Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Η κυβέρνηση ως μεταβατική φάση της επαναστατικής διαδικασίας



Η θεωρητική κληρονομιά των κλασικών του μαρξισμού

του Βασίλη Λιόση

Στην πολύ ιδιαίτερη και κρίσιμη περίοδο που ζούμε έχει ανακύψει ένα πλήθος θεωρητικών ζητημάτων και τα ιδεολογικά ξίφη των διαφόρων ρευμάτων στους κόλπους της αριστεράς έχουν διασταυρωθεί πολλάκις: ποια τα αίτια της κρίσης, πώς ερμηνεύεται η ελληνική ιδιαιτερότητα, ποια η θέση της Ελλάδας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, τι είδους τακτική επιτάσσει η ιστορική συγκυρία; 

Ένα από τα κομβικά ζητήματα που έχουν τεθεί επί τάπητος κι έχει προκαλέσει ζωηρές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις είναι αυτό της κυβέρνησης. Θα μπορούσε μια κυβέρνηση ριζοσπαστικού προσανατολισμού να αποτελέσει μια πολιτική απάντηση εκ μέρους της αριστεράς (με ό,τι σημαίνει η λέξη αριστερά); Αλλιώς: μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση πριν την κατάληψη της εξουσίας που θα βοηθήσει σε αυτήν ακριβώς την κατάληψη ή απλώς να υπάρξει μια κυβέρνηση νεοκεϋνσιανού τύπου που θα αποκαταστήσει τις «αρρυθμίες» του καπιταλισμού; Στην πρώτη εκδοχή τι περιεχόμενο πρέπει να έχει μια τέτοια κυβέρνηση; Θα φέρει το χαρακτηρισμό της αντικαπιταλιστικής, της αντιμονοπωλιακής-αντιιμπεριαλιστικής, της αριστερής και τι σημαίνει αυτό σε κάθε περίπτωση; Η δεύτερη περίπτωση έχει ρεαλιστική υπόσταση;

Στο παρόν κείμενο δε θα αναλύσουμε τις μέχρι τώρα κατατεθείσες πολιτικές προτάσεις. Αποτέλεσαν, όμως, την αφορμή (οι προτάσεις) για τις σκέψεις που θα καταθέσουμε. Αυτό που κυρίως θα μας απασχολήσει είναι ο τρόπος που οι κλασικοί του μαρξισμού-λενινισμού και το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, είδαν το ζήτημα μιας κυβέρνησης με τη συμμετοχή των επαναστατικών δυνάμεων πριν τη διεξαγωγή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Επομένως, θα εξετάσουμε τη μήτρα εντός της οποίας γεννήθηκαν όλοι αυτοί οι προβληματισμοί σκεπτόμενοι πάντα τη γονιμοποίηση των σκέψεών μας στο σήμερα.


Α. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ

Χρησιμοποιούμε την έννοια της μετάβασης ως το πέρασμα από μια ποιοτικά παλιά κατάσταση σε μια ποιοτικά νέα. Μπορεί άραγε αυτό το πέρασμα να γίνει χωρίς αντιθέσεις, αντιφάσεις, συγκρούσεις; Έχει επαληθευτεί κάποια ομαλή διαδικασία για το πέρασμα από μια παλιά ποιότητα σε μια νέα, σε επίπεδο νόησης, φύσης ή κοινωνίας ή μια τέτοια εξέλιξη είναι νομοτελειακά συγκρουσιακή;

Η φύση και η κοινωνία διέπονται από τους ίδιους νόμους της διαλεκτικής και του υλισμού, ωστόσο είναι γνωστό πως υπάρχει μια κεφαλαιώδης διαφορά ανάμεσά τους. Στη φύση δεν ενυπάρχει κάποια συνείδηση κι όλα εξελίσσονται ασύνειδα. Στην κοινωνία η εξέλιξη έχει αντικειμενικούς νόμους, αλλά η εξέλιξη προς εκείνη ή την άλλη κατεύθυνση εξαρτάται και από τη συνειδητή δράση των ανθρώπινων όντων. Η δράση αυτή μπορεί να επιταχύνει ή να επιβραδύνει τις διαδικασίες, να κάνει πιο στέρεα ή πιο σαθρά τα θεμέλια μιας κοινωνικής πραγματικότητας, να μεγιστοποιήσει ή να ελαχιστοποιήσει τα προϊόντα μιας αντικειμενικής διαδικασίας. Αυτό, όμως, σημαίνει πως όσον αφορά στην πραγματοποίηση της κοινωνικής επανάστασης, πρέπει κάθε φορά να αναζητηθούν οι βέλτιστοι δρόμοι προκειμένου: α) να αξιοποιούνται οι αντικειμενικές συνθήκες που μπορεί να είναι ευνοϊκές για το επαναστατικό εγχείρημα (πόλεμος, οικονομική κρίση, εθνικοανεξαρτησιακά ζητήματα), β) να εξασφαλιστούν κοινωνικές συμμαχίες ή να ουδετεροποιηθούν κοινωνικά στρώματα και να μην περάσουν στο αντεπαναστατικό στρατόπεδο, γ) να κερδηθεί με το επαναστατικό όραμα η πλειονότητα της εργατικής τάξης, δ) το κόμμα της εργατικής τάξης να ασκεί σοβαρή επιρροή πρώτα από όλα στην εργατική τάξη αλλά και εν γένει στα λαϊκά στρώματα.

Είναι γνωστό πως το σχίσμα που έγινε στους κόλπους όλων εκείνων που αναφέρονταν σε μια νέα κοινωνία και συγχρόνως κριτικάρανε τον καπιταλισμό, κατέγραψε τρία βασικά ρεύματα: το κομμουνιστικό, το σοσιαλδημοκρατικό και το αναρχικό. 

Σε γενικό θεωρητικό επίπεδο για το πρώτο ρεύμα η κοινωνική εξέλιξη είναι πότε αργή, πότε επιταχύνεται, έχει ομαλές και λιγότερο ομαλές στιγμές, υπάρχουν προωθήσεις, ζιγκ ζαγκ, πισωγυρίσματα και σπειροειδείς κινήσεις, αλλά η μετάβαση αποτελεί ένα άλμα και δεν μπορεί να γίνει ειρηνικά. Για το δεύτερο η μετάβαση πρέπει να γίνει ομαλά και χωρίς άλματα και για το τρίτο παραβλέπονται οι λεπτές αντιθέσεις και η μετάβαση οφείλει να είναι μια ασυνέχεια της κοινωνικής ροής (μάλιστα στοχεύοντας απευθείας στο τέρμα της διαδρομής) και τίποτα άλλο. 

Βεβαίως σε καθένα από αυτά τα ρεύματα υπήρξε ένα πλήθος διαιρέσεων και υποδιαιρέσεων, αλλά αν θα θέλαμε να περιγράψουμε grosso modo τα πολιτικά παρεπόμενα της παραπάνω γενικής θεωρητικής προσέγγισης θα λέγαμε πως: α) στο πρώτο ρεύμα οι μεταρρυθμίσεις εντός καπιταλιστικού πλαισίου αξιοποιούνται προς όφελος της επαναστατικής διαδικασίας (τουλάχιστον θεωρητικά), β) στο δεύτερο οι μεταρρυθμίσεις γίνονται κεντρική πολιτική επιλογή και ο στρατηγικός στόχος αδυνατίζει μέχρι εξαφάνισης, ενώ γ) στο τρίτο οι μεταρρυθμίσεις παραβλέπονται πλήρως και οι αναφορές επικεντρώνονται στην αταξική κοινωνία. 

Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα που τίθεται είναι το πώς θα συνδεθεί η τακτική με τη στρατηγική, η μεταρρύθμιση με την επανάσταση, το εθνικό με το ταξικό, το εθνικό με το διεθνικό. Το ζητούμενο είναι (ή υποτίθεται πως είναι), ο τρόπος που θα μεταβούμε στην «άλλη» κοινωνία. 


Β. ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ

Από νωρίς οι κλασικοί του Μαρξισμού συνειδητοποίησαν πως ο γεννήτορας όλων των αντιθέσεων είναι η αντίθεση κεφάλαιο-εργασία, αλλά συγχρόνως δεν εγκλωβίστηκαν σε μια χονδροειδή ανάγνωση της πολιτικής. Δεν ξέχασαν ποτέ ποιος είναι αυτός ο γεννήτορας (αυτό δεν πρέπει να το ξεχάσουμε ούτε όσοι σήμερα προσβλέπουμε στην κοινωνική ανατροπή), ενώ μπόρεσαν να δουν τον τρόπο που πρέπει να αξιοποιούνται στην πολιτική (η πολιτική με την έννοια της ταξικής πάλης) δευτερεύουσες αντιθέσεις και ειδικές συνθήκες. Αυτό αποδεικνύεται από τον τρόπο που αντιμετώπισαν τη συγκρότηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το ιρλανδικό και το ινδικό ζήτημα, καθώς και από τον τρόπο που χαράχτηκε η επαναστατική τακτική στη Ρωσία.

Ένα θέμα που μάλλον έχει υποτιμηθεί στη μαρξιστική φιλολογία είναι ο τρόπος που οι κλασικοί αντιμετώπισαν το ζήτημα των τύπων των επαναστατικών κυβερνήσεων. Αμέσως παρακάτω θα επιχειρήσουμε μια πρώτη κωδικοποίηση. 

Ο Μαρξισμός προέβλεψε τέσσερις τύπους (επαναστατικών) κυβερνήσεων: α) την κυβέρνηση που αντιστοιχεί στη Λαοκρατική Δημοκρατία (Μαρξ), β) την κυβέρνηση που αντιστοιχεί στη Δημοκρατική Δικτατορία του Προλεταριάτου και της Αγροτιάς (Λένιν) γ) την Εργατική Κυβέρνηση (Τρίτη Διεθνής) και δ) την κυβέρνηση που αντιστοιχεί στη δικτατορία του προλεταριάτου (Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν). 

Οι τρεις πρώτοι τύποι δεν έχουν εξασφαλίσει ακόμη το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια της εργατικής τάξης και προηγούνται της σοσιαλιστικής επανάστασης, ενώ η τελευταία περίπτωση είναι η «καθαρόαιμη» εργατική εξουσία που έπεται της επαναστατικής διαδικασίας (βεβαίως λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική εμπειρία, σπέρματα της εργατικής εξουσίας μπορεί να προϋπάρχουν της σοσιαλιστικής επανάστασης π.χ. δυαδική εξουσία). 

Αυτοί οι τρεις πρώτοι τύποι εμπεριέχουν αναγκαστικά την έννοια της μετάβασης ακριβώς γιατί στοχεύουν ή πρέπει να στοχεύουν στη σοσιαλιστική κοινωνία [1]. Ωστόσο σε αυτούς τους τρεις τύπους υπάρχουν διαφοροποιήσεις: οι δυο πρώτοι αναφέρονται σε κυβερνήσεις που προκύπτουν έπειτα από το ξέσπασμα μιας αστικοδημοκρατικής επανάστασης, ενώ ο τρίτος αφορά σε «ομαλές» [2] κοινοβουλευτικές συνθήκες.

Από τα όσα ήδη έχουμε πει, είναι εμφανές πως για το μαρξισμό κυβέρνηση και εξουσία δεν ταυτίζονται. Αυτός που ηγείται μιας κυβέρνησης (πρόσωπο, κόμμα ή τάξη) δεν έχει αναγκαστικά στα χέρια του και την εξουσία. Πρόκειται για μια κρίσιμης σημασίας παρατήρηση που αν δεν τη λάβουμε σοβαρά υπόψη οι παρανοήσεις και οι κίνδυνοι για το επαναστατικό εγχείρημα βρίσκονται προ των θυρών.


Γ. Η ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΠΡΩΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ (ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ)

Ο Μαρξ επιδιώκοντας να σκιαγραφήσει την τακτική και τη στρατηγική του επαναστατικού κινήματος της εποχής του, χρησιμοποίησε τον όρο Λαοκρατική Δημοκρατία (ΛΔ). Η ΛΔ δεν ταυτιζόταν με τη δικτατορία του προλεταριάτου και αφορούσε στις περιπτώσεις αστικοδημοκρατικής επανάστασης η οποία θα εξασφάλιζε: α) τη συμμαχία ανάμεσα στην εργατική τάξη και τη δημοκρατική αστική τάξη (αγροτιά και μικροαστικά στρώματα της πόλης), β) μια προσωρινή εξουσία που θα εξέφραζε τους συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα στην εργατική τάξη και τη δημοκρατική αστική τάξη, γ) τη συντριβή των παλιών φεουδαρχικών θεσμών, δ) την πραγματοποίηση της αγροτικής επανάστασης με την κρατικοποίηση των μεγάλων φεουδαρχικών γαιών [3].

Ο Μαρξ, ωστόσο, πλαισίωσε την ιδέα της ΛΔ με την ιδέα της Διαρκούς Επανάστασης (ΔΕ). Η ΔΕ επέτασσε τη συνέχιση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης και τη μετεξέλιξή της σε σοσιαλιστική [4].

Ο Λένιν προσάρμοσε την ιδέα της ΛΔ στις ρωσικές συνθήκες προωθώντας το στόχο της Δημοκρατικής Δικτατορίας του Προλεταριάτου και της Αγροτιάς (ΔΔΠΑ). Σε ένα από τα κορυφαία έργα του για ζητήματα τακτικής και στρατηγικής σημειώνει πως «Το επαναστατικό προλεταριάτο, όσο καθοδηγείται από τη σοσιαλδημοκρατία, απαιτεί να περάσει ολοκληρωτικά η εξουσία στη συντακτική συνέλευση και προς το σκοπό αυτό παλεύει όχι μόνο για το καθολικό εκλογικό δικαίωμα και όχι μόνο για πλήρη ελευθερία ζύμωσης, αλλά ακόμη και για την άμεση ανατροπή της τσαρικής κυβέρνησης και την αντικατάστασή της από μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση» [5]. Σε άλλο σημείο κωδικοποιεί τη σχετική προβληματική λέγοντας: «[…] Παρουσιάζεται ένα καινούριο ζήτημα, το ζήτημα της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης. Το κόμμα του συνειδητού προλεταριάτου για να δώσει ολοκληρωμένη απάντηση σε αυτό το ζήτημα πρέπει να ξεκαθαρίσει: 1ο, τη σημασία της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης, στη συντελούμενη επανάσταση και σε όλο τον αγώνα του προλεταριάτου· 2ο, τη στάση του απέναντι στην προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση· 3ο, τους ακριβείς όρους συμμετοχής της σοσιαλδημοκρατίας στην κυβέρνηση αυτή· 4ο, τους όρους άσκησης πίεσης πάνω σε αυτή την κυβέρνηση από τα κάτω, δηλ. στην περίπτωση που η σοσιαλδημοκρατία δε θα αντιπροσωπεύεται σε αυτήν» [6] (οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο).

Για την απάντηση στα παραπάνω ζητήματα, πάντα σύμφωνα με το Λένιν, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εξής παράμετροι: α) τα άμεσα και μακροπρόθεσμα συμφέροντα του προλεταριάτου στη δοσμένη στιγμή απαιτούν την αντικατάσταση της απολυταρχικής μορφής διακυβέρνησης με τη λαοκρατική δημοκρατία, β) η λαοκρατική δημοκρατία μπορεί να υλοποιηθεί κατόπιν μιας νικηφόρας λαϊκής εξέγερσης της οποίας το όργανο θα είναι μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, γ) σε μια τέτοιαν εξέλιξη δε θα πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες για το ρόλο της αστικής τάξης. 

Μάλιστα το ΙΙΙ συνέδριο του ΣΔΕΚΡ προέβλεπε: α) την απαίτηση από την πλευρά του προλεταριάτου να υλοποιηθεί ένα μίνιμουμ πρόγραμμα από την προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, β) τη συμμετοχή του ΣΔΕΚΡ σε αυτή την κυβέρνηση με σκοπό την αμείλικτη καταπολέμηση κάθε αντεπαναστατικής απόπειρας και την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης, γ) την ανεξαρτησία του ΣΔΕΚΡ ως όρο για τη συμμετοχή του και δ) την πίεση των πλατιών στρωμάτων του προλεταριάτου στην κυβέρνηση ανεξάρτητα από τη συμμετοχή των σοσιαλδημοκρατών [7].

Απέναντι στη λενινιστική γραμμή υπήρξε αμφισβήτηση «εξ αριστερών» την οποία όμως ο Λένιν δεν άφησε αναπάντητη: « […] Και σαν απάντηση στις αναρχικές αντιρρήσεις ότι τάχα αναβάλουμε τη σοσιαλιστική επανάσταση, θα πούμε: εμείς δεν αναβάλουμε, μα κάνουμε το πρώτο βήμα προς αυτήν με το μοναδικά δυνατό τρόπο, από το μοναδικά σωστό δρόμο, συγκεκριμένα: από το δρόμο της λαοκρατικής δημοκρατίας. Όποιος θέλει να τραβήξει προς το σοσιαλισμό από άλλο δρόμο, έξω από τον πολιτικό δημοκρατισμό, θα καταλήξει αναπότρεπτα σε ανόητα και αντιδραστικά συμπεράσματα, τόσο με την οικονομική όσο και με την πολιτική έννοια. Αν τούτοι ή εκείνοι οι εργάτες μας ρωτήσουν αν έρθει η ώρα: γιατί να μην πραγματοποιήσουμε το πρόγραμμα –μάξιμουμ, θα τους απαντήσουμε δείχνοντάς τους πόσο ξένες προς το σοσιαλισμό είναι ακόμα οι δημοκρατικά διατεθειμένες λαϊκές μάζες, πόσο ανεξέλιχτες είναι ακόμα οι ταξικές αντιθέσεις, πόσο ανοργάνωτοι είναι ακόμα οι προλετάριοι […]»[8]. Συνεχίζοντας στο ίδιο πνεύμα ο Λένιν απαντά καταφατικά στο ερώτημα περί συμμετοχής της σοσιαλδημοκρατίας [9] στην κυβέρνηση την εποχή της δημοκρατικής επανάστασης: «[…] επιτρέπεται η συμμετοχή της σοσιαλδημοκρατίας στην προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση […] Με τη δήλωση αυτή διαχωριζόμαστε αμετάκλητα και από τους αναρχικούς, που καταρχήν απαντούν σε αυτό το ερώτημα αρνητικά, και από τους χβοστιστές μέσα στη σοσιαλδημοκρατία […] που μας φοβερίζουν με την προοπτική μιας κατάστασης, μέσα στην οποία η συμμετοχή αυτή θα μπορούσε να γίνει για εμάς απαραίτητη» [10] (οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο).


Δ. Η ΤΡΙΤΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΙ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ [11]

Τα ντοκουμέντα της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) αποτελούν ένα πολύτιμο θεωρητικό θησαυρό, το ίδιο και η ιστορική εμπειρία που τα συνόδευσε. Στο 3ο συνέδριο (1921) χαράχτηκε η τακτική του Ενιαίου Μετώπου (ΕΜ), ενώ στο 4ο συνέδριο (1922) η εν λόγω τακτική εξειδικεύτηκε με το στόχο της Εργατικής Κυβέρνησης (ΕΚ). Η τακτική της ΕΚ αποτέλεσε μια θεωρητική τομή για τα μέχρι τότε δεδομένα των κομμουνιστικών κομμάτων. Η ιδιοτυπία της έγκειτο στο γεγονός ότι σχεδιάστηκε μια τακτική που προέβλεπε την ύπαρξη μιας επαναστατικής κυβέρνησης, αλλά όχι σε συνθήκες αστικοδημοκρατικής επανάστασης όπως είχε γίνει μέχρι τότε με τη ΛΔ και τη ΔΔΠΑ. Το ζήτημα της ΕΚ ήταν πολύπλοκο και λεπτό κι επόμενο ήταν να προκαλέσει ζωηρές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Επρόκειτο για μια δημιουργική και διαλεκτική εφαρμογή της ΛΔ ή ήταν μια παραλλαγή των πολιτικών προταγμάτων της σοσιαλδημοκρατίας; Πρωταγωνιστής στις σχετικές συζητήσεις του 4ου συνεδρίου της ΚΔ υπήρξε ο Ζηνόβιεφ. 

Ο Ζηνόβιεφ επισημαίνει ότι το σύνθημα της ΕΚ δεν είναι ικανοποιητικά σαφές. Σημειώνει πως το σύνθημα έχει μια σχεδόν καθολική εφαρμογή στις χώρες με σημαντική αριθμητικά εργατική τάξη, από την άλλη όμως, δεν πρέπει να ερμηνεύεται με γενικό τρόπο και η εφαρμογή του συνθήματος έχει όρια. Κατά το Ζηνόβιεφ «Θα πρέπει να εφαρμόζεται (σ.σ. το σύνθημα της ΕΚ) μόνο στις χώρες όπου η διάταξη των δυνάμεων φέρνει στην επιφάνεια το ζήτημα της εξουσίας […]».

Το αίτημα της ΕΚ δε δίνει το γενικό χαρακτήρα στην τακτική του ΕΜ. Το σύνθημα της ΕΚ είναι μια συγκεκριμένη και συμπαγής εφαρμογή της τακτικής του ΕΜ υπό ειδικές συνθήκες. Είναι εύκολο να γίνουν λάθη πολλών ειδών σε αυτό το θέμα. Πιστεύω σύντροφοι, ότι μπορούμε να προστατεύουμε τους εαυτούς μας ενάντια στη χρήση αυτού του συνθήματος με καθολικό τρόπο, σα να έπρεπε να περάσουμε αναγκαστικά μέσα από μια περίοδο ΕΚ. Πιστεύω ότι, όσο μπορώ να προβλέψω, είναι πολύ πιθανότερο να υπάρξει ΕΚ κατ’ εξαίρεση, κάτω από αρκετά ειδικές, συμπαγείς συνθήκες στη μια ή στην άλλη χώρα. Επιπλέον, αυτό δε σημαίνει ότι πηγαίνουμε να διανύσουμε μια ημιειρηνική περίοδο και ότι η ΕΚ θα μας ανακουφίσει από την επιβάρυνση της πάλης. Μια ΕΚ με κοινοβουλευτική βάση μόνο, δε θα έχει αξία. Θα είναι μόνο μια μικρή χρονική φάση της πάλης που δε θα εμποδίσει τον παγκόσμιο πόλεμο. Αυτό δε σημαίνει ότι το σύνθημα της ΕΚ δε θα χρησιμοποιείται, υπό κάποιες συνθήκες. Η εργατική τάξη πρέπει να κατανοήσει καθαρά ότι η ΕΚ μπορεί να είναι ένα μεταβατικό στάδιο μόνο, με το οποίο δε θα εξαφανιστούν οι μάχες και ο παγκόσμιος πόλεμος. Αυτό πρέπει να ειπωθεί με σαφήνεια. Μόνον όταν κατανοήσουμε τους κινδύνους αυτούς του συνθήματος, μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε με εμπιστοσύνη.

Η τακτική του ΕΜ έχει επίσης τους κινδύνους της, όπως κατέδειξε η Ευρεία Ολομέλεια στις θέσεις του Δεκεμβρίου. Μας φέρνει ιδιαίτερα μεγάλους κινδύνους με το αίτημα της ΕΚ. Στις χώρες με κοινοβουλευτική παράδοση, όπως η Γαλλία, αυτό μοιάζει να σημαίνει κάτι άλλο για εμάς σε σχέση με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Ακόμη κι αν η ΕΚ υλοποιηθεί, δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον εμφύλιο πόλεμο και κάτω από κάποιες συνθήκες, αυτό θα οξύνει περαιτέρω τον παγκόσμιο πόλεμο» [12] (η υπογράμμιση δική μας).

Ο Ζηνόβιεφ φαίνεται πως σε αυτό το απόσπασμα ακροβατεί ανάμεσα στο να πει πως η ΕΚ είναι μια μεταβατική φάση προς τη δικτατορία του προλεταριάτου και στο ότι είναι ταυτόσημη με αυτήν. Τη δεύτερη άποψη την είχε διατυπώσει με μεγαλύτερη σαφήνεια πριν τη διεξαγωγή του 4ου συνεδρίου, όπως δήλωσε εντός του συνεδρίου ο Μέγιερ παραθέτοντας ένα σχετικό απόσπασμα από τοποθέτηση του Ζηνόβιεφ στη σύνοδο της Ευρεία Ολομέλειας της ΕΕ του Ιουνίου το 1922: «Η ΕΚ είναι το ίδιο πράγμα όπως η δικτατορία του προλεταριάτου. Είναι ένα ψευδώνυμο της σοβιετικής κυβέρνησης […] Είναι περισσότερο βολικό (σ.σ. το σύνθημα) για τους συνηθισμένους εργάτες και για αυτό θέλουμε να χρησιμοποιούμε αυτή τη φόρμουλα» [13].

Ο Ζηνόβιεφ στο παραπάνω παράθεμα είναι σαφής, αν και βέβαια με λανθασμένο σκεπτικό, για το τι εννοεί με το σύνθημα της ΕΚ, κάτι που όμως δεν κάνει στην τοποθέτησή του εντός συνεδρίου. Η άποψή του, ότι η ΕΚ είναι ψευδώνυμο της δικτατορίας του προλεταριάτου, κρίθηκε θετικά από τον Μπορντίγκα, τη Φίσερ και το Μάσλοφ και αρνητικά από τους Μέγιερ και Ράντεκ. Ο μεν Μέγιερ, ο οποίος υπενθύμισε στους συνέδρους την παλαιότερη τοποθέτηση του Ζηνόβιεφ, απορρίπτει με κατηγορηματικό τρόπο την ταύτιση δικτατορίας του προλεταριάτου με την ΕΚ. 

Ο Ράντεκ με τη σειρά του απορρίπτει (σωστά) το λανθασμένο ορισμό της ΕΚ με βάση τον οποίο δε διαχωρίζεται από τη δικτατορία του προλεταριάτου. Ωστόσο την απόρριψη αυτή την κάνει με λανθασμένο τρόπο, γιατί όπως λέει χαρακτηριστικά: «Για πολλούς συντρόφους, η ιδέα μιας ΕΚ είναι ένα είδος μαλακού μαξιλαριού. Λένε ότι ο διάβολος γνωρίζει πότε η δικτατορία μας θα έλθει και βεβαίως είναι επικίνδυνο να προκαλέσουμε ζυμώσεις για το σύνθημα της δικτατορίας του προλεταριάτου˙ εγώ προτιμώ απλά να μιλάω για ΕΚ που ακούγεται πιο μαλακό και αθώο. Κανένας δε γνωρίζει τι είναι. Ίσως να πραγματοποιηθεί. Αλλά, σε κάθε περίπτωση δε φαίνεται να είναι τόσο επικίνδυνο» [14].

Προφανώς το ζήτημα της ΕΚ αποτέλεσε ένα σύνθημα τακτικού ελιγμού, έναν τρόπο προσέγγισης του στρατηγικού στόχου. Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως το όποιο επαναστατικό κόμμα υιοθετούσε το συγκεκριμένο σύνθημα θα έπρεπε να απολέσει την ιδεολογική και πολιτική του ανεξαρτησία. Με την τοποθέτησή του ο Ράντεκ εντείνει αυτούς τους κινδύνους, αφού ούτε λίγο ούτε πολύ με την επιλογή του συνθήματος της ΕΚ δηλώνει ότι δε θέλει να τρομάξει τις εργατικές μάζες. Αυτό όμως σημαίνει ότι κατά την προώθηση του συνθήματος της ΕΚ, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια ειδική έκφραση του ΕΜ (άρα θα βασιζόταν σε κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες), ο επαναστατικός φορέας παραιτείται από το δικαίωμά του να ζυμώνει συγχρόνως το στρατηγικό του στόχο, τουλάχιστον όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο. 

Ήδη, στους κόλπους της Κομμουνιστικής Διεθνούς είχαν προβάλλει σοβαρότατες διαφορές για τα ζητήματα της τακτικής του κομμουνιστικού κινήματος.

Κατόπιν της σχετικής συζήτησης το συνέδριο πήρε αποφάσεις σχετικά με το ζήτημα της ΕΚ που ήταν, κατά τη γνώμη μας, εμβαπτισμένες στη διαλεκτική λογική αποφεύγοντας τόσο το σκόπελο του σεχταρισμού όσο και το σκόπελο του δεξιού οπορτουνισμού. 

Στις αποφάσεις, λοιπόν, του συνεδρίου εκτιμάται πως: «Η εργατική κυβέρνηση (ενδεχομένως και εργατοαγροτική κυβέρνηση) πρέπει παντού να μας χρησιμεύει σα γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα. Αλλά σαν άμεσο πολιτικό σύνθημα, η εργατική κυβέρνηση αποκτάει σημασία στις χώρες όπου η κατάσταση της αστικής κοινωνίας είναι ιδιαίτερα πολύ λίγο ασφαλής και όπου ο συσχετισμός των δυνάμεων μεταξύ των εργατικών κομμάτων και της μπουρζουαζίας θέτει στην ημερήσια διάταξη τη λύση της εργατικής κυβέρνησης σαν πολιτική ανάγκη. Σε αυτές τις χώρες το σύνθημα της “εργατικής κυβέρνησης” αποτελεί αναπόφευκτα συνέπεια όλης της τακτικής του ΕΜ […] Το πιο στοιχειώδες πρόγραμμα μιας εργατικής κυβέρνησης πρέπει να είναι ο εξοπλισμός του προλεταριάτου, ο αφοπλισμός των αντεπαναστατικών αστικών οργανώσεων, η εφαρμογή του ελέγχου στην παραγωγή, η επιβολή του κύριου βάρους των φόρων στους πλουσίους και το τσάκισμα της αντίστασης της αντεπαναστατικής μπουρζουαζίας […] Μια εργατική κυβέρνηση που προκύπτει από ένα κοινοβουλευτικό συνδυασμό, μπορεί επίσης να δώσει την ευκαιρία να αναζωογονηθεί το επαναστατικό εργατικό κίνημα. Είναι όμως αυτονόητο ότι η δημιουργία μιας πραγματικά εργατικής κυβέρνησης και η διατήρηση μιας κυβέρνησης που κάνει επαναστατική πολιτική θα οδηγήσουν αναγκαστικά στον πιο λυσσασμένο αγώνα και ίσως, και σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον της μπουρζουαζίας. Επομένως, το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης μπορεί να εξαπολύσει εργατικούς αγώνες».

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κομμουνιστές πρέπει να δηλώσουν ότι είναι διατεθειμένοι να σχηματίσουν κυβέρνηση με μη κομμουνιστικά εργατικά κόμματα και οργανώσεις. Αυτό, όμως, μπορούν να το κάνουν μόνον αν υπάρχουν εγγυήσεις ότι αυτές οι εργατικές κυβερνήσεις θα κάνουν πραγματικό αγώνα εναντίον της μπουρζουαζίας, με την έννοια που μιλήσαμε παραπάνω. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι κανονικοί όροι της συμμετοχής των κομμουνιστών σε μια τέτοια κυβέρνηση είναι οι ακόλουθοι:

1) Η συμμετοχή στην εργατική κυβέρνηση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την έγκριση της ΚΔ.

2) Οι κομμουνιστές που θα αποτελέσουν μέλη της εργατικής κυβέρνησης θα ελέγχονται με τον πιο αυστηρό τρόπο από το κόμμα τους.

3) Τα κομμουνιστικά μέλη της εργατικής κυβέρνησης παραμένουν σε στενή επαφή με τις επαναστατικές οργανώσεις των μαζών.

4) Το κομμουνιστικό κόμμα διατηρεί απόλυτα τη φυσιογνωμία του και την πλήρη ανεξαρτησία της ζύμωσης και της προπαγάνδας του.

»Παρά τα μεγάλα του πλεονεκτήματα, το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης έχει επίσης και κινδύνους, όπως και κάθε ενιαιομετωπική τακτική. Για να προφυλαχθούν από αυτούς τους κινδύνους, τα κομμουνιστικά κόμματα δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάνε ότι αν κάθε αστική κυβέρνηση είναι καπιταλιστική, δεν είναι αλήθεια ότι και κάθε εργατική κυβέρνηση είναι πραγματικά προλεταριακή, δηλαδή ένα επαναστατικό όργανο της προλεταριακής εξουσίας» [15] (η υπογράμμιση δική μας).

Τα ντοκουμέντα του συνεδρίου στη συνέχεια καταγράφουν μια τυπολογία των εργατικών κυβερνήσεων που μπορούν να προκύψουν. Η λογική των ντοκουμέντων διαφοροποιείται από την οπτική του Ζηνόβιεφ. Οι ενδεχόμενες, λοιπόν, περιπτώσεις είναι: α) της φιλελεύθερης εργατικής κυβέρνησης, β) της σοσιαλδημοκρατικής εργατικής κυβέρνησης, γ) της εργατοαγροτικής κυβέρνησης (τέτοιες δυνατότητες υπάρχουν στα Βαλκάνια εκτιμούσε το σχετικό ντοκουμέντο της ΚΔ), δ) της εργατικής κυβέρνησης με συμμετοχή των κομμουνιστών και ε) της πραγματικής προλεταριακής εργατικής κυβέρνησης που στην καθαρότερη μορφή της, μόνο ένα κομμουνιστικό κόμμα μπορεί να την ενσαρκώσει.

Για τους δυο πρώτους τύπους οι Θέσεις εκτιμούν ότι δεν πρόκειται για επαναστατικές εργατικές κυβερνήσεις, αλλά κυβερνήσεις καμουφλαρισμένης συμμαχίας μεταξύ της μπουρζουαζίας και των αντεπαναστατών εργατικών ηγετών. 

Για τον τρίτο τύπο κυβέρνησης στο κείμενο των Θέσεων γράφεται πως οι κομμουνιστές είναι έτοιμοι να βαδίσουν μαζί με τους σοσιαλδημοκράτες, χριστιανούς, ακομμάτιστους, συνδικαλιστές κ.λπ. εργάτες, που δεν αναγνωρίζουν ακόμη την ανάγκη της δικτατορίας του προλεταριάτου. Επίσης, οι κομμουνιστές εκτιμάται ότι είναι διατεθειμένοι, υπό ορισμένες συνθήκες και με ορισμένες εγγυήσεις, να υποστηρίξουν μια μη κομμουνιστική κυβέρνηση. Ταυτόχρονα θα πρέπει να εξηγούν στην εργατική τάξη ότι θα απελευθερωθεί μόνο με τη δικτατορία του προλεταριάτου. 

Τέλος, για τον 4ο τύπο εργατικής κυβέρνησης στην οποία οι κομμουνιστές συμμετέχουν, εκτιμάται ότι δεν πρόκειται για δικτατορία του προλεταριάτου, ούτε και αποτελεί ακόμη μια αναγκαία μεταβατική μορφή προς αυτήν, ωστόσο μπορεί να αποτελέσει μια αφετηρία για την κατάκτηση της δικτατορίας του προλεταριάτου [16].

Το 5ο συνέδριο (1924) δεν ακολούθησε τη ρότα του 4ου. Η αντιπαράθεση συνεχίστηκε, αλλά η κατάληξη δεν ήταν η ίδια. Τελικά το συνέδριο κάτω από την πίεση του αριστερισμού υιοθετεί την άποψη του Ζηνόβιεφ για την εργατοαγροτική κυβέρνηση. Διαβάζοντας, μάλιστα, το Σχέδιο Προγράμματος της ΚΔ το οποίο ψηφίσθηκε από το συνέδριο, διαπιστώνεται πως όλες αυτές οι αναφορές για τους διάφορους τύπους εργατικών κυβερνήσεων που είχαν παρουσιαστεί στο 4ο συνέδριο είναι πλέον απούσες. Η μεταβατική φάση προς το σοσιαλισμό ταυτίζεται με τη δικτατορία του προλεταριάτου κι έτσι το ζήτημα της ΕΚ με τη λογική του 4ου συνεδρίου μπαίνει σε αχρηστία [17].

Όσον αφορά στο 6ο συνέδριο της ΚΔ (1928) οι αναφορές περί ΕΚ πλέον εκλείπουν. Έχει κυριαρχήσει μια μάλλον «στενή» ερμηνεία του ΕΜ, το σχήμα του σοσιαλφασισμού έχει παγιωθεί και η απουσία συζήτησης περί ΕΚ δε δείχνει παρά τη σιωπηρή αντίθεση της σεχταριστικής ηγεσίας με το σύνθημα του 4ου συνεδρίου.


Ε. Ο ΛΕΝΙΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚ

Τι θέση πήρε ο Λένιν απέναντι στο ζήτημα της ΕΚ; Στο 4ο συνέδριο δεν υπάρχει κάποια παρέμβασή του με την οποία να παίρνει εκείνη ή την άλλη θέση (όμως παρενέβη με άλλο τρόπο εντός του συνεδρίου, όπως θα δούμε παρακάτω). Έτσι κι αλλιώς ο Λένιν μίλησε μόνο μια φορά στο συνέδριο, λόγω της εγκεφαλικής συμφόρησης που είχε υποστεί. Ωστόσο, περίπου δυο χρόνια πριν, είχε πάρει θέση στην αντιπαράθεση που είχε προκύψει σχετικά με το ζήτημα της ΕΚ ανάμεσα στο KPD (Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας) από τη μια και στους Μπέλα Κουν και Ράντεκ από την άλλη [18]. Όλα ξεκινούν όταν εκδηλώνεται το πραξικόπημα του Καπ το Μάρτιο του 1920, ενώ υπάρχει σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση που στην πράξη αδρανεί. Η εργατική τάξη απαντά με απεργία, αυτοοργανώνεται και αντιδρά ένοπλα. Δριμύτατες συγκρούσεις λαμβάνουν χώρα στα οδοφράγματα. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί πως την πρωτοβουλία για τη διεξαγωγή της απεργίας τη λαμβάνει ο Λίγκεν, δεξιός σοσιαλδημοκράτης και επικεφαλής των συνδικάτων. Η ηγεσία του KPD παίρνει απόφαση να μη συμμετάσχει στην απεργία, διότι, όπως αποφαίνεται, το πραξικόπημα και η απεργία αποτελούν μια σύγκρουση «ανάμεσα σε δυο αντεπαναστατικές μερίδες» [19]. Στην εφημερίδα «Rote Fahne» (Κόκκινη Σημαία) που ήταν όργανο του KPD αναφέρεται πως «Πρέπει οι εργάτες να κατέβουν σε γενική απεργία με μια τέτοια κατάσταση: Η εργατική τάξη, που μόλις χτες δεχόταν τις επιθέσεις των Έμπερτ-Νόσκε, είναι άοπλη, στη χειρότερη κατάσταση και ανέτοιμη για δράση. Είναι καθήκον μας να μιλήσουμε ανοικτά. Το εργατικό κίνημα θα μπει στην πάλη ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία την κατάλληλη στιγμή με τα κατάλληλα μέσα. Αυτή η στιγμή δεν έχει φτάσει ακόμα» [20]. Όμως, λίγο αργότερα η θέση του κόμματος αλλάζει και το κόμμα υποστηρίζει τη γενική απεργία. Αιτία είναι το εύρος της επιτυχίας της απεργίας.

Μαζί με την απεργία «άνοιξε» και η συζήτηση για το ζήτημα της ΕΚ. Ο Λίγκεν προτείνει το σχηματισμό κυβέρνησης που θα απαρτίζεται από τους Σοσιαλδημοκράτες, το Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας και τα συνδικάτα. Η πρόταση τίθεται προς συζήτηση στη συνέλευση της απεργιακής επιτροπής του Μείζονος Βερολίνου. Στη συζήτηση αυτή, οι κομμουνιστές Πικ και Βάλχερ που διευκρινίζουν πως το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είναι ενήμερο επ’ αυτού, τοποθετούνται εκφράζοντας την προσωπική τους γνώμη με θετικό τρόπο. Μια μέρα μετά, το KPD αποδοκιμάζει τη θέση των Πικ και Βάλχερ. Στο μεταξύ η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Μπάουερ δηλώνει πως αποδέχεται τους όρους των συνδικάτων: απόσυρση του στρατού από το Βερολίνο, άρση της κατάστασης πολιορκίας, να μη γίνει επίθεση στους ένοπλους εργάτες του Ρουρ κ.λπ. Το κείμενο με τους παραπάνω όρους υπογράφεται από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας και τα συνδικάτα [21]. Κατόπιν της σχετικής δήλωσης από την κυβέρνηση Μπάουερ το KPD μεταβάλλει τη θέση του για την ΕΚ: «[…] Το KPD εκτιμά ότι η συγκρότηση μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης, χωρίς τη συμμετοχή κανενός αστικού στοιχείου, θα δημιουργήσει ιδιαιτέρως πρόσφορες συνθήκες για την ενεργητική δράση των προλεταριακών μαζών και θα τους επιτρέψει να φτάσουν στην απαιτούμενη ωριμότητα για την εγκαθίδρυση της πολιτικής και κοινωνικής δικτατορίας τους» [22].

Ο Λένιν τοποθετείται υποστηρικτικά στη νέα θέση του KPD: «Στην μπροσούρα μου διατύπωσα τη γνώμη ότι ένας συμβιβασμός ανάμεσα στους κομμουνιστές και στην αριστερή πτέρυγα των ανεξάρτητων είναι απαραίτητος και ωφέλιμος για τον κομμουνισμό, δεν είναι όμως εύκολο να πραγματοποιηθεί. Τα φύλλα των εφημερίδων που πήρα ύστερα απ’ αυτό επιβεβαίωσαν και το ένα και το άλλο. Στο φύλλο αρ. 32 της “Κόκκινης Σημαίας”, οργάνου της ΚΕ του ΚΚ Γερμανίας […], δημοσιεύεται “δήλωση” αυτής της ΚΕ για το στρατιωτικό “πραξικόπημα” (συνωμοσία, τυχοδιωκτισμό) των Καππ-Λούβιτς και για τη “σοσιαλιστική κυβέρνηση”. Η δήλωση αυτή είναι απόλυτα σωστή και ως προς το βασικό επιχείρημα είναι ότι τούτη τη στιγμή δεν υπάρχει η “αντικειμενική βάση” για τη δικτατορία του προλεταριάτου, γιατί η “πλειοψηφία των εργατών της πόλης” ακολουθεί τους “ανεξάρτητους” […]» [23]. 

Όταν πάλι ο Λένιν ενημερώνεται για την άποψη του Μπέλα Κουν, ο οποίος επιχειρηματολόγησε κατά της άποψης του KPD περί ΕΚ, γράφει: «[…] ο Μπ. Κ. στο άρθρο του “Τα γεγονότα της Γερμανίας” κάνει κριτική στη δήλωση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας της 21.ΙΙΙ.1920, που κριτικάρω κι εγώ στην μπροσούρα που προαναφέρθηκε. Ο χαρακτήρας όμως της κριτικής μας διαφέρει ριζικά. Ο σ. Μπ. Κ. κάνει κριτική, στηριζόμενος σε αποσπάσματα από το Μαρξ, που αναφέρονται σε μια κατάσταση διαφορετική από τη σημερινή, απορρίπτει εντελώς την τακτική της ΚΕ του Κομμουνιστικού κόμματος Γερμανίας και παρακάμπτει τελείως το βασικότερο. Παρακάμπτει αυτό που αποτελεί την ουσία, τη ζωντανή ψυχή του μαρξισμού: τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Όταν η πλειοψηφία των εργατών των πόλεων έφυγε από του σαϊντεμανικούς προς τους καουτσκιστές, και στους κόλπους του καουτσκικού (του “ανεξάρτητου” από τη σωστή επαναστατική γραμμή) κόμματος συνεχίζει να απομακρύνεται από τη δεξιά πτέρυγά του και να περνάει στην αριστερή, δηλ. στην πραγματικότητα στον κομμουνισμό, όταν έτσι έχουν τα πράγματα, επιτρέπεται άραγε να αποκρούουμε τη χρησιμοποίηση μεταβατικών, συμβιβαστικών μέτρων απέναντι στους εργάτες αυτούς; […]» (οι υπογραμμίσεις με πλάγια στο πρωτότυπο, με τονισμένα δικές μας) [24].

Σχετικά με την περίπτωση του KPD πήρε θέση και το συνέδριο της ΚΔ: «Στη Γερμανία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, στην τελευταία συνεδρίαση του Εθνικού του Συμβουλίου του, τάχθηκε υπέρ της ενότητας του προλεταριακού μετώπου και αναγνώρισε ότι είναι δυνατό να υποστηριχτεί μια “ενωτική εργατική κυβέρνηση” που θα ήταν διατεθειμένη να καταπολεμήσει σοβαρά την καπιταλιστική εξουσία. Η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς εγκρίνει χωρίς επιφύλαξη αυτήν την απόφαση, έχοντας την πεποίθηση ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας θα μπορέσει, διατηρώντας την πολιτική του ανεξαρτησία, να εισχωρήσει στα πιο πλατιά προλεταριακά στρώματα και να ενισχύσει την κομμουνιστική επιρροή […]» [25].

Αναφέραμε πριν πως ο Λένιν δεν έκανε εντός του συνεδρίου μια άμεση παρέμβαση υπέρ του ζητήματος της ΕΚ. Είδαμε, όμως, πως κάτι τέτοιο είχε πράξει λίγο καιρό πριν τη διεξαγωγή του συνεδρίου. Επιπλέον, στην ημερήσια διάταξη του 4ου συνεδρίου της ΚΔ που συνήλθε στις 5 Νοεμβρίου-5 Δεκεμβρίου του 1922, βρισκόταν το ζήτημα για το πρόγραμμα της ΚΔ. Στις συζητήσεις που διεξήχθησαν προκλήθηκαν ζωηρές αντιπαραθέσεις για το θέμα των μεταβατικών και μερικών διεκδικήσεων και το ερώτημα αν μπορούν να αποτελέσουν εκείνο το δρόμο που θα οδηγήσει στη σοσιαλιστική επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Ο Μπουχάριν ήταν πολέμιος όσων τάχθηκαν υπέρ της υιοθέτησης μεταβατικών και μερικών διεκδικήσεων, κατηγορώντας τους για οπορτουνισμό. Στις 20 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε σύσκεψη του Γραφείου της αντιπροσωπείας του ΚΚΡ (μπ) (Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας (μπολσεβίκοι)) [26] κατά την οποία έγινε επεξεργασία για το κείμενο που θα κατατίθετο στο συνέδριο. Σύμφωνα με τις ιστορικές πληροφορίες που υπάρχουν, τα σπουδαιότερα σημεία των προτάσεων είχαν σχεδόν αυτολεξεί υπαγορευτεί από το Λένιν [27]. 

«[…] 3. Στα εθνικά προγράμματα με όλη την ακρίβεια και κατηγορηματικά θα πρέπει να επισημαίνεται η ανάγκη της πάλης για τις μεταβατικές διεκδικήσεις με τις κατάλληλες επιφυλάξεις όσον αφορά την εξάρτηση αυτών των διεκδικήσεων από τις συγκεκριμένες συνθήκες τόπου και χρόνου.»

4. Η θεωρητική βάση όλων των παρόμοιων μεταβατικών ή μερικών διεκδικήσεων πρέπει να αναφέρεται ξεκάθαρα στο γενικό πρόγραμμα, παράλληλα το IV συνέδριο δηλώνει ότι η Κομμουνιστική Διεθνής καταδικάζει το ίδιο αποφασιστικά τόσο τις απόπειρες να παρουσιαστεί σαν οπορτουνισμός η προσθήκη των μερικών διεκδικήσεων στο πρόγραμμα, όσο και οποιεσδήποτε απόπειρες να συγκαλυφθεί και να υποκατασταθεί το βασικό επαναστατικό καθήκον με τις μερικές διεκδικήσεις».

5. Στο γενικό πρόγραμμα πρέπει σαφώς να αναφέρονται οι βασικοί ιστορικοί τύποι των μεταβατικών διεκδικήσεων των εθνικών κομμάτων, ανάλογα με τη ριζική διαφορά των οικονομικών δομών, όπως, λόγου χάρη, η Αγγλία και η Ινδία, κτλ.» [28].

Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν πέρα από κάθε αμφιβολία το γεγονός ότι ο Λένιν είχε τοποθετηθεί με απόλυτα θετικό τρόπο απέναντι στο ζήτημα της ΕΚ. 

*  *  *  *

Καταληκτικά, θα λέγαμε πως το ζήτημα της ΕΚ ήταν ένα σημαντικό θέμα συζήτησης για να βγουν στην επιφάνεια η δεξιά, η αριστερίστικη και η λενινιστική οπτική γύρω από το ζήτημα της σχέσης τακτικής και στρατηγικής. Η διαπάλη εντός του 4ου συνεδρίου θεωρούμε ότι βοήθησε το συνέδριο να αποφύγει τους κινδύνους εκείνης ή της άλλης παρέκκλισης και μάλιστα χωρίς να πάει σε μια λογική των μέσων όρων προκειμένου να ικανοποιηθούν όλες οι πλευρές. Θεωρούμε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι η ΕΚ προτείνεται ως ένας τακτικός στόχος, ότι δεν ταυτίζεται με τη στρατηγική, ότι αποσαφηνίζεται πως δεν είναι νομοτελειακή μορφή της ταξικής πάλης, ότι μπορεί να πάρει σάρκα και οστά μόνο σε οξυμένες καταστάσεις του ταξικού αγώνα και ότι η ενδεχόμενη μορφή της και η κοινωνική συμμαχία που ενσαρκώνει καθορίζεται από τις συγκεκριμένες κάθε φορά συνθήκες. Ασφαλώς, την απόφαση του 4ου συνεδρίου για ΕΚ, όπως και οποιαδήποτε άλλη απόφαση, μπορεί κάποιος να την ερμηνεύσει κατά το δοκούν. Αυτήν την παθογένεια του κομμουνιστικού κινήματος την έχουμε δει ουκ ολίγες φορές. Αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα της απόφασης πάντα, οπωσδήποτε όμως είναι πρόβλημα που απορρέει από τη φύση του οπορτουνισμού [29]. Στη συνέχεια η στροφή του 5ου και 6ου συνεδρίου δεν είναι εύκολο να ερμηνευτεί. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ως μερικούς λόγους αυτής της στροφής την απουσία του Λένιν, την παρατεταμένη επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας, τα νέα πολιτικά και οικονομικά φαινόμενα που πρόβαλλαν στον παγκόσμιο καπιταλισμό και που έχρηζαν ειδικών αντιμετωπίσεων. Το σίγουρο πάντως είναι πως η «νέα» γραμμή της ΚΔ με τα αριστερίστικα στοιχεία, μέρος της οποίας ήταν και η απόρριψη της τακτικής της ΕΚ, δε βοήθησε την ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος.


ΣΤ. ΤΟ 7ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΔ: ΣΤΡΟΦΗ 180ο
 
Το 7ο συνέδριο (1935) δεν είναι ένα βαρύνουσας σημασίας συνέδριο μόνο γιατί επανήλθε σε μια διαλεκτική αντιμετώπιση της επαναστατικής τακτικής, αλλά και γιατί οι ιστορικές συνθήκες ήταν πρωτόφαντες: το πρώτο εργατικό κράτος είχε επιβιώσει μέσα από τεράστιες δυσκολίες, η οξύτερη καπιταλιστική κρίση είχε ενσκήψει το 1929, ο φασισμός είτε βρισκόταν στην εξουσία, είτε αποτελούσε μαζικό κίνημα, οι ενδοϊμπεριαλιστικές τριβές αυξάνονταν κι όλα έδειχναν πως η ανθρωπότητα βρισκόταν στα πρόθυρα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. 

Αναμφισβήτητα πρωταγωνιστής του συνεδρίου ήταν ο Βούλγαρος κομμουνιστής Γκεόργκι Δημητρόφ. Πολύ σημαντικό κομμάτι της εισήγησης του αποτέλεσε η κυβέρνηση του ΕΜ. Ο Δημητρόφ ξεκαθάρισε πως αν παρουσιαστεί η ευκαιρία οι κομμουνιστές δε θα πρέπει να πουν όχι στο σχηματισμό μιας κυβέρνησης πάνω στη βάση του ΕΜ ή του αντιφασιστικού λαϊκού μετώπου. Ο Δημητρόφ διευκρίνισε πως δε θα πρόκειται για μια κυβέρνηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά για μια κυβέρνηση του ΕΜ στις παραμονές μιας σοβιετικής επανάστασης. Υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να σχηματιστεί μια τέτοια κυβέρνηση; Υπό τρεις προϋποθέσεις, κατά τη γνώμη του Δημητρόφ: α) η κρατική μηχανή να έχει παραλύσει και η αστική τάξη να είναι ανίκανη να εμποδίσει το σχηματισμό μιας κυβέρνησης ΕΜ, β) οι πλατιές μάζες των εργαζομένων και ιδιαίτερα τα συνδικάτα να εμφανίζονται ορμητικά κατά του φασισμού, αλλά δεν είναι ακόμη έτοιμα να πραγματοποιήσουν μια σοσιαλιστική επανάσταση και γ) όταν υπάρχει διαφοροποίηση και στους κόλπους της σοσιαλδημοκρατίας υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα που απαιτεί ανελέητα μέτρα ενάντια στους φασίστες και να αντιτίθεται σε εκείνο το τμήμα του κόμματος που είναι αντικομμουνιστικό [30].

Οι προϋποθέσεις που θέτει ο Δημητρόφ είναι μια παραλλαγή των προϋποθέσεων που έθετε ο Λένιν προκειμένου να διαγνωσθεί μια επαναστατική κατάσταση. Μήπως, όμως, πρόκειται για μια ρεφορμιστική εκδοχή της λενινιστικής οπτικής, αφού οι συνθήκες επαναστατικής κατάστασης πρέπει να συνοδεύονται από το αίτημα της επανάστασης; Η απάντησή μας σε αυτό το ερώτημα είναι αρνητική για τους εξής λόγους:

α) το σύνθημα της εργατικής ή εργατο-εργατικής κυβέρνησης συζητήθηκε και στο 4ο και 5ο συνέδριο της ΚΔ. Στο πρώτο, μάλιστα, ήταν εν ζωή και ο Λένιν ο οποίος μπορεί να μην τοποθετήθηκε επισήμως επί του θέματος, ωστόσο όπως έχουμε δείξει τάχθηκε υπέρ μιας τέτοιας προοπτικής.
 
β) ο Δημητρόφ δε δίνει στο σχήμα της κυβέρνησης του ΕΜ νομοτελειακό χαρακτήρα αφού λέει πως δεν είναι απίθανο μετά από επαναστατική ανατροπή της αστικής τάξης να σχηματιστεί σε μια χώρα μια σοβιετική κυβέρνηση πάνω στη βάση ενός κυβερνητικού μπλοκ του ΚΚ με ένα ορισμένο κόμμα. [31].

γ) ο Δημητρόφ δε βλέπει ένα σχήμα διαχείρισης, μια κυβέρνηση που απλώς θα αποκαταστήσει τους καταλυμένους αστικοδημοκρατικούς θεσμούς αλλά ένα βήμα για την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας.

δ) ο Δημητρόφ διαχωρίζει τη θέση του από αυτή των δεξιών οπορτουνιστών που προσπαθούσαν, όπως λέει, να κατασκευάσουν ένα δημοκρατικό ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στη δικτατορία της αστικής τάξης και τη δικτατορία του προλεταριάτου κι έτσι να δημιουργήσουν στην εργατική τάξη την αυταπάτη για ένα ειρηνικό κοινοβουλευτικό περίπατο. Ο Δημητρόφ απορρίπτει ένα ενδιάμεσο δημοκρατικό στάδιο, όπως αυτό που κατασκεύασαν οι δεξιοί οπορτουνιστές, δημιουργώντας την αυταπάτη για ένα ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό [32].

ε) ο πρωτεργάτης, ο οργανωτής, η κινητήρια δύναμη του ΕΜ της εργατικής τάξης είναι στο βάθος μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ο Δημητρόφ δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας για όλα αυτά όταν με ρητό τρόπο γράφει: «Όσο μια τέτοια κυβέρνηση θα διεξάγει πραγματικά αγώνα ενάντια στους εχθρούς του λαού και θα αφήνει ελευθερία δράσης στην εργατική τάξη και στο Κομμουνιστικό Κόμμα, εμείς οι κομμουνιστές θα την υποστηρίξουμε με κάθε τρόπο και θα αγωνιστούμε στις πρώτες γραμμές σα στρατιώτες της επανάστασης. Δηλώνουμε όμως ανοικτά στις μάζες: η κυβέρνηση αυτή δεν μπορεί να φέρει την τελική σωτηρία. Δεν είναι σε θέση να ανατρέψει την ταξική κυριαρχία των εκμεταλλευτών, για αυτό και δεν μπορεί να ματαιώσει οριστικά τον κίνδυνο της φασιστικής αντεπανάστασης. Επομένως πρέπει να προετοιμαζόμαστε για τη σοσιαλιστική επανάσταση! Η σωτηρία θα έρθει αποκλειστικά και μόνο από την εξουσία των σοβιέτ!» [33] (η υπογράμμιση δική μας).

Το ίδιο ξεκάθαρος είναι όταν αναφέρεται και στις σχέσεις κομμουνιστικού κόμματος και σοσιαλδημοκρατίας. Το ΕΜ, κατά το Δημητρόφ, δε σημαίνει απουσία κριτικής απέναντι στη δεύτερη: «Η προθυμία μας, να διεξάγουμε τον αγώνα ενάντια στο φασισμό μαζί με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και οργανώσεις, συνδυάζεται και θα συνδυάζεται με την ανελέητη πάλη ενάντια στο σοσιαλδημοκρατισμό σαν ιδεολογία και πράξη του συμβιβασμού με την αστική τάξη και συνεπώς ενάντια σε κάθε διείσδυση της ιδεολογίας αυτής μέσα στις δικές μας γραμμές» [34] (η υπογράμμιση δική μας).


ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το θέμα στο οποίο αναφερθήκαμε δε θα μπορούσε να εξαντληθεί με ένα κείμενο μερικών σελίδων. Σκοπός μας ήταν μια γενική παρουσίαση των θεωρητικών προσεγγίσεων των κλασικών για το ζήτημα της επαναστατικής κυβέρνησης. Μια σχετικά ολοκληρωμένη μελέτη θα απαιτούσε και την εξέταση της ιστορικής επαλήθευσης. Για παράδειγμα οι απαντήσεις σε ερωτήματα όπως τι εξουσία ήταν αυτή των Γιακωβίνων στη Γαλλία το 1793-1794, τι κυβέρνηση ήταν αυτή στην Τσεχοσλοβακία του 1945, της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης στην Ελλάδα το 1944, του Αλιέντε στη Χιλή τη δεκαετία του 1970, θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν τη σχετική συζήτηση. Όμως οι «χωρικοί» και χρονικοί περιορισμοί δε μας επέτρεψαν την πραγμάτευση αυτών των ερωτημάτων. Το ίδιο ενδιαφέρον θα ήταν και το ερώτημα σχετικά με το αν οι επιταγές των κλασικών μπορούν να βρουν εφαρμογή στο σήμερα. 

Έχοντας, λοιπόν, υπόψη μας το σήμερα θα τονίζαμε πως η προβληματική που καταθέσαμε δεν αποτελεί μια «ντροπαλή» μεταρρυθμιστική λογική, ούτε και θεωρεί τη δημιουργία μιας κυβέρνησης που θα οδηγήσει στην κοινωνική επανάσταση ως αδήριτη ανάγκη. Είναι μόνο μια πιθανή εκδοχή στην έκβαση της ταξικής πάλης που δεν πρέπει να απορριφθεί στο όνομα μιας δήθεν επαναστατικής καθαρότητας. Το αίτημα μιας ριζοσπαστικής κυβέρνησης που θα ανοίξει το δρόμο στην επαναστατική διαδικασία, είναι επιβεβλημένο στην παρούσα συγκυρία και καθορίζεται από το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού και τη συνακόλουθη ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, από το βάθος, τη διάρκεια και την έκταση της καπιταλιστικής κρίσης με τα πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στη χώρα μας, από το επίπεδο της συνείδησης της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων. Το όποιο μεταβατικό πρόγραμμα αποκτά επαναστατικό ρεαλισμό στο βαθμό που συνοδεύεται και από μια απτή πολιτική πρόταση (εν προκειμένω μιας ριζοσπαστικής κυβέρνησης). Διαφορετικά καταντά μια κούφια φρασεολογία που δε συγκινεί παρά ελάχιστους.

Από την πλευρά μας κάναμε μια καταγραφή των απόψεων των κλασικών και θέσαμε ένα γενικό θεωρητικό πλαίσιο. Απομένει κάποια στιγμή να δούμε πότε, από ποιον και με ποιο τρόπο θα συνδεθεί η θεωρία με την πράξη…
__________

[1] Η έννοια της μετάβασης ενυπάρχει και εντός της περιόδου της δικτατορίας του προλεταριάτου αλλά με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με τη Λαοκρατική Δημοκρατία, τη Δημοκρατική Δικτατορία του Προλεταριάτου και της Αγροτιάς και την Εργατική Κυβέρνηση. Στη δικτατορία του προλεταριάτου η μετάβαση είναι πλέον προς την κομμουνιστική κοινωνία.

[2] Χρησιμοποιούμε τη λέξη «ομαλές» εντός εισαγωγικών πρώτον, για να δείξουμε πως δεν πρόκειται για περιπτώσεις αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων και δεύτερον, γιατί το «ομαλές συνθήκες» είναι πολύ σχετικό. Μπορεί για παράδειγμα, να υπάρχουν συνθήκες που τείνουν να γίνουν επαναστατικές, αλλά ακόμη δεν είναι τέτοιες. 

[3] Για την άποψη των κλασικών περί Λαοκρατικής Δημοκρατίας βλέπε αναλυτικότερα Μπατίκας Κώστας, Η μαρξιστική θεωρία της επαναστατικής μετάβασης στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό, σελ. 270-346, εκδ. Εργατική Πολιτική, 2012. Δε συμφωνούμε με όλες τις προσεγγίσεις του Κώστα Μπατίκα στο εν λόγω βιβλίο, ωστόσο ο αναγνώστης μπορεί να βρει αρκετές αναφορές των κλασικών (Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν) αλλά και των Στάλιν και Τρότσκι για τα σχετικά θέματα.

[4] Για την έννοια της Διαρκούς Επανάστασης βλέπε χαρακτηριστικά α) Μαρξ-Ένγκελς, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, σελ. 100, μετάφραση Γιάννη Κορδάτου, εκδ. Αλφειός, χ.χ., β) Μαρξ-Ένγκελς, Διαλεχτά έργα, τ.1, σελ. 114 & 121-122, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, χ.χ., γ) Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, σελ. 156, εκδ. Ειρήνη, 1975.

[5] Λένιν Β.Ι., Δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση, Άπαντα, τ.11, σελ. 8, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987.

[6] Ό.π., σελ. 10

[7] Βλέπε αναλυτικότερα ό.π., σελ. 10-11.

[8] Ό.π., σελ. 16.

[9] Εκείνη την εποχή το κόμμα του Λένιν δεν είχε ακόμη μετονομαστεί σε κομμουνιστικό κι έφερε τον τίτλο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας.

[10] Ό.π., σελ. 16-17.

[11] Για μια αναλυτική παρουσίαση των απόψεων στους κόλπους της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς βλέπε χαρακτηριστικά Λιόσης Βασίλης, Τα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα στην Τρίτη Κομμουνιστική Διεθνή, Θέσεις και αντιπαραθέσεις στη Γ΄ Κομμουνιστική Διεθνή για το Ενιαίο Μέτωπο, την Εργατική Κυβέρνηση, τα Συνδικάτα, τον Πόλεμο και το Φασισμό, εκδ. ΚΨΜ, 2014.

[12] Toward the United Front, Proceedings of the Fourth Congress of the Communist International, 1922, edited and translated by John Riddell, σελ.129-130, εκδ. Haymarket Books, 2012, Καναδάς.

[13] Ό.π., σελ. 140.

[14] Toward the United Front, Proceedings of the Fourth Congress of the Communist International, 1922, Edited and translated by John Riddell, σελ.167, εκδ. Haymarket Books, 2012, Καναδάς. 

[15] Ό.π., σελ. 396-397.

[16] Ό.π., σελ. 397-398.

[17] Βλέπε χαρακτηριστικά 5ο συνέδριο της ΚΔ, Σχέδιο προγράμματος της ΚΔ ψηφισμένο από το 5ο παγκόσμιο συνέδριο, μαζί με το νέο καταστατικό της ΚΔ, Το Κομμουνιστικό Πρόγραμμα, σελ. 24-25, Έκδοση Σοσιαλιστικού Βιβλιοπωλείου, παράρτημα της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης», 1924.

[18] Ειδικά για τις απόψεις Ράντεκ, βλέπε Kommunistische Internationale, no.12 [August 1920], cols. 2153-62.

[19] Χάρμαν Κρις, Η χαμένη επανάσταση, Γερμανία 1918-1923, σελ. 297, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2008.

[20] Αναφέρεται στο: Χάρμαν Κρις, Η χαμένη επανάσταση, Γερμανία 1918-1923, σελ. 298, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2008.

[21] Αστερίου Δημήτρη, «Η γένεση της Κομμουνιστικής Διεθνούς: το 1ο και το 2ο Συνέδριο», Μαρξιστική Σκέψη, τ. 9, σελ. 200-201, 2013.

[22] Αναφέρεται στο: Χάρμαν Κρις, Η χαμένη επανάσταση, Γερμανία 1918-1923, σελ. 279, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2008.

[23] Λένιν Β. Ι., Ο Αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, Άπαντα, τ. 41, σελ. 94-95, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1988.

[24] Λένιν Β. Ι., Κομμουνισμός, Άπαντα, τ. 41, σελ. 136, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1988.

[25] 3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, Θέσεις για την κομμουνιστική δράση μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, σελ. 402-403, εκδ. Εργατική Πάλη, 2007.

[26] Στην αντιπροσωπεία συμμετείχαν οι Λένιν, Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Ράντεκ, Μπουχάριν.

[27] Βλέπε αναλυτικότερα την υποσημείωση 554 στο: Λένιν, Άπαντα, τ. 54, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985.

[28] Λένιν, Σχέδιο απόφασης του IV συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς σχετικά με το πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Άπαντα, τ. 54, σελ. 347-348, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985.

[29] Θεωρούμε ότι απαιτείται μια διευκρίνιση που αφορά στις σημερινές συνθήκες και κάποιες παρεμβάσεις με αναφορές στο ζήτημα της ΕΚ. Το σύνθημα της ΕΚ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει και να δώσει επίφαση επαναστατικότητας σε νεορεφορμιστικά προτάγματα. Η ΕΚ έχει νόημα σε συγκεκριμένες συνθήκες· ανάλογα με τις περιστάσεις χρησιμοποιείται είτε προπαγανδιστικά είτε ως αίτημα άμεσης υλοποίησης και για να προκύψει απαιτούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η ΕΚ δεν μπορεί να είναι κυβέρνηση διαχείρισης. Αν, λοιπόν, το αίτημα της ΕΚ χρησιμοποιείται για να καλύψει κυβερνητικούς σχεδιασμούς από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, τότε μετατρέπεται σε νεκρό γράμμα.

[30] Δημητρόφ Γκεόργκι, Ο φασισμός, σελ. 90-91, εκδ. Πορεία, 1978.

[31] Ό.π., σελ. 132.

[32] Ό.π., σελ. 95.

[33] Ό.π., σελ. 96.

[34] Ό.π., σελ. 104.


Πηγή: Σύλλογος Γιάννης Κορδάτος, 30/12/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.