Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Ο φασισμός



Πριν από ογδόντα χρόνια, το καλοκαίρι του 1935, συνήλθε στη Μόσχα το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Οι παρόντες στο Συνέδριο αντιπροσώπευαν περίπου τέσσερα εκατομμύρια κομμουνιστές στο κόσμο. Στο επίκεντρο του 7ου Συνεδρίου βρίσκονταν η εισήγηση του Γκεόργκι Δημητρόφ «Η επίθεση του φασισμού και τα καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς στον αγώνα για την ενότητα της εργατικής τάξης ενάντια στο φασισμό», η οποία προέκυψε μετά από επεξεργασία πολύμηνης συλλογικής εργασίας. Με την ευκαιρία, αναδημοσιεύουμε αυτό το σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο.

του Γκεόργκι Δημητρόφ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ι. Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Ο ταξικός χαρακτήρας του φασισμού

Τι σημαίνει για τις μάζες η νίκη του φασισμού;

Είναι αναπόφευκτη η νίκη του φασισμού;

Ο φασισμός είναι μια απάνθρωπη, αλλά όχι σταθερή εξουσία

ΙΙ. ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ

Η σημασία του Ενιαίου Μετώπου

Τα κύρια επιχειρήματα των αντιπάλων του Ενιαίου Μετώπου

Περιεχόμενο και μορφές του Ενιαίου Μετώπου

Για το αντιφασιστικό λαϊκό μέτωπο

Κεντρικά ζητήματα του Ενιαίου Μετώπου στις διάφορες χώρες

α) Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής

β) Αγγλία

γ) Γαλλία

Το Ενιαίο Μέτωπο και οι φασιστικές μαζικές οργανώσεις

Το Ενιαίο Μέτωπο στις χώρες, όπου οι σοσιαλδημοκράτες βρίσκονται στην εξουσία

Ο αγώνας για την ενότητα των συνδικάτων

Το Ενιαίο Μέτωπο και η νεολαία

Το Ενιαίο Μέτωπο και οι γυναίκες

Το αντιιμπεριαλιστικό Ενιαίο Μέτωπο

Για την κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου

Για την ιδεολογική πάλη ενάντια στο φασισμό

ΙΙΙ. Η ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ

Η εδραίωση των Κομμουνιστικών Κομμάτων

Η πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης

Τελικά συμπεράσματα

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ

Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό πρέπει να είναι συγκεκριμένος

Προλεταριακό Ενιαίο Μέτωπο ή Αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο

Για το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας και τη θέση της στο Ενιαίο Μέτωπο του προλεταριάτου

Για την κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου

Για τη θέση μας απέναντι στην αστική δημοκρατία

Δε φτάνει να έχουμε σωστή γραμμή

Για τα στελέχη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ



Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ

(1935)


Ι. Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Σύντροφοι! Ήδη το 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς προειδοποίησε το διεθνές προλεταριάτο, ότι μια νέα φασιστική επίθεση βρίσκεται στο ξεκίνημά της και έκανε έκκληση για αγώνα ενάντια σ΄ αυτή την επίθεση. Το συνέδριο έδειξε, ότι «σχεδόν παντού εμφανίζονται φασιστικές τάσεις και σπέρματα ενός φασιστικού κινήματος με λιγότερο ή περισσότερο αναπτυγμένη μορφή».

Μόλις ξέσπασε η εξαιρετικά βαριά οικονομική κρίση, μόλις σημειώθηκε βαθιά όξυνση της γενικής κρίσης του καπιταλισμού και επαναστατικοποιήθηκαν οι εργαζόμενες μάζες, ο φασισμός πέρασε σε πλατιά επίθεση. Η κυρίαρχη μπουρζουαζία όλο και περισσότερο αναζητά τη σωτηρία της στο φασισμό, για να εφαρμόσει τα χειρότερα μέτρα καταλήστευσης σε βάρος των εργαζομένων, να προετοιμάσει έναν ιμπεριαλιστικό αρπακτικό πόλεμο, να επιτεθεί ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, να υποδουλώσει και διαμοιράσει την Κίνα και να εμποδίσει με όλα αυτά τα μέτρα την επανάσταση.

Οι ιμπεριαλιστικοί κύκλοι προσπαθούν να ρίξουν ολόκληρο το βάρος της κρίσης πάνω στους ώμους των εργαζομένων. Γι΄ αυτό χρειάζονται το φασισμό.

Θέλουν να λύσουν το πρόβλημα των αγορών υποδουλώνοντας τους αδύνατους λαούς, αυξάνοντας την αποικιακή καταπίεση και ξαναμοιράζοντας τον κόσμο διά μέσου του πολέμου. Γι΄ αυτό χρειάζονται το φασισμό.

Προσπαθούν να προλάβουν την αύξηση των δυνάμεων της επανάστασης συντρίβοντας το επαναστατικό κίνημα των εργατών και αγροτών και χτυπώντας στρατιωτικά τη Σοβιετική Ένωση, το προπύργιο του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι΄ αυτό χρειάζονται το φασισμό.

Σε μια σειρά χώρες, ιδιαίτερα στη Γερμανία, οι ιμπεριαλιστικοί αυτοί κύκλοι κατόρθωσαν να προετοιμάσουν την ήττα του προλεταριάτου πριν από την αποφασιστική στροφή των μαζών προς την επανάσταση, και να εγκαθιδρύσουν φασιστική δικτατορία.

Για τη νίκη, ωστόσο, του φασισμού είναι χαρακτηριστική ακριβώς η παρακάτω περίπτωση: Η νίκη αυτή, από τη μια μεριά, δείχνει την αδυναμία του προλεταριάτου, που αποδιοργανώθηκε και παράλυσε εξαιτίας της διασπαστικής πολιτικής της σοσιαλδημοκρατίας, από τη συνεργασία της με τη μπουρζουαζία. Όμως, από την άλλη μεριά, εκφράζει την αδυναμία της ίδιας της αστικής τάξης, που φοβάται την αποκατάσταση της αγωνιστικής ενότητας της εργατικής τάξης, τρέμει την επανάσταση και που δεν είναι πια σε θέση, να διατηρήσει τη δικτατορία πάνω στις μάζες με τις παλιές μεθόδους της αστικής δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού. Στο 17ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (Μπολσεβίκων), ο σύντροφος Στάλιν, είπε:

«Τη νίκη του φασισμού στη Γερμανία, δεν πρέπει να τη θεωρεί κανείς μόνο σαν δείγμα της αδυναμίας της εργατικής τάξης και σαν αποτέλεσμα της προδοσίας σε βάρος της εργατικής τάξης από την πλευρά της σοσιαλδημοκρατίας που έστρωσε το δρόμο στο φασισμό. Πρέπει να τη θεωρεί κανείς και σαν δείγμα της αδυναμίας της αστικής τάξης, σαν δείγμα, ότι η αστική τάξη δεν είναι πια σε θέση να ασκεί την εξουσία της με τις παλιές μεθόδους του κοινοβουλευτισμού και της αστικής δημοκρατίας, και μπροστά σ΄ αυτό  αναγκάζεται να μεταχειριστεί στην εσωτερική πολιτική τρομοκρατικές μεθόδους διακυβέρνησης –σαν δείγμα, ότι δεν είναι πια σε θέση να βρει διέξοδο από την τωρινή κατάσταση πάνω στη βάση μιας ειρηνικής εξωτερικής πολιτικής, και γι΄ αυτό είναι αναγκασμένη να χρησιμοποιήσει την πολιτική του πολέμου» (Ι. Β. Στάλιν: «Άπαντα», τόμος 13).


Ο ταξικός χαρακτήρας του φασισμού

Σύντροφοι, όπως σωστά τον χαρακτήρισε η 13η Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο φασισμός είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιστικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Η αντιδραστικότερη μορφή του φασισμού είναι ο γερμανικός φασισμός. Έχει την αναίδεια να αυτοαποκαλείται εθνικοσοσιαλισμός, παρ΄ όλο που δεν έχει τίποτα το κοινό με το σοσιαλισμό. Ο χιτλερικός φασισμός δεν είναι μόνο αστικός εθνικισμός είναι και ένας κτηνώδης σοβινισμός. Είναι το σύστημα διακυβέρνησης της πολιτικής αλητείας, το σύστημα της προβοκάτσιας και του βασανισμού της εργατικής τάξης και των επαναστατικών στοιχείων της αγροτιάς, των μικροαστικών στρωμάτων και της διανόησης. Είναι μεσαιωνική βαρβαρότητα και κτηνωδία, αχαλίνωτη επιθετικότητα ενάντια στους άλλους λαούς.

Ο γερμανικός φασισμός παίζει το ρόλο της δύναμης κρούσης της διεθνούς αντεπανάστασης, του κύριου αίτιου του ιμπεριαλιστικού πολέμου, του υποκινητή της σταυροφορίας ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, τη μεγάλη πατρίδα των εργαζομένων όλου του κόσμου.

Ο φασισμός δεν είναι μια μορφή διακυβέρνησης που τάχα «στέκεται πάνω κι από τις δυό τάξεις, το προλεταριάτο και την αστική τάξη», όπως για παράδειγμα ισχυρίστηκε ο Όττο Μπάουερ. Δεν είναι «τα εξεγερμένα μικροαστικά στρώματα, που κατέλαβαν την αστική κρατική μηχανή», όπως δηλώνει ο άγγλος σοσιαλιστής Μπραίηλσφορντ. Όχι. Ο φασισμός δεν είναι μια εξουσία πάνω από τάξεις, ούτε και είναι η εξουσία των μικροαστικών στρωμάτων ή του κουρελοπρολεταριάτου ενάντια στο χρηματιστικό κεφάλαιο. Ο φασισμός είναι η εξουσία του ίδιου του χρηματιστικού κεφαλαίου. Είναι η οργάνωση της τρομοκρατικής, βάρβαρης καταπίεσης της εργατικής τάξης και των επαναστατικών στοιχείων της αγροτιάς και της διανόησης. Στην εξωτερική πολιτική, ο φασισμός είναι σοβινισμός στην πιο βάρβαρη μορφή του, που καλλιεργεί ένα κτηνώδικο μίσος ενάντια στους άλλους λαούς.

Πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα τον πραγματικό αυτό χαρακτήρα του φασισμού, γιατί το πρόσχημα της κοινωνικής δημαγωγίας έχει δώσει τη δυνατότητα στο φασισμό να παρασύρει σε μια σειρά χώρες τις μικροαστικές μάζες, που λόγω της κρίσης έχουν ξεφύγει από τις γραμμές τους, καθώς και μερικά τμήματα των καθυστερημένων στρωμάτων του προλεταριάτου, που ποτέ τους δε θα ακολουθούσαν το φασισμό, αν είχαν κατανοήσει τον πραγματικό ταξικό του χαρακτήρα, την αληθινή φύση του.

Η ανάπτυξη του φασισμού και η ίδια η φασιστική δικτατορία, παίρνουν στις διάφορες χώρες διαφορετικές μορφές, ανάλογα με τις ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, ανάλογα με τις εθνικές ιδιομορφίες και τη διεθνή θέση της δοσμένης χώρας. Σε ορισμένες χώρες, και κύρια εκεί, όπου ο φασισμός δεν έχει πλατιά βάση μέσα στις μάζες και όπου ο αγώνας ανάμεσα στις ξεχωριστές ομάδες στο ίδιο το στρατόπεδο της φασιστικής μπουρζουαζίας είναι αρκετά σκληρός, δεν αποφασίζει αμέσως να διαλύσει το κοινοβούλιο και αφήνει στα άλλα αστικά κόμματα καθώς και στη σοσιαλδημοκρατία μια σχετική νομιμότητα. Σε άλλες χώρες, όπου η κυρίαρχη αστική τάξη φοβάται ένα άμεσο ξέσπασμα της επανάστασης, ο φασισμός εγκαθιδρύει την απεριόριστη μονοπωλιακή κυριαρχία του ή απότομα ή σταδιακά, αυξάνοντας όλο και πιο πολύ την τρομοκρατία και τις αιματηρές διαμάχες με όλα τα ανταγωνιζόμενα κόμματα και ομάδες. Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείει, τη στιγμή της ιδιαίτερης όξυνσης της κατάστασής του, να προσπαθήσει ο φασισμός να πλατύνει τη βάση του, και, χωρίς να αλλάξει την ταξική του υπόσταση, να συνδυάσει την ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία με μια άγαρμπη παραποίηση του κοινοβουλευτισμού.

Ο ερχομός του φασισμού στην εξουσία, δεν είναι μια απλή αντικατάσταση μιας αστικής κυβέρνησης από μιαν άλλη. Είναι η αλλαγή της μορφής διακυβέρνησης της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, της αστικής δημοκρατίας, με μιαν άλλη μορφή, την ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία. Το να παραβλέπουμε αυτή τη διαφορά είναι σοβαρό λάθος. Θα εμπόδιζε το επαναστατικό προλεταριάτο να κινητοποιήσει τα πλατιά στρώματα των εργαζομένων στην πόλη και στην ύπαιθρο, στον αγώνα ενάντια στην απειλή της αρπαγής της εξουσίας από τους φασίστες καθώς και στην εκμετάλλευση των αντιθέσεων που υπάρχουν μέσα στο στρατόπεδο της ίδιας της αστικής τάξης. Ωστόσο, δεν είναι λιγότερο σοβαρό και επικίνδυνο το σφάλμα του να υποτιμούμε τη σημασία που έχουν τώρα στις χώρες της αστικής δημοκρατίας τα οξυνόμενα αντιδραστικά μέτρα της αστικής τάξης για την εγκαθίδρυση της φασιστικής δικτατορίας. Εκείνα τα μέτρα, που οδηγούν στο πνίξιμο των δημοκρατικών ελευθεριών των εργαζομένων, στην παραποίηση και τον περιορισμό των δικαιωμάτων του κοινοβουλίου, στην όξυνση των αντιποίνων ενάντια στο επαναστατικό κίνημα.

Σύντροφοι, δεν πρέπει να φανταζόμαστε τον ερχομό του φασισμού στην εξουσία τόσο ομαλό και απλό, σαν να έπαιρνε μια οποιαδήποτε επιτροπή του χρηματιστικού κεφαλαίου την απόφαση να εγκαθιδρύσει τη συγκεκριμένη μέρα τη φασιστική δικτατορία. Στην πραγματικότητα, ο φασισμός φτάνει στην εξουσία συνήθως ύστερα από αμοιβαίο, κάποτε σκληρό αγώνα ανάμεσα στον ίδιο και στα παλιά αστικά κόμματα ή ένα συγκεκριμένο τμήμα αυτών των κομμάτων. Ακόμη και ύστερα από αγώνα και μέσα στο ίδιο το φασιστικό στρατόπεδο, που καμιά φορά οδηγεί ως τις ένοπλες συγκρούσεις, όπως είδαμε να γίνεται στη Γερμανία, στην Αυστρία και σε άλλες χώρες. Όλα αυτά όμως δε μειώνουν τη σημασία του γεγονότος, ότι πριν από την εγκαθίδρυση της φασιστικής δικτατορίας, οι αστικές κυβερνήσεις περνάνε κατά κανόνα ορισμένα στάδια και παίρνουν μια σειρά αντιδραστικά μέτρα, που προετοιμάζουν και βοηθούν άμεσα τον ερχομό του φασισμού στην εξουσία. Όποιος δεν αγωνίζεται σ΄ αυτά τα στάδια προετοιμασίας ενάντια στα αντιδραστικά μέτρα της αστικής τάξης και ενάντια στον ανερχόμενο φασισμό, αυτός, όχι μόνο δεν είναι σε θέση να εμποδίσει τη νίκη του φασισμού, αλλά αντίθετα την επιταχύνει κιόλας.

Οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας απόκρυψαν και συγκάλυψαν στις μάζες τον πραγματικό ταξικό χαρακτήρα του φασισμού, δεν τις κάλεσαν σε αγώνα ενάντια στα όλο και πιο σκληρά αντιδραστικά μέτρα της αστικής τάξης. Αυτοί φέρνουν τη μεγάλη ιστορική ευθύνη για το γεγονός, ότι στην πιο αποφασιστική στιγμή της φασιστικής επίθεσης, μια σημαντική μερίδα των εργαζομένων μαζών στη Γερμανία και σε μια σειρά άλλες χώρες που σήμερα είναι φασιστικές, δεν είδαν στο φασισμό το αιμοβόρο ληστρικό χρηματιστικό κεφάλαιο, τον πιο μεγάλο τους εχθρό και για το γεγονός, ότι οι μάζες αυτές δεν ήταν προετοιμασμένες για να αντισταθούν.

Που βρίσκεται η πηγή της επιρροής του φασισμού πάνω στις μάζες; Ο φασισμός καταφέρνει να κερδίζει τις μάζες, επειδή με δημαγωγικό τρόπο επικαλείται τις πιο καυτές τους ανάγκες. Ο φασισμός όχι μόνο υποδαυλίζει τις βαθιά μέσα στις μάζες ριζωμένες προλήψεις, αλλά ακόμη ποντάρει και στα πιο αγνά λαϊκά αισθήματα, στο αίσθημα της δικαιοσύνης, κάποτε μάλιστα και στις επαναστατικές παραδόσεις. Γιατί οι γερμανοί φασίστες, οι λακέδες αυτοί της μεγαλοαστικής τάξης και θανάσιμοι εχθροί του σοσιαλισμού, παριστάνουν τους «σοσιαλιστές» μπροστά στις μάζες και παρουσιάζουν τον ερχομό τους στην εξουσία σαν «επανάσταση»; Επειδή επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την πίστη στην επανάσταση και τον πόθο για σοσιαλισμό που ζουν μέσα στις καρδιές των εργαζομένων μαζών στη Γερμανία.

Ο φασισμός δρα για το συμφέρον των ιμπεριαλιστών των άκρων, αλλά μπροστά στις μάζες παρουσιάζεται με το ένδυμα του υπερασπιστή ενός ταπεινωμένου έθνους και επικαλείται τα προσβλημένα εθνικά αισθήματα, όπως για παράδειγμα ο γερμανικός φασισμός, που παράσυρε τα μικροαστικά στρώματα με το σύνθημα «Ενάντια στις Βερσαλλίες».

Ο φασισμός επιδιώκει την πιο αχαλίνωτη εκμετάλλευση σε βάρος των μαζών, τις πλησιάζει όμως με μια ραφιναρισμένη αντικαπιταλιστική δημαγωγία, εκμεταλλεύεται το βαθύ μίσος των εργαζομένων ενάντια στη ληστρική αστική τάξη, ενάντια στις τράπεζες, τα τραστ και τους μεγιστάνες του πλούτου, και ρίχνει συνθήματα, που στη δοσμένη στιγμή είναι τα πιο δελεαστικά για τις πολιτικά ανώριμες μάζες: Για παράδειγμα, στη Γερμανία το σύνθημα: «Το κοινό συμφέρον πάνω από το ατομικό». Στην Ιταλία: «Το κράτος μας δεν είναι καπιταλιστικό, είναι κράτος με σύστημα αυτοδιαχείρισης». Στην Ιαπωνία: «Για μιαν Ιαπωνία χωρίς εκμετάλλευση». Στις Ενωμένες Πολιτείες: «Για τη διανομή των περιουσιών» κτλ.

Ο φασισμός παραδίνει το λαό στο έλεος των πιο διεφθαρμένων, των πιο πουλημένων στοιχείων, όμως μπροστά στο λαό παρουσιάζεται με το αίτημα για μια «τίμια και αδέκαστη κυβέρνηση». Ο φασισμός, που ποντάρει στη βαθειά απογοήτευση των μαζών για τις κυβερνήσεις της αστικής δημοκρατίας, καμώνεται πως εξοργίζεται με τη διαφθορά (παράδειγμα οι υποθέσεις Μπάρματ και Σκλάρεκ στη Γερμανία, η υπόθεση Σταβίσκι στη Γαλλία και πολλές άλλες).

Ο φασισμός πιάνει στα δίχτυα τις απογοητευμένες μάζες που έχουν στρέψει τις πλάτες στα παλιά αστικά κόμματα, για το συμφέρον των πιο αντιδραστικών κύκλων της αστικής τάξης. Εντυπωσιάζει τις μάζες αυτές με την ορμητικότητα των επιθέσεών του ενάντια στις αστικές κυβερνήσεις, με την αδιάλλακτη στάση του απέναντι στα παλιά κόμματα της αστικής τάξης.

Ο φασισμός, που με τον κυνισμό του και τις απάτες του ξεπερνάει όλα τα είδη της αστικής αντίδρασης, προσαρμόζει τη δημαγωγία του στις εθνικές ιδιομορφίες των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων σε μια και μόνη χώρα. Φτάνοντας σε απόγνωση εξαιτίας της αθλιότητας, της ανεργίας και της αβεβαιότητας για την ίδια τους την ύπαρξη, οι μάζες των μικροαστικών στρωμάτων, καθώς ακόμη και μια μερίδα της εργατιάς πέφτουν θύματα της κοινωνικής και σοβινιστικής δημαγωγίας του φασισμού.

Ο φασισμός έρχεται στην εξουσία σαν κόμμα επίθεσης ενάντια στο επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου, ενάντια στις λαϊκές μάζες που βρίσκονται σε αναβρασμό. Ωστόσο παρουσιάζει τον ερχομό του στην εξουσία σαν ένα «επαναστατικό» κίνημα ενάντια στην αστική τάξη, στο όνομα «ολόκληρου του έθνους» και για τη «σωτηρία» του έθνους (ας θυμηθούμε την «πορεία» του Μουσολίνι στη Ρώμη, την «πορεία» του Πιλσούντσκι στη Βαρσοβία, την εθνικοσοσιαλιστική «επανάσταση» του Χίτλερ στη Γερμανία κτλ).

Όμως όποια μάσκα κι αν φορέσει ο φασισμός, με όποια μορφή κι αν παρουσιαστεί, και μ΄ όποιον τρόπο κι αν έρθει στην εξουσία,

ο φασισμός είναι η πιο βάρβαρη επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στις εργαζόμενες μάζες,

ο φασισμός είναι ο πιο αχαλίνωτος σοβινισμός και ο πιο ληστρικός πόλεμος, 

ο φασισμός είναι η λυσσασμένη αντίδραση και αντεπανάσταση,

ο φασισμός είναι ο χειρότερος εχθρός της εργατικής τάξης όλων των εργαζομένων!


Τι σημαίνει για τις μάζες η νίκη του φασισμού;

Ο φασισμός υποσχέθηκε στους εργάτες «δίκαιο μισθό», στην πραγματικότητα όμως τις έριξε σ΄ ένα πιο χαμηλό, σ΄ ένα άθλιο επίπεδο ζωής. Στους άνεργους υποσχέθηκε δουλειά, στην πραγματικότητα όμως τους έφερε ακόμη μεγαλύτερη πείνα, δουλειά σκλάβου και καταναγκαστική εργασία. Ο φασισμός, στην πραγματικότητα, μετατρέπει εργάτες και ανέργους σε παρίες της καπιταλιστικής κοινωνίας χωρίς καθόλου δικαιώματα, καταστρέφει τα συνδικάτα τους, τους αφαιρεί το δικαίωμα της απεργίας και το συνδικαλιστικό τύπο, τους σέρνει με τη βία στις φασιστικές οργανώσεις, αδειάζει τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, μεταβάλλει τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις σε στρατόπεδα, όπου κυριαρχεί η αχαλίνωτη αυθαιρεσία των καπιταλιστών.

Ο φασισμός υποσχέθηκε στην εργαζόμενη νεολαία, ότι θα της ανοίξει έναν πλατύ δρόμο προς ένα λαμπρό μέλλον. Στην πραγματικότητα έφερε στη νεολαία μαζικές απολύσεις από τα εργοστάσια, έφερε στρατόπεδα αναγκαστικής εργασίας και ασταμάτητη στρατιωτική εκγύμναση για έναν αρπακτικό πόλεμο.

Ο φασισμός υποσχέθηκε στους ιδιωτικούς υπαλλήλους, στους κατώτερους κρατικούς υπαλλήλους και στους διανοούμενους, ότι θα εξασφαλίσει την ύπαρξή τους, ότι θα καταργήσει την παντοδυναμία των τραστ και την κερδοσκοπία του τραπεζιτικού κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, τους έριξε σε ακόμη μεγαλύτερη απελπισία και αβεβαιότητα για το αύριο, τους υποδουλώνει κάτω από μια νέα γραφειοκρατία, που αποτελείται από τους πιο πιστούς οπαδούς του, ενώ δημιουργεί μια αφόρητη δικτατορία των τραστ και αυξάνει σε πρωτοφανή βαθμό τη διαφθορά και την αποσύνθεση.

Ο φασισμός υποσχέθηκε στην καταστραμμένη, εξαθλιωμένη αγροτιά, ότι θα καταργήσει τη δουλεία των χρεών, θα καταργήσει την πληρωμή του ενοικίου για τα κτήματα και ότι θα απαλλοτριώσει, μάλιστα χωρίς αποζημίωση, τη γη των γαιοκτημόνων σε όφελος των ακτημόνων και εξαθλιωμένων αγροτών. Στην πραγματικότητα, δημιουργεί μια πρωτοφανή κυριαρχία των τραστ και της φασιστικής κρατικής μηχανής σε βάρος της εργαζόμενης αγροτιάς και αυξάνει στο έπακρο την εκμετάλλευση της κύριας μάζας της αγροτιάς από τους μεγαλογαιοκτήμονες, τις τράπεζες και τους τοκογλύφους.

«Η Γερμανία ή θα γίνει μια χώρα για τους αγρότες ή θα πάψει να υπάρχει», δήλωσε πανηγυρικά ο Χίτλερ. Τι απόκτησαν όμως οι αγρότες στη Γερμανία από ο καθεστώς του Χίτλερ; Το χρεοστάσιο, [1] που κιόλας καταργήθηκε; Ή το νόμο περί κληρονομίας, που οδήγησε στο διώξιμο εκατομμυρίων αγροτόπαιδων απ΄ το χωριό και στη μετατροπή τους σε ζητιάνους; Οι εργάτες γης μεταβλήθηκαν σε μισοδουλοπάροικους, που έχουν χάσει ακόμη και το στοιχειώδες δικαίωμα της ελεύθερης εκλογής του τόπου διαμονής τους. Η εργαζόμενη αγροτιά έχασε τη δυνατότητα να πουλάει τα προϊόντα της παραγωγής της στην αγορά.

Και στην Πολωνία;

«Ο πολωνός αγρότης», γράφει η πολωνική εφημερίδα «Τσας», «χρησιμοποιεί μεθόδους και μέσα, που χρησιμοποιούν σίγουρα μόνο την εποχή του μεσαίωνα. Κρατάει τη φωτιά στο καμίνι και τη δανείζει στο γείτονά του, κάνει οικονομία ακόμη και στο δαδί. Ο ένας δίνει στον άλλο το βρώμικο σαπουνόνερο. Ξεβράζει τα βαρέλια από τις σαρδέλες για να βγάλει αλμυρό νερό. Δεν πρόκειται για κανένα παραμύθι. Πρόκειται για την πραγματική κατάσταση στο χωριό, που ο καθένας μπορεί να δει από κοντά».

Και αυτά, σύντροφοι, δεν τα γράφουν οι κομμουνιστές, τα γράφει μια πολωνική αντιδραστική εφημερίδα!
Αλλά δεν είναι μόνο αυτά.

Καθημερινά, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της φασιστικής Γερμανίας, στα μπουντρούμια της Γκεστάπο, στα πολωνικά κάτεργα, στη βουλγάρικη και φιλανδέζικη ασφάλεια, στη «Γκλάβνγιάτσα» του Βελιγραδίου, στη ρουμανική «Σιγκουράντσα», στα ιταλικά νησιά, τα καλύτερα παιδιά της εργατικής τάξης, επαναστάτες αγρότες, αγωνιστές για ένα καλύτερο μέλλον της ανθρωπότητας, υφίστανται τις πιο άγριες βιαιότητες και εξευτελισμούς, μπροστά στους οποίους ωχριούν οι πιο βρωμερές πράξεις της τσαρικής μυστικής αστυνομίας. Ο εγκληματικός γερμανικός φασισμός βασανίζει αλύπητα άνδρες μπροστά στις γυναίκες τους, στέλνει πακέτα στις μανάδες με τη στάχτη των δολοφονημένων παιδιών τους. Η στείρωση μεταβλήθηκε σε πολιτικό μέσο αγώνα. Στις αίθουσες βασανιστηρίων, όπου κρατάνε τους αντιφασίστες που έχουν συλλάβει, ρίχνουν δηλητηριώδεις ουσίες, τους σπάζουν τα χέρια, τους βγάζουν τα μάτια, τους κρεμάνε δεμένους, εφαρμόζουν τον τυμπανισμό, χαράζουν πάνω στο δέρμα τους αγκυλωτούς σταυρούς.

Έχω μπροστά μου μια στατιστική της Διεθνούς Κόκκινης Βοήθειας σχετικά με τους δολοφονημένους, τραυματισμένους, συλληφθέντες, ακρωτηριασμένους και βασανισμένους μέχρι θανάτου στη Γερμανία, Πολωνία, Ιταλία, Αυστρία, Βουλγαρία και Γιουγκοσλαβία. Μόνο στη Γερμανία, στο διάστημα της κυριαρχίας των εθνικοσοσιαλιστών, δολοφονήθηκαν πάνω από 4.200 άτομα, συνελήφθησαν 317.800, από τους οποίους 218.600 αντιφασίστες εργάτες, αγρότες, υπάλληλοι, διανοούμενοι, κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες και μέλη αντιπολιτευόμενων χριστιανικών οργανώσεων, τραυματίστηκαν και βασανίστηκαν άγρια. Στην Αυστρία, η «χριστιανική» φασιστική κυβέρνηση, από την εξέγερση του Φλεβάρη τον περασμένο χρόνο μέχρι σήμερα, δολοφόνησε 1900 άτομα, τραυμάτισε και ακρωτηρίασε 10.000 και συνέλαβε 40.000 επαναστάτες εργάτες. Και ο κατάλογος αυτός, σύντροφοι, δεν είναι καν ολοκληρωμένος.

Μου είναι δύσκολο να βρω λόγια, για να εκφράσω όλη μας την αγανάκτηση, όταν αναλογιζόμαστε τα μαρτύρια, που υφίστανται οι εργαζόμενοι τώρα σε μια σειρά φασιστικές χώρες. Οι αριθμοί και τα γεγονότα που αναφέρουμε, δεν ανταποκρίνονται ούτε στο ένα εκατοστό της πραγματικότητας από όλη την εκμετάλλευση και όλα τα βάσανα της λευκής τρομοκρατίας, που γεμίζουν την καθημερινή ζωή της εργατικής τάξης σε μερικές καπιταλιστικές χώρες. Ούτε ολόκληροι τόμοι δε μπορούν να δώσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα των άπειρων κτηνωδιών του φασισμού σε βάρος των εργαζομένων.

Βαθιά συγκινημένοι και γεμάτοι μίσος ενάντια στους φασίστες δήμιους, χαμηλώνουμε τη σημαία της Κομμουνιστικής Διεθνούς στη μνήμη των αξέχαστων συντρόφων μας Τζων Σερ, Φίτε Σούλτσε, Λίτγκενς στη Γερμανία, Κόλομαν Βάλλις και Μύνιχράϊτερ στην Αυστρία, Σάλλαϊ και Φυρστ στην Ουγγαρία, Κοφαρνττσίγιεφ, Λιοντιμπρόντσκι και Βόϊκοφ στη Βουλγαρία, στη μνήμη των χιλιάδων και χιλιάδων κομμουνιστών, σοσιαλδημοκρατών και εξωκομματικών εργατών, αγροτών, εκπροσώπων της διανόησης, που έδωσαν τη ζωή τους στον αγώνα ενάντια στο φασισμό.

Χαιρετίζουμε από το βήμα αυτό τον ηγέτη του γερμανικού προλεταριάτου και επίτιμο πρόεδρο του συνεδρίου μας, το σύντροφο Ταίλμαν. Χαιρετίζουμε τους συντρόφους Ράκοσι, Γκράμσι, Αντικάϊνεν, Γιόνκο Πάνοφ. Χαιρετίζουμε τον ηγέτη των ισπανών σοσιαλιστών Καμπαλλέρο, που οι αντεπαναστάτες έριξαν στη φυλακή, τον Τομ Μούνεϋ, που σαπίζει στο κελί τώρα και 18 χρόνια, τις χιλιάδες άλλους φυλακισμένους του κεφαλαίου και του φασισμού και τους δηλώνουμε: «Σύντροφοι στον αγώνα! Σύντροφοι στα όπλα! Δεν σας ξεχάσαμε! Είμαστε μαζί σας! Κάθε μας πνοή, την τελευταία σταγόνα από το αίμα μας θα δώσουμε για την απελευθέρωσή σας και για την απελευθέρωση όλων των εργαζομένων από το επαίσχυντο φασιστικό καθεστώς».

Σύντροφοι! Ο Λένιν μας έχει κιόλας υποδείξει, ότι η αστική τάξη μπορεί να τα καταφέρει να επιτεθεί με την πιο λυσσαλέα τρομοκρατία ενάντια στους εργαζόμενους και να αποκρούσει για λιγότερο ή περισσότερο σύντομα χρονικά διαστήματα τις ανερχόμενες δυνάμεις της επανάστασης, αλλά παρ΄ όλα αυτά, η αστική τάξη δεν μπορεί να αποφύγει την καταστροφή.

Ο Λένιν γράφει:

«Η ζωή θα νικήσει. Ας φωνάζει η αστική τάξη, ας λυσσάει σαν έξαλλη, ας υπερβάλλει, ας κάνει ανοησίες, ας εκδικείται από τα πριν τους μπολσεβίκους κι ας προσπαθεί να δολοφονήσει ακόμη εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, που μόλις χτες έγιναν μπολσεβίκοι ή πρόκειται να γίνουν αύριο (Ινδίες, Ουγγαρία, Γερμανία κτλ.). Χρησιμοποιώντας τέτοια μέσα, η αστική τάξη συμπεριφέρεται ακριβώς όπως συμπεριφέρθηκαν όλες οι καταδικασμένες από την ιστορία σε καταστροφή τάξεις. Οι Κομμουνιστές πρέπει να ξέρουν, ότι το μέλλον ανήκει οπωσδήποτε σ΄ αυτούς και γι΄ αυτό μπορούμε (και πρέπει) να συνδυάζουμε στην πανίσχυρη επαναστατική πάλη τον πιο μεγάλο ενθουσιασμό με την πιο ψύχραιμη και νηφάλια εκτίμηση της μανίας της αστικής τάξης.» (Βλ. Β. Ι. Λένιν «Εκλογή Έργων», τόμος 2, μέρος 2).

Ναι, αν εμείς και το προλεταριάτο όλου του κόσμου, ακολουθήσουμε χωρίς παρεκκλίσεις το δρόμο, που μας έδειξε ο Λένιν, η αστική τάξη, ό,τι κι αν συμβεί, θα καταποντιστεί.


Είναι αναπόφευκτη η νίκη του φασισμού;

Γιατί και με ποιο τρόπο μπόρεσε να νικήσει ο φασισμός;

Ο φασισμός είναι ο χειρότερος εχθρός της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Ο φασισμός είναι ο εχθρός, που στρέφεται ενάντια στα εννιά δέκατα του γερμανικού λαού, τα εννιά δέκατα του αυστριακού λαού, τα εννιά δέκατα των άλλων λαών των φασιστικών χωρών. Πως, με ποιον τρόπο κατόρθωσε να νικήσει αυτός ο φοβερός εχθρός;

Ο φασισμός μπόρεσε να έρθει στην εξουσία πριν απ΄ όλα, επειδή η εργατική τάξη ήταν διασπασμένη εξαιτίας της πολιτικής της συνεργασίας με την αστική τάξη, που ακολουθούσαν οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας και επειδή, απέναντι στην αστική τάξη, ήταν πολιτικά και οργανωτικά αφοπλισμένη.

Τα κομμουνιστικά κόμματα, πάλι, δεν ήταν αρκετά δυνατά, για να κινητοποιήσουν τις μάζες χωρίς τη σοσιαλδημοκρατία ή και ενάντιά της και να τις οδηγήσουν σε αποφασιστική μάχη ενάντια στο φασισμό.

Πράγματι! Ας σκεφτούν σοβαρά τα εκατομμύρια των σοσιαλδημοκρατών εργατών, που τώρα υποφέρουν μαζί με τα αδέρφια τους τούς κομμουνιστές κάτω από την τρομοκρατία της φασιστικής βαρβαρότητας. Αν το αυστριακό και γερμανικό προλεταριάτο, στα 1918 που ξέσπασε η επανάσταση στη Γερμανία και την Αυστρία, δεν είχε ακολουθήσει τη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία των Όττο Μπάουερ, Φρίντριχ Άντλερ και Ρένερ στην Αυστρία, των Έμπερτ και Σάϊντεμαν στη Γερμανία, αλλά είχε πάρει το δρόμο των ρώσων μπολσεβίκων, το δρόμο του Λένιν, τώρα δε θα υπήρχε φασισμός ούτε στην Αυστρία, ούτε στη Γερμανία, ούτε στην Ιταλία, ούτε στην Ουγγαρία, ούτε στην Πολωνία, ούτε στα Βαλκάνια. Όχι η αστική τάξη, αλλά η εργατική θα ήταν εδώ και καιρό κύριος της κατάστασης στην Ευρώπη.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την αυστριακή σοσιαλδημοκρατία. Η επανάσταση του 1918 την οδήγησε στο μεσουράνημα. Είχε τη δύναμη στα χέρια της, κατείχε γερές θέσεις στο στρατό και την κρατική μηχανή. Αν στηριζόταν σ΄ αυτές τις θέσεις, θα μπορούσε να πνίξει το σπόρο του φασισμού στη γέννησή του. Όμως αυτή παράδωσε τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης τη μια μετά την άλλη. Επέτρεψε στην αστική τάξη να στεριώσει τη δύναμή της, να καταργήσει το Σύνταγμα, να εκκαθαρίσει την κρατική μηχανή, το στρατό και την αστυνομία από τα στελέχη της σοσιαλδημοκρατίας και να πάρει μέσα από τα χέρια των εργατών τα όπλα. Επέτρεψε στους φασίστες ληστές, να δολοφονούν ατιμώρητα σοσιαλδημοκράτες εργάτες, αποδέχτηκε τους όρους του συμφώνου Χύττεμπεργκ, [2] που άνοιξε στα φασιστικά στοιχεία την είσοδο στις επιχειρήσεις. Σύγχρονα οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας διαπότισαν τα μυαλά των εργατών με το πρόγραμμα του Λιντς, που πρόβλεψε την πιθανότητα χρήσης βίας ενάντια στην αστική τάξη και την εγκαθίδρυση προλεταριακής δικτατορίας, και που διαβεβαίωνε τους εργάτες, ότι το Κόμμα θα απαντούσε με γενική απεργία και ένοπλο αγώνα, σε περίπτωση που η κυρίαρχη τάξη χρησιμοποιούσε βία ενάντια στην εργατιά. Λες και ολόκληρη η πολιτική προετοιμασίας της επιδρομής του φασισμού ενάντια στην εργατική τάξη δεν ήταν μια και μόνη αλυσίδα βίαιων πράξεων που καλύπτονταν με συνταγματικό μανδύα. Ακόμη και την παραμονή, αλλά και κατά τη διάρκεια των αγώνων του Φλεβάρη, η ηγεσία της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας άφησε την ηρωική Αμυντική Συμμαχία ν΄ αγωνίζεται απομονωμένη από τις πλατιές μάζες και οδήγησε το αυστριακό προλεταριάτο στην ήττα.

Μήπως ήταν στη Γερμανία αναπόφευκτη η νίκη του φασισμού;

Όχι, η γερμανική εργατική τάξη μπορούσε να την εμποδίσει.

Αλλά για να το καταφέρει αυτό, έπρεπε να δημιουργήσει το αντιφασιστικό και προλεταριακό, ενιαίο μέτωπο, έπρεπε να αναγκάσει τους ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας, να σταματήσουν την εκστρατεία ενάντια στους κομμουνιστές και να αποδεχτούν τις επανειλημμένες προτάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος για ενότητα δράσης ενάντια στο φασισμό.

Όταν εκδηλώθηκε η επίθεση του φασισμού και άρχισαν να περιορίζονται σταδιακά οι δημοκρατικές ελευθερίες από την πλευρά της αστικής τάξης, δεν έπρεπε να μείνει ευχαριστημένη από τα όμορφα ψηφίσματα της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά έπρεπε να απαντήσει με μαζικούς αγώνες, που θα ματαίωναν την πραγματοποίηση των φασιστικών σχεδίων της γερμανικής αστικής τάξης.

Δεν έπρεπε να επιτρέψει από την κυβέρνηση Μπράουν – Σέβερινγκ την απαγόρευση του Κόκκινου Μετώπου, αλλά έπρεπε να δημιουργήσει αγωνιστικούς δεσμούς ανάμεσα στο Κόκκινο Μέτωπο και τους κοντά ένα εκατομμύριο σιδηροδρομικούς, ώστε να αναγκαστούν οι Μπράουν και Σέβερινγκ να οπλίσουν και τη μια και την άλλη οργάνωση και να συντρίψουν τις φασιστικές συμμορίες.

Έπρεπε να υποχρεώσει τους ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας που βρίσκονταν επικεφαλής της κυβέρνησης στην Πρωσία, να πάρουν μέτρα αντίστασης ενάντια στο φασισμό, να συλλάβουν τους ηγέτες των φασιστών, να απαγορεύσουν τον Τύπο τους, να κατάσχουν τα υλικά τους μέσα, καθώς και τις περιουσίες των καπιταλιστών, που υποστήριζαν οικονομικά τις φασιστικές κινήσεις, να διαλύσουν τις φασιστικές οργανώσεις, να τις αφοπλίσουν, κτλ.

Ακόμη έπρεπε να επιβάλει την αποκατάσταση όλων των κοινωνικών παροχών και τη γενίκευσή τους, την άρση πληρωμής των χρεών και τη χορήγηση βοήθειας, κατά τις εποχές κρίσης, στους καταστραμμένους αγρότες και μάλιστα από τη φορολογία των τραπεζών και των τραστ, ώστε να εξασφάλιζε την υποστήριξη της εργαζόμενης αγροτιάς. Αυτό όμως δεν έγινε και ο φταίχτης είναι η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, γι΄ αυτό και μπόρεσε να νικήσει ο φασισμός.

Ήταν οπωσδήποτε αναπόφευκτος ο θρίαμβος της αστικής τάξης και της αριστοκρατίας στην Ισπανία, [3] σε μια χώρα, που οι δυνάμεις της προλεταριακής επανάστασης είναι τόσο στενά δεμένες με τον πόλεμο των αγροτών;

Οι ισπανοί σοσιαλιστές βρίσκονταν από τις πρώτες ημέρες της επανάστασης στην εξουσία. Πραγματοποίησαν αγωνιστικούς δεσμούς ανάμεσα στις εργατικές οργανώσεις όλων των πολιτικών κατευθύνσεων, συμπεριλαμβανομένων των κομμουνιστών και των αναρχικών; Συσπείρωσαν την εργατική τάξη σε μια ενιαία συνδικαλιστική οργάνωση; Απαίτησαν την κατάσχεση όλων των κτημάτων των γαιοκτημόνων, της εκκλησίας και των μοναστηριών σε όφελος των αγροτών, ώστε να τους κερδίσουν για την επανάσταση; Έκαναν καμιά προσπάθεια ν΄ αγωνιστούν για την αυτοδιάθεση των Καταλάνων, των Βάσκων ή για την απελευθέρωση του Μαρόκου; Εκκαθάρισαν το στρατό από τα μοναρχικά και τα φασιστικά στοιχεία; Προετοίμασαν το πέρασμα του στρατού με το μέρος των εργατών και αγροτών; Διέλυσαν την πολιτική φρουρά, το δήμιο όλων των λαϊκών κινημάτων, που τόσο τη μισούσε ο λαός; Χτύπησαν το φασιστικό κόμμα του Τζιλ Ρόμπλες και την εξουσία της καθολικής εκκλησίας; Όχι, δεν έκαναν τίποτα απ΄ αυτά. Αντίθετα, απόρριψαν την πρόταση των κομμουνιστών για την αποκατάσταση ενότητας δράσης ενάντια στην επίθεση της αστικο-φεουδαρχικής αντίδρασης και του φασισμού. Πέτυχαν την ψήφιση εκλογικών νόμων, που έδωσαν τη δυνατότητα στην αντίδραση να κερδίσει την πλειοψηφία στα Κόρτες, νόμων που καταδικάζουν το λαϊκό κίνημα, που με βάση αυτούς δικάζονται τώρα οι ηρωικοί ανθρακωρύχοι των Αστουριών. Επέτρεψαν, να πυροβολούνται αγρότες, που αγωνίζονταν για γη, από την πολιτική φρουρά.

Κι έτσι, η σοσιαλδημοκρατία, αποδιοργανώνοντας και διασπώντας τις γραμμές της εργατικής τάξης, προετοίμασε το δρόμο για την εξουσία στο φασισμό και στη Γερμανία και στην Αυστρία και στην Ισπανία.

Σύντροφοι! Ο φασισμός νίκησε ακόμη επειδή το προλεταριάτο ήταν απομονωμένο από τους φυσικούς του συμμάχους. Ο φασισμός νίκησε επειδή μπόρεσε να παρασύρει τις πλατιές μάζες της αγροτιάς, χάρη στο γεγονός, ότι η σοσιαλδημοκρατία ακολουθούσε στο όνομα της εργατικής τάξης εχθρική στην ουσία πολιτική απέναντι στους αγρότες. Ο αγρότης είδε να περνούν από την εξουσία μια σειρά σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Οι κυβερνήσεις αυτές αντιπροσώπευαν στα μάτια του την εξουσία της εργατικής τάξης, όμως καμιά απ΄ αυτές δεν έβαλε τέλος στα βάσανα των αγροτών, καμιά απ΄ αυτές δεν έδωσε γη στους αγρότες. Στη Γερμανία η σοσιαλδημοκρατία δεν έθιξε καθόλου του μεγαλοκτηματίες. Αντίθετα, πήρε μέτρα ενάντια στις απεργίες των εργατών γης. Το αποτέλεσμα ήταν, οι αγρότες να εγκαταλείψουν τα ρεφορμιστικά συνδικάτα προτού να έρθει ο Χίτλερ στην εξουσία και οι περισσότεροι να προσχωρήσουν στην οργάνωση «Ατσάλινα Κράνη» και στους Εθνικοσοσιαλιστές.

Ο φασισμός νίκησε ακόμη, γιατί κατάφερε να εισχωρήσει στις γραμμές της νεολαίας, τη στιγμή που η σοσιαλδημοκρατία απόδιωχνε την εργαζόμενη νεολαία από την ταξική πάλη. Όμως και το επαναστατικό προλεταριάτο δεν ανάπτυξε την απαραίτητη διαπαιδαγωγική δουλειά στη νεολαία και δεν έδωσε αρκετή προσοχή στην πάλη για τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και αιτήματά της. Ο φασισμός πόνταρε στη χαρακτηριστικά μεγάλη επαναστατικότητα της νεολαίας για αγωνιστική δραστηριότητα και κατάφερε να τραβήξει ένα σημαντικό μέρος στις γραμμές του. Η νέα γενιά δεν έχει δοκιμάσει τη φρίκη του πολέμου. Νιώθει πάνω στις πλάτες της όλο το βάρος της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας και της κατάπτωσης της αστικής δημοκρατίας. Ένα σημαντικό μέρος της νεολαίας, που δεν έβλεπε καμιά προοπτική για το μέλλον, ήταν ιδιαίτερα ευπρόσβλητο στη φασιστική δημαγωγία που του ζωγράφιζε ένα δελεαστικό μέλλον για την περίπτωση που θα νικούσε ο φασισμός.

Και μ΄ αυτή την ευκαιρία δεν μπορούμε να παραλείψουμε και μια σειρά λάθη των Κομμουνιστικών Κομμάτων, λάθη που εμπόδισαν τον αγώνα μας ενάντια στο φασισμό. Στις γραμμές μας υποτιμήθηκε με απαράδεκτο τρόπο ο κίνδυνος του φασισμού, πράγμα που μέχρι σήμερα δεν έχει εξαφανιστεί από παντού. Στα κόμματά μας υπήρχαν προηγούμενα απόψεις, όπως «Η Γερμανία δεν είναι Ιταλία», με την έννοια, πως ο φασισμός μπόρεσε βέβαια να νικήσει στην Ιταλία, αλλά στη Γερμανία, χώρα βιομηχανικά και πολιτιστικά αναπτυγμένη και μ΄ ένα εργατικό κίνημα με παράδοση σαράντα χρόνων, ο φασισμός είναι κάτι αδύνατο και η νίκη του αποκλείεται. Σήμερα, πάλι, μπορεί ν΄ ακούσει κανείς την άποψη, ότι ο φασισμός δε βρίσκει έδαφος στις χώρες της «κλασικής» αστικής δημοκρατίας. Τέτοιες απόψεις μπόρεσαν και μπορούν να οδηγήσουν στο να ελαττωθεί η επαγρύπνηση απέναντι στο φασιστικό κίνδυνο και να δυσκολευτεί η κινητοποίηση του προλεταριάτου σε αγώνα ενάντια στο φασισμό.

Μπορεί κανείς να αναφέρει και άλλες περιπτώσεις, που οι κομμουνιστές αιφνιδιάστηκαν, όταν οι φασίστες κατέλαβαν την εξουσία. Θυμηθείτε τη Βουλγαρία, όπου η ηγεσία του Κόμματός μας πήρε σχετικά με την κατάληψη της εξουσίας στις 9 του Ιούνη του 1923 «ουδέτερη», αλλά στην ουσία οπορτουνιστική θέση. Θυμηθείτε την Πολωνία, όπου η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, μην εκτιμώντας σωστά τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης, δεν μπόρεσε να δει το φασιστικό χαρακτήρα κατάληψης της αρχής από τον Πιλσούντσκι [4] το Μάη του 1926 και έγινε ουραγός των γεγονότων. Θυμηθείτε τη Φιλανδία, όπου το Κόμμα μας, ξεκινώντας από τη λαθεμένη άποψη, ότι η φασιστικοποίηση θα είναι πολύ αργή, παράβλεψε τις προετοιμασίες των ηγετικών ομάδων της αστικής τάξης για φασιστική κατάληψη της εξουσίας, πράγμα που αιφνιδίασε κόμμα και εργατική τάξη.

Όταν ο εθνικοσοσιαλισμός ήταν κιόλας στη Γερμανία ένα απειλητικό μαζικό κίνημα, υπήρχαν σύντροφοι, που γι΄ αυτούς η κυβέρνηση Μπρύνινγκ ήταν κιόλας μια κυβέρνηση της φασιστικής δικτατορίας και δήλωναν αλαζονικά: «Ώσπου να έρθει το Γ΄ Ράιχ του Χίτλερ στην εξουσία, θα είναι κιόλας νεκρό, κι εμείς θα έχουμε εγκαθιδρύσει μια νικηφόρα εργατική εξουσία».

Στη Γερμανία, οι σύντροφοί μας για ένα μεγάλο διάστημα δεν έλαβαν αρκετά υπόψη τους το πληγωμένο εθνικό αίσθημα και την οργή των μαζών ενάντια στη συνθήκη των Βερσαλλιών. Αντιμετώπισαν περιφρονητικά τις ταλαντεύσεις της αγροτιάς και των μικροαστικών κομμάτων. Με μεγάλη καθυστέρηση εμφάνισαν το πρόγραμμα για κοινωνική και εθνική απελευθέρωση. Αλλά και στη συνέχεια δεν είχαν κατανοήσει, πως έπρεπε να το προσαρμόσουν στις συγκεκριμένες ανάγκες και στο επίπεδο των μαζών, δεν ήξεραν καν, πώς να το εκλαϊκέψουν. Σε πολλές χώρες η ανάγκη ανάπτυξης μαζικού αγώνα ενάντια στο φασισμό, αντικαταστάθηκε από μια στείρα θεωρητικολογία για το χαρακτήρα του φασισμού «γενικά» και από τη σεχταριστική στενοκεφαλιά για τη θέση και λύση των επίκαιρων πολιτικών καθηκόντων του Κόμματος.

Σύντροφοι! Αναφερόμαστε στις αιτίες, που οδήγησαν στη νίκη του φασισμού, καταγγέλλουμε την ιστορική ευθύνη της σοσιαλδημοκρατίας για την ήττα της εργατικής τάξης, σημειώνουμε και τα δικά μας λάθη στον αγώνα ενάντια στο φασισμό, όχι για το λόγο ότι μας αρέσει να σκαλίζουμε το παρελθόν. Δεν είμαστε ιστορικοί του γραφείου, που ζουν μακριά από τη ζωή. Είμαστε αγωνιστές της εργατικής τάξης, που έχουν υποχρέωση να απαντήσουν στο ερώτημα, που βασανίζει εκατομμύρια εργάτες: «Είναι δυνατό να εμποδίσουμε τη νίκη του φασισμού και με τι τρόπο;». Ναι, σύντροφοι, μπορούμε να φράξουμε το δρόμο στο φασισμό. Είναι πέρα για πέρα δυνατό. Αυτό εξαρτιέται από μας, από τους εργάτες, τους αγρότες, από όλους τους εργαζόμενους!

Κατ΄ αρχήν, το να εμποδιστεί η νίκη του φασισμού εξαρτιέται πριν απ΄ όλα από την αγωνιστική δραστηριότητα της ίδιας της εργατικής τάξης, από τη συσπείρωση των δυνάμεών της σε ενιαία δύναμη, που ν΄ αγωνίζεται ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου και του φασισμού. Το προλεταριάτο, αν πετύχει την αγωνιστική του ενότητα, θα μπορούσε να παραλύσει την επιρροή του φασισμού πάνω στην αγροτιά, πάνω στα μικροαστικά στρώματα της πόλης και πάνω στη νεολαία, θα μπορούσε ένα μέρος τους να ουδετεροποιήσει και ένα μέρος τους να κερδίσει.

Δεύτερο, εξαρτιέται από την ύπαρξη ενός δυνατού επαναστατικού κόμματος, που να καθοδηγεί σωστά τον αγώνα των εργαζομένων ενάντια στο φασισμό. Ένα κόμμα, που καλεί συστηματικά τους εργάτες σε υποχώρηση μπροστά στο φασισμό και επιτρέπει στη φασιστική αστική τάξη να δυναμώνει τις θέσεις της, ένα τέτοιο κόμμα οδηγεί αναγκαστικά τους εργάτες στην ήττα.

Τρίτο, εξαρτιέται από τη σωστή πολιτική της εργατικής τάξης απέναντι στην αγροτιά και τις μάζες των μικροαστών στις πόλεις. Αυτές τις μάζες πρέπει να τις πάρουμε όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Τις αμφιβολίες και τις ταλαντεύσεις τους θα τις ξεπεράσουν μόνο στην πορεία του αγώνα. Μόνον όταν αντιμετωπίσουμε υπομονετικά τις ταλαντεύσεις τους, μόνον όταν το προλεταριάτο υποστηρίξει πολιτικά αυτές τις μάζες, θα μπορέσουν αυτές να φτάσουν σ΄ ένα υψηλότερο επίπεδο επαναστατικής συνείδησης και δραστηριότητας.

Τέταρτο, εξαρτιέται από την επαναστατική επαγρύπνηση και την έγκαιρη δράση του προλεταριάτου. Δεν επιτρέπεται να αιφνιδιαστούμε από το φασισμό. Δεν πρέπει ν΄ αφήσουμε σ΄ αυτόν την πρωτοβουλία. Πρέπει να του καταφέρουμε αποφασιστικά χτυπήματα προτού προλάβει να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του. Δεν επιτρέπεται να τον αφήνουμε να δυναμώνει τις θέσεις του. Όπου κι αν αυτός εμφανίζεται, πρέπει να τον παρακολουθούμε βήμα προς βήμα και να προβάλλουμε αντίσταση. Δεν πρέπει να του επιτρέπουμε να κατακτά καινούργιες θέσεις, έτσι όπως μας το διδάσκουν οι πετυχημένες προσπάθειες του γαλλικού προλεταριάτου.

Αυτές είναι οι σπουδαιότερες προϋποθέσεις για να εμποδίσουμε το ξάπλωμα του φασισμού και το ανέβασμά του στην εξουσία.


Ο φασισμός είναι μια απάνθρωπη, αλλά όχι σταθερή εξουσία

Η φασιστική δικτατορία της αστικής τάξης είναι μια απάνθρωπη, αλλά όχι σταθερή εξουσία.

Ποιες είναι οι κύριες αιτίες, που κάνουν τη φασιστική δικτατορία μιαν ασταθή εξουσία;

Ο φασισμός, που αποφάσισε να εξαλείψει τις διαφωνίες και τις αντιθέσεις στο στρατόπεδο της αστικής τάξης, οξύνει ακόμα περισσότερο αυτές τις αντιθέσεις. Ο φασισμός, στην προσπάθειά του να εγκαθιδρύσει το πολιτικό του μονοπώλιο, παραμερίζει βίαια τα άλλα πολιτικά κόμματα. Όμως η ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος, η ύπαρξη των διαφόρων τάξεων και η όξυνση των ταξικών αντιθέσεων, αναγκαστικά συγκλονίζουν και ανατινάζουν το πολιτικό μονοπώλιο του φασισμού. Δεν είναι το ίδιο στη Σοβιετική χώρα, όπου πραγματοποιείται η δικτατορία του προλεταριάτου με ένα κόμμα, γιατί αυτό το Κόμμα ανταποκρίνεται στα συμφέροντα εκατομμυρίων εργαζομένων και στηρίζεται όλο και περισσότερο στην οικοδόμηση της αταξικής κοινωνίας.

Σε μια φασιστική χώρα δεν μπορεί να κρατήσει για πολύν καιρό το μονοπώλιο του φασιστικού κόμματος, γιατί δεν είναι σε θέση να εξαλείψει τις τάξεις και τις ταξικές διαφορές. Καταργεί τη νόμιμη ύπαρξη των αστικών κομμάτων, αλλά μια σειρά από αυτά τα κόμματα εξακολουθούν να υπάρχουν παράνομα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα προχωράει μπροστά και σε παράνομες καταστάσεις, ατσαλώνεται και καθοδηγεί τον αγώνα του προλεταριάτου ενάντια στη φασιστική δικτατορία. Μ΄ αυτόν τον τρόπο γκρεμίζεται υποχρεωτικά το πολιτικό μονοπώλιο του φασισμού από τα χτυπήματα των ταξικών αντιθέσεων.

Η φασιστική δικτατορία είναι, ακόμα, ασταθής, για το λόγο ότι το χάσμα ανάμεσα στην αντικαπιταλιστική δημαγωγία του φασισμού και στην πολιτική ληστρικού πλουτισμού της μονοπωλιακής αστικής τάξης, διευκολύνει το ξεσκέπασμα της ταξικής ουσίας του φασισμού και οδηγεί στον κλονισμό και το στένεμα της κοινωνικής του βάσης.

Εξάλλου, η νίκη του φασισμού προκαλεί το βαθύ μίσος και την οργή των μαζών, ευνοεί την επαναστατικοποίησή τους και δίνει μια μεγάλη ώθηση στο ενιαίο μέτωπο του προλεταριάτου ενάντια στο φασισμό.

Με την πολιτική της οικονομικής αυτάρκειας και τη διάθεση του μεγαλύτερου μέρους του εθνικού εισοδήματος στην προετοιμασία για πόλεμο, ο φασισμός υπονομεύει ολόκληρη την οικονομία της χώρας και οξύνει τον οικονομικό πόλεμο ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη. Στις διαφωνίες, που ξεσπούν μέσα στην αστική τάξη, δίνει χαρακτήρα σκληρών και όχι σπάνια αιματηρών συγκρούσεων, πράγμα που καταστρέφει την πίστη του λαού για τη σταθερότητα της φασιστικής εξουσίας. Ένα καθεστώς, που δολοφονεί τους ίδιους του τούς οπαδούς, όπως έγινε τον περασμένο χρόνο στις 30 του Ιούνη στη Γερμανία, [5] μια φασιστική εξουσία που ενάντιά της αγωνίζεται ένοπλα μια άλλη μερίδα της αστικής τάξης (το εθνικοσοσιαλιστικό πραξικόπημα στην Αυστρία, η δυναμική εμφάνιση μεμονωμένων φασιστικών ομάδων ενάντια στη φασιστική κυβέρνηση στην Πολωνία, Βουλγαρία, Φιλανδία και άλλες χώρες), μια τέτοια εξουσία δεν μπορεί να κρατήσει για πολύν καιρό το κύρος της στις πλατιές μικροαστικές μάζες.

Η εργατική τάξη πρέπει να ξέρει να εκμεταλλεύεται τις αντιθέσεις και διαφωνίες μέσα στο στρατόπεδο της αστικής τάξης, αλλά δεν πρέπει να έχει την αυταπάτη, ότι ο φασισμός θα πέσει από μόνος του. Μόνο η επαναστατική δραστηριότητα της εργατικής τάξης θα βοηθήσει, ώστε οι διαμάχες, που αναπόφευκτα γεννιούνται μέσα στο στρατόπεδο της αστικής τάξης, να χρησιμέψουν για την υπονόμευση και πτώση της φασιστικής δικτατορίας.

Με την εξάλειψη των υπολειμμάτων της αστικής δημοκρατίας, με την ανάδειξη της ανοιχτής βίας σε κυβερνητικό σύστημα, ο φασισμός εξαφανίζει τις δημοκρατικές αυταπάτες και το κύρος της νομιμότητας στις μάζες των εργαζομένων.

Αυτό συμβαίνει κυρίως σε χώρες, όπως για παράδειγμα στην Αυστρία και Ισπανία, όπου οι εργάτες αγωνίστηκαν με το όπλο στο χέρι ενάντια στο φασισμό. Στην Αυστρία, ο ηρωικός αγώνας της Αμυντικής Συμμαχίας και των κομμουνιστών κλόνισε, παρά την ήττα, τη σταθερότητα της φασιστικής δικτατορίας. Στην Ισπανία η αστική τάξη δεν μπόρεσε να βάλει φασιστικό φίμωτρο στους εργαζόμενους. Ο ένοπλος αγώνας στην Αυστρία και Ισπανία οδήγησε στην κατανόηση της αναγκαιότητας της επαναστατικής ταξικής πάλης από όλο και πιο πλατιές μάζες.

Μόνο κάτι απίθανοι Φιλισταίοι και λακέδες της μπουρζουαζίας, όπως ο παλιός θεωρητικός της ΙΙ Διεθνούς, Καρλ Κάουτσκι, μπορούν να κατηγορούν τους εργάτες και να υποστηρίζουν, ότι δεν έπρεπε να πάρουν τα όπλα στην Αυστρία και Ισπανία. Πως θα ήταν τώρα το εργατικό κίνημα στην Αυστρία και Ισπανία, αν η εργατική τάξη αυτών των χωρών δεχότανε να οδηγηθεί απ΄ τις προδοτικές συμβουλές των Κάουτσκι; Η εργατική τάξη θα είχε χτυπηθεί μέσα στις ίδιες της τις γραμμές από έναν βαθύ εκφυλισμό.

Ο Λένιν λέει:

«Οι λαοί περνάνε το σχολειό του εμφυλίου πολέμου, όχι όμως άδικα. Αυτό είναι ένα σκληρό σχολειό, που στο πρόγραμμά του ανήκουν αναπόφευκτα και νίκες της αντεπανάστασης, το μίσος μανιασμένων αντιδραστικών, άγριες πράξεις εκδίκησης από την πλευρά της παλιάς εξουσίας σε βάρος των εξεγερμένων, κτλ. Ωστόσο, μόνο σκουριασμένοι σχολαστικοί και αποβλακωμένες μούμιες μπορούν να κλαψουρίζουν, επειδή οι λαοί περνάνε αυτό το σχολειό. Αυτό το σχολειό διδάσκει τις καταπιεζόμενες τάξεις να διεξαγάγουν τον εμφύλιο πόλεμο, τις διδάσκει να νικούν στην επανάσταση, συγκεντρώνει στις μάζες των μοντέρνων σκλάβων εκείνο το μίσος, που τρέφουν αιώνια οι κακομοιριασμένοι, αναίσθητοι και ασυνειδητοποιημένοι σκλάβοι, μίσος που, όταν κατανοήσουν την ταπείνωση της σκλαβιάς τους, τούς οδηγεί σε μεγάλες ιστορικές πράξεις» (Βλ. Β. Ι. Λένιν «Άπαντα», τόμος 15).

Η νίκη του φασισμού στη Γερμανία έφερε, όπως είναι γνωστό, ένα νέο κύμα φασιστικής επίθεσης, που οδήγησε στην Αυστρία στην προβοκάτσια Ντόλφους, [6] στην Ισπανία σε νέες επιθέσεις της αντεπανάστασης ενάντια στις επαναστατικές κατακτήσεις των μαζών, στην Πολωνία στη φασιστική μεταρρύθμιση του Συντάγματος και που στη Γαλλία ενθάρρυνε το Φλεβάρη του 1934 τα ένοπλα τμήματα των φασιστών σε προσπάθειες για πραξικόπημα. Όμως η νίκη αυτή και η μανία της φασιστικής δικτατορίας προκάλεσαν σε διεθνές επίπεδο ένα αντικίνημα του προλεταριακού ενιαίου μετώπου ενάντια στο φασισμό. Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ, που ήταν το σύνθημα για τη γενική επίθεση του φασισμού ενάντια στην εργατική τάξη, η ληστεία και λεηλασία των συνδικάτων και των άλλων εργατικών οργανώσεων, οι κραυγές πόνου των αντιφασιστών που ακούγονται από τα υπόγεια των φασιστικών στρατώνων και από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όλα αυτά δείχνουν ολοκάθαρα στις μάζες, που οδήγησαν οι διασπαστικές ενέργειες των ηγετών της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, που απόρριψαν τις προτάσεις των κομμουνιστών για έναν κοινό αγώνα ενάντια στο φασισμό που βρισκόταν σε επίθεση. Ακόμα τις πείθουν για την αναγκαιότητα συσπείρωσης όλων των δυνάμεων της εργατικής τάξης για το γκρέμισμα του φασισμού.

Η νίκη του Χίτλερ έδωσε και στη Γαλλία μιαν ισχυρή ώθηση στη δημιουργία του ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης ενάντια στο φασισμό. Η νίκη του Χίτλερ δεν προκάλεσε στους εργάτες μόνο φόβο για την τύχη των γερμανών εργατών, δεν άναψε μόνο το μίσος τους ενάντια στους δήμιους των γερμανών αδερφών τους, αλλά δυνάμωσε και την αποφασιστικότητά τους, να μην επιτρέψουν με κανέναν τρόπο να γίνει στη χώρα τους αυτό, που έγινε με την εργατική τάξη της Γερμανίας.

Η μεγάλη ανάγκη για τη δημιουργία του ενιαίου μετώπου σ΄ όλες τις καπιταλιστικές χώρες δείχνει, ότι τα διδάγματα από τις ήττες δεν έμειναν αναξιοποίητα. Η εργατική τάξη αρχίζει να δρα με καινούργιο τρόπο. Η πρωτοβουλία του Κομμουνιστικού Κόμματος για την οργάνωση του ενιαίου Μετώπου και η απεριόριστη αυτοθυσία των κομμουνιστών, των επαναστατών εργατών στον αγώνα ενάντια στο φασισμό, οδήγησαν σε μια πρωτοφανή αύξηση του κύρους της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Σύγχρονα αναπτύσσεται και μια βαθιά κρίση στους κόλπους της ΙΙ Διεθνούς, που, μετά τη χρεωκοπία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, εμφανίστηκε στις μέρες μας πολύ καθαρά και εξαιρετικά οξυμένη. Οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες μπορούν όλο και πιο πολύ να πείθονται από τα ζωντανά γεγονότα, ότι η φασιστική Γερμανία με τις φρικαλεότητες και τη βαρβαρότητά της, είναι σε τελευταία ανάλυση, αποτέλεσμα της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής της συνεργασίας με την αστική τάξη. Αυτές οι μάζες κατανοούν όλο και περισσότερο, ότι δεν πρέπει να πάρουν ποτέ πια το δρόμο, που οδήγησαν το προλεταριάτο οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας. Στις γραμμές της ΙΙης Διεθνούς ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε μια τέτοια ιδεολογική σύγχυση. Στις γραμμές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων συντελείται μια διαφοροποίηση. Στις γραμμές τους διαμορφώνονται δυό μεγάλα στρατόπεδα: δίπλα στο στρατόπεδο των αντιδραστικών στοιχείων, που προσπαθεί με κάθε μέσο να διατηρήσει τη συμμαχία με την αστική τάξη και που αντιτίθεται στη δημιουργία ενιαίου μετώπου με τους κομμουνιστές, αρχίζει να διαμορφώνεται το στρατόπεδο των επαναστατικών στοιχείων, που βάζει σε αμφισβήτηση την ορθότητα της πολιτικής της συνεργασίας με την αστική τάξη, είναι υπέρ της δημιουργίας ενιαίου μετώπου με τους κομμουνιστές και που αρχίζει να αποδέχεται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό την άποψη για ανάπτυξη επαναστατικής ταξικής πάλης.

Ο φασισμός, που δημιουργήθηκε σαν συνακόλουθο της φθοράς του καπιταλιστικού συστήματος, επιδρά σαν αποφασιστικός παράγοντας στην τελική φάση για την αποσύνθεσή του.

Έτσι, ο φασισμός που έβαλε σα σκοπό του να εξαφανίσει από το πρόσωπο της γης το μαρξισμό και το επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης, που είναι το αποτέλεσμα της διαλεκτικής της ζωής και της ταξικής πάλης, οδηγεί σε μια μεγαλύτερη ανάπτυξη εκείνων των δυνάμεων, που θα γίνουν οι νεκροθάφτες του, οι νεκροθάφτες του καπιταλισμού.


ΙΙ. ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ

Σύντροφοι! Εκατομμύρια εργάτες και εργαζόμενοι στις καπιταλιστικές χώρες βάζουν το ερώτημα: Πως μπορεί κανείς να εμποδίσει την άνοδο του φασισμού στην εξουσία, πως μπορεί κανείς να ανατρέψει το φασισμό, όταν κιόλας έχει νικήσει; Η Κομμουνιστική Διεθνής απαντάει: Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει, το πρώτο με το οποίο πρέπει να αρχίσει κανείς, είναι η δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου, η αποκατάσταση της ενότητας δράσης των εργατών σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε συνοικία, σε κάθε περιοχή, σε κάθε χώρα, σ΄ ολόκληρο τον κόσμο. Η ενότητα δράσης του προλεταριάτου σε εθνική και διεθνή κλίμακα – αυτό είναι το πιο ισχυρό όπλο, που κάνει την εργατική τάξη ικανή όχι μόνο για να αμυνθεί με επιτυχία, αλλά και να προχωρήσει σε επιτυχή αντεπίθεση ενάντια στο φασισμό, ενάντια στον ταξικό εχθρό.


Η σημασία του Ενιαίου Μετώπου

Δεν είναι ολοφάνερο, ότι κοινές ενέργειες των οπαδών των κομμάτων και οργανώσεων των δύο Διεθνών – της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της ΙΙ Διεθνούς – θα διευκόλυναν τις μάζες στην αντιμετώπιση της φασιστικής εφόδου και ότι θα ανύψωναν την πολιτική βαρύτητα της εργατικής τάξης; Ωστόσο, οι κοινές ενέργειες των Κομμάτων των δύο Διεθνών ενάντια στο φασισμό, δεν θα είχαν μόνο επίδραση στους τωρινούς οπαδούς τους, στους κομμουνιστές και τους σοσιαλδημοκράτες. Θα είχαν ακόμη τεράστια επίδραση πάνω στους καθολικούς, τους αναρχικούς και ανοργάνωτους εργάτες, ακόμα και πάνω σ΄ αυτούς, που έπεσαν προσωρινά θύματα της φασιστικής δημαγωγίας.

Και παραπέρα. Το ισχυρό Ενιαίο Μέτωπο του προλεταριάτου θα ασκούσε μεγάλη επιρροή πάνω σ΄ όλα τα υπόλοιπα στρώματα του εργαζόμενου λαού, στην αγροτιά, στα μικροαστικά στρώματα της πόλης, στους διανοούμενους. Το Ενιαίο Μέτωπο θα βοηθούσε τα στρώματα που αμφιταλαντεύονται να αποκτήσουν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της εργατικής τάξης.

Δεν πρόκειται όμως μόνο γι΄ αυτό. Το προλεταριάτο των ιμπεριαλιστικών χωρών δεν φτάνει να κερδίσει σα συμμάχους του τούς εργαζόμενους της ίδιας του της χώρας, πρέπει ακόμη να κερδίσει και τα καταπιεζόμενα έθνη των αποικιών και των μισο-αποικιών. Το γεγονός ότι σε εθνικό και διεθνές επίπεδο το προλεταριάτο είναι διασπασμένο, ότι ένα τμήμα του υποστηρίζει την πολιτική της συνεργασίας με την αστική τάξη και το καταπιεστικό καθεστώς της στις αποικίες και μισο-αποικίες, απομακρύνει τους καταπιεζόμενους λαούς των αποικιών και των μισο-αποικιών από την εργατική τάξη και αδυνατίζει το διεθνές αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο. Κάθε βήμα του προλεταριάτου των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων στο δρόμο της ενότητας δράσης, με κατεύθυνση την υπεράσπιση του απελευθερωτικού αγώνα των λαών στις αποικίες, σημαίνει, ακόμη, ότι μεταβάλλει τις αποικίες και μισο-αποικίες σε μια από τις κύριες εφεδρείες του παγκόσμιου προλεταριάτου.

Τέλος, όταν λάβουμε υπόψη μας, ότι η διεθνής ενότητα δράσης του προλεταριάτου βασίζεται στην όλο και μεγαλύτερη ισχύ του προλεταριακού κράτους, της χώρας του σοσιαλισμού, της Σοβιετικής Ένωσης, τότε βλέπουμε τι πλατιές προοπτικές ανοίγει η αποκατάσταση της ενότητας δράσης του προλεταριάτου σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Είναι απαραίτητο να αποκατασταθεί η ενότητα δράσης όλων των τμημάτων της εργατικής τάξης, ανεξάρτητα από το αν ανήκουν στο ένα ή άλλο κόμμα, σ΄ αυτήν ή την άλλη οργάνωση, πριν ακόμη ενωθεί η πλειοψηφία της εργατικής τάξης στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης.

Μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η ενότητα δράσης του προλεταριάτου στην κάθε χώρα και σ΄ ολόκληρο τον κόσμο; Ναι, αυτό είναι δυνατό. Μπορεί να γίνει τώρα κιόλας, αμέσως. Η Κομμουνιστική Διεθνής, δεν βάζει απολύτως κανέναν άλλο όρο για την ενότητα δράσης, εκτός από έναν μοναδικό, στοιχειώδη, αποδεκτό από όλους τους εργάτες, δηλαδή, η ενότητα δράσης να στρέφεται ενάντια στο φασισμό, ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου, ενάντια στον κίνδυνο πολέμου, ενάντια στον ταξικό εχθρό. Αυτός είναι ο δικός μας όρος.


Τα κύρια επιχειρήματα των αντιπάλων του Ενιαίου Μετώπου

Τι αντιρρήσεις μπορούν να προβάλλουν οι αντίπαλοι του Ενιαίου Μετώπου και τι αντιρρήσεις κιόλας προβάλλουν;

«Το σύνθημα του Ενιαίου Μετώπου δεν είναι για τους κομμουνιστές παρά ένας ελιγμός», λένε οι μεν. Και αν ακόμη ήταν έτσι, απαντάμε εμείς, δεν θα ΄πρεπε να ξεσκεπάσετε τον «κομμουνιστικό αυτό ελιγμό» με την ειλικρινή συμμετοχή σας στο Ενιαίο Μέτωπο; Εμείς δηλώνουμε καθαρά: Θέλουμε την ενότητα δράσης της εργατικής τάξης, για να δυναμώσει το προλεταριάτο στον αγώνα του ενάντια στην αστική τάξη, για να είναι σε θέση το προλεταριάτο, που σήμερα υπερασπίζεται τα ζωτικά του συμφέροντα ενάντια στο επιτιθέμενο κεφάλαιο, ενάντια στο φασισμό, να δημιουργήσει αύριο τις προϋποθέσεις για την τελική του απελευθέρωση.

«Οι κομμουνιστές μας επιτίθενται», λένε οι δε. Μα για ακούστε, έχουμε ήδη επανειλημμένα δηλώσει: δεν θα επιτεθούμε σε κανέναν, ούτε σε πρόσωπο, ούτε σε οργάνωση, ούτε σε κόμμα, που είναι υπέρ του Ενιαίου Μετώπου της εργατικής τάξης ενάντια στον ταξικό εχθρό. Ταυτόχρονα, έχουμε καθήκον, για το συμφέρον του προλεταριάτου και της υπόθεσής του, να κριτικάρουμε πρόσωπα, οργανώσεις και κόμματα, που παρεμποδίζουν την ενότητα δράσης των εργατών.

«Δεν μπορούμε να σχηματίσουμε με τους κομμουνιστές το Ενιαίο Μέτωπο, γιατί αυτοί έχουν αλλιώτικο πρόγραμμα», λένε οι τρίτοι. Μα εσείς, υποστηρίζετε ότι έχετε ένα πρόγραμμα που διαφέρει από τα προγράμματα των αστικών κομμάτων, πράγμα που δεν σας εμποδίζει, να σχηματίζετε συνασπισμούς με τα κόμματα αυτά.

«Τα αστικο-δημοκρατικά κόμματα είναι καλύτεροι σύμμαχοι ενάντια στο φασισμό, από τους κομμουνιστές», λένε οι αντίπαλοι του Ενιαίου Μετώπου και υπερασπιστές του συνασπισμού με την αστική τάξη. Τι δείχνει όμως η πείρα της Γερμανίας; Πραγματικά, οι σοσιαλδημοκράτες εκεί σχημάτισαν μπλοκ με αυτούς τους «καλύτερους» συμμάχους. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα;

«Αν σχηματίσουμε Ενιαίο Μέτωπο με τους κομμουνιστές, οι μικροαστοί θα τρομοκρατηθούν μπροστά στον “κόκκινο κίνδυνο” και θα περάσουν με τους φασίστες», ακούγεται συχνά. Απειλεί, μήπως, το Ενιαίο Μέτωπο τους αγρότες, τους μικρέμπορους, τους βιοτέχνες, την εργαζόμενη διανόηση; Όχι, το Ενιαίο Μέτωπο απειλεί τη μεγαλοαστική τάξη, τους μεγιστάνες του πλούτου, τους μεγαλογαιοκτήμονες και τους άλλους εκμεταλλευτές, που το καθεστώς τους φέρνει την ολοκληρωτική καταστροφή σ΄ όλα αυτά τα στρώματα.

«Η σοσιαλδημοκρατία είναι υπέρ της δημοκρατίας, ενώ οι κομμουνιστές είναι υπέρ της δικτατορίας, γι΄ αυτό και δεν μπορούμε να σχηματίσουμε Ενιαίο Μέτωπο με τους κομμουνιστές», λένε μια σειρά σοσιαλδημοκράτες ηγέτες. Μα μήπως σας προτείνουμε σήμερα κανένα Ενιαίο Μέτωπο για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου; Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν σας προτείνουμε τώρα. 

«Αν οι κομμουνιστές αναγνωρίσουν τη δημοκρατία και αγωνιστούν για την υπεράσπισή της, τότε είμαστε πρόθυμοι να σχηματίσουμε Ενιαίο Μέτωπο». Σ΄ αυτό εμείς απαντάμε: Εμείς είμαστε οπαδοί της σοβιετικής δημοκρατίας, της δημοκρατίας των εργαζομένων, της πιο συνεπούς δημοκρατίας του κόσμου. Υπερασπιζόμαστε, ωστόσο, στις καπιταλιστικές χώρες κάθε σπιθαμή από τις αστικο-δημοκρατικές ελευθερίες, που κινδυνεύουν από το φασισμό και την αστική αντίδραση, πράγμα που θα κάνουμε και στο μέλλον, γιατί αυτό απαιτεί το συμφέρον της ταξικής πάλης του προλεταριάτου.

«Αλλά τι μπορούν να προσθέσουν με τη συμμετοχή τους τα μικρά κομμουνιστικά κόμματα σε ένα ενιαίο μέτωπο, έτσι όπως το πραγματοποίησε το Εργατικό Κόμμα»; - λένε, για παράδειγμα, οι ηγέτες του Εργατικού Κόμματος στην Αγγλία. Θυμηθείτε, όμως, ότι το ίδιο ισχυρίστηκαν και οι αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες ηγέτες σχετικά με το μικρό αυστριακό Κομμουνιστικό Κόμμα. Τι έδειξαν, όμως, τα γεγονότα; Ότι η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία με τους Όττο Μπάουερ και Καρλ Ρέννερ δεν είχε δίκιο˙ δίκιο είχε το μικρό αυστριακό Κομμουνιστικό Κόμμα, που προειδοποίησε έγκαιρα για το φασιστικό κίνδυνο στην Αυστρία και που κάλεσε τους εργάτες σε αγώνα. Ολόκληρη η πείρα του εργατικού κινήματος έχει δείξει, ότι οι κομμουνιστές, ακόμη και όταν αριθμητικά είναι σχετικά αδύναμοι, είναι παρ΄ όλα αυτά η κινητήρια δύναμη της αγωνιστικής δραστηριότητας του προλεταριάτου. Πέρα απ΄ αυτό, ένα δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς: Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Αυστρίας ή της Αγγλίας δεν είναι μόνο οι δεκάδες χιλιάδες εργάτες, που είναι οπαδοί αυτών των Κομμάτων. Αυτά τα Κόμματα είναι τμήματα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, τμήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που το Κόμμα που την καθοδηγεί είναι το Κόμμα ενός προλεταριάτου, που ήδη έχει νικήσει και βρίσκεται στην εξουσία στο ένα έκτο της γης.

«Το Ενιαίο Μέτωπο δεν μπόρεσε να εμποδίσει τη νίκη του φασισμού στην περιοχή του Σάαρ» προβάλλουν οι αντίπαλοι του Ενιαίου Μετώπου. Πραγματικά, περίεργη λογική που την έχουν αυτοί οι κύριοι! Πρώτα κάνουν ό,τι μπορούν για να εξασφαλίσουν τη νίκη του φασισμού, κι ύστερα γελάνε χαιρέκακα, επειδή το Ενιαίο Μέτωπο, στο οποίο μπήκαν την τελευταία στιγμή, δεν οδήγησε σε νίκη των εργατών.

«Αν σχηματίζαμε Ενιαίο Μέτωπο με τους κομμουνιστές, θα ΄πρεπε να εγκαταλείψουμε το συνασπισμό, οπότε τα αντιδραστικά και φασιστικά κόμματα θα ανέβαιναν στην εξουσία», λένε εκείνοι οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, που βρίσκονται στις κυβερνήσεις διαφόρων χωρών. Σύμφωνοι. Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία δε συμμετείχε στην κυβέρνηση συνασπισμού; Βεβαίως! Δεν ήταν στην κυβέρνηση η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία; Επίσης! Οι ισπανοί σοσιαλιστές δεν βρίσκονταν μαζί με την αστική τάξη στην κυβέρνηση; Βεβαίως! Εμπόδισε στις χώρες αυτές η συμμετοχή της σοσιαλδημοκρατίας στις αστικές κυβερνήσεις συνασπισμού την επίθεση του φασισμού ενάντια στο προλεταριάτο; Όχι, δεν την εμπόδισε. Οπότε είναι ολοφάνερο, ότι η συμμετοχή σοσιαλδημοκρατών υπουργών σε μια αστική κυβέρνηση δεν αποτελεί αμυντικό οχυρό ενάντια στο φασισμό.

«Οι κομμουνιστές φέρονται δικτατορικά, σε όλα θέλουν να μας δίνουν εντολές και να μας τα υπαγορεύουν». Όχι, εμείς ούτε εντολές θέλουμε να δίνουμε, ούτε υπαγορεύουμε. Εμείς κάνουμε μόνο προτάσεις για τις οποίες είμαστε πεισμένοι, ότι η πραγματοποίησή τους είναι προς το συμφέρον του εργαζόμενου λαού. Αυτό δεν αποτελεί μόνο δικαίωμα, αλλά και καθήκον όλων, όσων μιλάνε στο όνομα των εργατών. Φοβάστε τη «δικτατορία» των κομμουνιστών; Τότε ελάτε να δώσουμε από κοινού τις προτάσεις στους εργάτες, τις δικές σας και τις δικές μας, να τις συζητήσουμε από κοινού, μαζί με όλους τους εργάτες και να διαλέξουμε εκείνες τις προτάσεις, που είναι οι πιο ωφέλιμες στην υπόθεση της εργατικής τάξης.

Όλα αυτά, επομένως, τα επιχειρήματα ενάντια στο Ενιαίο Μέτωπο, δεν αντέχουν σε καμιά κριτική. Πρόκειται περισσότερο για προφάσεις των αντιδραστικών ηγετών της σοσιαλδημοκρατίας, που προτιμούν το ενιαίο τους μέτωπο με την αστική τάξη παρά το Ενιαίο Μέτωπο του προλεταριάτου.

Όχι, οι προφάσεις αυτές δεν περνάνε! Το διεθνές προλεταριάτο ένιωσε πάνω στο πετσί του τα αποτελέσματα της διάσπασης του εργατικού κινήματος και πείθεται όλο και περισσότερο, ότι το Ενιαίο Μέτωπο, η ενότητα δράσης του προλεταριάτου σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, και αναγκαίο είναι και δυνατό.


Περιεχόμενο και μορφές του Ενιαίου Μετώπου

Ποιο είναι και ποιο πρέπει να είναι το κύριο περιεχόμενο του Ενιαίου Μετώπου στο δοσμένο στάδιο;

Η αφετηρία και το κύριο περιεχόμενο του Ενιαίου Μετώπου σ΄ όλες τις καπιταλιστικές χώρες πρέπει να είναι η υπεράσπιση των άμεσων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, η υπεράσπιση της εργατικής τάξης ενάντια στο φασισμό.

Δεν πρέπει να περιοριζόμαστε σε απλές εκκλήσεις για αγώνα για την προλεταριακή δικτατορία, πρέπει να ρίχνουμε τέτοια συνθήματα και να βρίσουμε τέτοιες μορφές πάλης, που να ανταποκρίνονται στις ζωτικές ανάγκες των μαζών, και στο βαθμό της αγωνιστικής τους ικανότητας στο δοσμένο στάδιο ανάπτυξης.

Πρέπει να δείξουμε στις μάζες, τι πρέπει να κάνουν σήμερα, για ν΄ αμυνθούν μπροστά στην καπιταλιστική καταλήστευση και τη φασιστική βαρβαρότητα.

Πρέπει να αγωνιστούμε να οικοδομήσουμε το πιο πλατύ Ενιαίο Μέτωπο με κοινές ενέργειες των εργατικών οργανώσεων διαφόρων κατευθύνσεων για την υπεράσπιση των ζωτικών συμφερόντων των εργαζόμενων μαζών.

Πρώτο, αυτό σημαίνει κοινό αγώνα για πραγματική μεταφορά των συνεπειών της κρίσης πάνω στις πλάτες της κυρίαρχης τάξης, πάνω στις πλάτες των καπιταλιστών, των μεγαλογαιοκτημόνων, μ΄ άλλα λόγια πάνω στις πλάτες των πλουσίων.

Δεύτερο, αυτό σημαίνει κοινό αγώνα ενάντια σε όλες τις μορφές της φασιστικής επίθεσης, για την υπεράσπιση των κατακτήσεων και των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ενάντια στην κατάργηση των αστικοδημοκρατικών ελευθεριών.

Τρίτο, αυτό σημαίνει κοινό αγώνα ενάντια στον επερχόμενο κίνδυνο ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου, αγώνα, που θα δυσκόλευε τις προετοιμασίες ενός τέτοιου πολέμου.

Πρέπει ακούραστα να προετοιμάζουμε την εργατική τάξη, να αλλάξει γοργά τις μορφές και μέθοδες αγώνα, όταν μεταβληθούν οι συνθήκες. Στο βαθμό που θα αναπτύσσεται το κίνημα και θα δυναμώνει η ενότητα της εργατικής τάξης, πρέπει να προχωρήσουμε παραπέρα και να προετοιμάσουμε το πέρασμα από την άμυνα στην επίθεση ενάντια στο κεφάλαιο, και να κατευθυνθούμε προς την οργάνωση της μαζικής πολιτικής απεργίας. Απαράβατος όρος για μια τέτοια απεργία πρέπει να είναι η συμμετοχή των βασικών συνδικάτων της κάθε χώρας.

Φυσικά, οι κομμουνιστές δεν πρέπει να παραιτηθούν ούτε στιγμή από την ανεξάρτητη δράση, να διαφωτίζουν τις μάζες σύμφωνα με τις κομμουνιστικές αρχές, να τις οργανώνουν και να τις κινητοποιούν.

Για να οδηγήσουμε όμως τους εργάτες στο δρόμο της ενότητας δράσης, πρέπει ταυτόχρονα να προσπαθούμε να κλείνουμε και βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συμφωνίες για κοινές ενέργειες με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, τα ρεφορμιστικά συνδικάτα και τις άλλες οργανώσεις των εργαζομένων ενάντια στους ταξικούς εχθρούς του προλεταριάτου. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δώσουμε στην ανάπτυξη μαζικών ενεργειών στα διάφορα μέρη, ενέργειες που θα πραγματοποιηθούν από τις κατώτερες οργανώσεις, πάνω στη βάση τοπικών συμφωνιών. Θα εκπληρώσουμε έντιμα τους όρους όλων των συμφωνιών που θα κλείσουμε μαζί τους, αλλά ταυτόχρονα θα ξεσκεπάσουμε ανελέητα το κάθε σαμποτάρισμα των κοινών ενεργειών από πρόσωπα και οργανώσεις που θα συμμετέχουν στο Ενιαίο Μέτωπο. Σ΄ όλες τις προσπάθειες να διαλυθούν οι συμφωνίες –ενδεχόμενα να γίνουν τέτοιες προσπάθειες- θα απαντήσουμε κάνοντας έκκληση στις μάζες και συνεχίζοντας τον ακούραστο αγώνα για την αποκατάσταση της κλονισμένης ενότητας δράσης.

Φυσικά, η συγκεκριμένη πραγματοποίηση του Ενιαίου Μετώπου θα γίνει στις διάφορες χώρες με διαφορετικό τρόπο. Θα πάρει διάφορες μορφές, ανάλογα με την κατάσταση και το χαρακτήρα των εργατικών οργανώσεων, ανάλογα με το πολιτικό τους επίπεδο και τη συγκεκριμένη κατάσταση στη δοσμένη χώρα, ανάλογα με τις αναδιαρθρώσεις στο διεθνές εργατικό κίνημα, κτλ.

Τέτοιες μορφές για παράδειγμα μπορεί να είναι: Κατά περίπτωση συμφωνημένες κοινές ενέργειες των εργατών με συγκεκριμένες αφορμές, για μεμονωμένες απαιτήσεις ή στη βάση κοινής πλατφόρμας. Συμφωνημένες ενέργειες σε μεμονωμένα εργοστάσια ή βιομηχανικούς κλάδους, συμφωνημένες ενέργειες σε τοπικό επίπεδο ή σε επίπεδο περιοχής ή χώρας ή σε διεθνή κλίμακα. Συμφωνημένες ενέργειες για την οργάνωση οικονομικών αγώνων των εργατών, για την πραγματοποίηση μαζικών πολιτικών ενεργειών, για την οργάνωση κοινής αυτοάμυνας ενάντια στις φασιστικές επιθέσεις. Συμφωνημένες ενέργειες για την υποστήριξη των φυλακισμένων και των οικογενειών τους, για τον αγώνα ενάντια στην κοινωνική αντίδραση. Κοινές ενέργειες για την υπεράσπιση των συμφερόντων της νεολαίας και των γυναικών. Στο πεδίο των συνεταιρισμών, στο πολιτιστικό πεδίο, στον αθλητισμό κτλ. κτλ.

Δεν αρκεί όμως να περιοριζόμαστε σε συμμαχίες για κοινές ενέργειες και επιτροπές επαφών με τα κόμματα και οργανώσεις, που συμμετέχουν στο Ενιαίο Μέτωπο –όπως έχουμε στη Γαλλία. Αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα. Η συμμαχία είναι μόνο ένα βοηθητικό μέσο για την πραγματοποίηση κοινών ενεργειών, στην πραγματικότητα δεν είναι αυτή το Ενιαίο Μέτωπο. Μια επιτροπή επαφών ανάμεσα στις καθοδηγήσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος και του Σοσιαλιστικού Κόμματος είναι απαραίτητη, για να διευκολύνει τη διεργασία, όμως αυτή μόνη της δεν αρκεί σε καμιά περίπτωση, για να αναπτύξει πραγματικά το Ενιαίο Μέτωπο, για να οδηγήσει τις πιο πλατιές μάζες στον αγώνα ενάντια στο φασισμό.

Οι κομμουνιστές και όλοι οι επαναστάτες εργάτες πρέπει να αγωνιστούν, ώστε να σχηματιστούν αιρετά (στις χώρες της φασιστικής δικτατορίας αυτά θα πρέπει να αποτελούνται από έντιμα μέλη του κινήματος του Ενιαίου Μετώπου) υπερκομματικά ταξικά όργανα του Ενιαίου Μετώπου μέσα στα εργοστάσια, ανάμεσα στους άνεργους, στις εργατικές συνοικίες, ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους της πόλης και του χωριού. Μόνο με τέτοια όργανα μπορεί να αγκαλιάσει την τεράστια ανοργάνωτη μάζα των εργαζομένων το κίνημα του Ενιαίου Μετώπου. Μόνο τέτοια όργανα μπορούν να βοηθήσουν στην ανύψωση της πρωτοβουλίας των μαζών στον αγώνα ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου, ενάντια στο φασισμό και την αντίδραση, μπορούν από την πλευρά τους να βοηθήσουν στη δημιουργία πάνω σ΄ αυτή τη βάση του απαραίτητου πλατιού οργάνου εργατικών στελεχών στη διαπαιδαγώγηση εκατοντάδων χιλιάδων εξωκομματικών μπολσεβίκων στις καπιταλιστικές χώρες.

Οι κοινές ενέργειες των οργανωμένων εργατών είναι η αρχή, η βάση. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπουμε το γεγονός, ότι οι ανοργάνωτες μάζες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των εργατών. Έτσι, στη Γαλλία, ο αριθμός των οργανωμένων εργατών, των κομμουνιστών, των σοσιαλιστών, των μελών των συνδικάτων διαφόρων κατευθύνσεων ανέρχεται σε ένα περίπου εκατομμύριο, ενώ το σύνολο των εργατών είναι 11 εκατομμύρια. Στην Αγγλία, περίπου 5 εκατομμύρια είναι μέλη των συνδικάτων και των κομμάτων κάθε κατεύθυνσης, ενώ το σύνολο των εργατών ανέρχεται σε 14 εκατομμύρια. Στις Ενωμένες Πολιτείες Αμερικής υπάρχουν περίπου 5 εκατομμύρια οργανωμένοι εργάτες, ενώ το σύνολο των εργατών ανέρχεται σε 38 εκατομμύρια. Περίπου η ίδια αναλογία υπάρχει και σε μια σειρά άλλες χώρες. Σε «ομαλές» εποχές, η μάζα αυτή βρίσκεται κυρίως έξω από την πολιτική ζωή. Τώρα, όμως, η πελώρια αυτή μάζα μπαίνει όλο και πιο πολύ σε κίνηση, τραβιέται στην πολιτική ζωή, ανεβαίνει στην πολιτική σκηνή.

Η δημιουργία υπερκομματικών ταξικών οργάνων είναι η καλύτερη μορφή για την πραγματοποίηση, τη διεύρυνση και το δυνάμωμα του Ενιαίου Μετώπου ανάμεσα στις πιο πλατιές μάζες. Τα όργανα αυτά θα αποτελέσουν και τον καλύτερο προμαχώνα ενάντια σ΄ όλες τις προσπάθειες των αντιπάλων του Ενιαίου Μετώπου, να διαλύσουν την αναπτυσσόμενη ενότητα δράσης της εργατικής τάξης.


Για το αντιφασιστικό λαϊκό Μέτωπο

Ένα ιδιαίτερο σπουδαίο καθήκον στην κινητοποίηση των εργαζομένων μαζών στον αγώνα ενάντια στο φασισμό, είναι η δημιουργία πλατιού αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου πάνω στη βάση του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου. Η επιτυχία ολόκληρου του αγώνα του προλεταριάτου είναι στενά δεμένη με τη δημιουργία αγωνιστικών συμμαχιών του προλεταριάτου με την εργαζόμενη αγροτιά και την κύρια μάζα των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης, που ακόμη και στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες, αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Ο φασισμός, που θέλει να κερδίσει τις μάζες, προσπαθεί με την προπαγάνδα του, να αντιπαραθέσει τις εργαζόμενες μάζες του χωριού και της πόλης στο επαναστατικό προλεταριάτο και να εκφοβίσει τη μικροαστική τάξη με το φάντασμα του «κόκκινου κινδύνου». Πρέπει να αλλάξουμε το φύλλο και να δείξουμε στους εργαζόμενους αγρότες, στους βιοτέχνες, καθώς και στην εργαζόμενη διανόηση, ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος γι  αυτούς. Πρέπει να τους αποδείξουμε συγκεκριμένα, ποιος ρίχνει πάνω στους αγρότες το βάρος των φόρων και δασμών, ποιος τους ξεζουμίζει με τεράστιους τόκους. Ποιος κατέχει την καλύτερη γη και όλα τα αγαθά, και διώχνει τους αγρότες και τις οικογένειές τους από το κομματάκι γης τους, και τους ρίχνει στην ανεργία και την αθλιότητα. Πρέπει να δείξουμε συγκεκριμένα και να εξηγούμε επίμονα, ποιος καταστρέφει τους βιοτέχνες και τους τεχνίτες με φόρους, τέλη, υψηλά μισθώματα και αφόρητο γι΄ αυτούς ανταγωνισμό. Ποιος πετάει στο δρόμο και αφήνει άνεργες τις πλατιές μάζες της εργαζόμενης διανόησης.

Αυτό όμως δεν φτάνει.

Το βασικό, το αποφασιστικό για τη δημιουργία του αντιφασιστικού λαϊκού μετώπου είναι η αποφασιστική δράση του επαναστατικού προλεταριάτου για την υπεράσπιση των αιτημάτων των στρωμάτων αυτών και ιδιαίτερα της εργαζόμενης αγροτιάς.

Τα αιτήματα αυτά, που συμφωνούν με τα βασικά συμφέροντα του προλεταριάτου πρέπει στην πορεία του αγώνα να τα συνενώσουμε με τα αιτήματα της εργατικής τάξης.

Για τη δημιουργία του αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου έχει μεγάλη σημασία, να πλησιάσουμε σωστά εκείνες τις οργανώσεις και τα κόμματα, στα οποία ανήκουν σε μεγάλο βαθμό η αγροτιά και οι κύριες μάζες της μικροαστικής τάξης της πόλης.

Στις καπιταλιστικές χώρες, η πλειοψηφία αυτών των κομμάτων και οργανώσεων, τόσο των πολιτικών όσο και των οικονομικών βρίσκεται κάτω από την επιρροή της αστικής τάξης και την ακολουθεί.

Η κοινωνική σύνθεση αυτών των κομμάτων και οργανώσεων δεν είναι ενιαία. Σ΄ αυτά ανήκουν πλούσιοι μεγαλοαγρότες και ακτήμονες αγρότες, μεγάλοι επιχειρηματίες και μικρέμποροι. Η ηγεσία όμως βρίσκεται στα χέρια των πρώτων, των πρακτόρων του μεγάλου κεφαλαίου. Αυτό μας βάζει το καθήκον, να πλησιάσουμε με διαφορετικό τρόπο αυτές τις οργανώσεις και να πάρουμε υπόψη μας ότι τα μέλη συχνά δεν γνωρίζουν το πραγματικό πολιτικό πρόσωπο της ίδιας τους της καθοδήγησης. Κάτω από ορισμένες συνθήκες, μπορούμε και πρέπει να προσπαθούμε να κερδίσουμε τα κόμματα αυτά και τις οργανώσεις ή μεμονωμένα τμήματά τους, για το αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο, παρά το ότι έχουν αστική ηγεσία. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, αυτό τον καιρό στη Γαλλία με το Ριζοσπαστικό Κόμμα. Στις Ενωμένες Πολιτείες με τις διάφορες οργανώσεις των φάρμερς. Στην Πολωνία με το Στροννίστβο Λούντοβε. [7] Στη Γιουγκοσλαβία με το κροατικό Αγροτικό Κόμμα. Στη Βουλγαρία με το Αγροτικό Κόμμα. Στην Ελλάδα με τους αγροτιστές κτλ.

Ανεξάρτητα όμως από το αν υπάρχει περιθώριο ή όχι να κερδίσουμε τέτοια κόμματα και οργανώσεις για το Λαϊκό Μέτωπο, η τακτική μας πρέπει οπωσδήποτε να έχει την κατεύθυνση να κερδίσουμε τους μικροαγρότες, βιοτέχνες, τεχνίτες κτλ., που είναι μέλη τους, στο αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο.

Βλέπετε λοιπόν, ότι πρέπει να σταματήσουμε ολότελα, να υποτιμάμε και να αγνοούμε τις διάφορες οργανώσεις και κόμματα των αγροτών, βιοτεχνών και τη μάζα των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης, πράγμα που δεν συνέβαινε και σπάνια.


Κεντρικά ζητήματα του Ενιαίου Μετώπου στις διάφορες χώρες

Σε κάθε χώρα υπάρχουν κεντρικά ζητήματα, που σ΄ ένα δοσμένο στάδιο απασχολούν τις πλατιές μάζες και γύρω από τα οποία πρέπει να αναπτυχθεί ο αγώνας για τη δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου. Το να πιάσουμε σωστά τα κεντρικά αυτά σημεία, τα κεντρικά αυτά ζητήματα, σημαίνει ότι εξασφαλίζουμε και επιταχύνουμε τη δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου.


α) Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής

Ας πάρουμε για παράδειγμα μια τόσο σπουδαία χώρα του καπιταλιστικού κόσμου, όπως είναι οι Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Η κρίση κινητοποίησε εκεί εκατομμύρια μάζες. Το πρόγραμμα της εξυγίανσης του καπιταλισμού σκορπίστηκε στους πέντε ανέμους. Τεράστιες μάζες αρχίζουν να γυρνάν την πλάτη στα αστικά κόμματα και αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε δίλημμα.

Ο αναπτυσσόμενος αμερικάνικος φασισμός προσπαθεί να κατευθύνει την απογοήτευση και δυσαρέσκεια των μαζών αυτών σε έναν αντιδραστικό φασιστικό δρόμο. Η ιδιομορφία της ανάπτυξης του αμερικάνικου φασισμού έγκειται στο γεγονός, ότι στο σημερινό στάδιο εμφανίζεται κυρίως με τη μορφή της αντιπολίτευσης ενάντια στο φασισμό σα μια «όχι αμερικάνικη» κίνηση, σα μια κίνηση, που εισάγεται από το εξωτερικό. Σε αντίθεση με το γερμανικό φασισμό, που εμφανίστηκε με αντισυνταγματικά συνθήματα, ο αμερικάνικος φασισμός προσπαθεί να ποζάρει σαν αγωνιστής υπέρ του συντάγματος και της «αμερικάνικης δημοκρατίας». Δεν πρόκειται ακόμη για άμεσα απειλητικό κίνδυνο. Αλλά αν κατορθώσει να εισχωρήσει στις πλατιές και απογοητευμένες από τα παλιά αστικά κόμματα μάζες, μπορεί να αποτελέσει σοβαρό κίνδυνο σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Τι θα σήμαινε όμως μια νίκη του φασισμού στις Ενωμένες Πολιτείες; Για τις εργαζόμενες μάζες θα σήμαινε φυσικά τεράστια όξυνση του καθεστώτος της εκμετάλλευσης και τη συντριβή του εργατικού κινήματος. Και τι διεθνή σημασία θα είχε η νίκη αυτή του φασισμού; Οι Ενωμένες Πολιτείες δεν είναι φυσικά ούτε Ουγγαρία, ούτε Φιλανδία, ούτε Βουλγαρία, ούτε Λεττονία. Οι νίκη του φασισμού στις Ενωμένες Πολιτείες θα άλλαζε σημαντικά ολόκληρη τη διεθνή κατάσταση.

Επιτρέπεται λοιπόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες να μένει ικανοποιημένο το αμερικάνικο προλεταριάτο, οργανώνοντας μόνο την ταξικά συνειδητή πρωτοπορία του, που είναι έτοιμη να πάρει τον επαναστατικό δρόμο; Όχι!

Είναι ολοφάνερο, ότι τα συμφέροντα του αμερικάνικου προλεταριάτου απαιτούν, να ξεκόψει χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση όλες του τις δυνάμεις από τα καπιταλιστικά κόμματα. Πρέπει να βρεθούν δρόμοι και κατάλληλοι τρόποι, για να εμποδίσουμε έγκαιρα το μάντρωμα των δυσαρεστημένων πλατιών μαζών των εργαζομένων, από το φασισμό. Και πάνω σ΄ αυτό οφείλουμε να πούμε: Η δημιουργία ενός μαζικού κόμματος των εργαζομένων, ενός «Εργατικού και Αγροτικού Κόμματος» θα μπορούσε να ήταν για τις αμερικάνικες συνθήκες ένας τέτοιος κατάλληλος τρόπος. Ένα τέτοιο κόμμα θα ήταν μια ειδική μορφή Λαϊκού Μετώπου των μαζών στην Αμερική, που θα αντιπαραθέταμε στα κόμματα των τραστ και των τραπεζών, καθώς και στον αναπτυσσόμενο φασισμό. Ένα τέτοιο κόμμα δε θα ήταν, φυσικά, σοσιαλιστικό ούτε κομμουνιστικό. Πρέπει όμως να είναι αντιφασιστικό και όχι αντικομουνιστικό κόμμα. Το πρόγραμμα του κόμματος αυτού θα πρέπει να κατευθύνεται ενάντια στις τράπεζες, τα τραστ και τα μονοπώλια, ενάντια στους κύριους εχθρούς του λαού, που πλουτίζουν σε βάρος του. Ένα τέτοιο κόμμα τότε μόνο μπορεί να εκπληρώσει τον προορισμό του, όταν αγωνιστεί για τα αμεσότερα αιτήματα της εργατικής τάξης, για πραγματική κοινωνική νομοθεσία, για την ασφάλιση των ανέργων˙ όταν αγωνιστεί για να αποκτήσουν οι λευκοί και μαύροι ημιμισθωτές [8] γη και να απελευθερωθούν από τα βάρη των χρεών˙ όταν αγωνιστεί για την κατάργηση των χρεών των αγροτών˙ όταν αγωνιστεί για την ισοτιμία των νέγρων, για την υπεράσπιση των αιτημάτων των βετεράνων του πολέμου, για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των ελεύθερων επαγγελμάτων, των μικρεμπόρων και βιοτεχνών. Και τα λοιπά.

Είναι αυτονόητο, ότι ένα τέτοιο κόμμα θα αγωνιστεί για την αποστολή εκπροσώπων του στα τοπικά διοικητικά σωματεία, στα αντιπροσωπευτικά όργανα των διαφόρων πολιτειών, καθώς και στο Κογκρέσο και τη Γερουσία.

Οι σύντροφοι στις Ενωμένες Πολιτείες ενήργησαν σωστά, παίρνοντας την πρωτοβουλία για τη δημιουργία ενός τέτοιου κόμματος. Αλλά θα πρέπει να πάρουν ακόμη πιο δραστήρια μέτρα, για να γίνει η δημιουργία ενός τέτοιου κόμματος υπόθεση των ίδιων των μαζών. Το ζήτημα της δημιουργίας ενός «Εργατο-αγροτικού Κόμματος» και το πρόγραμμά του πρέπει να αναλυθούν σε μαζικές συγκεντρώσεις. Είναι απαραίτητο να αναπτύξουμε ένα πολύ πλατύ κίνημα για τη δημιουργία του κόμματος αυτού και να τεθούμε επικεφαλής αυτού του κινήματος. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να επιτρέψουμε να περάσει η πρωτοβουλία της οργάνωσης του κόμματος στα χέρια εκείνων των στοιχείων, που θέλουν να εκμεταλλευτούν τη δυσαρέσκεια των απογοητευμένων από τα δυό αστικά κόμματα –το δημοκρατικό και το ρεπουμπλικανικό- εκατομμυρίων μαζών, για να δημιουργήσουν στις Ενωμένες Πολιτείες ένα «τρίτο» κόμμα, ένα αντικομουνιστικό κόμμα ενάντια στο επαναστατικό κίνημα.


β) Αγγλία

Στην Αγγλία, η φασιστική οργάνωση Μόσλεϋς πέρασε προσωρινά λόγω των μαζικών ενεργειών των άγγλων εργατών σε δεύτερη μοίρα. Αλλά δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια, όταν η λεγόμενη «Εθνική Κυβέρνηση» παίρνει διάφορα αντιδραστικά μέτρα ενάντια στην εργατική τάξη, με τα οποία δημιουργούνται και στην Αγγλία συνθήκες, που σε περίπτωση ανάγκης, θα διευκολύνουν την αστική τάξη στο πέρασμα σε φασιστικό καθεστώς.

Να αγωνίζεσαι στο σημερινό στάδιο ενάντια στο φασιστικό κίνδυνο στην Αγγλία, σημαίνει πριν απ΄ όλα να αγωνίζεσαι ενάντια στην «Εθνική Κυβέρνηση», ενάντια στα αντιδραστικά της μέτρα, ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου, για την υπεράσπιση των αιτημάτων των ανέργων, ενάντια στην περικοπή των μισθών, για την κατάργηση όλων των νόμων, με τη βοήθεια των οποίων η αγγλική αστική τάξη ρίχνει το επίπεδο ζωής των μαζών.

Αλλά το αναπτυσσόμενο μίσος της εργατικής τάξης ενάντια στην «Εθνική Κυβέρνηση», συνενώνει όλο και πιο πλατιές μάζες κάτω από το σύνθημα: «Σχηματισμός μιας νέας κυβέρνησης των εργατικών στην Αγγλία». Μπορούν οι κομμουνιστές να μη πάρουν υπόψη τους τη διάθεση αυτή των πλατιών μαζών, που πιστεύουν ακόμη στην κυβέρνηση των εργατικών; Όχι, σύντροφοι! Πρέπει να βρούμε το δρόμο προς αυτές τις μάζες. Τους λέμε καθαρά όπως αναφέρει το 13ο Συνέδριο του Αγγλικού Κομμουνιστικού Κόμματος: «Εμείς οι κομμουνιστές είμαστε οπαδοί της σοβιετικής εξουσίας που μπορεί να απελευθερώσει τους εργάτες από το ζυγό του καπιταλισμού. Εσείς όμως θέλετε κυβέρνηση των Εργατικών; Πάει καλά. Αγωνιστήκαμε και αγωνιζόμαστε χέρι με χέρι μαζί σας για τη συντριβή της «Εθνικής Κυβέρνησης». Είμαστε έτοιμοι να υποστηρίξουμε τον αγώνα σας για το σχηματισμό μιας νέας κυβέρνησης των Εργατικών, παρ΄ όλο που οι δυό προηγούμενες κυβερνήσεις των Εργατικών δεν κράτησαν τις υποσχέσεις που έδωσε το Εργατικό Κόμμα στην εργατική τάξη. Δεν περιμένουμε να εφαρμόσει η κυβέρνηση αυτή σοσιαλιστικά μέτρα. Αλλά στο όνομα εκατομμυρίων εργατών βάζουμε το αίτημα, να προασπίσει τα αμεσότερα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Θα αναλύσουμε μαζί ένα κοινό πρόγραμμα από τέτοια αιτήματα και θα πραγματοποιήσουμε εκείνη την ενότητα δράσης, που χρειάζεται το προλεταριάτο, για να μπορέσει να προβάλλει αντίσταση στις αντιδραστικές επιθέσεις της «Εθνικής Κυβέρνησης», στην επίθεση του κεφαλαίου και του φασισμού, στην προετοιμασία ενός νέου πολέμου». Οι Άγγλοι σύντροφοι είναι έτοιμοι να εμφανιστούν στις επερχόμενες κοινοβουλευτικές εκλογές πάνω σ΄ αυτή τη βάση μαζί με τις οργανώσεις του Εργατικού Κόμματος ενάντια στην «Εθνική Κυβέρνηση», καθώς και ενάντια στον Λόϋντ Τζωρτζ, που προσπαθεί με τον τρόπο του να παρασύρει τις μάζες για το συμφέρον της αγγλικής αστικής τάξης ενάντια στην υπόθεση της εργατικής τάξης.

Η στάση αυτή των άγγλων κομμουνιστών είναι σωστή. Θα τους διευκολύνει στη δημιουργία του αγωνιστικού Ενιαίου Μετώπου μαζί με τα εκατομμύρια μαζών των αγγλικών συνδικάτων και το Εργατικό Κόμμα. Μένοντας πάντα οι κομμουνιστές στις πρώτες γραμμές του αγωνιζόμενου προλεταριάτου, δείχνοντας στις μάζες το μόνο σωστό δρόμο –το δρόμο της πάλης για την επαναστατική ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης και για την οικοδόμηση της σοβιετικής εξουσίας- δεν πρέπει να κοιτάνε να παραλείψουν στον καθορισμό των επίκαιρων πολιτικών καθηκόντων τους εκείνα τα απαραίτητα στάδια του μαζικού κινήματος, που στην πορεία τους, οι εργατικές μάζες ξεπερνούν, με την ίδια τους την πείρα, τις αυταπάτες τους και περνάνε με το μέρος του κομμουνισμού.


γ) Γαλλία

Η Γαλλία είναι η χώρα, όπου, όπως είναι γνωστό, η εργατική τάξη δίνει σ΄ ολόκληρο το διεθνές προλεταριάτο το παράδειγμα, για το πώς διεξάγεται ο αγώνας ενάντια στο φασισμό. Το γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα δίνει σ΄ όλα τα τμήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς το παράδειγμα, για το πώς πρέπει να εφαρμόζεται η τακτική του Ενιαίου Μετώπου, οι σοσιαλιστές εργάτες δίνουν το παράδειγμα, για το τι πρέπει να κάνουν τώρα οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες των άλλων καπιταλιστικών χωρών στον αγώνα ενάντια στο φασισμό.

Είναι τεράστια η σημασία της αντιφασιστικής διαδήλωσης, που πραγματοποιήθηκε στις 14 Ιούλη τούτου του χρόνου στο Παρίσι, όπου πήραν μέρος μισό εκατομμύριο άτομα, καθώς επίσης και των πολυάριθμων διαδηλώσεων σε άλλες πόλεις της Γαλλίας.

Εδώ δεν πρόκειται πια για απλό ενιαιομετωπικό κίνημα, πρόκειται ήδη για την αρχή ενός πλατιού, γενικού, Λαϊκού Μετώπου ενάντια στο φασισμό στη Γαλλία. Το κίνημα αυτό του Ενιαίου Μετώπου μεγαλώνει την πίστη της εργατικής τάξης στις δυνάμεις της, δυναμώνει τη συνείδηση για τον ηγετικό της ρόλο απέναντι στην αγροτιά, τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και τους διανοούμενους. Διευρύνει την επιρροή του Κομμουνιστικού Κόμματος στις εργατικές μάζες και δυναμώνει, έτσι, το προλεταριάτο στον αγώνα του ενάντια στο φασισμό. Το κίνημα αυτό κινητοποιεί έγκαιρα την επαγρύπνηση των μαζών απέναντι στο φασιστικό κίνδυνο. Θα αποτελέσει φωτεινό παράδειγμα για την ανάπτυξη του αντιφασιστικού αγώνα στις άλλες καπιταλιστικές χώρες και θα επιδράσει ενθαρρυντικά πάνω στο καταπιεσμένο από τη φασιστική δικτατορία προλεταριάτο της Γερμανίας.

Πρόκειται αναμφίβολα για μεγάλη νίκη, που όμως δεν έχει κρίνει ακόμη την έκβαση του αντιφασιστικού αγώνα. Η συντριπτική πλειοψηφία του γαλλικού λαού είναι χωρίς αμφιβολία ενάντια στο φασισμό. Η αστική τάξη όμως ξέρει να κακοποιεί με τη βοήθεια της ένοπλης εξουσίας τη θέληση των λαών. Χάρη στη δραστήρια υποστήριξη του μονοπωλιακού κεφαλαίου, της κρατικής μηχανής της αστικής τάξης, του Γενικού Επιτελείου του γαλλικού στρατού και τους αντιδραστικούς ηγέτες της καθολικής εκκλησίας, του προμαχώνα κάθε αντίδρασης, το φασιστικό κίνημα αναπτύσσεται παραπέρα εντελώς ελεύθερα.

Η πιο δυνατή φασιστική οργάνωση, η οργάνωση των «Σταυροφόρων του Πυρός», διαθέτει σήμερα πάνω από 300.000 ένοπλα μέλη, που ο πυρήνας τους αποτελείται από 60.000 έφεδρους αξιωματικούς. Κατέχει θέσεις στην αστυνομία, στη χωροφυλακή, στο στρατό, στην αεροπορία, σ΄ ολόκληρη την κρατική μηχανή. Οι τελευταίες δημοτικές εκλογές δείχνουν, ότι στη Γαλλία δεν προοδεύουν μόνο οι επαναστατικές δυνάμεις, αλλά και οι δυνάμεις του φασισμού. Αν ο φασισμός κατορθώσει να εισχωρήσει στις πλατιές αγροτικές μάζες και εξασφαλίσει την υποστήριξη ενός τμήματος του στρατού, ουδετεροποιώντας το άλλο, τότε οι εργαζόμενες μάζες στη Γαλλία δεν θα μπορέσουν να εμποδίσουν τον ερχομό του φασισμού στην εξουσία. Μην ξεχνάτε, σύντροφοι, την οργανωτική αδυναμία του γαλλικού εργατικού κινήματος, πράγμα που διευκολύνει την επιτυχία της φασιστικής επίθεσης. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, να μείνουν η εργατική τάξη και όλοι οι αντιφασίστες στη Γαλλία ικανοποιημένοι από τα μέχρι τώρα επιτυχή αποτελέσματα.

Μπροστά σε ποια καθήκοντα βρίσκεται η εργατική τάξη στη Γαλλία;

Πρώτο, δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου όχι μόνο σε πολιτικό, αλλά και σε οικονομικό πεδίο για την οργάνωση του αγώνα ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου. Σπάσιμο, ασκώντας πίεση, της αντίστασης της κορυφής της ρεφορμιστικής Ένωσης Συνδικάτων (C.G.T.) ενάντια στο Ενιαίο Μέτωπο.

Δεύτερο, δημιουργία συνδικαλιστικής ενότητας στη Γαλλία. Ενιαία συνδικάτα πάνω στη βάση της ταξικής πάλης.

Τρίτο, προσεταιρισμός των πλατιών αγροτικών μαζών, των μαζών των μικροαστών στο αντιφασιστικό κίνημα, δίνοντας στα καθημερινά τους αιτήματα μιαν ιδιαίτερη θέση μέσα στο πρόγραμμα του αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου.

Τέταρτο, οργανωτική σταθεροποίηση του αντιφασιστικού κινήματος και διεύρυνση του Λαϊκού Μετώπου με τη δημιουργία μαζικών αιρετών υπερκομματικών οργάνων, που η επιρροή τους να αγκαλιάζει πιο πλατιές μάζες από ό,τι τα σημερινά Κόμματα στη Γαλλία και οι οργανώσεις των εργαζομένων.

Πέμπτο, διάλυση και αφοπλισμό, με την άσκηση πίεσης, των φασιστικών οργανώσεων, των οργανώσεων των συνωμοτών ενάντια στη δημοκρατία και των πρακτόρων του Χίτλερ στη Γαλλία. 

Έκτο, εκκαθάριση της κρατικής μηχανής, του στρατού και της αστυνομίας από τους συνωμότες, που προετοιμάζουν φασιστικό πραξικόπημα.

Έβδομο, ανάπτυξη αγώνα ενάντια στους ηγέτες των αντιδραστικών κλικών της καθολικής εκκλησίας, που είναι ένας από τους σοβαρότερους προμαχώνες του γαλλικού φασισμού.

Όγδοο, σύνδεση του στρατού με το αντιφασιστικό κίνημα, με τη δημιουργία μέσα στο στρατό επιτροπών για την προάσπιση της δημοκρατίας και του συντάγματος, ενάντια σ΄ εκείνους που θέλουν να χρησιμοποιήσουν το στρατό για να πραγματοποιήσουν πραξικόπημα, με σκοπό την κατάλυση του συντάγματος. Να μην επιτραπεί στις αντιδραστικές δυνάμεις στη Γαλλία, να διαλύσουν τη γαλλοσοβιετική συμφωνία, που προασπίζει την υπόθεση της ειρήνης ενάντια στην επίθεση του γερμανικού φασισμού.

Και αν το αντιφασιστικό κίνημα στη Γαλλία οδηγήσει στο σχηματισμό κυβέρνησης, που να διεξάγει πραγματικό αγώνα –όχι μόνο με λόγια, αλλά με έργα- ενάντια στο γαλλικό φασισμό και να εφαρμόζει το πρόγραμμα των αιτημάτων του αντιφασιστικού λαϊκού μετώπου: μπροστά στον αυξανόμενο φασιστικό κίνδυνο, οι κομμουνιστές, παρ΄ όλο που παραμένουν άσπονδοι εχθροί κάθε αστικής κυβέρνησης και οπαδοί της σοβιετικής εξουσίας, είναι πρόθυμοι, παρ΄ όλα αυτά, να υποστηρίξουν μια τέτοια κυβέρνηση.


Το Ενιαίο Μέτωπο και οι φασιστικές μαζικές οργανώσεις

Σύντροφοι! Ο αγώνας για τη δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου στις χώρες, όπου οι φασίστες είναι στην εξουσία, είναι το πιο σπουδαίο πρόβλημα, που μπαίνει μπροστά μας. Εκεί, ο αγώνας αυτός διεξάγεται φυσικά κάτω από αφάνταστα πιο δύσκολες συνθήκες, από ό,τι στις χώρες με νόμιμο εργατικό κίνημα. Στις φασιστικές χώρες, ωστόσο, υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός πραγματικού αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου, στον αγώνα ενάντια στη φασιστική δικτατορία, γιατί οι σοσιαλδημοκράτες, οι καθολικοί και οι άλλοι εργάτες στη Γερμανία για παράδειγμα, μπορούν να δουν άμεσα την αναγκαιότητα, να διεξάγουν ενιαίο αγώνα μαζί με τους κομμουνιστές ενάντια στη φασιστική δικτατορία. Ανάμεσα στα πλατιά στρώματα των μικροαστών και της αγροτιάς, που δοκίμασαν ήδη τους πικρούς καρπούς της φασιστικής κυριαρχίας, αυξάνει όλο και περισσότερο η δυσαρέσκεια και η απογοήτευση, πράγμα που διευκολύνει την προσάρτησή τους στο αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο.

Στις φασιστικές χώρες, ιδιαίτερα στη Γερμανία και Ιταλία, όπου ο φασισμός κατόρθωσε να δημιουργήσει μια μαζική βάση και μάντρωσε με τη βία τους εργάτες και τους άλλους εργαζόμενους στις οργανώσεις του, το κύριο καθήκον είναι να συνδυάσουμε σωστά τον αγώνα ενάντια στη φασιστική δικτατορία από τα έξω με την υπονόμευσή του από τα μέσα, μέσα στα πλαίσια των φασιστικών μαζικών οργανώσεων και μαζικών οργάνων. Πρέπει, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες των χωρών αυτών να εξετάσουμε, κατανοήσουμε και εφαρμόσουμε ιδιαίτερες μέθοδες και τρόπους, που βοηθάνε στην αστραπιαία διάλυση της μαζικής βάσης του φασισμού και στην προετοιμασία της ανατροπής της φασιστικής δικτατορίας. Αυτά πρέπει να τα εξετάσουμε, να τα κατανοήσουμε  και να τα εφαρμόσουμε, κι όχι μόνο να φωνάζουμε: «Κάτω ο Χίτλερ!» και «Κάτω ο Μουσολίνι!». Ναι, να τα εξετάσουμε, να τα κατανοήσουμε και να τα εφαρμόσουμε!

Πρόκειται για ένα δύσκολο και πολύπλοκο καθήκον. Και γίνεται ακόμη δυσκολότερο, γιατί η πείρα μας σ΄ ότι αφορά την επιτυχή καταπολέμηση της φασιστικής δικτατορίας είναι εξαιρετικά μικρή. Οι ιταλοί σύντροφοι για παράδειγμα, αγωνίζονται ήδη εδώ και δεκατρία χρόνια κάτω από τις συνθήκες της φασιστικής δικτατορίας. Ακόμη όμως δεν κατόρθωσαν να αναπτύξουν έναν πραγματικά μαζικό αγώνα ενάντια στο φασισμό. Γι΄ αυτό και δεν μπόρεσαν στο ζήτημα αυτό να βοηθήσουν αρκετά με θετική πείρα τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα των φασιστικών χωρών.

Οι γερμανοί και ιταλοί κομμουνιστές και οι κομμουνιστές άλλων φασιστικών χωρών, καθώς και τα μέλη των κομμουνιστικών συνδέσμων νεολαίας έκαναν απίστευτους ηρωισμούς. Πρόσφεραν και προσφέρουν καθημερινά τεράστιες θυσίες. Μπροστά στον ηρωισμό αυτό, μπροστά σ΄ αυτές τις θυσίες, σκύβουμε όλοι το κεφάλι. Αλλά μόνο ο ηρωισμός δε φτάνει. Πρέπει να συνδυάσουμε τον ηρωισμό αυτό με μια τέτοια καθημερινή δουλειά μέσα στις μάζες, με έναν τέτοιο συγκεκριμένο αγώνα ενάντια στο φασισμό, που να έχουμε όσο το δυνατό πιο χειροπιαστά αποτελέσματα. Στον αγώνα μας ενάντια στη φασιστική δικτατορία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο, να παίρνουμε την επιθυμία για πραγματικότητα. Πρέπει να ξεκινάμε από τα γεγονότα, από την πραγματική συγκεκριμένη κατάσταση.

Πως όμως έχει σήμερα, στη Γερμανία για παράδειγμα, η πραγματικότητα;

Η δυσαρέσκεια και απογοήτευση των μαζών για την πολιτική της φασιστικής δικτατορίας αυξάνει και παίρνει μάλιστα τη μορφή μερικών απεργιών και άλλων ενεργειών. Παρ΄ όλες τις προσπάθειές του, ο φασισμός δεν κατόρθωσε να κατακτήσει πολιτικά τις κύριες μάζες της εργατιάς. Χάνει μάλιστα και τους πρώην οπαδούς του και θα τους χάσει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό. Αλλά πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, ότι οι εργάτες εκείνοι, που έχουν πειστεί για τη δυνατότητα της συντριβής της φασιστικής δικτατορίας και που σήμερα είναι κιόλας έτοιμοι να αγωνιστούν ενεργά για το σκοπό αυτό, είναι προς το παρόν ακόμη μειοψηφία. Είμαστε εμείς οι κομμουνιστές και το επαναστατικό τμήμα των σοσιαλδημοκρατών εργατών. Η πλειοψηφία των εργαζομένων, αντίθετα, δεν έχει κατανοήσει ακόμη προς το παρόν τις πραγματικές και συγκεκριμένες δυνατότητες και δρόμους για τη συντριβή της δικτατορίας αυτής και περιμένει προς το παρόν. Αυτό πρέπει να το λάβουμε υπόψη μας στον καθορισμό των καθηκόντων μας στον αγώνα ενάντια στο φασισμό στη Γερμανία, καθώς και όταν ψάχνουμε, μελετάμε και εφαρμόζουμε τις ιδιαίτερες μέθοδες για τον κλονισμό και την ανατροπή της φασιστικής δικτατορίας στη Γερμανία.

Για να καταφέρουμε βαρύ χτύπημα στη φασιστική δικτατορία, πρέπει να γνωρίσουμε το πιο τρωτό της σημείο. Που βρίσκεται η αχίλλειος φτέρνα της φασιστικής δικτατορίας; Στην κοινωνική της βάση, που είναι εξαιρετικά ανάμικτη. Περιλαμβάνει διάφορες τάξεις και διάφορα στρώματα της κοινωνίας. Ο φασισμός αυτοκηρύχνεται σαν ο μοναδικός εκπρόσωπος όλων των τάξεων και στρωμάτων του πληθυσμού: του βιομήχανου και του εργάτη, του εκατομμυριούχου και του άνεργου, του μεγαλογαιοκτήμονα και του φτωχού αγρότη, του μεγαλοκεφαλαιοκράτη και χειροτέχνη. Κάνει σα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα όλων αυτών των στρωμάτων, τα συμφέροντα του έθνους. Μιας όμως κι ο φασισμός είναι η δικτατορία της μεγαλοαστικής τάξης, έρχεται αναπόφευκτα σε σύγκρουση με την κοινωνική μαζική βάση του, πολύ περισσότερο, επειδή ακριβώς κάτω  από τη φασιστική δικτατορία εμφανίζονται ακόμη πιο χτυπητά οι ταξικές αντιθέσεις ανάμεσα στην κλίκα των μεγιστάνων του κεφαλαίου και της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού.

Μόνο τότε μπορούμε να συγκεντρώσουμε τις μάζες στον αποφασιστικό αγώνα για την αποτροπή της φασιστικής δικτατορίας, όταν τραβήξουμε τους εργάτες, που χώθηκαν με τη βία στις φασιστικές οργανώσεις ή έγιναν μέλη τους από έλλειψη ταξικής συνείδησης, μέσα στις πιο στοιχειώδεις κινήσεις για την υπεράσπιση των οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών συμφερόντων τους. Ακριβώς γι΄ αυτό, οι κομμουνιστές πρέπει να δουλεύουν στις οργανώσεις αυτές σαν οι καλύτεροι υπερασπιστές των καθημερινών συμφερόντων της μάζας των μελών, έχοντας υπόψη μας, ότι οι εργάτες που βρίσκονται μέσα σ΄ αυτές τις οργανώσεις, έρχονται αναπόφευκτα σε σύγκρουση με τη φασιστική δικτατορία, στο βαθμό που απαιτούν όλο και πιο συχνά δικαιώματα και που υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους.

Πάνω στη βάση της υπεράσπισης των πιο άμεσων, στην αρχή εντελώς στοιχειωδών συμφερόντων των εργαζόμενων μαζών του χωριού και της πόλης, είναι σχετικά πιο εύκολο, να βρεθεί μια κοινή γλώσσα όχι μόνο με τους ξεκαθαρισμένους αντιφασίστες, αλλά και με εκείνους τους εργαζόμενους, που είναι ακόμη οπαδοί του φασισμού, αλλά έχουν απογοητευθεί από την πολιτική του˙ είναι δυσαρεστημένοι, μουρμουρίζουν και ψάχνουν να βρουν ευκαιρία, για να δώσουν διέξοδο στη δυσαρέσκειά τους. Πρέπει γενικά να ξεκαθαρίζουμε ότι στις χώρες της φασιστικής δικτατορίας, ολόκληρη η τακτική μας, πρέπει να έχει σα στόχο, να μη διώχνουμε μακριά τούς απλούς οπαδούς του φασισμού, αλλά να βαθαίνουμε το χάσμα ανάμεσα στη φασιστική κορυφή και τη μάζα των απογοητευμένων απλών εργαζόμενων – οπαδών του φασισμού. Δεν πρέπει να αποτελεί για μας εμπόδιο, σύντροφοι, το γεγονός ότι άνθρωποι, που κινητοποιούνται για τα καθημερινά αυτά συμφέροντα, πιστεύουν ότι είναι πολιτικά αδιαφοροποίητοι ή ακόμη και οπαδοί του φασισμού. Το σπουδαίο για μας είναι, να τους βάλουμε μέσα σε ένα κίνημα, που, κι αν ακόμη αρχικά ίσως να μην προχωρεί καθαρά κάτω από τα συνθήματα της πάλης ενάντια στο φασισμό, αντικειμενικά όμως είναι ήδη ένα αντιφασιστικό κίνημα, αφού αντιπαραθέτει τις μάζες αυτές στη φασιστική δικτατορία.

Η πείρα μας διδάσκει, πως η άποψη, ότι στις χώρες της φασιστικής δικτατορίας είναι πέρα για πέρα αδύνατο, να εμφανιζόμαστε νόμιμα ή ημινόμιμα, είναι βλαβερή και λαθεμένη. Το να επιμένουμε σε μια τέτοια θέση σημαίνει ότι πέφτουμε σε παθητικότητα, ότι παραιτούμαστε γενικά από την πραγματική μαζική δουλειά. Οπωσδήποτε, είναι δύσκολο και πολύπλοκο καθήκον, να βρίσκουμε κάτω από τις συνθήκες της φασιστικής δικτατορίας μορφές και μέθοδες για νόμιμη ή ημινόμιμη εμφάνιση. Αλλά όπως δείχνει και σε πολλά άλλα ζητήματα, το δρόμο μάς τον δείχνει και σ΄ αυτή την περίπτωση η ίδια η ζωή και η πρωτοβουλία των μαζών. Έχουν δώσει ήδη πολλά παραδείγματα, που τα διδάγματά τους πρέπει να τα γενικεύσουμε και να τα εφαρμόσουμε οργανωμένα και ανάλογα με την περίσταση.

Πρέπει να σταματήσουμε αποφασιστικά να υποτιμάμε τη δουλειά στις φασιστικές μαζικές οργανώσεις. Τόσο στην Ιταλία, όσο και στη Γερμανία και σε μια σειρά άλλες φασιστικές χώρες, οι σύντροφοι προσπάθησαν να καλύψουν την παθητικότητά τους και συχνά μάλιστα και την άμεση άρνησή τους να δουλέψουν μέσα στις φασιστικές μαζικές οργανώσεις αντιπαραθέτοντας στη δουλειά στις φασιστικές μαζικές οργανώσεις τη δουλειά στα εργοστάσια. Στην πραγματικότητα, όμως, η σχηματική αυτή αντιπαράθεση οδήγησε ακριβώς, στο να πραγματοποιείται η δουλειά τόσο μέσα στις φασιστικές μαζικές οργανώσεις όσο και στα εργοστάσια, εξαιρετικά χαλαρά ή καμιά φορά και καθόλου.

Αντίθετα, είναι ιδιαίτερα σπουδαίο για τους κομμουνιστές στις φασιστικές χώρες να βρίσκονται παντού όπου είναι οι μάζες. Ο φασισμός πήρε από τους εργάτες τις δικές τους νόμιμες οργανώσεις. Τους επέβαλε τις φασιστικές οργανώσεις –με εξαναγκασμό ή κατά ένα μέρος και εθελοντικά. Οι μαζικές αυτές οργανώσεις του φασισμού μπορούν και πρέπει να αποτελούν το νόμιμο και ημινόμιμο πεδίο δράσης μας, όπου θα μπορούμε να ερχόμαστε σε επαφή με τις μάζες. Μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν για μας μια νόμιμη ή ημινόμιμη αφετηρία για την υπεράσπιση των καθημερινών συμφερόντων των μαζών. Για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων αυτών, οι κομμουνιστές πρέπει να κατακτούν στις φασιστικές μαζικές οργανώσεις θέσεις, που αποχτιούνται με εκλογές, για να έρθουν σε επαφή με τις μάζες. Πρέπει να απελευθερωθούν μια και καλή από τις προκαταλήψεις, ότι τάχα μια τέτοια δραστηριότητα δεν ταιριάζει και είναι ανάξια για έναν επαναστάτη εργάτη.

Στη Γερμανία για παράδειγμα, υπάρχει το σύστημα των λεγόμενων Συμβουλίων Εμπιστοσύνης. Που βρίσκεται όμως γραμμένο, ότι πρέπει στις οργανώσεις αυτές να αφήσουμε το μονοπώλιο στους φασίστες; Δεν μπορούμε να προσπαθήσουμε να συνενώσουμε τους κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, καθολικούς και άλλους αντιφασίστες εργάτες στα εργοστάσια, ώστε κατά την ψηφοφορία να σβήνουν από τον κατάλογο των «Συμβουλίων Εμπιστοσύνης» τα ονόματα των ανοιχτών πρακτόρων του επιχειρηματία και να βάζουν άλλους υποψήφιους, που να έχουν την εμπιστοσύνη των εργατών; Η πράξη έχει δείξει, ότι αυτό είναι δυνατό.

Μήπως η πράξη δε μας διδάσκει ακόμη ότι, μαζί με τους σοσιαλδημοκράτες και άλλους δυσαρεστημένους εργάτες, μπορούμε να απαιτήσουμε από τα «Συμβούλια Εμπιστοσύνης» να υπερασπιστούν πραγματικά τα συμφέροντα των εργατών;

Ας πάρουμε το «Μέτωπο Εργασίας» στη Γερμανία ή τα φασιστικά συνδικάτα στην Ιταλία. Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε να εκλέγονται και να μη διορίζονται τα στελέχη του «Μετώπου Εργασίας»; Δεν μπορούμε να επιμείνουμε να λογοδοτούν οι ανώτερες βαθμίδες των τοπικών ομάδων μπροστά στη συνέλευση των μελών της οργάνωσης; Δεν μπορούμε με απόφαση της ομάδας να απευθύνουμε τις απαιτήσεις αυτές στον επιχειρηματία, τον «εκπρόσωπο της εργασίας», στις ανώτερες βαθμίδες του «Μετώπου Εργασίας»; Αυτά όλα είναι δυνατά με την προϋπόθεση, ότι οι επαναστάτες εργάτες δουλεύουν πραγματικά και κατακτούν θέσεις στο «Μέτωπο Εργασίας».

Τέτοιες μέθοδοι δουλειάς είναι δυνατές και αναγκαίες και σε άλλες φασιστικές μαζικές οργανώσεις. Στη Χιτλερική Νεολαία, στις αθλητικές οργανώσεις, στην οργάνωση «Ισχύς με χαρά», στο «Ντόπο Λαβόρο» [9] στην Ιταλία, στους συνεταιρισμούς κτλ.

Σύντροφοι, θυμάστε τον παλιό μύθο για την κατάληψη της Τροίας. Η Τροία προστατεύτηκε από τον επιτιθέμενο στρατό με απόρθητα τείχη. Και ο επιτιθέμενος στρατός, που δεν είχε υποστεί και λίγες απώλειες, δεν μπόρεσε να κατακτήσει τη νίκη, παρά μόνο όταν με τη βοήθεια του περίφημου δούρειου ίππου εισχώρησε μέσα στην πόλη, στην καρδιά του εχθρού.

Νομίζω, ότι εμείς οι επαναστάτες εργάτες δεν πρέπει να δειλιάζουμε να εφαρμόζουμε την ίδια τακτική απέναντι στον εχθρό φασισμό, που προστατεύεται από την οργή του λαού με τα ζωντανά τείχη των τραμπούκων του.

Όποιος δεν κατανοεί την αναγκαιότητα να εφαρμόζουμε απέναντι στο φασισμό μια τέτοια τακτική, όποιος θεωρεί μια τέτοια τακτική «εξευτελιστική», μπορεί να είναι ένας εξαίρετος σύντροφος, αλλά –αν μου επιτρέπεται- είναι φαφλατάς και όχι επαναστάτης, που δεν θα μάθει ποτέ να οδηγεί τις μάζες στην ανατροπή της φασιστικής δικτατορίας.

Το μαζικό κίνημα του Ενιαίου Μετώπου, που αναπτύσσεται έξω και μέσα στις φασιστικές οργανώσεις της Γερμανίας, Ιταλίας και άλλων χωρών, όπου ο φασισμός έχει μαζική βάση, που ξεκινάει από την υπεράσπιση των πιο στοιχειωδών αναγκών και με το άπλωμα και το δυνάμωμα του αγώνα αυτού αλλάζει τις μορφές και τα αγωνιστικά του συνθήματα, θα αποτελέσει την πολιορκητική μηχανή, που θα καταστρέψει το οχύρωμα της φασιστικής δικτατορίας, που σε πολλούς σήμερα φαίνεται απόρθητο.


Το Ενιαίο Μέτωπο στις χώρες όπου οι σοσιαλδημοκράτες βρίσκονται στην εξουσία

Ο αγώνας για τη δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου βάζει ένα ακόμη ιδιαίτερα σπουδαίο πρόβλημα, το πρόβλημα του Ενιαίου Μετώπου στις χώρες, όπου στην εξουσία βρίσκονται σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις ή κυβερνήσεις συνασπισμού με τη συμμετοχή των σοσιαλιστών, όπως, για παράδειγμα, στη Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Τσεχοσλοβακία και Βέλγιο.

Είναι πέρα, για πέρα γνωστή η θέση μας που απορρίπτει τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, σαν κυβερνήσεις συμβιβασμού με την αστική τάξη. Αλλά παρ΄ όλα αυτά δεν πιστεύουμε, ότι η ύπαρξη μιας σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης ή μιας κυβέρνησης συνασπισμού του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος με τα αστικά κόμματα αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για το σχηματισμό σε ορισμένα ζητήματα του Ενιαίου Μετώπου με τους σοσιαλδημοκράτες. Είμαστε της γνώμης, ότι και σ΄ αυτή την περίπτωση, το Ενιαίο Μέτωπο για την υπεράσπιση των ζωτικών συμφερόντων του εργαζόμενου λαού και στον αγώνα ενάντια στο φασισμό, είναι πέρα για πέρα δυνατό και αναγκαίο. Είναι αυτονόητο, ότι η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία στις χώρες, όπου συμμετέχουν στην κυβέρνηση εκπρόσωποι του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, προκαλεί την ισχυρότερη αντίσταση στο προλεταριακό Ενιαίο Μέτωπο. Αυτό είναι πέρα για πέρα κατανοητό. Γιατί θέλουν να δείξουν στην αστική τάξη, ότι αυτοί ακριβώς, ξέρουν καλύτερα και σωστότερα από όλους τους άλλους στο να βάζουν χαλινάρι στις δυσαρεστημένες εργατικές μάζες και να τις προφυλάνε από την επιρροή του κομμουνισμού; Και μόνο το γεγονός, ότι οι σοσιαλδημοκράτες υπουργοί αντιτίθενται στο προλεταριακό Ενιαίο Μέτωπο, δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να δικαιολογήσει τη θέση, ότι οι κομμουνιστές δεν κάνουν τίποτα για τη δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου του προλεταριάτου.

Στις σκανδιναβικές χώρες, οι σύντροφοι παίρνουν συχνά το δρόμο της μικρότερης αντίστασης, αρκούνται να ξεσκεπάζουν μόνο προπαγανδιστικά τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση. Αυτό είναι λάθος. Στη Δανία, για παράδειγμα, οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες βρίσκονται ήδη εδώ και δέκα χρόνια στην κυβέρνηση, και οι κομμουνιστές επαναλαμβάνουν μέρα μπαίνει – μέρα βγαίνει, ότι πρόκειται για αστική, καπιταλιστική κυβέρνηση. Θα μπορούσε κανείς να πει, πως η προπαγάνδα αυτή είναι γνωστή στους δανούς εργάτες. Το γεγονός, όμως, ότι μια σημαντική πλειοψηφία δίνει την ψήφο της στο σοσιαλδημοκρατικό κυβερνών κόμμα, αποδείχνει απλά και μόνο, ότι το προπαγανδιστικό ξεσκέπασμα της κυβέρνησης από τους κομμουνιστές δεν φτάνει ν΄ αποδείξει όμως, ότι όλες αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες είναι ικανοποιημένοι με όλα τα μέτρα της κυβέρνησης των σοσιαλδημοκρατών υπουργών. Όχι, δεν είναι ευχαριστημένοι, που η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση με τη λεγόμενη «συμφωνία για την κρίση» βοηθάει τους μεγαλοκαπιταλιστές και μεγαλογαικτήμονες και όχι τους εργάτες και φτωχούς αγρότες. Δεν είναι ευχαριστημένοι, που με το διάταγμα του Γενάρη του 1933 αφαίρεσε από τους εργάτες το δικαίωμα απεργίας. Δεν είναι ευχαριστημένοι, που η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία σχεδιάζει μια επικίνδυνη αντιδημοκρατική εκλογική μεταρρύθμιση (με ιδιαίτερη μείωση του αριθμού των εντολέων). Μάλλον δε θα αστοχήσω, σύντροφοι, αν ισχυριστώ, ότι το 99% των εργατών της Δανίας δεν επικροτεί τα πολιτικά αυτά μέτρα της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας και των υπουργών.

Δεν μπορούν οι κομμουνιστές να καλέσουν τα συνδικάτα και τις σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις στη Δανία, να συζητήσουν το ένα ή το άλλο επίκαιρο ζήτημα, να εκφράσουν τη γνώμη τους γι΄ αυτό και να εμφανιστούν από κοινού για το προλεταριακό Ενιαίο Μέτωπο για το πέρασμα των εργατικών αιτημάτων; Τον περασμένο χρόνο, τον Οκτώβρη, όταν οι δανοί σύντροφοι απευθύνθηκαν στα συνδικάτα με το αίτημα να πάρουν θέση ενάντια στη μείωση του επιδόματος ανεργίας, και για τα δημοκρατικά δικαιώματα των συνδικάτων, 100 περίπου τοπικές οργανώσεις μπήκαν στο Ενιαίο Μέτωπο.

Στη Σουηδία, βρίσκεται για τρίτη φορά σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στην εξουσία, οι σουηδοί κομμουνιστές όμως για πολύ καιρό παραιτήθηκαν στην πράξη από την εφαρμογή της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου. Γιατί; Μήπως ήταν ενάντια στο Ενιαίο Μέτωπο; Όχι βέβαια, κατ΄ αρχή ήταν υπέρ του Ενιαίου Μετώπου, υπέρ του Ενιαίου Μετώπου γενικά, αλλά δεν κατανοούσαν, με τι αφορμή, σε ποια ζητήματα και για την υπεράσπιση ποιων αιτημάτων μπορούμε να δημιουργήσουμε με επιτυχία το προλεταριακό Ενιαίο Μέτωπο, που και πως πρέπει να πιάσουμε το ζήτημα. Μερικούς μήνες πριν από το σχηματισμό της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης, στη διάρκεια του εκλογικού αγώνα, το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εμφανίστηκε με μία πλατφόρμα, που περιείχε μια σειρά αιτήματα, που θα μπορούσαν να περιέχονται και σε μια πλατφόρμα του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου. Για παράδειγμα τα συνθήματα: «Ενάντια στους δασμούς», «Ενάντια στη στρατιωτικοποίηση», «Τέλος με την αναβολή της ασφάλισης των ανέργων», «Εξασφάλιση επαρκούς σύνταξης», «Απαγόρευση παρόμοιων οργανώσεων όπως τα Munch Corps» (φασιστική οργάνωση), «Κάτω οι ταξικοί νόμοι ενάντια στα συνδικάτα, που απαιτούν τα αστικά κόμματα».

Πάνω από ένα εκατομμύριο εργαζόμενοι της Σουηδίας ψήφισαν το 1932 για τα αιτήματα αυτά που έθεσε η σοσιαλδημοκρατία και χαιρέτισαν το 1933 το σχηματισμό σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης, ελπίζοντας, ότι τώρα πια θα πραγματοποιούνταν τα αιτήματα αυτά. Τι θα ήταν πιο φυσικό σ΄ αυτή την κατάσταση και τι θα ανταποκρινόταν περισσότερο στις επιθυμίες των εργατικών μαζών από το πλησίασμα του Κομμουνιστικού Κόμματος σε όλες τις σοσιαλδημοκρατικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις με την πρόταση, να διεξάγουν κοινές ενέργειες για την επίτευξη αυτών των αιτημάτων που έθεσε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα;

Αν πετυχαίναμε να κινητοποιήσουμε πραγματικά τις πλατιές μάζες για την επίτευξη τέτοιων μέτρων, που έχουν προτείνει οι ίδιοι οι σοσιαλδημοκράτες, να συνενώσουμε τις σοσιαλδημοκρατικές και κομμουνιστικές εργατικές οργανώσεις σε ένα Ενιαίο Μέτωπο, η εργατική τάξη της Σουηδίας θα κέρδιζε ασφαλώς. Οι σοσιαλδημοκράτες υπουργοί της Σουηδίας δε θα χαίρονταν φυσικά και πολύ. Γιατί σ΄ αυτή την περίπτωση, η κυβέρνηση θα ήταν αναγκασμένη να ικανοποιήσει τουλάχιστον μερικά αιτήματα. Οπωσδήποτε, δε θα είχε συμβεί, αυτό που συνέβη τώρα, που η κυβέρνηση αντί να άρει τους δασμούς, ανέβασε μερικούς. Που αντί να περιορίσει το μιλιταρισμό, τον μεγάλωσε και που αντί να απορρίψει όλους τους νόμους ενάντια στα συνδικάτα, έφερε η ίδια ένα τέτοιο νομοσχέδιο στο κοινοβούλιο. Πάντως, σε σχέση με το τελευταίο ζήτημα, το Κ. Κ. Σουηδίας έκανε μια καλή μαζική καμπάνια στο πνεύμα του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου και πέτυχε, να αναγκαστούν τελικά ακόμη και οι εκπρόσωποι της σοσιαλδημοκρατίας, στο κοινοβούλιο να ψηφίσουν κι αυτοί ενάντια στο νομοσχέδιο της κυβέρνησης, που προσωρινά δεν ψηφίστηκε.

Οι Νορβηγοί κομμουνιστές έπραξαν σωστά, όταν την Πρωτομαγιά κάλεσαν τις οργανώσεις του εργατικού κόμματος σε κοινή διαδήλωση και έθεσαν διάφορα αιτήματα, που στα κύρια σημεία συμπίπτανε με τα αιτήματα του εκλογικού προγράμματος του Νορβηγικού Εργατικού Κόμματος. Παρ΄ όλο που το βήμα αυτό σε όφελος του Ενιαίου Μετώπου δεν ήταν καλά προετοιμασμένο και η ηγεσία του Νορβηγικού Εργατικού Κόμματος πήρε θέση ενάντιά του, παρ΄ όλα αυτά έγιναν διαδηλώσεις του Ενιαίου Μετώπου σε 30 μέρη.

Προηγούμενα, πολλοί κομμουνιστές φοβόταν μήπως πέσουν σε οπορτουνισμό, εάν σε κάθε μερικό αίτημα των σοσιαλδημοκρατών δεν αντέτασσαν τα δικά τους, και δυό φορές πιο ριζοσπαστικά αιτήματα. Πρόκειται για αφελές λάθος. Όταν για παράδειγμα οι σοσιαλδημοκράτες απαιτούν τη διάλυση των φασιστικών οργανώσεων, σε καμιά περίπτωση δε χρειάζεται να προσθέσουμε εμείς «και της κρατικής αστυνομίας» (γιατί είναι σκοπιμότερο να θέσουμε το αίτημα σε μια άλλη περίπτωση), αλλά πρέπει να πούμε στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες: είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε το αίτημα του Κόμματός σας σαν αίτημα του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου και να αγωνιστούμε ως το τέλος για την πραγματοποίησή του. Ας αρχίσουμε μαζί τον αγώνα!

Και στην Τσεχοσλοβακία μπορούμε και πρέπει να αρχίσουμε τη δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου της εργατικής τάξης από ορισμένα αιτήματα, που έχουν θέσει η τσέχικη και γερμανική σοσιαλδημοκρατία, καθώς και τα ρεφορμιστικά συνδικάτα. Όταν η σοσιαλδημοκρατία για παράδειγμα απαιτεί εύρεση εργασίας για τους άνεργους ή –όπως συμβαίνει ήδη από το 1927- κατάργηση των νόμων, που περιορίζουν την αυτοδιοίκηση των κοινοτήτων, εμείς πρέπει σε κάθε μέρος, σε κάθε περιφέρεια να συγκεκριμενοποιούμε τα αιτήματα αυτά και να αγωνιζόμαστε χέρι-χέρι με τις σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις για την ολόπλευρη πραγματοποίησή τους. Ή όταν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στηλιτεύουν τους φορείς του φασισμού μέσα στην κρατική μηχανή «γενικά», εμείς πρέπει σε κάθε περιφέρεια να ξεσκεπάζουμε τους συγκεκριμένους φασίστες εκπρόσωπους και να ζητάμε μαζί με τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες την απομάκρυνσή τους από τις κρατικές υπηρεσίες.

Στο Βέλγιο, οι ηγέτες του Εργατικού Κόμματος με επικεφαλής τον Έμιλ Βαντερβέλντε, μπήκαν στην κυβέρνηση συνασπισμού. Η «επιτυχία» αυτή σημειώθηκε με τη μακρόχρονη πλατιά καμπάνια τους για δυό κύρια αιτήματα: 1. «Κατάργηση των αναγκαστικών νόμων» και 2. «Πραγματοποίηση του Σχεδίου ντε Μαν». [10] Το πρώτο ζήτημα έχει εξαιρετική σημασία. Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε ψηφίσει συνολικά 150 αντιδραστικά νομοθετικά διατάγματα, που βαραίνουν ανυπόφορα πάνω στους ώμους του εργαζόμενου λαού. Η άμεση κατάργησή τους ήταν αίτημα του Εργατικού Κόμματος. Αλλά η νέα κυβέρνηση κατάργησε πολλά από αυτά τα αναγκαστικά διατάγματα; Ούτε ένα. Μόνο που μετρίασε κάπως μερικά νομοθετικά διατάγματα, για να πραγματοποιήσει ένα είδος «συμβολικής πληρωμής» για τις γενναιόδωρες υποσχέσεις των σοσιαλιστών ηγετών του Βελγίου (κάτι παρόμοιο όπως το «συμβολικό δολάριο», που μερικές ευρωπαϊκές δυνάμεις πρόσφεραν στην Αμερική σαν πληρωμή για τα εκατομμύρια δολάρια του πολεμικού χρέους τους).

Σε ότι αφορά την πραγματοποίηση του σχεδίου ντε Μαν, το ζήτημα πήρε μια τελείως απρόβλεπτη στροφή για τις μάζες των σοσιαλδημοκρατών: Οι σοσιαλιστές υπουργοί δήλωσαν, ότι πρέπει πρώτα να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση και να εφαρμοστούν εκείνα τα τμήματα του σχεδίου ντε Μαν, που βελτιώνουν την κατάσταση των καπιταλιστών της βιομηχανίας και των τραπεζών, και μετά μπορούν να εφαρμοστούν εκείνα τα μέτρα, που αποσκοπούν στη βελτίωση της κατάστασης των εργατών. Πόσο θα πρέπει λοιπόν να περιμένουν οι εργάτες για το δικό τους μερίδιο «βελτίωσης», που υπόσχεται το σχέδιο ντε Μαν; Στους βέλγους τραπεζίτες τα λεφτά έπεσαν κιόλας βροχή. Το βελγικό φράγκο υποτιμήθηκε κατά 28%. Χάρη σ΄ αυτό το μανιπουλάρισμα, οι τραπεζίτες κέρδισαν 4½ δισεκατομμύρια φράγκα σαν τρόπαιο σε βάρος των μισθωτών και των αποταμιεύσεων των απλών ανθρώπων. Πως συνδυάζεται αυτό με το περιεχόμενο του σχεδίου ντε Μαν; Αν θα ΄θελε κανείς να πιστέψει κατά λέξη το σχέδιο, θα ΄βλεπε ότι μιλάει για «αντίποινα ενάντια στις μονοπωλιακές καταχρήσεις και τις κερδοσκοπικές μανούβρες».

Η κυβέρνηση σχηματίζει βάσει του σχεδίου ντε Μαν μια επιτροπή για τον έλεγχο των τραπεζών. Η επιτροπή όμως αυτή αποτελείται από τραπεζίτες, που χαρούμενοι και ξένοιαστοι ελέγχουν πια τους εαυτούς τους!

Το σχέδιο ντε Μαν υπόσχεται και άλλα ωραία πράγματα: «μείωση της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας», «εξομάλυνση των μισθών», «κατώτατα όρια μισθών», «οργάνωση ενός ολόπλευρου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης», «βελτίωση των όρων διαβίωσης με οικοδόμηση καινούργιων κατοικιών», κτλ. Όλα αυτά αποτελούν αιτήματα, που εμείς οι κομμουνιστές μπορούμε να υποστηρίξουμε. Πρέπει να πλησιάσουμε τις εργατικές οργανώσεις του Βελγίου και να τους πούμε: Οι καπιταλιστές πήραν κιόλας αρκετά ή μάλλον πάρα πολλά. Ας απαιτήσουμε από τους σοσιαλδημοκράτες υπουργούς να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις, που έδωσαν στους εργάτες. Ας συνενωθούμε στο Ενιαίο Μέτωπο για την επιτυχή υπεράσπιση των συμφερόντων μας. Υπουργέ Βαντερβέλντε, εμείς υποστηρίζουμε τα εργατικά αιτήματα που περιέχονται στο πρόγραμμά σας, αλλά δηλώνουμε ανοιχτά: εμείς παίρνουμε στα σοβαρά αυτά τα αιτήματα, θέλουμε πράξεις και όχι λόγια του αέρα, γι΄ αυτό συνενώνουμε εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες στον αγώνα για τα αιτήματα αυτά!

Στις χώρες με σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, οι κομμουνιστές χρησιμοποιούν τα ανάλογα μερικά αιτήματα από το πρόγραμμα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και τις εκλογικές υποσχέσεις των σοσιαλδημοκρατών υπουργών, σαν αφετηρία για κοινές ενέργειες με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και οργανώσεις. Με αυτό τον τρόπο θα τους είναι μετά πιο εύκολο, να αναπτύξουν καμπάνια για τη δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου, πάνω στη βάση διαφόρων άλλων αιτημάτων των μαζών στην πάλη ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου, ενάντια στο φασισμό και τον κίνδυνο πολέμου.

Ακόμη πρέπει να προσέξουμε και το παρακάτω: Ήδη οι κοινές ενέργειες με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και οργανώσεις κάνουν αναγκαίο, να ασκούν οι κομμουνιστές σοβαρή, θεμελιωμένη κριτική στη σοσιαλδημοκρατία, σαν ιδεολογία και πρακτική της συνεργασίας με την αστική τάξη, και να διαφωτίζουν ακούραστα και συναδελφικά τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες πάνω στο πρόγραμμα και τα συνθήματα του κομμουνισμού. Το καθήκον όμως αυτό αποκτάει ιδιαίτερη σπουδαιότητα στον αγώνα για το Ενιαίο Μέτωπο στις χώρες με σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις.


Ο αγώνας για την ενότητα των συνδικάτων

Σύντροφοι! Η πραγματοποίηση της ενότητας των συνδικάτων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, πρέπει να αποτελέσει την σπουδαιότερη φάση για την εμπέδωση του Ενιαίου Μετώπου.

Όπως είναι γνωστό, η διασπαστική τακτική των ρεφορμιστών ηγετών εφαρμόστηκε με ιδιαίτερη οξύτητα μέσα στα συνδικάτα. Αυτό είναι ευκολονόητο. Πάνω σ΄ αυτό το έδαφος, η πολιτική της συνεργασίας με την αστική τάξη βρήκε την πρακτική της ολοκλήρωση μέσα ακριβώς στα εργοστάσια, σε βάρος των ζωτικών συμφερόντων των εργατικών μαζών. Αυτό προκάλεσε φυσικά οξεία κριτική και αντίσταση των επαναστατών εργατών, με πρωτοπορία τους κομμουνιστές, ενάντια στην πρακτική αυτή. Γι΄ αυτό, ο σκληρός αγώνας ανάμεσα στον κομμουνισμό και το ρεφορμισμό διαδραματίστηκε σε συνδικαλιστικό επίπεδο.

Όσο πιο δύσκολη και πολύπλοκη γινόταν η θέση του καπιταλισμού, τόσο πιο αντιδραστική ήταν η πολιτική των ηγετών των συνδικάτων του Άμστερνταμ, τόσο πιο επιθετικά ήταν τα μέτρα που έπαιρναν ενάντια σε όλα τα αντίθετα στοιχεία μέσα στα συνδικάτα. Ούτε καν η εγκαθίδρυση της φασιστικής δικτατορίας στη Γερμανία και η οξυμένη επίθεση του κεφαλαίου σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες δεν παράλυσε την επίθεση αυτή. Δεν είναι χαρακτηριστικό, ότι μόνο το 1933 στην Αγγλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Σουηδία στάλθηκαν υβριστικοί εγκύκλιοι, που ζητούσαν τον αποκλεισμό των κομμουνιστών και επαναστατών εργατών από τα συνδικάτα; Στην Αγγλία, το 1933, εμφανίστηκε μία εγκύκλιος, που απαγόρευε στις τοπικές συνδικαλιστικές ομάδες την είσοδο στις αντιπολεμικές και άλλες επαναστατικές οργανώσεις. Ήταν ο προάγγελος της περίφημης «Μαύρης Εγκυκλίου» του Γενικού Συμβουλίου των συνδικάτων, που κηρύσσει «παράνομο» κάθε συνδικαλιστικό καρτέλ, που δέχεται αντιπροσώπους, που «με τον έναν ή άλλο τρόπο συνδέονται με κομμουνιστικές οργανώσεις». Και τι να πει κανείς για την ηγεσία των γερμανικών συνδικάτων, που εφάρμοσε ανήκουστα αντίποινα ενάντια στα επαναστατικά στοιχεία μέσα στα συνδικάτα!

Η τακτική μας όμως δεν πρέπει να ξεκινάει από τη στάση μεμονωμένων ηγετών των συνδικάτων του Άμστερνταμ, όσο μεγάλες κι αν είναι οι δυσκολίες που η στάση αυτή δημιουργεί για την ταξική πάλη, αλλά από το γεγονός, πού βρίσκονται οι εργατικές μάζες. Και εδώ πρέπει να δηλώσουμε καθαρά: Η δουλειά μέσα στα συνδικάτα είναι το φλέγον ζήτημα όλων των κομμουνιστικών κομμάτων. Πρέπει να κάνουμε μια πραγματική μεταστροφή στη δουλειά μας στα συνδικάτα και να θέσουμε σαν κεντρικό ζήτημα, τον αγώνα για την ενότητα των συνδικάτων.

Ο σύντροφος Στάλιν μας έλεγε ήδη εδώ και δέκα χρόνια:

«Πού έγκειται η δύναμη της σοσιαλδημοκρατίας στη Δύση; Στο γεγονός ότι στηρίζεται στα συνδικάτα.

Πού έγκειται η αδυναμία των κομμουνιστικών μας κομμάτων στη Δύση;

Στο γεγονός ότι δεν έχουν πετύχει στενή σύνδεση με τα συνδικάτα και ότι ορισμένα στοιχεία δε θέλουν καν να πετύχουν στενή σύνδεση με τα συνδικάτα.

Γι΄ αυτό, το κύριο καθήκον των κομμουνιστικών κομμάτων της Δύσης στην τωρινή περίοδο είναι, να αναπτύξουν και να διεξάγουν ως το τέλος την καμπάνια για την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος, να βάλουν σε όλους ανεξαίρετα τους κομμουνιστές το καθήκον, να μπουν στα συνδικάτα, να κάνουν εκεί συστηματική υπομονετική δουλειά για το συμφέρον της ενότητας της εργατικής τάξης ενάντια στο κεφάλαιο και να πετύχουν έτσι, ώστε να μπορούν τα κομμουνιστικά κόμματα να στηρίζονται στα συνδικάτα» (Βλ. Ι. Β. Στάλιν «Άπαντα», τόμος 7).

Εκπληρώθηκε η οδηγία αυτή του συντρόφου Στάλιν; Όχι σύντροφοι, δεν εκπληρώθηκε.

Πολλοί σύντροφοι αγνόησαν την ορμή των εργατών να μπουν στα συνδικάτα και μπροστά στις δυσκολίες που έχει η δουλειά μέσα στα συνδικάτα του Άμστερνταμ, προτίμησαν να αποφύγουν το πολύπλοκο αυτό καθήκον. Μιλούσαν ασταμάτητα για την οργανωτική κρίση των συνδικάτων του Άμστερνταμ, για τη φυγή των εργατών από τα συνδικάτα και παράβλεπαν, ότι μετά από μια ορισμένη υποχώρηση στην αρχή της οικονομικής κρίσης, τα συνδικάτα άρχισαν πάλι να μεγαλώνουν. Η ιδιομορφία του συνδικαλιστικού κινήματος έγκειται ακριβώς στο γεγονός, ότι η επίθεση της αστικής τάξης ενάντια στα συνδικαλιστικά δικαιώματα, οι προσπάθειες να ευθυγραμμιστούν τα συνδικάτα σε μια σειρά χώρες (Πολωνία, Ουγγαρία, κτλ), η κατάργηση των κοινωνικών ασφαλίσεων, η καταλήστεψη των μισθών, ανάγκασαν τους εργάτες, να συμπτυχτούν ακόμη πιο στενά γύρω από τα συνδικάτα, παρ΄ όλο που οι ρεφορμιστές συνδικαλιστικές ηγέτες δεν αντιστάθηκαν ενάντια στις επιθέσεις. Γιατί οι εργάτες ήθελαν και θέλουν να βλέπουν τα συνδικάτα σαν τον αγωνιστικό υπερασπιστή των καυτών ταξικών συμφερόντων τους. Αυτό εξηγεί το γεγονός, γιατί η πλειοψηφία των συνδικάτων του Άμστερνταμ –στη Γαλλία, Τσεχοσλοβακία, Βέλγιο, Σουηδία, Ολλανδία, Ελβετία κτλ- αύξησαν τα τελευταία χρόνια τον αριθμό των μελών τους. Και ο αμερικάνικος Σύνδεσμος Συνδικάτων αύξησε τα τελευταία δυό χρόνια σημαντικά τον αριθμό των μελών του.

Αν οι γερμανοί σύντροφοι είχαν κατανοήσει καλύτερα το καθήκον της δουλειάς στα συνδικάτα, για το οποίο επανειλημμένα τους μιλούσε ο σύντροφος Ταίλμαν, θα είχαμε σίγουρα μια πιο ευνοϊκή κατάσταση στα συνδικάτα, απ΄ ότι είχαμε τον καιρό που εγκαθιδρύθηκε η φασιστική δικτατορία. Στα τέλη του 1932, μόνο 10% των κομματικών μελών ήταν στα ελεύθερα συνδικάτα, παρ΄ όλο που μετά το 6ο Συνέδριο της Κομιντέρν, οι κομμουνιστές βρέθηκαν επικεφαλής μιας σειράς απεργιών. Στον Τύπο, οι σύντροφοι έγραφαν, ότι είναι αναγκαίο να αφιερώσουμε το 90% των δυνάμεών μας στη δουλειά στα συνδικάτα. Αλλά στην πράξη συγκεντρώθηκε το παν στην Επαναστατική Συνδικαλιστική Αντιπολίτευση, που στην ουσία αποσκοπούσε στην αντικατάσταση των συνδικάτων. Και μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ; Σε διάστημα δυό χρόνων, πολλοί σύντροφοι αρνιούνταν επίμονα και συστηματικά να δεχτούν το σωστό σύνθημα της πάλης για την επανοικοδόμηση των ελεύθερων συνδικάτων.

Θα μπορούσα να φέρω παρόμοια παραδείγματα από όλες σχεδόν τις άλλες καπιταλιστικές χώρες.

Έχουμε όμως κιόλας και τον πρώτο σοβαρό ενεργό φρουρό στον αγώνα για την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος στις ευρωπαϊκές χώρες. Εννοώ τη μικρή Αυστρία, όπου με πρωτοβουλία του Κομμουνιστικού Κόμματος δημιουργήθηκε η βάση για ένα παράνομο συνδικαλιστικό κίνημα. Μετά τους αγώνες του Φλεβάρη, οι σοσιαλδημοκράτες με επικεφαλής τον Όττο Μπάουερ έριξαν το σύνθημα: «Τα ελεύθερα συνδικάτα μπορούν να επανοικοδομηθούν μόνο ύστερα από την ανατροπή του φασισμού». Αντίθετα οι κομμουνιστές άρχισαν τη δουλειά για το ξαναχτίσιμο των συνδικάτων. Κάθε φάση αυτής της δουλειάς ήταν ένα κομμάτι ζωντανού Ενιαίου Μετώπου του αυστριακού προλεταριάτου. Το πετυχημένο ξαναχτίσιμο των ελεύθερων συνδικάτων στην παρανομία, ήταν μια σοβαρή ήττα του φασισμού. Οι σοσιαλδημοκράτες βρίσκονταν μπροστά σε δίλημμα. Ένα τμήμα τους προσπαθούσε να διεξάγει διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση. Ένα άλλο τμήμα τους δημιούργησε μπροστά στις επιτυχίες μας δικά του παράνομα παράλληλα συνδικάτα. Αλλά μόνο ένας δρόμος υπήρχε: Ή συνθηκολόγηση μπροστά στο φασισμό ή κοινός αγώνας ενάντια στο φασισμό για την ενότητα των συνδικάτων. Κάτω από την πίεση των μαζών, η ταλαντευόμενη ηγεσία των δημιουργημένων από τους πρώην συνδικαλιστές ηγέτες παράλληλων συνδικάτων, αποφάσισε τη συνένωση. Η βάση αυτής της συνένωσης είναι ο αδιάλλακτος αγώνας ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου και το φασισμό και η εγγύηση της δημοκρατίας μέσα στα συνδικάτα. Χαιρετίζουμε το γεγονός της συνένωσης των συνδικάτων, που είναι η πρώτη αυτού του είδους μετά από την τυπική διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος ύστερα από τον πόλεμο, και γι΄ αυτό έχει διεθνή σημασία.

Το Ενιαίο Μέτωπο στη Γαλλία αποτέλεσε χωρίς αμφιβολία μια ισχυρή ώθηση για την πραγματοποίηση της ενότητας των συνδικάτων. Οι ηγέτες της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας εμπόδιζαν και εμποδίζουν με κάθε τρόπο την πραγματοποίηση της ενότητας, αντιπαραθέτοντας στο κύριο ζήτημα, στο ζήτημα της ταξικής πολιτικής των συνδικάτων, ζητήματα μικρότερης, δευτερεύουσας ή τυπικής σημασίας. Μια αναμφισβήτητη επιτυχία της πάλης για την ενότητα των συνδικάτων αποτέλεσε η δημιουργία Ενιαίων Συνδέσμων σε τοπική κλίμακα, που, όπως συνέβηκε με τους σιδηροδρομικούς, αγκάλιαζαν σχεδόν τα δύο τρίτα της μάζας των μελών και των δυό συνδικάτων.

Είμαστε αποφασιστικά υπέρ της επανοικοδόμησης της ενότητας των συνδικάτων σε κάθε χώρα και σε διεθνή κλίμακα.

Είμαστε υπέρ ενός ενιαίου συνδικάτου σε κάθε κλάδο παραγωγής.

Είμαστε υπέρ ενός ενιαίου Συνδέσμου Συνδικάτων σε κάθε χώρα.

Είμαστε υπέρ των ενιαίων διεθνών Ενώσεων Συνδικάτων κατά κλάδους παραγωγής.

Είμαστε υπέρ μιας ενιαίας Συνδικαλιστικής Διεθνούς πάνω στη βάση της ταξικής πάλης.

Είμαστε υπέρ των ενιαίων ταξικών συνδικάτων, σαν το σπουδαιότερο προπύργιο της εργατικής τάξης ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου και το φασισμό. Και για τη συνένωση των συνδικάτων βάζουμε μόνο έναν όρο: Αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο, αγώνας ενάντια στο φασισμό, εσωσυνδικαλιστική δημοκρατία.

Ο καιρός δεν περιμένει. Για μας, το ζήτημα της ενότητας του συνδικαλιστικού κινήματος, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, είναι ζήτημα της μεγάλης υπόθεσης της συνένωσης της τάξης μας σε ισχυρές ενιαίες συνδικαλιστικές οργανώσεις ενάντια στον ταξικό εχθρό. Χαιρετίζουμε την πρόταση που έγινε την παραμονή της Πρωτομαγιάς αυτού του χρόνου από την Κόκκινη Συνδικαλιστική Διεθνή προς τη Διεθνή του Άμστερνταμ, να συζητήσουν από κοινού τις προϋποθέσεις, τις μέθοδες και τους τρόπους της συνένωσης του διεθνούς συνδικαλιστικού κινήματος. Οι ηγέτες της Διεθνούς του Άμστερνταμ αρνήθηκαν την πρόταση με το τετριμμένο επιχείρημα, ότι η ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος είναι δυνατή μόνο μέσα στις γραμμές της Διεθνούς του Άμστερνταμ, που, παρεμπιπτόντως, αποτελείται σχεδόν εξ΄ ολοκλήρου από συνδικαλιστικές οργανώσεις ενός μέρους των ευρωπαϊκών χωρών.

Αλλά οι κομμουνιστές που δουλεύουν μέσα στα συνδικάτα, πρέπει να συνεχίσουν ακούραστοι τον αγώνα για την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος. Είναι καθήκον των κόκκινων συνδικάτων και της Κ.Σ.Δ., να κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους, για να έρθει όσο το δυνατό πιο γρήγορα η ώρα του κοινού αγώνα όλων των συνδικάτων ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου και το φασισμό, για να επέλθει η ενότητα του εργατικού κινήματος παρ΄ όλη την επίμονη αντίσταση των αντιδραστικών ηγετών της Συνδικαλιστικής Διεθνούς του Άμστερνταμ. Τα κόκκινα συνδικάτα και η ΚΣΔ πρέπει να έχουν σ΄ αυτό την ολόπλευρη υποστήριξή μας. 

Προτείνουμε: Στις χώρες, όπου υπάρχουν μικρά κόκκινα συνδικάτα, αυτά θα πρέπει να δουλεύουν για την είσοδό τους στους μεγάλους ρεφορμιστικούς συνδέσμους και να απαιτούν ταυτόχρονα το δικαίωμα για ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων και για επάνοδο των αποκλεισμένων. Στις χώρες, όπου υπάρχουν τόσο μεγάλα κόκκινα, όσο και μεγάλα ρεφορμιστικά συνδικάτα, προτείνουμε σύγκλιση ενωτικών συνεδρίων πάνω στη βάση ενός προγράμματος αγώνα ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου και της εγγύησης της συνδικαλιστικής δημοκρατίας.

Πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα, ότι ένας κομμουνιστής εργάτης, ένας επαναστάτης εργάτης, που δεν είναι μέλος του μαζικού συνδικάτου του κλάδου του, που δεν αγωνίζεται για τη μετατροπή του ρεφορμιστικού συνδικάτου σε πραγματικό ταξικό συνδικάτο, που δεν παλεύει για την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος πάνω στη βάση της ταξικής πάλης, ένας τέτοιος κομμουνιστής εργάτης, ένας τέτοιος επαναστάτης εργάτης δεν εκπληρώνει το πρώτο προλεταριακό καθήκον του.


Το Ενιαίο Μέτωπο και η νεολαία

Σύντροφοι! Τόνισα ήδη τη σημασία που είχε ο προσεταιρισμός της νεολαίας στις φασιστικές οργανώσεις για τη νίκη του φασισμού. Όταν μιλάμε για τη νεολαία, πρέπει να δηλώσουμε καθαρά: Παραμελήσαμε το καθήκον μας να τραβήξουμε τις μάζες της εργαζόμενης νεολαίας στον αγώνα ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στο φασισμό και τον κίνδυνο πολέμου. Παραμελήσαμε το καθήκον αυτό σε μια σειρά χώρες. Υποτιμήσαμε την τεράστια σημασία της νεολαίας για τον αγώνα ενάντια στο φασισμό. Δε λάβαμε υπόψη μας πάντα τα ιδιαίτερα οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά συμφέροντα της νεολαίας. Δε δώσαμε καν την απαραίτητη προσοχή στην επαναστατική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας. 

Ο φασισμός τα εκμεταλλεύτηκε όλα αυτά με μεγάλη μαεστρία, και σε μερικές χώρες, και κυρίως στη Γερμανία οδήγησε μεγάλα τμήματα της νεολαίας σ΄ ένα δρόμο ενάντια στο προλεταριάτο. Πρέπει να αναλογιστούμε, ότι ο φασισμός δεν παγιδεύει τη νεολαία μόνο με το στρατιωτικό ρομαντισμό. Μερικούς τους ταΐζει και τους ντύνει στους στρατιωτικούς σχηματισμούς του, σ΄ άλλους δίνει δουλειά. Ιδρύει μάλιστα και τους λεγόμενους συνδέσμους πολιτισμού για τη νεολαία και με τον τρόπο αυτό αποσκοπεί να τους ποτίσει με την πίστη, ότι είναι πραγματικά πρόθυμος και σε θέση, να δώσει ψωμί και ρούχα στη μάζα της εργαζόμενης νεολαίας, να την αφήσει να σπουδάσει και να της βρει δουλειά.

Οι κομμουνιστικοί σύνδεσμοι νεολαίας σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες εξακολουθούν να είναι κυρίως σεχταριστικές οργανώσεις αποσπασμένες από τις μάζες. Η κύρια αδυναμία τους έγκειται στο γεγονός, ότι προσπαθούν ακόμη να αντιγράφουν τα κομουνιστικά κόμματα και τους τρόπους και μέθοδες δουλειάς τους. Ξεχνούν, ότι ο κομμουνιστικός σύνδεσμος νεολαίας δεν είναι το κομμουνιστικό κόμμα της νεολαίας. Δεν παίρνουν αρκετά υπόψη τους το γεγονός, ότι ο ΚΣΝ είναι μια οργάνωση με ειδικά καθήκοντα. Οι μέθοδες και οι τρόποι της δουλειάς του, της διαπαιδαγώγησης, της πάλης πρέπει να προσαρμόζονται στο συγκεκριμένο επίπεδο και τις απαιτήσεις της νεολαίας.

Οι σύντροφοι από τις γραμμές της κομμουνιστικής νεολαίας έδωσαν στον αγώνα ενάντια στις φασιστικές βιαιότητες και την αστική αντίδραση αλησμόνητα παραδείγματα ηρωισμού. Τους λείπει όμως ακόμη η ικανότητα, να αγωνίζονται συγκεκριμένα και επίμονα για να αποσπάσουν τις μάζες της νεολαίας από την επιρροή του εχθρού. Αυτό φαίνεται από τη μέχρι τα σήμερα προβαλλόμενη αντίσταση ενάντια στη δουλειά μέσα στις φασιστικές μαζικές οργανώσεις και από το όχι πάντα σωστό πλησίασμα της σοσιαλιστικής και της άλλης μη κομμουνιστικής νεολαίας.

Για όλα αυτά ευθύνονται φυσικά σε μεγάλο βαθμό και τα κομμουνιστικά κόμματα, που πρέπει να καθοδηγούν και να βοηθάνε τον Κομμουνιστικό Σύνδεσμο Νεολαίας στη δουλειά του. Το πρόβλημα της νεολαίας δεν είναι μόνο πρόβλημα του Κομμουνιστικού Συνδέσμου Νεολαίας. Είναι πρόβλημα ολόκληρου του κομμουνιστικού κινήματος. Στο πεδίο της πάλης για τη νεολαία, τα κομμουνιστικά κόμματα και οι οργανώσεις της νεολαίας πρέπει να κάνουν μια πραγματική, αποφασιστική μεταστροφή. Το κύριο καθήκον του κομμουνιστικού νεολαιίστικου κινήματος στις καπιταλιστικές χώρες, είναι να τραβήξει θαρραλέα το δρόμο της δημιουργίας του Ενιαίου Μετώπου, το δρόμο της οργάνωσης και συνένωσης της εργαζόμενης νέας γενιάς. Το πόσο τεράστια απήχηση πάνω στο επαναστατικό νεολαιίστικο κίνημα έχουν και αυτά ακόμη τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, το δείχνουν τα πρόσφατα παραδείγματα της Γαλλίας και των Ενωμένων Πολιτειών. Πριν ακόμη να αρχίσει καλά-καλά στις χώρες αυτές η δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου, είχαν κιόλας σημειωθεί σημαντικές επιτυχίες. Σε σχέση με αυτό, αξίζει να σημειώσουμε την επιτυχή πρωτοβουλία των αντιφασιστικών και αντιπολεμικών επιτροπών του Παρισιού για διεθνή συνεργασία όλων των μη φασιστικών οργανώσεων νεολαίας.

Αυτή η νέα επιτυχής ανάπτυξη του κινήματος του Ενιαίου Μετώπου της νεολαίας δείχνει ακόμη, ότι οι μορφές του Ενιαίου Μετώπου της νεολαίας δεν πρέπει να εφαρμόζονται σχηματικά, ούτε να είναι οπωσδήποτε πιστή αντιγραφή της πρακτικής των κομμουνιστικών κομμάτων. Οι κομμουνιστικοί σύνδεσμοι νεολαίας πρέπει με κάθε τρόπο να επιδιώκουν τη συνένωση των δυνάμεων όλων των μη φασιστικών μαζικών οργανώσεων της νεολαίας, ως τη δημιουργία διαφόρων κοινών οργανώσεων για την πάλη ενάντια στο φασισμό, ενάντια στην ανήκουστη έλλειψη δικαιωμάτων και τη στρατιωτικοποίηση της νεολαίας: για τα οικονομικά και πολιτικά δικαιώματα της νέας γενιάς˙ να επιδιώκουν να κερδίσουν τη νεολαία, όπου κι αν αυτή βρίσκεται –στα εργοστάσια, στα στρατόπεδα εργασίας, στα γραφεία ευρέσεως εργασίας, στους στρατώνες και στο ναυτικό, στα σχολειά ή στις διάφορες αθλητικές, πολιτιστικές και άλλες οργανώσεις,- για το αντιφασιστικό μέτωπο.

Παράλληλα με την οικοδόμηση και εμπέδωση του Κομμουνιστικού Συνδέσμου Νεολαίας, οι σύντροφοι από τις γραμμές της κομμουνιστικής νεολαίας πρέπει να επιδιώκουν τη δημιουργία αντιφασιστικών ενώσεων των κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών συνδέσμων νεολαίας πάνω στη βάση του προγράμματος της ταξικής πάλης.


Το Ενιαίο Μέτωπο και οι γυναίκες

Σύντροφοι! Η δουλειά μέσα στις εργαζόμενες γυναίκες, τις εργάτριες, τις άνεργες γυναίκες, τις αγρότισσες και τις νοικοκυρές, δεν υποτιμήθηκε λιγότερο από τη δουλειά μέσα στη νεολαία. Αν ο φασισμός παίρνει από τη νεολαία περισσότερα από ό,τι παίρνει από τους άλλους, τη γυναίκα την υποδουλώνει ανελέητα και κυνικά, ποντάροντας στα πιο βαθειά μητρικά αισθήματα, στα αισθήματα της νοικοκυράς, της εργάτριας που δεν έχει οικογένεια και σιγουριά για το αύριο. Ο φασισμός, που εμφανίζεται με το προσωπείο του ευεργέτη, πετάει στις πεινασμένες οικογένειες ένα θλιβερό ξεροκόμματο και προσπαθεί έτσι να πνίξει τα πικρά συναισθήματα, που γεννιούνται ιδιαίτερα στις εργαζόμενες γυναίκες εξαιτίας της ανήκουστης υποδούλωσης που τους φέρνει ο φασισμός. Πετάει τις εργάτριες έξω από τα εργοστάσια. Στέλνει με τη βία άπορα κορίτσια στην ύπαιθρο και τα παραδίνει σαν απλήρωτους υπηρέτες στους πλούσιους αγρότες και μεγαλοκτηματίες. Υπόσχεται στη γυναίκα ένα ευτυχισμένο σπιτικό, αλλά από την άλλη μεριά την σπρώχνει όσο κανένα άλλο καπιταλιστικό καθεστώς στο δρόμο της πορνείας.

Οι κομμουνιστές, και πριν απ΄ όλα οι κομμουνίστριες, πρέπει να θυμούνται, ότι δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχής αγώνας ενάντια στο φασισμό και ενάντια στον πόλεμο, αν δε συμμετέχουν στον αγώνα αυτό οι πλατειές μάζες των γυναικών. Αυτό όμως δεν πετυχαίνεται μόνο με την προπαγάνδα. Παίρνοντας υπόψη μας κάθε συγκεκριμένη κατάσταση, πρέπει να βρούμε τη δυνατότητα να κινητοποιήσουμε τις μάζες των εργαζομένων γυναικών για τα ζωτικά τους συμφέροντα και τα αιτήματά τους, στον αγώνα για αιτήματα ενάντια στην ακρίβεια, για αύξηση των μισθών σύμφωνα με την αρχή «ίδιος μισθός για ίδια εργασία», ενάντια στις μαζικές απολύσεις, ενάντια σε κάθε μορφή της στέρησης των δικαιωμάτων και της φασιστικής υποδούλωσης της γυναίκας.

Στην προσπάθειά μας να ενταχθούν οι εργαζόμενες γυναίκες στο επαναστατικό κίνημα, δεν πρέπει να μας τρομάζει το γεγονός να δημιουργούμε ιδιαίτερες οργανώσεις γυναικών, όπου αυτό είναι αναγκαίο. Συχνά, η προκατάληψη ότι είναι αναγκαίο για το συμφέρον της πάλης ενάντια στην «αυτονομία του γυναικείου κινήματος» να διαλύσουμε τις οργανώσεις των γυναικών των καπιταλιστικών χωρών, που είναι κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, προξένησε μεγάλη ζημιά.

Πρέπει να ανακαλύψουμε τις πιο απλές, τις πιο ελαστικές μορφές για τη δημιουργία επαφών και αγωνιστικής συνεργασίας των επαναστατικών, σοσιαλδημοκρατικών και προοδευτικών αντιφασιστικών και αντιπολεμικών οργανώσεων των γυναικών. Πρέπει με κάθε τρόπο να πετύχουμε, να αγωνιστούν οι εργάτριες και οι εργαζόμενες γυναίκες χέρι με χέρι μαζί με τα ταξικά αδέρφια τους στο Ενιαίο Μέτωπο της εργατικής τάξης και στο αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο.


Το αντιιμπεριαλιστικό Ενιαίο Μέτωπο

Σε σχέση με την αλλαγή της διεθνούς και της εσωτερικής κατάστασης σε όλες τις αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες, το ζήτημα του αντιιμπεριαλιστικού Ενιαίου Μετώπου αποκτάει εξαιρετική σημασία.

Στη δημιουργία ενός πλατιού αντιιμπεριαλιστικού αγωνιστικού Ενιαίου Μετώπου στις αποικίες και μισοαποικίες, πρέπει πριν από όλα να παίρνουμε υπόψη μας την ποικιλία των συνθηκών, κάτω από τις οποίες διεξάγεται ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας των μαζών, το διαφορετικό βαθμό ωριμότητας του εθνικού απελευθερωτικού κινήματος, το ρόλο του προλεταριάτου στο κίνημα αυτό και την επιρροή των Κομμουνιστικών Κομμάτων πάνω στις πλατιές μάζες.

Το ζήτημα μπαίνει διαφορετικά στη Βραζιλία από ό,τι στις Ινδίες, την Κίνα και άλλες χώρες.

Στη Βραζιλία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, που με το σχηματισμό της Εθνικής Απελευθερωτικής Συμμαχίας [11] δημιούργησε σωστή βάση για την ανάπτυξη του αντιιμπεριαλιστικού Ενιαίου Μετώπου, πρέπει να βάλει όλες του τις δυνάμεις, για να πλατύνει το μέτωπο αυτό, κυρίως με την ένταξη των εκατομμυρίων των αγροτικών μαζών. Πρέπει να δουλέψει για να σχηματιστούν τμήματα επαναστατικού λαϊκού στρατού, απόλυτα αφοσιωμένα στην επανάσταση. Πρέπει να βάλει όλες του τις δυνάμεις για να πετύχει την άνοδο στην εξουσία της Εθνικής Απελευθερωτικής Συμμαχίας.

Στις Ινδίες, οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίζουν, να διευρύνουν και να συμμετέχουν σε όλες τις αντιιμπεριαλιστικές μαζικές ενέργειες, ακόμη και σε εκείνες τις ενέργειες που επικεφαλής τους είναι οι εθνικοί ρεφορμιστές. Διαφυλάγοντας την πολιτική και οργανωτική ανεξαρτησία τους, πρέπει να κάνουν δραστήρια δουλειά μέσα στις οργανώσεις που βρίσκονται στο Εθνικό Συνέδριο των Ινδιών, και να προωθούν στις οργανώσεις αυτές τη διαμόρφωση μιας εθνικής επαναστατικής πτέρυγας, για να αναπτύξουν παραπέρα το εθνικό απελευθερωτικό κίνημα των λαών των Ινδιών ενάντια στο βρετανικό ιμπεριαλισμό.

Στην Κίνα, όπου το λαϊκό κίνημα οδήγησε κιόλας στη δημιουργία απελευθερωμένων περιοχών σε μια σημαντική έκταση της χώρας και στην οργάνωση ενός ισχυρού Κόκκινου Στρατού, η ληστρική επίθεση του γιαπωνέζικου ιμπεριαλισμού και η προδοσία της κυβέρνησης του Νανκίνγκ, έθεσαν σε κίνδυνο την εθνική ύπαρξη του μεγάλου κινέζικου λαού. Οι κινέζικες απελευθερωμένες περιοχές εμφανίζονται σαν πόλος συσπείρωσης στον αγώνα ενάντια στην υποδούλωση και το μοίρασμα της Κίνας από τους ιμπεριαλιστές, σαν πόλος συσπείρωσης που θα συγκεντρώσει όλες τις αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του κινέζικου λαού.

Γι΄ αυτό, επιδοκιμάζουμε την πρωτοβουλία του θαρραλέου κινέζικου αδελφού Κομμουνιστικού Κόμματος για τη δημιουργία του πιο πλατιού αντιιμπεριαλιστικού Ενιαίου Μετώπου ενάντια στο γιαπωνέζικο ιμπεριαλισμό και τους κινέζους πράκτορές του, Ενιαίου Μετώπου από όλες τις υπάρχουσες οργανωμένες δυνάμεις μέσα στην Κίνα, που είναι έτοιμες να διεξάγουν έναν πραγματικό αγώνα για τη σωτηρία της χώρας τους και του λαού τους.

Είμαι πεισμένος, ότι εκφράζω τα αισθήματα και τη σκέψη ολόκληρου του Συνεδρίου μας, λέγοντας: Στο όνομα του επαναστατικού προλεταριάτου όλου του κόσμου, στέλνουμε σ΄ όλα τα σοβιέτ της Κίνας, στον κινέζικο επαναστατικό λαό, φλογερό αδερφικό χαιρετισμό. Στέλνουμε φλογερό χαιρετισμό στον ηρωικό Κόκκινο Στρατό της Κίνας, τον δοκιμασμένο σε χιλιάδες αγώνες. Διαβεβαιώνουμε τον κινέζικο λαό, ότι είμαστε σταθερά αποφασισμένοι, να υπερασπιστούμε τον αγώνα του για την πλέρια απελευθέρωσή του από όλους τους ιμπεριαλιστές ληστές και τους κινέζους πράκτορές τους.


Για την κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου

Σύντροφοι! Χαράξαμε μια αποφασιστική και τολμηρή γραμμή για το Ενιαίο Μέτωπο της εργατικής τάξης και είμαστε έτοιμοι να την ακολουθήσουμε με απόλυτη συνέπεια.

Αν μας ρωτήσει κανείς, αν εμείς οι κομμουνιστές στεκόμαστε πάνω στη βάση του Ενιαίου Μετώπου μόνο στον αγώνα για τα μερικά αιτήματα ή αν είμαστε και έτοιμοι, να μοιραστούμε την ευθύνη, όταν πρόκειται για το σχηματισμό μιας κυβέρνησης πάνω στη βάση του Ενιαίου Μετώπου, τότε θα απαντήσουμε, έχοντας πλήρη συναίσθηση της ευθύνης: Ναι, έχουμε υπόψη μας, ότι μπορεί να δημιουργηθεί μια τέτοια κατάσταση, όπου ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου ή του αντιφασιστικού λαϊκού μετώπου, δεν θα είναι μόνο δυνατός, αλλά και αναγκαίος για το συμφέρον του προλεταριάτου. Και εμείς σε μια τέτοια περίπτωση, θα αγωνιστούμε χωρίς ταλαντεύσεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας κυβέρνησης.

Δε μιλάω εδώ για κυβέρνηση, που θα σχηματιστεί μετά από τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης. Δεν είναι βέβαια απίθανο, να σχηματιστεί σε μια χώρα αμέσως μετά από την επαναστατική ανατροπή της αστικής τάξης μια σοβιετική κυβέρνηση πάνω στη βάση ενός κυβερνητικού μπλοκ του Κομμουνιστικού Κόμματος με ένα ορισμένο κόμμα (ή με την αριστερή του πτέρυγα), που παίρνει μέρος στην επανάσταση. Το νικηφόρο Κόμμα των ρώσων μπολσεβίκων πήρε όπως είναι γνωστό μετά την Οκτωβριανή επανάσταση στη σοβιετική κυβέρνηση και εκπροσώπους των αριστερών σοσιαλ-επαναστατών. Ήταν μια ιδιομορφία της πρώτης σοβιετικής κυβέρνησης ύστερα από τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Δεν πρόκειται για μια τέτοια περίπτωση, αλλά για τον πιθανό σχηματισμό μιας κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου στις παραμονές της νίκης της σοβιετικής επανάστασης.

Τι είδους κυβέρνηση είναι αυτή; Και σε ποια περίπτωση μπορούμε να μιλάμε για κάτι τέτοιο;

Πρόκειται πρώτα απ΄ όλα για κυβέρνηση του αγώνα ενάντια στο φασισμό και την αντίδραση. Πρέπει να είναι κυβέρνηση, που δημιουργήθηκε σαν αποτέλεσμα του κινήματος του Ενιαίου Μετώπου και που με κανέναν τρόπο δεν περιορίζει τη δραστηριότητα του Κομμουνιστικού Κόμματος και των μαζικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, αλλά αντίθετα, παίρνει αποφασιστικά μέτρα ενάντια στους αντεπαναστάτες μεγιστάνες του πλούτου και τους φασίστες πράκτορές τους.

Στην κατάλληλη στιγμή, το Κομμουνιστικό Κόμμα της δοσμένης χώρας, στηριγμένο πάνω στο ανερχόμενο κίνημα του Ενιαίου Μετώπου, θα αγωνιστεί για το σχηματισμό μιας τέτοιας κυβέρνησης πάνω στη βάση ενός συγκεκριμένου αντιφασιστικού προγράμματος.

Κάτω από ποιες αντικειμενικές συνθήκες είναι δυνατός ο σχηματισμός μιας τέτοιας κυβέρνησης; Σ΄ αυτή την ερώτηση μπορεί κανείς να απαντήσει μόνο με γενικό τρόπο: Στις συνθήκες πολιτικής κρίσης, όταν οι κυρίαρχες τάξεις δεν είναι πια σε θέση να τα βγάλουν πέρα με την ισχυρή άνοδο του αντιφασιστικού μαζικού κινήματος. Αυτό όμως είναι μόνο η γενική προοπτική, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατός ο σχηματισμός στην πράξη μιας κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου. Μόνο η ύπαρξη ορισμένων ιδιαίτερων συνθηκών μπορεί να θέσει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα του σχηματισμού μιας τέτοιας κυβέρνησης σαν πολιτικά αναγκαίου καθήκοντος. Μου φαίνεται, ότι οι παρακάτω προϋποθέσεις χρειάζονται τη μεγαλύτερη προσοχή:

Πρώτο, όταν η κρατική μηχανή της αστικής τάξης είναι ήδη αρκετά αποδιοργανωμένη και έχει παραλύσει, έτσι ώστε η αστική τάξη να μην είναι ικανή, να εμποδίσει το σχηματισμό μιας κυβέρνησης αγώνα ενάντια στην αντίδραση και το φασισμό.

Δεύτερο, όταν οι πιο πλατιές μάζες των εργαζομένων, ιδιαίτερα τα μαζικά συνδικάτα, εμφανίζονται ορμητικά ενάντια στο φασισμό και την αντίδραση, αλλά δεν είναι ακόμη έτοιμα, να ξεσηκωθούν σε αγώνα, για να παλέψουν κάτω από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος για την κατάληψη της σοβιετικής εξουσίας.

Τρίτο, όταν η διαφοροποίηση και ο ριζοσπαστισμός στις γραμμές της σοσιαλδημοκρατίας και των άλλων κομμάτων, που παίρνουν μέρος στο Ενιαίο Μέτωπο, έχουν ήδη οδηγήσει στο να απαιτεί ένα σημαντικό τμήμα τους ανελέητα μέτρα ενάντια στους φασίστες και άλλους αντιδραστικούς και να αγωνίζεται μαζί με τους κομμουνιστές ενάντια στο φασισμό και να αντιτίθεται στο αντιδραστικό τμήμα του ίδιου του τού Κόμματος, που παίρνει εχθρική στάση απέναντι στον κομμουνισμό.

Πότε και σε ποιες χώρες θα δημιουργηθεί πραγματικά μια τέτοια κατάσταση, όπου θα υπάρχουν σε αρκετό βαθμό αυτές οι προϋποθέσεις, δεν μπορεί κανείς να το πει από πριν. Δεδομένου όμως ότι μια τέτοια προοπτική δεν αποκλείεται για καμιά καπιταλιστική χώρα, πρέπει να την έχουμε υπόψη μας και όχι μόνο να προσανατολιζόμαστε εμείς οι ίδιοι και να προετοιμαζόμαστε γι΄ αυτήν, αλλά να προσανατολίζουμε με ανάλογο τρόπο και την εργατική τάξη.

Το γεγονός, ότι βάζουμε σήμερα το ζήτημα γενικά σε συζήτηση, έχει να κάνει, φυσικά, με την εκτίμησή μας για την κατάσταση και την επόμενη προοπτική της ανάπτυξης, καθώς και με την τελευταία πραγματική άνοδο του κινήματος του Ενιαίου Μετώπου σε μια σειρά χώρες. Πάνω από δέκα χρόνια τώρα, η κατάσταση στις καπιταλιστικές χώρες δεν ήταν τέτοια, ώστε να πρέπει η Κομμουνιστική Διεθνής να ασχοληθεί με παρόμοια ζητήματα.

Θυμάστε, σύντροφοι, ότι στο 4ο Συνέδριο το 1922 και στο 5ο Συνέδριό μας το 1924, συζητήθηκε το θέμα του συνθήματος της εργατικής ή της εργατο-αγροτικής κυβέρνησης. Εδώ επρόκειτο αρχικά, στην ουσία του πράγματος, για το ίδιο σχεδόν ζήτημα με αυτό που βάζουμε εμείς σήμερα. Οι συζητήσεις που έγιναν τότε πάνω σ΄ αυτό το ζήτημα στην Κομμουνιστική Διεθνή και ιδιαίτερα τα πολιτικά λάθη που διαπράχτηκαν, έχουν ακόμη και σήμερα σημασία, για να οξύνουμε την επαγρύπνησή μας απέναντι στον κίνδυνο, να παρεκκλίνουμε στο ζήτημα αυτό προς τα δεξιά και «αριστερά» από τη μπολσεβίκικη γραμμή. Για το λόγο αυτό, θέλω να τονίσω σύντομα μερικά από τα λάθη αυτά, για να βγάλουμε από αυτά τα απαραίτητα διδάγματα για τη σημερινή πολιτική των κομμάτων μας.

Η πρώτη κατηγορία λαθών είχε τη ρίζα της ακριβώς στο γεγονός, ότι το ζήτημα της εργατικής κυβέρνησης δε συνδέθηκε ξεκάθαρα και γερά με το αν υπάρχει πολιτική κρίση ή όχι. Έτσι, οι δεξιοί οπορτουνιστές ερμήνευαν το ζήτημα με την έννοια, ότι πρέπει να επιδιώκεται ο σχηματισμός εργατικής κυβέρνησης που να υποστηρίζεται από το Κομμουνιστικό Κόμμα σε κάθε ας πούμε «ομαλή» κατάσταση. Οι υπεραριστεροί, αντίθετα, αναγνώριζαν, σε τελευταία ανάλυση, μια τέτοια εργατική κυβέρνηση, ότι μπορεί να δημιουργηθεί αποκλειστικά και μόνο από την ένοπλη εξέγερση, ύστερα από την ανατροπή της αστικής τάξης. Και το ένα και το άλλο ήταν λάθος. Γι΄ αυτό και τονίζουμε τώρα –για να αποφύγουμε την επανάληψη παρόμοιων λαθών- με τόση έμφαση το καθήκον, να παίρνουμε ακριβώς υπόψη μας τις ιδιαίτερες συγκεκριμένες συνθήκες της πολιτικής κρίσης και της ανόδου του μαζικού κινήματος, μέσα στις οποίες θα αποδειχτεί, ότι η δημιουργία μιας κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου είναι δυνατή και πολιτικά απαραίτητη.

Η δεύτερη κατηγορία λαθών είχε τη ρίζα της στο γεγονός, ότι το ζήτημα της εργατικής κυβέρνησης δε συνδέθηκε με την ανάπτυξη του αγωνιστικού μαζικού κινήματος του Ενιαίου Μετώπου του προλεταριάτου. Γι΄ αυτό οι δεξιοί οπορτουνιστές είχαν τη δυνατότητα να διαστρεβλώσουν το ζήτημα και να το μειώσουν ως την χωρίς αρχές τακτική του σχηματισμού ενός μπλοκ με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, πάνω στη βάση καθαρά κοινοβουλευτικών συνδυασμών. Οι υπεραριστεροί, αντίθετα, κραύγαζαν: «Κανένα είδος συνασπισμού με την αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατία!», και θεωρούσαν, ουσιαστικά όλους τους σοσιαλδημοκράτες σαν αντεπαναστάτες.

Και το ένα και το άλλο ήταν λάθος. Εμείς υπογραμμίζουμε τώρα από τη μια μεριά ότι σε καμιά περίπτωση δε θέλουμε μια «εργατική κυβέρνηση», που να είναι απλά και μόνο μια διευρυμένη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση. Προτιμάμε, μάλιστα, να παραιτηθούμε από το χαρακτηρισμό «εργατική κυβέρνηση» και μιλάμε για κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου, που, σε σχέση με τον πολιτικό της χαρακτήρα, είναι κάτι τελείως διαφορετικό, διαφορετικό στις αρχές από όλες τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, που συνηθίζουν να αυτο-ονομάζονται «εργατικές κυβερνήσεις». Τη στιγμή που η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση αποτελεί όργανο της συνεργασίας με την αστική τάξη για το συμφέρον της διατήρησης του καπιταλιστικού συστήματος, η κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου είναι όργανο της συνεργασίας της επαναστατικής πρωτοπορίας του προλεταριάτου με άλλα αντιφασιστικά κόμματα για το συμφέρον ολόκληρου του εργαζόμενου λαού, είναι κυβέρνηση της πάλης ενάντια στο φασισμό και την αντίδραση. Είναι φανερό, ότι πρόκειται για δυό θεμελιακά διαφορετικά πράγματα.

Από την άλλη μεριά τονίζουμε, ότι είναι απαραίτητο να βλέπουμε τη διαφορά ανάμεσα στα δυό διαφορετικά στρατόπεδα της σοσιαλδημοκρατίας. Όπως είπα ήδη, υπάρχει ένα αντιδραστικό στρατόπεδο της σοσιαλδημοκρατίας, όμως παράλληλα υπάρχει και μεγαλώνει το στρατόπεδο των αριστερών σοσιαλδημοκρατών (χωρίς εισαγωγικά), των επαναστατικοποιημένων εργατών: Η αποφασιστική διαφορά ανάμεσά τους βρίσκεται πρακτικά στη στάση τους απέναντι στο Ενιαίο Μέτωπο της εργατικής τάξης. Οι αντιδραστικοί σοσιαλδημοκράτες είναι ενάντια στο Ενιαίο Μέτωπο. Συκοφαντούν, σαμποτάρουν και υπονομεύουν το κίνημα του Ενιαίου Μετώπου, γιατί το Ενιαίο Μέτωπο ματαιώνει την πολιτική τους του συμβιβασμού με την αστική τάξη. Οι αριστεροί σοσιαλδημοκράτες είναι υπέρ του Ενιαίου Μετώπου. Αυτοί υπερασπίζουν, αναπτύσσουν και δυναμώνουν το κίνημα του Ενιαίου Μετώπου. Μιας και το κίνημα αυτό του Ενιαίου Μετώπου είναι ένα αγωνιστικό κίνημα ενάντια στο φασισμό και την αντίδραση, θα αποτελέσει την κινητήρια δύναμη, που θα ωθεί ασταμάτητα την κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου στον αγώνα ενάντια στην αντιδραστική αστική τάξη. Όσο πιο δυνατά θα αναπτύσσεται το μαζικό αυτό κίνημα, τόσο πιο μεγάλη ισχύ θα μπορεί να δίνει αυτό στην κυβέρνηση, στον αγώνα ενάντια στους αντιδραστικούς. Και όσο πιο καλά οργανωμένο από τα κάτω είναι το κίνημα αυτό, τόσο πιο ολόπλευρο θα είναι το δίχτυ των υπερκομματικών ταξικών οργάνων του Ενιαίου Μετώπου μέσα στα εργοστάσια, μέσα στους άνεργους, στις εργατικές συνοικίες, στους απλούς ανθρώπους του χωριού και της πόλης, τόσο πιο μεγάλες θα είναι οι εγγυήσεις ενάντια σε έναν πιθανό εκφυλισμό της πολιτικής της κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου.

Η τρίτη κατηγορία λαθεμένων απόψεων, που εκφράστηκαν στις προηγούμενες συζητήσεις, αφορούσε την πρακτική πολιτική της «εργατικής κυβέρνησης». Οι δεξιοί οπορτουνιστές ήταν της άποψης, ότι η «εργατική κυβέρνηση» πρέπει να παραμείνει μέσα στα «πλαίσια της αστικής δημοκρατίας» και επομένως να μην κάνει κανενός είδους βήματα, που να ξεπερνούν τα πλαίσια αυτά. Οι υπεραριστεροί, αντίθετα, παραιτούνταν ουσιαστικά από κάθε προσπάθεια να δημιουργήσουν μια κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου.

Το 1923, στη Σαξονία και την Θουριγγία, μπορούσε κανείς να πάρει μια ξεκάθαρη εικόνα της δεξιάς οπορτουνιστικής πρακτικής κάποιας «εργατικής κυβέρνησης». Η συμμετοχή των κομμουνιστών στην σαξονική κυβέρνηση μαζί με τους αριστερούς σοσιαλδημοκράτες (ομάδα Τσάϊγκνερ), σα συμμετοχή, δεν ήταν λάθος. Αντίθετα, το βήμα αυτό δικαιώθηκε πέρα για πέρα από την επαναστατική κατάσταση στη Γερμανία. Αλλά οι κομμουνιστές, που συμμετείχαν στην κυβέρνηση, θα έπρεπε να εκμεταλλευτούν τις θέσεις τους κυρίως για τον εξοπλισμό του προλεταριάτου. Αυτό δεν το έκαναν. Δεν κατάσχεσαν καν ούτε ένα σπίτι πλούσιου, παρ΄ όλο που η κρίση της στέγης ανάμεσα στους εργάτες ήταν τόσο μεγάλη, που πολλοί παρ΄ όλο που είχαν γυναίκα και παιδιά ήταν άστεγοι. Δεν έκαναν, ακόμη, τίποτα, για να οργανώσουν το επαναστατικό μαζικό κίνημα των εργατών. Γενικά, αυτοί φέρθηκαν σα συνηθισμένοι κοινοβουλευτικοί υπουργοί «μέσα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας». Αυτό, όπως είναι γνωστό, ήταν το αποτέλεσμα της οπορτουνιστικής πολιτικής του Μπράντλερ και της παρέας του. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν τέτοια χρεωκοπία, που να είμαστε αναγκασμένοι ακόμη και σήμερα, να φέρνουμε την κυβέρνηση της Σαξονίας σαν κλασικό παράδειγμα, για το πώς δεν πρέπει να φέρνονται οι επαναστάτες σε μια κυβέρνηση.

Σύντροφοι! Εμείς απαιτούμε από κάθε κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου μια τελείως διαφορετική πολιτική. Εμείς απαιτούμε να εκπληρώνει ορισμένα βασικά επαναστατικά αιτήματα, που βάζει η κατάσταση, όπως για παράδειγμα έλεγχος στην παραγωγή, έλεγχος στις τράπεζες, διάλυση της αστυνομίας, αντικατάστασή της από ένοπλη εργατική πολιτοφυλακή κτλ.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια, ο Λένιν μας πρότρεψε να συγκεντρώσουμε όλη μας την προσοχή, «για να ανακαλύψουμε μορφές περάσματος ή πλησιάσματος στην προλεταριακή επανάσταση». Πιθανό, να αποδειχτεί η κυβέρνηση Ενιαίου Μετώπου σε μια σειρά χώρες σα μια από τις πιο σπουδαίες μορφές περάσματος. Οι «αριστεροί» δογματιστές δεν έδωσαν σημασία στην υπόδειξη αυτή του Λένιν. Σα στενοκέφαλοι προπαγανδιστές, μιλούσαν πάντα μόνο για το «σκοπό», χωρίς να νοιάζονται για τις «μορφές περάσματος». Οι δεξιοί οπορτουνιστές, πάλι, προσπαθούσαν να κατασκευάσουν ένα ιδιαίτερο «δημοκρατικό ενδιάμεσο στάδιο» ανάμεσα στη δικτατορία της αστικής τάξης και τη δικτατορία του προλεταριάτου, και να ξυπνήσουν μέσα στην εργατιά την αυταπάτη για έναν ειρηνικό κοινοβουλευτικό περίπατο από τη μια δικτατορία στην άλλη. Αυτό το φανταστικό «ενδιάμεσο στάδιο» το ονόμαζαν κι αυτό «μορφή περάσματος», και μάλιστα επικαλούνταν και το Λένιν! Αλλά δεν ήταν και πολύ δύσκολο να ξεσκεπάσουμε αυτή την απάτη. Γιατί ο Λένιν μιλούσε για μια μορφή περάσματος και πλησιάσματος στην «προλεταριακή επανάσταση», δηλ. στην ανατροπή της δικτατορίας της αστικής τάξης και όχι για μια οποιαδήποτε μορφή περάσματος από την αστική στην προλεταριακή δικτατορία.

Γιατί έδινε ο Λένιν τόσο εξαιρετική σημασία στη μορφή περάσματος στην προλεταριακή επανάσταση; Επειδή είχε πάντα μπροστά του «το θεμελιώδη νόμο όλων των μεγάλων επαναστάσεων», ότι μόνο η προπαγάνδα και η διαφώτιση δεν είναι σε θέση να μεταδώσουν στις μάζες την πραγματική πολιτική πείρα, όταν θέλουμε να κερδίσουμε πραγματικά πλατιές μάζες εργαζομένων με το μέρος της επαναστατικής πρωτοπορίας, πράγμα που είναι αναγκαίο για το νικηφόρο αγώνα για την εξουσία. Συνήθως πρόκειται για λάθος «αριστερού» χαρακτήρα, όταν φανταζόμαστε, ότι στο ξέσπασμα μιας πολιτικής (ή επαναστατικής) κρίσης αρκεί να ρίξει η κομμουνιστική ηγεσία το σύνθημα αυτό. Όχι, ακόμη και σε μια τέτοια κρίση, οι μάζες δεν είναι σε καμιά περίπτωση πρόθυμες για κάτι τέτοιο. Για να βοηθήσουμε τα εκατομμύρια μάζες να μάθουν όσο το δυνατό πιο σύντομα με βάση την ίδια τους την πείρα, τι πρέπει να κάνουν, που βρίσκεται η αποφασιστική διέξοδος, ποιο Κόμμα είναι άξιο της εμπιστοσύνης τους, είναι απαραίτητα εκτός από τα άλλα και μεταβατικά συνθήματα, και ιδιαίτερες «μορφές περάσματος ή πλησιάσματος στην προλεταριακή επανάσταση». Διαφορετικά, οι πιο πλατιές λαϊκές μάζες, όντας παγιδευμένες σε μικροαστικές δημοκρατικές αυταπάτες και παραδόσεις, θα ταλαντεύονται, θα διστάζουν, θα αποπροσανατολίζονται, ακόμη και σε μιαν επαναστατική κατάσταση, χωρίς να βρίσκουν το δρόμο προς την επανάσταση, για να βρεθούν τελικά κάτω από τα χτυπήματα των φασιστών δημίων.

Γι΄ αυτό έχουμε πάντα μπροστά μας την πιθανότητα, να σχηματιστεί μέσα στις συνθήκες πολιτικής κρίσης μια κυβέρνηση του αντιφασιστικού Ενιαίου Μετώπου. Όσο μια τέτοια κυβέρνηση θα διεξάγει πραγματικά αγώνα ενάντια στους εχθρούς του λαού και θα αφήνει ελευθερία δράσης στην εργατική τάξη και στο Κομμουνιστικό Κόμμα, εμείς οι κομμουνιστές θα την υποστηρίξουμε με κάθε τρόπο και θα αγωνιστούμε στις πρώτες γραμμές σα στρατιώτες της επανάστασης. Δηλώνουμε όμως ανοιχτά στις μάζες: Η κυβέρνηση αυτή δεν μπορεί να φέρει την τελική σωτηρία. Δεν είναι σε θέση να ανατρέψει την ταξική κυριαρχία των εκμεταλλευτών, γι΄ αυτό και δεν μπορεί να ματαιώσει οριστικά τον κίνδυνο της φασιστικής αντεπανάστασης. Επομένως, πρέπει να προετοιμαζόμαστε για τη σοσιαλιστική επανάσταση! Η σωτηρία θα έρθει αποκλειστικά και μόνο από την εξουσία των σοβιέτ!

Αν εξετάσουμε την τωρινή εξέλιξη της διεθνούς κατάστασης, θα δούμε, ότι σε πολλές χώρες δημιουργείται πολιτική κρίση. Από το γεγονός αυτό, βγαίνει η μεγάλη επικαιρότητα και σημασία που αποκτάει μια ξεκάθαρη απόφαση του Συνεδρίου μας πάνω στο ζήτημα της κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου.

Όταν τα Κόμματά μας μάθουν να εκτιμούν μπολσεβίκικα τη δυνατότητα σχηματισμού, τον αγώνα για το σχηματισμό, καθώς και την άσκηση της εξουσίας μιας κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου για την επαναστατική προετοιμασία των μαζών, αυτό θα είναι η καλύτερη πολιτική δικαίωση της κατεύθυνσής μας, η δημιουργία κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου.


Για την ιδεολογική πάλη ενάντια στο φασισμό

Μια από τις πιο αδύνατες πλευρές του αντιφασιστικού αγώνα των κομμάτων μας είναι, ότι δεν αντιδρούν αρκετά και έγκαιρα στη δημαγωγία του φασισμού και ότι συνεχίζουν μέχρι σήμερα να υποτιμούν το ζήτημα της πάλης ενάντια στη φασιστική ιδεολογία. Πολλοί σύντροφοι δεν πίστευαν ότι ένα τόσο αντιδραστικό έκτρωμα της αστικής ιδεολογίας, όπως είναι η ιδεολογία του φασισμού, που συχνά στον παραλογισμό της φτάνει ως την τρέλα, είναι γενικά ικανή να αποκτήσει επιρροή πάνω στις μάζες. Αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Η προχωρημένη σήψη του καπιταλισμού εισχωρεί στα κατάβαθα της ιδεολογίας του και του πολιτισμού του, ενώ η απελπιστική κατάσταση των πλατιών λαϊκών μαζών κάνει ορισμένα ευαίσθητα στρώματα να κολλάνε από τα ιδεολογικά απορρίμματα της σήψης αυτής.

Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να υποτιμάμε την αποτελεσματική ικανότητα της ιδεολογικής επιδημίας του φασισμού. Αντίθετα, εμείς πρέπει από την πλευρά μας να αναπτύξουμε μια πλατιά ιδεολογική πάλη, να χρησιμοποιούμε μια ξεκάθαρη, εκλαϊκευμένη επιχειρηματολογία, να πιάνουμε με κατανόηση την ιδιομορφία της εθνικής ψυχολογίας των λαϊκών μαζών.

Οι φασίστες κατακρεουργούν ολόκληρη την ιστορία του κάθε λαού, για να παρουσιαστούν σαν απόγονοι και συνεχιστές του κάθε τι ανώτερου και ηρωικού στο παρελθόν του και χρησιμοποιούν κάθε τι που ταπείνωνε και έθιγε τα εθνικά αισθήματα του λαού σαν όπλο ενάντια στους εχθρούς του φασισμού. Στη Γερμανία, εκδίδονται εκατοντάδες βιβλία, με μοναδικό σκοπό να πλαστογραφήσουν την ιστορία του γερμανικού λαού με φασιστικό τρόπο. Οι νιόβγαλτοι εθνικοσοσιαλιστές ιστοριογράφοι προσπαθούν να παρουσιάσουν την ιστορία της Γερμανίας σα να υπήρχε, βάσει μιας «ιστορικής νομοτέλειας», εδώ και 2.000 χρόνια, ένα κόκκινο νήμα, μια γραμμή εξέλιξης, που οδήγησε στην εμφάνιση ενός εθνοσωτήρα στο προσκήνιο της ιστορίας –ενός «Μεσσία» του γερμανικού λαού: του γνωστού «δεκανέα» αυστριακής καταγωγής! Στα βιβλία αυτά, οι μεγάλοι άντρες του παρελθόντος του γερμανικού λαού παρουσιάζονται σα φασίστες, ενώ τα μεγάλα αγροτικά κινήματα σαν άμεσοι πρόδρομοι του φασιστικού κινήματος.

Ο Μουσολίνι προσπαθεί σπασμωδικά να κερδίσει από την ηρωική μορφή του Γκαριμπάλντι. Οι γάλλοι φασίστες υψώνουν στη σημαία τους την Παρθένα της Ορλεάνης σαν ηρωίδα τους. Οι αμερικάνοι φασίστες επικαλούνται τις παραδόσεις των αμερικάνικων πολέμων ανεξαρτησίας, τις παραδόσεις της Ουάσινγκτον, του Λίνκολν. Οι βούλγαροι φασίστες εκμεταλλεύονται το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της δεκαετίας του ΄70 (1870-1879) και των λαοφιλών ηρώων του κινήματος αυτού, Βασίλ Λέβσκι, Στεφάν Καράντσα και άλλων.

Κομμουνιστές που πιστεύουν, ότι όλα αυτά δεν έχουν σχέση με την υπόθεση της εργατικής τάξης, που δεν κάνουν τίποτα, για να φωτίσουν στις εργαζόμενες μάζες ιστορικά, πιστά, με πραγματικά μαρξιστικό, λενινιστικό – μαρξιστικό πνεύμα το παρελθόν του ίδιου τους του λαού, για να συνδέσουν τον τωρινό τους αγώνα με τις επαναστατικές παραδόσεις του λαού τους στο παρελθόν, τέτοιοι κομμουνιστές παρατάνε εθελοντικά ό,τι έχει αξία στο ιστορικό παρελθόν του έθνους στους φασίστες πλαστογράφους, για την αποβλάκωση των λαϊκών μαζών.

Όχι, σύντροφοι! Μας αφορά κάθε σπουδαίο ζήτημα, όχι μόνο του παρόντος και του μέλλοντος, αλλά και του παρελθόντος του λαού μας. Εμείς οι κομμουνιστές δεν κάνουμε στενή πολιτική για τα συντεχνιακά συμφέροντα των εργατών. Εμείς δεν είμαστε περιορισμένα στελέχη συνδικάτων ή ηγέτες σε μεσαιωνικές γκίλντες χειροτεχνών και καλφάδων. Εμείς είμαστε εκπρόσωποι των ταξικών συμφερόντων της πιο σπουδαίας, της πιο μεγάλης τάξης της σύγχρονης κοινωνίας, της εργατικής τάξης, που η ιστορική αποστολή της είναι να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από τα δεινά του καπιταλιστικού συστήματος˙ της εργατικής τάξης, που στο 1/6 της γης, έχει αποτινάξει κιόλας το ζυγό του καπιταλισμού και αποτελεί την τάξη που βρίσκεται στην εξουσία. Εμείς υπερασπιζόμαστε τα ζωτικά συμφέροντα των καταπιεζόμενων εργαζόμενων στρωμάτων, που σημαίνει, της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού σε κάθε καπιταλιστική χώρα.

Εμείς οι κομμουνιστές είμαστε οι άσπονδοι, οι κύριοι αντίπαλοι του αστικού εθνικισμού σε όλες του τις παραλλαγές. Αλλά δεν είμαστε οπαδοί του εθνικού μηδενισμού και ποτέ δεν πρέπει να παρουσιαζόμαστε σαν τέτοιοι. Το καθήκον της διαπαιδαγώγησης των εργατών και όλων των εργαζόμενων στο πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού, είναι ένα από τα θεμελιώδη καθήκοντα κάθε Κομμουνιστικού Κόμματος. Αλλά αυτός που πιστεύει, ότι το γεγονός αυτό του επιτρέπει ή τον προτρέπει, να μη δίνει δεκάρα για τα εθνικά αισθήματα των πλατιών εργαζόμενων μαζών, αυτός απέχει πολύ από τον πραγματικό μπολσεβικισμό, αυτός δεν έχει καταλάβει τίποτα από τη διδασκαλία του Λένιν και του Στάλιν για το εθνικό ζήτημα.

Ο Λένιν, που αγωνίστηκε πάντα αποφασιστικά και με συνέπεια ενάντια στον αστικό εθνικισμό, μας έδωσε στο άρθρο του «Για την εθνική περηφάνια των Μεγαλορώσων» που έγραψε το 1914, ένα παράδειγμα, για το πώς να χειριζόμαστε σωστά το ζήτημα των εθνικών αισθημάτων. Γράφει:

«Είναι άραγε ξένο για μας, τους μεγαλορώσους συνειδητούς προλετάριους, το αίσθημα της εθνικής περηφάνιας; Φυσικά όχι! Αγαπούμε τη γλώσσα μας και την πατρίδα μας, περισσότερο απ΄ όλα δουλεύουμε για ν΄ ανεβάσουμε τις εργαζόμενες μάζες της (δηλαδή τα 9/10 του πληθυσμού της) στη συνειδητή ζωή των δημοκρατών και των σοσιαλιστών. Μας προξενεί τον πιο μεγάλο πόνο να βλέπουμε και να αισθανόμαστε σε πόση βία, καταπίεση και εξευτελισμό υποβάλλουν την όμορφη πατρίδα μας οι δήμιοι του τσάρου, το αρχοντολόι και οι κεφαλαιοκράτες. Είμαστε περήφανοι γιατί αυτή η βία βρήκε αντίσταση στον περίγυρό μας, σ΄ εμάς τους μεγαλορώσους, γιατί ο περίγυρος αυτός ανάδειξε τον Ραντίτσεφ, τους δεκεμβριστές, τους επαναστάτες –ραζνοτσίντσι του 1870-1880, γιατί η μεγαλορώσικη εργατική τάξη δημιούργησε το 1905 ένα ισχυρό επαναστατικό κόμμα μαζών (…).

Είμαστε γεμάτοι από αίσθημα εθνικής περηφάνιας, γιατί το μεγαλορωσικό έθνος δημιούργησε και αυτό επαναστατική τάξη, απόδειξε κι αυτό ότι είναι ικανό να δώσει στην ανθρωπότητα μεγάλα πρότυπα αγώνα για την ελευθερία και το σοσιαλισμό και όχι μονάχα μεγάλα πογκρόμ, σειρές από κρεμάλες, μπουντρούμια, μεγάλους λιμούς και μεγάλη δουλοπρέπεια μπροστά στους παπάδες, τους τσάρους, τους τσιφλικάδες και τους κεφαλαιοκράτες.

Είμαστε γεμάτοι από αίσθημα εθνικής περηφάνιας και γι΄ αυτό ίσα-ίσα μισούμε ιδιαίτερα το δουλικό παρελθόν μας (…) και το δουλικό παρόν μας, όταν οι ίδιοι πάλι τσιφλικάδες με τη βοήθεια των κεφαλαιοκρατών, μας οδηγούν στον πόλεμο, για να πνίξουμε την Πολωνία και την Ουκρανία, για να καταστείλουμε το δημοκρατικό κίνημα στην Περσία και στην Κίνα, για να δυναμώσουμε τη συμμορία των Ρωμανόφ, Μπομπρίνσκι, Πουρισκέβιτς, που ατιμάζει τη μεγαλορωσική εθνική μας αξιοπρέπεια» (Βλ. Β. Λένιν. Διαλεχτά Έργα σε δυό τόμους, ελλ. Έκδοση σελ. 386-387).

Αυτά έγραφε ο Λένιν για την εθνική υπερηφάνεια.

Πιστεύω σύντροφοι, ότι δεν έκανα λάθος στη δίκη της Λειψίας, που στην προσπάθεια των φασιστών να βρίσουν το βουλγάρικο λαό σα βάρβαρο λαό, υπερασπίστηκα την εθνική τιμή των εργαζόμενων μαζών του βουλγάρικου λαού, που αγωνίζεται με αυταπάρνηση ενάντια στους φασίστες σφετεριστές, τους πραγματικούς βάρβαρους και άγριους, και όταν δήλωνα, ότι δεν έχω κανένα λόγο να ντρέπομαι που είμαι βούλγαρος, αλλά αντίθετα είμαι περήφανος που είμαι παιδί της ηρωικής βουλγάρικης εργατικής τάξης.

Σύντροφοι! Ο προλεταριακός διεθνισμός πρέπει ας πούμε να «εγκλιματιστεί» σε κάθε χώρα, ώστε να πιάσει βαθιές ρίζες στο πάτριο έδαφος. Οι εθνικές μορφές της προλεταριακής ταξικής πάλης και του εργατικού κινήματος των διαφόρων χωρών, δεν αντιτίθενται στον προλεταριακό διεθνισμό. Αντίθετα, ακριβώς με τις μορφές αυτές μπορούμε να υπερασπιστούμε νικηφόρα και τα διεθνή συμφέροντα του προλεταριάτου.

Φυσικά, πρέπει πάντα και σε κάθε ευκαιρία να δείχνουμε στις μάζες και να τους αποδείχνουμε συγκεκριμένα, ότι η φασιστική μπουρζουαζία, με το πρόσχημα ότι υπερασπίζεται τα πανεθνικά συμφέροντα, πραγματοποιεί την εγωιστική της πολιτική καταπίεσης και εκμετάλλευσης του ίδιου της του λαού και καταλήστευσης και υποδούλωσης άλλων λαών. Αλλά δεν πρέπει να περιοριζόμαστε σ΄ αυτό. Πρέπει ταυτόχρονα, με την πάλη της ίδιας της εργατικής τάξης και με τις ενέργειες των Κομμουνιστικών Κομμάτων, να δείχνουμε, ότι το προλεταριάτο που ξεσηκώνεται ενάντια σε κάθε υποδούλωση και ενάντια σε κάθε εθνική καταπίεση, είναι ο μόνος γνήσιος αγωνιστής για την εθνική ελευθερία και την ανεξαρτησία του λαού.

Τα συμφέροντα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου ενάντια στους ντόπιους εκμεταλλευτές και καταπιεστές δεν αντιτίθενται στα συμφέροντα ενός ελεύθερου και ευτυχισμένου μέλλοντος του έθνους. Αντίθετα, η σοσιαλιστική επανάσταση θα σημάνει τη σωτηρία του έθνους και θα του ανοίξει το δρόμο για ανώτερες κατακτήσεις. Με το γεγονός, ότι η εργατική τάξη τώρα οικοδομεί την ταξική της οργάνωση και εδραιώνει τις θέσεις της, ότι υπερασπίζεται τα δημοκρατικά δικαιώματα και τη λευτεριά ενάντια στο φασισμό, ότι αγωνίζεται για την ανατροπή του καπιταλισμού. Και μόνο με αυτά παλεύει για το μέλλον του έθνους.

Το επαναστατικό προλεταριάτο αγωνίζεται για τη σωτηρία του πολιτισμού του λαού, για την απελευθέρωσή του από τα δεσμά του σάπιου μονοπωλιακού κεφαλαίου, από το βάρβαρο φασισμό, που τον εκχυδαΐζει. Μόνο η προλεταριακή επανάσταση μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή του πολιτισμού, μπορεί να τον οδηγήσει στο αποκορύφωμα της άνθισης σαν πραγματικό λαϊκό πολιτισμό, στη μορφή εθνικό, στο περιεχόμενο σοσιαλιστικό, πράγμα που γίνεται πραγματικότητα μπροστά στα μάτια μας στη Σοβιετική Ένωση κάτω από την καθοδήγηση του Στάλιν.

Ο προλεταριακός διεθνισμός όχι μόνο δεν αντιτίθεται στην πάλη των εργαζόμενων της κάθε χώρας για εθνική, κοινωνική και πολιτιστική ελευθερία, αλλά και, χάρη της διεθνούς προλεταριακής αλληλεγγύης και αγωνιστικής ενότητας, της εξασφαλίζει την υποστήριξη εκείνη, που είναι αναγκαία για τη νίκη στην πάλη αυτή. Μόνο σε στενότατη συμμαχία με τη νικηφόρα εργατική τάξη της μεγάλης Σοβιετικής Ένωσης μπορεί να νικήσει το προλεταριάτο των καπιταλιστικών χωρών. Μόνο σε κοινό αγώνα με το προλεταριάτο των ιμπεριαλιστικών χωρών μπορούν να κερδίσουν οι αποικιακοί λαοί και οι καταπιεζόμενες εθνικές μειονότητες την απελευθέρωσή τους. Μόνο μέσα από την επαναστατική συμμαχία της εργατικής τάξης των ιμπεριαλιστικών χωρών με το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των αποικιών και εξαρτημένων χωρών, περνάει ο δρόμος για τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης στις ιμπεριαλιστικές χώρες, γιατί, όπως μας διδάσκει ο Μαρξ,

«Ένας λαός που καταπιέζει άλλους λαούς, δεν μπορεί να είναι ελεύθερος».

Οι κομμουνιστές που ανήκουν σε ένα καταπιεζόμενο, εξαρτημένο έθνος, δεν μπορούν να εμφανιστούν με επιτυχία ενάντια στο σοβινισμό μέσα στις γραμμές του έθνους τους, αν ταυτόχρονα δεν δείξουν έμπρακτα στο μαζικό κίνημα, ότι αυτοί πραγματικά αγωνίζονται για την απελευθέρωση του έθνους τους από τον ξένο ζυγό. Από την άλλη πάλι μεριά, οι κομμουνιστές του έθνους-καταπιεστή δεν είναι σε θέση να διαπαιδαγωγήσουν τις εργαζόμενες μάζες του έθνους τους στο πνεύμα του διεθνισμού, όπως είναι απαραίτητο, αν δεν διεξάγουν αποφασιστικό αγώνα ενάντια στην πολιτική καταπίεσης της «ίδιας τους» της μπουρζουαζίας, για το πλέριο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των υποδουλωμένων από αυτήν εθνών. Αν δεν το κάνουν αυτό, δε διευκολύνουν ούτε και τους εργαζόμενους του καταπιεζόμενου έθνους να ξεπεράσουν τις εθνικιστικές τους προκαταλήψεις.

Μόνο αν εμφανιζόμαστε με αυτό το πνεύμα, αν αποδείχνουμε πειστικά σε όλη μας τη μαζική δουλειά, ότι είμαστε το ίδιο ελεύθεροι τόσο από εθνικό μηδενισμό όσο και από αστικό εθνικισμό, μόνο τότε θα μπορέσουμε να διεξάγουμε έναν πραγματικά πετυχημένο αγώνα στη σοβινιστική δημαγωγία των φασιστών.

Γι΄ αυτό, η σωστή και συγκεκριμένη εφαρμογή της πολιτικής σχετικά με το εθνικό ζήτημα των Λένιν – Στάλιν, έχει τεράστια σπουδαιότητα. Αυτή είναι οπωσδήποτε απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή πάλη ενάντια στο σοβινισμό, το κύριο όργανο της ιδεολογικής επίδρασης των φασιστών πάνω στις μάζες.


ΙΙΙ. Η ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ

Σύντροφοι! Στην πάλη για την δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου, ο ηγετικός ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος αποκτάει εξαιρετική σημασία. Ο πρωτεργάτης, ο οργανωτής, η κινητήρια δύναμη του Ενιαίου Μετώπου της εργατικής τάξης είναι στο βάθος μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Τα κομμουνιστικά κόμματα μόνο τότε είναι σε θέση να κινητοποιήσουν με επιτυχία τις πιο πλατιές μάζες των εργαζομένων στον ενιαίο αγώνα ενάντια στο φασισμό και την επίθεση του κεφαλαίου, όταν δυναμώνουν ολόπλευρα τις ίδιες τους τις γραμμές, αναπτύσσουν πρωτοβουλία, εφαρμόζουν μαρξιστική λενινιστική πολιτική και χρησιμοποιούν σωστή, και ευκίνητη τακτική, ανάλογη με τη συγκεκριμένη κατάσταση και το συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων.


Η εδραίωση των κομμουνιστικών κομμάτων

Στην περίοδο ανάμεσα στο 6ο και 7ο Συνέδριο, χωρίς αμφιβολία τα κόμματά μας στις καπιταλιστικές χώρες δυνάμωσαν και ατσαλώθηκαν σημαντικά. Θα ήταν ωστόσο τρομερά επικίνδυνο λάθος, αν μέναμε ικανοποιημένοι με αυτό. Όσο περισσότερο απλώνεται το Ενιαίο Μέτωπο της εργατικής τάξης, τόσο πιο πολύ θα ξεπηδάνε νέα, πολύπλοκα καθήκοντα μπροστά μας, τόσο πιο πολύ θα πρέπει να δουλεύουμε πάνω στην πολιτική και οργανωτική εδραίωση των κομμάτων μας. Το Ενιαίο Μέτωπο του προλεταριάτου δημιουργεί στρατιά εργατών, που μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή της, όταν επικεφαλής αυτής της στρατιάς βρίσκεται μια ηγετική δύναμη, που δείχνει το σκοπό και το δρόμο της. Η ηγετική αυτή δύναμη μπορεί να είναι μόνο ένα ισχυρό προλεταριακό επαναστατικό κόμμα.

Αν εμείς οι κομμουνιστές βάζουμε όλες μας τις δυνάμεις για να δημιουργήσουμε το Ενιαίο Μέτωπο, αυτό δεν το κάνουμε από στενοκεφαλιά, για να αποκτήσουμε νέα μέλη για τα κομμουνιστικά κόμματα. Πρέπει όμως να εδραιώσουμε ολόπλευρα τα κομμουνιστικά κόμματα, ακριβώς επειδή θέλουμε να δυναμώσουμε σε σοβαρό βαθμό το Ενιαίο Μέτωπο. Η εδραίωση των κομμουνιστικών κομμάτων δεν είναι κανένα στενό κομματικό συμφέρον, αλλά συμφέρον ολόκληρης της εργατικής τάξης.

Η ενότητα, η επαναστατική συσπείρωση και η αγωνιστική ετοιμότητα των κομμουνιστικών κομμάτων είναι ζήτημα ύψιστης αξίας, που δεν αφορά μόνο εμάς, αλλά ολόκληρη την εργατική τάξη. Η προθυμία μας, να διεξάγουμε τον αγώνα ενάντια στο φασισμό μαζί με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και οργανώσεις, συνδυάζεται και θα συνδυάζεται με την ανελέητη πάλη ενάντια στο σοσιαλδημοκρατισμό σαν ιδεολογία και πράξη του συμβιβασμού με την αστική τάξη και συνεπώς και ενάντια σε κάθε διείσδυση της ιδεολογίας αυτής στις δικές μας γραμμές.

Όταν εφαρμόζουμε θαρραλέα και αποφασιστικά την τακτική του Ενιαίου Μετώπου, σκοντάφτουμε μέσα στις ίδιες μας τις γραμμές σε εμπόδια, που οπωσδήποτε πρέπει να παραμερίσουμε όσο το δυνατό γρηγορότερα.

Μετά το 6ο Συνέδριο της Κομιντέρν αναπτύχθηκε σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα των καπιταλιστικών χωρών ένας επιτυχής αγώνας ενάντια στην τάση της οπορτουνιστικής προσαρμογής στις συνθήκες της καπιταλιστικής σταθεροποίησης και ενάντια στη μετάδοση ρεφορμιστικών και λεγκαλιστικών αυταπατών. Τα κόμματά μας εκκαθάρισαν τις γραμμές τους από κάθε δεξιούς οπορτουνιστές και εδραίωσαν έτσι τη μπολσεβίκικη ενότητά τους και την αγωνιστική τους ικανότητα. Λιγότερο πετυχημένα (και καμιά φορά καθόλου) διεξαγάγαμε την πάλη ενάντια στο σεχταρισμό. Ήδη ο σεχταρισμός δεν εκφραζότανε πια με πρωτόγονες ανοιχτές μορφές, όπως στα πρώτα χρόνια της ύπαρξης της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά εμπόδιζε κάτω από το προσωπείο της τυπικής αναγνώρισης των μπολσεβίκικων θέσεων, την ανάπτυξη της μπολσεβίκικης μαζικής πολιτικής. Στον καιρό μας, αυτός συχνά δεν είναι πια μια απλή «παιδική αρρώστια», όπως έγραψε ο Λένιν, αλλά ένα βαθειά ριζωμένο ελάττωμα. Αν δεν έχουμε λευτερωθεί από αυτό, δεν μπορούμε να εκπληρώσουμε το καθήκον της δημιουργίας του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου και του τραβήγματος των μαζών από τις θέσεις του ρεφορμισμού στην επανάσταση.

Στην τωρινή κατάσταση, κυρίως ο σεχταρισμός, ο εγωιστικός σεχταρισμός, όπως τον εξηγούμε στο σχέδιο απόφασης, εμποδίζει τον αγώνα μας για την πραγματοποίηση του Ενιαίου Μετώπου –ο σεχταρισμός, που αρέσκεται στη δογματική του στενότητα, στην απόσπασή του από την πραγματική ζωή των μαζών, που αρέσκεται στις απλοποιημένες του μέθοδες για τη λύση των πιο πολύπλοκων προβλημάτων του εργατικού κινήματος με βάση τυποποιημένα σχήματα, ο σεχταρισμός που διεκδικεί την παντογνωσία και θεωρεί περιττό να μαθαίνει από τις μάζες, από τα διδάγματα του εργατικού κινήματος,- με λίγα λόγια, ο σεχταρισμός δε θέλει και δεν μπορεί να κατανοήσει, ότι η καθοδήγηση της εργατικής τάξης από το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να επιτευχθεί από μόνη της.

Ο ηγετικός ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος στους αγώνες της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί. Σ΄ αυτό δε χρησιμεύουν διακηρύξεις για τον ηγετικό ρόλο των κομμουνιστών. Πρέπει να κερδίσουμε και να κατακτήσουμε την εμπιστοσύνη των εργατικών μαζών με καθημερινή μαζική δουλειά και με σωστή πολιτική. Αυτό μόνο τότε είναι δυνατό, όταν εμείς οι κομμουνιστές, στην πολιτική δουλειά μας, παίρνουμε σοβαρά υπόψη μας το πραγματικό επίπεδο της ταξικής συνείδησης των μαζών, το βαθμό της επαναστατικοποίησής τους, όταν εκτιμούμε σωστά τη συγκεκριμένη κατάσταση όχι με βάση τις επιθυμίες μας, αλλά με βάση την πραγματικότητα. Πρέπει υπομονετικά, βήμα προς βήμα, να διευκολύνουμε το πέρασμα των πλατιών μαζών στις θέσεις του κομμουνισμού. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ τα λόγια του Λένιν, που μας προειδοποιούσε με τόση έμφαση, ότι

«Πρόκειται ακριβώς για το γεγονός, ότι δεν πρέπει να θεωρούμε αυτό που έχει επιζήσει για μας, σαν να έχει επιζήσει για την τάξη, σαν να έχει επιζήσει για τις μάζες» (Β. Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα).

Μήπως υπάρχουν τώρα, σύντροφοι, στις γραμμές μας λίγοι τέτοιοι δογματιστές, που στην πολιτική του Ενιαίου Μετώπου μυρίζονται παντού και πάντα μόνο κινδύνους; Για τους συντρόφους αυτούς, ολόκληρο το Ενιαίο Μέτωπο αποτελεί ένα μοναδικό κίνδυνο. Αλλά αυτή η σεχταριστική «εμμονή στις αρχές» δεν είναι τίποτα άλλο παρά πολιτική αδυναμία απέναντι στις δυσκολίες της άμεσης καθοδήγησης της πάλης των μαζών.

Ο σεχταρισμός εκφράζεται ιδιαίτερα στην υπερεκτίμηση της επαναστατικοποίησης των μαζών, στην υπερεκτίμηση του ρυθμού απόσπασης από τις θέσεις του ρεφορμισμού, στις προσπάθειες υπερπήδησης δύσκολων φάσεων και πολύπλοκων καθηκόντων του κινήματος. Οι μέθοδες καθοδήγησης των μαζών συχνά στην πράξη αντικαταστάθηκαν με τις μέθοδες καθοδήγησης μιας στενής κομματικής ομάδας. Υποτιμήθηκε η δύναμη της παραδοσιακής σύνδεσης των μαζών με τις οργανώσεις τους και τις καθοδηγήσεις τους και όταν οι μάζες δεν έσπαζαν αμέσως αυτή τη σχέση, δέχονταν μια εξίσου σκληρή μεταχείριση όπως οι αντιδραστικοί ηγέτες τους. Σχηματοποιήθηκαν η τακτική και τα συνθήματα για όλες τις χώρες, δεν παίρνονταν υπόψη οι ιδιομορφίες της συγκεκριμένης κατάστασης σε κάθε μια χώρα. Αγνοήθηκε η αναγκαιότητα της επίμονης πάλης μέσα στις μάζες για να κερδηθεί η εμπιστοσύνη τους. Παραμελήθηκε ο αγώνας για τα μερικά αιτήματα των εργατών και η δουλειά στα ρεφορμιστικά συνδικάτα και στις φασιστικές μαζικές οργανώσεις. Η πολιτική του Ενιαίου Μετώπου αντικαταστάθηκε συχνά από απλές εκκλήσεις και αφηρημένη προπαγάνδα.

Όχι λιγότερο επιβραδυντικά επέδρασαν οι σεχταριστικές απόψεις πάνω στη σωστή επιλογή των ανθρώπων, πάνω στη διαπαιδαγώγηση και διαμόρφωση στελεχών, που να έχουν σύνδεση με τις μάζες και να έχουν την εμπιστοσύνη τους, που να είναι ατσαλωμένα επαναστατικά και να έχουν δοκιμαστεί σε ταξικούς αγώνες, που να ξέρουν να συνδέουν την πρακτική πείρα της μαζικής δουλειάς με την εμμονή στις αρχές του μπολσεβίκου.

Με αυτόν τον τρόπο, ο σεχταρισμός εμπόδισε σε σημαντικό βαθμό το δυνάμωμα των κομμουνιστικών κομμάτων, έκανε δύσκολη μια σωστή μαζική πολιτική, εμπόδισε την εκμετάλλευση των δυσκολιών του ταξικού εχθρού για το δυνάμωμα των θέσεων του επαναστατικού κινήματος, εμπόδισε τον προσεταιρισμό των πλατιών προλεταριακών μαζών για τα κομμουνιστικά κόμματα.

Παλεύοντας αποφασιστικά για το ξερίζωμα και το ξεπέρασμα των τελευταίων υπολειμμάτων του εγωιστικού σεχταρισμού, πρέπει παράλληλα να δυναμώνουμε με κάθε τρόπο την επαγρύπνηση και την πάλη μας ενάντια στο δεξιό οπορτουνισμό, καθώς και ενάντια σε όλες του τις συγκεκριμένες μορφές εμφάνισης, έχοντας υπόψη μας, ότι ο κίνδυνος αυτός θα μεγαλώνει με την ανάπτυξη του πλατιού Ενιαίου Μετώπου. Υπάρχουν ήδη τάσεις να μειωθεί η σημασία του ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος μέσα στις γραμμές του Ενιαίου Μετώπου και να συμφιλιωθούμε με τη σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι η τακτική του Ενιαίου Μετώπου είναι η μέθοδος για να πείσουμε πραγματικά τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες για το ορθό της κομμουνιστικής και το λαθεμένο της ρεφορμιστικής γραμμής, όχι όμως για να συμφιλιωθούμε με τη σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία και πράξη. Ο επιτυχής αγώνας για τη δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου απαιτεί οπωσδήποτε συνεχή πάλη μέσα στις γραμμές μας ενάντια στην τάση μείωσης του ρόλου του Κόμματος, ενάντια στις λεγκαλιστικές αυταπάτες. Ενάντια στον προσανατολισμό προς τον αυθορμητισμό και τον αυτοματισμό, τόσο σ΄ ότι αφορά την εξόντωση του φασισμού, όσο και στην πραγματοποίηση του Ενιαίου Μετώπου. Ενάντια στις παραμικρότερες ταλαντεύσεις τη στιγμή της αποφασιστικής ενέργειας.

«Είναι απαραίτητο», μας διδάσκει ο σύντροφος Στάλιν, «να ξέρει το Κόμμα να συνδυάζει στη δουλειά του τη μεγαλύτερη εμμονή στις αρχές (να μην το μπερδεύουμε με το σεχταρισμό!) με το μάξιμουμ σε σύνδεση και επαφή με τις μάζες (να μην το μπερδεύουμε με την πολιτική της ουράς!), μιας και χωρίς αυτή την προϋπόθεση είναι αδύνατο στο Κόμμα όχι μόνο να διδάξει τις μάζες, αλλά και να διδαχτεί από αυτές, όχι μόνο να καθοδηγήσει τις μάζες και να τις ανεβάσει στο επίπεδο του Κόμματος, αλλά και να ακούσει τη φωνή των μαζών και να διακρίνει τις ζωτικές ανάγκες τους» (Ι. Β. Στάλιν).


Η πολιτική ενότητας της εργατικής τάξης

Σύντροφοι! Η ανάπτυξη του Ενιαίου Μετώπου της κοινής πάλης των κομμουνιστών και σοσιαλδημοκρατών εργατών ενάντια στο φασισμό και την επίθεση του κεφαλαίου βάζει και το ζήτημα της πολιτικής ενότητας, του ενιαίου πολιτικού μαζικού κόμματος της εργατικής τάξης. Οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες πείθονται με βάση την πείρα τους όλο και περισσότερο, ότι η πάλη ενάντια στον ταξικό εχθρό απαιτεί μια ενιαία πολιτική ηγεσία, μιας και η διπλή ηγεσία δυσκολεύει την παραπέρα ανάπτυξη και το δυνάμωμα του ενιαίου αγώνα της εργατικής τάξης.

Τα συμφέροντα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου και η επιτυχία της προλεταριακής επανάστασης απαιτούν επιτακτικά, να υπάρχει σε κάθε χώρα ένα ενιαίο Κόμμα του προλεταριάτου. Δεν είναι φυσικά τόσο εύκολο και απλό να το πετύχουμε αυτό. Απαιτεί επίμονη δουλειά και επίμονο αγώνα και αναγκαστικά μια λίγο πολύ μακρόχρονη πορεία. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα, στηριγμένα στην όλο και μεγαλύτερη ορμή των εργατών για συνένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και μεμονωμένων οργανώσεων με τα κομμουνιστικά κόμματα, πρέπει να πάρουν αποφασιστικά και με εμπιστοσύνη στα χέρια τους την πρωτοβουλία για την πραγματοποίηση της συνένωσης αυτής. Η υπόθεση της συνένωσης των δυνάμεων της εργατικής τάξης σε ένα ενιαίο επαναστατικό προλεταριακό Κόμμα τη στιγμή που το διεθνές εργατικό κίνημα μπαίνει στην περίοδο της άρσης της διάσπασης, είναι δική μας υπόθεση, υπόθεση της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Ενώ όμως για τη δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου των κομμουνιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων φτάνει μια συμφωνία για τον αγώνα ενάντια στο φασισμό, την επίθεση του κεφαλαίου και τον πόλεμο, η δημιουργία της πολιτικής ενότητας είναι δυνατή μόνο πάνω στη βάση μιας σειράς συγκεκριμένων προϋποθέσεων αρχιακού χαρακτήρα.

Η συνένωση αυτή είναι δυνατή μόνο:

Πρώτο, κάτω από την προϋπόθεση της ολοκληρωτικής ανεξαρτησίας από την αστική τάξη και της ολοκληρωτικής παραίτησης της σοσιαλδημοκρατίας από το συνασπισμό με την αστική τάξη,

δεύτερο, κάτω από την προϋπόθεση της προηγούμενης πραγματοποίησης της ενότητας δράσης,

τρίτο, κάτω από την προϋπόθεση της αναγνώρισης της αναγκαιότητας της επαναστατικής ανατροπής της κυριαρχίας της αστικής τάξης και της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου με τη μορφή των σοβιέτ,

τέταρτο, κάτω από την προϋπόθεση της παραίτησης από κάθε υποστήριξη της ίδιας της αστικής τάξης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο,

πέμπτο, κάτω από την προϋπόθεση της οικοδόμησης του Κόμματος πάνω στη βάση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, που εγγυάται την ενότητα της θέλησης και της δράσης, που, όπως δείχνει η πείρα των ρώσων μπολσεβίκων, άντεξε στη δοκιμασία.

Υπομονετικά και συναδελφικά, πρέπει να εξηγήσουμε στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες, γιατί η πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης είναι αδύνατη χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις. Πρέπει να συζητήσουμε από κοινού μαζί τους το νόημα και τη σημασία αυτών των προϋποθέσεων.

Γιατί είναι αναγκαίες η ολοκληρωτική συνεργασία από την αστική τάξη και η παραίτηση της σοσιαλδημοκρατίας από το συνασπισμό με την αστική τάξη, για την πραγματοποίηση της πολιτικής ενότητας του προλεταριάτου;

Επειδή ολόκληρη η πείρα του εργατικού κινήματος και ιδιαίτερα η πείρα των δεκαπέντε χρόνων πολιτικής συνασπισμού στη Γερμανία έδειξαν, ότι η πολιτική της συνεργασίας, η πολιτική της εξάρτησης από την αστική τάξη οδηγεί στην ήττα της εργατικής τάξης και στη νίκη του φασισμού. Μόνο ο δρόμος της ανελέητης ταξικής πάλης ενάντια στην αστική τάξη, ο δρόμος των μπολσεβίκων, είναι ο βέβαιος δρόμος προς τη νίκη.

Γιατί η προηγούμενη πραγματοποίηση της ενότητας δράσης είναι η προϋπόθεση της πολιτικής ενότητας;

Επειδή η ενότητα δράσης είναι δυνατή και απαραίτητη για την απόκρουση της επίθεσης του κεφαλαίου και του φασισμού, ακόμη και πριν να συνενωθεί η πλειοψηφία των εργατών πάνω στο κοινό πολιτικό πρόγραμμα για ανατροπή του καπιταλισμού. Απεναντίας, η δημιουργία της ενότητας των απόψεων για τους βασικούς δρόμους και τους στόχους της πάλης του προλεταριάτου, που χωρίς αυτή η συνένωση των κομμάτων είναι αδύνατη, απαιτεί λίγο-πολύ αρκετό καιρό. Και η ενότητα των απόψεων, αποκρυσταλλώνεται καλύτερα, όταν ο αγώνας ενάντια στον ταξικό εχθρό διεξάγεται ήδη σήμερα από κοινού. Το να προτείνουμε τη γρήγορη συνένωση αντί Ενιαίο Μέτωπο, σημαίνει να ζεύουμε το άλογο πίσω από την άμαξα και να πιστεύουμε, ότι η άμαξα θα προχωρήσει προς τα μπρος. Ακριβώς επειδή το ζήτημα της πολιτικής ενότητας δεν είναι για μας κανένας ελιγμός, όπως για πολλούς σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, επιμένουμε στην πραγματοποίηση της ενότητας δράσης σα μια από τις σπουδαιότερες φάσεις στον αγώνα για την πολιτική ενότητα.

Γιατί είναι απαραίτητη η αναγνώριση της επαναστατικής ανατροπής της αστικής τάξης και της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου με τη μορφή της εξουσίας των σοβιέτ;

Επειδή από τη μια μεριά η πείρα της νίκης της Μεγάλης Σοσιαλιστικής Οκτωβριανής Επανάστασης και από την άλλη τα πικρά διδάγματα της Γερμανίας, Αυστρίας και Ισπανίας στη διάρκεια ολόκληρης της μεταπολεμικής περιόδου, απόδειξαν και πάλι, ότι η νίκη του προλεταριάτου είναι δυνατή μόνο με την επαναστατική ανατροπή της αστικής τάξης. Ότι η αστική τάξη μάλλον θα πνίξει το εργατικό κίνημα σ΄ ένα ποτάμι από αίμα, παρά θα αφήσει το προλεταριάτο να πετύχει το σοσιαλισμό με ειρηνικό τρόπο. Η πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης έδειξε ολοφάνερα, ότι το βασικό περιεχόμενο της προλεταριακής επανάστασης είναι το ζήτημα της προλεταριακής δικτατορίας, που καλείται να σπάσει την αντίσταση των γκρεμισμένων εκμεταλλευτών, να οπλίσει την επανάσταση για την πάλη με τον ιμπεριαλισμό και να τον οδηγήσει ως την τελική νίκη του σοσιαλισμού. Για να πραγματοποιήσουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου σα δικτατορία της συντριπτικής πλειοψηφίας πάνω σε μια αμελητέα μειοψηφία, τους εκμεταλλευτές, -και μόνο σαν τέτοια μπορεί να πραγματοποιηθεί,- είναι απαραίτητα τα σοβιέτ, που περιλαμβάνουν όλα τα στρώματα της εργατικής τάξης, τις κύριες μάζες τα αγροτιάς και των άλλων εργαζομένων, που χωρίς το ξύπνημά τους, χωρίς την προσχώρησή τους στο μέτωπο της επαναστατικής πάλης είναι αδύνατη η εδραίωση της νίκης του προλεταριάτου.

Γιατί είναι προϋπόθεση της ενότητας η παραίτηση από την υποστήριξη της αστικής τάξης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο;

Επειδή η αστική τάξη διεξάγει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο –κάτω από όποιο προσωπείο κι αν τον διεξάγει- για χάρη των ληστρικών σκοπών της, ενάντια στα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας των λαών. Επειδή όλοι οι ιμπεριαλιστές συνδυάζουν τους πυρετώδικους πολεμικούς εξοπλισμούς με τη μεγαλύτερη όξυνση της εκμετάλλευσης και καταπίεσης των εργαζόμενων στη χώρα. Το να υποστηρίζουμε την αστική τάξη σ΄ έναν τέτοιο πόλεμο σημαίνει προδοσία των συμφερόντων της χώρας και της παγκόσμιας εργατικής τάξης.

Γιατί, τέλος, είναι προϋπόθεση της ενότητας η οικοδόμηση του Κόμματος πάνω στη βάση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού;

Επειδή μόνο ένα Κόμμα οικοδομημένο πάνω στη βάση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι σε θέση να εγγυηθεί την ενότητα θέλησης και δράσης. Επειδή μόνο αυτό είναι σε θέση να οδηγήσει το προλεταριάτο στη νίκη ενάντια στην αστική τάξη, που διαθέτει ένα τόσο ισχυρό όπλο, όπως είναι η συγκεντρωτική κρατική μηχανή. Η εφαρμογή της αρχής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού άντεξε σε μια λαμπρή ιστορική δοκιμασία, όπως έδειξε η πείρα του ρώσικου μπολσεβίκικου κόμματος, του Κόμματος του Λένιν.

Ναι, σύντροφοι, εμείς είμαστε υπέρ του ενιαίου πολιτικού μαζικού κόμματος της εργατικής τάξης. Αλλά από αυτό βγαίνει και η αναγκαιότητα, όπως λέει ο σύντροφος Στάλιν,

«Ενός αγωνιστικού κόμματος, ενός επαναστατικού κόμματος, που να είναι αρκετά θαρραλέο, για να οδηγήσει τους προλετάριους στον αγώνα για την εξουσία, που να έχει αρκετή πείρα για να προσανατολιστεί στις πολύπλοκες συνθήκες της επαναστατικής κατάστασης, και να διαθέτει αρκετή ευλυγισία, για να παρακάμψει όλων των ειδών τους σκοπέλους στο δρόμο προς τον στόχο» (Β. Ι. Β. Στάλιν).

Γι΄ αυτό είναι απαραίτητο, να επιδιώκουμε την πολιτική συνένωση πάνω στη βάση των παραπάνω προϋποθέσεων.

Εμείς είμαστε υπέρ της πολιτικής ενότητας της εργατικής τάξης! Γι΄ αυτό και είμαστε πρόθυμοι, να συνεργαστούμε στενά με όλους τους σοσιαλδημοκράτες, που είναι υπέρ του Ενιαίου Μετώπου και υποστηρίζουν ειλικρινά τη συνένωση με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις. Αλλά ακριβώς επειδή είμαστε υπέρ της ένωσης, θα αγωνιστούμε αποφασιστικά ενάντια σε όλους τους «αριστερούς» δημαγωγούς, που θέλουν να εκμεταλλευτούν την απογοήτευση των σοσιαλδημοκρατών εργατών για τη δημιουργία νέων σοσιαλιστικών κομμάτων ή Διεθνών, που να κατευθύνονται ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα και να βαθαίνουν έτσι τη διάσπαση της εργατικής τάξης.

Χαιρετίζουμε την όλο και μεγαλύτερη τάση των σοσιαλδημοκρατών εργατών για το Ενιαίο Μέτωπο με τους Κομμουνιστές. Στο γεγονός αυτό, εμείς βλέπουμε το δυνάμωμα της επαναστατικής τους συνείδησης και το ξεπέρασμα της διάσπασης της εργατικής τάξης, που αρχίζει. Έχοντας τη γνώμη, ότι η ενότητα δράσης είναι επείγουσα αναγκαιότητα κι ακόμη ο πιο σίγουρος δρόμος για τη δημιουργία της πολιτικής ενότητας του προλεταριάτου, δηλώνουμε, ότι η Κομμουνιστική Διεθνής και τα τμήματά της είναι έτοιμα, να αρχίσουν συζητήσεις με τη Β΄ Διεθνή και τα τμήματά της για την επίτευξη της ενότητας της εργατικής τάξης στον αγώνα ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου, ενάντια στο φασισμό και ενάντια στον κίνδυνο ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου.


Τελικά συμπεράσματα

Σύντροφοι! Τελειώνω την εισήγησή μου. Όπως βλέπετε, συζητάμε για την αλλαγή της κατάστασης από το 6ο Συνέδριο και για τα διδάγματα του αγώνα μας και βάζουμε τώρα, στηριγμένοι, στο μέτρο που πετύχαμε να εδραιώσουμε τα κόμματά μας, πολλά ζητήματα και κυρίως του Ενιαίου Μετώπου και του πλησιάσματος της σοσιαλδημοκρατίας, των ρεφορμιστικών συνδικάτων και των άλλων μαζικών οργανώσεων, με νέο τρόπο.

Υπάρχουν ορισμένοι «σοφοί», που μυρίζονται σε όλα αυτά απομάκρυνση από τις θέσεις μας αρχής, παρέκκλιση προς τα δεξιά από τη γραμμή του μπολσεβικισμού. Έ λοιπόν, ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται, λέμε στη Βουλγαρία.

Ας το πιστεύουν, οι πολιτικά πεινασμένοι.

Εμάς λίγο μας ενδιαφέρει. Για μας το σπουδαίο είναι να κατανοούν σωστά τα δικά μας κόμματα και οι πλατιές μάζες όλου του κόσμου, τι επιδιώκουμε.

Δε θα ήμασταν επαναστάτες μαρξιστές-λενινιστές, άξιοι μαθητές των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, αν δεν μεταβάλλαμε την πολιτική μας και την τακτική μας ανάλογα με τη μεταβλημένη κατάσταση και ανάλογα με τους πραγματοποιημένους μετασχηματισμούς στο διεθνές εργατικό κίνημα.

Δε θα ήμασταν πραγματικοί επαναστάτες, αν δε μαθαίναμε από την ίδια μας την πείρα και από την πείρα των μαζών.

Θέλουμε να εμφανίζονται τα κόμματά μας στις καπιταλιστικές χώρες σαν πραγματικά πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης και να κατορθώνουν να παίζουν πραγματικά το ρόλο πολιτικού παράγοντα στη ζωή της χώρας τους, να εφαρμόζουν πάντοτε μια ενεργητική μπολσεβίκικη μαζική πολιτική και να μην περιορίζονται μόνο σε προπαγάνδα και κριτική και σε απλές εκκλήσεις για αγώνα για τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Εμείς είμαστε εχθροί κάθε σχηματικής αντίληψης. Πρέπει να παίρνουμε υπόψη μας τη συγκεκριμένη κατάσταση σε κάθε στιγμή και σε κάθε δοσμένο μέρος και να μην ενεργούμε παντού σύμφωνα με ένα ορισμένο καλούπι. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι η τοποθέτηση των κομμουνιστών δεν μπορεί να είναι η ίδια κάτω από διαφορετικές συνθήκες.

Πρέπει να παίρνουμε ήρεμα υπόψη μας όλες τις φάσεις στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης και στο ανέβασμα της ταξικής συνείδησης των μαζών και να ξέρουμε να βρίσκουμε και να λύνουμε τα ανάλογα συγκεκριμένα καθήκοντα του επαναστατικού κινήματος που αντιστοιχούν στην κάθε φάση.

Πρέπει να βρούμε μια κοινή γλώσσα με τις πιο πλατιές μάζες, για να διεξάγουμε τον αγώνα ενάντια στον ταξικό εχθρό. Πρέπει να βρούμε τρόπους και δρόμους, για να σπάσουμε τελειωτικά την απομόνωση της επαναστατικής πρωτοπορίας από τις μάζες του προλεταριάτου και όλων των εργαζόμενων. Πρέπει ακόμη να βρούμε τρόπους και δρόμους, για να σπάσουμε την καταστρεπτική απομόνωση της ίδιας της εργατικής τάξης από τους φυσικούς της συμμάχους στον αγώνα ενάντια στην αστική τάξη, ενάντια στο φασισμό.

Πρέπει να τραβάμε όλο και πιο πλατιές μάζες στην επαναστατική ταξική πάλη και, ξεκινώντας από τα καυτά προβλήματα και τις ανάγκες τους και με βάση την ίδια τους την πείρα, να τις οδηγούμε στην προλεταριακή επανάσταση.

Πρέπει, ακολουθώντας το παράδειγμα των δοξασμένων μας ρώσων μπολσεβίκων, το παράδειγμα του καθοδηγητικού Κόμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, να συνδυάζουμε τον επαναστατικό ηρωισμό των γερμανών, ισπανών, αυστριακών και άλλων κομμουνιστών με γνήσιο επαναστατικό ρεαλισμό και να ξεκαθαρίσουμε και τα τελευταία υπολείμματα σχολαστικών ενεργειών σε σοβαρά πολιτικά ζητήματα.

Πρέπει να εξοπλίσουμε ολόπλευρα τα κόμματά μας για τη λύση των εξαιρετικά πολύπλοκων πολιτικών καθηκόντων, που μπαίνουν μπροστά μας. Γι΄ αυτό πρέπει να ανεβάζουμε πάντα το θεωρητικό τους επίπεδο, να τα διαπαιδαγωγούμε στο πνεύμα του ζωντανού Μαρξισμού-Λενινισμού και όχι του νεκρού δογματισμού.

Πρέπει να ξεριζώσουμε από τις γραμμές μας τον εγωιστικό σεχταρισμό, που σε πρώτη γραμμή μας αποκόβει το δρόμο προς τις μάζες και μας εμποδίζει να πραγματοποιήσουμε μια πραγματικά μπολσεβίκικη μαζική πολιτική. Πρέπει να δυναμώσουμε με κάθε τρόπο τον αγώνα ενάντια σε κάθε συγκεκριμένη έκφραση του δεξιού οπορτουνισμού, έχοντας πάντα στη μνήμη μας, ότι από την πλευρά αυτήν ακριβώς θα μεγαλώσει ο κίνδυνος στην πράξη της διεξαγωγής της μαζικής πολιτικής μας και της μαζικής πάλης μας.

Οι κομμουνιστές σε κάθε χώρα πρέπει έγκαιρα να ασχολούνται και να εκτιμούν όλα τα διδάγματα της ίδιας τους της πείρας σαν επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου. Πρέπει να μάθουν όσο πιο γρήγορα γίνεται, να κολυμπούν μέσα στη θυελλώδη θάλασσα της ταξικής πάλης, και όχι να μένουν στην όχθη σαν παρατηρητές και καταχωρητές των ορμητικών κυμάτων και να περιμένουν καλό καιρό.
Αυτά πρέπει να κάνουμε.

Και όλα αυτά πρέπει να τα κάνουμε, γιατί μόνο μ΄ αυτό τον τρόπο θα είναι ικανή η εργατική τάξη, επικεφαλής όλων των εργαζομένων, συνενωμένη σε μια επαναστατική μαζική στρατιά που να καθοδηγείται από την Κομμουνιστική Διεθνή, να εκπληρώσει την ιστορική της αποστολή –να εξαφανίσει από το πρόσωπο της γης το φασισμό και μαζί με αυτόν τον καπιταλισμό.



ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ

Τελικός λόγος στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, 13 Αυγούστου 1935

Σύντροφοι! Η διεξοδική συζήτηση πάνω στην έκθεσή μου μαρτυράει το δυνατό ενδιαφέρον του Συνεδρίου για τα θεμελιώδη προβλήματα τακτικής και τα καθήκοντα του αγώνα της εργατικής τάξης ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου και του φασισμού, ενάντια στον κίνδυνο του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Αν συνοψίσουμε τώρα το αποτέλεσμα της 8-ήμερης συζήτησης, θα διαπιστώσουμε, ότι όλες οι ουσιαστικές κατευθυντήριες γραμμές της έκθεσης βρήκαν την ομόφωνη επικρότηση του Συνεδρίου. Κανένας ομιλητής δεν πρόβαλλε αντιρρήσεις ενάντια στις κατευθυντήριες γραμμές τακτικής που θέσαμε και την απόφαση που προτείναμε.

Μπορεί κανείς να πει άνετα, ότι σε κανένα απολύτως από τα προηγούμενα Συνέδρια της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν επικράτησε τέτοια ιδεολογική και πολιτική ενότητα, όπως αυτό. Η πλέρια ομοφωνία του Συνεδρίου αποδείχνει, ότι στις γραμμές μας έχει ωριμάσει τελείως η αναγνώριση, ότι πρέπει να μεταβάλλουμε την πολιτική μας και την τακτική μας ανάλογα με τη μεταβληθείσα κατάσταση, με βάση την ολόπλευρη διδακτική πείρα των τελευταίων χρόνων.

Την ομοφωνία αυτή μπορούμε χωρίς αμφιβολία να την θεωρήσουμε σα μια από τις σπουδαιότερες προϋποθέσεις για την επιτυχή λύση των επόμενων κεντρικών καθηκόντων του διεθνούς προλεταριακού κινήματος, για να πραγματοποιήσουμε την ενότητα δράσης όλων των τμημάτων της εργατικής τάξης στον αγώνα ενάντια στο φασισμό.

Για να λύσουμε με επιτυχία αυτό το καθήκον, πρέπει οι κομμουνιστές πρώτα να χρησιμοποιούν σωστά το όπλο της μαρξιστικής-λενινιστικής ανάλυσης, να μελετούν προσεκτικά τη συγκεκριμένη κατάσταση και τη συγκρότηση των ταξικών δυνάμεων στην ανάπτυξή τους, και ανάλογα να καθορίζουν το πρόγραμμα της δραστηριότητάς τους και της πάλης τους. Πρέπει να εξαφανίσουμε ανελέητα τη ροπή για κατασκευασμένα σχήματα, νεκρές φόρμουλες, έτοιμα καλούπια, που συχνά παραλύουν τους συντρόφους μας. Πρέπει να τελειώνουμε με την κατάσταση, όπου κομμουνιστές, που τους λείπουν οι γνώσεις και οι ικανότητες για μια μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση, αντικαθιστούν την ανάλυση αυτή με γενικές εκφράσεις και γενικά συνθήματα, όπως «επαναστατική διέξοδος από την κρίση», χωρίς να κάνουν καμιά απολύτως σοβαρή προσπάθεια να εξηγήσουν, κάτω από ποιες συνθήκες, με τι συσχετισμό ταξικών δυνάμεων, σε ποιο βαθμό επαναστατικής ωριμότητας του προλεταριάτου και των εργαζόμενων μαζών, με τι επίπεδο επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος, είναι δυνατή μια τέτοια επαναστατική διέξοδος από την κρίση. Χωρίς μια τέτοια ανάλυση, όλα τα παρόμοια συνθήματα γίνονται κενές λέξεις, φράσεις χωρίς περιεχόμενο, που συσκοτίζουν μόνο τα τωρινά μας καθήκοντα. Χωρίς συγκεκριμένη μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση, δε θα μπορέσουμε ποτέ να θέσουμε σωστά και να λύσουμε το ζήτημα του φασισμού, το ζήτημα του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου και του Λαϊκού Μετώπου, της τοποθέτησης προς την αστική δημοκρατία, της κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου, των προτσές που διεξάγονται μέσα στην εργατική τάξη και ιδιαίτερα μέσα στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες, καθώς και πλήθος άλλα νέα και πολύπλοκα ζητήματα, που βάζει και θα βάζει η ίδια η ζωή, η ανάπτυξη της ταξικής πάλης.

Δεύτερο, χρειαζόμαστε ζωντανούς ανθρώπους, ανθρώπους που ξεπηδάνε μέσα από την εργατική μάζα, από την καθημερινή πάλη της, ανθρώπους αποφασισμένους για αγώνα, απεριόριστα αφοσιωμένους στην υπόθεση του προλεταριάτου. Ανθρώπους, που με την ενεργητικότητά τους και με τα χέρια τους θα πραγματοποιήσουν τις αποφάσεις του Συνεδρίου μας. Χωρίς μπολσεβίκικα στελέχη δε θα εκτελέσουμε τα τεράστια εκείνα καθήκοντα, που μπαίνουν στους εργαζόμενους στον αγώνα ενάντια στο φασισμό.

Τρίτο, χρειαζόμαστε ανθρώπους, εξοπλισμένους με την πυξίδα της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας, που χωρίς την έμπειρη χρησιμοποίησή της πέφτει κανείς στο στενό πρακτικισμό, δεν μπορεί να δει προς τα μπρος, βρίσκει μόνο που και που λύσεις και χάνει την πλατιά προοπτική του αγώνα, που δείχνει στις μάζες πού πηγαίνουμε, γιατί αγωνιζόμαστε και πού οδηγούμε τους εργαζόμενους.

Τέταρτο, χρειαζόμαστε οργάνωση των μαζών, για να εφαρμόζουμε στην πράξη τις αποφάσεις μας. Η ιδεολογική και πολιτική μας επιρροή μόνο δε φτάνει. Πρέπει να σταματήσουμε τον προσανατολισμό προς τον αυθορμητισμό του κινήματος, σαν μια από τις κύριες αδυναμίες μας. Πρέπει να σκεφτόμαστε, ότι χωρίς επίμονη, μακρόχρονη, υπομονετική, καμιά φορά άχαρη οργανωτική δουλειά, οι μάζες δε θα γυρίσουν το τιμόνι προς την κομμουνιστική όχθη. Για να μπορέσουμε να οργανώσουμε τις μάζες, πρέπει να μάθουμε την τέχνη να κάνουμε τις αποφάσεις μας κτήμα όχι μόνο των κομμουνιστών, αλλά και των πιο πλατιών μαζών των εργαζομένων. Πρέπει να μάθουμε να μιλάμε με τις μάζες όχι σε στυλ βιβλίου, αλλά στη γλώσσα αγωνιστών για την υπόθεση των μαζών. Αγωνιστών, που η κάθε τους λέξη, η κάθε τους σκέψη αντικατοπτρίζει τη σκέψη και τα αισθήματα εκατομμυρίων.

Σ΄ αυτό το ζήτημα θα ήθελα να αναφερθώ σε πρώτη γραμμή στον τελικό λόγο μου.

Σύντροφοι! Το Συνέδριο αποδέχτηκε τις νέες κατευθυντήριες γραμμές τακτικής με μεγάλο ενθουσιασμό και ομοφωνία. Ο ενθουσιασμός και η ομοφωνία είναι οπωσδήποτε εξαιρετικά πράγματα. Αλλά ακόμη καλύτερα είναι, όταν συνδέονται με μια βαθιά επεξεργασμένη, κριτική αντιμετώπιση των καθηκόντων που μπαίνουν, με μια σωστή αφομοίωση των παρμένων αποφάσεων και με πραγματική κατανόηση για τα μέσα και τις μέθοδες εφαρμογής των αποφάσεων αυτών στη συγκεκριμένη κατάσταση της κάθε χώρας.

Και προηγούμενα δεν είχαμε πάρει ομόφωνα καθόλου άσχημες αποφάσεις. Αλλά το ατύχημα ήταν, ότι συχνά τις παίρναμε μόνο τυπικά και στην καλύτερη περίπτωση τις κάναμε κτήμα μιας μικρής εμπροσθοφυλακής της εργατικής τάξης. ΟΙ αποφάσεις μας δεν διαπότισαν πέρα για πέρα τις πλατιές μάζες, δε χρησίμεψαν σαν οδηγός για δράση σε εκατομμύρια ανθρώπους.

Μπορούμε να ισχυριστούμε, ότι σταματήσαμε τελειωτικά να χειριζόμαστε μόνο τυπικά τις παρμένες αποφάσεις; Όχι. Πρέπει να πούμε, ότι και σ΄ αυτό το Συνέδριο ήρθαν στο φως στους λόγους των διαφόρων συντρόφων κατάλοιπα του φορμαλισμού, ότι που και που παρουσιάζεται η τάση να αντικατασταθεί η συγκεκριμένη ανάλυση της πραγματικότητας και της ζωντανής πείρας με ένα οποιοδήποτε σχήμα, με μια οποιαδήποτε νέα, απλοποιημένη, νεκρή φόρμουλα, και να παρουσιαστεί αυτό που επιθυμούμε, αλλά δεν υπάρχει ακόμη, σαν πραγματικότητα, σα να υφίσταται πραγματικά.


Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό πρέπει να είναι συγκεκριμένος

Κανένα γενικό χαρακτηριστικό του φασισμού, όσο σωστό κι αν είναι, δε μας απαλλάσσει από το καθήκον να μελετάμε συγκεκριμένα και να παίρνουμε υπόψη μας την ιδιομορφία της ανάπτυξης του φασισμού και των διαφόρων μορφών φασιστικής δικτατορίας στις διάφορες χώρες και στις διάφορες φάσεις. Είναι απαραίτητο να ερευνάμε, να μελετάμε και να ανακαλύπτουμε σε κάθε χώρα το εθνικά ιδιαίτερο, το εθνικά ειδικό στο φασισμό, και ανάλογα να καθορίζουμε αποτελεσματικές μέθοδες και μορφές πάλης ενάντια στο φασισμό.

Ο Λένιν μας προειδοποιούσε με μεγάλη έμφαση, για τον κίνδυνο «των καλουπιών, της μηχανικής εξίσωσης, της ισοπέδωσης των κανόνων τακτικής, και των κανόνων της πάλης». Η προειδοποίηση αυτή είναι ιδιαίτερα εύστοχη, όταν πρόκειται για αγώνα ενάντια σε έναν εχθρό, που θυσιάζει τόσο πανούργα, τόσο υποκριτικά τα εθνικά αισθήματα και τις προκαταλήψεις των μαζών και τις αντικαπιταλιστικές τους διαθέσεις για το συμφέρον του μεγάλου κεφαλαίου. Έναν τέτοιο εχθρό πρέπει να τον γνωρίζουμε ακριβώς και από όλες τις πλευρές. Πρέπει να αντιδρούμε χωρίς καμιά καθυστέρηση στις ποικίλες μανούβρες του, να ξεσκεπάζουμε τους ελιγμούς του, να είμαστε έτοιμοι να τον αντιμετωπίσουμε σε κάθε πεδίο, σε κάθε στιγμή. Δεν πρέπει να διστάζουμε να διδαχτούμε από τον ίδιο τον εχθρό, αν αυτό βοηθάει να του σπάσουμε τη ραχοκοκαλιά γρηγορότερα και ασφαλέστερα.

Θα ήταν μεγάλο λάθος, να θέλαμε να κατασκευάσουμε ένα οποιοδήποτε γενικό σχήμα ανάπτυξης του φασισμού για όλες τις χώρες και όλους τους λαούς. Ένα τέτοιο σχήμα δε θα μας βοηθούσε, αλλά θα μας εμπόδιζε να διεξάγουμε τον πραγματικό αγώνα. Πέρα από όλα τα άλλα, οδηγεί στο να σπρωχτούν χωρίς διάκριση στο στρατόπεδο του φασισμού, τα στρώματα εκείνα του πληθυσμού, που, αν τα πλησιάζαμε με σωστό τρόπο, θα μπορούσαμε σε ένα ορισμένο στάδιο ανάπτυξης να τα δραστηριοποιήσουμε στον αγώνα ενάντια στο φασισμό ή τουλάχιστο να τα ουδετεροποιήσουμε.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την ανάπτυξη του φασισμού στη Γαλλία και στη Γερμανία. Μερικοί σύντροφοι έχουν τη γνώμη, ότι ο φασισμός στη Γαλλία δεν μπορεί να αναπτυχθεί γενικά τόσο εύκολα όπως στη Γερμανία. Τι είναι σ΄ αυτή τη σκέψη σωστό και τι λάθος; Σωστό είναι, ότι στη Γερμανία δεν υπήρχαν τόσο βαθειά ριζωμένες δημοκρατικές παραδόσεις όπως στη Γαλλία, που διεξήγαγε το 18ο και 19ο αιώνα αρκετές επαναστάσεις. Σωστό είναι, ότι η Γαλλία είναι μια χώρα, που κέρδισε τον πόλεμο και επέβαλε σε άλλες χώρες τη συνθήκη των Βερσαλλιών, ότι στη Γαλλία δεν πληγώθηκε η εθνική ευαισθησία των μαζών όπως στη Γερμανία, όπου το γεγονός αυτό έπαιξε ένα τόσο μεγάλο ρόλο. Σωστό είναι, ότι οι κύριες μάζες της αγροτιάς στη Γαλλία έχουν δημοκρατικές αντιφασιστικές διαθέσεις, ιδιαίτερα στις νότιες περιοχές, σε αντίθεση με τη Γερμανία, όπου ήδη πριν από την άνοδο του φασισμού στην εξουσία, ένα σημαντικό τμήμα της αγροτιάς βρισκόταν κάτω από την επιρροή των αντιδραστικών κομμάτων.

Αλλά, σύντροφοι, πέρα από τις υπάρχουσες διαφορές στην ανάπτυξη του φασιστικού κινήματος στη Γαλλία και τη Γερμανία, πέρα από τις στιγμές, που δυσκόλεψαν την προέλαση του φασισμού στη Γαλλία, θα πρέπει να είμαστε κοντόφθαλμοι, αν δε βλέπουμε το ασταμάτητο δυνάμωμα του φασιστικού κινδύνου στη χώρα αυτή και αν υποτιμάμε τη δυνατότητα φασιστικής ανατροπής. Πολλές περιστάσεις ευνοούν πάλι στη Γαλλία την ανάπτυξη του φασισμού. Μην ξεχνάτε, ότι η οικονομική κρίση, που άρχισε στη Γαλλία αργότερα από ό,τι στις άλλες καπιταλιστικές χώρες, βαθαίνει και οξύνεται παραπέρα, πράγμα που διευκολύνει ιδιαίτερα την αχαλίνωτη δημαγωγία των φασιστών. Ο γαλλικός φασισμός έχει τόσο γερές θέσεις μέσα στο στρατό, στο σώμα των αξιωματικών, όσο δεν είχαν οι εθνικοσοσιαλιστές στο γερμανικό στρατό πριν από το ανέβασμά τους στην εξουσία. Ακόμη, σε καμιά χώρα η διαφθορά του κοινοβουλευτικού καθεστώτος δεν έχει πάρει τέτοια τεράστια έκταση και δεν προκάλεσε τέτοια αγανάκτηση στις μάζες, όπως στη Γαλλία, πράγμα στο οποίο ποντάρουν με δημαγωγικό τρόπο, όπως είναι γνωστό, οι γάλλοι φασίστες στον αγώνα τους ενάντια στην αστική δημοκρατία. Μην ξεχνάτε ακόμη ότι ο μεγάλος φόβος της γαλλικής αστικής τάξης να χάσει την πολιτική και στρατιωτική ηγεμονία της στην Ευρώπη, ευνοεί την ανάπτυξη του φασισμού.

Από αυτό βγαίνει, ότι οι επιτυχίες του αντιφασιστικού κινήματος στη Γαλλία, για τις οποίες μίλησαν εδώ οι σύντροφοι Τορέζ και Κασέν και για τις οποίες χαιρόμαστε με όλη μας την καρδιά, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να ειδωθούν ακόμη σα δείγμα για το γεγονός, ότι οι εργαζόμενες μάζες πέτυχαν να φράξουν μια για πάντα το δρόμο στο φασισμό. Πρέπει να τονίσουμε με όλη μας τη δύναμη για μια ακόμη φορά τη μεγάλη σπουδαιότητα των καθηκόντων της γαλλικής εργατικής τάξης στον αγώνα ενάντια στο φασισμό, καθήκοντα, που ανάφερα ήδη στην έκθεσή μου.

Είναι ακόμη επικίνδυνο να τρέφουμε αυταπάτες για την αδυναμία του φασισμού σε άλλες χώρες, όπου αυτός δε διαθέτει πλατιά μαζική βάση. Έχουμε παραδείγματα τέτοιων χωρών, όπως είναι η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία, η Φινλανδία, όπου ο φασισμός, χωρίς να έχει πλατιά βάση, ανέβηκε στην εξουσία στηριζόμενος στις ένοπλες δυνάμεις του κράτους και ύστερα προσπάθησε να διευρύνει τη βάση του, χρησιμοποιώντας την κρατική μηχανή.

Δίκιο είχε ο σύντροφος Ντουττ, όταν ισχυρίστηκε, ότι στις γραμμές μας υπήρχε η τάση να βλέπουμε το φασισμό γενικά, χωρίς να παίρνουμε υπόψη μας τις συγκεκριμένες ιδιομορφίες του φασιστικού κινήματος στην κάθε χώρα και να θεωρούμε όλα τα αντιδραστικά μέτρα της αστικής τάξης σα φασισμό και μάλιστα και το όχι κομμουνιστικό στρατόπεδο συνολικά σα φασιστικό. Το αποτέλεσμα δεν ήταν το δυνάμωμα, αλλά αντίθετα το αδυνάτισμα του αγώνα ενάντια στο φασισμό.

Αλλά και τώρα ακόμη υπάρχουν υπολείμματα σχηματικής τοποθέτησης απέναντι στο φασισμό. Μήπως ο ισχυρισμός διαφόρων συντρόφων, ότι το «Νιου Ντηλ» του Ρούσβελτ είναι μία ακόμη πιο φανερή, ακόμη πιο οξεία μορφή εξέλιξης της αστικής τάξης στο φασισμό από ό,τι για παράδειγμα η «Εθνική Κυβέρνηση» της Αγγλίας, δεν είναι η έκφραση μιας τέτοιας σχηματικής τοποθέτησης; Χρειάζεται πραγματικά μεγάλη δόση σχηματικής αντίληψης για να μη βλέπουμε, ότι οι αντιδραστικότεροι κύκλοι του αμερικάνικου χρηματιστικού κεφαλαίου, που επιτίθενται στο Ρούσβελτ, είναι κυρίως εκείνη ακριβώς η δύναμη, που υποδαυλίζει και οργανώνει το φασιστικό κίνημα στις Ενωμένες Πολιτείες. Το να μην αντιλαμβανόμαστε πίσω από τις υποκριτικές φράσεις των κύκλων αυτών για «υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων των  αμερικανών πολιτών» τον πραγματικό φασισμό που γεννιέται στις Ενωμένες Πολιτείες, σημαίνει ότι αποπροσανατολίζουμε την εργατική τάξη στον αγώνα ενάντια στο χειρότερό της εχθρό.

Και στις αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες αναπτύσσονται, όπως διαπιστώθηκε στη συζήτηση, ορισμένες φασιστικές ομάδες, αλλά φυσικά εδώ δεν πρόκειται για έναν τέτοιο φασισμό, όπως έχουμε συνηθίσει να τον βλέπουμε στη Γερμανία, στην Ιταλία και σε άλλες καπιταλιστικές χώρες. Εδώ πρέπει να μελετήσουμε και να πάρουμε υπόψη μας τις εντελώς ιδιαίτερες οικονομικές, πολιτικές και ιστορικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο φασισμός παίρνει και θα παίρνει ειδικές μορφές.

Στην ανικανότητά τους να πιάσουν συγκεκριμένα τα φαινόμενα της ζωντανής πραγματικότητας, μερικοί σύντροφοι, που πάσχουν από τεμπελιά σκέψης, αντικαθιστούν τη λεπτομερειακή και προσεκτική μελέτη της συγκεκριμένης κατάστασης και του συσχετισμού των ταξικών δυνάμεων με γενικές, κενές φόρμουλες. Αυτοί δεν μοιάζουν καθόλου με σκοπευτές, που πετυχαίνουν ακριβώς το στόχο, αλλά μ΄ εκείνα τα «σαΐνια στη σκοποβολή», που λαθεύουν συστηματικά και συνέχεια, πότε ρίχνουν πιο ψηλά, πότε πιο χαμηλά, πότε πιο μακριά, πότε πιο κοντά στο στόχο. Εμείς όμως, σύντροφοι, σαν κομμουνιστές αγωνιστές του εργατικού κινήματος, σαν επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης, θέλουμε να είμαστε εκείνοι οι σκοπευτές, που πετυχαίνουν πραγματικά αλάθητα το στόχο τους.


Προλεταριακό Ενιαίο Μέτωπο ή Αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο

Έτσι, μερικοί σύντροφοι σπάνε χωρίς λόγο το κεφάλι τους για το ζήτημα: με τι να αρχίσουμε –με το Ενιαίο Μέτωπο του προλεταριάτου ή με το αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο;

Οι μεν λένε, ότι με τη δημιουργία του αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου δε θα μπορέσουμε να αρχίσουμε πριν να έχει οργανωθεί ένα γερό Ενιαίο Μέτωπο του προλεταριάτου.

Μιας όμως και η δημιουργία του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου σε μια σειρά χώρες προσκρούει στην αντίσταση του αντιδραστικού τμήματος της σοσιαλδημοκρατίας, -κρίνουν οι άλλοι- θα ήταν καλύτερα να αρχίσουμε αμέσως με το Λαϊκό Μέτωπο και ύστερα πάνω σ΄ αυτή τη βάση να αναπτύξουμε το Ενιαίο Μέτωπο της εργατικής τάξης.

Τόσο οι μεν όσο και οι δε κατανοούν προφανώς, ότι το Ενιαίο Μέτωπο του προλεταριάτου και το αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο είναι συνδεμένα μεταξύ τους, πλεγμένα μεταξύ τους με τη ζωντανή διαλεκτική του αγώνα, ότι στην πορεία του πρακτικού αγώνα ενάντια στο φασισμό το ένα ενώνεται με το άλλο και σε καμιά περίπτωση δε χωρίζονται το ένα από το άλλο από κανένα σινικό τείχος.

Δε μπορεί κανείς βέβαια να πιστεύει στα σοβαρά, ότι είναι δυνατό να δημιουργηθεί πραγματικά ένα αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο, χωρίς να πραγματοποιηθεί η ενότητα δράσης της ίδιας της εργατικής τάξης, που είναι η ηγετική δύναμη αυτού του Λαϊκού Μετώπου. Σύγχρονα πάλι, η παραπέρα ανάπτυξη του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου εξαρτιέται σε σημαντικό βαθμό από τη μεταβολή του σε ένα Λαϊκό Μέτωπο ενάντια στο φασισμό.

Φανταστείτε, σύντροφοι, έναν τέτοιο άνθρωπο που βλέπει τα πράγματα σχηματικά, να βρεθεί μπροστά στην απόφασή μας και με τον ενθουσιασμό ενός γνήσιου «γραμματικού» να κατασκευάσει το σχήμα του:

Πρώτα Ενιαίο Μέτωπο του προλεταριάτου από τα κάτω σε τοπική κλίμακα.

Ύστερα Ενιαίο Μέτωπο από τα κάτω σε επίπεδο περιοχής.

Ύστερα Ενιαίο Μέτωπο από τα πάνω με την ίδια σειρά.

Παραπέρα –Ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος.

Κατόπιν –τράβηγμα των άλλων αντιφασιστικών κομμάτων.

Ύστερα το ολόπλευρο αναπτυγμένο Λαϊκό Μέτωπο από τα πάνω και τα κάτω.

Μετά πρέπει να ανεβάσουμε το κίνημα σε ένα ανώτερο σκαλοπάτι, να το πολιτικοποιήσουμε, να το επαναστατικοποιήσουμε κτλ. κτλ.

Σύντροφοι, θα μου πείτε, ότι πρόκειται για μεγάλη ανοησία. Σύμφωνοι. Αλλά το άσχημο είναι, ότι μια τέτοια σεχταριστική ανοησία, με αυτή ή την άλλη μορφή, υπάρχει ακόμη πολύ συχνά δυστυχώς μέσα στις γραμμές μας.

Και πως έχουν τα πράγματα στην πραγματικότητα; Φυσικά, παντού πρέπει να επιδιώκουμε ένα πλατύ Λαϊκό Μέτωπο αγώνα ενάντια στο φασισμό. Αλλά σε αρκετές χώρες δε θα ξεπεράσουμε τη γενικολογία για το Λαϊκό Μέτωπο, αν δεν ξέρουμε, να σπάμε με την κινητοποίηση των εργατικών μαζών την αντίσταση του αντιδραστικού τμήματος της σοσιαλδημοκρατίας ενάντια στο ενιαίο αγωνιστικό μέτωπο του προλεταριάτου. Έτσι έχουν τα πράγματα κυρίως στην Αγγλία, όπου η εργατική τάξη αποτελεί την πλειοψηφία του πληθυσμού, όπου τα εγγλέζικα συνδικάτα και το Εργατικό Κόμμα έχουν πίσω τους την κύρια μάζα της εργατικής τάξης. Έτσι έχουν τα πράγματα στο Βέλγιο και στις Σκανδιναβικές χώρες, όπου τα αδύνατα αριθμητικά, κομμουνιστικά Κόμματα έχουν απέναντί τους ισχυρά μαζικά συνδικάτα και αριθμητικά ισχυρά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.

Οι κομμουνιστές θα έκαναν στις χώρες αυτές το μεγαλύτερο πολιτικό λάθος, αν παραιτούνταν από τον αγώνα για τη δημιουργία του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου και κρύβονταν πίσω από γενικές εκφράσεις για το Λαϊκό Μέτωπο, που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τη συμμετοχή των μαζικών οργανώσεων της εργατικής τάξης. Για να φτιάξουμε στις χώρες αυτές ένα πραγματικό Λαϊκό Μέτωπο, οι κομμουνιστές πρέπει να κάνουν τεράστια πολιτική και οργανωτική δουλειά μέσα στις εργατικές μάζες. Πρέπει να βοηθήσουμε τις μάζες, που βλέπουν τις ρεφορμιστικές μαζικές οργανώσεις ήδη σαν την ενσάρκωση της προλεταριακής ενότητας, να ξεπεράσουν τις προκαταλήψεις τους. Πρέπει να πείσουν τις μάζες, ότι η δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου με τους κομμουνιστές σημαίνει το πέρασμά τους στις θέσεις της ταξικής πάλης, ότι μόνο ένα τέτοιο πέρασμα εγγυάται την επιτυχία του αγώνα ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου και του φασισμού. Δε θα ξεπεράσουμε τις δυσκολίες που συναντάμε, βάζοντας εδώ πλατύτερα καθήκοντα. Αντίθετα, θα τις ξεπεράσουμε, αν αγωνιζόμαστε για τον παραμερισμό αυτών των αδυναμιών, αν ετοιμάζουμε όχι με λόγια, αλλά στην πραγματικότητα τη δημιουργία ενός πραγματικού Λαϊκού Μετώπου αγώνα ενάντια στο φασισμό, ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου, ενάντια στον κίνδυνο ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Διαφορετικά μπαίνει το ζήτημα σε εκείνες τις χώρες όπως η Πολωνία, όπου μαζί με το εργατικό κίνημα αναπτύσσεται ένα ισχυρό αγροτικό κίνημα, όπου οι αγροτικές μάζες έχουν δικές τους οργανώσεις, που κάτω από την επίδραση της αγροτικής κρίσης ριζοσπαστικοποιούνται, όπου η εθνική καταπίεση προκαλεί αγανάκτηση στις εθνικές μειονότητες. Εδώ, η ανάπτυξη του Λαϊκού Μετώπου του αγώνα θα πραγματοποιηθεί παράλληλα με την ανάπτυξη του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου, και καμιά φορά, στις χώρες αυτές, το κίνημα του Λαϊκού Μετώπου μπορεί και να υπερφαλαγγίσει το κίνημα του Εργατικού Μετώπου.

Πάρτε μια χώρα σαν την Ισπανία, που βρίσκεται στην πορεία της αστικο-δημοκρατικής επανάστασης. Μπορούμε να πούμε, ότι ο οργανωτικός κατακερματισμός του προλεταριάτου στην Ισπανία απαιτεί, να πραγματοποιήσουμε την ολοκληρωτική αγωνιστική ενότητα της εργατικής τάξης, πριν ακόμη να δημιουργήσουμε ένα εργατο-αγροτικό Μέτωπο ενάντια στο Λερρού [12] και Ζιλ Ρόμπλες; [13] Βάζοντας έτσι το ζήτημα, θα απομονώναμε το προλεταριάτο από την αγροτιά, θα αποσύραμε στην πραγματικότητα το σύνθημα της αγροτικής επανάστασης, θα διευκολύναμε τους εχθρούς του λαού να διχάσουν το προλεταριάτο και την αγροτιά και να αντιπαραθέσουν την αγροτιά στην εργατική τάξη. Και αυτό υπήρξε, όπως είναι γνωστό, μια από τις κύριες αιτίες της ήττας της εργατικής τάξης στους αγώνες του Οκτώβρη του 1934 στις Αστούριες.

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε κάτι: Σε όλες τις χώρες, όπου το προλεταριάτο είναι αριθμητικά σχετικά αδύνατο, όπου η αγροτιά και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης υπερτερούν, πρέπει τόσο περισσότερο να βάζουμε όλες μας τις δυνάμεις, για να δημιουργήσουμε ένα γερό Ενιαίο Μέτωπο της ίδιας της εργατικής τάξης, ώστε η εργατική τάξη να μπορέσει να παίξει το ρόλο της σαν ηγετικός παράγοντας όλων των εργαζομένων.

Δεν μπορούμε λοιπόν, σύντροφοι, να δώσουμε για τη λύση του ζητήματος του προλεταριακού Μετώπου και του Λαϊκού Μετώπου καμιά γενική συνταγή για όλες τις περιπτώσεις, για όλες τις χώρες και για όλους τους λαούς. Η γενικότητα σε ένα τέτοιο ζήτημα, η εφαρμογή μιας και μόνης συνταγής για όλες τις χώρες, επιτρέψτε μου να πω, ότι θα σήμαινε αγνωστικισμό. Τον αγνωστικισμό όμως πρέπει να τον χτυπάμε περισσότερο, όταν εμφανίζεται με τη μορφή γενικών σχημάτων.


Για το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας και τη θέση της στο Ενιαίο Μέτωπο του προλεταριάτου

Σύντροφοι! Από την άποψη των καθηκόντων μας σ΄ ότι αφορά την τακτική μας, έχει μεγάλη σημασία να απαντήσουμε σωστά στο ερώτημα: αν και κατά πόσο η σοσιαλδημοκρατία στην τωρινή στιγμή είναι ακόμη το κύριο στήριγμα της αστικής τάξης.

Μερικοί σύντροφοι που μίλησαν στη συζήτηση, (οι σύντροφοι Φλορίν και Ντουττ), ανάφεραν το ζήτημα αυτό, αλλά λόγω της σπουδαιότητάς του πρέπει να δώσουμε μια πιο εξαντλητική απάντηση. Είναι ένα ερώτημα, που βάζουν οι εργάτες όλων των κατευθύνσεων, ιδιαίτερα όμως οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες.

Πρέπει να προσέξουμε, ότι η θέση της σοσιαλδημοκρατίας στο αστικό κράτος και η σχέση της προς την αστική τάξη έχει σε αρκετές χώρες αλλάξει ή αλλάζει.

Πρώτα, η κρίση κλόνισε συθέμελα την κατάσταση των στρωμάτων εκείνων της εργατικής τάξης, που βρίσκονταν σε καλύτερη μοίρα, της λεγόμενης εργατικής αριστοκρατίας, που πάνω της στηρίζεται κυρίως, όπως είναι γνωστό, η σοσιαλδημοκρατία. Και τα στρώματα αυτά αρχίζουν όλο και περισσότερο να αναθεωρούν τις προηγούμενες απόψεις τους για τη σκοπιμότητα της πολιτικής της συνεργασίας με την αστική τάξη.

Δεύτερο, σε μια σειρά χώρες, όπως είπα ήδη και στην κύρια εισήγηση, η ίδια η αστική τάξη αναγκάζεται να ξεκόψει από την αστική δημοκρατία και να περάσει στην τρομοκρατική μορφή της δικτατορίας. Και τότε, δεν καταργεί μόνο την προηγούμενη θέση της σοσιαλδημοκρατίας στο κρατικό σύστημα του χρηματιστικού κεφαλαίου, αλλά κάτω από ορισμένες συνθήκες καταργεί και τη νομιμότητά της, την καταδιώκει, ή ακόμη τη συντρίβει ολοκληρωτικά. 

Τρίτο, οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες επαναστατικοποιούνται από τη μια κάτω από την επίδραση των διδαγμάτων της ήττας της εργατιάς της Γερμανίας, Αυστρίας και Ισπανίας, ήττας, που κύρια ήταν το αποτέλεσμα της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής της συνεργασίας με την αστική τάξη, και από την άλλη κάτω από την επίδραση της νίκης του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση, αποτέλεσμα της μπολσεβίκικης πολιτικής και της εφαρμογής του επαναστατικού Μαρξισμού. Αρχίζει η στροφή των σοσιαλδημοκρατών εργατών προς την ταξική πάλη ενάντια στην αστική τάξη.

Όλες αυτές οι αιτίες στο σύνολό τους, κάνουν όλο και περισσότερο δυσκολότερο -σε μερικές χώρες μάλιστα κάνουν πραγματικά αδύνατο- να παίξει η σοσιαλδημοκρατία παραπέρα τον προηγούμενο ρόλο της σα στήριγμα της αστικής τάξης.

Το να μην κατανοείται αυτό το γεγονός, είναι ιδιαίτερα βλαβερό για εκείνες τις χώρες, όπου η φασιστική δικτατορία έχει καταργήσει τη νομιμότητα της σοσιαλδημοκρατίας. Από αυτή την άποψη, ήταν σωστή η αυτοκριτική εκείνων των γερμανών συντρόφων, που τόνισαν στους λόγους τους, ότι πρέπει να σταματήσουμε να γαντζωνόμαστε στις λέξεις που περιείχαν παλιές φόρμουλες και αποφάσεις για τη σοσιαλδημοκρατία και να αγνοούμε τις αλλαγές μέσα στο στρατόπεδό της. Είναι φανερό, ότι η παράβλεψη αυτή οδηγεί στη διαστρέβλωση της γραμμής μας, που αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ενότητας της εργατικής τάξης και διευκολύνει τα αντιδραστικά στοιχεία της σοσιαλδημοκρατίας στο σαμποτάρισμα του Ενιαίου Μετώπου.

Αλλά η πορεία της επαναστατικοποίησης μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που πραγματοποιείται τώρα σε όλες τις χώρες, αναπτύσσεται ανισόμετρα. Δεν πρέπει να φανταζόμαστε, ότι οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες που επαναστατικοποιούνται τώρα, θα περάσουν με μιας και κατά μάζες στις θέσεις της συνεπούς ταξικής πάλης και ότι, χωρίς όλες τις ενδιάμεσες φάσεις, θα ενωθούν απ΄ ευθείας με τους κομμουνιστές. Αυτό, σε μια σειρά χώρες θα χρειαστεί μια λίγο-πολύ δύσκολη, λίγο-πολύ πολύπλοκη και μακρόχρονη πορεία, που οπωσδήποτε εξαρτιέται σε μεγάλο βαθμό από την ορθότητα της πολιτικής και της τακτικής μας. Πρέπει μάλιστα να υπολογίζουμε και με την πιθανότητα, ότι μερικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και οργανώσεις, όταν περάσουν από τη θέση της συνεργασίας με τη μπουρζουαζία στη θέση της ταξικής πάλης ενάντια στη μπουρζουαζία, θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν για ένα ορισμένο διάστημα σαν αυτόνομες οργανώσεις και κόμματα. Φυσικά, σε μια τέτοια περίπτωση, δε γίνεται καν λόγος να θεωρούμε τέτοιες σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις ή κόμματα σαν στηρίγματα της αστικής τάξης.

Δεν πρέπει να υπολογίζουμε, ότι οι σοσιαλδημοκράτες εκείνοι εργάτες, που βρίσκονται κάτω από την επιρροή της ιδεολογίας της συνεργασίας με την αστική τάξη, θα αποσπαστούν από μόνοι τους, σαν αποτέλεσμα αντικειμενικών αιτιών, από την ιδεολογία αυτή, με την οποία διαποτίστηκαν τόσα χρόνια. Όχι, είναι δική μας υπόθεση, είναι υπόθεση των κομμουνιστών, να βοηθήσουν τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες να απελευθερωθούν από τη δικαιοδοσία της ρεφορμιστικής ιδεολογίας. Η διαφώτιση πάνω στις αρχές και το πρόγραμμα του κομμουνισμού πρέπει να γίνεται συναδελφικά, υπομονετικά και ανάλογα με το επίπεδο της πολιτικής ανάπτυξης του κάθε σοσιαλδημοκράτη εργάτη. Η κριτική μας στο σοσιαλδημοκρατισμό πρέπει να γίνει πιο συγκεκριμένη και πιο συστηματική. Πρέπει να στηρίζεται πάνω στην πείρα των σοσιαλδημοκρατικών μαζών. Πρέπει να προσέξουμε, ότι μπορούμε και πρέπει να διευκολύνουμε και να επιταχύνουμε την επαναστατική εξέλιξη των σοσιαλδημοκρατών εργατών κυρίως πάνω στη βάση της πείρας του κοινού αγώνα –χέρι με χέρι- με τους κομμουνιστές ενάντια στον ταξικό εχθρό. Δεν υπάρχει πιο αποτελεσματικό μέσο για το ξεπέρασμα των ταλαντεύσεων και των αμφιβολιών των σοσιαλδημοκρατών εργατών από τη συμμετοχή τους στο προλεταριακό Ενιαίο Μέτωπο.

Θα κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας για να διευκολύνουμε όχι μόνο τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες, αλλά και εκείνα τα στελέχη των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και οργανώσεων, που θέλουν ειλικρινά να περάσουν στην επαναστατική ταξική τοποθέτηση, να διεξάγουν την κοινή δουλειά και την κοινή πάλη μαζί μ΄ εμάς ενάντια στον ταξικό εχθρό. Αλλά ταυτόχρονα δηλώνουμε: Εκείνοι οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, απλά στελέχη και εργάτες, που συνεχίζουν να υποστηρίζουν τη διασπαστική πολιτική των αντιδραστικών ηγετών της σοσιαλδημοκρατίας και να εμφανίζονται ενάντια στο Ενιαίο Μέτωπο, και να βοηθάνε έτσι άμεσα ή έμμεσα τον ταξικό εχθρό, παίρνουν απέναντι στην εργατική τάξη μια ευθύνη, που δεν είναι μικρότερη από την ιστορική ευθύνη εκείνων, που υποστήριξαν τη σοσιαλδημοκρατική πολιτική της συνεργασίας, την πολιτική εκείνη, που σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες χαντάκωσε την επανάσταση του 1918 και άνοιξε το δρόμο στο φασισμό.

Το ζήτημα της τοποθέτησης απέναντι στο Ενιαίο Μέτωπο, γίνεται η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο αντιδραστικό τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας και στα στρώματα εκείνα που επαναστατικοποιούνται. Η βοήθειά μας προς το τμήμα που επαναστατικοποιείται θα είναι τόσο πιο αποτελεσματική, όσο πιο δυνατή είναι η πάλη μας ενάντια στο αντιδραστικό στρατόπεδο της σοσιαλδημοκρατίας, που βρίσκεται στο ίδιο μπλοκ με την αστική τάξη. Και μέσα στο αριστερό στρατόπεδο, η πορεία του ξεκαθαρίσματος των μεμονωμένων στοιχείων του θα είναι τόσο γρηγορότερη, όσο πιο αποφασιστικά θα αγωνίζονται οι κομμουνιστές για το Ενιαίο Μέτωπο με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Η πράξη της ταξικής πάλης και η συμμετοχή της σοσιαλδημοκρατίας στο κίνημα του Ενιαίου Μετώπου θα δείξουν, ποιος μέσα στο στρατόπεδο αυτό είναι, «αριστερός» στα λόγια και ποιος είναι πραγματικά αριστερός.


Για την κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου

Αν η θέση της σοσιαλδημοκρατίας στην πρακτική πραγματοποίηση του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου σε κάθε χώρα γενικά είναι το κύριο χαρακτηριστικό για το εάν και κατά πόσο έχει αλλάξει ο προηγούμενος ρόλος του σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος ή μεμονωμένων τμημάτων του μέσα στο αστικό κράτος, τότε η θέση της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στο ζήτημα της κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου, θα είναι ιδιαίτερα χτυπητό χαρακτηριστικό.

Σε μια κατάσταση, όπου το ζήτημα του σχηματισμού μιας κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη σαν άμεσο πρακτικό καθήκον, το ζήτημα αυτό γίνεται το αποφασιστικό ζήτημα, η λυδία λίθος για την πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας της δοσμένης χώρας: Ή με τη φασιστικοποιούμενη αστική τάξη ενάντια στην εργατική τάξη, ή με το επαναστατικό προλεταριάτο ενάντια στο φασισμό και την αντίδραση, όχι με τα λόγια, αλλά με τις πράξεις. Έτσι θα μπει το αναπόφευκτο ερώτημα, τόσο τη στιγμή του σχηματισμού, όσο και στο διάστημα της άσκησης της εξουσίας της κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου.

Σε ότι αφορά το χαρακτήρα και τις προϋποθέσεις της δημιουργίας μιας κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου ή του αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου, πιστεύω, σύντροφοι, ότι στην έκθεση ειπώθηκε ήδη ό,τι είναι απαραίτητο για το γενικό προσανατολισμό στην τακτική μας. Το να απαιτεί κανείς να καθορίσουμε πέρα από αυτό όλα τα πιθανά είδη και όλες τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας κυβέρνησης, σημαίνει να μπλεχτούμε σ΄ ένα χωρίς νόημα γρίφο.

Θέλω να προειδοποιήσω για κάθε απλοποίηση και για κάθε σχηματική αντίληψη στο ζήτημα αυτό. Η ζωή είναι πιο πολύπλοκη από ό,τι όλα τα σχήματα. Θα ήταν για παράδειγμα λάθος να βάζαμε το ζήτημα έτσι, σα να ήταν η κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου αναπόφευκτη φάση στο δρόμο για την εγκαθίδρυση της προλεταριακής δικτατορίας. Αυτό είναι εξίσου λάθος, όπως ήταν προηγούμενα λάθος που φανταζόμασταν το ζήτημα, ότι στις φασιστικές χώρες δε θα υπάρξουν καθόλου ενδιάμεσες φάσεις και ότι η φασιστική δικτατορία θα αντικατασταθεί οπωσδήποτε και άμεσα από την προλεταριακή δικτατορία.

Η ουσία του ζητήματος έγκειται στο αν το προλεταριάτο θα είναι έτοιμο στην αποφασιστική στιγμή για την άμεση ανατροπή της αστικής τάξης και την εγκαθίδρυση της εξουσίας του και αν θα έχει εξασφαλίσει στην περίπτωση αυτή την υποστήριξη των συμμάχων του ή πάλι αν το κίνημα του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου και του αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου στη δοσμένη φάση θα είναι σε θέση μονάχα να πιέσει το φασισμό ή να τον ανατρέψει, χωρίς όμως και να περάσει άμεσα στη συντριβή της δικτατορίας της αστικής τάξης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το να παραιτηθούμε μόνο και μόνο για το λόγο αυτό από τη δημιουργία και την υποστήριξη μιας κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου ή του Λαϊκού Μετώπου, θα ήταν πολιτικά ανεπίτρεπτα κοντόφθαλμο και δε θα ήταν σοβαρή επαναστατική πολιτική.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε, ότι αλλιώς έχει ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης του Ενιαίου Μετώπου στις χώρες, όπου ο φασισμός δε βρίσκεται ακόμη στην εξουσία, από ό,τι στις χώρες της φασιστικής δικτατορίας. Στις χώρες αυτές, η δημιουργία μιας τέτοιας κυβέρνησης είναι δυνατή μόνο στην πορεία της ανατροπής της φασιστικής εξουσίας. Σε χώρες, όπου αναπτύσσεται μια αστικο-δημοκρατική επανάσταση, μια κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, θα μπορούσε να γίνει η κυβέρνηση της δημοκρατικής δικτατορίας της εργατικής τάξης και της αγροτιάς.

Όπως ανάφερα ήδη και στην έκθεση, οι κομμουνιστές θα υποστηρίξουν με κάθε τρόπο την κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου, αν αυτή καταπολεμάει πραγματικά τους εχθρούς του λαού και αφήνει στο Κομμουνιστικό Κόμμα και στην εργατική τάξη ελεύθερο πεδίο δράσης. Το ζήτημα της συμμετοχής των κομμουνιστών στην κυβέρνηση εξαρτιέται αποκλειστικά από τη συγκεκριμένη κατάσταση. Ζητήματα αυτού του είδους θα αποφασίζονται σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση. Καμιά έτοιμη συνταγή δεν μπορεί να δοθεί εδώ από τα πριν.


Για τη θέση μας απέναντι στην αστική δημοκρατία

Στη συζήτηση εδώ αναφέρθηκε, ότι το πολωνικό κόμμα, που κινητοποιεί τις μάζες ενάντια στα χτυπήματα του φασισμού και για τα δικαιώματα των εργαζομένων, «παρ΄ όλα αυτά ένιωθε φόβο μπροστά σε μια θετική διατύπωση δημοκρατικών αιτημάτων, για να μη δημιουργήσει μέσα στις μάζες δημοκρατικές αυταπάτες». Ένας τέτοιος φόβος μπροστά σε μια θετική διατύπωση δημοκρατικών αιτημάτων υπάρχει με τη μια ή την άλλη μορφή όχι μόνο στο πολωνικό κόμμα.

Από πού προέρχεται ο φόβος αυτός, σύντροφοι; Προέρχεται από το λαθεμένο, όχι διαλεκτικό χειρισμό του ζητήματος της θέσης απέναντι στην αστική δημοκρατία. Εμείς οι κομμουνιστές είμαστε ακλόνητοι οπαδοί της σοβιετικής δημοκρατίας, που η μεγάλη πείρα της πρόσφερε την προλεταριακή δικτατορία στη Σοβιετική Ένωση, όπου σε μια εποχή, που στις καπιταλιστικές χώρες συντρίβονται και τα τελευταία υπολείμματα της αστικής δημοκρατίας, ανακοινώνονται με απόφαση του 7ου Συνεδρίου των Σοβιέτ ίσες, άμεσες και μυστικές εκλογές. Η δημοκρατία αυτή των σοβιέτ βάζει σαν προϋπόθεση τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης, τη μεταβολή της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία, το πέρασμα της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού στο δρόμο του σοσιαλισμού. Η δημοκρατία αυτή δεν παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη μορφή, αναπτύσσεται και θα αναπτύσσεται με τις παραπέρα επιτυχίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, με τη δημιουργία της αταξικής κοινωνίας, καθώς και με την εξάλειψη των υπολειμμάτων του καπιταλισμού στην οικονομία και στη συνείδηση των ανθρώπων.

Σήμερα όμως εκατομμύρια εργαζόμενοι, που ζουν μέσα στις συνθήκες του καπιταλισμού, πρέπει να καθορίσουν τη θέση τους απέναντι στις μορφές εκείνες, που παίρνει η κυριαρχία της αστικής τάξης στις διάφορες χώρες. Εμείς δεν είμαστε αναρχικοί, και δεν μας είναι καθόλου αδιάφορο, τι πολιτικό καθεστώς υπάρχει στη δοσμένη χώρα: αστική δικτατορία με τη μορφή της αστικής δημοκρατίας, έστω και με εξαιρετικά περιορισμένα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες, ή αστική δικτατορία με ανοιχτή φασιστική μορφή. Σαν οπαδοί της δημοκρατίας των σοβιέτ, θα υπερασπιστούμε κάθε δημοκρατικό επίτευγμα, που η εργατική τάξη κατάκτησε ύστερα από μακροχρόνιο σκληρό αγώνα και θα αγωνιστούμε αποφασιστικά για τη διεύρυνσή τους.

Πόσες θυσίες δεν πρόσφερε η εργατική τάξη της Αγγλίας ώσπου να κατακτήσει το δικαίωμα απεργίας, τη νόμιμη ύπαρξη των συνδικάτων της, την ελευθερία του συνέρχεσθαι, την ελευθερία του Τύπου, τη διεύρυνση του εκλογικού δικαιώματος κτλ! Πόσες δεκάδες χιλιάδες εργάτες έδωσαν τη ζωή τους στους επαναστατικούς αγώνες τον 19ο αιώνα στη Γαλλία, για να αποκτήσουν τα στοιχειώδη δικαιώματα και τη νόμιμη δυνατότητα να οργανώνουν τις δυνάμεις τους στον αγώνα ενάντια στους εκμεταλλευτές! Χύθηκε αίμα πολλών προλετάριων όλων των χωρών, για να κατακτηθούν οι αστικοδημοκρατικές ελευθερίες. Και είναι αυτονόητο, ότι το προλεταριάτο θα αγωνιστεί με όλες του τις δυνάμεις για τη διατήρησή τους.

Η θέση μας απέναντι στην αστική δημοκρατία δεν είναι η ίδια κάτω από όλες τις συνθήκες. Στη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης για παράδειγμα, οι ρώσοι μπολσεβίκοι έκαναν αγώνα ζωής και θανάτου σε όλα εκείνα τα πολιτικά κόμματα, που εμφανίζονταν κάτω από τη σημαία της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας ενάντια στην εγκαθίδρυση της προλεταριακής δικτατορίας. Οι μπολσεβίκοι αγωνίζονταν ενάντια στα κόμματα αυτά, επειδή η σημαία της αστικής δημοκρατίας έγινε τότε σημαία της κινητοποίησης όλων των αντεπαναστατικών δυνάμεων για τον αγώνα ενάντια στη νίκη του προλεταριάτου. Διαφορετικά έχουν σήμερα τα πράγματα στις καπιταλιστικές χώρες. Σήμερα, η φασιστική αντεπανάσταση επιτίθεται στην αστική δημοκρατία και σκοπεύει να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς βάρβαρης εκμετάλλευσης και καταπίεσης σε βάρος των εργαζομένων. Αυτό τον καιρό, οι εργαζόμενες μάζες σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες έχουν να διαλέξουν, συγκεκριμένα για σήμερα, όχι ανάμεσα στην προλεταριακή δικτατορία και την αστική δημοκρατία, αλλά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό.

Εκτός από αυτό, σήμερα είναι αλλιώτικη η κατάσταση από ό,τι για παράδειγμα την εποχή της σταθεροποίησης του καπιταλισμού. Τότε δεν υπήρχε τόσο άμεσος φασιστικός κίνδυνος όπως σήμερα. Τότε, οι επαναστάτες εργάτες σε μια σειρά χώρες είχαν μπροστά τους την αστική δικτατορία με τη μορφή της αστικής δημοκρατίας, και σε αυτή συγκέντρωναν τα κύρια πυρά τους. Στη Γερμανία, δεν αγωνίζονταν ενάντια στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης επειδή ήταν δημοκρατία, αλλά επειδή ήταν αστική δημοκρατία, που καταπίεζε το επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου, ιδιαίτερα στα χρόνια 1918 ως 1920 και 1923.

Μπορούσαν όμως οι κομμουνιστές να κρατήσουν αυτή τη θέση και μετά, όταν το φασιστικό κίνημα άρχισε να σηκώνει κεφάλι, όταν το 1932 στη Γερμανία, οι φασίστες οργάνωναν και εξόπλιζαν εκατοντάδες χιλιάδες Ες Α ενάντια στην εργατική τάξη; Φυσικά όχι. Το λάθος των κομμουνιστών μιας σειράς χωρών, και ιδιαίτερα της Γερμανίας, ήταν ότι δεν πήραν υπόψη τους τις αλλαγές που επήλθαν και συνέχισαν να επαναλαμβάνουν εκείνα τα συνθήματα και να εμμένουν σε εκείνες τις θέσεις, στην τακτική, που πριν από μερικά χρόνια ήταν σωστά, σε εκείνη ακριβώς την εποχή, που ο αγώνας για την προλεταριακή δικτατορία είχε επίκαιρο χαρακτήρα και που γύρω από τη σημαία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπως έγινε το 1918-1920, συγκεντρώθηκε όλη η γερμανική αντεπανάσταση.

Και το γεγονός, ότι και σήμερα στις γραμμές μας παρατηρείται φόβος μπροστά στη διατύπωση θετικών δημοκρατικών αιτημάτων, σε τελευταία ανάλυση μαρτυρεί, πόσο λίγο κατέχουν οι σύντροφοι ακόμη τη μαρξιστική-λενινιστική μέθοδο για το χειρισμό τόσο σπουδαίων ζητημάτων της τακτικής μας. Μερικοί λένε, ότι η πάλη για τα δημοκρατικά δικαιώματα θα τραβήξει τους εργάτες από την πάλη για την προλεταριακή δικτατορία. Δε θα ήταν άσκοπο να υπενθυμίσουμε τι είπε ο Λένιν με την αφορμή αυτή:

«Θα ήταν μεγάλο λάθος να πιστεύουμε, ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είναι ικανός να τραβήξει το προλεταριάτο από τη σοσιαλιστική επανάσταση ή έστω να σπρώξει την επανάσταση αυτή σε δεύτερη γραμμή, ή να τη συγκαλύψει κτλ. Αντίθετα, όπως ακριβώς ο νικηφόρος σοσιαλισμός που δεν πραγματοποιεί την ολόπλευρη δημοκρατία είναι αδύνατος, έτσι και το προλεταριάτο, που δε διεξάγει ολόπλευρο, συνεπή, επαναστατικό αγώνα για τη δημοκρατία, δεν μπορεί να προετοιμαστεί για τη νίκη ενάντια στην αστική τάξη» (Β. Ι. Λένιν «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών»).

Τα λόγια αυτά πρέπει να τα θυμούνται πολύ καλά όλοι οι σύντροφοι. Πρέπει να παίρνουν υπόψη τους, ότι στην ιστορία, από μικρά κινήματα για την υπεράσπιση των στοιχειωδών δικαιωμάτων της εργατικής τάξης, ξεπήδησαν μεγάλες επαναστάσεις. Για να μάθουμε όμως να συνδέουμε την πάλη για τα δημοκρατικά δικαιώματα με την πάλη της εργατικής τάξης για το σοσιαλισμό, πρέπει κυρίως να ξεκαθαρίσουμε με όλους τους σχηματικούς χειρισμούς του ζητήματος της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας.


Δε φτάνει να έχουμε σωστή γραμμή

Σύντροφοι! Η επεξεργασία της σωστής γραμμής είναι φυσικά το βασικό για την Κομμουνιστική Διεθνή και για κάθε τμήμα της. Αλλά η σωστή γραμμή μόνο δε φτάνει για τη συγκεκριμένη καθοδήγηση της ταξικής πάλης.

Γι΄ αυτό, χρειάζεται η εκπλήρωση μιας σειράς προϋποθέσεων και κυρίως των παρακάτω:

Πρώτο, να εξασφαλίζουμε οργανωτικά την εκτέλεση των παρμένων αποφάσεων σε ολόκληρη την πρακτική δουλειά, να ξεπερνάμε αποφασιστικά όλα τα εμπόδια που παρεμβάλλονται. Αυτό που ο σύντροφος Στάλιν είπε στο 17ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (Μπ.) για τις προϋποθέσεις της εκτέλεσης της κομματικής γραμμής, μπορεί και πρέπει να ισχύει πέρα για πέρα και για τις αποφάσεις που πρόκειται να πάρει το Συνέδριό μας:

«Μερικοί πιστεύουν, ότι φτάνει να επεξεργαστούμε τη σωστή γραμμή, να τη διακηρύξουμε στα πέρατα του κόσμου, να τη διατυπώσουμε με τη μορφή γενικών θέσεων και αποφάσεων και να την αποδεχτούμε ομόφωνα, για να έρθει η νίκη από μόνη της, ας πούμε αυτόματα. Αυτό φυσικά δεν είναι σωστό. Είναι μεγάλο λάθος. Έτσι μπορούν να σκέφτονται μόνο αδιόρθωτοι γραφειοκράτες και γραμματικοί… Οι καλές αποφάσεις και διακηρύξεις για τη γενική γραμμή του Κόμματος είναι μόνο η αρχή, γιατί σε τελευταία ανάλυση σημαίνουν επιθυμία για νίκη, κι όχι την ίδια τη νίκη. Αφού δοθεί η σωστή γραμμή, αφού βρεθεί η σωστή λύση του προβλήματος, η επιτυχία της υπόθεσης εξαρτιέται από την οργανωτική δουλειά, από την οργάνωση του αγώνα για την εφαρμογή της κομματικής γραμμής, από τη σωστή επιλογή των ανθρώπων, από τον έλεγχο πάνω στην εκτέλεση των αποφάσεων των καθοδηγητικών οργάνων. Αν λείπει αυτό, υπάρχει κίνδυνος να υποστούν οι σωστές αποφάσεις σοβαρή ζημιά. Ακόμη περισσότερο: Αφού δοθεί η σωστή πολιτική γραμμή, η οργανωτική δουλειά αποφασίζει για τα πάντα, και για το μέλλον της ίδιας της πολιτική γραμμής –την εφαρμογή της ή την αποτυχία της» (Ι. Β. Στάλιν).

Στα σημαντικά αυτά λόγια του συντρόφου Στάλιν, που πρέπει να γίνουν κατευθυντήρια γραμμή ολόκληρης της δουλειάς των κομμάτων μας, δε χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτα.

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η ικανότητα, να κάνουμε τις αποφάσεις της Κομιντέρν και των τμημάτων της αποφάσεις των πιο πλατιών μαζών. Αυτό είναι ακόμη πιο απαραίτητο τώρα, που βρισκόμαστε μπροστά στο καθήκον της δημιουργίας του Ενιαίου Μετώπου του προλεταριάτου και του τραβήγματος των πιο πλατιών λαϊκών μαζών στο αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο. Η πολιτική ιδιοφυία και η ιδιοφυία στα ζητήματα τακτικής του Λένιν φαίνεται καλύτερα και καθαρότερα στην επιτήδεια μαστοριά του να οδηγεί τις μάζες με βάση την ίδια τους την πείρα στην κατανόηση της σωστής γραμμής και των συνθημάτων του Κόμματος. Αν παρακολουθήσει κανείς ολόκληρη την ιστορία του μπολσεβικισμού, αυτό το τόσο πλούσιο θησαυροφυλάκιο της πολιτικής στρατηγικής και τακτικής του επαναστατικού εργατικού κινήματος, θα πειστεί, ότι οι μπολσεβίκοι ποτέ δεν αντικατάστησαν τις μέθοδες καθοδήγησης των μαζών με τις μέθοδες καθοδήγησης του κόμματος.

Ο σύντροφος Στάλιν επισήμανε μια ιδιομορφία της τακτικής των ρώσων μπολσεβίκων την εποχή της προετοιμασίας του Οκτώβρη, ότι δηλαδή αυτοί ήξεραν να καθορίζουν σωστά εκείνους τους δρόμους και τους τρόπους, που οδηγούν τις μάζες με φυσικό τρόπο στα συνθήματα του Κόμματος, στο «κατώφλι της επανάστασης» της ίδιας, βοηθώντας τες να κατανοήσουν, να εξετάσουν και να γνωρίσουν την ορθότητα των συνθημάτων αυτών βάσει της ίδιας τους της πείρας. Ότι αυτοί δεν έμπλεκαν την καθοδήγηση του Κόμματος με την καθοδήγηση των μαζών, ότι έβλεπαν καθαρά τη διαφορά ανάμεσα στην καθοδήγηση του πρώτου και την καθοδήγηση του δεύτερου είδους και με τον τρόπο αυτό επεξεργάστηκαν την τακτική όχι μόνο σαν την επιστήμη της καθοδήγησης του Κόμματος, αλλά και της καθοδήγησης των εκατομμυρίων εργαζομένων μαζών.

Παραπέρα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας, ότι είναι αδύνατο να γίνουν οι αποφάσεις μας κτήμα των πλατιών μαζών, αν εμείς δε μάθουμε να μιλάμε σε μια κατανοητή στις μάζες γλώσσα. Δεν ξέρουμε πάντα να μιλάμε απλά, συγκεκριμένα, με εικόνες, που να είναι γνωστές και κατανοητές στις μάζες. Ακόμη δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από αφηρημένες φόρμουλες που μάθαμε απ΄ έξω. Πραγματικά, κοιτάξτε τις προκηρύξεις μας, τις εφημερίδες, τις αποφάσεις και θέσεις μας, και θα δείτε, ότι συχνά είναι διατυπωμένες σε μια τέτοια γλώσσα, είναι γραμμένες τόσο δύσκολα, που είναι δυσκολονόητες ακόμη και για στελέχη των κομμάτων μας, για να μη μιλήσουμε για τους απλούς εργάτες.

Αν σκεφτούμε σύντροφοι, ότι οι εργάτες, που μοιράζουν και διαβάζουν τις προκηρύξεις αυτές, ιδιαίτερα στις φασιστικές χώρες ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους, τότε θα γίνει ακόμη πιο φανερό, ότι πρέπει να γράφουμε σε μια κατανοητή γλώσσα στις μάζες, ώστε να μην είναι μάταιες οι θυσίες που προσφέρουν.

Σε όχι μικρότερο βαθμό, ισχύει αυτό και για την προφορική αγκιτάτσια και προπαγάνδα. Από αυτή την άποψη, πρέπει να παραδεχτούμε ανοιχτά, ότι συχνά οι φασίστες είναι πιο επιδέξιοι και πιο ευέλικτοι από ό,τι πολλοί από τους συντρόφους μας.

Θυμάμαι για παράδειγμα μια συγκέντρωση ανέργων στο Βερολίνο, πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Ήταν την εποχή της δίκης ενάντια στους γνωστούς απατεώνες και τυχοδιώκτες αδερφούς Σκλάρεκ, που τράβαγε αρκετούς μήνες. Ο εθνικοσοσιαλιστής ομιλητής που εμφανίστηκε στη συγκέντρωση, εκμεταλλεύτηκε τη δίκη αυτή για τους δημαγωγικούς σκοπούς του. Επισήμανε την περίπτωση απάτης, τις δωροδοκίες και άλλες παλιοδουλειές, που έκαναν οι αδερφοί Σκλάρεκ. Τόνισε, ότι η δίκη ενάντιά τους κρατάει μήνες, υπολόγισε, πόσες εκατοντάδες χιλιάδες μάρκα κόστισε ήδη στο γερμανικό λαό, και ανάμεσα στα δυνατά χειροκροτήματα των παρισταμένων, δήλωσε, ότι τέτοιους ληστές, όπως είναι οι Σκλάρεκ, πρέπει να τους εκτελούμε χωρίς πολλά λόγια και τα λεφτά που ξοδεύτηκαν για τη δίκη, να τα δίνουμε στους άνεργους.

Τότε σηκώνεται πάνω ένας κομμουνιστής και ζητάει το λόγο. Ο πρόεδρος αρνείται στην αρχή, αλλά κάτω από την πίεση των παρισταμένων, που ήθελαν να ακούσουν τον κομμουνιστή, αναγκάζεται να του δώσει το λόγο. Όταν ανέβηκε ο κομμουνιστής στο βήμα, όλοι οι παριστάμενοι ήταν περίεργοι να ακούσουν, τι θα πει ο κομμουνιστής ομιλητής. Και τι είπε λοιπόν;

«Σύντροφοι», είπε με δυνατή και τρανταχτή φωνή, μόλις τέλειωσε η Ολομέλεια της Κομμουνιστικής Διεθνούς τη συνεδρίασή της. Αυτή κατάδειξε το δρόμο για τη σωτηρία της εργατικής τάξης. Το κύριο καθήκον που μας θέτει, σύντροφοι, είναι η «κατάκτηση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης». «Η Ολομέλεια τόνισε, ότι το κίνημα των ανέργων πρέπει να πολιτικοποιηθεί». «Η Ολομέλεια μας καλεί να το ανεβάσουμε σε ένα ανώτερο επίπεδο…»

Και πάνω σ΄ αυτό το πνεύμα μίλησε ο ομιλητής παραπέρα, προφανώς πιστεύοντας, ότι «εξηγούσε» τις πραγματικές αποφάσεις της Ολομέλειας.

Μπορούσε ένας τέτοιος λόγος να ενθουσιάσει τους άνεργους; Μπορούσε να τους ικανοποιήσει το γεγονός, ότι θέλουμε πρώτα να τους πολιτικοποιήσουμε, ύστερα να τους επαναστατικοποιήσουμε και ύστερα να τους κινητοποιήσουμε, για να ανεβάσουμε το κίνημά τους σε ένα ανώτερο επίπεδο;

Καθόμουν σε μια γωνιά και παρατηρούσα με θλίψη, πως οι παριστάμενοι άνεργοι, που τόσο ήθελαν να ακούσουν τον κομμουνιστή, για να μάθουν από αυτόν, τι να κάνουν συγκεκριμένα, άρχισαν να χασμουριούνται και να δείχνουν φανερά την απογοήτευσή τους. Και δεν παραξενεύτηκα καθόλου, όταν ο πρόεδρος αφαίρεσε τελικά βίαια, χωρίς καμιά διαμαρτυρία από την πλευρά των συγκεντρωμένων, το λόγο από τον ομιλητή μας.

Δεν πρόκειται δυστυχώς για μεμονωμένη περίπτωση στην αγκιτάτσιά μας. Τέτοιες περιπτώσεις δεν υπήρξαν μόνο στη Γερμανία. Σύντροφοι, να διαφωτίζουμε έτσι, σημαίνει να διαφωτίζουμε ενάντια σε εμάς τους ίδιους. Είναι καιρός να τελειώνουμε πια μια και καλή με τέτοιες –με την άδειά σας- παιδαριώδεις μέθοδες διαφώτισης, για να μη χρησιμοποιήσω καμιά βαρύτερη λέξη.

Στη διάρκεια της εισήγησής μου, ο πρόεδρος, σύντροφος Κουούσινεν, πήρε από την αίθουσα συνεδριάσεων ένα χαρακτηριστικό γράμμα, που απευθυνότανε σε μένα: Θα ΄θελα να σας το διαβάσω:

«Σας παρακαλώ, να θίξετε στο λόγο σας στο Συνέδριο ένα ζήτημα, δηλ. στο μέλλον να γράφονται όλες οι αποφάσεις της Κομιντέρν έτσι, που να μην τις καταλαβαίνουν μόνο διαπαιδαγωγημένοι κομμουνιστές, αλλά οποιοσδήποτε εργαζόμενος, χωρίς καμιά διαπαιδαγώγηση, να είναι σε θέση, όταν διαβάζει τα ντοκουμέντα της Κομιντέρν, να καταλαβαίνει αμέσως τι θέλουν οι κομμουνιστές και τι καλό φέρνει ο κομμουνισμός στην ανθρωπότητα. Αυτό το ξεχνούν μερικοί κομματικοί ηγέτες. Πρέπει να τους το υπενθυμίσουμε, και μάλιστα αρκετά επίμονα. Καθώς και ότι η διαφώτιση πάνω στον κομμουνισμό πρέπει να γίνεται σε κατανοητή γλώσσα».

Δεν ξέρω ακριβώς ποιος είναι ο συντάκτης αυτού του γράμματος. Δεν αμφιβάλλω όμως, ότι ο σύντροφος αυτός με το γράμμα του εκφράζει τη γνώμη και την επιθυμία εκατομμυρίων εργατών. Πολλοί σύντροφοι πιστεύουν, ότι τόσο πιο καλά κάνουν την αγκιτάτσια και την προπαγάνδα, όσο πιο πολύ χρησιμοποιούν πομπώδη λόγια, ακατανόητες στις μάζες φόρμουλες και θέσεις, ξεχνώντας, ότι ακριβώς οι μεγαλύτεροι ηγέτες και θεωρητικοί της εργατικής τάξης της εποχής μας, ο Λένιν και ο Στάλιν, έγραφαν και μιλούσαν πάντα σε μια, σε πολύ μεγάλο βαθμό, κατανοητή στις πλατιές μάζες γλώσσα.

Ο καθένας από μας πρέπει να κάνει πραγματικά δικό του τον παρακάτω στοιχειώδη κανόνα σα νόμο, σα μπολσεβίκικο νόμο:

Όταν γράφεις και μιλάς, πρέπει πάντα να σκέφτεσαι τον απλό εργάτη, που πρέπει να σε καταλάβει, να πιστέψει στο κάλεσμά σου και να σε ακολουθήσει με προθυμία! Πρέπει να σκέφτεσαι, για ποιον γράφεις και σε ποιον μιλάς.


Για τα στελέχη

Σύντροφοι! Οι καλύτερες αποφάσεις μας θα μείνουν στα χαρτιά, αν δεν έχουμε ανθρώπους, που να ξέρουν να τις εφαρμόσουν στην πράξη. Δυστυχώς όμως, πρέπει να κάνω τη διαπίστωση, ότι ένα από τα πιο σπουδαία ζητήματα, το ζήτημα των στελεχών, έμεινε σχεδόν τελείως απαρατήρητο στο Συνέδριό μας. Πάνω στην έκθεση δράσης της Ε.Ε. της Κ.Δ. συζητήσαμε εφτά μέρες, μίλησαν πολλοί ομιλητές από διάφορες χώρες, αλλά μόνο μερικοί είπαν ίσα-ίσα δυό λόγια για αυτό το εξαιρετικά σπουδαίο ζήτημα των Κομμουνιστικών Κομμάτων και του εργατικού κινήματος. Τα Κόμματά μας στην πρακτική τους δεν κατανόησαν ακόμη, ότι το αποφασιστικό, είναι οι άνθρωποι, τα στελέχη. Δεν έμαθαν, όμως μας διδάσκει ο σύντροφος Στάλιν, να ανατρέφουν τα στελέχη.

«Όπως ένας κηπουρός το αγαπημένο του οπωροφόρο δέντρο, να εκτιμούν τους ανθρώπους, να εκτιμούν κάθε εργατική δύναμη, που είναι ικανή να ωφελήσει την κοινή μας υπόθεση».

Η περιφρονητική συμπεριφορά στο ζήτημα των στελεχών είναι ακόμη πιο απαράδεκτη, όταν χάνουμε συνέχεια ένα μέρος των πολυτιμότερων στελεχών μας μέσα στον αγώνα. Γιατί εμείς δεν είμαστε επιστημονικός σύλλογος, αλλά ένα αγωνιστικό κίνημα, που βρίσκεται συνέχεια μέσα στη φωτιά. Τα πιο ενεργητικά, τα πιο θαρραλέα, τα πιο αποφασιστικά στοιχεία σε μας, είναι στις πρώτες γραμμές. Ο εχθρός ακριβώς αυτά κυνηγάει, τους αγωνιστές των πρώτων γραμμών, τους δολοφονεί, τους ρίχνει στις φυλακές, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους βασανίζει απάνθρωπα, ιδιαίτερα στις φασιστικές χώρες. Αυτό καθιστά ιδιαίτερα επείγουσα ανάγκη, τη συνεχή συμπλήρωση, την ανατροφή, τη διαπαιδαγώγηση νέων στελεχών, καθώς και τη φροντισμένη διαφύλαξη των υπαρχόντων στελεχών.

Το ζήτημα των στελεχών αποκτάει ακόμη ιδιαίτερα οξύτητα, επειδή, κάτω από την επιρροή μας, αναπτύσσεται το μαζικό κίνημα του Ενιαίου Μετώπου, που αναδείχνει πολλές χιλιάδες νέους προλετάριους ακτιβιστές.

Επί πλέον, στις γραμμές των Κομμάτων μας μπαίνουν μόνο νέα επαναστατικά στοιχεία, εργάτες που επαναστατικοποιούνται και που ποτέ πρωτύτερα δεν είχαν πάρει μέρος στο πολιτικό κίνημα. Σε μας προσχωρούν, συχνά, πρώην μέλη και στελέχη των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Αυτά τα νέα στελέχη απαιτούν μια ιδιαίτερη προσοχή, πριν απ΄ όλα στα παράνομα Κόμματα, ακόμη περισσότερο επειδή αυτά τα θεωρητικά λίγο δοκιμασμένα στελέχη, όχι σπάνια, σκοντάφτουν στην πρακτική τους δουλειά και μάλιστα σε σοβαρά πολιτικά προβλήματα, που πρέπει μόνα τους να λύσουν.

Το πρόβλημα της σωστής πολιτικής πάνω στο ζήτημα των στελεχών, είναι το πιο επίκαιρο πρόβλημα για τα Κόμματά μας, καθώς και για τους συλλόγους της νεολαίας, και για όλες τις μαζικές οργανώσεις, ολόκληρο το επαναστατικό εργατικό κίνημα. 

Τι θα πει, ακολουθώ σωστή πολιτική πάνω στο ζήτημα των στελεχών;

Πρώτο, επιβάλλεται να γνωρίζει κανείς τους ανθρώπους. Κατά κανόνα στα Κόμματά μας δε γίνεται συστηματική μελέτη των στελεχών. Μόλις τώρα τελευταία σημειώθηκαν ορισμένες επιτυχίες πάνω στο ζήτημα αυτό από τα Κομμουνιστικά Κόμματα της Γαλλίας και της Πολωνίας και στην ανατολή από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας. Στον καιρό του –πριν από την παρανομία- καταπιάστηκε και το Κ.Κ. Γερμανίας με τη μελέτη των στελεχών του. Και η πείρα αυτών των Κομμάτων έδειξε, ότι δεν χρειαζόταν άλλο παρά να καταπιαστεί κανείς με τη μελέτη των ανθρώπων για να ανακαλύψει ανθρώπους που πριν δεν είχε προσέξει. Από την άλλη μεριά, άρχισαν τα Κόμματα να εκκαθαρίζονται από ξένα, ιδεολογικά και πολιτικά, βλαβερά στοιχεία. Φτάνει να θυμηθούμε την περίπτωση των Σελόρ και Μπαρμέ στη Γαλλία, που, όταν τους έβαλαν κάτω από μπολσεβίκικο φακό, ξεσκεπάστηκαν σαν πράκτορες του ταξικού εχθρού και διώχτηκαν από το Κόμμα. Στην Πολωνία και την Ουγγαρία η επανεξέταση των στελεχών διευκόλυνε το ξεσκέπασμα της φωλιάς των χαφιέδων, των πρακτόρων του ταξικού εχθρού, που κρύβονταν με επιμέλεια.

Δεύτερο, είναι απαραίτητη η σωστή προώθηση των στελεχών. Η προώθηση δεν επιτρέπεται να είναι τυχαία, αλλά πρέπει να γίνεται στα πλαίσια των κανονικών καθηκόντων του Κόμματος. Είναι κακό να γίνεται η προώθηση αποκλειστικά και μόνο από στενούς κομματικούς υπολογισμούς, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη, αν ο συγκεκριμένος κομμουνιστής που πρόκειται να προωθηθεί, είναι δεμένος με τις μάζες. Στην προώθηση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η καταλληλότητα του κομματικού μέλους για αυτή ή την άλλη κομματική λειτουργία, όπως και η δημοτικότητα του ατόμου που πρόκειται να προωθηθεί. Στα Κόμματα έχουμε παραδείγματα προώθησης που είχαν εξαιρετικά αποτελέσματα. Στο προεδρείο του συνεδρίου μας, για παράδειγμα, είναι η ισπανίδα κομμουνίστρια Ντολόρες. [14] Πριν από δυό χρόνια δούλευε σε κατώτερες κομματικές οργανώσεις. Στις πρώτες κιόλας συγκρούσεις με τον ταξικό εχθρό αποδείχτηκε λαμπρή αγκιτατόρισσα και αγωνίστρια. Αργότερα, όταν εκλέχτηκε για την ηγεσία του Κόμματος, αποδείχτηκε σαν ένα από τα καλύτερα μέλη του.

Θα μπορούσα να αναφέρω μια σειρά παρόμοιες περιπτώσεις και σε μερικές άλλες χώρες.

Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, η ανάδειξη γίνεται ανοργάνωτα, τυχαία και γι΄ αυτό όχι πάντα σωστά. Μερικές φορές γίνονται καθοδηγητές ψευτο-διανοούμενοι, θεωρητικολόγοι, πολυλογάδες, που πραγματικά βλάφτουν την υπόθεσή μας. 

Τρίτο, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιούμε επιδέξια τα στελέχη. Πρέπει να ξέρει κανείς να βρίσκει τις πολύτιμες ιδιότητες του κάθε ακτιβιστή χωριστά και να τις αξιοποιεί με σωστό τρόπο. Ιδανικοί άνθρωποι δεν υπάρχουν. Πρέπει κανείς να παίρνει τους ανθρώπους, όπως είναι, και να διορθώνει τις ελλείψεις και τις αδυναμίες τους. Στα Κόμματά μας έχουμε τρανταχτά παραδείγματα λαθεμένης χρησιμοποίησης καλών, τίμιων κομμουνιστών, που θα μπορούσαν να ωφελήσουν πολύ, αν τους τοποθετούσε κανείς σε μια δουλειά που να τους ταιριάζει καλύτερα.

Τέταρτο, είναι απαραίτητο να κατανέμουμε σωστά τα στελέχη. Πριν απ΄ όλα είναι απαραίτητο, στις βασικές θέσεις του κινήματος να βρίσκονται άνθρωποι ικανοί, που να έχουν επαφή με τις μάζες και που να προέρχονται από αυτές, που να έχουν πρωτοβουλία και σταθερότητα. Είναι απαραίτητο, στα μεγάλα κέντρα να βρίσκεται ένας ανάλογος αριθμός τέτοιων ακτιβιστών. Στις καπιταλιστικές χώρες δεν είναι εύκολο πράγμα η μετακίνηση των στελεχών από έναν τόπο σε άλλο. Αυτή η δουλειά σκοντάφτει, εδώ, σε πολλά εμπόδια και δυσκολίες, ανάμεσα στα άλλα και σε ζητήματα υλικής φύσης, σε οικογενειακά, κτλ. Αυτές είναι δυσκολίες, που πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του και να τις ξεπεράσει με ανάλογο τρόπο, πράγμα όμως που δε συμβαίνει συνήθως σε μας καθόλου.

Πέμπτο, είναι απαραίτητο να βοηθάμε συστηματικά τα στελέχη. Αυτή η βοήθεια έγκειται στην πιο προσεκτική καθοδήγηση, σε συντροφικό έλεγχο, στην άρση των ελλείψεων και των λαθών, στη συγκεκριμένη καθημερινή καθοδήγηση των στελεχών.

Έκτο, είναι απαραίτητο να φροντίζουμε για τη συντήρηση των στελεχών. Πρέπει κανείς να ξέρει, να αλλάζει έγκαιρα τα στελέχη, να τα αντικαθιστά με νέα, όταν το απαιτούν οι συνθήκες. Κυρίως στα παράνομα Κόμματα, πρέπει να απαιτούμε την πιο αυστηρή ευθύνη της καθοδήγησης για τη συντήρηση των στελεχών. Η σωστή συντήρηση των στελεχών προϋποθέτει, ακόμη, και την πιο σοβαρή οργάνωση της συνωμοτικότητας μέσα στο Κόμμα. Σε μερικά από τα Κόμματά μας, πολλοί σύντροφοι νομίζουν ότι όταν το Κόμμα αλλάξει απλώς σχηματικά και τυπικά, είναι κιόλας έτοιμο για την παρανομία. Πληρώσαμε ακριβά, το ότι αρχίσαμε την αλλαγή μετά από το πέρασμα στην παρανομία, κάτω από τα άμεσα, σκληρά χτυπήματα του εχθρού. Θυμηθείτε, πόσο ακριβά πλήρωσε το Κ.Κ. Γερμανίας το πέρασμα στην παρανομία! Αυτή η εμπειρία πρέπει να είναι μια σοβαρή προειδοποίηση για όλα εκείνα τα Κόμματά μας, που σήμερα είναι ακόμη νόμιμα, που αύριο όμως μπορεί να χάσουν τη νομιμότητά τους.

Μόνο μια σωστή πολιτική στο ζήτημα των στελεχών, θα δώσει στα Κόμματά μας τη δυνατότητα να αναπτύξουν και να αξιοποιήσουν όσο γίνεται περισσότερο τις δυνάμεις των τωρινών στελεχών, και να αντλήσουν από την πελώρια δεξαμενή του μαζικού κινήματος συνεχώς νέα, άξια και δραστήρια στοιχεία.

Ποια είναι τα βασικά κριτήρια, που πρέπει να μας καθοδηγούν στην επιλογή των στελεχών;

Πρώτο: Ολοκληρωτική αφοσίωση στην υπόθεση της εργατικής τάξης, πίστη στο Κόμμα, δοκιμασμένοι σε αγώνες, σε φυλακές, μπροστά στο δικαστήριο, μπροστά στον ταξικό εχθρό.

Δεύτερο: Στενή επαφή με τις μάζες. Να νοιάζεται κανείς για τα ενδιαφέροντα των μαζών, να νιώθει τον παλμό της ζωής των μαζών, να γνωρίζει τις διαθέσεις και τις ανάγκες τους. Το κύρος των ηγετών των κομματικών μας οργανώσεων πρέπει να βασίζεται πριν απ΄ όλα στο ότι η μάζα βλέπει σ΄ αυτούς τους αρχηγούς της, στο ότι είναι πεισμένη από την ίδια της την πείρα για την ικανότητά τους να είναι ηγέτες, για την αποφασιστικότητά τους και το ολοκληρωτικό δόσιμό τους στον αγώνα.

Τρίτο: Η ικανότητα να προσανατολίζεται κανείς μόνος του σε κάθε κατάσταση, και να μην αποφεύγει την ευθύνη για παρμένες αποφάσεις. Δεν είναι ηγέτης αυτός που φοβάται να πάρει μια ευθύνη. Δεν είναι μπολσεβίκος, αυτός που δεν ξέρει να πάρει πρωτοβουλία, αυτός που κρίνει έτσι μόνο: «Θα κάνω μόνο αυτό που μου λένε». Πραγματικός μπολσεβίκος ηγέτης είναι μόνο εκείνος, που δεν τα χάνει στις στιγμές της ήττας, που δεν το παίρνει απάνω του στις στιγμές της επιτυχίας, που δείχνει στην εκτέλεση των αποφάσεων ακλόνητη σταθερότητα. Τα στελέχη αναπτύσσονται και αντρώνονται καλύτερα, όταν βρεθούν μπροστά στην ανάγκη να αποφασίσουν μόνα τους συγκεκριμένα αγωνιστικά καθήκοντα και να έχουν συνείδηση ολόκληρης της ευθύνης.

Τέταρτο: Πειθαρχία και μπολσεβίκικο ατσάλωμα και στον αγώνα ενάντια στον ταξικό εχθρό και στην αδιάλλακτη στάση απέναντι σ΄ όλες τις παρεκκλίσεις από τη γραμμή του μπολσεβικισμού.

Πρέπει, σύντροφοι, να τονίσουμε την αναγκαιότητα αυτών των προϋποθέσεων για τη σωστή επιλογή των στελεχών ακόμη περισσότερο, επειδή στην πράξη πολύ συχνά προτιμάται ένας σύντροφος, που, για παράδειγμα, μπορεί να γράφει ωραία, που μπορεί και μιλάει ωραία, αλλά, όμως, δεν είναι άνθρωπος της πράξης και δεν αξίζει για τον αγώνα, από ένα άλλο σύντροφο που ίσως να μη μπορεί να γράφει και να μιλάει τόσο καλά, αλλά όμως είναι σταθερός, έχει πρωτοβουλία, έχει επαφή με τις μάζες, που είναι ικανός να κατεβεί στον αγώνα και να οδηγήσει κι άλλους στον αγώνα.

Λίγες είναι, άλλωστε, οι περιπτώσεις που ένας σεχταριστής, δογματικός, θεωρητικολόγος, παραγκώνισε ένα πιστό στις μάζες στέλεχος, έναν πραγματικό εργατικό ηγέτη;

Τα καθοδηγητικά μας στελέχη πρέπει να ξέρουν να συνενώνουν όλα αυτά με μπολσεβίκικη επιμονή και επαναστατικό ήθος καθώς και με τη θέληση, όλα αυτά να τα εφαρμόσουν στην πράξη.

Σε σχέση με το ζήτημα των στελεχών, επιτρέψτε μου, σύντροφοι, να μιλήσω διεξοδικά και για το μεγάλο ρόλο, που έχει αναλάβει να παίξει η Διεθνής Κόκκινη Βοήθεια αναφορικά με τα στελέχη του εργατικού κινήματος. Η υλική και η ηθική βοήθεια, που οι οργανώσεις της Δ.Κ.Β. παρέχουν στους κρατούμενους και τους συγγενείς τους, τους πολιτικούς εμιγκρέδες, στους διωκόμενους επαναστάτες  και αντιφασίστες, έσωσε τη ζωή χιλιάδων και χιλιάδων από τους πιο πολύτιμους αγωνιστές της εργατικής τάξης σε διάφορες χώρες και διατήρησε τις δυνάμεις τους και την αγωνιστική τους ικανότητα. Όποιος πέρασε φυλακή, ξέρει από άμεση πείρα, πόσο μεγάλη σημασία έχει η δραστηριότητα της Διεθνούς Κόκκινης Βοήθειας.

Η Δ.Κ.Β., με τη δραστηριότητά της, κέρδισε την αγάπη, την αφοσίωση και την πιο θερμή ευγνωμοσύνη εκατοντάδων χιλιάδων προλετάριων και επαναστατικών στοιχείων της αγροτιάς και της διανόησης.

Μέσα στις σημερινές συνθήκες, της αναπτυσσόμενης αντίδρασης της αστικής τάξης, του μαινόμενου φασισμού, της όξυνσης της ταξικής πάλης, ο ρόλος της Δ.Κ.Β. παίρνει ιδιαίτερη σημασία. Η Δ.Κ.Β. σήμερα βρίσκεται μπροστά στο καθήκον, να μετατραπεί σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες σε μια πραγματική μαζική οργάνωση των εργαζομένων (και πριν απ΄ όλα στις φασιστικές χώρες, όπου πρέπει να προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες συνθήκες τους). Πρέπει να αναδειχτεί, ας πούμε, ο «Ερυθρός Σταυρός» του προλεταριακού ενιαίου μετώπου και του αντιφασιστικού λαϊκού μετώπου, και να αγκαλιάζει τα εκατομμύρια των εργαζομένων, ο «Ερυθρός Σταυρός» του στρατού των εργαζόμενων τάξεων, που αγωνίζονται ενάντια στο φασισμό, για ειρήνη και σοσιαλισμό. Για να μπορέσει να εκπληρώσει με επιτυχία το καθήκον της, η Δ.Κ.Β. πρέπει να αναδείξει τα δικά της στελέχη, πολυάριθμα δικά της στελέχη, στελέχη της Δ.Κ.Β., που το ήθος και οι ικανότητές τους να βρίσκονται σε ανταπόκριση με τον ιδιαίτερο προορισμό αυτής της τόσο σπουδαίας οργάνωσης.

Και, εδώ, πρέπει να ειπωθεί με όλη την αυστηρότητα και όλη την έμφαση: Αν ο γραφειοκρατισμός και η ψυχρή συμπεριφορά απέναντι στους ανθρώπους είναι για το εργατικό κίνημα, απλώς πράγματα κατακριτέα, στη δραστηριότητα της Δ.Κ.Β. αποτελούν κακό που φτάνει το έγκλημα. Οι αγωνιστές της εργατικής τάξης, τα θύματα της αντίδρασης και του φασισμού, που λιώνουν στα κελιά και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι πολιτικοί εμιγκρέδες και οι οικογένειές τους, πρέπει να νιώσουν την πιο αβρή και την πιο προσεγμένη συμπεριφορά από την πλευρά των οργανώσεων και των στελεχών της Δ.Κ.Β.

Η Κόκκινη Βοήθεια πρέπει να κατανοήσει και εκτελέσει το καθήκον της, υποστηρίζοντας τους αγωνιστές του προλεταριακού και αντιφασιστικού κινήματος, φροντίζοντας να διατηρήσουν τα στελέχη του εργατικού κινήματος τις φυσικές και ηθικές τους δυνάμεις. Οι κομμουνιστές και επαναστάτες εργάτες μέσα στις οργανώσεις της Δ.Κ.Β., πρέπει να νιώθουν σε κάθε τους βήμα την τεράστια ευθύνη, που έχουν απέναντι στην εργατική τάξη, την Κομμουνιστική Διεθνή, εκπληρώνοντας στο ακέραιο και με επιτυχία τα καθήκοντα της Δ.Κ.Β.

Σύντροφοι! Η καλύτερη διαπαιδαγώγηση των στελεχών συντελείται, όπως είναι γνωστό στην πορεία του αγώνα, στο ξεπέρασμα δυσκολιών και δοκιμασιών, καθώς και με θετικά και αρνητικά παραδείγματα. Έχουμε να επιδείξουμε εκατοντάδες παραδείγματα υποδειγματικής συμπεριφοράς σε απεργίες, σε διαδηλώσεις, σε φυλακές και σε δικαστήρια. Έχουμε χιλιάδες ήρωες, αλλά, δυστυχώς, δεν έχουμε και λίγες περιπτώσεις μικροψυχίας, αστάθειας, ακόμη και λιποταξίας. Όμως, ξεχνάμε, συχνά, τα παραδείγματα και της μιας και της άλλης κατηγορίας, δεν τα αξιοποιούμε για να διαπαιδαγωγηθούμε, δεν δείχνουμε, ποια παραδείγματα πρέπει κανείς να προσπαθεί να ακολουθεί, τι πρέπει να απορρίπτει. Πρέπει να μελετάμε τη στάση των συντρόφων και εκείνη των εργατών ακτιβιστών σε ταξικές συγκρούσεις, σε αστυνομικές ανακρίσεις, σε φυλακές και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, μπροστά σε δικαστήρια κτλ. Πρέπει να παίρνουμε από όλα αυτά το θετικό, πρέπει να δείχνουμε τα πρότυπα, που οφείλει κανείς να μιμηθεί, και να αποδοκιμάζουμε το λαθεμένο, το μη μπολσεβίκικο, το μικροπρεπές. Από τη δίκη της Λειψίας ως τώρα, έχουμε πολλές περιπτώσεις, που οι σύντροφοί μας εμφανίστηκαν μπροστά σε αστικά και φασιστικά δικαστήρια, και οι περιπτώσεις αυτές έδειξαν, πως έχουν αναδειχτεί πολυάριθμα στελέχη, που κατανοούν με έξοχο τρόπο, τι σημαίνει μπολσεβίκικη στάση στο δικαστήριο. Γνωρίζουν, όμως, οι πολλοί, ακόμη και όλοι εσείς οι αντιπρόσωποι στο συνέδριο, τις λεπτομέρειες από τη δίκη των σιδηροδρομικών στη Ρουμανία, από τη δίκη του Φήτε Σούλτεσε που αποκεφάλισαν οι φασίστες στη Γερμανία, από τη δίκη του ήρωα γιαπωνέζου συντρόφου Ιτικάβα, τη δίκη των Βούλγαρων επαναστατών στρατιωτών, καθώς ακόμη, λεπτομέρειες από πολλές άλλες δίκες, που έδωσαν τα πιο άξια υποδείγματα προλεταριακού ηρωισμού;

Τέτοια άξια παραδείγματα προλεταριακού ηρωισμού πρέπει να τα κάνουμε γνωστά στις μάζες και να τα αντιπαραβάλουμε στη μικροψυχία, τη μικρότητα, στο κάθε αρρωστημένο και αδύνατο μέσα στις γραμμές μας και μέσα στην εργατική τάξη. Αυτά τα παραδείγματα πρέπει να τα αξιοποιήσουμε πλατύτερα, για τη διαπαιδαγώγηση των στελεχών του εργατικού κινήματος.

Σύντροφοι! Μερικοί καθοδηγητές στο Κόμμα, παραπονιούνται συχνά, πως λείπουν οι άνθρωποι, και δεν υπάρχουν άνθρωποι για αγκίτ προπ (σ.σ. αγκιτάτσια – προπαγάνδα), δεν υπάρχουν άνθρωποι για τον Τύπο, για τα συνδικάτα, για τη δουλειά στη νεολαία, στις γυναίκες. Λείπουν, λείπουν οι άνθρωποι, δεν υπάρχουν άνθρωποι!

Σ΄ αυτό θα μπορούσαμε να απαντήσουμε με τα παλιά, όμως αιώνια επίκαιρα λόγια του Λένιν:

«Λείπουν οι άνθρωποι, λένε. Αλλά οι άνθρωποι υπάρχουν. Βρίσκονται κατά μάζες, γιατί και η εργατική τάξη και όλο και πιο νέα στρώματα της κοινωνίας φέρνουν με τον κάθε τρόπο που περνάει όλο και περισσότερους ανθρώπους, που είναι δυσαρεστημένοι, που θέλουν να διαμαρτυρηθούν… Και παράλληλα λείπουν οι άνθρωποι, γιατί δεν υπάρχουν… οργανωτικά ταλέντα, που να είναι σε θέση να οργανώσουν μια τόσο ολόπλευρη και ταυτόχρονα ενιαία και μονολιθική δουλειά, όπου η κάθε δύναμη, ακόμη και η πιο μικρή, να αξιοποιηθεί» (Λένιν, Άπαντα, τόμος 5).

Τα Κόμματα οφείλουν να έχουν αυτά τα λόγια του Λένιν βαθειά χαραγμένα μέσα τους και να τα εφαρμόζουν στην καθημερινή τους δράση. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, μόνο που πρέπει να τους ανακαλύψουμε μέσα στις ίδιες μας τις οργανώσεις, στη διάρκεια των απεργιών και των διαδηλώσεων, στις διάφορες μαζικές οργανώσεις των εργατών, στα όργανα του Ενιαίου Μετώπου. Πρέπει να τους βοηθήσουμε να αναπτυχθούν μέσα στο προτσές της δουλειάς και του αγώνα, πρέπει να τους τοποθετήσουμε σε μια θέση, που να μπορούν να ωφελούν πραγματικά την υπόθεση της εργατιάς.

Σύντροφοι! Εμείς οι κομμουνιστές είμαστε άνθρωποι της πράξης. Καθήκον μας είναι ο πρακτικός αγώνας ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου, ενάντια στο φασισμό και τον κίνδυνο του ιμπεριαλιστικού πολέμου, καθήκον μας είναι η ανατροπή του καπιταλισμού. Ακριβώς αυτό το πρακτικό καθήκον του αγώνα αξιώνει, όπως τα κομμουνιστικά στελέχη οπλιστούν οπωσδήποτε με την επαναστατική θεωρία, γιατί, όπως μας διδάσκει ο Στάλιν, ο μεγάλος αυτός δάσκαλος της επαναστατικής πράξης, η θεωρία δίνει στους ανθρώπους της πρακτική δύναμη προσανατολισμού, καθαρότητα στην προοπτική, σιγουριά στη δουλειά, πίστη στη νίκη της υπόθεσής μας.

Ωστόσο μια πραγματικά επαναστατική θεωρία είναι εχθρικά αντίθετη προς κάθε θεωρητικολογία χωρίς περιεχόμενο, ενάντια σε κάθε στείρο παιχνίδι αφηρημένων ορισμών.

Η θεωρία μας δεν είναι δόγμα, είναι καθοδήγηση για δράση, επαναλάμβανε συνεχώς ο Λένιν. Ακριβώς μια τέτοια θεωρία χρειάζονται τα στελέχη μας σαν το καθημερινό ψωμί, σαν τον αέρα και το νερό.

Όποιος θέλει πραγματικά να εκδιώξει από τη δουλειά μας τη σχηματική αντίληψη, που νεκρώνει κάθε ζωή, τη βλαβερή σχολαστικότητα, αυτός πρέπει με φωτιά και σίδερο και με πρακτικό δραστήριο αγώνα μαζί με τις μάζες και επικεφαλής των μαζών και με ακούραστη δουλειά να κατακτήσει την ισχυρή, γόνιμη, παντοδύναμη θεωρία των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν.

Με αυτή την ευκαιρία βρίσκω ιδιαίτερα απαραίτητο, να επιστήσω την προσοχή σας στη δουλειά των Κομματικών σχολών. Οι σχολές μας δεν πρέπει να βγάζουν στείρους λόγιους, θεωρητικολόγους και άσσους των τσιτάτων. Όχι! Πρακτικοί, προωθημένοι αγωνιστές για την υπόθεση του προλεταριάτου, πρέπει να βγαίνουν από τις κομματικές μας σχολές. Προωθημένοι αγωνιστές, όχι μόνο όσον αφορά την τόλμη, την ετοιμότητα στην αυτοθυσία, αλλά ακόμη και με την έννοια, ότι θα βλέπουν πιο μακριά και ότι θα γνωρίζουν καλύτερα από τους απλούς εργάτες το δρόμο για την απελευθέρωση των εργαζομένων. Όλα τα τμήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς πρέπει χωρίς αργοπορία να ασχοληθούν σοβαρά με την οργάνωση των Κομματικών Σχολών, για να μεταβληθούν σε σιδηρουργούς ανάδειξης τέτοιων αγωνιστικών στελεχών.

Το κύριο καθήκον των Κομματικών σχολών μας είναι, κατά τη γνώμη μου, να διδάξουν τα κομματικά μας μέλη και εκείνα της κομμουνιστικής νεολαίας, που εκπαιδεύονται σ΄ αυτές τις σχολές, να εφαρμόζουν στον αγώνα τη μαρξιστική-λενινιστική μέθοδο στη συγκεκριμένη κατάσταση της δοσμένης χώρας, κάτω από τις δοσμένες συνθήκες, όχι ενάντια στον εχθρό «γενικά», αλλά ενάντια στο δοσμένο, στο συγκεκριμένο εχθρό. Γι΄ αυτό, δεν χρειάζεται να μελετάει κανείς τις λέξεις του Λενινισμού, αλλά το ζωντανό, το επαναστατικό του πνεύμα.

Στις Κομματικές μας Σχολές μπορεί κανείς να διαπαιδαγωγήσει τα στελέχη με δυό τρόπους.

Η πρώτη μέθοδος: Οι άνθρωποι διαπαιδαγωγούνται αφηρημένα – θεωρητικά. Τους διδάσκει κανείς ένα, όσο το δυνατό μεγαλύτερο, σύνολο ξερών γνώσεων, τους μαθαίνει να συντάσσουν επιπόλαια, με φιλολογικό τρόπο θέσεις και αποφάσεις και μόνο που και που να αναφέρονται και στα προβλήματα της σχετικής χώρας, του εργατικού της κινήματος, της ιστορίας, των παραδόσεών της και της πείρας του συγκεκριμένου Κομμουνιστικού Κόμματος. Όπως είπαμε, μόνο που και που.

Η δεύτερη μέθοδος: Μια θεωρητική κατάρτιση, όπου η αφομοίωση των βασικών αρχών του Μαρξισμού-Λενινισμού βασίζεται πάνω στην πρακτική μελέτη των βασικών ζητημάτων του αγώνα του προλεταριάτου στην ίδια τη χώρα από τον ίδιο τον εκπαιδευόμενο, ώστε αυτός, όταν γυρίσει πάλι στην πρακτική δουλειά, να είναι σε θέση να προσανατολίζεται μόνος του, να γίνει ένας ανεξάρτητος, πρακτικός οργανωτής και ηγέτης, που να είναι ικανός να οδηγήσει τις μάζες στον αγώνα ενάντια στον ταξικό εχθρό.

Δεν αποδείχτηκαν όλοι οι απόφοιτοι των κομματικών Σχολών μας άξιοι. Πολλή κενολογία, αφηρημένες έννοιες, βιβλιακή πολυμάθεια, εξωτερική λογιότητα. Εμείς, όμως, χρειαζόμαστε αληθινούς, πραγματικούς μπολσεβίκους, οργανωτές και ηγέτες των μαζών. Αυτό είναι εκείνο που επιτακτικά χρειαζόμαστε σήμερα. Και δεν πειράζει, αν ένας τέτοιος ηγέτης δεν είναι ικανός να συντάσσει καλές εκθέσεις, παρ΄ όλο που κι αυτό πολύ το χρειαζόμαστε, αυτός πρέπει να μπορεί να οργανώνει και να καθοδηγεί χωρίς να τρομάζει μπροστά στις δυσκολίες, πρέπει να ξέρει να τις ξεπερνάει.

Η επαναστατική θεωρία μας δίνει τη γενικευμένη, συμπυκνωμένη πείρα του επαναστατικού κινήματος. Οι Κομμουνιστές δεν πρέπει μόνο να αξιοποιούν την πείρα από το παρελθόν, αλλά πρέπει να αξιοποιούν προσεκτικά και την πείρα άλλων τμημάτων του διεθνούς εργατικού κινήματος. Η σωστή ωστόσο αξιοποίηση της πείρας δε σημαίνει καθόλου μηχανική μεταφορά των τρόπων και μεθόδων του αγώνα από οποιεσδήποτε συνθήκες σε άλλες συνθήκες, από τη μια χώρα στην άλλη, όπως συμβαίνει συχνά στα Κόμματά μας. Στις χώρες όπου κυριαρχεί ακόμη ο καπιταλισμός, το να μιμούμαστε επακριβώς, να αντιγράφουμε πιστά τις μέθοδες και τους τρόπους της δουλειάς του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, δε μπορεί, σε πείσμα κάθε καλής θέλησης, να ωφελήσει, αλλά θα βλάψει, όπως, όχι σπάνια, έχει συμβεί. Ακριβώς με βάση την πείρα των ρώσων μπολσεβίκων μπορούμε να μάθουμε, πως πρέπει να εφαρμόζουμε την ενιαία διεθνή γραμμή στον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο ζωντανά και συγκεκριμένα στις ιδιομορφίες κάθε χώρας ξεχωριστά, οφείλουμε να μάθουμε, πως πρέπει να απορρίπτουμε, να περιφρονούμε και να ξεσκεπάζουμε γενικά την κενολογία, τους τύπους, τη σχολαστικότητα και το δογματισμό.

Εκείνο, που έχει σημασία, σύντροφοι, είναι να μελετάμε συνέχεια, σε κάθε βήμα, στο προτσές του αγώνα, όταν είμαστε λεύτεροι, όταν είμαστε στη φυλακή. Να μελετάμε και να αγωνιζόμαστε –να αγωνιζόμαστε και να μελετάμε. Πρέπει να ξέρουμε να συνδέουμε τη μεγάλη θεωρία των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν με σταθερότητα στη δουλειά και στον αγώνα, με σταθερή αδιαλλαξία αρχών απέναντι στον ταξικό εχθρό και τους αποστάτες της γραμμής του μπολσεβικισμού, με τόλμη μπροστά στις δυσκολίες, με επαναστατικό ρεαλισμό.

Σύντροφοι! Ποτέ άλλοτε η κοινή γνώμη σ΄ όλο τον κόσμο δεν έδειξε τόσο ζωηρό ενδιαφέρον για ένα διεθνές συνέδριο των κομμουνιστών, όσο για το τωρινό μας. Μπορεί να πει κανείς χωρίς υπερβολή, πως δεν υπάρχει ούτε μια σοβαρή εφημερίδα, ούτε ένα πολιτικό κόμμα, ούτε σχετικά σοβαρός πολιτικός και άνθρωπος δημόσιας θέσης, που να μην παρακολουθεί με ένταση την πορεία του συνεδρίου μας. Τα μάτια των εκατομμυρίων των εργατών και αγροτών, των απλών ανθρώπων της πόλης, των ιδιωτικών υπαλλήλων και διανοουμένων, τα μάτια των εκατομμυρίων των αποικιακών λαών και των καταπιεζόμενων εθνικοτήτων είναι στραμμένα στη Μόσχα, την πρωτεύουσα του πρώτου, όχι όμως και του τελευταίου κράτους του παγκόσμιου προλεταριάτου. Σ΄ αυτό το γεγονός βλέπουμε την επιβεβαίωση της πελώριας σημασίας και επικαιρότητας των ζητημάτων, που συζητούνται στο συνέδριο, όπως και των αποφάσεών του.

Τα μανιασμένα ουρλιαχτά των φασιστών όλων των χωρών και ιδιαίτερα εκείνα του φρενιασμένου γερμανικού φασισμού, επιβεβαιώνουν περίτρανα, ότι με τις αποφάσεις μας πετύχαμε πραγματικά το στόχο μας.

Στο βαθύ σκοτάδι της αστικής αντίδρασης και του φασισμού, όπου ο ταξικός εχθρός προσπαθεί να κρατήσει τις εργαζόμενες μάζες των καπιταλιστικών χωρών, η Κομμουνιστική Διεθνής, το παγκόσμιο Κόμμα των μπολσεβίκων, υψώνεται σα φάρος, που φωτίζει σ΄ ολόκληρη την ανθρωπότητα το μοναδικά σωστό δρόμο για την απελευθέρωση από το ζυγό του κεφαλαίου, από τη φασιστική βαρβαρότητα και από το φόβο του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Η επίτευξη ενότητας δράσης της εργατικής τάξης, είναι το αποφασιστικό στάδιο σ΄ αυτό το δρόμο. Βεβαίως, ενότητα δράσης των οργανώσεων της εργατικής τάξης όλων των κατευθύνσεων, συσπείρωση των δυνάμεων της εργατικής τάξης σ΄ όλους τους τομείς δράσης, σ΄ όλα τα στάδια της ταξικής πάλης.

Η εργατική τάξη πρέπει να πετύχει την ενότητα των συνδικάτων της. Μάταια προσπαθούν μερικοί μεταρρυθμιστές ηγέτες συνδικάτων, να τρομάξουν με φαντάσματα τους εργάτες, λέγοντας ότι η ανάμειξη του Κομμουνιστικού Κόμματος στις υποθέσεις των ενωμένων συνδικάτων, ότι η ύπαρξη φράξιων των Κομμουνιστών, μέσα στα συνδικάτα, θα καταστρέψει τη συνδικαλιστική δημοκρατία. Είναι ανοησία να παρουσιάζουν εμάς τους κομμουνιστές σαν αντίπαλους της συνδικαλιστικής δημοκρατίας. Εμείς υπερασπιζόμαστε και αγωνιζόμαστε με συνέπεια για το δικαίωμα των συνδικάτων να αποφασίζουν μόνα τους πάνω στα ζητήματά τους. Ακόμη, είμαστε πρόθυμοι να παραιτηθούμε και από το σχηματισμό φράξιων των κομμουνιστών μέσα στα συνδικάτα, όταν αυτό είναι απαραίτητο προς το συμφέρον της ενότητας των συνδικάτων. Είμαστε, ακόμα, πρόθυμοι να αποδεχτούμε την ανεξαρτησία των συνδικάτων, που πρόκειται να ενωθούν από όλα τα πολιτικά κόμματα. Όμως, είμαστε αποφασιστικά ενάντια στην οποιαδήποτε εξάρτηση των συνδικάτων από τη πλευρά της αστικής τάξης και δεν εγκαταλείπουμε την άποψή μας αρχής, ότι είναι απαράδεκτη μια ουδέτερη στάση των συνδικάτων μπροστά στην ταξική πάλη ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη.

Η εργατική τάξη πρέπει να πετύχει την ενότητα δράσης σε όλους τους τομείς του εργατικού κινήματος και θα την πετύχει. Κι αυτό θα γίνει τόσο γρηγορότερα, όσο πιο αποφασιστικά και πιο σταθερά εμείς οι κομμουνιστές και οι επαναστάτες εργάτες, όλων των καπιταλιστικών χωρών, εφαρμόσουμε το νέο προσανατολισμό τακτικής, που αποφάσισε το συνέδριό μας, πάνω στα πιο σπουδαία επίκαιρα ζητήματα του διεθνούς εργατικού κινήματος.

Ξέρουμε, πως στο δρόμο μας μάς περιμένουν πολλές δυσκολίες. Ο δρόμος μας δεν είναι ασφαλτοστρωμένος, δεν είναι σπαρμένος με ρόδα. Όχι! Η εργατική τάξη δε θα έχει να ξεπεράσει και λίγα εμπόδια, ακόμη και μέσα στις ίδιες της τις γραμμές. Πριν απ΄ όλα θα πρέπει να κάνει τελείως αβλαβείς τις διασπαστικές μηχανορραφίες των αντιδραστικών στοιχείων της σοσιαλδημοκρατίας. Η εργατική τάξη θα υποχρεωθεί σε πολλές θυσίες κάτω από τα χτυπήματα της αστικής τάξης και του φασισμού. Το επαναστατικό της καράβι θα πρέπει να οδηγηθεί μέσα από πληθώρα υφάλων, προτού εισπλεύσει στο σωτήριο λιμάνι.

Η εργατική τάξη, όμως, των καπιταλιστικών χωρών, δεν είναι αυτή που ήταν στα 1914, στην αρχή του ιμπεριαλιστικού πολέμου, δεν είναι εκείνη που ήταν στα 1918, στο τέλος του πολέμου. Η εργατική τάξη έχει μια πλούσια εικοσάχρονη πείρα αγώνων και επαναστατικής δοκιμασίας, έχει την πικρή πείρα πολλών αποτυχιών, ιδιαίτερα στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ισπανία.

Η εργατική τάξη έχει μπροστά της το λαμπρό παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης, της χώρας του νικηφόρου σοσιαλισμού, το παράδειγμα για το πώς μπορεί κανείς να καταβάλει τον ταξικό εχθρό και να εγκαθιδρύσει την εργατική εξουσία οικοδομώντας τη σοσιαλιστική Κοινωνία.

Να που η αστική τάξη δεν κυριαρχεί πια απεριόριστα σε όλο τον κόσμο. Στο ένα έκτο της γης κυβερνάει η νικηφόρα εργατική τάξη.

Η εργατική τάξη έχει μια ισχυρή, οργανωμένη επαναστατική πρωτοπορία, την Κομμουνιστική Διεθνή.

Ολόκληρη η πορεία της ιστορικής εξέλιξης αποβαίνει προς όφελος της εργατικής τάξης. Οι προσπάθειες των αντιδραστικών, των φασιστών κάθε απόχρωσης και ολόκληρης της διεθνούς μπουρζουαζίας, να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας, είναι μάταιες. Όχι, ο τροχός γυρνάει και θα γυρνάει πάντα προς την κατεύθυνση της παγκόσμιας ένωσης των σοσιαλιστικών σοβιετικών δημοκρατιών, προς την κατεύθυνση της τελικής νίκης του σοσιαλισμού σ΄ ολόκληρο τον κόσμο.

Ένα λείπει ακόμη στην εργατική τάξη των καπιταλιστικών χωρών, η ενότητα μέσα στις ίδιες τις γραμμές της.
Γι΄ αυτό ας αντηχήσει ακόμη δυνατότερα από αυτό το βήμα σε ολόκληρο τον κόσμο το σύνθημα αγώνα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η έκκληση των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν.

Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!



Πηγή: Γκεόργκι Δημητρόφ: Ο φασισμός, Εκδόσεις Πορεία, Αθήνα 1975

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας
______________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Χρεοστάσιο – Παράταση προθεσμίας, άρση πληρωμών, συνήθως εξαιτίας εκτάκτων καταστάσεων: πόλεμος, επιδημία, φυσικές καταστροφές και άλλα παρόμοια. Ο Χίτλερ, για να κερδίσει τις μάζες των μεσαίων και φτωχών αγροτών με το μέρος του, ανακοίνωσε στις αρχές ακόμη της διακυβέρνησής του ένα χρεοστάσιο για τα χρέη τους απέναντι στο κράτος. Η υπόσχεση όμως δεν τηρήθηκε.

[2] Το φθινόπωρο του 1922, η αντιδραστική κυβέρνηση του Ζάϊπελ (πρόεδρος του Χριστιανο-κοινωνικού Κόμματος και πρόσωπο εμπιστοσύνης των μεγαλοκεφαλαιοκρατών και μεγαλογαιοκτημόνων της Αυστρίας και του Βατικανού), έκλεισε ένα σύμφωνο με το Μεγάλο Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα, για τη δημιουργία κυβέρνησης του λεγόμενου αντιμαρξιστικού μετώπου, που είχε σα σκοπό του τη συνένωση όλων των αντιδραστικών δυνάμεων στον αγώνα ενάντια στην εργατική τάξη.

[3] Εννοεί την περίοδο από το 1931 ως το 1935 στην Ισπανία. Μετά την κατάργηση της μοναρχίας, ήρθε το 1931 στην εξουσία η κυβέρνηση των αστών ρεπουμπλικάνων και των σοσιαλιστών. Κάτω από την πίεση των μαζών, συγκάλεσε τα Κόρτες, όπου πάρθηκαν μια σειρά ριζοσπαστικά μέτρα, (χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος, κατάργηση των φεουδαρχικών χρεών και άλλα). Επειδή τα μέτρα αυτά δεν πραγματοποιήθηκαν, η κυβέρνηση έχασε την εμπιστοσύνη των μαζών. Από την άλλη μεριά, η άνοδος του γερμανικού φασισμού στην εξουσία ενθάρρυνε τους ισπανούς αντιδραστικούς, που με την απάτη και την εξαγορά, κατάφεραν να κερδίσουν τις εκλογές του 1934 και να σχηματίσουν κυβέρνηση με το Λερού και τον Ζιλ Ρόμπλες. Κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, οι εργάτες ξεσηκώθηκαν σε αγώνα, που σε μερικά μέρη (στις Αστουρίες, στη Μαδρίτη, στη Μπισκάγια, στην Καταλονία) πήρε τη μορφή σκληρής ένοπλης εξέγερσης. Για την καταστολή της, η κυβέρνηση έστειλε στρατεύματα, καθώς και τη λεγεώνα των ξένων. Πάνω από 3.000 εργάτες σκοτώθηκαν.

[4] Πιλσούντσκι, Ιωσήφ (1867–1935) – αστός εθνικιστής. Το 1926, εγκαθίδρυσε ύστερα από πραξικόπημα φασιστική δικτατορία στην Πολωνία, που είχε εξαιρετικά βάρβαρο χαρακτήρα.

[5] Με το πρόσχημα, ότι προετοιμαζόταν τάχα μια «Δεύτερη Επανάσταση» για την ανατροπή του Χίτλερ, συνελήφθη τη νύχτα της 29 προς την 30 Ιούνη 1934 ολόκληρο το επιτελείο διοίκησης των Ες Α, όπου οι πιο γνωστοί διοικητές, και ανάμεσά τους κι ο επιτελάρχης των Ες Α, Ραίμ, τουφεκίστηκαν επί τόπου. Η επιχείρηση καθοδηγήθηκε προσωπικά από τον Χίτλερ στο Μόναχο και το Γκαίρινγκ στο Βερολίνο. Γενικά, συνελήφθησαν αρκετές χιλιάδες διοικητές των Ες Α. Τα ίδια τα Τάγματα διαλύθηκαν προσωρινά για να πραγματοποιηθούν ριζικές εκκαθαρίσεις και αναδιοργάνωση. Ο Χίτλερ αναγκάστηκε να το κάνει αυτό κάτω από την άμεση πίεση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, για να τεθεί τέρμα στη δημαγωγική προπαγάνδα για τη «Δεύτερη Επανάσταση» και στους μικροαστούς φορείς της στο πρόσωπο των ανθρώπων των Ες Α.

[6] Ντόλφους, Ένγκελμπερτ (1892–1934) – αντιδραστικός πολιτικός, αρχηγός του φασιστικού Χριστιανοκοινωνικού Κόμματος στην Αυστρία. Από το 1932 ήταν καγκελάριος και υπουργός Εξωτερικών. Στην εξωτερική του πολιτική προσανατολίστηκε προς τη φασιστική Ιταλία και το Μάρτη του 1934 υπόγραψε συνθήκη με το Μουσολίνι. Τον Ιούνη του 1934, δολοφονήθηκε από αυστριακούς εθνικοσοσιαλιστές, πράκτορες της χιτλερικής Γερμανίας.

[7] Στροννίστβο Λούντοβε (Λαϊκό Κόμμα) – δημοκρατικό αγροτικό κόμμα στην Πολωνία, που αντικαθρέφτιζε κυρίως τα συμφέροντα των πλουσίων στρωμάτων του χωριού. Κάτω από την πίεση των κατώτερων αγροτικών οργανώσεων, το κόμμα τέθηκε επικεφαλής της γενικής απεργίας των αγροτικών μαζών τον Αύγουστο του 1937.

[8] Η ημιμίσθωση είναι ένα είδος αγροτικής μίσθωσης, όπου ο μισθωτής πληρώνει τη μίσθωση στον ιδιοκτήτη της γης όχι με λεφτά, αλλά με ένα μέρος των εσόδων (το μισό, το ένα τρίτο κτλ).

[9] «Ντόπο Λαβόρο» (Μετά την Εργασία) – Οργάνωση στην Ιταλία, παρόμοια με τη φασιστική οργάνωση «Ισχύς με χαρά».

[10] Μαν, Χέντρικ ντε (1885-1953) – ένας από τους ηγέτες του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Βελγίου. Το 1933, ο ντε Μαν σύνταξε με εντολή του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος το λεγόμενο «Σχέδιο ντε Μαν», ένα σχέδιο για «το ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό», που στα τέλη του 1933 υιοθετήθηκε σαν πρόγραμμα του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος.

[11] Εθνική Απελευθερωτική Συμμαχία – πλατιά αντιφασιστική οργάνωση στη Βραζιλία, που ιδρύθηκε στις αρχές του 1935 από προοδευτικά πολιτικά κόμματα και οργανώσεις, με το Κομμουνιστικό Κόμμα επικεφαλής. Το Νοέμβρη του 1935, η Συμμαχία ηττήθηκε στον ένοπλο αγώνα ενάντια στην αντίδραση.

[12] Λερρού υ Γκαρθία, Αλεχάντρο (1864-1949) – ισπανός πολιτικός, αρχηγός του Ρεπουμπλικανικού Ριζοσπαστικού Κόμματος. Ύστερα από το πραξικόπημα τον Απρίλη του 1934, έγινε υπουργός Εξωτερικών στην πρώτη κυβέρνηση της ισπανικής δημοκρατίας. Από το Σεπτέμβρη του 1935, ο Λερρού ήταν επικεφαλής των αντιδραστικών κυβερνήσεων. Στην περίοδο της φασιστικής ανταρσίας, εξέφρασε την πλήρη αλληλεγγύη του με τους φασίστες.

[13] Ρόμπλες, Ζιλ – ισπανός φασίστας, υπουργός στην προφασιστική κυβέρνηση του Λερρού.

[14] Ιμπαρρούρι, Ντολόρες (η λεγόμενη Λα Πασσιονάρια) – Γεννήθηκε το 1895. Μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας, ένας από τους οργανωτές του αγώνα των εργαζομένων της Ισπανίας ενάντια στο φασισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.