Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Ο Θούριος του Ρήγα Φεραίου




ΘΟΥΡΙΟΣ

ήτοι ορμητικός πατριωτικός ύμνος πρώτος, εις τον ήχον 



Μια προσταγή μεγάλη

Ως πότε παλικάρια, να ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λεοντάρια, σταις ράχαις στα βουνά;
Σπηλιαίς να κατοικούμε, να βλέπωμεν κλαδιά,
να φεύγωμ΄ απ΄ τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τούς συγγενείς;
Καλλιώναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι, σκλαβιά και φυλακή.
Τι σ΄ ωφελεί αν ζήσης, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πώς σε ψαίνουν, καθ΄ ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι΄ αν σταθής
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθής.
Δουλεύεις όλ΄ ημέρα, σε ό,τι κι΄ αν σε πη,
κι΄ αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιή.
Ο Σούτζος, κι΄ ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν΄ να ιδής.
Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι΄ αγάδες, με άδικον σπαθί.
Κι΄ αμέτρητ΄ άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά ΄φορμή.
Ελάτε μ΄ έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον Σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.
Οι νόμοι νάν΄ ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
και της πατρίδος ένας, να γένη αρχηγός.
Γιατί κ΄ η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
να ζούμε σαν θηρία, είν΄ πλιό σκληρή φωτιά.
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν
ας πούμ΄ απ΄ την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν·

Εδώ συκώνονται οι πατριώται ορθοί, και υψώνοντες
τας χείρας προς τον ουρανόν, / κάμνουν τον όρκον.

Όρκος κατά της τυραννίας και της αναρχίας.

Ω βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε σέ,
στην γνώμην των τυράννων, να μην ελθώ ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσῳ ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε νάναι σταθερός.
Πιστός εις την πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για νάμαι, υπό τον στρατηγόν.
Κι΄ αν παραβώ τον όρκον, ν΄ αστράψ΄ ο ουρανός,
και να με κατακάψῃ, να γένω σαν καπνός.

Τέλος του όρκου

Σ΄ ανατολή και δύσι, και νότον και βοριά,
για την πατρίδα όλοι, νάχωμεν μια καρδιά.
Στην πίστιν του καθ΄ ένας, ελεύθερος να ζη,
στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.
Βουλγάροι κι΄ Αρβανήτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,
Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
πως είμαστ΄ αντριωμένοι, παντού να ξακουσθή.
Όσ΄ απ΄ την τυραννίαν, πήγαν στην ξενητιά
στον τόπον του καθ΄ ένας, ας έλθῃ τώρα πλιά.
Και όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν
εδώ ας τρέξουν όλοι, τυράννους να νικούν.
Η Ρούμελη τούς κράζει, μ΄ αγκάλαις ανοιχταίς,
τούς δίδει βιό και τόπον, αξίαις και τιμαίς.
Ως πότ΄ οφφικιάλος, σε ξένους Βασιλείς;
έλα να γένῃς στύλος, δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την πατρίδα, κανένας να χαθή
ή να κρεμάσῃ φούντα, για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πλιό εχθροί,
αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κ΄ εθνικοί.
Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
εκείνοι και δικοί μας, αν είναι, ας χαθούν.
Σουλιώταις και Μανιώταις, λιοντάρια ξακουστά
ως πότε σταις σπηλιαίς σας, κοιμάστε σφαλιστά;
Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυρ΄ αητοί,
κι΄ Αγράφων τα ξεφτέρια, γεννήτε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μιά,
και αίμα των τυράννων, ρουφήστε σα θεριά.
Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Χριστιανοί,
με τα΄ άρματα στο χέρι, καθ΄ ένας ας φανή,
Το αίμα σας ας βράσῃ, με δίκαιον θυμόν,
μικροί μεγάλ΄ ομώστε, τυράννου τον χαμόν.
Λεβέντες αντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
ο βάρβαρος ως πότε, θε να σας τυραννή.
Μην καρτερήτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
χωθήτε στο μπογάζι, μ΄ εμάς και σεις μαζί.
Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών,
σαν αστραπή χυθήτε, χτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης και της Νύδρας, θαλασσινά πουλιά,
καιρός είν΄ της πατρίδος, ν΄ ακούστε την λαλιά.
Κι΄ όσ΄ είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,
οι νόμοι σάς προστάζουν, να βάλετε φωτιά.
Μ΄ εμάς κ΄ εσείς Μαλτέζοι, γεννήτ΄ ένα κορμί,
κατά της τυραννίας, ριχθήτε με ορμή.
Σάς κράζει η Ελλάδα, σάς θέλει σάς πονεί,
ζητά την συνδρομήν σας, με μητρικήν φωνή.
Τί στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τεινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.
Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλῃς να νικάς.
Συλήστρα και Μπραΐλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.
Στρατεύματά σου στείλε, κ΄ εκείνα προσκυνούν
γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν μπορούν.
Γγιουρντζή πλιά μη κοιμάσαι, συκώσου με ορμήν,
τον Προύσια να μοιάσῃς, έχεις την αφορμήν.
Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς
πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανής.
Με τα στρατεύματά σου, ευθύς να συκωθής,
στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθής.
Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά,
δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά.
Χαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλ΄ ας μη φανή,
για να ψοφήσ΄ ο λύκος, οπού σας τυραννεί.
Με μια καρδίαν όλοι, μια γνώμην, μια ψυχή,
χτυπάτε του τυράννου, την ρίζα να χαθή.
Ν΄ ανάψωμεν μια φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
να τρεξ΄ από την Μπόσνα, και ως την Αραπιά
Ψηλά στα μπαϊράκια, συκώστε τον σταυρόν,
και σαν αστροπελέκια, χτυπάτε τον εχθρόν.
Ποτέ μη στοχασθήτε, πως είναι δυνατός,
καρδιοκτυπά και τρέμει, σαν τον λαγόν κι΄ αυτός.
Τρακόσοι Γγιρτζιαλήδες, τον έκαμαν να ιδή,
πως δεν μπορεί με τόπια, μπροστά τους να ευγή.
Λοιπόν γιατί αργήτε, τί στέκεσθε νεκροί;
ξυπνήσετε μην είστε ενάντιοι κ΄ εχθροί.
Πως οι προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,
για την ελευθερίαν, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτζι κ΄ ημείς, αδέλφια, ν΄ αρπάξωμεν για μια
τ΄ άρματα, και να βγούμεν απ΄ την πικρή σκλαβιά.
Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς και του πελάγου, να λάμψη ο σταυρός,
και στην δικαιοσύνην, να σκύψῃ ο εχθρός.
Ο κόσμος να γλυτώσῃ, απ΄ αύτην την πληγή,
κ΄ ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.