Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Καμπότζη: Οι Κόκκινοι Χμερ στην εξουσία



Φέτος συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από τότε που οι Κόκκινοι Χμερ κατέκτησαν την εξουσία στην Καμπότζη. Η κτηνώδης δεσποτεία του Πολ Ποτ (1975-79) σε τελική ανάλυση χρωστά αρκετά και στην πολιτική των ΗΠΑ, ενώ την υπεράσπιζαν επίσης διάφορες πλευρές. Με την ευκαιρία αυτή δίνουμε στη δημοσιότητα ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και κατατοπιστικό κείμενο από έναν πολιτικό επιστήμονα και συγγραφέα, που έχει ως κέντρο βάρους των ερευνών του την νοτιοανατολική και ανατολική Ασία.

του Rainer Werning

Στις 17 Απριλίου 1975, δυό βδομάδες πριν την καταστροφική ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και την πτώση της Σαϊγκόν, εισέρχονταν υπό τις επευφημίες του πληθυσμού στην πρωτεύουσα Πνομ Πενχ της γειτονικής χώρας Καμπότζης, τα στρατεύματα των Κόκκινων Χμερ ντυμένα στα μαύρα, με κόκκινα και μαύρα μαντήλια στο λαιμό. Η μισητή στρατιωτική κυριαρχία υπό τον τότε πρωθυπουργό και υπουργό Άμυνας Λον Νολ, ο οποίος το 1970 ήρθε στην εξουσία πραξικοπηματικά με τη βοήθεια της CIA, αντικαθιστώντας τον αρχηγό του κράτους πρίγκιπα Νορόντομ Σιχανούκ, που είχε πάει [για επίσκεψη] στο εξωτερικό, πήρε τέλος. Οι αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις παγκοσμίως γιόρταζαν για τα γεγονότα στην πρωτεύουσα της Καμπότζης Πνομ Πενχ, καθώς και λίγες μέρες μετά, στη Σαϊγκόν, ως το πολυπόθητο πλησίασμα μιας χαραυγής.

Τον Απρίλιο του 1975 άρχιζε στην Καμπότζη μόνο η δεύτερη από τις τρεις πράξεις της τραγωδίας μιας αιματηρής δεκαετίας, η πρώτη πράξη της οποίας ξεκίνησε την άνοιξη του 1970 με το πραξικόπημα του Λον Νολ και την σχεδόν αμέσως μετέπειτα εισβολή των αμερικανικών στρατευμάτων μάχης και των συμμαχικών προς αυτές νοτιοβιετναμέζικων στρατιωτικών μονάδων στο άλλοτε ουδέτερο βασίλειο της Καμπότζης. Την τελευταία πράξη ανέλαβαν μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια κυριαρχίας των Κόκκινων Χμερ τα στρατεύματα του Βιετνάμ, τα οποία τον Ιανουάριο του 1979 –ανάλογα με την οπτική του πως βλέπει κάποιος το ζήτημα- εισήλθαν ως «απελευθερωτές» ή ως «εισβολείς» στη γειτονική χώρα και έθεσαν τέλος στο καθεστώς του. Αυτό που σήμερα θα χαρακτηριζόταν ως «ουμανιστική επέμβαση», την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου ίσχυε ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Αυτή η «παρεξήγηση» προκάλεσε παράξενες συμμαχίες: Στο Βιετνάμ, που κάτω από την οξεία διαμαρτυρία της Σοβιετικής Ένωσης υποστηριζόταν σε μια μακρόχρονη διεξαγωγή πολέμου, τώρα τού επιβλήθηκαν αυστηρές κυρώσεις και ένα εμπάργκο –ως τιμωρία για την επονείδιστη ήττα που προκάλεσε στις ΗΠΑ. Μια πολιτική στην οποία συμφώνησαν επίσης οι γειτονικές χώρες Ταϊλάνδη και Λαϊκή Δημοκρατία Κίνας. Οι Κόκκινοι Χμερ, έχασαν πλέον την κυριαρχία από τις 7 Ιανουαρίου 1979, εκπροσωπούνταν μολαταύτα ως μέλος του ΟΗΕ μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ως κυβέρνηση συνασπισμού που βρισκόταν στην εξορία. Η «επεξεργασία» του παρελθόντος, που βρίσκονταν υπό την αιγίδα τους [βλέπε κάτωθι πλαίσιο], σε μεγάλο βαθμό κατέληξε σε φάρσα. Κάτι που συνέβη επίσης και μάλιστα για τον επί πολλά χρόνια πρωθυπουργό της Καμπότζης Χουν Σεν και τον πρόεδρο του κοινοβουλίου Χενγκ Σαμρίν, πρόσωπα που είναι συνένοχα, τα οποία κάποτε υπό τους Κόκκινους Χμερ κατείχαν διοικητικές θέσεις στις ανατολικές επαρχίες που συνορεύουν με το Βιετνάμ.


Οξυμένες αντιθέσεις πόλης-χωριού

Η Καμπότζη ήταν μια αγροτική-επαρχιακή κοινωνία, στην οποία η κοινή ιδιοκτησία και η κοινοτική παραγωγή ήταν πιο έντονες απ΄ ό,τι η φεουδαρχική μεγάλη γαιοκτησία και η φεουδαρχική ατομική γαιοκτησία στη γη. Το κέντρο της εξουσίας, η πόλη-κράτος και/ή η πόλη, θεωρούνταν ανέκαθεν ως η προσωποποίηση της απομύζησης φόρων, ενώ ταυτόχρονα προσέφερε προστασία από τους εξωτερικούς εχθρούς. Κατά τη διάρκεια της γαλλικής αποικιοκρατίας (από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και το 1953) χρησιμοποιήθηκαν επίσης στα φρούρια της εξουσίας και της κυριαρχίας των πόλεων βιετναμέζοι διαχειριστές, ενώ στο εμπόριο και στις μικρές επιχειρήσεις επικρατούσαν οι Κινέζοι. Στη πάροδο της καμποτζιανής Ιστορίας, για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των Χμερ, η πόλη δεν ήταν μόνο ένας τόπος απ΄ όπου οργάνωναν την εκμετάλλευσή τους, αλλά και ένα κοινωνικό σύστημα σφραγισμένο από τις εσωτερικές και εξωτερικές ελίτ. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Πνομ Πενχ αριθμούσε 110.000 κατοίκους, από τους οποίους τουλάχιστον το 33% ήταν Κινέζοι και το 26% Βιετναμέζοι. 

Η συγκρότηση των Κόκκινων Χμερ ως σημαντική αντιπολιτευτική δύναμη, επιτεύχθηκε αρχικά κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στο στρόβιλο της «βιετναμοποίησης του πολέμου της Ινδοκίνας» στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η κυβέρνηση του πρίγκιπα Σιχανούκ το 1967 κατέστειλε αιματηρά τις εξεγέρσεις των αγροτών στην Σάμλαουτ, στη δυτική επαρχία Μπάταμπανγκ, που παραδοσιακά αποτελούσε τους ορυζώνες της χώρας, κάτι που συνετέλεσε στην περαιτέρω διαμαρτυρία και την αντίσταση του αγροτικού πληθυσμού ενάντια στις βίαιες απαλλοτριώσεις της γης και τις ιδιαίτερα αυξημένες εισφορές της σοδειάς. Το Δόγμα Νίξον που ανακοινώθηκε το καλοκαίρι του 1969 (ονομάστηκε έτσι από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον), ξεκινούσε [από τη θέση] εν όψει των αυξανόμενων απωλειών σε στρατιώτες των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, να συμπεριλάβει στον πόλεμο χερσαία στρατεύματα του Νότιου Βιετνάμ.


«Βιετναμοποίηση» και εισβολή

Το σύνθημα στην Ουάσιγκτον ήταν στο εξής: «Να αφήσουμε τους Ασιάτες να πολεμούν τους Ασιάτες». Κατά συνέπεια, οι ΗΠΑ επικεντρώθηκαν στη δράση της πολεμικής τους αεροπορίας, ενώ ταυτόχρονα το θέατρο του πολέμου επεκτάθηκε εκτός από το Βιετνάμ και στην Καμπότζη. (Στη γειτονική χώρα Λάος, οι ΗΠΑ διεξήγαγαν ήδη από το 1964 έναν «μυστικό πόλεμο»). Ο Σιχανούκ είχε κατορθώσει μέχρι το 1970 με επιδέξιο τακτικισμό να κρατήσει τη χώρα του έξω από τη σύγκρουση, ενώ μέσα στο Κίνημα των Αδέσμευτων Χωρών είχε αποκτήσει φήμη και απολάμβανε την υποστήριξή τους.

Με την άνοδο όμως στην εξουσία του πειθήνιου Λον Νολ η εικόνα άλλαξε ξαφνικά. Μ΄ αυτόν, η Ουάσιγκτον είχε στο χέρι της από την άνοιξη του 1970 μια μαριονέτα, η οποία χαιρέτιζε ανεπιφύλακτα την εισβολή των στρατευμάτων των ΗΠΑ και του Νότιου Βιετνάμ. Για τον Νίξον και τον άλλοτε σύμβουλό του σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας (και μετέπειτα υπουργό Εξωτερικών) Χένρι Κίσινγκερ, η Καμπότζη και το Λάος δεν ήταν κυρίαρχα κράτη, αλλά «καταστάσεις», οι οποίες έπρεπε να διαμορφωθούν σύμφωνα με τις αντιλήψεις της Ουάσιγκτον. Και αυτό έπρεπε να πετύχει, επειδή ο Νίξον, σύμφωνα με τον Κίσιγκερ, έναν πρώην συνεργάτη του στο Λευκό Οίκο, τού είχε δώσει να καταλάβει με την ιδία του τραχύτητα: «Αν αυτό δεν πετύχει, θα σου κοστίσει τον πισινό, Χένρι».

Η επέκταση της επίθεσης ενάντια στην ουδέτερη Καμπότζη και οι συνεχόμενοι βομβαρδισμοί των Β-52 κατέστρεψαν τις δομές στη γεωργία, όξυναν τις αντιθέσεις πόλης-χωριού και δημιούργησαν τη βάση για μια συμμαχία που θα ήταν σχεδόν αδιανόητη τα προηγούμενα χρόνια. Ξαφνικά οι βασιλόφρονες του Σιχανούκ συνενώθηκαν σε μια συμμαχία με στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος, που ο Σιχανούκ προτίμησε να τους χαρακτηρίσει ως Κόκκινους Χμερ. Κοινός στόχος αυτής της συμμαχίας με τη μορφή της Βασιλικής Κυβέρνησης της Εθνικής Ενότητας για την Απελευθέρωση της Καμπότζης (GRUNK) η οποία ιδρύθηκε στο Πεκίνο, ήταν η αποκατάσταση της κυριαρχίας της χώρας και το τέλος του καθεστώτος Λον Νολ.

Όπως έγραψε ο ντοκιμαντερίστας και πολυβραβευμένος αυστραλός δημοσιογράφος για τις έρευνές του Τζον Πίλγκερ στην αγγλική καθημερινή εφημερίδα The Guardian (21.2.2009), στη χώρα σκοτώθηκαν υπό τον Λον Νολ και εξαιτίας των συνεχιζόμενων αεροπορικών επιδρομών από τις ΗΠΑ περισσότεροι από 600.000 Καμποτζιανοί και δυό εκατομμύρια έγιναν πρόσφυγες. Μόνο το 1973, κατά τον Πίλγκερ, ρίχτηκαν στην Καμπότζη περισσότερες βόμβες απ΄ ό,τι πάνω στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πριν από αυτό το «επικό έγκλημα», ανέφερε ο Πίλγκερ αργότερα σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Πνομ Πενχ Ποστ (27.9.2014), οι Κόκκινοι Χμερ ήταν απλά μια μικρή μαοϊκή ομάδα χωρίς βαθιές ρίζες στον πληθυσμό. Μόνο μετά τους βομβαρδισμούς μεγάλων εκτάσεων από την πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ και την πολιτική της μισητής κλίκας του Λον Νολ δημιουργήθηκε το πρόσφορο έδαφος για ένα, στο εξής, εκθετικά αυξανόμενο κίνημα. Στην κορυφή της ηγεσίας αυτού του κινήματος αναρριχήθηκε ο Σαλόθ Σαρ αποκαλούμενος Πολ Ποτ, ο οποίος όπως αμέτρητοι άλλοι απ΄ τους πιο στενούς συνεργάτες του και μετέπειτα συναγωνιστές του, είχε περάσει μεγάλο διάστημα (από το 1949 έως το 1952) στη Γαλλία λόγω μιας υποτροφίας.

Στην άλλοτε ήσυχη πρωτεύουσα Πνομ Πενχ, κατά τη διάρκεια των συστηματικών βομβαρδισμών μεγάλης έκτασης από τις ΗΠΑ, αυξήθηκε ο πληθυσμός της περίπου κατά δυό εκατομμύρια πρόσφυγες (από ένα συνολικό πληθυσμό 7,5 εκατομμυρίων κατοίκων), ο οποίος στην τελική φάση του πολέμου εφοδιαζόταν με τρόφιμα μόνο χάρη σε μια αερογέφυρα την οποία διατηρούσε ο στρατός των ΗΠΑ. Η μάζα των φυγάδων που πήγαν εκεί ήταν αγρότες που είχαν εγκαταλείψει πανικόβλητοι τα χωριά και τα χωράφια τους προκειμένου να διαφύγουν τους θανατηφόρους βομβαρδισμούς και τη χρήση των βομβών ναπάλμ. Ήθελαν το συντομότερο δυνατό να επιστρέψουν στα σπίτια τους.


Τεταμένες σχέσεις

Η συμπάθεια του Σιχανούκ για την Λ. Δ. Κίνας (καθώς και την Βόρεια Κορέα) προέκυπτε, αφενός από την πολιτική της Ουάσιγκτον, η οποία περιφρονούσε την κυριαρχία της χώρας, αφετέρου και η ΕΣΣΔ μετατράπηκε σε αντίπαλο, επειδή ο ηγέτης του ΚΚΣΕ Λεονίντ Μπρέζνιεφ υποστήριζε το Δόγμα της «περιορισμένης κυριαρχίας» και έγινε στενός σύμμαχος του Βιετνάμ. Αλλά απέναντι στο Βιετνάμ, υπήρχε πολύ καιρό πριν, δυσπιστία, επειδή ήδη από τον 17ο αιώνα είχε προσαρτήσει τμήματα της Καμπότζης (Καμπότζη Κρομ, τις «Κάτω Χώρες» της Καμπότζης στο σημερινό Δέλτα του Μεκόνγκ του νοτίου Βιετνάμ) και η συνοριακή γραμμή ανάμεσα στις δυό χώρες παρέμεινε επίμαχη.

Γενικά, οι σχέσεις μεταξύ Καμπότζης και του μεγάλου γείτονα Βιετνάμ ήταν πολύ πιο τεταμένες και συγκρουσιακές απ΄ ό,τι ήθελε να παραδεχτεί το αλλοτινό διεθνές κίνημα αλληλεγγύης-«Ινδοκίνα». (Η Ινδοκίνα ήταν ένα γαλλικό αποικιακό κατασκεύασμα: Το 1887 η Γαλλία συνένωσε τα τρία προτεκτοράτα της στο Βιετνάμ –την Κοχινκίνα στο νότο, το Ανάμ στο κεντρικό και το Τονκίνο στο βόρειο τμήμα της χώρας- μαζί με την Καμπότζη και το Λάος σε μια αυθαίρετη, ενιαία διοίκηση που ασφαλώς υπηρετούσε τα συμφέροντά της, στην Ένωση της Ινδοκίνας). Η προς τα έξω παρουσιαζόμενη ενότητα και αδελφοσύνη μεταξύ Καμπότζης, Βιετνάμ και Λάος αποτελούσε διαρκώς ένα ιεραρχικό πλέγμα σχέσεων με το Βιετνάμ ως ηγετική δύναμη, στην οποία το Λάος έσκυβε, ενώ αντιθέτως η Καμπότζη αντιτασσόταν διαρκώς.


«Παλιός λαός» ενάντια στο «νέο λαό» 

Ουσιαστικά, με τις δικές τους δυνάμεις, η συμμαχία των βασιλοφρόνων του Σιχανούκ και των Κόκκινων Χμερ κατόρθωσε να ανατρέψει τον Λον Νολ. Αλλά τι νίκη, εν όψει των υφιστάμενων προβλημάτων, ιδιαίτερα στην Πνομ Πενχ, με τα οποία η κυβέρνηση της εθνικής ενότητας ήρθε αντιμέτωπη. Με τη νίκη, απ΄ τη μια μέρα στην άλλη πήρε τέλος η τροφοδότηση της πόλης από τον αέρα, έτσι που υπήρχε μόνο μια εναλλακτική λύση, είτε να μεταφερθεί ο πληθυσμός της πόλης είτε να γίνει ανεκτός ένας μαζικός θάνατος συνεπεία της πείνας και των ασθενειών. Και οι δυό επιλογές συμπεριλάμβαναν αναγκαστικά το θάνατο και τις στερήσεις γιγαντιαίων διαστάσεων, επειδή απλά έλλειπαν τα μέσα για την ανακούφιση από την αθλιότητα και την ένδεια. Σ΄ αυτή την κατάσταση οι Κόκκινοι Χμερ διέταξαν την αναγκαστική εκκένωση της Πνομ Πενχ, κάτι που οδήγησε σε χαοτικές συνθήκες και στοίχησε τη ζωή σε χιλιάδες –χάνοντας τη ζωή τους από την ελονοσία και την εξάντληση. Πάνω στο σωρό ερειπίων δε μπορούσε να δημιουργηθεί ομαλότητα απ΄ τη μια μέρα στην άλλη.

Η πολιτική εμπιστοσύνη την οποία είχαν οι νέοι εξουσιαστές χάθηκε μέσω της πολεμοχαρούς διχοτόμησης της κοινωνίας σε ένα λεγόμενο παλιό λαό και σ΄ έναν νέο λαό. Με την έννοια «παλιός λαός» οι Κόκκινοι Χμερ εννοούσαν τον αγροτικό πληθυσμό ως κοινωνικό βασικό στήριγμα της κυριαρχίας τους και ταυτόχρονα ως πυρήνα τού με βάση το κινεζικό πρότυπο επιδιωκόμενο αγροτικό κομμουνισμό. Στην κατηγορία του «νέου λαού» στριμώχτηκε αντιθέτως με μια πρόθεση συκοφαντίας και στιγματισμού ο πληθυσμός των πόλεων, ο οποίος έπρεπε να υποταχθεί στο αυστηρό πολιτικό σχέδιο των νέων κυριάρχων. Τα στρώματα της πόλης, μεταξύ αυτών εκατοντάδες χιλιάδες βιομηχανικοί εργάτες, αναδιοργανώθηκαν σε κομμούνες και εξαναγκάστηκαν να εργάζονται στα χωράφια. Σ΄ ένα τέτοιο κλίμα βολονταρισμού, οι επιπρόσθετες κοινωνικές συγκρούσεις ήταν προδιαγραμμένες. Οι παραδοσιακές αντιθέσεις πόλης-χωριού ξέσπασαν ανοιχτά εκ νέου, και οι παλιοί λογαριασμοί τακτοποιήθηκαν με τη μορφή ανεξέλεγκτων πράξεων εκδίκησης και κρατικά κατευθυνόμενων «εκκαθαρίσεων». Εξαιτίας του χάους μιας βίαια υλοποιούμενης κολεκτιβοποίησης της αγροτικής οικονομίας έχασαν τη ζωή τους περίπου 1,7 εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως από την πείνα και τις αρρώστιες. Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής και οι προκληθείσες συνοριακές διενέξεις με το Βιετνάμ πάνε αναμφίβολα στο λογαριασμό των Κόκκινων Χμερ, το κοινωνικό μοντέλο των οποίων ήταν μελετημένο για αυτάρκεια, διέφερε από αυτό του Ανόϊ, και στη διαμάχη Ανατολής-Δύσης οδήγησε στο ότι η Λ. Δ. Κίνας πήρε το μέρος τους υποστηρίζοντάς τους.


Ξένα συμφέροντα

Η Κίνα και το βασίλειο της Ταϊλάνδης (και όχι μόνο αυτοί) υπεράσπιζαν για τα δικά τους εκάστοτε συμφέροντα τους Κόκκινους Χμερ και την «Δημοκρατική Καμπότζη» που αυτοί αντιπροσώπευαν. [Σε ό,τι αφορά] το Πεκίνο επρόκειτο για τη συνέχιση της ιδεολογικής του πορείας ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και την αναχαίτιση του συμμάχου της Βιετνάμ. Το Μπανγκόκ [ΠΓ: πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης] ήταν πρόθυμο, σε ανταπόδοση για τις ανενόχλητες διελεύσεις των συνόρων και τη λογιστική υποστήριξη των Κόκκινων Χμερ, να κάνει επικερδείς συναλλαγές με την πώληση πολύτιμων ξύλων και λίθων. Μέχρι και το 1991 η Κίνα εφοδίαζε το καθεστώς του Πολ Ποτ με όπλα, ενώ τα Ηνωμένα Έθνη και οι ΗΠΑ αναγνώριζαν πολιτικά-διπλωματικά τη «Δημοκρατική Καμπότζη» ακόμη και δώδεκα χρόνια μετά την κατάρρευσής της και διατηρούσαν για αυτήν έδρα στον ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη.

Ήδη δυό χρόνια μετά τη νίκη τους (1977) οι Κόκκινοι Χμερ είχαν εμπλακεί σε θανατηφόρες συνοριακές διαμάχες με το Βιετνάμ –μια κληρονομιά της Ιστορίας. Η διαμάχη αυτή υποδαυλίστηκε προκειμένου να γίνει απόσπαση από τα εσωτερικά προβλήματα και οργανοποίηση του μίσους που βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση ενάντια στο Βιετνάμ που θεωρούνταν ως ηγεμονικό. Η πρόκληση και η παράνοια συνόδευαν την τεράστια προπαγανδιστική λογοδιάρροια, η οποία άφηνε ψυχρά αδιάφορους τους υποστηρικτές τής άλλοτε αντιιμπεριαλιστικής απελευθερωτικής πάλης. Ενόσω το Ράδιο Ανόϊ την περίοδο εκείνη καλούσε επανειλημμένα ανοιχτά τους στρατιώτες και τον πληθυσμό για να ανατρέψουν το καθεστώς του Πολ Ποτ, η κυβέρνησή του στηλιτευόταν ως «αντιδραστική», η πολιτική του ως «βάναυση και παιδαριώδης αγροτική ισοπέδωση» και η ηγεσία του ως «μισθοφόρος των κινέζων εξουσιαστών», ο Πολ Ποτ καλούσε για τη δολοφονία των Βιετναμέζων: «Καθένας από εμάς πρέπει να σκοτώσει 30 Βιετναμέζους. Μέχρι τώρα τα καταφέραμε. Χρειαζόμαστε μόνο δυό εκατομμύρια στρατιώτες για να σκοτώσουμε 60 εκατομμύρια Βιετναμέζους».


«Αδελφός νούμερο ένα»

Ποιος ήταν αυτός ο Πολ Ποτ; Σύμφωνα με τα δικά μας στοιχεία γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1925 στην επαρχία Κομπόνγκ Τομ (βορειοανατολικά της Πνομ Πενχ) με το ονοματεπώνυμο Σαλόθ Σαρ. Το αγόρι κατόρθωσε μετά τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο στην πρωτεύουσα Πνομ Πενχ, να πάρει υποτροφία για σπουδές στη Γαλλία, όπου εγγράφηκε προσωρινά [στον κλάδο] της Ηλεκτροτεχνίας. Στο Παρίσι ήταν επίσης όπου ο Σαλόθ Σαρ με εντατική αυτομόρφωση και επαφές με αριστερούς κύκλους φοιτητών βίωσε την πρώτη φάση της πολιτικοποίησής του. Εκεί ίδρυσε με τους ομοϊδεάτες συμφοιτητές του, Χιέου Σαμπάν, Τα Μοκ, Νουόν Τσέα και Ιένγκ Σάρι εκείνο το μυστικό κομματικό κέντρο, το Άνγκαρ Πακντεβόαθ (εν συντομία: Άνγκαρ), την επαναστατική Οργάνωση η οποία αργότερα μετατράπηκε σε πυρήνα του τρομοκρατικού μηχανισμού εξουσίας των Κόκκινων Χμερ.

Το 1960 0 Σαλόθ Σαρ, που στο μεταξύ ονομαζόταν Πολ Ποτ, προάχθηκε στην ηγετική ομάδα στο υπό διάφορες ονομασίες Καμποτζιανό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΡ), το οποίο ενεργούσε μυστικά και αναδείχτηκε μετά από την υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες εξαφάνισης απ΄ το προσκήνιο του ηγετικού του στελέχους Τόου Σαμούθ (είτε συνεπεία μιας εσωκομματικής εκκαθάρισης είτε ως θύμα του μετέπειτα αρχηγού του κράτους Λον Νολ), σε Γενικό Γραμματέα του ΚΚΡ. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 το ΚΚΡ ή αντίστοιχα η χαρακτηριζόμενη αντάρτικη οργάνωση των Κόκκινων Χμερ, παρέμεινε στη Καμπότζη ένα αμελητέο μέγεθος.

Κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας των Κόκκινων Χμερ και της από αυτούς ονομαζόμενης Δημοκρατίας της Καμπότζης (17 Απριλίου 1975 έως 7 Ιανουαρίου 1979, όταν επίλεκτες μονάδες του Βιετνάμ εισέβαλλαν στην Πνομ Πενχ), ο Πολ Ποτ και οι πρώην συμφοιτητές του από το Παρίσι, κατείχαν όλοι μαζί τα κορυφαία κρατικά πόστα και εν μέρει ήταν μεταξύ τους συγγενείς. Στην ιεραρχία, Γενικός Γραμματέας και Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, πρωθυπουργός και ανώτατος διοικητής των ενόπλων δυνάμεων ήταν ο Πολ Ποτ, αδιαμφισβήτητος ως «Αδελφός νούμερο ένα». Ο Νουόν Τσέα ήταν ο ιδεολογικός υπεύθυνος και «Αδελφός νούμερο δύο». Αυτόν τον ακολουθούσε ως «Αδελφός νούμερο τρία» ο Ιένγκ Σάρι, γαμπρός του Πολ Ποτ και υπουργός Εξωτερικών του, ο οποίος μετά την ανατροπή των Κόκκινων Χμερ ζούσε για μεγάλο διάστημα ανενόχλητος ως επιχειρηματίας στο Παϊλίν, στην παραμεθόρια περιοχή Καμπότζης-Ταϊλάνδης. Ο Τα Μοκ αναδείχτηκε σε Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, ενώ ο διδάκτωρ οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης του Παρισιού Χιέου Σαμπάν, ο οποίος είχε σχεδιάσει το προσχέδιο για το κοινωνικό σύστημα των Κόκκινων Χμερ, μια εργασία που αφορούσε στην αυτοδύναμη οικονομική στρατηγική, έγινε Πρόεδρος του κράτους.

Όταν στις 18 Ιουνίου 1997 το Ράδιο Δημοκρατική Καμπότζη, ο ραδιοσταθμός των Κόκκινων Χμερ γνωστοποίησε σε μια έκτακτη ανακοίνωση ότι ο Πολ Ποτ την ίδια μέρα παραδόθηκε κι έτσι «εξαφανίστηκε το σκοτεινό σύννεφο του δικτατορικού (του) καθεστώτος», η τύχη των Κόκκινων Χμερ είχε σφραγιστεί. Ειδικά ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Πολ Ποτ, ο Τα Μοκ, ηγήθηκε από τώρα, αν και μόνο για μικρό χρονικό διάστημα, της διοίκησης. Η δίκη-παρωδία που οργανώθηκε στην Αλόνγκ Βενγκ, το τελευταίο αρχηγείο των Κόκκινων Χμερ στο βορρά της Καμπότζης, ενάντια στον ανώτατο «Αδελφό» έθεσε περισσότερα ερωτήματα απ΄ ό,τι απάντησε. Προς τα έξω πανηγυρίστηκε μια αυτοκάθαρση, η οποία προχωρά μπροστά στην Ιστορία, σηματοδοτεί μια πολιτική νέα αρχή με ένα εξαγνισμένο κίνημα και στο ενδιάμεσο διάστημα ο υπό κράτηση Πολ Ποτ θα εκδίδονταν στο εξωτερικό. Αλλά αυτό δεν έγινε. Ο Σαλόθ Σαρ αποκαλούμενος Πολ Ποτ πέθανε τον Απρίλιο του 1998 και η σωρός του αποτεφρώθηκε αμέσως.



Το δικαστήριο για την Καμπότζη: Μισές αλήθειες, επιλεκτική μνήμη

Αρχικά στις 4 Οκτωβρίου 2004, ένα τέταρτο του αιώνα μετά την πτώση της Δημοκρατικής Καμπότζης, όπως αυτο-ονομαζόταν η χώρα κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Πολ Ποτ, και μετά από επτά χρόνια σκληρών διαπραγματεύσεων τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, η Εθνοσυνέλευση στην Πνομ Πενχ ενέκρινε την ίδρυση ενός δικαστηρίου από τον ΟΗΕ, στο οποίο έπρεπε να λογοδοτήσουν τα ηγετικά στελέχη των Κόκκινων Χμερ για τα περίπου 1,7 εκατομμύρια θύματα του βίαιου καθεστώτος τους.

Το δικαστήριο για την Καμπότζη, επίσημα φέρει τον μακροσκελή τίτλο «Έκτακτα Τμήματα στα Δικαστήρια της Καμπότζης για τη Δίωξη των Εγκλημάτων κατά τη Διάρκεια της Περιόδου της Δημοκρατικής Καμπότζης», [και] ιδρύθηκε στη βάση μιας συμφωνίας μεταξύ του ΟΗΕ και της κυβέρνησης της Καμπότζης στις 6 Ιουνίου 2003. Ονομάστηκε υβριδικό δικαστήριο, επειδή αποτελούνταν τόσο από (πλειοψηφικά) εγχώριους όσο και από ξένους νομικούς, οι δικαστές του οποίου ανέλαβαν στη πραγματικότητα το έργο τους το 2006.

Στην πρώτη από τις δυό βασικές δίκες βρισκόταν μπροστά στο δικαστήριο ο Κάινγκ Γκουέκ Εάβ αποκαλούμενος Ντουκ, ένας άνδρας που μεταξύ 1975 και 1979 ήταν διοικητής του διαβόητου στρατοπέδου βασανιστηρίων S 21 (Securité 21) στο πρώην λύκειο Τουόλ Σλενγκ στα προάστια της Πνομ Πενχ. Κατηγορούμενος το 2009, ο Ντουκ καταδικάστηκε σε ισόβια για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου, βασανιστήρια και δολοφονίες, όχι όμως για γενοκτονία. Παρά του ότι μετάνιωσε για τις πράξεις του, τόνισε ότι ενεργούσε μόνο με άνωθεν εντολές και διαταγές.

Στη δεύτερη βασική δίκη, η οποία άρχισε το 2001, κάθονταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου τέσσερα πρώην ηγετικά στελέχη των Κόκκινων Χμερ, απ΄ τα οποία τελικά μόνο οι δυό από αυτούς καταδικάστηκαν επίσης σε ισόβια κάθειρξη: Ο Νουόν Τσέα ήταν κάποτε ο αναπληρωτής του Πολ Ποτ και υπεύθυνος Προπαγάνδας, ο Χιέου Σαμπάν υπηρέτησε ως αρχηγός του κράτους της Δημοκρατικής Καμπότζης, ενώ ο Ιένγκ Σάρι υπηρέτησε ως αναπληρωτής πρωθυπουργός του και υπουργός Εξωτερικών και η γυναίκα του Ιένγκ, Τιρίθ, ως υπουργός Κοινωνικών Υποθέσεων. Η τελευταία κρίθηκε ως μη ικανή να συμμετέχει στη δίκη λόγω άνοιας, ενώ ο άνδρας της πέθανε το 2013.

Στις αρχές Αυγούστου 2014 το επταμελές σώμα των δικαστών έκρινε επίσης ενόχους τον Νουόν Τσέα και τον Χιέου Σαμπάν –«για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, μεταξύ αυτών για εξόντωση συμπεριλαμβανομένου της δολοφονίας, για πολιτικές διώξεις και απάνθρωπες πράξεις, μεταξύ αυτών, εκτοπισμού, εξαφανίσεων και προσβολές στην ανθρώπινη τιμή». Και οι δυό κατηγορούμενοι επέμεναν μέχρι το τέλος για την αθωότητά τους και ότι δε γνώριζαν τίποτα για τις φρικαλεότητες.

Περί κατανόησης, συμφιλίωσης και εξέτασης του παρελθόντος δε μπορούσε να γίνει στα σοβαρά λόγος σ΄ αυτή τη μακροχρόνια δίκη, που κόστισε περισσότερα από 200 εκατομμύρια δολάρια. Η δίκη αυτή έγινε καθυστερημένα και από την αρχή είχε να εξετάσει ένα βαρύ κατάλογο. Οι εξουσιαστές της Καμπότζης μετά το 1979 έκαναν ό,τι μπορούσαν για να συγκαλύψουν το παρελθόν των Κόκκινων Χμερ τους. Και η συμμετοχή των εμπλεκόμενων ξένων δυνάμεων (Κίνα, ΗΠΑ, Βρετανία, Ταϊλάνδη) παρέμεινε εντελώς απαρατήρητη.



Σημείωση: Ο αρχικός τίτλος του κειμένου είναι: «Παράξενα μέτωπα»

Πηγή: junge Welt, 17/04/2015

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Οι εικόνες που ακολουθούν έχουν προστεθεί από εμάς. Ο χάρτης απεικονίζει τη διοικητική διάρθρωση της Γαλλικής Ινδοκίνας, ενώ η φωτογραφία κρανία θυμάτων των Κόκκινων Χμερ από το Μουσείο Γενοκτονίας Tuol Sleng (Καμπότζη).

                  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.