Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού



του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν

Υπάρχει άραγε σχέση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τη φοβερά αποτρόπαιη νίκη που κατήγαγε ο οπορτουνισμός (με τη μορφή του σοσιαλσοβινισμού) ενάντια στο εργατικό κίνημα της Ευρώπης;

Αυτό είναι βασικό ζήτημα του σύγχρονου σοσιαλισμού. Και αφού στην κομματική μας φιλολογία διαπιστώσαμε πια πέρα για πέρα, πρώτο, τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της εποχής μας και του δοσμένου πολέμου και δεύτερο, την αδιάρρηκτη ιστορική σύνδεση ανάμεσα στο σοσιαλσοβινισμό και τον οπορτουνισμό, καθώς επίσης και την ταυτότητα του ιδεολογικοπολιτικού τους περιεχομένου, μπορούμε και πρέπει να περάσουμε στην εξέταση του βασικού αυτού ζητήματος.

Θα χρειαστεί ν΄ αρχίσουμε μ΄ έναν όσο το δυνατό πιο ακριβή και πιο πλήρη ορισμό του ιμπεριαλισμού. Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα ιδιόμορφο ιστορικό στάδιο του καπιταλισμού. Η ιδιομορφία του αυτή είναι τριπλή: ο ιμπεριαλισμός είναι (1) –μονοπωλιακός καπιταλισμός˙ (2) –παρασιτικός καπιταλισμός ή καπιταλισμός που σαπίζει˙ (3) –καπιταλισμός που πεθαίνει. Η αντικατάσταση του ελεύθερου συναγωνισμού από το μονοπώλιο είναι το θεμελιακό οικονομικό γνώρισμα, η ουσία του ιμπεριαλισμού. Ο μονοπωλισμός εκδηλώνεται σε 5 κύριες μορφές: 1) τα καρτέλ, τα συνδικάτα και τα τραστ˙ η συγκέντρωση της παραγωγής έφτασε σε τέτοιο βαθμό, που γέννησε τις μονοπωλιακές αυτές ενώσεις των καπιταλιστών˙ 2) τη μονοπωλιακή θέση των μεγάλων τραπεζών: 3-5 γιγάντιες τράπεζες διευθύνουν όλη την οικονομική ζωή της Αμερικής, της Γαλλίας, της Γερμανίας˙ 3) την αρπαγή των πηγών πρώτων υλών από τα τραστ και τη χρηματιστική ολιγαρχία (το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι το μονοπωλιακό βιομηχανικό κεφάλαιο που έχει συγχωνευτεί με το τραπεζικό κεφάλαιο)˙ 4) το μοίρασμα (οικονομικό) του κόσμου από τα διεθνή καρτέλ άρχισε. Τέτοια διεθνή καρτέλ που κυριαρχούν σ΄ ολόκληρη την παγκόσμια αγορά και τη μοιράζονται «φιλικά» -ώσπου να την ξαναμοιράσει ο πόλεμος –υπολογίζονται ήδη πάνω από εκατό! Η εξαγωγή κεφαλαίων σαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικό φαινόμενο σε διάκριση από την εξαγωγή εμπορευμάτων στο μη μονοπωλιακό καπιταλισμό βρίσκεται σε στενή σύνδεση με το οικονομικό και πολιτικό-εδαφικό μοίρασμα του κόσμου. 5) Το εδαφικό μοίρασμα του κόσμου (αποικίες) τέλειωσε.

Ο ιμπεριαλισμός, σαν ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού της Αμερικής και της Ευρώπης και ύστερα και της Ασίας, διαμορφώθηκε ολοκληρωτικά στα 1898-1914. Ο ισπανοαμερικανικός πόλεμος (1898), ο πόλεμος των άγγλων με τους μπόερς (1899-1902), ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος (1904-1905) και η οικονομική κρίση του 1900 στην Ευρώπη –να ποια είναι τα κύρια ιστορικά ορόσημα της νέας εποχής της παγκόσμιας ιστορίας. 

Το ότι ο ιμπεριαλισμός είναι παρασιτικός καπιταλισμός ή καπιταλισμός που σαπίζει, εκδηλώνεται, πρώτα απ΄ όλα, στην τάση για σάπισμα που διακρίνει κάθε μονοπώλιο στις συνθήκες της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Η διαφορά ανάμεσα στη ρεπουμπλικανικο-δημοκρατική και τη μοναρχο-αντιδραστική ιμπεριαλιστική αστική τάξη εξαλείφεται ακριβώς επειδή και η μια και η άλλη σαπίζουν ζωντανές (πράγμα που δεν αναιρεί καθόλου την καταπληκτικά γοργή ανάπτυξη του καπιταλισμού σε ορισμένους κλάδους της βιομηχανίας, σε ορισμένες χώρες, σε ορισμένες περιόδους). Δεύτερο, το σάπισμα του καπιταλισμού εκδηλώνεται με τη δημιουργία ενός τεράστιου στρώματος εισοδηματιών, καπιταλιστών που ζουν «από το κόψιμο κουπονιών». Σε τέσσερις προηγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες, Αγγλία, Βόρεια Αμερική, Γαλλία και Γερμανία, το κεφάλαιο καθεμιάς σε τίτλους αξιών είναι 100-150 δισεκατομμύρια φράγκα, πράγμα που σημαίνει ετήσιο εισόδημα όχι λιγότερο από 5-8 δισεκατομμύρια φράγκα κατά χώρα. Τρίτο, η εξαγωγή κεφαλαίων είναι παρασιτισμός στο τετράγωνο. Τέταρτο, «το χρηματιστικό κεφάλαιο τείνει προς την κυριαρχία και όχι προς την ελευθερία». Η πολιτική αντίδραση σε όλη τη γραμμή είναι ιδιότητα του ιμπεριαλισμού. Δωροδοκίες, εξαγορά σε γιγάντιες διαστάσεις, παναμάδες όλων των ειδών. Πέμπτο, η εκμετάλλευση όλων των καταπιεζόμενων εθνών, που συνδέεται αδιάρρηκτα με τις προσαρτήσεις και ιδιαίτερα η εκμετάλλευση των αποικιών από μια χούφτα «μεγάλες» Δυνάμεις μετατρέπει ολοένα και περισσότερο τον «πολιτισμένο» κόσμο σε παράσιτο στο σώμα των εκατοντάδων εκατομμυρίων μη πολιτισμένων λαών. Ο ρωμαίος προλετάριος ζούσε σε βάρος της κοινωνίας. Η τωρινή κοινωνία ζει σε βάρος του σημερινού προλετάριου. Αυτή τη βαθιά παρατήρηση του Σισμόντι ο Μαρξ την υπογράμμιζε ιδιαίτερα[1]. Ο ιμπεριαλισμός αλλάζει κάπως το πράγμα. Το προνομιούχο στρώμα του προλεταριάτου των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων ζει εν μέρει σε βάρος των εκατοντάδων εκατομμυρίων των μη πολιτισμένων λαών.

Είναι ευνόητο γιατί ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που πεθαίνει, καπιταλισμός μεταβατικός προς το σοσιαλισμό: το μονοπώλιο που ξεπηδά από τον καπιταλισμό, σημαίνει ήδη απονέκρωση του καπιταλισμού, αρχή του περάσματός του στο σοσιαλισμό. Το ίδιο επίσης σημαίνει και η γιγάντια κοινωνικοποίηση της εργασίας από τον ιμπεριαλισμό (αυτό που οι απολογητές, οι αστοί οικονομολόγοι ονομάζουν «σύμπλεξη»). 

Παρουσιάζοντας αυτό τον ορισμό του ιμπεριαλισμού, ερχόμαστε σε ολοκληρωτική αντίθεση με τον Κ. Κάουτσκι που δεν θέλει να δει στον ιμπεριαλισμό μια «φάση του καπιταλισμού» και ορίζει τον ιμπεριαλισμό σαν μια πολιτική που την «προτιμάει» το χρηματιστικό κεφάλαιο, σαν τάση των «βιομηχανικών» χωρών να προσαρτούν «αγροτικές χώρες»(*). Ο ορισμός αυτός του Κάουτσκι θεωρητικά είναι ολοκληρωτικά λαθεμένος. Η ιδιομορφία του ιμπεριαλισμού είναι ακριβώς η κυριαρχία όχι του βιομηχανικού, αλλά του χρηματιστικού κεφαλαίου, είναι ακριβώς η τάση για προσαρτήσεις όχι μόνο αγροτικών, αλλά κάθε λογής χωρών. Ο Κάουτσκι αποσπά την πολιτική του ιμπεριαλισμού από την οικονομία του, αποσπά το μονοπωλισμό στην πολιτική από το μονοπωλισμό στην οικονομία, για να ανοίξει το δρόμο στο χυδαίο αστικό ρεφορμισμό του σαν τον «αφοπλισμό», «υπεριμπεριαλισμό» και άλλες παρόμοιες ανοησίες. Το νόημα και ο σκοπός αυτής της θεωρητικής καλπιάς δεν είναι άλλος από την απόκρυψη των πιο βαθιών αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού και τη δικαιολόγηση, μ΄ αυτό τον τρόπο, της θεωρίας της «ενότητας» με τους απολογητές του ιμπεριαλισμού, με τους απροκάλυπτους σοσιαλσοβινιστές και οπορτουνιστές.

Και στη «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» και στο «Κομμουνίστ»[2] έχουμε κιόλας σταθεί αρκετά σ΄ αυτή τη ρήξη του Κάουτσκι με το μαρξισμό. Οι δικοί μας καουτσκιστές της Ρωσίας, οι «οκιστές» με επικεφαλής τον Αξελρόντ και τον Σπεκτάτορ, χωρίς να εξαιρείται ο Μάρτοφ και σε σημαντικό βαθμό ο Τρότσκι –προτίμησαν να παρασιωπήσουν το ζήτημα του καουτσκισμού, σαν κατεύθυνσης. Φοβήθηκαν να υπερασπίσουν αυτά που έγραψε ο Κάουτσκι στη διάρκεια του πολέμου, προσπαθώντας να ξεμπλέξουν είτε μ΄ έναν απλό εγκωμιασμό του Κάουτσκι (Αξελρόντ στη γερμανική του μπροσούρα που η ΟΕ υποσχέθηκε να την εκδόσει στα ρωσικά), είτε με ιδιωτικά γράμματα του Κάουτσκι (Σπεκτάτορ), όπου αυτός διαβεβαιώνει ότι ανήκει στην αντιπολίτευση και προσπαθεί ιησουϊτικά να μειώσει στο μηδέν τη σημασία των σοβινιστικών του δηλώσεων.

Ας σημειώσουμε ότι στη δική του «αντίληψη» για τον ιμπεριαλισμό –που ισοδυναμεί με ωραιοποίησή του- ο Κάουτσκι πηγαίνει πίσω όχι μόνο σε σύγκριση με το «Χρηματιστικό κεφάλαιο» του Χίλφερντιγκ (όσο κι αν υπερασπίζει σήμερα με ζήλο ο ίδιος ο Χίλφερντινγκ τον Κάουτσκι και την «ενότητα» με τους σοσιαλσοβινιστές!), αλλά και σε σύγκριση με τον σοσιαλφιλελεύθερο Τζ. Α. Χόμπσον. Ο άγγλος αυτός οικονομολόγος, που δεν διεκδικεί καθόλου τον τίτλο του μαρξιστή, ορίζει με πολύ περισσότερη βαθύτητα τον ιμπεριαλισμό και αποκαλύπτει τις αντιφάσεις του σ΄ ένα έργο του τού 1902(**). Να τι έγραφε ο συγγραφέας αυτός (που στα γραφόμενά του μπορεί κανείς να βρει όλες σχεδόν τις πασιφιστικές και «συμβιβαστικές» κοινοτοπίες του Κάουτσκι) πάνω στο εξαιρετικά σπουδαίο ζήτημα του παρασιτικού χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού:

Δυό λογιών παράγοντες εξασθένιζαν, κατά τη γνώμη του Χόμπσον, τη δύναμη των παλιών αυτοκρατοριών: 1) «ο οικονομικός παρασιτισμός» και 2) η συγκρότηση του στρατού από εξαρτημένους λαούς. «Ο πρώτος παράγοντας είναι η συνήθεια του οικονομικού παρασιτισμού, σύμφωνα με την οποία το κυρίαρχο κράτος χρησιμοποιεί τις επαρχίες του, τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες για τον πλουτισμό της ιθύνουσας τάξης του και για την εξαγορά των κατώτερων τάξεών του έτσι που να παραμείνουν ήσυχες». Σχετικά με το δεύτερο παράγοντα ο Χόμπσον γράφει:

«Ένα από τα πιο παράξενα συμπτώματα της τύφλωσης του ιμπεριαλισμού» (στο στόμα του σοσιαλφιλελεύθερου Χόμπσον αυτό το τροπάριο της «τύφλωσης» των ιμπεριαλιστών ταιριάζει περισσότερο, παρά στο στόμα του «μαρξιστή» Κάουτσκι) «είναι η ελαφρότητα με την οποία η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και τα άλλα ιμπεριαλιστικά έθνη παίρνουν αυτό το δρόμο. Η Μεγάλη Βρετανία τράβηξε μακρύτερα απ΄ όλους. Τις περισσότερες μάχες με τις οποίες κατακτήσαμε την ινδική μας αυτοκρατορία τις έκαναν στρατεύματά μας που αποτελούνταν από ιθαγενείς˙ στην Ινδία, όπως τελευταία και στην Αίγυπτο, μεγάλες μονάδες τακτικού στρατού βρίσκονται κάτω από τη διοίκηση βρετανών˙ σχεδόν όλοι οι πόλεμοι για την υποδούλωση της Αφρικής από μέρους μας, με εξαίρεση το νότιο τμήμα της, έχουν διεξαχθεί για λογαριασμό μας από ιθαγενείς».

Ο Χόμπσον έδινε την παρακάτω οικονομική εκτίμηση με την προοπτική διανομής της Κίνας: «Ένα μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρώπης θα μπορούσε τότε να πάρει την όψη και το χαρακτήρα που έχουν σήμερα ορισμένα μέρη αυτών των χωρών: η Νότια Αγγλία, η Ριβιέρα, τα πιο συχναζόμενα από περιηγητές και πυκνοκατοικημένα από πλούσιους μέρη της Ιταλίας και της Ελβετίας, δηλαδή: μικρές ομάδες πλούσιων αριστοκρατών, που εισπράττουν μερίσματα και προσόδους από την Άπω Ανατολή, με μια μεγαλύτερη ομάδα εξ΄ επαγγέλματος υπαλλήλους και εμπόρους και με ένα μεγαλύτερο αριθμό υπηρέτες και εργάτες που δουλεύουν στις μεταφορές και στη βιοτεχνία τελικής επεξεργασίας ημικατεργασμένων προϊόντων. Οι κύριοι κλάδοι της βιομηχανίας θα εξαφανίζονταν και τα προϊόντα διατροφής και τα ημικατεργασμένα προϊόντα μαζικής κατανάλωσης θα εισέρεαν σαν φόρος υποτελείας από την Ασία και την Αφρική». «Να ποιες δυνατότητες ξανοίγει μπροστά μας μια πολύ πλατιά ένωση των δυτικών κρατών, μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία των μεγάλων Δυνάμεων: αυτή όχι μόνο δεν θα προωθούσε το έργο του παγκόσμιου πολιτισμού, αλλά και θα μπορούσε να σημάνει ένα τεράστιο κίνδυνο δυτικού παρασιτισμού: να ξεχωρίσει μια ομάδα προηγμένων βιομηχανικών εθνών που οι ανώτερες τάξεις τους παίρνουν τεράστιο φόρο υποτελείας από την Ασία και την Αφρική και με τη βοήθεια αυτού του φόρου υποτελείας συντηρούν μεγάλες μάζες υπαλλήλων και υπηρετών υποχείριες, που δεν απασχολούνται πια στη μαζική παραγωγή γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, αλλά στην ατομική εξυπηρέτηση ή σε δευτερεύουσα βιομηχανική εργασία κάτω από τον έλεγχο της νέας χρηματιστικής αριστοκρατίας. Όσοι είναι έτοιμοι να γυρίσουν την πλάτη τους σε μια τέτοια θεωρία» (θα έπρεπε να πει: προοπτική) «σαν θεωρία που δεν αξίζει να εξεταστεί, ας αναλογιστούν τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες εκείνων των περιφερειών της σημερινής Νότιας Αγγλίας που έχουν περιέλθει ήδη σε τέτοια κατάσταση. Ας σκεφθούν σε τι τεράστιο βαθμό θα μπορούσε να επεκταθεί αυτό το σύστημα, αν η Κίνα είχε υπαχθεί στον οικονομικό έλεγχο παρόμοιων ομάδων χρηματιστών, «τοποθετητών κεφαλαίων» (εισοδηματιών), των πολιτικών και εμποροβιομηχανικών τους υπαλλήλων, που αντλούν κέρδη από το πιο μεγάλο δυναμικό απόθεμα που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, με σκοπό να καταναλώσουν αυτά τα κέρδη στην Ευρώπη. Εννοείται ότι η κατάσταση είναι εξαιρετικά πολύπλοκη, το παιχνίδι των παγκόσμιων δυνάμεων πάρα πολύ δύσκολα υπόκειται σε υπολογισμό, για να μπορεί να δώσει κανείς αυτή ή εκείνη την ερμηνεία του μέλλοντος προς μια μόνο κατεύθυνση. Οι επιδράσεις όμως εκείνες που κατευθύνουν σήμερα τον ιμπεριαλισμό της Δυτικής Ευρώπης κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση κι αν δεν συναντήσουν αντίδραση, αν δεν παρεκκλίνουν προς άλλη πλευρά, θα δρουν ακριβώς στην κατεύθυνση μιας τέτοιας ολοκλήρωσης του προτσές».

Ο σοσιαλφιλελεύθερος Χόμπσον δεν βλέπει ότι την «αντίδραση» αυτή μπορεί να την παρουσιάσει μόνο το επαναστατικό προλεταριάτο και μόνο με τη μορφή κοινωνικής επανάστασης. Γι΄ αυτό και είναι σοσιαλφιλελεύθερος! Ωστόσο αντίκρισε θαυμάσια από το 1902 ακόμη το ζήτημα και τη σημασία των «Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» (προς γνώση του καουτσκιστή Τρότσκι!) και όλα όσα προσπαθούν να σκεπάσουν οι υποκριτές καουτσκιστές των διαφόρων χωρών, και συγκεκριμένα: ότι οι οπορτουνιστές (σοσιαλσοβινιστές) δρουν από κοινού με την ιμπεριαλιστική αστική τάξη ακριβώς στην κατεύθυνση της δημιουργίας μιας ιμπεριαλιστικής Ευρώπης σε βάρος της Ασίας και της Αφρικής, ότι οι οπορτουνιστές αντικειμενικά αποτελούν μια μερίδα των μικροαστών και μερικών στρωμάτων της εργατικής τάξης, μερίδα που έχει εξαγοραστεί με χρήματα από τα ιμπεριαλιστικά υπερκέρδη και έχει μετατραπεί σε μαντρόσκυλο του καπιταλισμού, σε διαφθορέα του εργατικού κινήματος.

Αυτή την οικονομική, την πιο βαθιά σύνδεση της ιμπεριαλιστικής ακριβώς αστικής τάξης με τον οπορτουνισμό που έχει νικήσει σήμερα (για πολύ καιρό άραγε;) το εργατικό κίνημα, την τονίσαμε επανειλημμένα, όχι μόνο σε άρθρα, αλλά και στις αποφάσεις του Κόμματός μας. Από δω εμείς συμπεράναμε, ανάμεσα στ΄ άλλα, το αναπόφευκτο της διάσπασης με το σοσιαλσοβινισμό. Οι καουτσκιστές μας προτίμησαν να παρακάμψουν το ζήτημα! Ο Μάρτοφ λ.χ. στις εισηγήσεις του ακόμη έβαζε σε κυκλοφορία ένα σόφισμα που στην «Ισβέστιγια Ζαγκρανίτσνοβο Σεκτρεταριάτα ΟΚ»[3] (αρ. φύλ. 4 της 10 του Απρίλη 1916) έχει διατυπωθεί ως εξής:

«… Η υπόθεση της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας θα πήγαινε πολύ άσχημα και μάλιστα απελπιστικά, αν οι ομάδες των εργατών, οι πιο κοντινές προς τη “διανόηση” ως προς την πνευματική τους ανάπτυξη, και οι πιο ειδικευμένες, αποχωρούσαν απ΄ αυτήν μοιραία και περνούσαν στον οπορτουνισμό…».

Με τη βοήθεια της κουτούτσικης λεξούλας «μοιραία» και μιας κάποιας «νοθειούλας» παρακάμφθηκε το γεγονός ότι ορισμένα στρώματα εργατών έχουν περάσει με το μέρος του οπορτουνισμού και της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης! Και οι σοφιστές της ΟΕ αυτό ακριβώς χρειάζονται: να παρακάμψουν το γεγονός αυτό! Προσπαθούν να ξεμπλέξουν με την «κατά παραγγελία αισιοδοξία» που επιδείχνει σήμερα και ο καουτσκιστής Χίλφερντινγκ και πολλοί άλλοι: οι αντικειμενικές συνθήκες, λέει, εγγυώνται την ενότητα του προλεταριάτου και τη νίκη του επαναστατικού ρεύματος. Εμείς, λέει, είμαστε «αισιόδοξοι» σχετικά με το προλεταριάτο!

Στην πραγματικότητα όμως όλοι αυτοί οι καουτσκιστές, ο Χίλφερντινγκ, οι οκιστές, ο Μάρτοφ και Σία είναι αισιόδοξοι… όσον αφορά τον οπορτουνισμό. Σ΄ αυτό βρίσκεται η ουσία!

Το προλεταριάτο είναι δημιούργημα του καπιταλισμού –του παγκόσμιου, και όχι μόνο του ευρωπαϊκού, και όχι μόνο του ιμπεριαλιστικού. Σε παγκόσμια κλίμακα, 50 χρόνια νωρίτερα, 50 χρόνια αργότερα -από την άποψη αυτής της κλίμακας είναι ζήτημα μερικό- το «προλεταριάτο» «θα είναι», βέβαια, ενιαίο, και μέσα σ΄ αυτό θα νικήσει «αναπόφευκτα» η επαναστατική σοσιαλδημοκρατία. Το ζήτημα δεν βρίσκεται σ΄ αυτό, κ.κ. καουτσκιστές, αλλά στο ότι εσείς σήμερα, στις ιμπεριαλιστικές χώρες της Ευρώπης, υποκλίνεστε δουλικά μπροστά στους οπορτουνιστές, που είναι ξένοι προς το προλεταριάτο, σαν τάξη, που είναι υπηρέτες, πράκτορες, διοχετευτές της επιρροής της αστικής τάξης, και που χωρίς την απαλλαγή απ΄ αυτούς το εργατικό κίνημα παραμένει αστικό εργατικό κίνημα. Το κήρυγμά σας για «ενότητα» με τους οπορτουνιστές, με τον Λέγκιν και Ντάβιντ, με τους Πλεχάνοφ ή τους Τσχενκέλι και τους Πότρεσοφ κτλ. σημαίνει, αντικειμενικά, υπεράσπιση της υποδούλωσης των εργατών από την ιμπεριαλιστική τάξη διαμέσου των καλύτερων πρακτόρων της στο εργατικό κίνημα. Η νίκη της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας σε παγκόσμια κλίμακα είναι εντελώς αναπόφευκτη, ωστόσο έρχεται και θα έλθει, συντελείται και θα συντελεστεί μόνο ενάντια σε σας, θα είναι νίκη ενάντιά σας. 

Οι δυό εκείνες τάσεις, και μάλιστα τα δυό κόμματα στο σύγχρονο εργατικό κίνημα, που ξεχώρισαν τόσο καθαρά σ΄ όλο τον κόσμο το 1914-1916, είχαν παρακολουθηθεί από τον Ένγκελς και τον Μαρξ στην Αγγλία στη διάρκεια σειράς δεκαετιών, περίπου από το 1858 ως το 1892.

Ούτε ο Μαρξ, ούτε ο Ένγκελς δεν έζησαν ως την ιμπεριαλιστική εποχή του παγκόσμιου καπιταλισμού, που αρχίζει όχι νωρίτερα από το 1898-1900. Η ιδιομορφία όμως της Αγγλίας από τα μέσα ήδη του 19ου αιώνα ήταν ότι είχε τουλάχιστο δυό πολύ μεγάλα διακριτικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού: (1) απέραντες αποικίες και (2) μονοπωλιακά κέρδη (σαν αποτέλεσμα της μονοπωλιακής θέσης στην παγκόσμια αγορά). Και από τις δυό απόψεις η Αγγλία αποτελούσε τότε εξαίρεση ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες, και ο Ένγκελς με τον Μαρξ, αναλύοντας αυτή την εξαίρεση, έδειξαν τελείως καθαρά και συγκεκριμένα τη σύνδεσή της με τη νίκη (προσωρινή) του οπορτουνισμού στο αγγλικό εργατικό κίνημα.

Στο γράμμα του προς τον Μαρξ της 7 του Οκτώβρη 1858 ο Ένγκελς έγραφε: «Το αγγλικό προλεταριάτο στην πραγματικότητα αστικοποιείται ολοένα και περισσότερο, έτσι που αυτό το πιο αστικό απ΄ όλα τα έθνη θέλει, κατά τα φαινόμενα, να οδηγήσει τελικά τα πράγματα ως το σημείο που να έχει μια αστική αριστοκρατία και ένα αστικό προλεταριάτο δίπλα στην αστική τάξη. Εννοείται πως από τη μεριά ενός τέτοιου έθνους, που εκμεταλλεύεται όλο τον κόσμο, αυτό είναι θεμιτό ως ένα ορισμένο βαθμό»[4]. Στο γράμμα του προς τον Ζόργκε της 21 του Σεπτέμβρη 1872 ο Ένγκελς ανακοινώνει ότι ο Χέιλζ ((Hales) δημιούργησε μεγάλο σκάνδαλο στο Ομοσπονδιακό συμβούλιο της Διεθνούς και κατάφερε να δοθεί ψήφος μομφής στον Μαρξ για τα λόγια του ότι «οι άγγλοι εργατικοί ηγέτες πουλήθηκαν»[5]. Ο Μαρξ γράφει στον Ζόργκε στις 4 του Αυγούστου 1874: «Όσο για τους εργάτες των πόλεων εδώ (στην Αγγλία) πρέπει να λυπούμαστε που δεν μπήκε στο Κοινοβούλιο όλη η συμμορία των ηγετών. Αυτό θα ήταν ο ασφαλέστερος δρόμος για την απαλλαγή απ΄ αυτά τα καθάρματα»[6]. Στο γράμμα του προς τον Μαρξ της 11 του Αυγούστου 1881 ο Ένγκελς μιλάει για «τα πανάθλια αγγλικά τρέιντ-γιούνιον που επιτρέπουν να τα καθοδηγούν άνθρωποι εξαγορασμένοι από την αστική τάξη ή τουλάχιστον πληρωνόμενοι απ΄ αυτήν»[7]. Στο γράμμα του προς τον Κάουτσκι της 12 του Σεπτέμβρη 1882 ο Ένγκελς έγραφε: «Με ρωτάτε τι σκέπτονται οι άγγλοι εργάτες για την αποικιακή πολιτική; Το ίδιο ακριβώς που σκέπτονται και για την πολιτική γενικά. Εδώ δεν υπάρχει εργατικό κόμμα, υπάρχουν μόνο συντηρητικοί και φιλελεύθεροι ριζοσπάστες, και οι εργάτες απολαβαίνουν μακαριότατα μαζί μ΄ αυτούς το αποικιακό μονοπώλιό της στην παγκόσμια αγορά»[8].

Στις 7 του Δεκέμβρη 1889 ο Ένγκελς γράφει στον Ζόργκε: «… Το πιο αηδιαστικό εδώ (στην Αγγλία) είναι «ο σεβασμός» (respectability) προς καθετί το αστικό, που έχει μπει στη σάρκα και στο αίμα των εργατών… ακόμη και ο Τομ Μαν, που τον θεωρώ καλύτερο απ΄ όλους, μιλάει μ΄ ευχαρίστηση για το ότι θα προγευματίσει με το λόρδο-δήμαρχο. Όταν συγκρίνεις μ΄ αυτά τους γάλλους, βλέπεις τι σημαίνει επανάσταση»[9]. Στο γράμμα της 19 του Απρίλη 1890: «το κίνημα (της εργατικής τάξης της Αγγλίας) προχωρεί κάτω από την επιφάνεια, αγκαλιάζει ολοένα και πιο πλατιά στρώματα και μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος από την κατώτατη μάζα (η υπογράμμιση είναι του Ένγκελς) που ως τώρα έμενε ακίνητη, και δεν είναι πια μακριά αυτή η μέρα που αυτή η μάζα θα βρει τον εαυτό της, όταν θα της γίνει φανερό ότι αυτή ακριβώς η ίδια είναι η κολοσσιαία κινούμενη μάζα». Στις 4 του Μάρτη 1891: «αποτυχία της ένωσης των λιμενεργατών που διαλύθηκε, τα “παλιά”, συντηρητικά τρέιντ-γιούνιον, πλούσια και γι΄ αυτό ακριβώς δειλά, μένουν κύρια του πεδίου της μάχης…» Στις 14 του Σεπτέμβρη 1891: στο συνέδριο των τρέιντ-γιούνιον στο Νιούκαστλ νικήθηκαν οι παλιοί γιουνιονιστές, αντίπαλοι του οχτάωρου, «και οι αστικές εφημερίδες αναγνωρίζουν την ήττα του αστικού εργατικού κόμματος» (παντού οι υπογραμμίσεις είναι του Ένγκελς)…[10]

Το ότι οι σκέψεις αυτές του Ένγκελς, που επαναλαβαίνονταν στη διάρκεια δεκαετιών, εκφράζονταν από τον ίδιο και δημόσια, στον Τύπο, αποδείχνεται από τον πρόλογό του στη δεύτερη έκδοση της «Κατάστασης της εργατικής τάξης στην Αγγλία», του 1892[11]. Εκεί γίνεται λόγος για «αριστοκρατία στην εργατική τάξη», για «προνομιούχα μειοψηφία εργατών» σε αντίθεση με «την πλατιά μάζα των εργατών». Μόνο «μια μικρή, προνομιούχα, προστατευόμενη μειοψηφία» της εργατικής τάξης είχε «πλεονεκτήματα μακράς διαρκείας», λόγω της προνομιακής θέσης της Αγγλίας στα 1848-1868, «η πλατιά μάζα στην καλύτερη περίπτωση απολάβαινε βελτίωση σύντομης διάρκειας»… «Με την κατάρρευση του βιομηχανικού μονοπωλίου της Αγγλίας η αγγλική εργατική τάξη θα χάσει την προνομιακή της θέση»… Τα μέλη των «νέων» γιούνιον, των συνδικάτων των ανειδίκευτων εργατών «έχουν ένα ανυπολόγιστο πλεονέκτημα: η νοοτροπία τους είναι ακόμη παρθένο έδαφος, ολότελα απαλλαγμένο από τις κληρονομημένες, “σεβάσμιες” αστικές προλήψεις που ζαλίζουν τα κεφάλια των πιο ευκατάστατων «παλιών γιουνιονιστών»… «Λεγόμενοι εργατικοί εκπρόσωποι» αποκαλούνται στην Αγγλία οι άνθρωποι «που τους συγχωρούν το ότι ανήκουν στην εργατική τάξη, επειδή οι ίδιοι είναι έτοιμοι να πνίξουν αυτή την ιδιότητά τους στον ωκεανό του φιλελευθερισμού τους…»

Παραθέσαμε επίτηδες αρκετά λεπτομερειακές περικοπές από τις σαφείς δηλώσεις του Μαρξ και του Ένγκελς για να μπορούν οι αναγνώστες να τις μελετήσουν στο σύνολό τους. Και είναι απαραίτητο να τις μελετήσει κανείς, αξίζει να εμβαθύνει κανείς προσεκτικά σ΄ αυτές. Γιατί εδώ βρίσκεται η ουσία της τακτικής στο εργατικό κίνημα, που υπαγορεύεται από τις αντικειμενικές συνθήκες της ιμπεριαλιστικής εποχής.

Ο Κάουτσκι αποπειράθηκε κι εδώ να «θολώσει τα νερά» και να υποκαταστήσει το μαρξισμό μ΄ ένα μελιστάλακτο συμφιλιωτισμό με τους οπορτουνιστές. Στην πολεμική του ενάντια στους ανοιχτούς και απλοϊκούς σοσιαλιμπεριαλιστές (τύπου Λενς), που δικαιολογούν τον πόλεμο από την πλευρά της Γερμανίας σαν καταστροφή του μονοπώλιου της Αγγλίας, ο Κάουτσκι «διορθώνει» αυτή την εξόφθαλμη καλπιά. Στη θέση της κυνικής καλπιάς βάζει μια μελιστάλακτη καλπιά! Το βιομηχανικό μονοπώλιο της Αγγλίας έχει τσακιστεί, λέει, από καιρό, έχει καταστραφεί από καιρό, δεν υπάρχει λόγος να καταστρέψεις και δεν έχεις τι να καταστρέψεις.

Που βρίσκεται η καλπιά αυτού του επιχειρήματος;

Πρώτο, στο ότι παρακάμπτεται το αποικιακό μονοπώλιο της Αγγλίας. Κι όμως ο Ένγκελς, όπως είδαμε, από το 1882 ήδη, εδώ και 34 χρόνια, το τόνισε αυτό πολύ καθαρά! Αν το βιομηχανικό μονοπώλιο της Αγγλίας έχει καταστραφεί, το αποικιακό όχι μόνο έχει μείνει, αλλά και έχει οξυνθεί εξαιρετικά, επειδή όλη η υδρόγειος έχει πια μοιραστεί! Με τη μελιστάλακτη ψευτιά του ο Κάουτσκι προσπαθεί να μπάσει λαθραία την αστικο-πασιφιστική και οπορτουνιστικο-μικροαστική ιδεούλα, ότι «δεν υπάρχει λόγος να διεξάγεται πόλεμος». Απεναντίας για τους καπιταλιστές σήμερα όχι μόνο υπάρχει λόγος να πολεμήσουν, αλλά και δεν μπορούν να μην πολεμήσουν, αν θέλουν να διατηρήσουν τον καπιταλισμό, επειδή χωρίς βίαιη αναδιανομή των αποικιών οι νέες ιμπεριαλιστικές χώρες δεν μπορούν να αποκτήσουν τα προνόμια που απολαμβάνουν οι πιο παλιές (και λιγότερο ισχυρές) ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις.

Δεύτερο. Γιατί το μονοπώλιο της Αγγλίας εξηγεί τη νίκη του οπορτουνισμού (προσωρινά) στην Αγγλία; Επειδή το μονοπώλιο δίνει υπερκέρδος, δηλ. πρόσθετο κέρδος πάνω από το κανονικό, από το συνηθισμένο σ΄ όλο τον κόσμο καπιταλιστικό κέρδος. Απ΄ αυτό το υπερκέρδος οι καπιταλιστές μπορούν να ρίξουν ένα κομματάκι (και μάλιστα όχι μικρό!) για να εξαγοράσουν τους εργάτες τους, για να δημιουργήσουν κάτι σαν συμμαχία (θυμηθείτε τις περιβόητες «συμμαχίες» των αγγλικών τρέιντ-γιούνιον με τα αφεντικά τους, που τις έχουν περιγράψει οι Βεμπ) –συμμαχία των εργατών του δοσμένου έθνους με τους δικούς τους καπιταλιστές ενάντια στις άλλες χώρες. Το βιομηχανικό μονοπώλιο της Αγγλίας έχει καταστραφεί από τα τέλη ακόμη του 19ου αιώνα. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Πως όμως συντελέστηκε αυτή η καταστροφή; Έτσι άραγε που να έχει εξαλειφθεί κάθε μονοπώλιο;

Αν αυτό ήταν έτσι, τότε η συμφιλιωτική (απέναντι στον οπορτουνισμό) «θεωρία» του Κάουτσκι θα έβρισκε μιαν ορισμένη δικαιολόγηση. Μα εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία, ότι αυτό δεν είναι έτσι. Ο ιμπεριαλισμός είναι μονοπωλιακός καπιταλισμός. Κάθε καρτέλ, τραστ, καπιταλιστικό συνδικάτο, κάθε γιγάντια μεγάλη τράπεζα είναι μονοπώλιο. Το υπερκέρδος δεν εξαφανίστηκε, αλλά έμεινε. Η εκμετάλλευση από μια, προνομιούχα, οικονομικά πλούσια, χώρα όλων των υπόλοιπων χωρών έχει μείνει και έχει ενταθεί. Μια χούφτα πλούσιες χώρες –είναι όλο-όλο τέσσερις, αν πρόκειται να μιλήσουμε για τον ανεξάρτητο και πραγματικά γιγάντια-μεγάλο «σύγχρονο» πλούτο: Αγγλία, Γαλλία, Ενωμένες Πολιτείες και Γερμανία- αυτές οι χώρες έχουν αναπτύξει τα μονοπώλια σε πελώριες διαστάσεις, βγάζουν υπερκέρδος εκατοντάδες εκατομμύρια, αν όχι δισεκατομμύρια, «πάνε καβάλα» στη ράχη εκατοντάδων και εκατοντάδων εκατομμυρίων πληθυσμού των άλλων χωρών, παλεύουν ανάμεσά τους για τη διανομή μιας εξαιρετικά πλουσιοπάροχης, εξαιρετικά παλιάς, εξαιρετικά βολικής λείας.

Σ΄ αυτό ακριβώς βρίσκεται η οικονομική και πολιτική ουσία του ιμπεριαλισμού, που τις βαθύτατες αντιθέσεις του ο Κάουτσκι δεν τις αποκαλύπτει, αλλά τις καλύπτει.

Η αστική τάξη μιας «μεγάλης» ιμπεριαλιστικής Δύναμης, οικονομικά μπορεί να εξαγοράσει τα ανώτερα στρώματα των εργατών «της» ρίχνοντας γι΄ αυτό το σκοπό κάνα-δυό εκατοντάδες εκατομμύρια φράγκα το χρόνο, επειδή το υπερκέρδος της φτάνει, όπως φαίνεται, το ένα περίπου δισεκατομμύριο. Και το ζήτημα του πως μοιράζεται η μικρή αυτή ελεημοσύνη ανάμεσα στους εργάτες-υπουργούς, στους «εργάτες-βουλευτές» (θυμηθείτε την υπέροχη ανάλυση αυτής της έννοιας που έκανε ο Ένγκελς), στους εργάτες-μέλη των Επιτροπών πολεμικής βιομηχανίας, στους εργάτες-υπαλλήλους, στους εργάτες που είναι οργανωμένοι σε στενά συντεχνιακά σωματεία, στους υπάλληλους κτλ. κτλ., το ζήτημα αυτό είναι πια δευτερεύον.

Στα 1848-1868 και εν μέρει αργότερα μόνο η Αγγλία είχε μονοπώλιο˙ γι΄ αυτό το λόγο ο οπορτουνισμός μπορούσε σ΄ αυτή να κυριαρχεί επί δεκαετίες˙ άλλες χώρες που να έχουν πλουσιότατες αποικίες ή βιομηχανικό μονοπώλιο δεν υπήρχαν.

Το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα αποτέλεσε ένα πέρασμα στη νέα, την ιμπεριαλιστική εποχή. Το μονοπώλιο το απολαμβάνει το χρηματιστικό κεφάλαιο όχι μιας μόνο, αλλά μερικών, πολύ λίγων, μεγάλων Δυνάμεων. (Στην Ιαπωνία και τη Ρωσία το μονοπώλιο της στρατιωτικής δύναμης του απέραντου εδάφους ή των ιδιαίτερα βολικών συνθηκών καταλήστευσης των αλλογενών, της Κίνας κτλ., εν μέρει συμπληρώνει και εν μέρει αντικαθιστά το μονοπώλιο του σύγχρονου, νεότατου χρηματιστικού κεφαλαίου) Από τη διαφορά αυτή προκύπτει ότι το μονοπώλιο της Αγγλίας μπόρεσε να είναι επί δεκαετίες αδιαφιλονίκητο. Το μονοπώλιο του σύγχρονου χρηματιστικού κεφαλαίου διαφιλονικείται λυσσαλέα˙ άρχισε η εποχή των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Τότε ήταν αδύνατο να εξαγοραστεί η εργατική τάξη μιας χώρας, να διαφθαρεί για δεκαετίες. Τώρα αυτό είναι απίθανο, ίσως μάλιστα και αδύνατο, μα από την άλλη μεριά μπορεί να εξαγοράσει μικρότερα (απ΄ ό,τι στην Αγγλία του 1848-1868) στρώματα «εργατικής αριστοκρατίας» και τα εξαγοράζει κάθε ιμπεριαλιστική «μεγάλη» Δύναμη. Τότε «αστικό εργατικό κόμμα», σύμφωνα με την αξιοθαύμαστα βαθυστόχαστη έκφραση του Ένγκελς, μπορούσε να σχηματιστεί μόνο σε μια χώρα, γιατί μόνο μια χώρα κατείχε το μονοπώλιο, μα για πολύ καιρό. Τώρα ένα «αστικό εργατικό κόμμα» είναι αναπόφευκτο και τυπικό για όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες, ωστόσο, λόγω του απεγνωσμένου αγώνα τους για τη διανομή της λείας, είναι απίθανο να μπορέσει ένα τέτοιο κόμμα να νικήσει για πολύ καιρό σε μια σειρά χώρες, γιατί τα τραστ, η χρηματιστική ολιγαρχία, η ακρίβεια κτλ., ενώ επιτρέπουν την εξαγορά μιας χούφτας κορυφών –πιέζουν, καταπιέζουν, ρημάζουν, τυραννούν ολοένα και περισσότερο τη μάζα του προλεταριάτου και του μισοπρολεταριάτου.

Από τη μια μεριά, τάση της αστικής τάξης και των οπορτουνιστών να μετατρέψουν μια χούφτα πλουσιότατα, προνομιούχα έθνη σε «αιώνια» παράσιτα στο σώμα της υπόλοιπης ανθρωπότητας, «να αναπαυθούν στις δάφνες» της εκμετάλλευσης των νέγρων, των ινδών κτλ., κρατώντας τους σε υποταγή με τη βοήθεια του νεότερου μιλιταρισμού, του εφοδιασμένου με μια τέλεια τεχνική εξόντωσης. Από την άλλη μεριά, τάση των μαζών, που καταπιέζονται περισσότερο από πριν και υποφέρουν όλα τα βάσανα των ιμπεριαλιστικών πολέμων, να αποτινάξουν αυτό το ζυγό, να ανατρέψουν την αστική τάξη. Στην πάλη ανάμεσα σ΄ αυτές τις δυό τάσεις θ΄ αναπτύσσεται αναπόφευκτα τώρα η ιστορία του εργατικού κινήματος, γιατί η πρώτη τάση δεν είναι τυχαία, αλλά «θεμελιωμένη» οικονομικά. Η αστική τάξη έχει κιόλας γεννήσει, γαλουχήσει και εξασφαλίσει για τον εαυτό της «αστικά εργατικά κόμματα» σοσιαλσοβινιστών σ΄ όλες τις χώρες. Οι διαφορές ανάμεσα στο διαμορφωμένο κόμμα λ.χ. του Μπισσολάτι στην Ιταλία, κόμμα ολότελα σοσιαλιμπεριαλιστικό, και, ας πούμε, στο μισοδιαμορφωμένο σχεδόν-κόμμα των Πότρεσοφ, Γκβόζντεφ, Μπούλκιν, Τσχεΐτζε, Σκόμπελιεφ και Σία, οι διαφορές αυτές είναι επουσιώδεις. Το σπουδαίο είναι ότι οικονομικά η αποσκίρτηση του στρώματος της εργατικής αριστοκρατίας προς την αστική τάξη ωρίμασε και πραγματοποιήθηκε και το οικονομικό αυτό γεγονός, η ανακατάταξη αυτή στις σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις, θα βρει τη μια ή την άλλη πολιτική μορφή χωρίς ιδιαίτερη «δυσκολία».

Πάνω στην οικονομική βάση που αναφέραμε οι πολιτικοί θεσμοί του νεότατου καπιταλισμού –Τύπος, Κοινοβούλιο, ενώσεις, συνέδρια κτλ.- έχουν δημιουργήσει για τους σεβόμενους τα καθιερωμένα, τους φρόνιμους ρεφορμιστές και πατριώτες υπαλλήλους και εργάτες, πολιτικά προνόμια και ψιχία που αντιστοιχούν στα οικονομικά προνόμια και ψιχία. Προσοδοφόρες και ζεστές θεσούλες στα Υπουργεία ή στην Επιτροπή πολεμικής βιομηχανίας, στο Κοινοβούλιο και στις διάφορες επιτροπές, στις Συντάξεις των «σοβαρών» νόμιμων εφημερίδων ή στις διοικήσεις των όχι λιγότερο σοβαρών και «αστικά-πειθήνιων» εργατικών συνδικάτων- να με τι προσελκύει και αμείβει η ιμπεριαλιστική αστική τάξη τους εκπροσώπους και οπαδούς των «αστικών εργατικών κομμάτων».

Ο μηχανισμός της πολιτικής δημοκρατίας δρα προς την ίδια κατεύθυνση. Στον αιώνα μας είναι απαραίτητες οι εκλογές˙ χωρίς τις μάζες δεν μπορείς να κάνεις, και στην εποχή της τυπογραφίας και του κοινοβουλευτισμού δεν μπορείς να πάρεις μαζί σου τις μάζες χωρίς ένα πλατιά διακλαδωμένο, συστηματικά εφαρμοζόμενο και γερά εφοδιασμένο σύστημα κολακείας, ψευτιάς, απάτης, ταχυδακτυλουργίας, με λαοφιλείς λεξούλες της μόδας, με υποσχέσεις προς τα δεξιά και προς τ΄ αριστερά για κάθε λογής μεταρρυθμίσεις και κάθε λογής ευεργετήματα για τους εργάτες –φτάνει μόνο να παραιτηθούν από την επαναστατική πάλη για την ανατροπή της αστικής τάξης. Θα ονόμαζα το σύστημα αυτό λλόυντ-τζωρτζισμό, από το όνομα του άγγλου υπουργού Λλόυντ Τζώρτζ, ενός από τους πιο επιφανείς και επιδέξιους εκπροσώπους αυτού του συστήματος στην κλασική χώρα του «αστικού εργατικού κόμματος». Αστός επιχειρηματίας και πολιτικός τυχοδιώκτης πρώτης τάξεως, δημοφιλής ρήτορας που ξέρει να βγάζει μπροστά στο εργατικό ακροατήριο ό,τι λόγους θέλετε, ακόμη και υπερεπαναστατικούς, ικανός να παρέχει σημαντικές ελεημοσύνες στους πειθήνιους εργάτες με μορφή κοινωνικών μεταρρυθμίσεων (ασφαλίσεις κτλ.), ο Λλόυντ Τζωρτζ εξυπηρετεί λαμπρά την αστική τάξη (***) και την εξυπηρετεί ακριβώς ανάμεσα στους εργάτες, διοχετεύει την επιρροή της ακριβώς ανάμεσα στο προλεταριάτο, εκεί όπου είναι γι΄ αυτήν περισσότερο αναγκαίο και περισσότερο δύσκολο να υποτάξει ηθικά τις μάζες.

Και μήπως είναι μεγάλη η διαφορά ανάμεσα στον Λλόυντ Τζωρτζ και τους Σάιντεμαν, Λέγκιν, Χέντερσον και Χάιντμαν, Πλεχάνοφ, Ρενοντέλ και Σία; Θα μας αντιτείνουν ότι από τους τελευταίους μερικοί θα ξαναγυρίσουν στον επαναστατικό σοσιαλισμό του Μαρξ. Αυτό είναι πιθανό, όμως αυτό είναι μια μηδαμινή διαφορά βαθμού, αν δούμε το ζήτημα σε πολιτική, δηλ. σε μαζική κλίμακα. Μεμονωμένα πρόσωπα από τους σημερινούς σοσιαλσοβινιστές ηγέτες μπορούν να ξαναγυρίσουν στο προλεταριάτο. Μα το σοσιαλσοβινιστικό ρεύμα, ή (πράγμα που είναι το ίδιο) το οπορτουνιστικό, δεν μπορεί ούτε να εξαφανιστεί, ούτε «να ξαναγυρίσει» στο επαναστατικό προλεταριάτο. Όπου ο μαρξισμός είναι δημοφιλής ανάμεσα στους εργάτες, εκεί αυτό το πολιτικό ρεύμα, αυτό το «αστικό εργατικό κόμμα» θα ομνύει και θα ορκίζεται στο όνομα του Μαρξ. Αυτό δεν μπορεί να του το απαγορεύσει κανείς, όπως δεν μπορεί ν΄ απαγορεύσει σ΄ ένα εμπορικό οίκο τη χρησιμοποίηση οποιασδήποτε ετικέτας, οποιασδήποτε ταμπέλας, οποιασδήποτε διαφήμισης. Στην ιστορία συμβαίνει πάντα τα ονόματα των επαναστατών ηγετών, που είναι δημοφιλείς ανάμεσα στις καταπιεζόμενες τάξεις, μετά το θάνατό τους να προσπαθούν να τα οικειοποιηθούν οι εχθροί τους για να εξαπατήσουν τις καταπιεζόμενες τάξεις.

Το γεγονός είναι ότι «αστικά εργατικά κόμματα», σαν πολιτικό φαινόμενο, έχουν πια δημιουργηθεί σ΄ όλες τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, ότι χωρίς αποφασιστικό, ανελέητο αγώνα σ΄ όλη τη γραμμή ενάντια σ΄ αυτά τα κόμματα –ή, πράγμα που είναι το ίδιο, ομάδες, ρεύματα κτλ.- δεν μπορεί να γίνεται καν λόγος ούτε για αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ούτε για μαρξισμό, ούτε για σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα. Η ομάδα του Τσχεΐτζε[12], το «Νάσε Ντιέλο», η «Γκόλος Τρουντά»[13] στη Ρωσία και οι «οκιστές» στο εξωτερικό δεν είναι τίποτε άλλο από μια παραλλαγή ενός απ΄ αυτά τα κόμματα. Δεν έχουμε απολύτως κανένα λόγο να πιστεύουμε ότι τα κόμματα αυτά μπορούν να εξαφανιστούν πριν από την κοινωνική επανάσταση. Αντίθετα, όσο πιο κοντά θα είναι αυτή η επανάσταση, όσο πιο ισχυρό θα είναι το φούντωμά της, όσο πιο απότομα και πιο δυνατά θα είναι τα περάσματα και τα άλματα στο προτσές της, τόσο μεγαλύτερο ρόλο θα παίζει στο εργατικό κίνημα ο αγώνας του επαναστατικού-μαζικού χείμαρρου ενάντια σε καθετί το οπορτουνιστικό-μικροαστικό. Ο καουτσκισμός δεν αποτελεί κανενός είδους αυτοτελές ρεύμα, γιατί δεν έχει ρίζες ούτε στις μάζες, ούτε στο προνομιούχο στρώμα που έχει περάσει με το μέρος της αστικής τάξης. Ωστόσο ο κίνδυνος του καουτσκισμού βρίσκεται στο ότι, χρησιμοποιώντας την ιδεολογία του παρελθόντος, βάζει τα δυνατά του να συμφιλιώσει το προλεταριάτο με το «αστικό εργατικό κόμμα», να υπερασπίσει την ενότητά του μ΄ αυτό, ν΄ ανεβάσει έτσι το κύρος αυτού του κόμματος. Οι μάζες δεν ακολουθούν πια τους ανοιχτούς σοσιαλσοβινιστές: ο Λλόυντ-Τζωρτζ γιουχαΐστηκε στην Αγγλία στις εργατικές συγκεντρώσεις, ο Χάιντμαν αποχώρησε από το κόμμα, τους Ρενοντέλ και τους Σάιντεμαν, τους Πότρεσοφ και τους Γκβόζντιεφ τους υπερασπίζει η αστυνομία. Η συγκαλυμμένη υπεράσπιση των σοσιαλσοβινιστών από τους καουτσκιστές είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα.

Ένα από τα πιο διαδεδομένα σοφίσματα του καουτσκισμού είναι η αναφορά του στις «μάζες». Εμείς, λέει, δεν θέλουμε να ξεκοπούμε από τις μάζες και τις μαζικές οργανώσεις! Αλλά καλοσκεφθείτε την τοποθέτηση αυτού του ζητήματος από τον Ένγκελς. «Οι μαζικές οργανώσεις» των αγγλικών τρέιντ-γιούνιον ήταν το 19ο αιώνα με το μέρος του αστικού εργατικού κόμματος. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς με βάση αυτό το δεδομένο δεν συμβιβάζονταν μ΄ αυτή τη θέση, αλλά την ξεσκέπαζαν. Δεν ξεχνούσαν (1) ότι οι οργανώσεις των τρέιντ-γιούνιον αγκαλιάζουν άμεσα τη μειοψηφία του προλεταριάτου. Και στην Αγγλία τότε και στη Γερμανία σήμερα στις οργανώσεις δεν μετέχει περισσότερο από το 1/5 του προλεταριάτου. Δεν μπορεί να πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι στον καπιταλισμό είναι δυνατό να μπει στις οργανώσεις η πλειοψηφία των προλεταρίων. Δεύτερο –και αυτό είναι το βασικό- το ζήτημα δεν βρίσκεται τόσο στον αριθμό των μελών της οργάνωσης, όσο στην πραγματική, την αντικειμενική σημασία της πολιτικής της: εκπροσωπεί η πολιτική αυτή τις μάζες, εξυπηρετεί τις μάζες, δηλ. την απελευθέρωση των μαζών από τον καπιταλισμό, ή εκπροσωπεί τα συμφέροντα της μειοψηφίας, τη συμφιλίωσή της με τον καπιταλισμό; Το τελευταίο ακριβώς ίσχυε για την Αγγλία του 19ου αιώνα –και ισχύει σήμερα για τη Γερμανία κτλ.

Από το «αστικό εργατικό κόμμα» των παλιών τρέιντ-γιούνιον, από την προνομιούχα μειοψηφία ο Ένγκελς ξεχωρίζει την «κατώτερη μάζα», την πραγματική πλειοψηφία, κάνει έκκληση σ΄ αυτήν, που δεν είναι μολυσμένη από το «σεβασμό προς καθετί το αστικό». Να ποια είναι η ουσία της μαρξιστικής τακτικής!

Εμείς δεν μπορούμε –και κανένας δεν μπορεί- να καθορίσουμε ακριβώς ποια μερίδα συγκεκριμένα του προλεταριάτου ακολουθεί και θα ακολουθήσει τους σοσιαλσοβινιστές και τους οπορτουνιστές. Αυτό θα το δείξει μόνο η πάλη, αυτό θα το κρίνει οριστικά μόνο η σοσιαλιστική επανάσταση. Ωστόσο ξέρουμε με βεβαιότητα ότι οι «υπερασπιστές της πατρίδας» στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο εκπροσωπούν μόνο μια μειοψηφία. Και για το λόγο αυτό χρέος μας είναι, αν θέλουμε να παραμείνουμε σοσιαλιστές, να πηγαίνουμε πιο κάτω και πιο βαθιά, προς τις πραγματικές μάζες: εδώ βρίσκεται όλη η σημασία της πάλης ενάντια στον οπορτουνισμό και όλο το περιεχόμενο αυτής της πάλης. Ξεσκεπάζοντας τους οπορτουνιστές και τους σοσιαλσοβινιστές, και δείχνοντας ότι στην πράξη προδίνουν και ξεπουλάνε τα συμφέροντα της μάζας, ότι υπερασπίζουν τα προσωρινά προνόμια μιας μειοψηφίας εργατών, ότι διοχετεύουν τις αστικές ιδέες και την αστική επιρροή, ότι στην πράξη είναι σύμμαχοι και πράκτορες της αστικής τάξης –διδάσκουμε έτσι στις μάζες να γνωρίζουν τα πραγματικά πολιτικά συμφέροντά τους και να παλεύουν για το σοσιαλισμό και για την επανάσταση μέσα απ΄ όλες τις μακρόχρονες και βασανιστικές περιπέτειες των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των ιμπεριαλιστικών ανακωχών.

Να εξηγούμε στις μάζες το αναπόφευκτο και την ανάγκη της διάσπασης με τον οπορτουνισμό, να τις διαπαιδαγωγούμε για την επανάσταση με τον ανελέητο αγώνα ενάντια σ΄ αυτόν, να χρησιμοποιούμε την πείρα του πολέμου για την αποκάλυψη κάθε αχρειότητας της εθνικοφιλελεύθερης εργατικής πολιτικής, και όχι για τη συγκάλυψή της –να η μοναδική μαρξιστική γραμμή στο εργατικό κίνημα του κόσμου.
Στο επόμενο άρθρο θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τα κύρια διακριτικά γνωρίσματα αυτής της γραμμής σε αντιστάθμισμα του καουτσκισμού.


(*) «Ο ιμπεριαλισμός είναι προϊόν του πολύ αναπτυγμένου βιομηχανικού καπιταλισμού. Συνίσταται στην τάση κάθε βιομηχανικού καπιταλιστικού έθνους να υποτάσσει και να προσαρτά ολοένα και περισσότερες αγροτικές περιοχές, άσχετα από ποιο έθνος κατοικούνται» (Κάουτσκι, στη «Neue Zeit» της 11/IX. 1914).

(**) J. A. Hobson. «Imperialism», London, 1902 (Τζ. Α. Χόμπσον, «Ιμπεριαλισμός», Λονδίνο, 1902. Η Σύντ.)

(***) Τελευταία σ΄ ένα αγγλικό περιοδικό βρήκα ένα άρθρο ενός τόρυ, πολιτικού αντιπάλου του Λλόυντ Τζωρτζ: «Ο Λλόυντ Τζωρτζ από τη σκοπιά των τόρυδων». Ο πόλεμος άνοιξε τα μάτια σ΄ αυτό τον αντίπαλο και του έδειξε τι θαυμάσιος υπάλληλος της αστικής τάξης είναι αυτός ο Λλόυντ Τζωρτζ! Οι τόρυδες συμφιλιώθηκαν μαζί του!
_________________

Γράφηκε τον Οκτώβρη του 1916

Δημοσιεύτηκε το Δεκέμβρη του 1916
στη «Σμπόρνικ “Σοτσιάλ-Ντεμοκράτα”»,
                           τεύχ. 2
                            Δημοσιεύεται σύμφωνα
με το κείμενο της «Σμπόρνικ»
         Υπογραφή: Ν. Λ έ ν ι ν


Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 30, σ. 163-179, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981.

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας» : Παναγιώτης Γαβάνας
________________

Σημειώσεις

Η αρίθμηση των σημειώσεων από 1 έως 13 αντιστοιχεί στις σημειώσεις 70 έως 82 από τα Άπαντα, του Λένιν, τόμ. 30, σ. 436-440 (ΠΓ).

[1] Κ. Μαρξ. Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση της «18ης Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 16ος, σελ. 375-376).

[2] «Κομμουνίστ» -περιοδικό που ιδρύθηκε από τον Λένιν. Εκδιδόταν το 1915 στη Γενεύη από τη Συντακτική επιτροπή της εφημερίδας «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» [...]

Όμως στην πορεία της προετοιμασίας του τεύχ. 1-2 του περιοδικού «Κομμουνίστ» παρουσιάστηκαν διαφωνίες ανάμεσα στη Συντακτική επιτροπή της «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» και τους Μπουχάριν, Πιατακόφ και την Μπος, που οξύνθηκαν μετά την κυκλοφορία του τεύχους αυτού του περιοδικού [...]

Ο Λένιν, θεωρώντας απαραίτητο να σταματήσει η έκδοση του περιοδικού «Κομμουνίστ», πρότεινε όπως η Συντακτική επιτροπή της «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», στη θέση του «Κομμουνίστ» εκδόσει τη «Σμπόρνικ “Σοτσιάλ-Ντεμοκράτα”» [...]

Από το καλοκαίρι του 1916 η Συντακτική επιτροπή της «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» άρχισε να ετοιμάζει τη «Σμπόρνικ “Σοτσιάλ-Ντεμοκράτα”». Το τεύχ. 1 της συλλογής αυτής βγήκε τον Οκτώβρη του 1916. 

[3] «Ισβέτιγια Ζαγκρανίτσνοβο Σεκρεταριάτα Οργκανιζατσιόνοβο Κομιτέτα Ροσίσκοϊ Σοτσιάλ-Ντεμοκρατίτσεσκοϊ Ραμπότσεϊ Πάρτϊ» («Ειδήσεις της Γραμματείας Εξωτερικού της Οργανωτικής Επιτροπής του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας») –μενσεβίκικη εφημερίδα˙ εκδιδόταν από το Φλεβάρη του 1915 ως το Μάρτη του 1917 στη Γενεύη. Βγήκαν 10 φύλλα. Η εφημερίδα ακολουθούσε κεντριστική γραμμή.

[4] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά γράμματα, ρωσ. έκδ. 1953, σελ. 105.

[5] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, τόμ. XXVI, ρωσ. έκδ. 1935, σελ. 288.

[6] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, τόμ. XXVI, ρωσ. έκδ. 1935, σελ. 370.

[7] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, τόμ. XXVI, ρωσ. έκδ. 1931, σελ. 529-530.

[8] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά γράμματα, ρωσ. έκδ. 1953, σελ. 356.

[9] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά γράμματα, ρωσ. έκδ. 1953, σελ. 415-416.

[10] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, τόμ. XXVIII, ρωσ. έκδ. 1940, σελ. 208-209, 295, 340.

[11] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά έργα σε δυό τόμους, τόμ. II, ρωσ. έκδ. 1955, σελ. 386-400.

[12] Ομάδα Τσχεΐτζε –μενσεβίκικη ομάδα στην IV Κρατική δούμα με επικεφαλής τον Ν. Σ. Τσχεΐτζε. Στα χρόνια του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου η μενσεβίκικη ομάδα στη Δούμα, ακολουθώντας κεντριστική γραμμή, στην πράξη υποστήριζε σε όλα την πολιτική των ρώσων σοσιαλσοβινιστών. Το 1916 στην ομάδα ήταν οι Μ. Ι. Σκόμπελεφ, Ι. Ν. Τουλιακόφ, Β. Ι. Χάουστοφ, Ν. Σ. Τσχεΐτζε, Α. Ι. Τσχενκέλι. Ο Β. Ι. Λένιν έκανε κριτική στην οπορτουνιστική γραμμή της ομάδας Τσχεΐτζε στα άρθρα του «Η ομάδα Τσχεΐτζε και ο ρόλος της», «Έχουν άραγε δική τους γραμμή η ΟΕ και η ομάδα του Τσχεΐτζε;» και σε άλλα έργα του.

[13] «Νάσε Ντιέλο» («Η υπόθεσή μας») –μηνιαίο μενσεβίκικο περιοδικό, κύριο όργανο των λικβινταριστών και σοσιαλσοβινιστών στη Ρωσία. Έβγαινε το 1915 στην Πετρούπολη στη θέση του περιοδικού «Νάσα Ζαριά» που είχε κλειστεί τον Οκτώβρη του 1914. Στο περιοδικό συνεργάζονταν οι Ε. Μαγέβσκι, Π. Π. Μασλοφ, Α. Ν. Πότρεσοφ, Ν. Τσερεβάνιν κ.ά. Βγήκαν 6 τεύχη.

«Γκόλος Τρουντά» («Η Φωνή της Εργασίας»). –νόμιμη μενσεβίκικη εφημερίδα, έβγαινε το 1916 στη Σαμάρα έπειτα από το κλείσιμο της εφημερίδας «Νας Γκόλος». Βγήκαν συνολικά τρία φύλλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.