Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Κράτος και Επανάσταση



Στο βιβλίο του Λένιν «Κράτος και επανάσταση» εκτίθεται συστηματικά η μαρξιστική διδασκαλία για το κράτος, φωτίζεται αναλυτικά η σύνδεση του κράτους με τον ταξικό χαρακτήρα της κοινωνίας, αποδεικνύεται τεκμηριωμένα ότι η σοσιαλιστική επανάσταση και η δικτατορία του προλεταριάτου είναι νομοτελειακό φαινόμενο, αποκαλύπτεται η ουσία και τα καθήκοντα του εργατικού κράτους και της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, αναπτύσσεται η μαρξιστική διδασκαλία για το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό και φωτίζονται πολλά ακόμη ζητήματα (ΠΓ).

του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν



Κράτος και Επανάσταση

Η διδασκαλία του μαρξισμού για το κράτος και τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάσταση[1]

Βλαντίμιρ Ι. Λένιν



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος στην πρώτη έκδοση

Πρόλογος στην δεύτερη έκδοση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι: ΤΑΞΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

1. Το κράτος – προϊόν των ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων

2. Οι ιδιαίτεροι σχηματισμοί ένοπλων ανθρώπων, οι φύλακες κτλ.

3. Το κράτος – όργανο εκμετάλλευσης της καταπιεζόμενης τάξης

4. Η «απονέκρωση» του κράτους και η βίαιη επανάσταση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ: Η ΠΕΙΡΑ ΤΟΥ 1848-1851

1. Οι παραμονές της επανάστασης

2. Τα πορίσματα της επανάστασης

3. Η τοποθέτηση του ζητήματος από τον Μαρξ το 1852

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ: Η ΠΕΙΡΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΤΟΥ 1871. Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞ

1. Σε τι συνίσταται ο ηρωισμός της προσπάθειας των κομμουνάρων;

2. Με τι πρέπει να αντικατασταθεί η κρατική μηχανή που έχει συντριβεί;

3. Η κατάργηση του κοινοβουλευτισμού

4. Η οργάνωση της ενότητας του έθνους

5. Εκμηδένιση του κράτους-παράσιτου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV: ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΣΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΝΓΚΕΛΣ

1. «Για το ζήτημα της κατοικίας»

2. Η πολεμική ενάντια στους αναρχικούς

3. Το γράμμα προς τον Μπέμπελ

4. Κριτική του σχεδίου προγράμματος της Ερφούρτης

5. Ο πρόλογος του 1891 στον «Εμφύλιο πόλεμο» του Μαρξ

6. Ο Ένγκελς για το ξεπέρασμα της δημοκρατίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V: ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟΝΕΚΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

1. Η τοποθέτηση του ζητήματος από τον Μαρξ

2. Το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό

3. Η πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας

4. Η ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI: Ο ΕΚΧΥΔΑΪΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΕΣ

1. Η πολεμική του Πλεχάνοφ ενάντια στους αναρχικούς

2. Η πολεμική του Κάουτσκι ενάντια στους οπορτουνιστές

3. Η πολεμική του Κάουτσκι ενάντια στον Πάννεκουκ

Επίλογος στην πρώτη έκδοση

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ



Πρόλογος στην πρώτη έκδοση

Το ζήτημα του κράτους αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία και από θεωρητική και από πρακτική-πολιτική άποψη. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος επιτάχυνε και όξυνε εξαιρετικά το προτσές της μετατροπής του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. Η φοβερή καταπίεση των εργαζομένων μαζών από το κράτος, που συγχωνεύεται όλο και πιο στενά με τις παντοδύναμες ενώσεις των καπιταλιστών, γίνεται όλο και πιο φοβερότερη. Οι προηγμένες χώρες μετατρέπονται –μιλάμε για τα «μετόπισθέν» τους- σε στρατιωτικά κάτεργα για τους εργάτες.

Οι ανήκουστες φρικαλεότητες και τα βάσανα του παρατεταμένου πολέμου κάνουν ανυπόφορη την κατάσταση των μαζών, δυναμώνουν την αγανάκτησή τους. Ολοφάνερα αναπτύσσεται η διεθνής προλεταριακή επανάσταση. Το ζήτημα της στάσης της απέναντι στο κράτος αποκτά πρακτική σημασία.

Τα στοιχεία του οπορτουνισμού, που συσσωρεύτηκαν μέσα σε δεκαετίες μιας σχετικά ειρηνικής εξέλιξης, δημιούργησαν το ρεύμα του σοσιαλσοβινισμού, που κυριαρχεί στα επίσημα σοσιαλιστικά κόμματα όλου του κόσμου. Το ρεύμα αυτό (Πλεχάνοφ, Πότρεσοφ, Μπρεσκόβσκαγια, Ρουμπανόβιτς, μετά, με λιγάκι καλυμμένη μορφή, οι κ.κ. Τσερετέλι, Τσερνόφ και Σία στη Ρωσία, οι Σάιντεμαν, Λέγκιν, Ντάβιντ κ.ά. στη Γερμανία, οι Ρενοντέλ, Γκεντ, Βαντερβέλντε στη Γαλλία και το Βέλγιο, ο Χάιντμαν και οι φαβιανοί[2] στην Αγγλία κτλ., κτλ.), σοσιαλισμός στα λόγια, σοβινισμός στην πράξη, το διακρίνει η πρόστυχη λακεδίστικη προσαρμογή των «ηγετών του σοσιαλισμού» στα συμφέροντα όχι μόνο της «δικής τους» εθνικής αστικής τάξης, μα ακριβώς του «δικού τους» κράτους, γιατί οι περισσότερες από τις λεγόμενες μεγάλες Δυνάμεις από παλιά εκμεταλλεύονται και υποδουλώνουν πολλές μικρές και αδύνατες λαότητες. Και ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι ακριβώς πόλεμος για το μοίρασμα αυτής της λείας. Η πάλη για την απαλλαγή των εργαζομένων μαζών από την επιρροή της αστικής τάξης γενικά, και της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης ιδιαίτερα, είναι αδύνατη χωρίς την καταπολέμηση των οπορτουνιστικών προλήψεων για το «κράτος».

Θα εξετάσουμε πρώτα τη διδασκαλία του Μαρξ και του Ένγκελς για το κράτος, αναλύοντας πολύ λεπτομερειακά τις ξεχασμένες ή οπορτουνιστικά διαστρεβλωμένες πλευρές αυτής της διδασκαλίας. Μετά θα καταπιαστούμε ειδικά με τον κύριο εκπρόσωπο αυτών των διαστρεβλώσεων, με τον Καρλ Κάουτσκι, τον πιο γνωστό ηγέτη της Δεύτερης Διεθνούς (1889-1914), που χρεοκόπησε τόσο αξιοθρήνητα στη διάρκεια του σημερινού πολέμου. Τέλος, θα βγάλουμε τα βασικά συμπεράσματα από την πείρα των ρωσικών επαναστάσεων του 1905 και ιδιαίτερα του 1917. Όπως φαίνεται, τούτη η τελευταία κλείνει σήμερα (αρχές Αυγούστου 1917) την πρώτη φάση της ανάπτυξής της, όλη όμως αυτή η επανάσταση μπορεί γενικά να γίνει κατανοητή μόνο σαν ένας κρίκος στην αλυσίδα των σοσιαλιστικών προλεταριακών επαναστάσεων, που προκαλεί ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Το ζήτημα σχετικά με τη στάση της σοσιαλιστικής επανάστασης του προλεταριάτου απέναντι στο κράτος αποκτά, έτσι, όχι μόνο πρακτική-πολιτική, μα και την πιο επίκαιρη σημασία, σαν ζήτημα που εξηγεί στις μάζες τι θα πρέπει να κάνουν για να λυτρωθούν στο άμεσο μέλλον από το ζυγό του κεφαλαίου.

Ο συγγραφέας
Αύγουστος 1917


Πρόλογος στην δεύτερη έκδοση

Τούτη η δεύτερη έκδοση τυπώνεται σχεδόν χωρίς αλλαγές. Προστέθηκε μόνο η 3η παράγραφος στο κεφάλαιο ΙΙ.

Ο συγγραφέας
           Μόσχα
17 του Δεκέμβρη 1918.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι: ΤΑΞΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

1. Το κράτος – προϊόν των ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων

Με τη διδασκαλία του Μαρξ γίνεται σήμερα ό,τι έγινε επανειλημμένα στην ιστορία με τις διδασκαλίες των επαναστατών διανοητών και ηγετών των καταπιεζόμενων τάξεων στην πάλη τους για την απελευθέρωση. Όσο ζούσαν οι μεγάλοι επαναστάτες, οι τάξεις των καταπιεστών τούς καταδίωκαν συνεχώς και αντιμετώπιζαν τη διδασκαλία τους με την πιο άγρια μανία, με το πιο λυσσαλέο μίσος, με την πιο αχαλίνωτη εκστρατεία ψευτιάς και συκοφαντίας. Ύστερα από το θάνατό τους γίνονται προσπάθειες να τους μετατρέψουν σε αβλαβή εικονίσματα, σαν να λέμε, να τους ανακηρύξουν αγίους, να προσδώσουν κάποια δόξα στο όνομά τους για «παρηγοριά» των καταπιεζόμενων τάξεων και για την αποβλάκωσή τους, ευνουχίζοντας το περιεχόμενο της επαναστατικής διδασκαλίας, αμβλύνοντας και εκχυδαΐζοντας την επαναστατική της αιχμή. Με μια τέτοια «κατεργασία» του μαρξισμού συμφωνούν σήμερα η αστική τάξη και οι οπορτουνιστές μέσα στο εργατικό κίνημα. Λησμονούν, σβήνουν, διαστρεβλώνουν την επαναστατική πλευρά της διδασκαλίας, την επαναστατική ψυχή της. Προωθούν στην πρώτη γραμμή και εξυμνούν εκείνο που είναι αποδεκτό ή που φαίνεται πως είναι αποδεκτό για την αστική τάξη. Όλοι οι σοσιαλσοβινιστές είναι σήμερα «μαρξιστές» -μην το παίρνετε αστεία! Και όλο και πιο συχνά οι γερμανοί αστοί επιστήμονες, χθεσινοί ειδικοί στην εξόντωση του μαρξισμού, μιλάνε για τον «εθνικογερμανό» Μαρξ, που διαπαιδαγώγησε τάχα τα τόσο περίφημα οργανωμένα για τη διεξαγωγή του ληστρικού πολέμου συνδικάτα των εργατών!

Μπροστά στην κατάσταση αυτή, μπροστά στην ανήκουστη διάδοση των διαστρεβλώσεων του μαρξισμού, καθήκον μας είναι πριν απ΄ όλα να αποκαταστήσουμε την αληθινή διδασκαλία του Μαρξ για το κράτος. Χρειάζεται επομένως να παραθέσουμε πολλές μεγάλες περικοπές από τα ίδια τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς. Φυσικά, οι μεγάλες περικοπές θα κάνουν βαριά την έκθεση και δεν θα συμβάλλουν διόλου στον εκλαϊκευτικό χαρακτήρα της. Μα είναι εντελώς αδύνατο να τις αποφύγουμε. Πρέπει οπωσδήποτε να παρατεθούν όσο το δυνατό πληρέστερα όλα ή τουλάχιστον όλα τα σπουδαιότερα μέρη από τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς που αφορούν το ζήτημα του κράτους, για να μπορέσει ο αναγνώστης να σχηματίσει δική του αντίληψη για το σύνολο των απόψεων των θεμελιωτών του επιστημονικού σοσιαλισμού και για την εξέλιξη αυτών των απόψεων, καθώς και για να αποδειχτεί με ντοκουμέντα και να δειχτεί παραστατικά η διαστρέβλωσή τους από τον «καουτσκισμό» που κυριαρχεί σήμερα.

Θα αρχίσουμε από το πιο διαδομένο έργο του Φρ. Ένγκελς: «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», που το 1894 βγήκε στη Στουτγάρδη η έκτη ήδη έκδοσή του[3]. Θα χρειαστεί να μεταφράσουμε τις περικοπές από τα γερμανικά πρωτότυπα, γιατί οι ρωσικές μεταφράσεις, μ΄ όλο που είναι πολυάριθμες, οι περισσότερες δεν είναι πλήρεις, είτε δεν είναι διόλου ικανοποιητικές.

«Το κράτος –λέει ο Ένγκελς, συνοψίζοντας τα πορίσματα από την ιστορική του ανάλυση- δεν είναι καθόλου μια δύναμη που επιβλήθηκε στη κοινωνία απ΄ έξω. Το κράτος δεν είναι επίσης “η πραγματοποίηση της ηθικής ιδέας”, “η εικόνα και η πραγματοποίηση του ορθού λόγου”, όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ[4]. Το κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε μια ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης. Το κράτος είναι η ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μιαν αξεδιάλυτη αντίφαση με τον ίδιο τον εαυτό της, ότι διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις, από τις οποίες δεν έχει τη δύναμη να απαλλαγεί. Και για να μη φθείρουν αυτές οι αντιθέσεις, οι τάξεις με τ΄ αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα, τον εαυτό τους και την κοινωνία σ΄ έναν άκαρπο αγώνα έγινε αναγκαία μια δύναμη που φαινομενικά στέκεται πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρουση, για να την κρατά μέσα στα όρια της “τάξεως”. Και η δύναμη αυτή, που βγήκε από την κοινωνία, μα που τοποθετήθηκε πάνω απ΄ αυτή, που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ΄ αυτή, είναι το κράτος» (σελ. 177-178 της έκτης γερμανικής έκδοσης)[5].

Εδώ διατυπώνεται με απόλυτη σαφήνεια η βασική ιδέα του μαρξισμού για το ζήτημα του ιστορικού ρόλου και της σημασίας του κράτους. Το κράτος είναι προϊόν και εκδήλωση των ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων. Το κράτος εμφανίζεται εκεί, τότε και καθόσον, όπου, όταν και εφόσον οι ταξικές αντιθέσεις δεν μπορούν αντικειμενικά να συμφιλιωθούν. Και αντίστροφα: η ύπαρξη του κράτους αποδείχνει ότι οι ταξικές αντιθέσεις είναι ανειρήνευτες.

Απ΄ αυτό ακριβώς το σπουδαιότατο και θεμελιακό σημείο αρχίζει η διαστρέβλωση του μαρξισμού, που ακολουθεί δυό βασικές γραμμές.

Από τη μια μεριά, οι αστοί και ιδιαίτερα οι μικροαστοί θεωρητικοί αναγκασμένοι κάτω από την πίεση των αδιαφιλονίκητων ιστορικών γεγονότων να αναγνωρίσουν ότι το κράτος υπάρχει μόνο εκεί που υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις και ταξική πάλη –«διορθώνουν λιγάκι» τον Μαρξ έτσι, που το κράτος παρουσιάζεται σαν όργανο συμφιλίωσης των τάξεων. Κατά τον Μαρξ, το κράτος δεν θα μπορούσε ούτε να εμφανιστεί, ούτε να κρατηθεί, αν ήταν δυνατή μια συμφιλίωση των τάξεων. Σύμφωνα με τους μικροαστούς και φιλισταίους καθηγητές και δημοσιολόγους –που κάθε τόσο επικαλούνται καλοπροαίρετα τον Μαρξ!- βγαίνει πως το κράτος συμφιλιώνει ακριβώς τις τάξεις. Κατά τον Μαρξ, το κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, όργανο καταπίεσης μιας τάξης από μιαν άλλη, είναι η δημιουργία του «κατεστημένου» εκείνου, που νομιμοποιεί και στερεώνει αυτή την καταπίεση, μετριάζοντας τη σύγκρουση των τάξεων. Κατά τη γνώμη των μικροαστών πολιτικών, κατεστημένο σημαίνει ακριβώς συμφιλίωση των τάξεων και όχι καταπίεση μιας τάξης από μιαν άλλη, μετριασμός της σύγκρουσης σημαίνει κατ΄ αυτούς συμφιλίωση και όχι αφαίρεση από τις καταπιεζόμενες τάξεις ορισμένων μέσων και τρόπων πάλης για την ανατροπή των καταπιεστών.

Λόγου χάρη, όλοι οι εσέροι (σοσιαλιστές-επαναστάτες)[6] και οι μενσεβίκοι στην επανάσταση του 1917, όταν ακριβώς το ζήτημα της σημασίας και του ρόλου του κράτους πρόβαλλε σ΄ όλο του το μέγεθος, πρόβαλλε πρακτικά σαν ζήτημα άμεσης δράσης σε μαζική κλίμακα –όλοι τους κατρακύλησαν με μιας και ολοκληρωτικά στη μικροαστική θεωρία της «συμφιλίωσης» των τάξεων, με τη βοήθεια του «κράτους». Οι αναρίθμητες αποφάσεις και τα άρθρα των πολιτικών και των δυό αυτών κομμάτων είναι πέρα για πέρα διαποτισμένα μ΄ αυτή τη μικροαστική και φιλισταϊκή θεωρία της «συμφιλίωσης». Το ότι το κράτος είναι όργανο κυριαρχίας ορισμένης τάξης που δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τον αντίποδά της (με την αντίπαλη σ΄ αυτήν τάξη), αυτό η μικροαστική δημοκρατία δεν είναι ποτέ σε θέση να το καταλάβει. Η στάση απέναντι στο κράτος είναι μία από τις πιο εξόφθαλμες εκδηλώσεις του ότι οι εσέροι και οι μενσεβίκοι μας δεν είναι διόλου σοσιαλιστές (πράγμα που εμείς οι μπολσεβίκοι πάντα το αποδείχναμε), αλλά μικροαστοί δημοκράτες με σχεδόν σοσιαλιστική φρασεολογία.

Από την άλλη μεριά, η «καουτσκική» διαστρέβλωση του μαρξισμού είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένη. «Θεωρητικά» δεν απορρίπτεται το γεγονός ούτε πως το κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, ούτε πως οι ταξικές αντιθέσεις είναι ανειρήνευτες. Αλλά παραβλέπεται ή συγκαλύπτεται το εξής: αν το κράτος είναι προϊόν των ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων, αν είναι μια δύναμη που στέκει πάνω από την κοινωνία και «ό λ ο  κ α ι  π ε ρ ι σ σ ό τ ε ρ ο  α π ο ξ ε ν ώ ν ε τ α ι  από την κοινωνία», γίνεται φανερό πως η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης είναι αδύνατη όχι μόνο χωρίς βίαιη επανάσταση,  α λ λ ά  κ α ι  χ ω ρ ί ς  κ α τ α σ τ ρ ο φ ή  του μηχανισμού της κρατικής εξουσίας, που δημιούργησε η κυρίαρχη τάξη και που ενσαρκώνει αυτή την «αποξένωση». Το συμπέρασμα τούτο, που θεωρητικά ήταν αυτόδηλο, ο Μαρξ το έβγαλε, όπως θα δούμε πιο κάτω, απολύτως κατηγορηματικά με βάση τη συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση των προβλημάτων της επανάστασης. Κι αυτό ακριβώς το συμπέρασμα ο Κάουτσκι –αυτό θα το δείξουμε λεπτομερειακά στη συνέχεια της έκθεσής μας- το… «ξέχασε» και το διαστρέβλωσε.


2. Οι ιδιαίτεροι σχηματισμοί ένοπλων ανθρώπων, οι φύλακες κτλ.

«… Σε σύγκριση με την παλιά οργάνωση των γενών[7] –συνεχίζει ο Ένγκελς- το κράτος το χαρακτηρίζει, πρώτο, ο χωρισμός των υπηκόων του κατά εδαφική περιοχή…»

Αυτός ο χωρισμός μας φαίνεται «φυσικός», στοίχισε όμως μακρόχρονους αγώνες ενάντια στην παλιά οργάνωση κατά φυλές και γένη.

«… Το δεύτερο διακριτικό γνώρισμα είναι η ίδρυση μιας δημόσιας εξουσίας, που δεν συμπίπτει πια άμεσα με τον αυτοοργανωμένο σε ένοπλη δύναμη πληθυσμό. Αυτή η ιδιαίτερη δημόσια εξουσία χρειάζεται, γιατί από τότε που η κοινωνία διασπάστηκε σε τάξεις έγινε αδύνατη μια αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού… Αυτή η δημόσια εξουσία υπάρχει σε κάθε κράτος. Δεν αποτελείται μονάχα από οπλισμένους ανθρώπους, μα και από υλικά εξαρτήματα, από φυλακές και κάθε λογής ιδρύματα καταναγκασμού, που ήταν άγνωστα στην κοινωνία των γενών…»[8].

Ο Ένγκελς αναπτύσσει την έννοια της «δύναμης» που ονομάζεται κράτος, της δύναμης που προήλθε από την κοινωνία, μα που τοποθετείται πάνω απ΄ αυτή και που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ΄ αυτή. Σε τι συνίσταται κυρίως η δύναμη αυτή; Στους ιδιαίτερους σχηματισμούς των ένοπλων ανθρώπων, που έχουν στη διάθεσή τους τις φυλακές κτλ.

Έχουμε δικαίωμα να μιλάμε για ιδιαίτερους σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων, γιατί η χαρακτηριστική για κάθε κράτος δημόσια εξουσία «δεν συμπίπτει άμεσα» με τον ένοπλο πληθυσμό, με την «αυτενεργό ένοπλη οργάνωσή» του.

Όπως όλοι οι μεγάλοι επαναστάτες διανοητές, έτσι και ο Ένγκελς προσπαθεί να στρέψει την προσοχή των συνειδητών εργατών σ΄ εκείνο ακριβώς το σημείο που στους επικρατούντες φιλισταίους φαίνεται το λιγότερο αξιοπρόσεκτο, το πιο συνηθισμένο, το καθαγιασμένο όχι απλώς με σταθερές, μα, μπορούμε να πούμε, με απολιθωμένες προλήψεις. Ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία είναι τα κύρια όργανα δύναμης της κρατικής εξουσίας, αλλά –μήπως μπορεί να γίνει και διαφορετικά;

Από την άποψη της τεράστιας πλειοψηφίας των ευρωπαίων του τέλους του 19ου αιώνα, στους οποίους απευθυνόταν ο Ένγκελς και οι οποίοι δεν έζησαν ούτε είδαν από κοντά καμιά μεγάλη επανάσταση, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Αυτοί δεν μπορούν να καταλάβουν καθόλου τι πράγμα είναι αυτή η «αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού». Στο ερώτημα, γιατί παρουσιάστηκε η ανάγκη ιδιαίτερων σχηματισμών από ένοπλους ανθρώπους (αστυνομία, μόνιμος στρατός), που στέκουν πάνω από την κοινωνία και που αποξενώνονται από την κοινωνία, ο δυτικοευρωπαίος και ο ρώσος φιλισταίος, πάνε να απαντήσουν με μια δυό φράσεις, δανεισμένες από τον Σπένσερ ή τον Μιχαηλόβσκι, επικαλούμενοι το γεγονός ότι η κοινωνική ζωή έγινε πιο πολύπλοκη, ότι οι λειτουργίες διαφοροποιήθηκαν κτλ.

Η επίκληση αυτή φαίνεται «επιστημονική» και αποκοιμίζει περίφημα το μικροαστό, συσκοτίζοντας το κύριο και βασικό: τη διάσπαση της κοινωνίας σε ανειρήνευτες εχθρικές τάξεις.

Αν δεν υπήρχε αυτή η διάσπαση, η «αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού» θα διέφερε ως προς την πολυπλοκότητά της, το ύψος της τεχνικής της κτλ. από την πρωτόγονη οργάνωση της αγέλης των πιθήκων που κρατούσαν ρόπαλα, ή των πρωτόγονων ανθρώπων, ή των ανθρώπων που είχαν ενωθεί στις κοινωνίες των γενών, μια τέτοια οργάνωση όμως θα ήταν δυνατό να υπάρξει.

Η οργάνωση αυτή είναι αδύνατο να υπάρξει, γιατί η κοινωνία του πολιτισμού είναι διασπασμένη σε εχθρικές και μάλιστα ανειρήνευτες εχθρικές τάξεις, που ο «αυτενεργός» εξοπλισμός τους θα οδηγούσε στον ένοπλο αγώνα ανάμεσά τους. Σχηματίζεται το κράτος, δημιουργείται μια ιδιαίτερη δύναμη, ιδιαίτεροι σχηματισμοί οπλισμένων ανθρώπων, και κάθε επανάσταση, καταστρέφοντας τον κρατικό μηχανισμό, μας δείχνει την ανοιχτή ταξική πάλη, μας δείχνει ολοφάνερα με τι τρόπο η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί να ανανεώσει τους ιδιαίτερους σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων που  τ η ν  εξυπηρετούν, με τι τρόπο η καταπιεζόμενη τάξη προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα οργάνωση αυτού του είδους, ικανή να εξυπηρετεί όχι τους εκμεταλλευτές, αλλά τους εκμεταλλευόμενους.

Ο Ένγκελς με τον πιο πάνω συλλογισμό θέτει θεωρητικά το ίδιο ακριβώς ζήτημα, που θέτει μπροστά μας πρακτικά, παραστατικά και μάλιστα σε κλίμακα μαζικής δράσης κάθε μεγάλη επανάσταση, δηλαδή το ζήτημα της αμοιβαίας σχέσης ανάμεσα στους «ιδιαίτερους» σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων και στην «αυτενεργό ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού». Θα δούμε πως το ζήτημα αυτό παρουσιάζεται συγκεκριμένα με την πείρα των ευρωπαϊκών και ρωσικών επαναστάσεων.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην έκθεση του Ένγκελς.

Ο Ένγκελς τονίζει, λόγου χάρη, πως κάποτε, σε μερικά μέρη της Βόρειας Αμερικής, η δημόσια αυτή εξουσία είναι αδύναμη (πρόκειται για σπάνια εξαίρεση στην καπιταλιστική κοινωνία και για τα μέρη εκείνα της Βόρειας Αμερικής στην προϊμπεριαλιστική της περίοδο, όπου επικρατούσε ο ελεύθερος άποικος), γενικά όμως δυναμώνει:

«… Η δημόσια εξουσία ενισχύεται στο βαθμό που οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις μέσα στο κράτος και στο βαθμό που τα κράτη που συνορεύουν μεταξύ τους γίνονται μεγαλύτερα και πολυανθρωπότερα. Ρίξτε έστω και μια ματιά στη σημερινή Ευρώπη, όπου ο ταξικός αγώνας και ο ανταγωνισμός για κατακτήσεις ανέβασαν τη δημόσια εξουσία σε τέτοιο ύψος, που απειλεί να καταβροχθίσει ολόκληρη την κοινωνία, ακόμη και το κράτος…»[9].

Αυτά γράφτηκαν όχι αργότερα από τις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα. Ο τελευταίος πρόλογος του Ένγκελς έχει ημερομηνία 16 του Ιούνη 1891[10] . Τότε η στροφή προς τον ιμπεριαλισμό –και με την έννοια της απόλυτης κυριαρχίας των τραστ, και με την έννοια της παντοδυναμίας των μεγάλων τραπεζών, και με την έννοια της μεγαλεπήβολης αποικιακής πολιτικής κτλ- μόλις άρχιζε στη Γαλλία κι ήταν ακόμη πιο αδύνατη στη Βόρεια Αμερική και στη Γερμανία. Από τότε ο «ανταγωνισμός για κατακτήσεις» έκανε ένα γιγάντιο βήμα προς τα μπρος, πολύ περισσότερο που στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα η Υδρόγειος βρέθηκε οριστικά μοιρασμένη ανάμεσα σ΄ αυτούς τους «ανταγωνιζόμενους κατακτητές», δηλαδή ανάμεσα στις μεγάλες ληστρικές Δυνάμεις. Οι στρατιωτικοί και οι ναυτικοί εξοπλισμοί από τότε αυξήθηκαν σε απίστευτο βαθμό και ο ληστρικός πόλεμος του 1914-1917 για το ποιος θα κυριαρχήσει στον κόσμο, η Αγγλία ή η Γερμανία, και για το μοίρασμα της λείας έφερε κοντά την ολοκληρωτική καταστροφή με την «καταβρόχθιση» όλων των δυνάμεων της κοινωνίας από τη ληστρική κρατική εξουσία.

Ο Ένγκελς μπόρεσε ακόμη από το 1891 να δείξει τον «ανταγωνισμό για κατακτήσεις» σαν ένα από τα σπουδαιότερα διακριτικά γνωρίσματα της εξωτερικής πολιτικής των μεγάλων Δυνάμεων, ενώ οι παλιάνθρωποι του σοσιαλσοβινισμού το 1914-1917, όταν αυτός ακριβώς ο ανταγωνισμός που οξύνθηκε στο έπακρο, προκάλεσε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, συγκάλυπταν την υπεράσπιση των ληστρικών συμφερόντων της «δικής τους» αστικής τάξης με φράσεις για «υπεράσπιση της πατρίδας», για «άμυνα της δημοκρατίας και της επανάστασης» και άλλα παρόμοια!


3. Το κράτος – όργανο εκμετάλλευσης της καταπιεζόμενης τάξης

Για τη συντήρηση μιας ιδιαίτερης δημόσια εξουσίας, που στέκει πάνω από την κοινωνία, χρειάζονται φόροι και κρατικά χρέη.

«… Κατέχοντας τη δημόσια εξουσία και το δικαίωμα της είσπραξης φόρων οι δημόσιοι υπάλληλοι –γράφει ο Ένγκελς- στέκονται σαν όργανα της κοινωνίας πάνω από την κοινωνία. Ο ελεύθερος, θεληματικός σεβασμός, που έδειχναν οι άνθρωποι στα όργανα της κοινωνίας των γενών, δεν τους φτάνει πια κι αν ακόμη μπορούσαν να τον έχουν…» Θεσπίζονται ειδικοί νόμοι, με τους οποίους οι δημόσιοι υπάλληλοι αποκτούν μια ξεχωριστή ιερότητα και ασυλία. «Ο πιο τιποτένιος αστυνομικός υπηρέτης» έχει περισσότερο «κύρος» από τους αντιπροσώπους του γένους, μα ακόμη και ο αρχηγός της στρατιωτικής εξουσίας ενός πολιτισμένου κράτους θα μπορούσε να ζηλέψει τον πρεσβύτερο του γένους «για το σεβασμό» της κοινωνίας, «που είχε αποκτήσει αβίαστα[11].

Εδώ έχει τεθεί το ζήτημα της προνομιακής θέσης των δημοσίων υπαλλήλων σαν οργάνων της κρατικής εξουσίας. Σημειώνεται σαν βασικό: τι είναι αυτό που τους τοποθετεί πάνω από την κοινωνία; Θα δούμε πως έλυσε πρακτικά το θεωρητικό αυτό ζήτημα η Κομμούνα του Παρισιού το 1871 και πως το συγκάλυπτε με αντιδραστικό τρόπο ο Κάουτσκι το 1912.

«… Επειδή το κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη να χαλιναγωγούνται οι ταξικές αντιθέσεις και επειδή ταυτόχρονα γεννήθηκε μέσα στη σύγκρουση των τάξεων αυτών, είναι κατά γενικό κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης τάξης, που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη και αποκτά έτσι νέα μέσα για την καθυπόταξη και την εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης…» Δεν ήταν μόνο το αρχαίο και το φεουδαρχικό κράτος όργανα εκμετάλλευσης των δούλων και των δουλοπάροικων, μα και το «σημερινό αντιπροσωπευτικό κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο. Σαν εξαίρεση έχουμε, ωστόσο, τις περιόδους όπου οι αντιμαχόμενες τάξεις φτάνουν σε μια τέτοια ισορροπία δυνάμεων, που η κρατική εξουσία, σαν φαινομενικός μεσάζοντας, αποκτά για μια στιγμή κάποια αυτοτέλεια απέναντι και στις δυό τάξεις…»[12] Τέτοια ήταν η απόλυτη μοναρχία του 17ου και του 18ου αιώνα, τέτοιος ήταν ο βοναπαρτισμός της πρώτης και της δεύτερης Γαλλικής αυτοκρατορίας και ο Βίσμαρκ στη Γερμανία.

Τέτοια -προσθέτουμε εμείς- είναι η κυβέρνηση του Κερένσκι στη δημοκρατική Ρωσία από τότε που άρχισε τους διωγμούς του επαναστατικού προλεταριάτου, σε μια στιγμή που τα Σοβιέτ, εξαιτίας της ηγεσίας των μικροαστών δημοκρατών, είναι πια αδύναμα και η αστική τάξη δεν είναι ακόμη αρκετά δυνατή για να τα διαλύσει άμεσα.

Στη ρεπουμπλικανική δημοκρατία –συνεχίζει ο Ένγκελς- «ο πλούτος ασκεί έμμεσα την εξουσία του, μα γι΄ αυτό την ασκεί πιο σίγουρα», και συγκεκριμένα, πρώτο, με τη μορφή της «άμεσης εξαγοράς των δημοσίων υπαλλήλων» (Αμερική) και δεύτερο, με τη «μορφή της συμμαχίας κυβέρνησης και χρηματιστηρίου» (Γαλλία και Αμερική)[13].

Σήμερα σ΄ οποιαδήποτε ρεπουμπλικανική δημοκρατία ο ιμπεριαλισμός και η κυριαρχία των τραπεζών «ανάπτυξαν» σε εξαιρετική τέχνη και τους δυό αυτούς τρόπους υπεράσπισης και άσκησης της παντοδυναμίας του πλούτου. Αν, λ.χ., από τους πρώτους ήδη μήνες της ρεπουμπλικανικής δημοκρατίας στη Ρωσία, μπορούμε να πούμε στο μήνα του μέλιτος του γάμου των «σοσιαλιστών» εσέρων και των μενσεβίκων με την αστική τάξη στην κυβέρνηση συνασπισμού, ο κ. Παλτσίνσκι σαμποτάριζε όλα τα μέτρα χαλιναγώγησης των καπιταλιστών και του πλιατσικολογήματός τους, της καταλήστευσης από μέρους τους του δημόσιου ταμείου για τις πολεμικές προμήθειες, αν μετά ο κ. Παλτσίσνκι, που αποχώρησε από το Υπουργείο (και που αντικαταστάθηκε φυσικά από άλλον εντελώς παρόμοιο Παλτσίνσκι), «αμείφθηκε» από τους καπιταλιστές με μια θεσούλα με μισθό 120.000 ρούβλια το χρόνο –τι είναι όλα αυτά; άμεση εξαγορά ή έμμεση; συμμαχία της κυβέρνησης με τις καπιταλιστικές ενώσεις ή «απλώς» φιλικές σχέσεις; Τι ρόλο παίζουν οι Τσερνόφ και οι Τσερετέλι, οι Αυξέντιεφ και οι Σκόμπελιεφ; Είναι «άμεσοι» σύμμαχοι των εκατομμυριούχων-καταχραστών του δημοσίου ή απλώς έμμεσοι;

Η παντοδυναμία του «πλούτου» γι΄ αυτό ακριβώς είναι η πιο σίγουρη στη ρεπουμπλικανική δημοκρατία, γιατί δεν εξαρτιέται από μερικά ελαττώματα του πολιτικού μηχανισμού, από ένα κακό πολιτικό περίβλημα του καπιταλισμού. Η ρεπουμπλικανική δημοκρατία είναι το καλύτερο δυνατό πολιτικό περίβλημα του καπιταλισμού και γι΄ αυτό το κεφάλαιο, κατακτώντας (μέσω των Παλτσίνσκι, των Τσερνόφ, των Τσερετέλι και Σίας) αυτό το καλύτερο πρόβλημα, θεμελιώνει την εξουσία του με τόση ασφάλεια, με τόση σιγουριά, που καμιά αλλαγή ούτε προσώπων, ούτε θεσμών, ούτε κομμάτων μέσα στο αστικό δημοκρατικό πολίτευμα δεν κλονίζει αυτή την εξουσία.

Πρέπει να σημειωθεί ακόμη, ότι ο Ένγκελς ρητά και κατηγορηματικά ονομάζει και το γενικό εκλογικό δικαίωμα όργανο κυριαρχίας της αστικής τάξης. Το γενικό εκλογικό δικαίωμα, τονίζει, έχοντας ολοφάνερα υπόψη τη μακρόχρονη πείρα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, είναι

«δείκτης ωριμότητας της εργατικής τάξης. Περισσότερα δεν μπορεί κι ούτε ποτέ θα δώσει μέσα στο σημερινό κράτος»[14].

Οι μικροαστοί δημοκράτες σαν τους δικούς μας τους εσέρους και τους μενσεβίκους, καθώς και οι ομογάλακτοι αδελφοί τους, όλοι οι σοσιαλσοβινιστές και οι οπορτουνιστές της δυτικής Ευρώπης, περιμένουν ακριβώς «περισσότερα» από το γενικό εκλογικό δικαίωμα. Συμμερίζονται οι ίδιοι και υποβάλλουν και στο λαό την απατηλή σκέψη πως τάχα το γενικό εκλογικό δικαίωμα «στο σημερινό κράτος» είναι σε θέση να εκφράσει πραγματικά τη θέληση της πλειοψηφίας των εργαζομένων και να κατοχυρώσει την εφαρμογή της.

Εδώ μπορούμε να σημειώσουμε απλώς αυτή την απατηλή σκέψη, να τονίσουμε απλώς ότι η απόλυτα σαφής, ακριβολογημένη και συγκεκριμένη διατύπωση του Ένγκελς παραμορφώνεται σε κάθε βήμα από την προπαγάνδα και τη διαφώτιση των «επίσημων» (δηλαδή των οπορτουνιστικών) σοσιαλιστικών κομμάτων. Με την παρακάτω έκθεση των απόψεων του Μαρξ και του Ένγκελς για το «σημερινό» κράτος ξεκαθαρίζεται λεπτομερειακά όλη αυτή η κίβδηλη σκέψη, που εξοστρακίζει εδώ ο Ένγκελς.

Το γενικό πόρισμα των απόψεών του ο Ένγκελς το δίνει στο εκλαϊκευμένο έργο του με τα παρακάτω λόγια:

«Το κράτος λοιπόν, δεν υπάρχει από καταβολής κόσμου. Υπήρξαν κοινωνίες που τα βγάζανε πέρα χωρίς αυτό, που δεν είχαν ιδέα για κράτος και κρατική εξουσία. Σε μια ορισμένη βαθμίδα της οικονομικής εξέλιξης, που αναγκαστικά είναι συνδεμένη με τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις, το κράτος έγινε απαραίτητο εξαιτίας αυτής της διάσπασης. Πλησιάζουμε τώρα με γοργά βήματα σε μια βαθμίδα ανάπτυξης της παραγωγής, όπου η ύπαρξη αυτών των τάξεων όχι μόνο έπαψε ν΄ αποτελεί ανάγκη, μα και γίνεται πραγματικό εμπόδιο της παραγωγής. Οι τάξεις θα εξαφανιστούν το ίδιο αναπόφευκτα, όπως αναπόφευκτα είχαν δημιουργηθεί στο παρελθόν. Με την εξαφάνιση των τάξεων θα εξαφανιστεί αναπόφευκτα και το κράτος. Η κοινωνία που οργανώνει με νέο τρόπο την παραγωγή πάνω στη βάση της ελεύθερης και ισότιμης ένωσης των παραγωγών, θα βάλει ολόκληρη την κρατική μηχανή εκεί, όπου θα είναι τότε η πραγματική θέση της: στο μουσείο των αρχαιοτήτων, δίπλα στο ροδάνι και στο μπρούτζινο τσεκούρι»[15].

Δεν συναντάς και τόσο συχνά αυτή την περικοπή στην προπαγανδιστική και διαφωτιστική φιλολογία της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας. Μα και όταν τη συναντάς, τις πιο πολλές φορές την αναφέρουν με τρόπο που λες και κάνουν μετάνοιες μπροστά σε εικόνισμα, δηλαδή για να εκφράσουν επίσημα το σεβασμό τους στον Ένγκελς, χωρίς να κάνουν καμιά προσπάθεια να εμβαθύνουν στο γεγονός πόσο πλατιά και βαθιά έκταση της επανάστασης προϋποθέτει αυτή «η αποστολή ολόκληρης της κρατικής μηχανής στο μουσείο των αρχαιοτήτων». Τις πιο πολλές φορές μάλιστα φαίνεται πως δεν καταλαβαίνουν τι ονομάζει ο Ένγκελς κρατική μηχανή.


4. Η «απονέκρωση» του κράτους και η βίαιη επανάσταση

Τα λόγια του Ένγκελς για την «απονέκρωση» του κράτους είναι τόσο πολύ γνωστά, αναφέρονται τόσο συχνά και δείχνουν τόσο παραστατικά σε τι συνίσταται η ουσία της συνηθισμένης παραποίησης του μαρξισμού από τον οπορτουνισμό, που είναι απαραίτητο να σταθούμε σ΄ αυτά λεπτομερειακά. Παραθέτουμε όλο το συλλογισμό, απ΄ όπου έχουν παρθεί:

«Το προλεταριάτο παίρνει την κρατική εξουσία και μετατρέπει τα μέσα παραγωγής πρώτ΄ απ΄ όλα σε κρατική ιδιοκτησία. Έτσι όμως καταργεί τον ίδιο τον εαυτό του σαν προλεταριάτο, έτσι καταργεί όλες τις ταξικές διαφορές και ταξικές αντιθέσεις και μαζί τους και το κράτος σαν κράτος. Η ως τα τώρα κοινωνία, που κινείται μέσα σε ταξικές αντιθέσεις, χρειαζόταν το κράτος, δηλαδή μιαν οργάνωση της εκμεταλλεύτριας τάξης για τη διατήρηση των εξωτερικών της όρων παραγωγής, δηλαδή κυρίως για να κρατάει με τη βία την εκμεταλλευόμενη τάξη κάτω από τους όρους καταπίεσης που καθορίζονται από το δοσμένο τρόπο παραγωγής (δουλεία, δουλοπαροικία, μισθωτή εργασία). Το κράτος ήταν ο επίσημος εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, η συνένωσή της σε ένα ορατό σώμα, ήταν όμως τέτοιο μόνο εφόσον ήταν κράτος της τάξης εκείνης, που για την εποχή της εκπροσωπούσε μόνη αυτή ολόκληρη την κοινωνία: στην αρχαιότητα ήταν το κράτος των δουλοκτητών – ελεύθερων πολιτών, στο μεσαίωνα - της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, στην εποχή μας – της αστικής τάξης. Όταν το κράτος γίνει επιτέλους πραγματικά εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, τότε θα κάνει περιττό τον εαυτό του. Από τη στιγμή που δεν θα υπάρχει πια καμιά κοινωνική τάξη που να χρειάζεται να την κρατάει κανείς σε καταπίεση, από τη στιγμή που μαζί με την ταξική κυριαρχία, τον αγώνα για την ύπαρξη, που οφείλεται στην ως τα τώρα αναρχία της παραγωγής, θα εξαφανιστούν και οι συγκρούσεις και τα έκτροπα (ακρότητες), που πηγάζουν απ΄ αυτό τον αγώνα, από τη στιγμή αυτή δεν θα υπάρχει τι να καταπιέζεται, θα λείψει και η ανάγκη ιδιαίτερης δύναμης καταπίεσης, δηλ. του κράτους. Η πρώτη πράξη, με την οποία το κράτος προβάλλει πραγματικά σαν εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας –το πάρσιμο στην κατοχή του των μέσων παραγωγής εξ΄ ονόματος της κοινωνίας- είναι ταυτόχρονα και η τελευταία αυτοτελής πράξη του σαν κράτος. Η ανάμιξη της κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές σχέσεις γίνεται τότε περιττή στον ένα τομέα ύστερα από τον άλλο και στο τέλος από μόνη της αποκοιμιέται. Στη θέση της διακυβέρνησης προσώπων μπαίνει η διαχείριση πραγμάτων και η διεύθυνση των παραγωγικών λειτουργιών. Το κράτος δεν «καταργείται», μα απονεκρώνεται. Με βάση αυτά πρέπει να εκτιμηθεί η φράση για το «ελεύθερο λαϊκό κράτος», φράση που για ένα ορισμένο διάστημα είχε δικαίωμα ύπαρξης από προπαγανδιστικούς λόγους, μα που σε τελική ανάλυση είναι ανεπαρκής επιστημονικά. Με βάση όλα αυτά πρέπει επίσης να εκτιμήσουμε το αίτημα των λεγόμενων αναρχικών ότι το κράτος πρέπει να καταργηθεί από τη μια μέρα στην άλλη» («Αντι-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ», σελ. 301-303 της 3ης γερμανικής έκδοσης)[16].

Χωρίς φόβο να κάνουμε λάθος, μπορούμε να πούμε, πως απ΄ αυτόν τον εξαιρετικά πλούσιο σε ιδέες συλλογισμό του Ένγκελς, πραγματικό απόκτημα της σοσιαλιστικής σκέψης των σημερινών σοσιαλιστικών κομμάτων έγινε μόνο η θέση ότι, κατά τον Μαρξ, το κράτος «απονεκρώνεται», σε διάκριση από την αναρχική θεωρία για την «κατάργηση» του κράτους. Ένα τέτοιο κουτσούρεμα του μαρξισμού σημαίνει αναγωγή του σε οπορτουνισμό, γιατί από μια τέτοια «ερμηνεία» δεν μένει παρά μια θολή αντίληψη για μια αργή, ομαλή, βαθμιαία αλλαγή, για την απουσία αλμάτων και θυελλών, για την απουσία της επανάστασης. Η «απονέκρωση» του κράτους στην τρέχουσα, γενικά διαδομένη, μαζική, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, αντίληψη σημαίνει αναμφισβήτητα συγκάλυψη, αν όχι άρνηση της επανάστασης.

Στο μεταξύ μια τέτοια «ερμηνεία» αποτελεί την πιο χοντροκομμένη παραμόρφωση του μαρξισμού, που συμφέρει μόνο την αστική τάξη και που στηρίζεται θεωρητικά στο ξέχασμα των σπουδαιότερων γεγονότων και γνωμών που αναφέρονται έστω και μόνο στον ίδιο «συνοπτικό» συλλογισμό του Ένγκελς, που τον παραθέσαμε ολόκληρο.

Πρώτο. Στην αρχή-αρχή αυτού του συλλογισμού ο Ένγκελς λέει ότι το προλεταριάτο, παίρνοντας την κρατική εξουσία, «καταργεί έτσι το κράτος σαν κράτος». Δεν «συνηθίζουν» να σκέπτονται τι σημαίνουν αυτά τα λόγια. Συνήθως είτε τα αγνοούν εντελώς, είτε τα θεωρούν σαν ένα είδος «χεγκελιανής αδυναμίας» του Ένγκελς. Στην πραγματικότητα σ΄ αυτά τα λόγια εκφράζεται σε συντομία η πείρα μιας από τις μεγαλύτερες προλεταριακές επαναστάσεις, η πείρα της Κομμούνας του Παρισιού του 1871, που γι΄ αυτή θα μιλήσουμε πιο λεπτομερειακά στην κατάλληλη θέση.

Στην πραγματικότητα ο Ένγκελς μιλάει εδώ για «κατάργηση» του κράτους της αστικής τάξης από την προλεταριακή επανάσταση, ενώ η φράση για την απονέκρωση αναφέρεται στα απομεινάρια του προλεταριακού κράτους ύστερα από τη σοσιαλιστική επανάσταση. Κατά τον Ένγκελς το αστικό κράτος δεν «απονεκρώνεται», αλλά  «κ α τ α ρ γ ε ί τ α ι»  από το προλεταριάτο στην επανάσταση. Ύστερα από την επανάσταση αυτή απονεκρώνεται το προλεταριακό κράτος ή το μισο-κράτος.

Δεύτερο. Το κράτος είναι μια «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης». Αυτός ο θαυμάσιος και εξαιρετικά βαθύς ορισμός του Ένγκελς δίνεται εδώ με πλήρη σαφήνεια. Και από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι η «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» του προλεταριάτου από την αστική τάξη, των εκατομμυρίων εργαζομένων από μερικές χούφτες πλουσίων, πρέπει να αντικατασταθεί με μια «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» της αστικής τάξης από το προλεταριάτο (δικτατορία του προλεταριάτου). Σ΄ αυτό ακριβώς συνίσταται η «κατάργηση του κράτους σαν κράτος». Σ΄ αυτό ακριβώς συνίσταται η «πράξη» να πάρουν στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής στο όνομα της κοινωνίας. Και είναι αυτονόητο, πως μια τέτοια αντικατάσταση της μιας (της αστικής) «ιδιαίτερης δύναμης» με μια άλλη (την προλεταριακή) «ιδιαίτερη δύναμη» δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να γίνει με τη μορφή της «απονέκρωσης».

Τρίτο. Για «απονέκρωση» και μάλιστα, ακόμη πιο ανάγλυφα και πιο εκφραστικά για «αποκοίμισμα» μιλάει ο Ένγκελς με απόλυτη σαφήνεια και ρητά σχετικά με την εποχή  ύ σ τ ε ρ α  α π ό  «το πάρσιμο των μέσων παραγωγής στην κατοχή του κράτους, εξ΄ ονόματος ολόκληρης της κοινωνίας», δηλαδή  ύ σ τ ε ρ α  α π ό  τη σοσιαλιστική επανάσταση. Όλοι μας ξέρουμε ότι η πολιτική μορφή του «κράτους» την περίοδο αυτή είναι η πιο ολοκληρωμένη δημοκρατία. Μα σε κανένα από τους οπορτουνιστές, που ξεδιάντροπα διαστρεβλώνουν το μαρξισμό, δεν του έρχεται στο νου ότι συνεπώς εδώ ο Ένγκελς μιλάει για «αποκοίμισμα» και «απονέκρωση» της  δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς.  Από πρώτη ματιά αυτό φαίνεται πολύ παράξενο. «Ακατανόητο» όμως είναι μόνο για όποιον δεν βάθυνε στο ζήτημα ότι η δημοκρατία είναι  ε π ί σ ης  κράτος και ότι, συνεπώς, και η δημοκρατία θα εξαφανιστεί επίσης, όταν θα εξαφανιστεί το κράτος. Το αστικό κράτος μπορεί να το «καταργήσει» μόνο η επανάσταση. Το κράτος γενικά, δηλαδή, η πιο ολοκληρωμένη δημοκρατία, μπορεί απλώς να «απονεκρωθεί».

Τέταρτο. Ο Ένγκελς, αφού διατύπωσε την περίφημη θέση του ότι «το κράτος απονεκρώνεται», εξηγεί αμέσως συγκεκριμένα ότι η θέση αυτή στρέφεται και ενάντια στους οπορτουνιστές και ενάντια στους αναρχικούς. Εξάλλου, ο Ένγκελς από τη θέση για την «απονέκρωση του κράτους» βάζει στην πρώτη σειρά το συμπέρασμα εκείνο, που στρέφεται ενάντια στους οπορτουνιστές.

Μπορεί κανείς να στοιχηματίσει πως από τους 10.000 ανθρώπους που διάβασαν ή άκουσαν για την «απονέκρωση του κράτους», οι 9.990 δεν ξέρουν ή δεν θυμούνται καθόλου ότι ο Ένγκελς τα συμπεράσματά του απ΄ αυτή τη θέση τα έστρεφε όχι μόνο ενάντια στους αναρχικούς. Και από τους υπόλοιπους δέκα ανθρώπους ασφαλώς οι εννιά δεν θα ξέρουν τι είναι το «ελεύθερο λαϊκό κράτος» και γιατί η επίθεση ενάντια σ΄ αυτό το σύνθημα είναι και επίθεση ενάντια στους οπορτουνιστές. Έτσι γράφεται η ιστορία! Έτσι παραποιείται απαρατήρητα με τον κυρίαρχο φιλισταϊσμό η μεγάλη επαναστατική διδασκαλία. Το συμπέρασμα που στρέφεται ενάντια στους αναρχικούς επαναλήφθηκε χιλιάδες φορές, έγινε πιο εκχυδαϊσμένο, έμπαινε στο κεφάλι πάρα πολύ απλουστευμένο για να εδραιωθεί τελικά με τη μορφή της προκατάληψης. Ενώ το συμπέρασμα που στρέφεται ενάντια στους οπορτουνιστές το συγκάλυψαν και το «ξέχασαν»!

Το «ελεύθερο λαϊκό κράτος» αποτέλεσε προγραμματική διεκδίκηση και συνηθισμένο σύνθημα των γερμανών σοσιαλδημοκρατών στη δεκαετία του 1870. Το σύνθημα αυτό δεν περιέχει κανένα πολιτικό περιεχόμενο, εκτός από μια μικροαστική στομφώδη περιγραφή της έννοιας της δημοκρατίας. Στο βαθμό που μ΄ αυτό το σύνθημα κάναμε ένα νόμιμο υπαινιγμό για τη λαοκρατική δημοκρατία, το ίδιο και ο Ένγκελς ήταν πρόθυμος για προπαγανδιστικούς λόγους «να δικαιολογήσει» «για ένα διάστημα» αυτό το σύνθημα. Το σύνθημα όμως αυτό ήταν οπορτουνιστικό, γιατί έκφραζε όχι μόνο τον εξωραϊσμό της αστικής δημοκρατίας, μα και τη μη κατανόηση της σοσιαλιστικής κριτικής κάθε κράτους γενικά. Εμείς υποστηρίζουμε τη ρεπουμπλικανική δημοκρατία, σαν την καλύτερη για το προλεταριάτο μορφή κράτους στην περίοδο του καπιταλισμού, δεν έχουμε όμως το δικαίωμα να ξεχνάμε ότι η μισθωτή δουλεία είναι η μοίρα του λαού ακόμη και στο πιο αστικό δημοκρατικό πολίτευμα. Παρακάτω. Κάθε κράτος είναι «μια ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» της καταπιεζόμενης τάξης. Γι΄ αυτό κάθε κράτος είναι ανελεύθερο και μη-λαϊκό. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξήγησαν αυτή τη θέση επανειλημμένα στους κομματικούς τους συντρόφους στη δεκαετία 1870-1880[17].

Πέμπτο. Στο ίδιο έργο του Ένγκελς, απ΄ όπου όλοι θυμούνται το συλλογισμό για την απονέκρωση του κράτους, υπάρχει και ο συλλογισμός για τη σημασία της βίαιης επανάστασης. Η ιστορική αξιολόγηση του ρόλου της μεταβάλλεται στο έργο του Ένγκελς σε αληθινό πανηγυρικό της βίαιης επανάστασης. Αυτό «κανένας δεν το θυμάται», για τη σημασία αυτής της σκέψης δεν συνηθίζουν να μιλάνε κι ούτε να σκέπτονται μέσα στα σημερινά σοσιαλιστικά κόμματα, στην καθημερινή προπαγάνδα και διαφώτιση που γίνεται στις μάζες, οι σκέψεις αυτές δεν παίζουν κανένα ρόλο. Κι όμως συνδέονται αδιάσπαστα σ΄ ένα αρμονικό σύνολο με την «απονέκρωση» του κράτους.

Να ο συλλογισμός αυτός του Ένγκελς:

«… Το ότι η βία παίζει στην ιστορία και έναν άλλο ρόλο» (εκτός από το ρόλο του κακοποιού), «ακριβώς ρόλο επαναστατικό, το ότι, όπως λέει ο Μαρξ, είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας, που κυοφορεί μια νέα[18], το ότι η βία είναι το όργανο, που μ΄ αυτό το κοινωνικό κίνημα ανοίγει το δρόμο του και σπάζει τις αποστεωμένες, απονεκρωμένες πολιτικές μορφές –για όλα αυτά δεν θα βρούμε ούτε λέξη στον κ. Ντίρινγκ. Μόνο βαρυγκομώντας και αναστενάζοντας δέχεται την πιθανότητα πως για το γκρέμισμα της οικονομίας, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση, θα χρειαστεί ίσως η βία- δυστυχώς, βλέπετε! Γιατί κάθε χρήση βίας διαφθείρει τάχα αυτόν που τη χρησιμοποιεί. Και αυτά λέγονται παρ΄ όλη την υψηλή ηθική και ιδεολογική ανάταση, που ακολουθούσε ύστερα από κάθε νικηφόρα επανάσταση! Κι αυτά λέγονται στη Γερμανία, όπου μια βίαιη σύγκρουση που μπορούν να την επιβάλλουν στο λαό, θα είχε τουλάχιστον το πλεονέκτημα να ξεριζώσει το πνεύμα της δουλοπρέπειας, που εισχώρησε στην εθνική συνείδηση ύστερα από την ταπείνωση του Τριακονταετούς πολέμου[19]. Κι αυτός ο θαμπός, άτονος και αδύναμος παπαδίστικος τρόπος σκέψης έχει την αξίωση να επιβληθεί στο πιο επαναστατικό κόμμα που γνώρισε η ιστορία;» (σελ. 193 της 3ης γερμ. έκδ., τέλος του 4ου κεφαλαίου του ΙΙ μέρους)[20].

Πως μπορούμε να συνενώσουμε σε μια διδασκαλία αυτό τον πανηγυρικό της βίαιης επανάστασης, που ο Ένγκελς τον προσφέρει επίμονα στους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες από το 1878 ως το 1894, δηλαδή ως το θάνατό του, με τη θεωρία της «απονέκρωσης» του κράτους;

Συνήθως συνενώνουν το ένα με το άλλο με τη βοήθεια του εκλεκτικισμού, αποσπώντας αυθαίρετα (ή για να γίνουν αρεστοί στην εξουσία των κρατούντων) χωρίς ιδεολογικό περιεχόμενο και με τρόπο σοφιστικό πότε τον ένα και πότε τον άλλο συλλογισμό, και συνάμα στις ενενήντα εννιά περιπτώσεις από τις εκατό, αν όχι πιο συχνά, προβάλλεται στην πρώτη γραμμή ακριβώς η «απονέκρωση». Η διαλεκτική αντικαθίσταται με τον εκλεκτικισμό: αυτό είναι το πιο συνηθισμένο, το πιο διαδομένο φαινόμενο στην επίσημη σοσιαλδημοκρατική φιλολογία των ημερών μας τη σχετική με το μαρξισμό. Η αντικατάσταση αυτή δεν αποτελεί βέβαια κάτι το καινούργιο, είχε παρατηρηθεί ακόμη και στην ιστορία της κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας. Με τη στρεβλωτική παρουσίαση του μαρξισμού σαν οπορτουνισμό, η στρεβλωτική παρουσίαση του εκλεκτικισμού σαν διαλεκτική ξεγελάει πολύ εύκολα τις μάζες, προσφέρει μια φαινομενική ικανοποίηση, παίρνει δήθεν υπόψη όλες τις πλευρές του προτσές, όλες τις τάσεις της εξέλιξης, όλες τις αντιφατικές επιδράσεις κτλ., ενώ στην πράξη δεν δίνει καμιά ολοκληρωμένη και επαναστατική αντίληψη του προτσές της κοινωνικής εξέλιξης.

Πιο πάνω μιλήσαμε ήδη και θα δείξουμε πιο λεπτομερειακά κατά την πορεία της έκθεσής μας, πως η διδασκαλία του Μαρξ και του Ένγκελς για το ότι είναι αναπόφευκτη η βίαιη επανάσταση αναφέρεται στο αστικό κράτος, που δεν μπορεί να το αντικαταστήσει το προλεταριακό κράτος (η δικτατορία του προλεταριάτου) με την «απονέκρωση», αλλά μπορεί κατά γενικό κανόνα, μόνο με τη βίαιη επανάσταση. Οι εγκωμιασμοί του Ένγκελς στη βίαιη επανάσταση που ανταποκρίνονται πέρα για πέρα στις επανειλημμένες δηλώσεις του Μαρξ –(ας θυμηθούμε το τέλος της «Αθλιότητας της φιλοσοφίας»[21] και του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου»[22] με την περήφανη, ανοιχτή διακήρυξη για το ότι είναι αναπόφευκτη η βίαιη επανάσταση, ας θυμηθούμε την κριτική του Προγράμματος της Γκότα του 1875, σχεδόν ύστερα από 30 χρόνια, όπου ο Μαρξ μαστιγώνει αλύπητα τον οπορτουνισμό αυτού του προγράμματος[23])- οι εγκωμιασμοί αυτοί δεν είναι καθόλου «έπαρση», δεν είναι καθόλου ρητορικό σχήμα, ούτε ξέσπασμα πολεμικής. Η ανάγκη της συστηματικής διαπαιδαγώγησης των μαζών στο πνεύμα αυτής και μόνο αυτής της άποψης για τη βίαιη επανάσταση βρίσκεται στη βάση όλης της διδασκαλίας του Μαρξ και του Ένγκελς. Η προδοσία της διδασκαλίας τους από τα σοσιαλσοβινιστικά και καουτσκιστικά ρεύματα, που κυριαρχούν σήμερα, εκφράζεται ιδιαίτερα ανάγλυφα στο γεγονός ότι και τα δυό αυτά ρεύματα λησμονούν αυτή την προπαγάνδα, αυτή τη διαφώτιση.

Η αντικατάσταση του αστικού κράτους από το προλεταριακό είναι αδύνατο να γίνει χωρίς τη βίαιη επανάσταση. Η κατάργηση του προλεταριακού κράτους, δηλαδή η κατάργηση κάθε κράτους, δεν είναι δυνατό να γίνει διαφορετικά παρά με την «απονέκρωση».

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανάπτυσσαν λεπτομερειακά και συγκεκριμένα τις απόψεις αυτές, μελετώντας κάθε ξεχωριστή επαναστατική κατάσταση, αναλύοντας τα διδάγματα της πείρας της κάθε επανάστασης. Περνούμε τώρα σ΄ αυτό το αναμφίβολα πιο σπουδαίο μέρος της διδασκαλίας τους.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ: Η ΠΕΙΡΑ ΤΟΥ 1848-1851

1. Οι παραμονές της επανάστασης

Τα πρώτα έργα του ώριμου μαρξισμού, «Η Αθλιότητα της φιλοσοφίας» και το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», αναφέρονται ακριβώς στις παραμονές της επανάστασης του 1848. Για το λόγο αυτό, παράλληλα με την έκθεση των γενικών βάσεων του μαρξισμού, έχουμε εδώ ως ένα βαθμό και την αντανάκλαση της τοτινής συγκεκριμένης επαναστατικής κατάστασης, και γι΄ αυτό θα είναι ίσως πιο σκόπιμο να δούμε τι λένε οι συγγραφείς αυτών των έργων για το κράτος, πριν βγάλουν ακόμη τα συμπεράσματά τους από την πείρα του 1848-1851.

«… Στην πορεία της εξέλιξης –γράφει ο Μαρξ στην “Αθλιότητα της φιλοσοφίας”- η εργατική τάξη θα βάλει στη θέση της παλιάς αστικής κοινωνίας μια τέτοια οργάνωση, που θα αποκλείει τις τάξεις και την αντίθεσή τους. Δεν θα υπάρχει πια καμιά καθαυτό πολιτική εξουσία, γιατί ακριβώς η πολιτική εξουσία είναι η επίσημη έκφραση της ταξικής αντίθεσης μέσα στην αστική κοινωνία» (σελ. 182 της γερμ. έκδ. του 1885)[24].

Είναι διδακτικό μ΄ αυτή τη γενική διατύπωση της σκέψης για την εξαφάνιση του κράτους ύστερα από την εξάλειψη των τάξεων, να παραβάλουμε όσα έγραψαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς λίγους μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα το Νοέμβρη του 1847, στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο»:

«… Χαράσσοντας τις πιο γενικές φάσεις της εξέλιξης του προλεταριάτου, παρακολουθήσαμε τον λίγο-πολύ κρυφό εμφύλιο πόλεμο μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία, ως τη στιγμή που ο πόλεμος αυτός ξεσπάει σε ανοιχτή επανάσταση και το προλεταριάτο θεμελιώνει την κυριαρχία του με τη βίαιη ανατροπή της αστικής τάξης…

… Είδαμε κιόλας πιο πάνω ότι το πρώτο βήμα στην εργατική επανάσταση είναι η μετατροπή» (κατά λέξη: η ανύψωση) «του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη, η κατάκτηση της δημοκρατίας.

Το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική του κυριαρχία για να αποσπάσει βαθμιαία από την αστική τάξη όλο το κεφάλαιο, για να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους, δηλαδή του προλεταριάτου που είναι οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη και για να αυξήσει όσο το δυνατό πιο γρήγορα τη μάζα των παραγωγικών δυνάμεων» (σελ. 31 και 37 της 7ης γερμ. έκδ. του 1906)[25].

Εδώ βλέπουμε να διατυπώνεται μια από τις πιο αξιόλογες και πιο σπουδαίες ιδέες του μαρξισμού στο ζήτημα του κράτους, και συγκεκριμένα η ιδέα της «δικτατορίας του προλεταριάτου» (όπως άρχισαν να λένε ο Μαρξ και ο Ένγκελς ύστερα από την Κομμούνα του Παρισιού)[26] και στη συνέχεια ο εξαιρετικά ενδιαφέρων ορισμός του κράτους, που και αυτός ανήκει στα «λησμονημένα λόγια» του μαρξισμού. «Το κράτος, δηλαδή το προλεταριάτο που είναι οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη».

Ο ορισμός του κράτους όχι μόνο δεν έχει εξηγηθεί ποτέ στην κυριαρχούσα προπαγανδιστική και διαφωτιστική φιλολογία των επίσημων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Κάτι παραπάνω. Ίσα-ίσα λησμονήθηκε, γιατί είναι εντελώς ασυμβίβαστος με το ρεφορμισμό, γιατί χτυπάει κατάμουτρα τις συνηθισμένες οπορτουνιστικές προλήψεις και τις μικροαστικές αυταπάτες σχετικά με την «ειρηνική εξέλιξη της δημοκρατίας».

Στο προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος –αυτό το επαναλαμβάνουν όλοι οι οπορτουνιστές, οι σοσιαλσοβινιστές και οι καουτσκιστές, βεβαιώνοντας πως αυτή είναι η διδασκαλία του Μαρξ και «λησμονώντας» να προσθέσουν ότι, πρώτο, κατά τον Μαρξ, στο προλεταριάτο χρειάζεται μόνο ένα κράτος που απονεκρώνεται, δηλαδή οργανωμένο έτσι που ν΄ αρχίσει αμέσως να απονεκρώνεται και που να μην υπάρχει περίπτωση που να μην απονεκρώνεται. Και, δεύτερο, οι εργαζόμενοι χρειάζονται το «κράτος», δηλαδή το προλεταριάτο που είναι οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη.

Το κράτος είναι μια ιδιαίτερη οργάνωση δύναμης, είναι η οργάνωση της βίας για την καταπίεση κάποιας τάξης. Ποια όμως τάξη πρέπει να καταπιέζει το προλεταριάτο; Φυσικά, μόνο την εκμεταλλεύτρια τάξη, δηλαδή την αστική τάξη. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται το κράτος μόνο για να καταπνίγουν την αντίσταση των εκμεταλλευτών και μόνο το προλεταριάτο είναι σε θέση να καθοδηγεί αυτή την κατάπνιξη, να την πραγματοποιήσει, γιατί είναι η μοναδική ως το τέλος επαναστατική τάξη, η μοναδική τάξη που είναι ικανή να συνενώσει όλους τους εργαζόμενους και εκμεταλλευόμενους στην πάλη ενάντια στην αστική τάξη, για τον ολοκληρωτικό παραμερισμό της.

Οι εκμεταλλεύτριες τάξεις χρειάζονται την πολιτική κυριαρχία για να διατηρούν την εκμετάλλευση, δηλαδή για τα ιδιοτελή συμφέροντα μιας μηδαμινής μειοψηφίας, ενάντια στην τεράστια πλειοψηφία του λαού. Οι εκμεταλλευόμενες τάξεις χρειάζονται την πολιτική κυριαρχία για να εξαλείψουν ολοκληρωτικά κάθε εκμετάλλευση, δηλαδή για τα συμφέροντα της τεράστιας πλειοψηφίας του λαού, ενάντια στη μηδαμινή μειοψηφία των σημερινών δουλοκτητών, δηλαδή των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών.

Οι μικροαστοί δημοκράτες, αυτοί οι δήθεν σοσιαλιστές, που αντικατάστησαν τον ταξικό αγώνα με τα ονειροπολήματα για τη συμφωνία των τάξεων, φαντάστηκαν ονειροπαρμένα και το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, όχι σαν ανατροπή της κυριαρχίας της εκμεταλλεύτριας τάξης, αλλά σαν ειρηνική υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία που έχει συνειδητοποιήσει τα καθήκοντά της. Αυτή η μικροαστική ουτοπία, που συνδέεται αδιάσπαστα με την παραδοχή του υπερταξικού κράτους, στην πράξη οδηγούσε στην προδοσία των συμφερόντων των εργαζόμενων τάξεων, όπως το έδειξε λ.χ. η ιστορία των γαλλικών επαναστάσεων του 1848 και του 1871, όπως το έδειξε η πείρα της «σοσιαλιστικής» συμμετοχής στις αστικές κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων χωρών στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα[27].

Σε όλη του τη ζωή ο Μαρξ καταπολεμούσε αυτό το μικροαστικό σοσιαλισμό, που τον ανασταίνουν σήμερα στη Ρωσία τα κόμματα των εσέρων και των μενσεβίκων. Τη διδασκαλία για την ταξική πάλη ο Μαρξ την ανάπτυξε με συνέπεια ως τη διδασκαλία για την πολιτική εξουσία, για το κράτος.

Η ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης είναι δυνατή μόνο από το προλεταριάτο, σαν ιδιαίτερη τάξη, που οι οικονομικοί όροι της ύπαρξής του το προετοιμάζουν γι΄ αυτή την ανατροπή, του δίνουν τη δυνατότητα και τη δύναμη να την πραγματοποιήσει. Ενώ η αστική τάξη, από τη μια μεριά, κατατεμαχίζει και διασκορπίζει την αγροτιά και όλα τα μικροαστικά στρώματα, από την άλλη, συσπειρώνει, συνενώνει και οργανώνει το προλεταριάτο. Μόνο το προλεταριάτο είναι ικανό –χάρη στον οικονομικό του ρόλο που παίζει στη μεγάλη παραγωγή- να είναι ο αρχηγός όλων των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων μαζών, που η αστική τάξη τις εκμεταλλεύεται, τις καταπιέζει, τις συνθλίβει συχνά όχι λιγότερο, αλλά περισσότερο από τους προλετάριους, οι οποίες όμως δεν είναι σε θέση να διεξάγουν έναν αυτοτελή αγώνα για την απελευθέρωσή τους.

Η διδασκαλία για την ταξική πάλη, που την εφάρμοσε ο Μαρξ στο ζήτημα του κράτους και της σοσιαλιστικής επανάστασης, οδηγεί αναγκαστικά στην αναγνώριση της πολιτικής κυριαρχίας του προλεταριάτου, της δικτατορίας του, δηλαδή της εξουσίας, που δεν τη μοιράζεται με κανένα και που στηρίζεται άμεσα στην ένοπλη δύναμη των μαζών. Η ανατροπή της αστικής τάξης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη μετατροπή του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη, ικανή να καταπνίξει την αναπόφευκτη, απεγνωσμένη αντίσταση της αστικής τάξης και να οργανώσει όλες τις εργαζόμενες και εκμεταλλευόμενες μάζες για το νέο τρόπο οργάνωσης της οικονομίας.

Το προλεταριάτο χρειάζεται την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωτική οργάνωση της δύναμης, την οργάνωση της βίας και για την κατάπνιξη της αντίστασης των εκμεταλλευτών και για την καθοδήγηση της τεράστιας μάζας του πληθυσμού, των αγροτών, των μικροαστών, των μισοπρολετάριων στο έργο της «ρύθμισης» της σοσιαλιστικής οικονομίας.

Ο μαρξισμός, διαπαιδαγωγώντας το εργατικό κόμμα, διαπαιδαγωγεί την πρωτοπορία του προλεταριάτου, ικανή να πάρει την εξουσία και να οδηγήσει όλο το λαό στο σοσιαλισμό, να κατευθύνει και να οργανώσει το νέο καθεστώς, να είναι ο δάσκαλος, ο καθοδηγητής και ο αρχηγός όλων των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων στην οργάνωση της κοινωνικής τους ζωής χωρίς την αστική τάξη και ενάντια στην αστική τάξη. Αντίθετα, ο κυρίαρχος σήμερα οπορτουνισμός διαπαιδαγωγεί μέσα από τους κόλπους του εργατικού κόμματος τους εκπροσώπους των καλύτερα πληρωνόμενων εργατών, που ξεκόβουν από τη μάζα, που «βολεύονται» υποφερτά στον καπιταλισμό, που πουλάνε τα πρωτοτόκια τους αντί πινακίου φακής, δηλαδή που παραιτούνται από το ρόλο των επαναστατών αρχηγών του λαού ενάντια στην αστική τάξη.

«Το κράτος, δηλαδή το προλεταριάτο που είναι οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη» -αυτή η θεωρία του Μαρξ συνδέεται αδιάσπαστα με όλη τη διδασκαλία του για τον επαναστατικό ρόλο του προλεταριάτου στην ιστορία. Η ολοκλήρωση αυτού του ρόλου είναι η προλεταριακή δικτατορία, η πολιτική κυριαρχία του προλεταριάτου.

Αν όμως το προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος, σαν ιδιαίτερη οργάνωση βίας ενάντια στην αστική τάξη, τότε από δω βγαίνει μόνο του το συμπέρασμα: είναι μήπως νοητή η δημιουργία μιας τέτοιας οργάνωσης χωρίς την προκαταρκτική καταστροφή, χωρίς τη συντριβή της κρατικής μηχανής που δημιούργησε για τον εαυτό της η αστική τάξη; Σ΄ αυτό το συμπέρασμα μάς οδηγεί άμεσα το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» και γι΄ αυτό το συμπέρασμα μιλάει ο Μαρξ, όταν συνοψίζει τα πορίσματα από την πείρα της επανάστασης του 1848-1851.


2. Τα πορίσματα της επανάστασης

Σχετικά με το ζήτημα του κράτους, που μας ενδιαφέρει, ο Μαρξ συνοψίζει τα πορίσματα της επανάστασης του 1848-1851 στον ακόλουθο συλλογισμό του έργου του «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»:

«… Η επανάσταση όμως είναι ριζική. Βρίσκεται ακόμη στο πέρασμά της μέσα από το καθαρτήριο πυρ. Εκτελεί μεθοδικά το έργο της. Ως τις 2 του Δεκέμβρη 1851» (τη μέρα που ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης έκανε το πραξικόπημά του) «είχε αποτελειώσει το μισό από το προπαρασκευαστικό της έργο και τώρα αποτελειώνει το άλλο μισό. Ολοκληρώνει πρώτα την κοινοβουλευτική εξουσία για να μπορεί να την ανατρέψει. Και τώρα που το έχει κατορθώσει αυτό, ολοκληρώνει την εκτελεστική εξουσία, την περιορίζει στην πιο καθαρή της έκφραση, την απομονώνει, τη βάζει απέναντί της σαν μοναδικό στόχο για να συγκεντρώσει πάνω της όλες τις δυνάμεις καταστροφής» (η υπογράμμιση δική μας). «Και όταν η επανάσταση θα έχει εκτελέσει το δεύτερο μισό του προπαρασκευαστικού της έργου, η Ευρώπη θα αναπηδήσει από τη θέση της και θα φωνάξει χαρούμενα: καλά έσκαψες, γέρο τυφλοπόντικα!

Αυτή η εκτελεστική εξουσία, με την τεράστια γραφειοκρατική και στρατιωτική οργάνωσή της, με τον πλατύ και έντεχνο κρατικό της μηχανισμό, με μια στρατιά από μισό εκατομμύριο υπαλλήλους, πλάι σ΄ ένα στρατό από άλλο μισό εκατομμύριο, αυτό το φοβερά παρασιτικό σώμα, που τυλίγεται σαν δίχτυ γύρω από το σώμα της γαλλικής κοινωνίας και φράζει όλους τους πόρους του, γεννήθηκε στις μέρες της απόλυτης μοναρχίας, τον καιρό της παρακμής του φεουδαρχισμού, παρακμής που στην επιτάχυνσή της υποβοήθησε το σώμα αυτό». Η πρώτη γαλλική επανάσταση ανάπτυξε το συγκεντρωτισμό, «ταυτόχρονα όμως διεύρυνε την έκταση, τις αρμοδιότητες και τον αριθμό των παραστατών της κυβερνητικής εξουσίας. Ο Ναπολέων τελειοποίησε αυτό τον κρατικό μηχανισμό». Η νομιμόφρονη μοναρχία και η μοναρχία του Ιούλη «δεν προσθέσανε τίποτε το καινούργιο, εκτός από ένα μεγαλύτερο καταμερισμό της εργασίας…

… Τέλος, η κοινοβουλευτική δημοκρατία στην πάλη της ενάντια στην επανάσταση βρέθηκε αναγκασμένη, μαζί με τα καταπιεστικά μέτρα, να ενισχύσει τους πόρους και το συγκεντρωτισμό της κυβερνητικής εξουσίας.  Ό λ ε ς  ο ι  α ν α τ ρ ο π έ ς  τ ε λ ε ι ο π ο ι ο ύ σ α ν  α υ τ ή  τ η  μ η χ α ν ή,  α ν τ ί  ν α  τ η ν  τ σ α κ ί σ ο υ ν»  (η υπογράμμιση δική μας). «Τα κόμματα που αγωνίζονταν διαδοχικά για την εξουσία θεωρούσαν την κατάκτηση αυτού του τεράστιου κρατικού οικοδομήματος σαν την κυριότερη λεία της νίκης τους» («Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», σελ. 98-99, 4η έκδ., Αμβούργο, 1907)[28].

Με τον περίφημο αυτό συλλογισμό ο μαρξισμός κάνει ένα τεράστιο βήμα προς τα μπρος σε σύγκριση με το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Εκεί το ζήτημα του κράτους τίθεται ακόμη πιο αφηρημένα, με τις πιο γενικές έννοιες και εκφράσεις. Εδώ το ζήτημα τίθεται συγκεκριμένα και το συμπέρασμα που βγαίνει είναι εξαιρετικά ακριβολογημένο, καθορισμένο και πρακτικά χειροπιαστό: όλες οι προηγούμενες επαναστάσεις τελειοποιούσαν την κρατική μηχανή, ενώ πρέπει να τη σπάσουν, να την τσακίσουν.

Το συμπέρασμα αυτό είναι το κύριο, το βασικό στη διδασκαλία του μαρξισμού για το κράτος. Και ακριβώς αυτό το βασικό δεν έχει μόνο εντελώς λησμονηθεί από τα επικρατούντα επίσημα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αλλά και άμεσα έχει διαστρεβλωθεί (όπως θα δούμε πιο κάτω) από τον πιο επιφανή θεωρητικό της ΙΙ Διεθνούς Κ. Κάουτσκι.

Στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» συνοψίζονται τα γενικά πορίσματα της ιστορίας, που μας υποχρεώνουν να βλέπουμε το κράτος σαν όργανο της ταξικής κυριαρχίας και που οδηγούν υποχρεωτικά στο συμπέρασμα ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί ν΄ ανατρέψει την αστική τάξη, χωρίς να κατακτήσει αρχικά την πολιτική εξουσία, χωρίς ν΄ αποσπάσει την πολιτική κυριαρχία και να μετατρέψει το κράτος σε «προλεταριάτο που είναι οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη» και πως αυτό το προλεταριακό κράτος αμέσως μετά τη νίκη του θ΄ αρχίσει ν΄ απονεκρώνεται, γιατί σε μια κοινωνία δίχως ταξικές αντιθέσεις το κράτος δεν χρειάζεται και δεν μπορεί να υπάρχει. Εδώ δεν τίθεται το ζήτημα τι λογής πρέπει –από την άποψη της ιστορικής εξέλιξης- να είναι αυτή η αντικατάσταση του αστικού κράτους από το προλεταριακό.

Αυτό ακριβώς το ζήτημα ο Μαρξ το θέτει και το λύνει το 1852. Πιστός στη φιλοσοφία του διαλεκτικού υλισμού, ο Μαρξ παίρνει για βάση την ιστορική πείρα των μεγάλων χρόνων της επανάστασης του 1848-1951. Και εδώ η διδασκαλία του Μαρξ –όπως πάντα- αποτελεί συνόψιση της πείρας, που φωτίζεται με βαθιά φιλοσοφική κοσμοθεωρία και πλούσια γνώση της ιστορίας.

Το ζήτημα του κράτους τίθεται συγκεκριμένα: πως γεννήθηκε ιστορικά το αστικό κράτος και η απαραίτητη για την κυριαρχία της αστικής τάξης κρατική μηχανή; ποιες είναι οι αλλαγές της, ποια η εξέλιξή της στην πορεία των αστικών επαναστάσεων και μπροστά στους αυτοτελείς αγώνες των καταπιεζόμενων τάξεων; Ποια τα καθήκοντα του προλεταριάτου απέναντι σ΄ αυτή την κρατική μηχανή;

Η συγκεντρωτική κρατική εξουσία που χαρακτηρίζει την αστική κοινωνία εμφανίστηκε στην εποχή της παρακμής της απολυταρχίας. Δυό είναι οι πιο χαρακτηριστικοί γι΄ αυτή την κρατική μηχανή θεσμοί: η υπαλληλοκρατία και ο μόνιμος στρατός. Στα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς γίνεται πολλές φορές λόγος για το πώς χιλιάδες νήματα συνδέουν αυτούς τους θεσμούς ακριβώς με την αστική τάξη. Η πείρα του κάθε εργάτη διασαφηνίζει αυτό το δεσμό με εξαιρετικά παραστατικό και επιβλητικό τρόπο. Η εργατική τάξη μαθαίνει πάνω στο πετσί της να διακρίνει αυτό το δεσμό –να γιατί κατανοεί τόσο εύκολα και αφομοιώνει τόσο σταθερά την επιστήμη για το αναπόφευκτο αυτού του δεσμού, την επιστήμη που οι μικροαστοί δημοκράτες είτε την αρνούνται από αμορφωσιά και επιπολαιότητα, είτε με ακόμη μεγαλύτερη επιπολαιότητα την παραδέχονται «γενικά», ξεχνώντας να βγάλουν τα αντίστοιχα πρακτικά συμπεράσματα.

Η υπαλληλοκρατία και ο μόνιμος στρατός είναι ένα «παράσιτο» πάνω στο σώμα της αστικής κοινωνίας, παράσιτο που γεννήθηκε από τις εσωτερικές αντιθέσεις που σπαράζουν αυτή την κοινωνία και ακριβώς παράσιτο που «φράζει» τους ζωτικούς πόρους. Ο καουτσκιστικός οπορτουνισμός, που κυριαρχεί σήμερα στην επίσημη σοσιαλδημοκρατία, θεωρεί την άποψη ότι το κράτος είναι παρασιτικός οργανισμός σαν ειδικό και αποκλειστικό γνώρισμα του αναρχισμού. Εννοείται, αυτή η διαστρέβλωση του μαρξισμού συμφέρει εξαιρετικά στους μικροαστούς εκείνους, που οδήγησαν το σοσιαλισμό στο ανήκουστο αίσχος να δικαιώνει και να εξωραΐζει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με τη χρησιμοποίηση της έννοιας της «υπεράσπισης της πατρίδας», όμως αυτό δεν είναι παρά μια αναμφισβήτητη διαστρέβλωση.

Μέσα απ΄ όλες τις αστικές επαναστάσεις, που τόσες πολλές γνώρισε η Ευρώπη από τον καιρό της πτώσης της φεουδαρχίας, προχωρεί η εξέλιξη, η τελειοποίηση, το δυνάμωμα αυτού του υπαλληλοκρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού. Ειδικότερα, η μικροαστική τάξη είναι εκείνη ακριβώς που έλκεται προς το μέρος της μεγαλοαστικής τάξης και σε σημαντικό βαθμό υποτάσσεται σ΄ αυτή με τη βοήθεια αυτού του μηχανισμού, που προσφέρει στ΄ ανώτατα στρώματα της αγροτιάς, των μικροεπαγγελματιών, των εμπόρων κ.ά. σχετικά βολικές, ήσυχες και τιμητικές θεσούλες, που τοποθετούν τους κατόχους τους πάνω από το λαό. Πάρτε αυτό που έγινε στη Ρωσία μέσα σ΄ ένα εξάμηνο ύστερα από τις 27 του Φλεβάρη 1917[29]: οι δημοσιοϋπαλληλικές θέσεις, που πρώτα δίνονταν κατά προτίμηση στους μαυροεκατονταρχίτες, έγιναν αντικείμενο λείας των καντέτων, των μενσεβίκων και των εσέρων. Στην ουσία δεν σκέπτονταν να κάνουν κανενός είδους σοβαρές μεταρρυθμίσεις, μα πάσχιζαν να τις αναβάλλουν «ως τη Συντακτική Συνέλευση» -και τη Συντακτική Συνέλευση να την αναβάλλουν λίγο-λίγο ως το τέλος του πολέμου! Δεν καθυστερούσαν όμως καθόλου και δεν περίμεναν καμιά Συντακτική Συνέλευση για να μοιράσουν τη λεία, για να καταλάβουν τις θέσεις των υπουργών, των υφυπουργών, των γενικών διοικητών κτλ., κτλ.! Το παιχνίδι των συνδυασμών για τη σύνθεση της κυβέρνησης στην ουσία δεν έκφραζε παρά μόνο το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα της «λείας», που γινόταν και από τα πάνω και από τα κάτω, σε όλη τη χώρα, σε ολόκληρη την κεντρική και τοπική διοίκηση. Το αποτέλεσμα, το αντικειμενικό αποτέλεσμα του εξαμήνου 27 του Φλεβάρη – 27 του Αυγούστου 1917, είναι αναμφισβήτητο: οι μεταρρυθμίσεις αναβλήθηκαν, το μοίρασμα των δημοσιοϋπαλληλικών θέσεων έχει γίνει και τα «λάθη» του μοιράσματος έχουν διορθωθεί με μερικά ξαναμοιράσματα.

Μα όσο πιο πολλά «ξαναμοιράσματα» γίνονται στον υπαλληλοκρατικό μηχανισμό ανάμεσα στα διάφορα αστικά και μικροαστικά κόμματα (ανάμεσα στους καντέτους[30], τους εσέρους και τους μενσεβίκους, για να πάρουμε το ρωσικό παράδειγμα), τόσο πιο φανερή γίνεται για τις καταπιεζόμενες τάξεις και για το προλεταριάτο, που βρίσκεται επικεφαλής τους, η ανειρήνευτη έχθρα τους προς όλη την αστική κοινωνία. Από εδώ πηγάζει η ανάγκη για όλα τα αστικά κόμματα, ακόμη και για τα πιο δημοκρατικά, μαζί και για τα «επαναστατικά-δημοκρατικά», να δυναμώνουν τους διωγμούς κατά του επαναστατικού προλεταριάτου, να ενισχύουν τον καταπιεστικό μηχανισμό, δηλαδή την ίδια την κρατική μηχανή. Αυτή η πορεία των γεγονότων υποχρεώνει την επανάσταση «να συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις της καταστροφής» ενάντια στην κρατική εξουσία, την υποχρεώνει να βάλει καθήκον της όχι την καλυτέρευση της κρατικής μηχανής, μα τη συντριβή, την καταστροφή της.

Δεν είναι οι λογικοί συλλογισμοί, αλλά η πραγματική εξέλιξη των γεγονότων, η ζωντανή πείρα του 1848-1851, που οδήγησαν σ΄ αυτή την τοποθέτηση του προβλήματος. Πόσο αυστηρά επιμένει ο Μαρξ στην πραγματική βάση της ιστορικής πείρας, φαίνεται από το γεγονός ότι το 1852 δεν θέτει ακόμη συγκεκριμένα το ζήτημα  μ ε  τ ι  ν΄ αντικατασταθεί αυτή η κρατική μηχανή που πρόκειται να καταστραφεί. Η πείρα δεν είχε δώσει ακόμη τότε στοιχεία για ένα τέτοιο ζήτημα, που η ιστορία το έθεσε στην ημερήσια διάταξη αργότερα, το 1871. Το 1852 μπορούσε κανείς να διαπιστώσει με την ακρίβεια φισικοϊστορικής παρατήρησης μόνο ότι η προλεταριακή επανάσταση  π λ η σ ί α σ ε  στο καθήκον «να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις καταστροφής» ενάντια στην κρατική εξουσία, στο καθήκον να «τσακίσει» την κρατική μηχανή.

Εδώ μπορεί να γεννηθεί το ερώτημα: είναι άραγε σωστή η γενίκευση της πείρας, των παρατηρήσεων και των συμπερασμάτων του Μαρξ, η μεταφορά τους σε όρια πλατύτερα από την ιστορία της Γαλλίας στα 1848-1851; Για να εξετάσουμε αυτό το ζήτημα θα θυμίσουμε πρώτα μια παρατήρηση του Ένγκελς και μετά θα περάσουμε στα πραγματικά δεδομένα.

«… Η Γαλλία –έγραφε ο Ένγκελς στον πρόλογο της 3ης έκδοσης της “18ης Μπρυμαίρ”- είναι η χώρα, όπου περισσότερο από οπουδήποτε αλλού οι ιστορικοί ταξικοί αγώνες έφταναν κάθε φορά ως το αποφασιστικό τέρμα. Στη Γαλλία διαγράφονταν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο οι μεταβαλλόμενες εκείνες πολιτικές μορφές, που μέσα τους κινούνται οι ταξικοί αυτοί αγώνες και όπου συνοψίζονται τ΄ αποτελέσματά τους. Κέντρο της φεουδαρχίας στο μεσαίωνα, πρότυπο χώρας της ενιαίας φεουδαρχικής μοναρχίας από την περίοδο της Αναγέννησης, η Γαλλία τσάκισε στην περίοδο της μεγάλης επανάστασης το φεουδαρχισμό και εγκαθίδρυσε την καθαρή κυριαρχία της αστικής τάξης με τέτοια κλασική μορφή, που δεν έφτασε καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Και ο αγώνας του προλεταριάτου, που ανεβαίνει ενάντια στην κυρίαρχη αστική τάξη, εκδηλώνεται εδώ με τέτοια έντονη μορφή, που είναι άγνωστη σε άλλες χώρες» (σελ. 4 της έκδ. του 1907)[31].

Η τελευταία παρατήρηση έχει παλιώσει, εφόσον από το 1871 και δω σημειώθηκε μια διακοπή στον επαναστατικό αγώνα του γαλλικού προλεταριάτου, μ΄ όλο που, όσο μακρόχρονη κι αν είναι αυτή η διακοπή, δεν αποκλείει διόλου την πιθανότητα στην επικείμενη προλεταριακή επανάσταση η Γαλλία να δείξει πως είναι η κλασική χώρα της πάλης των τάξεων ως το αποφασιστικό τέλος.

Ας ρίξουμε όμως μια γενική ματιά στην ιστορία των προηγμένων χωρών στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Θα δούμε ότι συντελούνταν πιο αργά, πιο ποικιλόμορφα, πάνω σε πολύ πιο πλατιά κονίστρα το ίδιο προτσές: από τη μια μεριά, η επεξεργασία της «κοινοβουλευτικής εξουσίας» τόσο στις δημοκρατικές χώρες (Γαλλία, Αμερική, Ελβετία), όσο και στις μοναρχικές (Αγγλία, Γερμανία ως ένα βαθμό, Ιταλία, Σκανδιναβικές χώρες κ.ά.), και από την άλλη, η πάλη για την εξουσία των διάφορων αστικών και μικροαστικών κομμάτων, που μοιράζονταν και ξαναμοιράζονταν τη «λεία» των δημοσιοϋπαλληλικών θέσεων, χωρίς ν΄ αλλάζουν τα θεμέλια του αστικού καθεστώτος, τέλος, η τελειοποίηση και η ενίσχυση της «εκτελεστικής εξουσίας» του υπαλληλοκρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού της.

Δεν χωράει καμιά αμφιβολία πως όλα αυτά είναι κοινά χαρακτηριστικά όλης της νεότερης εξέλιξης των καπιταλιστικών κρατών γενικά. Μέσα στα τρία χρόνια 1848-1851 η Γαλλία έδειξε με γοργό, έντονο, συγκεντρωτικό τρόπο τα ίδια προτσές ανάπτυξης που χαρακτηρίζουν όλο τον καπιταλιστικό κόσμο.

Ειδικά όμως ο ιμπεριαλισμός, η εποχή του τραπεζικού κεφαλαίου, η εποχή των γιγάντιων καπιταλιστικών μονοπωλίων, η εποχή της μετεξέλιξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, δείχνει ένα ασυνήθιστο δυνάμωμα της «κρατικής μηχανής», μια ανήκουστη αύξηση του υπαλληλοκρατικού και στρατιωτικού της μηχανισμού σε συνδυασμό με την ένταση των διώξεων του προλεταριάτου τόσο στις μοναρχικές, όσο και στις πιο ελεύθερες δημοκρατικές χώρες.

Είναι αναμφισβήτητο ότι η παγκόσμια ιστορία πλησιάζει τώρα, σε ασύγκριτα μεγαλύτερη κλίμακα από το 1852, στη «συγκέντρωση όλων των δυνάμεων» της προλεταριακής επανάστασης για την «καταστροφή» της κρατικής μηχανής.

Με τι θα αντικαταστήσει το προλεταριάτο την κρατική μηχανή, στο ζήτημα αυτό η Κομμούνα του Παρισιού έδωσε ένα πολύ διδακτικό υλικό.


3. Η τοποθέτηση του ζητήματος από τον Μαρξ το 1852[1*]

Το 1907 ο Μέρινγκ δημοσίευσε στο περιοδικό «Neue Zeit»[32] (XXV, 2, 164) αποσπάσματα από γράμμα του Μαρξ προς τον Βαϊντεμάγιερ της 5 του Μάρτη 1852. Στο γράμμα αυτό περιέχεται, ανάμεσα στ΄ άλλα, και ο ακόλουθος αξιοσημείωτος συλλογισμός:

«Όσο για μένα, δεν μου ανήκει η τιμή ούτε ότι εγώ ανακάλυψα την ύπαρξη των τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, ούτε ότι εγώ ανακάλυψα την πάλη ανάμεσά τους. Πολύ πριν από μένα αστοί ιστορικοί είχαν περιγράψει την ιστορική εξέλιξη αυτής της πάλης των τάξεων και αστοί οικονομολόγοι την οικονομική ανατομία των τάξεων. Ό,τι καινούργιο έκανα εγώ ήταν να αποδείξω: 1) ότι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται απλώς με ορισμένες ιστορικές φάσεις της ανάπτυξης της παραγωγής (historische Entwicklungsphasen der Produktion), 2) ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου, 3) ότι η ίδια αυτή δικτατορία αποτελεί μονάχα το πέρασμα στην κατάργηση όλων των τάξεων και σε μια αταξική κοινωνία…»[33].

Σ΄ αυτά τα λόγια ο Μαρξ κατόρθωσε να εκφράσει με καταπληκτική παραστατικότητα, πρώτο, το κύριο και το θεμελιακό που ξεχωρίζει τη διδασκαλία του από τη διδασκαλία των πρωτοπόρων και πιο βαθιών στοχαστών της αστικής τάξης, και δεύτερο, την ουσία της διδασκαλίας του για το κράτος.

Το κύριο στη διδασκαλία του Μαρξ είναι η ταξική πάλη. Έτσι λένε και γράφουν πολύ συχνά. Μα αυτό δεν είναι σωστό. Και το αποτέλεσμα απ΄ αυτή την ανακρίβεια είναι σχεδόν πάντα μια οπορτουνιστική διαστρέβλωση του μαρξισμού, παραποίησή του, έτσι που να γίνεται αποδεκτός από την αστική τάξη. Γιατί τη διδασκαλία για την ταξική πάλη δεν την δημιούργησε ο Μαρξ, αλλά η αστική τάξη πριν από τον Μαρξ και, μιλώντας γενικά, είναι αποδεκτή από την αστική τάξη. Όποιος παραδέχεται μόνο την πάλη των τάξεων, αυτός δεν είναι ακόμη μαρξιστής, αυτός μπορεί ν΄ αποδειχτεί άνθρωπος που δεν βγαίνει ακόμη από τα πλαίσια της αστικής σκέψης και της αστικής πολιτικής. Το να περιορίζεις το μαρξισμό στη διδασκαλία για την πάλη των τάξεων σημαίνει να κουτσουρεύεις το μαρξισμό, να τον διαστρεβλώνεις, να τον ανάγεις σε ό,τι είναι αποδεκτό από την αστική τάξη. Μαρξιστής είναι μόνο εκείνος που επεκτείνει την αναγνώριση της πάλης των τάξεων ως την αναγνώριση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη διαφορά του μαρξιστή από το μικρό (μα και μεγάλο) αστό της αράδας. Πάνω σ΄ αυτή τη λυδία λίθο πρέπει να δοκιμάζουμε την πραγματική κατανόηση και παραδοχή του μαρξισμού. Και δεν είναι παράξενο πως, όταν η ιστορία της Ευρώπης έφερε πρακτικά την εργατική τάξη κοντά σ΄ αυτό το ζήτημα, όχι μόνο όλοι οι οπορτουνιστές και ρεφορμιστές, αλλά και όλοι οι «καουτσκιστές» (οι άνθρωποι που ταλαντεύονται ανάμεσα στο ρεφορμισμό και στο μαρξισμό) αποδείχτηκαν θλιβεροί φιλισταίοι και μικροαστοί δημοκράτες, που απαρνούνται τη δικτατορία του προλεταριάτου. Η μπροσούρα του Κάουτσκι «Η δικτατορία του προλεταριάτου», που βγήκε τον Αύγουστο του 1918, δηλαδή πολύ αργότερα από την πρώτη έκδοση τούτου του βιβλίου, είναι πρότυπο μικροαστικής διαστρέβλωσης του μαρξισμού και αισχρή απάρνησής του στην πράξη, ενώ τον αναγνωρίζει υποκριτικά στα λόγια (βλ. τη μπροσούρα μου: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Πετρούπολη και Μόσχα 1918[2*]).

Ο σημερινός οπορτουνισμός στο πρόσωπο του κυριότερου εκπροσώπου του, του πρώην μαρξιστή Κ. Κάουτσκι, υπάγεται ολοκληρωτικά στο χαρακτηρισμό της αστικής θέσης που δίνεται από τον Μαρξ, γιατί ο οπορτουνισμός αυτός περιορίζει τον τομέα της παραδοχής της ταξικής πάλης στον τομέα των αστικών σχέσεων. (Σ΄ αυτόν όμως τον τομέα, μέσα στα πλαίσιά του, κανένας μορφωμένος φιλελεύθερος δεν θ΄ αρνηθεί «καταρχήν» να παραδεχτεί την ταξική πάλη!). Ο οπορτουνισμός δεν επεκτείνει την παραδοχή της ταξικής πάλης ακριβώς μέχρι το κυριότερο, ως την περίοδο του περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, ως την περίοδο της ανατροπής της αστικής τάξης και της ολοκληρωτικής εκμηδένισής της. Στην πραγματικότητα η περίοδος αυτή είναι αναπόφευκτα περίοδος πρωτόφαντης σκληρής ταξικής πάλης, πρωτόφαντης όξυνσης των μορφών της, συνεπώς, και το κράτος αυτής της περιόδου πρέπει αναπόφευκτα να είναι κράτος με νέο τρόπο δημοκρατικό (για τους προλετάριους και τους φτωχούς γενικά) και με νέο τρόπο δικτατορικό (ενάντια στην αστική τάξη).

Παρακάτω. Την ουσία της διδασκαλίας του Μαρξ για το κράτος την αφομοίωσε μόνο όποιος κατάλαβε ότι η δικτατορία μιας τάξης είναι αναγκαία όχι μόνο για κάθε ταξική κοινωνία γενικά, όχι μόνο για το προλεταριάτο, που έχει ανατρέψει την αστική τάξη, μα και για ολόκληρη την ιστορική περίοδο που χωρίζει τον καπιταλισμό από την «αταξική κοινωνία», από τον κομμουνισμό. Οι μορφές των αστικών κρατών είναι εξαιρετικά ποικίλες, η ουσία τους όμως είναι μια: όλα αυτά τα κράτη έτσι είτε αλλιώς, μα σε τελευταία ανάλυση υποχρεωτικά, είναι δικτατορία της αστικής τάξης. Το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό δεν μπορεί φυσικά να μη δώσει μια τεράστια αφθονία και ποικιλία πολιτικών μορφών, μα η ουσία εδώ θα είναι αναπόφευκτα μια: η δικτατορία του προλεταριάτου[34].
____________

[1*] Η παράγραφος αυτή προστέθηκε στη δεύτερη έκδοση.

[2*] Βλ. Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 28ος, σελ. 207-302. Η Σύντ.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ: Η ΠΕΙΡΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΤΟΥ 1871.
Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞ

1. Σε τι συνίσταται ο ηρωισμός της προσπάθειας των κομμουνάρων;

Είναι γνωστό, ότι λίγους μήνες πριν από την Κομμούνα, το φθινόπωρο του 1870, ο Μαρξ προειδοποιούσε τους εργάτες του Παρισιού, αποδείχνοντάς τους ότι θα ήταν απεγνωσμένη ανοησία αν επιχειρήσουν να ανατρέψουν την κυβέρνηση[35]. Όταν όμως το Μάρτη του 1871 επέβαλαν στους εργάτες την αποφασιστική μάχη και εκείνοι τη δέχτηκαν, όταν η εξέγερση έγινε γεγονός, ο Μαρξ, παρ΄ όλα τα κακά προμηνύματα, χαιρέτισε με το μεγαλύτερο ενθουσιασμό την προλεταριακή επανάσταση. Ο Μαρξ δεν στάθηκε επίμονα στη σχολαστική καταδίκη του «πρόωρου» κινήματος, όπως έκανε ο θλιβερής φήμης ρώσος αποστάτης του μαρξισμού Πλεχάνοφ, που το Νοέμβρη του 1905 έγραψε ενθαρρυντικά για τον αγώνα των εργατών και αγροτών και ύστερα από το Δεκέμβρη του 1905 φώναζε σαν φιλελεύθερος: «δεν έπρεπε να πάρουμε τα όπλα»[36].

Όμως ο Μαρξ δεν εκδήλωσε μόνο τον ενθουσιασμό του για τον ηρωισμό των κομμουνάρων που, σύμφωνα με την έκφρασή του, «έκαναν έφοδο ενάντια στον ουρανό»[37]. Στο μαζικό επαναστατικό κίνημα, παρ΄ όλο που δεν πέτυχε το σκοπό του, ο Μαρξ έβλεπε μια ιστορική πείρα τεράστιας σημασίας, ένα ορισμένο βήμα προς τα μπρος της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης, ένα πρακτικό βήμα πολύ σπουδαιότερο από εκατοντάδες προγράμματα και γνώμες. Να αναλύσει αυτή την πείρα, να βγάλει απ΄ αυτή διδάγματα τακτικής, να επανεξετάσει πάνω στη βάση αυτής της πείρας τη θεωρία του –αυτό το καθήκον έθεσε ο Μαρξ.

Τη μόνη «διόρθωση» στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», που ο Μαρξ έκρινε απαραίτητο να κάνει, την έκανε με βάση την επαναστατική πείρα των κομμουνάρων του Παρισιού.

Ο τελευταίος πρόλογος στη νέα γερμανική έκδοση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», που υπογράφεται και από τους δυό συγγραφείς του, έχει ημερομηνία 24 του Ιούνη 1872. Στον πρόλογο αυτό οι συγγραφείς του, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς, τονίζουν ότι το πρόγραμμα του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» «τώρα σε μερικά μέρη πάλιωσε».

«… Ιδίως –συνεχίζουν- η Κομμούνα απόδειξε ότι “η εργατική τάξη δεν μπορεί απλώς να κατακτήσει την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς”…»[38]

Τα λόγια αυτά της περικοπής, που βρίσκονται μέσα στα δεύτερα εισαγωγικά, οι συγγραφείς τα δανείστηκαν από το έργο του Μαρξ: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»[39].

Έτσι λοιπόν, ένα βασικό και κύριο δίδαγμα της Κομμούνας του Παρισιού ο Μαρξ και ο Ένγκελς το θεωρούσαν ότι έχει τόσο τεράστια σημασία, που το καταχώρησαν σαν ουσιαστική διόρθωση στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο».

Είναι πάρα πολύ χαρακτηριστικό ότι αυτή ακριβώς η ουσιαστική διόρθωση διαστρεβλώθηκε από τους οπορτουνιστές και το νόημά της θα είναι ασφαλώς άγνωστο στα εννιά δέκατα, αν όχι στα ενενήντα εννιά εκατοστά των αναγνωστών του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου». Θα μιλήσουμε λεπτομερειακά για τη διαστρέβλωση αυτή πιο κάτω, στο κεφάλαιο που αφιερώνεται ειδικά στις διαστρεβλώσεις. Τώρα φτάνει να σημειωθεί ότι η συνηθισμένη, η χοντροκομμένη «αντίληψη» του περίφημου αποφθέγματος του Μαρξ, που αναφέραμε, βρίσκεται στο ότι τάχα ο Μαρξ υπογραμμίζει εδώ την ιδέα της αργής εξέλιξης σε αντίθεση με την κατάληψη της εξουσίας και τα παρόμοια.

Στην πραγματικότητα συμβαίνει  α κ ρ ι β ώ ς  τ ο  α ν τ ί θ ε τ ο.  Η σκέψη του Μαρξ συνίσταται στο ότι η εργατική τάξη πρέπει  ν α  σ υ ν τ ρ ί ψ ε ι,  ν α  τ σ α κ ί σ ε ι  την «έτοιμη κρατική μηχανή» και να μην περιοριστεί στην απλή κατάληψή της.

Στις 12 του Απρίλη 1871, δηλαδή ακριβώς στην περίοδο της Κομμούνας, ο Μαρξ έγραφε στον Κούγκελμαν:

«… Αν ρίξεις μια ματιά στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου μου «Η 18η Μπρυμαίρ» θα δεις ότι σαν κατοπινή προσπάθεια της γαλλικής επανάστασης δηλώνω: να μην περάσει τη γραφειοκρατική-στρατιωτική μηχανή από το ένα χέρι στο άλλο, όπως γινόταν ως τώρα, αλλά να την  τ σ α κ ί σ ε ι»  ( η υπογράμμιση είναι του Μαρξ, στο πρωτότυπο υπάρχει η λέξη zerbrechen), «και τέτοιος ακριβώς είναι ο προκαταρκτικός όρος κάθε πραγματικής λαϊκής επανάστασης στην ήπειρο. Τέτοια ακριβώς είναι και η προσπάθεια των ηρωικών μας συντρόφων του Παρισιού» (σελ. 709, «Neue Zeit», XX, Ι, χρόνος 1901-1902)[40]. (Τα γράμματα του Μαρξ προς τον Κούγκελμαν βγήκαν στα ρωσικά σε όχι λιγότερες από δυό εκδόσεις, τη μια απ΄ αυτές την έχω επιμεληθεί εγώ και έχει δικό μου πρόλογο[1*].)

Στα λόγια αυτά: «να τσακίσει τη γραφειοκρατική-στρατιωτική κρατική μηχανή» διατυπώνεται σε συντομία το βασικό δίδαγμα του μαρξισμού πάνω στο ζήτημα των καθηκόντων του προλεταριάτου στην επανάσταση σε σχέση με τα κράτος. Κι αυτό ακριβώς το δίδαγμα όχι μόνο λησμονήθηκε τελείως, μα και διαστρεβλώθηκε απροκάλυπτα από την κυρίαρχη, την καουτσκιστική, «ερμηνεία» του μαρξισμού!

Όσο για την παραπομπή του Μαρξ στη «18η Μπρυμαίρ», παραθέσαμε πιο πάνω ολόκληρη τη σχετική περικοπή.

Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ιδιαίτερα δυό σημεία στον πιο πάνω συλλογισμό του Μαρξ. Πρώτο, ο Μαρξ περιορίζει το συμπέρασμά του στην ήπειρο. Αυτό ήταν εύλογο το 1871, όταν η Αγγλία ήταν ακόμη πρότυπο χώρας καθαρά καπιταλιστικής, αλλά χωρίς στρατοκρατία και σε σημαντικό βαθμό χωρίς γραφειοκρατία. Γι΄ αυτό ο Μαρξ εξαιρούσε την Αγγλία, όπου η επανάσταση, ακόμη και η λαϊκή επανάσταση, φαινόταν και ήταν τότε δυνατή χωρίς τον προκαταρκτικό όρο της καταστροφής της «έτοιμης κρατικής μηχανής».

Τώρα, το 1917, στην εποχή του πρώτου μεγάλου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ο περιορισμός αυτός του Μαρξ παύει να ισχύει. Και η Αγγλία και η Αμερική, οι μεγαλύτεροι και τελευταίοι –σε όλο τον κόσμο- εκπρόσωποι της αγγλοσαξονικής «ελευθερίας», με την έννοια ότι δεν είχαν στρατοκρατία και γραφειοκρατία, κατρακύλησαν ολότελα στον πανευρωπαϊκό βρωμερό, αιματηρό βούρκο των γραφειοκρατικών-στρατιωτικών θεσμών, που υποτάσσουν στον εαυτό τους τα πάντα, που καταπνίγουν τα πάντα. Τώρα και στην Αγγλία και στην Αμερική «προκαταρκτικός όρος κάθε πραγματικής λαϊκής επανάστασης» είναι το  τ σ ά κ ι σ μ α,  η  κ α τ α σ τ ρ ο φ ή  της «έτοιμης» (που το 1914-1917 ετοιμάστηκε σ΄ αυτές τις χώρες σε «ευρωπαϊκή», πανιμπεριαλιστική τελειότητα) «κρατικής μηχανής».

Δεύτερο, ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη είναι η εξαιρετικά βαθυστόχαστη παρατήρηση του Μαρξ, ότι η καταστροφή της γραφειοκρατικής-στρατιωτικής κρατικής μηχανής αποτελεί «προκαταρκτικό όρο κάθε πραγματικής λαϊκής επανάστασης». Η έννοια αυτή της «λαϊκής» επανάστασης φαίνεται παράξενη στο στόμα του Μαρξ και οι ρώσοι πλεχανοφικοί και μενσεβίκοι, οι οπαδοί αυτοί του Στρούβε, που θέλουν να λέγονται μαρξιστές, θα μπορούσαν ίσως να κηρύξουν αυτή την έκφραση του Μαρξ «παραδρομή». Αυτοί κατάντησαν το μαρξισμό μια τόσο άθλια φιλελεύθερη διαστρέβλωση, που δεν υπάρχει γι΄ αυτούς τίποτε άλλο, εκτός από την αντιπαράθεση: αστική ή προλεταριακή επανάσταση και μάλιστα την αντιπαράθεση αυτή την καταλαβαίνουν εντελώς αποστεωμένα.

Αν πάρουμε για παράδειγμα τις επαναστάσεις του 20ου αιώνα, θα πρέπει βέβαια να αναγνωρίσουμε σαν αστικές και την πορτογαλική και την τουρκική. «Λαϊκή» όμως δεν είναι ούτε η μια, ούτε η άλλη, γιατί ούτε στη μια, ούτε στην άλλη επανάσταση η μάζα του λαού, η τεράστια πλειοψηφία του δεν προβάλλει αισθητά, ενεργά, ανεξάρτητα, με δικές της οικονομικές και πολιτικές διεκδικήσεις. Αντίθετα, η ρωσική αστική επανάσταση του 1905-1907, με όλο που δεν είχε τόσο «λαμπρές» επιτυχίες, σαν κι αυτές που σημείωσαν παροδικά η πορτογαλική και η τουρκική, ήταν αναμφισβήτητα «πραγματικά λαϊκή» επανάσταση, γιατί η μάζα του λαού, η πλειοψηφία του, τα «κατώτατα» κοινωνικά στρώματα, τα τσακισμένα από την καταπίεση και την εκμετάλλευση, ξεσηκώθηκαν ανεξάρτητα, έβαλαν σε όλη την πορεία της επανάστασης τη σφραγίδα των δικών τους διεκδικήσεων, των δικών τους προσπαθειών να οικοδομήσουν με δικό τους τρόπο μια νέα κοινωνία στη θέση της παλιάς που γκρεμιζόταν.

Σε καμιά χώρα της ηπειρωτικής Ευρώπης το 1871 το προλεταριάτο δεν αποτελούσε την πλειοψηφία του λαού. Μια «λαϊκή» επανάσταση που βάζει σε κίνηση πραγματικά την πλειοψηφία, μπορούσε να είναι τέτοια, μόνο εφόσον θα αγκάλιαζε και το προλεταριάτο και την αγροτιά. Αυτές οι δυό τάξεις αποτελούσαν τότε το «λαό». Και τις δυό αυτές τάξεις τις ενώνει το γεγονός ότι «η γραφειοκρατική-στρατιωτική κρατική μηχανή» τις καταπιέζει, τις καταπνίγει, τις εκμεταλλεύεται. Να συντριβεί αυτή η μηχανή, να τσακιστεί –αυτό είναι το πραγματικό συμφέρον του «λαού», της πλειοψηφίας του, των εργατών και της πλειοψηφίας των αγροτών, αυτός είναι ο «προκαταρκτικός όρος» της ελεύθερης συμμαχίας των φτωχών αγροτών με τους προλετάριους, και χωρίς αυτή τη συμμαχία η δημοκρατία δεν είναι στέρεη και είναι αδύνατος ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός.

Όπως είναι γνωστό, για μια τέτοια συμμαχία άνοιγε το δρόμο η Κομμούνα του Παρισιού, που δεν πέτυχε το σκοπό της για μια σειρά αιτίες, εσωτερικού και εξωτερικού χαρακτήρα.

Συνεπώς, μιλώντας για μια «πραγματικά λαϊκή επανάσταση», ο Μαρξ, χωρίς να ξεχνάει καθόλου τις ιδιομορφίες της μικροαστικής τάξης (γι΄ αυτές μιλούσε πολύ και συχνά), υπολόγιζε πολύ αυστηρά τον πραγματικό συσχετισμό των τάξεων στα περισσότερα κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης του 1871. Κι από το άλλο μέρος, διαπίστωνε πως τη «συντριβή» της κρατικής μηχανής την απαιτούν τα συμφέροντα και των εργατών και των αγροτών, πως αυτή τους ενώνει, βάζει μπροστά τους το κοινό καθήκον της εξάλειψης του «παράσιτου» και της αντικατάστασής του με κάτι το καινούργιο.
Μα με τι ακριβώς;
____________

[1*] Βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 14ος, σελ. 386-395. Η Σύντ.


2. Με τι πρέπει να αντικατασταθεί η κρατική μηχανή που έχει συντριβεί;

Η απάντηση που έδινε ο Μαρξ στο ερώτημα αυτό το 1847 στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» ήταν ακόμη εντελώς αφηρημένη, πιο σωστά η απάντηση υπόδειχνε τα καθήκοντα, όχι όμως και τους τρόπους της πραγματοποίησής τους. Να αντικατασταθεί με την «οργάνωση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη», με την «κατάκτηση της δημοκρατίας» -αυτή ήταν η απάντηση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου»[41].

Χωρίς να επιδίνεται σε ουτοπίες, ο Μαρξ περίμενε από την πείρα του μαζικού κινήματος την απάντηση στο ερώτημα, ποιες συγκεκριμένες μορφές θα πάρει αυτή η οργάνωση του προλεταριάτου σαν κυρίαρχης τάξης, με ποιον ακριβώς τρόπο η οργάνωση αυτή θα συνδυαστεί με την πληρέστερη και συνεπέστερη «κατάκτηση της δημοκρατίας».

Την πείρα της Κομμούνας, όσο μικρή κι αν ήταν αυτή, ο Μαρξ στον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία» την υποβάλλει στην πιο προσεκτική ανάλυση. Θα παραθέσουμε τα σπουδαιότερα χωρία αυτού του έργου:

Στο 19ο αιώνα αναπτύχθηκε η καταγόμενη από το μεσαίωνα «συγκεντρωτική κρατική εξουσία με τα πανταχού παρόντα όργανά της: το μόνιμο στρατό, την αστυνομία, τη γραφειοκρατία, τον κλήρο, τη δικαστική κάστα». Με την ανάπτυξη του ταξικού ανταγωνισμού ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία «η κρατική εξουσία έπαιρνε όλο και πιο πολύ το χαρακτήρα μιας δημόσιας εξουσίας για την καταπίεση της εργασίας, το χαρακτήρα μιας μηχανής ταξικής κυριαρχίας. Ύστερα από κάθε επανάσταση, που σημειώνει μια πρόοδο της ταξικής πάλης, προβάλλει όλο και πιο ανοιχτά ο καθαρά καταπιεστικός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας» Η κρατική εξουσία ύστερα από την επανάσταση του 1848-1849 γίνεται «το εθνικό όργανο πολέμου του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία». Η δεύτερη αυτοκρατορία κατοχυρώνει αυτό το όργανο.

«Η άμεση αντίθεση της αυτοκρατορίας ήταν η Κομμούνα». «Ήταν η καθορισμένη μορφή» «μιας τέτοιας δημοκρατίας, που όφειλε να εξαλείψει όχι μόνο τη μοναρχική μορφή της ταξικής κυριαρχίας, μα και την ίδια την ταξική κυριαρχία…»

Σε τι συνίσταται ακριβώς αυτή η «καθορισμένη» μορφή της προλεταριακής, της σοσιαλιστικής δημοκρατίας; Ποιο ήταν το κράτος που άρχισε αυτή να δημιουργεί;

«… Το πρώτο διάταγμα της Κομμούνας ήταν το διάταγμα για την κατάργηση του μόνιμου στρατού και για την αντικατάστασή του με τον ένοπλο λαό…»

Η διεκδίκηση αυτή βρίσκεται σήμερα στα προγράμματα όλων των κομμάτων, που θέλουν να λέγονται σοσιαλιστικά. Το τι όμως αξίζουν τα προγράμματά τους, το δείχνει καλύτερα από κάθε άλλο η στάση των δικών μας εσέρων και μενσεβίκων, που ακριβώς μετά την επανάσταση της 27 του Φλεβάρη αρνήθηκαν να πραγματοποιήσουν αυτή τη διεκδίκηση!

«… Η Κομμούνα αποτελέστηκε από τους δημοτικούς συμβούλους που είχαν εκλεγεί με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα στα διάφορα διαμερίσματα του Παρισιού. Οι σύμβουλοι αυτοί ήταν υπεύθυνοι και σε οποιαδήποτε στιγμή ανακλητοί. Η πλειοψηφία τους αποτελούνταν φυσικά από εργάτες ή από αναγνωρισμένους εκπροσώπους της εργατικής τάξης…

… Η αστυνομία, που ως τότε ήταν το όργανο της κυβέρνησης του κράτους, απογυμνώθηκε αμέσως από όλες τις πολιτικές της λειτουργίες και μετατράπηκε σε υπεύθυνο και ανακλητό σε οποιαδήποτε στιγμή όργανο της Κομμούνας. Το ίδιο έγινε και με τους δημοσίους υπαλλήλους όλων των άλλων κλάδων της διοίκησης… Από τα μέλη της Κομμούνας, ως τους κατώτερους υπαλλήλους, η δημόσια υπηρεσία έπρεπε να αμείβεται με μισθό εργάτη. Όλα τα αποκτημένα δικαιώματα και οι επιχορηγήσεις για έξοδα παραστάσεως στους ανώτερους αξιωματούχους του κράτους καταργήθηκαν μαζί με τους ίδιους τους αξιωματούχους… Όταν παραμερίστηκαν πια ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία, τα όργανα αυτά της υλικής βίας της παλιάς κυβέρνησης, η Κομμούνα καταπιάστηκε αμέσως να τσακίσει το όργανο της πνευματικής καταπίεσης, την εξουσία των παπάδων… Οι δικαστικοί λειτουργοί χάσανε εκείνη τη φαινομενική ανεξαρτησία τους… έπρεπε στο εξής να εκλέγονται ανοιχτά, να είναι υπεύθυνοι και ανακλητοί…»[42].

Έτσι λοιπόν η Κομμούνα σαν να αντικατάστησε τη συντριμμένη κρατική μηχανή «απλώς» με μια πιο ολοκληρωμένη δημοκρατία: κατάργηση του μόνιμου στρατού, πλήρης αιρετότητα και ανακλητότητα όλων των δημόσιων λειτουργών. Στην πραγματικότητα όμως αυτό το «απλώς» σημαίνει αντικατάσταση σε γιγάντια κλίμακα ενός είδους θεσμών με θεσμούς θεμελιακά διαφορετικού είδους. Εδώ βλέπουμε ακριβώς μια από τις περιπτώσεις «μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα»: η δημοκρατία, εφαρμοσμένη με τη μέγιστη γενικά νοητή πληρότητα και συνέπεια, μετατρέπεται από αστική δημοκρατία σε προλεταριακή, από κράτος (= ιδιαίτερη δύναμη για την καταπίεση μιας ορισμένης τάξης) σε κάτι που δεν είναι πια καθαυτό κράτος.

Πάντως η κατάπνιξη της αστικής τάξης και της αντίστασής της είναι ακόμη απαραίτητη. Για την Κομμούνα αυτό ήταν ιδιαίτερα αναγκαίο και μια από τις αιτίες της ήττας της βρίσκεται στο ότι δεν το έκανε όσο έπρεπε αποφασιστικά. Εδώ όμως όργανο καταπίεσης είναι πια η πλειοψηφία του πληθυσμού και όχι η μειοψηφία, όπως γινόταν πάντα και στη δουλεία, και στη δουλοπαροικία, και στη μισθωτή δουλεία. Και αφού, η ίδια η πλειοψηφία του λαού καταστέλλει τους καταπιεστές της,  δ ε ν  χ ρ ε ι ά ζ ε τ α ι  π ι α  «ιδιαίτερη δύναμη» καταστολής! Με αυτή την έννοια το κράτος αρχίζει ν΄ απονεκρώνεται. Στη θέση των ειδικών θεσμών της προνομιούχας μειοψηφίας (προνομιούχα υπαλληλοκρατία και ηγεσία του μόνιμου στρατού), αυτό το καθήκον μπορεί να το εκπληρώσει άμεσα η ίδια η πλειοψηφία. Και όσο πιο παλλαϊκή γίνεται η εκπλήρωση των λειτουργιών της κρατικής εξουσίας, τόσο λιγότερο αναγκαία γίνεται η εξουσία αυτή.

Απ΄ αυτή την άποψη είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το μέτρο της Κομμούνας, που το υπογραμμίζει ο Μαρξ: η κατάργηση κάθε επιχορήγησης για έξοδα παραστάσεως, κάθε χρηματικού προνομίου στους δημοσίους υπαλλήλους, η ελάττωση της πληρωμής όλων των λειτουργιών του κράτους ως το επίπεδο του «μισθού εργασίας εργάτη». Σ΄ αυτό ακριβώς εκφράζεται με τον πιο χτυπητό τρόπο η στροφή από την αστική δημοκρατία στην προλεταριακή δημοκρατία, από τη δημοκρατία των καταπιεστών στη δημοκρατία των καταπιεζόμενων τάξεων, από το κράτος σαν «ιδιαίτερη δύναμη» καταπίεσης μιας ορισμένης τάξης, στην καταστολή των καταπιεστών με τη γενική δύναμη της πλειοψηφίας του λαού, των εργατών και αγροτών. Και σ΄ αυτό ακριβώς, το ιδιαίτερα σαφές και, ίσως, το σημαντικότερο στο ζήτημα του κράτους σημείο ξεχάστηκαν τα διδάγματα του Μαρξ! Στα πολυάριθμα εκλαϊκευτικά σχόλια δεν γίνεται λόγος γι΄ αυτό το σημείο. «Συνηθίζουν» να το αποσιωπούν, λες και πρόκειται για μια «απλοϊκότητα» που ξεπεράστηκε –όπως οι χριστιανοί, από τότε που ο χριστιανισμός έγινε επίσημη θρησκεία του κράτους, «λησμόνησαν» τις «απλοϊκότητες» του πρωταρχικού χριστιανισμού με το δημοκρατικό-επαναστατικό πνεύμα του.

Η ελάττωση των μισθών των ανώτατων δημοσίων υπαλλήλων φαίνεται «απλώς» σαν αίτημα του απλοϊκού, πρωτόγονου δημοκρατισμού. Ένας από τους «ιδρυτές» του νέου οπορτουνισμού, ο πρώην σοσιαλδημοκράτης Ε. Μπέρνσταϊν, εξασκούνταν επανειλημμένα στο να επαναλαμβάνει τις πρόστυχες αστικές ειρωνείες σε βάρος του «πρωτόγονου» δημοκρατισμού. Όπως όλοι οι οπορτουνιστές, καθώς και οι τωρινοί καουτσκιστές, έτσι κι αυτός δεν κατάλαβε καθόλου, πρώτο, ότι το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό δεν μπορεί να γίνει χωρίς μια ορισμένη «επιστροφή» στον «πρωτόγονο» δημοκρατισμό (γιατί πως αλλιώς θα περάσεις στην άσκηση των κρατικών λειτουργιών από την πλειοψηφία του πληθυσμού, ακόμη κι απ΄ όλο χωρίς εξαίρεση τον πληθυσμό;) και δεύτερο, ότι ο «πρωτόγονος δημοκρατισμός» πάνω στη βάση του καπιταλισμού και του καπιταλιστικού πολιτισμού δεν είναι το ίδιο με τον πρωτόγονο δημοκρατισμό στις πρωτόγονες ή προκαπιταλιστικές εποχές. Ο καπιταλιστικός πολιτισμός δημιούργησε τη μεγάλη παραγωγή, τα εργοστάσια, τους σιδηροδρόμους, τα ταχυδρομεία, τα τηλέφωνα κτλ., και πάνω σ΄ αυτή τη βάση η τεράστια πλειονότητα των λειτουργιών της παλιάς «κρατικής εξουσίας» απλοποιήθηκε τόσο και μπορεί να αναχθεί σε τέτοιες απλούστατες πράξεις καταχώρησης, καταγραφής και ελέγχου, που οι λειτουργίες αυτές θα γίνουν απολύτως προσιτές σε όλους τους εγγράμματους, που τις λειτουργίες αυτές θα μπορούν απολύτως να τις εκτελούν με το συνηθισμένο «μισθό εργάτη», και που θα μπορεί (και θα πρέπει) ν΄ αφαιρεθεί απ΄ αυτές τις λειτουργίες οποιοδήποτε προνόμιο και οποιοδήποτε «δικαίωμα προϊσταμένης αρχής».

Η πλήρης αιρετότητα, η ανακλητότητα σε οποιαδήποτε στιγμή, όλων χωρίς εξαίρεση των δημόσιων λειτουργών, η ελάττωση του μισθού τους στο συνηθισμένο «μισθό εργασίας εργάτη», αυτά τα απλά και «αυτονόητα» δημοκρατικά μέτρα, συνδυαζόμενα απόλυτα με τα συμφέροντα των εργατών και της πλειοψηφίας των αγροτών, αποτελούν ταυτόχρονα ένα μικρό γεφύρι, που οδηγεί από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Τα μέτρα αυτά αφορούν τον κρατικό, καθαρά πολιτικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, όμως αποκτούν, φυσικά, όλο το νόημα και τη σημασία τους μόνο σε συνδυασμό με την πραγματοποιούμενη ή προετοιμαζόμενη «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών», δηλαδή με το πέρασμα της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία.

«Η Κομμούνα –έγραφε ο Μαρξ- έκανε πραγματικότητα το σύνθημα όλων των αστικών επαναστάσεων, το σύνθημα της φτηνής διακυβέρνησης, καταργώντας τις δυό μεγαλύτερες πηγές εξόδων –το στρατό και τη δημοσιοϋπαλληλία»[43].

Από την αγροτιά, όπως κι από τα άλλα στρώματα των μικροαστών, μόνο μια ασήμαντη μειοψηφία «ανεβαίνει ψηλά», «γίνονται άνθρωποι» με την αστική έννοια, δηλαδή μεταβάλλονται είτε σε εύπορους ανθρώπους, σε αστούς, είτε σε ευκατάστατους και προνομιούχους δημοσίους υπαλλήλους. Η τεράστια πλειοψηφία της αγροτιάς σε κάθε καπιταλιστική χώρα, που υπάρχει αγροτιά (και τέτοιες είναι οι περισσότερες καπιταλιστικές χώρες), καταπιέζεται από την κυβέρνηση και διψάει για την ανατροπή της, διψάει για «φτηνή» κυβέρνηση. Μόνο το προλεταριάτο μπορεί να το πραγματοποιήσει αυτό και, πραγματοποιώντας το, κάνει ταυτόχρονα ένα βήμα προς το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό του κράτους.


3. Η κατάργηση του κοινοβουλευτισμού

«Η Κομμούνα –έγραφε ο Μαρξ- έπρεπε να είναι όχι ένα κοινοβουλευτικό, αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, νομοθετικό και εκτελεστικό ταυτόχρονα…

… Αντί ν΄ αποφασίζεται μια φορά κάθε τρία ή έξι χρόνια ποιο μέλος της κυρίαρχης τάξης θα εκπροσωπεί και θα τσαλαπατά (ver- und zertreten) το λαό στη Βουλή, αντί γι΄ αυτό το γενικό εκλογικό δικαίωμα έπρεπε να χρησιμεύσει στον οργανωμένο σε κομμούνες λαό, όπως το ατομικό εκλογικό δικαίωμα χρησιμεύει σε κάθε εργοδότη, για να αναζητά εργάτες, επιστάτες και λογιστές για την επιχείρησή του»[44].

Αυτή η θαυμάσια κριτική του κοινοβουλευτισμού, που έγινε το 1871, χάρη στην κυριαρχία του σοσιαλσοβινισμού και του οπορτουνισμού, συγκαταλέγεται επίσης σήμερα στα «ξεχασμένα λόγια» του μαρξισμού. Επαγγελματίες υπουργοί και βουλευτές, προδότες του προλεταριάτου και «επιχειρηματίες» σοσιαλιστές των ημερών μας παραχώρησαν την κριτική του κοινοβουλευτισμού ολοκληρωτικά στους αναρχικούς και πάνω σ΄ αυτή την περίεργη λογική βάση κήρυξαν «αναρχισμό» κάθε κριτική του κοινοβουλευτισμού!! Δεν είναι καθόλου παράξενο ότι το προλεταριάτο των «προηγμένων» κοινοβουλευτικών χωρών, νιώθοντας αποστροφή για τους τέτοιου είδους «σοσιαλιστές», σαν τους διάφορους Σάιντεμαν, Ντάβιντ, Λέγκιν, Σαμπά, Ρενοντέλ, Χέντερσον, Βαντερβέλντε, Στάουνινγκ, Μπράντιγκ, Μπισσολάτι και Σία, έδειχνε όλο και πιο συχνά τις συμπάθειές του στον αναρχοσυνδικαλισμό, παρ΄ όλο που ήταν ομογάλακτος αδελφός του οπορτουνισμού.

Για τον Μαρξ όμως η επαναστατική διαλεκτική δεν ήταν ποτέ η κούφια εκείνη φράση της μόδας, το κρόταλο που την κατάντησαν ο Πλεχάνοφ, ο Κάουτσκι και άλλοι. Ο Μαρξ ήξερε να ξεκόβει αμείλικτα από τον αναρχισμό, που δεν κατάφερνε να χρησιμοποιεί ούτε και το «στάβλο» του αστικού κοινοβουλευτισμού, ιδίως όταν ήταν φανερό πως δεν υπάρχει επαναστατική κατάσταση, μα ο Μαρξ ταυτόχρονα ήξερε και να κάνει πραγματικά επαναστατική-προλεταριακή κριτική του κοινοβουλευτισμού.

Να αποφασίζεις μια φορά σε κάμποσα χρόνια ποιο μέλος της κυρίαρχης τάξης θα καταπιέζει, θα καταπνίγει το λαό στη Βουλή –να ποια είναι η αληθινή ουσία του αστικού κοινοβουλευτισμού, όχι μόνο στις κοινοβουλευτικές-συνταγματικές μοναρχίες, αλλά και στα πιο δημοκρατικά πολιτεύματα.

Αν όμως θέσουμε το ζήτημα του κράτους, αν δούμε τον κοινοβουλευτισμό σαν ένα από τους θεσμούς του κράτους, από την άποψη των καθηκόντων του προλεταριάτου σ΄ αυτό τον τομέα, που βρίσκεται τότε η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό; Πως μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα χωρίς αυτόν;

Είμαστε υποχρεωμένοι να τονίσουμε πολλές φορές: τα διδάγματα του Μαρξ που βασίζονται στη μελέτη της Κομμούνας, ξεχάστηκαν τόσο, που για το σημερινό «σοσιαλδημοκράτη» (διάβαζε: το σημερινό προδότη του σοσιαλισμού) είναι εντελώς ακατανόητη άλλη κριτική του κοινοβουλευτισμού, εκτός από την αναρχική ή την αντιδραστική.

Η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό δεν βρίσκεται φυσικά στην κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και της αιρετότητας, αλλά στη μετατροπή των αντιπροσωπευτικών θεσμών από λογοκοπία σε «εργαζόμενα» σώματα. «Η Κομμούνα δεν έπρεπε να είναι ένα κοινοβουλευτικό, αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, νομοθετικό και εκτελεστικό ταυτόχρονα».

«Όχι ένα κοινοβουλευτικό, αλλά ένα εργαζόμενο σώμα», αυτά τα λόγια ταιριάζουν απόλυτα για τους σημερινούς κοινοβουλευτικούς άνδρες και τα κοινοβουλευτικά «χαϊδεμένα σκυλάκια» της σοσιαλδημοκρατίας. Κοιτάξτε οποιαδήποτε κοινοβουλευτική χώρα, από την Αμερική ως την Ελβετία, από τη Γαλλία ως την Αγγλία, τη Νορβηγία κτλ.: το καθαυτό «κρατικό» έργο διεξάγεται στα παρασκήνια και το εκτελούν οι διευθύνσεις των Υπουργείων, τα γραφεία και τα επιτελεία. Στα κοινοβούλια απλώς φλυαρούν με τον ειδικό σκοπό να ξεγελούν τον «απλό λαό». Αυτό είναι τόσο σωστό, που ακόμη και στη ρωσική δημοκρατία, στο αστικοδημοκρατικό πολίτευμα, προτού καν προλάβει να δημιουργήσει πραγματικό κοινοβούλιο, φάνηκαν αμέσως όλες αυτές οι αμαρτίες του κοινοβουλευτισμού. Τέτοιοι ήρωες του σάπιου μικροαστισμού, σαν τους Σκόμπελιεφ και τους Τσερετέλι, τους Τσερνόφ και τους Αυξέντιεφ, κατάφεραν να μαγαρίσουν και τα Σοβιέτ σύμφωνα με το πρότυπο του πρόστυχου αστικού κοινοβουλευτισμού και να τα μετατρέψουν σε κούφια λογοκοπία. Μέσα στα Σοβιέτ οι κύριοι «σοσιαλιστές» υπουργοί ξεγελούν τους ευκολόπιστους μουζίκους με παχιά λόγια και ψηφίσματα. Μέσα στην κυβέρνηση συνεχίζεται μια ατέλειωτη καντρίλια με σκοπό, από τη μια μεριά, να θρονιάζουν εκ περιτροπής «γύρω στην πίτα» -στις προσοδοφόρες και τιμητικές θεσούλες- όσο το δυνατό περισσότερους εσέρους και μενσεβίκους, κι από την άλλη, «να περισπούν την προσοχή» του λαού. Ενώ μέσα στα γραφεία και στα επιτελεία «διεξάγουν» το κρατικό έργο!

Η εφημερίδα «Ντιέλο Ναρόντα»[45], όργανο του κυβερνητικού κόμματος των «σοσιαλιστών-επαναστατών», ομολόγησε τελευταία σ΄ ένα κύριο άρθρο της Συντακτικής επιτροπής –με την απαράμιλλη ειλικρίνεια ανθρώπων της «καλής κοινωνίας», όπου «όλοι» ασχολούνται με την πολιτική εκπόρνευση- ότι ακόμη και στα Υπουργεία που ανήκουν στους «σοσιαλιστές» (μάς συγχωρείτε για την έκφραση!), ακόμη κι εκεί ολόκληρος ο δημοσιοϋπαλληλικός μηχανισμός παραμένει στην ουσία ο παλιός, λειτουργεί με τον παλιό τρόπο, σαμποτάρει εντελώς «ελεύθερα» τις επαναστατικές πρωτοβουλίες! Μα και αν δεν υπήρχε αυτή η ομολογία, μήπως δεν το αποδείχνει αυτό η πραγματική ιστορία της συμμετοχής των εσέρων και των μενσεβίκων στην κυβέρνηση; Το χαρακτηριστικό εδώ είναι μόνο τούτο, ότι, κάνοντας στα Υπουργεία συντροφιά με τους καντέτους, οι διάφοροι κύριοι Τσερνόφ, Ρουσάνοφ, Ζένζινοφ και λοιποί συντάκτες της «Ντιέλο Ναρόντα», έφτασαν σε τέτοια ξετσιπωσιά, που δεν διστάζουν να λένε δημόσια, σαν ένα τιποτένιο πράγμα, δίχως να κοκκινίζουν, πως στα Υπουργεία «τους» όλα έμειναν όπως ήταν πριν!! Επαναστατική-δημοκρατική φρασεολογία για να αποβλακώνονται οι χωριάτες Ιβάνηδες και υπαλληλική γραφειοκρατική κωλυσιεργία για να «ικανοποιούνται» πέρα για πέρα οι καπιταλιστές -αυτή είναι η ουσία του «έντιμου» συνασπισμού.

Τον πουλημένο και σαπισμένο κοινοβουλευτισμό της αστικής κοινωνίας η Κομμούνα τον αντικαθιστά με θεσμούς, όπου η ελευθερία της γνώμης και της συζήτησης δεν εκφυλίζεται σε απάτη, γιατί οι βουλευτές είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται οι ίδιοι, οι ίδιοι να εφαρμόζουν τους νόμους τους, οι ίδιοι να ελέγχουν τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους, οι ίδιοι να φέρνουν την ευθύνη απέναντι στους εκλογείς τους. Οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί παραμένουν, μα δεν υπάρχει εδώ κοινοβουλευτισμός σαν ιδιαίτερο σύστημα, σαν χωρισμός της νομοθετικής από την εκτελεστική εργασία, σαν προνομιούχα θέση για τους βουλευτές. Χωρίς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς δεν μπορούμε να φανταστούμε τη δημοκρατία, ακόμη και την προλεταριακή δημοκρατία, χωρίς τον κοινοβουλευτισμό μπορούμε και πρέπει να τη φανταστούμε, αν η κριτική της αστικής κοινωνίας δεν είναι για μας κούφια λόγια, αν η προσπάθεια να ανατρέψουμε την κυριαρχία της αστικής τάξης είναι σοβαρή και ειλικρινής μας προσπάθεια, κι όχι «εκλογική» φρασεολογία για το ψάρεμα των ψήφων των εργατών, όπως κάνουν οι μενσεβίκοι και οι εσέροι, οι Σάιντεμαν και οι Λέγκιν, οι Σαμπά και οι Βαντερβέλντε.

Είναι εξαιρετικά διδακτικό το γεγονός ότι ο Μαρξ, μιλώντας για τις λειτουργίες εκείνης της δημοσιοϋπαλληλίας, που χρειάζεται και στην Κομμούνα και στην προλεταριακή δημοκρατία, παίρνει για σύγκριση τους υπαλλήλους «κάθε άλλου εργοδότη», δηλαδή μια συνηθισμένη καπιταλιστική επιχείρηση με «εργάτες, επιστάτες και λογιστές».

Στον Μαρξ δεν υπάρχει ούτε μια σταγόνα ουτοπισμός, με την έννοια της επινόησης και της φανταστικής αντίληψης της «καινούργιας» κοινωνίας. Όχι, ο Μαρξ μελετάει, σαν ένα φυσικοϊστορικό προτσές τη γέννηση της καινούργιας κοινωνίας  α π ό  την παλιά, τις μεταβατικές μορφές από τη δεύτερη στην πρώτη. Παίρνει την πραγματική πείρα του μαζικού προλεταριακού κινήματος και προσπαθεί να βγάλει απ΄ αυτή πρακτικά διδάγματα. «Διδάσκεται» από την Κομμούνα, όπως όλοι οι μεγάλοι επαναστάτες διανοητές δεν φοβούνταν να διδάσκονται από την πείρα των μεγάλων κινημάτων της καταπιεζόμενης τάξης, χωρίς ποτέ να τα αντιμετωπίζουν με σχολαστικές «ηθικοδιδασκαλίες» (σαν την πλεχανοφική: «δεν έπρεπε να πάρουμε τα όπλα» ή την τσερετελική: «μια τάξη πρέπει ν΄ αυτοπεριορίζεται»).

Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εκμηδένιση της υπαλληλίας μονομιάς, παντού και ολοκληρωτικά. Αυτό θα ήταν ουτοπία. Η συντριβή όμως μονομιάς της παλιάς υπαλληλικής μηχανής και η άμεση έναρξη της οργάνωσης μιας καινούργιας, που να επιτρέπει τη βαθμιαία εκμηδένιση κάθε υπαλληλίας, αυτό  δ ε ν  ε ί ν α ι  ουτοπία, είναι η πείρα της Κομμούνας, είναι το άμεσο, το επείγον καθήκον του επαναστατικού προλεταριάτου.

Ο καπιταλισμός απλοποιεί τις λειτουργίες της «κρατικής» διοίκησης, επιτρέπει να απορρίψουμε το «ρόλο του προϊσταμένου» και να αναγάγουμε όλο το ζήτημα στην οργάνωση των προλετάριων (σαν κυρίαρχης τάξης), που εξ΄ ονόματος όλης της κοινωνίας μισθώνει «εργάτες, επιστάτες, λογιστές».

Εμείς δεν είμαστε ουτοπιστές. Δεν «ονειρευόμαστε» ότι θα τα βγάλουμε πέρα μονομιάς χωρίς καμιά διοίκηση, χωρίς καμιά υποταγή. Αυτά τα αναρχικά ονειροπολήματα, βασισμένα στη μη κατανόηση των καθηκόντων της δικτατορίας του προλεταριάτου, είναι απολύτως ξένα στο μαρξισμό και στην πράξη χρησιμεύουν μόνο για την αναβολή της σοσιαλιστικής επανάστασης μέχρι τότε που θα γίνουν αλλιώτικοι οι άνθρωποι. Όχι, εμείς θέλουμε τη σοσιαλιστική επανάσταση με τους ανθρώπους που έχουμε τώρα, που δεν θα μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα δίχως υποταγή, δίχως έλεγχο, δίχως «επιστάτες και λογιστές».

Η υποταγή όμως πρέπει να γίνει στην ένοπλη πρωτοπορία όλων των εκμεταλλευομένων και εργαζομένων –στο προλεταριάτο. Ο ειδικός «ρόλος του προϊσταμένου» των δημοσίων υπαλλήλων μπορεί και πρέπει ν΄ αρχίσει ν΄ αντικατασταίνεται αμέσως από τη μια μέρα στην άλλη με τις απλές λειτουργίες των «επιστατών και λογιστών», λειτουργίες που από τώρα ήδη είναι πέρα για πέρα προσιτές στο επίπεδο ανάπτυξης των κατοίκων της πόλης γενικά και που μπορούν πέρα για πέρα να εκπληρώνονται με «μισθό εργάτη».

Ξεκινώντας απ΄ ό,τι έχει ήδη δημιουργήσει ο καπιταλισμός, θα οργανώσουμε τη μεγάλη παραγωγή εμείς οι ίδιοι, οι εργάτες, στηριγμένοι στη δική μας εργατική πείρα, δημιουργώντας μια αυστηρότατη, σιδερένια πειθαρχία, που θα την υποστηρίζει η κρατική εξουσία των ένοπλων εργατών, θα περιορίσουμε τους δημοσίους υπαλλήλους στο ρόλο των απλών εκτελεστών των εντολών μας, που θα είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους, ανακλητοί, μέτρια αμειβόμενοι «επιστάτες και λογιστές» (φυσικά σ΄ αυτούς θα συμπεριλαμβάνονται και τεχνικοί όλων των κατηγοριών, ειδών και βαθμών -αυτό είναι το δικό μας, το προλεταριακό καθήκον, να από τι μπορούμε και πρέπει ν΄ αρχίσουμε όταν κάνουμε την προλεταριακή επανάσταση. Μια τέτοια αρχή, πάνω στη βάση της μεγάλης παραγωγής, οδηγεί μόνη της στη βαθμιαία «απονέκρωση» κάθε υπαλληλίας, στη βαθμιαία δημιουργία μιας τέτοιας τάξης πραγμάτων –τάξης χωρίς εισαγωγικά, τάξης που δεν μοιάζει με τη μισθωτή δουλεία- τέτοιας τάξης, όπου οι διαρκώς απλοποιούμενες λειτουργίες επιστασίας και λογοδοσίας θα εκτελούνται από όλους διαδοχικά, θα γίνονται μετά συνήθεια και τέλος θα ατονήσουν σαν ειδικές λειτουργίες ενός ιδιαίτερου στρώματος ανθρώπων.

Ένας έξυπνος γερμανός σοσιαλδημοκράτης της όγδοης δεκαετίας του περασμένου αιώνα ονόμασε το ταχυδρομείο πρότυπο σοσιαλιστικού νοικοκυριού. Αυτό είναι πολύ σωστό. Σήμερα το ταχυδρομείο είναι νοικοκυριό, οργανωμένο σύμφωνα με τον τύπο του κρατικο-καπιταλιστικού μονοπωλίου. Ο ιμπεριαλισμός μετατρέπει βαθμιαία όλα τα τραστ σε οργανώσεις αυτού του τύπου. Πάνω από τους «απλούς» εργαζόμενους, που ξεθεώνονται στη δουλειά και πεινάνε, στέκει εδώ η ίδια αστική γραφειοκρατία. Εδώ όμως είναι ήδη έτοιμος ο μηχανισμός της κοινωνικής διαχείρισης. Ας ανατρέψουμε τους καπιταλιστές, ας συντρίψουμε με το σιδερένιο χέρι των ένοπλων εργατών την αντίσταση αυτών των εκμεταλλευτών, ας τσακίσουμε τη γραφειοκρατική μηχανή του σύγχρονου κράτους –και μπροστά μας θα προβάλλει ένας απαλλαγμένος από «παράσιτα» μηχανισμός με υψηλό τεχνικό εξοπλισμό, ένας μηχανισμός, που θα μπορούν θαυμάσια να τον βάλουν σε κίνηση οι ίδιοι οι ενωμένοι εργάτες, μισθώνοντας τεχνικούς, επιστάτες, λογιστές και αμείβοντας τη δουλειά όλων αυτών, όπως και όλων γενικά των «δημοσίων» υπαλλήλων με μισθό εργάτη. Αυτό είναι ένα συγκεκριμένο, πρακτικό, άμεσα πραγματοποιήσιμο καθήκον σχετικά με όλα τα τραστ, καθήκον που λυτρώνει τους εργαζόμενους από την εκμετάλλευση και παίρνει υπόψη την πείρα που εγκαινίασε ήδη πρακτικά (ιδίως στον τομέα της οικοδόμησης του κράτους) η Κομμούνα.

Όλη η λαϊκή οικονομία, οργανωμένη όπως το ταχυδρομείο, έτσι που οι τεχνικοί, οι επιστάτες, οι λογιστές, καθώς και όλοι οι αξιωματούχοι να μην παίρνουν μισθό παραπάνω από το «μισθό εργάτη» και να βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο και την καθοδήγηση του ένοπλου προλεταριάτου –αυτός είναι ο πιο άμεσος σκοπός μας. Να τι λογής κράτος, να πάνω σε ποια οικονομική βάση, μας χρειάζεται. Να τι θα καταργήσει τον κοινοβουλευτισμό και θα διατηρήσει τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, να τι θα απαλλάξει τις εργαζόμενες τάξεις από την εκπόρνευση αυτών των θεσμών από μέρους της αστικής τάξης.


4. Η οργάνωση της ενότητας του έθνους

«… Σε ένα σύντομο πρόχειρο σχέδιο για την εθνική οργάνωση που η Κομμούνα δεν πρόλαβε να το επεξεργαστεί παραπέρα, καθορίζεται ρητά ότι η Κομμούνα θα αποτελούσε… την πολιτική μορφή ακόμη και του πιο μικρού χωριού»… Από τις Κομμούνες θα εκλεγόταν και η «εθνική αντιπροσωπεία» στο Παρίσι.

«… Οι λίγες μα πολύ σπουδαίες λειτουργίες που θα απόμεναν ακόμη τότε για την κεντρική κυβέρνηση δεν θα έπρεπε να καταργηθούν –ένας τέτοιος ισχυρισμός ήταν συνειδητή παραποίηση,- αλλά θα μεταβιβάζονταν σε υπαλλήλους της Κομμούνας, δηλαδή σε αυστηρά υπεύθυνους υπαλλήλους…

… Η ενότητα του έθνους δεν θα έσπαζε, μα αντίθετα θα οργανωνόταν με το καθεστώς της Κομμούνας και θα γινόταν πραγματικότητα με την εκμηδένιση της κρατικής εκείνης εξουσίας, που παρουσιαζόταν σαν η ενσάρκωση αυτής της ενότητας, που ήθελε όμως να είναι ανεξάρτητη και ανώτερη από το ίδιο το έθνος. Στην πραγματικότητα, η κρατική εξουσία δεν ήταν παρά μια παρασιτική απόφυση στο σώμα του έθνους… Ενώ το ζήτημα ήταν να αποκοπούν τα καθαρά καταπιεστικά όργανα της παλιάς κυβερνητικής εξουσίας, να αποκοπούν οι δικαιολογημένες λειτουργίες της από μιαν εξουσία που είχε την αξίωση να στέκεται πάνω από την κοινωνία και να αποδοθούν πάλι στους υπεύθυνους υπηρέτες της κοινωνίας»[46].

Μέχρι ποιο βαθμό δεν κατάλαβαν –ίσως θα είναι σωστότερο να πούμε: δεν θέλησαν να καταλάβουν- οι οπορτουνιστές της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας αυτούς τους συλλογισμούς του Μαρξ, το δείχνει καλύτερα απ΄ όλα το ηροστρατικά διάσημο βιβλίο του εξωμότη Μπέρνσταϊν: «Οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας». Παίρνοντας αφορμή ακριβώς από τα πιο πάνω λόγια του Μαρξ, ο Μπέρνσταϊν έγραφε πως το πρόγραμμα αυτό «ως προς το πολιτικό του περιεχόμενο παρουσιάζει σε όλα τα ουσιαστικά γνωρίσματά του μια πολύ μεγάλη ομοιότητα με το ομοσπονδιακό σύστημα του Προυντόν… Παρ΄ όλες τις άλλες διαφορές ανάμεσα στον Μαρξ και στο “μικροαστό” Προυντόν (ο Μπέρνσταϊν βάζει τη λέξη “μικροαστός” μέσα σε εισαγωγικά, που κατά τη γνώμη του πρέπει να είναι ειρωνικά), η πορεία της σκέψης τους σ΄ αυτά τα σημεία είναι πάρα πολύ κοντά η μια στην άλλη». Βέβαια, συνεχίζει ο Μπέρνσταϊν, η σημασία των δήμων μεγαλώνει, μα «μου φαίνεται αμφίβολο αν το πρώτο καθήκον της δημοκρατίας θα έπρεπε να είναι μια τέτοια κατάργηση (Auflösung –κυριολεκτικά: κατάργηση, διάλυση) των σύγχρονων κρατών και η πλήρης μεταβολή (Umwandlung –ανατροπή) της οργάνωσής τους, όπως τη φαντάζονται ο Μαρξ και ο Προυντόν –σχηματισμός της εθνικής συνέλευσης από αντιπροσώπους των επαρχιακών ή νομαρχιακών συνελεύσεων, που με τη σειρά τους θα αποτελούνταν από αντιπροσώπους των κοινοτήτων- έτσι που όλη η ως τώρα μορφή των εθνικών αντιπροσωπειών θα εξαφανιζόταν εντελώς» (Μπέρνσταϊν, «Οι προϋποθέσεις», σελ. 134 και 136 της γερμανικής έκδοσης του 1899).

Αυτό είναι κυριολεκτικά τερατώδες: να συγχέεις τις απόψεις του Μαρξ για την «εκμηδένιση της κρατικής εξουσίας-παράσιτου» με το ομοσπονδιακό σύστημα του Προυντόν! Αυτό όμως δεν είναι τυχαίο, γιατί ο οπορτουνιστής ούτε καν σκέπτεται ότι εδώ ο Μαρξ δεν μιλάει καθόλου για το ομοσπονδιακό σύστημα σαν αντίβαρο στο συγκεντρωτισμό, αλλά για τη συντριβή της παλιάς αστικής κρατικής μηχανής, που υπάρχει σε όλες τις αστικές χώρες.

Στο μυαλό του οπορτουνιστή έρχεται μόνο αυτό που βλέπει γύρω του, στο περιβάλλον του μικροαστικού φιλισταϊσμού και της «ρεφορμιστικής» αποτελμάτωσης, δηλαδή μόνο τούς «δήμους»! Για την επανάσταση του προλεταριάτου ο οπορτουνιστής ξέμαθε και να σκέπτεται.

Είναι για γέλια. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι δεν συγκρούστηκαν σ΄ αυτό το σημείο με τον Μπέρνσταϊν. Πολλοί διέψευσαν τον Μπέρνσταϊν –ιδίως ο Πλεχάνοφ στη ρωσική φιλολογία και ο Κάουτσκι στην ευρωπαϊκή, μα γι΄ αυτή τη διαστρέβλωση του Μαρξ από τον Μπέρνσταϊν δεν μίλησαν ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος.

Ο οπορτουνιστής σε τέτοιο βαθμό ξέμαθε να σκέπτεται επαναστατικά και να στοχάζεται την επανάσταση, που αποδίδει το «ομοσπονδιακό σύστημα» στον Μαρξ, μπερδεύοντάς τον με τον ιδρυτή του αναρχισμού Προυντόν. Και ο Κάουτσκι και ο Πλεχάνοφ, που θέλουν να είναι ορθόδοξοι μαρξιστές, να υπερασπίζονται τη διδασκαλία του επαναστατικού μαρξισμού, σωπαίνουν γι΄ αυτό! Εδώ βρίσκεται μια από τις ρίζες εκείνου του άκρου εκχυδαϊσμού των απόψεων για τη διαφορά που υπήρχε ανάμεσα στο μαρξισμό και στον αναρχισμό, διαφορά που χαρακτηρίζει και τους καουτσκιστές και τους οπορτουνιστές και που γι΄ αυτό θα χρειαστεί να ξαναμιλήσουμε.

Στους συλλογισμούς του Μαρξ για την πείρα της Κομμούνας, που αναφέραμε, δεν υπάρχει ούτε ίχνος ομοσπονδιακού συστήματος. Ο Μαρξ συμφωνεί με τον Προυντόν ακριβώς σ΄ εκείνο που δεν βλέπει ο οπορτουνιστής Μπέρνσταϊν. Ο Μαρξ διαφωνεί με τον Προυντόν ακριβώς σ΄ εκείνο που ο Μπέρνσταϊν το βλέπει σαν ομοφωνία τους.

Ο Μαξ συμφωνεί με τον Προυντόν στο ότι και οι δυό τους τάσσονται υπέρ της «συντριβής» της σύγχρονης κρατικής μηχανής. Αυτή την ομοφωνία του μαρξισμού με τον αναρχισμό (και με τον Προυντόν και με τον Μπακούνιν) δεν θέλουν να τη δουν ούτε οι οπορτουνιστές, ούτε οι καουτσκιστές, γιατί σ΄ αυτό το σημείο απομακρύνθηκαν από το μαρξισμό.

Ο Μαρξ διαφωνεί και με τον Προυντόν και με τον Μπακούνιν ακριβώς στο ζήτημα του ομοσπονδιακού συστήματος (χωρίς να μιλήσουμε πια για τη δικτατορία του προλεταριάτου). Το ομοσπονδιακό σύστημα πηγάζει κατ΄ αρχήν από τις μικροαστικές αντιλήψεις του αναρχισμού. Ο Μαρξ είναι υπέρ του συγκεντρωτισμού. Και στους συλλογισμούς του που αναφέραμε δεν υπάρχει καμιά υποχώρηση από το συγκεντρωτισμό. Μόνο άνθρωποι γεμάτοι από μικροαστική «δεισιδαιμονική πίστη» στο κράτος μπορούν να παίρνουν την εκμηδένιση της αστικής μηχανής για εκμηδένιση του συγκεντρωτισμού!

Καλά, μα αν το προλεταριάτο και η φτωχή αγροτιά πάρουν στα χέρια τους την κρατική εξουσία, οργανωθούν εντελώς ελεύθερα σε κομμούνες και συνενώσουν τη δράση όλων των κοινοτήτων με σκοπό να χτυπήσουν το κεφάλαιο, να συντρίψουν την αντίσταση των καπιταλιστών, να μεταβιβάσουν σε όλο το έθνος, στο σύνολο της κοινωνίας, την ατομική ιδιοκτησία πάνω στους σιδηροδρόμους, τα εργοστάσια, τη γη και τα λοιπά, μήπως αυτό δεν θα είναι συγκεντρωτισμός; Μήπως αυτό δεν θα είναι ο πιο συνεπής δημοκρατικός συγκεντρωτισμός; Και μάλιστα προλεταριακός συγκεντρωτισμός;

Του Μπέρνσταϊν απλώς δεν μπορεί να του περάσει από το νου πως είναι δυνατό να υπάρξει θεληματικός συγκεντρωτισμός, θεληματική συνένωση των κοινοτήτων σε έθνος, θεληματική συγχώνευση των προλεταριακών κοινοτήτων για τη συντριβή της αστικής κυριαρχίας και της αστικής κρατικής μηχανής. Ο Μπέρνσταϊν, όπως και κάθε φιλισταίος, φαντάζεται το συγκεντρωτισμό σαν κάτι που μπορεί να επιβληθεί και να διατηρηθεί μόνο από τα πάνω, μόνο από την υπαλληλία και τη στρατοκρατία.

Γι΄ αυτό ο Μαρξ, σαν να πρόβλεψε ότι μπορεί να διαστρεβλωθούν οι απόψεις του, υπογραμμίζει σκόπιμα ότι αποτελούν συνειδητή πλαστογράφηση οι κατηγορίες πως τάχα η Κομμούνα ήθελε να καταστρέψει την ενότητα του έθνους, να καταργήσει την κεντρική εξουσία. Ο Μαρξ σκόπιμα χρησιμοποιεί την έκφραση «οργάνωση της ενότητας του έθνους», για ν΄ αντιπαραθέσει το συνειδητό, δημοκρατικό, προλεταριακό συγκεντρωτισμό στον αστικό, στρατιωτικό, υπαλληλικό.

Μα… όποιος δεν θέλει να ακούσει είναι χειρότερος από όλους τους κουφούς. Και οι οπορτουνιστές της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας, ακριβώς δεν θέλουν να ακούσουν για εκμηδένιση της κρατικής εξουσίας, για την αποκοπή της παρασιτικής απόφυσης.


5. Εκμηδένιση του κράτους-παράσιτου

Παραθέσαμε κιόλας τα αντίστοιχα λόγια του Μαρξ και πρέπει να τα συμπληρώσουμε.

«… Η συνηθισμένη μοίρα ενός νέου ιστορικού δημιουργήματος –έγραφε ο Μαρξ- είναι να το νομίζουν για ομοίωμα παλιότερων ή ακόμη και ξεπερασμένων μορφών της κοινωνικής ζωής, με τις οποίες οι καινούργιοι θεσμοί έχουν κάποια ομοιότητα. Έτσι η νέα αυτή Κομμούνα, που τσακίζει (bricht – συντρίβει) τη σύγχρονη κρατική εξουσία, θεωρήθηκε σαν αναβίωση της μεσαιωνικής κοινότητας… σαν ομοσπονδία μικρών κρατών (Μοντεσκιέ, Γιρονδίνοι[47])… σαν υπερβολική μορφή του παλιού αγώνα ενάντια στον υπέρμετρο συγκεντρωτισμό…

… Το καθεστώς της Κομμούνας θα απέδιδε στο κοινωνικό σώμα όλες εκείνες τις δυνάμεις, που τις κατανάλωσε ως τώρα αυτή η παρασιτική απόφυση –το «κράτος», που τρέφεται σε βάρος της κοινωνίας και την εμποδίζει να κινείται ελεύθερα. Και μόνο μ΄ αυτή την πράξη θα έβαζε μπρος την αναγέννηση της Γαλλίας…

… Το καθεστώς της Κομμούνας θα έβαζε τους αγρότες παραγωγούς κάτω από την πνευματική καθοδήγηση των μεγάλων πόλεων κάθε περιοχής και εκεί, στο πρόσωπο των εργατών των πόλεων, θα τους εξασφάλιζε τους φυσικούς εκπροσώπους των συμφερόντων τους. Και μόνη η ύπαρξη της Κομμούνας είχε σαν αυτονόητη συνέπειά της την τοπική αυτοκυβέρνηση, όχι όμως πια σαν αντίβαρο στην κρατική εξουσία, που είχε γίνει πια περιττή»[48].

«Εκμηδένιση της κρατικής εξουσίας», που είχε γίνει «παρασιτική απόφυση», «αποκοπή» και «καταστροφή» της, «η κρατική εξουσία γίνεται τώρα περιττή» -μ΄ αυτές τις εκφράσεις μιλούσε ο Μαρξ για το κράτος, όταν έκρινε και ανάλυε την πείρα της Κομμούνας.

Όλα αυτά γράφτηκαν σχεδόν εδώ και μισό αιώνα, και σήμερα χρειάζεται να γίνουν ένα είδος ανασκαφές, για να κάνεις συνείδηση των πλατιών μαζών τον ανόθευτο μαρξισμό. Τα συμπεράσματα που βγήκαν από τις παρατηρήσεις πάνω στην τελευταία μεγάλη επανάσταση, που έζησε ο Μαρξ, τα ξέχασαν τότε ακριβώς που ήρθε η ώρα για τις κατοπινές μεγάλες επαναστάσεις του προλεταριάτου.

«… Η ποικιλία των ερμηνειών, που δόθηκαν στην Κομμούνα και η ποικιλία των συμφερόντων, που εκφράζονταν μ΄ αυτήν, αποδείχνουν πως ήταν μια πέρα για πέρα ευλύγιστη πολιτική μορφή, ενώ όλες οι προηγούμενες μορφές κυβέρνησης ήταν στην ουσία τους καταπιεστικές. Το πραγματικό της μυστικό ήταν το εξής: Η Κομμούνα ήταν ουσιαστικά κυβέρνηση της εργατικής τάξης, το αποτέλεσμα της πάλης της τάξης που παράγει ενάντια στην τάξη των σφετεριστών, ήταν η ανοιχτή τελικά πολιτική μορφή, με την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας…

Χωρίς τον τελευταίο αυτό όρο το καθεστώς της Κομμούνας θα ήταν κάτι το ακατόρθωτο, μια απάτη…»[49]

Οι ουτοπιστές καταπιάστηκαν να «ανακαλύψουν» πολιτικές μορφές, με τις οποίες θα έπρεπε να συντελεστεί ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας. Οι αναρχικοί απόφευγαν γενικά το ζήτημα των πολιτικών μορφών. Οι οπορτουνιστές της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας αποδέχτηκαν τις αστικές πολιτικές μορφές του κοινοβουλευτικού δημοκρατικού κράτους σαν όριο, που δεν επιτρέπεται να ξεπεραστεί, και σπάζανε το κεφάλι τους, κάνοντας προσευχές μπροστά σ΄ αυτό το «πρότυπο», χαρακτήριζαν αναρχισμό κάθε προσπάθεια να σπάσει κανείς αυτές τις μορφές.

Ο Μαρξ συμπέρανε απ΄ όλη την ιστορία του σοσιαλισμού και των πολιτικών αγώνων πως το κράτος πρέπει να εξαφανιστεί, πως η μεταβατική μορφή της εξαφάνισής του (πέρασμα από το κράτος στο μη-κράτος) θα είναι «το προλεταριάτο που είναι οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη». Δεν καταπιάστηκε όμως ο Μαρξ να ανακαλύψει τις πολιτικές μορφές αυτού του μέλλοντος. Περιορίστηκε στην επισταμένη παρατήρηση της γαλλικής ιστορίας, στην ανάλυσή της και στο συμπέρασμα που πρόσφερνε το έτος 1851: τα πράγματα οδηγούν προς την καταστροφή της αστικής κρατικής μηχανής.

Κι όταν ξέσπασε το μαζικό επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου, ο Μαρξ άρχισε να μελετάει ποιες μορφές είχε ανακαλύψει το κίνημα αυτό, παρά την αποτυχία του, παρά τη σύντομη διάρκειά του και την ολοφάνερη αδυναμία του.

Η Κομμούνα είναι η πρώτη απόπειρα της προλεταριακής επανάστασης να συντρίψει την αστική κρατική μηχανή και η πολιτική μορφή, που «τελικά ανακάλυψε» και με την οποία μπορεί και πρέπει ν΄ αντικατασταθεί αυτό που έχει συντριβεί.

Θα δούμε στην παρακάτω έκθεσή μας ότι οι ρωσικές επαναστάσεις του 1905 και του 1917, μέσα σε διαφορετική κατάσταση και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, συνεχίζουν το έργο της Κομμούνας και επιβεβαιώνουν τη μεγαλοφυή ιστορική ανάλυση του Μαρξ.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV: ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΣΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΝΓΚΕΛΣ

Ο Μαρξ έδωσε το βασικό σχετικά με το ζήτημα της σημασίας της πείρας της Κομμούνας. Ο Ένγκελς ξαναγύρισε επανειλημμένα στο ίδιο θέμα, επεξηγώντας την ανάλυση και τα συμπεράσματα του Μαρξ, και μερικές φορές φώτιζε με τόση δύναμη και παραστατικότητα τις άλλες πλευρές του ζητήματος, που χρειάζεται να σταθούμε ιδιαίτερα σ΄ αυτές τις διασαφήσεις.


1. «Για το ζήτημα της κατοικίας»

Στο έργο του για το ζήτημα της κατοικίας (1872)[50] ο Ένγκελς έχει πια υπόψη του την πείρα της Κομμούνας και στέκεται αρκετές φορές στα καθήκοντα της επανάστασης σε σχέση με το κράτος. Είναι ενδιαφέρον ότι πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα εξηγούνται παραστατικά, από τη μια μεριά, τα γνωρίσματα της ομοιότητας του προλεταριακού κράτους με το σημερινό κράτος –γνωρίσματα που μας δίνουν το δικαίωμα να μιλάμε για κράτος και στις δυό περιπτώσεις,- και από την άλλη, τα διακριτικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ή το πέρασμα στην εκμηδένιση του κράτους.

«Με ποιο τρόπο μπορεί να λυθεί το ζήτημα της κατοικίας; Στη σημερινή κοινωνία μπορεί να λυθεί ακριβώς όπως και κάθε άλλο κοινωνικό ζήτημα: με τη βαθμιαία οικονομική εξίσωση της ζήτησης και της προσφοράς, μια λύση που ξαναγεννάει πάντα από την αρχή το ίδιο ζήτημα και που επομένως δεν είναι λύση. Πως θα έλυνε το ζήτημα αυτό μια κοινωνική επανάσταση, αυτό δεν εξαρτιέται μόνο από τις χρονικές και τοπικές συνθήκες, αλλά και από πολύ ευρύτερα ζητήματα, που ένα από τα κυριότερα είναι η εξάλειψη της αντίθεσης ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό. Και μια και δεν πρόκειται να φτιάξουμε ουτοπικά συστήματα για τη συγκρότηση της μελλοντικής κοινωνίας, θα ήταν περισσότερο από ματαιοπονία, αν στεκόμασταν σ΄ αυτό το ζήτημα. Εκείνο όμως που είναι βέβαιο, είναι ότι σήμερα ήδη υπάρχουν στις μεγάλες πόλεις αρκετά σπίτια, έτσι που με μια λογική διάθεσή τους θα θεραπευόταν αμέσως κάθε πραγματική στενότητα κατοικίας. Αυτό, φυσικά, μπορεί να γίνει μόνο με την απαλλοτρίωση των σημερινών ιδιοκτητών και με την εγκατάσταση σ΄ αυτά τα σπίτια άστεγων εργατών ή εργατών που ζουν τώρα σε πάρα πολύ πυκνοκατοικημένα διαμερίσματα. Και μόλις το προλεταριάτο κατακτήσει την πολιτική εξουσία, ένα τέτοιο μέτρο, που το υπαγορεύει το συμφέρον της κοινωνίας, θα μπορεί να εφαρμοστεί με την ίδια ευκολία, που πραγματοποιούνται άλλες απαλλοτριώσεις και επιτάξεις κτιρίων από το σημερινό κράτος» (σελ. 22 της γερμ. έκδοσης του 1887)[51].

Εδώ δεν εξετάζεται η αλλαγή της μορφής της κρατικής εξουσίας, αλλά παίρνεται μόνο το περιεχόμενο του έργου της. Οι απαλλοτριώσεις και επιτάξεις κατοικιών γίνονται και με εντολή του σημερινού κράτους. Το προλεταριακό κράτος από τυπική άποψη θα δώσει κι αυτό «εντολή» να επιταχθούν κατοικίες και να απαλλοτριωθούν διαμερίσματα. Είναι όμως φανερό, ότι ο παλιός εκτελεστικός μηχανισμός, η υπαλληλία, που συνδέεται με την αστική τάξη, θα ήταν απλούστατα ακατάλληλος για να εφαρμόσει τις εντολές του προλεταριακού κράτους.

«… Πρέπει εξάλλου να διαπιστώσουμε ότι η πραγματική κατοχή από τον εργαζόμενο λαό όλων των εργαλείων δουλειάς, όλης της βιομηχανίας, είναι το κατευθείαν αντίθετο της προυντονικής «εξαγοράς». Μ΄ αυτή γίνεται ο κάθε ξεχωριστός εργάτης ιδιοκτήτης της κατοικίας, του αγροκτήματος, των εργαλείων δουλειάς, ενώ με την πρώτη ο «εργαζόμενος λαός» μένει ο συλλογικός ιδιοκτήτης των σπιτιών, των εργοστασίων και των εργαλείων δουλειάς. Και για μια μεταβατική τουλάχιστο περίοδο, ζήτημα είναι αν θα παραχωρείται σε άτομα ή σε εταιρίες το δικαίωμα να χρησιμοποιούν αυτά τα σπίτια, τα εργοστάσια κτλ., χωρίς κάλυψη των εξόδων. Το ίδιο όπως και η κατάργηση της ιδιοκτησίας της γης δεν προϋποθέτει την κατάργηση και της γαιοπροσόδου, αλλά τη μεταβίβασή της στην κοινωνία, αν και με τροποποιημένη μορφή. Η πραγματική κατοχή όλων των εργαλείων δουλειάς από τον εργαζόμενο λαό δεν αποκλείει συνεπώς καθόλου τη διατήρηση των σχέσεων μίσθωσης και ενοικίασης» (σελ. 68)[52].

Το ζήτημα που θίγεται σ΄ αυτό το συλλογισμό, δηλαδή το ζήτημα των οικονομικών βάσεων της απονέκρωσης του κράτους, θα το εξετάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο. Ο Ένγκελς εκφράζεται με εξαιρετική προσοχή, όταν λέει πως «ζήτημα είναι» ότι το προλεταριακό κράτος θα μοιράζει τις κατοικίες δωρεάν, «τουλάχιστο στη μεταβατική περίοδο». Η διάθεση με νοίκι σε ξεχωριστές οικογένειες των κατοικιών, που ανήκουν σε όλο το λαό, προϋποθέτει και την είσπραξη αυτού του ενοικίου και ένα ορισμένο έλεγχο και ορισμένη αναλογία στην κατανομή των κατοικιών. Όλα αυτά απαιτούν μια ορισμένη μορφή κράτους, δεν απαιτούν όμως καθόλου έναν ιδιαίτερο στρατιωτικό και γραφειοκρατικό μηχανισμό με ειδική προνομιακή θέση των δημόσιων λειτουργών. Το πέρασμα όμως σε μια τέτοια κατάσταση, όπου θα μπορεί να παραχωρούνται δωρεάν οι κατοικίες, συνδέεται με την ολοκληρωτική «απονέκρωση» του κράτους.

Μιλώντας για τους μπλανκιστές[53], που ύστερα από την Κομμούνα και κάτω από την επίδραση της πείρας της πέρασαν στη θεμελιακή θέση του μαρξισμού, ο Ένγκελς ευκαιριακά διατυπώνει τη θέση αυτή με τα παρακάτω λόγια:

«… Ανάγκη της πολιτικής δράσης του προλεταριάτου και της δικτατορίας του, σαν πέρασμα στην κατάργηση των τάξεων και μαζί μ΄ αυτές και του κράτους…» (σελ. 55)[54].

Κάποιοι θιασώτες της μικρόλογης κριτικής ή αστοί «εξοντωτές του μαρξισμού» θα βρουν ίσως αντίφαση ανάμεσα σ΄ αυτή την αναγνώριση της «κατάργησης του κράτους» και στην απόρριψη σαν αναρχικής της τέτοιας διατύπωσης, που περιέχεται στο σημείο του «Αντι-Ντίρινγκ», το οποίο παραθέσαμε πιο πάνω. Δεν θα ήταν παράξενο αν οι οπορτουνιστές κατέτασσαν και τον Ένγκελς στους «αναρχικούς», -σήμερα όλο και περισσότερο οι σοσιαλσοβινιστές αρχίζουν να κατηγορούν τους διεθνιστές για αναρχισμό.

Ο μαρξισμός δίδασκε πάντα ότι μαζί με την κατάργηση των τάξεων θα συντελεστεί και η κατάργηση του κράτους. Το πασίγνωστο σημείο του «Αντι-Ντίρινγκ» για την «απονέκρωση του κράτους» κατηγορεί τους αναρχικούς όχι απλώς γιατί είναι υπέρ της κατάργησης του κράτους, αλλά γιατί κηρύσσουν πως τάχα το κράτος μπορεί να καταργηθεί «από τη μια μέρα στην άλλη».

Επειδή το «σοσιαλδημοκρατικό» δόγμα που κυριαρχεί σήμερα διαστρέβλωσε εντελώς τη στάση του μαρξισμού απέναντι στον αναρχισμό στο ζήτημα της κατάργησης του κράτους, είναι εξαιρετικά χρήσιμο να θυμίσουμε μια πολεμική του Μαρξ και του Ένγκελς ενάντια στους αναρχικούς.


2. Η πολεμική ενάντια στους αναρχικούς

Η πολεμική αυτή έγινε το 1873. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραψαν για μια ιταλική σοσιαλιστική συλλογή άρθρα ενάντια στους προυντονιστές[55], τους «αυτονομιστές» ή τους «αντιπάλους του κύρους» και μόλις το 1913 τα άρθρα αυτά δημοσιεύτηκαν σε γερμανική μετάφραση στη «Neue Zeit»[56].

«… Αν ο πολιτικός αγώνας της εργατικής τάξης –έγραφε ο Μαρξ, ειρωνευόμενος τους αναρχικούς που αρνούνταν την πολιτική- παίρνει επαναστατικές μορφές, αν οι εργάτες αντί της δικτατορίας της αστικής τάξης προβάλλουν τη δική τους επαναστατική δικτατορία, τότε διαπράττουν το τρομερό έγκλημα να προσβάλλουν τα ζητήματα αρχών, γιατί, για να ικανοποιήσουν τις κακομοίρικες, τις χοντρικές καθημερινές τους ανάγκες, για να κάμψουν την αντίσταση της αστικής τάξης, δίνουν στο κράτος μια επαναστατική και παροδική μορφή, αντί να καταθέσουν τα όπλα και να καταργήσουν το κράτος…» («Neue Zeit», 1913-1914, χρόνος 32, τόμ. 1, σελ. 40)[57].

Ενάντια σ΄ αυτήν ακριβώς την «κατάργηση» του κράτους εξεγείρονταν ιδιαίτερα ο Μαρξ, όταν αντέκρουσε τους αναρχικούς! Δεν εξεγείρονταν καθόλου ενάντια στη θέση ότι το κράτος θα εξαφανιστεί μαζί με την εξαφάνιση των τάξεων, ή ότι θα καταργηθεί με την κατάργησή τους, αλλά ενάντια στο ότι οι εργάτες πρέπει να παραιτηθούν από τη χρήση των όπλων, από την οργανωμένη βία, δηλαδή από το κράτος, που οφείλει να εξυπηρετεί το σκοπό: «να σπάσει την αντίσταση της αστικής τάξης».

Και για να μη διαστρεβλώσουν το πραγματικό νόημα της πάλης του ενάντια στον αναρχισμό, ο Μαρξ σκόπιμα τόνιζε την «επαναστατική και παροδική μορφή» του κράτους, που είναι απαραίτητο στο προλεταριάτο. Μόνο προσωρινά είναι απαραίτητο το κράτος στο προλεταριάτο. Δεν διαφωνούμε καθόλου με τους αναρχικούς στο ζήτημα της κατάργησης του κράτους σαν σκοπό. Υποστηρίζουμε πως για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι απαραίτητη η προσωρινή χρήση των οργάνων, των μέσων και των μεθόδων της κρατικής εξουσίας ενάντια στους εκμεταλλευτές, όπως για την κατάργηση των τάξεων είναι αναγκαία η προσωρινή δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης. Ο Μαρξ επιλέγει την πιο έντονη και την πιο καθαρή τοποθέτηση του ζητήματος ενάντια στους αναρχικούς: πρέπει άραγε οι εργάτες «να καταθέσουν τα όπλα» μόλις αποτινάξουν το ζυγό των καπιταλιστών ή πρέπει να τα χρησιμοποιήσουν ενάντια στους καπιταλιστές για να σπάσουν την αντίστασή τους; Και η συστηματική χρήση των όπλων από μια τάξη ενάντια σε μια άλλη τάξη τι άλλο είναι, αν όχι μια «παροδική μορφή» του κράτους; 

Ας αναρωτηθεί ο κάθε σοσιαλδημοκράτης: έτσι άραγε έβαζε το ζήτημα του κράτους στην πολεμική του ενάντια στους αναρχικούς; Έτσι άραγε έβαζε αυτό το ζήτημα η τεράστια πλειοψηφία των επίσημων σοσιαλιστικών κομμάτων της Δεύτερης Διεθνούς;

Ο Ένγκελς αναπτύσσει τις ίδιες αυτές σκέψεις πολύ πιο διεξοδικά και πιο εκλαϊκευτικά. Πριν απ΄ όλα ειρωνεύεται τη σύγχυση της σκέψης των προυντονιστών, που αυτοονομάζονταν «αντίπαλοι του κύρους», δηλαδή αρνούνταν κάθε κύρος, κάθε υποταγή, κάθε εξουσία. Πάρτε ένα εργοστάσιο, ένα σιδηρόδρομο, ένα καράβι σε ανοιχτό πέλαγος –λέει ο Ένγκελς- μήπως δεν είναι φανερό πως χωρίς μια ορισμένη υποταγή και συνεπώς χωρίς ένα ορισμένο κύρος ή εξουσία είναι αδύνατο να λειτουργήσει ούτε κι ένας απ΄ αυτούς τους σύνθετους τεχνικούς οργανισμούς, που βασίζονται στη χρήση μηχανών και στη σχεδιασμένη συνεργασία πολλών ανθρώπων;

«… Κάθε φορά –γράφει ο Ένγκελς- που προβάλλω τέτοια επιχειρήματα στους πιο αφηνιασμένους αντιπάλους του κύρους, αυτοί μπορούν να μου απαντούν μόνο με τα παρακάτω: “Μάλιστα! Αυτό είναι αλήθεια, αλλά εδώ δεν πρόκειται για το κύρος, με το οποίο περιβάλλουμε τους αντιπροσώπους μας, αλλά για μια ορισμένη εντολή”. Οι άνθρωποι αυτοί νομίζουν πως μπορούμε να αλλάξουμε ένα πράγμα, αν αλλάξουμε το όνομά του…»[58].

Δείχνοντας με τον τρόπο αυτό ότι το κύρος και η αυτονομία είναι έννοιες σχετικές, ότι το πεδίο της εφαρμογής τους αλλάζει ανάλογα με τις διάφορες φάσεις της κοινωνικής εξέλιξης, ότι είναι ανόητο όλα αυτά να τα παίρνουμε σαν απόλυτα, και αφού πρόσθεσε ότι το πεδίο χρήσης των μηχανών και της μεγάλης παραγωγής ευρύνεται διαρκώς, ο Ένγκελς περνάει από τις γενικές κρίσεις για το κύρος στο ζήτημα του κράτους.

«… Αν οι αυτονομιστές –γράφει ο Ένγκελς- ήθελαν να πουν μόνο ότι η κοινωνική οργάνωση του μέλλοντος θα περιορίσει το κύρος μόνο μέσα στα όρια που γίνονται αναπόφευκτα από τους όρους της παραγωγής, τότε θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε μαζί τους. Όμως αυτοί δεν βλέπουν τα γεγονότα που κάνουν αναγκαίο το κύρος και αγωνίζονται με πάθος ενάντια στη λέξη.

Για ποιο λόγο οι αντίπαλοι του κύρους δεν αρκούνται μόνο να φωνασκούν ενάντια στο πολιτικό κύρος, ενάντια στο κράτος; Όλοι οι σοσιαλιστές συμφωνούν πως το κράτος και μαζί του και το πολιτικό κύρος θα εξαφανιστούν σαν αποτέλεσμα της μελλοντικής κοινωνικής επανάστασης και αυτό σημαίνει ότι οι δημόσιες λειτουργίες θα χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μετατραπούν σε απλές διοικητικές λειτουργίες που θα προστατεύουν τα κοινωνικά συμφέροντα. Οι αντίπαλοι όμως του κύρους απαιτούν να καταργηθεί μονομιάς το πολιτικό κράτος, πριν ακόμη εξαφανιστούν οι κοινωνικές σχέσεις που το γέννησαν. Απαιτούν η πρώτη πράξη της κοινωνικής επανάστασης να είναι η κατάργηση του κύρους.

Είδαν άραγε ποτέ τους οι κύριοι αυτοί μια επανάσταση; Μια επανάσταση είναι, αναμφίβολα, το αυθεντικότερο πράγμα που μπορεί να υπάρχει. Είναι μια πράξη με την οποία ένα μέρος του πληθυσμού επιβάλλει τη θέλησή του στο άλλο με όπλα, με λόγχες και με κανόνια, δηλ. με τα πιο αυταρχικά μέσα. Και το κόμμα που νίκησε είναι αναγκαστικά υποχρεωμένο να διατηρήσει την κυριαρχία του με τον τρόμο που εμπνέουν τα όπλα του στους αντιδραστικούς. Θα κρατούσε ποτέ η Κομμούνα του Παρισιού, έστω και μια μέρα, αν δεν είχε χρησιμοποιήσει ενάντια στην αστική τάξη το κύρος του οπλισμένου λαού; Αντίθετα, δεν έχουμε άραγε δίκιο να επικρίνουμε την Κομμούνα για το ότι δεν το χρησιμοποίησε όσο έπρεπε; Επομένως ένα από τα δυό: ή οι αντίπαλοι του κύρους δεν ξέρουν τι λένε και έτσι προκαλούν μόνο σύγχυση, ή ξέρουν, και στην περίπτωση αυτή προδίνουν την υπόθεση του προλεταριάτου. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση εξυπηρετούν μόνο την αντίδραση (σελ. 39)[59].

Στο συλλογισμό αυτό θίγονται ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν σε συνδυασμό με το θέμα του συσχετισμού της πολιτικής και της οικονομίας κατά την απονέκρωση του κράτους (στο θέμα τούτο αφιερώνεται το επόμενο κεφάλαιο). Τέτοιο είναι το ζήτημα της μετατροπής των δημόσιων λειτουργιών από πολιτικές σε απλές διαχωριστικές λειτουργίες, καθώς και το ζήτημα του «πολιτικού κράτους». Αυτή η τελευταία διατύπωση, που μπορεί ιδιαίτερα να προκαλέσει παρανοήσεις, αφορά το προτσές της απονέκρωσης του κράτους: σε ορισμένη βαθμίδα της απονέκρωσής του, το κράτος που απονεκρώνεται μπορούμε να το ονομάσουμε απολιτικό κράτος.

Το πιο αξιοσημείωτο στο συλλογισμό αυτό του Ένγκελς είναι και πάλι η τοποθέτηση του ζητήματος ενάντια στους αναρχικούς. Ακόμη από το 1873 οι σοσιαλδημοκράτες, που ήθελαν να είναι μαθητές του Ένγκελς, λογομάχησαν εκατομμύρια φορές με τους αναρχικούς,  δ ε ν  λογομαχούσαν όμως με τον τρόπο που μπορεί και πρέπει να λογομαχούν οι μαρξιστές. Η αναρχική αντίληψη για την κατάργηση του κράτους είναι μπερδεμένη και μη-επαναστατική –έτσι έθετε ο Ένγκελς το ζήτημα. Οι αναρχικοί δεν θέλουν να δουν ακριβώς την επανάσταση στη γέννηση και την ανάπτυξή της, στα ειδικά της καθήκοντα απέναντι στη βία, στο κύρος, στην εξουσία, στο κράτος.

Η συνηθισμένη κριτική του αναρχισμού από τους σημερινούς σοσιαλδημοκράτες κατάντησε η πιο καθαρή μικροαστική προστυχιά: «εμείς, λέει, αναγνωρίζουμε το κράτος, ενώ οι αναρχικοί δεν το αναγνωρίζουν!». Εννοείται, μια τέτοια προστυχιά δεν μπορεί να μην απωθεί τους λίγο-πολύ σκεπτόμενους και επαναστάτες εργάτες. Ο Ένγκελς λέει κάτι άλλο: υπογραμμίζει πως όλοι οι σοσιαλιστές παραδέχονται την εξαφάνιση του κράτους σαν συνέπεια της σοσιαλιστικής επανάστασης. Μετά βάζει συγκεκριμένα το ζήτημα της επανάστασης, δηλαδή εκείνο ακριβώς το ζήτημα, που οι σοσιαλδημοκράτες λόγω του οπορτουνισμού τους συνήθως το παρακάμπτουν και το αφήνουν, σαν να λέμε, να το «επεξεργαστούν» αποκλειστικά οι αναρχικοί. Και ο Ένγκελς, θέτοντας αυτό το ζήτημα, πιάνει τον ταύρο από τα κέρατα: δεν θα έπρεπε άραγε η Κομμούνα να χρησιμοποιήσει περισσότερο την επαναστατική εξουσία του κράτους, δηλαδή του ένοπλου προλεταριάτου που είναι οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη;

Η κυρίαρχη επίσημη σοσιαλδημοκρατία συνήθως ξεφορτωνόταν το ζήτημα των συγκεκριμένων καθηκόντων του προλεταριάτου στην επανάσταση είτε απλούστατα με μια φιλισταϊκή ειρωνεία, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, με τη σοφιστική υπεκφυγή: «τότε βλέπουμε». Και οι αναρχικοί αποκτούσαν το δικαίωμα να κατηγορούν την τέτοια σοσιαλδημοκρατία ότι προδίνει το καθήκον της, το καθήκον της επαναστατικής διαπαιδαγώγησης των εργατών. Ο Ένγκελς χρησιμοποιεί την πείρα της τελευταίας προλεταριακής επανάστασης για να μελετήσει ακριβώς όσο το δυνατό πιο συγκεκριμένα τι πρέπει να κάνει το προλεταριάτο τόσο με τις τράπεζες, όσο και με το κράτος και πως πρέπει να το κάνει αυτό.


3. Το γράμμα προς τον Μπέμπελ

Ένας από τους αξιοσημείωτους, αν όχι ο πιο αξιοσημείωτος συλλογισμός του Μαρξ και του Ένγκελς στα έργα τους για το ζήτημα του κράτους είναι η παρακάτω περικοπή από γράμμα του Ένγκελς προς τον Μπέμπελ της 18-28 του Μάρτη 1875[60]. Ας σημειώσουμε σε παρένθεση πως το γράμμα αυτό, απ΄ ό,τι ξέρουμε, ο Μπέμπελ το πρωτοδημοσίευσε στο δεύτερο τόμο των απομνημονευμάτων του («Από τη ζωή μου») που κυκλοφόρησε το 1911, δηλαδή 36 χρόνια αργότερα από τότε που γράφτηκε και στάλθηκε.

Επικρίνοντας το σχέδιο του προγράμματος της Γκότα, που το είχε επικρίνει και ο Μαρξ στο περίφημο γράμμα του προς τον Μπράκε[61] και θίγοντας ειδικά το ζήτημα του κράτους, ο Ένγκελς έγραφε στον Μπέμπελ τα εξής:

«… Το ελεύθερο λαϊκό κράτος μετατράπηκε σε ελεύθερο κράτος. Σύμφωνα με τη γραμματική έννοια αυτών των λέξεων, ελεύθερο κράτος είναι εκείνο το κράτος που είναι ελεύθερο απέναντι στους πολίτες του, δηλαδή ένα κράτος με δεσποτική κυβέρνηση. Θα έπρεπε να παρατήσουν όλη αυτή τη φλυαρία για το κράτος, ιδιαίτερα ύστερα από την Κομμούνα, που δεν ήταν πια κράτος στην καθαυτό έννοιά του. Με το “λαϊκό κράτος” οι αναρχικοί μάς γάνωναν μέχρι αηδίας το κεφάλι, παρ΄ όλο που το έργο ήδη του Μαρξ ενάντια στον Προυντόν[62], και ύστερα το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” μιλάνε ανοιχτά ότι με την εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού κοινωνικού καθεστώτος το κράτος αυτοδιαλύεται (sich auflöst) και εξαφανίζεται. Μια και είναι λοιπόν το κράτος αυτό ένας παροδικός θεσμός, που τον χρησιμοποιεί κανείς στον αγώνα, στην επανάσταση, για να καθυποτάξει με τη βία τους αντιπάλους του, είναι καθαρή ανοησία να μιλάει κανείς για ελεύθερο λαϊκό κράτος. Όσο το προλεταριάτο έχει ανάγκη ακόμη από το κράτος, το έχει ανάγκη όχι για την ελευθερία, αλλά για την καθυπόταξη των αντιπάλων του. Και από τη στιγμή που θα μπορεί να μιλάει κανείς για ελευθερία, το κράτος παύει να υπάρχει σαν τέτοιο. Γι΄ αυτό εμείς θα προτείναμε να μπει παντού στη θέση της λέξης κράτος η λέξη “κοινότητα” (Gemeinwesen), μια θαυμάσια παλιά γερμανική λέξη, που αντιστοιχεί στη γαλλική λέξη “κομμούνα”» (σελ. 321-322 του γερμανικού πρωτότυπου)[63].

Πρέπει να έχουμε υπόψη πως το γράμμα αυτό αφορά το πρόγραμμα του κόμματος, που ο Μαρξ το υπόβαλλε σε κριτική σε ένα γράμμα του που στάλθηκε λίγες βδομάδες αργότερα από τούτο το γράμμα (το γράμμα του Μαρξ έχει ημερομηνία 5 του Μάη 1875), και πως ο Ένγκελς ζούσε τότε μαζί με τον Μαρξ στο Λονδίνο. Γι΄ αυτό το λόγο, όταν λέει «εμείς» στην τελευταία φράση, ο Ένγκελς προτείνει αναμφισβήτητα από μέρους του και από μέρους του Μαρξ στον ηγέτη του Εργατικού κόμματος της Γερμανίας να σβήσει από το πρόγραμμα τη λέξη «κράτος» και να την αντικαταστήσει με τη λέξη «κοινότητα».

Τι κραυγές για «αναρχισμό» θα σήκωναν οι καπεταναίοι του σημερινού «μαρξισμού», του νοθευμένου έτσι που βολεύει τους οπορτουνιστές, αν τους προτεινόταν μια τέτοια διόρθωση του προγράμματος!

Ας κραυγάζουν. Γι΄ αυτό θα τους επαινέσει η αστική τάξη. 

Εμείς όμως θα κάνουμε τη δουλειά μας. Όταν θα επανεξετάσουμε το πρόγραμμα του Κόμματός μας, θα πρέπει οπωσδήποτε να πάρουμε υπόψη μας τη συμβουλή του Ένγκελς και του Μαρξ, για να είμαστε πιο κοντά στην αλήθεια, για να αποκαταστήσουμε το μαρξισμό, καθαρίζοντάς τον από τις διαστρεβλώσεις, για να κατευθύνουμε σωστότερα τον αγώνα της εργατικής τάξης για την απελευθέρωσή της. Ανάμεσα στους μπολσεβίκους δεν θα βρεθούν ασφαλώς αντίπαλοι της συμβουλής του Ένγκελς και του Μαρξ. Δυσκολία θα παρουσιαστεί ίσως μονάχα στον όρο. Στα γερμανικά υπάρχουν δυό λέξεις για την «κοινότητα»[1*] κι απ΄ αυτές ο Ένγκελς διάλεξε εκείνη που δεν σημαίνει την ξεχωριστή κοινότητα, αλλά το σύνολό τους, το σύστημα των κοινοτήτων. Στα ρωσικά τέτοια λέξη δεν υπάρχει και ίσως θα χρειαστεί να διαλέξουμε τη γαλλική λέξη «κομμούνα», μ΄ όλο που αυτή έχει επίσης τα μειονεκτήματά της.

«Η Κομμούνα δεν ήταν πια κράτος στην καθαυτό έννοιά του» -αυτή είναι η σπουδαιότερη, θεωρητικά, γνώμη του Ένγκελς. Ύστερα από όσα είπαμε πιο πάνω η γνώμη αυτή είναι πέρα για πέρα εύλογη. Η Κομμούνα έπαψε να είναι κράτος, εφόσον είχε να καθυποτάξει όχι την πλειοψηφία του πληθυσμού, αλλά τη μειοψηφία (τους εκμεταλλευτές). Σύντριψε την αστική κρατική μηχανή. Στη θέση της ιδιαίτερης δύναμης υποταγής πρόβαλε στο προσκήνιο ο ίδιος ο πληθυσμός. Όλα αυτά είναι απομάκρυνση από το κράτος στην καθαυτό έννοιά του. Κι αν η Κομμούνα στερεωνόταν, «θα απονεκρώνονταν» από μόνα τους τα ίχνη του κράτους, δεν θα χρειαζόταν να «καταργήσει» τους θεσμούς του: οι θεσμοί αυτοί θα έπαυαν να λειτουργούν στο βαθμό που θ΄ άρχιζαν να μην έχουν τι να κάνουν.

«Οι αναρχικοί μάς γανώνουν το κεφάλι με το “λαϊκό κράτος”». Με τη φράση αυτή ο Ένγκελς έχει υπόψη του πριν απ΄ όλα τον Μπακούνιν και τις επιθέσεις του ενάντια στους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες. Ο Ένγκελς αναγνωρίζει τις επιθέσεις αυτές σαν δικαιολογημένες στο βαθμό που το «λαϊκό κράτος» είναι παραλογισμός και απομάκρυνση από το σοσιαλισμό, ακριβώς όπως και το «ελεύθερο λαϊκό κράτος». Ο Ένγκελς προσπαθεί να διορθώσει τον αγώνα των γερμανών σοσιαλδημοκρατών ενάντια στους αναρχικούς, να κάνει αυτό τον αγώνα σωστό από άποψη αρχών, να τον καθαρίσει από τις οπορτουνιστικές προκαταλήψεις για το «κράτος». Δυστυχώς όμως! Το γράμμα του Ένγκελς έμεινε καταχωνιασμένο 36 χρόνια μέσα στα χρονοντούλαπα. Θα δούμε πιο κάτω πως και μετά τη δημοσίευση αυτού του γράμματος ο Κάουτσκι επαναλαμβάνει επίμονα τα ίδια στην ουσία λάθη, για τα οποία προειδοποιούσε ο Ένγκελς.

Ο Μπέμπελ απάντησε στον Ένγκελς με το γράμμα του της 21 του Σεπτέμβρη 1875, όπου ανάμεσα στ΄ άλλα έγραφε ότι «συμφωνεί απόλυτα» με τη γνώμη του για το σχέδιο προγράμματος και ότι επέκρινε τον Λήμπκνεχτ για την υποχωρητικότητά του (σελ. 334 της γερμανικής έκδοσης των απομνημονευμάτων του Μπέμπελ, τόμ ΙΙ). Αν πάρουμε όμως την μπροσούρα του Μπέμπελ «Οι σκοποί μας» θα βρούμε εκεί εντελώς λαθεμένους συλλογισμούς για το κράτος:

«Το κράτος πρέπει να μετατραπεί από κράτος που βασίζεται στην ταξική κυριαρχία, σε λαϊκό κράτος» Unsere Ziele», γερμ. έκδοση του 1886, σελ. 14).

Αυτά γράφονταν στην (ένατη!) έκδοση της μπροσούρας του Μπέμπελ! Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι η γερμανική σοσιαλδημοκρατία διαποτίστηκε με τόση επιμονή από τους επανειλημμένους οπορτουνιστικούς συλλογισμούς για το κράτος, ιδιαίτερα τη στιγμή που οι επαναστατικές διασαφήσεις του Ένγκελς μπαίνανε στο χρονοντούλαπο και όλες οι συνθήκες της ζωής για πολύ καιρό «ξεσυνήθιζαν» τον κόσμο από την επανάσταση.
______________

[1*] Πρόκειται για τις γερμανικές λέξεις: Gemeinde και Gemeinwesen. Σημ. μετ.


4. Κριτική του σχεδίου προγράμματος της Ερφούρτης

Η κριτική του σχεδίου προγράμματος της Ερφούρτης[64], που την έστειλε ο Ένγκελς στον Κάουτσκι στις 29 του Ιούνη 1891 και που δημοσιεύτηκε μόλις ύστερα από 10 χρόνια στη «Neue Zeit», δεν μπορεί να παρακαμφθεί κατά την ανάλυση της διδασκαλίας του μαρξισμού για το κράτος, γιατί είναι αφιερωμένη κυρίως στην κριτική ακριβώς των οπορτουνιστικών απόψεων της σοσιαλδημοκρατίας στα ζητήματα της κρατικής οργάνωσης.

Σημειώνουμε με την ευκαιρία ότι και στα ζητήματα της οικονομίας ο Ένγκελς κάνει επίσης μια εξαιρετικά πολύτιμη υπόδειξη, που δείχνει πόσο προσεκτικά και στοχαστικά παρακολουθούσε ακριβώς τις αλλαγές του νεότατου καπιταλισμού και πως γι΄ αυτό το λόγο μπόρεσε να προδιαγράψει ως ένα ορισμένο βαθμό τα καθήκοντα της δικής μας, της ιμπεριαλιστικής εποχής. Να αυτή η υπόδειξη: παίρνοντας αφορμή από την «έλλειψη σχεδιασμού» (Planlosigkeit), που χρησιμοποιείται στο σχέδιο προγράμματος για να χαρακτηρίσει τον καπιταλισμό, ο Ένγκελς γράφει:

«… Όταν περνάμε από τις μετοχικές εταιρίες στα τραστ, που υποτάσσουν και μονοπωλούν ολόκληρους βιομηχανικούς κλάδους, εδώ σταματάει όχι μόνο η ιδιωτική παραγωγή, αλλά και η έλλειψη σχεδιασμού» («Neue Zeit», χρόνος 20ός, τόμος 1ος, 1901-1902, σε. 8)[65].

Στο σημείο αυτό διατυπώνεται το πιο βασικό στη θεωρητική εκτίμηση του νεότατου καπιταλισμού, δηλαδή του ιμπεριαλισμού, και συγκεκριμένα ότι ο καπιταλισμός μετατρέπεται σε μονοπωλιακό καπιταλισμό. Το τελευταίο είναι ανάγκη να το υπογραμμίσουμε, γιατί το πιο διαδομένο λάθος είναι ο αστικορεφορμιστικός ισχυρισμός πως τάχα ο μονοπωλιακός ή ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός δεν είναι πια καπιταλισμός, πως μπορεί ήδη να ονομαστεί «κρατικός σοσιαλισμός» και τα παρόμοια. Βέβαια, τα τραστ δεν έκαναν, δεν κάνουν ως τώρα και δεν μπορούν να κάνουν έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό. Κι όταν τα τραστ κάνουν ένα κάποιο σχεδιασμό, κι όταν οι μεγιστάνες του κεφαλαίου προϋπολογίζουν τις διαστάσεις της παραγωγής σε εθνική ή ακόμη και σε διεθνή κλίμακα, και όταν σχεδιασμένα ρυθμίζουν την παραγωγή, μένουμε ωστόσο στο καθεστώς του καπιταλισμού, έστω και στο νέο στάδιό του, αλλά αναμφισβήτητα στο καθεστώς του καπιταλισμού. Το ότι ένας τέτοιος καπιταλισμός βρίσκεται «κοντά» στο σοσιαλισμό, πρέπει να αποτελεί για τους πραγματικούς εκπροσώπους του προλεταριάτου απόδειξη ότι η σοσιαλιστική επανάσταση ζυγώνει, είναι εύκολη και πραγματοποιήσιμη, δεν επιδέχεται αναβολή και δεν πρέπει διόλου να αποτελέσει επιχείρημα για να κρατούν στάση ανοχής απέναντι στην άρνηση αυτής της επανάστασης και στον εξωραϊσμό του καπιταλισμού, όπως κάνουν όλοι οι ρεφορμιστές.

Αλλά ας γυρίσουμε στο ζήτημα του κράτους. Ο Ένγκελς κάνει εδώ τρεις εξαιρετικά πολύτιμες υποδείξεις: πρώτο, για το ζήτημα της δημοκρατίας, δεύτερο, για τη σχέση ανάμεσα στο εθνικό ζήτημα και στη συγκρότηση του κράτους, τρίτο, για την τοπική αυτοδιοίκηση.

Όσο για τη δημοκρατία, ο Ένγκελς την έβαλε στο κέντρο βάρους της κριτικής του για το σχέδιο προγράμματος της Ερφούρτης. Κι αν θυμηθούμε ποια σημασία απόκτησε το πρόγραμμα της Ερφούρτης σε όλη την παγκόσμια σοσιαλδημοκρατία, ότι έγινε το πρότυπο για όλη τη Δεύτερη Διεθνή, θα μπορούμε να πούμε δίχως υπερβολή ότι ο Ένγκελς επικρίνει εδώ τον οπορτουνισμό όλης της Δεύτερης Διεθνούς.

«Οι πολιτικές διεκδικήσεις του σχεδίου –γράφει ο Ένγκελς- πάσχουν από μια μεγάλη έλλειψη. Δεν υπάρχει σ΄ αυτό εκείνο (η υπογράμμιση είναι του Ένγκελς) που έπρεπε κυρίως να ειπωθεί»[66].

Και παρακάτω διευκρινίζεται ότι το γερμανικό σύνταγμα είναι κυρίως εκμαγείο του αντιδραστικότατου συντάγματος του 1850, ότι το Ράιχσταγκ, σύμφωνα με την έκφραση του Βίλχελμ Λήμπκνεχτ, δεν είναι παρά το «φύλλο συκής της απολυταρχίας», ότι είναι «ολοφάνερη ανοησία» να θέλεις να πραγματοποιήσεις «τη μετατροπή όλων των εργαλείων δουλειάς σε κοινή ιδιοκτησία» με βάση το σύνταγμα που νομιμοποιεί τα κρατίδια και την ομοσπονδία των γερμανικών κρατιδίων.

«Είναι επικίνδυνο να θίγει κανείς αυτό το θέμα», προσθέτει ο Ένγκελς, που ξέρει θαυμάσια ότι δεν πρέπει να διατυπωθεί στο πρόγραμμα νόμιμα η διεκδίκηση της δημοκρατίας στη Γερμανία. Ο Ένγκελς όμως δεν συμβιβάζεται έτσι απλά με το σαφή αυτό συλλογισμό, με τον οποίο ικανοποιούνται «όλοι». Και συνεχίζει: «Και όμως πρέπει έτσι ή αλλιώς να ανακινηθεί το ζήτημα. Πόσο αναγκαίο είναι αυτό, το δείχνει τώρα ακριβώς ο οπορτουνισμός που διαδίδεται (einreißende) σ΄ ένα μεγάλο μέρος του σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Από φόβο εφαρμογής και πάλι του νόμου κατά των σοσιαλιστών[67] ή από τη θύμηση μερικών απερίσκεπτων δηλώσεων που έγιναν στη διάρκεια της κυριαρχίας αυτού του νόμου, θέλουν τώρα να παραδεχτεί το Κόμμα ότι με τη σημερινή έννομη τάξη πραγμάτων στη Γερμανία είναι δυνατή η ειρηνική πραγματοποίηση όλων των διεκδικήσεών του…»[68].

Ότι οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες ενεργούσαν από φόβο μήπως επαναληφθεί ο έκτακτος νόμος, αυτό το βασικό γεγονός ο Ένγκελς το προβάλλει στην πρώτη γραμμή και το ονομάζει χωρίς περιστροφές οπορτουνισμό, δηλώνοντας πως είναι τελείως παράλογα τα όνειρα για «ειρηνικό» δρόμο, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει δημοκρατία και ελευθερία στη Γερμανία. Ο Ένγκελς είναι αρκετά προσεκτικός ώστε να μη δεσμεύσει τον εαυτό του. Παραδέχεται πως στις χώρες που έχουν δημοκρατία ή πολύ μεγάλες ελευθερίες «μπορεί κανείς να φανταστεί» (μόνο «να φανταστεί»!) μια ειρηνική εξέλιξη προς το σοσιαλισμό, αλλά στη Γερμανία, επαναλαμβάνει,

«… το να διακηρύσσεις ένα τέτοιο πράγμα στη Γερμανία, και μάλιστα χωρίς να υπάρχει καμιά ανάγκη, στη Γερμανία όπου η κυβέρνηση είναι σχεδόν παντοδύναμη, ενώ το Ράιχσταγκ και όλα τ΄ άλλα αντιπροσωπευτικά σώματα δεν έχουν πραγματική εξουσία, είναι σαν να αφαιρείς το φύλλο συκής από την απολυταρχία και να στέκεσαι ο ίδιος μπροστά της για να καλύψεις τη γύμνια της…»[69]

Πραγματικά οι επίσημοι αρχηγοί του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας, που έβαλε «στο χρονοντούλαπο» αυτές τις υποδείξεις, αποδείχτηκαν στην τεράστια πλειοψηφία τους προστάτες της απολυταρχίας.

«… Μια τέτοια πολιτική μπορεί απλώς να παραπλανήσει τελικά το Κόμμα. Προωθούν στην πρώτη γραμμή γενικά και αφηρημένα πολιτικά ζητήματα και μ΄ αυτό τον τρόπο συγκαλύπτουν τα άμεσα συγκεκριμένα ζητήματα που μπαίνουν από μόνα τους στην ημερήσια διάταξη με τα πρώτα μεγάλα γεγονότα, με την πρώτη πολιτική κρίση. Τι μπορεί να βγει απ΄ αυτό, εκτός από το ότι ξαφνικά στην αποφασιστική στιγμή το Κόμμα θα βρεθεί σα αδυναμία και θα επικρατεί σ΄ αυτό ασάφεια και ασυμφωνία πάνω στα αποφασιστικά ζητήματα, γιατί αυτά τα ζητήματα δεν είχαν συζητηθεί ποτέ…

Αυτή η αγνόηση των μεγάλων, των θεμελιακών απόψεων εξαιτίας των πρόσκαιρων συμφερόντων, αυτό το κυνηγητό των πρόσκαιρων επιτυχιών και ο αγώνας γι΄ αυτές, χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες που θα προκύψουν, αυτή η θυσία του μέλλοντος του κινήματος χάρη του παρόντος –μπορεί να προέρχεται και από «τίμια» κίνητρα, είναι όμως οπορτουνισμός και παραμένει οπορτουνισμός και ο «τίμιος» οπορτουνισμός είναι ίσως απ΄ όλους πιο επικίνδυνος…

Αν υπάρχει κάτι που δεν χωράει καμιά αμφισβήτηση είναι ότι το Κόμμα μας και η εργατική τάξη μπορούν να έλθουν στην εξουσία μονάχα με την πολιτική μορφή της λαοκρατικής δημοκρατίας. Η δημοκρατία αυτή είναι μάλιστα που αποτελεί ειδική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, όπως το έδειξε ήδη η μεγάλη γαλλική επανάσταση…»[70].

Ο Ένγκελς επαναλαμβάνει εδώ με εξαιρετικά παραστατική μορφή τη βασική εκείνη ιδέα που περνάει σαν κόκκινη κλωστή μέσα απ΄ όλα τα έργα του Μαρξ, και συγκεκριμένα ότι η λαοκρατική δημοκρατία είναι η πιο κοντινή πρόσβαση προς τη δικτατορία του προλεταριάτου. Γιατί αυτή η δημοκρατία, χωρίς να παραμερίζει καθόλου την κυριαρχία του κεφαλαίου, συνεπώς και την καταπίεση των μαζών και την ταξική πάλη, οδηγεί αναπόφευκτα σε τέτοιο πλάταιμα, ξετύλιγμα, φανέρωμα και όξυνση αυτής της πάλης, που μια και γεννιέται η δυνατότητα να ικανοποιηθούν τα βασικά συμφέροντα των καταπιεζόμενων μαζών, η δυνατότητα αυτή πραγματοποιείται αναπότρεπτα και μοναδικά με τη δικτατορία του προλεταριάτου, με την καθοδήγηση αυτών των μαζών από το προλεταριάτο. Για όλη τη Δεύτερη Διεθνή είναι κι αυτά «ξεχασμένα λόγια» του μαρξισμού, και το ξέχασμά τους το φανέρωσε με ασυνήθιστη εκφραστικότητα η ιστορία του Κόμματος των μενσεβίκων στο πρώτο εξάμηνο της ρωσικής επανάστασης του 1917.

Για το ζήτημα της ομοσπονδιακής δημοκρατίας σε σχέση με την εθνική σύνθεση του πληθυσμού ο Ένγκελς έγραφε:

«Τι πρέπει να μπει στη θέση της σημερινής Γερμανίας;» (με την αντιδραστική μοναρχική συγκρότησή της και με τον επίσης αντιδραστικό χωρισμό της σε μικρά κράτη, χωρισμό, που διαιωνίζει τις ιδιομορφίες του «πρωσισμού», αντί να τις διαλύει στη Γερμανία, σαν σύνολο). «Κατά τη γνώμη μου, το προλεταριάτο μπορεί να χρησιμοποιήσει μονάχα τη μορφή της ενιαίας και αδιαίρετης δημοκρατίας. Για την τεράστια έκταση των Ενωμένων Πολιτειών η ομοσπονδιακή δημοκρατία αποτελεί ακόμη και σήμερα γενικά μια αναγκαιότητα, παρά το γεγονός ότι στις ανατολικές τους περιοχές γίνεται ήδη εμπόδιο. Θα αποτελούσε ένα βήμα προς τα μπρος για την Αγγλία, όπου σε δυό νησιά κατοικούν τέσσερα έθνη και όπου, παρά την ύπαρξη ενός μόνο Κοινοβουλίου, υπάρχουν το ένα δίπλα στο άλλο τρία νομοθετικά συστήματα. Το σύστημα της ομοσπονδιακής δημοκρατίας έγινε πια από καιρό εμπόδιο στη μικρή Ελβετία και αν είναι ακόμη ανεκτό εκεί, αυτό οφείλεται μονάχα στον καθαρά παθητικό ρόλο που παίζει η Ελβετία σαν κράτος μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα κρατών. Για τη Γερμανία η αποδοχή του ομοσπονδιακού συστήματος κατά τον ελβετικό τρόπο θα αποτελούσε ένα τεράστιο βήμα προς τα πίσω. Δυό σημεία ξεχωρίζουν το ομοσπονδιακό κράτος από το απόλυτα ενιαίο κράτος, και συγκεκριμένα: ότι κάθε χωριστό κράτος που ανήκει στην ομοσπονδία έχει τη δική του αστική και ποινική νομοθεσία και τη δική του οργάνωση δικαστηρίων και ακόμη ότι δίπλα στη λαϊκή Βουλή υπάρχει και η Βουλή των αντιπροσώπων των κρατών, όπου κάθε καντόνι ψηφίζει, ανεξάρτητα αν είναι μεγάλο ή μικρό». Στη Γερμανία το ομοσπονδιακό κράτος αποτελεί το πέρασμα σε ένα απόλυτα ενιαίο κράτος και την «επανάσταση από τα πάνω», που έγινε το 1866 και το 1870, δεν πρέπει να τη στρέψουμε προς τα πίσω, αλλά να τη συμπληρώσουμε με ένα «κίνημα από τα κάτω»[71].

Ο Ένγκελς όχι μονάχα δεν δείχνει αδιαφορία στο ζήτημα των μορφών του κράτους, μα απεναντίας προσπαθεί με εξαιρετική φροντίδα ν΄ αναλύσει ακριβώς τις μεταβατικές μορφές, για να σταθμίσει, ανάλογα με τις συγκεκριμένες ιστορικές ιδιομορφίες της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης, τι είδους πέρασμα, από τι σε τι είναι η δοσμένη μεταβατική μορφή.

Ο Ένγκελς, όπως και ο Μαρξ, υπερασπίζει από την άποψη του προλεταριάτου και της προλεταριακής επανάστασης το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, την ενιαία και αδιαίρετη δημοκρατία. Την ομοσπονδιακή δημοκρατία τη βλέπει είτε σαν εξαίρεση και εμπόδιο στην εξέλιξη, είτε σαν πέρασμα από τη μοναρχία στη συγκεντρωτική δημοκρατία, σαν «βήμα προς τα μπρος» κάτω από ορισμένες ιδιαίτερες συνθήκες. Ανάμεσα σ΄ αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες προβάλλεται το εθνικό ζήτημα.

Παρ΄ όλο που ο Ένγκελς και ο Μαρξ επικρίνουν αμείλικτα την αντιδραστικότητα των κρατιδίων και τη συγκάλυψη αυτής της αντιδραστικότητας με το εθνικό ζήτημα σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις, δεν υπάρχει πουθενά, ούτε στον ένα ούτε στον άλλο, ούτε ίχνος προσπάθειας να αποφύγουν το εθνικό ζήτημα –προσπάθειας, που συχνά αποτελεί το λάθος των ολλανδών και πολωνών μαρξιστών, που ξεκινούν από τη νομιμότατη καταπολέμηση του μικροαστικού στενού εθνικισμού των «δικών τους» μικρών κρατών.

Ακόμη και στην Αγγλία, όπου οι γεωγραφικοί όροι, και η κοινότητα της γλώσσας, και η ιστορία πολλών αιώνων, θα έλεγε κανείς πως «έβαλε τέρμα» στο εθνικό ζήτημα ορισμένων μικροϋποδιαιρέσεων της Αγγλίας, ακόμη και δω ο Ένγκελς παίρνει υπόψη του το ολοφάνερο γεγονός ότι το εθνικό ζήτημα δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί και γι΄ αυτό παραδέχεται την ομοσπονδιακή δημοκρατία σαν ένα «βήμα προς τα μπρος». Εννοείται, εδώ δεν υπάρχει ούτε ίχνος απάρνησης ούτε της κριτικής των ελαττωμάτων της ομοσπονδιακής δημοκρατίας, ούτε της πιο αποφασιστικής προπαγάνδας και πάλης για την ενιαία, συγκεντρωτική-λαοκρατική δημοκρατία.

Ο Ένγκελς όμως δεν εννοεί καθόλου το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό με το γραφειοκρατικό εκείνο νόημα, με το οποίο χρησιμοποιούν την έννοια αυτή οι αστοί και οι μικροαστοί θεωρητικοί, ανάμεσα στους τελευταίους και οι αναρχικοί. Για τον Ένγκελς ο συγκεντρωτισμός δεν αποκλείει καθόλου την πλατιά εκείνη τοπική αυτοδιοίκηση, που, όταν οι «κομμούνες» και οι περιοχές υποστηρίζουν προαιρετικά την ενότητα του κράτους, παραμερίζει οπωσδήποτε κάθε γραφειοκρατισμό και κάθε «εξουσιασμό» από τα πάνω.

«… Έτσι λοιπόν, ενιαία δημοκρατία –γράφει ο Ένγκελς, αναπτύσσοντας τις προγραμματικές απόψεις του μαρξισμού για το κράτος– όχι όμως με την έννοια της σημερινής Γαλλικής Δημοκρατίας, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια αυτοκρατορία χωρίς αυτοκράτορα, που ιδρύθηκε το 1798. Από το 1792 ως το 1798 κάθε γαλλικό διαμέρισμα, κάθε κοινότητα (Gemeinde) είχε πλήρη αυτοδιοίκηση σύμφωνα με το αμερικανικό πρότυπο, κι αυτό πρέπει να το έχουμε κι εμείς. Πως πρέπει να οργανώσουμε την αυτοδιοίκηση και πως μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα χωρίς γραφειοκρατία, αυτό μάς το έδειξε και το απόδειξε η Αμερική και η πρώτη Γαλλική Δημοκρατία, και τώρα ακόμη μάς το δείχνουν ο Καναδάς, η Αυστραλία και οι άλλες αγγλικές αποικίες. Και μια τέτοια κατά διαμερίσματα (περιοχές) και κατά κοινότητες αυτοδιοίκηση είναι πολύ πιο ελεύθερος θεσμός απ΄ ό,τι π.χ. το ελβετικό ομοσπονδιακό σύστημα, όπου το καντόνι είναι βέβαια πολύ ανεξάρτητο απέναντι στην ομοσπονδία» (δηλ. απέναντι στο ομοσπονδιακό συνολικό κράτος), «είναι όμως επίσης ανεξάρτητο και απέναντι στο νομό (Bezirk) και απέναντι στην κοινότητα. Οι κυβερνήσεις των καντονιών διορίζουν αστυνομικούς διευθυντές νομών (Bezirkshalter) και διοικητές περιοχών, πράγμα που δεν υπάρχει εντελώς στις αγγλόφωνες χώρες και το οποίο και εμείς και στη δική μας χώρα, στο μέλλον πρέπει εξίσου αποφασιστικά να το αποκρούσουμε, όπως αποκρούσαμε και τους πρώσους διοικητικούς και κυβερνητικούς συμβούλους» (επιτρόπους, αστυνομικούς διευθυντές, διοικητές, γενικά όλους τους υπαλλήλους που διορίζονται από τα πάνω.). Ο Ένγκελς συστήνει αντίστοιχα να διατυπωθεί στο πρόγραμμα το σημείο για την αυτοδιοίκηση με τον παρακάτω τρόπο: «Πλήρη αυτοδιοίκηση στο διαμέρισμα» (κυβερνείο ή περιοχή), «στο νομό και στην κοινότητα με υπαλλήλους που θα εκλέγονται με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα. Κατάργηση όλων των κατά τόπους και διαμερίσματα αρχών που διορίζονται από το κράτος»[72].

Στην «Πράβντα»[73] (αρ. φύλ. 68 της 28 του Μάη 1917), που την έκλεισε η κυβέρνηση του Κέρενσκι και των άλλων «σοσιαλιστών» υπουργών, μου δόθηκε ήδη η ευκαιρία να παρατηρήσω πως στο σημείο αυτό –που φυσικά δεν είναι καθόλου το μοναδικό- οι δικοί μας δήθεν σοσιαλιστές αντιπρόσωποι της δήθεν επαναστατικής δήθεν δημοκρατίας απομακρύνθηκαν ολοφάνερα από το δημοκρατισμό[1*]. Είναι ευνόητο ότι οι άνθρωποι που δέθηκαν σε «συνασπισμό» με την ιμπεριαλιστική αστική τάξη έμειναν κουφοί σ΄ αυτές τις υποδείξεις.

Έχει εξαιρετική σημασία να σημειωθεί πως ο Ένγκελς, με χειροπιαστά γεγονότα, με βάση το πιο ακριβολογημένο παράδειγμα, αντικρούει την πάρα πολύ διαδομένη –ιδιαίτερα μέσα στη μικροαστική δημοκρατία- πρόληψη, πως τάχα η ομοσπονδιακή δημοκρατία σημαίνει οπωσδήποτε περισσότερες ελευθερίες από τη συγκεντρωτική. Αυτό δεν είναι σωστό. Τα γεγονότα που αναφέρει ο Ένγκελς για τη συγκεντρωτική Γαλλική Δημοκρατία του 1792-1798 και την ομοσπονδιακή ελβετική, το διαψεύδουν. Στην πραγματικότητα περισσότερες ελευθερίες έδινε η συγκεντρωτική δημοκρατία, παρά η ομοσπονδιακή. Ή με άλλα λόγια: την πιο μεγάλη τοπική, περιφερειακή κτλ. ελευθερία, που είναι γνωστή στην ιστορία, την έδωσε η συγκεντρωτική και όχι η ομοσπονδιακή δημοκρατία.

Στην κομματική μας προπαγάνδα και διαφώτιση δεν δινόταν και δεν δίνεται αρκετή προσοχή σ΄ αυτό το γεγονός, όπως και σε όλο γενικά το ζήτημα της ομοσπονδιακής και συγκεντρωτικής δημοκρατίας και της τοπικής αυτοδιοίκησης.
______________

[1*] Βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 32ος, σελ. 218-221. Η Σύντ.


5. Ο πρόλογος του 1891 στον «εμφύλιο πόλεμο» του Μαρξ

Στον πρόλογο της 3ης έκδοσης του «Εμφυλίου πολέμου στη Γαλλία» -ο πρόλογος αυτός έχει ημερομηνία 18 του Μάρτη 1891 και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Neue Zeit»- ο Ένγκελς, δίπλα στις ενδιαφέρουσες πεταχτές παρατηρήσεις σε ζητήματα που σχετίζονται με τη στάση απέναντι στο κράτος, δίνει μια αξιοθαύμαστα παραστατική συνόψιση των διδαγμάτων της Κομμούνας[74]. Η συνόψιση αυτή βασίζεται σε όλη την πείρα της εικοσάχρονης περιόδου που χώριζε το συγγραφέα από την Κομμούνα, στρέφεται ειδικά ενάντια στη «δεισιδαιμονική πίστη στο κράτος», που έχει διαδοθεί στη Γερμανία, και μπορεί δικαιολογημένα να ονομαστεί η τελευταία λέξη του μαρξισμού στο ζήτημα που εξετάζουμε.

Στη Γαλλία –παρατηρεί ο Ένγκελς- ύστερα από κάθε επανάσταση οι εργάτες ήταν οπλισμένοι, «γι΄ αυτό, για τους αστούς που κρατούσαν το τιμόνι του κράτους, πρωταρχική προσταγή ήταν να αφοπλιστούν οι εργάτες. Κι έτσι, ύστερα από κάθε επανάσταση που κέρδιζαν οι εργάτες, ακολουθεί ένας νέος αγώνας που τελειώνει με την ήττα των εργατών…»[75]

Ο απολογισμός της πείρας των αστικών επαναστάσεων είναι τόσο σύντομος, όσο και εκφραστικός. Η ουσία του ζητήματος –ανάμεσα στ΄ άλλα και σχετικά με το ζήτημα του κράτους (έ χ ε ι  ά ρ α γ ε  ό π λ α  η  κ α τ α π ι ε ζ ό μ ε ν η  τ ά ξ η;)- πιάστηκε εδώ θαυμάσια. Αυτήν ακριβώς την ουσία την προσπερνούν συχνότερα από κάθε τι άλλο τόσο οι καθηγητές που βρίσκονται κάτω από την επιρροή της αστικής ιδεολογίας, όσο και οι μικροαστοί δημοκράτες. Στη ρωσική επανάσταση του 1917 στον «μενσεβίκο», στον «επίσης-μαρξιστή» Τσερετέλι έλαχε η τιμή (τιμή αλά Καβενιάκ) να φλυαρήσει αυτό το μυστικό των αστικών επαναστάσεων. Στον «ιστορικό» του λόγο στις 11 του Ιούνη ο Τσερετέλι άφησε να του ξεφύγει ότι η αστική τάξη είναι αποφασισμένη να αφοπλίσει τους εργάτες της Πετρούπολης, παρουσιάζοντας φυσικά την απόφαση αυτή και σαν δική του, και σαν ανάγκη «κρατική» γενικά![76]

Ο ιστορικός λόγος του Τσερετέλι της 11 του Ιούνη θα είναι φυσικά για τον κάθε ιστορικό της επανάστασης του 1917 μια από τις πιο εξόφθαλμες αποδείξεις για το πώς ο συνασπισμός των εσέρων και των μενσεβίκων, που ηγείται ο κύριος Τσερετέλι, πέρασε με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στο επαναστατικό προλεταριάτο.

Άλλη πεταχτή παρατήρηση του Ένγκελς, που σχετίζεται κι αυτή με το ζήτημα του κράτους, αναφέρεται στη θρησκεία. Είναι γνωστό πως όσο η γερμανική σοσιαλδημοκρατία σάπιζε και γινόταν όλο και πιο οπορτουνιστική, τόσο κατρακυλούσε όλο και πιο συχνά στη φιλισταϊκή παρερμηνεία της περίφημης διατύπωσης: «ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση». Δηλαδή η διατύπωση αυτή ερμηνευόταν με την έννοια πως τάχα και για το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου το ζήτημα της θρησκείας είναι ιδιωτική υπόθεση!! Ενάντια σ΄ αυτήν ακριβώς την ολοκληρωτική προδοσία του επαναστατικού προγράμματος του προλεταριάτου ξεσηκώθηκε ο Ένγκελς, που το 1891 μόλις διέκρινε τα πιο αδύνατα έμβρυα του οπορτουνισμού μέσα στο Κόμμα του και που γι΄ αυτό εκφραζόταν με τον πιο προσεκτικό τρόπο:

«Και μια και στην Κομμούνα έπαιρναν μέρος σχεδόν μόνο εργάτες ή αναγνωρισμένοι εκπρόσωποι των εργατών, οι αποφάσεις της είχαν αποφασιστικά προλεταριακό χαρακτήρα. Είτε ψήφιζε μεταρρυθμίσεις, που η δημοκρατική αστική τάξη τις είχε παραλείψει μόνο από αισχρή δειλία, που αποτελούσαν όμως απαραίτητη βάση για την ελεύθερη δράση της εργατικής τάξης, όπως η εφαρμογή της αρχής ότι η θρησκεία σε σχέση με το κράτος είναι καθαρά ιδιωτική υπόθεση των ατόμων, είτε έπαιρνε αποφάσεις που εξυπηρετούσαν άμεσα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και που εν μέρει έθιγαν βαθιά το παλιό κοινωνικό καθεστώς…»[77].

Ο Ένγκελς σκόπιμα υπογράμμισε τις λέξεις «σε σχέση με το κράτος», για να χτυπήσει κατακέφαλα το γερμανικό οπορτουνισμό που κήρυσσε τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση σε σχέση με το κόμμα κι έτσι υποβίβαζε το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου στο επίπεδο του πρόστυχου «ελευθερόφρονα» μικροαστισμού, που ήταν έτοιμος να ανεχθεί την απάρνηση της θρησκευτικής πίστης, αλλά δεν παραδεχόταν το καθήκον του Κόμματος να καταπολεμάει το θρησκευτικό αφιόνι που αποβλακώνει το λαό.

Ο μελλοντικός ιστορικός της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, αναζητώντας τις ρίζες της επαίσχυντης χρεοκοπίας της το 1914, θα βρει αρκετό ενδιαφέρον υλικό για το ζήτημα αυτό, αρχίζοντας από τις δηλώσεις υπεκφυγής, που περιέχονται στα άρθρα του ιδεολογικού αρχηγού του Κόμματος Κάουτσκι, δηλώσεις που άνοιγαν διάπλατα τις πόρτες στον οπορτουνισμό και τελειώνοντας με τη στάση του Κόμματος απέναντι στο «Los-von-Kirche-Bewegung» (κίνημα για το χωρισμό από την εκκλησία) το 1913[78].

Ας περάσουμε όμως και στο πως ο Ένγκελς είκοσι χρόνια ύστερα από την Κομμούνα συνόψιζε τα διδάγματά της για το αγωνιζόμενο προλεταριάτο.

Να ποια διδάγματα προωθούσε ο Ένγκελς στην πρώτη σειρά:

«… Και ακριβώς η καταπιεστική εξουσία της προηγούμενης συγκεντρωτικής κυβέρνησης –στρατός, πολιτική αστυνομία και γραφειοκρατία- που είχε δημιουργήσει ο Ναπολέων το 1798 και που από τότε την παραλάβαινε σαν ευπρόσδεκτο όργανο κάθε καινούργια κυβέρνηση και τη χρησιμοποιούσε ενάντια στους αντιπάλους της, ακριβώς αυτή η εξουσία έπρεπε να πέσει παντού στη Γαλλία, όπως είχε πέσει στο Παρίσι.

Η Κομμούνα αναγκάστηκε αμέσως από την αρχή ν αναγνωρίσει πως όταν η εργατική τάξη έλθει πια στην εξουσία δεν μπορεί να εξακολουθεί να διοικεί με την παλιά κρατική μηχανή, ότι η εργατική τάξη, για να μην ξαναχάσει την κυριαρχία που μόλις έχει κατακτήσει, πρέπει, από τη μια, να παραμερίσει όλη την παλιά καταπιεστική μηχανή που ως τότε είχε χρησιμοποιηθεί ενάντιά της, και απ΄ την άλλη, να εξασφαλίσει τον εαυτό της από τους ίδιους της τους βουλευτές και υπαλλήλους, ορίζοντας ότι όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση, μπορούν να ανακληθούν σε οποιαδήποτε στιγμή…»[79].

Ο Ένγκελς τόνισε πολλές φορές ότι όχι μόνο στη μοναρχία, μα και στη ρεπουμπλικανική δημοκρατία το κράτος μένει κράτος, δηλαδή διατηρεί το βασικό διακριτικό του γνώρισμα: να μετατρέπει τους δημόσιους λειτουργούς, τους «υπηρέτες τής κοινωνίας», τα όργανά της σε αφέντες της.

«… Ενάντια σ΄ αυτή τη μετατροπή του κράτους και των κρατικών οργάνων από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της, μια μετατροπή που είναι αναπόφευκτη σε όλα τα ως τώρα κράτη, η Κομμούνα χρησιμοποίησε δυό αλάνθαστα μέσα. Πρώτο, σε όλες τις θέσεις –διοικητικές, δικαστικές και εκπαιδευτικές- διόριζε πρόσωπα εκλεγμένα με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα, και μάλιστα  με το δικαίωμα της ανάκλησής τους σε οποιαδήποτε στιγμή με απόφαση των εκλογέων τους. Και δεύτερο, πλήρωνε όλους τους δημόσιους λειτουργούς, τόσο τους ανώτερους, όσο και τους κατώτερους, μόνο τον ίδιο μισθό που έπαιρναν οι άλλοι εργάτες. Ο μεγαλύτερος μισθός που γενικά πλήρωνε η Κομμούνα ήταν 6000 φράγκα[1*]. Έτσι μπήκε ένα σίγουρο εμπόδιο στη θεσιθηρία και στον καριερισμό, και μάλιστα χωρίς τις δεσμευτικές εντολές που έπαιρναν εκτός απ΄ όλα τ΄ άλλα οι αντιπρόσωποι στα αντιπροσωπευτικά σώματα…»[81]

Εδώ ο Ένγκελς φτάνει στο ενδιαφέρον εκείνο όριο, όπου η συνεπής δημοκρατία, από τη μια μεριά, μετατρέπεται σε σοσιαλισμό, και από την άλλη, απαιτεί το σοσιαλισμό. Γιατί, για να καταργηθεί το κράτος πρέπει να μετατραπούν οι λειτουργίες της κρατικής υπηρεσίας σε τόσο απλές πράξεις ελέγχου και καταγραφής, που να είναι προσιτές, να μπορεί να τις εκτελεί η τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού και αργότερα όλος ο πληθυσμός. Η ολοκληρωτική εξάλειψη του καριερισμού απαιτεί να πετύχουμε ώστε η κάθε «τιμητική» θεσούλα στη δημόσια υπηρεσία, κι αν ακόμη δεν είναι προσοδοφόρα, να μη μπορεί να χρησιμεύσει σαν γεφυράκι για να μεταπηδά κανένας στις πιο επικερδείς θέσεις σε τράπεζες ή σε ανώνυμες εταιρίες, όπως γίνεται συνεχώς σε όλες, και στις πιο ελεύθερες, καπιταλιστικές χώρες.

Ο Ένγκελς όμως δεν κάνει το λάθος που κάνουν οι άλλοι μαρξιστές στο ζήτημα του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των εθνών: πως τάχα στον καπιταλισμό το δικαίωμα αυτό είναι ανέφικτο, ενώ στο σοσιαλισμό περιττό. Παρόμοιο, δήθεν έξυπνο, μα στην πραγματικότητα λαθεμένο, συλλογισμό θα μπορούσε να επαναλάβει κανείς για οποιονδήποτε δημοκρατικό θεσμό, συμπεριλαμβάνοντας και το μέτριο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων, επειδή στον καπιταλισμό δεν είναι δυνατός ένας ως το τέλος συνεπής δημοκρατισμός, ενώ στο σοσιαλισμό θα απονεκρωθεί κάθε δημοκρατία.

Πρόκειται για σόφισμα που μοιάζει με το παλιό εκείνο αστείο: αν θα γίνει φαλακρός ο άνθρωπος, όταν λιγοστέψουν κατά μια τρίχα τα μαλλιά του. 

Η ως το τέλος ανάπτυξη της δημοκρατίας, η αναζήτηση των μορφών αυτής της ανάπτυξης, ο έλεγχός τους στην πράξη κτλ., αποτελούν ένα από τα συστατικά καθήκοντα της πάλης για την κοινωνική επανάσταση. Κανένας δημοκρατισμός χωριστά παρμένος δεν θα δώσει το σοσιαλισμό, στη ζωή όμως ο δημοκρατισμός δεν «θα παρθεί» ποτέ «χωριστά», αλλά «θα παρθεί μαζί» με άλλα φαινόμενα, θα ασκεί την επιρροή του και στην οικονομία, θα προωθεί το μετασχηματισμό της, θα δέχεται την επίδραση της οικονομικής εξέλιξης κτλ. Τέτοια είναι η διαλεκτική της ζωντανής ιστορίας.

Ο Ένγκελς συνεχίζει:

«… Αυτή η ανατίναξη (Sprengung) της παλιάς κρατικής εξουσίας και η αντικατάστασή της με μια καινούργια, αληθινά δημοκρατική εξουσία, περιγράφονται διεξοδικά στο τρίτο μέρος του «Εμφυλίου πολέμου». Ήταν όμως απαραίτητο να σταματήσουμε εδώ σύντομα ακόμη μια φορά σε ορισμένα χαρακτηριστικά αυτής της αντικατάστασης, γιατί ακριβώς στη Γερμανία η δεισιδαιμονική πίστη προς το κράτος πέρασε από τη φιλοσοφία στην κοινή συνείδηση της αστικής τάξης, κι ακόμη πολλών εργατών. Σύμφωνα με τη φιλοσοφική διδασκαλία, το κράτος είναι «η πραγματοποίηση της ιδέας», ή η βασιλεία του θεού πάνω στη γη, μεταφρασμένη στη φιλοσοφική γλώσσα, το πεδίο, όπου πραγματοποιούνται ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν η αιώνια αλήθεια και η δικαιοσύνη. Και από δω πηγάζει ένας δεισιδαιμονικός σεβασμός προς το κράτος και προς το κάθε τι που έχει σχέση με το κράτος, ένας δεισιδαιμονικός σεβασμός που ριζώνει τόσο πιο εύκολα, όσο οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει από τα παιδικά τους χρόνια να φαντάζονται ότι τάχα όλες οι υποθέσεις και τα συμφέροντα που είναι κοινά για ολόκληρη την κοινωνία δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν και να προστατευθούν αλλιώς, παρά όπως εξυπηρετούνταν ως τώρα, δηλαδή από το κράτος και τους υπαλλήλους του, που αμείβονται με προσοδοφόρες θεσούλες. Οι άνθρωποι φαντάζονται ότι κάνουν ήδη ένα εξαιρετικά τολμηρό βήμα προς τα μπρος, όταν απολυτρώνονται από την πίστη στην κληρονομική μοναρχία και γίνονται οπαδοί της δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα όμως το κράτος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια μηχανή για την καταπίεση μιας τάξης από μια άλλη, και μάλιστα όχι λιγότερο στη δημοκρατία από ό,τι γίνεται στη μοναρχία. Και στην καλύτερη περίπτωση, το κράτος είναι ένα κακό, το οποίο κληροδοτείται στο προλεταριάτο που νίκησε στον αγώνα για την ταξική κυριαρχία. Το νικηφόρο προλεταριάτο γρήγορα θ΄ αναγκαστεί, όπως επίσης έκανε η Κομμούνα, ν΄ αποκόψει τις χειρότερες πλευρές αυτού του κακού, μέχρις ότου η γενιά που θα μεγαλώσει σε καινούργιες ελεύθερες κοινωνικές συνθήκες, θα είναι σε θέση να πετάξει όλη αυτή τη σαβούρα της κρατικής οργάνωσης»[82].

Ο Ένγκελς προειδοποιούσε τους γερμανούς ότι στην περίπτωση που θα αντικατασταθεί η μοναρχία από τη δημοκρατία να μην ξεχάσουν τις βάσεις του σοσιαλισμού γενικά στο ζήτημα του κράτους. Όταν διαβάζεις τις προειδοποιήσεις του σήμερα, νομίζεις πως πρόκειται για μάθημα που δίνεται άμεσα στους κυρίους Τσερετέλι και Τσερνόφ, που με την πολιτική τους του «συνασπισμού» φανέρωσαν τη δεισιδαιμονική τους πίστη στο κράτος και το δεισιδαιμονικό σεβασμό σ΄ αυτό!

Δυό ακόμη παρατηρήσεις: 1) Όταν ο Ένγκελς λέει πως στη δημοκρατία το κράτος μένει «όχι λιγότερο» από τη μοναρχία μια «μηχανή καταπίεσης μιας τάξης από μια άλλη», αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι η μορφή της καταπίεσης δεν ενδιαφέρει το προλεταριάτο, όπως «διδάσκουν» ορισμένοι αναρχικοί. Η πιο πλατιά, η πιο ελεύθερη, η πιο ανοιχτή μορφή ταξικής πάλης και ταξικής καταπίεσης διευκολύνουν τεράστια το προλεταριάτο στον αγώνα για την εκμηδένιση των τάξεων γενικά.

2) Το ζήτημα γιατί μόνο η νέα γενιά θα είναι σε θέση να πετάξει εντελώς όλη αυτή τη σαβούρα της κρατικής οργάνωσης –είναι ζήτημα που συνδέεται με το ζήτημα του ξεπεράσματος της δημοκρατίας, στο οποίο και περνάμε.
______________

[1*] Ονομαστικά τα 6000 φράγκα ισοδυναμούσαν με 2400 ρούβλια περίπου, σύμφωνα όμως με τη σημερινή τιμή του ρουβλιού (δηλ. τον Αύγουστο του 1917. Σημ. μετ.) με 6000 περίπου ρούβλια. Εντελώς ασυγχώρητα ενεργούν οι μπολσεβίκοι εκείνοι που προτείνουν λ.χ. στα Δημοτικά συμβούλια να καθιερωθούν μισθοί 9000 ρούβλια, αντί να προτείνουν σαν ανώτατο μισθό για όλο το κράτος 6000 ρούβλια –ποσό που θα ήταν αρκετό[80]. (Ας σημειωθεί πως πρόκειται για ετήσιο μισθό κι όχι για μηνιαίο. Σημ. μετ.)


6. Ο Ένγκελς για το ξεπέρασμα της δημοκρατίας

Ο Ένγκελς είχε την ευκαιρία να μιλήσει γι΄ αυτό, απ΄ αφορμή το ζήτημα ότι επιστημονικά δεν είναι σωστή η ονομασία «σοσιαλδημοκράτης».

Στον πρόλογο της έκδοσης των άρθρων του της περιόδου 1870-1880 πάνω σε διάφορα θέματα, κυρίως «διεθνούς» περιεχομένου («Internationales aus demVolksstaat”»[1*]) –πρόλογο που έχει ημερομηνία 3 του Γενάρη 1894, δηλαδή που γράφτηκε ενάμιση χρόνο πριν από το θάνατό του, ο Ένγκελς έγραφε πως σε όλα τα άρθρα μεταχειρίζεται τη λέξη «κομμουνιστής» και όχι «σοσιαλδημοκράτης», γιατί εκείνο τον καιρό σοσιαλδημοκράτες αυτοαποκαλούνταν οι προυντονιστές στη Γαλλία και οι λασσαλιστές στη Γερμανία[83].

«… Για τον Μαρξ και για μένα –συνεχίζει ο Ένγκελς- ήταν επομένως εντελώς αδύνατο να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση τόσο ελαστική για το χαρακτηρισμό της ειδικά δικής μας άποψης. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά, και η λέξη («σοσιαλδημοκράτης») μπορεί, ίσως, να περάσει (mag passieren), αν και είναι ανακριβής (unpassend, ακατάλληλη) για ένα κόμμα, που το οικονομικό του πρόγραμμα δεν είναι μόνο γενικά σοσιαλιστικό, μα άμεσα κομμουνιστικό, για ένα κόμμα, που τελικός πολιτικός σκοπός του είναι το ξεπέρασμα όλου του κράτους, και συνεπώς, και της δημοκρατίας. Τα ονόματα των πραγματικών (η υπογράμμιση είναι του Ένγκελς) πολιτικών κομμάτων δεν αντιστοιχούν ποτέ απόλυτα μ΄ αυτά. Το κόμμα αναπτύσσεται, το όνομα μένει»[84].

Ο διαλεκτικός Ένγκελς έμεινε ως τις τελευταίες ημέρες της ζωής του πιστός στη διαλεκτική. Ο Μαρξ κι εγώ, λέει, είχαμε θαυμάσια, επιστημονικά ακριβολογημένη ονομασία του Κόμματος, όμως δεν ήταν πραγματικό, δηλαδή μαζικό προλεταριακό Κόμμα. Σήμερα (στα τέλη του 19ου αιώνα) υπάρχει πραγματικό Κόμμα, η ονομασία του όμως δεν είναι επιστημονικά σωστή. Δεν πειράζει, «ας περάσει», φτάνει μόνο ν΄ αναπτύσσεται το Κόμμα, φτάνει μόνο να μην του κρύβουμε την επιστημονική ανακρίβεια της ονομασίας του, ώστε να μην το εμποδίζει να αναπτύσσεται προς τη σωστή κατεύθυνση!

Ίσως να βρεθεί και σε μας τους μπολσεβίκους κανένας χωρατατζής που θα αρχίσει να μας παρηγορεί κατά τον τρόπο του Ένγκελς: εμείς έχουμε πραγματικό κόμμα, αναπτύσσεται θαυμάσια, «ας περάσει» και μια τέτοια παράλογη και άσχημη λέξη, όπως είναι η λέξη «μπολσεβίκος», που δεν εκφράζει απολύτως τίποτε άλλο, εκτός από το εντελώς τυχαίο περιστατικό ότι στο συνέδριο Βρυξελλών-Λονδίνου το 1903 εμείς είχαμε την πλειοψηφία[85]… Ίσως τώρα που οι διωγμοί του Ιούλη και του Αυγούστου ενάντια στο Κόμμα μας από τους ρεπουμπλικάνους και την «επαναστατική» μικροαστική δημοκρατία έκαναν τη λέξη «μπολσεβίκος» τόσο τιμητική στο λαό, που οι διωγμοί αυτοί έδειξαν εκτός απ΄ αυτό πως το Κόμμα μας σημείωσε στην πραγματική του ανάπτυξη ένα τόσο γιγάντιο, ιστορικό βήμα προς τα μπρος, ίσως τώρα κι εγώ να ταλαντεύομαι, αν πρέπει ν΄ αλλάξουμε την ονομασία του Κόμματός μας όπως πρότεινα τον Απρίλη[2*]. Ίσως θα πρότεινα στους συντρόφους μου το «συμβιβασμό»: να ονομαστούμε Κομμουνιστικό κόμμα και σε παρένθεση να αφήσουμε τη λέξη μπολσεβίκοι…

Το ζήτημα όμως της ονομασίας του Κόμματος είναι ασύγκριτα λιγότερο σπουδαίο από το ζήτημα της σχέσης του επαναστατικού προλεταριάτου προς το κράτος.

Στους συνηθισμένους συλλογισμούς για το κράτος γίνεται συνεχώς το λάθος, που γι΄ αυτό μας προειδοποιεί ο Ένγκελς και που το σημειώσαμε στα πεταχτά πιο πάνω. Και συγκεκριμένα, λησμονούν συνεχώς πως εκμηδένιση του κράτους είναι επίσης και εκμηδένιση της δημοκρατίας, πως απονέκρωση του κράτους είναι και απονέκρωση της δημοκρατίας.

Από πρώτη άποψη ο ισχυρισμός αυτός φαίνεται εξαιρετικά παράξενος και ακατανόητος. Ίσως μάλιστα γεννηθεί σε κανέναν ο φόβος, μήπως περιμένουμε να έλθει ένα τέτοιο κοινωνικό σύστημα, όπου δεν θα τηρείται η αρχή της υποταγής της μειοψηφίας στην πλειοψηφία, μια και δημοκρατία σημαίνει ακριβώς αναγνώριση αυτής της αρχής;

Όχι. Η δημοκρατία  δ ε ν  ταυτίζεται με την υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία. Η δημοκρατία είναι κράτος, που αναγνωρίζει την υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία, δηλαδή ένας οργανισμός που ασκεί συστηματικά τη βία μιας τάξης πάνω σε μια άλλη, μιας μερίδας του πληθυσμού πάνω σε μια άλλη.

Εμείς βάζουμε για τελικό μας σκοπό την κατάργηση του κράτους, δηλαδή κάθε οργανωμένης και συστηματικής βίας, κάθε βίας πάνω στους ανθρώπους γενικά. Δεν περιμένουμε να έρθει μια τέτοια κοινωνική τάξη πραγμάτων, όπου δεν θα τηρείται η αρχή της υποταγής της μειοψηφίας στην πλειοψηφία. Αλλά τείνοντας προς το σοσιαλισμό, έχουμε πεποίθηση ότι θ΄ αρχίσει να μετεξελίσσεται σε κομμουνισμό και σε συνδυασμό μ΄ αυτό θα εξαφανίζεται κάθε ανάγκη άσκησης βίας πάνω στους ανθρώπους γενικά, η ανάγκη υποταγής τους ενός ανθρώπου στον άλλο, της μιας μερίδας του πληθυσμού πάνω στην άλλη μερίδα, γιατί οι άνθρωποι θα συνηθίσουν να τηρούν τους στοιχειώδεις όρους της κοινωνικής ζωής δίχως βία και δίχως υποταγή.

Και για να τονίσει αυτό το στοιχείο της συνήθειας ο Ένγκελς μιλάει για μια νέα γενιά, «μεγαλωμένη μέσα σε νέες και ελεύθερες κοινωνικές συνθήκες, που θα είναι σε θέση να πετάξει εντελώς όλη αυτή τη σαβούρα της κρατικής οργάνωσης»[86] –κάθε κρατικής οργάνωσης, μαζί και της δημοκρατικής.

Για να ξεκαθαρίσουμε αυτό το ζήτημα, είναι ανάγκη να εξετάσουμε τις οικονομικές βάσεις της απονέκρωσης του κράτους.
______________

[1*] «Πάνω σε διεθνή θέματα από το “Λαϊκό Κράτος”». Η Συντ.

[2*] Βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 31ος, σελ. 100, 111, 116. Η Σύντ.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ V: ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟΝΕΚΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Την πιο διεξοδική αποσαφήνιση αυτού του ζητήματος την έδωσε ο Μαρξ στο έργο του «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» (γράμμα προς τον Μπράκε της 5 του Μάη 1875, που δημοσιεύτηκε μόλις το 1891 στη «Neue Zeit», ΙΧ, 1, και βγήκε στα ρωσικά σε ξεχωριστή έκδοση)[87]. Το μέρος του έξοχου αυτού έργου, που υποβάλλει σε οξύτατη κριτική το λασσαλισμό, επισκίασε, θα λέγαμε, το θετικό του μέρος, και συγκεκριμένα την ανάλυση της σύνδεσης που υπάρχει ανάμεσα στην ανάπτυξη του κομμουνισμού και στην απονέκρωση του κράτους.


1. Η τοποθέτηση του ζητήματος από τον Μαρξ

Αν συγκρίνει κανείς επιφανειακά το γράμμα του Μαρξ προς τον Μπράκε της 5 του Μάη 1875 και το γράμμα του Ένγκελς προς τον Μπέμπελ της 28 του Μάρτη 1875[88], που το εξετάσαμε πιο πάνω, μπορεί να φανεί ότι ο Μαρξ είναι περισσότερο «οπαδός της κρατικής οργάνωσης», παρά ο Ένγκελς και πως η διαφορά στις απόψεις των δυό συγγραφέων σχετικά με το κράτος είναι πολύ σημαντική.

Ο Ένγκελς προτείνει στον Μπέμπελ να σταματήσει κάθε φλυαρία για το κράτος, να πεταχτεί εντελώς η λέξη κράτος από το πρόγραμμα και να αντικατασταθεί με τη λέξη «κοινότητα». Ο Ένγκελς δηλώνει μάλιστα πως η Κομμούνα δεν ήταν πια κράτος στην καθαυτό έννοιά του. Στο μεταξύ ο Μαρξ μιλάει ακόμη και για «μελλοντική κρατική οργάνωση στην περίοδο της κομμουνιστικής κοινωνίας», δηλαδή σαν να αναγνωρίζει την ανάγκη του κράτους ακόμη και στον κομμουνισμό.

Μια τέτοια όμως άποψη θα ήταν ριζικά λαθεμένη. Μια πιο επισταμένη εξέταση δείχνει ότι οι απόψεις του Μαρξ και του Ένγκελς σχετικά με το κράτος και την απονέκρωσή του συμπίπτουν απόλυτα, και η πιο πάνω έκφραση του Μαρξ αναφέρεται ακριβώς σ΄ αυτή την κρατική οργάνωση, που απονεκρώνεται.

Είναι ξεκάθαρο πως δεν μπορεί να γίνει ούτε καν λόγος για καθορισμό της στιγμής της μελλοντικής «απονέκρωσης», πολύ περισσότερο που η απονέκρωση αυτή αποτελεί αυτονόητα ένα μακρόχρονο προτσές. Η φαινομενική διαφορά ανάμεσα στον Μαρξ και στον Ένγκελς βρίσκεται στη διαφορά των θεμάτων που ανάλαβε ο καθένας τους και των σκοπών που επεδίωκαν. Ο Ένγκελς έβαλε σαν σκοπό του να δείξει στον Μπέμπελ παραστατικά, χτυπητά, σε γενικές γραμμές όλη την ανοησία των προλήψεων που ήταν διαδομένες σχετικά με το κράτος (και που όχι σε μικρό βαθμό τις συμμεριζόταν ο Λασσάλ). Ο Μαρξ θίγει  α υ τ ό  το ζήτημα μόνο ευκαιριακά, γιατί τον ενδιαφέρει άλλο θέμα: η εξέλιξη της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Όλη η θεωρία του Μαρξ αποτελεί εφαρμογή της θεωρίας της εξέλιξης –στην πιο συνεπή, την πιο ολοκληρωμένη, την πιο μελετημένη και την πιο πλούσια σε περιεχόμενο μορφή της- στο σύγχρονο καπιταλισμό. Ήταν φυσικό ότι μπροστά στον Μαρξ μπήκε το ζήτημα της εφαρμογής αυτής της θεωρίας τόσο στην επικείμενη χρεοκοπία του καπιταλισμού, όσο και στη μελλοντική εξέλιξη του μελλοντικού κομμουνισμού.

Με βάση ποια δεδομένα όμως μπορεί να τεθεί το ζήτημα της μελλοντικής εξέλιξης του μελλοντικού κομμουνισμού;

Με βάση το γεγονός ότι ο κομμουνισμός προέρχεται από τον καπιταλισμό, ιστορικά αναπτύσσεται από τον καπιταλισμό, είναι αποτέλεσμα της δράσης μιας τέτοιας κοινωνικής δύναμης, που τη γέννησε ο καπιταλισμός. Στον Μαρξ δεν υπάρχει ούτε ίχνος προσπάθειας να επινοήσει ουτοπίες, να μαντέψει στα τυφλά εκείνο που δεν μπορεί να το ξέρει κανείς. Ο Μαρξ θέτει το ζήτημα του κομμουνισμού, όπως ο φυσιοδίφης θα έθετε το ζήτημα της εξέλιξης μιας νέας, θα λέγαμε, βιολογικής παραλλαγής, μια και ξέρουμε γι΄ αυτή πως γεννήθηκε με τον τάδε τρόπο και παραλλάζει προς την τάδε καθορισμένη κατεύθυνση.

Ο Μαρξ πριν απ΄ όλα διαλύει τη σύγχυση που προκάλεσε το πρόγραμμα της Γκότα στο ζήτημα της σχέσης κράτους και κοινωνίας.

«… Η σημερινή κοινωνία, γράφει ο Μαρξ, είναι η καπιταλιστική κοινωνία, που υπάρχει σε όλες τις πολιτισμένες χώρες, περισσότερο ή λιγότερο απαλλαγμένη από μεσαιωνικές προσμίξεις, περισσότερο ή λιγότερο τροποποιημένη από τις ιδιομορφίες της ιστορικής εξέλιξης κάθε χώρας, περισσότερο ή λιγότερο εξελιγμένη. Αντίθετα, το «σημερινό κράτος» αλλάζει με τα σύνορα κάθε χώρας. Άλλο είναι στην πρωσογερμανική αυτοκρατορία και εντελώς άλλο στις Ενωμένες Πολιτείες. Το «σημερινό κράτος» είναι λοιπόν πλάσμα της φαντασίας.

Ωστόσο, τα διάφορα κράτη των διαφόρων πολιτισμένων χωρών, παρά τη μεγάλη πολυμορφία τους, έχουν τούτο το κοινό, ότι στέκονται πάνω στο έδαφος της σύγχρονης αστικής κοινωνίας, που είναι λίγο-πολύ αναπτυγμένη καπιταλιστικά. Και γι΄ αυτό έχουν κοινά μερικά ουσιώδη γνωρίσματα. Μ΄ αυτή την έννοια μπορεί κανείς να μιλάει για «σημερινό κράτος» σε αντίθεση με το μέλλον, όπου θα έχει απονεκρωθεί η σημερινή του ρίζα, η αστική κοινωνία.

Τότε θα ρωτήσει κανείς: ποιες μεταβολές θα υποστεί το κράτος στην κομμουνιστική κοινωνία; Με άλλα λόγια, ποιες κοινωνικές λειτουργίες απομένουν τότε ανάλογες με τις σημερινές κρατικές λειτουργίες; Σ΄ αυτό το πρόβλημα μπορεί να απαντήσει κανείς μόνο επιστημονικά˙ και όσες χιλιάδες φορές κι αν συνθέσουμε τη λέξη «λαός» με τη λέξη «κράτος», δεν πρόκειται να πλησιάσουμε ούτε κατά ένα δακτυλάκι στη λύση του…»[89]

Αφού γελοιοποίησε με τον τρόπο αυτό όλη τη φλυαρία για «λαϊκό κράτος», ο Μαρξ τοποθετεί έτσι το ζήτημα, σαν να προειδοποιεί ότι για να δοθεί επιστημονική απάντηση στο ζήτημα αυτό, πρέπει να μεταχειρίζεται κανείς μόνο αυστηρά ελεγμένα επιστημονικά δεδομένα.

Το πρώτο που έχει διαπιστώσει με απόλυτη ακρίβεια όλη η θεωρία της εξέλιξης και γενικά όλη η επιστήμη –και που ξεχνούσαν οι ουτοπιστές και που το ξεχνούν οι σημερινοί οπορτουνιστές, οι οποίοι φοβούνται τη σοσιαλιστική επανάσταση- είναι το γεγονός ότι ιστορικά πρέπει αναμφισβήτητα να υπάρξει ένα ιδιαίτερο στάδιο ή ένας ιδιαίτερος σταθμός περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.


2. Το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό

«… Ανάμεσα στην καπιταλιστική και στην κομμουνιστική κοινωνία –συνεχίζει ο Μαρξ- βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της πρώτης στη δεύτερη. Και σ΄ αυτή την περίοδο αντιστοιχεί μια πολιτική μεταβατική περίοδος, και το κράτος αυτής της περιόδου δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο, παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου…»[90]

Το συμπέρασμα αυτό το στηρίζει ο Μαρξ στην ανάλυση του ρόλου που παίζει το προλεταριάτο στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, στα στοιχεία για την εξέλιξη αυτής της κοινωνίας και για τα ανειρήνευτα αντίθετα συμφέροντα του προλεταριάτου και της αστικής τάξης.

Παλιότερα το ζήτημα έμπαινε έτσι: για να πετύχει την απελευθέρωσή του το προλεταριάτο πρέπει να γκρεμίσει την αστική τάξη, να κατακτήσει την πολιτική εξουσία, να εγκαθιδρύσει την επαναστατική του δικτατορία.

Τώρα το ζήτημα μπαίνει διαφορετικά: το πέρασμα από την καπιταλιστική κοινωνία, που εξελίσσεται προς τον κομμουνισμό, προς την κομμουνιστική κοινωνία είναι ακατόρθωτο χωρίς μια «πολιτική μεταβατική περίοδο» και το κράτος αυτής της περιόδου δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο, παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου.

Ποια είναι όμως η σχέση αυτής της δικτατορίας προς τη δημοκρατία;

Είδαμε ότι το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» θέτει απλώς τη μια δίπλα στην άλλη δυό έννοιες: τη «μετατροπή του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη» και την «κατάργηση της δημοκρατίας»[91]. Με βάση τα όσα είπαμε πιο πάνω μπορούμε να καθορίσουμε πιο ακριβολογημένα πως αλλάζει η δημοκρατία στο πέρασμά της από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Στην καπιταλιστική κοινωνία, με την προϋπόθεση ότι αναπτύσσεται όσο το δυνατό πιο ευνοϊκά, έχουμε στο δημοκρατικό πολίτευμα ένα λίγο-πολύ πλήρη δημοκρατισμό. Ο δημοκρατισμός αυτός όμως συμπιέζεται πάντοτε από τα στενά πλαίσια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και έτσι μένει πάντα στην ουσία δημοκρατισμός για τη μειοψηφία, μόνο για τις εύπορες τάξεις, μόνο για τους πλούσιους. Η ελευθερία της καπιταλιστικής κοινωνίας μένει πάντα περίπου η ίδια, όπως ήταν η ελευθερία στις αρχαίες ελληνικές δημοκρατίες: ελευθερία για τους δουλοκτήτες. Οι σημερινοί μισθωτοί δούλοι, εξαιτίας των όρων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, πιέζονται τόσο πολύ από την ανέχεια και την εξαθλίωση, που «δεν ενδιαφέρονται για τη δημοκρατία», «δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική», και μέσα στις συνθήκες της συνηθισμένης ειρηνικής ροής των γεγονότων η πλειοψηφία του πληθυσμού έχει παραμεριστεί από τη συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική ζωή.

Την ορθότητα αυτής της διαπίστωσης την επιβεβαιώνει ίσως πιο παραστατικά από κάθε τι άλλο η Γερμανία, γιατί σ΄ αυτό ακριβώς το κράτος η συνταγματική νομιμότητα διατηρήθηκε πάρα πολύ καιρό και σταθερά μισό περίπου αιώνα (1871-1914), και η σοσιαλδημοκρατία στο ίδιο αυτό διάστημα μπόρεσε πολύ περισσότερο από άλλες χώρες «να εκμεταλλευτεί τη νομιμότητα» και να οργανώσει τόσο μεγάλο αριθμό εργατών στο πολιτικό κόμμα, όσο πουθενά αλλού.

Πόσος είναι λοιπόν αυτός ο μεγαλύτερος αριθμός των πολιτικά συνειδητών και δραστήριων μισθωτών δούλων, που παρατηρήθηκε στην καπιταλιστική κοινωνία; Ένα εκατομμύριο μέλη του Κόμματος των σοσιαλδημοκρατών σε σύνολο 15 εκατομμυρίων μισθωτών εργατών! Τρία εκατομμύρια συνδικαλισμένοι σε σύνολο 15 εκατομμυρίων!

Δημοκρατία για μια ασήμαντη μειοψηφία, δημοκρατία για τους πλούσιους, αυτός είναι ο δημοκρατισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αν κοιτάξουμε από πιο κοντά το μηχανισμό της καπιταλιστικής δημοκρατίας, θα δούμε παντού και στις «μικρές», τάχα μικρές, λεπτομέρειες του εκλογικού δικαιώματος (όρος μόνιμης κατοικίας, αποκλεισμός των γυναικών κτλ.), και στην τεχνική των αντιπροσωπευτικών σωμάτων, και στα πραγματικά εμπόδια για το δικαίωμα των συγκεντρώσεων (τα δημόσια κτίρια δεν είναι για τους «φτωχούς»!), και στην καθαρά καπιταλιστική οργάνωση του καθημερινού τύπου και τα λοιπά και τα λοιπά –σε όλα αυτά θα δούμε περιορισμούς και ξανά περιορισμούς του δημοκρατισμού. Οι περιορισμοί αυτοί, οι αποκλεισμοί, οι εξαιρέσεις, τα εμπόδια για τους φτωχούς φαίνονται μικροπράγματα, ιδίως στα μάτια εκείνου, που δεν είδε ο ίδιος ποτέ τη στέρηση και δεν έζησε από κοντά τη μαζική ζωή των καταπιεζόμενων τάξεων (και τέτοιοι είναι τα εννιά δέκατα, αν όχι τα ενενήντα εννιά εκατοστά των αστών λογίων και πολιτικών) –αλλά παρμένοι στο σύνολό τους οι περιορισμοί αυτοί αποκλείουν, διώχνουν τη φτωχολογιά από την πολιτική, από την ενεργό συμμετοχή στη δημοκρατία.

Ο Μαρξ συνέλαβε θαυμάσια αυτή την  ο υ σ ί α  της καπιταλιστικής δημοκρατίας, λέγοντας στην ανάλυση που έκανε πάνω στην πείρα της Κομμούνας, πως μια φορά στα τόσα χρόνια επιτρέπουν στους καταπιεζόμενους να αποφασίζουν ποιοι ακριβώς από τους εκπροσώπους της τάξης των καταπιεστών θα τους εκπροσωπούν και θα τους καταπιέζουν στη Βουλή![92]

Η προχωρητική όμως εξέλιξη απ΄ αυτή την καπιταλιστική δημοκρατία –που είναι αναπόφευκτα περιορισμένη, που απομακρύνει σιωπηρά τη φτωχολογιά και γι΄ αυτό είναι πέρα για πέρα υποκριτική και κίβδηλη- δεν προχωρεί απλά, ευθύγραμμα και ομαλά, «προς μια ολοένα μεγαλύτερη δημοκρατία», όπως το φαντάζονται οι φιλελεύθεροι καθηγητές και οι μικροαστοί οπορτουνιστές. Όχι. Η προχωρητική εξέλιξη, δηλαδή η εξέλιξη προς τον κομμουνισμό, περνάει μέσα από τη δικτατορία του προλεταριάτου και δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, γιατί δεν υπάρχει άλλη δύναμη και άλλος τρόπος για το τσάκισμα της αντίστασης των εκμεταλλευτών-καπιταλιστών.

Και η δικτατορία του προλεταριάτου, δηλαδή η οργάνωση της πρωτοπορίας των καταπιεζομένων σε κυρίαρχη τάξη για την καθυπόταξη των καταπιεστών, δεν μπορεί να δώσει απλώς μόνο τη διεύρυνση της δημοκρατίας. Μαζί με την τεράστια διεύρυνση του δημοκρατισμού, που για  π ρ ώ τ η  φ ο ρ ά  γίνεται δημοκρατισμός για τους φτωχούς, δημοκρατισμός για το λαό, κι όχι δημοκρατισμός για τους πλούσιους, η δικτατορία του προλεταριάτου επιβάλλει στους καταπιεστές, στους εκμεταλλευτές, στους καπιταλιστές μια σειρά περιορισμούς της ελευθερίας. Αυτούς πρέπει να καθυποτάξουμε γα να απελευθερώσουμε την ανθρωπότητα από τη μισθωτή δουλεία, αυτών την αντίσταση πρέπει να τσακίσουμε με τη βία, και είναι φανερό πως εκεί που υπάρχει καταπίεση, εκεί που υπάρχει βία, δεν υπάρχει ελευθερία, δεν υπάρχει δημοκρατία.

Ο Ένγκελς το έκφρασε αυτό θαυμάσια στο γράμμα του προς τον Μπέμπελ, τονίζοντας, όπως θα θυμάται ο αναγνώστης, ότι «το προλεταριάτο έχει ανάγκη από το κράτος όχι προς το συμφέρον της ελευθερίας, αλλά της καθυπόταξης των αντιπάλων του, και από τη στιγμή που θα μπορεί να μιλάει κανείς για ελευθερία, παύει το κράτος να υπάρχει σαν τέτοιο»[93].

Δημοκρατία για την τεράστια πλειοψηφία του λαού και καθυπόταξη με τη βία, δηλαδή αποκλεισμός των εκμεταλλευτών, των καταπιεστών του λαού από τη δημοκρατία –αυτή είναι η παραλλαγή της δημοκρατίας στο πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Μόνο στην κομμουνιστική κοινωνία, όταν η αντίσταση των καπιταλιστών θα έχει τσακιστεί οριστικά, όταν θα έχουν εξαφανιστεί οι καπιταλιστές, όταν δεν θα υπάρχουν τάξεις (δηλαδή δεν θα υπάρχουν διακρίσεις ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας ως προς τη σχέση τους με τα κοινωνικά μέσα παραγωγής) –μόνο τότε «εξαφανίζεται το κράτος και μπορούμε να μιλάμε για ελευθερία». Μόνο τότε είναι δυνατή και θα εφαρμοστεί η πραγματικά ολοκληρωμένη, η πραγματικά χωρίς καμιά εξαίρεση δημοκρατία. Και μόνο τότε η δημοκρατία θ΄ αρχίσει να απονεκρώνεται για τον απλούστατο λόγο ότι οι άνθρωποι, απολυτρωμένοι από την καπιταλιστική δουλεία, από τις αναρίθμητες φρικαλεότητες, αγριότητες, παραλογισμούς και αισχρότητες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης,  θ α  σ υ ν η θ ί σ ο υ ν  σιγά-σιγά να τηρούν τους στοιχειώδεις κανόνες συμβίωσης, που είναι γνωστοί από αιώνες και που επαναλαμβάνονται εδώ και χιλιάδες χρόνια σε όλους τους κώδικες, να τους τηρούν δίχως βία, δίχως καταναγκασμό, δίχως υποταγή,  δ ί χ ω ς  τ ο ν  ε ι δ ι κ ό  μ η χ α ν ι σ μ ό  καταναγκασμού που λέγεται κράτος.

Η έκφραση το «κράτος απονεκρώνεται» έχει διαλεχτεί πολύ πετυχημένα, γιατί δείχνει και το βαθμιαίο και τον αυθόρμητο χαρακτήρα του προτσές. Μόνο η συνήθεια μπορεί ν΄ ασκήσει και θα ασκήσει αναμφίβολα μια τέτοια επίδραση, γιατί βλέπουμε γύρω μας εκατομμύρια φορές πόσο εύκολα οι άνθρωποι συνηθίζουν να τηρούν τους κανόνες συμβίωσης που τους είναι απαραίτητοι, όταν δεν υπάρχει εκμετάλλευση, όταν δεν υπάρχει τίποτε που να τους κάνει να αγανακτούν, που να προκαλεί τη διαμαρτυρία και το ξεσήκωμά τους, που να δημιουργεί την ανάγκη της καταστολής.

Έτσι λοιπόν: στην καπιταλιστική κοινωνία έχουμε μια δημοκρατία κουτσουρεμένη, κακομοιριασμένη, κίβδηλη, δημοκρατία μόνο για τους πλούσιους, για τη μειοψηφία. Η δικτατορία του προλεταριάτου, η περίοδος του περάσματος στον κομμουνισμό, θα δώσει για πρώτη φορά τη δημοκρατία για το λαό, για την πλειοψηφία, παράλληλα με την απαραίτητη καθυπόταξη της μειοψηφίας των εκμεταλλευτών. Μόνο ο κομμουνισμός είναι σε θέση να δώσει μια πραγματικά ολοκληρωμένη δημοκρατία, και όσο πιο ολοκληρωμένη θα είναι αυτή, τόσο πιο γρήγορα θα γίνει περιττή, θα νεκρωθεί από μόνη της.

Με άλλα λόγια, στον καπιταλισμό έχουμε κράτος με την καθαυτό έννοιά του, μια ιδιαίτερη μηχανή για την καθυπόταξη μιας τάξης από μιαν άλλη και μάλιστα της πλειοψηφίας από τη μειοψηφία. Είναι αυτονόητο ότι για να πετύχει το έργο αυτό, όπως είναι η συστηματική καθυπόταξη της πλειοψηφίας των εκμεταλλευομένων από τη μειοψηφία των εκμεταλλευτών, χρειάζεται εξαιρετική αγριότητα, θηριωδίες στο έργο της καθυπόταξης, χρειάζονται θάλασσες αίμα, μέσα από τις οποίες η ανθρωπότητα τραβάει το δρόμο της στην κατάσταση της δουλείας, της δουλοπαροικίας και της μισθωτής εργασίας.

Παρακάτω, στο πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό είναι ακόμη αναγκαία η καθυπόταξη, αλλά πρόκειται πια για καθυπόταξη της μειοψηφίας των εκμεταλλευτών από την πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων. Ο ιδιαίτερος μηχανισμός, η ιδιαίτερη μηχανή καταπίεσης, το «κράτος» είναι ακόμη αναγκαίο, αλλά πρόκειται πια για κράτος μεταβατικό, δεν είναι πια κράτος με την καθαυτό έννοιά του, γιατί η καθυπόταξη της μειοψηφίας των εκμεταλλευτών από την πλειοψηφία των χθεσινών μισθωτών δούλων είναι ένα σχετικά τόσο εύκολο, απλό και φυσικό έργο, που θα στοιχίσει πολύ λιγότερο αίμα απ΄ όσο η κατάπνιξη των εξεγέρσεων των δούλων, των δουλοπάροικων, των μισθωτών εργατών, έργο που θα στοιχίσει πολύ φθηνότερα στην ανθρωπότητα. Και αυτό συμβιβάζεται με τη διεύρυνση της δημοκρατίας σε μια τόσο συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, έτσι που αρχίζει να εξαφανίζεται η ανάγκη μιας ιδιαίτερης μηχανής καταπίεσης. Είναι φυσικό, οι εκμεταλλευτές να μην είναι σε θέση να καθυποτάξουν το λαό χωρίς μια πολυσύνθετη μηχανή για την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος, όμως ο λαός μπορεί να καθυποτάξει τους εκμεταλλευτές και με μια πολύ απλή «μηχανή», σχεδόν δίχως «μηχανή», δίχως ειδικό μηχανισμό, με την απλή οργάνωση των ένοπλων μαζών (σαν τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών –σημειώνουμε προτρέχοντας από τα γεγονότα).

Τέλος, μόνο ο κομμουνισμός κάνει εντελώς περιττό το κράτος, γιατί δεν έχει ποιον να καθυποτάξει –«ποιον» με την έννοια της τάξης, με την έννοια της συστηματικής καταπολέμησης ορισμένης μερίδας του πληθυσμού. Δεν είμαστε ουτοπιστές και δεν αρνούμαστε καθόλου ότι είναι πιθανό και αναπόφευκτο να παρουσιάζονται έκτροπα από ορισμένα άτομα, καθώς και ότι είναι ανάγκη να καταστέλλονται παρόμοια έκτροπα. Πρώτο, όμως, γι΄ αυτό δεν χρειάζεται ιδιαίτερη μηχανή, ιδιαίτερος μηχανισμός καταπίεσης, αυτό θα το κάνει μόνος του ο ένοπλος λαός με την ίδια απλότητα και ευκολία, με την οποία μια οποιαδήποτε ομάδα πολιτισμένων ανθρώπων, ακόμη και στη σημερινή κοινωνία, χωρίζει αυτούς που δέρνονται ή δεν επιτρέπει τη χρήση βίας ενάντια σε μια γυναίκα. Και, δεύτερο, ξέρουμε πως η ριζική κοινωνική αιτία των εκτρόπων, που αποτελούν παράβαση των κανόνων συμβίωσης, είναι η εκμετάλλευση των μαζών, η φτώχεια και η εξαθλίωσή τους. Με την εξάλειψη αυτής της βασικής αιτίας τα έκτροπα θα αρχίσουν αναπόφευκτα «να απονεκρώνονται». Δεν ξέρουμε πόσο γρήγορα και με ποια σειρά θα γίνεται αυτό, ξέρουμε όμως ότι θ΄ απονεκρώνονται. Και με την απονέκρωσή τους θα απονεκρωθεί και το κράτος.

Χωρίς να παρασύρεται σε ουτοπίες, ο Μαρξ καθόρισε πιο λεπτομερειακά εκείνο που μπορεί να καθοριστεί σήμερα σχετικά με το μέλλον αυτό, δηλαδή τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην κατώτερη και στην ανώτερη φάση (βαθμίδα, σταθμό) της κομμουνιστικής κοινωνίας.


3. Η πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας

Στην «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» ο Μαρξ αντικρούει διεξοδικά τη λασσαλική ιδέα πως ο εργάτης θα παίρνει στο σοσιαλισμό «ακέραιο» ή «ολόκληρο το προϊόν της εργασίας». Δείχνει πως απ΄ όλη την κοινωνική εργασία όλης της κοινωνίας είναι ανάγκη ν΄ αφαιρείται ένα απόθεμα, καθώς και ένα μέρος για τη διεύρυνση της παραγωγής και την αντικατάσταση των μηχανών που «έχουν φθαρεί», κτλ., και έπειτα να αφαιρείται από τα είδη κατανάλωσης ένα μέρος για τα έξοδα της διοίκησης, για τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα γηροκομεία κτλ.

Αντί τη θολή, ασαφή, γενική φράση του Λασσάλ («να δίνεται στον εργάτη ολόκληρο το προϊόν της εργασίας») ο Μαρξ κάνει ένα νηφάλιο υπολογισμό για το πώς ακριβώς η σοσιαλιστική κοινωνία θα είναι υποχρεωμένη να ασκεί την οικονομία της. Ο Μαρξ καταπιάνεται με τη συγκεκριμένη ανάλυση των όρων της ζωής αυτής της κοινωνίας, όπου δεν θα υπάρχει καπιταλισμός, και λέει πάνω σ΄ αυτό:

«Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε» (μελετώντας το πρόγραμμα του Εργατικού κόμματος) «με μια κομμουνιστική κοινωνία, που αναπτύχθηκε πάνω στη δική της βάση, αλλά με μια τέτοια κοινωνία που μόλις τώρα ακριβώς βγαίνει από την καπιταλιστική κοινωνία και που γι΄ αυτό από κάθε άποψη, οικονομική, ηθική, πνευματική, φέρνει πάνω της ακόμη τη σφραγίδα της παλιάς κοινωνίας, από τα σπλάχνα της οποίας βγήκε»[94].

Αυτή λοιπόν την κομμουνιστική κοινωνία, η οποία τώρα μόλις έχει βγει στο φως της ημέρας από τα σπλάχνα του καπιταλισμού, που από κάθε άποψη φέρνει τη σφραγίδα της παλιάς κοινωνίας, ο Μαρξ την ονομάζει «πρώτη» ή κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Τα μέσα παραγωγής έπαψαν πια να αποτελούν ατομική ιδιοκτησία ορισμένων προσώπων. Τα μέσα παραγωγής ανήκουν σε ολόκληρη την κοινωνία. Κάθε μέλος της κοινωνίας, εκτελώντας ένα ορισμένο μέρος της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας, παίρνει από την κοινωνία απόδειξη ότι πρόσφερε τόση ποσότητα εργασίας. Με την απόδειξη αυτή παίρνει από τις κοινωνικές αποθήκες ειδών κατανάλωσης την ανάλογη ποσότητα προϊόντων. Αν αφαιρέσουμε την ποσότητα εργασίας, που πηγαίνει για τα κοινωνικά κεφάλαια, κάθε εργάτης παίρνει, συνεπώς, από την κοινωνία τόσα, όσα της έδωσε.

Είναι σαν να βασιλεύει η «ισότητα».

Όταν όμως ο Λασσάλ, έχοντας υπόψη αυτή την κοινωνική τάξη πραγμάτων (που συνήθως ονομάζεται σοσιαλισμός, ενώ ο Μαρξ της δίνει την ονομασία πρώτη φάση του κομμουνισμού), λέει ότι αυτό θα πει «δίκαιη κατανομή», ότι αυτό θα πει «ίσο δίκαιο του καθενός πάνω στο ίδιο προϊόν της εργασίας του», ο Λασσάλ κάνει λάθος και ο Μαρξ ξεκαθαρίζει το λάθος του.

Πραγματικά έχουμε εδώ –λέει ο Μαρξ- «ίσο δίκαιο», αλλά αυτό είναι  α κ ό μ η  «αστικό δίκαιο» που, όπως και κάθε δίκαιο,  π ρ ο ϋ π ο θ έ τ ε ι  τ η ν  α ν ι σ ό τ η τ α. Κάθε δικαίωμα αποτελεί εφαρμογή του  ί δ ι ο υ  μέτρου για  δ ι α φ ο ρ ε τ ι κ ο ύ ς  ανθρώπους, που στην πραγματικότητα δεν είναι οι ίδιοι, δεν είναι ίσοι μεταξύ τους, και γι΄ αυτό το «ίσο δίκαιο» αποτελεί παράβαση της ισότητας και αδικία. Και πραγματικά, ο καθένας που δούλεψε ίσο ποσό κοινωνικής εργασίας με έναν άλλο παίρνει ίσο μερίδιο από την κοινωνική παραγωγή (έξω από τις κρατήσεις που αναφέραμε). 

Στο μεταξύ ο κάθε άνθρωπος δεν είναι ίσος με τον άλλο: ο ένας είναι δυνατότερος, ο άλλος πιο αδύνατος, ο ένας είναι παντρεμένος, ο άλλος όχι, ο ένας έχει περισσότερα παιδιά, ο άλλος λιγότερα κτλ.

«Με ίση απόδοση εργασίας –συμπεραίνει ο Μαρξ- και επομένως με ίση συμμετοχή στο κοινωνικό καταναλωτικό απόθεμα ο ένας παίρνει στην πραγματικότητα περισσότερο από τον άλλο, ο ένας είναι πλουσιότερος από τον άλλο κτλ. Για ν΄ αποφευχθούν όλα αυτά, θα έπρεπε το δίκαιο, αντί να είναι ίσο, να είναι μάλλον άνισο…»[95]

Επομένως, η πρώτη φάση του κομμουνισμού δεν μπορεί ακόμη να εξασφαλίσει τη δικαιοσύνη και την ισότητα: θα μείνουν οι διαφορές στον πλούτο και μάλιστα διαφορές άδικες, αλλά δεν θα μπορεί να γίνεται εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, γιατί θα είναι αδύνατο να γίνουν ατομική ιδιοκτησία τα μέσα παραγωγής, τα εργοστάσια, οι μηχανές, η γη κτλ. Ανατρέποντας τη μικροαστική ασαφή φράση του Λασσάλ για «ισότητα» και «δικαιοσύνη» γενικά, ο Μαρξ δείχνει την πορεία εξέλιξης της κομμουνιστικής κοινωνίας, που είναι αναγκασμένη στην αρχή να εκμηδενίσει μόνο τούτη την «αδικία», ότι τα μέσα παραγωγής τα έχουν αρπάξει ξεχωριστά άτομα, ενώ δεν είναι σε θέση να εκμηδενίσει μονομιάς και την παραπέρα αδικία, που συνίσταται στην κατανομή των καταναλωτικών αγαθών «ανάλογα με την εργασία» (και όχι με τις ανάγκες).

Οι χυδαίοι οικονομολόγοι, μαζί και οι αστοί καθηγητές, μαζί και ο «δικός» μας Τουγκάν, κατηγορούν διαρκώς τους σοσιαλιστές ότι τάχα ξεχνούν την ανισότητα των ανθρώπων και «ονειροπολούν» να εκμηδενίσουν αυτή την ανισότητα. Η κατηγορία αυτή, όπως βλέπουμε, αποδείχνει μονάχα την τέλεια αγραμματοσύνη των κ.κ. αστών θεωρητικών.

Ο Μαρξ δεν παίρνει μόνο υπόψη του με τον πιο ακριβολογημένο τρόπο την αναπόφευκτη ανισότητα των ανθρώπων, παίρνει επίσης υπόψη του ότι με μόνο το πέρασμα των μέσων της παραγωγής στην κοινή ιδιοκτησία όλης της κοινωνίας («σοσιαλισμός», στη συνηθισμένη χρήση της λέξης)  δ ε ν  ε ξ α λ ε ί φ ο ν τ α ι  οι ελλείψεις της κατανομής και της ανισότητας του «αστικού δικαίου», που εξακολουθεί να κυριαρχεί εφόσον τα προϊόντα κατανέμονται «ανάλογα με την εργασία».

«… Μα αυτές οι ελλείψεις –συνεχίζει ο Μαρξ- δεν μπορούν να αποφευχθούν στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όπως αυτή έχει ακριβώς βγει, ύστερα από μακρόχρονα κοιλοπονήματα από την καπιταλιστική κοινωνία. Το δίκαιο δεν μπορεί ποτέ να είναι ανώτερο από το οικονομικό σύστημα και την καθορισμένη απ΄ αυτό πολιτιστική ανάπτυξη της κοινωνίας…»[96]

Έτσι, στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας (που συνήθως τη λένε σοσιαλισμό) το «αστικό δίκαιο»  δ ε ν  καταργείται ολοκληρωτικά, παρά μόνο εν μέρει, μόνο στο βαθμό που έχει επιτευχθεί πια η οικονομική ανατροπή, δηλ. μόνο απέναντι στα μέσα παραγωγής. Το «αστικό δίκαιο» αναγνωρίζει τα μέσα παραγωγής σαν ατομική ιδιοκτησία ορισμένων προσώπων. Ο σοσιαλισμός τα κάνει κοινή ιδιοκτησία. Στο βαθμό αυτό –και μόνο αυτό- το «αστικό δίκαιο» παύει να ισχύει.

Παρ΄ όλα αυτά όμως το δίκαιο ισχύει στο άλλο του μέρος, σαν ρυθμιστής (καθοριστής) της κατανομής των προϊόντων και της κατανομής της εργασίας ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας. «Όποιος δεν εργάζεται δεν πρέπει να τρώει» -αυτή η σοσιαλιστική αρχή έχει πια πραγματοποιηθεί. «Για ίση ποσότητα εργασίας, ίση ποσότητα προϊόντων» -και αυτή η σοσιαλιστική αρχή έχει πια πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, αυτό δεν είναι ακόμη κομμουνισμός και δεν καταργεί ακόμη το «αστικό δίκαιο», που δίνει ίση ποσότητα προϊόντων σε άνισα άτομα για άνιση (ουσιαστικά άνιση) ποσότητα εργασίας.

Αυτό είναι «ελάττωμα», λέει ο Μαρξ, αλλά είναι αναπόφευκτο στην πρώτη φάση του κομμουνισμού, γιατί, χωρίς να πέφτουμε στην ουτοπία, δεν πρέπει να νομίζουμε πως, όταν οι άνθρωποι θα έχουν ανατρέψει τον καπιταλισμό, θα μάθουν μονομιάς να εργάζονται για την κοινωνία δίχως κανένα κανόνα δικαίου, άλλωστε η κατάργηση του καπιταλισμού δεν προσφέρει μεμιάς τις οικονομικές προϋποθέσεις για μια τέτοια μεταβολή.

Άλλοι όμως κανόνες, εκτός από το «αστικό δίκαιο», δεν υπάρχουν. Στο βαθμό λοιπόν αυτό εξακολουθεί να είναι αναγκαίο και το κράτος, που, περιφρουρώντας την κοινή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, θα πρέπει να περιφρουρεί και την ισότητα της εργασίας και την ισότητα της κατανομής των προϊόντων.

Το κράτος απονεκρώνεται, εφόσον δεν θα υπάρχουν πια καπιταλιστές, δεν θα υπάρχουν πια τάξεις, και γι΄ αυτό δεν θα μπορεί πια να καταπιέζει καμιά τάξη.

Το κράτος όμως δεν έχει ακόμη απονεκρωθεί εντελώς, γιατί παραμένει η περιφρούρηση του «αστικού δικαίου» που καθαγιάζει την πραγματική ανισότητα. Για την ολοκληρωτική απονέκρωση του κράτους χρειάζεται ο ολοκληρωμένος κομμουνισμός.


4. Η ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας

Ο Μαρξ συνεχίζει:

«… Στην ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όταν θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της και η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και στη σωματική εργασία, όταν η εργασία θα έχει γίνει όχι μόνο μέσο για να ζεις, αλλά και η πρώτιστη ανάγκη της ζωής, όταν με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων θα έχουν αναπτυχθεί και οι παραγωγικές δυνάμεις και θα αναβλύζουν πιο άφθονα όλες οι πηγές του κοινωνικού πλούτου, τότε μόνο θα είναι δυνατό να ξεπεραστεί ολότελα ο στενός ορίζοντας του αστικού δικαίου και η κοινωνία θα μπορέσει να γράψει στη σημαία της: “Ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του”»[97].

Μόνο τώρα μπορούμε να εκτιμήσουμε όλη την ορθότητα των παρατηρήσεων του Ένγκελς, όταν κορόιδευε αλύπητα την ανοησία που περιέχει ο συνδυασμός των λέξεων: «ελευθερία» και «κράτος». Όσο υπάρχει κράτος, δεν υπάρχει ελευθερία. Όταν θα υπάρχει ελευθερία, δεν θα υπάρχει κράτος.

Η οικονομική βάση για την ολοκληρωτική απονέκρωση του κράτους είναι μια τόσο υψηλή ανάπτυξη του κομμουνισμού, που εξαφανίζει την αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και στη σωματική εργασία και συνεπώς εξαφανίζει μια από τις σπουδαιότερες πηγές της σύγχρονης κοινωνικής ανισότητας, και μάλιστα μια τέτοια πηγή, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξαλειφθεί μεμιάς, με μόνο το πέρασμα των μέσων παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία, με μόνη την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών.

Η απαλλοτρίωση αυτή θα δώσει τη δυνατότητα να αναπτυχθούν οι παραγωγικές δυνάμεις σε τεράστιες διαστάσεις. Κι αν δούμε σε τι απίστευτο βαθμό εμποδίζει ακόμη και σήμερα ο καπιταλισμός αυτή την ανάπτυξη, τι πολλά πράγματα θα μπορούσαμε να κινήσουμε προς τα μπρος με βάση τη σημερινή πια τεχνική που έχουμε κατακτήσει, έχουμε κάθε λόγο να πούμε με απόλυτη πεποίθηση ότι η απαλλοτρίωση των καπιταλιστών θα φέρει αναπόφευκτα μια τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της ανθρώπινης κοινωνίας. Πόσο γρήγορα όμως θα προχωρήσει η ανάπτυξη αυτή, πόσο γρήγορα αυτή θα οδηγήσει στην κατάργηση του καταμερισμού της εργασίας, στην εκμηδένιση της αντίθεσης ανάμεσα στην πνευματική και στη σωματική εργασία, στη μετατροπή της εργασίας σε «πρώτιστη ανάγκη της ζωής», αυτό δεν το ξέρουμε κι ούτε μπορούμε να το ξέρουμε.

Επομένως, έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε μόνο για την αναπόφευκτη απονέκρωση του κράτους, υπογραμμίζοντας τη διάρκεια αυτού του προτσές, την εξάρτησή του από την ταχύτητα ανάπτυξης της ανώτερης φάσης του κομμουνισμού και αφήνοντας εντελώς ανοιχτό το ζήτημα των χρονικών περιόδων και των συγκεκριμένων μορφών που θα πάρει η απονέκρωση, γιατί δεν υπάρχουν στοιχεία για να λύσουμε τα ζητήματα αυτά. 

Το κράτος θα μπορέσει ν΄ απονεκρωθεί ολοκληρωτικά, όταν η κοινωνία θα εφαρμόσει τον κανόνα: «ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του», δηλαδή, όταν οι άνθρωποι θα έχουν σε τέτοιο βαθμό συνηθίσει να τηρούν τους βασικούς κανόνες της συμβίωσης και η εργασίας τους θα έχει γίνει τόσο παραγωγική, που προαιρετικά θα εργάζονται ανάλογα με τις ικανότητές τους. «Ο στενός ορίζοντας του αστικού δικαίου», που αναγκάζει τον άνθρωπο να λογαριάζει, με τη σκληρότητα ενός Σάυλοκ[98], μη τυχόν και δουλέψει μισή ώρα παραπάνω από το διπλανό του, μη τυχόν και πληρωθεί λιγότερο από τον άλλο –αυτός ο στενός ορίζοντας θα έχει τότε ξεπεραστεί. Η κατανομή των προϊόντων δεν θα απαιτεί τότε από την κοινωνία ρύθμιση του ποσού των προϊόντων που θα παίρνει ο καθένας. Το κάθε άτομο θα παίρνει ελεύθερα «ανάλογα με τις ανάγκες» του.

Από την αστική άποψη είναι εύκολο να χαρακτηρίσεις σαν «καθαρή ουτοπία» μια παρόμοια κοινωνική διάρθρωση και να κοροϊδεύεις τους σοσιαλιστές, γιατί υπόσχονται στον καθένα το δικαίωμα να παίρνει από την κοινωνία, δίχως κανένα έλεγχο πάνω στην εργασία του κάθε πολίτη, οποιαδήποτε ποσότητα τρούφες, αυτοκίνητα, πιάνα, κτλ. Με τέτοια κοροϊδία και σήμερα ακόμη παρακάμπτουν το ζήτημα οι περισσότεροι αστοί «επιστήμονες», που φανερώνουν έτσι και την αμάθειά τους και τη συμφεροντολογική υπεράσπιση του καπιταλισμού από μέρους τους.

Αμάθεια –γιατί στο νου κανενός σοσιαλιστή δεν πέρασε η ιδέα «να υποσχεθεί» πως θα έλθει η ανώτερη μορφή εξέλιξης του κομμουνισμού. Και η πρόβλεψη των μεγάλων σοσιαλιστών, ότι η φάση αυτή θα έλθει, δεν προϋποθέτει ούτε τη σημερινή παραγωγικότητα της εργασίας, ούτε και το σημερινό μικροαστό, που είναι ικανός, σαν τους ιεροσπουδαστές του Πομιαλόβσκι, να χαλάει «άσκοπα» τις παρακαταθήκες του κοινωνικού πλούτου και να ζητάει τα αδύνατα.

Ως την ώρα που θα έλθει η «ανώτερη» φάση του κομμουνισμού, οι σοσιαλιστές απαιτούν αυστηρότατο έλεγχο από την κοινωνία και από το κράτος πάνω στο μέτρο της εργασίας και της κατανάλωσης, μόνο που ο έλεγχος αυτός πρέπει να αρχίσει με την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών, με τον έλεγχο των εργατών πάνω στους καπιταλιστές και να ασκείται όχι από το κράτος των γραφειοκρατών, αλλά από το κράτος των ένοπλων εργατών.

Η ιδιοτελής υπεράσπιση του καπιταλισμού από τους αστούς θεωρητικούς (και από τα τσιράκια τους σαν τους διάφορους κ.κ. Τσερετέλι, Τσερνόφ και Σία) συνίσταται ακριβώς στο ότι υποκαθιστούν με συζητήσεις και φλυαρίες για ένα μακρινό μέλλον το φλέγον και επίκαιρο ζήτημα της σημερινής πολιτικής: την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών, τη μετατροπή όλων των πολιτών σε εργάτες και υπαλλήλους ενός μεγάλου «συνδικάτου», και συγκεκριμένα όλου του κράτους, και την ολοκληρωτική υπαγωγή ολόκληρου του έργου όλου αυτού του συνδικάτου στο κράτος, το πραγματικά δημοκρατικό, στο κράτος των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών.

Στην ουσία, όταν ο σοφός καθηγητής, και μαζί του ο μικροαστός, και μαζί τους οι διάφοροι κύριοι Τσερετέλι και Τσερνόφ μιλάνε για παράλογες ουτοπίες, για δημαγωγικές υποσχέσεις των μπολσεβίκων, για το ανέφικτο της «καθιέρωσης» του σοσιαλισμού, έχουν υπόψη τους ακριβώς το ανώτερο στάδιο ή φάση του κομμουνισμού, που κανένας όχι μόνο δεν υποσχέθηκε να την «καθιερώσει», μα ούτε και το σκέφθηκε, γιατί γενικά δεν μπορεί κανένας να την «καθιερώσει».

Έτσι λοιπόν φτάσαμε στο ζήτημα της επιστημονικής διαφοράς ανάμεσα στο σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό, ζήτημα που το έχει θίξει ο Ένγκελς στο συλλογισμό του που αναφέραμε πιο πάνω, ότι είναι λαθεμένη η ονομασία «σοσιαλδημοκράτες». Από πολιτική άποψη η διαφορά ανάμεσα στην πρώτη ή κατώτερη και στην ανώτερη φάση του κομμουνισμού θα γίνει ίσως με τον καιρό τεράστια, τώρα όμως, στον καπιταλισμό, θα ήταν γελοίο να την τονίζουμε, και μόνο ίσως ορισμένοι αναρχικοί θα μπορούσαν να την προβάλλουν στην πρώτη γραμμή (αν έμειναν ακόμη ανάμεσα στους αναρχικούς άνθρωποι που δεν διδάχτηκαν τίποτε ύστερα από την «πλεχανοφική» μεταμόρφωση των Κροπότκιν, Γκραβ, Κορνέλισεν και άλλων «αστέρων» του αναρχισμού σε σοσιαλσοβινιτές ή σε αναρχικούς των χαρακωμάτων, όπως εκφράστηκε ο Γκε, ένας από τους λίγους αναρχικούς που διατήρησαν την τιμή και τη συνείδησή τους).

Ωστόσο, η επιστημονική διαφορά ανάμεσα στο σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό είναι καθαρή. Αυτό που συνήθως λένε σοσιαλισμό, ο Μαρξ το ονόμαζε «πρώτη» ή κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Εφόσον τα μέσα παραγωγής γίνονται κοινή ιδιοκτησία, μπορεί να χρησιμοποιηθεί κι εδώ η λέξη «κομμουνισμός», φτάνει να μην ξεχνάμε πως δεν πρόκειται για ολοκληρωμένο κομμουνισμό. Η μεγάλη σημασία των διασαφήσεων του Μαρξ συνίσταται στο ότι ο Μαρξ εφαρμόζει κι εδώ με συνέπεια την υλιστική διαλεκτική, τη διδασκαλία της εξέλιξης, θεωρώντας τον κομμουνισμό σαν κάτι που αναπτύσσεται από τον καπιταλισμό. Αντί για σχολαστικά επινοημένους, «σκαρωμένους» ορισμούς και άκαρπες συζητήσεις γύρω από λέξεις (τι είναι σοσιαλισμός και τι κομμουνισμός), ο Μαρξ κάνει ανάλυση σ΄ εκείνο που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε βαθμίδες της οικονομικής ωριμότητας του κομμουνισμού.

Ο κομμουνισμός στην πρώτη του φάση, στην πρώτη του βαθμίδα δεν μπορεί ακόμη να είναι οικονομικά εντελώς ώριμος, εντελώς απαλλαγμένος από τις παραδόσεις ή τα ίχνη του καπιταλισμού. Έτσι εξηγείται ένα τόσο ενδιαφέρον φαινόμενο, όπως είναι η διατήρηση του «στενού ορίζοντα του αστικού δικαίου» στην πρώτη φάση του κομμουνισμού. Βέβαια, το αστικό δίκαιο στο ζήτημα της κατανομής των προϊόντων κατανάλωσης προϋποθέτει αναπόφευκτα και την ύπαρξη του αστικού κράτους, γιατί το δίκαιο δεν είναι τίποτε δίχως το μηχανισμό, που να είναι σε θέση να εξαναγκάζει να τηρούνται οι κανόνες δικαίου.

Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι στον κομμουνισμό για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα μένει όχι μόνο το αστικό δίκαιο, αλλά ακόμη και το αστικό κράτος –δίχως αστική τάξη!

Αυτό μπορεί να φανεί παραδοξολογία, είτε απλώς διαλεκτικό παιχνίδι της σκέψης, για το οποίο συχνά κατηγορούν το μαρξισμό άνθρωποι που δεν κοπιάσανε καθόλου να μελετήσουν το εξαιρετικά βαθύ περιεχόμενό του.

Στην πραγματικότητα όμως η ζωή μάς δείχνει σε κάθε βήμα, τόσο στη φύση, όσο και στην κοινωνία, τα υπολείμματα του παλιού μέσα στο καινούργιο. Και δεν έμπασε αυθαίρετα ο Μαρξ ένα κομματάκι «αστικού» δικαίου μέσα στον κομμουνισμό, αλλά πήρε αυτό που οικονομικά και πολιτικά είναι αναπότρεπτο σε μια κοινωνία, που βγαίνει από τα σπλάχνα του καπιταλισμού.

Η δημοκρατία έχει τεράστια σημασία στον αγώνα της εργατικής τάξης ενάντια στους καπιταλιστές για την απελευθέρωσή της. Η δημοκρατία όμως δεν είναι καθόλου το όριο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί, αλλά ένας μόνο σταθμός στο δρόμο από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό και από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Δημοκρατία σημαίνει ισότητα. Είναι ευνόητο, πόσο μεγάλη σημασία έχει η πάλη του προλεταριάτου για την ισότητα και το σύνθημα της ισότητας, όταν το καταλαβαίνουμε σωστά με την έννοια της εξάλειψης των τάξεων. Δημοκρατία όμως σημαίνει μόνο τυπική ισότητα. Και αμέσως μετά την πραγματοποίηση της ισότητας όλων των μελών της κοινωνίας στο ζήτημα της κατοχής των μέσων παραγωγής, δηλ. της ισότητας στην εργασία, της ισότητας στο μισθό εργασίας, μπροστά στην ανθρωπότητα θα μπει αναπότρεπτα το ζήτημα να προχωρήσει παραπέρα, από την τυπική ισότητα στην πραγματική, δηλαδή στην εφαρμογή του κανόνα: «ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Από ποια στάδια θα περάσει, ποια πρακτικά μέτρα θα πάρει η ανθρωπότητα για να φτάσει σ΄ αυτό τον ανώτερο σκοπό, είναι ζήτημα που δεν το ξέρουμε και ούτε μπορούμε να το ξέρουμε. Έχει όμως σημασία να ξεκαθαρίσουμε για τον εαυτό μας πόσο απροσμέτρητα κίβδηλη είναι η συνηθισμένη αστική αντίληψη ότι τάχα ο σοσιαλισμός είναι κάτι το νεκρό, το αποστεωμένο και μια για πάντα δοσμένο, ενώ στην πραγματικότητα μόνο από το σοσιαλισμό θα αρχίσει η γοργή, η αληθινή, η πραγματικά μαζική κίνηση προς τα μπρος σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και ατομικής ζωής, με τη συμμετοχή της πλειοψηφίας του πληθυσμού και μετά με τη συμμετοχή όλου του πληθυσμού.

Η δημοκρατία είναι μορφή κράτους, μια από τις παραλλαγές του. Επομένως, αποτελεί, όπως και κάθε κράτος, οργανωμένη, συστηματική άσκηση βίας πάνω στα άτομα. Αυτό, από τη μια μεριά. Από την άλλη, όμως, σημαίνει την τυπική αναγνώριση της ισότητας ανάμεσα στους πολίτες, του ίσου δικαιώματος όλων να καθορίζουν τη συγκρότηση του κράτους και να το διοικούν. Αυτό πάλι, με τη σειρά του, συνδέεται με το ζήτημα ότι σε μια ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξής της η δημοκρατία, πρώτο, συσπειρώνει το προλεταριάτο, την επαναστατική τάξη, ενάντια στον καπιταλισμό και της δίνει τη δυνατότητα να τσακίσει, να κάνει θρύψαλα, να σαρώσει από το πρόσωπο της γης την αστική, έστω και δημοκρατική-αστική, κρατική μηχανή, το μόνιμο στρατό, την αστυνομία, την υπαλληλοκρατία, να τα αντικαταστήσει με μια πιο δημοκρατική, που παραμένει όμως ακόμη κρατική μηχανή με τη μορφή των ένοπλων εργατικών μαζών, που εξελίσσεται σε μια καθολική συμμετοχή του λαού στην πολιτοφυλακή.

Εδώ η «ποσότητα περνάει στην ποιότητα»: ο τέτοιος βαθμός δημοκρατισμού συνδέεται με το ξεπέρασμα των πλαισίων της αστικής κοινωνίας, με την έναρξη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της. Αν πραγματικά όλοι θα συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του κράτους, ο καπιταλισμός δεν θα μπορεί πια να κρατηθεί. Και η ανάπτυξη του καπιταλισμού με τη σειρά της δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να μπορούν πραγματικά «όλοι» να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του κράτους. Σ΄ αυτές τις προϋποθέσεις ανήκει η καθολική σχολική εκπαίδευση, που την έχουν ήδη εφαρμόσει πολλές από τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, μετά «η εκπαίδευση και πειθάρχηση» εκατομμυρίων εργατών από το μεγάλο, πολυσύνθετο, κοινωνικοποιημένο μηχανισμό των ταχυδρομείων, των σιδηροδρόμων, των μεγάλων εργοστασίων, του μεγάλου εμπορίου, των τραπεζών κτλ. κτλ.

Με τέτοιες οικονομικές προϋποθέσεις είναι πέρα για πέρα κατορθωτό να περάσουμε αμέσως, από τη μια μέρα στην άλλη, αφού ανατρέψουμε τους καπιταλιστές και την υπαλληλοκρατία, στην αντικατάστασή τους –στο έργο του ελέγχου της παραγωγής και της κατανομής, στο έργο της καταγραφής της εργασίας και των προϊόντων- από τους ένοπλους εργάτες, από τον ένοπλο λαό στο σύνολό του. (Δεν πρέπει να συγχέουμε τον έλεγχο και την καταγραφή με το επιστημονικά καταρτισμένο προσωπικό από μηχανικούς, γεωπόνους κτλ.: αυτοί οι κύριοι εργάζονται σήμερα υποταγμένοι στους καπιταλιστές, αύριο θα εργάζονται ακόμη καλύτερα υποταγμένοι στους ένοπλους εργάτες.)

Καταγραφή και έλεγχος –να ποιο είναι το κύριο που χρειάζεται για τη «ρύθμιση», για τη σωστή λειτουργία της πρώτης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας. Όλοι οι πολίτες μετατρέπονται εδώ σε μισθωτούς υπαλλήλους του κράτους, που το αποτελούν οι ένοπλοι εργάτες. Όλοι οι πολίτες γίνονται υπάλληλοι και εργάτες ενός παλλαϊκού κρατικού «συνδικάτου». Όλο το ζήτημα είναι να εργάζονται εξίσου, να τηρούν σωστά το μέτρο στη δουλειά και να έχουν ίσες απολαβές. Ο καπιταλισμός έχει  α π λ ο π ο ι ή σ ε ι  σ΄ εξαιρετικό βαθμό αυτή την καταγραφή και τον έλεγχο, τα έχει αναγάγει σε εντελώς απλές πράξεις εποπτείας και καταχώρησης, προσιτές στον κάθε άνθρωπο που ξέρει ανάγνωση και γραφή, φτάνει να ξέρει τις τέσσερις πράξεις της αριθμητικής και να κόβει τις σχετικές αποδείξεις[1*].

Όταν η πλειοψηφία του λαού θα αρχίσει να κάνει μόνη της και παντού αυτή την καταγραφή, αυτό τον έλεγχο στους καπιταλιστές (που θα έχουν τώρα μεταβληθεί σε υπαλλήλους) και στους κυρίους διανοουμένους, που εξακολουθούν να διατηρούν τις καπιταλιστικές συνήθειες, ο έλεγχος αυτός θα γίνει τότε πραγματικά καθολικός, γενικός, παλλαϊκός, τότε κανείς δεν θα μπορεί να ξεφύγει απ΄ αυτόν, «δεν θα έχει που να κρυφτεί».

Όλη η κοινωνία θα είναι ένα γραφείο και ένα εργοστάσιο με ίση εργασία και ίση πληρωμή.

Αυτή όμως η «εργοστασιακή» πειθαρχία, που το προλεταριάτο, το οποίο νίκησε τους καπιταλιστές και γκρέμισε τους εκμεταλλευτές, θα την επεκτείνει σε ολόκληρη την κοινωνία, σε καμιά περίπτωση δεν είναι ούτε το ιδανικό μας, ούτε ο τελικός μας σκοπός, παρά μόνο μια βαθμίδα, αναγκαία για το ριζικό ξεκαθάρισμα της κοινωνίας από τις προστυχιές και τις ατιμίες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και για την παραπέρα κίνηση προς τα μπρος.

Από τη στιγμή που όλα τα μέλη της κοινωνίας, ή έστω και η τεράστια πλειοψηφία τους, έμαθαν μόνα τους να διοικούν το κράτος, πήραν στα ίδια τους τα χέρια αυτή την υπόθεση, «στρώσανε» τον έλεγχο πάνω στην ασήμαντη μειοψηφία των καπιταλιστών, στους κυρίους που θέλουν να διατηρήσουν τις καπιταλιστικές συνήθειες και στους εργάτες που έχουν διαφθαρεί βαθιά από τον καπιταλισμό –από τη στιγμή αυτή αρχίζει να εξαφανίζεται η ανάγκη κάθε διοίκησης γενικά. Όσο πληρέστερη είναι η δημοκρατία, τόσο πιο κοντά είναι η στιγμή που γίνεται περιττή. Όσο πιο δημοκρατικό είναι το «κράτος» που αποτελείται από ένοπλους εργάτες και που είναι «πια όχι κράτος στην καθαυτό έννοιά του», τόσο πιο γρήγορα θ΄ αρχίσει να απονεκρώνεται κάθε κράτος.

Γιατί όταν  ό λ ο ι  μάθουν να διοικούν και πραγματικά θα διοικούν μόνοι τους την κοινωνική παραγωγή, μόνοι τους θα καταγράφουν και θα ελέγχουν τους χαραμοφάηδες, τα αρχοντόπουλα, τους απατεώνες και τους παρόμοιους «θεματοφύλακες των παραδόσεων του καπιταλισμού» -τότε αναπόφευκτα θα γίνει τόσο απίστευτα δύσκολο να ξεφύγει κανείς απ΄ αυτή την παλλαϊκή καταγραφή και τον παλλαϊκό έλεγχο, θα γίνει τόσο πολύ σπάνια εξαίρεση και θα συνοδεύεται ασφαλώς από μια τόσο γρήγορη και αυστηρή τιμωρία (γιατί οι ένοπλοι εργάτες είναι άνθρωποι πρακτικοί και όχι συναισθηματικοί διανοούμενοι, και είναι ζήτημα αν θα αφήσουν κανένα να αστειεύεται μαζί τους), και η  α ν ά γ κ η  να τηρούνται οι απλοί, βασικοί κανόνες κάθε ανθρώπινης συμβίωσης θα γίνει πολύ γρήγορα  σ υ ν ή θ ε ι α.

Και τότε θ΄ ανοίξουν διάπλατα οι πόρτες για το πέρασμα από την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας στην ανώτερη φάση της και μαζί της και στην ολοκληρωτική απονέκρωση του κράτους.
______________

[1*] Όταν το κράτος στο κυριότερο μέρος των λειτουργιών του περιοριστεί σε μια τέτοια καταγραφή και σ΄ έναν τέτοιο έλεγχο από τους ίδιους τους εργάτες, τότε παύει να είναι «πολιτικό κράτος» και «οι δημόσιες λειτουργίες μετατρέπονται από πολιτικές σε απλές διαχειριστικές λειτουργίες» (σύγκρινε πιο πάνω, κεφ. IV, § 2, για την πολεμική του Ένγκελς ενάντια στους αναρχικούς)[99].



ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI: Ο ΕΚΧΥΔΑΪΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΕΣ

Το ζήτημα της σχέσης του κράτους προς την κοινωνική επανάσταση και της κοινωνικής επανάστασης προς το κράτος, καθώς και το ζήτημα της επανάστασης γενικά απασχολούσε πολύ λίγο τους πιο επιφανείς θεωρητικούς και δημοσιολόγους της ΙΙ Διεθνούς (1889-1914). Το πιο χαρακτηριστικό όμως στο προτσές εκείνο της βαθμιαίας ανάπτυξης του οπορτουνισμού, που οδήγησε στη χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς το 1914, είναι ότι, και όταν ακόμη πλησίαζαν άμεσα σ΄ αυτό το ζήτημα, φρόντιζαν να το παρακάμψουν ή δεν το έβλεπαν.

Γενικά μπορούμε να πούμε ότι από την αποφυγή του ζητήματος της σχέσης της προλεταριακής επανάστασης προς το κράτος, αποφυγή που συμφέρει στον οπορτουνισμό και που τον έθρεψε, πήγασε η διαστρέβλωση του μαρξισμού και ο ολοκληρωτικός εκχυδαϊσμός του.

Για να δώσουμε έστω και έναν σύντομο χαρακτηρισμό αυτού του θλιβερού προτσές, θα πάρουμε τους επιφανέστερους θεωρητικούς του μαρξισμού, τον Πλεχάνοφ και τον Κάουτσκι.


1. Η πολεμική του Πλεχάνοφ ενάντια στους αναρχικούς

Ο Πλεχάνοφ αφιέρωσε στο ζήτημα της σχέσης του αναρχισμού προς το σοσιαλισμό μια ιδιαίτερη μπροσούρα: «Αναρχισμός και σοσιαλισμός», που εκδόθηκε στα γερμανικά το 1894.

Ο Πλεχάνοφ σοφίστηκε να πραγματευθεί αυτό το θέμα, παρακάμπτοντας εντελώς το πιο επίκαιρο, το πιο ζωτικό και πολιτικά πιο ουσιαστικό στην πάλη ενάντια στον αναρχισμό, συγκεκριμένα τη σχέση της επανάστασης προς το κράτος και το ζήτημα του κράτους γενικά! Στην μπροσούρα του ξεχωρίζουν δυό μέρη: το ένα – ιστορικό-φιλολογικό με πολύτιμο υλικό για την ιστορία των ιδεών του Στίρνερ, του Προυντόν κτλ. Το άλλο μέρος: φιλισταϊκό, με χονδροειδείς σκέψεις πάνω στο θέμα ότι δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τον αναρχικό από το ληστή.

Ένας συνδυασμός θεμάτων πολύ διασκεδαστικός και πολύ χαρακτηριστικός για την όλη δράση του Πλεχάνοφ στις παραμονές της επανάστασης και στη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου στη Ρωσία: τέτοιος λοιπόν αποκαλύφθηκε ο Πλεχάνοφ στα 1905-1907, μισοδογματικός, μισοφιλισταίος ουραγός της αστικής τάξης στην πολιτική.

Είδαμε πως ο Μαρξ και ο Ένγκελς, καταπολεμώντας τους αναρχικούς, ξεκαθάριζαν με τη μεγαλύτερη επιμέλεια τις απόψεις τους στο ζήτημα της σχέσης της επανάστασης προς το κράτος. Ο Ένγκελς, εκδίδοντας το 1891 την «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» του Μαρξ, έγραφε πως «τότε, δυό μόλις χρόνια ύστερα από το συνέδριο της (πρώτης) Διεθνούς στη Χάγη[100], εμείς (δηλαδή ο Ένγκελς και ο Μαρξ) βρισκόμασταν στο αποκορύφωμα του αγώνα ενάντια στον Μπακούνιν και τους αναρχικούς του»[101].

Την Κομμούνα ακριβώς του Παρισιού οι αναρχικοί προσπάθησαν να την ανακηρύξουν, σαν να πούμε, «δική τους», ότι δηλαδή επιβεβαίωνε τη διδασκαλία τους, στο μεταξύ όμως δεν κατάλαβαν καθόλου τα διδάγματα της Κομμούνας και την ανάλυση αυτών των διδαγμάτων που έκανε ο Μαρξ. Ο αναρχισμός δεν έδωσε τίποτε, που έστω και κατά προσέγγιση να πλησιάζει την αλήθεια στα συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα: πρέπει να συντρίψουμε την παλιά κρατική μηχανή; Και με τι να την αντικαταστήσουμε;

Το να μιλάς όμως για «αναρχισμό και σοσιαλισμό» και να παρακάμπτεις το όλο ζήτημα του κράτους, χωρίς να βλέπεις όλη την ανάπτυξη του μαρξισμού πριν και μετά την Κομμούνα, σημαίνει πως κατρακύλησες αναπότρεπτα στον οπορτουνισμό. Γιατί αυτό είναι ακριβώς που ζητάει περισσότερο απ΄ όλα ο οπορτουνισμός, δηλαδή να μη θέτεις καθόλου τα δυό ζητήματα που μόλις τώρα θίξαμε. Αυτό είναι ήδη νίκη του οπορτουνισμού.


2. Η πολεμική του Κάουτσκι ενάντια στους οπορτουνιστές

Δεν χωράει αμφιβολία πως στη ρωσική φιλολογία έχουν μεταφραστεί ασύγκριτα πιο πολλά έργα του Κάουτσκι από κάθε άλλη. Δεν έχουν άδικο μερικοί γερμανοί σοσιαλδημοκράτες που αστειεύονται, λέγοντας ότι τον Κάουτσκι τον διαβάζουν περισσότερο στη Ρωσία, παρά στη Γερμανία (ας πούμε σε παρένθεση ότι αυτό το αστείο κλείνει πολύ πιο βαθύ ιστορικό περιεχόμενο απ΄ ό,τι υποπτεύονται αυτοί που το έθεσαν σε κυκλοφορία, και συγκεκριμένα: το 1905 οι ρώσοι εργάτες, εκδηλώνοντας μια ασυνήθιστα μεγάλη, πρωτοφανέρωτη ζήτηση για τα καλύτερα έργα της καλύτερης σοσιαλδημοκρατικής φιλολογίας του κόσμου και αποκτώντας μιαν ανήκουστη για τις άλλες χώρες ποσότητα μεταφράσεων και εκδόσεων αυτών των έργων, μετάφεραν έτσι, μπορεί να πει κανείς, στο νεαρό έδαφος του προλεταριακού μας κινήματος με επιταχυνόμενο ρυθμό την τεράστια πείρα της γειτονικής, της πιο προηγμένης χώρας).

Σε μας ο Κάουτσκι είναι ιδιαίτερα γνωστός όχι μόνο από την εκλαϊκευτική του έκθεση του μαρξισμού, αλλά και από την πολεμική του ενάντια στους οπορτουνιστές και στον αρχηγό τους Μπέρνσταϊν. Είναι όμως σχεδόν άγνωστο ένα γεγονός, που δεν μπορεί να το παρακάμψει εκείνος που βάζει για σκοπό του να παρακολουθήσει πως ο Κάουτσκι κατρακύλησε στην απίστευτα επαίσχυντη σύγχυση και υπεράσπιση του σοσιαλσοβινισμού τον καιρό της πιο μεγάλης κρίσης του 1914-1915. Συγκεκριμένα πρόκειται για το γεγονός ότι ο Κάουτσκι προτού ταχθεί ενάντια στους πιο σημαίνοντες εκπροσώπους του οπορτουνισμού στη Γαλλία (Μιλλεράν και Ζωρές) και στη Γερμανία (Μπέρνσταϊν) παρουσίασε πολύ μεγάλες ταλαντεύσεις. Το μαρξιστικό περιοδικό «Ζαριά»[102], που έβγαινε το 1901-1902 στη Στουτγάρδη και υπεράσπιζε τις επαναστατικές-προλεταριακές απόψεις, βρέθηκε στην ανάγκη να κάνει πολεμική ενάντια στον Κάουτσκι, να ονομάσει «καουτσουκένια» τη μεσοβέζικη, φυγόμαχη, συμφιλιωτική απέναντι στους οπορτουνιστές απόφαση που αυτός εισηγήθηκε στο διεθνές σοσιαλιστικό συνέδριο του Παρισιού το 1900[103]. Στη γερμανική φιλολογία δημοσιεύτηκαν γράμματα του Κάουτσκι, που έδειχναν όχι μικρότερες ταλαντεύσεις του προτού εκστρατεύσει ενάντια στον Μπέρνσταϊν.

Ωστόσο, ασύγκριτα μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι στην ίδια του την πολεμική ενάντια στους οπορτουνιστές, στην τοποθέτηση του ζητήματος και στον τρόπο που πραγματεύεται το ζήτημα βλέπουμε τώρα, που μελετάμε την ιστορία της πιο πρόσφατης προδοσίας του μαρξισμού από τον Κάουτσκι, μια συστηματική παρέκκλιση προς τον οπορτουνισμό ακριβώς στο ζήτημα του κράτους.

Ας πάρουμε το πρώτο μεγάλο έργο του Κάουτσκι ενάντια στον οπορτουνισμό, το βιβλίο του «Ο Μπέρνσταϊν και το σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα». Ο Κάουτσκι αντικρούει εμπεριστατωμένα τον Μπέρνσταϊν. Να όμως τι είναι χαρακτηριστικό. 

Στις ηροστρατικά-περίφημές του «Προϋποθέσεις του σοσιαλισμού» ο Μπέρνσταϊν κατηγορεί το μαρξισμό για «μπλανκισμό» (κατηγορία που την έχουν από τότε επαναλάβει χιλιάδες φορές οι οπορτουνιστές και οι φιλελεύθεροι αστοί της Ρωσίας ενάντια στους εκπροσώπους του επαναστατικού μαρξισμού, τους μπολσεβίκους). Εδώ ο Μπέρνσταϊν στέκεται ειδικά στον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία» του Μαρξ και προσπαθεί –πολύ αποτυχημένα, όπως είδαμε- να συνταυτίσει την άποψη του Μαρξ για τα διδάγματα της Κομμούνας με την άποψη του Προυντόν. Την προσοχή του Μπέρνσταϊν προσελκύει ιδιαίτερα το συμπέρασμα του Μαρξ, που ο ίδιος ο Μαρξ το υπογράμμισε στον πρόλογο της έκδοσης του 1872 του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» και που λέει: «η εργατική τάξη δεν μπορεί να πάρει απλώς στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς»[104].

Αυτό το απόφθεγμα «άρεσε» τόσο πολύ στον Μπέρνσταϊν, που το επαναλαμβάνει στο βιβλίο του όχι λιγότερο από τρεις φορές, ερμηνεύοντάς το με την πιο διαστρεβλωμένη, οπορτουνιστική έννοια.

Όπως είδαμε, ο Μαρξ θέλει να πει ότι η εργατική τάξη πρέπει να συντρίψει, να τσακίσει, να ανατινάξει (Sprengung, ανατίναξη –έκφραση που τη χρησιμοποίησε ο Ένγκελς) όλη την κρατική μηχανή. Ενώ σύμφωνα με τον Μπέρνσταϊν βγαίνει πως τάχα ο Μαρξ με αυτά τα λόγια προειδοποιούσε την εργατική τάξη να αποφύγει τον υπέρμετρο επαναστατισμό κατά την κατάληψη της εξουσίας.

Είναι αδύνατο να φανταστούμε πιο χοντροκομμένη και πιο σκανδαλώδη διαστρέβλωση της σκέψης του Μαρξ.

Και πως ενήργησε ο Κάουτσκι στην πολύ διεξοδική του αντίκρουση της μπερνσταϊνιάδας;[105]

Απόφυγε να εξετάσει όλο το βάθος της διαστρέβλωσης του μαρξισμού από τον οπορτουνισμό σ΄ αυτό το σημείο. Παράθεσε την πιο πάνω περικοπή από τον πρόλογο του Ένγκελς στον «Εμφύλιο πόλεμο» του Μαρξ και περιορίστηκε να πει ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, η εργατική τάξη δεν μπορεί απλώς να κατακτήσει την έτοιμη κρατική μηχανή, γενικά όμως μπορεί να την κατακτήσει, κι αυτό ήταν όλο. Το ότι ο Μπέρνσταϊν απόδωσε στον Μαρξ κάτι  τ ο  ε ν τ ε λ ώ ς  α ν τ ί θ ε τ ο  απ΄ ό,τι περιέχει στην πραγματικότητα η σκέψη του Μαρξ, το ότι ο Μαρξ από το 1852 έβαζε σαν καθήκον της προλεταριακής επανάστασης «να συντρίψει» την κρατική μηχανή[106], γι΄ αυτά τα πράγματα δεν υπάρχει ούτε λέξη στον Κάουτσκι.

Έτσι λοιπόν στο έργο του Κάουτσκι καταχωνιάστηκε η πιο ουσιαστική διαφορά του μαρξισμού από τον οπορτουνισμό στο ζήτημα των καθηκόντων της προλεταριακής επανάστασης!

«Τη λύση του προβλήματος της προλεταριακής δικτατορίας –έγραφε ο Κάουτσκι «ενάντια» στον Μπέρνσταϊν- μπορούμε μ΄ όλη μας την ησυχία να την αφήσουμε για το μέλλον» (σελ. 172 της γερμανικής έκδοσης).

Αυτό δεν είναι πολεμική ενάντια στον Μπέρνσταϊν, αλλά, στην ουσία, παραχώρηση σ΄ αυτόν, παράδοση θέσεων στον οπορτουνισμό, γιατί οι οπορτουνιστές για την ώρα δεν θέλουν τίποτε περισσότερο από το «να αφήσουμε με όλη μας την ησυχία για το μέλλον» όλα τα θεμελιακά ζητήματα που αφορούν τα καθήκοντα της προλεταριακής επανάστασης.

Σαράντα χρόνια, από το 1852 ως το 1891, ο Μαρξ και ο Ένγκελς δίδασκαν το προλεταριάτο ότι πρέπει να συντρίψει την κρατική μηχανή. Το 1899 όμως ο Κάουτσκι, μπροστά στην ολοκληρωτική προδοσία του μαρξισμού από τους οπορτουνιστές σ΄ αυτό το σημείο, υποκαθιστά το ζήτημα, αν πρέπει να συντριβεί αυτή η μηχανή, με το ζήτημα των συγκεκριμένων μορφών της συντριβής και πάει να σωθεί κάτω από τα φτερά της «αδιαφιλονίκητης» (και άκαρπης) φιλισταϊκής αλήθειας ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε από τα πριν τις συγκεκριμένες μορφές!!

Άβυσσος χωρίζει τον Μαρξ από τον Κάουτσκι στο ζήτημα της θέσης που παίρνουν απέναντι στο καθήκον του προλεταριακού κόμματος να προετοιμάσει την εργατική τάξη για την επανάσταση.

Ας πάρουμε ένα κατοπινό, πιο ώριμο, έργο του Κάουτσκι, σε σημαντικό βαθμό αφιερωμένο επίσης στην αντίκρουση των λαθών του οπορτουνισμού. Πρόκειται για την μπροσούρα του «Η κοινωνική επανάσταση». Ο συγγραφέας πήρε εδώ για ειδικό θέμα του το ζήτημα της «προλεταριακής επανάστασης» και του «προλεταριακού καθεστώτος». Ο συγγραφέας έδωσε σ΄ αυτή πάρα πολλά, εξαιρετικά πολύτιμα στοιχεία, αλλά παράκαμψε το ζήτημα ακριβώς του κράτους. Η μπροσούρα μιλάει παντού για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας, κι αυτό είναι όλο, δηλ. επιλέχθηκε τέτοια διατύπωση, που κάνει παραχώρηση στους οπορτουνιστές, εφόσον δέχεται την κατάκτηση της εξουσίας χωρίς την καταστροφή της κρατικής μηχανής. Δηλ. αυτό ακριβώς που το 1872 ο Μαρξ το κήρυξε «παλιωμένο» στο πρόγραμμα του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου»[107], το ξαναζωντανεύει ο Κάουτσκι το 1902.

Στην μπροσούρα αφιερώνεται ειδική παράγραφος στις «Μορφές και το όπλο της κοινωνικής επανάστασης». Εδώ γίνεται λόγος και για τη μαζική πολιτική απεργία, και για τον εμφύλιο πόλεμο, και για τέτοια «όργανα βίας του σύγχρονου μεγάλου κράτους, όπως είναι η γραφειοκρατία και ο στρατός», δεν βγάζει όμως τσιμουδιά για το τι δίδαξε η Κομμούνα τους εργάτες. Είναι ολοφάνερο πως δεν είχε άδικο ο Ένγκελς όταν προειδοποιούσε, ιδιαίτερα τους γερμανούς σοσιαλιστές, ενάντια στο «δεισιδαιμονικό σεβασμό» προς το κράτος.

Ο Κάουτσκι παρουσιάζει το ζήτημα έτσι: το νικηφόρο προλεταριάτο «θα πραγματοποιήσει το δημοκρατικό πρόγραμμα» και αναλύει τις παραγράφους του. Δεν βγάζει όμως τσιμουδιά για το τι καινούργιο έδωσε το 1871 στο ζήτημα της αντικατάστασης της αστικής δημοκρατίας από την προλεταριακή δημοκρατία. Ο Κάουτσκι ξεφορτώνεται το ζήτημα με «σοβαρόηχες» κοινοτοπίες, σαν και τούτες:

«Είναι αυτονόητο πως δεν θα μπορέσουμε να πάρουμε την εξουσία κάτω από τις σημερινές συνθήκες. Η ίδια η επανάσταση προϋποθέτει μακρόχρονους και έντονους αγώνες, που θα αλλάξουν ήδη τη σημερινή μας πολιτική και κοινωνική διάρθρωση».

Χωρίς αμφιβολία αυτό είναι «αυτονόητο», όπως αυτονόητη είναι και η αλήθεια ότι τα άλογα τρώνε βρώμη και ότι ο Βόλγας χύνεται στην Κασπία θάλασσα. Κρίμα μόνο που με τα κούφια και στομφώδη λόγια για «έντονους» αγώνες παρακάμπτεται το ουσιαστικό για το επαναστατικό προλεταριάτο ζήτημα: σε τι τέλος πάντων εκφράζεται «το βάθος» της επανάστασής του σχετικά με το κράτος, σχετικά με τη δημοκρατία, σε διάκριση από τις προηγούμενες, τις μη προλεταριακές επαναστάσεις;

Παρακάμπτοντας αυτό το ζήτημα, ο Κάουτσκι στην πραγματικότητα κάνει σ΄ αυτό το ουσιαστικότατο σημείο παραχώρηση στον οπορτουνισμό, όταν κηρύσσει στα λόγια φοβερό πόλεμο ενάντιά του, όταν τονίζει τη σημασία της «ιδέας της επανάστασης» (έχει άραγε μεγάλη αξία αυτή η «ιδέα», όταν φοβάσαι να προπαγανδίσεις στους εργάτες τα συγκεκριμένα διδάγματα της επανάστασης;) ή όταν λέει: «πριν απ΄ όλα επαναστατικός ιδεαλισμός», ή όταν κηρύσσει ότι οι άγγλοι εργάτες σήμερα «δεν είναι ίσως τίποτε άλλο, παρά μικροαστοί».

«Σε μια σοσιαλιστική κοινωνία –γράφει ο Κάουτσκι- μπορούν να υπάρχουν η μια δίπλα στην άλλη… οι πιο διαφορετικές μορφές επιχειρήσεων: γραφειοκρατικές (;;), συνδικαλιστικές, συνεταιριστικές, ιδιωτικές»… «Υπάρχουν, λόγου χάρη, επιχειρήσεις που δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα χωρίς μια γραφειοκρατική (;;) οργάνωση, όπως οι σιδηρόδρομοι. Η δημοκρατική οργάνωση σ΄ αυτές μπορεί να πάρει τούτη τη μορφή: οι εργάτες εκλέγουν αντιπροσώπους που συγκροτούν ένα είδος κοινοβουλίου, και αυτό το κοινοβούλιο καθορίζει τον κανονισμό εργασίας και επιβλέπει τη διαχείριση του γραφειοκρατικού μηχανισμού. Άλλες επιχειρήσεις μπορούν να δοθούν στη διαχείριση των εργατικών συνδικάτων, άλλες πάλι μπορούν να λειτουργήσουν πάνω σε συνεταιριστική βάση» (σελ. 148 και 115 της ρωσικής μετάφρασης, έκδοση Γενεύης του 1903).

Ο συλλογισμός αυτός είναι λαθεμένος και αποτελεί ένα βήμα προς τα πίσω σε σύγκριση μ΄ εκείνο που διασαφήνισαν το 1870-1880 ο Μαρξ και ο Ένγκελς με παράδειγμα τα διδάγματα της Κομμούνας.

Από την άποψη της απαραίτητης δήθεν «γραφειοκρατικής» οργάνωσης οι σιδηρόδρομοι δεν διαφέρουν σε τίποτε απολύτως από όλες γενικά τις επιχειρήσεις της μεγάλης μηχανικής βιομηχανίας, από οποιαδήποτε εργοστάσιο, μεγάλο κατάστημα, μεγάλη καπιταλιστική αγροτική επιχείρηση. Σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις η τεχνική επιβάλλει αναμφισβήτητα την πιο αυστηρή πειθαρχία, την πιο μεγάλη ακρίβεια κατά την εκπλήρωση από τον καθένα του μέρους της δουλειάς που του έχει ανατεθεί, γιατί αλλιώς απειλείται να σταματήσει όλο το έργο ή να χαλάσει ο μηχανισμός, να χαλάσει το προϊόν. Φυσικά σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις οι εργάτες «θα εκλέγουν αντιπροσώπους που θα συγκροτούν ένα είδος κοινοβουλίου».

Μα εδώ ακριβώς βρίσκεται όλη η ουσία, ότι αυτό το «ένα είδος κοινοβουλίου»  δ ε ν  θα είναι κοινοβούλιο με την έννοια των αστικοκοινοβουλευτικών θεσμών. Εδώ ακριβώς βρίσκεται όλη η ουσία, ότι αυτό το «ένα είδος κοινοβουλίου»  δ ε ν  πρόκειται μονάχα «να καθορίζει τον κανονισμό και να επιβλέπει τη διαχείριση του γραφειοκρατικού μηχανισμού», όπως φαντάζεται ο Κάουτσκι, που η σκέψη του δεν βγαίνει έξω από τα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτισμού. Φυσικά, στη σοσιαλιστική κοινωνία «ένα είδος κοινοβουλίου» από εργάτες βουλευτές «θα καθορίζει τον κανονισμό και θα επιβλέπει τη διαχείριση» του «μηχανισμού»,  α λ λ ά  τούτος εδώ ο μηχανισμός  δ ε ν  θα είναι «γραφειοκρατικός». Οι εργάτες ύστερα από την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας θα συντρίψουν τον παλιό γραφειοκρατικό μηχανισμό, θα τον τσακίσουν συθέμελα, δεν θ΄ αφήσουν απ΄ αυτόν πέτρα πάνω στην πέτρα, θα τον αντικαταστήσουν με ένα νέο μηχανισμό, που θα αποτελείται από τους ίδιους τους εργάτες και τους υπαλλήλους, και για να  μ η  μεταβληθούν σε γραφειοκράτες, θα παρθούν αμέσως τα μέτρα που ανάλυσαν λεπτομερειακά ο Μαρξ και ο Ένγκελς: 1) δεν θα είναι μόνο αιρετοί, αλλά και ανακλητοί σε οποιαδήποτε στιγμή˙ 2) η αμοιβή τους δεν θα είναι μεγαλύτερη από το μισθό ενός εργάτη˙ 3) θα συντελεστεί το άμεσο πέρασμα σε ένα σύστημα, όπου όλοι θα εκτελούν χρέη ελέγχου και εποπτείας, όλοι για ένα διάστημα θα γίνουν «γραφειοκράτες» και γι΄ αυτό  κ α ν έ ν α ς  δεν θα μπορεί να γίνει «γραφειοκράτης».

Ο Κάουτσκι δεν βάθυνε καθόλου στα λόγια του Μαρξ: «Η Κομμούνα δεν επρόκειτο να είναι ένα κοινοβουλευτικό, αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, νομοθετικό και εκτελεστικό ταυτόχρονα»[108].

Ο Κάουτσκι δεν κατάλαβε καθόλου τη διαφορά ανάμεσα στον αστικό κοινοβουλευτισμό, που συνενώνει τη δημοκρατία (ό χ ι  γ ι α  τ ο  λ α ό) με το γραφειοκρατισμό (ε ν ά ν τ ι α  σ τ ο  λ α ό), και στον προλεταριακό δημοκρατισμό, που θα πάρει αμέσως μέτρα για να καταργήσει το γραφειοκρατισμό, και που θα είναι σε θέση να φέρει σε πέρας αυτά τα μέτρα ως την ολοκληρωτική εκμηδένιση του γραφειοκρατισμού, ως την ολοκληρωτική καθιέρωση της δημοκρατίας για το λαό.

Ο Κάουτσκι παρουσίασε εδώ τον ίδιο «δεισιδαιμονικό σεβασμό» προς το κράτος, την ίδια «δεισιδαιμονική πίστη» στο γραφειοκρατισμό.

Ας περάσουμε στο τελευταίο και καλύτερο έργο του Κάουτσκι ενάντια στους οπορτουνιστές, στην μπροσούρα του «Ο δρόμος προς την εξουσία» (μου φαίνεται δεν εκδόθηκε στα ρωσικά, γιατί είχε βγει το 1909, τον καιρό που η αντίδραση στη χώρα μας βρισκόταν στο κατακόρυφο[109]). Η μπροσούρα αυτή αποτελεί ένα μεγάλο βήμα προς τα μπρος, μια και κάνει λόγο όχι για το επαναστατικό πρόγραμμα γενικά, όπως η μπροσούρα του 1899 ενάντια στον Μπέρνσταϊν, όχι για τα καθήκοντα της κοινωνικής επανάστασης άσχετα από την εποχή που θα ξεσπάσει, όπως κάνει η μπροσούρα του 1902. «Η κοινωνική επανάσταση», αλλά για τις συγκεκριμένες συνθήκες που μας αναγκάζουν να παραδεχτούμε ότι αρχίζει η «εποχή των επαναστάσεων».

Ο συγγραφέας τονίζει ρητά την όξυνση των ταξικών αντιθέσεων γενικά και τον ιμπεριαλισμό που παίζει εξαιρετικά μεγάλο ρόλο απ΄ αυτή την άποψη. Ύστερα από την «επαναστατική περίοδο 1789-1871» της δυτικής Ευρώπης, αρχίζει από το 1905 μια ανάλογη περίοδος και για την Ανατολή. Ο παγκόσμιος πόλεμος επέρχεται με απειλητική ταχύτητα. «Το προλεταριάτο δεν μπορεί πια να μιλάει περισσότερο για πρόωρη επανάσταση». «Μπήκαμε σε μιαν επαναστατική περίοδο». «Αρχίζει η επαναστατική εποχή».

Οι δηλώσεις αυτές είναι πέρα για πέρα ξεκάθαρες. Η μπροσούρα αυτή του Κάουτσκι πρέπει να χρησιμεύσει σαν μέτρο σύγκρισης ανάμεσα σ΄ αυτό που υποσχόταν να είναι η γερμανική σοσιαλδημοκρατία πριν από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και στο πόσο χαμηλά ξέπεσε (μαζί και ο ίδιος ο Κάουτσκι) όταν ξέσπασε ο πόλεμος. «Η σημερινή κατάσταση –έγραφε ο Κάουτσκι στη μπροσούρα που εξετάζουμε- περικλείνει τον κίνδυνο εμάς (δηλαδή τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία) να μας θεωρήσουν εύκολα πιο μετριοπαθείς απ΄ ό,τι είμαστε στην πραγματικότητα. Στην πράξη το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας αποδείχτηκε πως ήταν ασύγκριτα πιο μετριοπαθές και πιο οπορτουνιστικό απ΄ ό,τι φαινόταν!

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι, παρ΄ όλη την κατηγορηματικότητα της δήλωσής του για την εποχή των επαναστάσεων που άρχισε πια, ο Κάουτσκι και στη μπροσούρα του, την αφιερωμένη, όπως λέει ο ίδιος, στην εξέταση ακριβώς του ζητήματος της «πολιτικής επανάστασης» παράκαμψε κα πάλι το ζήτημα του κράτους.

Από το άθροισμα αυτών των παρακάμψεων του ζητήματος, αυτών των παρασιωπήσεων και των υπεκφυγών βγήκε αναπόφευκτα εκείνο το ολοκληρωτικό πέρασμα στον οπορτουνισμό, που γι΄ αυτό θα χρειαστεί να μιλήσουμε αμέσως πιο κάτω.

Λες και η γερμανική σοσιαλδημοκρατία δήλωνε με το στόμα του Κάουτσκι: εμμένω στις επαναστατικές απόψεις (1899). Παραδέχομαι ιδιαίτερα το αναπόφευκτο της κοινωνικής επανάστασης του προλεταριάτου (1902). Παραδέχομαι πως άρχισε η νέα εποχή των επαναστάσεων (1909). Παρ΄ όλα αυτά όμως, εφόσον μπαίνει το ζήτημα των καθηκόντων της προλεταριακής επανάστασης σχετικά με το κράτος κάνω πίσω σε σύγκριση με αυτά που έλεγε ο Μαρξ ήδη το 1852 (1912).

Έτσι ακριβώς απερίφραστα είχε μπει το ζήτημα στην πολεμική του Κάουτσκι ενάντια στον Πάννεκουκ.


3. Η πολεμική του Κάουτσκι ενάντια στον Πάννεκουκ

Ο Πάννεκουκ τάχθηκε ενάντια στον Κάουτσκι, σαν ένας από τους εκπροσώπους του «αριστερού ριζοσπαστικού» ρεύματος, που περιλάβαινε στις γραμμές του τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Καρλ Ράντεκ και άλλους˙ το ρεύμα αυτό, που υπεράσπιζε την επαναστατική τακτική, το συνένωνε η πεποίθηση ότι ο Κάουτσκι περνάει στη θέση του «κέντρου», το οποίο ταλαντεύεται δίχως αρχές ανάμεσα στο μαρξισμό και στον οπορτουνισμό. Την ορθότητα αυτής της άποψης την απόδειξε πέρα για πέρα ο πόλεμος, όταν το ρεύμα του «κέντρου» (που λαθεμένα λέγεται μαρξιστικό) ή του «καουτσκισμού» έδειξε πέρα για πέρα το πρόσωπό του σε όλη του την αποκρουστική αθλιότητα.

Στο άρθρο του «Μαζική δράση και επανάσταση» («Neue Zeit», 1912, ΧΧΧ, 2), που έθιξε το ζήτημα του κράτους, ο Πάννεκουκ χαρακτήρισε τη θέση του Κάουτσκι σαν θέση του «παθητικού ριζοσπαστισμού», σαν θεωρία της «αδρανούς αναμονής». «Ο Κάουτσκι δεν θέλει να δει το προτσές της επανάστασης» (σελ. 616). Τοποθετώντας έτσι το ζήτημα, ο Πάννεκουκ έφτασε στο θέμα που μας ενδιαφέρει, στο θέμα των καθηκόντων της προλεταριακής επανάστασης σχετικά με το κράτος.

«Ο αγώνας του προλεταριάτου –έγραφε- δεν είναι απλώς αγώνας ενάντια στην αστική τάξη για την κρατική εξουσία, αλλά αγώνας ενάντια στην κρατική εξουσία… Το περιεχόμενο της προλεταριακής επανάστασης είναι η εκμηδένιση και η εξάλειψη (κατά λέξη: διάλυση Auflösung) των μέσων βίας του κράτους με τα μέσα της βίας του προλεταριάτου… Ο αγώνας σταματάει τότε μόνο, όταν σαν τελικό αποτέλεσμά του επέρχεται η ολοκληρωτική καταστροφή της κρατικής οργάνωσης. Η οργάνωση της πλειοψηφίας αποδείχνει την υπεροχή της, καταστρέφοντας την οργάνωση της κυρίαρχης μειοψηφίας» (σελ. 548).

Η διατύπωση με την οποία ο Πάννεκουκ περιέβαλε τις σκέψεις του πάσχει από πολύ μεγάλες ελλείψεις. Ωστόσο, όμως, η σκέψη του είναι καθαρή και ενδιαφέρει να δούμε πως την αντέκρουσε ο Κάουτσκι.

«Ως τώρα –έγραφε- η αντίθεση ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες και στους αναρχικούς βρισκόταν στο ότι οι πρώτοι ήθελαν να κατακτήσουν την κρατική εξουσία, ενώ οι δεύτεροι ήθελαν να την καταστρέψουν. Ο Πάννεκουκ θέλει και το ένα και το άλλο» (σελ. 724).

Αν η έκθεση του Πάννεκουκ πάσχει από ασάφεια και δεν είναι αρκετά συγκεκριμένη (δεν μιλάμε εδώ για τις άλλες ελλείψεις του άρθρου του, που είναι άσχετες με το θέμα που εξετάζουμε), ο Κάουτσκι πήρε ακριβώς τη θεμελιακή ουσία του ζητήματος, που τη σημείωνε ο Πάννεκουκ, και σ΄ ένα άλλο ζήτημα αρχής ο Κάουτσκι εγκατέλειψε πέρα για πέρα τη θέση του μαρξισμού και πέρασε ολοκληρωτικά στον οπορτουνισμό. Ο Κάουτσκι καθορίζει τελείως λαθεμένα τη διαφορά ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες και στους αναρχικούς, διαστρεβλώνει το μαρξισμό και τον εκχυδαΐζει οριστικά.

Η διαφορά ανάμεσα στους μαρξιστές και στους αναρχικούς συνίσταται στο ότι (1) οι μαρξιστές, βάζοντας για σκοπό τους την ολοκληρωτική κατάργηση του κράτους, παραδέχονται πως ο σκοπός αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά την κατάργηση των τάξεων από τη σοσιαλιστική επανάσταση, σαν αποτέλεσμα της εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού, που οδηγεί στην απονέκρωση του κράτους. Οι αναρχικοί θέλουν την ολοκληρωτική κατάργηση του κράτους από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς να καταλαβαίνουν τους όρους κάτω από τους οποίους μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η κατάργηση. (2) Οι μαρξιστές παραδέχονται πως το προλεταριάτο, αφού κατακτήσει την πολιτική εξουσία, είναι ανάγκη να καταστρέψει εντελώς την παλιά κρατική μηχανή και να την αντικαταστήσει με μια νέα, που να αποτελείται από την οργάνωση των ένοπλων εργατών, σύμφωνα με το πρότυπο της Κομμούνας. Οι αναρχικοί, υποστηρίζοντας την καταστροφή της κρατικής μηχανής, έχουν πολύ θολή αντίληψη για το ζήτημα: με τι θα την αντικαταστήσει το προλεταριάτο και πως θα χρησιμοποιήσει την επαναστατική εξουσία. Οι αναρχικοί αρνούνται ακόμη και τη χρησιμοποίηση της κρατικής εξουσίας από το επαναστατικό προλεταριάτο, αρνούνται την επαναστατική δικτατορία του. (3) οι μαρξιστές ζητάνε προετοιμασία του προλεταριάτου για την επανάσταση με τη χρησιμοποίηση του σημερινού κράτους. Οι αναρχικοί αυτό το αρνούνται.

Σ΄ αυτή τη διαμάχη ακριβώς ο Πάννεκουκ αντιπροσωπεύει το μαρξισμό ενάντια στον Κάουτσκι, γιατί ακριβώς ο Μαρξ μας δίδαξε πως το προλεταριάτο δεν μπορεί να κατακτήσει απλώς την κρατική εξουσία με την έννοια να περάσει σε νέα χέρια ο παλιός κρατικός μηχανισμός, αλλά πρέπει να συντρίψει, να τσακίσει αυτό το μηχανισμό, να τον αντικαταστήσει με έναν καινούργιο.

Ο Κάουτσκι απομακρύνεται από το μαρξισμό και περνάει στους οπορτουνιστές, γιατί από το έργο του εξαφανίζεται εντελώς αυτή ακριβώς η καταστροφή της κρατικής μηχανής, καταστροφή που είναι εντελώς απαράδεκτη για τους οπορτουνιστές, και μένει σ΄ αυτούς ένα παραθυράκι, που τους επιτρέπει να ερμηνεύουν την «κατάκτηση» σαν απλή απόκτηση της πλειοψηφίας. 

Για να σκεπάσει τη διαστρέβλωση που κάνει στο μαρξισμό, ο Κάουτσκι ενεργεί σαν σχολαστικός: ξεφουρνίζει μια «περικοπή» από τον ίδιο τον Μαρξ. Ο Μαρξ έγραφε το 1850 για την ανάγκη της «αποφασιστικής συγκέντρωσης της δύναμης στα χέρια της κρατικής εξουσίας»[110]. Και ο Κάουτσκι ρωτάει θριαμβευτικά: μήπως θέλει ο Πάννεκουκ να καταστρέψει το «συγκεντρωτισμό»;

Αυτό πια είναι καθαρή ταχυδακτυλουργία, που μοιάζει με τη μπερνσταϊνική συνταύτιση του μαρξισμού με τον προυντονισμό στις απόψεις του για την ομοσπονδία αντί του συγκεντρωτισμού.

Η «περικοπή» που πήρε ο Κάουτσκι έχει τόση σχέση με το θέμα όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο. Ο συγκεντρωτισμός είναι δυνατό να γίνει και με την παλιά και με την νέα κρατική μηχανή. Όταν οι εργάτες συνενώσουν εθελοντικά τις ένοπλες δυνάμεις τους, αυτό θα είναι συγκεντρωτισμός, θα στηρίζεται όμως στην «ολοκληρωτική καταστροφή» του κρατικού συγκεντρωτικού μηχανισμού, του μόνιμου στρατού, της αστυνομίας, της γραφειοκρατίας. Ο Κάουτσκι φέρεται ολωσδιόλου κατεργάρικα, όταν παρακάμπτει τις πολύ γνωστές απόψεις του Μαρξ και του Ένγκελς για την Κομμούνα και ξεφουρνίζει μια περικοπή, που δεν έχει σχέση με το ζήτημα.

«… Μήπως ο Πάννεκουκ θέλει να καταργήσει τις κρατικές λειτουργίες των υπαλλήλων; -συνεχίζει ο Κάουτσκι.- Μα εμείς δεν θα τα καταφέρουμε χωρίς τους υπαλλήλους ούτε στην κομματική, ούτε στη συνδικαλιστική οργάνωση, και πολύ περισσότερο στην κρατική διοίκηση. Το πρόγραμμά μας απαιτεί όχι την κατάργηση των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά την εκλογή των υπαλλήλων από το λαό… Στην τωρινή μας συζήτηση δεν πρόκειται για το πώς θα διαμορφωθεί ο διοικητικός μηχανισμός του «μελλοντικού κράτους», αλλά για το αν ο πολιτικός μας αγώνας καταργεί (κατά λέξη: διαλύει, auflöst) την κρατική εξουσία, προτού ακόμη την κατακτήσουμε (η υπογράμμιση είναι του Κάουτσκι). Ποιο Υπουργείο μαζί με τους υπαλλήλους του θα μπορούσε να καταργηθεί;». Εδώ απαριθμούνται τα Υπουργεία Παιδείας, Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Στρατιωτικών. «Όχι, κανένα από τα σημερινά Υπουργεία δεν θα καταργηθεί με τον πολιτικό μας αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση… Το επαναλαμβάνω για να αποφύγω κάθε παρεξήγηση: εδώ δεν πρόκειται για το ποια μορφή θα δώσει στο «μελλοντικό κράτος» η νικηφόρα σοσιαλδημοκρατία, αλλά για το πώς η αντιπολίτευσή μας αλλάζει το σημερινό κράτος» (σελ. 725).

Εδώ πρόκειται για φανερή απάτη. Ο Πάννεκουκ έθετε ακριβώς το ζήτημα της επανάστασης. Αυτό λέγεται καθαρά και στον τίτλο του άρθρου του και στα χωρία που αναφέρθηκαν. Πηδώντας στο ζήτημα της «αντιπολίτευσης», ο Κάουτσκι αντικατασταίνει ακριβώς την επαναστατική άποψη με την οπορτουνιστική. Από το συλλογισμό του βγαίνει τούτο: σήμερα αντιπολίτευση και ύστερα από την κατάκτηση της εξουσίας θα μιλήσουμε ιδιαίτερα. Η επανάσταση εξαφανίζεται! Αυτό ακριβώς ζητούσαν οι οπορτουνιστές.

Δεν πρόκειται ούτε για την αντιπολίτευση, ούτε για τον πολιτικό αγώνα γενικά, αλλά ακριβώς για την επανάσταση. Η επανάσταση συνίσταται στο ότι το προλεταριάτο  κ α τ α σ τ ρ έ φ ε ι  το «μηχανισμό διοίκησης» και  ο λ ό κ λ η ρ ο  τον κρατικό μηχανισμό και τον αντικαθιστά με έναν καινούργιο, που αποτελείται από ένοπλους εργάτες. Ο Κάουτσκι φανερώνει έναν «δεισιδαιμονικό σεβασμό» προς τα «Υπουργεία». Μα γιατί να μη μπορούμε να τα αντικαταστήσουμε, λόγου χάρη, με επιτροπές ειδικών δίπλα στα κυρίαρχα και παντοδύναμα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών;

Η ουσία του ζητήματος δεν είναι καθόλου αν θα μείνουν ή όχι τα «Υπουργεία», αν θα υπάρχουν «επιτροπές ειδικών» ή κάποια άλλα ιδρύματα, αυτό είναι τελείως ασήμαντο. Η ουσία του ζητήματος είναι αν διατηρείται η παλιά κρατική μηχανή (που χιλιάδες νήματα τη συνδέουν με την αστική τάξη και που είναι πέρα για πέρα διαποτισμένη από τη ρουτίνα και το συντηρητισμό), ή αν καταστρέφεται και αντικαθίσταται με μια καινούργια. Η επανάσταση δεν πρέπει να συνίσταται στο ότι η καινούργια τάξη θα διοικεί, θα κυβερνά με τη βοήθεια της παλιάς κρατικής μηχανής, αλλά στο ότι πρέπει να συντρίψει αυτή τη μηχανή και να διοικεί, να κυβερνά με τη βοήθεια μιας καινούργιας μηχανής –αυτή τη βασική σκέψη του μαρξισμού ο Κάουτσκι την καταχωνιάζει, ή δεν την κατάλαβε καθόλου.

Το ζήτημα που βάζει σχετικά με τους δημοσίους υπαλλήλους δείχνει παραστατικά πως δεν κατάλαβε τα διδάγματα της Κομμούνας και τη διδασκαλία του Μαρξ. «Δεν θα τα καταφέρουμε χωρίς τους υπαλλήλους ούτε στην κομματική, ούτε στη συνδικαλιστική οργάνωση…».

Δεν θα τα καταφέρουμε χωρίς τους υπαλλήλους στον καπιταλισμό, κάτω από την κυριαρχία της αστικής τάξης. Το προλεταριάτο καταπιέζεται, οι εργαζόμενες μάζες είναι υποδουλωμένες στον καπιταλισμό. Στον καπιταλισμό ο δημοκρατισμός είναι στενός, συμπιεσμένος, κουτσουρεμένος, παραμορφωμένος απ΄ όλες τις συνθήκες της μισθωτής δουλείας, της ανέχειας και της εξαθλίωσης των μαζών. Γι΄ αυτό και μόνο οι υπάλληλοι των πολιτικών και επαγγελματικών οργανώσεών μας διαφθείρονται (ή για να μιλήσουμε ακριβέστερα, έχουν την τάση να διαφθαρούν) από τις συνθήκες του καπιταλισμού και παρουσιάζουν την τάση να μετατραπούν σε γραφειοκράτες, δηλ. σε προνομιούχα πρόσωπα, ξεκομμένα από τις μάζες, που στέκουν πάνω από τις μάζες.

Εδώ βρίσκεται η ουσία του γραφειοκρατισμού, που όσο δεν θα έχουν απαλλοτριωθεί οι καπιταλιστές, όσο δεν θα έχει ανατραπεί η αστική τάξη, θα είναι αναπότρεπτη μια ορισμένη «γραφειοκρατικοποίηση» ακόμη και των προλετάριων δημόσιων λειτουργών.

Κατά τον Κάουτσκι βγαίνει τούτο: μια και θα μείνουν οι αιρετοί δημόσιοι λειτουργοί σημαίνει πως θα μείνουν και οι υπάλληλοι στο σοσιαλισμό, θα μείνει η γραφειοκρατία! Μα αυτό ακριβώς δεν είναι σωστό. Ακριβώς με το παράδειγμα της Κομμούνας ο Μαρξ έδειξε πως στο σοσιαλιστικό καθεστώς οι δημόσιοι λειτουργοί παύουν να είναι «γραφειοκράτες», να είναι «υπάλληλοι», παύουν στο βαθμό που εκτός από την αιρετότητά τους εισάγεται ακόμη και η ανακλητότητά τους σ΄ οποιαδήποτε στιγμή, και ακόμη και ο περιορισμός του μισθού στο μέσο εργατικό επίπεδο μισθού, και ακόμη η αντικατάσταση των κοινοβουλευτικών οργάνων με όργανα «εργαζόμενα, δηλ. που θα εκδίδουν νόμους και θα τους εφαρμόζουν»[111].

Στην ουσία όλη η επιχειρηματολογία του Κάουτσκι ενάντια στον Πάννεκουκ και ιδιαίτερα το μεγαλεπήβολο επιχείρημά του, ότι και στις συνδικαλιστικές και στις κομματικές οργανώσεις δεν θα τα καταφέρουμε χωρίς τους υπαλλήλους, δείχνουν ότι ο Κάουτσκι επαναλαμβάνει τα παλιά «επιχειρήματα» του Μπέρνσταϊν ενάντια στο μαρξισμό γενικά. Στο βιβλίο της αποστασίας του «Οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού» ο Μπέρνσταϊν καταπολεμάει την ιδέα της «πρωτόγονης» δημοκρατίας, καταπολεμάει αυτό που το ονομάζει «δογματικό δημοκρατισμό» -τις κατηγορηματικές εντολές, τους άμισθους δημόσιους λειτουργούς, την ανίσχυρη κεντρική αντιπροσώπευση κτλ. Για να αποδείξει το αβάσιμο αυτού του «πρωτόγονου» δημοκρατισμού ο Μπέρνσταϊν επικαλείται την πείρα των αγγλικών τρέιντ-γιούνιον, όπως την ερμηνεύει το ζεύγος Ουέμπ[112]. Στα εβδομήντα, λέει, χρόνια της εξέλιξής τους τα τρέιντ-γιούνιον, που αναπτύσσονταν τάχα μέσα σε συνθήκες «πλήρους ελευθερίας» (σελ. 137 της γερμ. έκδοσης), πείστηκαν ακριβώς για την ακαταλληλότητα του πρωτόγονου δημοκρατισμού και τον αντικατέστησαν με το συνηθισμένο: με τον κοινοβουλευτισμό, συνδυασμένο με τη γραφειοκρατία.

Στην πραγματικότητα τα τρέιντ-γιούνιον δεν αναπτύσσονταν μέσα σε συνθήκες «πλήρους ελευθερίας», αλλά μέσα σε συνθήκες πλήρους καπιταλιστικής σκλαβιάς, όπου, εννοείται, «δεν θα τα καταφέρουν» χωρίς μια σειρά παραχωρήσεις στο κακό που βασιλεύει, στη βία, στην ψευτιά, στον αποκλεισμό της φτωχολογιάς από τις υποθέσεις της «ανώτερης» διοίκησης. Στο σοσιαλισμό πολλά από την «πρωτόγονη» δημοκρατία θα ξαναζωντανέψουν αναπόφευκτα, γιατί για πρώτη φορά στην ιστορία των πολιτισμένων κοινωνιών η μάζα του πληθυσμού θα υψωθεί ως την αυτοτελή συμμετοχή όχι μόνο στις ψηφοφορίες και στις εκλογές, μα και στην καθημερινή διοίκηση. Στο σοσιαλισμό θα διοικούν  ό λ ο ι  με τη σειρά και θα συνηθίσουν γρήγορα να μη διοικεί κανένας.

Ο Μαρξ με το μεγαλοφυές κριτικό-αναλυτικό του μυαλό είδε στα πρακτικά μέτρα της Κομμούνας τη στροφή εκείνη, που τη φοβούνται και δεν θέλουν να την παραδεχτούν από δειλία οι οπορτουνιστές, γιατί δεν θέλουν να ξεκόψουν οριστικά από την αστική τάξη, και που δεν θέλουν να τη δουν οι αναρχικοί είτε από βιασύνη, είτε γιατί δεν καταλαβαίνουν τους όρους των μαζικών κοινωνικών μεταβολών γενικά. «Δεν πρέπει ούτε και να σκεπτόμαστε για καταστροφή της παλιάς κρατικής μηχανής, γιατί πως θα τα καταφέρουμε χωρίς τα Υπουργεία και χωρίς υπαλλήλους» -σκέπτεται ο οπορτουνιστής, που είναι διαποτισμένος πέρα για πέρα από το φιλισταϊσμό και που στην ουσία όχι μόνο δεν πιστεύει στην επανάσταση, στο δημιουργικό έργο της επανάστασης, αλλά και τη φοβάται θανάσιμα (όπως τη φοβούνται οι δικοί μας μενσεβίκοι και οι εσέροι).

«Πρέπει να σκεπτόμαστε μόνο την καταστροφή της παλιάς κρατικής μηχανής, δεν υπάρχει λόγος να βαθαίνουμε στα συγκεκριμένα διδάγματα των προηγούμενων προλεταριακών επαναστάσεων και να αναλύουμε με τι και πως θ΄ αντικαθιστούμε αυτό που καταστρέφεται» -σκέπτεται ο αναρχικός (φυσικά ο καλύτερος από τους αναρχικούς και όχι εκείνος που, ακολουθώντας τους κ.κ. Κροπότκιν και Σία, σέρνεται πίσω από την αστική τάξη). Γι΄ αυτό και ο αναρχικός καταλήγει στην τακτική της απόγνωσης, και όχι στην αμείλικτα-τολμηρή επαναστατική δουλειά πάνω σε συγκεκριμένα καθήκοντα, δουλειά που ταυτόχρονα υπολογίζει τους πρακτικούς όρους του κινήματος των μαζών.

Ο Μαρξ μας διδάσκει να αποφεύγουμε και τα δυό αυτά λάθη, μας διδάσκει να δείχνουμε απεριόριστη τόλμη στην καταστροφή όλης της παλιάς κρατικής μηχανής και ταυτόχρονα μας διδάσκει να θέτουμε το ζήτημα συγκεκριμένα: η Κομμούνα μπόρεσε μέσα σε λίγες βδομάδες να αρχίσει την οικοδόμηση της καινούργιας προλεταριακής κρατικής μηχανής, εφαρμόζοντας ακριβώς τα μέτρα που αναφέραμε για ένα μεγαλύτερο δημοκρατισμό και για το ξερίζωμα της γραφειοκρατίας. Ας διδασκόμαστε από τους κομμουνάρους την επαναστατική τόλμη, ας βλέπουμε στα πρακτικά τους μέτρα την επισήμανση των πρακτικά επίκαιρων και άμεσα εφαρμόσιμων μέτρων και τότε, βαδίζοντας πάνω σ΄ αυτό το δρόμο θα φτάσουμε στην πλήρη καταστροφή της γραφειοκρατίας.

Η δυνατότητα μιας τέτοιας καταστροφής είναι εξασφαλισμένη, γιατί ο σοσιαλισμός θα ελαττώσει την εργάσιμη μέρα, θ΄ ανεβάσει τις μάζες σε μια νέα ζωή, θα δημιουργήσει για την πλειοψηφία του πληθυσμού όρους που θα επιτρέπουν  σ ε  ό λ ο υ ς  δίχως εξαίρεση να εκπληρώνουν τις «κρατικές λειτουργίες», κι αυτό θα οδηγήσει στην ολοκληρωτική απονέκρωση κάθε κράτους γενικά.

«… Το καθήκον της μαζικής απεργίας –συνεχίζει ο Κάουτσκι- δεν μπορεί ποτέ να συνίσταται στο να καταστρέψει την κρατική εξουσία, αλλά μονάχα να αναγκάσει την κυβέρνηση να υποχωρήσει σε ένα οποιοδήποτε συγκεκριμένο ζήτημα, ή να αντικαταστήσει την κυβέρνηση, που είναι εχθρική προς το προλεταριάτο, με μια κυβέρνηση ευμενή (entgegenkommende) προς το προλεταριάτο… Μα ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί αυτό» (δηλ. η νίκη του προλεταριάτου ενάντια στην εχθρική κυβέρνηση) «να οδηγήσει στην καταστροφή της κρατικής εξουσίας, αλλά μόνο σε μια ορισμένη μετατόπιση (Verschiebung) του συσχετισμού των δυνάμεων μέσα στην κρατική εξουσία… Και ο σκοπός του πολιτικού μας αγώνα παραμένει στην περίπτωση αυτή ο ίδιος, που ήταν και ως τώρα: κατάκτηση της κρατικής εξουσίας με την απόκτηση της πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο και ανύψωση του κοινοβουλίου σε αφέντη της κυβέρνησης» (σελ. 726, 727, 732).

Αυτό πια είναι ο πιο καθαρός και ο πιο πρόστυχος οπορτουνισμός, απάρνηση της επανάστασης στην πράξη με αναγνώρισή της στα λόγια. Η σκέψη του Κάουτσκι δεν προχωρεί πιο πέρα από την «ευμενή προς το προλεταριάτο κυβέρνηση», πράγμα που αποτελεί ένα βήμα πίσω, προς το φιλισταϊσμό, σε σύγκριση με το 1847, όταν το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» διακήρυξε την «οργάνωση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη»[113].

Στον Κάουτσκι δεν μένει άλλο, παρά να κάνει την αγαπημένη του «ενότητα» με τους Σάιντεμαν, τους Πλεχάνοφ, τους Βαντερβέλντε, που όλοι τους είναι σύμφωνοι ν΄ αγωνιστούν για μια κυβέρνηση «ευμενή προς το προλεταριάτο».

Εμείς όμως θα ξεκόψουμε απ΄ αυτούς τους προδότες του σοσιαλισμού και θα παλέψουμε για την καταστροφή όλης της παλιάς κρατικής μηχανής, έτσι που το ίδιο το ένοπλο προλεταριάτο να είναι η κυβέρνηση. Εδώ πρόκειται για «δυό μεγάλες διαφορές».

Στον Κάουτσκι δεν μένει άλλο, παρά η ευχάριστη παρέα με τους Λέγκιν και Ντάβιντ, τους Πλεχάνοφ και τους Πότρεσοφ, τους Τσερετέλι και τους Τσερνόφ, που είναι απόλυτα σύμφωνοι να παλέψουν για τη «μετατόπιση του συσχετισμού των δυνάμεων μέσα στην κρατική εξουσία», για την «απόκτηση της πλειοψηφίας μέσα στο κοινοβούλιο και την παντοδυναμία του κοινοβουλίου πάνω στην κυβέρνηση» -ευγενικότατος σκοπός, όπου όλα είναι παραδεκτά για τους οπορτουνιστές, όλα μένουν μέσα στα πλαίσια της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Εμείς όμως θα ξεκόψουμε από τους οπορτουνιστές˙ και όλο το συνειδητό προλεταριάτο θα είναι μαζί μας στον αγώνα όχι για τη «μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων», αλλά για το γκρέμισμα της αστικής τάξης, για την καταστροφή του αστικού κοινοβουλευτισμού, για τη λαοκρατική δημοκρατία τύπου Κομμούνας ή για τη δημοκρατία των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, για την επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου.


Δεξιότερα από τον Κάουτσκι στο διεθνή σοσιαλισμό βρίσκονται τέτοια ρεύματα, όπως είναι το ρεύμα του περιοδικού «Μηνιαία Σοσιαλιστική Επιθεώρηση»[114] στη Γερμανία (Λέγκιν, Ντάβιντ, Κολμπ και πολλοί άλλοι, μαζί και οι σκανδιναβοί Στάουνινγκ και Μπράντινγκ), των ζωρεσιστών[115] και του Βαντερβέλντε στη Γαλλία και στο Βέλγιο, των Τουράτι, Τρέβες και άλλων εκπροσώπων της δεξιάς πτέρυγας του Ιταλικού κόμματος[116], των φαβιανών και των «ανεξάρτητων» («Ανεξάρτητο εργατικό κόμμα», που στην πραγματικότητα ήταν πάντα εξαρτημένο από τους φιλελεύθερους) στην Αγγλία[117] κτλ. Όλοι αυτοί οι κύριοι, που παίζουν τεράστιο, πολύ συχνά κυρίαρχο ρόλο στην κοινοβουλευτική δουλειά και στη δημοσιογραφία του κόμματος, αρνούνται ανοιχτά τη δικτατορία του προλεταριάτου, εφαρμόζουν έναν απροκάλυπτο οπορτουνισμό. Για τους κυρίους αυτούς η «δικτατορία» του προλεταριάτου «αντιφάσκει» προς τη δημοκρατία!! Αυτοί στην ουσία δεν διαφέρουν σοβαρά σε τίποτε από τους μικροαστούς δημοκράτες.

Παίρνοντας υπόψη αυτό το γεγονός, έχουμε το δικαίωμα να συμπεράνουμε ότι η Δεύτερη Διεθνής στην καταπληκτική πλειοψηφία των επίσημων εκπροσώπων της κατρακύλησε ολοκληρωτικά στον οπορτουνισμό. Η πείρα της Κομμούνας όχι μόνο ξεχάστηκε, μα και διαστρεβλώθηκε. Όχι μόνο δεν καλλιεργούνταν στις εργατικές μάζες η ιδέα ότι πλησιάζει ο καιρός που θα πρέπει να εξορμήσουν και να συντρίψουν την παλιά κρατική μηχανή, αντικαθιστώντας την με μια καινούργια και μετατρέποντας έτσι την πολιτική τους κυριαρχία σε θεμέλιο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, μα καλλιεργούνταν στις μάζες ακριβώς το αντίθετο, και η «κατάκτηση της εξουσίας» παρουσιαζόταν με τέτοιο τρόπο, που έμεναν χιλιάδες παραθυράκια στον οπορτουνισμό.

Η διαστρέβλωση και αποσιώπηση του ζητήματος της σχέσης της προλεταριακής επανάστασης προς το κράτος δεν μπορούσε να μην παίζει τεράστιο ρόλο τον καιρό που τα κράτη με ενισχυμένο, εξαιτίας του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, το στρατιωτικό τους μηχανισμό, μετατράπηκαν σε πολεμικά τέρατα, που εξοντώνουν εκατομμύρια ανθρώπους για να δώσουν μια λύση στη διαμάχη ποιος από τους δυό, η Αγγλία ή η Γερμανία, τούτο ή εκείνο το χρηματιστικό κεφάλαιο πρέπει να κυριαρχεί στον κόσμο[1*].
______________

[1*] Το χειρόγραφο συνεχίζει με τα παρακάτω:


«ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII: Η ΠΕΙΡΑ ΤΩΝ ΡΩΣΙΚΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ ΤΟΥ 1905 ΚΑΙ ΤΟΥ 1917 [ανολοκλήρωτο]

Το θέμα που σημειώνεται στον τίτλο αυτού του κεφαλαίου είναι τόσο τεράστιο, που μπορείς και πρέπει να γράψεις τόμους γι΄ αυτό. Σε τούτη την μπροσούρα θα χρειαστεί, εννοείται, να περιοριστούμε μόνο στα κυριότερα διδάγματα της πείρας, που αφορούν άμεσα τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάσταση σχετικά με την κρατική εξουσία».

(Εδώ κόβεται το χειρόγραφο.) Η Σύντ.



Επίλογος στην πρώτη έκδοση

Η μπροσούρα αυτή γράφτηκε τον Αύγουστο με Σεπτέμβρη του 1917. Είχα ήδη καταρτίσει το σχέδιο του επόμενου, έβδομου κεφαλαίου: «Η πείρα των ρωσικών επαναστάσεων του 1905 και του 1917». Εκτός όμως απ΄ τον τίτλο δεν τα κατάφερα να γράψω ούτε μια αράδα από το κεφάλαιο αυτό: με «εμπόδισε» η πολιτική κρίση, η παραμονή της Οχτωβριανής Επανάστασης του 1917. Από ένα τέτοιο «εμπόδιο» μπορείς μόνο να χαίρεσαι. Θα χρειαστεί ωστόσο να αναβάλλουμε ίσως για πολύ το δεύτερο μέρος της μπροσούρας (που θα είναι αφιερωμένο στην «Πείρα των ρωσικών επαναστάσεων του 1905 και του 1917»). Είναι πιο ευχάριστο και πιο χρήσιμο να πραγματοποιείς την «πείρα της επανάστασης», παρά να γράφεις γι΄ αυτήν.


       Πετρούπολη
30 του Νοέμβρη 1917
Ο συγγραφέας



____________

Γράφτηκε τον Αύγουστο-Σεπτέμβρη 1917˙
η § 3 του Κεφαλαίου ΙΙ – νωρίτερα από τις
             17 του Δεκέμβρη 1918

           Δημοσιεύτηκε το 1918
στην Πετρούπολη σε χωριστό βιβλίο
  από το Εκδοτικό «Ζιζν Ι Ζνάνιγε»



Δημοσιεύεται σύμφωνα με το χειρόγραφο,
           αφού παραβλήθηκε με το κείμενο του
          βιβλίου, που εκδόθηκε το 1919 στη
        Μόσχα-Πετρούπολη από
         το Εκδοτικό «Κομμουνίστ»



Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, έκδοση 5η, τομ. 33, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας
____________


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το βιβλίο «Κράτος και επανάσταση. Η διδασκαλία του μαρξισμού για το κράτος και τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάσταση» γράφτηκε από τον Β. Ι. Λένιν στην παρανομία (στο Ραζλίβ και Έλσινγκφορς) τον Αύγουστο-Σεπτέμβρη του 1917. Είναι καρπός τεράστιας επιστημονικο-ερευνητικής εργασίας, που έκανε ο Λένιν μέσα σε σύντομο σχετικά διάστημα, κυρίως το Γενάρη-Φλεβάρη του 1917.

Το ζήτημα του χαρακτήρα της προλεταριακής κρατικής εξουσίας, όπως λέει η Ν. Κ. Κρούπσκαγια, απασχολούσε ιδιαίτερα τον Λένιν τα τελευταία χρόνια της εμιγκράτσιας. Ο Λένιν τη σκέψη για την ανάγκη της θεωρητικής επεξεργασίας του ζητήματος του κράτους την έκφρασε στο δεύτερο εξάμηνο του 1916. «… Τώρα στην ημερήσια διάταξη –έγραφε ο Λένιν στον Γκ. Σλιάπνικοφ- βρίσκεται όχι μόνο η συνέχιση της γραμμής (ενάντια στον τσαρισμό κτλ.), που κατοχυρώσαμε στις αποφάσεις και στην μπροσούρα…, αλλά και το ξεκαθάρισμά της από ολοφάνερους πια παραλογισμούς και από συγχύσεις, οι οποίες εκδηλώνονται με την αρνητική στάση απέναντι στη δημοκρατία (εδώ πρέπει να αναφερθούν: ο αφοπλισμός, η άρνηση της αυτοδιάθεσης, η θεωρητικά λαθεμένη θέση για άρνηση “γενικά” της υπεράσπισης της πατρίδας, οι ταλαντεύσεις στο ζήτημα του ρόλου και της σημασίας του κράτους γενικά κ.α.)» (Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 35ος, σελ. 184).

Αντιμαρξιστικές μισοαναρχικές απόψεις για το κράτος και τη δικτατορία του προλεταριάτου στο δεύτερο εξάμηνο του 1916 υποστήριζε σε μια σειρά άρθρα ο Ν. Ι. Μπουχάριν. Το Δεκέμβρη του 1916 σε σημείωμά του «Η Διεθνής των νέων» ο Λένιν υπόβαλε σε αυστηρή κριτική τις θέσεις του Μπουχάριν και υποσχέθηκε να γράψει λεπτομερειακό άρθρο για τη σχέση του μαρξισμού προς το κράτος (βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 30ός, σελ. 225-229).

Το φθινόπωρο του 1916 και στις αρχές του 1917, όπως σημειώνει η Ν. Κ. Κρούπκσκαγια, ο Λένιν ρίχτηκε με τα μούτρα στη θεωρητική δουλειά. Ζώντας εκείνη την εποχή στη Ζυρίχη, εργαζόταν έντονα στη βιβλιοθήκη, μελετούσε τα έργα του Κ. Μαρξ και του Φ. Ένγκελς σχετικά με το ζήτημα του κράτους. Στις 4 (17) του Φλεβάρη 1917 ο Λένιν πληροφορούσε την Α. Μ. Κολλοντάι ότι προετοίμασε σχεδόν όλο το υλικό πάνω στο ζήτημα της σχέσης του μαρξισμού προς το κράτος. Οι σημειώσεις έγιναν με ψιλά πυκνά γράμματα σε τετραδιάκι με μπλε εξώφυλλο, που έχει τον τίτλο: «Ο μαρξισμός για το κράτος». Σ΄ αυτό συγκεντρώθηκαν περικοπές από τα έργα του Κ. Μαρξ και του Φ. Ένγκελς, καθώς και αποσπάσματα από βιβλία και άρθρα του Κ. Κάουτσκι, του Α. Πάννεκουκ και του Ε. Μπέρνσταϊν με κριτικές σημειώσεις, συμπεράσματα και γενικεύσεις του Λένιν.

Στις 3 (16) του Απρίλη 1917 ο Β. Ι. Λένιν επέστρεψε από την Ελβετία στη Ρωσία. Απασχολημένος με την πρακτική επαναστατική δράση, δεν μπορούσε να συνεχίσει την εργασία που σχεδίαζε. Όμως η σκέψη του γι΄ αυτή δεν τον εγκατέλειπε. Τον Ιούνη του 1917 συνέταξε έναν κατάλογο βιβλίων που ήταν απαραίτητα για τη δουλειά του πάνω στο ζήτημα της σχέσης του μαρξισμού προς το κράτος, και ζήτησε επίσης πληροφορίες για τον κανονισμό εργασίας της Δημόσιας βιβλιοθήκης της Πετρούπολης. Μετά τα γεγονότα του Ιούλη 1917, όταν κρυβόταν από τις καταδιώξεις της Προσωρινής κυβέρνησης, ο Λένιν βρήκε την ευκαιρία να αρχίσει τη δουλειά για το βιβλίο «Κράτος και επανάσταση». Παρακάλεσε να του προμηθεύσουν στο Ραζλίβ το «μπλε τετράδιο»˙ στα τέλη του Ιούλη – αρχές Αυγούστου στον κατάλογο των παραγγελιών, που άφησε στους συντρόφους του πριν αναχωρήσει για το Έλσινγκφορς, ο Λένιν παρακαλούσε να του στείλουν το έργο του Φ. Ένγκελς «Αντι-Ντίρινγκ», και λίγο αργότερα να τον βοηθήσουν να βρει για μια επείγουσα δουλειά το βιβλίο του Κ. Μαρξ «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας» και το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» στη γερμανική και τη ρωσική γλώσσα.

Μόλις έφτασε στο Έλσινγκφορς ο Λένιν καταπιάστηκε στα σοβαρά με τη συγγραφή του βιβλίου «Κράτος και επανάσταση»˙ για το ζήτημα αυτό πληροφόρησε τον Αύγουστο την Μ. Ι. Ουλιάνοβα: «Στρώθηκα για καλά στη δουλειά για το κράτος, που από καιρό με ενδιαφέρει» (Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 37ος, σελ. 451).

Δουλεύοντας το βιβλίο «Κράτος και επανάσταση», ο Β. Ι. Λένιν δεν χρησιμοποίησε όλο το υλικό που περιέχεται στο χειρόγραφο «Ο μαρξισμός για το κράτος». Σε σύγκριση με τα προπαρασκευαστικά υλικά ο Λένιν περιέλαβε συμπληρωματικά στην § 4 του κεφαλαίου Ι του βιβλίου «Κράτος και επανάσταση» περικοπή από το «Αντι-Ντίρινγκ» του Ένγκελς για το ρόλο της βίας και στην § 2 του κεφαλαίου VI περικοπή από την μπροσούρα του Κάουτσκι «Η κοινωνική επανάσταση» κ.α., που δεν υπήρχαν στο τετράδιο «Ο μαρξισμός για το κράτος».

Παρουσιάζει ενδιαφέρον η επόμενη σημείωση στη σελ. 10 του χειρογράφου του βιβλίου «Κράτος και επανάσταση», που έγινε ίσως, πριν πάρει το έργο του Ένγκελς: «Να βρεθεί στο “Αντι-Ντύρινγκ” και να μεταφραστεί από τα γερμανικά εκείνο το χωρίο (μου φαίνεται στο τέλος ενός κεφαλαίου της “θεωρίας για τη βία”), όπου λέει ότι ο Ντύρινγκ μόνο με βαθύ αναστεναγμό παραδέχεται τη σκέψη για τη βίαιη επανάσταση, τη στιγμή που κάθε βίαιη επανάσταση παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο, αναδιαπαιδαγωγώντας τις μάζες, μετεκπαιδεύοντάς τες, ανεβάζοντας ασυνήθιστα την αυτοσυνείδησή τους, τον αυτοσεβασμό κτλ.». Μόλις πήρε το αντίτυπο του «Αντι-Ντύρινγκ» ο Λένιν αντικατέστησε αυτή τη σημείωση με την περικοπή που του χρειαζόταν.

Σύμφωνα με το σχέδιο το βιβλίο «Κράτος και επανάσταση» έπρεπε να αποτελείται από εφτά κεφάλαια, όμως το τελευταίο, το έβδομο κεφάλαιο «Η πείρα των ρωσικών επαναστάσεων του 1905 και του 1917», ο Λένιν δεν το έγραψε. Διασώθηκαν μόνο τα λεπτομερειακά σχέδια αυτού του κεφαλαίου και το σχέδιο του «Συμπεράσματος». Σε σημείωμα προς τον εκδότη του βιβλίου ο Λένιν έγραφε ότι, αν «αργήσει πολύ να το τελειώσει το VII κεφάλαιο, ή αν αυτό παραφουσκωθεί, τότε πρέπει να εκδώσει χωριστά τα πρώτα έξι κεφάλαια σαν μέρος πρώτο».
 
Στις 13 (26) του Σεπτέμβρη 1917 μέσω της Ν. Κ. Κρούπκαγια ο Λένιν έκλεισε συμφωνία με τον αντιπρόσωπο του εκδοτικού οίκου «Ζιζν ι ζνάνιγε» Β. Ντ. Μποντς-Μπρουγέβιτς να του εκδώσει εφτά βιβλία, ανάμεσα στα οποία συμπεριλαμβανόταν το βιβλίο «Κράτος και επανάσταση».

Στην πρώτη σελίδα του χειρογράφου αναγράφεται σαν συγγραφέας του βιβλίου «Φ. Φ. Ιβανόβσκι». Με το ψευδώνυμο αυτό ο Λένιν σκόπευε να εκδώσει την εργασία του, για να μην την κατασχέσει η Προσωρινή κυβέρνηση. Μια που η έκδοση του βιβλίου «Κράτος και επανάσταση» πραγματοποιήθηκε το 1918, έπαυσε να υπάρχει η ανάγκη αυτού του ψευδώνυμου, και το βιβλίο βγήκε με το γνωστό φιλολογικό ψευδώνυμο του Βλαντίμιρ Ιλίτς «Β. Ιλίν (Ν. Λένιν)» σε 30.700 αντίτυπα. Στην πλατιά εκλαΐκευση του έργου του Λένιν βοήθησε η δημοσίευση στην εφημερίδα «Πράβντα» της 17 (30) του Δεκέμβρη 1917 του προλόγου του βιβλίου και των §§ 1 και 2 του κεφαλαίου Ι. Το βιβλίο τυπώθηκε επίσης και από τα τοπικά Εκδοτικά.

Δεύτερη έκδοση του βιβλίου «Κράτος και επανάσταση» έγινε το 1919. Ο συγγραφέας πρόσθεσε στο δεύτερο κεφάλαιο καινούργια παράγραφο «Η τοποθέτηση του ζητήματος από τον Μαρξ το 1852». 

Το βιβλίο του Λένιν «Κράτος και επανάσταση» διαδόθηκε πλατιά στην ΕΣΣΔ και στο εξωτερικό. Στην ΕΣΣΔ από το 1918 μέχρι το 1961 εκδόθηκε 190 φορές με τιράζ 6.592 χιλιάδες αντίτυπα σε 46 γλώσσες των λαών της ΕΣΣΔ. Στο εξωτερικό, σύμφωνα με στοιχεία, που δεν είναι ολοκληρωμένα, το βιβλίο του Λένιν βγήκε σε 35 γλώσσες.

[2] Φαβιανοί –μέλη της Φαβιανής εταιρίας- αγγλικής ρεφορμιστικής οργάνωσης, που ιδρύθηκε το 1884. Την ονομασία της την πήρε από το όνομα του ρωμαίου στρατηλάτη του 3ου αιώνα πριν τη χρονολογία μας Φάβιου Μάξιμου, που επονομάστηκε «Κουνκτάτορ» («Μελλητής»), γιατί ακολουθούσε τακτική αναμονής και απόφευγε τις αποφασιστικές μάχες στον πόλεμο με τον Αννίβα. Μέλη της Φαβιανής εταιρίας ήταν κυρίως εκπρόσωποι της αστικής διανόησης –επιστήμονες, συγγραφείς, πολιτικοί (Σ. και Μπ. Ουέμπ, Ρ. Μακντόναλντ, Μπ. Σω κ.α.), οι οποίοι αρνούνταν την αναγκαιότητα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου και της σοσιαλιστικής επανάστασης και ισχυρίζονταν ότι το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό μπορεί να γίνει μόνο με μικρο-μεταρρυθμίσεις, με βαθμιαίους μετασχηματισμούς της κοινωνίας. Ο Β. Ι. Λένιν χαρακτήριζε το φαβιανισμό σαν «ρεύμα άκρου οπορτουνισμού» (Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 16ος, σελ. 357). Το 1900 η Φαβιανή εταιρία προσχώρησε στο Εργατικό κόμμα. Ο «σοσιαλισμός των φαβιανών» αποτελεί μια από τις πηγές της ιδεολογίας των εργατικών.

Στα χρόνια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου (1914-1918) οι φαβιανοί κρατούσαν σοσιαλσοβινιστική στάση. Για το χαρακτηρισμό των φαβιανών βλ. στο άρθρο του Β. Ι. Λένιν «Ο αγγλικός πασιφισμός και η αγγλική αντιπάθεια προς τη θεωρία» (Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 26ος, σελ. 271-277).

[3] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 23-178.

[4] Τη θεωρία του κράτους ο Χέγκελ τη διατύπωσε στο τελικό μέρος του βιβλίου «Grundlinien der Philosophie des Rechts» («Βάσεις της φιλοσοφίας του δικαίου»), που εκδόθηκε το 1821. Ο Μαρξ κάνει διεξοδική ανάλυση του βιβλίου του Χέγκελ (§§ 261-313, όπου γίνεται λόγος για το ζήτημα του κράτους) στην εργασία «Για την κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου» (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 1ος, σελ. 219-368, 414-429). Για τα συμπεράσματα που έβγαλε ο Μαρξ ύστερα από την κριτική ανάλυση των απόψεων του Χέγκελ, ο Ένγκελς έγραφε στο άρθρο «Καρλ Μαρξ»: «Ξεκινώντας από τη χεγκελιανή φιλοσοφία του δικαίου, ο Μαρξ, κατέληξε στην πεποίθηση ότι ο τομέας, όπου πρέπει να αναζητεί κανένας το κλειδί για την κατανόηση του προτσές της ιστορικής εξέλιξης της ανθρωπότητας δεν είναι το κράτος, που παριστάνεται από τον Χέγκελ σαν “ο φωτοστέφανος όλου του οικοδομήματος”, αλλά, αντίθετα, η “πολιτική κοινωνία”, που ο Χέγκελ τόσο την περιφρονούσε» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 16ος, σελ. 378-379).

[5] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 169-170.

[6] Σοσιαλιστές-επαναστάτες (εσέροι) –μικροαστικό κόμμα της Ρωσίας˙ εμφανίστηκε στα τέλη του 1901 – αρχές του 1902 σαν αποτέλεσμα της συνένωσης διαφόρων ναροντνικιστικών ομάδων και ομίλων («Ένωση σοσιαλιστών-επαναστατών», Κόμμα σοσιαλιστών-επαναστατών κ.α.). Οι αντιλήψεις των εσέρων ήταν ένα εκλεκτικό μίγμα των ιδεών του ναροντνικισμού και του αναθεωρητισμού. Οι εσέροι προσπαθούσαν, σύμφωνα με την έκφραση του Λένιν, «τα κουσούρια του ναροντνικισμού» να τα διορθώσουν «με μπαλώματα της οπορτουνιστικής “κριτικής” του μαρξισμού, κριτικής που είναι σήμερα της μόδας» (Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 11ος, σελ. 286). Στα χρόνια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου η πλειοψηφία των εσέρων υποστήριζε τις θέσεις του σοσιαλσοβινισμού.

Μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη 1917 οι εσέροι μαζί με τους μενσεβίκους ήταν το κύριο στήριγμα της αστικής Προσωρινής κυβέρνησης και οι ηγέτες του Κόμματος (Κέρενσκι, Αυξέντιεφ, Τσερνόφ) έπαιρναν μέρος σ΄ αυτήν. Το Κόμμα των εσέρων έπαψε να υποστηρίζει το αγροτικό αίτημα για την κατάργηση της τσιφλικάδικης ιδιοκτησίας της γης. Οι εσέροι υπουργού της Προσωρινής κυβέρνησης έστελναν καταδιωκτικά αποσπάσματα ενάντια στους αγρότες που είχαν καταλάβει την τσιφλικάδικη γη. Στις παραμονές της Οχτωβριανής ένοπλης εξέγερσης το Κόμμα πέρασε ανοιχτά με το μέρος της αντεπαναστατικής αστικής τάξης, υπερασπίζοντας το καπιταλιστικό καθεστώς, και βρέθηκε απομονωμένο από τις μάζες του επαναστατημένου λαού.

Στα τέλη του Νοέμβρη 1917 η αριστερή πτέρυγα των εσέρων ίδρυσε αυτοτελές Κόμμα των αριστερών εσέρων. Οι αριστεροί εσέροι, επιδιώκοντας να διατηρήσουν την επιρροή τους στις αγροτικές μάζες, αναγνώρισαν τυπικά τη Σοβιετική εξουσία και ήλθαν σε συμφωνία με τους μπολσεβίκους, γρήγορα όμως πήραν το δρόμο της πάλης ενάντια στη Σοβιετική εξουσία.

Στα χρόνια της ξένης στρατιωτικής επέμβασης και του εμφυλίου πολέμου οι εσέροι έκαναν αντεπαναστατική υπονομευτική δουλειά, υποστήριζαν δραστήρια τους επεμβασίες και τους λευκοφρουρούς, συμμετείχαν στις αντεπαναστατικές συνωμοσίες, οργάνωναν τρομοκρατικές πράξεις ενάντια σε παράγοντες του Σοβιετικού κράτους και του Κομμουνιστικού κόμματος. Μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, οι εσέροι συνέχισαν την εχθρική τους δράση στο εσωτερικό της χώρας και στο στρατόπεδο των λευκοφρουριτών εμιγκρέδων

[7] Οργάνωση της κοινωνίας κατά γένη – το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, ή ο πρώτος στην ιστορία της ανθρωπότητας κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός. Η κοινότητα των γενών ήταν μια ομάδα συγγενών εξ αίματος, ενωμένων με οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς. Στην ανάπτυξη του συστήματος των γενών διακρίνουμε δυό περιόδους: τη μητριαρχία και την πατριαρχία. Η πατριαρχία ολοκληρώθηκε με τη μετατροπή της πρωτόγονης κοινωνίας σε ταξική και την εμφάνιση του κράτους. Βάση των σχέσεων παραγωγής του πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος ήταν η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και η ισοπεδωτική κατανομή των προϊόντων. Αυτό ανταποκρινόταν βασικά στο χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και στο χαρακτήρα που είχαν εκείνη την περίοδο.

Για το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα βλ. Κ. Μαρξ «Περίληψη του βιβλίου του Λούις Γκ. Μόργκαν "Η αρχαία κοινωνία”» (Αρχείο Μαρξ και Ένγκελς, τόμ. ΙΧ, 1941) και το έργο του Φ. Ένγκελς «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 23-178).

[8] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 170-171.

[9] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 171.

[10] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 214-225.

[11] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 171.

[12] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 171-172.

[13] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 172-173.

[14] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 173.

[15] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 173.

[16] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 20ος, σελ. 291-292.

[17] Πρόκειται για τα έργα του Κ. Μαρξ «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» (μέρος IV) και του Φ. Ένγκελς «Αντι-Ντύρινγκ», καθώς και το γράμμα του Φ. Ένγκελς προς τον Α. Μπέμπελ της 18-28 του Μάρτη 1875 (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 26-32˙ τόμ. 20ός, σελ. 291-292˙ τόμ. 19ος, σελ. 1-8).

[18] Κ. Μαρξ. «Το Κεφάλαιο», τόμ. Ι (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 23ος, σελ. 761).

[19] Ο Τριακονταετής πόλεμος του 1618-1648 –ο πρώτος πανευρωπαϊκός πόλεμος, που ήταν αποτέλεσμα της όξυνσης των αντιθέσεων ανάμεσα στους διάφορους συνασπισμούς των ευρωπαϊκών κρατών και πήρε τη μορφή αγώνα ανάμεσα στους διαμαρτυρόμενους και τους καθολικούς. Ο πόλεμος άρχισε με εξέγερση της Τσεχίας ενάντια στην καταπίεση της μοναρχίας των Αψβούργων και ενάντια στις επιθέσεις των αντιδραστικών καθολικών. Τα ευρωπαϊκά κράτη, που μπήκαν σε συνέχεια στον πόλεμο, σχημάτισαν δυό στρατόπεδα. Ο Πάπας, οι Αψβούργοι της Ισπανίας και της Αυστρίας και οι καθολικοί πρίγκιπες της Γερμανίας ενώθηκαν κάτω από τη σημαία του καθολικισμού και στράφηκαν ενάντια στις διαμαρτυρόμενες χώρες, την Τσεχία, τη Δανία, τη Σουηδία, τη Δημοκρατία της Ολλανδίας και μια σειρά γερμανικά κράτη, που είχαν ασπαστεί τη Μεταρρύθμιση. Οι διαμαρτυρόμενες χώρες υποστηρίζονταν από τους γάλλους βασιλείς, αντίπαλους των Αψβούργων. Η Γερμανία έγινε ο κύριος στίβος αυτού του αγώνα, αντικείμενο ληστρικής πολεμικής εκμετάλλευσης και στόχος των κατακτητικών διεκδικήσεων των εμπολέμων. Ο πόλεμος τέλειωσε το 1648 με τη σύναψη της ειρήνης της Βεστφαλίας, που κατοχύρωσε το πολιτικό κατατεμαχισμό της Γερμανίας.

[20] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 20ος, σελ. 189.

[21] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 184-185.

[22] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 459.

[23] Πρόγραμμα της Γκότα –το πρόγραμμα του Σοσιαλιστικού Εργατικού κόμματος της Γερμανίας, που ψηφίστηκε το 1875 στο συνέδριο της Γκότα, όταν ενώθηκαν τα δυό χωριστά ως τότε γερμανικά σοσιαλιστικά κόμματα: οι αϊζεναχικοί (που καθοδηγούνταν από τους Α. Μπέμπελ και Β. Λήμπκνεχτ και που βρίσκονταν κάτω από την ιδεολογική επιρροή του Μαρξ και του Ένγκελς) και οι λασσαλικοί. Το Πρόγραμμα έπασχε από εκλεκτικισμό και ήταν οπορτουνιστικό, γιατί οι αϊζεναχικοί πάνω στα σπουδαιότερα ζητήματα υποχώρησαν στους λασσαλικούς και δέχτηκαν τις λασσαλικές διατυπώσεις. Ο Μαρξ στην εργασία του «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» και ο Φ. Ένγκελς στο γράμμα του προς τον Α. Μπέμπελ της 18-28 του Μάρτη 1875 έκαναν συντριπτική κριτική στο σχέδιο Προγράμματος της Γκότα, θεωρώντας το σημαντικό βήμα προς τα πίσω σε σύγκριση με το αϊζεναχικό πρόγραμμα του 1869 (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 9-32, 1-8).

[24] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 184.

[25] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 435, 446.

[26] Στο έργο «Ο μαρξισμός για το κράτος» υπάρχει η εξής σημείωση του Λένιν: «Μπορούμε άραγε να βρούμε και να βεβαιωθούμε, αν ο Μαρξ και ο Ένγκελς μιλούσαν  π ρ ι ν  α π ό  τ ο  1 8 7 1  για “δικτατορία του προλεταριάτου”; Φαίνεται, όχι!». Όταν ο Β. Ι. Λένιν δούλευε το βιβλίο «Κράτος και επανάσταση», δεν μπόρεσε, κατά τα φαινόμενα, να διευκρινίσει αυτό το ζήτημα. Για το γράμμα του Κ. Μαρξ προς τον Ι. Βαϊντεμάγιερ ο Λένιν, όπως φαίνεται, έμαθε αργότερα, όταν πια το βιβλίο είχε εκδοθεί. Στην τελευταία σελίδα ενός αντιτύπου της πρώτης έκδοσης του βιβλίου «Κράτος και επανάσταση», που ανήκει στον Β. Ι. Λένιν, υπάρχει η παρακάτω σημείωση στη γερμανική γλώσσα: «Neue Zeit» (ΧΧV, τόμ. 2, σελ. 164), 1906-1907, τεύχ. 31 (2. V. 1907): Φ. Μέρινγκ: «Νέα στοιχεία σχετικά με τη βιογραφία του Κ. Μαρξ και του Φ. Ένγκελς», από το γράμμα του Μαρξ προς τον Βαϊντεμάγερ της 5. ΙΙΙ. 1852», και σε συνέχεια ακολουθεί απόσπασμα απ΄ αυτό το γράμμα, όπου γίνεται λόγος για τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Ανάλογη προσθήκη ο Λένιν έκανε στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου «Κράτος και επανάσταση», που κυκλοφόρησε το 1919.

[27] Στα τέλη του 19ου – αρχές του 20ου αιώνα οι ιθύνοντες κύκλοι της αστικής τάξης σε μια σειρά χώρες, προσπαθώντας να διασπάσουν το εργατικό κίνημα και με ασήμαντες παραχωρήσεις να αποσπάσουν το προλεταριάτο από την επαναστατική πάλη, κατέφυγαν σε ένα πολύπλοκο ελιγμό: έβαλαν στις αντιδραστικές αστικές κυβερνήσεις μερικούς ρεφορμιστές ηγέτες των σοσιαλιστικών κομμάτων. Στην Αγγλία το 1892 εκλέχτηκε στο Κοινοβούλιο ο Τζων Μπερνς, «ένας από τους ανοιχτούς προδότες της εργατικής τάξης, τους πουλημένους στην αστική τάξη για μια υπουργική θεσούλα» (Β. Ι. Λένιν. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 243). Στη Γαλλία το 1899, στην αστική κυβέρνηση του Ρ. Βαλντέκ-Ρουσσώ μπήκε ο σοσιαλιστής Αλεξάντρ Ετιέν Μιλλεράν, που βοήθησε την αστική τάξη να εφαρμόσει την πολιτική της. Η είσοδος του Μιλλεράν στην αντιδραστική αστική κυβέρνηση έφερε μεγάλη ζημιά στο εργατικό κίνημα της Γαλλίας. Ο Β. Ι. Λένιν χαρακτήριζε το μιλλερανισμό σαν αποστασία, αναθεωρητισμό «έμπρακτο μπερνσταϊνισμό». Οι «σοσιαλιστές» του τύπου Μιλλεράν, υπογράμμιζε ο Λένιν, αποσπούσαν την εργατική τάξη από τον επαναστατικό αγώνα «με υποσχέσεις για ασήμαντες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις» (βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 10ος, σελ. 26). Στην Ιταλία στις αρχές του 20ού αιώνα πιο ανοιχτοί οπαδοί της συνεργασίας με την κυβέρνηση εκδηλώθηκαν οι σοσιαλιστές Λεονίντα Μπισσολάτι, Ιβανόε Μπονόμι και άλλοι, που το 1912 διαγράφηκαν από το Σοσιαλιστικό κόμμα.

Στην περίοδο του πρώτου παγκόσμιου πολέμου οι δεξιοί οπορτουνιστές ηγέτες των Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων μιας σειράς χωρών πέρασαν ανοιχτά στις θέσεις του σοσιαλσοβινισμού, μπήκαν στις αστικές κυβερνήσεις των χωρών τους και έγιναν φορείς της πολιτικής τους. «Δεν είναι καθόλου παράξενο, -τόνιζε ο Λένιν- ότι το προλεταριάτο των “προηγμένων” κοινοβουλευτικών χωρών, νιώθοντας αηδία στο θέαμα τέτοιων “σοσιαλιστών”, σαν τους διάφορους Σάιντεμαν, Ντάβιντ, Λέγκιν, Σαμπά, Ρενοντέλ, Χέντερσον, Βαντερβέλντε, Στάουνινγκ, Μπράντινγκ, Μπισσολάτι και Σία, έδειχνε όλο και πιο συχνά τις συμπάθειές του στον αναρχοσυνδικαλισμό, παρ΄ όλο που ήταν ομογάλακτος αδελφός του οπορτουνισμού». Ο Λένιν σε μια σειρά εργασίες και ιδιαίτερα στο άρθρο «Ολόκληρη δεκάδα “σοσιαλιστών” υπουργών» (Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 30ός, σελ. 193-195) ξεσκεπάζει την οπορτουνιστική δράση των δεξιών σοσιαλδημοκρατών ηγετών.

[28] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 8ος, σελ. 205-206.

[29] Σαν αποτέλεσμα της δεύτερης αστικοδημοκρατικής επανάστασης στη Ρωσία στις 27 του Φλεβάρη (12 του Μάρτη) 1917 ανατράπηκε η απολυταρχία και σχηματίστηκε αστική Προσωρινή κυβέρνηση. Ο Β. Ι. Λένιν έδωσε χαρακτηρισμό της Προσωρινής κυβέρνησης στο «Σχέδιο θέσεων της 4 (17) του Μάρτη 1917», στα «Γράμματα από μακριά» (βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 31ος, σελ. 1-6, 9-59) και σε άλλες εργασίες.

[30] Καντέτοι -τα μέλη του Συνταγματικού-δημοκρατικού κόμματος, ηγετικού κόμματος της φιλελευθερομοναρχικής αστικής τάξης στη Ρωσία. Το Κόμμα των καντέτων ιδρύθηκε τον Οκτώβρη του 1905. Αποτελούνταν από εκπροσώπους της αστικής τάξης, από παράγοντες των ζέμστβο στιφλικάδικης προέλευσης και από αστούς διανοούμενους. Επιφανείς παράγοντες των καντέτων ήταν οι: Π. Ν. Μιλιουκόφ, Σ. Α. Μούρομτσεφ, Β. Α. Μακλάκοφ, Α. Ι. Σινγκαριόφ, Π. Μπ. Στρούβε, Φ. Ι. Ροντίτσεφ και άλλοι. Στη συνέχεια οι καντέτοι μετατράπηκαν σε κόμμα της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Στα χρόνια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου υποστήριζαν ενεργά τη ληστρική εξωτερική πολιτική της τσαρικής κυβέρνησης. Στην περίοδο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης του Φλεβάρη προσπαθούσαν να σώσουν τη μοναρχία. Κατέχοντας καθοδηγητική θέση στην αστική Προσωρινή κυβέρνηση, εφάρμοζαν αντιλαϊκή, αντεπαναστατική πολιτική, αρεστή στους αμερικανούς, άγγλους και γάλλους ιμπεριαλιστές. Μετά τη νίκη της Μεγάλης Οκτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης οι καντέτοι δρούσαν σαν αδιάλλακτοι εχθροί της Σοβιετικής εξουσίας, έπαιρναν μέρος σ΄ όλες τις ένοπλες αντεπαναστατικές ενέργειες και εκστρατείες των επιδρομέων. Μετά τη συντριβή των επιδρομέων και των λευκοφρουριτών οι καντέτοι έφυγαν στο εξωτερικό και συνέχισαν την αντισοβιετική αντεπαναστατική τους δράση.

[31] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 258-259.

[32] «Die Neue Zeit» («Νέοι Καιροί») –θεωρητικό περιοδικό του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Έβγαινε στη Στουτγάρδη από το 1883 ως το 1923. Ως τον Οκτώβρη του 1917 διευθυντής του ήταν ο Κ. Κάουτσκι, έπειτα ο Γκ. Κούνοφ. Στο «Die Neue Zeit» πρωτοδημοσιεύτηκαν ορισμένα έργα του Κ. Μαρξ και του Φ. Ένγκελς. Ο Ένγκελς βοηθούσε τη Σύνταξη του περιοδικού με τις συμβουλές του και συχνά της έκανε κριτική για τις παρεκκλίσεις του περιοδικού από το μαρξισμό. Από το 1895, μετά το θάνατο του Φ. Ένγκελς, άρχισαν να δημοσιεύονται συστηματικά στο περιοδικό άρθρα αναθεωρητών και ανάμεσα σ΄ αυτά μια σειρά έργα του Ε. Μπέρνσταϊν με τον τίτλο «Προβλήματα σοσιαλισμού», που εγκαινίασαν την εκστρατεία των αναθεωρητών ενάντια στο μαρξισμό. Στα χρόνια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου (1914-1918) το περιοδικό κρατούσε κεντριστική θέση, υποστηρίζοντας στην ουσία τους σοσιαλσοβινιστές.

[33] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά γράμματα, ρωσ. έκδ., 1953, σελ. 63.

[34] Τη θέση για την ποικιλία των μορφών της δικτατορίας του προλεταριάτου ο Β. Ι. Λένιν για πρώτη φορά την έκφρασε ακόμη το 1916 στο άρθρο του «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον “ιμπεριαλιστικό οικονομισμό”», που στρεφόταν ενάντια στις οπορτουνιστικές αντιλήψεις του Πιατακόφ. Αυτό το άρθρο είδε το φως της δημοσιότητας μόλις το 1924, μετά την Οχτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση. Αναλύοντας την πορεία της ιστορικής ανάπτυξης στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού, ο Β. Ι. Λένιν έγραφε: «Όλα τα έθνη θα φτάσουν στο σοσιαλισμό, αυτό είναι αναπόφευκτο, αλλά δεν θα φτάσουν όλα με τον ίδιο εντελώς τρόπο, το καθένα θα εισάγει μια ιδιομορφία στη μια ή την άλλη μορφή δημοκρατίας, στη μια ή την άλλη ποικιλομορφία της δικτατορίας του προλεταριάτου, στον ένα ή τον άλλο ρυθμό των σοσιαλιστικών μετασχηματισμών των διάφορων πλευρών της κοινωνικής ζωής. Δεν υπάρχει τίποτε πιο πενιχρό θεωρητικά και πιο γελοίο πρακτικά από το να φαντάζεται κανείς “στο όνομα του ιστορικού υλισμού” το μέλλον απ΄ αυτή την άποψη μόνο μ΄ ένα γκρίζο χρώμα: αυτό θα ήταν μια κακότεχνη μουτζούρα του Σουζντάλ και τίποτε περισσότερο» (Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 30ός, σελ. 123).

Σε συνέχεια ο Λένιν υπογράμμιζε ότι η ποικιλία των μορφών της δικτατορίας του προλεταριάτου απορρέει από τις διαφορετικές μορφές περάσματος της εξουσίας στα χέρια της εργατικής τάξης και από την ιδιομορφία των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών συνθηκών στις διάφορες χώρες. Έτσι στο άρθρο «Η οικονομία και η πολιτική στην εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου», που γράφτηκε το 1919, ο Λένιν δίνει χαρακτηρισμό της Σοβιετικής εξουσίας, σαν κρατικής μορφής της δικτατορίας του προλεταριάτου, που αντανακλά τις ιδιομορφίες της ιστορικής εξέλιξης της Ρωσίας, αποκαλύπτει τα γενικά και ειδικά χαρακτηριστικά του Σοβιετικού προλεταριακού κράτους (βλ. Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 30ός, σελ. 87-96).

Το διεθνές απελευθερωτικό κίνημα μετά την Οχτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση και ιδιαίτερα μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο πρόβαλε μια καινούργια, διαφορετική από τη Σοβιετική εξουσία, μορφή δικτατορίας του προλεταριάτου –τη λαϊκή δημοκρατία, που εγκαθιδρύθηκε σε μια σειρά χώρες της κεντρικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ασίας. Η εμφάνιση της λαϊκής δημοκρατίας έγινε δυνατή, γιατί άλλαξαν οι ιστορικές συνθήκες που πλάταιναν την κοινωνική βάση της επανάστασης, αντανακλούσαν τις ταξικές ανακατατάξεις στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο και σύνδεσαν περισσότερο τα γενικά δημοκρατικά με τα σοσιαλιστικά καθήκοντα της επανάστασης. «Οι μεταγενέστερες επαναστάσεις στις χώρες της Ανατολής, που είναι ασύγκριτα μεγαλύτερες σε πληθυσμό και που τις χαρακτηρίζει ασύγκριτα μεγαλύτερη ποικιλομορφία κοινωνικών συνθηκών, -έγραφε ο Λένιν το 1923 στο άρθρο «Για την επανάστασή μας»,- θα παρουσιάσουν αναμφισβήτητα περισσότερες ιδιομορφίες από τη ρωσική επανάσταση» (Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 33ος , σελ. 439).

Η μεγαλοφυής πρόβλεψη του Β. Ι. Λένιν επιβεβαιώθηκε πέρα για πέρα από την ιστορία.

[35] Πρόκειται για τη «Δεύτερη διακήρυξη του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών για το γαλλο-πρωσικό πόλεμο. Προς τα μέλη της Διεθνούς Ένωσης Εργατών στην Ευρώπη και στις Ενωμένες Πολιτείες», που γράφηκε από τον Μαρξ ανάμεσα στις 6 και 9 του Σεπτέμβρη 1870 στο Λονδίνο (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 274-282).

[36] Πρόκειται για τις εκφράσεις του Γκ. Β. Πλεχάνοφ στα άρθρα «Η κατάσταση στη χώρα μας» και «Και πάλι για την κατάστασή μας (γράμμα προς τον σύντροφο Χ)», που δημοσιεύτηκαν το Νοέμβρη και Δεκέμβρη του 1905 στο «Ντνιεβνίκ Σοτσιάλ-Ντεμοκράτα», τεύχ. 3 και 4.

[37] Βλ. γράμμα του Κ. Μαρξ προς τον Λ. Κούγκελμαν από τις 12 Απρίλη 1871 (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά γράμματα, 1953, σελ. 263).

[38] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος, σελ. 90.

[39] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 339.

[40] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά γράμματα, 1953, σελ. 263.

[41] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 446.

[42] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 339, 340, 341, 342, 343.

[43] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 345.

[44] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 342.

[45] «Ντιέλο Ναρόντα» («Υπόθεση του Λαού») –καθημερινή εφημερίδα, όργανο του Κόμματος των εσέρων. Έβγαινε στην Πετρούπολη από το Μάρτη του 1917 ως τον Ιούλη του 1918, αλλάζοντας επανειλημμένα τίτλο. Στη Σύνταξη της εφημερίδας το 1917 ήταν οι Β. Μ. Ζένζικοφ, Ρ. Β. Ιβανόφ-Ραζούμνικ, Β. Β. Λουνγκέβιτς, Ν. Ι. Ρακίτνικοφ, Ν. Σ. Ρουσάνοφ, Β. Μ. Τσερνόφ. Η εφημερίδα ήταν υπέρ της άμυνας και του συμβιβασμού, υποστήριζε στην αστική Προσωρινή κυβέρνηση. Η έκδοση της εφημερίδας ανανεώθηκε τον Οκτώβρη του 1918 στη Σαμάρα (βγήκαν τέσσερα φύλλα) και το Μάρτη του 1919 στη Μόσχα (βγήκαν δέκα φύλλα). Η εφημερίδα κλείστηκε για αντεπαναστατική δράση.

[46] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 343-344.

[47] Γιρονδίνοι –πολιτική ομάδα της αστικής τάξης της περιόδου της γαλλικής αστικής επανάστασης του τέλους του 18ου αιώνα. Οι γιρονδίνοι εξέφραζαν τα συμφέροντα της μετριοπαθούς αστικής τάξης, ταλαντεύονταν ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση, ακολουθούσαν το δρόμο της συναλλαγής με τη μοναρχία.

[48] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 344-345.

[49] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 345-346.

[50] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος, σελ. 203-204.

[51] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος, σελ. 221.

[52] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος, σελ. 278.

[53] Μπλανκιστές –οπαδοί ρεύματος στο γαλλικό σοσιαλιστικό κίνημα, που επικεφαλής του ήταν ο διάσημος επαναστάτης, επιφανής εκπρόσωπος του γαλλικού ουτοπικού κομμουνισμού –Λουί Ογκύστ Μπλανκί (1805-1881). Οι μπλανκιστές δεν περίμεναν «την απαλλαγή της ανθρωπότητας από τη μισθωτή σκλαβιά με την ταξική πάλη του προλεταριάτου, αλλά με τη συνωμοσία μιας μικρής μειοψηφίας διανοουμένων» (Β. Ι. Λένιν. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 13ος, σελ. 77). Οι μπλανκιστές, υποκαθιστώντας τη δράση του επαναστατικού κόμματος με τις ενέργειες μιας μυστικής ομάδας συνωμοτών, δεν έπαιρναν υπόψη τη συγκεκριμένη κατάσταση, που είναι απαραίτητη για τη νίκη της εξέγερσης, και περιφρονούσαν τη σύνδεση με τις μάζες.

[54] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος, σελ. 262.

[55] Προυντονιστές –οπαδοί του αντεπιστημονικού εχθρικού προς το μαρξισμό ρεύματος του μικροαστικού σοσιαλισμού, που πήρε την ονομασία από το όνομα του γάλλου αναρχικού Προυντόν, ιδεολογικού εκφραστή του ρεύματος αυτού. Κάνοντας κριτική της μεγάλης καπιταλιστικής ιδιοκτησίας από τη μικροαστική σκοπιά ο Προυντόν ονειρευόταν να διαιωνίσει τη μικρή ατομική ιδιοκτησία, πρότειναν να οργανωθούν «λαϊκή» τράπεζα και τράπεζα «ανταλλαγής» που με τη βοήθειά τους οι εργάτες θα μπορέσουν δήθεν να αποκτήσουν δικά τους μέσα παραγωγής, να γίνουν βιοτέχνες και να εξασφαλίσουν «δίκαιη» διάθεση των προϊόντων τους. Ο Προυντόν δεν καταλάβαινε τον ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου, έπαιρνε αρνητική στάση απέναντι στην ταξική πάλη, την προλεταριακή επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου˙ υποστηρίζοντας αναρχικές θέσεις, αρνούνταν την ανάγκη του κράτους. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έκαναν συνεπή πάλη ενάντια στις προσπάθειες των προυντονιστών να επιβάλλουν τις απόψεις τους στη Ι Διεθνή. Ο προυντονισμός υποβλήθηκε σε εξουθενωτική κριτική στην εργασία του Μαρξ «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας». Η αποφασιστική πάλη του Μαρξ, του Ένγκελς και των οπαδών τους ενάντια στον προυντονισμό στην Ι Διεθνή τέλειωσε με πλήρη νίκη του μαρξισμού κατά του προυντονισμού.

Ο Λένιν ονόμαζε τον προυντονισμό «ηλιθιότητα του μικροαστού και φιλισταίου», που είναι ανίκανος να καταλάβει την άποψη της εργατικής τάξης. Τις ιδέες του προυντονισμού τις χρησιμοποίησαν πλατιά οι αστοί «θεωρητικοί» για την προπαγάνδιση της ταξικής συνεργασίας.

[56] Πρόκειται για το άρθρο του Κ. Μαρξ «Η πολιτική αδιαφορία» και το άρθρο του Ένγκελς «Για το κύρος», που δημοσιεύτηκαν το Δεκέμβρη του 1873 στην ιταλική συλλογή «Almanacco Repubblicano per lanno 1874» («Δημοκρατικό ημερολόγιο του 1874») και έπειτα σε γερμανική μετάφραση το 1913 στο περιοδικό «Die Neue Zeit» (Βλ. Κ. Μαρξ και φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος , σελ. 296-301, 302-305).

[57] Κ. Μαρξ. «Η πολιτική αδιαφορία» (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος, σελ. 297).

[58] Φ. Ένγκελς. «Για το κύρος» (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος, σελ. 304).

[59] Φ. Ένγκελς. «Για το κύρος» (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος, σελ. 304-305).

[60] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 1-8.

[61] Βλ. Κ. Μαρξ. «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 9-32).

[62] Πρόκειται για το έργο του Κ. Μαρξ «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας» (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 65-185).

[63] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 5.

[64] Πρόγραμμα της Ερφούρτης –το πρόγραμμα του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, που ψηφίστηκε τον Οκτώβρη του 1891 στο συνέδριο της Ερφούρτης. Το πρόγραμμα της Ερφούρτης ήταν ένα βήμα μπρος σε σύγκριση με το πρόγραμμα της Γκότα (1875)˙ βάση του προγράμματος αποτελούσε η διδασκαλία του μαρξισμού για το αναπόφευκτο της εξαφάνισης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της αντικατάστασής του από το σοσιαλιστικό. Στο πρόγραμμα υπογραμμιζόταν ότι η εργατική τάξη πρέπει να διεξάγει πολιτική πάλη και τονιζόταν ο ρόλος του Κόμματος σαν καθοδηγητή αυτής της πάλης κτλ.˙ ωστόσο, και στο πρόγραμμα της Ερφούρτης υπήρχαν σοβαρές παραχωρήσεις στον οπορτουνισμό. Διεξοδική κριτική του αρχικού σχεδίου προγράμματος έκανε ο Φ. Ένγκελς στο έργο «Κριτική του σχεδίου του σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος του 1891» (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 227-243). Η κριτική αυτή ουσιαστικά ήταν κριτική του οπορτουνισμού ολόκληρης της ΙΙ Διεθνούς. Η καθοδήγηση όμως της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας έκρυψε από τις κομματικές μάζες την κριτική του Ένγκελς και οι σπουδαιότατες παρατηρήσεις του δεν πάρθηκαν υπόψη κατά την επεξεργασία του τελικού κειμένου του προγράμματος. Ο Β. Ι. Λένιν θεωρούσε ότι η παρασιώπηση στο πρόγραμμα της Ερφούρτης του ζητήματος της δικτατορίας του προλεταριάτου αποτελεί βασική αδυναμία, δειλή υποχώρηση μπροστά στον οπορτουνισμό.

[65] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 234.

[66] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 236.

[67] Ο έκτακτος νόμος ενάντια στους σοσιαλιστές ψηφίστηκε στη Γερμανία το 1878 από την κυβέρνηση του Βίσμαρκ με σκοπό την καταπολέμηση του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος. Με το νόμο αυτό τέθηκαν εκτός νόμου όλες οι οργανώσεις του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και οι μαζικές εργατικές οργανώσεις, απαγορευόταν ο εργατικός Τύπος, κατάσχονταν τα σοσιαλιστικά έντυπα, οι σοσιαλδημοκράτες διώκονταν και εκτοπίζονταν. Ωστόσο οι διώξεις δεν λύγισαν το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που αναπροσάρμοσε τη δράση του στις συνθήκες της παρανομίας: στο εξωτερικό εκδιδόταν το Κεντρικό Όργανο του Κόμματος –η εφημερίδα «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» και συνέρχονταν τακτικά (το 1880, 1883 και 1887) τα συνέδρια του Κόμματος. Στη Γερμανία, στην παρανομία, ανασυγκροτούνταν γρήγορα οι σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις και ομάδες μ΄ επικεφαλής τους την παράνομη Κεντρική Επιτροπή. Ταυτόχρονα το Κόμμα εκμεταλλευόταν πλατιά τις νόμιμες δυνατότητες για το δυνάμωμα των δεσμών του με τις μάζες˙ η επιρροή του Κόμματος μεγάλωνε αδιάκοπα: ο αριθμός των ψήφων που πήραν οι σοσιαλδημοκράτες στις εκλογές του Ράιχσταγκ αυξήθηκε από το 1878 ως το 1890 πάνω από τρεις φορές. Τεράστια βοήθεια στους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες έδιναν οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Το 1890 κάτω από την πίεση του μαζικού εργατικού κινήματος, που όλο και δυνάμωνε, ο έκτακτος νόμος ενάντια στους σοσιαλιστές καταργήθηκε.

[68] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 236.

[69] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 237.

[70] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 237.

[71] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 238-239.

[72] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 239-240.

[73] «Πράβντα» («Η Αλήθεια») –καθημερινή νόμιμη μπολσεβίκικη εφημερίδα. Το πρώτο φύλλο βγήκε στην Πετρούπολη στις 22 του Απρίλη (5 του Μάη) 1912.

Ο Λένιν ασκούσε την ιδεολογική καθοδήγηση της «Πράβντα», έγραφε σχεδόν καθημερινά στην εφημερίδα, έδινε οδηγίες στη Σύνταξή της, επεδίωκε να γράφεται η εφημερίδα με μαχητικό επαναστατικό πνεύμα.

Στη Σύνταξη της «Πράβντα» είχε συγκεντρωθεί σημαντικό μέρος της οργανωτικής δουλειάς του Κόμματος. Εδώ οργανώνονταν συναντήσεις με τους αντιπροσώπους των τοπικών κομματικών πυρήνων, εδώ έρχονταν οι πληροφορίες για την κομματική δουλειά στις φάμπρικες και τα εργοστάσια, από δω διαβιβάζονταν οι κομματικές οδηγίες της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος και της Επιτροπής πόλης της Πετρούπολης.

Η «Πράβντα» βρισκόταν κάτω από συνεχείς αστυνομικές διώξεις και στις 8 (21) του Ιούλη 1914 κλείστηκε.

Η «Πράβντα» ξανάρχισε την έκδοσή της μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη 1917. Από τις 5 (18) του Μάρτη 1917 η «Πράβντα» άρχισε να βγαίνει σαν όργανο της Κεντρικής Επιτροπής και της Επιτροπής πόλης της Πετρούπολης του ΣΔΕΚΡ.

Ο Λένιν μόλις έφτασε στην Πετρούπολη έγινε μέλος της Σύνταξης, και η «Πράβντα» άρχισε να παλεύει για το λενινιστικό σχέδιο της μετεξέλιξης της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική.

Τον Ιούλη-Οκτώβρη του 1917 η «Πράβντα», επειδή καταδιωκόταν από την αντεπαναστατική Προσωρινή κυβέρνηση, επανειλημμένα άλλαζε τον τίτλο της και έβγαινε σαν «Λιστόκ “Πράβντι”», «Προλετάρι», «Ραμπότσι Πουτ». Μετά τη νίκη της Μεγάλης Οκτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης, από τις 27 του Οκτώβρη (9 του Νοέμβρη) 1917, η εφημερίδα αρχίζει να βγαίνει με τον προηγούμενο τίτλο της –«Πράβντα».

Η «Πράβντα» κατέχει σπουδαιότατη θέση στην ιστορία του μπολσεβίκικου Τύπου. Η γενιά των πρωτοπόρων εργατών που διαπαιδαγωγήθηκε απ΄ αυτήν έπαιξε εξέχοντα ρόλο στη Μεγάλη Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Η «Πράβντα» ήταν η πρώτη νόμιμη μαζική εργατική εφημερίδα και σήμαινε ένα νέο στάδιο στην ανάπτυξη του Τύπου της εργατικής τάξης της Ρωσίας και του διεθνούς προλεταριάτου. Από το 1914 η μέρα έκδοσης του πρώτου φύλλου της «Πράβντα» έγινε μέρα γιορτασμού του εργατικού Τύπου.

Ο Λένιν έκανε εκτίμηση της «Πράβντα» στα άρθρα «Αποτελέσματα μισού χρόνου δουλειάς», «Οι εργάτες και η “Πράβντα”», «Εργατική τάξη και εργατικός Τύπος», «Έκθεση της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ και οδηγίες της αντιπροσωπείας της ΚΕ στη σύσκεψη των Βρυξελλών», «Για τα αποτελέσματα της μέρας του εργατικού Τύπου», «Στη δέκατη επέτειο της “Πράβντα”» (βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 441-455, τόμ. 22ος, σελ. 72-74, τόμ. 25ος, σελ. 227-235, 373-383, 421-429˙ 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 33ος, σελ. 312-315) κ.α.

[74] Βλ. Φ. Ένγκελς. «Εισαγωγή στο έργο του Κ. Μαρξ “Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία”» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 189-201).

[75] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 191.

[76] Πρόκειται για την ομιλία του υπουργού της Προσωρινής κυβέρνησης μενσεβίκου Τσερετέλι στις 11 (24) του Ιούλη 1917 στην κοινή συνεδρίαση του Προεδρείου του Ι Πανρωσικού συνεδρίου των Σοβιέτ, της Εκτελεστικής επιτροπής του Σοβιέτ Πετρούπολης των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ των αγροτών βουλευτών και του Γραφείου όλων των ομάδων του συνεδρίου. Οι ηγέτες των εσέρων και των μενσεβίκων οργάνωσαν τη συνεδρίαση αυτή με σκοπό, εκμεταλλευόμενοι την πλειοψηφία που είχαν σ΄ αυτήν, να καταφέρουν χτύπημα στο Μπολσεβίκικο κόμμα. Ο Τσερετέλι στην ομιλία του, που τη διέκρινε υστερικός τόνος, δήλωσε ότι η διαδήλωση, που σχεδίαζαν να κάνουν οι μπολσεβίκοι στις 10 (23) του Ιούνη, αποτελούσε «συνωμοσία για την ανατροπή της κυβέρνησης και την κατάληψη της εξουσίας απ΄ αυτούς». Όλη η ομιλία του Τσερετέλι ήταν συκοφαντική και αντεπαναστατική. Οι μπολσεβίκοι σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη συκοφαντία του Τσερετέλι και των άλλων ηγετών των εσέρων και των μενσεβίκων εγκατέλειψαν τη συνεδρίαση. Ο Β. Ι. Λένιν δεν παραβρισκόταν στη συνεδρίαση και ήταν ενάντια στη συμμετοχή σ΄ αυτήν. Σε γράμμα προς τη Σύνταξη της εφημερίδας «Πράβντα» ο Λένιν ανακοίνωσε ότι αυτός «υποστήριζε την αρχική θέση των μπολσεβίκων να μην πάρουν μέρος στη σύσκεψη αυτή και να υποβάλλουν την εξής γραπτή δήλωση: σε κανενός είδους συσκέψεις για τέτοια ζητήματα (απαγόρευση διαδηλώσεων) δεν παίρνουμε μέρος» (Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 32ος, σελ. 334).

[77] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 195.

[78] Το Los-von-Kirche-Bewegung (κίνημα για το χωρισμό από την εκκλησία) ή Kirchenaustrittsbewegung (κίνημα για την έξοδο από την εκκλησία), πήρε μαζικό χαρακτήρα στη Γερμανία πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Το Γενάρη του 1914 από τις στήλες του περιοδικού «Die Neue Zeit» με αφορμή το άρθρο του αναθεωρητή Πάουλ Γκιόρε «Kirchenaustrittsbewegung und Sozialdemokratie» («Το κίνημα για την έξοδο από την εκκλησία και η σοσιαλδημοκρατία») άρχισε η συζήτηση του ζητήματος για τη στάση του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας απέναντι στο κίνημα αυτό. Στην πορεία της συζήτησης επιφανείς παράγοντες της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας δεν αντέκρουσαν τον Γκιόρε, που υποστήριζε ότι το κόμμα πρέπει να κρατάει ουδετερότητα απέναντι στο κίνημα για την έξοδο από την εκκλησία και να απαγορεύει στα μέλη του να κάνουν εξ΄ ονόματος του Κόμματος αντιθρησκευτική και αντιεκκλησιαστική προπαγάνδα
.
Ο Β. Ι. Λένιν έστρεψε την προσοχή του σ΄ αυτή τη συζήτηση, όταν δούλευε τα υλικά για το βιβλίο «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» (βλ. Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 39ος, σελ. 570).

[79] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 199.

[80] Οι αριθμοί που αναφέρει εδώ ο Β. Ι. Λένιν για τους πιθανούς μισθούς εκφράζονται σε χάρτινο νόμισμα του δεύτερου εξαμήνου του 1917. 

Το χάρτινο ρούβλι στη Ρωσία στα χρόνια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου είχε υποτιμηθεί σημαντικά.

[81] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 200.

[82] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 200-201.

[83] Λασσαλιστές –οπαδοί και θιασώτες του γερμανού μικροαστού σοσιαλιστή Φ. Λασσάλ, μέλη της Γενικής γερμανικής εργατικής ένωσης, που ιδρύθηκε το 1863 στη Λειψία στο συνέδριο των εργατικών σωματείων σε αντίβαρο των αστών προοδευτικών, που προσπαθούσαν να υποτάξουν την εργατική τάξη στην επιρροή τους. Πρώτος πρόεδρος της ένωσης ήταν ο Λασσάλ, που διατύπωσε το πρόγραμμα και τις βάσεις της τακτικής. Η Ένωση καθόρισε σαν πολιτικό της πρόγραμμα τον αγώνα για το γενικό εκλογικό δικαίωμα και σαν οικονομικό της πρόγραμμα τη δημιουργία παραγωγικών εργατικών ενώσεων, που να επιχορηγούνται από το κράτος. Στην πρακτική τους δράση ο Λασσάλ και οι οπαδοί του, που είχαν προσαρμοστεί με την ιδέα της ηγεμονίας της Πρωσίας, υποστήριζαν τη μεγαλοκρατική πολιτική του Βίσμαρκ˙ «αντικειμενικά –έγραφε ο Φ. Ένγκελς στον Κ. Μαρξ στις 27 του Γενάρη 1865- αυτό ήταν προστυχιά και προδοσία σε βάρος όλου του εργατικού κινήματος προς όφελος των πρώσων» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, τόμ. ΧΧΙΙΙ, ρωσ. έκδ., 1932, σελ. 232). Ο Κ. Μαρξ και ο Φ. Ένγκελς έκαναν επανειλημμένα αυστηρή κριτική της θεωρίας, της τακτικής και των οργανωτικών αρχών του λασσαλισμού σαν οπορτουνιστικού ρεύματος μέσα στο γερμανικό εργατικό κίνημα.

[84] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 434-435.

[85] Πρόκειται για το ΙΙ συνέδριο του ΣΔΕΚΡ, που συνήλθε στις 17 του Ιούλη-10 του Αυγούστου (30 του Ιούλη-23 του Αυγούστου) 1903. Οι πρώτες 13 συνεδριάσεις του συνεδρίου έγιναν στις Βρυξέλλες. Μετά, εξαιτίας των διώξεων της αστυνομίας, οι εργασίες του συνεδρίου μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο.

Το συνέδριο προετοιμάστηκε από την «Ίσκρα», που με την καθοδήγηση του Λένιν έκανε τεράστια δουλειά για τη συσπείρωση των σοσιαλδημοκρατών της Ρωσίας με βάση τις αρχές του επαναστατικού μαρξισμού.

Τα σοβαρότερα θέματα του συνεδρίου ήταν η ψήφιση του προγράμματος και του καταστατικού του Κόμματος και οι εκλογές των καθοδηγητικών κομματικών κέντρων. Ο Λένιν και οι οπαδοί του πάλεψαν αποφασιστικά στο συνέδριο κατά των οπορτουνιστών.

Λυσσαλέες επιθέσεις έκαναν οι οπορτουνιστές ενάντια στο σχέδιο προγράμματος του Κόμματος, που το είχε επεξεργαστεί η Σύνταξη της «Ίσκρα» και συζητήθηκε στο συνέδριο, ιδιαίτερα η θέση για τον καθοδηγητικό ρόλο του Κόμματος στο εργατικό κίνημα, το σημείο για την ανάγκη της κατάκτησης της δικτατορίας του προλεταριάτου και το αγροτικό μέρος του προγράμματος. Το συνέδριο απόκρουσε τους οπορτουνιστές και ενέκρινε ομόφωνα (με μια αποχή) το πρόγραμμα του Κόμματος, όπου διατυπώθηκαν τόσο τα άμεσα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επικείμενη αστικοδημοκρατική επανάσταση (πρόγραμμα-μίνιμουμ), όσο και τα καθήκοντα, που αφορούσαν τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης και της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου (πρόγραμμα-μάξιμουμ). Για πρώτη φορά στην ιστορία του διεθνούς εργατικού κινήματος μετά το θάνατο του Μαρξ και του Ένγκελς ψηφίστηκε επαναστατικό πρόγραμμα, όπου η πάλη για τη δικτατορία του προλεταριάτου προβλήθηκε με την επιμονή του Λένιν στο πρόγραμμα σαν βασικό καθήκον του Κόμματος της εργατικής τάξης.

Κατά τη συζήτηση του καταστατικού του Κόμματος έγινε σκληρή πάλη γύρω από το ζήτημα των οργανωτικών αρχών συγκρότησης του Κόμματος. Ο Λένιν και οι οπαδοί του πάλευαν για τη δημιουργία μαχητικού επαναστατικού Κόμματος της εργατικής τάξης. Γι΄ αυτό στη διατύπωση της πρώτης παραγράφου του καταστατικού, που προτάθηκε από τον Λένιν, η ιδιότητα του μέλους του Κόμματος εξαρτιόταν όχι μονάχα από την αποδοχή του προγράμματος και την υλική υποστήριξη του Κόμματος, αλλά και από την προσωπική συμμετοχή σε μια από τις κομματικές οργανώσεις. Ο Μάρτοφ υπόβαλλε στο συνέδριο δική του διατύπωση του πρώτου άρθρου, που καθόριζε ότι για να γίνει κανείς μέλος του Κόμματος έπρεπε –εκτός από το να δέχεται το πρόγραμμα του Κόμματος και να το υποστηρίζει υλικά- μόνο να προσφέρει τακτικά την προσωπική συμβολή του στο Κόμμα, κάτω από την καθοδήγηση μιας από τις οργανώσεις του. Η διατύπωση του Μάρτοφ, που διευκόλυνε την είσοδο στο Κόμμα όλων των ασταθών στοιχείων, ψηφίστηκε από το συνέδριο με ασήμαντη πλειοψηφία. Βασικά όμως το συνέδριο επικύρωσε το καταστατικό, που είχε επεξεργαστεί ο Λένιν. Το συνέδριο ψήφισε επίσης μια σειρά αποφάσεις πάνω σε ζητήματα τακτικής.

Στο συνέδριο έγινε διάσπαση ανάμεσα στους συνεπείς οπαδούς της γραμμής της «Ίσκρα» -τους λενινιστές, και τους «μαλακούς» ισκριστές- τους οπαδούς του Μάρτοφ. Οι οπαδοί της λενινιστικής γραμμής πήραν την πλειοψηφία στις εκλογές των κεντρικών οργάνων του Κόμματος και από τότε ονομάστηκαν μπολσεβίκοι, ενώ οι οπορτουνιστές που πήραν τη μειοψηφία –μενσεβίκοι.

Το συνέδριο είχε τεράστια σημασία για την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Ρωσία. Ο Λένιν έγραφε: «Ο μπολσεβικισμός υπάρχει, σαν ρεύμα πολιτικής σκέψης και σαν πολιτικό Κόμμα, από το 1903» (Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 31ος, σελ. 8). Το ΙΙ συνέδριο του ΣΔΕΚΡ αποτέλεσε σημείο στροφής στο διεθνές εργατικό κίνημα γιατί δημιούργησε ένα προλεταριακό Κόμμα νέου τύπου, που έγινε υπόδειγμα για τους επαναστάτες μαρξιστές όλων των χωρών.

[86] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 201.

[87] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 9-32.

[88] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 1-8.

[89] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 27.

[90] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 27.

[91] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 446.

[92] Βλ. Κ. Μαρξ. «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 344).

[93] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 5.

[94] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 18.

[95] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 19.

[96] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 19.

[97] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 19ος, σελ. 20.

[98] Σάυλοκ –πρόσωπο της κωμωδίας του Ου. Σαίξπηρ «Ο έμπορος της Βενετίας», σκληρός και άκαρδος τοκογλύφος, που ζητούσε ανελέητα να κόψει, σύμφωνα με τους όρους του γραμματίου, ένα φούντι κρέας από τον ασυνεπή οφειλέτη του.

[99] Στο χειρόγραφο του βιβλίου «Κράτος και επανάσταση», που φυλάγεται στο Κεντρικό κομματικό αρχείο του Ινστιτούτου μαρξισμού-λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ, δεν υπάρχει αυτή η σημείωση. Στη σελ. 68 του χειρόγραφου υπάρχει η εξής σημείωση: «βλ. προσθήκη-σημείωση στη σελ. 6 8 α». Όπως φαίνεται, η σελίδα με την προσθήκη, όπου παραπέμπει ο Λένιν χάθηκε.

[100] Το συνέδριο της Ι Διεθνούς στη Χάγη έγινε στις 2-7 του Σεπτέμβρη 1872. Στο συνέδριο πήραν μέρος 65 αντιπρόσωποι από 15 εθνικές οργανώσεις. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς κατά την προετοιμασία του συνεδρίου έκαναν τεράστια δουλειά για τη συσπείρωση των προλεταριακών επαναστατικών δυνάμεων. Με πρόταση του Μαρξ και του Ένγκελς εγκρίθηκε η ημερήσια διάταξη, καθορίστηκε ο χρόνος σύγκλησης του συνεδρίου. Δυό ήταν τα βασικά θέματα της ημερήσιας διάταξης του συνεδρίου: 1) τα δικαιώματα του Γενικού Συμβουλίου και 2) η πολιτική δράση του προλεταριάτου.

Το συνέδριο ψήφισε απόφαση για την επέκταση των αρμοδιοτήτων του Γενικού Συμβουλίου, για τη μεταφορά της έδρας του Γενικού Συμβουλίου, για τη δράση της μυστικής «Ένωσης σοσιαλιστικής δημοκρατίας» και άλλα. Μεγάλο μέρος αυτών των αποφάσεων γράφτηκε από τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Οι υπόλοιπες αποφάσεις στηρίχτηκαν στις δικές τους προτάσεις.

Η απόφαση του συνεδρίου πάνω στο δεύτερο ζήτημα ανάφερε ότι «η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας έγινε το μεγάλο καθήκον του προλεταριάτου» και «για να εξασφαλιστεί η νίκη της κοινωνικής επανάστασης και η επιτυχία του τελικού της σκοπού –η κατάργηση των τάξεων», είναι απαραίτητη η οργάνωση του προλεταριάτου σε πολιτικό Κόμμα (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος, σελ. 143).

Στο συνέδριο ολοκληρώθηκαν οι πολύχρονοι αγώνες του Μαρξ και του Ένγκελς και των οπαδών τους ενάντια σε κάθε λογής μικροαστικό σεχταρισμό. Οι ηγέτες των αναρχικών Μ. Α. Μπακούνιν, Ντ. Γκιγιόμ και άλλοι διαγράφηκαν από τη Διεθνή.

Οι αποφάσεις του συνεδρίου της Χάγης, που όλες οι εργασίες του διεξήχθηκαν κάτω από την άμεση καθοδήγηση και με την πιο δραστήρια συμμετοχή του Μαρξ και του Ένγκελς, μαρτυρούσαν τη νίκη του μαρξισμού απέναντι στη μικροαστική κοσμοαντίληψη των αναρχικών και έβαλαν τα θεμέλια για τη δημιουργία στο μέλλον ανεξάρτητων εθνικών πολιτικών κομμάτων της εργατικής τάξης.

[101] Βλ. Φ. Ένγκελς. «Πρόλογος στο έργο του Κ. Μαρξ “Κριτική του προγράμματος της Γκότα”» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 96).

[102] «Ζαριά» («Αυγή») –μαρξιστικό επιστημονικο-πολιτικό περιοδικό˙ το έβγαζε νόμιμα στα 1901-1902 στη Στουτγάρδη η Σύνταξη της «Ίσκρα». Βγήκαν συνολικά 4 τεύχη (τρία σώματα) του «Ζαριά»: το τεύχ. 1 βγήκε τον Απρίλη του 1901 (στην πραγματικότητα βγήκε στις 10 (23) του Μάρτη), το δεύτερο, αρ. 2-3 βγήκε το Δεκέμβρη του 1901, το τεύχ. 4 βγήκε τον Αύγουστο του 1902. Τα καθήκοντα του περιοδικού καθορίστηκαν στο «Σχέδιο δήλωσης της Σύνταξης της “Ίσκρα” και του “Ζαριά”», που είχε γραφεί από τον Β. Ι. Λένιν στη Ρωσία (βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 327-338). Το 1902, όταν παρουσιάστηκαν διαφωνίες και προστριβές μέσα στη Σύνταξη της «Ίσκρα» και του «Ζαριά», ο Γκ. Β. Πλεχάνοφ πρότεινε ένα σχέδιο διαχωρισμού του περιοδικού από την εφημερίδα (με σκοπό να κρατήσει για τον εαυτό του τη διεύθυνση του «Ζαριά»), η πρόταση όμως αυτή δεν έγινε δεκτή, και η Σύνταξη αυτών των οργάνων παρέμεινε πάντα κοινή.

Το περιοδικό «Ζαριά» έκανε κριτική στο διεθνή και το ρωσικό αναθεωρητισμό και υπεράσπιζε τις θεωρητικές βάσεις του μαρξισμού. Στο «Ζαριά» είχαν δημοσιευτεί οι εργασίες του Λένιν «Ευκαιριακά σημειώματα», «Οι διώκτες των ζέμστβο και οι Αννίβες του φιλελευθερισμού», «Οι κ.κ. “κριτικοί” στο αγροτικό ζήτημα» (τα πρώτα τέσσερα κεφάλαια της εργασίας «Το αγροτικό ζήτημα και οι “κριτικοί του Μαρξ”», «Εσωτερική ανασκόπηση», «Το αγροτικό πρόγραμμα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας», καθώς και οι εργασίες του Πλεχάνοφ «Κριτική των κριτικών μας. Μέρος Ι. Ο κ. Στρούβε στο ρόλο του κριτικού της μαρξιστικής θεωρίας της κοινωνικής ανάπτυξης», «Ο Cant ενάντια στον Καντ ή η πνευματική διαθήκη του κ. Μπέρνσταϊν» και άλλα.

[103] Πρόκειται για το Πέμπτο διεθνές συνέδριο της ΙΙ Διεθνούς, που έγινε στο Παρίσι στις 23-27 του Σεπτέμβρη 1900. Στο βασικό ζήτημα «Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και οι συμμαχίες με τα αστικά κόμματα», που συνδεόταν με την είσοδο του Α. Μιλλεράν στην αντεπαναστατική κυβέρνηση του Βαλντέκ-Ρουσσώ, το συνέδριο κατά πλειοψηφία ψήφισε την απόφαση, που πρότεινε ο Κ. Κάουτσκι. Η απόφαση έλεγε ότι «η είσοδος ενός μεμονωμένου σοσιαλιστή στις γραμμές της αστικής κυβέρνησης δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν φυσιολογικό ξεκίνημα για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, αλλά σαν ένα υποχρεωτικό προσωρινό και έκτακτο μέτρο στον αγώνα ενάντια στις αντίξοες συνθήκες». Μεταγενέστερα οι οπορτουνιστές για να δικαιολογούν τη συνεργασία τους με την αστική τάξη συχνά επικαλούνταν το σημείο αυτό της απόφασης.

Στο περιοδικό «Ζαριά», τεύχ. 1, του Απρίλη 1901 δημοσιεύτηκε το άρθρο του Γκ. Β. Πλεχάνοφ «Μερικά λόγια για το τελευταίο διεθνές σοσιαλιστικό συνέδριο του Παρισιού (Ανοιχτό γράμμα προς τους συντρόφους που μου έστειλαν εξουσιοδότηση)», όπου έκανε αυστηρή κριτική στην απόφαση του Κάουτσκι.

[104] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 339 και τόμ. 18ος, σελ. 90.

[105] Μπερνσταϊνιάδα, μπερνσταϊνισμός –εχθρικό προς το μαρξισμό οπορτουνιστικό ρεύμα μέσα στη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, που εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γερμανία και πήρε την ονομασία του από το όνομα του Ε. Μπέρνσταϊν, του πιο απροκάλυπτου εκφραστή του αναθεωρητισμού.

Στα 1896-1898 ο Μπέρνσταϊν δημοσίευσε στο περιοδικό «Die Neue Zeit» («Νέοι Καιροί») θεωρητικό όργανο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας μια σειρά άρθρα με τον τίτλο «Προβλήματα του σοσιαλισμού», όπου αναθεωρούσε τις φιλοσοφικές, οικονομικές και πολιτικές βάσεις του επαναστατικού μαρξισμού. «Δεν παραδεχόταν ότι μπορεί να θεμελιωθεί επιστημονικά ο σοσιαλισμός και να αποδειχτεί, από την άποψη της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, ότι είναι αναγκαίος και αναπόφευκτος˙ δεν παραδεχόταν το γεγονός της αυξανόμενης εξαθλίωσης, της προλεταριοποίησης και της όξυνσης των καπιταλιστικών αντιθέσεων˙ διακήρυσσε ότι είναι ανυπόστατη η ίδια η έννοια «τελικός σκοπός» και απόρριπτε ανεπιφύλακτα την ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου˙ δεν παραδεχόταν ότι ανάμεσα στο φιλελευθερισμό και το σοσιαλισμό υπάρχει ριζική αντίθεση˙ απόρριπτε τη θεωρία της ταξικής πάλης…» (Β. Ι. Λένιν. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 6ος, σελ. 7). Η αναθεώρηση του μαρξισμού από τους οπαδούς του Μπέρνσταϊν απόβλεπε στο να μετατρέψει τη σοσιαλδημοκρατία από κόμμα της κοινωνικής επανάστασης σε κόμμα των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.

Η αριστερή πτέρυγα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας άρχισε αγώνα ενάντια στον Μπέρνσταϊν από τις στήλες των εφημερίδων της. Τον μπερνσταϊνισμό υποστήριξε η δεξιά, οπορτουνιστική πτέρυγα. Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος κρατούσε συμβιβαστική στάση απέναντι στον μπερνσταϊνισμό και δεν τον αντέκρουε. Η πολεμική στις σελίδες του περιοδικού «Die Neue Zeit» απ΄ αφορμή τα άρθρα του Μπέρνσταϊν άρχισε τον Ιούλη του 1898 με το άρθρο του Γκ. Β. Πλεχάνοφ «Ο Μπέρνσταϊν και ο υλισμός», που στρεφόταν ενάντια στον αναθεωρητισμό.

Στα συνέδρια του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας, που έγιναν στη Στουτγάρδη (Οκτώβρης 1898), στο Αννόβερο (Οκτώβρης 1899) και στη Λυβέκη (Σεπτέμβρης 1901), ο μπερνσταϊνισμός καταδικάστηκε, όμως εξαιτίας της συμβιβαστικής στάσης των περισσότερων ηγετών του το Κόμμα δεν διαχώρισε τις ευθύνες του από τον Μπέρνσταϊν. Οι μπερνσταϊνιστές εξακολουθούσαν να προπαγανδίζουν ανοιχτά τις αναθεωρητικές ιδέες τους στο περιοδικό «Sozialistische Monatshefte» («Μηνιαία Σοσιαλιστική Επιθεώρηση») και στις κομματικές οργανώσεις.

Ο μπερνσταϊνισμός είχε την υποστήριξη των οπορτουνιστικών στοιχείων των άλλων κομμάτων της ΙΙ Διεθνούς. Οι θεωρίες του Μπέρνσταϊν υποστηρίζονταν στη Ρωσία από τους «νόμιμους μαρξιστές» και τους «οικονομιστές».

Μόνο οι επαναστάτες μαρξιστές της Ρωσίας, οι μπολσεβίκοι με επικεφαλής τον Λένιν, πάλευαν με συνέπεια και αποφασιστικότητα ενάντια στον μπερνσταϊνισμό και τους οπαδούς του. Ο Λένιν άνοιξε μέτωπο ενάντια στους μπερνσταϊνιστές ακόμη από το 1899, με τη «Διαμαρτυρία των σοσιαλδημοκρατών της Ρωσίας» και με το άρθρο «Το Πρόγραμμά μας». Πλατιά κριτική του μπερνσταϊνισμού γίνεται στο βιβλίο του Λένιν «Τι να κάνουμε;» και στα άρθρα του «Μαρξισμός και αναθεωρητισμός», «Οι διαφωνίες στο ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα» (βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 167-180, 186-190˙ τόμ. 6ος, σελ. 1-195, τόμ. 17ος, σελ. 15-26˙ τόμ. 20ός, σελ. 65-72) και άλλα.

[106] Βλ. Κ. Μαρξ «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 8ος, σελ. 205-206).

[107] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Πρόλογος στη γερμανική έκδοση του «Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος» του 1872 (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος, σελ. 90.

[108] Βλ. Κ. Μαρξ. «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 342).

[109] Στη ρωσική γλώσσα η μπροσούρα του Κ. Κάουτσκι «Der Weg zur Macht. Politische Betrachtungen über das Hineinwachsen in die Revolution». Berlin, 1909 («Ο δρόμος προς την εξουσία. Πολιτικοί στοχασμοί για την ενσωμάτωση στην επανάσταση». Βερολίνο, 1909) βγήκε μόνο το 1918.

[110] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. «Έκκληση της Κεντρικής Επιτροπής προς την Ένωση των κομμουνιστών» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 7ος, σελ. 266).

[111] Βλ. Κ. Μαρξ. «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 342).

[112] Πρόκειται για το βιβλίο του Σ. και Μπ. Ουέμπ «Η θεωρία και η πράξη του αγγλικού τρέιντ-γιουνιονισμού».

[113] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 446.

[114] «Μηνιαία Σοσιαλιστική Επιθεώρηση»Sozialistische Monatshefte») –περιοδικό, κύριο όργανο των γερμανών οπορτουνιστών και ένα από τα όργανα του διεθνούς αναθεωρητισμού. Έβγαινε στο Βερολίνο από το 1897 ως το 1933. Τον καιρό του πρώτου παγκόσμιου πολέμου (1914-1918) κρατούσε σοσιαλσοβινιστική στάση.

[115] Ζωρεσιστές –οπαδοί του επιφανούς παράγοντα του γαλλικού και διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος Ζ. Ζωρές. Ο Ζωρές αγωνιζόταν για τη δημοκρατία, τις λαϊκές ελευθερίες, για την ειρήνη, ενάντια στην ιμπεριαλιστική καταπίεση και τους κατακτητικούς πολέμους. Ωστόσο ο Ζωρές και οι οπαδοί του τάχθηκαν υπέρ της αναθεώρησης των βασικών θέσεων του μαρξισμού. Οι ζωρεσιστές νόμιζαν ότι ο σοσιαλισμός θα νικήσει όχι με την ταξική πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, αλλά σαν αποτέλεσμα «της άνθησης της δημοκρατικής ιδέας». Κήρυσσαν την ταξική ειρήνη ανάμεσα στους καταπιεστές και τους καταπιεζόμενους, συμμερίζονταν τις προυντονιστικές αυταπάτες σχετικά με το συνεταιρισμό, θεωρώντας ότι η ανάπτυξή του στις συνθήκες του καπιταλισμού θα συμβάλλει δήθεν στο βαθμιαίο πέρασμα στο σοσιαλισμό. Το 1902 οι ζωρεσιστές σχημάτισαν το Γαλλικό Σοσιαλιστικό κόμμα, που υποστήριζε ρεφορμιστικές θέσεις. Το 1905 το Κόμμα αυτό ενώθηκε με το γκεντιστικό Σοσιαλιστικό κόμμα της Γαλλίας σ΄ ένα κόμμα –το Γαλλικό Σοσιαλιστικό κόμμα. Ο Β. Ι. Λένιν έκανε αυστηρή κριτική στις ρεφορμιστικές απόψεις του Ζωρές και των ζωρεσιστών. Ο αγώνας του Ζωρές για την ειρήνη, ενάντια στην επερχόμενη απειλή του πολέμου προκάλεσε ενάντιά του το μίσος της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Στις παραμονές του πρώτου παγκόσμιου πολέμου ο Ζωρές δολοφονήθηκε από τους εγκάθετους της αντίδρασης.

Στη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου οι ζωρεσιστές που επικράτησαν στην καθοδήγηση του Γαλλικού Σοσιαλιστικού κόμματος, υποστήριξαν ανοιχτά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και πήραν τη θέση του σοσιαλσοβινισμού.

[116] Το Ιταλικό Σοσιαλιστικό κόμμα ιδρύθηκε το 1892 και στην αρχή ονομαζόταν «Κόμμα των ιταλών εργαζομένων». Το 1893 στο συνέδριο του Ρέτζιο-Εμίλια πήρε τον τίτλο «Σοσιαλιστικό κόμμα των ιταλών εργαζομένων». Από το 1895 άρχισε να ονομάζεται «Ιταλικό Σοσιαλιστικό κόμμα». Από την πρώτη στιγμή της ίδρυσης του Κόμματος στους κόλπους του άρχισε ένας οξύς ιδεολογικός αγώνας των δυό κατευθύνσεων –της οπορτουνιστικής και της επαναστατικής, που διαφώνησαν στα ζητήματα της πολιτικής και της τακτικής του Κόμματος. Το 1912 στο συνέδριο του Ρέτζιο-Εμίλια κάτω από την πίεση των αριστερών διαγράφηκαν από το Κόμμα οι πιο απροκάλυπτοι ρεφορμιστές -οπαδοί του πολέμου και της συνεργασίας με την κυβέρνηση και την αστική τάξη (Μπονόμι, Μπισσολάτι και άλλοι). Όταν άρχισε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και μέχρι την είσοδο της Ιταλίας σ΄ αυτόν, το Ιταλικό Σοσιαλιστικό κόμμα εκδηλωνόταν ενάντια στον πόλεμο και πρόβαλλε το σύνθημα: «Ενάντια στον πόλεμο, υπέρ της ουδετερότητας!». Το Δεκέμβρη του 1914 διαγράφηκε από το Κόμμα η ομάδα των αποστατών (Μουσσολίνι και άλλοι), που υποστήριζε την ιμπεριαλιστική πολιτική της αστικής τάξης και τασσόταν υπέρ του πολέμου. Όταν η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (Μάης του 1915) στο Ιταλικό Σοσιαλιστικό κόμμα εκδηλώθηκαν έντονα τρεις κατευθύνσεις: 1) η δεξιά, που βοηθούσε την αστική τάξη να διεξάγει τον πόλεμο˙ 2) η κεντριστική, που συνένωνε την πλειοψηφία των μελών του Κόμματος και πρόβαλλε το σύνθημα «ούτε συμμετοχή στον πόλεμο, ούτε σαμποτάρισμά του», και 3) η αριστερή, που κρατούσε πιο αποφασιστική στάση ενάντια στον πόλεμο, αλλά δεν μπορούσε να οργανώσει μια συνεπή πάλη ενάντιά του. Οι αριστεροί δεν καταλάβαιναν την ανάγκη της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο, την ανάγκη της αποφασιστικής ρήξης με τους ρεφορμιστές, που συνεργάζονταν με την αστική τάξη. Οι ιταλοί σοσιαλιστές οργάνωσαν μαζί με τους ελβετούς σοσιαλιστές κοινή συνδιάσκεψη στο Λουγκάνο το 1914, πήραν δραστήριο μέρος στις διεθνείς σοσιαλιστικές συνδιασκέψεις του Τσίμμερβαλντ (1915) και του Κίνταλ (1916).

Στα τέλη του 1916 το Ιταλικό Σοσιαλιστικό κόμμα ακολούθησε το δρόμο του σοσιαλπασιφισμού.

[117] Ανεξάρτητο Εργατικό κόμμα της Αγγλίας (Independent Labour Party) –ρεφορμιστική οργάνωση, που ιδρύθηκε από τους καθοδηγητές των «νέων τρέιντ-γιούνιον» το 1893, όταν ξαναζωντάνευε ο απεργιακός αγώνας και δυνάμωνε το κίνημα για την ανεξαρτησία της εργατικής τάξης της Αγγλίας από τα αστικά κόμματα. Στο Ανεξάρτητο Εργατικό κόμμα (ΑΕΚ) μπήκαν τα μέλη των «νέων τρέιντ-γιούνιον» και πολλών παλιών συνδικάτων, εκπρόσωποι της διανόησης και της μικροαστικής τάξης, που βρίσκονταν κάτω από την επιρροή των φαβιανών. Επικεφαλής του Κόμματος ήταν ο Κέιρ Χάρντυ και ο Ρ. Μακντόναλντ. Το ΑΕΚ από τη στιγμή της εμφάνισής του ακολούθησε αστικές-ρεφορμιστικές θέσεις, στρέφοντας την κύρια προσοχή του στις κοινοβουλευτικές μορφές πάλης και στις κοινοβουλευτικές συναλλαγές με το Φιλελεύθερο κόμμα. Ο Λένιν, χαρακτηρίζοντας το Ανεξάρτητο Εργατικό κόμμα, έγραφε ότι «στην πράξη το Κόμμα αυτό ήταν ένα Κόμμα οπορτουνιστικό, εξαρτημένο πάντα από την αστική τάξη» (Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 29ος, σελ. 456).

Στις αρχές του πρώτου παγκόσμιου πολέμου το ΑΕΚ έβγαλε διακήρυξη ενάντια στον πόλεμο, ωστόσο γρήγορα πέρασε στις θέσεις του σοσιαλσοβινισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.