Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό



Η γερμανική κατοχική πολιτική στην Ελλάδα 1941-1944

Στη παρούσα μελέτη εξετάζονται μια σειρά ζητήματα που αφορούν στη γερμανική φασιστική κατοχική πολιτική στην Ελλάδα από έναν ιστορικό, εξειδικευμένο σε θέματα που αφορούν στη περίοδο της φασιστικής κυριαρχίας. Επισημαίνουμε ακόμη ότι ο συγγραφέας έχει ασχοληθεί επανειλημμένα σε βιβλία και άρθρα του με θέματα που αφορούν σε διάφορες πλευρές του φασιστικού φαινομένου στην Ελλάδα. Το κείμενο τούτο θα λέγαμε ότι, κατά κάποιο τρόπο, αποτελεί ένα μικρό απόσταγμα αυτών των ερευνών (ΠΓ).

του Martin Seckendorf

Ι. ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΜΙΑΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ

Η γερμανική κατοχική πολιτική στην Ελλάδα μεταξύ 1941 και 1944 εξακολουθεί να αποτελεί σε μεγάλο βαθμό μια «λευκή κηλίδα» στη δημόσια συνείδηση της Γερμανίας. Στην καλύτερη περίπτωση η κατάκτηση της Κρήτης ήταν μέρος στη θύμηση του κοινού –σαν μοναδική ένδοξη ηρωική πράξη της Βέρμαχτ, επιχείρησης απόβασης από τον αέρα. Στη Γερμανία εξακολουθεί να παραμένει απαρατήρητο το γεγονός, ότι κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Ελλάδας διαπράχθηκαν επανειλημμένα μαζικά εγκλήματα εναντίον του άμαχου πληθυσμού, τα οποία διαφέρουν ίσως στον αριθμό των θυμάτων, όχι όμως, όπως λένε οι νομικοί, και στον τρόπο που διαπράχθηκαν, από τα εγκλήματα εκείνα που έκαναν οι Γερμανοί στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Πολωνία, τη Σοβιετική Ένωση και τη Γιουγκοσλαβία. Τις περισσότερες φορές με το πρόσχημα της καταπολέμησης των ανταρτών λεηλατήθηκαν και ρημάχτηκαν εκατοντάδες χωριά και συχνά όλοι οι κάτοικοί τους δολοφονούνταν. Όλες οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γερμανίας και τα γερμανικά δικαστήρια μέχρι σήμερα αρνήθηκαν στα θύματα της γερμανικής τρομοκρατίας μια ικανοποιητική αποζημίωση, μάλιστα αρνήθηκαν να κάνουν  ακόμη και σοβαρές συζητήσεις για το πρόβλημα. Οι γερμανικές αρχές αιτιολογούν τη στάση τους με το επιχείρημα, ότι οι μαζικές εκτελέσεις και καταστροφές ήταν συνήθεις συνέπειες πολεμικών γεγονότων, ότι οι άμαχοι βρέθηκαν ανάμεσα στα μέτωπα. Εδώ αποσιωπούν όμως, ότι στην Ελλάδα μέχρι και 4 βδομάδες περίπου, έως τον Απρίλιο/Μάιο του 1941, δεν υπήρξε καμιά μεγάλη στρατιωτική μάχη. Οι σφαγές που διαπράχθηκαν, συχνά με απίστευτη βαρβαρότητα, τις περισσότερες φορές ενάντια σε εντελώς αθώους άμαχους πολίτες, που κατά κανόνα συνοδεύονταν από λεηλασίες και εκτεταμένες καταστροφές, πραγματοποιούνταν για να εξαναγκάσουν τους Έλληνες να δείξουν ανοχή στον αντίθετο προς το διεθνές δίκαιο επιθετικό πόλεμο που έγειρε η γερμανική κυριαρχία, καθώς και στον εξαναγκασμό τους να εργάζονται για τους Γερμανούς. Οι υπερβολικές πράξεις βίας ήταν πρωτότυπο, σχεδιασμένο συστατικό στοιχείο της κατοχικής πολιτικής. Αυτό αποκαλύπτεται αν ριχθεί μια ματιά στους στόχους που επιδιώχθηκαν από την κατοχή καθώς και από την ανάλυση των ντιρεκτίβων που εκδόθηκαν από τις γερμανικές αρχές στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα σημαντική διαπίστωση για την απάντηση του ερωτήματος που αφορά στην ευθύνη για τα εγκλήματα, είναι το γεγονός, ότι όλα τα σημαντικά ζητήματα της γερμανικής κατοχικής πολιτικής στην Ελλάδα αποφασίστηκαν από την Βέρμαχτ.


Ύπουλη επίθεση

Από την ήττα της Γαλλίας το καλοκαίρι του 1940, η Ελλάδα μπήκε στο οπτικό πεδίο της κυβέρνησης του Χίτλερ. Η υποδούλωση της Ελλάδας αποτελούσε ένα σημαντικό βήμα για να εκδιωχθεί η Μ. Βρετανία που κυριαρχούσε ακόμη στη Μεσόγειο. Η κατακτημένη Ελλάδα με βάση τα γερμανικά σχέδια έπρεπε να εκπληρώσει τη λειτουργία, να αποτελέσει βάση ανεφοδιασμού και εφαλτήριο για επιθετικές επιχειρήσεις στη βόρεια Αφρική και την Εγγύς Ανατολή. Στις 28 Οκτωβρίου η φασιστική Ιταλία, η οποία είχε στο χώρο της Μεσογείου δικούς της ιμπεριαλιστικούς στόχους, επιτέθηκε από την Αλβανία στην Ελλάδα. Όταν η φασιστική επίθεση εξαιτίας των γενναίων αγωνιζόμενων Ελλήνων απειλήθηκε να μετατραπεί σε καταστροφή για ολόκληρο το φασιστικό στρατόπεδο, εντατικοποιήθηκαν τα γερμανικά πολεμικά σχέδια. Αποφασίστηκε, η Ελλάδα, όπου στο μεταξύ τα βρετανικά στρατεύματα έσπευσαν να βοηθήσουν βάσει σύμβασης, να υποδουλωθεί την άνοιξη του 1941 με δυνάμεις που είχαν υπεροχή –όχι τελευταία για να εξασφαλιστεί η νότια πλευρά για την επίθεση που σχεδιαζόταν ενάντια στη Σοβιετική Ένωση το καλοκαίρι του 1941. 

Την Κυριακή των Βαΐων, στις 6 Απριλίου 1941, η Βέρμαχτ εισέβαλε από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα χωρίς να έχει υπάρξει κήρυξη πολέμου. Στις 27 Απριλίου έπεσε η Αθήνα, στις 30 Απριλίου τα γερμανικά στρατεύματα βρίσκονταν στο νότιο άκρο της Πελοποννήσου. Μεταξύ 20 Μαΐου και 1 Ιουνίου κατακτήθηκε το νησί Κρήτη. Για τους Έλληνες άρχισε μια εξαιρετικά καταπιεστική κατοχική περίοδος. Η απρόκλητη επίθεση, σύμφωνα με τα κριτήρια του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης το 1946, ήταν έγκλημα κατά της ειρήνης, μια βαριά εγκληματική πράξη ενάντια στη συμβίωση των λαών. Η γερμανική επίθεση αποτέλεσε βασική αιτία και προϋπόθεση για όλα τα περαιτέρω βάρη που φορτώθηκαν στους Έλληνες και τα βάσανα που υπέφεραν.


Διαμελισμός της χώρας

Μετά την στρατιωτική κατάκτηση η Ελλάδα μοιράστηκε σε τρεις ζώνες κατοχής:

Η Βουλγαρία για τη συμμετοχή της στην επίθεση, πήρε το μισθό του Ιούδα, τις γεωργικά πολύτιμες και πλούσιες σε φυσικούς πόρους περιοχές του βορρά, που αποτελούσαν περίπου το 15% της έκτασης της Ελλάδας. Τα εδάφη αυτά προσαρτήθηκαν γρήγορα και βουλγαροποιήθηκαν με βάναυσα μέσα. Προηγουμένως, όμως, η Γερμανία εξασφάλισε με σύμβαση την οικονομική χρήση της βουλγαρικής ζώνης. Τα γερμανικά στρατεύματα αποσύρθηκαν σε δυό μικρές ζώνες για τη λειτουργία του ανεφοδιασμού και ως εφαλτήριο, σημαντικές όμως από γεωγραφικής-στρατιωτικής άποψης. Η περιοχή γύρω από τη Θεσσαλονίκη, μια λουρίδα στα σύνορα με την Τουρκία καθώς και μερικά νησιά του βόρειου Αιγαίου, συνενώθηκαν στον τομέα διοίκησης Θεσσαλονίκη-Αιγαίο. Η λωρίδα ξηράς Αθήνα-Πειραιάς με το λιμάνι, τα δυό τρίτα της Κρήτης καθώς και μερικά νησιά υπάγονταν στον διοικητή της νότιας Ελλάδας. Και οι δυό διοικητές πειθαρχούσαν στον «Διοικητή της Βέρμαχτ της Νοτιοανατολικής Ευρώπης» στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος διοικούσε όλες τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις στα Βαλκάνια και εκπροσωπούσε την κεντρική γερμανική Αρχή κατοχής στα Βαλκάνια.

Το μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδας –περίπου το 70%- παραδόθηκε στα ιταλικά στρατεύματα για την αστυνομική και στρατιωτική ασφάλεια. Κάτω από τη γερμανική πίεση η Ιταλία παραιτήθηκε από μια στρατιωτική διοίκηση. Οι διοικητικές λειτουργίες έπρεπε να ασκούνται από μια κυβέρνηση δωσίλογων στην Αθήνα, η οποία ήταν σκηνοθετημένη, δεν είχε καμία εξουσία και εξαρτιόνταν από τη Γερμανία. Για να διασφαλιστούν τα γερμανικά συμφέροντα στη γερμανική ζώνη σε σχέση με την Ιταλία και την ελληνική «κυβέρνηση», διορίστηκε ένας «εξουσιοδοτημένος του Ράιχ για την Ελλάδα». Για την ιταλική ζώνη επίσης, η γερμανική πλευρά διασφάλισε πριν την εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων, την οικονομική χρήση με σύμβαση. Εδώ, επρόκειτο κυρίως για πρώτες ύλες, όπως το χρώμιο και το αλουμίνιο, που ήταν σημαντικές στον πόλεμο.

Η αναδιοργάνωση του γερμανικού καθεστώτος βρισκόταν επίσης σε μια χρονική συσχέτιση με τη σχεδιαζόμενη επίθεση στη Σοβιετική Ένωση. Παρά την ευφορία που υπήρχε από τις νίκες λόγω των κεραυνοβόλων πολέμων, η γερμανική ηγεσία γνώριζε πολύ καλά, ότι ο πόλεμος ενάντια στη Σοβιετική Ένωση καθώς και η διοίκηση και εκμετάλλευση της τεράστιας περιοχής στην Ανατολή, θα απαιτούσε τη χρησιμοποίηση όλων των στρατιωτικών και ανθρώπινων πόρων. Ως εκ τούτου, για την κατοχή της Ελλάδας είχε προβλεφθεί μόνο μια γερμανική μεραρχία. Η απόφαση αυτή ευνοήθηκε από τη γερμανική αντίληψη, ότι οι Έλληνες θα ανέχονταν περισσότερο ή λιγότερο οικειοθελώς την Βέρμαχτ. Η γερμανική προπαγάνδα ισχυριζόταν, ότι η επίθεση στην Ελλάδα δεν είναι αγώνας ενάντια στους Έλληνες, ότι [η Γερμανία] ήθελε απλά να διώξει τους Άγγλους και τους Έλληνες υποστηρικτές τους. Ο Χίτλερ δήλωσε ότι οι Βρετανοί ξέρουν «να κακομεταχειρίζονται» την Ελλάδα. Ο Χίτλερ τόνιζε πάντα [όπως ισχυριζόταν], ότι «ο γερμανικός λαός δεν έχει κανενός είδους αντιθέσεις με τον ελληνικό λαό». Η Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ (OKW) σχεδίαζε, ήδη από τις 13 Μαΐου 1943, να αποσύρει από την Ελλάδα προς την Ανατολή όλες τις ικανές για το μέτωπο στρατιωτικές δυνάμεις, επειδή με τον αφοπλισμό του ελληνικού στρατού δεν θα ήταν πλέον απαραίτητη η γερμανική στρατιωτική δράση. Μια σοβαρή αποτυχημένη πρόγνωση, όπως φάνηκε επτά ημέρες αργότερα στη Μάχη της Κρήτης.


Κρήτη 1941

Κατά την εισβολή στη Κρήτη, η οποία πραγματοποιήθηκε με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Ερμής», η Βέρμαχτ βρέθηκε μπροστά σε Αντίσταση την οποία θεωρούσε αδύνατη. Οι απώλειες των Γερμανών στη Κρήτη ήταν περισσότερες απ΄ ό,τι στις προηγούμενες εκστρατείες ενάντια στη Γιουγκοσλαβία και την ηπειρωτική Ελλάδα παρμένες μαζί. Σε μεγάλο βαθμό ο πληθυσμός της Κρήτης συμμετείχε στην άμυνα του νησιού –μια διαδικασία που καλύπτεται ρητά από τον κανονισμό της Χάγης περί πολέμου σε μια χώρα, της 18ης Οκτωβρίου 1907. Για πρώτη φορά στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Βέρμαχτ ήρθε αντιμέτωπη με έναν λαϊκό πόλεμο και τις ειδικές μορφές πάλης του. Οι γερμανοί στρατιωτικοί στην Αντίσταση των Κρητών, είδαν στη πλευρά των ελληνικών και βρετανικών στρατευμάτων μια πράξη εγκληματική, άξια ποινής θανάτου. Ακόμη και κατά τη διάρκεια των μαχών οι διοικητές διέταζαν μαζικές εκτελέσεις. Ο υποστράτηγος Julius Ringel (Γιούλιους Ρίνγκελ), διοικητής της 5ης Ορεινής Μεραρχίας, διέταξε, «για κάθε τραυματία ή νεκρό να τουφεκίζονται 10 Κρήτες, τα αγροκτήματα και τα χωριά όπου τα γερμανικά στρατεύματα δέχονται πυρά να κατακαίγονται, σε όλα τα μέρη να πιάνονται όμηροι».

Στις 31 Μαΐου 1941, όταν οι μάχες είχαν τελειώσει, ο Kurt Student (Κουρτ Στούντεντ), διοικητής στρατηγός υπεύθυνος του ΧΙ Σώματος Αεροπορίας για την Κρήτη, εξέδωσε μια βασική διαταγή για τον χειρισμό περί «μέτρων εξιλέωσης και αντιποίνων» στη Κρήτη. Οι μαζικές δολοφονίες που διαπράχθηκαν εναντίον των αμάχων κατά τη διάρκεια των μαχών, νομιμοποιήθηκαν εκ των υστέρων ως «αυτοάμυνα». Για τις μελλοντικές εκτελέσεις δεν θα ίσχυαν ανώτατα όρια. Οι πυροβολισμοί, [σύμφωνα πάντα με αυτή τη διαταγή], θα πραγματοποιούνται μέχρι και την «εξόντωση του ανδρικού πληθυσμού ολόκληρων περιοχών». Μια προσφυγή της στρατιωτικής δικαιοσύνης το απαγόρευσε ρητά στον Στούντεντ. Η εφαρμογή αυτής της διαταγής είχε ως αποτέλεσμα φοβερές σφαγές και την καταστροφή πάρα πολλών χωριών. Σύμφωνα με ελληνικές έρευνες μέσα σε λίγες βδομάδες –μέχρι τον Αύγουστο του 1941- δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 2000 άμαχοι πολίτες.


Συνέχιση στην ηπειρωτική χώρα

Οι εμπειρίες στη Κρήτη καθόρισαν επίσης σε μεγάλο βαθμό τις ενέργειες της γερμανικής δύναμης κατοχής στην ηπειρωτική Ελλάδα. Στις 9 Ιουνίου 1941, ο Χίτλερ, στην «Εντολή Αρ. 31», θέσπισε, ότι η καταστολή των εσωτερικών ταραχών αποτελεί κύριο καθήκον των γερμανών διοικητών. Στις γερμανικές ζώνες κηρύχθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και διατηρήθηκε καθ΄ όλη τη διάρκεια της κατοχής. Οι διοικητές είχαν την εκτελεστική εξουσία και οι γερμανικές ζώνες κηρύχθηκαν σε περιοχές επιχειρήσεων, επειδή και στην ηπειρωτική χώρα αναπτυσσόταν Αντίσταση. Ήδη, τον Μάιο του 1941, τα δικαστήρια της 12ης Στρατιάς επέβαλαν κατά των Ελλήνων ποινές θανάτου λόγω «στασιασμού». Οι πρώτες ταραχές προκλήθηκαν κυρίως από την πείνα –μεταξύ άλλων, συνεπεία της τεράστιας οικονομικής εκμετάλλευσης της χώρας από την αρχή της κατοχής. Από το φθινόπωρο του 1941 αυτή οδήγησε σε λιμό με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς. Η βρεφική θνησιμότητα ξεπέρασε το 80%. Το γενικό ποσοστό θνησιμότητας κατά διαστήματα ανέρχονταν στο επταπλάσιο της προπολεμικής περιόδου. Μόνο στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας πέθαναν από την πείνα σχεδόν 100.000 άνθρωποι. Την τεράστια εκμετάλλευση από τις γερμανικές αρχές και τις επιχειρήσεις, ο ιταλός αρχηγός του κράτους Μπενίτο Μουσολίνι, την σχολίασε με την σαρκαστική παρατήρηση, ότι οι Γερμανοί βαστούν τους Έλληνες και από το τελευταίο κορδόνι.


Ένοπλη Αντίσταση – το αντάρτικο

Ήδη στις πρώτες αντιστασιακές ενέργειες, σύμφωνα με διαπιστώσεις των γερμανών στρατιωτικών, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) εμφανιζόταν ως πρωτεργάτης και οργανωτής. Αυτό ήταν ακόμη πιο εκπληκτικό, διότι από τον Αύγουστο του 1936 η κυρίαρχη φασιστική δικτατορία είχε σχεδόν συνθλίψει το ΚΚΕ. Ο διοικητής του Γενικού Επιτελείου της 12ης Στρατιάς, Foertsch (Φερτς), στις 16 Ιουνίου 1941 σημείωνε: «Η τεταμένη ατμόσφαιρα στο λαό που προκαλείται από την επισιτιστική κατάσταση σχηματίζει το πρόσφορο έδαφος για την κομμουνιστική προπαγάνδα». Στις 16 Ιουλίου ο διοικητής της Βέρμαχτ της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ανέφερε στην Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ: «Η κομμουνιστική επιρροή αυξάνει». Την 1η Ιουλίου 1941 το ΚΚΕ αποφάσισε για ένα πρόγραμμα εθνικού ενιαίου μετώπου. Πάνω σ΄ αυτή τη βάση προέκυψε στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ). Το ΕΑΜ αποτέλεσε την μεγαλύτερη οργάνωση στην ελληνική Ιστορία μέχρι σήμερα. Το Νοέμβριο του 1944 αριθμούσε περισσότερα από 1,6 εκατομμύρια μέλη (σ΄ έναν πληθυσμό σχεδόν επτά εκατομμυρίων). Τον Φεβρουάριο του 1942 το ΕΑΜ δημιούργησε τον ένοπλο βραχίονά του, τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ). Και οι δυό [οργανώσεις] έγιναν οι αποφασιστικές στρατιωτικές και πολιτικές δυνάμεις της απελευθερωτικής πάλης.

Μόνο όταν η μαζική επιρροή του ΕΑΜ έγινε ορατή, συμμετείχαν αστικές ομάδες στη πάλη ενάντια στις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Τη μεγαλύτερη αστική ομάδα αποτέλεσε ο Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ) που ιδρύθηκε το Σεπτέμβριο του 1941, ο οποίος από τα τέλη Ιουλίου 1942 είχε ένα αντάρτικο στρατό στη βορειοδυτική Ελλάδα, που ήταν πολύ καλά εξοπλισμένος από τους Βρετανούς. Το κύριο χτύπημα της γερμανικής πολιτικής καταστολής στρεφόταν από την αρχή με ιδιαίτερη κτηνωδία ενάντια στα μέλη του ΚΚΕ, του ΕΑΜ, ενάντια στους στρατιώτες του ΕΛΑΣ και όλους τους ανθρώπους που ήταν ύποπτοι αριστερών φρονημάτων. Έτσι, η 164η Μεραρχία Πεζικού ανέφερε, ότι στη μικρή κοινότητα της Νιγρίτας, που βρίσκεται κοντά στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθησαν 97 άτομα επειδή «είχαν αναπτύξει κομμουνιστικές δραστηριότητες». Ο διοικητής Θεσσαλονίκης-Αιγαίου ανακοίνωσε το Νοέμβριο του 1941 «την σύλληψη και μεταφορά όλων των γνωστών κομμουνιστών της Θεσσαλονίκης στο στρατόπεδο συγκέντρωσης». Λίγο αργότερα, δώδεκα από τους συλληφθέντες τουφεκίστηκαν «ως αντίποινα». Το γερμανικό σχέδιο ξεκινούσε απ΄ το ότι οι μαζικές εκτελέσεις και η ιδιαίτερα βάναυση μέθοδος θανάτωσης θα προκαλούσαν σε ευρύτερα στρώματα του λαού ένα παραλυτικό τρόμο, και ότι ο προσδοκώμενος εκφοβισμός θα απέτρεπε περαιτέρω πράξεις Αντίστασης. Παρ΄ όλα αυτά το κίνημα εξέγερσης συνέχισε να εξαπλώνεται σε όλα τα Βαλκάνια που βρίσκονταν υπό γερμανική κατοχή.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1941 ο Χίτλερ έδωσε εντολή στους διοικητές της Βέρμαχτ της Νοτιοανατολικής Ευρώπης να καταστέλλεται σκληρά το κίνημα εξέγερσης και «να αποκαθίσταται με τα πιο δρακόντεια μέσα η τάξη σε όλη την περιοχή». Την ίδια μέρα ο Wilhelm Keitel (Βίλχελμ Κάιτελ), Αρχηγός της Ανώτατης Διοίκησης της Βέρμαχτ, εξέδωσε κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της «διαταγής του φύρερ», δηλώνοντας: «Κάθε περιστατικό εξέγερσης ενάντια στη γερμανική δύναμη κατοχής πρέπει να θεωρείται ότι έχει κομμουνιστική προέλευση». Και συνέχισε: «Για να καταπνιγούν οι εξεγέρσεις εν τη γενέσει τους, πρέπει με την πρώτη ευκαιρία να εφαρμόζονται αμέσως τα πιο σκληρά μέτρα, ώστε (…) να προληφθεί η περαιτέρω εξάπλωση. Εδώ πρέπει να αναλογιστεί κανείς, ότι μια ανθρώπινη ζωή στις χώρες αυτές συχνά δεν έχει καμιά σημασία και ότι μπορεί να έχει αποθαρρυντική επίδραση μόνο αν υπάρξει ασυνήθιστη σκληρότητα. Ως εξιλέωση για τη ζωή ενός γερμανού στρατιώτη στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να ισχύει γενικά ως κατάλληλη η θανατική ποινή 50-100 κομμουνιστών. Ο τρόπος της εκτέλεσης πρέπει να αυξάνει ακόμη περισσότερο την αποτρεπτική επίδραση».

Στην έκθεση της Διοίκησης για τον Οκτώβριο του 1941, ο διοικητής Θεσσαλονίκης-Αιγαίου, αντιστράτηγος von Krenzki (φον Κρέντσκι), ο οποίος δημόσια χαρακτήριζε τον εαυτό του ως «κύριο πάνω στη ζωή και το θάνατο όλων των Ελλήνων», περιέγραψε την εκτέλεση της διαταγής ως εξής: «Με την αποφασιστική δράση γρήγορων στρατιωτικών μονάδων καταπνίγηκαν εν τη γενέσει τους οι αγέλες των ταραχοποιών. Ταυτόχρονα λήφθηκαν ιδιαίτερα σκληρά μέτρα για την επίτευξη αποτρεπτικών ενεργειών». Τον Οκτώβριο του 1941 τουφεκίστηκαν 422 Έλληνες και απαγχονίστηκαν ακόμη δέκα. «Εδώ προστίθενται ακόμη τέσσερις αποφάσεις θανατικών ποινών των στρατοδικείων». Επιπλέον, κάηκαν ολοκληρωτικά τρία χωριά και 63 Έλληνες μεταφέρθηκαν ως θανατοποινίτες σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, που ιδρύθηκε και διοικούνταν από την Βέρμαχτ –το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης που ιδρύθηκε με βάση γερμανικό πρότυπο σε ελληνικό έδαφος. Σύμφωνα με μια ημερήσια αναφορά του διοικητή της Βέρμαχτ της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Wilhelm List (Βίλχελμ Λιστ), προς την Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ στις 18 Οκτωβρίου 1941, οι στρατιωτικές μονάδες της Βέρμαχτ (πιθανώς της 164ης Μεραρχίας Πεζικού) έκαψαν ολοκληρωτικά δυό χωριά στην εκβολή του Στρυμόνα και τουφέκισαν 202 άτομα. Στις 25 Οκτωβρίου 1941 στρατιώτες της 164ης Μεραρχίας Πεζικού έκαψαν ολοσχερώς δυό χωριά βορειοανατολικά της Θεσσαλονίκης και τουφέκισαν όλο τον ανδρικό πληθυσμό ηλικίας 16 έως 60 ετών, συνολικά 67 άτομα. Οι γυναίκες και τα παιδιά είχαν μετακομίσει. Και στις δυό περιπτώσεις πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά τουφεκισμοί, λεηλασίες και καταστροφές επειδή οι Γερμανοί υποψιάζονταν ότι τα χωριά χρησίμευαν στους αντάρτες ως «ενίσχυση». Συνοπτικά, από την κατάσταση, σύμφωνα με τα ντοκουμέντα, προκύπτει ότι μόνο τον Οκτώβριο του 1941, στη Θεσσαλονίκη και σε μια περιοχή σχεδόν 80 χιλιομέτρων γύρω από αυτήν, δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 800 Έλληνες και καταστράφηκαν ολοκληρωτικά τουλάχιστον 10 χωριά.


ΙΙ. «ΕΙΡΗΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΦΡΟΥΡΙΟΥ»

Με την ορατή στροφή στον πόλεμο, που επέβαλε ο Κόκκινος Στρατός μετά τη μάχη του Στάλινγκραντ, στις αρχές του 1943, άλλαξε και η στρατιωτική κατάταξη της Ελλάδας στη γερμανική διεξαγωγή πολέμου. Στη βόρεια Αφρική οι δυτικοί σύμμαχοι νίκησαν τα γερμανο-ιταλικά στρατεύματα και απέκτησαν επίσης τη στρατηγική πρωτοβουλία στο χώρο της Μεσογείου. Στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα το αντάρτικο κίνημα γνώρισε μια τεράστια άνοδο. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 η Ιταλία, ο πιο σημαντικός σύμμαχος της Γερμανίας και η πιο σημαντική δύναμη κατοχής στην Ελλάδα, αποχώρησε από τη φασιστική συμμαχία.


Κίνδυνος στη νοτιοανατολική πλευρά

Η γερμανική ηγεσία ξεκινούσε απ΄ το ότι οι δυτικοί σύμμαχοι την άνοιξη του 1943, θα εκμεταλλευτούν τις επιχειρησιακές δυνατότητες στη Μεσόγειο για μια μεγάλη απόβαση στην Ελλάδα. Αν η Ελλάδα στους στρατηγικούς υπολογισμούς της γερμανικής ηγεσίας θεωρούνταν μέχρι τότε βάση εξόρμησης και ανεφοδιασμού, θα έπρεπε τώρα να μετατραπεί σε φρούριο, ώστε να καλύψει στρατιωτικά και πολεμικο-οικονομικά τη νοτιοανατολική πλευρά, που γινόταν όλο και πιο σημαντική, της ναζιστικής αυτοκρατορίας. 

Λόγω της αποχώρησης των Ιταλών ως δύναμης κατοχής, η Βέρμαχτ επέκτεινε τη γερμανική κυριαρχία και στην ιταλική ζώνη στην Ελλάδα. Τα γερμανικά στρατεύματα από 75.000 άνδρες αυξήθηκαν στους 250.000 και απέκτησαν μια νέα διοίκηση. Ανώτατος διοικητής για την Ελλάδα στη νεοσυσταθείσα Ομάδα Στρατιών Ε ορίστηκε ο αρχιστράτηγος Alexander Löhr (Αλεξάντερ Λερ). Η Ομάδα Στρατιών διέθετε όλες τις ένοπλες δυνάμεις των κατακτητών, συμπεριλαμβανομένου των στρατιωτικών μονάδων των Βουλγάρων και των Βάφεν-SS [=SS υπό τα όπλα] καθώς και των δωσίλογων στην Ελλάδα. Για την κατοχική διοίκηση δημιουργήθηκε η θέση του στρατιωτικού διοικητή στην Ελλάδα υπό τον στρατηγό Speidel (Σπάιντελ). Ο Σπάιντελ είχε την πλήρη εκτελεστική εξουσία για όλη την Ελλάδα. Έτσι η Βέρμαχτ αποφάσιζε στα βασικά ζητήματα για τους Έλληνες και τη χώρα και στη νέα φάση της κατοχικής πολιτικής. Στον στρατιωτικό διοικητή υπαγόταν επίσης ο νεοδιόριστος Ανώτατος Φύρερ των SS και της Αστυνομίας (HSSPF). Αυτός θα έπρεπε κατ΄ εντολή του στρατιωτικού διοικητή να διευθύνει τον τομέα της αστυνομίας και της μυστικής αστυνομίας, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου της διοίκησης που αφορά στους δωσίλογους, να τον αναπτύξει και να τον κατευθύνει ενάντια στο αντιστασιακό κίνημα, κυρίως στις πόλεις.


Η μαζική τρομοκρατία ως κύριο στρατιωτικό καθήκον

Κύριο καθήκον του αναδιοργανωμένου, ιδιαίτερα ενισχυμένου με προσωπικό μηχανισμού κατοχής, ήταν η δραστική καταπολέμηση του αντάρτικου κινήματος, κυρίως του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Βασικό μέσο καταπολέμησης θα αποτελούσαν τα εκτεταμένα συλλογικά μέτρα βίας εναντίον του άμαχου πληθυσμού. Για την απόκρουση της αναμενόμενης εισβολής των συμμάχων ήταν αναγκαίο «να τακτοποιηθούν με ισχυρό χέρι» οι εσωτερικές υποθέσεις των κατεχόμενων νοτιοανατολικών περιοχών, αναφέρεται σε ένα υπόμνημα της Διοίκησης της Βέρμαχτ της 10ης Δεκεμβρίου 1942. Ο Αρχηγός της Ανώτατης Διοίκησης της Βέρμαχτ, Κάιτελ, πρόσθεσε, ότι «ο ελληνικός χώρος πρέπει σήμερα να χαρακτηριστεί ως θέατρο πολέμου πρώτης τάξης». Η «ειρήνευση» του φρούριου Ελλάδα δεν ήταν πλέον μόνο ένα, κατά κάποιο τρόπο, εσωπολιτικό πρόβλημα κατοχικής πολιτικής. Εν όψει της αναμενόμενης εισβολής αποτελούσε μέρος των προετοιμασιών για τη μεγάλη στρατιωτική μάχη. Στόχος ήταν το αντιστασιακό κίνημα να εξοντωθεί οριστικά πριν ακόμη την απόβαση των συμμαχικών στρατευμάτων και ο πληθυσμός να εκφοβιστεί από τα μέτρα τρομοκρατίας με τέτοιο τρόπο, που σε περίπτωση απόβασης να μην τολμήσει να ξεσηκωθεί ενάντια στους Γερμανούς. Έτσι, υπήρχε ελπίδα να χρησιμοποιηθούν για την απόκρουση όλες οι στρατιωτικές μονάδες στα παράλια ενάντια στην αναμενόμενη εισβολή και να μπορούν να κρατηθούν ανοιχτές όλες οι γραμμές συγκοινωνιών στα μετόπισθεν. Η προληπτική λειτουργία της μαζικής τρομοκρατίας ενάντια στον άμαχο πληθυσμό εμφανίστηκε ακόμη πιο έντονα απ΄ ό,τι την προηγούμενη περίοδο.

Κύρια δύναμη της ένοπλης Αντίστασης, και από το φθινόπωρο του 1943, ο μοναδικός στρατιωτικός αντίπαλος των Γερμανών στην Ελλάδα, ήταν ο ΕΛΑΣ. Η αστική οργάνωση ΕΔΕΣ, στρατιωτικά δεν έπαιζε πλέον κανένα ρόλο. Οι ηγέτες της από το φθινόπωρο του 1943 συνεργάζονταν με τους Γερμανούς και κάτω από το γερμανικό έλεγχο διεξήγαγαν ενέργειες ενάντια στην αριστερή Αντίσταση. Ήδη τον Απρίλιο του 1943, ο στρατιωτικός διοικητής της νότιας Ελλάδας ανέφερε, ότι η πολιτική δομή της Αντίστασης είναι «περίπου 90% κομμουνιστική και 10% εθνικιστική». Ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, ΕΛΑΣ, σύμφωνα με μια έκθεση του στρατιωτικού διοικητή της Ελλάδας στις 19 Οκτωβρίου 1943, προξένησε «σημαντικές απώλειες σε ανθρώπους και υλικό».


«Με τα πιο κτηνώδη μέσα»

Μόλις που είχε κρυπτογραφηθεί, όλα τα ηγετικά επίπεδα της Βέρμαχτ, από την Ανώτατη Διοίκησή της μέχρι και τις επαρχιακές διοικήσεις στην Ελλάδα, διέταξαν μαζικές εκτελέσεις και των δυό φύλων κάθε ηλικίας. Η «Εντολή Αρ. 47» του Χίτλερ στις 28 Δεκεμβρίου 1942, όριζε ως κύριο καθήκον του Ανώτατου Διοικητή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης την «οριστική ειρήνευση της ενδοχώρας και την εξόντωση των εξεγερμένων και των συμμοριών κάθε είδους». Ο Χίτλερ στις 16 Δεκεμβρίου 1942 ζητούσε, οι διαταγές για την καταπολέμηση των ανταρτών να είναι ακόμη πιο αυστηρές. Οι γερμανικές δυνάμεις, ακόμη και απέναντι στις γυναίκες και τα παιδιά, δεν έπρεπε να κάνουν περιορισμούς κατά τη θανάτωση και την καταστροφή περιουσιών. Για κάθε στρατιώτη, [με βάση τη διαταγή], πρέπει να διασφαλίζεται γενικά η ατιμωρησία και να στιγματίζονται ως «προδότες του γερμανικού λαού» οι στρατιώτες εκείνοι, που δεν ενεργούν με την απαιτούμενη ανελέητη συμπεριφορά. Ο Διευθυντής του Επιτελείου της Βέρμαχτ, Jodl (Γιοντλ), διαβεβαίωσε, ότι σύμφωνα με αυτή τη διαταγή, οι στρατιώτες θα μπορούσαν επίσης με τις γυναίκες και τα παιδιά «να κάνουν ό,τι θέλουν: Έχουν το δικαίωμα να τους κρεμούν, να τους κρεμούν ανάποδα ή να τους τεμαχίζουν». Η διαταγή δεν στρεφόταν μόνο εναντίον των ανταρτών, αλλά και εναντίον των «συνοδοιπόρων», διευρύνοντας έτσι σημαντικά τον κύκλο εξόντωσης προσώπων. Ο διοικητής της Βέρμαχτ διέταξε: Ο αγώνας «πρέπει να διεξαχθεί με τα πιο βάναυσα μέσα». «Το στράτευμα έχει το δικαίωμα και είναι υποχρεωμένο σ΄ αυτό τον αγώνα, να χρησιμοποιεί χωρίς περιορισμούς κάθε μέσο, ακόμη και ενάντια στις γυναίκες και τα παιδιά, αν αυτό οδηγεί σε επιτυχία». Σ΄ αυτή τη βάση, ο Ανώτατος Διοικητής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Λερ, εξέδωσε στις 14 Ιουλίου 1943 μια ειδική διαταγή. Μετά την, στο μεταξύ, επιτυχημένη συμμαχική απόβαση στη Σικελία (9/10 Ιουλίου 1943), διέταξε μια ακόμη πιο άμεση μαζική τρομοκρατία ενάντια στον πληθυσμό ως μέτρο πρόληψης και προετοιμασίας για μια συμμαχική απόβαση. Οι αντάρτες και οι «συνοδοιπόροι» στη διαταγή δεν έπαιζαν κανένα ρόλο, όφειλε να πληγεί το σύνολο του πληθυσμού. Σ΄ αυτήν αναφέρεται: «Κατά τις εχθρικές επιθέσεις πρέπει να υπολογίζεται με τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή ατίθασων τμημάτων του πληθυσμού με την πλευρά του εχθρού. Εξουσιοδοτώ και υποχρεώνω όλους τους διοικητές, με δική μου πρωτοβουλία, χωρίς την προηγούμενη άδεια της προϊστάμενης αρχής, κατά την προφανή εχθρική στάση του πληθυσμού να ληφθούν τα πιο σκληρά μέτρα». Και σε άλλες επίσης βασικές διαταγές της Ανώτατης Διοίκησης της Βέρμαχτ, οι στρατιωτικές αρχές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη έκαναν χρήση των περιθωρίων δράσης και όξυναν τις κεντρικές ντιρεκτίβες. Λόγω έλλειψης εργατικών δυνάμεων στη Γερμανία, ο Χίτλερ έδωσε εντολή στις 7 Ιουλίου 1943, να μην σκοτώνονται πλέον γενικά και αμέσως οι αντάρτες και οι «συνοδοιπόροι», αλλά οι ικανοί για εργασία να εκτοπίζονται στη Γερμανία από το στρατό ως εργάτες καταναγκαστικής εργασίας. Οι αρχές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στις προς εκτέλεση διαταγές έκαναν τον περιορισμό, ότι δεν πρέπει να υπάρξουν υποχωρήσεις από το σχέδιο της μαζικής θανάτωσης των αμάχων με σκοπό την προληπτική καταπολέμηση του αντάρτικου κινήματος. Τα «μέτρα εξιλέωσης» πρέπει «να εκτελούνται με τα πιο σκληρά μέσα, όπως και πριν». Η αρχή, ότι «ο συνολικός ανδρικός πληθυσμός» ενός χωριού, αν υπάρξει υποψία για «συμμετοχή ή υποστήριξη των συμμοριών, πρέπει να τουφεκίζεται ή να κρεμάται», πρέπει, [πάντα σύμφωνα με αυτή τη διαταγή], να διατηρηθεί οπωσδήποτε. Μόνο δευτερευόντως πρέπει να εξεταστεί η εκτόπιση για καταναγκαστική εργασία. Στις 18 Αυγούστου 1943 ο Αρχηγός της Ανώτατης Διοίκησης της Βέρμαχτ επιβεβαίωσε αυτή τη γραμμή. Έγραψε, ότι σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να διαταχθεί, «ότι δεν θα αιχμαλωτίζονται ή ότι οι αιχμάλωτοι και ο πληθυσμός που συλλαμβάνεται στο χώρο μάχης επιτρέπεται να τουφεκίζονται».

Με τη στροφή που επήλθε στο πόλεμο διευρύνθηκαν επίσης και οι μέθοδοι της τρομοκρατίας. Παράλληλα με τις αεροπορικές επιθέσεις ενάντια σε «ύποπτους» οικισμούς, διατάχθηκε και ο κανονιοβολισμός των χωριών με βαρύ πυροβολικό. Όταν οι ενέργειες των ανταρτών λαμβάνουν χώρα «κοντά» σε χωριά, τότε [με βάση τις διαταγές], καταστρέφονται με πυρά χωρίς προειδοποίηση. Μια ιδιαίτερα βάρβαρη καινοτομία ήταν η εφαρμογή τροχοφόρων με ομήρους. Στις 15 Ιουλίου 1943 διατάχθηκε, κάθε μεταφορική αμαξοστοιχία να έλκει και ένα αμπαρωμένο φορτηγό βαγόνι με ομήρους. Αν υπάρξει ενέργεια των ανταρτών, «ανεξάρτητα απ΄ το αν αυτή πετύχει ή όχι», σύμφωνα με τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου της Ανώτατης Διοίκησης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, οι όμηροι πρέπει να σκοτώνονται «αμέσως» με πυροδότηση των προσεκτικά τοποθετημένων συγκεντρωμένων εκρηκτικών υλών και τα συνδυασμένα πυρά των στρατιωτικών μονάδων συνοδείας. Για την Κρήτη, στην οποία δεν υπήρχαν σιδηρόδρομοι, διατάχθηκε, στις φάλαγγες των φορτηγών αυτοκινήτων να μεταφέρονται «σε μεγάλο αριθμό» νεαρά κορίτσια ως όμηροι. Οι γερμανικές μεραρχίες που εισήλθαν στην ιταλική ζώνη κατοχής μετά τη στροφή [που επήλθε] στο πόλεμο, πήραν εντολή, παρακάμπτοντας τις ιταλικές αρχές, να ενεργούν αυτόνομα ενάντια στον ελληνικό πληθυσμό με βάση τις γερμανικές διαταγές. Έτσι, ήδη πριν την ιταλική συνθηκολόγηση στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, η μέχρι τότε ασκούμενη πολιτική της τρομοκρατίας, εφαρμόστηκε και στην ιταλική ζώνη, επειδή οι ιταλικές αρχές μέχρι τότε είχαν αρνηθεί να ενεργούν στη ζώνη τους ενάντια στον πληθυσμό σύμφωνα με το γερμανικό πρότυπο.


Μεραρχία Εντελβάις

Σε σχέση με τα σχέδια για την απόκρουση μιας συμμαχικής εισβολής, στάλθηκε στην Ελλάδα η 1η Ορεινή Μεραρχία. Η στρατιωτική [αυτή] μονάδα, που λόγω της χαρακτηριστικής τακτικής της ονομάστηκε επίσης «Μεραρχία Εντελβάις», ήρθε από τη Γιουγκοσλαβία, όπου σύμφωνα με τις εκθέσεις της ίδιας της Μεραρχίας, εξόντωσε περισσότερους από 10.000 «συμμορίτες», δηλαδή αντάρτες του Τίτο και «συνοδοιπόρους», οι περισσότεροι όμως από αυτούς ήταν αθώοι πολίτες. Για την τακτική αυτής της μεραρχίας-ελίτ στην Ελλάδα, ελήφθη στις 7 Ιουλίου 1943 η ακόλουθη διαταγή: «Όλα τα χωριά που μπορούν να χρησιμεύσουν στις συμμορίες ως καταφύγιο πρέπει να καταστραφούν, ο ανδρικός πληθυσμός, στο βαθμό που δεν τουφεκίζεται λόγω υποψίας για συμμετοχή στον αγώνα ή την υποστήριξη των συμμοριών, πρέπει να συλληφθεί μηδενός εξαιρουμένου και να εκτοπιστούν ως αιχμάλωτοι. Σε περιπτώσεις σαμποτάζ… πρέπει να ληφθούν αυστηρότατες κυρώσεις ενάντια στον πληθυσμό». Ο πρώτος αξιωματικός του Γενικού Επιτελείου, Thilo (Τίλο), του οποίου καθήκον, μεταξύ άλλων, ήταν η προετοιμασία εφαρμογής των διαταγών, μετά το 1945 δημιούργησε την «Ορεινή Μονάδα» της Μπούντεσβερ [ΠΓ: του σημερινού γερμανικού στρατού], ηγήθηκε σ΄ αυτήν για πολλά χρόνια ως Διοικητής της 1ης Ορεινής Μεραρχίας της Μπούντεσβερ –η οποία ονομαζόταν επίσης «Εντελβάις»- και όταν έφθασε στο όριο ηλικίας αποχώρησε από τις δυτικογερμανικές ένοπλες δυνάμεις με όλες τις τιμές και με μια καλά υψηλή σύνταξη ως υποστράτηγος.

Τον Ιούλιο του 1943 μονάδες της Μεραρχίας Εντελβάις, κατά τις «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» στα κατεχόμενα από τους Ιταλούς ελληνικά εδάφη, έκαψαν ολοσχερώς πολλά χωριά και τουφέκισαν περισσότερους από 100 αμάχους. Στις 16 Αυγούστου 1943 οι ορεινοί καταδρομείς κατέστρεψαν το χωριό Κομμένο στην Ήπειρο, που βρίσκονταν υπό ιταλική κατοχή και σφάγιασαν 317 κατοίκους κάθε ηλικίας και των δυό φύλων μ΄ έναν απερίγραπτα κτηνώδη τρόπο. Σε μια προανακριτική δικογραφία της Βαυαρικής Εγκληματολογικής Υπηρεσίας της 16ης Απριλίου 1969 αναφέρεται, ότι μεταξύ των θυμάτων «υπήρχαν και έγκυες γυναίκες. Πολλές γυναίκες πριν δολοφονηθούν βιάστηκαν, σώματα γυναικών κομματιάστηκαν και τα παιδιά τα έκαψαν με τέτοιο τρόπο που, γεμίζοντας το στόμα τους με βαμβάκι εμποτισμένο σε βενζίνη, στη συνέχεια το έβαζαν φωτιά. Υπήρξαν επίσης άτομα που τους έβγαλαν τα μάτια». (Η δίκη διακόπηκε επειδή σύμφωνα με την άποψη του Πρωτοδικείου Μόναχο Ι, επρόκειτο για κανονικές πολεμικές ενέργειες).

Μετά την αποχώρηση της Ιταλίας από τη φασιστική συμμαχία στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, η γερμανική τρομοκρατία στράφηκε με κτηνωδία, που θεωρούνταν αδύνατη, ενάντια στους σταθμευμένους στρατιώτες στην Ελλάδα των πρώην συμμάχων τους. Λόγω της «προδοσίας προς τον άξονα», τουφεκίστηκαν από τις 8 Σεπτεμβρίου 1943 στη Ρόδο και στα νησιά του Ιονίου περισσότεροι από εκατό ιταλοί αξιωματικοί. Οι ιταλοί άνδρες της Κεφαλονιάς αντιτάχθηκαν στη γερμανική απαίτηση για συνθηκολόγηση. Η Βέρμαχτ κατέλαβε με έφοδο το νησί. Λόγω μιας ειδικής διαταγής της 18ης Σεπτεμβρίου 1943, δεν έπρεπε να υπάρξουν αιχμάλωτοι. Μονάδες, κυρίως, της «Μεραρχίας-Εντελβάις» τουφέκισαν τον ιταλό διοικητή της μεραρχίας και σχεδόν 5000 (!) στρατιώτες –αφότου είχαν παραδοθεί.

Ακόμη και για τον ίδιο το δωσίλογο πρωθυπουργό Ράλλη, οι μαζικές και εκτεταμένες εκτελέσεις, κυρίως των Ορεινών Καταδρομών, το κακό πήγαινε πολύ μακριά. Ο Ράλλης φοβόταν ότι θα χάσει ολοκληρωτικά την έτσι κι αλλιώς πολύ μικρή υπόληψή του. Σε μια επιστολή του προς τον γερμανό διοικητή εφιστούσε την προσοχή, ότι με την πρόφαση να ληφθούν μέτρα εξιλέωσης και αντιποίνων για τις ενέργειες των ανταρτών, βρίσκεται σε εξέλιξη «η καταστροφή της Ελλάδας». Μόνο τον Οκτώβριο του 1943 στην Ήπειρο, που ήταν το πεδίο επιχειρήσεων της 1ης Ορεινής Μεραρχίας, δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 1000 Έλληνες. Από την εισβολή της Βέρμαχτ σ΄ αυτή την σχετικά μικρή περιοχή, τον Ιούλιο του 1943 καταστράφηκαν περισσότερα από 100 χωριά.


Εκ νέου εσφαλμένη εκτίμηση

Στα τέλη του 1943 οι γερμανοί στρατιωτικοί διαπίστωναν, ότι η αναμονή τους να είναι σε θέση να καταστρέψουν το αντάρτικο κίνημα με την ενίσχυση των στρατευμάτων τους και την υπερβολική πολιτική της τρομοκρατίας, βασιζόταν σε μια κραυγαλέα εσφαλμένη εκτίμηση. Το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ στο μεταξύ είχαν αποκτήσει μεγάλη πολιτική και στρατιωτική βαρύτητα. Το Σεπτέμβριο του 1943 ο στρατιωτικός διοικητής παρατήρησε, ότι «η Ελλάδα στη πραγματικότητα είναι στα γερμανικά χέρια μόνο κατά ένα μικρό μέρος». Εδώ προστίθεται, ότι στις γερμανικές θεωρήσεις η συμμαχική απόβαση γινόταν όλο και λιγότερο πιθανή, περαιτέρω όμως ενίσχυση των στρατιωτικών μονάδων ήταν αδύνατη λόγω της συνολικής κατάστασης του πολέμου. Ο Hermann Neubacher (Χέρμαν Νοϊμπάχερ) «ειδικός εξουσιοδοτημένος του Υπουργείου Εξωτερικών για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη», κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η Βέρμαχτ δεν είναι σε θέση να επιλύσει το διπλό καθήκον που της έχει ανατεθεί: να αποτρέψει την εισβολή και πριν απ΄ αυτό, κατά κάποιο τρόπο ως προϋπόθεση μιας απόκρουσης εισβολής, να εξοντώσει τους αντάρτες.

Σε μια εκ νέου στροφή της κατοχικής πολιτικής, οι Γερμανοί από δω και στο εξής, προσπαθούσαν να εξισορροπήσουν τον όλο και πιο δυσμενή για αυτούς συσχετισμό δυνάμεων με πολιτικά και προπαγανδιστικά μέσα, ιδιαίτερα με «πιο στοχευμένο» αντικομουνισμό. Στο επίκεντρο των γερμανικών συλλογισμών βρίσκονταν μια εξάπλωση του δωσιλογισμού, που μέχρι τότε δεν ήταν προγραμματισμένη. Ειδικά στον ένοπλο τομέα προσπάθησαν να επεκτείνουν σημαντικά το δωσιλογισμό και να προκαλέσουν έναν εμφύλιο πόλεμο. Σ΄ έναν εξοντωτικό πόλεμο, θα έπρεπε οι φορείς και οι συμπαθούντες την Αντίσταση να εξολοθρευτούν και μελλοντικά να εκτελούνται όλο και περισσότεροι Έλληνες από Έλληνες κάτω από γερμανική διοίκηση. Από το φθινόπωρο του 1943 ο Νοϊμπάχερ και οι στρατιωτικοί προχώρησαν γρήγορα προς την εφαρμογή αυτού του σχεδίου. Έτσι, το 1944, υπήρξε μια περαιτέρω αύξηση των θυμάτων από τον άμαχο πληθυσμό.


ΙΙΙ. ΕΞΟΝΤΩΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Κατά τη διάρκεια του έτους 1943, το γερμανικό κατοχικό καθεστώς κατέληξε σε κρίση λόγω της επιδεινωθείσας για τη Γερμανία συνολικής στρατιωτικής κατάστασης, της κατάρρευσης της οικονομίας και του νομίσματος που προκλήθηκε από την ανελέητη εκμετάλλευση, καθώς και λόγω του αντιστασιακού κινήματος που γινόταν όλο και πιο ισχυρό. Μια ενίσχυση των στρατιωτικών μονάδων ήταν αδύνατη λόγω των ηττών της Βέρμαχτ στο ανατολικό μέτωπο. Τώρα οι Έλληνες έπρεπε να κερδηθούν με ένα μίγμα αποτελούμενο από προπαγάνδα και πολιτική τακτική, ώστε να ανέχονται τη γερμανική κυριαρχία στη χώρα, να εργάζονται για αυτούς και να πολεμούν ενάντια στους συμπατριώτες τους που είναι στην Αντίσταση, στο αντάρτικο. Ως αντάλλαγμα για τη συνεργασία, η φασιστική Γερμανία υποσχόταν στην Ελλάδα μια τιμητική θέση στη μελλοντική Ευρώπη. «Κάθε Έλληνας, τον οποίο θα φέρουμε σε θέση να βλέπει σε εμάς τους εκπροσώπους ενός καλύτερου και δικαιότερου μέλλοντος, αρχικά δεν θα πυροβολεί τους άνδρες μας και δεν θα διαπράττει σαμποτάζ», έγραψε τον Αύγουστο του 1943 ο αναπληρωτής διευθυντής του τμήματος πληροφοριών στο υπουργείο Εξωτερικών, Rudolf Rahn (Ρούντολφ Ραν). Κατά τον Ραν, θα πρέπει να γίνει κατορθωτό, οι συνεργαζόμενες ομάδες «να δεσμευτούν με τέτοιο τρόπο, που να εκτεθούν [με βάση] τους δικούς μας σκοπούς και να κινητοποιηθούν μαχητικά ενάντια στις οργανώσεις που είναι εχθρικές προς εμάς, έτσι που να μην είναι σε θέση πλέον να κάνουν πίσω». Ο ειδικός εξουσιοδοτημένος του υπουργείου Εξωτερικών, Νοϊμπάχερ, ανέφερε, ότι στόχος της «νέας πολιτικής» είναι «να βελτιωθούν οι σχέσεις με πολιτικά μέσα».


Πρόκληση εμφυλίου πολέμου

Στις 29 Οκτωβρίου 1943, ο Χίτλερ, με πρωτοβουλία του Νοϊμπάχερ, εξέδωσε μια εντολή σχετικά με «την ενιαία ηγεσία του αγώνα ενάντια στον κομμουνισμό στη Νοτιοανατολική Ευρώπη». Ο Νοϊμπάχερ έπρεπε να οργανώσει τις αντικομουνιστικές δυνάμεις και να στρέψει τη δραστηριότητά τους ενάντια στους αντάρτες, «να προσανατολίσει» την τροφοδοσία του πληθυσμού «σε αντικομουνιστική καμπάνια» και να ασκήσει επιρροή στα «μέτρα εξιλέωσης». Το πρώτο μέτρο του σχεδίου διάσπασης, όπως ονόμασαν εύστοχα οι στρατηγοί τη «νέα πολιτική», ήταν ο εξοπλισμός των δωσίλογων. Υπό τη διεύθυνση του ανώτατου φύρερ των SS και της αστυνομίας, η ελληνική αστυνομία ενισχύθηκε στους 27.000 άνδρες και εξοπλίστηκε για πρώτη φορά από την περίοδο της κατοχής. Δημιουργήθηκαν εννέα «Τάγματα Ασφαλείας» και χρησιμοποιήθηκαν ενάντια στο αντιστασιακό κίνημα. Η Βέρμαχτ δημιούργησε επιπρόσθετα περισσότερες από 20 ελληνικές μονάδες εθελοντών, που η κάθε μια είχε τη δύναμη λόχου. Το μέχρι τότε ασήμαντο ελληνικό ναζιστικό κόμμα, η Εθνική Ένωση Ελλάδος, έλαβε από τον Νοϊμπάχερ σημαντικά χρηματικά ποσά με σκοπό τη «δημιουργία αντικομουνιστικών μάχιμων μονάδων». 


Οι δωσίλογοι

Η γερμανική πολιτική κατά την υποδαύλιση του εμφυλίου πολέμου μπορούσε να στηριχθεί σε τμήματα του ελληνικού ανώτατου στρώματος [της αστικής τάξης]. Τα τμήματα αυτά, παρ΄ όλο που παραδοσιακά ήταν περισσότερο προσανατολισμένα προς τη Μ. Βρετανία, υποστήριζαν τα γερμανικά μέτρα ενάντια στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, επειδή πίστευαν ότι έτσι θα είναι εξασφαλισμένη η αστική-καπιταλιστική μεταπολεμική ανάπτυξη. Σε μια επιστολή της Ομάδας Στρατιών Ε της 15ης Ιουλίου 1944 που βρέθηκε πρόσφατα, αναφέρεται: «Το ηγετικό ελληνικό ανώτατο στρώμα (εκπρόσωποι της βιομηχανίας, του εμπορίου, των τραπεζών, του ανώτατου κλήρου, των ανώτατων δημοσίων υπαλλήλων και των πρώην αξιωματικών του σώματος στρατού)», βλέπει στον «ολοένα και περισσότερο αυξανόμενο κομμουνισμό, τον μοναδικό κίνδυνο που απειλεί την ιδιοκτησία του». Το στρώμα αυτό είναι «πρόθυμο να δημιουργήσει μια εθνική οργάνωση με μάχιμους σχηματισμούς». Γνωστοποιείται ότι στη βόρεια Ελλάδα από το καλοκαίρι του 1943, εργάζεται «ένα είδος εθνικής επιτροπής άμυνας, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους του ανώτατου στρώματος». Οι ελληνικές στρατιωτικές μονάδες που τοποθετήθηκαν από τη Βέρμαχτ στη βόρεια Ελλάδα θα «υποστηρίζονταν από κάθε άποψη από αυτή την επιτροπή».

Μια ουσιαστική πτυχή της «νέας πολιτικής» ήταν η ιδιαίτερα επιτυχημένη προσπάθεια να δραστηριοποιηθούν οι αντικομουνιστικές («εθνικές») αντιστασιακές ομάδες, να σταματήσουν τον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς, και, από δω και στο εξής, να πολεμούν αποκλειστικά ενάντια στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην προσχώρηση των στρατιωτικών μονάδων του ΕΔΕΣ με την πλευρά των Γερμανών το φθινόπωρο του 1943. Ο ΕΔΕΣ ήταν η μεγαλύτερη ομάδα της μη κομμουνιστικής Αντίστασης. Η Ομάδα Στρατιών Ε σε μια έκθεσή της περιγράφει τα εμφυλιο-πολεμικά πολιτικά κίνητρα της ηγεσίας του ΕΔΕΣ, που προσανατολίζονταν στην μεταπολεμική περίοδο. Η ηγεσία αυτή «στοχεύει όπως και πριν στη διασφάλιση της νομιμοφροσύνης της από τη γερμανική δύναμη κατοχής, ώστε να προετοιμαστεί ανέπαφη για τον ερχόμενο στρατιωτικό και πολιτικό αγώνα για την εξουσία». Ο ΕΔΕΣ ξεκίνησε μια στρατιωτική επίθεση ενάντια στον ΕΛΑΣ στη βόρεια Ελλάδα. Για τις προσπάθειες των δυνάμεων κατοχής να επεκταθεί ο δωσιλογισμός, η μέχρι τότε πρακτική της τρομοκρατίας αποδείχτηκε ότι είναι εμπόδιο. Οι αδιάκριτες σφαγές του άμαχου πληθυσμού και οι εκτεταμένες καταστροφές, που ήταν χαρακτηριστικές μέχρι τότε, ώθησαν προς την Αντίσταση και Έλληνες που δεν υποστήριζαν τον ΕΛΑΣ. Όπως η προπαγάνδα, έτσι και η τρομοκρατία έπρεπε τώρα να εφαρμοστεί στοχευμένα ενάντια στην Αριστερά. Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου της Ομάδας Στρατιών Ε, υποστράτηγος Winter (Βίντερ), στις αρχές Δεκεμβρίου 1943, ανέφερε στους γερμανούς διοικητές και στους αξιωματικούς του επιτελείου, ότι «δυστυχώς (!) δεν τίθεται ζήτημα αποκεφαλισμού όλων των ανθρώπων» και «ισοπέδωσης χωριών που δεν συμμετείχαν καθόλου», επειδή αυτό θα οδηγήσει «απλά στον πολλαπλασιασμό των συμμοριών». Η «αντικομουνιστική δράση» δεν έπρεπε να σκοτώνει λιγότερους, αλλά τους σωστούς Έλληνες, τους «πραγματικά ένοχους».

Στις 22 Δεκεμβρίου 1943 εκδόθηκε μια βασική διαταγή του Ανώτατου Διοικητή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης σχετικά με το χειρισμό της τρομοκρατίας. «Η διαδικασία, μετά από μια επίθεση ή ένα σαμποτάζ, να παίρνονται αδιακρίτως μέτρα εξιλέωσης ενάντια σε πρόσωπα και κατοικίες της κοντινής γύρω περιοχής όπου έλαβε χώρα η αξιόποινη πράξη, απαγορεύεται». Αρχικά πρέπει να θανατώνονται, [σύμφωνα με τη διαταγή], οι «δράστες» και οι συγγενείς τους. Σε περίπτωση που οι «δράστες» δεν συλλαμβάνονται, κάτι που συνέβαινε συνήθως, τότε όλα τα άτομα, για τα οποία υπήρχε η υποψία μιας «ανοιχτής ή κεκαλυμμένης συμμετοχής» ή έδειχναν «μια συνειδητά παθητική συμπεριφορά», «πρέπει να τουφεκίζονται ως συνεργοί των συμμοριτών και να καταστρέφονται οι κατοικίες τους». Η διαταγή περιγράφει στη συνέχεια την κύρια ομάδα εκείνων που πρέπει να θανατωθούν: «Σε περίπτωση που δεν μπορούν να βρεθούν τέτοιοι συνένοχοι, τότε πρέπει να καταφύγει κανείς σε άτομα, τα οποία δεν συνδέονται με τη συγκεκριμένη πράξη, παρ΄ όλα αυτά όμως πρέπει να θεωρούνται συνυπεύθυνοι. Συνυπεύθυνα είναι κατά κύριο λόγο άτομα που υποστηρίζουν τον κομμουνισμό». Έτσι, ορίστηκε το πεδίο του ταξικού-ιδεολογικού εξοντωτικού πολέμου.

Υποψήφιοι θανατοποινίτες ήταν το σύνολο των μελών του ΕΑΜ, 1,6 εκατομμύρια και οι μαζικές οργανώσεις τους, οι στρατιώτες του ΕΛΑΣ καθώς και οι συγγενείς τους. Για να ενισχυθεί το φαινόμενο της διάσπασης, σε κάθε Έλληνα που ήταν έτοιμος να συνεργαστεί, τού δόθηκε μια εγγύηση επιβίωσης. Σύμφωνα με τη διαταγή: «Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για σκοπούς εξιλέωσης οι εχθροί του κομμουνισμού». Με τη διαταγή του Δεκεμβρίου η «νέα πολιτική» έγινε δεσμευτική για όλους τους στρατιώτες, τους αστυνομικούς και τους άνδρες των SS.


Κλιμάκωση της τρομοκρατίας

Στη συνέχεια, λόγω των επιδιωκόμενων «χειρουργικά καθαρών τομών», μπορούσε να αναμένεται μια μείωση των θυμάτων και των καταστροφών.

Η πορεία όμως των γεγονότων του έτους 1944 δείχνει μια άλλη εικόνα. Παρά τη «νέα πολιτική», οι εκτεταμένες καταστροφές και οι μαζικές δολοφονίες των αμάχων συνεχίστηκαν. Ο αριθμός των θυμάτων έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ. Σφαγές με εκατοντάδες και πλέον νεκρούς καθώς και τεράστιες καταστροφές, αποτελούσαν το 1944 ένα σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Έτσι, μετά τις ιδιαίτερα ελλιπείς εκθέσεις της Ομάδας Στρατιών Ε, κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του 1944, στατιστικά κατά μέσο όρο θανατώνονταν καθημερινά 108 Έλληνες στις «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις».

Η αιτία για το ότι δεν άλλαξαν πολλά πράγματα σ΄ αυτή την πολιτική, ήταν η αντίληψη των στρατιωτικών αρχών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη ότι δεν μπορούν να παραιτηθούν από τις μαζικές δολοφονίες των αμάχων ως προληπτικά αποτελεσματικό στοιχείο διασφάλισης της εξουσίας. Επιπλέον, πολυάριθμες εξαιρέσεις στις βασικές διαταγές καθόριζαν παραπέρα, αναγκαστικά, αδιάκριτες σφαγές και στις γυναίκες και τα παιδιά. Εκτεταμένα «μέτρα εξιλέωσης» έπρεπε να εφαρμόζονται πάντα, αν μ΄ αυτό τον τρόπο «μπορεί να αναμένεται η αποτροπή μελλοντικών επιθέσεων». Ακόμη και οι ολέθριες έννοιες «βοηθός συμμορίτη» και «συνένοχος» ως χαρακτηρισμοί για μια προς θανάτωση ομάδα ατόμων μετά από μια αντάρτικη επίθεση, διατηρήθηκαν, και ερμηνεύονταν σε μεγάλο βαθμό ως πραγματικό γεγονός «παθητικής συμπεριφοράς». Επιπλέον, ο αριθμός των προς θανάτωση Ελλήνων στις ενέργειες αντιποίνων, παρέμεινε προς τα πάνω ανοιχτός, κάτι που στη πράξη οδήγησε σε φοβερές δολοφονικές ενέργειες με ιδιαίτερα υψηλό αριθμό νεκρών. «Ποσοστά εξιλέωσης δεν καθορίζονται», αναφέρεται σε μια διαταγή. Και: «Για τη συμπεριφορά του στρατεύματος στη μάχη ισχύουν οι μέχρι τώρα κανονισμοί». Έτσι, η ερμηνεία των διαταγών εξαρτιόνταν από την εκτίμηση της εκάστοτε πολιτικής και στρατιωτικής κατάστασης σε μια δεδομένη περιοχή. Το ποιες περιοχές χαρακτηρίζονταν ως «εμπόλεμες ζώνες» ή, κάτι που σημαίνει το ίδιο πράγμα, ως «μολυσμένες από τους αντάρτες», αυτό το αποφάσιζαν οι αξιωματικοί του Γενικού Επιτελείου που ήταν υπεύθυνοι για τη στρατιωτική κατάσταση και τις στρατιωτικές επικοινωνίες της Βέρμαχτ, οι «Επεξεργαστές της κατάστασης του εχθρού». Στα εδάφη αυτά, που στις αρχές του 1944 περιελάμβαναν τα τρία τέταρτα της χώρας, ο συνολικός πληθυσμός, ανεξάρτητα από την πολιτική του στάση, μπορούσε να μπει στο στόχαστρο για «σκοπούς εξιλέωσης». Στις 13 Αυγούστου 1944 ο Διοικητής της Ομάδας Στρατιών Ε διέταξε «ανελέητη καταστολή». Ο εκπρόσωπος του Νοϊμπάχερ στην Αθήνα τηλεγράφησε στις 4 Οκτωβρίου 1944 στο Βερολίνο, αναφέροντας ότι δεν ερημώνονται και δεν καταστρέφονται μόνο τα χωριά, αλλά ότι λαμβάνουν χώρα όλο και πιο συχνά σφαγές και στις πόλεις. Ο «όρος κομμουνιστικό τετράγωνο» ερμηνεύεται ευρέως. Όλοι οι κάτοικοι τετραγώνων κατοικιών, «κοντά στα οποία δέχτηκαν επιθέσεις οι γερμανοί στρατιώτες», «απειλούνται για ενέργειες εξιλέωσης», δηλαδή θανατώνονται.


Συμφωνίες με τον εχθρό

Στα τέλη Αυγούστου 1944, ο Κόκκινος Στρατός σε μια σφοδρή μάχη κοντά [στις πόλεις] Ιάσιο και Κισινάου, τις Κάννες του 20ου αιώνα, διέσπασε το νότιο τμήμα του γερμανικού ανατολικού μετώπου. Ο δρόμος προς το Βελιγράδι και τη Βιέννη ήταν ελεύθερος. Από τα δυτικά προέλαυνε ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός του Τίτο προς τη γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα. Η Ρουμανία και η Βουλγαρία από σύμμαχοι της Γερμανίας έγιναν αντίπαλοι. Οι δυό γερμανικές Ομάδες Στρατιών στα Βαλκάνια απειλούνταν με περικύκλωση, ένα «Υπερστάλινγκραντ». Για τη δημιουργία ενός νέου μετώπου στο βορρά, ο Χίτλερ διέταξε την εκκένωση της Ελλάδας. Στη φάση εκκένωσης προέκυψε μια συμφωνία μοναδική [στα χρονικά] του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ και κεντρικά βρετανικά επιτελεία συμφώνησαν, ότι οι Γερμανοί, με το βλέμμα στραμμένο στη μεταπολεμική εξέλιξη της Ελλάδας, έπρεπε να συνεχίσουν ανελέητα την καταπολέμηση του ΕΛΑΣ και να κρατήσουν τις πλήρως ανεπτυγμένες θέσεις τους, κυρίως στις ακτές για τόσο διάστημα, μέχρι να αποβιβαστούν τα βρετανικά στρατεύματα. Ως αντάλλαγμα δόθηκε στους Γερμανούς η εγγύηση μιας στρατιωτικά άνετης αποχώρησης για τη δημιουργία ενός νέου μετώπου ενάντια στον Κόκκινο Στρατό –που τότε ήταν σύμμαχος των Βρετανών. Η συμφωνία τηρήθηκε και από τις δυό πλευρές. [1] Παρά την εμφανή βρετανική υπεροχή στη θάλασσα και στον αέρα, οι Γερμανοί μπόρεσαν να εκκενώσουν τα νησιά χωρίς απώλειες και από τις 10 Οκτωβρίου 1944, χωρίς πάλι να απειληθούν από τους Βρετανούς, να εκκενώσουν και την ηπειρωτική χώρα. Ο ΕΛΑΣ χάλασε τα σχέδια της γερμανο-βρετανικής συμφωνίας. Οι έλληνες στρατιώτες έδωσαν με τους Γερμανούς που αποχωρούσαν σφοδρές μάχες και έτσι υποστήριξαν αποτελεσματικά τον αγώνα των στρατιωτικών μονάδων του Τίτο και του Κόκκινου Στρατού στις περιοχές [των ποταμών] Σάβο και Δούναβη. Οι γερμανικές στρατιωτικές μονάδες όχι μόνο έφτασαν στη Γιουγκοσλαβία καθυστερημένες, αλλά και εξαντλημένες, με προσωπικό αρκετά λιγοστό και σχεδόν χωρίς βαριά όπλα. 

Τη νύχτα από την 2η προς την 3η Νοεμβρίου 1944 αποχώρησαν οι τελευταίες γερμανικές στρατιωτικές μονάδες από την Ελλάδα. Σε μερικά νησιά έμειναν πίσω περίπου 20.000 γερμανοί στρατιώτες, οι περισσότεροι συνθηκολόγησαν μόλις στις 8 Μαΐου 1945. Πολλές εκατοντάδες χωριά και μικρές πόλεις είχαν καταστραφεί ολοσχερώς, ένα εκατομμύριο Έλληνες ήταν άστεγοι, το σιδηροδρομικό δίκτυο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο κατά το ένα τέταρτο. Όλα τα λιμάνια που ήταν σημαντικά για τη χώρα είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές. Υπολογίζεται ότι 70.000 Έλληνες υπήρξαν θύματα δολοφονιών ως όμηροι και άλλων «μέτρων εκδίκησης». Οι συνολικές απώλειες ανέρχονται στο 7,2% του προπολεμικού πληθυσμού. Έτσι, η Ελλάδα στη στατιστική που αφορά στις συνολικές απώλειες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρίσκονταν στην τέταρτη θέση πίσω από τη Σοβιετική Ένωση, την Πολωνία και τη Γιουγκοσλαβία. [2]


IV. Η ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ

Στις ανθρώπινες απώλειες από τον πόλεμο και την κατοχή ανήκουν επίσης σχεδόν 60.000 Εβραίοι. Η Βέρμαχτ, διαφορετικά απ΄ ό,τι σε πολλές άλλες χώρες, στην Ελλάδα εξαιτίας της δεσπόζουσας θέσης της στο γερμανικό κατοχικό καθεστώς, το «προτσές της Τελικής Λύσης» έπαιξε επίσης αποφασιστικό ρόλο.


Ειδικά αποσπάσματα (κομάντος)

Μαζί με τη 12η γερμανική Στρατιά που επιτέθηκε στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941, προέλασε και ένα ειδικό απόσπασμα της Υπηρεσίας Ασφαλείας της Αστυνομίας και της Υπηρεσίας Ασφαλείας των SS. Αποστολή του ήταν να καταπολεμήσει τους «τρομοκράτες, τους κομμουνιστές, τους Εβραίους και άλλους εχθρούς του Ράιχ» με τη λογιστική υποστήριξη της Βέρμαχτ. Αφότου τον Ιούνιο του 1941 οι Γερμανοί, σε συμφωνία με τη φασιστική Ιταλία, αποχώρησαν από τις καθορισθείσες ζώνες κατοχής (δηλαδή «Θεσσαλονίκη-Αιγαίο», Αθήνα-Πειραιάς και δυτική Κρήτη), ο διωγμός των Εβραίων επικεντρώθηκε στη λεγόμενη ζώνη της Θεσσαλονίκης. Στην ιταλική ζώνη οι Εβραίοι παρέμειναν αρχικά σε μεγάλο βαθμό ανενόχλητοι –μέχρι τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το Σεπτέμβριο του 1943. Ένα ειδικό απόσπασμα του υπευθύνου για την ιδεολογική δουλειά Alfred Rosenberg (Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ), ήταν ενσωματωμένο στη 12η Στρατιά. Για τα «μέτρα εκτέλεσης» βρίσκονταν στη διάθεση του ειδικού αποσπάσματος προσωπικό της Βέρμαχτ από τη Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία και τη διοίκηση του στρατού. Ερευνήθηκαν αρχεία, βιβλιοθήκες, συντακτικές επιτροπές εφημερίδων, εκκλησιαστικές υπηρεσίες, δημόσιες αρχές, τραπεζικές θυρίδες, νοσοκομεία, κατοικίες, εμπορικά και θρησκευτικά ιδρύματα και πραγματοποιήθηκαν βάναυσες αστυνομικές ανακρίσεις. Το απόσπασμα κατέσχεσε και μετέφερε στη Γερμανία πολύτιμα ιστορικά ντοκουμέντα, αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς και λειτουργικά [θρησκευτικά] αντικείμενα, μεταξύ αυτών, 10.000 βιβλία από εβραϊκές βιβλιοθήκες της Θεσσαλονίκης. Στόχος αυτών των ενεργειών ήταν η παραγωγή επιχειρημάτων για την αντισημιτική προπαγάνδα και η συλλογή [και καταγραφή] στατιστικού υλικού καθώς και ονομάτων, διευθύνσεων, θέσεων εργασίας, ιδιοκτησίας και περιουσίας: Πληροφορίες που ήταν σημαντικές για τον «ορθολογικό» τρόπο της γενοκτονίας που προετοιμάστηκε από τον Ρόζενμπεργκ, για την «Τελική Λύση του εβραϊκού ζητήματος» του Χίτλερ.

Το καλοκαίρι του 1942 η Βέρμαχτ αύξησε την πίεση στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης. Η στρατιωτική διοίκηση διέταξε υποχρεωτική καταναγκαστική εργασία για τους Εβραίους. Κάτω από απάνθρωπες συνθήκες οι εργάτες χρησιμοποιήθηκαν για την εξόρυξη μεταλλεύματος, μεταξύ άλλων, από το κοντσέρν Krupp (Κρουπ) στην πόλη Έσσεν (Γερμανία) που εκμεταλλεύονταν τα ορυχεία εξόρυξης χρωμίου για τη γερμανική πολεμική οικονομία καθώς και στην κατασκευή οδών και αεροδρομίων. Η επιχείρηση έφερε όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της «εξόρυξης μέσω της εργασίας». Την «αρχή» αυτή κατά την εξόντωση εθνικών ή πολιτικών «εχθρών», την χρησιμοποίησε το ναζιστικό Ράιχ, ιδιαίτερα από το φθινόπωρο του 1941, λόγω των μεγάλων απωλειών των Γερμανών μπροστά από τη Μόσχα. Περιελάμβανε την όσο το δυνατό πλήρη αξιοποίηση της εργατικής δύναμης των μελλοθάνατων πριν την εξόντωσή τους. Για το σκοπό αυτό ο Αρχηγός της Υπηρεσίας Οικονομίας και Διοίκησης των SS, αντιστράτηγος των SS, Pohl (Πολ), είχε διατάξει, ότι η χρησιμοποίηση πρέπει «να είναι εξαντλητική με την πραγματική σημασία της λέξης, ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη απόδοση». Κατά την εκτέλεση αυτής της διαταγής στην περιοχή Θεσσαλονίκη-Αιγαίο, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέθαναν πάνω από τετρακόσιοι εβραίοι εργάτες λόγω της καταναγκαστικής εργασίας. Οι εξαντλημένοι, ετοιμοθάνατοι εργάτες δεν μπορούσαν πλέον να αποδώσουν. Παρ΄ όλα αυτά, για να μπορέσει να αντλήσει κέρδος, δοθείσης αυτής της ευκαιρίας, ο σύμβουλος της στρατιωτικής διοίκησης Merten (Μέρτεν) σκαρφίστηκε το «κόλπο», η εβραϊκή κοινότητα να πληρώσει για την απελευθέρωση από την θανατηφόρα καταναγκαστική εργασία ένα χρηματικό ποσό ύψους πολλών εκατομμυρίων Μάρκων του Ράιχ.

Στις αρχές του 1943 οι γερμανοί στρατιωτικοί και διπλωμάτες ζήτησαν από τις ιταλικές στρατιωτικές αρχές, οι Εβραίοι που ζούσαν στη ζώνη τους να υποταχθούν στα μέτρα για την «Τελική Λύση». Ο αρχιστράτηγος Λερ, πίεσε τον ιταλό διοικητή, στρατηγό Carlo Geloso (Κάρλο Τζελόζο), να ακολουθήσει το γερμανικό παράδειγμα με τους εκεί ζώντες έλληνες Εβραίους.


«Τελική Λύση» στη Θεσσαλονίκη

Όταν οι Ιταλοί το απέρριψαν, οι Γερμανοί από την άνοιξη του 1943 ξεκίνησαν στη δική τους καθώς και στη βουλγαρική ζώνη της Ελλάδας με την «Τελική Λύση». Όταν εκτοπίστηκαν οι πρώτοι 4000 έλληνες Εβραίοι της επαρχίας Μπέλο Μόριε, όπως ονόμαζαν οι Βούλγαροι την περιοχή που άρπαξαν από την Ελλάδα, μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι περισσότεροι στην Τρεμπλίνκα, όπου σχεδόν όλοι –περίπου το 97%- θανατώθηκαν αμέσως με [δηλητηριώδες] αέριο.

Στις αρχές Ιανουαρίου 1943 έλαβαν χώρα στην Αθήνα διαβουλεύσεις μεταξύ του εξουσιοδοτημένου του Ράιχ στην Ελλάδα, Günter Altenburg (Γκύντερ Άλτενμπουργκ) του οποίου εκπρόσωπος στη Θεσσαλονίκη ήταν ο Γενικός Πρόξενος, Schönberg (Σένμπεργκ), του Ανώτατου Διοικητή της Ομάδας Στρατιών Ε, του Διοικητή Θεσσαλονίκης-Αιγαίου και των SS, όπου συζητήθηκαν λεπτομέρειες για μια γρήγορη «Τελική Λύση» στην περιοχή Θεσσαλονίκη-Αιγαίο και ορίστηκαν η πορεία και οι υπευθυνότητες. Για την «Τελική Λύση» στην περιοχή Θεσσαλονίκη-Αιγαίο, η συνάντηση υψηλού επιπέδου του Ιανουαρίου καθόρισε μια ημερομηνία έξι έως οκτώ εβδομάδων. Τα δυό τρίτα όλων των Εβραίων της Ελλάδας, περίπου 50.000 άνθρωποι, ζούσαν σ΄ αυτή την περιοχή. Σε μια συντονισμένη ενέργεια της Βέρμαχτ, των υπηρεσιών του εξουσιοδοτημένου του Ράιχ, Άλτενμπουργκ, των αποσπασμάτων της Υπηρεσίας Ασφαλείας της Αστυνομίας και της Υπηρεσίας Ασφαλείας των SS, από τον Ιανουάριο του 1943 πραγματοποιήθηκε η καταγραφή, η απαλλοτρίωση, η γκετοποίηση και ο εκτοπισμός των Εβραίων. Στις 6 Φεβρουαρίου 1943 η στρατιωτική διοίκηση διέταξε τη σήμανση και τη γκετοποίηση. Την 1η Μαρτίου όλοι οι Εβραίοι έπρεπε να καταθέσουν μια λεπτομερή δήλωση για τα περιουσιακά τους στοιχεία. Λίγες μέρες αργότερα δημεύτηκε όλη η περιουσία τους. Όλα τα χρήματα, που ήταν σε μετρητά, έπρεπε να παραδοθούν. Η στρατιωτική διοίκηση, δυνάμει της εκτελεστικής εξουσίας που της είχε δοθεί, ανακοίνωσε τα μέτρα τρομοκρατίας. Την εφαρμογή τους την ανέθεσε σε έμπειρους επαγγελματίες, υπεύθυνους για «ζητήματα που αφορούν την Τελική Λύση» του παραρτήματος της Υπηρεσίας Ασφαλείας της Θεσσαλονίκης και στο ειδικό απόσπασμα της Υπηρεσίας Ασφαλείας υπό τη διεύθυνση του συνεργάτη τού Eichmann (Άιχμαν), λοχαγό των SS, Wisliceny (Βισλίτσενυ) (ειδικό απόσπασμα της Υπηρεσίας Ασφαλείας της Αστυνομίας για ζητήματα Εβραίων). Στις 15 Μαρτίου 1943 έγινε η πρώτη μεταγωγή στο χιλιάδες χιλιόμετρα μακρινό Άουσβιτς. Για να γίνει πλήρης εκμετάλλευση της μικρής χωρητικότητας που υπάρχει εν καιρώ πολέμου και να κρατηθεί το προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα, τους ανθρώπους τούς στρίμωξαν σε βαγόνια μεταφοράς ζώων. Μ΄ αυτό τον τρόπο εκτοπίζονταν 2600 έως 2800 άνθρωποι ανά μεταγωγή. Πολλοί δεν επέζησαν από τις μεταγωγές διάρκειας εννέα ημερών και έφθαναν στο Άουσβιτς νεκροί. Σχεδόν όλοι οι Εβραίοι από την Ελλάδα οδηγούνταν αμέσως, από τη ράμπα στους θαλάμους αερίων. Ο διοικητής του Άουσβιτς, Höß (Χες), δήλωσε αργότερα, ότι επειδή οι έλληνες Εβραίοι σωματικά δεν ήταν ικανοί για εργασία, μεταξύ άλλων στα εργοστάσια της βιομηχανίας IG-Farben, έπρεπε να δολοφονούνται αμέσως. Διέταξε μόνο να μεταφερθούν μερικές γυναίκες από το Μπλοκ 10, όπου ο καθηγητής Clauberg (Κλάουμπεργκ) πραγματοποιούσε επάνω τους μαρτυρικά ιατρικά πειράματα.

Το χρονοδιάγραμμα που προκαθορίστηκε τον Ιανουάριο, τηρήθηκε. Σε σύντομο διάστημα οι Ναζί εκτόπισαν περίπου 50.000 Εβραίους από τη γερμανική ζώνη κατοχής στα στρατόπεδα εξόντωσης. Η παλιά εβραϊκή κοινότητα που υπήρχε για 2.000 χρόνια στη Θεσσαλονίκη, χαρακτηριζόμενη συχνά ως «Μικρή Ιερουσαλήμ», εξαλείφθηκε εντελώς.


Ανθρωποκυνηγητό στην ιταλική ζώνη κατοχής

Ο ανώτατος διοικητής, Λερ, και ο «εξουσιοδοτημένος του Ράιχ», Άλτενμπουργκ, αύξησαν τώρα τις πιέσεις στους Ιταλούς, ώστε να αρχίσουν επιτέλους με την «Τελική Λύση». Για να αποδυναμώσουν το επιχείρημα των Ιταλών, ότι εξαιτίας των εκτοπίσεων από τη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει διαθέσιμος χώρος σε καράβια ή σε βαγόνια, το υπουργείο Εξωτερικών πρότεινε, οι Εβραίοι της ιταλικής ζώνης μέχρι να υπάρξουν νέες δυνατότητες εκτοπισμού, θα έπρεπε προσωρινά να «τους βάλλουν σε στρατόπεδα συλλογής και οι ικανές για εργασία δυνάμεις» να χρησιμοποιηθούν «ως ομάδες οικοδόμησης για τις οχυρώσεις ή για τη βελτίωση των σιδηροδρομικών γραμμών», σύμφωνα με το πρότυπο δράσης του καλοκαιριού του 1942 στη Θεσσαλονίκη. Σε μια επιστολή αναφέρεται, ότι ο Άλτενμπουργκ, θεωρεί, ότι «ένα τέτοιο σχέδιο είναι αμέσως εφαρμόσιμο και επιθυμητό». Την πίεση που ασκούνταν από τους Γερμανούς, οι ιταλοί διοικητές εξακολουθούσαν να την αγνοούν, έτσι που οι Εβραίοι στο μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδας είχαν ακόμη μια μικρή ανάπαυλα.

Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, η γερμανική «Τελική Λύση» επεκτάθηκε αμέσως σε όλη την Ελλάδα. Στις 3 Οκτωβρίου 1943 ο ανώτατος φύρερ των SS και της αστυνομίας, διέταξε την καταγραφή των Εβραίων. Δεδομένου ότι για την «καταγραφή» δηλώθηκαν μόνο λίγοι Εβραίοι, ο διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Σπάιντελ, διέταξε να απαλλοτριωθούν αμέσως όλοι οι Εβραίοι που δεν είχαν καταχωρηθεί. Η Βέρμαχτ και η Υπηρεσία Ασφαλείας των SS ξεκίνησαν με το κυνηγητό των Εβραίων. Στην ηπειρωτική χώρα μπόρεσαν πολλοί από αυτούς να κρυφτούν ή τρεπόμενοι σε φυγή να διασωθούν στους αριστερά-προσανατολισμένους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Στα νησιά όμως και στην περιοχή γύρω από τα Ιωάννινα, όπου ο δεξιά-προσανατολισμένος στρατός των ανταρτών του ΕΔΕΣ υποστήριζε τα αντιεβραϊκά μέτρα, έπεσαν σχεδόν όλοι στα χέρια των Γερμανών. Σχετικά με τον εκτοπισμό, λίγο διάστημα αργότερα, ξεκίνησε η εφαρμογή των μέτρων ενάντια στους 2.000 Εβραίους της Κέρκυρας. Ο υπεύθυνος για τη στρατιωτική κατάσταση του εχθρού της Ομάδας του Σώματος Στρατού στα Ιωάννινα, παρακάλεσε στις 28 Απριλίου 1944 τον προϊστάμενό του αξιωματικό άμυνας της Ομάδας Στρατιών Ε, ώστε να ξεκινήσει στο νησί όσο το δυνατό συντομότερα με την εφαρμογή των μέτρων για την «Τελική Λύση». Ο αξιωματικός αυτός στα Ιωάννινα επέστησε την προσοχή σε ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα για ένα γρήγορο εκτοπισμό: Θα εξαφανίζονταν πολλά «άχρηστα παράσιτα». Η μεταγωγή σήμαινε «μια μη αμελητέα ανακούφιση της επισιτιστικής κατάστασης». Αφότου το πολεμικό ναυτικό διέθεσε ένα μικρό χώρο σε πλοία και η Ομάδα Στρατιών τα επίσης λιγοστά καύσιμα για τη μεταγωγή στην ηπειρωτική χώρα, άρχισε ο εκτοπισμός. Στις 17 Ιουνίου 1944 ο διοικητής της Υπηρεσίας Ασφαλείας της Αστυνομίας της Κέρκυρας, υπεύθυνος για τη γενική διοίκηση του ΧΧΙΙ Ορεινού Σώματος Στρατού, ανέφερε, ότι μεταφέρθηκαν όλοι οι Εβραίοι, συνολικά 1795 άτομα.

Τα τελευταία θύματα ήταν οι Εβραίοι στη Ρόδο. Στις 13 Ιουλίου 1944 ο διοικητής του ανατολικού Αιγαίου, αντιστράτηγος Kleemann (Κλέεμαν), διέταξε την καταγραφή, τη γκετοποίηση και την απαλλοτρίωση των Εβραίων. Στη συνέχεια άρχισε ο εκτοπισμός. Λίγες βδομάδες πριν από το τέλος της γερμανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, ξεκίνησε η τελευταία μεταγωγή από τη Ρόδο στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς, που βρίσκονταν σχεδόν 3.000 χιλιόμετρα μακριά.

Το 83% του προπολεμικού πληθυσμού των Εβραίων της Ελλάδας έπεσε θύμα της «Τελικής Λύσης». Σχετικά με την «καταγραφή» των Εβραίων των Ιωαννίνων στις 25 Μαρτίου 1944, έκανε αναφορά ένα απόσπασμα της ομάδας της Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (GFP) 621 στο ΧΧΙΙ Ορεινό Σώμα Στρατού. Σύμφωνα με την προηγούμενη γκετοποίηση, [με βάση αυτή την αναφορά], είχαν συλληφθεί, χάρη στην «υποδειγματική» συνεργασία της Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας με άλλες μονάδες της Βέρμαχτ, της Στρατιωτικής Χωροφυλακής καθώς και της ελληνικής και της γερμανικής αστυνομίας, όλοι οι Εβραίοι και το 95% από αυτούς εκτοπίστηκαν –συνολικά 1725 άνθρωποι. Αντίσταση υπήρξε μόνο από το αριστερά-προσανατολισμένο ΕΑΜ. Από τους κύκλους του δεξιά-προσανατολισμένου ΕΔΕΣ υπήρξε «πλήρης συναίνεση».


Ο Martin Seckendorf είναι ιστορικός. Μεταξύ άλλων, υπήρξε συνεκδότης του συλλογικού έργου «Η Ευρώπη κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό. Η γερμανική κατοχική πολιτική του γερμανικού φασισμού (1938 έως 1945)», 8 τόμοι. Ο 6ος τόμος που επιμελήθηκε από τον Martin Seckendorf αναφέρεται στην κατοχική πολιτική του γερμανικού φασισμού στη Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα, την Αλβανία, την Ιταλία και την Ουγγαρία (1941-1945). Το 1991 οι εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» εξέδωσαν το βιβλίο με τίτλο «Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό», που αποτελεί μέρος του 6ου τόμου (ΣτΜ).

Πηγή: Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα junge Welt σε σειρά άρθρων (στις 04/07/2000, 13/07/2000, 15/07/2000 και 11/09/2000) και έκτοτε έχει επικαιροποιηθεί. Εδώ το δημοσιεύουμε στην τελική του μορφή.

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_____________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Σχετικά με τη συμφωνία των Γερμανών με τους Άγγλους, είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Albert Speer (Άλμπερτ Σπέερ) (1905-1981), ο οποίος υπήρξε υπουργός Πολεμικής Βιομηχανίας στη Γερμανία κατά την περίοδο της ναζιστικής κυριαρχίας. Αντιγράφουμε εδώ το απόσπασμα που σχετίζεται με το θέμα για το οποίο κάνει λόγο ο Martin Seckendorf, συγκεκριμένα, από μια συνέντευξη που πήρε ο δημοσιογράφος Βάσος Μαθιόπουλος από τον Σπέερ το 1976 στη Χαϊδελβέργη (Γερμανία) μετά την εικοσαετή φυλάκισή του από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης.

Μαρτυρία-Ντοκουμέντο (απόσπασμα)


«Ερώτηση: Υπάρχει κανένα γεγονός που αφορά την Ελλάδα, άσχετα από τη βαλκανική εκστρατεία, το οποίο κατά την αντίληψή σας, υπήρξε ιστορικά αξιοσημείωτο κατά τη διάρκεια του πολέμου;

Σπέερ: Είμαι αυτήκοος μάρτυς ενός γεγονότος που μας είχε προκαλέσει πολύ μεγάλη εντύπωση το φθινόπωρο του 1944.

Θυμάμαι συγκεκριμένα, ότι ο στρατηγός Γιοντλ, ο αρχηγός του γερμανικού επιτελείου, ήρθε μια μέρα και με βρήκε και μου ανέφερε ότι επήλθε μια συμφωνία σε υψηλό επίπεδο μεταξύ Αγγλίας και Γερμανίας, που αφορούσε την Ελλάδα. Η συμφωνία αυτή πρωτοφανής μέχρι τότε, και όπως γνωρίζω μοναδική σ΄ όλο το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφορούσε, όπως μου είπε ο Γιοντλ τουλάχιστον, την εκκένωση απ΄ τα γερμανικά στρατεύματα της Ελλάδας, χωρίς βρετανική ενόχληση.

Η πληροφορία για το περίεργο αυτό «Τζέντλεμεν αγκρίμεντ» μεταξύ Λονδίνου και Βερολίνου, προκάλεσε σε όλους, όσους την έμαθαν, κατάπληξη. Και πράγματι οι Άγγλοι την τήρησαν. Τα γερμανικά πολεμικά και μεταγωγικά, έμφορτα με στρατό απ΄ τα ελληνικά νησιά πέρασαν το φθινόπωρο του 1944 ανενόχλητα μπροστά στα μάτια των Βρετανών κι ανάμεσα από τα βρετανικά υποβρύχια στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Δυό Άγγλοι ιστορικοί, που έμαθαν ότι γνώριζα την πληροφορία αυτή, μου έγραψαν μεταπολεμικά και μου ζήτησαν συγκεκριμένες πληροφορίες. Μου ανέφεραν, ότι από τα βρετανικά αρχεία δεν μπόρεσαν να διασταυρώσουν την πληροφορία αυτή. Θα ήθελα να προσθέσω, ότι τη συμφωνία αυτή γνώριζε και ο Όβεν όπως προκύπτει από το βιβλίο του. (Ο φον Όβεν που ήταν διευθυντής Τύπου του υπουργείου Προπαγάνδας, αναφέρει σε βιβλίο του που έγραψε μετά τον πόλεμο, ότι ο Γκαίμπελς είχε μετάσχει ο ίδιος στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμφωνίας αυτής. Επίσης γράφει υπό μορφή ημερολογίου στο βιβλίο του, ότι ο Γκαίμπελς του διηγήθηκε την υπόθεση χωρίς να του πει το λόγο για τον οποίο ο Χίτλερ δέχτηκε σ΄ αυτή την περίπτωση να συνεννοηθεί με την Αγγλία).

Το τίμημα της συμφωνίας, κατά τη δική μου γνώμη, ήταν να παραχωρηθεί η Θεσσαλονίκη από τους Γερμανούς στους Άγγλους, να μπορέσουν να την καταλάβουν αμαχητί και μ΄ αυτό τον τρόπο η Ελλάδα να περιέλθει στο δυτικό στρατόπεδο. Και βέβαια ο Χίτλερ θα διατηρούσε ανέπαφες τις δυνάμεις του που κατείχαν τον ελληνικό χώρο.

Ο Χίτλερ, όπως θυμάμαι, απαγόρευσε ρητά να επαναληφθεί ανάλογη συμφωνία. Θα μπορούσε βέβαια να είχε συμβεί και σ΄ άλλες περιπτώσεις, κι αυτό θα ήταν καλό, αλλά δυστυχώς δεν επαναλήφθηκε.

Ερώτηση: Ο ίδιος ο Χίτλερ συμφώνησε να γίνει η συμφωνία αυτή με την Αγγλία; Σε ποιο επίπεδο έγινε αυτή η μυστική διαπραγμάτευση, που και ποιος είχε την πρωτοβουλία γι΄ αυτήν;

Σπέερ: Νομίζω, ότι η συμφωνία πρέπει να έκλεισε στη Λισσαβώνα και το ποιος είχε την πρωτοβουλία πρώτος δεν ξέρω, αλλά πιστεύω, ότι δεν έγινε σε διπλωματικό επίπεδο αλλά πολύ ψηλότερο, ακριβώς για να μη υπάρξουν ακριτομύθιες. Οι Άγγλοι βέβαια δεν το δημοσιεύουν τώρα και αντιλαμβάνομαι το λόγο. Η συμφωνία αυτή, που έκαναν με τον Χίτλερ ήταν βέβαια αντίθετη προς τα συμφέροντα των τότε συμμάχων τους. Και ως προς αυτό το σημείο, διατηρούν τα αρχεία τους απόρρητα. Ο Χίτλερ, όπως θυμάμαι, είχε συμφωνήσει πριν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις να γίνει η Συμφωνία αυτή»

(Πηγή: Οι Ναζί για την Εθνική Αντίσταση στην Ελλάδα. Επτά απόρρητες εκθέσεις του Γενικού Επιτελείου του Χίτλερ. σ. 104-106. Εκδόσεις Δρόμων / Μηνύματα, 2η έκδοση, Αθήνα 2012)


[2] Σε ό,τι αφορά τα στατιστικά στοιχεία, είναι αναγκαίο να γίνει μια συμπλήρωση, διότι οι συνολικές απώλειες για την Ελλάδα, που αναφέρονται από τον συγγραφέα, δεν περιλαμβάνουν όλα τα δεδομένα.

Στο βιβλίο «Η Μαύρη Βίβλος της Κατοχής», σ. 126, (υπεύθυνος Μανώλης Γλέζος, β΄ έκδοση, Αθήνα 2006), αναφέρεται: «Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το στοιχείο ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας το 1940 ήταν 7.344.860 άτομα, το 1944 κατήλθε στα 6.805.000 και το 1947 ήταν 7.367.405, ενώ έπρεπε να ξεπερνάει τα 8.500.000. Τα στοιχεία αυτά καταδείχνουν το έγκλημα γενοκτονίας που διέπραξε ο Χίτλερ σε βάρος της πατρίδας μας και του λαού της. 1.770 χωριά καταστράφηκαν, 400.000 σπίτια πυρπολήθηκαν. Σε 1.106.922 ανέρχονται οι απώλειες του πληθυσμού μας, δηλαδή το 15% του συνόλου, χάθηκε στις πολύνεκρες μάχες στα διάφορα μέτωπα (70.000), από τα εκτελεστικά αποσπάσματα (56.225), στα στρατόπεδα της Γερμανίας (105.000), από την πείνα και σχετικές ασθένειες (600.000), από την υπογεννητικότητα (300.000)».

Στη συνέχεια παρατίθεται –στο ίδιο βιβλίο- ο πιο κάτω Πίνακας:

Νεκροί πολέμου 1940-41
13.327

Εκτελεσμένοι (σε ολόκληρη την Ελλάδα)
56.225

Θανόντες όμηροι (στα γερμανικά στρατόπεδα)
105.000

Νεκροί από βομβαρδισμούς
7.120

Νεκροί σε μάχες της Εθνικής Αντίστασης
(σύμφωνα με γερμανικά στοιχεία)
20.650

Νεκροί στη Μέση Ανατολή

1.100

Απώλειες Εμπορικού Ναυτικού

3.500

Σύνολο

206.922


Νεκροί από πείνα και σχετικές ασθένειες

600.000

Απώλειες από υπογεννητικότητα

300.000


Σύνολο απωλειών

1.106.922

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.