Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Απόψεις για την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης (2)



Αναδημοσιεύουμε το δεύτερο και τελευταίο μέρος του μαρξιστή φιλόσοφου και πανεπιστημιακού δασκάλου Αύγουστου Μπαγιόνα (1931-2005). Η παρούσα μελέτη αφορά σε μια κριτική εξέταση ζητημάτων που σχετίζονται με την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης –ένα ενδιαφέρον θέμα όχι μόνο για ιστορικούς (ΠΓ).

του Αύγουστου Μπαγιόνα


ΙΙ

Η άποψη που αμφισβητεί τη δυνατότητα να υπάρξει αντιστοιχία ανάμεσα στον ιστορικό λόγο και την ιστορική πραγματικότητα επικαλείται το γεγονός ότι τα δεδομένα στα οποία αναφέρεται ο ιστορικός έχουν καθαρά καθ΄ έκαστον χαρακτήρα [1], ενώ η γλώσσα με την οποία ο ιστορικός ανασυνθέτει τη γένεσή τους, τις μεταξύ τους σχέσεις, αυτές που έχουν με την ολότητα (εποχή, πολιτισμός, έθνος, κοινωνικός σχηματισμός κ.α.) στην οποία τα εντάσσει καθώς και η γλώσσα με την οποία αποσαφηνίζει την χρονική διάστασή τους (συνέχεια ή ασυνέχεια, διαδοχή ή εξέλιξη, βαθμιαία ή επαναστατική μεταβολή) τείνει προς τη γενίκευση.

Είναι γεγονός ότι η ιστορική γνώση, ακόμα και αυτή που ανήκει στη συγγραφή χρονικών, προϋποθέτει διάκριση του σημαντικού από το ασήμαντο [2], έστω και αν η σπουδαιότητά της περιορίζεται, όταν γίνεται χρήση πηγών, όπως οι επιγραφές, οι κατάλογοι αρχόντων, φοροεισπρακτόρων, στρατιωτικών διοικητών, οι πληροφορίες επιτυμβίων στηλών και άλλες παρόμοιες [3].

Η έμφαση στο σημαντικό προϋποθέτει μια διαδικασία αφαίρεσης. Π.χ. η διάβαση του Ρουβίκωνα από τον Καίσαρα το 49 π.Χ. είναι σημαντική, γιατί αναλύεται από τον ιστορικό ως πραξικόπημα κατά της Συγκλήτου. Η αφαίρεση αυτή οδηγεί σε μια μορφή υπαγωγής της διάβασης του Ρουβίκωνα στην κατηγορία των πραξικοπημάτων. Η υπαγωγή αυτή συνεπάγεται ότι το πραξικόπημα του Καίσαρα έχει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά ή αναλογίες με άλλα πραξικοπήματα. Άρα η διάκριση του σημαντικού από το ασήμαντο συνεπάγεται κάποια μορφή γενίκευσης. Αυτή η διάσταση της ιστορικής γνώσης εκφράζει και η γλώσσα του ιστορικού, η οποία, όπως και η γλώσσα της επιστήμης αλλά και της καθημερινής ζωής, είναι συνυφασμένη με τη λειτουργία της γενίκευσης. Τέτοια λειτουργία έχει κάθε μορφή γλώσσας εκτός ίσως από τη γλώσσα της λογοτεχνίας, της τέχνης και της προσωπικής εξομολόγησης.

Αν γίνει δεκτό ότι τα ιστορικά δεδομένα, είτε αυτά ανήκουν στην ιστορία των γεγονότων, είτε ανήκουν στην κοινωνική ιστορία, έχουν ατομικό χαρακτήρα, δηλαδή ιδιομορφίες που τα διακρίνουν από άλλα ομοειδή γεγονότα, η γλώσσα του ιστορικού θα έτεινε να αγνοήσει το χαρακτηριστικό τους αυτό και να τα κατατάξει στο ίδιο γένος με δεδομένα διαφορετικά από ποιοτική άποψη. Για παράδειγμα η κατάταξη των συγκρούσεων ολιγαρχικών και δημοκρατικών σε ορισμένες αρχαίες ελληνικές πόλεις στις εμφύλιες συγκρούσεις από τους ιστορικούς του Πελοποννησιακού πολέμου θα μπορούσε να υποβάλει την ιδέα της εξομοίωσής τους με τον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας του 1936-1939 ή με τα γεγονότα του 1946-1949 στην Ελλάδα, αγνοώντας τις ιδιομορφίες τους. Μια τέτοια αντίληψη θα ήταν ασυμβίβαστη με την αντικειμενικότητα ως αντιστοιχία των ανασυνθέσεων του ιστορικού προς τα ιστορικά δεδομένα και τις σχέσεις μεταξύ τους. Έτσι η γλώσσα του ιστορικού θα παρεμπόδιζε την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης με αυτή την σημασία του όρου.

Μια κριτική που θα αναφερόταν στην αναντιστοιχία γλώσσας του ιστορικού και ιστορικών δεδομένων ξεκινάει από τη λαθεμένη προϋπόθεση ότι για να έχει η γλώσσα νόημα και για να μπορεί να καταλήξει σε ελέγξιμες προτάσεις πρέπει να αντικατοπτρίζει πιστά τις ιδιότητες και τις σχέσεις του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται. Η γλώσσα του ιστορικού πρέπει αντίθετα να θεωρηθεί ως έκφραση αφαιρετικής διαδικασίας, η οποία ανασυνθέτει τη διαδοχή των γεγονότων σε συνάφεια με την εξέλιξη των μορφών της κοινωνικής ιστορίας στην οποία εντάσσεται η αντίστοιχη διαδοχή. Αντικείμενο της ανασύνθεσης του ιστορικού είναι οι σχέσεις μεταξύ των δεδομένων, τις οποίες θεωρεί ως σημαντικές επειδή άσκησαν καθοριστική επίδραση στις εξελίξεις που ακολούθησαν.

Το γεγονός ότι η γλώσσα του ιστορικού προκύπτει από αφαιρετικές διαδικασίες και αναπτύσσει το χαρακτηριστικό της γενίκευσης αποτελεί εμπόδιο για την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης μόνον εφ΄ όσον αυτή ερμηνευθεί, σύμφωνα με τις αρχές του εμπειρισμού, ως μηχανικός αντικατοπτρισμός των ιστορικών δεδομένων στη νόηση ή τη συνείδηση του ιστορικού. Διαφορετικά, η γενικεύουσα λειτουργία της γλώσσας του ιστορικού είναι αυτή που επιτρέπει στην ιστορία να αναπτύσσει τα χαρακτηριστικά του επιστημονικού λόγου, υπερβαίνοντας το λογοτεχνικό είδος, στο οποίο ανήκε η ιστοριογραφία, όπως την καλλιέργησαν ρομαντικοί ιστοριογράφοι, π.χ. ο Michelet ή ο Λαμαρτίνος.

Εξάλλου η γλώσσα του ιστορικού περισσότερο εκφράζει τη σκέψη του και λιγότερο την κατευθύνει. Όταν συμβεί η γλώσσα που χρησιμοποιεί να μην αποτελεί το κατάλληλο εκφραστικό μέσο για τον ιστορικό, η γλωσσική του έκφραση μεταβάλλεται, εν μέρει τουλάχιστον, σε απολίθωμα, το οποίο δεν επηρεάζει κατά τρόπο καθοριστικό τις ανασυνθέσεις του. Για παράδειγμα τα απομνημονεύματα του στρατηγού Ζαφειρόπουλου για τον εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949 στην Ελλάδα δίνουν διαφορετική εικόνα γι΄ αυτόν από αυτήν που υποδηλοί η ιδεολογικά φορτισμένη φρασεολογία που χρησιμοποιεί. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τη χρήση των απομνημονευμάτων αυτών από τον Τ. Βουρνά στο ιστοριογραφικό του έργο για την περίοδο αυτή, για να συναχθούν συμπεράσματα τελείως διαφορετικά από τα συμπεράσματα του στρατηγού Ζαφειρόπουλου. Έρευνες για τις ασυνέπειες και τα χάσματα στις γλωσσικές χρήσεις ιστορικών κειμένων θα συνέβαλλαν στο να αποσαφηνισθεί η σχέση γενίκευσης, γλώσσας και αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης.

Η λειτουργία της αφαίρεσης και της γενίκευσης χαρακτηρίζει πιθανώς κάθε μορφή γνώσης, ίσως ακόμα και την αισθητηριακή και παραστατική γνώση, με σαφέστερο τρόπο την επιστημονική γνώση. Η γλωσσική μορφή της γνώσης που τείνει προς τη γενίκευση αποτελεί έκφραση αυτού του χαρακτηριστικού. Αν γίνει δεκτό ότι υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στα ιστορικά δεδομένα, επειδή είναι καθ΄ έκαστον, και τις προτάσεις που αναφέρονται σ΄ αυτά, επειδή προϋποθέτουν γενικεύσεις, η αναντιστοιχία αυτή θα χαρακτήριζε και τις προτάσεις που αναφέρονται λ.χ. σε βλάβες κινητήρων αυτοκινήτων ή αεροπλάνων, γιατί και τα συμβάντα αυτά είναι καθ΄ έκαστον, δεδομένου ότι ατομικό είναι, όπως το έδειξε ήδη ο Leibnitz με την αρχή των ανεπαίσθητων διαφορών, κάθε τι που υπάρχει [4]. Πρέπει ακόμα να παρατηρηθεί ότι ο καθ΄ έκαστον χαρακτήρας των ιστορικών δεδομένων δεν εξαντλεί τον τρόπο ύπαρξής τους. Οι ιδιομορφίες, εθνικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές και άλλες, που αποτελούν κατά κάποιο τρόπο «ατομικά» χαρακτηριστικά απολυτοποιούνται άκριτα, όπως λ.χ. όταν υποστηρίζεται ότι το «ερωτικό» ή το «αγαπητικό» στοιχείο επικρατεί στην Ορθοδοξία, ενώ το ορθολογικό ή νοησιαρχικό επικρατεί στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ή ακόμα και στη «Δύση», ωσάν ο Θωμάς Ακινάτης, ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού και ο Λούθηρος να εξέφραζαν τις ίδιες ή ανάλογες θρησκευτικές εμπειρίες. Οπωσδήποτε, το γεγονός ότι οι προτάσεις των ιστορικών, αν δεν τείνουν προς γενικεύσεις, τις προϋποθέτουν, ακόμα και εξαιτίας της γλωσσικής μορφής τους, δεν αποδεικνύει την αναντιστοιχία τους προς τα ιστορικά δεδομένα. Οι προτάσεις των ιστορικών αναφέρονται στις σχέσεις μεταξύ των ιστορικών δεδομένων. Η άποψη αυτή ισχύει και για τις αφηγήσεις των ιστορικών, οι οποίες είναι περιγραφές που ακολουθούν το σχήμα της χρονικής διαδοχής. Ισχύει και για τις αιτιολογικές τους εξηγήσεις.

Οι αφηγήσεις, ακόμα και αυτές των συγγραφέων χρονικών, λογικά προϋποθέτουν ορισμένες αιτιολογικές συσχετίσεις, π.χ. αυτές που προκύπτουν από την ανάγκη να είναι η αφήγηση αληθοφανής, έστω και αν γίνει δεκτή η αμφισβητήσιμη άποψη ότι τα κριτήρια της αληθοφανείας είναι σχετικά προς την εποχή κατά την οποία γράφει ο συγγραφέας χρονικών και το κοινό προς το οποίο απευθύνεται. Επίσης τα περιστατικά που αφηγούνται οι συγγραφείς χρονικών προϋποθέτουν λογικά αναφορές στα κίνητρα προσώπων ή λαών, π.χ. στον πατριωτισμό και την προσήλωση του Λεωνίδα στους νόμους και την παιδεία των Λακεδαιμονίων ή την προσήλωση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου σε ό,τι θεωρούσε ως χρέος του. Οι αναφορές στα κίνητρα ανθρωπίνων πράξεων προϋποθέτουν επίδραση σ΄ αυτά διαφόρων εξωτερικών περιστατικών ή σχετικά σταθερότερων θεσμών, κανόνων και προτύπων συλλογικής συμπεριφοράς, ανεξάρτητα από το αν η επίδραση αυτή εκφράζεται ρητά ή έμμεσα από τους συγγραφείς χρονικών.

Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει ότι το αφηγηματικό στοιχείο στην ιστοριογραφία δεν μπορεί να απομονωθεί από την αιτιολογική εξήγηση, νοούμενη ως αποσαφήνιση των αναγκαίων και επαρκών όρων, που απαιτούνται για να υπάρξει και να καταστεί αντιληπτή μια διαδοχή συμβάντων ή ορισμένες μορφές κοινωνικής και πολιτιστικής εξέλιξης. Η αναφορά σε ατομικά ή συλλογικά κίνητρα που χαρακτηρίζει και τις αφηγήσεις προϋποθέτει κάποιο είδος αιτιολογικής εξήγησης. Η παραδοσιακή αυτή περιγραφή της αιτιολογικής εξήγησης μπορεί να ολοκληρωθεί με άλλες, που έχουν περισσότερο έντονο ολιστικό χαρακτήρα, που συνδέουν σαφέστερα το αιτιολογικά εξηγούμενο συμβάν με το τυχαίο, που θεωρούν ότι το λεγόμενο «αποτέλεσμα» σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργεί ως «αίτιο του αιτίου», που θα θεωρούσαν ότι αίτιο είναι μάλλον ό,τι ανατρέπει κανονικούς ρυθμούς εξέλιξης και όχι ό,τι εξηγεί την ύπαρξή τους [5]. Όλες αυτές οι μορφές ιστορικής αιτιότητας δεν αναιρούν την έννοια της ιστορικής αιτιότητας υπό την παραδοσιακή μορφή της. Απλώς αναφέρονται σε πιο πολύπλοκες, πιο σύνθετες μορφές και «διαλεκτικότερες» μορφές αιτιότητας.

Αν αναλύσει κανείς τις αφηγήσεις συγγραφέων χρονικών ή άλλων ιστορικών, θα διαπιστώσει ότι σ΄ αυτές είναι ενσωματωμένες αιτιολογικές εξηγήσεις μιας από τις μορφές που αναφέρθηκαν ή αποτελούν λογικές προϋποθέσεις τους. Δικαιολογείται λοιπόν το συμπέρασμα ότι ένας όρος για να είναι η ιστορική γνώμη αντικειμενική, και με την έννοια της αντιστοιχίας προς τα ιστορικά δεδομένα και με την έννοια του έλλογου αντικειμένου που συγκροτείται από προτάσεις οι οποίες βρίσκονται σε σχέση λογικής συνοχής μεταξύ τους, είναι να μην απομονώνεται το αφηγηματικό στοιχείο από την αιτιολογική εξήγηση. Αν αυτά τα δυό απομονωθούν, το αφηγηματικό στοιχείο θα μεταβληθεί σε τυχαία καταγραφή συσσωρευμένων περιστατικών, η δε αιτιολογική εξήγηση, καθώς και οι ανασυνθέσεις στις οποίες καταλήγει, θα οδηγήσει σε εκτός τόπου και χρόνου, δηλαδή όχι απλώς μη αντικειμενικά αλλά σε τελική ανάλυση ανιστορικά σχήματα, που θα έχουν μόνο τυπική ύπαρξη.

Ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η κοινωνική ιστορία, στην οποία είναι επικρατέστερες με τη μια ή την άλλη μορφή οι εξηγητικές συσχετίσεις, ενώ δεν είναι φανερό το αφηγηματικό στοιχείο, δεν είναι δυνατό να απομονωθεί από την γεγονοτολογική ιστορία, στην οποία εκ πρώτης όψεως επικρατεί η αφηγηματική μορφή της ιστορικής ανασύνθεσης.

Όπως είναι γνωστό ο κύκλος των Annales προσπάθησε, πιο πολύ σε ορισμένα θεωρητικά κείμενα εκπροσώπων του και λιγότερο στην ιστοριογραφική πρακτική του, όχι απλώς να διακρίνει την γεγονοτολογική ή «συμβαντολογική» από την κοινωνική ιστορία αλλά και να τις απομονώσει. Τις συσχέτιζε με διαφορετικές μορφές χρονικότητας, την πρώτη με τον ασυνεχή, ταχύρρυθμο ή και «εκρηκτικό» χρόνο, τη δεύτερη, που περιλαμβάνει την ιστορία των θεσμών, των συλλογικών παραστάσεων, νοοτροπιών, των τρόπων ζωής κτλ., με μια μορφή χρονικότητας που χαρακτηρίζεται από βραδείς εξελικτικούς ρυθμούς, που συνδέεται με την εξέλιξη των κοινωνικών ομάδων και προεκτείνει μια «σχεδόν ακίνητη ιστορία», η οποία αναφέρεται στη σχέση των διαφόρων κοινωνιών με το φυσικό και γεωγραφικό περιβάλλον τους [6].

Η απομόνωση αυτή της γεγονοτολογικής ή «ιστορικίζουσας ιστορίας» από την κοινωνική ιστορία είναι ασυμβίβαστη με το αίτημα της αντικειμενικότητας ως αντιστοιχίας ιστορικής γνώσης και ιστορικής πραγματικότητας. Αυτό συμβαίνει γιατί η έννοια του γεγονότος είναι συνυφασμένη και με την κοινωνική ιστορία, όπως φαίνεται από περιστατικά θεομηνιών, επιδημιών, συμβάντα του αστυνομικού δελτίου κ.α. που είναι δυνατόν να χρονολογηθούν με ακρίβεια αλλά ανήκουν στην κοινωνική ιστορία. Αντίστροφα, η πολιτική ιστορία δεν ανήκει μόνο, ούτε καν κυρίως στη γεγονοτολογική ιστορία. Κατά το βαθμό που περιλαμβάνει την ιστορία των πολιτειακών και λοιπών πολιτικών θεσμών, δηλ. αυτών που καθορίζουν την οργάνωση και την εξέλιξη του κοινωνικού συνόλου ενώ μορφοποιούν τις ανάγκες του, κατά το μέτρο που περιλαμβάνει την ιστορία των πολιτικών μερίδων, παρατάξεων ή κομμάτων, η πολιτική ιστορία ανήκει στην κοινωνική ιστορία.

Εξάλλου η τάση των Annales να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την «ακίνητη ιστορία» ή αυτήν που χαρακτηρίζεται από βραδείς ρυθμούς εξέλιξης οδήγησε τη σχολή αυτή σε κάποια υποτίμηση των γενετικών διαδικασιών, οι οποίες κατέληξαν στο σχηματισμό των κοινωνικών και πολιτιστικών φαινομένων τα οποία η Σχολή εξετάζει, με την αιτιολογία ότι την ενδιαφέρει η ολοκληρωμένη μορφή τους και όχι η γένεσή τους. Η προσέγγιση αυτή των Annales υπονομεύει την ιδέα του ιστορικού γίγνεσθαι που είναι συνυφασμένη με την κατηγορία της μεταβολής. Δεν θα ήταν υπερβολικό να χαρακτηρισθεί ως ελεατίζουσα. Από την άποψη αυτή δεν είναι δυνατό παρά να συσκοτίζει την ιστορική πραγματικότητα.

Η παρατήρηση που διατυπώθηκε προηγουμένως, ότι η γεγονοτολογική ιστορία δεν μπορεί να απομονωθεί από την κοινωνική ιστορία, εκτός αν η τελευταία πάψει να είναι ιστορία και ταυτισθεί με κάποια μορφή ανθρωπογεωγραφίας, δημογραφίας, κοινωνικής ψυχολογίας κτλ επιβεβαιώνεται και από μέρος του ιστοριογραφικού έργου εκπροσώπων της σχολής. Για παράδειγμα ο Lucien Febvre, στο έργο του Le probléme de lincroyance au XVI[7] siècle, la religion de Rabelais (1942) το οποίο ανήκει στην ιστορία των θρησκευτικών παραστάσεων, τεκμηριώνει την άποψή του ότι ο Rabelais δεν μπορούσε να είναι άθεος, με τη σημερινή σημασία του όρου, με αναφορές και σε βιογραφικά περιστατικά, τόσο του Rabelais, όσο και επικριτών του, όπως ο Scaliger, ο Καλβίνος, ο Postel κ.α., τα οποία ανήκουν στην γεγονοτολογική ιστορία. Η συνάφεια γεγονοτολογικής και κοινωνικής ιστορίας είναι προφανής ως προς την πολιτική ιστορία, π.χ. την ιστορία των πολιτειακών θεσμών, των πολιτικών παρατάξεων, κομμάτων μετά το δέκατο ένατο αιώνα κτλ.

Πως θα μπορούσε ο ιστορικός να ανασυνθέσει την εξέλιξη του Αρείου Πάγου στην Αθήνα του πρώτου μισού του Ε’ αι. π.Χ. χωρίς αναφορά στη δολοφονία του Εφιάλτη ή την εξέλιξη της ολιγαρχικής παράταξης χωρίς συσχέτισή της με τα γεγονότα του 441 π.Χ. και την επιδίωξη του Θηραμένη να περιορίσει τον αριθμό των πολιτών που μετείχαν της Εκκλησίας του Δήμου; Επιβεβαιώνεται λοιπόν το συμπέρασμα ότι οι τομές του κύκλου των Annales, τις οποίες άλλωστε όλοι οι εκπρόσωποί του δεν υπερασπίζονται με εξίσου απόλυτο τρόπο, υπονομεύουν την επιδίωξη της αντιστοιχίας ιστορικής γνώσης και ιστορικών δεδομένων. Επηρεασμένοι από μια ελεατίζουσα αντίληψη για την ανθρώπινη σκέψη και την ανθρώπινη συμπεριφορά, έστω και αν η επίδραση αυτή δεν είναι συνειδητή στους εκπροσώπους τους, ορισμένοι τουλάχιστον από τους ιστορικούς των Annales καλλιέργησαν την ιδέα μιας σχεδόν άχρονης ιστορίας χωρίς γεγονότα, η οποία είναι ασυμβίβαστη όχι μόνο με την ιστορική γνώση και τον ιστορικό λόγο αλλά και με την ίδια την έννοια της ιστορίας, ως ανθρώπινης δράσης που συντελέστηκε στο παρελθόν. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι, παρά τη συμβολή του κύκλου των Annales και της «νέας ιστορίας» στη διερεύνηση ιστορικών αντικειμένων που δεν εξετάζονταν επαρκώς από τις ιστορικές σχολές που προηγήθηκαν, όπως π.χ. η ιστορική δημογραφία κ.α., η άκριτη και βιαστική εισαγωγή των Annales και της «νέας ιστορίας» στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα δεν υπήρξε πάντα ωφέλιμη για την ιστορική μας παιδεία.

Παρά τις αντιρρήσεις αυτές και άλλες, των οποίων άλλωστε είχαν συνείδηση ορισμένοι εκπρόσωποι του κύκλου των Annales, π.χ. ο F. Braudel [8], ο κύκλος αυτός συνέβαλε από ορισμένες άλλες πλευρές στη διαμόρφωση μιας θεωρίας της ιστορίας η οποία να έχει μεγαλύτερη ευρετική αξία για την έρευνα και συνεπώς να επιτρέπει τη διατύπωση ανασυνθέσεων που να αντιστοιχούν σε μεγαλύτερο βαθμό προς την ιστορική πραγματικότητα.

Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από ορισμένες θεωρητικές αρχές του L. Febvre οι οποίες προσανατολίζουν και τους σκοπούς, έμμεσα και τις τεχνικές της ιστορικής έρευνας. Μια τέτοια θεωρητική αρχή, πιθανώς όχι άσχετη προς την κοινωνιολογία του G. Gurvitch, είναι ότι οι ιστορικοί δεν πρέπει να αναζητούν την ύπαρξη ενός καθοριστικού παράγοντα που να καθορίζει τη συνάφεια θεσμών, συλλογικών παραστάσεων, τρόπων σκέψης, τρόπων ζωής οι οποίοι συνιστούν την κοινωνική ιστορία ενός τόπου και μιας εποχής αλλά να εξετάζουν όλους τους παράγοντες που την διαμορφώνουν, στη συνάφειά τους [9]. Έτσι η ιστορία πρέπει να είναι «ολική» (globale) για να είναι αντικειμενική.

Ωστόσο για τον κύκλο των Annales η επιδίωξη της αντικειμενικότητας των ιστορικών ανασυνθέσεων δεν έχει τον πρωτεύοντα χαρακτήρα που έχει η επιδίωξη της ολικής θεώρησης ενός πολιτισμού [10]. Αποτελεί μάλλον επιβίωση της επηρεασμένης από το θετικισμό γεγονοτολογικής έρευνας ή δείχνει την επίδραση της βεμπεριανής προβληματικής [11].

Η συσχέτιση ολιστικής προσέγγισης και του αιτήματος για αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης θα ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί αν γίνουν δεκτές αναλύσεις όπως αυτές του Popper, π.χ. στο βιβλίο του, Η φτώχεια του Ιστορικισμού [12]. Ο Popper ασκεί κριτική στον «ιστορικισμό», δηλαδή στην άποψη ότι το ιστορικό γίγνεσθαι διέπεται από εξελικτικές τάσεις που είναι δυνατόν να αναχθούν σε νόμους, ότι είναι δυνατόν να γνωσθεί συνολικά με την κατανόηση των σκοπών που τείνει να πραγματοποιήσει. Αν και ο «ιστορικισμός», όπως τον εννοεί ο Popper, αναφέρεται μάλλον σε ένα είδος θεωρησιακής φιλοσοφίας της ιστορίας, όπως είναι π.χ. αυτή του Hegel, και όχι στην επιστημονική ιστοριογραφία που εξετάζεται στη μελέτη αυτή, οι απόψεις του για τον ανέφικτο χαρακτήρα της ολικής γνώσης θα ήταν δυνατό να υπονομεύσουν την άποψη ότι η «ολική ιστορία», όπως την εννοούσε ο L. Febvre, αλλά και κάθε ολιστική προσέγγιση των ιστορικών φαινομένων έχουν οποιαδήποτε σχέση με την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης.

Ο Popper δεν αρνείται την αλληλεξάρτηση των ιστορικών δεδομένων και ότι αυτή θα ήταν δυνατόν να εξηγηθεί σύμφωνα με τα πρότυπα της αλληλεξάρτησης σχημάτων επιφανείας και βάθους από τη μορφολογική ψυχολογία παλαιότερα, ή σύμφωνα με δομικά πρότυπα. Η άποψη που αμφισβητεί, με το επιχείρημα ότι κάθε επιστημονική περιγραφή είναι επιλεκτική ή ότι η λειτουργία της αφαίρεσης προϋποθέτει την επιλογή του «αφαιρούμενου», δηλ. νοητικά αποσπώμενου χαρακτηριστικού, ιδιότητας ή σχέσης από την παράσταση του συγκεκριμένου αντικειμένου, στο οποίο ανήκει, είναι η εξής˙ δεν είναι γνώσιμη η ολότητα των όψεων ή των ιδιοτήτων ενός πράγματος. Συνεπώς δεν είναι γνώσιμη μια κοινωνία στο σύνολό της ή όλα τα γεγονότα που ανήκουν στην ιστορία μιας εποχής.

Θα ήταν δυνατό να παρατηρηθεί ότι ο Popper φαίνεται να παραβιάζει ανοικτές θύρες. Οι ολιστές ιστορικοί, είτε του κύκλου των Annales, είτε σχολών που προηγήθηκαν αυτού, δεν υποστήριξαν ότι ο ιστορικός οφείλει να γνωρίζει όλα τα χαρακτηριστικά και όλες τις επιδράσεις που δέχθηκε και άσκησε η Ρώμη, π.χ. επί ηγεμονίας. Οι ολιστές ιστορικοί έτειναν να υποστηρίξουν ότι ο αντικειμενικός ιστορικός θα έπρεπε να συσχετίσει την εξέλιξη των πολιτειακών θεσμών με το δίκαιο, τη θρησκεία, την οικονομία, τη φιλοσοφία, την παιδεία κτλ της Ρώμης όπως παλαιότερα η σχολή της μορφολογικής ψυχολογίας είχε δείξει ότι ένα σχήμα δεν αποτελεί άθροισμα επιμέρους στοιχείων και δεν παριστάνεται ανεξάρτητα από το βάθος επί του οποίου διαγράφεται. Ο Popper παρέβλεψε ότι οι ολότητες που συγκροτεί ο ιστορικός αφορούν κατά κύριο λόγο τις κρίσεις του και τις προτάσεις του σε σχέση με το εξεταζόμενο αντικείμενο. Ο Popper παραβλέπει ότι η ολιστική προσέγγιση προϋποθέτει συγκρότηση εξελισσόμενων ολοτήτων που με την πρόοδο της ιστορικής επιστήμης φανερώνεται ως «μερικότητες», περίπου όπως στην χεγγελιανή διαλεκτική. Την έννοια της εξελισσόμενης ολότητας εφαρμόζουν σημαντικοί κλάδοι κοινωνικών επιστημών π.χ. η γενετική ψυχολογία σύμφωνα με τις αναλύσεις του Piaget, όταν εξετάζει τη νοητική εξέλιξη του παιδιού, αποδεικνύοντας έτσι την ευρετική αξία των ολιστικών προσεγγίσεων [13].

Εξάλλου η εφαρμογή της θεωρητικής και ταυτόχρονα μεθοδολογικής αρχής της ολιστικής προσέγγισης στην κοινωνική αλλά και την γεγονοτολογική ιστορία σημαίνει επίσης προσέγγιση της ιστορικής πραγματικότητας σύμφωνα με την αρχή της συμπληρωματικότητας των επιστημονικών κλάδων και τεχνικών έρευνας. Έτσι η ιστορική έρευνα των γραπτών πηγών, που οι Annales έτειναν λαθεμένα να υποτιμήσουν, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, θα έπρεπε να συμπληρωθεί από την εφαρμογή θεμελιακών εννοιών, μεθόδων και τεχνικών έρευνας της κοινωνικής ψυχολογίας, της ανθρωπογεωγραφίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας και άλλων κοινωνικών επιστημών.

Εξάλλου, ο κατ΄ αρχήν ορθός ισχυρισμός του Popper, ότι η επιστημονική έρευνα δεν μπορεί να γνωρίσει όλες τις πλευρές και όλες τις ιδιότητες του ερευνώμενου αντικειμένου, παραβλέπει ότι τα όρια ανάμεσα στις γνωστές και τις μη γνωστές ιδιότητες ενός ερευνώμενου αντικειμένου δεν είναι σταθερά. Αν ήσαν σταθερά, η επιστημονική και ειδικότερα η ιστορική έρευνα δεν θα είχε λόγο ύπαρξης.

Η κριτική των απόψεων του Popper περί ολισμού δείχνει, εφ΄ όσον γίνει δεκτή, ότι η ολιστική προσέγγιση της ιστορικής πραγματικότητας, η οποία δεν αποκλείει ούτε την αφαίρεση, ούτε την επιλογή, είναι, αν όχι κριτήριο, τουλάχιστον προϋπόθεση για την αντιστοιχία ιστορικής γνώσης και ιστορικής πραγματικότητας. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει εφ΄ όσον γίνει δεκτό ότι η ολότητα αφορά κυρίως τον ιστορικό λόγο, τις υποθέσεις και θεωρητικές κατηγορίες του ιστορικού, συσχετίζεται με την αναγνώριση της συμπληρωματικότητας των ιστορικών παραγόντων και των διακλαδικών προσεγγίσεων, έχει εξελισσόμενο χαρακτήρα. 

Η αναζήτηση της αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης θα ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί εκ προοιμίου αν γίνει δεκτή η αντιδιαστολή «ηθικών» και «φυσικών επιστημών», κλασσική διατύπωση της οποίας υπάρχει στα κείμενα του W. Dilthey. Ο Dilthey υποστηρίζει ότι οι «ηθικές επιστήμες», η αντιπροσωπευτικότερη από τις οποίες είναι η ιστορία και μάλιστα με τη βιογραφική μορφή της, ερμηνεύουν ατομικά φαινόμενα, όχι μόνο με την έννοια του «καθ΄ έκαστον» αλλά και από την άποψη ότι πρόκειται για φαινόμενα που υπάρχουν σε σχέση με συνειδήσεις, που έχουν το χαρακτήρα της ατομικής ολότητας, είτε εμφανίζονται σε συγκεκριμένα άτομα, είτε σε κοινωνικές ομάδες [14]. Αυτές οι ατομικές ολότητες παίρνουν τη μορφή των συγκινησιακών αντιδράσεων, των κινήτρων των χαρακτήρων και της δράσης που τα εξωτερικεύει. Οι μορφές αυτές αναπτύσσονται σε συνάφεια μεταξύ τους και γι΄ αυτό αποτελούν «ανεξάντλητες ολότητες» [15]. Οι μορφές αυτές, ιδίως η καθοριστικότερη που είναι τα κίνητρα, διαφέρουν οντολογικά από τα φαινόμενα που εξετάζουν οι φυσικές επιστήμες λόγω της εσωτερικότητάς τους και του ποιοτικού χαρακτήρα τους. Γι΄ αυτό, σύμφωνα με τον Dilthey, ένα κίνητρο που επηρεάζει τις παραστάσεις μας διαφέρει από ένα αντικειμενικό αίτιο, όπως αυτά που επιδιώκουν να καθορίσουν οι φυσικές επιστήμες.

Στην οντολογική διαφορά του αντικειμένου των φυσικών επιστημών από το αντικείμενο των «ηθικών επιστημών» ή σύμφωνα με τη σημερινή ορολογία «κοινωνικών επιστημών» και ιδιαίτερα της ιστορίας θεμελιώνεται η μεθοδολογική διαφορά τους. Στις φυσικές επιστήμες ταιριάζει η εξήγηση ενώ στις «ηθικές επιστήμες» ταιριάζει η κατανόηση, η οποία «μόνη επιτρέπει τη σύλληψη του ατομικού» [16]. Η κατανόηση σημαίνει ότι με τη φαντασία και τη συμπάθεια [17] γνωρίζουμε με μια διαδικασία «μετάθεσης» ατομικές εμπειρίες ανάλογες με τις δικές μας. Η ερμηνευτική αποσαφηνίζει τις μορφές της κατανόησης.

Οι απόψεις του Dilthey για την ερμηνευτική ως θεωρία και μέθοδο των ηθικών επιστημών και ειδικότερα της ιστορίας εκ πρώτης όψεως προσδίδουν στην ιστορική γνώση ένα χαρακτήρα τελείως υποκειμενικό, εφ΄ όσον τη συσχετίζουν με τη συμπάθεια, τη φαντασία και τη σύλληψη του «πλούτου της ζωής» που εκφράστηκε με τις ατομικές ολότητες του παρελθόντος. Ο φαινομενικός αυτός υποκειμενισμός, τον οποίο ίσως τονίσαμε υπερβολικά σε παλαιότερες εργασίες μας [18], θα ήταν απαγορευτικός ως προς την επιδίωξη της αντικειμενικότητας και με τις δύο σημασίες του όρου. Εφ΄ όσον η ιστορική γνώση πηγάζει από τη «μετάθεση» ή προβολή εμπειριών του ιστορικού για να κατανοηθούν ανάλογες εμπειρίες ατομικών ολοτήτων του παρελθόντος, έπεται ότι η ιστορική γνώση αποτελεί κατά κύριο λόγο εξωτερίκευση εμπειριών του ιστορικού, η δε αντιστοιχία των προτάσεων που την εκφράζουν προς την ιστορική πραγματικότητα δεν υπάρχει ή, αν επιτευχθεί, είναι τυχαία. Η ιστορική γνώση εξάλλου δεν μπορεί να είναι αντικειμενική με την έννοια του έλλογου αντικειμένου, γιατί ο ιστορικός λόγος, όπως τον εννοεί ο Dilthey, είναι πλησιέστερος προς την τέχνη παρά προς την επιστήμη [19].

Τα συμπεράσματα αυτά θα ήσαν ωστόσο αμφισβητήσιμα και μονόπλευρα αν ληφθούν υπ΄ όψιν ορισμένες άλλες μεθοδολογικές παρατηρήσεις του Dilthey. Μια από αυτές είναι ότι αφετηρία της κατανόησης αποτελεί ο κατ΄ αναλογίαν συλλογισμός σύμφωνα με τον οποίο η σχέση εξωτερικών και «εσωτερικών ή συγκινησιακών μεταβολών» είναι όμοια ή έστω παραπλήσια στον κατανοούντα και τον κατανοούμενο [20]. Βέβαια ο Dilthey χαρακτηρίζει την προσέγγιση αυτή «σχηματική» και «χονδροειδή». Φαίνεται όμως να την θεωρεί ως προσωρινά έστω αναγκαία αφετηρία και έκφραση της κατανόησης, από την οποία πηγάζει η ιστορική γνώση.

Την ίδια τάση για περιορισμό του υποκειμενισμού στη διαδικασία της κατανόησης και τη θεωρία της ερμηνευτικής εκφράζει και η περιγραφή της κατανόησης από τον Dilthey σύμφωνα με την οποία γνωρίζουμε μια «εσωτερικότητα» με αφετηρία εξωτερικά σημεία, για τα οποία μπορούμε να σχηματίσουμε αισθητηριακές εντυπώσεις [21]. Η θέση αυτή συνεπάγεται ότι τα εξωτερικά σημεία υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση του ερμηνευτή!

Οι παρατηρήσεις αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μπορεί να υπάρξει επιστήμη, ως ένα βαθμό ανεξάρτητη από υποκειμενικά βιώματα, η οποία να καθορίζει με σχετική ακρίβεια τη σχέση μορφών ή έστω εξωτερικών σημείων και εσωτερικής εμπειρίας. Η επιστήμη αυτή, κατά το μέτρο που ο Dilthey αναγνωρίζει τη δυνατότητά της, εντάσσεται ίσως στην ερμηνευτική και προϋποθέτει ότι υπάρχει ιστορική πραγματικότητα, ανεξάρτητη από τη συνείδηση του ιστορικού. Έτσι η ερμηνευτική και η διαδικασία της κατανόησης δεν είναι ασυμβίβαστες προς την αντικειμενικότητα της ιστορίας.

Η άποψη αυτή για τον Dilthey ενισχύεται από το γεγονός ότι σε ορισμένες αναλύσεις του, ιδιαίτερα σε σχέση με τις βιολογικές επιστήμες, ο Dilthey φαίνεται να περιορίζει το οντολογικό και μεθοδολογικό χάσμα μεταξύ ηθικών και φυσικών επιστημών. Ο Dilthey παρατηρεί ότι ορισμένες έννοιες όπως «γένος», «είδος», «εξέλιξη», «περιβάλλον», «μορφή», «δομή» και άλλες παραπλήσιες διαμορφώθηκαν και από τις βιολογικές και από τις ηθικές επιστήμες. Και οι πρώτες και οι δεύτερες τις χρησιμοποίησαν στη διατύπωση των υποθέσεών τους και ως μεθοδολογικά εργαλεία. Γι΄ αυτό και η χρήση της συγκριτικής μεθόδου σε σχέση με ατομικά φαινόμενα αποτελεί γνώρισμα τόσο των επιστημών της ζωής όσο και των ηθικών επιστημών [22]. Οι επιστήμες της ζωής αποτελούν τη μετάβαση από τις επιστήμες της φύσης στις ηθικές επιστήμες και ειδικότερα την ιστορία, χωρίς αυτό να σημαίνει εφαρμογή βιολογικών σχημάτων στην ιστορία.

Από την συνοπτική αναφορά στις απόψεις του Dilthey για την κατανόηση και την ερμηνευτική ως θεωρία και επιστήμη της κατανόησης [23] προκύπτει το εξής συμπέρασμα˙ αν η κατανόηση θεωρηθεί ως απαραίτητη πηγή της ιστορικής γνώσης, η οποία συμπληρώνεται από την εξήγηση, εφ΄ όσον τα κίνητρα της ανθρώπινης δράσης όχι μόνο κατανοούνται αλλά και εξηγούνται, η διαδικασία της κατανόησης δεν είναι καθόλου ασυμβίβαστη με την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης. Θα ήταν μάλιστα δυνατό να λεχθεί ότι αποτελεί προϋπόθεση για την επίτευξή της.

Ένα παράδειγμα συμπληρωματικότητας της σχέσης κατανόησης και εξήγησης θα μπορούσε να είναι το εξής˙ το ιμπεριαλιστικό φαινόμενο θα μπορούσε να κατανοηθεί σε σχέση με κίνητρα όπως η αναζήτηση γοήτρου εκ μέρους των λεγόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, σε συνάφεια με τον ανταγωνισμό μεταξύ τους. Συμπληρωματικά θα μπορούσε να εξηγηθεί π.χ. από την ανάπτυξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού σύμφωνα με το θεωρητικό σχήμα του Λένιν ή το παραπλήσιο του Hilferding. Η εξηγητική προσέγγιση θα ήταν αναγκαία αλλά όχι επαρκής προϋπόθεση για να είναι αντικειμενική η ιστορική γνώση του ιμπεριαλιστικού φαινομένου.

Οι ιστορικές εξηγήσεις, ακόμα και όταν δεν είναι της παραδοσιακής μορφής αλλά προϋποθέτουν ότι το λεγόμενο αποτέλεσμα επιδρά επί του λεγομένου αιτίου και ότι ο ιστορικός δεν είναι πάντα σε θέση να διακρίνει μεταξύ αναγκαίων και επαρκών συνθηκών, οδηγούν στο εξής συμπέρασμα˙ υπάρχουν ορισμένες σχέσεις μεταξύ μορφών δράσης, π.χ. ότι οι συνθήκες μεταξύ κρατών τηρούνται όταν υπάρχει μεταξύ τους ισορροπία δυνάμεων, ή μεταξύ κινήτρων και μορφών δράσης, π.χ. φόβου και επιθετικής συμπεριφοράς στην πολιτική των εκάστοτε μεγάλων δυνάμεων.

Για παράδειγμα η γνωστή εξήγηση του Θουκυδίδη ότι η Σπάρτη μετά από πολλούς δισταγμούς αποφάσισε να αναλάβει πόλεμο κατά της Αθήνας και των συμμάχων της γιατί φοβόταν την αύξηση της δύναμης της Αθήνας προϋποθέτει λογικά ότι υπάρχει σχέση μεταξύ φόβου και επιθετικής συμπεριφοράς η οποία διέπει τη συλλογική τουλάχιστον ανθρώπινη δράση, σε όλες ή ορισμένες ιστορικές εποχές.

Η αναφορά σε ιστορικούς νόμους, που έμμεσα έστω προϋποθέτουν οι ιστορικές εξηγήσεις, χρησιμοποιήθηκε από τον Popper στην κριτική του κατά του «ιστορικισμού» για να υποστηρίξει ότι δεν μπορούν να υπάρξουν ή να νοηθούν ιστορικοί νόμοι γιατί η έννοια του επιστημονικού νόμου και της πρόβλεψης [24] μπορεί να έχει εφαρμογή σε σχέση με σταθερά και επαναλαμβανόμενα συστήματα, τα οποία δεν υπάρχουν στην ιστορία. Οι λεγόμενοι ιστορικοί νόμοι χρησιμεύουν για να θεμελιωθούν ή ακριβέστερα να δικαιολογηθούν προβλέψεις που δεν διαφέρουν κατ΄ ουσίαν από προφητείες.

Εφ΄ όσον η έννοια του ιστορικού νόμου είναι κατά τον Popper λογικά αθεμελίωτη, έπεται ότι δεν είναι νοητή η έννοια της ιστορικής εξήγησης, αφού αυτή προϋποθέτει μεταξύ άλλων συναγωγή επιμέρους συμπερασμάτων από καθολικούς νόμους [25]. Από τις απόψεις αυτές του Popper και από συναφείς απόψεις του I. Berlin στη μελέτη του Historical Inevitability, στην οποία θεωρούσε την έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας ως μεταφυσική και έτεινε να την εξομοιώσει προς τη μυθικοθρησκευτική έννοια της ειμαρμένης, συνάγονται τα εξής˙ όχι μόνο ο «ιστορικισμός» στον οποίο περιορίζονταν, υποτίθεται, οι κριτικές του Popper αλλά και κάθε ιστορική εξήγηση που θα διεκδικούσε το χαρακτηριστικό της επιστημονικότητας θα ήταν λογικά αθεμελίωτη, εφ΄ όσον δεν υπάρχουν ούτε νοούνται ιστορικοί ή άλλου είδους νόμοι ως προς την ανθρώπινη δράση, εκτός ίσως από αυτούς της δοκιμής και πλάνης που εξετάζει ο μπεχαβιορισμός. Η ιστορία συνεπώς δεν θα μπορούσε να είναι αντικειμενική με τη σημασία του έλλογου αντικειμένου. Αντικειμενική με την έννοια της αντιστοιχίας προς την ιστορική πραγματικότητα θα μπορούσε να είναι μόνο η καθαρά περιγραφική ιστορία. Όπως όμως παρατηρήθηκε ήδη, δεν μπορεί να υπάρξει καθαρή περιγραφή χωρίς υπολανθάνοντα εξηγητικά στοιχεία. Άρα η άποψη του Popper και άλλων ότι η έννοια του ιστορικού νόμου είναι σε τελευταία ανάλυση αντιφατική αναιρεί κάθε κριτήριο αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης και καθιστά άσκοπη την επιδίωξή της.

Παρόμοια συμπεράσματα θα προέκυπταν και από αναλύσεις του Isaiah Berlin, π.χ. αυτές που περιλαμβάνονται στο Historical Inevitability. Η έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας, που είναι αναπόφευκτη συνέπεια της πίστης στους ιστορικούς νόμους, έχει μεταφυσικό χαρακτήρα, δηλαδή εξωιστορικό [26]. Επειδή η έννοια αυτή είναι πλησιέστερη προς την έννοια της ειμαρμένης ή του πεπρωμένου και μάλλον άσχετη προς τη λογική αναγκαιότητα, λ.χ. αυτή που εκφράζεται με τη σχέση ανάμεσα στις προκείμενες και το συμπέρασμα ενός αποδεικτικού συλλογισμού, η μόνη αντικειμενική ιστορική γνώση θα ήταν εκείνη που θα είχε τη μορφή «σωρού γεγονότων συσσωρευθέντος από της τύχης την τυφλήν χείρα» για να θυμηθούμε τη γνωστή ρήση του Μάρκου Ρενιέρη.

Στις απόψεις αυτές των Popper και Berlin και άλλες παραπλήσιες θα ήταν δυνατό να προβληθεί η αντίρρηση ότι ο ιστορικός νόμος δεν θα έπρεπε να εξομοιωθεί προς μια σταθερή σχέση μεταξύ ορισμένων κατηγοριών φαινομένων, όπως αυτή που ισχύει για ένα φυσικό σύστημα, ούτε προς μια εντολή του πεπρωμένου. Θα ήταν ίσως πλησιέστερο προς τα συμπεράσματα της έρευνας που αναφέρεται στις θεωρητικές αρχές της ιστοριογραφικής πρακτικής να γίνει δεκτό ότι ο ιστορικός νόμος αφορά κυρίως τον ιστορικό λόγο, ιδίως τις εξηγητικές κρίσεις και προτάσεις του ιστορικού. Οι ιστορικές εξηγήσεις δεν νοούνται χωρίς την παραδοχή ιστορικών νόμων, οι οποίοι αποτελούν τις «μείζονες προτάσεις τους». Άλλωστε και η κατανόηση, στο βαθμό που συνδέεται με τον κατ΄ αναλογίαν συλλογισμό και τη συγκριτική μέθοδο, προϋποθέτει κανονικότητα στη σχέση τύπων «εσωτερικότητας» και μορφών ή συστημάτων σημείων που την εξωτερικεύουν. Η κανονικότητα αυτή μπορεί να εκφραστεί με νόμους που ίσως θα είχαν τόσο ψυχολογικό, όσο και ιστορικό χαρακτήρα.

Εξάλλου δεν είναι διόλου αναγκαίο οι ιστορικοί νόμοι να ισχύουν για όλες τις εποχές και για όλα τα είδη των ιστοριών. Αν π.χ. ως «νόμος» θεωρηθεί η σχηματοποίηση μιας εξελικτικής τάσης, π.χ. ότι ο μονοθεϊσμός τείνει προς το μυστικισμό ή τον πανθεϊσμό, ο νόμος της κατηγορίας αυτής προφανώς θα ίσχυε για κοινωνίες και εποχές, κατά τις οποίες το θρησκευτικό συναίσθημα είναι ισχυρό και οι διαδικασίες εκκοσμίκευσης ελάχιστα προχωρημένες.

Θα ήταν επίσης δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι λεγόμενοι ιστορικοί νόμοι προϋποθέτουν μια τυπολογία ιστορικών καταστάσεων και αντίστοιχων μορφών δράσης. Στην περίπτωση αυτή οι ιστορικοί νόμοι εκφράζουν μια σχέση αιτίας και αποτελέσματος, απλούστερη ή συνθετότερη, μεταξύ τους, π.χ. ότι οι συνθήκες τηρούνται όταν υπάρχει ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των συμβαλλομένων ή ότι οι προσπάθειες μεταρρύθμισης ενός απολυταρχικού πολιτικού συστήματος που στερείται λαϊκής υποστηρίξεως καταλήγουν σε υπονόμευση και ανατροπή του. Οι ιστορικοί νόμοι προϋποθέτουν ότι το λεγόμενο «αίτιο» προηγείται χρονικά του λεγόμενου «αποτελέσματος», έστω και αν δεν σχηματοποιούν εξελικτικές τάσεις. Κατά τούτο διαφέρουν των κοινωνιολογικών νόμων, οι οποίοι εκφράζουν ταυτόχρονη «μεταβολή» του αιτίου και του αποτελέσματος.

Η έννοια του ιστορικού νόμου θεμελιώνει την ιστορική πρόβλεψη, που είναι άσχετη τόσο με την προφητεία όσο και με τις προβλέψεις των φυσικών επιστημών, οι οποίες αναφέρονται σε σχέσεις φαινομένων εντασσόμενων σε σχετικά σταθερά ή επαναλαμβανόμενα συστήματα. Οι προβλέψεις των ιστορικών στις περισσότερες περιπτώσεις ανήκουν στο λεγόμενο «μέλλον του παρελθόντος», π.χ. για τον ιστορικό του 1945, η έκρηξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου ήταν αναπόφευκτη. Όταν αναφέρονται στο μέλλον, με την κυριολεκτική σημασία του όρου, αναπτύσσουν απλώς τις λογικές ή έστω ευλογοφανείς προβλέψεις για τις μορφές δράσης που μια δεδομένη κατάσταση λογικά συνεπάγεται. Παράδειγμα τέτοιας πρόβλεψης είναι η πρόβλεψη του βασιλιά Αρχίδαμου στην αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου ότι μια ισχυρή κατά ξηράν δύναμη όπως η Σπάρτη είναι αδύνατο να νικήσει μια ισχυρή ναυτική δύναμη με σημαντικά οικονομικά μέσα όπως η Αθήνα (Θουκ. Α 80-81). Η «πρόβλεψη» του Αρχίδαμου στην πραγματικότητα δεν διαψεύστηκε, γιατί κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου διαμορφώθηκαν, εξαιτίας και των λαθών των Αθηναίων, διαφορετικές καταστάσεις από αυτήν που ανέλυσε ο Αρχίδαμος. Το γεγονός ότι οι ιστορικές προβλέψεις δεν υπόκεινται πιθανώς στο ενδεχόμενο της διάψευσης δεν αφαιρεί από αυτές το χαρακτηριστικό της επιστημονικότητας και της αντικειμενικότητας. Το ίδιο ισχύει ως ένα βαθμό και για τις προβλέψεις των σεισμολόγων ή των μετεωρολόγων. Η διατύπωση τέτοιων προβλέψεων δεν αναιρεί την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης. Πάντως ούτε η ορθολογικότητα, ούτε η αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης προϋποθέτουν το στοιχείο της πρόβλεψης. Η άποψη αυτή δεν ισχύει μόνο για τους ιστορικούς εκείνους που περιορίζουν τις αναλύσεις τους στο μέλλον του παρελθόντος, που είναι όμως παρελθόν του παρόντος. Ισχύουν και για το είδος εκείνο της ιστορικής σκέψης, όπως η θεωρησιακή φιλοσοφία της ιστορίας, π.χ. του Hegel, η οποία αρνιέται ρητά οποιαδήποτε αναφορά στο μέλλον [27]. Η απαλλαγμένη από προβλέψεις ιστορική σκέψη, είτε ανήκει στην ιστοριογραφία, είτε στη θεωρησιακή φιλοσοφία της ιστορίας, μπορεί να ανταποκρίνεται σε κριτήρια αντικειμενικότητας όσο και επιστήμες όπως η παλαιοντολογία ή η αρχαιολογία. Σ΄ αυτές το στοιχείο της πρόβλεψης αφορά μόνο τα στάδια της έρευνας και τα αναμενόμενα ή προσδοκώμενα αποτελέσματά της.

Οι περισσότερο διαδεδομένες αντιρρήσεις εναντίον της αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης επικαλούνται το επιχείρημα ότι ο ιδεολογικός παράγοντας συσκοτίζει την ιστορική πραγματικότητα, εφ΄ όσον γίνει δεκτό ότι υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνείδηση του ιστορικού. Ο παράγοντας αυτός, σύμφωνα με το παραπάνω επιχείρημα, ασκεί καθοριστική επίδραση στις παραστάσεις του ιστορικού για την ιστορική πραγματικότητα. Η επίδραση του ιδεολογικού παράγοντα είναι καθοριστικότερη από αυτήν των θεωρητικών αρχών ή των υποθέσεων που κατευθύνουν την έρευνα και τις ανασυνθέσεις του ιστορικού επειδή είναι λιγότερο συνειδητή [28]. 

Η άποψη ότι η ιδεολογία συσκοτίζει κάθε πραγματικότητα και ειδικότερα την ιστορική πραγματικότητα συνδέθηκε με μια περιγραφή της ιδεολογίας σύμφωνα με την οποία η ιδεολογία είναι ένα σύνολο προτάσεων που βρίσκονται σε σχέση συγκινησιακής μάλλον παρά λογικής αλληλεξάρτησης, που αποτελούν πεποιθήσεις και πίστεις μάλλον παρά συμπεράσματα αποδεικτικής ή επαληθευτικής διαδικασίας. Η λειτουργία της ιδεολογίας συνίσταται στο να διασφαλίζει και να ενισχύει τη συνοχή της κοινωνικής ομάδας που την υιοθετεί ή ακόμα και της συμπεριφοράς του ατόμου που πιστεύει σ΄ αυτήν. Από την περιγραφή αυτήν της ιδεολογίας, που βρίσκουμε σε πολλούς σύγχρονους στοχαστές, ως επί το πλείστον επικριτές του μαρξισμού [29], προκύπτει ότι μια ιδεολογία δεν έχει σχέση με τη διάκριση αλήθειας και ψεύδους ή πλάνης αλλά αποτελεσματικότητας ή μη. Η αμφισβητήσιμη και κάπως απλουστευτική αυτή περιγραφή της ιδεολογίας δεν θα απέκλειε οι προτάσεις ενός ιστορικού που θέλει να υπερασπισθεί κάποια ιδεολογία να αντιστοιχούν προς την ιστορική πραγματικότητα. Η αντιστοιχία όμως αυτή θα ήταν συμπτωματική, εφ΄ όσον ο ιστορικός δεν θα έδιδε προτεραιότητα στην αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας αλλά στην επιβεβαίωση της ιδεολογίας του.

Η αντίληψη αυτή για την ιδεολογία ενισχύθηκε και από ορισμένες διαφορετικές προσεγγίσεις, που προετοιμάζονται από τους αφορισμούς του Fr. Bacon για τα «είδωλα της αγοράς», δηλ. παραστάσεις που εκφράζουν την ανάγκη της κοινωνικής ομάδας να διατηρήσει τη συνοχή της, και παρεμποδίζουν τη γνώση της φύσης, κυρίως εξαιτίας της γλωσσικής χρήσης που προβάλλει η κοινωνική ομάδα στις παραστάσεις της για την πραγματικότητα. (Novum Organum XLIV). Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσονται και οι αναλύσεις της Γερμανικής Ιδεολογίας των Μαρξ και Ένγκελς, σύμφωνα με τις οποίες οι ιδεολογικές παραστάσεις παρουσιάζουν την πραγματικότητα αντεστραμμένη [30]. Έτσι η άποψη αυτή για την ιδεολογία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ιστορικός, στο βαθμό που οι ανασυνθέσεις του επηρεάζονται από ιδεολογικές παραστάσεις, αναπόφευκτα σχηματίζει αντεστραμμένη ή έστω αλλοιωμένη εικόνα για την ιστορική πραγματικότητα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι υπήρξαν και «μαρξιστές» θεωρητικοί, προφανώς επηρεασμένοι από τον πραγματισμό, όπως ο Charles Beard [31], αλλά και αντιμαρξιστές ιστορικοί, όπως ο Conyers Read, που υποστήριξαν ότι ο ιστορικός πρέπει να υπερασπισθεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης ή του ελεύθερου κόσμου αντίστοιχα. Η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας έχει δευτερεύουσα σημασία, εκτός αν ως «αληθινό» θεωρηθεί ό,τι επιβεβαιώνει την αποδεκτή ιδεολογία, άποψη που αποτελεί καταχρηστική γλωσσική χρήση.

Αν όμως η σχέση ιδεολογίας και επιστήμης ορισθεί κατά τρόπο λιγότερο απλουστευτικό, θα συναχθεί το συμπέρασμα ότι η επίδραση ιδεολογικών επιδιώξεων δεν είναι αναγκαστικά ασυμβίβαστη με την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης. Πρώτα απ΄ όλα ο χωρισμός επιστήμης και ιδεολογίας δεν είναι απόλυτος. Μια επιστημονική θεωρία μπορεί να λειτουργήσει και ιδεολογικά, όπως π.χ. η ηλιοκεντρική κοσμολογία του Κοπέρνικου και Γαλιλαίου, στο βαθμό που φαινόταν στους συγχρόνους ασυμβίβαστη με τη διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης. Κατ΄ αναλογίαν μια ανασύνθεση της Ελληνικής ιστορίας, η οποία τονίζει τη συνέχειά της, μπορεί να αντιστοιχεί προς την ιστορική πραγματικότητα, όπως το δείχνουν ως ένα βαθμό οι μελέτες των Ι. Κακριδή, Φ. Κουκουλέ κ.α., και ταυτόχρονα να ενισχύει τον πατριωτισμό των Ελλήνων.

Πέρα από το μη ασυμβίβαστο της αναζήτησης της αλήθειας και της ιδεολογικής αποτελεσματικότητας, είναι δυνατό η δεύτερη επιδίωξη να ευνοήσει την πρώτη. Το παράδειγμα του ιστορικού Fustel de Coulanges, ο οποίος για λόγους πατριωτικούς θέλησε να ανασκευάσει μεταξύ άλλων την άποψη ότι στα αρχαία γερμανικά φύλα λαϊκές συνελεύσεις συμμετείχαν στη λήψη πολιτικών αποφάσεων [32], δείχνει ότι μία ιδεολογική επιδίωξη μπορεί να αποτελέσει κίνητρο για την επίτευξη μεγαλύτερου βαθμού αντικειμενικότητας στις ανασυνθέσεις ενός ιστορικού.

Ενδείκνυται συνεπώς η διάκριση ανάμεσα σε μια ιδεολογία που έχει ευρετική αξία για την ιστορική έρευνα και μια ιδεολογία που την παρεμποδίζει ή αποτελεί ξένο, επείσακτο στοιχείο ως προς αυτήν. Παράδειγμα για την τελευταία περίπτωση αποτελεί το βιβλίο του E. R. Curtius, Essai sur la France. Ο Curtius επικρίνει την γαλλική ιστοριογραφία γιατί δεν χρησιμοποιεί τον φυλετικό παράγοντα στις αναλύσεις της. Ωστόσο από την ιστορική ερμηνεία του εθνικού χαρακτήρα των Γάλλων που ο ίδιος αναπτύσσει, δεν προκύπτει η πλευρά ή διάστασή του την οποία θα αποσαφήνιζε η αναφορά στον φυλετικό παράγοντα.

Το παράδειγμα του E. R. Curtius υποβάλλει την άποψη ότι τα μεθοδολογικά σχήματα και οι θεωρητικές προϋποθέσεις των ιστορικών είναι δυνατόν να νοηθούν, ως ένα βαθμό, ανεξάρτητα από ιδεολογικές παραμέτρους. Π.χ. η ιδέα της συνέχειας της ιστορικής εξέλιξης ή η συναφής ιδέα της επίδρασης της παράδοσης στο εκάστοτε ιστορικό παρόν μπορεί να ενταχθεί σε μια ιστορική ανασύνθεση επηρεασμένη από τη μαρξιστική ιδεολογία ή και από μια εθνικιστική ιδεολογία. Εξάλλου έννοιες, όπως αυτές της εξέλιξης, της εποχής, του σταδίου κτλ, όσο και αν ο σύγχρονος «νεοελεατισμός» [33] που επιμένει σε «συγχρονικές» προσεγγίσεις τις αρνείται, συνήθως χρησιμοποιούνται από τους ιστορικούς, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές επιδράσεις που επηρεάζουν τις ανασυνθέσεις τους. Ανάλογες παρατηρήσεις είναι δυνατόν να διατυπωθούν ως προς τις εξηγήσεις και τα συμπεράσματα των ιστορικών. Ορισμένα από αυτά, π.χ. ως προς την επίδραση των κοινωνικών αντιθέσεων ή της δικαιϊκής οργάνωσης των οικονομικών δραστηριοτήτων στο ιστορικό γίγνεσθαι, αναγνωρίζονται από ιστορικούς, που υιοθετούν διαφορετικές ή και αντίθετες ιδεολογικές προοπτικές.

Η συμβολή της κριτικής της ιδεολογίας, όπως αναπτύχθηκε στα μέσα του εικοστού αιώνα, στην αποσαφήνιση της θεωρίας για την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης, συνίσταται κυρίως στο εξής: θεμελιώνει το συμπέρασμα ότι ο ιδεολογικός παράγοντας εξηγεί εν μέρει τη γένεση της ιστορικής γνώσης. Ενδεχομένως διαφωτίζει τα κίνητρα για την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας από ιστορική, ψυχολογική ή κοινωνιολογική σκοπιά. Δεν προσφέρει όμως το κριτήριο για τον έλεγχο του βαθμού αντικειμενικότητας μιας ιστορικής ανασύνθεσης. Δεν υπάρχει σχέση λογικής αναγκαιότητας μεταξύ ιδεολογίας και ιστορικής αντικειμενικότητας [34], αλλά ούτε και σχέση αντίφασης.

Η άποψη για τον υποκειμενικό χαρακτήρα της ιστορικής γνώσης επικαλείται επίσης το γεγονός ότι οι ιστορικοί συχνά δεν αποφεύγουν τις ηθικές αξιολογήσεις, δηλαδή τους επαίνους ή τους ψόγους των ιστορικών προσώπων των οποίων τις πράξεις περιγράφουν. Ορισμένοι μάλιστα θεωρητικοί της ιστορίας, όπως ο I. Berlin, υποστηρίζουν ότι ο ιστορικός οφείλει να μην αποφεύγει τις ηθικές αξιολογήσεις [35]. Κατά το μέτρο που οι ηθικές αξιολογήσεις επηρεάζουν τις ιστορικές ανασυνθέσεις, αυτές κρίνονται με το κριτήριο του αγαθού και του κακού και όχι με το κριτήριο του αληθούς και του ψευδούς. Στην περίπτωση αυτή το αίτημα για αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης αγνοείται.

Θα ήταν δυνατό να αντιταχθεί και στην ένσταση αυτή ότι δεν υπάρχει εννοιολογική συνάφεια μεταξύ ηθικών αξιολογήσεων και ιστορικών ανασυνθέσεων, ακόμα και όταν οι ιστορικοί χρησιμοποιούν όρους που έχουν ηθική σημασία, όπως π.χ. η γενναιότητα του Μ. Αλεξάνδρου, η ιδιοτέλεια του ρήτορα Αισχίνη, ο αδίστακτος χαρακτήρας του Αλκιβιάδη ή των σημερινών μιμητών του κτλ. Συνήθως οι ιστορικοί χρησιμοποιούν τέτοιους όρους για να διαφωτίσουν κίνητρα ατομικής ή συλλογικής δράσης και όχι για να επαινέσουν ή να ψέξουν αυτούς που την αναπτύσσουν. Για παράδειγμα ο Θουκυδίδης κάνει λόγο για τη «λαμπρότητα» του Αλκιβιάδη, δηλαδή την τάση του να εντυπωσιάζει τους άλλους. Ο χαρακτηρισμός αυτός έχει όμως ψυχολογική και όχι ηθική σημασία. Ο Θουκυδίδης τον χρησιμοποιεί για να εξηγήσει τη συμπεριφορά του Αλκιβιάδη (Θουκ. 5, § 12, 16).

Όπως παρατηρήθηκε προηγουμένως, όλες οι θεμελιωμένες αντιρρήσεις για την δυνατότητα της ιστορικής γνώσης να προσεγγίσει την ιστορική αλήθεια οδηγούν στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού των κριτηρίων αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης. Δεν αναιρούν την δυνατότητα επίτευξης αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης ούτε από λογική ούτε από πραγματική άποψη. Πολλές από τις αντιρρήσεις αυτές παραβλέπουν το γεγονός ότι η αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης είναι κατά προσέγγιση, εφ΄ όσον η ιστοριογραφία αλλά και η φιλοσοφία της ιστορίας με την οποία είναι συνυφασμένη καθορίζονται και από την ιστορική τους εξέλιξη.

Δεν λείπουν και οι αντιρρήσεις που έχουν ιμπρεσσιονιστικό χαρακτήρα, όπως αυτές του Wittgenstein εναντίον της ιδέας μιας επιστημονικής ανθρωπολογίας, συγκεκριμένα αυτής του Fraser. Οι ιμπρεσσιονιστικές αντιρρήσεις κατά της αντικειμενικότητας της ιστορικής γνώσης αλλά και αυτές που είναι θεμελιωμένες, όταν απολυτοποιούνται, υπονομεύουν την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης, κυρίως επειδή ενθαρρύνουν ένα είδος πανοραμικής θεώρησης του ιστορικού γίγνεσθαι, που χαρακτηρίζεται από περιφρόνηση προς το επιστημονικό ήθος και τις τεχνικές της έρευνας, ρητορική και δημαγωγική διάθεση, συγκινησιακό περιεχόμενο, ρευστότητα και ασάφεια στην έκφραση, συμπεράσματα που διατυπώνονται με «σαρωτικές δηλώσεις» που είναι αδύνατο να ελεγχθούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Είναι αξιοσημείωτο ότι πολλές από τις αντιρρήσεις για την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης, π.χ. αυτές που πηγάζουν από τις κριτικές του Popper, ταυτόχρονα ταυτίζουν την ιστορία με αυτές τις πανοραμικές θεωρήσεις, επικρίνοντάς την γι΄ αυτό, αλλά και διευκολύνουν την εμφάνισή τους. Οπωσδήποτε οι αντιρρήσεις αυτές διατυπώνονται, σε αντίθεση με την παραδοσιακή θεωρησιακή φιλοσοφία της ιστορίας, π.χ. ενός Hegel, αγνοώντας την ιστορία της επιστημονικής ιστοριογραφίας.


Ο Αύγουστος Μπαγιόνας είναι καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

Σημείωση: Η ιδιότητα του συντάκτη αφορά στην ημερομηνία της αρχικής δημοσίευσης του κειμένου (ΠΓ).

Πηγή: Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, 8 (1991), 276-292
______________

Σημειώσεις

[1] Αριστοτέλη, Περί ποιητικής, 1451, 7-11. Προς την άποψη του Αριστοτέλη θα ήταν δυνατό να συγκριθεί η θεωρία του H. Rickert για τον «ιδιογραφικό» χαρακτήρα της ιστορίας σε αντίθεση προς «το νομοθετικό» χαρακτήρα των φυσικών επιστημών. Βλ. H. Rickert, Die Grenzen der Notwissenschaften Begriffsbildung, Tübingen, 1913, σ. 224.

[2] Βλ. τις σωστές παρατηρήσεις του Ε. Π. Παπανούτσου, Είδη και περιεχόμενο της Ιστορίας, στο Φιλοσοφία και Παιδεία, Αθήνα, 1958, σ. 190 κ.έ.

[3] John Passmore, The objectivity of history, στο P. Gardinés, The Philosophy of history, 1974, σ. 149.

[4] Βλ. Monadologie, εκδ. E. Boutroux, Paris, Delagrave, 1936, § 9, s. 145.

[5] Βλ. σχετικά τις απόψεις των Hart και Honoré στο W. Dray, Philosophy of history, 1964, σ. 55-56. Ξεκινώντας από διαφορετική αφετηρία, ανάλογη άποψη εκφράζει ο M. Bloch στο Apologie pour l’histoire, Paris, 1967, Cahiers des Annales, έκδ. Armand Colin.

[6] Guy Boyrdé, Hervé Martin, les Ecoles historiques, Paris, Seuil, 1983, σ. 186 κ.έ.

[7] Βλ. Burke, ed., Economy and Society in Modern Europe, 1972, σ. 5 κ.έ.

[8] Ecrits sur lhistoire, Paris, Flammarion, 1969, σ. 46 και έμμεσα σσ. 102-103, όπου αναφερόμενος σε αναλύσεις μαχών από τον Paul Lacombe αναγνωρίζει ότι η γεγονοτολογική ιστορία δεν μπορεί να απομονωθεί από την κοινωνική ιστορία.

[9] Μια τέτοια παραδοχή υπήρχε ήδη στην επιστολή του Fr. Engels προς τον Joseph Bloch της 21-9-1890. Βλ. MarxEngels, Etudes Philosophiques, 1951, σ. 128. Όπως όχι αδικαιολόγητα παρατηρεί ο Π. Κανελλόπουλος η παραδοχή αυτή του Engels θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι όλα «τα κίνητρα» πρέπει να λαμβάνονται υπ΄ όψιν για να εξηγηθούν οι ιστορικές μεταβολές, οπότε ο υλιστικός χαρακτήρας της μαρξιστικής άποψης είναι μάλλον αμφίβολος (Επιφυλλίδες τ. 1, Αθήναι, 1928).

[10] Για την ολική προσέγγιση βλ. F. Braudel, όπ.παρ., σσ. 20-21, 61, 114-115.

[11] F. Braudel, όπ.παρ., σ. 101.

[12] The Poverty of historicism, London 1961 (2η έκδ.) ιδίως σσ. 76-82 σε σχέση με την ολική γνώση.

[13] Π.χ. Psychologie et Epistémologie, σ. 6. Ένα παιδί 5-6 ετών μπορεί να αντιληφθεί ότι Α < Β και Β < Γ αλλά όχι ότι Α < Γ.

[14] Contribution à l’étude de l’individualité, στο Le Monde de l’Esprit, γαλλ. μεταφ. M. Rémy, Paris, 1947, τ. 1, σ. 267, 269, 311.

[15] Histoire des sciences humaines, όπ.παρ., τ. 1, σ. 65, 68,78˙ Contribution à I’étude de l’individualité, όπ.παρ., σ. 269.

[16] Histoire des sciences humaines, όπ.παρ., σ. 269.

[17] Όπ.παρ., σ. 267-268.

[18] Π.χ. Η έννοια της προόδου και η μεθοδολογία της ιστορίας. Αθήνα, Παπαζήσης, 1970, σ. 30 κ.έ.

[19] Η συνάφεια χαρακτήρα, κινήτρου και δράσης διαφωτίζεται ιδίως από την ποιητική εμπειρία, Histoire des sciences humaines, όπ.παρ., σ. 72.

[20] Contribution à l’étude de l’individualité, όπ.παρ., σ. 281.

[21] Origine et développement de l’herméneutique, όπ.παρ., σ. 311.

[22] Contribution à l’étude de l’individualité, όπ.παρ., σ. 311.

[23] Η έμφαση στον Dilthey δικαιολογείται από το γεγονός ότι από τους θεωρητικούς της ερμηνευτικής στον εικοστό αιώνα είναι αυτός που επεδίωξε συστηματικά να την εφαρμόσει στην ιστορία και τις λεγόμενες ιστορικές επιστήμες, όπως η κλασσική φιλολογία κ.α., αυτές δηλαδή που συσχετίζουν το μεταγενέστερο με το προγενέστερο.

[24] What is dialectic, Conjectures and refutations, σ. 336˙ Poverty of historicism, σ. 40-41.

[25] Antony O’Hear, K. Popper, σ. 154.

[26] Στου J. Topolski, Methodology of history. Πρβλ. και W. H. Walsh, Introduction to philosophy of history, σ. 204.

[27] Η ιστορία ενδιαφέρεται για ό,τι έχει συμβεί και για το παρόν, η φιλοσοφία ως έκφραση του λόγου για το αιώνιο. Ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη ενδιαφέρονται για το μέλλον αυτό καθ΄ εαυτό και τα οράματα που αναφέρονται σ΄ αυτό. The philosophy of history, Μετάφρ. C.J. Friedrich, New York, 1956, σ. 87.

[28] W.H. Walsh, Can history be objective, στου H. Meyerhof, Philosophy of history in our time, σ. 214.

[29] Π.χ. τον K. Popper, τον R. Aron, τον D. Bell, την κοινωνιολογία της γνώσης του Mannheim κ.α.

[30] Πολλοί σχολιαστές παραβλέπουν ότι η άποψη αυτή αποτελεί πολεμική κατά των νεοεγελιανών Max Stirner, Feuerbach κ.α. Βλ. Collected Works, London – Moscow 1976, τ. 5, σ. 36.

[31] Στο Written history as an act of faith, American Historical Review, XXXIX, 1934.

[32] Arnaldo Momigliano, Problémes d’historiographie ancienne et moderne, Paris, 1983, σ.403. Το παράδειγμα προϋποθέτει ότι οι απόψεις του Fustel de Coulanges τεκμηριώνονται από τις πηγές που αναφέρει στην Histoire des Institutions Politiques de l’ancienne France (1875-1893).

[33] Τον όρο χρησιμοποιούν ο Henri Lefébvre, ο A. Schaff κ.α. Υποδηλοί ότι αυτοί που ταυτίζουν τις ιστορικές ενότητες με «δομές» ή ανεξάρτητα κλειστά συστήματα ανάγουν το ιστορικό γίγνεσθαι σε στατικές καταστάσεις, όπως ο Ζήνων ο Ελεάτης προσπαθούσε να αναγάγει την κίνηση σε στάσεις. Βλ. H Lefébvre, Claude Lévi-Strauss et le nouvel Eléatisme, στο Lidéologie structuraliste, Paris, 1971, σ. 47-49 και A. Schaff, Structuralisme et Marxisme, Paris, Anthropos, σ. 147 κ.έ.

[34] E. Nagel, The Logic of Historical Analysis στο Hans Meyerhoff, ed. Philosophy of history in our time, 1959, σ. 214.

[35] Στο Historical Inevitability, στου Patrick Gardiner, ed., The Philosophy of history, Oxford, 1974, σ. 182, κ.έ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.