Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Γερμανία: Σχετικά με τη Συνθήκη «2 + 4»




Μια κριτική ανάλυση

Πριν από 25 χρόνια άρχιζαν οι διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη «2 + 4» ανάμεσα στα κράτη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γερμανίας, Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, Σοβιετική Ένωση, ΗΠΑ, Μ. Βρετανία και Γαλλία. Σήμερα έχουμε πλέον μπροστά μας μια επανενισχυμένη ιμπεριαλιστική Γερμανία. Το κείμενο που ακολουθεί προσεγγίζει κριτικά βασικές πλευρές αυτής της Συνθήκης, την οποία έχουμε ήδη δημοσιεύσει[1], -γι΄ αυτό και συνιστάται το παρόν κείμενο να μελετηθεί σε συνδυασμό με αυτό της Συνθήκης. Ο συγγραφέας όμως δεν στέκεται μόνο σ΄ αυτή, αλλά αναλύει και την πορεία μέχρι την υπογραφή της.

του Gregor Schirmer

Στα τέλη Ιανουαρίου / αρχές Φεβρουαρίου του 1990 ήταν σαφές, ότι δεν θα αποφάσιζε «η Ιστορία»[2] για την μόνιμη ύπαρξη των δυό γερμανικών κρατών ή η ένωσή τους στο μακρινό μέλλον, αλλά ότι αυτή η ένωση είχε γίνει μια επίκαιρη casus politicus. Κατά τις συνεχιζόμενες διαδηλώσεις στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (ΓΛΔ) το σύνθημα άλλαξε αποφασιστικά. Από το «Εμείς είμαστε ο λαός» το σύνθημα έγινε «Εμείς είμαστε ένας λαός». Ο τότε Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου της ΓΛΔ Χανς Μόντροφ την 1η Φεβρουαρίου δημοσιοποίησε την συμφωνηθείσα με τον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΣΕ Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, Πρωτοβουλία «Για Γερμανία ενωμένη πατρίδα», στην οποία είχε χαράξει το δρόμο για κοινή Συνθήκη και συνομοσπονδία σε ένα κράτος, με τη μορφή μιας Γερμανικής Ομοσπονδίας με στρατιωτική ουδετερότητα. Στις 10 Φεβρουαρίου ο ομοσπονδιακός καγκελάριος Χέλμουτ Κολ είχε εξασφαλίσει στη Μόσχα από τον Γκορμπατσόφ, «ότι είναι αποκλειστικό δικαίωμα του γερμανικού λαού να αποφασίσει εάν θέλει να ζήσει μαζί σε ένα κράτος» και «να καθορίσει ο ίδιος τη χρονική στιγμή και το δρόμο της ένωσης». Έτσι, η σοβιετική πλευρά έδωσε το πράσινο φως για μια όσο το δυνατό πιο γρήγορη καπιταλιστική συνολική Γερμανία με την προσχώρηση της ΓΛΔ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γερμανίας (ΟΔΓ). Ο Κολ έδωσε 220 εκατομμύρια Γερμανικά Μάρκα (DM) βοήθεια για τρόφιμα. Μια μέρα πριν βρισκόταν στη Μόσχα ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζέιμς Μπέϊκερ. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του με τον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΣΕ ήταν ήδη σαφές ότι η ένωση θα ερχόταν γρήγορα. Ο Μπέϊκερ έδωσε την αποδεικτική πληροφορία: «Εμείς [οι ΗΠΑ] είμαστε αποφασιστικά ενάντια στο να γίνει η Γερμανία ουδέτερη». Ένωση της Γερμανίας ναι, αλλά μόνο ως μέλος του ΝΑΤΟ που κυριαρχείται από τις ΗΠΑ, αυτή ήταν η θέση του υπεύθυνου διαπραγματευτή των ΗΠΑ, και αυτό ήταν καλό για τον Κολ. Ο γάλλος Πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν το είχε πάρει απόφαση να υποστηρίξει την μη αρεστή στους Γάλλους ένωση των δυό γερμανικών κρατών, υπολόγιζε όμως ακόμη στο συγχρονισμό της γερμανικής ενότητας και της πανευρωπαϊκής ασφάλειας. Η πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν βασικά αποφασιστική αντίπαλος μιας διευρυμένης ΟΔΓ, ακολουθούσε όμως πιστά τη γραμμή των ΗΠΑ. Και οι δυό ήλπιζαν μάταια, ότι θα μπορούσαν να καθυστερήσουν όσο το δυνατό [την απόφαση] με τις αντιρρήσεις της Σοβιετικής Ένωσης.


Δεν είναι Συνθήκη ειρήνης

Ήταν επίσης σαφές ότι σε σχέση με την ένωση υπήρχαν σημαντικά ζητήματα διεθνούς δικαίου και διεθνή, για τα οποία δεν μπορούσαν να αποφανθούν μόνο τα δυό γερμανικά κράτη. Ποιος θα έπρεπε να διαπραγματευθεί; Θα έπρεπε επιτέλους –όπως σχεδιάστηκε στη Συμφωνία του Πότσνταμ- να συναφθεί μια Συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία, όπως συνέβη το 1947 με τους συμμάχους της χιτλερικής Γερμανίας, Ιταλία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ουγγαρία και Φινλανδία; Ή [μήπως] ήταν σε θέση η ελπιδοφόρα διαδικασία της ΔΑΣΕ [Διάσκεψη για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη] που «έτρεχε», να δώσει το πλαίσιο για τις διαπραγματεύσεις; Και οι δυό εναλλακτικές απορρίφθηκαν. Θα δυσκόλευαν τις ΗΠΑ να παίξουν αποφασιστικό ρόλο, και εξαιτίας των αστάθμητων παραγόντων, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο και το χρόνο, δεν συνέφεραν την ΟΔΓ. Θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στις συνομιλίες περίπου τριάντα κράτη. Οι τέσσερις νικήτριες δυνάμεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τα δυό γερμανικά κράτη συμφώνησαν στο περιθώριο μιας σύσκεψης των υπουργών Εξωτερικών των κρατών του Συμφώνου της Βαρσοβίας και του ΝΑΤΟ στην Οτάβα στις 13 Φεβρουαρίου 1990, χωρίς επίσης να ρωτηθούν άλλοι, για διαπραγματεύσεις των «εξωτερικών πτυχών της δημιουργίας της γερμανικής ένωσης» [με τη μορφή] «δύο συν τέσσερα». Η Σοβιετική Ένωση ήταν αρχικά υπέρ ενός πλαισίου «τέσσερα συν δυό». Η ΟΔΓ αυτό το είδε ως προτεραιότητα και συμφωνία των τεσσάρων νικητριών δυνάμεων. Και ο σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών Έντουαρντ Σεβαρντνάτζε λύγισε. Για τον περιορισμό στις τέσσερις δυνάμεις (Γαλλία, Μ. Βρετανία, Σοβιετική Ένωση, ΗΠΑ) ως διαπραγματευτές εταίρους των δύο (ΟΔΓ και ΓΛΔ) συνέβαλλε υπέρ, το γεγονός, ότι τα «δικαιώματα και οι υποχρεώσεις για το Βερολίνο και τη Γερμανία ως σύνολο», τα οποία προκύπτουν από τις Συμφωνίες της πολεμικής και της μεταπολεμικής περιόδου, ποτέ δεν εγκαταλείφθηκαν και διαβεβαιώθηκαν επανειλημμένα. Αλλά αυτός ο περιορισμός οδήγησε στο ότι κράτη όπως η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία, η Ελλάδα, η Γιουγκοσλαβία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Νορβηγία, που υπέφεραν πολύ κάτω από τη ναζιστική κατοχή και είχαν μια σημαντική συμβολή στη νίκη επί της χιτλερικής Γερμανίας, την οποία –αυτός είναι ο επίσημος τίτλος της Συνθήκης- Δύο-συν-Τέσσερα- για την «οριστική ρύθμιση όσον αφορά τη Γερμανία» δεν επιτράπηκε να έχουν λόγο, πόσω μάλλον να προβάλλουν διεκδικήσεις[3].

Η Συνθήκη-Δύο-συν-Τέσσερα δεν ήταν μια Συνθήκη ειρήνης, ούτε επίσης ένα υποκατάστατό της. Σύμφωνα με την κατάσταση πραγμάτων θα παραμείνει ιστορικό παράδοξο, ότι ακριβώς, με το κράτος, που από νομική άποψη ταυτίστηκε με το Γερμανικό Ράιχ, δηλαδή, επίσης αν παρατηρηθεί, με τον επιτιθέμενο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν υπάρχει Συνθήκη ειρήνης. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός, ότι ζητήματα που προκύπτουν από τον εγκληματικό πόλεμο και την εγκληματική κατοχή από τη χιτλερική Γερμανία –επανορθώσεις, αποζημιώσεις για τα θύματα των Ναζί και στην περίπτωση της Ελλάδας την αποπληρωμή ενός καταναγκαστικού δανείου- παραμένουν ανοιχτά. Αυτά δεν υπήρξαν αντικείμενο των διαπραγματεύσεων, δεν ρυθμίστηκαν στη Συνθήκη-Δύο-συν-Τέσσερα και δε μπορούσαν επίσης να ρυθμιστούν καθόλου εκεί. Ο ισχυρισμός της ομοσπονδιακής κυβέρνησης [της Γερμανίας], ότι τα θέματα αυτά διεκπεραιώθηκαν μέσω της μη ρύθμισης της Δύο-συν-Τέσσερα ή λόγω λήξης της προθεσμίας, νομικά είναι αβάσιμος. Μη ρυθμισμένα ζητήματα παραμένουν προφανώς ανοιχτά. Η Γερμανία έχει την πολιτική, ηθική και νομική υποχρέωση να συμφωνήσει για δίκαιες λύσεις με τα ενδιαφερόμενα κράτη. Η Συνθήκη ρύθμισε «οριστικά» τα ζητήματα εκείνα που βρίσκονταν μέσα στις αρμοδιότητες των τεσσάρων δυνάμεων. Αυτά ήταν τέτοια [που σχετίζονταν] με τα σύνορα και το διεθνές δικανικό status [καθεστώς] της Γερμανίας. Κανονισμοί σε βάρος τρίτων θα ήταν ούτως ή άλλως αντίθετοι προς το δημόσιο διεθνές δίκαιο και άκυροι. Στο διεθνές δίκαιο παρεμπιπτόντως, δεν είναι αποδείξιμοι κανόνες παραγραφής.


Οριστικά σύνορα

Οι διαπραγματεύσεις στο επίπεδο των υπουργών Εξωτερικών ξεκίνησαν στις 5 Μαΐου 1990 στη Βόννη. Κινήθηκαν από τη γερμανο-γερμανική συνοπτική διαδικασία για τη διάλυση της ΓΛΔ (18 Μαΐου: Διακρατική Συνθήκη για την οικονομική και κοινωνική ένωση, η οποία έφερε στους Ανατολικογερμανούς το πολυπόθητο Γερμανικό Μάρκο και την οριστική υπέρβαση του καπιταλισμού που πιστευόταν από πολλούς. 23 Αυγούστου: Απόφαση της Λαϊκής Βουλής [Volkskammer] για την «Προσχώρηση της ΓΛΔ στο πεδίο ισχύος του Θεμελιώδους Νόμου (ΠΓ: Σύνταγμα) της ΟΔΓ στις 3 Οκτωβρίου 1990 σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Θεμελιώδους Νόμου», η οποία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια προσάρτηση. 31 Αυγούστου: Συνθήκη ένωσης). Οι διαπραγματευτές έφεραν στις 12 Σεπτεμβρίου τη Συνθήκη-Δύο-συν-Τέσσερα προς υπογραφή στη Μόσχα. Για την ΓΛΔ που εξακολουθούσε ακόμη να υπάρχει, υπέγραψε ο εν ενεργεία υπουργός Εξωτερικών Λόταρ ντε Μεζιέρ. Η επικύρωση απ΄ τη γερμανική πλευρά σύμφωνα με το Άρθρο 8, ήταν ήδη υπόθεση της ενωμένης Γερμανίας. Στις 15 Μαρτίου 1991 η Συμφωνία τέθηκε σε ισχύ. Το 2011 το έγγραφο είχε την τιμή να γίνει δεκτό στα έγγραφα κληρονομιάς της UNESCO.

Το Άρθρο 1 είναι θεμελιώδους ιστορικής σημασίας. Τα εξωτερικά σύνορα της ενωμένης Γερμανίας «θα είναι τα σύνορα της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γερμανίας και θα είναι οριστικά από την ημέρα έναρξης της ισχύος της παρούσας Συνθήκης.» Έτσι επικυρώθηκε επιτέλους η οριοθέτηση [που έγινε στη Συνθήκη] του Πότσνταμ το 1945 [σύμφωνα με τη γραμμή των ποταμών] Όντερ και Νάισσε σαν αμετάβλητη, την οποία είχε αποδεχτεί η ΓΛΔ ήδη 40 χρόνια πριν με τη Συμφωνία Γκέρλιτς στις 6 Ιουλίου 1950. Η Βόννη επί δεκαετίες με την μη αναγνώριση αυτών των συνόρων υπονόμευε τις κανονικές σχέσεις της ΟΔΓ με την Πολωνία, αναζωπύρωνε τις ρεβανσιστικές διαθέσεις και ακόμη και στη διαδικασία-Δύο-συν-Τέσσερα φρόντιζε να δημιουργήσει σημαντικές συγχύσεις.

Το Άρθρο 2 έχει μόνιμη πολιτική, και, σύμφωνα προς το διεθνές δίκαιο, σημασία. «Οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γερμανίας και της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας διαβεβαιώνουν [με] τις Δηλώσεις τους ότι από το γερμανικό έδαφος θα ξεκινά μόνο η ειρήνη.» Αυτή η υποχρέωση αναπαράχθηκε από ένα κομμάτι του κοινού ανακοινωθέντος κατά την επίσκεψη του Έριχ Χόνεκερ στην ΟΔΓ τον Σεπτέμβριο του 1987. Εκεί δηλωνόταν: «από το γερμανικό έδαφος δεν πρέπει ποτέ ξανά να ξεκινήσει πόλεμος, [αλλά] μόνο η ειρήνη.» Έντεκα χρόνια μετά τη σύναψη της Συνθήκης, η μιλιταριστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία [Γερμανίας] την παραβίασε, δεδομένου ότι συμμετείχε με την πολεμική αεροπορία και το πολεμικό ναυτικό της στον αντισυνταγματικό, και κατά παραβίαση του διεθνούς δικαίου, πόλεμο του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία, έναν πόλεμο που δεν καλύπτει το δικαίωμα της αυτοάμυνας και χωρίς εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, επομένως αποτελεί έγκλημα επίθεσης.


Οι Ρώσοι φεύγουν, οι Αμερικανοί μένουν

Στο Άρθρο 4 καθορίστηκε ότι οι σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις θα αποσυρθούν μέχρι το τέλος του 1994 από το έδαφος της τότε ΓΛΔ. Ο Γκορμπατσόφ παρέδωσε έτσι και το τελευταίο διαπραγματευτικό χαρτί που του έμεινε στο χέρι: την παρουσία περίπου μισού εκατομμυρίου σοβιετικού στρατού στην Ανατολική Γερμανία. Η Ρωσία του Γιέλτσιν εκπλήρωσε αυτή την υποχρέωση πριν από τη λήξη της προθεσμίας. Ήδη την 1η Σεπτεμβρίου 1994 δεν υπήρχε πλέον κανένας Ρώσος στρατιώτης στο γερμανικό έδαφος. Η ΟΔΓ πλήρωσε στο Ρώσο φίλο της περίπου 15 δισεκατομμύρια Γερμανικά Μάρκα για να καλύψει το κόστος της επαναπροώθησης, για την επανεκπαίδευση των στρατιωτών και την οικοδόμηση κατοικιών για αυτούς. Μάταια θα αναζητήσει κανείς κάποιο σημείο στο κείμενο της Συνθήκης σχετικά με την απόσυρση των ενόπλων δυνάμεων των άλλων συνεταίρων-της-Δύο-συν-Τέσσερα. Ο Γκορμπατσόφ είχε παραιτηθεί από την αρχική του απαίτηση για ταυτόχρονη απόσυρση των ενόπλων δυνάμεων της Σοβιετικής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Ακόμη και σήμερα σταθμεύουν στη δυτική Γερμανία περίπου 42.000 Αμερικανοί (συμπεριλαμβανομένων των ατομικών όπλων), 13.000 Βρετανοί και 1.600 Γάλλοι στρατιώτες. Αυτός ο αριθμός ισοδυναμεί τουλάχιστον με το ένα τρίτο της σημερινής δύναμης προσωπικού της Μπούντεσβερ.

Το Άρθρο 6 ορίζει τα εξής: «Το δικαίωμα της ενωμένης Γερμανίας να ανήκει σε Συμμαχίες με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από δω, δεν θίγεται από την παρούσα Συνθήκη.» Αυτό ήταν μια νίκη του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου και του Κολ, οι οποίοι δεν άφησαν καμιά αμφιβολία ότι η ενωμένη Γερμανία θα ανταποκρινόταν σ΄ αυτή την αξίωση να είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Ο Γκορμπατσόφ και ο Σεβαρντνάτζε το κατάπιαν, μετά την κατά καιρούς επιμονή τους, αλλά χωρίς να δώσουν έμφαση, για ουδετερότητα της Γερμανίας ή ποντάροντας στην ιδέα της συμμετοχής της τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Ο Γκορμπατσόφ είχε ήδη συμφωνήσει στη συνάντησή του με τον Μπους στα τέλη Μαΐου / αρχές Ιουνίου 1990 στην Ουάσιγκτον, ότι η Γερμανία μπορεί να αποφασίσει η ίδια σε ποια συμμαχία θέλει να ανήκει. Ωστόσο, τη φήμη της «(ξαφνικής) επιτυχίας» ο Κολ την χρησιμοποίησε. Μετά από ένα δάνειο 5 δισεκατομμυρίων Γερμανικών Μάρκων του Βερολίνου προς τη Μόσχα, στις 15 και 16 Ιουλίου σε μια συνάντηση του καγκελαρίου με τον Γκορμπατσόφ στη Μόσχα και τον Καύκασο, τελείωσε οριστικά μια ιστορική ήττα της νικήτριας δύναμης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου απέναντι στην κάποτε νικημένη Γερμανία: Η Σοβιετική Ένωση αποδέχεται τη συμμετοχή της ενωμένης Γερμανίας στο ΝΑΤΟ. Αυτή συμβιβάζεται με την παραχώρηση, η οποία καταγράφεται στη συνέχεια στο Άρθρο 5, Παράγραφος 3 της Συνθήκης-Δύο-συν-Τέσσερα: Μετά την απόσυρση του σοβιετικού στρατού, μπορούν να σταθμεύουν στο έδαφος της πρώην ΓΛΔ, γερμανικά ένοπλα στρατεύματα του ΝΑΤΟ που δε φέρουν πυρηνικές κεφαλές, όμως: «Ξένες ένοπλες δυνάμεις και ατομικά όπλα [ή φορείς τους] σ΄ αυτό το τμήμα της Γερμανίας, ούτε θα σταθμεύουν ούτε θα μεταφέρονται εκεί.» Αυτό παρείχε στο Βερολίνο και τα νέα ομόσπονδα κρατίδια το καθεστώς μιας ζώνης ελεύθερης από πυρηνικά. Μ΄ αυτό τον περιορισμό η στρατιωτική συμμαχία μπορούσε και μπορεί να συμβιβαστεί. Δεν άλλαξε τίποτα το γεγονός ότι η διεύρυνση της ΟΔΓ με την ΓΛΔ παρέμεινε μέλος [του ΝΑΤΟ] και το έδαφος της ΓΛΔ έγινε δικό της έδαφος.


Επέκταση του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή

Το πρώτο βήμα για την επέκταση του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή είχε γίνει. Ξεχάστηκε η δήλωση του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μπέϊκερ που έγινε στον Γκορμπατσόφ κατά την επίσκεψή του στις 9 Φεβρουαρίου 1990 στη Μόσχα: «Κατανοούμε ότι είναι σημαντικό, όχι μόνο για τη Σοβιετική Ένωση αλλά και για τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη να υπάρχουν εγγυήσεις, ότι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρήσουν στα πλαίσια του ΝΑΤΟ την παρουσία τους στην Ευρώπη, μια επέκταση της δικαιοδοσίας ή της στρατιωτικής παρουσίας του ΝΑΤΟ δεν θα λάβει χώρα ούτε κατά ένα εκατοστό προς την κατεύθυνση της Ανατολής»[4]. Ο Γκορμπατσόφ τα άκουσε όλα αυτά. Μια σύμφωνη προς το διεθνές δίκαιο δεσμευτική διατύπωση της «εγγύησης» της μη επέκτασης του στρατιωτικού Συμφώνου δεν ζήτησε. Αυτό διευκόλυνε τις ΗΠΑ να γράψουν στα παλιά τους τα παπούτσια την υπόσχεσή τους. Σήμερα ο πρώην ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης ισχυρίζεται σχετικά με τη συνομιλία του με τον Μπέϊκερ, σε αντίθεση με τα πρακτικά που βρίσκονται στο Ίδρυμα Γκορμπατσόφ στη Μόσχα, ότι η διεύρυνση προς την Ανατολή δεν ήταν θέμα συνομιλιών-της Δύο-συν-Τέσσερα. Το ζήτημα [ισχυρίζεται] δεν τέθηκε καθόλου επειδή τότε υπήρχε ακόμη το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Ασφαλώς όμως [το ζήτημα] υπήρχε. Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας βρισκόταν σε αποσύνθεση. Ένας πρόεδρος που υπεράσπιζε τα συμφέροντα της Σοβιετικής Ένωσης θα έπρεπε να μελετήσει τον Μπέϊκερ. Ένας ανίδεος-υποχωρητικός «Γκόρμπι»[5] είχε μόνο μια απάντηση έτοιμη: «Θα τα σκεφτούμε όλα». Οι στρατιωτικές δομές του Συμφώνου της Βαρσοβίας διαλύθηκαν στις 31 Μαρτίου 1991, τα σοβιετικά στρατεύματα αποσύρθηκαν αμέσως από την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία. Το ίδιο το Σύμφωνο τερματίστηκε την 1η Ιουλίου 1991. Το αργότερο, ο τότε εν υπηρεσία ακόμη ευρισκόμενος Γκορμπατσόφ, έπρεπε να ζητήσει την πραγματοποίηση της υπόσχεσης με τη δεσμευτική μορφή του διεθνούς δικαίου. Η ΓΛΔ αποχώρησε από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας στις 24 Σεπτεμβρίου 1990, δέκα ημέρες πριν από το δικό της τέλος. Το ΝΑΤΟ μέχρι το 2004 είχε καταπιεί όλους τους τότε εταίρους της Σοβιετικής Ένωσης της αμυντικής συμμαχίας των σοσιαλιστικών κρατών, μετά την ΓΛΔ αρχικά την Πολωνία, την Τσεχία, την Ουγγαρία, στη συνέχεια τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Σλοβακία και επιπλέον τις τότε σοβιετικές δημοκρατίες Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία ως μέλη, και έτσι επέκτεινε το έδαφος της Συνθήκης του (στη Βαλτική) μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας. Η αντίσταση της Ρωσικής Ομοσπονδίας ήταν υποτονική, μέχρι που επιτέλους ο Βλαντιμίρ Πούτιν αντιτάχθηκε ενεργητικά στην παραπέρα διεύρυνση του ΝΑΤΟ με τη Γεωργία και την Ουκρανία.


Δεν πρόκειται για ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας

Όπως και με τον κύλινδρο που περιέχει κείμενα προσευχών, οι πολιτικοί της Βόννης, από τη σύναψη της Συνθήκης της Μόσχας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας [Γερμανίας] με τη Σοβιετική Ένωση στις 12 Αυγούστου 1970, απάγγελναν μονότονα την φράση ότι πολιτικός στόχος της ΟΔΓ είναι «να εργαστεί προς την κατεύθυνση της ειρήνης στην Ευρώπη, όπου ο γερμανικός λαός θα επανακτήσει την ενότητά του με ελεύθερη αυτοδιάθεση»[6]. Λέγοντας «Ευρώπη», δεν εννοούνταν η δυτική Ευρώπη αλλά όλη η Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων των εδαφών της Σοβιετικής Ένωσης. Μια ενωμένη Γερμανία σύμφωνα με την δυτικογερμανική εκδοχή, ήταν νοητή και εφικτή, αν δημιουργούνταν μια ειρηνική τάξη πραγμάτων. Μέχρι αυτού του σημείου αυτή είχε μάλιστα υποτίθεται προτεραιότητα σε σχέση με τη γερμανική ένωση. Η πρώτη θεωρούνταν προϋπόθεση για την τελευταία. Και τον πυρήνα μιας τέτοιας ειρηνικής τάξης πραγμάτων αποτελεί αναμφισβήτητα ένα ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας.

Στη διαδικασία-Δύο-συν-Τέσσερα, αυτή η δομή συνθηκών καταστράφηκε από την κτηνώδη επιβολή της προτεραιότητας που δόθηκε για τη γερμανική ενότητα σε σχέση με την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η Σοβιετική Ένωση υπό τον Γκορμπατσόφ συμβιβάστηκε μ΄ αυτό και δεν έθεσε κανενός είδους απαιτήσεις και όρους, αναφορικά με μια συνολική-ευρωπαϊκή ειρηνική τάξη πραγμάτων με ένα ικανό-λειτουργικό σύστημα αμοιβαίας ασφάλειας. Παρεμπιπτόντως, περί ευρωπαϊκής ασφάλειας αναφέρεται μόνο στο Προοίμιο της Συνθήκης. Με την ιδιαίτερα εξυμνημένη Χάρτα του Παρισιού, η οποία υπογράφηκε στις 24 Νοεμβρίου 1990, ένα τέτοιο σύστημα ούτε τεκμηριώνεται ούτε επιζητείται. Μέχρι σήμερα δεν είναι υπαρκτό. Μια τελευταία πρόταση της Ρωσίας το 2009 για μια ανάλογη Συμφωνία σχετικά με την ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν λήφθηκε σχεδόν καθόλου υπόψη, πόσω μάλλον να αποτελέσει και αντικείμενο διαπραγματεύσεων.


Νέα θέση ισχύος

Οι περιορισμοί των εξοπλισμών για την ιμπεριαλιστική Γερμανία στη Συνθήκη-Δύο-συν-Τέσσερα δεν υπερβαίνουν τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει εθελοντικά πολλά κράτη του κόσμου. Δεν εμποδίζουν την στρατιωτικοποίηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας [Γερμανίας] με κανέναν τρόπο. Στο Άρθρο 3, Παράγραφος 1, τα δυό γερμανικά κράτη «διαβεβαιώνουν ότι παραιτούνται από την κατασκευή, κατοχή και έλεγχο των ατομικών, βιολογικών και χημικών όπλων». Αυτό αποτελεί μια σημαντική διάταξη. Αλλά αυτή η υποχρέωση υπήρχε, σε σχέση με τα ατομικά και βιολογικά όπλα, πολύ πριν τη [Συνθήκη]-Δύο-συν-Τέσσερα με την προσχώρηση της ΟΔΓ στη Συνθήκη μη διάδοσης πυρηνικών όπλων του 1968 και στη Σύμβαση για την απαγόρευση των βιολογικών όπλων του 1972 και ολοκληρώθηκε ούτως ή άλλως με τη Συμφωνία για την απαγόρευση των χημικών όπλων το 1993. Ο περιορισμός της δύναμης των γερμανικών στρατευμάτων στους 345.000 άνδρες αποδείχτηκε σύντομα ότι έχει ξεπεραστεί. Εν όψει της αυξανόμενης τεχνικοποίησης της διεξαγωγής πολέμου η Μπούντσεσβερ τα βγάζει πέρα με πολύ λιγότερο προσωπικό. Η «αδάμαστη θέληση» των νικητριών δυνάμεων της περιόδου των Διασκέψεων της Γιάλτας και του Πότσνταμ να καταστρέψει τον γερμανικό μιλιταρισμό και ναζισμό (Γιάλτα), να τον εξολοθρεύσει (Πότσνταμ), συρρικνώθηκε στη λήψη γνώσης ενός «κοινού γράμματος» των δυό γερμανών υπουργών Εξωτερικών στους τέσσερις ομολόγους τους, το οποίο μεταξύ άλλων γνωστοποιούσε, ότι μπορούν να απαγορευτούν επίσης «κόμματα και οργανώσεις με εθνικοσοσιαλιστικές επιδιώξεις». Η Συνθήκη δεν περιέχει κανενός είδους αντιφασιστικές ρήτρες. Με τον τερματισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των Τεσσάρων Δυνάμεων και των Συμφωνιών και Αποφάσεών τους βάσει του Άρθρου 7, Παράγραφος 1, άρθηκαν επίσης οι ενδεχομένως υπάρχουσες ακόμη αντιφασιστικές και αντιμιλιταριστικές υποχρεώσεις της Γερμανίας από την περίοδο του αντιχιτλερικού συνασπισμού.

Στην Παράγραφο 2 αυτού του Άρθρου κατοχυρώθηκε στην ενωμένη Γερμανία «πλήρης κυριαρχία επί των εσωτερικών και των εξωτερικών της υποθέσεων». Εκτός απ΄ το γεγονός ότι αυτή η κυριαρχία δεν είναι «πλήρης» ενόψει της επιλογής της να δεσμευτεί στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ και με πίστη απέναντι στις ΗΠΑ, η «ενωμένη» Γερμανία δεν αντιλήφθηκε αυτή την κυριαρχία –όπως διαβεβαίωσε ο Γκένσερ κατά την υπογραφή της Συνθήκης-Δύο-συν-Τέσσερα- «με ευρωπαϊκή ευθύνη για την ειρήνη», αλλά για την επανάκτηση μιας ιμπεριαλιστικής θέσης εξουσίας στην Ευρώπη και τον κόσμο, την οποία μάλλον οι νικήτριες δυνάμεις δεν είχαν προβλέψει πριν από 25 χρόνια.


Σημείωση: Ο αρχικός τίτλος του κειμένου είναι «Ξανά κυρίαρχη», χωρίς υπότιτλο. Προφανώς ο συγγραφέας του ειρωνεύεται αυτό το είδος κυριαρχίας της Γερμανίας.

Πηγή: junge Welt, 05/05/2015

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
______________

Σημειώσεις

 

[1] Βλ. το πλήρες κείμενο της Συνθήκης στο: Γερμανία: Η Συνθήκη «2 + 4» (ΣτΜ).

 

[2] Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας εδώ σαρκάζει, έχοντας κατά νου τη φράση του Γκορμπατσόφ, ο οποίος -όσοι θυμούνται εκείνη την περίοδο- για θεμελιώδη ζητήματα, ανέφερε συχνά ότι αυτά θα τα «λύσει» ή «θα αποφασίσει η Ιστορία». Πρόκειται για μια φράση, που δεν πρέπει να συγχέεται με τη μαρξιστική αντίληψη, ότι κριτήριο της αλήθειας είναι η πράξη. Το «θα αποφασίσει η Ιστορία», σημαίνει ουσιαστικά εκμηδένιση του ρόλου που παίζει ο υποκειμενικός παράγοντας και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, απώλεια του καθοδηγητικού ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος, με αποτέλεσμα να ακολουθεί τη ροή των γεγονότων, «της Ιστορίας», αντί να συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωσή τους. Πρόκειται για μια μοιρολατρική (φαταλιστική) αντίληψη, στον αντίποδα της οποίας βρίσκεται ο βολονταρισμός, εξίσου καταστρεπτικός (ΣτΜ).

 

[3] Η Πολωνία ακούστηκε στις διαπραγματεύσεις-Δύο-συν-Τέσσερα, όταν επρόκειτο για τα δικά της σύνορα.

[4] Τα παραθέματα σ΄ αυτή την παράγραφο πάρθηκαν από το βιβλίο του Alexander von Plato: Die Vereinigung Deutschlandsein weltpolitisches Machtspiel. Berlin 2009, σ. 246, 244 και 251.

[5] Η λέξη «Γκόρμπι» προέρχεται από το «Γκορμπατσόφ». Πρόκειται για έναν ευμενή χαρακτηρισμό, κυρίως των γερμανικών αστικών μέσων ενημέρωσης, που όμως βρήκε απήχηση σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού στη ΓΛΔ και την ΟΔΓ. Βέβαια, αν το χαϊδεμένο παιδί της Δύσης αντιστέκονταν στα σχέδιά της, το πιο πιθανό θα ήταν ο χαρακτηρισμός του ως «δικτάτορας» (ΣτΜ).

[6] Η πρόταση διατυπώθηκε στη λεγόμενη «Επιστολή σχετικά με την γερμανική ενότητα», την οποία παρέδωσε ο υπουργός Εξωτερικών της ΟΔΓ Βάλτερ Σέελ «σχετικά» με την υπογραφή της Συνθήκης της ΟΔΓ με τη Σοβιετική Ένωση στις 12 Αυγούστου 1970 στο σοβιετικό υπουργείο Εξωτερικών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.