασική ιδέα των συλλογισμών που έβαλαν σε σκέψη [τον Γκράμσι] μέσω της συνέντευξης του Στάλιν, είναι επομένως, ότι τα ηγεμονικά διεθνιστικά στρώματα (διανοούμενοι, εργατική τάξη) πρέπει να «εθνικοποιηθούν», και μάλιστα με στόχο να ασκήσουν την ηγεμονία του μπλοκ, το οποίο πρέπει κάτω απ΄ τις συγκεκριμένες συνθήκες της χώρας τους να το διαμορφώσουν και να το οδηγήσουν στη νίκη. Η ηγεμονία είναι «η έννοια, στην οποία συμπλέκονται οι εθνικές απαιτήσεις». Πως όμως θα ασκηθεί η ηγεμονία; Και, ακόμη πιο πριν, πως θα κατακτηθεί; Ο Γκράμσι δίνει εδώ γενικά έναν, για να ειπωθεί έτσι, διφορούμενο [janusköpfig] ορισμό: όπως λέει [με έναν] «συνδυασμό εξαναγκασμού και συναίνεσης». Η διατύπωση αυτή εμφανίζεται για παράδειγμα στο Τετράδιο σχετικά με τη φιλοσοφία του Μπενεντέτο Κρότσε, όπου παραπέμπεται στο πρότυπο του Λένιν, ο οποίος «δημιούργησε […] τη διδασκαλία περί ηγεμονίας ως συμπλήρωμα της θεωρίας του κράτους-εξαναγκασμού» (Τ. 10, § 12, σ. 1249), υπάρχει στις «Σημειώσεις για τη γαλλική εθνική ζωή» (Τ. 13, § 37, σ. 1610), καθώς και, σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, στο Τετράδιο 8, σε μια παράξενη θεωρία που ανέπτυξε περί «αυτοκρατορικής δημοκρατίας»: «Ηγεμονία και δημοκρατία. Ανάμεσα στις πολυάριθμες σημασίες περί δημοκρατίας, μπορεί κατά τη γνώμη μου να κερδίσει η πιο ρεαλιστική και η πιο συγκεκριμένη σε σχέση με την έννοια της ηγεμονίας. Στο ηγεμονικό σύστημα υπάρχει η δημοκρατία μεταξύ της ιθύνουσας ομάδας και των ηγεμονευόμενων ομάδων στο βαθμό που [η ανάπτυξη της οικονομίας και επομένως] η νομοθεσία [η οποία εκφράζει μια τέτοιου είδους ανάπτυξη] ευνοεί την [μοριακή] μετάβαση από τις ηγεμονευόμενες ομάδες στην ιθύνουσα ομάδα. Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρχε μια αυτοκρατορική-εδαφική δημοκρατία με τη μορφή της παραχώρησης πολιτικών δικαιωμάτων στους κατακτημένους λαούς κτλ» (Τ. 8. § 191, σ. 1049). Μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια να φέρει κάποιος κοντά την συνήθη πρακτική της «διευθυνόμενης δημοκρατίας» στη ΕΣΣΔ, στη «δυτική» κατανόηση (στο παράδειγμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας).



Μέρος ΙΙ

Η τελική παρατήρηση του Μπενεντέτο Κρότσε στην «Storia dEuropa nel secolo decimonono» («Ιστορία της Ευρώπης του 19ου αιώνα»), 1932, [φαίνεται να] υπενθυμίζει σήμερα συχνά με θαυμασμό ή ακόμη και με μεγάλη έκπληξη, μια πρώιμη «προφητεία» διάλυσης της ΕΣΣΔ, αξίζει [όμως] να αναφερθεί εδώ για έναν άλλο λόγο: συγκεκριμένα, εξαιτίας της υπογράμμισης, που φέρει μια ειρωνική απόχρωση, της «μη εξαγωγής» του μπολσεβικισμού στη δυτική Ευρώπη. Ασφαλώς, αυτή έχει εντελώς διαφορετικά κίνητρα απ΄ ότι οι συλλογισμοί τους οποίους κάνουν ο Γκράμσι και ο Τρότσκι για το φαινόμενο αυτό.

«Έξω από τη Ρωσία αυτός ο ψευδοκομμουνισμός[6], με όλη τη γοητεία τού χρονικά και χωρικά απόμακρου (που για το λόγο αυτό παίρνει ένα φανταστικό ελκτικό περίγραμμα), παρ΄ όλο που ασκεί στα πνεύματα έναν ιδιαίτερο εξαναγκασμό του παλιού αποφθέγματος περί “ maior et longinquo reverentia ” [μεγαλύτερο είναι το δέος εκ του μακρόθεν], δεν διαδόθηκε μέχρι σήμερα ή και καταπιέστηκε μόλις έκανε την εμφάνισή του. Στη πραγματικότητα, στη δυτική και κεντρική Ευρώπη λείπουν δυό συνθήκες, οι οποίες στη Ρωσία ήταν δοσμένες: η τσαρική παράδοση και ο μυστικισμός. Γι΄ αυτό και ο Μιλιούκοφ δεν είχε άδικο, όταν πριν δώδεκα χρόνια πίστευε ότι ο Λένιν “μπορούσε στη Ρωσία να οικοδομήσει πάνω στο στέρεο έδαφος της καλής παλιάς αυταρχικής παράδοσης, όμως, σε ό,τι αφορά τις άλλες χώρες, σχεδίασε παλάτια στην άμμο”». Από τα προηγούμενα αποσπάσματα γίνεται σαφές ότι ο Γκράμσι και ο Κρότσε μιλούν για το ίδιο πρόβλημα.


Διχασμένη Ευρώπη

Κατά έναν περίεργο τρόπο μέχρι σήμερα δεν έχει παρατηρηθεί, ότι ο Φερνάν Μπρωντέλ, σ΄ ένα αρκετά γνωστό απόσπασμα από τη «Le monde actuel“ (Παρίσι, 1963), «προχρονολόγησε», για να ειπωθεί έτσι, το φαινόμενο, και επεσήμανε, ότι σε σύγκριση με το σοσιαλισμό της Δεύτερης Διεθνούς, υπήρξε κάτι ανάλογο. «Χωρίς να υπερβάλλεται η ισχύς της Δεύτερης Διεθνούς», έγραφε ο Μπρωντέλ, «μπορεί να διαπιστωθεί ότι η Δύση το 1914 δε βρισκόταν μόνο στο χείλος του πολέμου, αλλά και του σοσιαλισμού. Αυτός βρισκόταν λίγο πριν απ΄ την κατάληψη της εξουσίας, οικοδομώντας μια εξίσου σύγχρονη, πιθανώς ακόμη πιο σύγχρονη Ευρώπη απ΄ ότι η σημερινή. Σε λίγες μέρες, σε λίγες ώρες, ο πόλεμος κατέστρεψε όλες αυτές τις ελπίδες». Ο Μπρωντέλ ερμήνευσε αυτή την αποτυχία με την ανικανότητα του «σοσιαλισμού εκείνης της εποχής» να σταματήσει τον πόλεμο. Αλλά σε ένα άλλο μέρος του έργου του, αυτό που έχει τον τίτλο η «Γραμματική των πολιτισμών», προσπαθεί να δώσει μια βαθύτερη ερμηνεία: Ξεκινά απ΄ το παράδειγμα της Κωνσταντινούπολης, η οποία το 1453 –σύμφωνα μ΄ έναν τούρκο ιστορικό, ο οποίος ήταν σύγχρονος [εκείνων] των γεγονότων- τής ήταν προτιμότερο να παραδοθεί στους Τούρκους απ΄ το να «σωθεί» απ΄ τους Ρωμαίους, για να καταλήξει στη παρατήρηση ότι η Δύση και η αγγλοσαξονική Αμερική στέκονταν ουσιαστικά απορριπτικά απέναντι στο μαρξισμό. Στο τέλος όμως γράφει: «Το Όχι είναι κατηγορηματικό απ΄ την πλευρά των γερμανικών και των αγγλοσαξονικών χωρών, πολύ λιγότερο σαφές και αποφασιστικό απ΄ τη πλευρά της Γαλλίας, της Ιταλίας και των ιβηρικών χωρών». Και ενώ απ΄ τη μια μεριά πιστεύει ότι επρόκειτο για «απόρριψη μιας κουλτούρας από μια άλλη», κάνει ξανά την υπόθεση: «Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η δυτική Ευρώπη, σε περίπτωση που εισήγαγε τον κομμουνισμό, πιθανώς να τον οργάνωνε διαφορετικά, έτσι όπως έκανε και με τον καπιταλισμό, ο οποίος εδώ πήρε άλλες μορφές απ΄ ότι για παράδειγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η ερμηνεία του Μπρωντέλ –η οποία δεν αφορά μόνο το 1914, αλλά επίσης το 1917 και το 1945- είναι υπερβολικά «μορφολογική». Απ΄ τη μια πλευρά μειώνει την αποτυχία της Δεύτερης Διεθνούς σ΄ ένα απλό «σφάλμα». Απ΄ την άλλη πλευρά δε λαμβάνει υπόψη ότι η έκβαση του παιχνιδιού, μετά τον απίστευτο Νοέμβρη του 1917, δεν παρέμεινε ανοιχτή για όχι και τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Για πολλά χρόνια η Ευρώπη βρισκόταν στην άκρη του ξυραφιού. Σε μια εξαιρετική, μοναδική, ίσως ανεπανάληπτη ιστορική κατάσταση νίκησε η επανάσταση στη Ρωσία, περιέβαλε τη Γερμανία, σταμάτησε για ένα μικρό διάστημα στην Ουγγαρία, ακολούθησε ένα ιδιαίτερο δρόμο στην Αυστρία, φούντωσε με ανήκουστες μορφές στον «Τρίτο Κόσμο», [φτάνοντας] μέχρι την Κίνα. Στην Ιταλία το φάντασμά της οδήγησε στη βίαιη παλινόρθωση, στο φασισμό. Ο Γκράμσι και η γενιά του, και ιδιαίτερα η ομάδα των διανοουμένων που σχηματίστηκε γύρω από αυτόν, απορροφήθηκαν εντελώς από αυτό το φαινομενικά διαρκές, μάλιστα, κοσμοϊστορικό ενθουσιασμό της παλιγγενεσίας [αναγέννηση της ψυχής – ΣτΜ]. Και χρησιμοποίησαν όλη την πνευματική και πρακτική τους πείρα για να συμμετέχουν σ΄ αυτή την παλιγγενεσία και να ηγηθούν αυτής της επανάστασης. Κάτι που εξηγεί γιατί αργότερα αφοσιώθηκαν σε μια ακούραστη αναζήτηση των αιτιών της ήττας.

Στις «καταστρεπτικές» επιπτώσεις αυτής της ήττας ίσως να μην έχει δοθεί αρκετή προσοχή. Η επανάσταση που άρχισε στη Ρωσία ήταν, ή ίσχυε πάντως για τους ανθρώπους που ίδρυσαν το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, ως δοκιμή για το συνολικό σχεδιασμό, ο οποίος είχε την αφετηρία του στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» και οδήγησε ειδικά στη Γερμανία –υπό την αιγίδα των ιδρυτών του- στη μορφοποίηση του πιο ισχυρού, του πιο οργανωμένου, του πιο ευυπόληπτου εργατικού κινήματος της Ευρώπης. Στη φωτιά του Παγκοσμίου Πολέμου το σχέδιο φαινόταν, ένα μόλις χρόνο μετά το ρωσικό Οκτώβρη, ότι ολοκληρώνεται στο γερμανικό Νοέμβρη. Όλοι ήταν της ίδιας άποψης: η απροσδόκητη και επιτυχημένη κίνηση του Λένιν, ο οποίος για πολύ ειδικούς λόγους –εντελώς σε αντίθεση με τις προγνώσεις του Μαρξ, όπως παρατήρησε αμέσως ο Γκράμσι («Η επανάσταση ενάντια στο “Κεφάλαιο”»)- οδήγησε αρχικά τη Ρωσία στη νίκη, ήταν απλά ένα προανάκρουσμα, μετά το οποίο θα έπρεπε να ακολουθήσει η γρήγορη εξάπλωση ενός απότομου τραντάγματος, κυρίως στη Γερμανία.

Γι΄ αυτό η ήττα στη Γερμανία, η οποία έλαβε χώρα το φθινόπωρο του 1923 (εξέγερση του Αμβούργου και κατάρρευση της «κόκκινης Σαξονίας»), μετατράπηκε σε ενταφιασμό μιας ολόκληρης στρατηγικής υπόθεσης, ενός ολόκληρου αναμενόμενου σεναρίου. Οι εξεγερμένοι είχαν ένα αποκλειστικά ευρωπαϊκό τρόπο θεώρησης, και ως εκ τούτου στην αποφασιστική στιγμή [το σχέδιο] δεν πέτυχε.


Σαφής τοποθέτηση

Η απόφαση που τώρα πάρθηκε στη Μόσχα, παρά την εξάντληση από τον εμφύλιο πόλεμο που μόλις τώρα τέλειωνε, και τα φοβερά χτυπήματα, όπως ο θάνατος του Λένιν και η διάσπαση της ηγετικής ομάδας, ήταν να μην υπάρξει υποχώρηση. «Σοσιαλισμός σε μια χώρα», ήταν μεν η αισιόδοξη και βολουνταριστική φόρμουλα, η ουσία όμως ήταν: Να μην υπάρξει υποχώρηση, παρά την άσχημη συνειδητοποίηση ότι όλες οι προγνώσεις και οι υπολογισμοί είχαν αποδειχτεί εσφαλμένοι. Πολύ αργότερα ο Ισαάκ Ντόιτσερ έγραψε: Αν ζούσε ο Λένιν και έπρεπε να αποφασίσει, μετά βίας θα μπορούσε να κάνει άλλη επιλογή («Russia after Stalin», 1953). Και στη συνέχεια παρατηρεί με μεγάλη οξυδέρκεια: «Το παράδοξο γεγονός είναι ότι η άγνοια της Δύσης επέτρεψε στον Στάλιν να έχει μια πιο ρεαλιστική εκτίμηση για το επαναστατικό της δυναμικό απ΄ ότι εκείνο που είχαν σχηματίσει οι άλλοι ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Λένιν, με πολλά χρόνια παρατήρησης και μελέτης!».

Ο κομμουνιστής πολιτικός Γκράμσι βρίσκεται στη μέση αυτών των συμβάντων, στα οποία συμμετέχει χωρίς ταλαντεύσεις, και αποφασίζει όπως και η πλειοψηφία του ρωσικού Κόμματος. Στην ασυνήθιστη και ανησυχητική επιστολή του επίσης τον Οκτώβριο του 1926 προς την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ (μπ), υποστηρίζει τη θέση της πλειοψηφίας (του Στάλιν και του Μπουχάριν) με πλήρη πεποίθηση. Και το μπλοκ των «αντιπολιτεύσεων» (Ζηνόβιεφ και Τρότσκι) κατηγορείται από τον Γκράμσι, ότι επαναφέρει στη ζωή «όλη την παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας και του συνδικαλισμού»[7]. «Επαναλαμβάνουμε ότι μάς παρακινεί το γεγονός», γράφει, μεταξύ άλλων, «ότι ο τρόπος συμπεριφοράς των αντιπολιτεύσεων αφορά το σύνολο της πολιτικής γραμμής της Κεντρικής Επιτροπής και χτυπά κατευθείαν στη καρδιά της λενινιστικής διδασκαλίας […]»[8]. Παρ΄ όλα αυτά η περαιτέρω πολιτική καθώς η ιδιωτική Ιστορία της ζωής του Γκράμσι, αν και υπέφερε από τα βάσανα, υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός στο ιδεολογικό και κυρίως στο φιλοσοφικό πεδίο.

Με τον αποκλεισμό του από την ενεργό πολιτική ζωή, μάλιστα από την πολιτική γενικά, ως συνέπεια της σύλληψης (το Νοέμβριο του 1926), της καταδίκης και της φυλάκισής του, στη συνέχεια με τη δυσπιστία απέναντι στους συντρόφους του εξαιτίας της επιτυχημένης προβοκάτσιας της OVRA[9] με την πλαστή επιστολή του Ruggiero Grieco (τον Φεβρουάριο του 1928), προέκυψε ανάμεσα στον Γκράμσι και στο Κόμμα του, αν εξαιρέσουμε τη σύνδεσή του μέσω του Πιέρο Σράφα, μια ανυπέρβλητη άβυσσος και ενισχύθηκε επίσης από τη νομική-προσωπική αλλαγή θέσης (με τους Σοβιετικούς αντί των Ιταλών, ως μοναδική υποστήριξη)[10]. Αλλά, ακριβώς, αυτή η απομόνωση έστρεψε τη σκέψη του Γκράμσι στον ουσιαστικό ισολογισμό των ιστορικών γεγονότων που ήδη βίωσε και, σε σύνδεση μ΄ αυτά, στην αναζήτηση νέων μακροπρόθεσμων δρόμων.

Παρ΄ όλο που ο Γκράμσι ήταν φυλακισμένος, ήταν ενήμερος για τα καθημερινά γεγονότα. Η νίκη του φασισμού, ακόμη και ειδικά στην «αποφασιστική» Γερμανία, ενίσχυσε την επιθυμία του να κατανοήσει ακόμη περισσότερο την ήττα, πολιτικά και ιστορικά. Ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί, γίνεται ξανά ακόμη πιο μακρύς, όπως μετά από κάθε ήττα. Ο στόχος όμως δεν αλλάζει (και ενισχύεται εντός των ορίων που θέτει η λογοκρισία). Και παρ΄ όλο που η σκέψη του Γκράμσι διαφέρει όλο και περισσότερο από το στιλ-της-«Κομιντέρν», παρ΄ όλο που (στο Τετράδιο 11) υποβάλλει σε οξεία κριτική το «Λαϊκό διδακτικό βιβλίο» του Μπουχάριν, ένα από τα πιο υψηλού επιπέδου έργα του σοβιετικού μαρξισμού, δεν αμφισβητεί σχεδόν καθόλου τη σημασία της σοβιετικής εμπειρίας όπως και την –από τις δονήσεις στα τέλη του 20ου αιώνα διαψευσθείσα- υπόθεση περί «σοσιαλισμού σε μια χώρα».


Ένας αγωνιστής

Ο Γκράμσι ήταν άνθρωπος δριμύς και πολεμικός, αμείλικτος απέναντι στους αντιπάλους, στους συντρόφους και στον ίδιο τον εαυτό του. Σε μια συνομιλία με τον De Begnac, ο Μουσολίνι τον περιγράφει ως έναν –κόντρα σε όλες τις αντιρρήσεις- μισαλλόδοξο καθηγητή. Πρόκειται για μια κακόβουλη εικόνα. Το πραγματικό πορτρέτο του το σχεδίασε ο ίδιος σε μια επιστολή, παρουσιάζοντάς το ο Τολιάτι στο τέλος της διάλεξής του με τίτλο «Ο λενινισμός του Γκράμσι» (1958): «Σε μια από τις επιστολές του μιλά με πικρία, υπερήφανος όμως για τη δική του ύπαρξη: “Δε μιλώ ποτέ”, λέει, “για την αρνητική πλευρά της ζωής μου, κυρίως επειδή δε θέλω να με λυπούνται. Ήμουν ένας αγωνιστής, ο οποίος δεν ήταν τυχερός στην άμεση πάλη, και τους αγωνιστές δε μπορούν και δε πρέπει να τους λυπούνται, γιατί δεν αγωνίστηκαν αναγκαστικά, αλλά επειδή το ήθελαν συνειδητά”».

Ένας τέτοιος άνθρωπος δε θα έβλεπε ευχάριστα τις προσπάθειες των μετέπειτα ερμηνευτών του, αν του προσέδιδαν ένα απίθανο ιδεολογικό προφίλ. Αυτή η ταχυδακτυλουργία δεν οδηγεί πουθενά. Αν θέλει κάποιος να το σχηματοποιήσει, τότε θ μπορούσε να πει, ότι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της μπολσεβίκικης παράδοσης, το οποίο είναι έντονα αποτυπωμένο στον Γκράμσι, είναι η συνείδηση-ελίτ. Αυτή την ιδιότητα την απέκτησε μέσω της εκπαίδευσής του ως επιστήμονας, και την εμβάθυνε στις μελέτες του μέσα στη φυλακή. Μια ουσιαστική πλευρά αυτών των μελετών είναι στη πραγματικότητα η εξέταση των ελίτ, η Ιστορία των ιθυνουσών τάξεων, της σπουδαιότητάς τους και της αποτυχίας τους: των «κομμάτων» του Risorgimento [ιταλ: Αναγέννηση], του Κόμματος Δράσης και της ηγεσίας των ιταλών σοσιαλιστών. Αλλά και η επιστολή τον Οκτώβριο του 1926 στη μπολσεβίκικη Κεντρική Επιτροπή είναι μια εντυπωσιακή έκφραση αυτής της νοοτροπίας-ελίτ. Αυτή αποτελεί σαφώς τη βάση της ιδέας, ότι μια χούφτα άνθρωποι μπορεί να είναι αποφασιστική για [ριζικές] μεταβολές, αλλαγές πορείας, τύχες, όπου όμως συγκεκριμένα προτσές δε μπορούν επίσης να κατευθυνθούν στο εσωτερικό των κομμάτων. Επιβεβαίωση για αυτές τις πεποιθήσεις βρίσκει η συνείδηση αυτή στην αντιπαράθεση ανάμεσα στις ομάδες μιας νέας ελίτ, η οποία σχηματίζεται στη πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας, προσπαθώντας να την κρατήσει κόντρα σε όλες τις δυσκολίες και τους ενδοιασμούς[11]. Η εξέταση της κρίσης της ηγεσίας των Ιακωβίνων –λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία των μπολσεβίκων- είναι ένα άλλο παράδειγμα για εκείνη την εξαιρετικά στενή σύμπλεξη ελιτισμού και μπολσεβικισμού, η οποία κατά την άποψή μου αποτελεί το πιο κατάλληλο κλειδί για την κατανόηση του προβλήματος της τοποθέτησης του Γκράμσι μέσα στην Ιστορία και το πολιτικό δράμα του ευρωπαϊκού κομμουνισμού.

Ο Luciano Canfora (* 1942) είναι ιταλός φιλόλογος της κλασικής φιλολογίας. Διδάσκει ως καθηγητής ελληνική και λατινική φιλολογία στο Μπάρι (Ιταλία). Μεταξύ των άλλων, είναι επίσης μέλος της επιστημονικής Επιτροπής του Ιδρύματος Instituto Gramsci (Ρώμη).

Πηγή: junge Welt, 26/04/2007 και 27/04/2007

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Σημείωση: Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο παρόν ιστολόγιο στις 01.03.2015
______________

Σημειώσεις

[1] Στο δοκίμιό του «La socialdemocrazia tedesca e la rivoluzione del 1905», στο δεύτερο τόμο της «Storia del marxismo» (Einaudi, Turin 1979), ο Massimo Salvadori κάνει σαφές, με ποιο τρόπο κυρίως για τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, έθεσε εκ νέου η ρωσική επανάσταση του 1905 το πρόβλημα της επανάστασης στη Δύση.

[2] Antonio Gramsci, Gefängnishefte [Τετράδια της Φυλακής], Τετράδιο 13, § 24, σ. 1589. Στο εξής η παράθεση γίνεται με την αναφορά του αριθμού Τετραδίου, της παραγράφου και του αριθμού σελίδας (εκδ. Αμβούργο, Argument 1991, επόμ. σελ.).

[3] Μετά την αποτυχημένη Πορεία προς τη Βαρσοβία, η νικηφόρα Πορεία προς τη Ρώμη.

[4] Πρωτόκολλο του Τέταρτου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Πετρούπολη-Μόσχα, 5 Νοεμβρίου – 5 Δεκεμβρίου 1922, εκδ. Carl Hoym Nachf., Αμβούργο 1923, σ. 269, M. Philips Price: Η ρωσική επανάσταση. Αναμνήσεις από τα έτη 1917-1918, Αμβούργο 1921, σ. 494, αναφέρει μια εντελώς παρόμοια σκέψη του Λένιν.

[5] Είναι κατανοητό, ότι οι απόψεις του Τρότσκι έφθασαν σ΄ αυτόν σε διαστρεβλωμένη μορφή.

[6] Βλ. αμέσως προηγούμενο πλαίσιο: «Ο κομμουνισμός, ο οποίος τώρα, για να ειπωθεί έτσι, κατέβηκε στο βασίλειο των γεγονότων και πραγματοποιήθηκε στη Ρωσία, δεν πραγματοποιήθηκε καθόλου ως κομμουνισμός, αλλά με τον τρόπο που προέβλεψαν οι κριτικοί του και που αντιστοιχούσε στην εσωτερική του αντίφαση: δηλαδή σαν μια μορφή αυτο-κυριαρχίας. Πήρε από το ρωσικό λαό και εκείνο το κομμάτι από την πνευματική του ανάσα και ελευθερία, που μάλιστα είχε κάτω απ΄ την προηγούμενη τσαρική αυτο-κυριαρχία ή την απέκτησε. Η κατάργηση του κράτους, η “μετάβαση από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας”, για το οποίο έκανε λόγο ο Μαρξ, όχι μόνο έλαβε χώρα, και ο κομμουνισμός όχι μόνο κατάργησε το κράτος (και μπόρεσε να το καταργήσει τόσο λίγο, όσο θα είναι σε θέση [να το κάνει] ο οποιοσδήποτε), αλλά δημιούργησε –η ειρωνεία της Ιστορίας-, το πιο ανυπόφορο κράτος, που μπορεί απλά να φανταστεί κάποιος».

[7] Απόσπασμα σύμφωνα με τον Harald Neubert (εκδ.): «Antonio Gramsci – vergessener Humanist? Eine Anthologie», Dietz, Berlin 1991, σ. 76

[8] Στο ίδιο, σ. 74, βλ. τη λεπτομερή μαρτυρία του Τολιάτι: «Κάποτε ήταν της μόδας η συζήτηση που διεξαγόταν ανάμεσα στη πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής του μπολσεβίκικου κόμματος και της αντιπολίτευσης από τους Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Τρότσκι και άλλους συντρόφους. Στα μέσα Οκτωβρίου, και ακριβώς στις 15 (ή στις 16) αυτού του μήνα, όμως, η ομάδα των αντιπολιτευόμενων εγκατέλειψε την πάλη της ενάντια στη πλειοψηφία, με μια δήλωση, στην οποία αναγνώριζε την ορθότητα της γραμμής του Κόμματος και δεσμευόταν να παραιτηθεί από κάθε φραξιονιστική δράση. Αυτό άλλαξε τη κατάσταση ουσιαστικά, περισσότερο απ΄ ότι είχε εκτιμηθεί, ότι η δήλωση θα μπορούσε να αναγγείλει την αρχή μιας νέας φάσης στην εσωτερική κατάσταση του Κόμματος. Η επιστολή του Γκράμσι έφτασε σε μένα αυτή τη στιγμή. Περιείχε την πλήρη έγκριση της πλειοψηφίας» (Ο Τολιάτι προς τον Ferrata, 26 Φεβρουαρίου 1964).

[9] Η OVRA = Organizzazione per la Vigilanza e la Repressione dellAntifascismo («Οργάνωση για την Παρακολούθηση και Καταπολέμηση του Φασισμού») ήταν μια μυστική αστυνομία που δημιουργήθηκε το 1927 από το καθεστώς-Μουσολίνι (ΣτΜ).

[10] Στη συνομιλία, για την οποία κάνει λόγο η Τάνια τον Φεβρουάριο του 1933, η σοβιετική κυβέρνηση ονομάζεται «η κυβέρνησή μας» (Η Τάνια προς τον Σράφα, 11 Φεβρουαρίου 1933, στο: A. Natoli: «Antigone e il prigioniero»,  Roma, Editori Riuniti, 1991, σ. 260).

[11] Η προσωπική και πολιτική διαμάχη στο εσωτερικό αυτής της ελίτ περιγράφονται και διαγιγνώσκονται εντυπωσιακά οι αιτίες της [στο έργο] του Lion Feuchtwangers «Μόσχα 1937».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.