Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Δίστομο: Αχαλίνωτη τρομοκρατία



Σαν σήμερα πριν από 71 χρόνια οι Ναζί διέπραξαν ένα από τα φοβερότερα εγκλήματα στη χώρα μας: τη σφαγή του Διστόμου. Στο κείμενο που ακολουθεί ο γερμανός ιστορικός Martin Seckendorf, το κέντρο βάρους των μελετών του οποίου αποτελεί ο γερμανισμός φασισμός, κυρίως στις χώρες των Βαλκανίων, αναλύει μια σειρά ζητήματα που αφορούν στο ολοκαύτωμα του Διστόμου. 

του Martin Seckendorf

Η 10η Ιουνίου 1944 είναι βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη των Γάλλων και των Ελλήνων. Τη μέρα αυτή στρατιώτες μιας μονάδας των SS κατέστρεψαν την κοινότητα Οραντούρ-σουρ-Γκλαν στην κεντρική Γαλλία και δολοφόνησαν 642 κατοίκους. Ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα πολέμου που διέπραξαν οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη δυτική Ευρώπη. Η μαζική σφαγή ήταν επίσης καλά γνωστή και εξαιτίας μιας ποινικής δίκης που προκάλεσε θόρυβο, την οποία διεξήγαγε η Δικαιοσύνη της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας το 1983 ενάντια σε έναν από τους κύριους ενόχους –πολύ πριν την επίσκεψη του Προέδρου της Γερμανίας το 2013 στο μνημείο που βρίσκεται το χωριό που καταστράφηκε από τους φασίστες. Αντιθέτως, η σφαγή των γερμανών κατακτητών στις 10 Ιουνίου 1944 στο ελληνικό χωριό Δίστομο, εξακολουθεί να παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη σε μεγάλα τμήματα του σημερινού πληθυσμού [της Γερμανίας].


Μαζικές σφαγές σε εβδομαδιαία βάση

Το βράδυ της 14ης Ιουνίου 1944 έφθασε στην αντιπροσωπεία της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού (ICRC), η οποία βρίσκονταν στην Αθήνα, η είδηση, ότι γερμανοί στρατιώτες στο Δίστομο διέπραξαν σφαγή με πολλούς νεκρούς και ότι έκαψαν το χωριό. Το ζεύγος από την Σουηδία, Clio και Sture Linnér, και οι δυό μέλη του ICRC, δηλώθηκαν για μια διερευνητική αποστολή. Το Δίστομο βρίσκεται νοτιοανατολικά της οροσειράς του Παρνασσού και σχετικά κοντά στο ιερό του Απόλλωνα, στους Δελφούς, που στην αρχαιότητα θεωρούνταν ως «ομφαλός του κόσμου». Το ζεύγος των Σουηδών ξεκίνησε όταν ακόμη ήταν νύχτα, μεταφέροντας ρουχισμό και είδη επίδεσης στο χωριό που βρίσκεται 170 χιλιόμετρα από την Αθήνα.

Το 2001 ο καθηγητής Linnér περιέγραψε στον ιστορικό Dieter Begemann τις εντυπώσεις που αποκόμισαν αυτός και η γυναίκα του στο ταξίδι τους προς το Δίστομο στις 15 Ιουνίου 1944: Λίγο πριν φθάσουν στο χωριό παρατήρησαν ότι στα δέντρα του δρόμου ήταν κρεμασμένα περίπου 10 πτώματα «καρφωμένα με ξιφολόγχες», όπως ανέφερε ο Linnér. «Σε όλη την περιοχή υπήρχε μια φοβερή δυσοσμία από αποκαΐδια και αποσύνθεση», συμπλήρωσε. Στη πλατεία του χωριού κείτονταν «παντού νεκροί». Ανέφεραν ότι είναι εκατοντάδες. Πολλά πτώματα ήταν φοβερά ακρωτηριασμένα.

Ο Linnér περιγράφει τις συνέπειες μιας από τις «ενέργειες εκκαθάρισης και αντιποίνων» που διαπράττονταν από το 1943 στην Ελλάδα σχεδόν κάθε βδομάδα. Το πρωί της 10ης Ιουνίου 1944 αναχώρησε ο 2ος Λόχος του 7ου Συντάγματος της 4ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων Γρεναδιέρων των SS με περίπου 100 στρατιώτες και μερικούς Έλληνες, που τους εξανάγκασαν [να τους ακολουθήσουν] από την πρωτεύουσα της περιοχής Λειβαδιά, με κατεύθυνση προς τα δυτικά. Στόχος της στρατιωτικής μονάδας ήταν να «καθαρίσει» από τους αντάρτες την περιοχή της κεντρικής οδού νότια του Παρνασσού στο κομμάτι της Κοινότητας του Διστόμου, που μέσω της Αράχωβας και των Δελφών οδηγούσε στον κορινθιακό κόλπο. Στα μισά του δρόμου, μεταξύ Λειβαδιάς και Διστόμου, οι Γερμανοί παρατήρησαν λαγούμια, τα οποία ερμήνευσαν ως καταφύγια των ανταρτών. 18 άοπλοι άνδρες που φύλαγαν πρόβατα, περικυκλώθηκαν, έξι από αυτούς τουφεκίστηκαν «εν ώρα φυγής». Τους άλλους δώδεκα τούς πήραν προς το Δίστομο. Το χωριό ερευνήθηκε. Κατά την ανάκριση ο δήμαρχος και ο ιερέας από το Στείρι, που βρέθηκε τυχαία εκεί, ένα χωριό που βρίσκεται πέντε χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Διστόμου, ανέφεραν ότι την προηγούμενη μέρα βρίσκονταν στο Δίστομο περίπου 30 αντάρτες, που στη συνέχεια πήγαν προς το Στείρι. Ο διοικητής του λόχου, χάουπτστουρμφυρερ (λοχαγός) των SS, Fritz Lautenbach, αποφάσισε να καταδιώξει τους αντάρτες. Λίγες εκατοντάδες μέτρα πριν από το Στείρι η φάλαγγα έπεσε σε ενέδρα. Με πυροβόλα όπλα και τουφέκια οι αντάρτες επιτέθηκαν στους Ναζί, που υπέστησαν μερικές απώλειες: εφτά νεκροί και πολλοί τραυματίες. Μετά από ενισχύσεις που έφθασαν για την φάλαγγα των SS, οι αντάρτες αποσύρθηκαν. Κατά τις 5.30 μμ ο λόχος έφθασε πάλι στο Δίστομο. Οι Γερμανοί υπέθεσαν ότι οι κάτοικοι γνώριζαν για την ενέδρα των ανταρτών, και αποφάσισαν την επιβολή κατασταλτικών μέτρων. Στην αρχή τουφεκίστηκαν οι δέκα αιχμάλωτοι βοσκοί. Στη συνέχεια ερευνήθηκαν τα σπίτια. Κατοίκους και των δυό φύλων και κάθε ηλικίας που τους συναντούσαν τούς σκότωναν, συχνά με φρικτό τρόπο. Πέθαναν περισσότεροι από 200 άνθρωποι. Το μεγαλύτερο σε ηλικία θύμα ήταν 85 ετών, το μικρότερο δυό μηνών. Ολόκληρες οικογένειες ξεκληρίστηκαν. Στη θέση όπου βρίσκεται το σημερινό μνημείο, το όνομα Σφοντούρης έχει χαραχτεί 32 φορές. Μετά από μια ώρα άρχισε να σουρουπώνει. Οι σφαγιαστές σταμάτησαν τις κτηνώδεις πράξεις τους από φόβο για επιθέσεις των ανταρτών και επέστρεψαν στα οχυρωμένα τους καταλύματα στη Λειβαδιά.

Στη δίκη των στρατηγών της νοτιοανατολικής [Ευρώπης] της Βέρμαχτ, στη λεγόμενη δίκη της δολοφονίας ομήρων, οι δικαστές των ΗΠΑ έκριναν το 1948 ότι το έγκλημα στο Δίστομο ήταν μια από τις «πιο φοβερές σφαγές ανυπεράσπιστων (helpless) αθώων ανδρών, γυναικών και παιδιών». Στο [περιοδικό] Spiegel της 29ης Δεκεμβρίου 1977, ο καθηγητής Hagen Fleischer, που τότε εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, είπε: «Υπήρξαν σαφώς σαδιστικές ακρότητες». Ο βρετανός ιστορικός Mark Mazower περιγράφει την ενέργεια των Γερμανών ως αμόκ.