Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Απόψεις για την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης* (1)



Αναδημοσιεύουμε (σε δύο μέρη) ένα ενδιαφέρον κείμενο του μαρξιστή φιλόσοφου και πανεπιστημιακού δασκάλου Αύγουστου Μπαγιόνα (1931-2005) των αρχών της δεκαετίας του ενενήντα. Ενός ανθρώπου, που με τις δικές του ιδιομορφίες –όπως εξάλλου όλοι μας-, υπερασπίζοντας το μαρξιστικό ορθολογισμό είχε παίξει κάποτε έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη κριτική που ασκήθηκε στο λεγόμενο νεορθόδοξο ρεύμα το οποίο άνθισε μετά τη μεταπολίτευση στη χώρα μας. Η παρούσα μελέτη αφορά σε μια κριτική εξέταση ζητημάτων που σχετίζονται με την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης –ένα ενδιαφέρον θέμα όχι μόνο για ιστορικούς (ΠΓ).

του Αύγουστου Μπαγιόνα*


Ι

Μέσα στη σύγχυση εννοιών, όρων και αξιών και το κλίμα ανορθολογισμού ή ακόμα και ασυναρτησίας που επικρατεί στις μέρες μας αναρωτιέται κανείς αν η αναζήτηση χαρακτηριστικών ή κριτηρίων, στα οποία να ανταποκρίνεται η ιστορική γνώση για να είναι αντικειμενική, δεν αποτελεί σόφισμα λήψεως του ζητουμένου. Μια τέτοια αναζήτηση προϋποθέτει ότι η αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης είναι εφικτή. Στην περίπτωση αυτή το μόνο ερώτημα που τίθεται αναφέρεται στους τρόπους ή τις μεθόδους και τεχνικές έρευνας που επιτρέπουν την επίτευξή της, τις παραπλανητικές παραστάσεις που την παρεμποδίζουν κ.α. Ενώ από λιγότερο ή περισσότερο επεξεργασμένες θεωρητικές σκοπιές αμφισβητείται εκ προοιμίου η δυνατότητα της ιστορικής γνώσης να είναι αντικειμενική. Ίσως όμως αν ακολουθηθεί η σπινοζική αρχή ότι η αλήθεια είναι δείκτης του εαυτού της και της πλάνης [1], αν δηλαδή ορισθεί ή έστω περιγραφεί η έννοια της αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης, αν αποσαφηνιστούν ορισμένα από τα κριτήρια που καθιστούν την έννοια αυτή λογικά δυνατή, δηλαδή απαλλαγμένη από αντιφάσεις, αν αποσαφηνιστεί η σχέση των κριτηρίων αυτών με την ιστορική γνώση ιδίως ως προς την ιστοριογραφική πρακτική θα καταδειχθεί ο πλανημένος ή έστω μονόπλευρος χαρακτήρας ορισμένων τουλάχιστον από τις αμφισβητήσεις για τη δυνατότητα της ιστορικής γνώσης να είναι αντικειμενική. Ορισμένες άλλες από τις αμφισβητήσεις αυτές επιβάλλουν μια σαφέστερη και κριτικότερη διατύπωση των κριτηρίων αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης και δεν αποδεικνύουν ότι είναι ανέφικτη, όπως νομίζουν ορισμένοι υποστηρικτές τους.

Για να αποσαφηνιστεί η σημασία του αιτήματος η ιστορική γνώση να είναι αντικειμενική είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι ο όρος «ιστορία» αρχικά εσήμαινε τη γνώση οιωνδήποτε φαινομένων ή δεδομένων. Όταν άρχισε να γίνεται σαφέστερη η ειδοποιός διαφορά των ανθρώπινων πράξεων από τα φυσικά ή κοσμικά φαινόμενα, ο όρος «ιστορία» εσήμαινε τις ανθρώπινες πράξεις, που έχουν συντελεστεί όταν οι άνθρωποι τις θυμούνται, δηλαδή αυτές που έγιναν στο παρελθόν και εξωτερικεύουν ορισμένες προθέσεις, επιδιώκοντας ορισμένους σκοπούς. Οι πράξεις αυτές έγιναν απότομα, κοινωνικές τάξεις ή άλλες ομάδες, και έθνη [2]. Στην έννοια αυτή της ιστορίας περιλαμβάνεται η ιστορία των θεσμών, π.χ. της Εκκλησίας του Δήμου στην αρχαία Αθήνα, των μυθικοθρησκευτικών παραστάσεων, της επιστημονικής και φιλοσοφικής σκέψης στο βαθμό που αποτελούν κατάληξη, αφετηρία ή πρότυπα για τις ανθρώπινες πράξεις. Η σημασία αυτή του όρου «ιστορία» αναφέρεται σε ό,τι πραγματικά [3] ή αντικειμενικά έκαναν οι άνθρωποι στο παρελθόν, ανεξάρτητα από τη γνώση που έχουν οι μεταγενέστεροι γι΄ αυτό. (Res gestaeGeschichte).

Εξάλλου ο όρος «ιστορία» αναφέρεται στη γνώση που έχουν οι μεταγενέστεροι για τις ανθρώπινες πράξεις που έγιναν σε μια ορισμένη περίοδο του παρελθόντος, π.χ. τη γνώση που έχουν οι Λογογράφοι και ο Θουκυδίδης για τον τρωικό πόλεμο (historia rerum gestarum, γερμ. Historie). Η δεύτερη σημασία του όρου «ιστορία» θα ήταν δυνατό να ταυτιστεί με την επιστημονική ιστοριογραφία [4]. Οι επιστήμονες ιστοριογράφοι διαφέρουν από τους συγγραφείς χρονικών ή τους λογοτέχνες κ.α. από την άποψη ότι επιδιώκουν με διάφορες μεθόδους και τεχνικές έρευνας να επαληθεύσουν τις ανασυνθέσεις που προτείνουν σε σχέση με το ιστορικό αντικείμενο που εξετάζουν, ακόμα και όταν συνειδητά ή όχι, προσφέρουν τη δυνατότητα να αμφισβητηθεί η αντικειμενικότητα των ανασυνθέσεών τους. Για παράδειγμα ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί, όπως λέει ο ίδιος, διάφορα τεκμήρια, π.χ. μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, τις οποίες επεξεργάζεται, όπως άλλωστε και τις δικές του εντυπώσεις, με σκοπό την ιστορική ακρίβεια και σύμφωνα με το κριτήριο της αληθοφανείας (Α20, Α21).

Από την αναγωγή της ιστορικής γνώσης στην επιστημονική ιστοριογραφία δεν έπεται ότι ποιητικά κείμενα, όπως π.χ. τα ομηρικά έπη, θρησκευτικά κείμενα όπως π.χ. οι αφηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης, άλλα λογοτεχνικά είδη όπως το ρεαλιστικό ή το ιστορικό μυθιστόρημα δεν έχουν ευρετική αξία για την ιστορική γνώση [5]. Η Ανθρώπινη Κωμωδία του Balzac αποδίδει παραστατικότερα και από μια άποψη πληρέστερα και αντικειμενικότερα τη μετάβαση της γαλλικής κοινωνίας της μεταναπολεόντειας εποχής από τις αξίες της τιμής και της τήρησης της δοσμένης υπόσχεσης στις αξίες της οικονομικής και κοινωνικής επιτυχίας από πολλά ιστορικά έργα. Ωστόσο τα μυθικοθρησκευτικά, και τα ποιητικά και λογοτεχνικά κείμενα δεν είναι δυνατό να κριθούν με κριτήρια επιστημονικής αντικειμενικότητας γιατί δεν προορίζονται από τους δημιουργούς τους για έλεγχο που να καταλήγει στην επαλήθευση ή διάψευση της εικόνας που δίνουν για την ιστορική πραγματικότητα.

Εφ΄ όσον γίνει δεκτό ότι ο όρος «ιστορία» έχει δύο σημασίες που περιέγραψα, αντικειμενική ιστοριογραφία είναι αυτή που ανασυνθέτει κατά ελέγξιμο τρόπο τη διαδοχή μιας σειράς γεγονότων όπως αυτή ξετυλίχτηκε πραγματικά, π.χ. τη σειρά των πρωτοβουλιών και ενεργειών της Επιδάμνου, των Κερκυραίων, Κορινθίων, Αθηναίων και Λακεδαιμονίων που κατέληξαν στην έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου. 

Εξάλλου η ανασύνθεση της εξέλιξης του Πελοποννησιακού πολέμου θα είναι αντικειμενική εφ΄ όσον θα αποδώσει με ενάργεια και ακρίβεια τη σχέση του με κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, όπως π.χ. η εξέλιξη των μορφών ερμηνείας και διάδοσης των χρησμών και οι συναφείς φήμες, η εξέλιξη του θεσμού των σπονδών, η θέση των ειλώτων στη Σπαρτιατική κοινωνία και η πίεση που ασκούσαν στην εξωτερική πολιτική των Λακεδαιμονίων, η πρόσκαιρη επικράτηση της δημοκρατίας των δημαγωγών μετά το θάνατο του Περικλή στην Αθήνα, σε συνάφεια με τη μεταβολή στην κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού της πόλης που προκάλεσαν οι εισβολείς των Λακεδαιμονίων στην Αττική κτλ.

Από την περιγραφή της αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης που προηγήθηκε συνάγεται ότι αυτή προϋποθέτει την τήρηση του κριτηρίου αληθείας ως αντιστοιχίας λόγου και γνώσης αφ΄ ενός, πραγματικότητας αφ΄ ετέρου ή «πράγματος και νου», όπως παραδοσιακά ονομάστηκε.

Σε σχέση με το κριτήριο αυτό διατυπώθηκαν πολλές κριτικές και ερωτηματικά ιδίως στη σύγχρονη φιλοσοφία. Τα ερωτηματικά αυτά κυρίως δείχνουν την ανάγκη να αποσαφηνιστούν οι έννοιες του λόγου ή του νου και του πράγματος καθώς και της σχέσης μεταξύ τους. Ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι η έννοια του πράγματος ανάγεται στην έννοια του δεδομένου, του λογικού «ατόμου» ή της γλωσσικής χρήσης, η παραδοχή αυτή, που δύσκολα συμβιβάζεται με τις έρευνες της ψυχογλωσσολογίας και κοινωνιογλωσσολογίας για τη γένεση της γλωσσικής λειτουργίας ή αυτές της γενετικής ψυχολογίας για τη γένεση της νόησης και των κατηγοριών της και με την πρακτική της επιστημονικής έρευνας, δεν θα οδηγούσε στην αναίρεση του κριτηρίου αυτού. Η ριζική άρνησή του καταλήγει λογικά στην άτοπη συνέπεια η ιστορική έρευνα, που βέβαια υπάρχει, να μην είναι τίποτε άλλο παρά στοχαστική ενδοσκόπηση και εξωτερίκευση των συνειδησιακών βιωμάτων και παραστάσεων του ιστορικού από τον ίδιο, δίχως αναφορά σε οποιοδήποτε εξωσυνειδησιακό αντικείμενο.

Η αναφορά στο κριτήριο της αλήθειας, ως «αντιστοιχίας» ανάμεσα στις προτάσεις του ιστορικού και «ό,τι πραγματικά συνέβη», σημαίνει ότι ο ιστορικός αναζητεί κάποια μορφή πραγματικής αλήθειας ή, όπως θα έλεγαν οι νομικοί, αλήθειας περί τα «πραγματικά περιστατικά». Ο ιστορικός για να είναι αντικειμενικός πρέπει να αναζητεί κρίσεις ή προτάσεις που να αποδίδουν τα πραγματικά χαρακτηριστικά και τις σχέσεις των γεγονότων και των κοινωνικών και πολιτιστικών εξελίξεων μεταξύ τους.

Εξάλλου ο λόγος του ιστορικού είναι ταυτόχρονα περιγραφικός, όταν αναφέρεται στα χαρακτηριστικά των συμβάντων και των κοινωνικών και πολιτιστικών εξελίξεων, και αφηγηματικός, όταν ανασυνθέτει τη μετάβαση ή μεταβολή από το προγενέστερο στο μεταγενέστερο, εξηγητικός όταν δηλοί άμεσα ή έμμεσα τους όρους που είναι αναγκαίοι και επαρκείς για να συντελεστεί η μετάβαση από ό,τι προηγείται σε ό,τι ακολουθεί. Ο λόγος του ιστορικού είναι και ερμηνευτικός στο βαθμό που κατανοεί τα κίνητρα των προσώπων ή ομάδων τη δράση των οποίων εξετάζει. Ο λόγος του ιστορικού για να επιτελέσει τις παραπάνω λειτουργίες πρέπει να παρουσιάζει αληθοφάνεια, δηλαδή να ανταποκρίνεται προς το «εικός», σύμφωνα με την έκφραση του Θουκυδίδη (Α 10).

Η αληθοφάνεια του λόγου του ιστορικού αναφέρεται, αν θυμηθούμε το παράδειγμα του Θουκυδίδη, και στα τεκμήρια που ο ιστορικός επικαλείται. Έτσι λ.χ. τα ομηρικά έπη δεν προσφέρουν κατά τον Θουκυδίδη αληθοφανή τεκμήρια για τα αίτια και τις αφορμές του Τρωικού Πολέμου. Για να είναι όμως αληθοφανής ο λόγος του ιστορικού είναι αναγκαίο να παρουσιάζει λογική συνοχή, δηλαδή να είναι απαλλαγμένος από αντιφάσεις. Πρέπει λοιπόν ο λόγος του ιστορικού να ανταποκρίνεται προς τις λεγόμενες «λογικές αλήθειες», δηλαδή τις προτάσεις εκείνες που είναι λογικά δυνατές, ανεξάρτητα από τη σχέση τους με τα διάφορα ιστορικά δεδομένα. Για παράδειγμα η πρόταση ότι η πτώση του Ναπολέοντα οφείλεται αποκλειστικά στην ήττα του Waterloo, δεν παρουσιάζει αληθοφάνεια και δεν έχει σχέση με τη λογική αλήθεια αν συνυπάρχει σε ένα ιστορικό έργο με την πρόταση ότι η Γαλλία ήταν εξαντλημένη από τους μακροχρόνιους πολέμους του και δεν ήθελε ούτε μπορούσε να υπομείνει την εξουσία του, η διατήρηση της οποίας ήταν συνυφασμένη με τη συνέχισή τους.

Το αίτημα της αληθοφάνειας του λόγου του ιστορικού και της ανταπόκρισής του προς τη λογική αλήθεια είναι προϋπόθεση για την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης, γιατί μόνο αν τηρείται ο όρος αυτός η ιστορική γνώση μπορεί να αποτελέσει επιστημονικό ή έστω έλλογο αντικείμενο.

Η σχέση ανάμεσα στην αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης και την αναζήτηση προτάσεων, που να ανταποκρίνονται προς τα κριτήρια της πραγματικής και λογικής αλήθειας, αποσαφηνίζεται και από την έννοια των «δεόντων». Την χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης σε συνάφεια με την έννοια του «εικότος» (Α 22) [6]. Τα «δέοντα» αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο είναι εύλογο να σκέφθηκαν, να μίλησαν και να έπραξαν άτομα ή ομάδες, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες τόπου και χρόνου ή τον τρόπο με τον οποίο λογικά πρέπει να αντέδρασαν σε ορισμένες καταστάσεις. Π.χ. ένας Αθηναίος στρατηγός, που δεν πίστευε τη δυνατότητα νίκης, φοβούμενος τις παρεμβάσεις της παντοδύναμης εκκλησίας του Δήμου και επιπλέον θρησκόληπτος όπως ο Νικίας, δεν ήταν ικανός να εκμεταλλευτεί ευνοϊκές περιστάσεις για να επιτύχει μια γρήγορη νίκη. Το δρων πρόσωπο λέγει τα «δέοντα» όταν εκλογικεύει τη συμπεριφορά του. Ο λόγος του ιστορικού τηρεί τα «δέοντα» όταν αποδίδει με ακρίβεια ως προς τα συμβάντα αλλά και με λογική συνοχή τη «λογική» των εν καταστάσει ανθρώπινων αντιδράσεων.

Κατά το μέτρο που η αντικειμενική ιστορική γνώση αναζητεί προτάσεις ανταποκρινόμενες προς το κριτήριο της πραγματικής και λογικής αλήθειας και κατά το βαθμό που οι πραγματικές αλήθειες καθορίζονται από εμπειρικά στοιχεία, ενώ οι λογικές αλήθειες δεν εξαρτώνται από αυτά, συνάγεται το εξής συμπέρασμα˙ η αντικειμενική ιστορική γνώση δεν προσδιορίζεται αποκλειστικά ούτε από προεμπειρικά ούτε από εμπειρικά στοιχεία αλλά προϋποθέτει την αλληλεξάρτησή τους. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από ανεξάρτητες έρευνες, όπως αυτές του Jaen Piaget στην περιοχή της γενετικής ψυχολογίας. Σε σχέση με την πρακτική της ιστοριογραφικής έρευνας επιβεβαιώνεται από την ανάλυση του Ε.Η. Carr που δείχνει ότι ούτε τα γεγονότα εξαρτώνται αποκλειστικά από τον ιστορικό, ούτε ο ιστορικός στις ανασυνθέσεις του καθορίζεται μονοσήμαντα από τα γεγονότα που εξετάζει αλλά ότι υπάρχει σχέση αλληλεπίδρασης ή αλληλεξάρτησης μεταξύ τους [7].

Η άποψη ότι ο αντικειμενικός ιστορικός αναζητεί πραγματικές αλήθειες, η οποία προϋποθέτει ότι υπάρχει ιστορική πραγματικότητα ανεξάρτητη από τις παραστάσεις του, θα ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί από αναλύσεις, όπως π.χ. αυτή του Carl Becker στη μελέτη του Τι είναι τα ιστορικά γεγονότα [8].Σύμφωνα με τον Becker,που αναφέρει τη διάβαση του Ρουβίκωνα από τον Καίσαρα το 49 π.Χ. και τη δολοφονία του Lincoln στις 14 Απριλίου 1865, τα γεγονότα αυτά δεν υπάρχουν, όπως υπάρχει ένα φυσικό ή τεχνητό αντικείμενο, του οποίου είναι δυνατό να μετρηθούν οι διαστάσεις. Η διάβαση του Ρουβίκωνα υπάρχει ως σύμβολο που υποκαθιστά στη φαντασία του ιστορικού απειράριθμα συμβάντα, π.χ. τις διαταγές που δόθηκαν, τις κινήσεις που θα έκανε ο κάθε στρατιώτης, την ύπαρξη βραδυπορούντων κ.α.

Η διάβαση του Ρουβίκωνα, ως φανταστικό ή έστω συνειδησιακό σύμβολο, δίνει το νόημά τους στις προτάσεις με τις οποίες ο ιστορικός την περιγράφει, την εξηγεί, την ερμηνεύει και την εντάσσει στην εξέλιξη της Ρωμαϊκής ιστορίας, από την Πολιτεία στην Ηγεμονία. Από την ανάλυση του Becker, αν γίνει δεκτή, συνάγεται ότι ο ιστορικός εκ προοιμίου δεν είναι δυνατό να αναζητεί πραγματικές αλήθειες, εφ΄ όσον δεν υπάρχει ιστορική πραγματικότητα ανεξάρτητη από τη φαντασία και τη συνείδησή του. Και αν υπήρχε δεν θα ήταν προσιτή στις ανασυνθέσεις του. Η μόνη μορφή αντικειμενικότητας θα ήταν αυτή που είναι συνυφασμένη με τη λογική συνοχή του λόγου του ιστορικού.

Αφετηρία της ανάλυσης του Becker είναι η λαθεμένη άποψη ότι ένα γεγονός υπάρχει ως γεγονός, δηλαδή ανεξάρτητα από τη συνείδηση του παρατηρητή, μόνο όταν μπορεί αυτός να προσδιορίσει με ακρίβεια τη σχέση του με το χώρο και το χρόνο από ποσοτική άποψη και να το αντικρύσει «γυμνό».

Θα μπορούσε να αντείπει κανείς ότι υπάρχουν «γεγονότα» ή έστω δεδομένα όπως τα νοήματα των λέξεων και προτάσεων, τα κίνητρα των ανθρώπινων πράξεων, οι κανόνες και αξίες που υιοθετούν ή απορρίπτουν οι άνθρωποι, οι κάθε είδους πεποιθήσεις τους. Όλα αυτά υπάρχουν ανεξάρτητα από τη φαντασία ή τη συνείδηση του παρατηρητή, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν όπως τα φυσικά ή τεχνητά αντικείμενα. Το γεγονός ότι ο ιστορικός δεν έχει συνήθως άμεση αντίληψη για τα γεγονότα που εξετάζει, αλλά τα γνωρίζει μέσω γραπτών πηγών ή άλλων ιχνών τους, δεν αποδεικνύει ότι τα ιστορικά γεγονότα δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση και τη φαντασία του ιστορικού. Παρόμοια, από το γεγονός ότι συχνά στις φυσικές επιστήμες ερευνητές προχωρούν σε προτάσεις με αφετηρία πρωτόκολλα παρατηρήσεων ή πειραμάτων άλλων ερευνητών [9] δε συνάγεται ότι οι προτάσεις αυτές δεν είναι δυνατό να συσχετισθούν με φαινόμενα που υπάρχουν αντικειμενικά και με τις σχέσεις μεταξύ τους.

Εξάλλου, όταν οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν τη διάβαση του Ρουβίκωνα ως πραξικόπημα κατά της εξουσίας της Συγκλήτου, αναφέρονται σε μια πραγματική διάσταση του γεγονότος αυτού. Την επιλέγουν, αποσιωπώντας ασφαλώς άλλες, επειδή τη θεωρούν σημαντικότερη από αυτές. Δεν έπεται ότι το πραξικοπηματικό στοιχείο της διάβασης του Ρουβίκωνα αποτελεί σύμβολο που την υποκαθιστά, όπως δεν χρησιμοποιούμε συμβολικά το λεωφορείο όταν το χρησιμοποιούμε ως μεταφορικό μέσο, αγνοώντας το σχήμα ή το χρώμα του.

Η ανάλυση του Becker δεν αποδεικνύει ότι τα ιστορικά δεδομένα, γεγονότα ή κοινωνικές και πολιτιστικές εξελίξεις, υπάρχουν μόνο ως φανταστικά σύμβολα στη συνείδηση του ιστορικού. Αυτό που ο Becker δείχνει είναι ότι δε μπορεί να υπάρξει αντικειμενική ιστορική γνώση και με τις δύο σημασίες του όρου χωρίς διάκριση ανάμεσα στο σημαντικό και το ασήμαντο. Ως σημαντικό θα θεωρήσει ο αντικειμενικός ιστορικός ό,τι ασκεί καθοριστική επίδραση στις εξελίξεις που ακολουθούν, όπως είναι π.χ. η πραξικοπηματική διάσταση της διάβασης του Ρουβίκωνα. Το ασήμαντο που ο ιστορικός θα αγνοήσει είναι ό,τι δεν ασκεί τέτοια επίδραση, όπως π.χ. το χρώμα των μαλλιών του Χοσρόη ως προς τους πολέμους μεταξύ Ρωμαίων και Περσών [10]. Η διάκριση ανάμεσα στο σημαντικό και το ασήμαντο δεν αναιρεί ούτε την αντικειμενικότητα ούτε τον επιστημονικό χαρακτήρα της ιστορικής γνώσης, όπως προκύπτει έμμεσα από τις αναλύσεις του Becker. Αντίθετα, η διάκριση αυτή είναι αποτέλεσμα αφαιρετικής διαδικασίας που χαρακτηρίζει κάθε επιστημονική έρευνα. Από την κριτική των απόψεων του Becker θα μπορούσε επίσης να προκύψει το συμπέρασμα ότι η ιστορική γνώση δεν ταυτίζεται σε κανένα στάδιό της με την αισθητηριακή γνώση. Είναι χαρακτηριστικό εν προκειμένω ότι ο Θουκυδίδης θεωρούσε αναγκαία την επεξεργασία όχι μόνο μαρτυριών άλλων αλλά και των δικών του εντυπώσεων. Η διάκριση ιστορικής και αισθητηριακής γνώσης δεν αναιρεί αλλά επιβεβαιώνει τη δυνατότητα της πρώτης να είναι αντικειμενική εφ΄ όσον η αισθητηριακή γνώση, που προσεγγίζει μόνο το καθέκαστον δεν μπορεί ούτε τα φαινόμενα να κατατάξει σε κατηγορίες, ούτε τις σχέσεις μεταξύ των κατηγοριών αυτών να καθορίσει, ούτε εξήγησή τους να θεμελιώσει έστω δοκιμαστικά, άρα δε μπορεί να αναπτύξει την ζητουμένη έστω αντικειμενικότητα της επιστημονικής γνώσης.

Περισσότερο μηδενιστικές, αν και όχι περισσότερο αποφασιστικές από τις αμφισβητήσεις του C. Becker ως προς τη δυνατότητα της ιστορικής γνώσης να είναι αντικειμενική και με τις δυό σημασίες του όρου, είναι οι απόψεις του Ρ. Veyne, ιδίως στο βιβλίο του Comment on écrit lhistoire [11]. Σύμφωνα με τον Veyne επειδή η ιστορία περιλαμβάνει κάθε τι που συνέβη μέχρι πριν από ένα λεπτό, τα πιο ετερόκλητα στοιχεία περιλαμβάνονται στο πεδίο της.

Η άποψη αυτή τον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ιστορικός λόγος που προσεγγίζει την ιστορική πραγματικότητα στην αταξία της, όπως π.χ. η βιογραφία ή η ανεκδοτολογική ιστορία, δε μπορεί να έχει λογική συνοχή αλλά αποτελεί «συνύφανση ασυναρτησιών» [12]. Ενδεχομένως ο ιστορικός λόγος χαρακτηρίζεται από λογική συνοχή και αποτελεί επιφανειακά έστω έλλογο αντικείμενο, όπως π.χ. στην περίπτωση του Θουκυδίδη. Όπως όμως το δείχνει, κατά τη γνώμη του Veyne, το παράδειγμα του Θουκυδίδη, ο ιστορικός λόγος που χαρακτηρίζεται από λογική συνοχή αγνοεί την υποτιθέμενη ασυναρτησία της ίδιας της ιστορικής πραγματικότητας, που ο Veyne ονομάζει «αλήθεια των πραγμάτων», και υποτάσσεται σε μυθικά ή πολιτικά πρότυπα [13]. Ο Veyne στηρίζει τις απόψεις αυτές με τον επιπόλαιο ισχυρισμό ότι η επιδίωξη της τεκμηρίωσης χαρακτηρίζει μόνο τη νεότερη ιστορική έρευνα και προέκυψε από τις θεολογικές διαμάχες και τις πανεπιστημιακές ανάγκες. Ο ιστορικός λόγος που επεδίωξε την τεκμηρίωση απομονώθηκε κατά τον Veyne από τη συγγραφική δημιουργία και ο ιστορικός που αναζητεί την τεκμηρίωση γράφει μόνο για τους συναδέλφους του. Πέρα από την παρατήρηση ότι οι πιο σημαίνοντες νεότεροι ιστορικοί, όπως π.χ. ο Γίββων, ο Michelet, ο Ranke, ο Παπαρρηγόπουλος και άλλοι συνυφαίνουν τη συγγραφική δημιουργία με την επιδίωξη της τεκμηρίωσης, από τις παρατηρήσεις του Veyne φαίνεται εκ πρώτης όψεως να προκύπτει για τον ιστορικό το δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στην επιδίωξη της πραγματικής αφ΄ ενός, της λογικής αλήθειας αφ΄ ετέρου, και των συναφών μορφών αντικειμενικότητας.

Στην πραγματικότητα όμως ο Veyne προσπαθεί να αναιρέσει τις λογικές προϋποθέσεις κάθε μορφής ιστορικής αντικειμενικότητας, εφ΄ όσον οι απόψεις του οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ιστορικός λόγος, εφ΄ όσον εμφανίζεται ως έλλογος, είναι υποταγμένος σε μυθικοθρησκευτικά ή πολιτικά πρότυπα. Εφ΄ όσον, επιδιώκει να προσεγγίσει την ιστορική πραγματικότητα είναι ασυνάρτητος. 

Την μηδενιστική κριτική του Veyne συνεχίζει σε πιο απλουστευμένη μορφή ο κ. Καστοριάδης σε ορισμένα κείμενά του [14]. Κατ΄ αυτόν η ιστοριογραφία που αναφέρεται στη Ρώμη περιλαμβάνει τόσο ετερόκλιτα στοιχεία, όσο είναι οι αντιθέσεις πατρικίων και πληβείων και τα όργια του Ηλιογάβαλου. Οι ιστοριογράφοι της Ρώμης εξομαλύνουν την ουσιαστικά ανύπαρκτη ή εν πάση περιπτώσει ανομοιόμορφη ιστορία της για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις πανεπιστημιακών εδρών.

Πέρα από την επιπολαιότητα της εξήγησης αυτής που προφανώς δεν ισχύει π.χ. για την ιστοριογραφία του δέκατου όγδοου αιώνα που αναφέρεται στη Ρώμη, π.χ. για τα έργα του Γίββωνα ή του Le Nain de Tillemont, ο ισχυρισμός του κ. Καστοριάδη ότι οι αντιθέσεις πληβείων και πατρικίων αφ΄ ενός, οι μορφές της αυτοκρατορικής εξουσίας από τον Κόμμοδο ως τον Διοκλητιανό αφ΄ ετέρου, αποτελούν ετερόκλιτα και άσχετα στοιχεία μεταξύ τους, είναι το λιγότερο αναπόδεικτος.

Η συλλογιστική του κ. Καστοριάδη όπως και αυτή του Ρ. Veyne ξεκινάει από την αυθαίρετη προϋπόθεση ότι το πεδίο της ιστορίας παρουσιάζει χαοτικό χαρακτήρα, επειδή περιλαμβάνει τα πάντα και γι΄ αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει ξεχωριστό αντικείμενο επιστημονικού λόγου, όπως π.χ. η έννοια του ακέραιου αριθμού στα μαθηματικά. Θα ήταν δυνατό να παρατηρηθεί ότι η ιστορία δεν περιλαμβάνει τα πάντα αλλά μόνο ανθρώπινες πράξεις, ατομικές ή συλλογικές που υπαγορεύονται από ορισμένες προϋποθέσεις ή κίνητρα και αποβλέπουν στην πραγμάτωση κάποιων σκοπών. Όταν οι ιστορικοί αναφέρονται σε φυσικά φαινόμενα, όπως οι σεισμοί, πλημμύρες κ.α. τα συσχετίζουν με ανθρώπινες πράξεις στη γένεσή τους ή πραγματοποιημένες.

Εξάλλου θεμελιακή κατηγορία του ιστορικού γίγνεσθαι με την πραγματική σημασία του όρου είναι η κατηγορία της χρονικότητας εφ΄ όσον οι ιστορικοί ανασυνθέτουν διαδοχές, μεταβάσεις, εξελίξεις που καταλήγουν σε μεταβολές κτλ. Γι΄ αυτό άλλωστε και η ιστορική εξήγηση, κατ΄ αντιδιαστολή π.χ. προς την κοινωνιολογική, συσχετίζει το μεταγενέστερο προς το προγενέστερο.

Το γεγονός ότι ορισμένα δεδομένα είναι ιστορικά κατά το βαθμό που η ύπαρξή τους είναι συνυφασμένη με τη χρονική διάστασή τους, και πιο πολύ αυτήν που δεν ανάγεται σε κυκλικά σχήματα, το γεγονός επίσης ότι η ιστορική γνώση και ο ιστορικός λόγος προϋποθέτουν την κατηγορία του χρόνου και ορισμένες επί μέρους μορφές της, όπως π.χ. η διαδοχή, η μετάβαση, η εξέλιξη, η μεταβολή και άλλες, περιορίζει σε σημαντικό βαθμό τον υποτιθέμενο χαοτικό ή έστω ετερόκλιτο χαρακτήρα του πεδίου της ιστορίας.

Εξάλλου σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. η εξέλιξη της Εκκλησίας του Δήμου από την εποχή του Κλεισθένη ως την εποχή του Σύλλα ή η εξέλιξη του Ελληνικού στρατού από τη σύσταση της εθνοφυλακής μετά την απελευθέρωση ως σήμερα, τα ίδια τα ιστορικά αντικείμενα υπαγορεύουν μέσω των γραπτών ή προφορικών πηγών, που αναφέρονται σ΄ αυτά, ή των ιχνών και άλλων καταλοίπων που άφησαν, τις ανασυνθέσεις των ιστορικών. Από την άποψη αυτή η θετικιστική αντίληψη για την ιστοριογραφία [15], αν και υπερτονίζει ίσως την επίδραση των πηγών στις ανασυνθέσεις των ιστορικών, δεν είναι τόσο λαθεμένη και άσχετη προς την πρακτική της ιστοριογραφικής έρευνας όσο έχει καθιερωθεί να υποστηρίζεται.

Οπωσδήποτε οι παρατηρήσεις των Veyne και Καστοριάδη, παρά τις αντιρρήσεις που προκαλούν, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το αντικείμενο της έρευνάς του διαμορφώνεται ως ένα βαθμό από τις επιλογές και τους περιορισμούς που οριοθετούν την έρευνα και τις ανασυνθέσεις του ιστορικού.

Οι επιλογές αυτές αναφέρονται στα χρονικά όρια του ιστορικού αντικειμένου, π.χ. η εξέλιξη της χριστιανικής εκκλησίας από τους αποστολικούς χρόνους ως τους διωγμούς του Δεκίου ή του Διοκλητιανού, σε ορισμένα ειδολογικά χαρακτηριστικά του, π.χ. η χριστιανική εκκλησία ως λατρευτική κοινότητα ή ως προς το νομικό καθεστώς της, π.χ. σε σχέση με τα Collegia που όριζε το ρωμαϊκό δίκαιο, και ορισμένες άλλες πλευρές συνυφασμένες με την αιτιολογική εξήγησή του, π.χ. οι μεταβολές στην κοινωνική προέλευση των πιστών και η επίδραση που μπορεί να άσκησαν στο περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης ή και την χριστιανική απολογητική, την πολεμική κατά των ειδωλολατρών κ.α.

Το γεγονός ότι το ιστορικό αντικείμενο εν μέρει τουλάχιστον διαμορφώνεται από τις επιλογές του ιστορικού, ως προς τη χρονική διάρκειά του, από ειδολογική άποψη και ως προς την ευρύτερη ιστορική ενότητα στην οποία εντάσσεται, δεν αποδεικνύει ότι πριν ή μετά τις επιλογές του μελετητή παρουσιάζει χαοτικό χαρακτήρα. Ούτε ότι αποτελείται από ετερόκλιτα στοιχεία. Εξάλλου επιλογή αντικειμένου, της εξεταζόμενης πλευράς του και των σχέσεών της με τις άλλες πλευρές του ή με άλλα αντικείμενα, χαρακτηρίζει τις ερευνητικές διαδικασίες όλων των επιστημών [16]. Ίσως η ειδοποιός διαφορά των επιλογών του ιστορικού από αυτές του φυσικού να είναι και αυτή που αναφέρεται στη χρονική διάσταση του εξεταζόμενου αντικειμένου.

Το γεγονός ότι ο ιστορικός με τις επιλογές του διαμορφώνει εν μέρει το αντικείμενο της έρευνάς του δεν αρκεί για να αναιρεθεί η αντικειμενικότητα των ανασυνθέσεών του, όπως δεν αναιρεί την αντικειμενικότητα των εξηγήσεων των φυσικών επιστημών. Ο R. Aron, στην παλαιότερη διατριβή του Introduction à la philosophie de lhistoire (Paris 1948) με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο Essai sur les limites de lobjectivité historique, σωστά παρατηρεί ότι ενδεχομένως οι επιλογές αυτές να περιλαμβάνονται στους παράγοντες εκείνους που περιορίζουν την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης (σ. 282). Για παράδειγμα η εξήγηση της παρακμής του ρωμαϊκού κράτους από το γεγονός ότι η αυτοκρατορική εξουσία έγινε έρμαιο των διαθέσεων μισθοφόρων πραιτοριανών, το σώμα των οποίων ενισχύθηκε εξαιτίας της επέκτασης του ρωμαϊκού κράτους, πιθανώς παραβλέπει ή έστω υποτιμάει την επίδραση άλλων παραγόντων στην διαδικασία της παρακμής της Ρώμης. Παραμένει όμως το πραγματικό γεγονός ότι οι πραιτοριανοί που δεν κατανοούσαν τις ρωμαϊκές αξίες και το ρωμαϊκό πολιτισμό και ανήκαν στο περιθώριο της ρωμαϊκής κοινωνίας ήλεγχαν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία, τουλάχιστον κατά την περίοδο του Pertinax και των διαδόχων του.

Θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε από τα παραπάνω ότι η ιστορική έρευνα, στο βαθμό που επιδιώκει την αντικειμενικότητα και με τις δύο σημασίες του όρου, ανακαλύπτει στην ίδια την ιστορική πραγματικότητα τα όρια που της επιτρέπουν να διαμορφώσει το αντικείμενό της [17]. Δεν τα επιβάλλει αυθαίρετα.

Οι περιορισμοί με τους οποίους ο ιστορικός διαμορφώνει το αντικείμενό του πιθανώς θέτουν όρια στην αντικειμενικότητα των ανασυνθέσεών του. Θα μπορούσε όμως να παρατηρήσει κανείς ότι το ίδιο ισχύει και για τις εξηγήσεις των φυσικών επιστημών και για όλες τις κατηγορίες της επιστημονικής σκέψης [18]. Εξάλλου δεν υπάρχει λόγος να υποθέσει κανείς ότι τα όρια στην αντικειμενικότητα των ανασυνθέσεων του ιστορικού, που προκύπτουν από τις οριοθετήσεις του, είναι σταθερά και αμετακίνητα. Ούτε η ιστορική γνώση, ούτε ο ιστορικός λόγος εκφράζονται από ένα μόνο ιστορικό, μια μόνο ιστορική σχολή, μια μόνο αντίληψη για το αντικείμενο της ιστορικής γνώσης. Άλλωστε οι επιλογές και οι ανασυνθέσεις του κάθε ιστορικού επηρεάζονται θετικά ή αρνητικά έστω από τις ανασυνθέσεις της ιστοριογραφίας που προηγήθηκε. Γι΄ αυτό και το ερώτημα αν τα όρια της αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης είναι σταθερά ή όχι μπορεί να απαντηθεί, όχι μόνο σε σχέση με τη λογική της ιστορικής γνώσης ή τις ψυχολογικές ιδιομορφίες και τις ιδεολογικές ή αξιολογικές πεποιθήσεις του κάθε ιστορικού ή της κάθε σχολής, αλλά και σε σχέση με την ίδια την ιστορική εξέλιξή της [19].

Από τις προσεκτικότερες αναλύσεις του R. Aron, ο οποίος αρνιέται ή έστω προσπαθεί να αποφύγει τον «ευτελή» και άκριτο σκεπτικισμό, που θα ακύρωνε την ιστορική έρευνα [20], αλλά και από τις επιπολαιότερες αποφάνσεις του P. Veyne, π.χ. σε σχέση με το έργο του Θουκυδίδη, προκύπτει ότι οι «θεωρητικές προϋποθέσεις» του ιστορικού προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις ανασυνθέσεις του και γι΄ αυτό το λόγο περιορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις ανασυνθέσεις του και γι΄ αυτό το λόγο περιορίζουν σε μεγάλο βαθμό το είδος εκείνο της αντικειμενικότητας που πηγάζει από την αναζήτηση πραγματικών αληθειών. Είναι όμως προφανές ότι η εξάρτηση ή ακόμα και η παραγωγή ιστορικής γνώσης από θεωρητικές προϋποθέσεις δεν περιορίζει αλλά μάλλον ενισχύει τη δυνατότητα του ιστορικού λόγου να καταστεί έλλογος, δηλαδή να καταλήξει προσωρινά έστω σε λογικά δυνατές ανασυνθέσεις.

Με τον όρο «θεωρητικές προϋποθέσεις» θα μπορούσαμε να εννοήσουμε ορισμένες θεμελιακές προτάσεις, τις οποίες προϋποθέτουν λογικά οι ανασυνθέσεις ενός ιστορικού, έστω και αν δεν επιδιώκει συνήθως να τις αποσαφηνίσει. Ίσως κάποτε να μη τις συνειδητοποιεί πλήρως [21].

Ορισμένες από τις προϋποθέσεις αυτές αναφέρονται σε χαρακτηριστικά της ίδιας της ιστορικής εξέλιξης, όπως λ.χ. ότι χαρακτηρίζεται από συνέχεια ή ότι, σύμφωνα με τη μαρξιστική άποψη, η συνέχειά της δεν νοείται ανεξάρτητα από την ασυνέχειά της, ή ότι τα φαινόμενα ακμής, π.χ. του Ρωμαϊκού κράτους, είναι συνυφασμένα με φαινόμενα παρακμής και οπισθοδρόμησης, π.χ. την αύξηση της επιρροής των πραιτοριανών στην Ρωμαϊκή πολιτεία και κοινωνία, όταν κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου.

Ορισμένες άλλες θεωρητικές προϋποθέσεις αναφέρονται και στην ιστορική πραγματικότητα και στην μέθοδο ή ακόμα και τεχνικές της έρευνας με την οποία την προσεγγίζει ο ιστορικός. Η άποψη π.χ. ότι υπάρχει ιστορική αιτιότητα ή η αντίθετη η άποψη ότι την ιστορική εξέλιξη προσδιορίζει κάποιος καθοριστικός παράγοντας, ο οποίος είναι ο ίδιος σε όλα τα στάδιά της ή διαφέρει ανάλογα με τα στάδιά της ή διαφέρει ανάλογα με τα στάδια και τις εποχές της ιστορίας, αναφέρεται και στην ιστορική πραγματικότητα και στις διαδικασίες προσέγγισής της. Συναφείς είναι οι προβληματισμοί γύρω από την επιλογή των ιστορικών ενοτήτων, αν οι σημαντικότερες είναι το έθνος, ο κοινωνικός και οικονομικός σχηματισμός, η έννοια του σταδίου, της εποχής κ.α.

Ορισμένοι ιστορικοί, όπως ο Θουκυδίδης, φαίνεται να αναζητούν ορισμένες θεωρητικές προϋποθέσεις, που υπερβαίνουν την περιοχή του ιστορικού γίγνεσθαι και συνιστούν κατά κάποιο τρόπο «μεταϊστορία». Ο Θουκυδίδης έμμεσα δέχεται ότι η ανθρώπινη φύση, που είναι μεταϊστορική έννοια, για όσο διάστημα παραμένει αμετάβλητη, θα εκδηλώνεται κατά κύριο λόγο με την πολιτική αναμέτρηση μεταξύ πόλεων ή αντιπάλων πολιτικών μερίδων.

Στη θεωρία της ιστορίας περιλαμβάνεται και ο προσδιορισμός των λογικών σχέσεων ανάμεσα στις προτάσεις που συνιστούν τις θεωρητικές προϋποθέσεις του ιστορικού, καθώς και αυτών που υπάρχουν ανάμεσα στις προτάσεις αυτές αφ΄ ενός, τον προσανατολισμό και τα αποτελέσματα της έρευνάς του αφ΄ ετέρου. Εξαιτίας των σχέσεων αυτών, η θεωρία της ιστορίας δεν είναι δυνατό να νοηθεί ανεξάρτητα από την πρακτική της ιστοριογραφικής έρευνας την οποία κατευθύνει και η οποία λογικά την προϋποθέτει.

Γι΄ αυτό το λόγο η θεωρησιακή φιλοσοφία της ιστορίας, π.χ. αυτή του Hegel, δεν είναι διόλου άσχετη προς την εξέλιξη της ιστοριογραφίας της εποχής κατά την οποία αναπτύσσεται, όπως λαθεμένα υποστήριξαν ορισμένοι θετικιστές. Η θεωρησιακή φιλοσοφία της ιστορίας αποσαφηνίζει τις μεταϊστορικές προϋποθέσεις, π.χ. στην περίπτωση του Hegel τις προτάσεις που αναφέρονται στο «λόγο» και το «πνεύμα» ως πρωταρχικούς παράγοντες που καθορίζουν την ιστορία. Τέτοιες προτάσεις προϋποθέτει αλλά δεν αποσαφηνίζει η εξέλιξη της ιστοριογραφίας ως την εποχή του. Όπως προκύπτει από την Εισαγωγή στις Παραδόσεις Φιλοσοφίας της Ιστορίας η άποψη του Hegel ότι ο λόγος και το πνεύμα κατευθύνουν την ιστορία αποτελεί από τη σκοπιά του αποσαφήνιση των θεμελιακών προϋποθέσεων της «φιλοσοφικής ιστορίας» η οποία υπερβαίνει, δηλαδή «διατηρεί» και «αναιρεί» την «άμεση» και «στοχαστική» ιστορία [22].

Η λογική κυρίως εξάρτηση της ιστορικής γνώσης από θεωρητικές προϋποθέσεις, όπως αυτές που αναφέραμε και άλλες, δεν περιορίζει υποχρεωτικά την αντικειμενικότητά της, όπως υποστηρίχθηκε από πολλούς. Αν χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα το έργο του Alexis de Tocqueville Lancien régime et la Révolution (Paris 1857 3η έκδ.), θα διαπιστώσουμε ότι οι ανασυνθέσεις του προϋποθέτουν λογικά την πρόταση για τη συνέχεια του ιστορικού γίγνεσθαι. Η έμμεση παραδοχή της θεωρητικής αυτής προϋπόθεσης επιτρέπει στον Tocqueville να δείξει την ιστορική συνέχεια ανάμεσα στον τρόπο άσκησης της μοναρχικής εξουσίας και της επαναστατικής και μετεπαναστατικής εξουσίας στη Γαλλία, εξηγώντας έτσι τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της άσκησης της εξουσίας από τους Ιακωβίνους και τον Ναπολέοντα καθώς και την έλλειψη απήχησης του «ομοσπονδιακού» προγράμματος των Γιρονδίνων. Είναι βέβαια πιθανό ότι οι θεωρητικές αυτές παραδοχές του Tocqueville για τη συνέχεια της ιστορίας και ειδικότερα για τη συνέχεια της γαλλικής ιστορίας να μη του επέτρεψαν να διαφωτίσει επαρκώς την δράση περιθωριακών ή εξαθλιωμένων κοινωνικών στρωμάτων κατά τη διάρκεια της γαλλικής επανάστασης καθώς και της κίνησης των «λυσσοδήκτων» που εξέφραζε τις αναζητήσεις τους. Μεταγενέστερα όμως ιστοριογραφικά ρεύματα προχώρησαν στις αναγκαίες κριτικές επισημάνσεις και συμπληρώσεις.

Η παρατήρηση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ιστορική γνώση που επιδιώκει την αντικειμενικότητα, με την πραγματική σημασία του όρου, προϋποθέτει τη θεωρητική αρχή ότι η συνέχεια, η οποία χαρακτηρίζει το ιστορικό γίγνεσθαι δε νοείται χωρίς κάποιο στοιχείο ασυνέχειας. Η συνέχεια του ιστορικού γίγνεσθαι προϋποθέτει ότι το μεταγενέστερο προετοιμάζει ή ακόμα και ενυπάρχει δυνάμει στο προγενέστερο. Π.χ. η χριστιανική ηθική, στο βαθμό που τονίζει την αξία της ανιδιοτελούς πρόθεσης, προετοιμάζεται από ορισμένες αναλύσεις των Στωικών περί «προαιρέσεως». Από την άλλη μεριά, κατά το μέτρο που η Χριστιανική ηθική θεμελιώνει τον ηθικό νόμο στη βούληση του Θεού, είναι διαφορετική από την ηθική των Στωικών παρά ορισμένες αναφορές του Επίκτητου κ.α. στο Δία.

Η απολυτοποίηση της ιστορικής συνέχειας θα οδηγούσε στο ελεατίζον και ανιστορικό συμπέρασμα πως ό,τι μεταβάλλεται είναι επιφανειακό. Μόνο το αμετάβλητο υπάρχει στην πραγματικότητα, τουλάχιστον κατά τρόπο ουσιαστικό. Η απολυτοποίηση της ασυνέχειας, στην οποία καταλήγουν διάφορες σύγχρονες «φιλοσοφίες» της «ρωγμής» [23] προϋποθέτει λογικά ότι το μεταγενέστερο δεν έχει καμιά σχέση με το προγενέστερο αλλά προβάλλει ξαφνικά και μυστηριωδώς όπως η Αθηνά πάνοπλη γεννιέται από το κεφάλι του Δία. Η απολυτοποίηση αυτή της ασυνέχειας, και της «ρωγμής», κατ΄ αντιδιαστολή προς την ελεατίζουσα απολυτοποίηση της συνεχείας, δεν αποξενώνει μόνο τον ιστορικό λόγο από την ιστορική πραγματικότητα αλλά τον καθιστά και ασυνάρτητο. Αποκλείει λοιπόν κάθε δυνατότητα της ιστορικής γνώσης να είναι αντικειμενική, με όλες τις σημασίες του όρου.


* Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί παραλλαγμένη μορφή διάλεξής μου που έγινε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρίας στις 11 Νοεμβρίου 1990. Παρεμφερή δημοσιεύματά μου είναι τα εξής: Η αμφισβήτηση της αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης κατά την περίοδο του ιμπεριαλισμού. Επιστημονική Σκέψη, αρ. τεύχους 18. Η σκέψη του Θουκυδίδη και η σύγχρονη αντίληψη για τη μεθοδολογία της ιστορίας. Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, Σεμινάριο 8. Κριτήρια αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης, Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, Σεμινάριο 9.


Ο Αύγουστος Μπαγιόνας είναι καθηγητής Φιλοσοφίας του Πάντειου Πανεπιστημίου

Σημείωση: Η ιδιότητα του συντάκτη αφορά στην ημερομηνία της αρχικής δημοσίευσης του κειμένου (ΠΓ).

Πηγή: Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, 8 (1991), 29-41

(συνεχίζεται)
______________

Σημειώσεις

[1] Ethica, Β΄ μέρος, Πρόταση ΧΙΙΙ, σχόλιο. Την αρχή αυτή προϋποθέτουν οι προτάσεις ΧΧΧΙV και XXXV.

[2] Σε αντίθεση προς ό,τι υποστηρίζουν ορισμένοι μαρξιστές αλλά και προς ό,τι προκύπτει από τη θεωρία του πολιτισμού του A. Toynbee δεν φαίνεται να έχει ξεπεραστεί η έννοια του έθνους ως ιστορικής ενότητας. Εξάλλου η μαρξιστική θεωρία της πάλης των τάξεων, ιδιαίτερα με τη διατύπωση που της έδωσε ο Fr. Engels, προϋποθέτει ότι αυτές διεξάγονται σε εθνικό πλαίσιο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η άνοδος μιας τάξης, π.χ. της αστικής στην υστερομεσαιωνική περίοδο, συνεπάγεται τη δημιουργία ενός εθνικού πλαισίου. Βλ. Roger Martelli, Comprendre la nation Paris, Editions Sociales, 1979, σ. 24. Καθώς και Ernest Gellner, Nations et nationalisme, γαλ. μετάφρ., Paris, 1989, σ. 172.

[3] Ο όρος «πραγματικός» χρησιμοποιείται εδώ με τη σημασία αυτού που συνέβη ανεξάρτητα από τις παραστάσεις ή τη γνώση των μεταγενέστερων, κατ΄ αντιδιαστολή προς τη χρήση του όρου στον Πολύβιο, που αναφέρεται στα διδάγματα που κατά τη γνώμη του είναι δυνατό να αντληθούν από την ιστορία, ιδιαίτερα την εγκαρτέρηση απέναντι στις μεταβολές της τύχης VI, 4-9. Στη σημασία αυτή του όρου αναφέρεται κριτικά ο Hegel στις Παραδόσεις Φιλοσοφίας της Ιστορίας, ελλ. μετάφρ. εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1980, τ.α. σ. 14 κ.ε.

[4] Ορισμένοι ταυτίζουν τον όρο «ιστοριογραφία» με την αφηγηματική ιστορία, που βρίσκουμε σε συγγραφείς χρονικών όπως ο Joinville ή ο Κριτόβουλος. Ο G. Lefebvre στο La Naissance de lhistoriographie Moderne, Paris, 1971, δείχνει πειστικά ότι ο όρος αυτός μπορεί να συσχετιστεί και με την επιστημονική ιστοριογραφία.

[5] Από την άποψη αυτή η τομή ανάμεσα στην ποίηση και την ιστορία που προκύπτει από τον Θουκυδίδη (Α9, Α21) και διατυπώνεται ρητά από τον Πολύβιο (Β 56, 11-12) και τον Λουκιανό Πως δει ιστορίαν συγγράφειν κεφ. 6 είναι σχηματική. Στο κεφ. 41 ο Λουκιανός κάνει την παραχώρηση να δεχτεί ότι κάποιο ποιητικό στοιχείο μπορεί να επηρεάζει την «γνώμην» του ιστορικού, όχι όμως και την «λέξιν» του.

[6] Πρβλ. και J. Finley, Θουκυδίδης, Αθήνα, 1985, σ. 298.

[7] What is history, σειρά Penguin, 1964 κεφ. The historian and his facts. (Ελληνική μετάφραση στις εκδόσεις Ηριδανός).

[8] Στο Hans Meyerhoff (ed.) The philosophy of history in our time, U.S.A. Anchor Books, 1959, σ. 120-140. Ιδίως σ. 121-125.

[9] Στο John Passmore, The objectivity of history, στο P. Gardiner (ed.) The Philosophy of history, Oxford, 1974, σ. 147.

[10] Την άποψη αυτή είχε ήδη συνειδητοποιήσει αστεϊζόμενος ο Λουκιανός. Πως δει την ιστορίαν συγγράφειν, κεφ. 17. Ο Λουκιανός συγκρίνει τους ιστορικούς που δεν μπορούν να διακρίνουν το σημαντικό από το ασήμαντο με δούλους που κληρονομούν απροσδόκητα μια μεγάλη περιουσία και καταναλώνουν στην τύχη ό,τι βρεθεί μπροστά τους.

[11] Σ. 21 κ.ε.

[12] Ό.π. παρ., σ. 23.

[13] Les Grecs ont ils cru à leurs mythes?, Paris Seuil, 1983, σσ. 21, 22, 29 κ.α. Ο Veyne αυθαίρετα και λαθεμένα ισχυρίζεται ότι ο Θουκυδίδης εξακολουθεί, όπως ο Εκαταίος ή ο Αυγουστίνος, να πιστεύει στο μυθικό κόσμο και ότι οι ανασυνθέσεις του είναι ατεκμηρίωτες γιατί δεν αναφέρει ρητά τις πηγές του, όπως οι νεότεροι (σ. 22-23). Προφανώς ο Veyne συγχέει μεταξύ τεκμηρίων, πηγών και παραπομπών. Αγνοεί την κριτική του Θουκυδίδη για τη μυθική σκέψη και για τους λογογράφους.

[14] Π.χ. στην Ιστοριογραφία του Εργατικού Κινήματος, στο Lexpérience du movement ouvrier Paris, σειρά 10-18, 1973, σ. 25.

[15] Όπως εκφράζεται π.χ. στην Εισαγωγήν εις τας ιστορικάς σπουδάς, των Ch. Langlois και G. Seignobos, μετάφρ. Σπ. Λάμπρου, Αθήνα, Βιβλιοθήκη Μαραολή, 1898.

[16] E. Nagel, The logic of historical analysis, στου Hans Meyerhoff, όπ. παρ., σ. 209.

[17] John Passmore, The objectivity of history, στου P. Gardiner, όπ. παρ., σ. 150-151.

[18] John Passmore, όπ. παρ., σ. 144.

[19] Ως προς την εξέλιξη της ιστοριογραφίας ιδιαίτερα διαφωτιστικό είναι το έργο των Guy Bourdé και Hervé Martin, Les écoles historiques Paris, Seuil, 1983 καθώς και του A. Schaff, Histoire et Vérité Paris, Anthropos, 1971 ως προς την εξέλιξη της ιστοριογραφίας της Γαλλικής επανάστασης.

[20] Βλ. το κείμενό του Relativism in history, στου Hans Meyerhoff, όπ. παρ., σ. 155. Ο Aron παρατηρεί ότι ενώ η επιστημονική ιστοριογραφία απορρίπτει την εικόνα του ιστορικού παρελθόντος που πηγάζει από την ευπιστία της μυθικής σκέψης, η κριτική της επιστημονικής ιστοριογραφίας δεν είναι μηδενιστική αλλά αποβλέπει στην αξιολόγηση των ανασυνθέσεών της και τον καθορισμό των ορίων της αντικειμενικότητάς τους.

[21] Ίσως γι΄ αυτό το λόγο ορισμένοι θετικιστές θεωρητικοί της ιστορικής γνώσης ετόνιζαν τόσο πολύ την ανάγκη να απαλλαγεί η ιστοριογραφική έρευνα από τις επιδράσεις της «φιλοσοφίας της ιστορίας», βλ. H. Bourdet et H. Martin, όπ. παρ., σ. 136. Η θετικιστική σχολή υποστηρίζει ότι οι ανασυνθέσεις των ιστορικών δεν εξαρτώνται λογικά από θεωρητικές προϋποθέσεις ή άλλες πεποιθήσεις. Λογικά πρώτη είναι η μέθοδος και τεχνική της έρευνας, η λεγόμενη «ευριστική».

[22] Η «άμεση» ιστορία εκπροσωπείται από το έργο ιστορικών όπως ο Θουκυδίδης, η «στοχαστική» ιστορία από ιστορικούς όπως ο Johannes von Müller, την φιλοσοφική ιστορία προσεγγίζουν οι ολιστικές αναλύσεις του Montesquieu, Φιλοσοφία της ιστορίας, όπ. παρ., Α. σ. 9-19.

[23] Βλ. διεισδυτική κριτική τους στο βιβλίο του Jacques dHondt Lidéologie de la rupture, Paris 1978. O dHondt αναφέρεται ιδιαίτερα στον Foucault και τον Althusser. Θα μπορούσε όμως κανείς να αναφερθεί και στους στοχαστές της «αποδόμησης».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.