Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Μαρξισμός και αναθεωρητισμός



Στο άρθρο του «Μαρξισμός και αναθεωρητισμός» ο Λένιν εξετάζει το ιδεολογικό περιεχόμενο του αναθεωρητισμού στον τομέα της φιλοσοφίας, της πολιτικής οικονομίας και της πολιτικής, καθώς και τις ταξικές ρίζες του (ΠΓ).

του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν

Ένα γνωστό ρητό λέει: αν τα γεωμετρικά αξιώματα έθιγαν τα συμφέροντα των ανθρώπων, οι άνθρωποι σίγουρα θα τα ανασκεύαζαν. Οι φυσικοϊστορικές θεωρίες που έθιγαν τις παλιές προλήψεις της θεολογίας προκάλεσαν και προκαλούν ως τα σήμερα την πιο λυσσαλέα πάλη. Δεν είναι εκπληκτικό ότι η διδασκαλία του Μαρξ, που εξυπηρετεί άμεσα τη διαφώτιση και την οργάνωση της πρωτοπόρας τάξης της σύγχρονης κοινωνίας, τονίζει τα καθήκοντα αυτής της τάξης και αποδείχνει ότι –λόγω της οικονομικής ανάπτυξης- είναι αναπόφευκτη η αντικατάσταση του σημερινού καθεστώτος με μια καινούργια τάξη πραγμάτων˙ δεν είναι εκπληκτικό ότι η διδασκαλία αυτή ήταν υποχρεωμένη να κατακτά με μάχη το κάθε της βήμα στο δρόμο της ζωής.

Είναι περιττό να μιλήσουμε για την αστική επιστήμη και φιλοσοφία, που τις διδάσκουν επίσημοι καθηγητές, σύμφωνα με το επίσημο πνεύμα, για ν΄ αποβλακώνουν τη νέα γενιά των εύπορων τάξεων και να τη «γυμνάζουν» ενάντια στους εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς. Η επιστήμη αυτή δεν θέλει ούτε ν΄ ακούσει για μαρξισμό και διακηρύσσει ότι ο μαρξισμός έχει αναιρεθεί και εκμηδενιστεί. Και οι νεαροί επιστήμονες που κάνουν την καριέρα τους αναιρώντας το σοσιαλισμό, και τα ετοιμόρροπα γεροντάκια, που φυλάνε τις παραδόσεις κάθε απαρχαιωμένου «συστήματος», επιτίθενται με τον ίδιο ζήλο ενάντια στον Μαρξ. Η ανάπτυξη του μαρξισμού, η διάδοση και η εδραίωση των ιδεών του μέσα στην εργατική τάξη, προκαλούν αναπόφευκτα την επανάληψη και την όξυνση των αστικών αυτών επιθέσεων ενάντια στο μαρξισμό, που ύστερα από κάθε «εκμηδένισή» του από την επίσημη επιστήμη, γίνεται όλο και πιο γερός, πιο ατσαλωμένος και πιο ζωτικός.

Κι΄ ανάμεσα όμως στις διδασκαλίες που συνδέονται με την πάλη της εργατικής τάξης και έχουν διαδοθεί κυρίως μέσα στο προλεταριάτο, ο μαρξισμός δεν εδραίωσε τη θέση του μονομιάς. Κάθε άλλο. Στα πρώτα 50 χρόνια της ύπαρξής του (από τη δεκαετία 1840 - 1850) ο μαρξισμός πάλευε ενάντια σε θεωρίες που ήταν ριζικά εχθρικές προς αυτόν. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας 1840 - 1850 ο Μαρξ και ο Ένγκελς ξεκαθάρισαν τους λογαριασμούς με τους ριζοσπάστες νεοχεγκελιανούς, που ακολουθούσαν την άποψη του φιλοσοφικού ιδεαλισμού. Στα τέλη της δεκαετίας 1840 - 1850 διεξάγεται η πάλη στον τομέα των οικονομικών θεωριών ενάντια στον προυντονισμό[1]. Στη δεκαετία 1850 – 1860 ολοκληρώνεται αυτή η πάλη: η κριτική των κομμάτων και των θεωριών που παρουσιάστηκαν μέσα στη θύελλα του 1848. Στη δεκαετία 1860 – 1870 η πάλη μεταφέρεται από τον τομέα της γενικής θεωρίας σ΄ έναν τομέα που βρίσκεται πιο κοντά στο άμεσο εργατικό κίνημα: το διώξιμο του μπακουνισμού από τη Διεθνή[2]. Στις αρχές της δεκαετίας 1870 – 1880 στη Γερμανία για ένα μικρό διάστημα παρουσιάζεται στη σκηνή ο προυντονιστής Μύλμπεργκερ και στα τέλη της ίδιας δεκαετίας ο θετικιστής Ντύρινγκ. Η επιρροή όμως και του ενός και του άλλου πάνω στο προλεταριάτο ήταν πια εντελώς μηδαμινή. Ο μαρξισμός νικά πια αναμφισβήτητα όλες τις άλλες ιδεολογίες του εργατικού κινήματος.

Στις παραμονές της δεκαετίας 1890 – 1900 η νίκη αυτή είχε ολοκληρωθεί στις βασικές της γραμμές. Ακόμη και στις λατινικές χώρες, όπου οι παραδόσεις του προυντονισμού διατηρήθηκαν περισσότερο καιρό απ΄ αλλού, τα εργατικά κόμματα στήριξαν πραγματικά τα προγράμματα και την τακτική τους πάνω σε μαρξιστική βάση. Η αναγεννημένη διεθνής οργάνωση του εργατικού κινήματος –με τη μορφή περιοδικών διεθνών συνεδρίων- στάθηκε από την αρχή και σχεδόν χωρίς πάλη στο έδαφος του μαρξισμού σ΄ όλα τα ουσιαστικά ζητήματα. Όταν όμως ο μαρξισμός εκτόπισε όλες τις κάπως ολοκληρωμένες εχθρικές προς αυτόν διδασκαλίες, οι τάσεις που εκφράζανε οι διδασκαλίες αυτές άρχισαν ν΄ αναζητούν άλλους δρόμους. Άλλαξαν οι μορφές και τα κίνητρα της πάλης, η πάλη όμως συνεχιζόταν. Και η δεύτερη πεντηκονταετία της ύπαρξης του μαρξισμού άρχισε (δεκαετία 1890 – 1900) με την πάλη ενός εχθρικού προς τον μαρξισμό ρεύματος μέσα στον μαρξισμό.

Το ρεύμα αυτό[3] πήρε το όνομά του από τον πρώην ορθόδοξο μαρξιστή Μπέρνσταϊν, που ξεσήκωσε το μεγαλύτερο θόρυβο κι΄ έδωσε την πιο ολοκληρωμένη διατύπωση στη διόρθωση του Μαρξ, στην αναθεώρηση του Μαρξ, στον αναθεωρητισμό. Ακόμη και στη Ρωσία, όπου –λόγω της οικονομικής καθυστέρησης της χώρας και της υπεροχής του αγροτικού πληθυσμού, που καταπιεζόταν από τα υπολείμματα της δουλοπαροικίας, -ο μη μαρξιστικός σοσιαλισμός διατηρήθηκε φυσικά περισσότερο καιρό από αλλού, ακόμη και στη Ρωσία ο σοσιαλισμός αυτός μετεξελίσσεται έκδηλα μπροστά στα μάτια μας σε αναθεωρητισμό. Και στο αγροτικό ζήτημα (πρόγραμμα δημοτικοποίησης όλης της γης) και στα γενικά ζητήματα του προγράμματος και της τακτικής, οι σοσιαλναρόντνικοί μας όλο και περισσότερο αντικαθιστούν με «διορθώσεις» που κάνουν στον Μαρξ τα απονεκρωμένα, τα εξαφανιζόμενα, υπολείμματα του παλιού συστήματος, το οποίο με τον τρόπο του ήταν ολοκληρωτικά και ριζικά εχθρικό προς το μαρξισμό.

Ο προμαρξιστικός σοσιαλισμός τσακίστηκε. Τώρα συνεχίζει την πάλη όχι πια πάνω στο δικό του αυτοτελές έδαφος, μα πάνω στο γενικό έδαφος του μαρξισμού, σαν αναθεωρητισμός. Ας δούμε λοιπόν ποιο είναι το ιδεολογικό περιεχόμενο του αναθεωρητισμού.

Στον τομέα της φιλοσοφίας ο αναθεωρητισμός σερνόταν στην ουρά της αστικής καθηγητικής «επιστήμης». Οι καθηγητές γυρνούσαν «πίσω στον Καντ», -και ο αναθεωρητισμός σερνόταν πίσω από τους νεοκαντιανούς[4], οι καθηγητές επαναλάμβαναν τις χιλιοειπωμένες κοινοτοπίες των παπάδων ενάντια στο φιλοσοφικό υλισμό, -και οι αναθεωρητές, χαμογελώντας συγκαταβατικά, μουρμούριζαν (λέξη προς λέξη σύμφωνα με το τελευταίο χάντμπουχ*) ότι ο υλισμός έχει «ανασκευαστεί» από καιρό. Οι καθηγητές μεταχειρίζονταν τον Χέγκελ σαν «ψόφιο σκυλί»[5], και, κηρύσσοντας οι ίδιοι τον ιδεαλισμό, όμως έναν ιδεαλισμό χίλιες φορές πιο ρηχό και πιο τριμμένο από το χεγκελιανό, σήκωναν περιφρονητικά τους ώμους τους για τη διαλεκτική και οι αναθεωρητές σέρνονταν ξοπίσω τους μέσα στο βάλτο του φιλοσοφικού εκχυδαϊσμού της επιστήμης, αντικαθιστώντας την «περίπλοκη» (και επαναστατική) διαλεκτική με την «απλή» (και ήρεμη) «εξέλιξη». Οι καθηγητές κέρδιζαν το μισθό τους από το δημόσιο, προσαρμόζοντας και τα ιδεαλιστικά και τα «κριτικά» τους συστήματα στην κυρίαρχη μεσαιωνική «φιλοσοφία», (δηλαδή στη θεολογία), και οι αναθεωρητές τους πλησίαζαν, προσπαθώντας να κάνουν τη θρησκεία «ιδιωτική υπόθεση» όχι απέναντι στο κόμμα της πρωτοπόρας τάξης.

Δεν χρειάζεται να πούμε ποια ήταν η πραγματική ταξική σημασία των τέτοιων «διορθώσεων» στον Μαρξ, το πράγμα φαίνεται μόνο του. Θα σημειώσουμε απλώς πως ο μόνος μαρξιστής μέσα στη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, που έκανε κριτική από την άποψη του συνεπούς διαλεκτικού υλισμού σ΄ αυτές τις απίστευτες κοινοτοπίες που αράδιαζαν εδώ οι αναθεωρητές, ήταν ο Πλεχάνοφ. Αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί πιο έντονα, γιατί στην εποχή μας γίνονται βαθιά λαθεμένες προσπάθειες να περάσουν την παλιά και αντιδραστική φιλοσοφική σαβούρα κάτω απ΄ τη σημαία της κριτικής του οπορτουνισμού του Πλεχάνοφ στα ζητήματα τακτικής**. Περνώντας στην πολιτική οικονομία πρέπει πριν απ΄ όλα να σημειώσουμε ότι στον τομέα αυτόν «οι διορθώσεις» των αναθεωρητών ήταν πολύ πιο πολύπλευρες και πιο λεπτομερειακές. Προσπαθούσαν να επηρεάσουν τον κόσμο παραθέτοντας «νέα στοιχεία για την οικονομική ανάπτυξη». Έλεγαν πως στον τομέα της αγροτικής οικονομίας δεν γίνεται καμιά συγκέντρωση και εκτόπιση της μικρής παραγωγής από τη μεγάλη και ότι στον τομέα του εμπορίου και της βιομηχανίας αυτό γίνεται πάρα πολύ αργά. Έλεγαν ότι οι κρίσεις είναι τώρα πιο σπάνιες και πιο αδύνατες, και ότι τα καρτέλ και α τραστ, όπως φαίνεται, θα δώσουν στο κεφάλαιο τη δυνατότητα να εξαλείψει ολότελα τις κρίσεις. Έλεγαν ότι η «θεωρία της χρεωκοπίας», προς την οποία τραβάει ο καπιταλισμός, είναι αστήρικτη, γιατί οι ταξικές αντιθέσεις έχουν την τάση να αμβλύνονται και να μετριάζονται. Έλεγαν, τέλος, ότι δεν θα πείραζε να διορθώσουμε και τη θεωρία της αξίας του Μαρξ σύμφωνα με τον Μπεμ-Μπάβερκ.

Η πάλη ενάντια στους αναθεωρητές πάνω σ΄ αυτά τα ζητήματα προκάλεσε μια αναζωογόνηση της θεωρητικής σκέψης του διεθνούς σοσιαλισμού, εξίσου γόνιμη με την πολεμική του Ένγκελς ενάντια στον Ντύρινγκ είκοσι χρόνια πριν. Τα επιχειρήματα των αναθεωρητών εξετάστηκαν με βάση συγκεκριμένα γεγονότα και αριθμούς. Αποδείχτηκε ότι οι αναθεωρητές εξωραΐζουν συστηματικά τη σύγχρονη μικρή παραγωγή. Αδιαφιλονίκητα στοιχεία αποδείχνουν την τεχνική και την εμπορική υπεροχή της μεγάλης παραγωγής απέναντι στη μικρή, όχι μόνο στη βιομηχανία, μα και στη γεωργία. Η εμπορευματική όμως παραγωγή είναι πολύ λιγότερο αναπτυγμένη στη γεωργία και οι σημερινοί στατιστικοί και οικονομολόγοι δεν ξέρουν συνήθως να ξεχωρίσουν τους ειδικούς εκείνους κλάδους (κάποτε μάλιστα και εργασίες) της γεωργίας, που εκφράζουν το προοδευτικό τράβηγμα της γεωργίας στην ανταλλαγή της παγκόσμιας οικονομίας. Η μικρή παραγωγή κρατιέται πάνω στα ερείπια της φυσικής οικονομίας με τη διαρκή χειροτέρευση της διατροφής, με το χρόνιο υποσιτισμό, με την παράταση της εργάσιμης μέρας, με τη χειροτέρευση της ποιότητας των ζώων και της περιποίησής τους, με λίγα λόγια, με τα ίδια μέσα που κρατιόταν και η χειρονακτική παραγωγή αντιμετωπίζοντας την καπιταλιστική μανιφακτούρα. Κάθε βήμα της επιστήμης και της τεχνικής προς τα μπρος υποσκάπτει αναπόφευκτα και αμείλικτα τις βάσεις της μικρής παραγωγής στην καπιταλιστική κοινωνία και το καθήκον της σοσιαλιστικής πολιτικής οικονομίας είναι να ερευνήσει αυτό το προτσές σε όλες του τις συχνά πολύπλοκες και μπερδεμένες μορφές, ν΄ αποδείξει στον μικροπαραγωγό πως δεν είναι δυνατό να κρατηθεί μέσα στον καπιταλισμό, πως το αγροτικό νοικοκυριό μέσα στον καπιταλισμό βρίσκεται σε αδιέξοδο, πως είναι ανάγκη για τον αγρότη να υιοθετήσει την άποψη του προλετάριου. Στο ζήτημα αυτό οι αναθεωρητές έσφαλαν από επιστημονική άποψη, γιατί γενίκευσαν κατά τρόπο επιπόλαιο γεγονότα παρμένα μονόπλευρα, έξω από τη σύνδεσή τους με το όλο καπιταλιστικό σύστημα, έσφαλαν όμως και από πολιτική άποψη, γιατί αναπόφευκτα, θεληματικά είτε άθελά τους, καλούσαν τον αγρότη ή παρότρυναν τον αγρότη να υιοθετήσει την άποψη του νοικοκύρη (δηλαδή την άποψη της αστικής τάξης), αντί να τον παροτρύνουν να υιοθετήσει την άποψη του επαναστάτη προλετάριου.

Ακόμη χειρότερα πήγαιναν τα πράγματα για τον αναθεωρητισμό με τη θεωρία των κρίσεων και τη θεωρία της χρεοκοπίας. Μόνο για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και μόνο οι πιο κοντόφθαλμοι άνθρωποι μπορούσαν να σκέπτονται για τροποποίηση των βάσεων της διδασκαλίας του Μαρξ κάτω από την επίδραση μερικών χρόνων βιομηχανικής ανόδου και άνθισης. Η πραγματικότητα όμως έδειξε πολύ γρήγορα στους αναθεωρητές ότι οι κρίσεις δεν ανήκουν καθόλου στο παρελθόν: την άνθιση την ακολούθησε η κρίση. Άλλαξαν οι μορφές, η αλληλουχία, η εικόνα των χωριστών κρίσεων, οι κρίσεις όμως εξακολουθούσαν ν΄ αποτελούν αναπόφευκτο συστατικό μέρος του καπιταλιστικού συστήματος. Τα καρτέλ και τα τραστ, συνενώνοντας την παραγωγή, δυνάμωναν ταυτόχρονα μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου την αναρχία της παραγωγής, την αβεβαιότητα του προλεταριάτου για την αύριο και το ζυγό του κεφαλαίου, οξύνοντας έτσι σε πρωτοφανέρωτο βαθμό τις ταξικές αντιθέσεις. Ότι ο καπιταλισμός τραβάει στη χρεοκοπία και με την έννοια των χωριστών πολιτικών και οικονομικών κρίσεων και με την έννοια της ολοκληρωτικής κατάρρευσης όλου του καπιταλιστικού καθεστώτος, αυτό το έδειξαν εξαιρετικά καθαρά και σε εξαιρετικά πλατιά κλίμακα ακριβώς τα νεώτατα γιγαντιαία τραστ. Η πρόσφατη δημοσιονομική κρίση στην Αμερική, η τρομακτική αύξηση της ανεργίας σ΄ όλη την Ευρώπη, χωρίς να μιλήσουμε πια για την επικείμενη βιομηχανική κρίση που μας την προαναγγέλλουν πολλά σημάδια, όλα αυτά έκαναν ώστε οι τελευταίες «θεωρίες» των αναθεωρητών να ξεχαστούν από όλους, και όπως φαίνεται, ακόμη και από πολλούς από τους ίδιους τους εμπνευστές των θεωριών αυτών. Μόνο δεν πρέπει να ξεχνάμε τα μαθήματα που έδωσε στην εργατική τάξη αυτή η διανοουμενίστικη αστάθεια.

Για τη θεωρία της αξίας πρέπει απλώς να πούμε ότι, εκτός από εξαιρετικά ακαθόριστους υπαινιγμούς και θρηνολογήματα, α λά Μπεμ-Μπάβερκ, οι αναθεωρητές δεν έδωσαν εδώ απολύτως τίποτε και γι΄ αυτό δεν άφησαν κανένα ίχνος στην ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης.

Στον τομέα της πολιτικής ο αναθεωρητισμός προσπάθησε να αναθεωρήσει πραγματικά τη βάση του μαρξισμού, δηλαδή τη διδασκαλία για την πάλη των τάξεων. Η πολιτική ελευθερία, η δημοκρατία, το καθολικό εκλογικό δικαίωμα, -μας έλεγαν,- δεν αφήνουν έδαφος για την ταξική πάλη και ανασκευάζουν την παλιά θέση του «Μανιφέστου του Κομμουνιστικού κόμματος» ότι οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα. Μια και στη δημοκρατία κυριαρχεί η «θέληση της πλειοψηφίας», δεν μπορεί, λένε, ούτε να βλέπουμε το κράτος σαν όργανο ταξικής κυριαρχίας, ούτε ν΄ απορρίπτουμε τις συμμαχίες με την προοδευτική σοσιαλμεταρρυθμιστική αστική τάξη ενάντια στους αντιδραστικούς.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτές οι αντιρρήσεις των αναθεωρητών ανάγονταν σ΄ ένα αρκετά αρμονικό σύστημα αντιλήψεων, συγκεκριμένα: στις γνωστές από καιρό φιλελεύθερες αστικές αντιλήψεις. Οι φιλελεύθεροι έλεγαν πάντοτε ότι ο αστικός κοινοβουλευτισμός εξαλείφει τις τάξεις και τους ταξικούς διαχωρισμούς, μια και όλοι οι πολίτες χωρίς διάκριση έχουν το δικαίωμα ψήφου και το δικαίωμα να συμμετέχουν στις κρατικές υποθέσεις. Όλη η ιστορία της Ευρώπης στο δεύτερο μισό του ΧΙΧ αιώνα, όλη η ιστορία της ρωσικής επανάστασης στις αρχές του ΧΧ αιώνα δείχνει πεντακάθαρα πόσο ανόητες είναι οι αντιλήψεις αυτού του είδους. Οι οικονομικές διαφορές δεν εξασθενούν, μα δυναμώνουν και οξύνονται μέσα στην ελευθερία του «δημοκρατικού» καπιταλισμού. Ο κοινοβουλευτισμός δεν παραμερίζει, μα ξεσκεπάζει την ουσία των πιο φιλελεύθερων αστικών δημοκρατιών, δείχνοντας ότι είναι όργανα ταξικής καταπίεσης. Ο κοινοβουλευτισμός, βοηθώντας να διαφωτιστούν και να οργανωθούν ασύγκριτα πιο πλατιές μάζες του πληθυσμού από εκείνες που προηγούμενα έπαιρναν δραστήριο μέρος στα πολιτικά γεγονότα, προετοιμάζει έτσι όχι την εξάλειψη των κρίσεων και των πολιτικών επαναστάσεων, μα μια εξαιρετική όξυνση του εμφύλιου πολέμου στη διάρκεια αυτών των επαναστάσεων. Τα γεγονότα του Παρισιού την άνοιξη του 1871 και τα γεγονότα της Ρωσίας το χειμώνα του 1905 έδειξαν πεντακάθαρα πόσο αναπόφευκτα επέρχεται αυτή η όξυνση. Η γαλλική αστική τάξη, για να καταπνίξει το προλεταριακό κίνημα, δεν δίστασε ούτε στιγμή να έρθει σε συμφωνία με τον εχθρό όλου του έθνους, με τον ξένο στρατό που είχε ρημάξει την πατρίδα της. Όποιος δεν καταλαβαίνει την αναπόφευκτη εσωτερική διαλεκτική του κοινοβουλευτισμού και του αστικού δημοκρατισμού, που οδηγεί σε μια ακόμη πιο απότομη απ΄ ό,τι προηγούμενα λύση της διαμάχης με τη μαζική βία, αυτός ποτέ δεν θα μπορέσει να κάνει με βάση αυτόν τον κοινοβουλευτισμό μια συνεπή από άποψη αρχών προπαγάνδα και ζύμωση, που να προετοιμάζει πραγματικά τις εργατικές μάζες να συμμετάσχουν νικηφόρα σ΄ αυτές τις «διαμάχες». Η πείρα από τις συμμαχίες, τις συμφωνίες και τους συνασπισμούς με το σοσιαλμεταρρυθμιστικό φιλελευθερισμό στη Δύση, με το φιλελεύθερο ρεφορμισμό (καντέτοι) στη ρωσική επανάσταση έδειξε με πειστικότητα ότι οι συμφωνίες αυτές δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να αμβλύνουν τη συνείδηση των μαζών, ότι δεν δυναμώνουν, μα εξασθενίζουν την πραγματική σημασία της πάλης τους, όταν μπλέκουν τους αγωνιζόμενους με στοιχεία λιγότερο ικανά για αγώνα, πιο ασταθή και προδοτικά. Ο γαλλικός μιλλερανισμός[6] –το πιο μεγάλο πείραμα για την εφαρμογή της αναθεωρητικής πολιτικής τακτικής σε πλατιά, πραγματικά εθνική κλίμακα,- έδωσε μια τέτοια πρακτική εκτίμηση για τον αναθεωρητισμό, που ποτέ δεν θα την ξεχάσει το προλεταριάτο όλου του κόσμου.

Φυσικό συμπλήρωμα των οικονομικών και πολιτικών τάσεων του αναθεωρητισμού ήταν η στάση του απέναντι στον τελικό σκοπό του σοσιαλιστικού κινήματος. «Ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτε, το κίνημα είναι το παν». Αυτό το απόφθεγμα του Μπέρνσταϊν εκφράζει την ουσία του αναθεωρητισμού καλύτερα από πολλούς μακροσκελείς συλλογισμούς. Να καθορίζεις τη στάση σου από περίπτωση σε περίπτωση, να προσαρμόζεσαι στα γεγονότα της ημέρας, στις μεταλλαγές των πολιτικών μικροζητημάτων, να ξεχνάς τα ζωτικά συμφέροντα όλου του καπιταλιστικού καθεστώτος, όλης της καπιταλιστικής εξέλιξης, να θυσιάζεις αυτά τα ζωτικά συμφέροντα στα πραγματικά ή υποθετικά οφέλη της στιγμής, αυτή είναι η αναθεωρητική πολιτική. Και από την ίδια την ουσία αυτής της πολιτικής βγαίνει ολοφάνερα πως αυτή μπορεί να παίρνει συνεχώς ποικίλες μορφές και πως κάθε κάπως «καινούργιο» ζήτημα, κάθε κάπως αναπάντεχη και απρόβλεπτη στροφή των γεγονότων, έστω κι΄ αν αυτή η στροφή δεν έχει αλλάξει παρά ελάχιστα και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα τη βασική γραμμή της εξέλιξης, αναπόφευκτα θα γεννούν πάντα αυτές ή τις άλλες παραλλαγές του αναθεωρητισμού.

Τον αναθεωρητισμό τον κάνουν αναπόφευκτο οι ταξικές ρίζες που έχει μέσα στη σύγχρονη κοινωνία. Ο αναθεωρητισμός είναι διεθνές φαινόμενο. Για κάθε κάπως κατατοπισμένο και σκεπτόμενο σοσιαλιστή δεν μπορεί να υπάρχει ούτε η παραμικρότερη αμφιβολία ότι η σχέση των ορθόδοξων και των μπερνσταϊνικών στη Γερμανία, των γκεντιστών και των ζωρεσιστών (τώρα κυρίως μπρουσιστών) στη Γαλλία[7], της Σοσιαλδημοκρατικής ομοσπονδίας και του Ανεξάρτητου εργατικού κόμματος στην Αγγλία[8], του Μπρουκέρ και του Βαντερβέλντε στο Βέλγιο, των ιντεγκραλιστών και των ρεφορμιστών στην Ιταλία[9], των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων στη Ρωσία, είναι παντού η ίδια στην ουσία της, παρά την τεράστια ποικιλία των εθνικών συνθηκών και των ιστορικών στοιχείων στη σημερινή κατάσταση όλων αυτών των χωρών. Η «διαίρεση» μέσα στο σύγχρονο διεθνή σοσιαλισμό ακολουθεί, ουσιαστικά, από τώρα κιόλας την ίδια γραμμή στις διάφορες χώρες του κόσμου, πράγμα που δείχνει ότι έγινε ένα τεράστιο βήμα προς τα μπρος σε σύγκριση με κείνο που υπήρχε πριν από 30-40 χρόνια, όταν στις διάφορες χώρες μέσα στον ενιαίο διεθνή σοσιαλισμό πάλευαν ανομοιογενείς τάσεις. Και ο «αναθεωρητισμός από τ΄ αριστερά», που άρχισε να παρουσιάζεται τώρα στις λατινικές χώρες σαν «επαναστατικός συνδικαλισμός»[10], προσαρμόζεται επίσης στο μαρξισμό, «διορθώνοντάς» τον: ο Λαμπριόλα στην Ιταλία, ο Λαγκαρντέλ στη Γαλλία επικαλούνται κάθε στιγμή τον Μαρξ που δεν κατανοήθηκε σωστά, για τη δικαίωση του Μαρξ που σωστά κατανοείται.

Δεν μπορούμε εδώ να σταθούμε στην ανάλυση του ιδεολογικού περιεχομένου αυτού του αναθεωρητισμού που καθόλου δεν αναπτύχθηκε ακόμη τόσο, όσο ο οπορτουνιστικός αναθεωρητισμός, δεν έγινε διεθνής και δεν έδωσε στην πράξη καμιά μεγάλη μάχη με το σοσιαλιστικό κόμμα έστω και μιας χώρας. Γι΄ αυτό περιοριζόμαστε στον «αναθεωρητισμό απ΄ τα δεξιά» που περιγράψαμε πιο πάνω.

Γιατί είναι αναπόφευκτος ο αναθεωρητισμός στην καπιταλιστική κοινωνία; Γιατί είναι βαθύτερος από τις διαφορές των εθνικών ιδιομορφιών και των βαθμών ανάπτυξης του καπιταλισμού; Για το λόγο ότι σε κάθε καπιταλιστική χώρα, δίπλα στο προλεταριάτο υπάρχουν πάντοτε πλατιά στρώματα μικροαστών, μικρονοικοκυραίων. Ο καπιταλισμός γεννήθηκε και γεννιέται συνεχώς από τη μικρή παραγωγή. Ο καπιταλισμός αναπόφευκτα δημιουργεί και πάλι μια ολόκληρη σειρά από «μεσαία στρώματα» (εξαρτήματα των εργοστασίων, δουλειά στο σπίτι, μικρεργαστήρια σκορπισμένα σ΄ όλη τη χώρα, λόγω των απαιτήσεων της μεγάλης βιομηχανίας, λ.χ. της βιομηχανίας παραγωγής ποδηλάτων και αυτοκινήτων κτλ.). Αυτοί οι νέοι μικροπαραγωγοί ξαναρίχνονται έτσι αναπότρεπτα στις γραμμές του προλεταριάτου. Είναι εντελώς φυσικό η μικροαστική κοσμοθεωρία να διεισδύσει ξανά και ξανά στις γραμμές των πλατιών εργατικών κομμάτων. Είναι εντελώς φυσικό να γίνεται αυτό και θα γίνεται πάντα ως το ξαφνικό ξέσπασμα της προλεταριακής επανάστασης, γιατί θάταν μεγάλο λάθος να νομίζει κανείς ότι για την πραγματοποίηση αυτής της επανάστασης είναι απαραίτητο να προλεταριοποιηθεί «πέρα για πέρα» η πλειοψηφία του πληθυσμού. Αυτό που συχνά τώρα περνάμε μόνο στον ιδεολογικό τομέα: διαμάχες γύρω απ΄ τις θεωρητικές διορθώσεις στον Μαρξ, -αυτό που τώρα ξεσπάει στην πράξη μόνο πάνω σε διάφορα επιμέρους ζητήματα του εργατικού κινήματος, όπως οι διαφωνίες τακτικής με τους αναθεωρητές και οι διασπάσεις πάνω σ΄ αυτό το έδαφος,- αυτό θα το δοκιμάσει οπωσδήποτε η εργατική τάξη σε ασύγκριτα μεγαλύτερη έκταση, όταν η προλεταριακή επανάσταση θα οξύνει όλα τα επίμαχα ζητήματα, θα συγκεντρώσει όλες τις διαφωνίες πάνω σε σημεία που έχουν την πιο άμεση σημασία για τον καθορισμό της στάσης των μαζών και θ΄ αναγκάσει την εργατική τάξη, μέσα στη φωτιά της πάλης, να ξεχωρίσει τους εχθρούς από τους φίλους, να πετάξει τους κακούς συμμάχους, για να δώσει αποφασιστικά χτυπήματα στον εχθρό.

Η ιδεολογική πάλη του επαναστατικού μαρξισμού ενάντια στον αναθεωρητισμό στα τέλη του ΧΙΧ αιώνα είναι απλώς το προοίμιο των μεγάλων επαναστατικών μαχών του προλεταριάτου, που τραβά μπροστά για την πλήρη νίκη της υπόθεσής του, παρ΄ όλες τις ταλαντεύσεις και τις αδυναμίες της μικροαστικής τάξης.


(*) εγχειρίδιο. Σημ. μετ

(**) Βλέπε το βιβλίο «δοκίμια για τη φιλοσοφία του μαρξισμού» των Μπογκντάνοφ, Μπαζάροφ και άλλων. Εδώ δεν είναι η θέση να εξετάσουμε αυτό το βιβλίο και είμαι υποχρεωμένος να περιοριστώ για την ώρα στη δήλωση ότι στο κοντινό μέλλον θα αποδείξω σε μια σειρά άρθρα ή σε ιδιαίτερη μπροσούρα, ότι όσα λέγονται στο κείμενο για τους νεοκαντιανούς αναθεωρητές ουσιαστικά αφορούν κι΄ αυτούς τους «καινούργιους» νεοχιουμιστές και νεομπερκλεϊστές αναθεωρητές (βλ. Άπαντα, 5η ρωσ. έκδ. τόμ. 18ος. Η Σύντ.).
_______________

Γράφτηκε το δεύτερο 15θήμερο του
Μάρτη –όχι αργότερα από τις 3
(16) του Απρίλη 1908


Δημοσιεύτηκε ανάμεσα στις 25 του
Σεπτέμβρη και 2 Οκτώβρη
(8 και 15 του Οκτώβρη) 1908
στη συλλογή «Καρλ Μαρξ
(1818 – 1883)». Πετρούπολη,
εκδ. Ο. και Μ. Κέντροφ
Υπογραφή: Β λ. Ι λ ί ν
Δημοσιεύτηκε σύμφωνα με
                                        το κείμενο της συλλογής


Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 17, σ. 15-26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978.

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας» : Παναγιώτης Γαβάνας
_______________

Σημειώσεις

Η αρίθμηση των σημειώσεων από 1 έως 10 αντιστοιχεί στις σημειώσεις 17 έως 26 από τα Άπαντα, του Λένιν, τόμ. 17, σ. 473-478 (ΠΓ).

[1] Προυντονισμός – αντεπιστημονικό, εχθρικό προς το μαρξισμό ρεύμα του μικροαστικού σοσιαλισμού, που πήρε την ονομασία από το όνομα του θεωρητικού του, γάλλου αναρχικού Προυντόν. […] Ο Μαρξ και ο Ένγκελς πάλεψαν με συνέπεια ενάντια στις προσπάθειες των προυντονιστών να επιβάλλουν τις απόψεις τους στην πρώτη Διεθνή. Συντριπτική κριτική του προυντονισμού έγινε στο έργο του Μαρξ «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας» […]

[2] Μπακουνισμός – ρεύμα που πήρε την ονομασία του από το όνομα τοτ Μ. Α. Μπακούνιν, θεωρητικού του αναρχισμού και άσπονδου εχθρού του μαρξισμού και του επιστημονικού σοσιαλισμού. […]

[3] Πρόκειται για τον μπερσταϊνισμό – το οπορτουνιστικό, εχθρικό προς το μαρξισμό ρεύμα στη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, που εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γερμανία και πήρε την ονομασία του από το όνομα του Ε. Μπέρνσταϊν, του πιο απροκάλυπτου εκφραστή του αναθεωρητισμού. […]

[4] Νεοκαντιανοί – εκπρόσωποι αντιδραστικού ρεύματος της αστικής φιλοσοφίας, που εμφανίστηκε στη Γερμανία στα μέσα του 19ου αιώνα. Οι νεοκαντιανοί επαναλάβαιναν τις πιο αντιδραστικές, ιδεαλιστικές θέσεις της φιλοσοφίας του Καντ και απόρριπταν τα υλιστικά στοιχεία της. […]

[5] Βλ. Κ. Μαρξ. «Το Κεφάλαιο», τόμ. Ι (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 23ος, σ. 21).

[6] Μιλλερανισμός – οπορτουνιστικό ρεύμα στη σοσιαλδημοκρατία, που ονομάστηκε έτσι από το όνομα του γάλλου σοσιαλιστή-ρεφορμιστή Α. Ε. Μιλλεράν, ο οποίος το 1899 πήρε μέρος στην αντιδραστική αστική κυβέρνηση της Γαλλίας και υποστήριζε την αντιλαϊκή πολιτική της. […]

[7] Γκεντιστές – επαναστατικό μαρξιστικό ρεύμα στο γαλλικό σοσιαλιστικό κίνημα στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα, με αρχηγούς τους Ζ. Γκεντ και Π. Λαφάργκ. […] Την περίοδο του ιμπεριαλιστικού πολέμου 1914 - 1918 οι καθοδηγητές του κόμματος αυτού (Γκεντ, Σαμπά κ. ά.) πρόδωσαν την υπόθεση της εργατικής τάξης και πέρασαν στις θέσεις του σοσιαλσωβινισμού.

Ζωρεσιστές –οπαδοί του γάλλου σοσιαλιστή Ζ. Ζωρές, που στη δεκαετία 1890 – 1900 σχημάτισε μαζί με τον Α. Μιλλεράν την ομάδα των «ανεξάρτητων σοσιαλιστών» και ήταν επικεφαλής της δεξιάς, της ρεφορμιστικής πτέρυγας του γαλλικού σοσιαλιστικού κινήματος. […]

Μπρουσιστές (ποσιμπιλιστές) (Π. Μπρους, Μπ. Μαλόν και άλλοι) – μικροαστικό σοσιαλιστικό κίνημα στη δεκαετία 1880 – 1890. [...]

[8] Η Σοσιαλδημοκρατική ομοσπονδία της Αγγλίας ιδρύθηκε το 1884. […] Ο Φ. Ένγκελς έκανε κριτική στη Σοσιαλδημοκρατική ομοσπονδία για δογματισμό και σεχταρισμό, για απόσπαση από το μαζικό εργατικό κίνημα της Αγγλίας και άγνοια των ιδιομορφιών του. [...]

Ανεξάρτητο εργατικό κόμμα της Αγγλίας – ρεφορμιστική οργάνωση, που ιδρύθηκε από τους καθοδηγητές των «νέων τρέϊντ-γιούνιον» το 1893 […]

[9] Ιντεγκραλιστές – οπαδοί του «ολοκληρωτικού» (ιντεγκράλνι = ολοκληρωτικός) σοσιαλισμού, ποικιλομορφίας του μικροαστικού σοσιαλισμού. […]

[10] «Επαναστατικός συνδικαλισμός» - μικροαστικό μισοαναρχικό ρεύμα, που εμφανίστηκε στο εργατικό κίνημα ορισμένων χωρών της δυτικής Ευρώπης στα τέλη του 19ου αιώνα. […]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.