Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Ο Λένιν για τη Διάσκεψη του Τσίμμερβαλντ



Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη Διάσκεψη του Τσίμμερβαλντ, αναδημοσιεύουμε τρία κείμενα του Λένιν που αναφέρονται άμεσα σ΄ αυτό το γεγονός. Από το περιεχόμενό τους φαίνεται καθαρά η συνεπής μαρξιστική διεθνιστική γραμμή μέσα στο εργατικό κίνημα, η διαπάλη απόψεων με το σοσιαλσοβινισμό και τον οπορτουνισμό των ηγεσιών των κομμάτων της Δεύτερης Διεθνούς, αλλά και αρκετά διδάγματα που θα μπορούσε να αντλήσει το σημερινό μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα από την τακτική των επαναστατών μαρξιστών εκείνης της εποχής –ασφαλώς κάτω από διαφορετικές συνθήκες, επομένως χωρίς να «αντιγράφεται» η τακτική τους, αλλά πάντα να αναλύεται η συγκεκριμένη κατάσταση (ΠΓ).



Σχέδιο Απόφασης των Αριστερών Σοσιαλδημοκρατών (1915)

Σχέδιο Απόφασης των Αριστερών Σοσιαλδημοκρατών για την Πρώτη Διεθνή Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη*

του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν

Ο σύγχρονος πόλεμος είναι γέννημα του ιμπεριαλισμού. Ο καπιταλισμός έφτασε σ΄ αυτό το πιο υψηλό στάδιο. Οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και οι διαστάσεις του κεφαλαίου ξεπέρασαν τα στενά πλαίσια των ξεχωριστών εθνικών κρατών. Από δω ξεκινάει και η επιδίωξη των μεγάλων Δυνάμεων για την υποδούλωση ξένων εθνών, για την κατάκτηση αποικιών, σαν πηγών πρώτων υλών και τόπων εξαγωγής κεφαλαίου. Όλος ο κόσμος συγχωνεύεται σ΄ έναν οικονομικό οργανισμό, όλος ο κόσμος είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε μια χούφτα από μεγάλες Δυνάμεις. Οι αντικειμενικές συνθήκες για το σοσιαλισμό ωρίμασαν πέρα για πέρα και ο σημερινός πόλεμος είναι πόλεμος των καπιταλιστών για προνόμια και για μονοπώλια που θα μπορούσαν να αναβάλλουν τη χρεοκοπία του καπιταλισμού.

Οι σοσιαλιστές, επιδιώκοντας την απελευθέρωση της δουλειάς από το ζυγό του κεφαλαίου και υπερασπίζοντας την παγκόσμια συναδέλφωση των εργατών, παλεύουν ενάντια σε κάθε καταπίεση και ανισοτιμία των εθνών. Όταν η αστική τάξη ήταν προοδευτική, όταν στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας στεκόταν η ανατροπή της φεουδαρχίας, της απολυταρχίας και του ξενοεθνικού ζυγού, οι σοσιαλιστές, όντας πάντα οι πιο συνεπείς και οι πιο αποφασιστικοί δημοκράτες, αναγνώριζαν την «υπεράσπιση της πατρίδας» μ΄ αυτή και μόνο την έννοια. Και σήμερα, αν στην ανατολική Ευρώπη ή στις αποικίες ξεσπούσε ένας πόλεμος των καταπιεζόμενων εθνών κατά των καταπιεστών τους, των μεγάλων Δυνάμεων, οι συμπάθειες των σοσιαλιστών θα ήταν ολοκληρωτικά με το μέρος των καταπιεζομένων.

Όμως ο σημερινός πόλεμος είναι γέννημα εντελώς άλλης ιστορικής εποχής, όταν η αστική τάξη από προοδευτική έγινε αντιδραστική. Ο πόλεμος αυτός από την πλευρά και των δυό ομάδων των εμπόλεμων δυνάμεων είναι πόλεμος των δουλοκτητών για τη διατήρηση και το δυνάμωμα της δουλείας: για το ξαναμοίρασμα των αποικιών, για το «δικαίωμα» καταπίεσης ξένων εθνών, για προνόμια και για μονοπώλια του κεφαλαίου των μεγάλων Δυνάμεων, για τη διαιώνιση της μισθωτής σκλαβιάς μέσω της διάσπασης των εργατών των διαφόρων χωρών και της αντιδραστικής κατάπνιξής τους. Γι΄ αυτό τα λόγια για την «υπεράσπιση της πατρίδας» από την πλευρά και των δυό εμπόλεμων ομάδων είναι εξαπάτηση του λαού από την αστική τάξη. Ούτε η νίκη οποιασδήποτε από τις ομάδες, ούτε η επαναφορά στη status quo (προηγούμενη κατάσταση, Η Σύντ.) δεν μπορεί να διαφυλάξει την ελευθερία της πλειοψηφίας των εθνών του κόσμου από την ιμπεριαλιστική καταπίεσή τους από μια χούφτα μεγάλων Δυνάμεων, ούτε να εξασφαλίσει στην εργατική τάξη ακόμη και τις σημερινές της ασήμαντες πολιτιστικές κατακτήσεις. Η εποχή του συγκριτικά ειρηνικού καπιταλισμού πέρασε ανεπίστρεπτα. Ο ιμπεριαλισμός φέρνει στην εργατική τάξη ανήκουστη όξυνση της ταξικής πάλης, της ανέχειας, της ανεργίας, της ακρίβειας, του ζυγού των τραστ και του μιλιταρισμού, φέρνει την πολιτική αντίδραση που σηκώνει κεφάλι σ΄ όλες, ακόμη και στις πιο ελεύθερες, χώρες.

Η πραγματική σημασία του συνθήματος της «υπεράσπισης της πατρίδας» στο δοσμένο πόλεμο είναι η υπεράσπιση του «δικαιώματος» της «δικής σου» εθνικής αστικής τάξης να καταπιέζει ξένα έθνη, είναι εθνικοφιλελεύθερη εργατική πολιτική, είναι συμμαχία ενός μηδαμινού μέρους προνομιούχων εργατών με τη «δική τους» εθνική αστική τάξη ενάντια στη μάζα των προλεταρίων και των εκμεταλλευομένων. Οι σοσιαλιστές που διεξάγουν τέτοια πολιτική στην πράξη είναι σοβινιστές, σοσιαλσοβινιστές. Η πολιτική της ψήφισης των πολεμικών πιστώσεων, η συμμετοχή στην κυβέρνηση της Burgfrieden (κοινωνικής ειρήνης, Η Σύντ.) κτλ. είναι προδοσία του σοσιαλισμού. Ο οπορτουνισμός, που τον μεγάλωσαν οι συνθήκες της περασμένης πια «ειρηνικής» εποχής, ωρίμασε τώρα μέχρι την ολοκληρωτική διακοπή με το σοσιαλισμό και έγινε ανοιχτός εχθρός του απελευθερωτικού κινήματος του προλεταριάτου. Η εργατική τάξη δεν μπορεί να πετύχει τους κοσμοϊστορικούς σκοπούς της, αν δεν διεξάγει αποφασιστική πάλη με τον ανοιχτό οπορτουνισμό και το σοσιαλσοβινισμό (η πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Αυστρίας, ο Χάιντμαν, οι φαβιανοί και τα τρέιντ-γιούνιον στην Αγγλία, ο Ρουμπανόβιτς, ο Πλεχάνοφ και το «Νάσα Ζαριά» στη Ρωσία κτλ) όσο και με το λεγόμενο «κέντρο», που παρέδωσε τις θέσεις του μαρξισμού στους σοβινιστές.

Η Διακήρυξη της Βασιλείας του 1912, που ψηφίστηκε ομόφωνα από τους σοσιαλιστές όλου του κόσμου με την πρόβλεψη ενός τέτοιου ακριβώς πολέμου, που τώρα ήδη άρχισε ανάμεσα στις μεγάλες Δυνάμεις, αναγνώρισε ξεκάθαρα τον ιμπεριαλιστικό και αντιδραστικό χαρακτήρα του πολέμου αυτού, δήλωσε ότι θεωρεί έγκλημα να πυροβολούν οι εργάτες μιας χώρας τους εργάτες της άλλης και διακήρυξε ότι πλησιάζει η προλεταριακή επανάσταση, εξαιτίας ακριβώς του πολέμου αυτού. Και πραγματικά, ο πόλεμος δημιουργεί επαναστατική κατάσταση, γεννάει επαναστατικές διαθέσεις και ζυμώσεις στις μάζες και ξυπνάει παντού στο καλύτερο τμήμα του προλεταριάτου τη συνείδηση ότι ο οπορτουνισμός είναι ολέθριος και οξύνει την πάλη μ΄ αυτόν. Η επιθυμία για την ειρήνη, που μεγαλώνει στις εργαζόμενες μάζες, εκφράζει την απογοήτευσή τους, τη χρεοκοπία του αστικού ψέματος για την υπεράσπιση της πατρίδας και την αρχή του ξεκαθαρίσματος της επαναστατικής συνείδησης των μαζών. Οι σοσιαλιστές, εκμεταλλευόμενοι τις διαθέσεις αυτές για την επαναστατική τους ζύμωση, χωρίς να σταματήσουν την επαναστατική τους ζύμωση μπροστά στη σκέψη για ήττα της πατρίδας «τους», δεν θα εξαπατήσουν το λαό με την ελπίδα μιας ενδεχόμενης γρήγορης, λίγο-πολύ σταθερής, δημοκρατικής, που να αποκλείει την καταπίεση των εθνών, ειρήνης, ενός αφοπλισμού κ.ά., χωρίς την επαναστατική ανατροπή των σημερινών κυβερνήσεων. Μόνο η κοινωνική επανάσταση του προλεταριάτου ανοίγει το δρόμο για την ειρήνη και την ελευθερία των εθνών.

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ανοίγει την εποχή της κοινωνικής επανάστασης. Όλες οι αντικειμενικές συνθήκες της νεότερης εποχής βάζουν στην ημερήσια διάταξη την επαναστατική μαζική πάλη του προλεταριάτου. Το καθήκον των σοσιαλιστών είναι, χωρίς να αρνηθούν ούτε ένα μέσο νόμιμης πάλης της εργατικής τάξης, να τα υποτάξουν όλα σ΄ αυτό το φλέγον και το κυριότερο καθήκον, να αναπτύξουν την επαναστατική συνείδηση των εργατών, να τους συσπειρώσουν στη διεθνιστική επαναστατική πάλη, να υποστηρίξουν και να προωθήσουν κάθε επαναστατική εκδήλωση, να επιδιώξουν τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου ανάμεσα στους λαούς σε εμφύλιο πόλεμο των καταπιεζόμενων τάξεων ενάντια στους καταπιεστές τους, σε πόλεμο για την απαλλοτρίωση της τάξης των καπιταλιστών, για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο, για την πραγμάτωση του σοσιαλισμού.

Γράφτηκε πριν από τις 13 (26)
           του Ιούλη 1915


    Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1930
στη Λενινιστική Συλλογή, τόμ. XIV
Δημοσιεύεται σύμφωνα
                                        με το χειρόγραφο


Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 26, σ. 287-290, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1980.
____________

* Το ντοκουμέντο αυτό γράφτηκε απ΄ αφορμή την προπαρασκευή της πρώτης Διεθνούς σοσιαλιστικής συνδιάσκεψης, που η σύγκλησή της επιχειρήθηκε με πρωτοβουλία των σοσιαλιστών της Ιταλίας και της Ελβετίας. Η προετοιμασία για τη σύγκλιση της συνδιάσκεψης άρχισε το καλοκαίρι του 1915. Επικεφαλής της δουλειάς για την οργάνωση της συνδιάσκεψης ήταν ο Ρ. Γκριμμ που κρατούσε κεντριστική θέση. Στις 11 του Ιούλη 1915 ο Ρ. Γκριμμ συγκάλεσε στη Βέρνη προκαταρκτική σύσκεψη (Vorkonferenz), στην οποία, εκτός από τον Ρ. Γκριμμ, που παρουσιαζόταν με την ιδιότητα του αντιπροσώπου της Συντακτικής επιτροπής της «Berner Tagwacht», πήραν μέρος οι αντιπρόσωποι του Σοσιαλιστικού κόμματος της Ιταλίας, της ΣΔΚΠ και Λ., της Οργανωτικής επιτροπής και της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ. Στη σύσκεψη αυτή εξακριβώθηκε ότι ο Ρ. Γκριμμ, με το επινοημένο πρόσχημα του διεθνισμού, επιδίωκε να εξασφαλίσει κεντριστική πλειοψηφία και να διεξάγει τη συνδιάσκεψη στο πνεύμα του κεντρισμού.

Η προκαταρκτική σύσκεψη δεν έλυσε ούτε καν το ζήτημα της αντιπροσώπευσης στη συνδιάσκεψη και περιορίστηκε στο να παρθεί απόφαση για τη διεξαγωγή δεύτερης σύσκεψης, που η σύγκλησή της είχε καθοριστεί για τις 7 του Αυγούστου. Σε λίγο ο Ρ. Γκριμμ ανέβαλε το χρόνο σύγκλησης της σύσκεψης αυτής για τις 20 του Αυγούστου. Η σύσκεψη δεν συγκλήθηκε.

Ο Λένιν πρόβλεπε ότι η πλειοψηφία στη συνδιάσκεψη θα είναι με τους οπαδούς του Κάουτσκι και με τους ασυνεπείς διεθνιστές, οι οποίοι «θα θελήσουν να στρέψουν την υπόθεση έτσι… που στη δοσμένη στιγμή θα προταθεί μόνο… ένα πρόγραμμα αδύναμο, πρόγραμμα απάρνησης της πάλης, πρόγραμμα απομάκρυνσης των εργατών από την επανάσταση, πρόγραμμα καθησύχασης των εργατών με αριστερές φράσεις» (Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 36ος, σελ. 291, μετάφραση της Σύνταξης). Όμως ο Λένιν θεωρούσε απαραίτητη τη συμμετοχή του Κόμματος των μπολσεβίκων στη συνδιάσκεψη και έβαλε καθήκον να γίνει από τα πριν συσπείρωση των σοσιαλιστών των διάφορων χωρών έτσι, που να κατέβουν στη συνδιάσκεψη με ενιαίο σχέδιο απόφασης (ή διακήρυξης), με καθαρή, ολοκληρωμένη, ακριβολογημένη δήλωση για τις αρχές τους. «Κατά τη γνώμη μας, -έγραφε ο Λένιν,- οι αριστεροί πρέπει να παρουσιάσουν κοινή ιδεολογική διακήρυξη: (1) με την υποχρεωτική καταδίκη των σοσιαλσοβινιστών και των οπορτουνιστών˙ (2) με πρόγραμμα επαναστατικών εκδηλώσεων (να πούμε: εμφύλιος πόλεμος ή επαναστατικές μαζικές εκδηλώσεις –δεν είναι πια και τόσο βασικό)- (3) ενάντια στο σύνθημα «υπεράσπιση της πατρίδας» κτλ. (Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 35ος, σελ. 148).

Ο Λένιν έκανε τεράστια προπαρασκευαστική δουλειά για τη συνδιάσκεψη, είχε συχνή αλληλογραφία με τους αριστερούς σοσιαλιστές για το ζήτημα της επεξεργασίας της κοινής διακήρυξης, τους εξηγούσε τη θέση του Μπολσεβίκικου κόμματος. Τον Ιούλη ο Λένιν έγραψε το δημοσιευμένο σχέδιο απόφασης των αριστερών για συζήτηση στη διεθνή σοσιαλιστική συνδιάσκεψη και το έστειλε στους αριστερούς των διαφόρων χωρών με την παράκληση να στείλουν τις παρατηρήσεις τους και τα σχέδιά τους.

Αργότερα, ύστερα από την αλληλογραφία και τις συσκέψεις με τους αριστερούς, καταρτίστηκε άλλο σχέδιο απόφασης των αριστερών, το οποίο και προτάθηκε στη συνδιάσκεψη που έγινε στο Τσίμμερβαλντ από τις 5 ως τις 8 του Σεπτέμβρη 1915.




Ένα πρώτο βήμα

του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν

Αργά προχωρεί η ανάπτυξη του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος στην εποχή αυτή της απίστευτα βαθιάς κρίσης που προκάλεσε ο πόλεμος. Ωστόσο όμως προχωρεί προς την κατεύθυνση ακριβώς της ρήξης με τον οπορτουνισμό και το σοσιαλσοβινισμό. Η Διεθνής σοσιαλιστική συνδιάσκεψη του Τσίμμερβαλντ (Ελβετία) της 5-8 του Σεπτέμβρη 1915 το έδειξε αυτό καθαρά.

Ένα ολόκληρο χρόνο μέσα στους σοσιαλιστές των εμπόλεμων και των ουδέτερων χωρών παρατηρήθηκε ένα προτσές ταλαντεύσεων και αναμονής: φοβούνταν να ομολογήσουν και στον ίδιο τον εαυτό τους πόσο βαθιά είναι η κρίση, δεν ήθελαν να ατενίσουν κατά πρόσωπο την πραγματικότητα, παρελκύανε με χίλιους δυό τρόπους την αναπόφευκτη ρήξη με τους οπορτουνιστές και τους καουτσκιστές που επικρατούν στα επίσημα κόμματα της δυτικής Ευρώπης.

Η εκτίμηση όμως των γεγονότων, που κάναμε εδώ κι ένα χρόνο στη διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής («Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», αρ. φύλ. 33) [1*], αποδείχτηκε σωστή˙ τα γεγονότα έδειξαν πως είναι σωστή. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ακριβώς κατά τέτοιο τρόπο, που στην πρώτη Διεθνή σοσιαλιστική συνδιάσκεψη αντιπροσωπεύτηκαν τα διαμαρτυρόμενα στοιχεία της μειοψηφίας (της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Σουηδίας, της Νορβηγίας), που δρουν αντίθετα με τις αποφάσεις των επίσημων κομμάτων, δηλ. που στην ουσία δρουν διασπαστικά.

Το αποτέλεσμα των εργασιών της συνδιάσκεψης είναι μια διακήρυξη και μια απόφαση συμπάθειας προς τους φυλακισμένους και τους καταδιωκόμενους. Και τα δυό αυτά ντοκουμέντα δημοσιεύονται σε τούτο το φύλλο της εφημερίδας «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ». Η συνδιάσκεψη απόρριψε με 19 ψήφους έναντι 12 την πρόταση να παραπεμφθεί σε επιτροπή το σχέδιο απόφασης, που προτάθηκε από μας και από άλλους επαναστάτες μαρξιστές, ενώ το σχέδιό μας διακήρυξης παραπέμφθηκε σε επιτροπή μαζί με άλλα δυό, για να συνταχθεί κοινή διακήρυξη. Ο αναγνώστης θα βρει σε άλλο μέρος τούτου του φύλλου και τα δυό σχέδιά μας, που η αντιπαραβολή τους με τη διακήρυξη που ψηφίστηκε δείχνει καθαρά ότι κατορθώσαμε να συμπεριληφθούν σ΄ αυτή μια σειρά βασικές ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού.

Η διακήρυξη που ψηφίστηκε αποτελεί στην πραγματικότητα ένα βήμα προς την ιδεολογική και πρακτική ρήξη με τον οπορτουνισμό και το σοσιαλσοβινισμό. Ταυτόχρονα όμως η διακήρυξη αυτή, όπως θα φανεί από την ανάλυσή της, πάσχει από ασυνέπεια και παρασιωπήσεις.

Η διακήρυξη χαρακτηρίζει τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό και τονίζει δυό γνωρίσματα αυτής της έννοιας: την τάση των καπιταλιστών κάθε έθνους προς το κέρδος, προς την εκμετάλλευση˙ την επιδίωξη των μεγάλων Δυνάμεων να μοιραστούν τον κόσμο και «να υποδουλώσουν» τα αδύνατα έθνη. Εδώ επαναλαμβάνονται τα πιο ουσιαστικά από όσα πρέπει να ειπωθούν για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου και από όσα λέγονται στην απόφασή μας. Σ΄ αυτό το σημείο η διακήρυξη απλώς εκλαϊκεύει την απόφασή μας. Η εκλαΐκευση, αναμφισβήτητα, είναι πράγμα ωφέλιμο. Αν όμως θέλουμε να πετύχουμε σαφήνεια στη σκέψη της εργατικής τάξης, αν αποδίδουμε σημασία στη συστηματική, επίμονη προπαγάνδα, τότε πρέπει να καθορίζουμε με ακρίβεια και πληρότητα τις αρχές που πρέπει να εκλαϊκευτούν. Αν δεν το κάνουμε αυτό, κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε το λάθος, το σφάλμα της ΙΙ Διεθνούς που προκάλεσε τη χρεωκοπία της, δηλαδή δίνουμε λαβή σε διφορούμενα και παρερμηνείες. Λόγου χάρη, μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι η ιδέα που εκφράζεται στην απόφαση σχετικά με την ωριμότητα των αντικειμενικών προϋποθέσεων του σοσιαλισμού έχει ουσιαστική σημασία; Στην «εκλαϊκευτική» έκθεση της διακήρυξης η ιδέα αυτή έχει παραλειφθεί˙ η προσπάθεια να ενωθούν σ΄ ένα σύνολο η σαφής και ακριβολογημένη απόφαση αρχών και η διακήρυξη δεν πέτυχε.

«Οι καπιταλιστές όλων των χωρών… ισχυρίζονται ότι ο πόλεμος γίνεται για την υπεράσπιση της πατρίδας… Λένε ψέματα…». Έτσι συνεχίζει η διακήρυξη. Χαρακτηρίζοντας ξανά απερίφραστα σαν «ψέμα» τη βασική ιδέα του οπορτουνισμού στο σημερινό πόλεμο, την ιδέα «της υπεράσπισης της πατρίδας», η διακήρυξη επαναλαμβάνει και εδώ την πιο ουσιαστική ιδέα της απόφασης των επαναστατών μαρξιστών. Και πάλι έχουμε μια θλιβερή παρασιώπηση, μια ορισμένη δειλία, ένα φόβο να ειπωθεί όλη η αλήθεια. Ποιος δεν ξέρει σήμερα, ύστερα από ένα χρόνο πόλεμο, ότι ήταν πραγματικό ατύχημα για το σοσιαλισμό η επανάληψη και η υποστήριξη  τ η ς  ψ ε υ τ ι ά ς  των καπιταλιστών όχι μόνο από τον καπιταλιστικό Τύπο (γι΄ αυτό και είναι καπιταλιστικός, για να επαναλαμβάνει τα ψέματα των καπιταλιστών), αλλά και από το μεγαλύτερο μέρος του σοσιαλιστικού Τύπου; Ποιος δεν ξέρει ότι την εξαιρετικά μεγάλη κρίση του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού δεν την προκάλεσε «η ψευτιά των καπιταλιστών», αλλά η ψευτιά του Γκεντ, του Χάιντμαν, του Βαντερβέλντε, του Πλεχάνοφ, του Κάουτσκι; Ποιος δεν ξέρει ότι η ψευτιά αυτών ακριβώς των ηγετών έδειξε ξαφνικά όλη τη δύναμη του οπορτουνισμού που τους τράβηξε πίσω του στην αποφασιστική στιγμή;

Για δέστε το αποτέλεσμα. Για να γίνουν δημοφιλείς μέσα στις πλατιές μάζες λένε ότι η ιδέα της άμυνας της πατρίδας στο σημερινό πόλεμο είναι ψέμα των καπιταλιστών. Οι μάζες όμως της Ευρώπης δεν είναι αγράμματες και σχεδόν όλοι όσοι διαβάζουν τη διακήρυξη έχουν ακούσει και ακούνε αυτό ακριβώς το ψέμα από εκατοντάδες σοσιαλιστικές εφημερίδες, περιοδικά και μπροσούρες, που το επαναλαμβάνουν μετά τον Πλεχάνοφ, τον Χάιντμαν, τον Κάουτσκι και Σία. Τι θα σκεφτούν όσοι διαβάσουν τη διακήρυξη; Ποιες σκέψεις θα γεννηθούν στο μυαλό τους από το εξόφθαλμο αυτό δείγμα δειλίας των συντακτών της διακήρυξης; Μην ακούτε το καπιταλιστικό ψέμα για την υπεράσπιση της πατρίδας –διδάσκει η διακήρυξη στους εργάτες. Πολύ καλά. Όλοι σχεδόν θα απαντήσουν ή θα σκεφτούν μέσα τους: το ψέμα των καπιταλιστών από καιρό έπαψε να μας αναστατώνει, το ψέμα όμως του Κάουτσκι και Σία…

Παρακάτω η διακήρυξη επαναλαμβάνει ακόμη μια ουσιαστική ιδέα της απόφασής μας, όταν λέει ότι τα σοσιαλιστικά κόμματα και οι εργατικές οργανώσεις των διάφορων χωρών «καταπάτησαν τις υποχρεώσεις των συνεδρίων της Στουτγάρδης, της Κοπεγχάγης [1] και της Βασιλείας», ότι και το Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο [2] δεν εκπλήρωσε το χρέος του, ότι αυτή η μη εκπλήρωση του χρέους του συνίσταται στην ψήφιση των πιστώσεων, στη συμμετοχή στην κυβέρνηση, στην αποδοχή της «ταξικής ειρήνης» (η διακήρυξη αποκαλεί την υποταγή στην «ταξική ειρήνη» δουλική, δηλ. κατηγορεί τον Γκεντ, τον Πλεχάνοφ, τον Κάουτσκι και Σία ότι αντικατέστησαν το κήρυγμα του σοσιαλισμού με το κήρυγμα δουλικών ιδεών).

Και προβάλλει το ερώτημα: αποτελεί άραγε συνέπεια να λες σε μια «εκλαϊκευτική» διακήρυξη ότι μια σειρά κόμματα δεν έκαναν το χρέος τους –όλος ο κόσμος ξέρει ότι πρόκειται για τα ισχυρότερα κόμματα και τις ισχυρότερες εργατικές οργανώσεις των πιο προηγμένων χωρών, της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας- και να μην εξηγείς αυτό το καταπληκτικό, το ανήκουστο και το ανείδωτο γεγονός; Μη εκπλήρωση του χρέους τους από την πλειοψηφία των σοσιαλιστικών κομμάτων και από το ίδιο το Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο! Τι είναι αυτό; Απλή σύμπτωση και χρεοκοπία ορισμένων προσώπων; Ή είναι απότομη στροφή μιας ολόκληρης εποχής; Αν δεχτούμε την πρώτη άποψη, αν εμείς πάμε στις μάζες με μια τέτοια ιδέα, αυτό ισοδυναμεί με απάρνηση από μέρους μας των βάσεων της σοσιαλιστικής διδασκαλίας: Αν δεχτούμε τη δεύτερη άποψη, πως μπορούμε να μην μιλήσουμε ανοιχτά γι΄ αυτό το πράγμα; Πρόκειται για μια κοσμοϊστορική στιγμή, για τη χρεοκοπία όλης της Διεθνούς, για απότομη στροφή μιας ολόκληρης εποχής κι εμείς φοβόμαστε να πούμε στις μάζες ότι πρέπει να αναζητήσουμε και να βρούμε όλη την αλήθεια, ότι πρέπει να τραβήξουμε τις σκέψεις μας ως το τέλος, ότι είναι παράλογο και γελοίο να δεχόμαστε την υπόθεση της χρεοκοπίας του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου και μιας σειράς κομμάτων, χωρίς να συνδέουμε αυτό το φαινόμενο με τη μακρόχρονη ιστορία της γέννησης, της ανάπτυξης, της ωρίμανσης και της παραωρίμανσης του πανευρωπαϊκού οπορτουνιστικού ρεύματος, που έχει βαθιές οικονομικές ρίζες –βαθιές όχι με την έννοια της αδιάρρηκτης σύνδεσής του με τις μάζες, αλλά με την έννοια της σύνδεσής του με ένα ορισμένο στρώμα της κοινωνίας.

Περνώντας στον «αγώνα για την ειρήνη», η διακήρυξη δηλώνει: «ο αγώνας αυτός είναι αγώνας για την ελευθερία, για την αδελφοσύνη των λαών, για το σοσιαλισμό» -και παρακάτω επεξηγεί ότι στον πόλεμο οι εργάτες θυσιάζονται «για το χατίρι των κυρίαρχων τάξεων», ενώ πρέπει να είναι κανείς έτοιμος να θυσιαστεί  «γ ι α  τ η  δ ι κ ή  τ ο υ  υ π ό θ ε σ η»  (με διπλή υπογράμμιση στη διακήρυξη), «για τους ιερούς σκοπούς του σοσιαλισμού» και η απόφαση συμπάθειας προς τους φυλακισμένους και τους καταδιωκόμενους αγωνιστές λέει ότι «η Συνδιάσκεψη αναλαμβάνει επίσημα την υποχρέωση να τιμήσει τους ζωντανούς και τους νεκρούς αγωνιστές, μιμούμενη το παράδειγμά τους» και ότι βάζει το καθήκον «να ξυπνήσουμε το επαναστατικό πνεύμα μέσα στο διεθνές προλεταριάτο».

Όλες αυτές οι ιδέες αποτελούν επανάληψη της ουσιαστικής ιδέας της απόφασής μας, ότι ο αγώνας για την ειρήνη χωρίς επαναστατικό αγώνα είναι κούφια, ψεύτικη φράση, ότι ο μοναδικός δρόμος για να γλυτώσουμε από τις φρίκες του πολέμου είναι ο επαναστατικός αγώνας για το σοσιαλισμό. Και πάλι παρασιώπηση, ασυνέπεια, δειλία: οι μάζες καλούνται να μιμηθούν τους επαναστάτες αγωνιστές, δηλώνεται ότι η πεντάδα της Ρωσικής σοσιαλδημοκρατικής εργατικής ομάδας, που καταδικάστηκε σε εξορία στη Σιβηρία, συνέχισε τις «ένδοξες επαναστατικές παραδόσεις της Ρωσίας», διακηρύσσεται η ανάγκη «να ξυπνήσουμε το επαναστατικό πνεύμα» και… δεν γίνεται λόγος καθαρά, ανοιχτά, συγκεκριμένα για τα επαναστατικά μέσα πάλης.

Έπρεπε άραγε η Κεντρική μας Επιτροπή να υπογράψει μια διακήρυξη που τη χαρακτηρίζει ασυνέπεια και δειλία; Νομίζουμε ότι έπρεπε. Ότι δεν είμαστε σύμφωνοι –ότι δεν είναι σύμφωνη όχι μόνο η Κεντρική Επιτροπή, αλλά και όλη η αριστερά, η διεθνής, η επαναστατική-μαρξιστική μερίδα της συνδιάσκεψης- αυτό ειπώθηκε ανοιχτά και με την ιδιαίτερη απόφαση και με το ιδιαίτερο σχέδιο διακήρυξης και με μια ιδιαίτερη δήλωση που έγινε με την ευκαιρία της ψήφισης της συμβιβαστικής διακήρυξης. [3] Εμείς δεν κρύψαμε ούτε ένα γιώτα από τις απόψεις μας, από τα συνθήματα και την τακτική μας. Στη συνδιάσκεψη μοιράστηκε η γερμανική έκδοση της μπροσούρας: «Ο σοσιαλισμός και ο πόλεμος». [2*] Διαδώσαμε, διαδίδουμε και θα διαδίδουμε τις απόψεις μας όχι λιγότερο απ΄ ό,τι θα διαδίδεται η διακήρυξη. Είναι γεγονός ότι η διακήρυξη αυτή σημειώνει ένα βήμα μπρος προς τον πραγματικό αγώνα ενάντια στον οπορτουνισμό, ένα βήμα προς τη ρήξη και την απόσχιση απ΄ αυτόν. Θα ήταν σεχταρισμός να αρνηθούμε να κάνουμε αυτό το βήμα προς τα μπρος μαζί με τη μειοψηφία των Γερμανών, των Γάλλων, των Σουηδών, των Νορβηγών και των Ελβετών, εφόσον διατηρούμε όλη την ελευθερία και όλη τη δυνατότητα να επικρίνουμε την ασυνέπεια και να πετύχουμε όσο το δυνατό περισσότερα. [3*] Θα ήταν κακή πολεμική τακτική να αρνηθούμε να συμβαδίζουμε με το αναπτυσσόμενο διεθνές κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στο σοσιαλσοβινισμό, για το λόγο ότι το κίνημα αυτό είναι αργό, ότι κάνει «μόνο» ένα βήμα προς τα μπρος, ότι είναι έτοιμο και θέλει να κάνει αύριο ένα βήμα προς τα πίσω, να κλείσει ειρήνη με το παλιό Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο. Η τάση για συνδιαλλαγή με τους οπορτουνιστές είναι για την ώρα απλή επιθυμία και τίποτε περισσότερο. Θα δεχτούν άραγε οι οπορτουνιστές την ειρήνη; Είναι άραγε δυνατή αντικειμενικά μια ειρήνη ανάμεσα στο ρεύμα του σοσιαλσοβινισμού και του καουτσκισμού και στο ρεύμα του επαναστατικού διεθνιστικού μαρξισμού, που οι διαφωνίες τους βαθαίνουν ολοένα και περισσότερο; Έχουμε τη γνώμη ότι δεν είναι δυνατή και, ενθαρρυμένοι από την επιτυχία της γραμμής μας στη συνδιάσκεψη της 5-8 του Σεπτέμβρη, θα τη συνεχίσουμε και παραπέρα.

Γιατί η επιτυχία της γραμμής μας είναι αναμφισβήτητη. Συγκρίνετε τα γεγονότα. Το Σεπτέμβρη του 1914 η διακήρυξη της Κεντρικής μας Επιτροπής έμοιαζε μεμονωμένο φαινόμενο. Το Μάρτη του 1915 έχουμε τη διεθνή συνδιάσκεψη των γυναικών [5] με τη φτωχή σε περιεχόμενο πασιφιστική απόφασή της, που την ακολουθεί τυφλά η ΟΕ. Το Σεπτέμβρη του 1915 συσπειρωνόμαστε σε μια ολόκληρη ομάδα της διεθνούς αριστεράς, παρουσιαζόμαστε με δική μας τακτική, μπαίνουν μια σειρά βασικές ιδέες μας στην κοινή διακήρυξη, παίρνουμε μέρος στη δημιουργία της ΔΣΕ (της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Επιτροπής), δηλ. ουσιαστικά ενός νέου Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου, παρά τη θέληση του παλιού, με βάση τη διακήρυξη που ανοιχτά καταδικάζει την τακτική του παλιού.

Οι εργάτες της Ρωσίας, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία ακολούθησαν το κόμμα μας και την Κεντρική του Επιτροπή από τα χρόνια ακόμη του 1912-1914, θα δουν τώρα με την πείρα του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος ότι η τακτική μας επιβεβαιώνεται και σε πιο πλατύ στίβο και ότι τις βασικές μας ιδέες τις συμμερίζεται μια όλο και πιο πλατύτερη και μάλιστα η καλύτερη μερίδα της προλεταριακής Διεθνούς.


[1*] Βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 26ος, σελ. 13-23. Η Σύντ.

[2*] Βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 26ος, σελ. 313-358. Η Σύντ.

[3*] Και το γεγονός ότι η «Οργανωτική Επιτροπή» και οι σοσιαλεπαναστάτες υπόγραψαν τη διακήρυξη, σαν διπλωμάτες, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν όλους τους δεσμούς τους –και όλη τους την εξάρτηση- με το περιοδικό «Νάσα Ζαριά», με τον Ρουμπανόβιτς και με τη συνδιάσκεψη του Ιούλη (του 1915) των λαϊκών σοσιαλιστών και των σοσιαλεπαναστατών της Ρωσίας- [4] το γεγονός αυτό δεν μας τρομάζει. Έχουμε αρκετές δυνατότητες να αγωνιστούμε ενάντια στη σάπια διπλωματία και να την ξεσκεπάζουμε. Άλλωστε ξεσκεπάζεται μόνη της ολοένα και περισσότερο. Το «Νάσα Ζαριά» και η ομάδα Τσχεΐτζε μας βοηθάνε να ξεσκεπάσουμε τον Αξελρόντ και Σία.
____________

«Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», αρ. φύλ. 45-46,
           11 του Οκτώβρη 1915
                                  
                                   Δημοσιεύεται σύμφωνα
με το κείμενο της εφημερίδας
                              «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ»


Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 27, σ. 38-44, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1980.
____________

Σημειώσεις

Οι σημειώσεις 1-5 είναι αντίστοιχες των 25-29 από τον 27ο τόμο των Απάντων, σελ. 499-501 (ΠΓ).

[1] Το Διεθνές σοσιαλιστικό συνέδριο της Κοπεγχάγης (VIII συνέδριο της ΙΙ Διεθνούς), που έγινε στις 28 του Αυγούστου με 3 του Σεπτέμβρη 1910, στην απόφασή του «Τα διαιτητικά δικαστήρια και ο αφοπλισμός» επικύρωσε την απόφαση του συνεδρίου της Στουτγάρδης (1907) «Ο μιλιταρισμός και οι διεθνείς συγκρούσεις», η οποία απαιτούσε από τους σοσιαλιστές όλων των χωρών να εκμεταλλευτούν την οικονομική και πολιτική κρίση, που προκαλεί ο πόλεμος, για την ανατροπή της αστικής τάξης. Η απόφαση του συνεδρίου της Κοπεγχάγης υποχρέωνε επίσης τα σοσιαλιστικά κόμματα και τους αντιπροσώπους τους στα κοινοβούλια ν΄ απαιτούν από τις κυβερνήσεις τους τη μείωση των εξοπλισμών, την επίλυση των διαφορών ανάμεσα στα κράτη σε διαιτητικά δικαστήρια, και καλούσε τους εργάτες όλων των χωρών να οργανώσουν διαμαρτυρίες κατά της απειλής του πολέμου.

[2] Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο (ΔΣΓ) – μόνιμο εκτελεστικό-πληροφοριακό όργανο της ΙΙ Διεθνούς. Η απόφαση για τη δημιουργία του ΔΣΓ πάρθηκε στο συνέδριο της ΙΙ Διεθνούς που έγινε στο Παρίσι (1900). Έδρα του ΔΣΓ ήταν οι Βρυξέλλες. Το ΔΣΓ το αποτελούσαν δυό αντιπρόσωποι από κάθε εθνικό κόμμα. […] Από τις αρχές του πρώτου παγκόσμιου πολέμου το ΔΣΓ μετατράπηκε σε πειθήνιο όργανο των σοσιαλσοβινιστών.

[3] Στη συνδιάσκεψη του Τσίμμερβαλντ ανακοινώθηκαν οι εξής δηλώσεις της Αριστεράς του Τσίμμερβαλντ:

«Οι παρακάτω υπογεγραμμένοι δηλώνουν:

Η διακήρυξη που ψήφισε η συνδιάσκεψη δεν μας ικανοποιεί απόλυτα. Δεν περιέχει χαρακτηρισμό τόσο του ανοιχτού οπορτουνισμού, όσο και του οπορτουνισμού που καλύπτεται με ριζοσπαστικές φράσεις, οπορτουνισμού που δεν είναι μονάχα ο κύριος αίτιος της χρεοκοπίας της Διεθνούς, αλλά και που θέλει να διαιωνίσει τη χρεοκοπία αυτή. Η διακήρυξη δεν περιέχει ακριβή χαρακτηρισμό των μέσων της πάλης ενάντια στον πόλεμο.

Θα εξακολουθήσουμε, όπως κάναμε και μέχρι σήμερα, να υπερασπίζουμε στο σοσιαλιστικό Τύπο και στις συσκέψεις της Διεθνούς την αποφασιστική μαρξιστική θέση σε σχέση με τα καθήκοντα που έβαλε η εποχή του ιμπεριαλισμού μπροστά στο προλεταριάτο.

Ψηφίζουμε υπέρ της διακήρυξης γιατί τη θεωρούμε σαν προσκλητήριο πάλης και σ΄ αυτή την πάλη θέλουμε να βαδίσουμε χέρι με χέρι με τα υπόλοιπα τμήματα της Διεθνούς.

Παρακαλούμε η δήλωση αυτή να παρατεθεί στον επίσημο απολογισμό».

Η δεύτερη δήλωση έλεγε:

«Αφού η ψήφιση της διόρθωσής μας στη διακήρυξη (που απαιτεί την καταψήφιση των πολεμικών πιστώσεων) θα μπορούσε ως ένα βαθμό να κλονίσει την επιτυχία της συνδιάσκεψης, διατηρώντας τις αντιρρήσεις μας, ανακαλούμε την πρότασή μας και θεωρούμε ικανοποιητική τη δήλωση του Λέντεμπουρ στην επιτροπή, ότι στη διακήρυξη αναφέρεται ήδη αυτό που θέλει η πρότασή μας».

Η πρώτη δήλωση υπογράφηκε από τον Λένιν και από άλλα μέλη της ομάδας των αριστερών˙ το κείμενο της δεύτερης δήλωσης, γραμμένο ιδιόχειρα από τον Λένιν, προετοιμάστηκε από τον ίδιο, όπως φαίνεται, για δημοσίευση στο φύλ. αρ. 47 της εφημερίδας «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ». Το πιο πιθανό απ΄ όλα είναι ότι ο Λένιν πήρε μέρος στη σύνταξη αυτών των ντοκουμέντων και πιθανόν να ήταν ο συντάκτης τους.

[4] Η συνδιάσκεψη των λαϊκών σοσιαλιστών και των σοσιαλεπαναστατών της Ρωσίας, που έγινε τον Ιούλη του 1915 στην Πετρούπολη, ψήφισε απόφαση με την οποία καλούσε τις μάζες να πάρουν ενεργό μέρος στην «άμυνα της πατρίδας» στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

[5] Η Διεθνής σοσιαλιστική συνδιάσκεψη των γυναικών έγινε στη Βέρνη στις 26-28 του Μάρτη 1915. Συγκλήθηκε με την πρωτοβουλία της οργάνωσης του εξωτερικού του περιοδικού «Ραμπότνιτσα» με την άμεση συμμετοχή της Κλάρας Τσέτκιν, που ήταν τότε πρόεδρος του Διεθνούς Γραφείου των σοσιαλιστριών-γυναικών. […] 

Η πλειοψηφία των αντιπροσώπων της συνδιάσκεψης βρισκόταν κάτω από την επίδραση των κεντριστών και γι΄ αυτό η συνδιάσκεψη αντί να συζητήσει τα γενικά καθήκοντα που συνδέονταν με τον πόλεμο, περιορίστηκε να συζητήσει την εισήγηση της Κ. Τσέτκιν «Για τις διεθνιστικές εκδηλώσεις των σοσιαλιστριών γυναικών υπέρ της ειρήνης». […] Η συνδιάσκεψη ψήφισε την απόφαση που σύνταξε η Κ. Τσέτκιν.

Ο Β. Ι. Λένιν χαρακτήρισε τη συνδιάσκεψη σαν προσπάθεια αποκατάστασης των διεθνιστικών δεσμών και επιδίωξε να τη χρησιμοποιήσει για τη συσπείρωση των διεθνιστικών στοιχείων πάνω σε επαναστατικές θέσεις. Όμως, όπως ο ίδιος υπόδειχνε αργότερα, κι αυτή η συνδιάσκεψη και οι άλλες διεθνείς συνδιασκέψεις διεθνιστών, που έγιναν την περίοδο αυτή, αν και διαπνέονταν από τις καλύτερες προθέσεις, «δεν χάραξαν μια αγωνιστική γραμμή των διεθνιστών», «περιορίστηκαν στην επανάληψη των παλιών αποφάσεων» και «στην καλύτερη περίπτωση ήταν βήμα σημειωτόν» (Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 26ος, σελ. 344). […]




Οι επαναστάτες μαρξιστές στη Διεθνή Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη της 5-8 του Σεπτέμβρη 1915

του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν

Ο ιδεολογικός αγώνας στη συνδιάσκεψη έγινε ανάμεσα στη συσπειρωμένη ομάδα των διεθνιστών, των επαναστατών μαρξιστών, και στους ταλαντευόμενους σχεδόν-καουτσκιστές, που αποτελούσαν τη δεξιά πτέρυγα της συνδιάσκεψης. Η συσπείρωση της ομάδας που αναφέρουμε ήταν ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα και μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της συνδιάσκεψης. Ύστερα από ένα ολόκληρο χρόνο πολέμου το μοναδικό ρεύμα της Διεθνούς που παρουσιαζόταν με απόλυτα συγκεκριμένη απόφαση –καθώς και μ΄ ένα σχέδιο διακήρυξης στηριγμένο σ΄ αυτή την απόφαση- και ένωσε τους συνεπείς μαρξιστές της Ρωσίας, της Πολωνίας, της περιοχής της Λεττονίας, της Γερμανίας, της Σουηδίας, της Νορβηγίας, της Ελβετίας και της Ολλανδίας, αποδείχτηκε ότι είναι το ρεύμα που το αντιπροσωπεύει το κόμμα μας.

Ποια είναι όμως τα επιχειρήματα που πρόβαλαν εναντίον μας οι ταλαντευόμενοι; Οι Γερμανοί αναγνώριζαν ότι βαδίζουμε για επαναστατικές μάχες, ωστόσο, έλεγαν, δεν πρέπει να φωνάζουμε σ΄ όλο τον κόσμο για τέτοια πράγματα, όπως είναι η συναδέλφωση στα χαρακώματα, οι πολιτικές απεργίες, οι διαδηλώσεις στους δρόμους και ο εμφύλιος πόλεμος. Αυτά τα κάνουν, μα δεν τα λένε. Και άλλοι πρόσθεταν: αυτά είναι παιδιαρίσματα, αυτά είναι πυροτεχνήματα.

Γι΄ αυτούς τους αντιφατικούς και μέχρι γελοιότητας και αναξιοπρέπειας ανειλικρινείς λόγους τους οι Γερμανοί μισοκαουτσκιστές αυτοτιμωρήθηκαν, ψηφίζοντας την έκφραση συμπάθειας και τη δήλωση ότι είναι ανάγκη «να μιμηθούμε» τα μέλη της Ρωσικής σοσιαλδημοκρατικής εργατικής ομάδας, τα οποία τότε ακριβώς κυκλοφορούσαν το Κεντρικό μας Όργανο «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», «που μιλούσε σ΄ όλο τον κόσμο» για τον εμφύλιο πόλεμο.

Εσείς ακολουθείτε το άσχημο παράδειγμα του Κάουτσκι, απαντούσαμε στους Γερμανούς: στα λόγια αναγνωρίζετε ότι απαντούσαμε στους Γερμανούς: στα λόγια αναγνωρίζετε ότι επέρχεται η επανάσταση, στην πράξη όμως αρνείστε να μιλάτε στις μάζες απερίφραστα για την επανάσταση, να τις καλείτε στην επανάσταση, να χαράζετε τα πιο συγκεκριμένα μέσα πάλης, που η μάζα τα δοκιμάζει και τα καθιερώνει στην πορεία της επανάστασης. Το 1847, στο περιώνυμο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» ο Μαρξ και ο Ένγκελς καλούσαν από το εξωτερικό – στους γερμανούς φιλισταίους φαινόταν τρομερό να θέλουν να μιλάνε από το εξωτερικό για επαναστατικά μέσα πάλης!- σε επανάσταση, μιλούσαν απερίφραστα και ανοιχτά για χρησιμοποίηση βίας, δήλωναν ότι είναι «αξιοκαταφρόνητο» να κρύβει κανείς τους επαναστατικούς του σκοπούς, τα καθήκοντα και τις μεθόδους του αγώνα. Η επανάσταση του 1848 απόδειξε ότι μόνο ο Μαρξ και ο Ένγκελς αντιμετώπιζαν τα γεγονότα με σωστή τακτική. Στη Ρωσία, μερικά χρόνια πριν την επανάσταση του 1905, στην παλιά «Ίσκρα» του 1901, ο Πλεχάνοφ, που ήταν τότε μαρξιστής, έγραψε σ΄ ένα ανυπόγραφο άρθρο, που έκφραζε τις απόψεις όλης της Σύνταξης, για την επερχόμενη εξέγερση και για τέτοιους τρόπους προετοιμασίας της, όπως είναι οι διαδηλώσεις στους δρόμους, και μάλιστα και για τέτοιες τεχνικές μεθόδους, όπως η χρήση συρματοπλέγματος στον αγώνα ενάντια στο ιππικό. Η επανάσταση στη Ρωσία απόδειξε ότι μόνο οι παλιοί «ισκριστές» αντιμετώπιζαν τα γεγονότα με σωστή τακτική. Και τώρα: ένα από τα δυό. Είτε έχουμε πραγματικά την ακράδαντη πεποίθηση ότι ο πόλεμος δημιουργεί στην Ευρώπη επαναστατική κατάσταση, ότι όλες οι οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της ιμπεριαλιστικής εποχής οδηγούν στην επανάσταση του προλεταριάτου. Και τότε έχουμε επιτακτική υποχρέωση να εξηγούμε στις μάζες την αναγκαιότητα της επανάστασης, να τις καλούμε σ΄ αυτήν, να δημιουργούμε τις αντίστοιχες οργανώσεις, να μη φοβόμαστε να μιλάμε με τον πιο συγκεκριμένο τρόπο για τις διάφορες μεθόδους βίαιου αγώνα και για την «τεχνική» αυτού του αγώνα. Αυτή η επιτακτική μας υποχρέωση δεν εξαρτάται από το αν η επανάσταση θα είναι αρκετά ισχυρή και αν θα επέλθει σε συνάρτηση με τον 1ο ή με το 2ο ιμπεριαλιστικό πόλεμο κτλ. Είτε δεν έχουμε την πεποίθηση ότι η κατάσταση είναι επαναστατική, και τότε δεν υπάρχει λόγος να μιλάμε στα χαμένα για πόλεμο ενάντια στον πόλεμο. Τότε στην πραγματικότητα δεν θα είμαστε παρά εθνικοφιλελεύθεροι εργατικοί πολιτικοί της απόχρωσης Ζύντεκουμ-Πλεχάνοφ ή Κάουτσκι.

Και οι γάλλοι αντιπρόσωποι δήλωναν επίσης ότι, κατά την πεποίθησή τους, η σημερινή κατάσταση πραγμάτων στην Ευρώπη θα οδηγήσει στην επανάσταση. Ωστόσο, έλεγαν, εμείς δεν ήρθαμε εδώ για «να δώσουμε τη διατύπωση της ΙΙΙ Διεθνούς», αυτό είναι το πρώτο˙ και δεύτερο, ο γάλλος εργάτης «δεν πιστεύει σε κανέναν και σε τίποτε»˙ έχει διαφθαρεί και κορεστεί από τη φρασεολογία των αναρχικών και του Ερβέ. Το πρώτο επιχείρημα είναι αβάσιμο. Γιατί στην κοινή συμβιβαστική διακήρυξη «έχει δοθεί» ωστόσο η «διατύπωση» της ΙΙΙ Διεθνούς, μόνο που η διατύπωση αυτή είναι ανακόλουθη, γεμάτη παρασιωπήσεις, όχι βαθιά μελετημένη. Το δεύτερο επιχείρημα είναι πολύ σπουδαίο, είναι ένα σοβαρό πραγματικό επιχείρημα, που παίρνει υπόψη του την ειδική κατάσταση της Γαλλίας –όχι με την έννοια της υπεράσπισης της πατρίδας και της εισβολής του εχθρού, αλλά με την έννοια «των αδύνατων σημείων» του γαλλικού εργατικού κινήματος. Από τον υπολογισμό όμως αυτής της κατάστασης βγαίνει μόνο τούτο, ότι οι γάλλοι σοσιαλιστές θα καταπιαστούν ίσως με πιο αργούς ρυθμούς με τις πανευρωπαϊκές επαναστατικές ενέργειες του προλεταριάτου, μα δεν βγαίνει καθόλου ότι οι ενέργειες αυτές δεν χρειάζονται. Το ζήτημα με τι ταχύτητα, από ποιο δρόμο, με ποιες ιδιαίτερες μορφές είναι ικανό το προλεταριάτο των διάφορων χωρών να πραγματοποιήσει το πέρασμα σε επαναστατικές ενέργειες δεν τέθηκε καν στη συνδιάσκεψη, μα και δεν μπορούσε να τεθεί. Δεν υπάρχουν ακόμη τα αναγκαία δεδομένα για να τεθεί αυτό το ζήτημα. Η δουλειά μας για την ώρα είναι να προπαγανδίζουμε από κοινού μια σωστή τακτική και τα γεγονότα θα δείξουν ύστερα απ΄ αυτό τους ρυθμούς του κινήματος και τις μορφές (εθνικές, τοπικές, επαγγελματικές) που θ΄ ακολουθήσει το γενικό ρεύμα. Αν το γαλλικό προλεταριάτο έχει διαφθαρεί από την αναρχική φρασεολογία, έχει διαφθαρεί επίσης και από το μιλλερανισμό˙ και η δουλειά μας δεν είναι να ενισχύουμε αυτή τη διαφθορά με τις παρασιωπήσεις της διακήρυξης.

Ο ίδιος ο Μέρχαϊμ, και όχι κανένας άλλος, άφησε να του ξεφύγει μια χαρακτηριστική και πολύ σωστή φράση: «το κόμμα (το σοσιαλιστικό), ο Ζουό (γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας [1]) και η κυβέρνηση είναι τρία κεφάλια κάτω από μια σκούφια». Αυτό είναι σωστό. Είναι γεγονός αποδειγμένο από την πείρα ενός χρόνου πάλης των γάλλων διεθνιστών ενάντια στο κόμμα και τους κυρίους κυρίους τύπου Ζουό. Από δω όμως βγαίνει μόνο ένα συμπέρασμα: δεν μπορεί να αγωνίζεται κανείς ενάντια στην κυβέρνηση, χωρίς να αγωνίζεται ενάντια στα κόμματα των οπορτουνιστών και τους ηγέτες του αναρχοσυνδικαλισμού. Μα η κοινή διακήρυξη, σε διάκριση από το σχέδιό μας απόφασης, χάραξε απλώς τα καθήκοντα αυτού του αγώνα, χωρίς όμως να τα διατυπώσει ως το τέλος.

Ένας Ιταλός, δηλώνοντας ότι δεν συμφωνεί με την τακτική μας, είπε: «η τακτική σας εμφανίζεται είτε πάρα πολύ αργά (γιατί ο πόλεμος έχει αρχίσει πια), είτε πάρα πολύ νωρίς» (γιατί ο πόλεμος δεν δημιούργησε ακόμη τους όρους της επανάστασης)˙ και επιπρόσθετα εσείς προτείνετε «την αλλαγή του προγράμματος» της Διεθνούς, γιατί όλη μας η προπαγάνδα γινόταν πάντα «ενάντια στη βία». Θα μας ήταν εύκολο να απαντήσουμε σ΄ όλα αυτά –μ΄ ένα απόσπασμα από το «En garde!» («Σε επιφυλακή!») του Ζυλ Γκεντ- ότι κανένας με επιρροή ηγέτης της ΙΙ Διεθνούς δεν αρνήθηκε ποτέ τη χρήση βίας και γενικά των άμεσα επαναστατικών μεθόδων πάλης. Όλοι τους έλεγαν πάντα ότι η νόμιμη πάλη, ο κοινοβουλευτισμός και η εξέγερση συνδέονται αμοιβαία και πρέπει αναγκαστικά να περνάει η μια μορφή στην άλλη, ανάλογα με την αλλαγή των συνθηκών του κινήματος. Εξάλλου από το ίδιο βιβλίο «En garde!» έχουμε παραθέσει ένα απόσπασμα από το λόγο του Γκεντ του 1899, όπου μιλάει για το ενδεχόμενο ενός πολέμου για αγορές, αποικίες κτλ., τονίζοντας ταυτόχρονα πως, αν σ΄ έναν τέτοιο πόλεμο είχαμε μπροστά μας έναν γάλλο, έναν γερμανό και έναν άγγλο Μιλλεράν «τι θα γινόταν η διεθνής αλληλεγγύη του προλεταριάτου»; Με το λόγο του αυτό ο Γκεντ καταδίκασε προκαταβολικά τον εαυτό του. Όσο για το «μη έγκαιρο» κήρυγμα της επανάστασης, η αντίρρηση αυτή στηρίζεται στη συνηθισμένη σύγχυση των εννοιών που γίνεται από τους ρωμανούς σοσιαλιστές: την έναρξη της επανάστασης τη συγχέουν με το ανοιχτό και απροκάλυπτο κήρυγμά της. Στη Ρωσία κανείς δεν παραδέχεται ότι η επανάσταση του 1905 είχε αρχίσει πριν τις 9 του Γενάρη 1905, το επαναστατικό κήρυγμα όμως με την πιο στενή έννοια της λέξης, δηλ. η προπαγάνδιση και η προετοιμασία των μαζικών εκδηλώσεων, των διαδηλώσεων, των απεργιών και των οδοφραγμάτων γινόταν από χρόνια πριν. Η παλιά «Ίσκρα», λόγου χάρη, έκανε αυτή την προπαγάνδα από το τέλος του 1900, όπως ο Μαρξ την έκανε από το 1847, τότε που δεν μπορούσε ακόμη ούτε και να γίνει λόγος για έναρξη της επανάστασης στην Ευρώπη.

Όταν αρχίσει πια η επανάσταση, την «αναγνωρίζουν» τότε και οι φιλελεύθεροι και οι άλλοι εχθροί της, την αναγνωρίζουν συχνά για να την εξαπατήσουν και να την προδώσουν. Οι επαναστάτες προβλέπουν την επανάσταση, έχουν συνείδηση του αναπόφευκτού της, διδάσκουν στις μάζες την αναγκαιότητά της, εξηγούν στις μάζες τους δρόμους και τα μέσα της πριν το ξέσπασμά της.

Η ειρωνεία της ιστορίας τα έφερε έτσι, ώστε ακριβώς ο Κάουτσκι και οι φίλοι του, που προσπάθησαν ανοιχτά ν΄ αρπάξουν από τα χέρια του Γκριμμ τη σύγκληση της συνδιάσκεψης, που προσπάθησαν ανοιχτά να ματαιώσουν τη συνδιάσκεψη των αριστερών (οι πιο στενοί φίλοι του Κάουτσκι έκαναν ακόμη και ταξίδια για το σκοπό αυτό, πράγμα που το αποκάλυψε ο Γκριμμ στη συνδιάσκεψη), είναι αυτοί ακριβώς που έσπρωξαν τη συνδιάσκεψη προς τα αριστερά. Οι οπορτουνιστές και οι καουτσκιστές αποδείχνουν με τις πράξεις τους την ορθότητα της θέσης που πήρε το κόμμα μας.

«Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», αρ. φύλ. 45-46,
11 του Οκτώβρη 1915
                                Δημοσιεύεται σύμφωνα
με το κείμενο της εφημερίδας
                              «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ»


Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 27, σ. 45-49, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1980.
____________

[1] Γενική Συνομοσπονδία εργασίας της Γαλλίας – Πανγαλλική ένωση των επαγγελματικών συνδικάτων που συγκροτήθηκε το 1895. Η Συνομοσπονδία βρισκόταν κάτω από την επίδραση των αναρχοσυνδικαλιστών και των ρεφορμιστών, οι ηγέτες της αναγνώριζαν μόνο τις οικονομικές μορφές πάλης, αρνούνταν την καθοδήγηση του συνδικαλιστικού κινήματος από το κόμμα του προλεταριάτου. Στην περίοδο του πρώτου παγκόσμιου πολέμου οι καθοδηγητές της συνομοσπονδίας πήγαν με το μέρος της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.